← Table of contents
Το Ταξείδι μου

Front matter

Reading edition

Produced by Sophia Canoni

Note: One footnote has been transferred at the end of the paragraph. Bold characters have been included in &&, while words in italics have been included in _. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Μια υποδημείωση έχει μεταφερθεί στο τέλος της παραγράφου. Έντονοι χαρακτήρες έχουν περιληφθεί σε &, ενώ λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες σε _. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΨΥΧΑΡΗΣ

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

αμύνεσθαι περί πάτρης Ιλ. Μ, 243.

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ

Άλλα βιβλία και φυλλάδια του κ. Ψυχάρη.

— Essais de grammaire historique néo-grecque. Tome I, Paris, 1886. — Tome II, Etudes sur la langue médiévale, Paris, 1888, E. Leroux, 28, rue Bonaparte.

— Essai de phonétique néo-grecque. Futur compose du grec moderne, θα γράφω, θα γράψω, Paris, Imprimerie Nationale, 1884 (en dépôt chez Ε. Leroux).

— Essai de phonétique néo-grecque. Doublets syntactiques. Όταν, όνταν. Paris, Imprimerie Nationale, 1885 (chez E. Leroux).

— Le poème a spaneas, Paris, F. Vieweg, 67, rue Richelieu, 1886.

— Observations phonétiques et étymologiques sur quelques phénomènes néo-grecs. Paris, Imprimerie Nationale, 1888 (chez E. Leroux).

— Observations sur la langue littéraire moderne et le style de Solomos. Paris, E. Leroux, 1888.

— Quelques observations sur la phonétique des patois et leur influence sur la langue commune. Paris, 1888 (chez E. Leroux).

— Introduction, sous forme de Lettre, a la Grammaire de la langue grecque vulgaire de S. Portius, écrite en 1636 et rééditée avec un commentaire grammatical par M. W. Meyer. Paris, Vieweg, 1888.

— Observations sur la prononciation ancienne et moderne du grec, a propos d'un livre récent, Revue critique, Paris, 1887, No 14 (du 1 Avril).

Coup d'oeil sur le développement de la langue néogrecque, Revue critique, Déc., 1884, No 49. Nos 10

Τ Ο

Τ Α Ξ Ι Δ Ι Μ Ο Υ

ΨΥΧΑΡΗΣ

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

αμύνεσθαι περί πάτρης Ιλ. Μ, 243.

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕ10 ΤΟΥ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ

Δυο λόγια.

Όποιος με διαβάση θα καταλάβη με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα_αμύνεται περί πάτρης_.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης• πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Γραικός και δεν μπορώ να το ξεχάσω• έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πόλεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνη έθνος, θέλει δυο πράματα• να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμη φιλολογία δική του. Άμα δείξη που ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντραπή γι' αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε που τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώση όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι' αφτά τα σύνορα πολεμώ.

Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουν το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουν και να περάση η ώρα — να το πω φανερά, γι' αφτούς γράφω — δεν έχουν ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τορθογραφικό σύστημα που ακουλούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μία συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την ιστορία μελετώ.

Όποιος πάλε θέλει να με διαβάση για να με κατακρίνη, για να βρη λάθη, για να κάμη το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξη μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήση, πρέπει πρώτα να διή με τι ιδέα γράφω κι αν ακουλούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα με κάμουν παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρατήρηση. Δε θαπαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτειαξα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού• όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι έκαμαν όλα τα έθνη του κόσμου• έτσι θα κάμουμε και μεις. Με φαίνεται που για πρώτη φορά, σ' αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κ' ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνολογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.

Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, για να νομίζω που κατώρθωσα μ' αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά• πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάση να μάθη με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρη, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίδεται η αληθινή μας γλώσσα κι όχι μόνο η καθαρέβουσα στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάξουμε καλήτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε που μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω που μπορεί κανείς να γράψη αφτή τη γλώσσα και πεζά. Το λέω φανερά και μ' όλη μου την καρδιά• αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω• η γλώσσα μας δε φταίει.

Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Πήρα πρόφαση το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουν τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουν και μας λεν τι έκαμαν τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα έφταξαν και τι ώρα έφυγαν, τι κρασί ήπιαν, πόσα κουνούπια τους δάγκασαν, ποιόνα είδαν εκεί που κατέβηκαν, τι μαλλιά είχαν η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έπειτα, σ' ό τι χώρα κι αν πατήσουν, κάθουνται και μας διγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ' όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Γραικός για τον Τούρκο κ' η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάννα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στάτομα• ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουν κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικής• εγώ τίποτις δεν είμαι• η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει• προσπάθησα να διώ πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.

Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο• να διασκεδάση ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθή, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κ' επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απόλα θέλησα να μπορέση ο καθένας να με καταλάβη.

Παρίσι, 1888.

Α'.

Πόθος κρυφός.

Ένα πρωί στην εξοχή, που μυροβολούσαν οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσαν, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω, — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τα μακρινά παράλια που βρίσκουμουν τότες, — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ' ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχαν ξαπλωμένη τη λαμπρή τους πρασινάδα• μισοβρεμένα από την πρωινή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσαν τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα άνοιγαν τα κόκκινα τους φύλλα. Ταγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσαν την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό• παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιούνταν τα στάχια αγάλια αγάλια κ' έκαμναν την κουβέντα τους• έσκυφτε το ένα στάλλο, σα να χαιρετιούνταν. Είταν όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γις, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάση και τη διή. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε αποκεί απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαίνουνταν, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προφτάξη από τα τρελλά φιλιά που γύρεβε να της δώση. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές• είναι σα μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.

Κάθουμουν ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γίνουνταν η ψυχή μου. Μ' όλη μου τη δύναμη τέντωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίση ζωή. Χαίρουμουν και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; ενέργεια και τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσαν τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουν, η καρδιά μου για να καταλάβη ακόμη καλήτερα τη γλυκύτητα, την καλλονή του βίου. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ' αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη λαμπρότητά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.

Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διώ; γιατί να μη μου τη σκεπάσουν οι πλατάνοι, οι ιτιές και τάλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πατρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάη. Ότι το συλλογίστηκα, ό τι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μ' έτρωγε την καρδιά και δε μ' άφινε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παράδες μου — να βγω στο ταξίδι.

— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διώ τους ομογενείς! Αφτή τη λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να με φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισσό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διώ τους δικούς μου, να διώ την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Γραικούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα ψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους• ζουν ακόμη με το Σωκράτη και τον Περικλή. Από τους αρχαίους χρόνους τίποτις ίσια με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήξης• έχουν πάντα χίλια δυο να σε πούνε για να σταποδείξουν — και να σε βρίσουν, αν πης όχι.

Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχήτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος — αλήθεια είναι, πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε με το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μ' έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσαν πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσαν οι καρδιές μας. Το φέρσιμό μας είταν πάντα καλό. Γίνεται τέτοια μονοτονία! Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίση. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου• Είναι καιρός που έχω σα μια λιγούρα στην καρδιά. Λαχτάρα μ' έπιασε να ξαναδιώ τη μάννα μου, — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!

Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστήρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφταξα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγκώ. Μ' έκαμε σωρό τεμενάδες και μ' είπε• — «Μεγάλος είσαι συ• τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγάλους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διώ; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα που την έχει ένας που σε πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κ' έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκαλιά σου, λέγοντας• Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!

— «Γυναίκα μου, να σε χαρώ, νάχης έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κ' έτσι «πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους». Θα σε πάω στην Ελλάδα Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκειά μας τη γωνιά που καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διής του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβης πώς μιλούσαν ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα νακούσουν τα βάρβαρά σου ταφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάμνουν οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουν πώς ζούσαν οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντύνουνταν, πώς έβαζαν τη φορεσιά τους, πώς πεινούσαν και πώς έτρωγαν; Τι κάμνουν, όταν απαντήσουν άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούν; Τι κάμνουν, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουν πια, για να φωτιστή ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβισμένο, και προσπαθούν, όλοι τους μαζί, να διορθώσουν τα σακατεμένα χωρία ενός χερογράφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουν, ανοίγουν ή σφαλνούν τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουν το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουν την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιότητας που σώθηκαν ίσια με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θάτρεχαν αμέσως, θα φιλούσαν τα πόδια του για να τους πη την έννοια της λέξης που δεν ξέρουν, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα παν όλοι στην Ελλάδα, κ' είναι σα να μιλούσαν κανέναν αρχαίο. Ρωτούν ένα δάσκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό τι θέλει νακούση• όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύση, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη που άμα πατήση στο βασίλειο, θα βρη την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.

Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγγελιά να σε δώσω. Μην ξεχάσης, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλης δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σώθηκαν κ' οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρης καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe.»

Β'.

Η γ ι α ν ο ύ λ α.

Δεν έκαμα τίποτις στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήξω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ' όλα της τα παιδάκια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τακούη. Όλα της τα χάδια, όταν είμουν παιδί, όλες μου τις τρέλλες και τα τρυφερά της μαλλώματα, τα θυμούμουν κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως που γύρεβα να την καλοπιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που είταν εκείνη! Πόσες ανοησίες μ' εμπόδισε να κάμω, κι ας έμοιαζαν κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να με πη! Με τι τρόπο ήξερε να μ' αρμηνέψη! Μόνες οι γυναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να την έμαθαν ποτές, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ό τι γεννηθή, είναι μάννα• μάννα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζη, να μας ησυχάζη με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορή, ξέρει να κάμη μέλι τη ζωή μας.

Μια γλύκα ξεχωριστή είχαν της γιανούλας μου τα λόγια• είχαν τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλοιο έξυπνο και τρυφερό όλο μαζί• τέτοιο είταν και το μίλημά της. Δεν είμουν εγώ που την έκαμνα κάπου κάπου να ξεχνά τις πολλές πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν ταγκάθια κεντούσαν την καρδιά της• μ' όλα της τα χρόνια είταν εκείνη που μ' έσπρωχτε, που μ' έδινε θάρρος, που μ' έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διώ την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου• — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα με πη.»

Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της• φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι που της σκέπαζε το ένα της ταφτί• είταν πάντα μαβροντυμένη κι ωςτόσο την έβλεπες πάντα με το καλό της το χαμογέλοιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.

— « Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Τόχω απόφαση από χτες• θα σείρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογενείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγαπούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη• άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσμένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.»

— « Ο ίδιος είσαι που είσουν πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Καλό ναγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα• η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις που κάμνεις τρέλλα;

Πρώτα πρώτα δε με λες, από πότε σ' έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις νακούσης τέτοια λέξη;»

— « Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, τόχω αφτό το κακό• συχαίνουμαι τα λόγια και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμη κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Συχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουν πως λεν όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Συχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ' αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.»

— «Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμης με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες διαφορετικές• έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτές σου δε θέλησες να πιστέψης που δεν έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίων το αίμα. Λες που και σε μας, σα σ' όλους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατώθηκαν και στο τέλος έγιναν ένα.»

— «Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;»

— «Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα άλλο έθνος. Να είναι το πράμα όπως το λες, πάει καλά• αν είναι, πώς μπορούμε πάλε να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό• ο άλλος σου πάππους είτανε Χιώτης και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρακαλώ, να φανερώσης ποτές τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθής. Η Εβρώπη, που σ' έχει απόγονο του Περικλή, τι θα πη, άμα το μάθη; Αμέσως ξεπέφτεις!»

— «Όχι μόνο δεν ξεπέφτω• με φαίνεται μάλιστα που ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξη να ντραπώ να πω την αλήθεια• πιώτερο από καθετίς μας τιμά. Πήραμε αίματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα που και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουν πατημένη και που μας έχυσαν ο ένας κι ο άλλος μια σταλιά αίμα από κάτω από το πετσί; Γραικός είναι, Γραικός λέγεται ο καθένας κ' η καρδιά του φωνάζει Γραικό. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κ' έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και νέα ζωή.»

— «Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμη. Θέλεις να συφωνούν οι άλλοι με την ιδέα σου; πρέπει πρώτα να πάρης εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουν πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουν και κολακέβουν τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουν. Έτσι να το κάμης και συ. Ό τι σε πουν, ποτές σου να μην πης όχι. Αν ακούσης μάλιστα τίποτις για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρης; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείση, που δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατό να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά• θα πείραξες και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγουν τώρα στη μέση κ' οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε τους Γάλλους που δε μιλούνε σήμερα απαράλλαχτα σαν που μιλούσαν ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουν που τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που είταν και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάμνεις;»

— «Τον αφίνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πη που δεν είταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμμένοι μοναχά δεν αλλάζουν. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κιαπό κει φαίνεται που είναι ο ίδιος λαός. Έτσι είναι που μας δείχτει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι ταφτιά μου χαλασμένα• μα τέτοια ακούω να με λέη σιγά σιγά ο πατριωτισμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο, τι λεν και τι κάμνουν οι σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνη τέτοια ζητήματα• έμαθε να ξεχωρίζη πράματα που μαζί δεν ταιριάζουν• άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στάλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, που με τις ιδέες μας, με το μπόσικό μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλοιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.»

— «Εμένα, θα με γελάσης με τα λόγια σου; Σε κατάλαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρης. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψης. Και ποιόνα ελπίζεις νάχης μαζί σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη• εσύ λες που να μην την ξέρουμε είναι ντροπή. Εμείς φωνάζουμε που διόρθωση θέλει• εσύ γράφεις που διόρθωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθή κανένας να σε πιστέψη; Ο καθένας νομίζει που γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουν; Τι να σε πω; Αφού με λεν που με ξεβγενίζει η καθαρέβουσα, άρχισε και μένα να μ' αρέση τω δασκάλων το σύστημα.»

— « Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας πού πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κ' η εβγένεια τούτη δεν κάθεται στο στόμα• βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή• δεν την κάμνουν τα λόγια• γεννιέται στο νου. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγη παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάννας μας τη γλώσσα και μάλιστα να το θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που με μιλήσετε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάμνουν και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές που με παίρνατε στα γόνατά σας και που με λέγατε παιδί μου. Πώς να τολμήσω λοιπό το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να το κάμω τέκνον μου;»

— « Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπορείς να με πιάσης. Κάμε καλήτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξης με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.»

— « Το κρασί, μάννα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κ' είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί• πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατώνουμε• καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζη το νου.

Το κρασί, λέω μάλιστα να ταφήσουμε όλους διόλου• το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το γραικικό φιλότιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξη που δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πη που δεν τιμά, που δε σέβεται τον εμαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαίνουνταν πως δεν του φτάνουν τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει νάχουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλήτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντραπούμε να φανούμε ό τι είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιώτερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτειασίδια και προτερήματα που δεν έχουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θάχουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε με τα δικά μας μοναχά.»

— «Κάλλια, παιδί μου, νάπιανες νάγραφες κινέζικα, κάλλια να καταγίνουσουν — είναι καιρός ακόμη — με καμιά γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να διαβάζης τα γραικικά. Μη σε μέλη• οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουν και συ άδικα θα χολοσκάνης. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάση. Ή θα σε βρίσουν ή θα κάμουν πως δε σε ξέρουν. Τουλάχιστο να με τα λες εμένα• μην τα λες εκείνους.»

— «Το χρέος του πρέπει να κάμη ο καθένας, όσο ζη, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούη. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κ' η φωνή της, άμα βροντήση μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγη!»

— «Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιάνει; Μια χάρη μόνο θα σε ζητήξω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξης. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.

Άκουσε κ' ένα άλλο, να σε βρίζουν και να μη βρίζης• τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλη. Τρόπους καλούς μπορούμε νάχουμε πάντα• έχε τους και συ. Ό τι κι α σε πουν, πάντοτες να λες ναι• όταν πιάσης την πέννα, τότες αλλάζει• όσο θέλεις, το όχι σου να το γράφης. Οι καβγάδες δε φελούν• οι αθρώποι πιάνουνται με τα καλά λόγια. Για να το θυμηθής ακόμη καλήτερα, βάστα στο νου σου και τούτο μου το λόγο•

Μ' όλους όμορφα, παιδί μου, Να φερθής μη λησμονήσης — Και στον Κόντο να μην κάμης Γλωσσικάς Παρατηρήσεις.»

Ταξίδι.

Γιούλιο μήνα, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ, — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι, — με τα σεντούκια και με τα σακκιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά.

Άμα φτάξαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα φορτώματα, μας έδωσαν την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, για να μην τη χάσω. Τότες είναι που μπήκαμε στο ξενοδοχείο του σταθμού. Πήραμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας έφεραν καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Είταν και πέντε σολδιά παραπάνω για το γκαρσόνι.

Ανεβήκαμε στο βαγόνι στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά κούνησε το τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μοναδικό• δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώση — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάξαμε στη Μαρσίλια.

Κάμαμε στου θειου μου πρόγεμα λαμπρό• είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κ' έτσι ήρθε πια κι ώρα να μπαρκαριστούμε.

Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύγαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες• η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάξουμε στην Πόλη, περνούσε με τις κουβέντες ο καιρός.

Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! στο σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» είταν τόνομα του βαποριού.

Δ’.

Παρίσι.

Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλοια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουν. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ως τόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε να χαρή η καρδιά μου. Προβαίνει το βαπόρι και με δείχτει νέα θάλασσα, νέο κόσμο• σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται• ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια γλυκύτητα τουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπειρες λαμπάδες που τρέμουν εκεί απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.

Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφίνει. Του κάκου συλλογιούμαι που σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, που η ώρα κοντέβει τα μάτια μου να χαρούν την πανώρια θέα της Ελλάδας, που θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου που γρήγορα θα διώ την Αγιά Σοφιά, μοναδικό κατόρθωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!

Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντοτες εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντοτες η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ με γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ' αξίζη; Ποιος σε γνώρισε ποτές

και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαρειά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ουρανό, με τον ψυχρό σου τον αγέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη• — « Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλη! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει νανοίξης το στόμα σου κιόλα μαζί ταναπνέεις. Για διές τις, τις ιδέες πώς πετούν τριγύρω σου στον αγέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη• από παντού σε τριγερνούν το κεφάλι, ποια να πρωτομπή.»

Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάμνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παιδιά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους. Δεν πρέπει να τα πειράξης• ξέρεις να τα πιάσης, σαν πρόβατα σ' ακουλουθούν ορμούνε σαν το θεριό, άμα ταγγίξης. Δε θέλουνε σκλαβιά• τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούν, απλώνουν το χέρι και σαν παιχνίδια τους σπάνουν. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μοναχές τους• η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει• ταμάξια που περνούν εφτύς γίνουνται πύργοι• τα κάγκελλα τα κάμνουν κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Πριν προφτάξης να το διής, βρέθηκαν μπάλλες, πιστόλια και τουφέκια• δεν ξέρεις από πού βγήκαν. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελλάρια, μαζώνουνται, πηδούν, ξεφυτρώνουν καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα και μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουν, άξαφνα γίνουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρης εσύ αφτά; — λέει τους τυράννους• — « Ίσια με δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»

Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσης. Όλα σε σένα τα χρωστούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πη. Δε σ' έμελε μόνο για σένα• την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιούσουν. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σ' έφταξε όξω να τους πετάξης• είχες στο νου σου την οικουμένη• τη γις θέλησες να γλυτώσης. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κ' έχουν ένα νόμο». Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, έτρεμαν μπροστά σου κ' έσκυφταν το κεφάλι. «Λεφτεριά, ισότη, αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέλει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερα ο κόσμος να περάση. Οι βάρβαροι πολλή ώρα δε θα βαστάξουν. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοτρεφτή η βασιλεία του κι ας αφανιστή τόνομά του!

Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω• με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρια σε θυμούμαι. Άντρα μ' έκαμες εσύ• μ' έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ναγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς, — να τα σέβουμαι γιατί κυνηγούν το καλό και ξέρουνε να μας δείξουν πού θα το βρούμε και μεις, — να ταγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουν• — «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανής, την πατρίδα σου να δουλέψης.» Εσύ μ' έθρεψες το νου• έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.

Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουν τάστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατάστρωμα, ακκουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα με δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές σα σε κείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα είταν και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαρειά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μ' είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιώτερο ακόμη απ' όλα τα λόγια που μ' έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε'.

Δόξα και μοναξιά.

Προτού να τον πάρη για πάντα η μάβρη γις και το χώμα να σκεπάση το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήση τον ποιητή του, να γονατίση στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθή μια μέρα και μια νύχτα στο κέντρο της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος που είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, έβαλαν τους τίτλους του άλλου του νικητή, έγραψαν των έργων του τα ονόματα. Έτυχε κι όλας, το μάβρο σκέπασμα που είχαν κρεμάσει στην αψίδα κείνη την ημέρα και που έπεφτε από πάνω ίσια με τη μέση, πέφτοντας ναγγίξη, με την άκρη του, τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στο σκάλισμα της πόρτας. Φαίνουνταν και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, είτανε να φέρουν το λείψανο για να τακκουμπήσουν από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στέκουνταν πολύς λαός, κόσμος πολύς μαζωμένος να τον προσμένη. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνεια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδαν, ξεσκεπάστηκαν όλα τα κεφάλια. Πρι ναρθή ίσια με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακουλουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιούμαστε το λαό που μας περίμενε• μόνο γέμιζαν τα μάτια μας δάκρια, γιατί ξέραμε που δε θα ξαναδιούμε το καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, που ποτές δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι! είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προσκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη• είχε δίκιο ο λαός να δοξάζη τόνομά του• βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέπαμε; Κλαίγαμε τον άντρα, όχι μόνο τον ποιητή. Ότι κι αν τον έκαμνε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ' αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριαναστέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατάλαβες τώρα που κείτεται πεθαμμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούν;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κείτουνταν έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, με φαίνουνταν πως είταν ολομόναχος και ξενιτεμένος. Έφυγαν οι φίλοι• γύρισαν οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι• γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέση κρυφά να γονατίση, ίσως κάτι να του πη. Του κάκου! Μπορεί τώρα νακκουμπήση πουθενά τορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουν και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; πού θα πέση, να τον προσκυνήση; σε ποιο μέρος θα τραβηχτή να χύση όσα δάκρια έχει μέσα του η καρδιά του; πώς θαναστενάξη, δίχως να τον ακούση κανείς; πώς θα πάη να πη σιγά σιγά σταφτί του περίφημου γέρου• « Παππού μου, παππού μου, έτσι μ' αφίνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, μια τέτοια ώρα, για τους πεθαμμένους!

Κι ως τόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουν τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κ' έκρυφτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ράγιζε την καρδιά• πιάνουνταν η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμη σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξη κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβη κανένας. Όσο είταν τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, που δεν είταν εκείνα μπροστά, σηκώνουνταν όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούν τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφινε τον πόνο να του τρώη κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Είταν πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανή μεγάλος, όποιος υψωθή, μήτε πατέρα, μήτε μάννα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει νάχη. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει, και τον κάμνει δικότης — ίσια με τον τάφο και παρέκει….. Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

ΣΤ'•

Ο Ποιητής.

Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά νανασάνη η καρδιά μου. Κι ωςτόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ' έσπρωχτε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Όλο στέκουνταν το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ' είχε καρφωμένο σε κείνο το μέρος — σα να πρόσμενα κάτι να διώ, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σέρνουμουν, κυλιούμουν από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κ' η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Έλαμπαν αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, έκαιγαν τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε το Παρίσι να ξενυχτίση, να μείνη μπροστά στο μνήμα του ποιητή, ώςπου να σηκώσουν το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ' ένα σοκάκι σκοτεινό, με τρόπο ναποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

Δεν ξέρω τι με κατέβηκε τότες• από την κούραση είταν, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Είτανε σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω απάνω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μοναχός μου, με φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απόσα είχα διεί όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στέκουμουν ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, με μια ταπείνωση που μήτε γίνουνταν πιο μεγάλη, κ' έκαιγε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στέκουμουν όρθιος και κοίταζα ψηλά ψηλά στον ουρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε νάχω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στο νου μου τόσες ελπίδες, ποτές στο στήθος μου τόσες χαρές. Σαν τανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θέμου, Θέμου παντοδύναμε, τι νυχτιά είταν εκείνη! Τι είτανε, Θέμου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου• — « Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θάφτουν; Τώρα μόλις γεννήθηκε, τώρα θαποθάνη; Θέμου παντοδύναμε, μην το θελήσης! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήση ένας λαός, για να γίνη έθνος! Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουν και γιατί καιν; Ίσως είναι για να μας δείξουν τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές νάχουμε και μεις τέτοιους άντρες; Τούτο το μνήμα παριστάνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέπει να τραβήξη ένας λαός για να φτάξη στο σημείο που έφταξε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερα ανάγκη τους προγόνους του — τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζη δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί και κείνονα μια μέρα άλλοι να τον καφκηθούν.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάννα του δεν μπορεί ναφήση, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε κατά γης• άντρες δε γίναμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούν από το χέρι και να μας πηγαίνουν. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχτει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γίναμε, κ' ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι μας, να βλέπουμε με τα μάτια μας, να μιλούμε δική μας γλώσσα. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ' ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε• προγόνους εκείνοι δεν είχαν! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας λεν.

Όσο μέσα μου έλεγα τέτοια μοναχός μου, τραβιούμουν, τραβιούμουν όλο πίσω, γιατί ντρέπουμουν τον ποιητή κ' έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός που έλεγαν την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είταν οι πατέρες τους, άφησαν πίσω την παλιά τους ιστορία• ξανάκαμαν καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ' η Γαλλία ξέχασαν τη Ρώμη και της είπαν — « Όσο μεγάλη είσουν εσύ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλοι. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκαν τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούν από μέσα από τη γις, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτων, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειάστηκαν τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Η μια σπίθα άναψε την άλλη, διαδώθηκαν ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε ταλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιών της την αμάθεια, την περηφάνεια και την τρέλλα, να μπορέση και κείνη να ζήση, το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι με μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη με θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ως τόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτές του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Γραικός με τους προγόνους του, νομίζει που τους μοιάζει, κ' επειδής σαν το αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας που τη διώρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανή Σοφοκλής.

Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κ' Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξη. Ας του μοιάζουν εκεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξη κανένας από μας, αν μπορέση να τα καταφέρη. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανή, κοιμούνταν η ποίηση στη Γαλλία. Σα μούμια την είχαν οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεντόνι. Μέσα της, με το σμιλάρι και το ψαλίδι της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουν άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνισκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της έβαζαν από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια μαργαριτάρια, και φτειασίδι στο μάγουλο. Κείτουνταν η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.

Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες κάθουνταν αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοίταζαν από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Έφτειαναν ένα σωρό νόμους δικούς τους, έκαμναν κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ' εβγένεια μεγάλη. Ζωή καμιά! Είχαν ένα πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσισιές. Ποιος να καμαρώση τον άλλο; Ποιος να πη τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβη κανένας; Ποιος να μη μιλήση σαν που μιλεί όλος ο κόσμος; Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πη, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειάζουνταν αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχαν κάμει τη γλώσσα να μοιάζη σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο παλάτι, ζούσαν και βασιλέβανε.

Βγήκες τότες εσύ• με μιας άλλαζες τον κόσμο. Ώρμησες κ' έπεσες μέσα στο παλάτι. Τίναξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζης• — « Αλήθεια ζητούμε, διψούμε για ζωή• μούμιες δε μας κάμνουν.» Τι θόρυβος, τι κακό που έγινε τότες! Πέταξες τα παράθυρα, άπλωσες το χέρι κ' έσπασες τις πόρτες• μπήκε μέσα ο ζωντανός αγέρας τουρανού, πλημμύρισε το φως κ' είπες στο λαό που στέκουνταν όξω• — « Όρισε, αφεντικό μου• δικό σου το παλάτι• δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου• δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»

…..Θα το παρατήρησε ο καθένας• αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθη φόβος που μπορεί κανείς να μας κατηγορήση, ή να πάρη κακή ιδέα για μας, — μάλιστα όταν τύχη κανείς να φανή μεγάλος μπροστά μας, να παινεθή ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουν, — κάτι μέσα μας σπρώχτει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δείξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότες μας πλάκωσαν οι σκολαστικοί, τόσες φορές έβρισαν όλο το έθνος, τόσες φορές είπαν τη γλώσσα μας βάρβαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψη. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τακούση κι ο πεθαμμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το σοκάκι που κάθουμουν απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσια με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φωτιές, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στέκουνταν κόσμος τριγύρω κ' ίσως μπορούσε να μ' ακούση.

— « Όχι! μην το πιστέψης που γίναμε βάρβαροι• μην το πιστέψης που έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για ρίξιμο δεν ήναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί νάχη μόνο μια πρόστυχη ψυχή κ' οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σήκωσαν τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουν• είναι οι χερότεροί μας εχτροί, και γυρέβουν τώρα να μας βγάλουν τιποτένιους σ' όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούν εκείνοι κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις, μην ταψηφήσης το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εμαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσια με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλη. Σε μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψης, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γραικική τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!»

Με τρόμαξαν τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γρήγορα και κρύφτουμουν πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ως τόσο μ' όλη μου τη θλίψη, μ' έρχουνταν κάποτες να γελάσω. Άμα ήθελα να σπουγγίσω τα δάκρια που μ' έκαιγαν τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχη η γραμματική σας, και στη στιγμή που πονεί η καρδιά μας! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώση από τέτοιο βάσανο, — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) —, και να πη το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!

Όσο δέρνουμουν και σέρνουμουν και σκέφτουμουν τέτοια με το νου μου, η νύχτα προχωρούσε, και στους απέραντους κάμπους του κόσμου γλυστρούσε η γις μας σιγά σιγά, να κάμη την καθημερνή της βόλτα γύρω στον ήλιο. Έκαιγαν πάντοτες τα φώτα• με το θολό τους φέξιμο, έκαμναν και φαίνουνταν ακόμη καλήτερα το σκότος. Κάπου κάπου άκουγες μια βοή κι ανατρίχιαζες• είταν τα κανόνια που βροντούσαν. Έλεγες πως αστροπελέκια έσειαν τη γις κ' ήθελαν πέτρα να σπάσουν. Είτανε για να προσκυνήσουν το λείψανο. Σάλεβε, κουνιούνταν τα πλήθος, μουρμούριζε σα θάλασσα που βράζει. Μ' αρέσει να περπατώ μέσα στο λαό, δίχως να με ξέρη κανείς και γω να συλλογιούμαι τα δικά μου. Η φαντασία μου παίρνει φωτιά• στράφτει ο νους μου, χιλιάδες ιδέες, σα χαλάζι και σα βροντή, με δέρνουν το μυαλό. Στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες.

Δεν ξέρω γιατί μήτε πώς, μα δεν έννοιωθα πια κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα και πόνους. Με φάνηκε πως ξανάνιωνα ξαφνικά. Αθάνατες ελπίδες με περεχούσαν την ψυχή. Γύρισα να διώ και κάτω κάτω, σαν ασημένια γραμμή, στα μέρη της ανατολής, έβλεπα τον ορίζοντα νασπρίζη• φάνηκε σα μια χαραμάδα στον ουρανό. Είταν η αβγή.

Φως! το φως! Να και το φως που ζητούσα. Όχι! όνειρο δεν είταν! Είταν αλήθεια που ΤΟΝ είδα και το θυμούμαι καλά τώρα που σας το διγούμαι. Κάποιος έρχουνταν, κάποιος φαίνουνταν εκεί κάτω. Όσο ξάπλωνε η αβγή το κάτασπρό της ρούχο, τόσο και κείνος προχωρούσε. Έλαμπε στα χαράματα μέσα• μαζί με τον ήλιο ανέβαινε, και το πρόσωπό του έπλεγε μέσα στις ολόχρυσες αχτίδες σα σε μια θάλασσα φως. Το ποδάρι του βαριά χτυπά τη γις• τα μάτια του καίνε σαν ταστέρια. Νά ΤΟΣ εκείνος που προσμένω. Άπειρος λαός τον ακουλουθά και κατόπι του τρέχει, φοβερός σαν το κύμα που σηκωθή. Αφτός είναι ο ποιητής, ο λυτρωτής μας. Παλάτια θα γκρεμίση και θα στήση γλώσσα. Έλα, έλα και μην αργής. Σ' αφτό τον αιώνα που ζούμε, βασιλέβουν οι λαοί και ρίχτουν κάτω τους τυράννους. Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν το ποφέρνει να βρίζουν του κάκου την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθή κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του• είναι ανάγκη κ' η γλώσσα του τώρα να νικήση.

Ζ'•

Πτωχοπρόδρομος.

Πότε, πότε θα μας έρθης, πότε θα σε διούν τα μάτια μας και θα σε χαρούν οι καρδιές μας, Χριστέ μου και σωτήρα, νέε δημιουργέ, νέε πλάστη της γλώσσας μας της νέας; Το χορτάρι μοναχό του θα φυτρώση όπου πατήσης. Η γις θα σε χαιρετήση• θα σκύψουν ταστέρια να σε προσκυνήσουν και κείνα. Στο δρόμο που θα πηγαίνης, η φύση θα στολίζεται και θα ξαπλώνη όλες τις ομορφιές της. Τα πουλιά θα ζουλέψουν τη φωνή σου. Θα κυριέψης τις καρδιές και θα τις κάμης να σαγαπούν και να γλυκοτρέμουν όταν ακούσουν τόνομά σου, γιατί στην ποίησή σου θα βρουν όσα μέσα τους έχουν και δεν ξέρουνε να τα πουν. Ένα λόγο θάχης για κάθε ψυχή, μια παρηγοριά για κάθε δάκρι, μια αλήθεια για κάθε νου. Ό τι ποθεί ο καθένας, ό τι συλλογιέται κι ό τι νοιώθει, θα ταπαντήση στη γραφή σου. Ολωνών τα φρονήματα θα τα κάμης δικά σου• όλα τα καρδιοχτύπια θα ταντηχίσης. Σαν καθρέφτης μας θα σταθής και σε σένα θα γυρέβη το έθνος να διή τη μορφή του, γιατί μ' ένα που θα πης, ο καθένας θα καταλάβη για πρώτη φορά τον εμαφτό του. Τα φαινόμενα της φύσης, των αθρώπων τα πάθη θα μας ξανοίξης. Θα μας δώσης ύψος και θάρρος και παντού θα σκορπίσης τους θησαβρούς σου.

Εσύ θα γίνης άλλος Ορφές. Θα μαλακώσης τις πέτρες• θα σέρνης κατόπι σου τα θεριά. Με τους ψηλούς σου λογισμούς, με τις τολμηρές σου ελπίδες, με την καινούρια σου τη φράση, όπου περάσης θα νικήσης. Θα πλουτίσης τη γλώσσα και θα σε πλουτίση. Θα περπατής και θα ψάλης την ξαναγέννηση της πατρίδας, τη λεφτεριά και τον καινούριο μας κόσμο. Έθνος τότες μόνο θα φανούμε• θάχουμε και μεις τον ποιητή μας. Για τούτο κι από τώρα σε χαιρετώ, με νου ταπεινό, με καρδιά μέλι γεμάτη, γιατί με γλυκαίνει ο ερχομός σου πιώτερο από μέλι κι από ρόδα.

Δε θα σε προφτάξω• θα με σκεπάζη το χώμα όταν εσύ θα το πατής. Μη με καταφρονής που δε σ' αξίζω. Τα λόγια μου μπορείς να τακούσης, δίχως να ξεπέσης, γιατί ο καθένας δεν μπορεί να σε μιλήση σαν που σε μιλώ. Θα μάθης και συ τόνομά μου. Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάμνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα• η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κ' η μνήμη μου μαζί μου να χαθή, δε με πειράζει• φτάνει ο κόπος μου να μείνη, η ιδέα μου να ζήση. Και θα ζήση! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρη το δρόμο που της είπαμε να πάρη, γιατί τούτος είναι ο δρόμος ο σωστός, ο μόνος ο δρόμος.

Να με λυπηθής που δεν μπόρεσα να της δείξω το δρόμο τούτο, σαν και σένα. Να είσαι καλός και γενναίος. Μη φανής με το παραπάνω σκληρός για τις κακορίζικές μου αφτές τις δοκιμές, για την προσπάθεια και τον κόπο μου, γιατί, να σε πω! ό τι δε μ' έδωσε η φύση, δεν το φταίει η καρδιά μου. Είχα προαίρεση καλή, αν και δεν πίτυχα σαν που θα πιτύχης. Σαγάπησα πριν ακόμη σε γνωρίσω• κι αφτό κάτι θα πη. Για σένα δουλέβουμε όλοι• για σένα έφκολα χαρίζω τη ζωή μου. Κάπου κάπου λοιπό να με θυμάσαι δίχως κάκια, να θυμάσαι και να συχωρνάς τον καημένο σου τον πρόδρομο, — τον Πτωχοπρόδρομό σου.

Η'.

Πόλη και πολίτες.

Ό τι κι αν είπα, ό τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν έφτειαξα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρια, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περιπάτους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω• κάλλια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνα που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν τόπαθα ποτές. Και μη νομίζετε που είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουν οι ταξιδιώτες και βγάζουν κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουν πια τι να πουν, και τάχατις σας γράφουν καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουν. Όχι! άλλα είταν τα δικά μου τα βάσανα. Θα σας το μαρτυρήσουν όσοι με γνώρισαν τότες, όσοι με τα μάτια τους είδαν το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμμένος• είχα χλωμιάσει, ασπρίσει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τάφταιγε η φοβερή αγρυπνιά κείνης της νυχτός.

Του κάκου, πέφτοντας στο κρεββάτι, προσπάθησα να κοιμηθώ. Ώςπου να χαράξη δεν μπόρεσα μάτι να σφαλήξω. Έννοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα που σήκωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαρειά. Κόφτουνταν η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περεχούσε, το στομάχι μου σα θάλασσα πετιούνταν απάνω και κάτω, και κόντεβε ναγγίξη τη ράχη μου• το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, όλη τη νύχτα, και πήγα να βγάλω τάντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω• κείτουμουν κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.

Το πρωί έφεραν το γιατρό κι άδικα τον έφεραν. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτις να με κάμη. Είπε που είχα λίγη ζάλη, που είμουν κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να με το ξηγήση ο γιατρός, έννοιωσα μέσα μου τι γίνουνταν, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδαν τα μάτια μου Τουρκιά. Κάθουνταν οι μιναρέδες στην ψυχή μου• αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα με πλάκωναν το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου είταν ανεβασμένη ψηλά απάνω στον Κουλά. Μ’ έτρωγε το σηκώτι, το αίμα μου με ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! μ' έσκαναν τη χολή. Τα παλάτια, τα τζαμιά, τους τουρμπέδες να μην τους διώ! Το αίμα μου βράζει• τετρακόσιω χρονώ μίσος με πνίγει την καρδιά! Δόστε με, φέρτε με ο τι κι αν είναι, ό τι κι αν τύχη• κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διώ, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθή, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυριστώ, δε θέλω να ξέρω πού είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω νακούσω…

Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους προσώπατα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος• — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — « Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — « Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα.» — « Έλα, να σε τραττάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ! διέστε τον που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ' άρεζε να τακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτις! Μπορεί μέσα τους νάβραζαν οι καρδιές• βέβαια όμως δεν τόδειχταν. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτις, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει που το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώννει σιγά σιγά τα πάθια και τους θυμούς ο γλυκός αγέρας τουρανού και τα κάμνει όλα γαλήνη.

Οι πολίτες έχουν άλλο σύστημα. Οι πολίτες ζουν, όσο μπορούν, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουν — ή μ' άλλα λόγια να τον κάμουν του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατώρθωναν το πράμα• μα να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανακατώνεται σήμερα κ' η Εβρώπη στις δουλειές και θέλει και κείνη να πη το λόγο της. Τι να κάμουν οι δυστυχισμένοι μας οι Γραικοί; Τι να κάμη κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα με πήτε• — « Αγοράζει». Ναι! τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουν οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουν κι αγοράσουν τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίση κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πη λέξη. Αλλά λογαριάστε που μπορούσε κι όλας να μην απομείνη Γραικός ζωντανός.

Έτσι φαίνεται το κατάλαβαν οι πολίτες, και φαίνεται που το κατάλαβαν περίφημα, γιατί ποτές τους δε σάλεψαν. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μετά σας και δε μ' αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι που τα μισά σας τα κακά δεν τάβγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πήτε που σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνη; δικός σας είμουν και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θέλησαν• έτσι τόκαμαν• έτσι το σήκωνε το αίμα τους. Φιλονεικίες, μικρολογίες και θεολογίες, όσο θέλετε• φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ως τόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουν ταπείνωση πιώτερο απ’ ό τι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνηση τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, κατώρθωσαν ο Τούρκος να τους ακούη, να τους σέβεται, κάποτες κι όλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βάσταξαν τον ελληνισμό. Κάτι έπαθαν, κάτι είδαν και κείνοι στο μεγάλο το Σηκωμό• εδώ κόρωσε η φωτιά• η σπίθα είταν κρυμμένη σ' όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε για να μη σβύση.

Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέση ο αφέντης του. Ξέρει που ο Γραικός, και μόνο ο Γραικός, πάντα στον τόπο θα μείνη και που ποτές από την Πόλη του δε θα το κουνήση. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη μου, μ' έλεγε ένας γέρος καϊχτσής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακίστηκαν οι Τούρκοι.» — « Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιώτερο θα τσακιστούν• καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διής, που θα τους πετάξουν κι όλας στη θάλασσα. Μα τι κατάλαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουν εσένα — μήτε μένα. Θα σ' έρθη άλλος νοικοκύρης.» — « Παραφέντη μου, μη σε μέλη• θα τσακιστή κι αφτός!»

Ότι έχουν όλοι μέσα τους μ' έλεγε ο καλός μου ο καϊχτσής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέπεις και σιγά σιγά κάμνουν τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι• έχουν τη μεγαλήτερη δύναμη του κόσμου, τον παρά. Καλλιεργούν και τα γράμματα• μαθαίνουν κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά• χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουν πως τα ξέρουν. Αγαπούν τη μάθηση• χτίζουν ένα σωρό σκολειά• τα θέλουν πλούσια και καλά. Ξοδέβουν παράδες αμέτρητους για να χτίσουν τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλη να δώση και κείνος.

Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθνίσκουν. Κάπου κάπου σε λεν• — « Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή « τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λεν αλλού, και θα τα λεν ακόμη χρόνια. Και σ' αφτό έχουν άδικο οι καλοί μας οι πολίτες και κακά το λεν. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, αλλά τον ξολοθρέφει• κόντεψε και τον έφαγε όλονα. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό• δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία• αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κ' οι πολίτες κάθουνται και διαβάζουν κ' έχουν αποπάνω τους τον Τούρκο. Όποιος μάθη γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση είταν αγράμματος ο κόσμος, μα είταν αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί είταν οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιώτερα ο Γραικός, σκούριασε το σπαθί• η πέννα βασιλέβει.

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε νάχη ακουστά ο στρατιώτης που μια φορά κ' έναν καιρό είταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, που είταν έθνος λέφτερο, που τόλεγαν Ελλάδα, που οι Έλληνες δα αφτοί είταν προγόνοι μας και που κατάντησαν τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε μπρος, πήγαμε πίσω. Ας έχη γεια ο Αλέξαντρος, ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα άρματα και καλό στρατό» έλεγαν πως είπε μια μέρα « έπειτα βλέπουμε για πανεπιστήμια και μάθηση.»

Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγαν του κάκου, κι αντίς να σπάσουν κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουν τι θα πη σκλαβιά, μέσα τους θα τόχουν καημό. Ένα χοντρό σίδερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διώ, χωρίς να δακρίσουν τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώση… Ας ταφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούν και πέρασε η ώρα. Ας πάρουν άλλοι την Πόλη! Ας την έχουν, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που τόλεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θέμου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθή. Ας μας γλυτώσουν άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμη. Τότες βλέπουμε τι ζυγαριά θα πάρη, για να μη σπάσουν τη ζυγαριά από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τάλλο η Κωσταντινούπολη.

Οι πολίτες δεν την πολυθέλουν τούτη τη ζυγαριά. Και γω δεν την ήθελα, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακήσια• — « Ας τη βαστούν οι Τούρκοι την Πόλη, ώςπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώση το χέρι, πρέπει να δίνη όλο γροθιές• άμα φορέση γάντι, μουδιάζει. Αμέ σ' αφτό το διάστημα οι Ρούσσοι τι θα κάμουν; Εκείνοι δε θα δυναμώσουν; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουν, που μήτε πιστολιά ξέρουνε να τραβήξουν; Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι το πιστέβουν και για τούτο ζουν ήσυχα με το φονιά τους.

Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος τούτος να φύγη, που με χαλνά το κέφι και δε μ' αφίνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψη• μόνο να καταστραφή! Πρώτα είχαν και το μεγαλείο τους• τώρα κατάντησαν καραγκιόζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πάτησαν τούτο το χώμα, έφεραν την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει• σφάζει και στέκεται• πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του εχτρός• δεν τον αφίνει να πάη μπρος και του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Γραικό που δεν το νοιώθει!

Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτις να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίση πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήση τον κόσμο. Από πού ξέσπασαν, από πού μας ήρθαν τούτοι οι βάρβαροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νίκησαν και νικήθηκαν οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας έκαμαν, έδειξαν τι λίγο μυαλό που είχαν. Παντού στην ιστορία βλέπουμε και διαβάζουμε που ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρη έναν τόπο, παρά να τον πιάση καλά• γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του εντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπόρεσαν ποτές τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ' όλους. Δε συντρόφιασε με κανέναν και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένα κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που είταν εκείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε μήτε γάτα.

Τέτοια συλλογιούμουν κ’ έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμούμουν τη Σύρα που είχα κατεβή δυο μέρες πρι να φτάξω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα με φαρμάκεψε την ατμόσφαιρα της Πόλης και με χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη με φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώμα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σε πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ουρανός γλυκογελά• η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ναξίζη τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι• όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.

Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ' όσους είταν πριν, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι• γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι• δεν έβλεπα το πρόσωπό του. Ένας Γραικός, από πάνω του, στέκουνταν όρθιος κ' έσπρωχτε το ποδάρι στου Τούρκου τη μύτη. Με φάνηκε μια στιγμή που ο Τούρκος προσκυνούσε το Γραικό. Ύστερα κατάλαβα• ο Τούρκος είχε γίνη λούστρατζης! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνα τον Τούρκο κόντεψαν οι Συριανοί να τον πνίξουν. Ή πρέπει ο Τούρκος να πατή ταλλουνού το κεφάλι ή πόδι να φιλή. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, που φιλούσε πόδι.

Θ'.

Cabinet de lecture.

Όπου κι αν πάη κανείς, σ' ό τι μέρος κι αν κατασταλάξη, είναι φρόνιμο και σωστό να βολέβεται με το καθετίς. Καλά κάμνει να ζη σαν που συνηθίζουν και ζουν όσοι ζούνε στον τόπο που βρίσκεται — να φάη το φαγί τους, να στρώση το κρεββάτι του σαν που το στρώννουν και να ρουχαλίζη με τον ίδιο κρότο. Πρέπει να πίνη τα κρασί τους, νάχη τη μάθησή τους (αν μπορεί!), να διαβάζη τις φημερίδες τους και να του φαίνουνται καλογραμμένες. Τόσο καιρό που είχα κάμει στη θάλασσα, δεν ήξερα πια τι γίνουνταν ο κόσμος. Θέλησα λοιπό να μάθω και γω τι τρέχει, να διώ τουλάχιστο κανένα γραικικό φύλλο.

Την άλλη μέρα, με πήγε ο πατέρας μου στη λέσκη που συνηθίζει και πηγαίνει. Τραβήξαμε στο Σταβροδρόμι (είναι το σπίτι μας στο Γαλατά), μπήκαμε στα κλούμπι (οι κυρίες κάπου κάπου το λεν και_κλουβί_ για τους άντρες), ανεβήκαμε ένα πάτωμα και βρεθήκαμε στην « αίθουσαν της αναγνώσεως.» (Έτσι, νομίζω, θα πη το cabinet de lecture ένας προκομμένος που ξέρει και σέβεται τη γλώσσα του• να μιλούσαμε γραικικά, ίσως είταν τρόπος να το πούμε κι αναγνωστήρι ή μάλιστα καλήτερα διαβαστήρι, που το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, μα τι να γίνη;…) Το διαβαστήρι που κάτσαμε είτανε μια μεγάλη κάμαρα, μακρουλή και στενούτσικη• είχε στη μέση της ένα τραπέζι, με πράσινη τσόχα στρωμένο, που πήγαινε από τη μια άκρη της κάμαρας στην άλλη. Κάτι παράθυρα, ψηλά ίσια με το ταβάνι, τρυπούσαν τους τοίχους• άσπροι μπερντέδες κρεμασμένοι μισοσκέπαζαν τα τζάμια. Τα παραθυρόφυλλα δεν είταν όλους διόλου σφαλισμένα κ’ είχανε στη μέση μια χαραμάδα από πάνω ίσα με κάτω. Γύρω γύρω στο τραπέζι είταν αραδιασμένες μια μια οι φημερίδες, με το ξύλο που βαστά την καθεμιά — έτοιμες για να τις πιάσης στο χέρι και να διαβάσης.

Έτυχε κείνη τη βραδιά να μην είναι στο διαβαστήρι ψυχή. Όλοι οι πολίτες βρίσκουνταν όξω στο Κατάστενο ή στα Νησιά• είτανε μεγάλη μοναξιά• μόνο ο πατέρας μου και γω. Σε κάθε γωνιά, οι δούλοι με τις άσπρες ποδιές και το κοντόμαβρο σουρτουκάκι κάθουνταν απάνω σ' ένα σκαμνάκι κ' έσκυφταν το κεφάλι από τη νύστα. Ο καιρός όξω είταν ωραίος, — μια βραδιά μοναδική, ένας καιρός μαλακός, όλος γλύκα, που σα βελούδο σε χαδέβει το πρόσωπο. Τέτοιο καιρό δε θα διής παρά στην Πόλη. Φυσούσε αγεράκι σιγαλό, σαν πνοή λουλουδιών. Από των παραθυριών τη χαραμάδα έβλεπες πέρα πέρα σαν έναν ασημένιο λεκέ που άσπριζε κάκω κάτω. Είταν το Κατάστενο που γυάλιζε με το φεγγάρι. Χαίρουμουν την τόση ησυχία. Δεν άκουγες φωνή. Είτανε μια από κείνες τις καλοκαιρνές βραδιές που σε κάμνουν την ψυχή να μοιάζη γαλήνη. Όλο σου το κορμί σε φαίνεται που μαλακώνει, που γίνεσαι γάλα. Θαρρείς που βρίσκεσαι σε κούνια, που ταγέρι σε γλυκονανουρίζει και φυσά. Η ατμόσφαιρα και κείνη σα να νυστάζη• λίγο λίγο λες που σταλάζει ύπνο• όσο κείτουμουν έτσι, βαθιά χωμένος στην πολτρόνα μου μέσα, μ' έρχουνταν πως είμουνα στην παράδεισο. Είναι η ώρα καλή για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζης — να βλέπης ονείρατα, μισό ξυπνητός μισό κοιμισμένος — κ' η φαντασία σου να παίρνη δρόμο.

Σε κομμάτι, ο πατέρας αποκοιμήθηκε. Στρώθηκα με την ησυχία μου στην πολτρόνα μου, κ’ έπιασα μια γαζέττα. Με περεχούσε χαρά που τέλος πάντα πήγαινα να διαβάσω καλά ελληνικά, ύστερα από τόσες φράγκικες φημερίδες που είμουν αναγκασμένος να διαβάζω κάθε μέρα στο Παρίσι. Τώρα που το γράφω, θυμούμαι πολύ καλά που, άμα άπλωσα το χέρι στο τραπέζι κι άγγιξα το πρώτο φύλλο που ήθελα να πάρω, στην ίδια στιγμή άκουσα να τρίζη κατιτίς — σα να γίνουνταν κάπου μακριά καμιά ταραχή, κανένας κρότος. Έτσι τουλάχιστο με φάνηκε. Μα δεν πρόσεξα πολύ. Νόμισα που είταν το τσαλάκωμα του χαρτιού και το ξέχασα.

Δε συλλογιούμουν παρά την καλή μου τύχη. Κάτι θα πη να γεννηθής Γραικός• σ' αξιώνει ο Θεός και βλέπεις στον αιώνα που ζης τη γλώσσα που μιλούσες, είναι τώρα δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούν οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. Η μόνη διαφορά είναι που τότες στάμπες δεν είταν και που σήμερα τυπώνεται κι όλας. Όμως τόσο δεν άλλαξε! Πάρε ένα βιβλίο να το καταλάβης. Θα διής το ίδιο τυπικό• ένα ν δε λείπει• πάντα βάζουν το ν όπου πρέπει. Κύρια και κοινά ονόματα κλίνουνται σαν και πριν• τα ρήματα έχουν τις ίδιες συζυγίες. Κι αφτό είναι ίσια ίσια που μας δίνει τόση εβγένεια, που μας υψώνει το νου και μας ξανοίγει τις ιδέες. Κολακέβουνταν και μένα το φιλότιμό μου με το παραπάνω• και ποιος δε θέλει να μοιάζη τον Περικλή; Ήξερα μάλιστα που οι φημερίδες το βαστούν πολύ ψηλά. Πρόσμενα να διαβάσω του Ξενοφώντα ή τουλάχιστο του Πλούταρχου τη γλώσσα. Αφτή η ελπίδα μ' έκαμνε να τρέμω. Έπαιρνα τις φημερίδες μια μια• μόνο να τις βλέπω μπροστά μου, μ' άνοιγε την όρεξη. Είμουνα σαν τον άθρωπο που πάει να βάλη στο στόμα του κανένα νόστιμο φαγάκι, που το χαίρεται, και μόλις τολμά ναρχινίση.

Άρχισα τέλος να διαβάζω. Μα διές τι παράξενο πράμα! δεν ξέρω να πω πώς τόπαθα κι αν είταν από το ταξίδι ή από τη νύστα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τα γαλλικά μου• δε μ' έβγαιναν από το νου. Άμα διάβαζα μια λέξη γραμμένη ελληνικά, νόμιζα στην ίδια στιγμή που τη διάβαζα γαλλικά• ο τύπος είταν ελληνικός, γαλλικά τα λόγια, το νόημα γαλλικό. Μ' έρχουνταν όλα σα φράγκικα. Τι δυσάρεστη δουλειά! Θύμωνα μέσα μου κι ανυπομονούσα• αδύνατο, όπως κι αν τόπιανα, να μη θυμηθώ τα γαλλικά μου• σα φάντασμα, σαν πεισματάρικο δαιμόνιο με κυνηγούσαν. Έλεγα• — « Μετάφραση βλέπω, ή τόντις τη γλώσσα μου διαβάζω; Φταίω γω ή φταιν οι φημερίδες;» Τρομερό ζήτημα! δεν τολμούσα, δεν μπορούσα να το λύσω! Όσο προχωρούσα, τόσο μ' έπιανε πλήξη• χωρίς να το θέλω, χωρίς να το κάμω πίτηδες, τα μάτια μου ξεσκέπαζαν από κάτω από τα γραικικά γράμματα φράση γαλλική, ξένη γλώσσα! Έμοιαζε σα να είταν τα γαλλικά φωλεμένα μέσα στο χαρτί.

Θα σ' έτυχε κάποτες να πάρης ψιλό χαρτί, να το βάλης απάνω σε καμιά ζουγραφιά ή σε κανένα γράμμα, για να σηκώσης του γραμμάτου το γράψιμο ή τα χαρακώματα και την κάθε γραμμή της ζουγραφιάς, απαράλλαχτα όπως είναι. Τεντώνεις το χαρτί, το βαστάς δυνατά με το δάχτυλο για να μη φύγη, πιάνεις μια πέννα και γράφεις. Όσο γράφεις, κάθε γραμμή που κάμνει το κοντύλι σου, σκεπάζει την παλιά γραμμή. Φτάνει όμως λίγο να γλυστρήση το χαρτί και φαίνεται. Και να μη γλυστρήση, πάντα κάτι θα φανή. Ταντίγραφο που παίρνουμε δε θα κρύψη ποτές όλους διόλου τα πρώτα τα ψηφιά ή τη ζουγραφιά• ή πιο ψιλό θα βγη το χαράκωμα το δικό μας ή πιο χοντρό. Να προσέξη κανείς, θα τα διή και τα δυο μαζί, το ένα απάνω στάλλο. Έτσι το πάθαινα και γω• κατάντησα να τα βλέπω όλα διπλά. Αν απαντούσα, ας πούμε, τη φράση «ελάμβανε τον κόπον», την ίδια ώρα θυμούμουν και το «Il prenait la peine». Αφτό το «Il prenait la peine» ξετρύπωνε ξαφνικά από κάτω από τα ελληνικά που προσπαθούσα να διαβάσω. Αν είναι τρόπος να σας το παραστήσω με τον τύπο, είταν απάνω κάτω να διάβαζα σαν που σας το γράφω τώρα•

έ Ι λ L ά Ρ μ R β E α Ν ν Α ε Ι τ Τ ό L ν Α

κ Ρ ό Ε π Ι ο Ν ν Ε.

Στην ίδια γραμμή έβλεπα δυο ψηφιά και πάντοτες τα γαλλικά ξεπερνούσαν τα γραικικά, με τρόπο που φαίνουνταν και καλήτερα. Κάμποσες φράσες διάβασα έτσι, φράγκικα όλο μαζί και γραικικά• σας τις σημειώνω κοντά κοντά τη μια στην άλλη•

Αι δυνάμεις προτίθενται να ακο- Les puissances se proposent λουθήσωσιν το επόμενον πρόγραμ- de suivre le programme sui- μα προς λύσιν του βουλγαρικού vant pour la solution de la ζητήματος. question bulgare. Αι διακοπείσαι σχέσεις θα επα- Les relations interrompues ναληφθώσι. vont être reprises. Συγκέντρωσεν εις εαυτόν άπα- Il a concerte sur lui l’atten- σαν την προσοχήν των ευρωπαϊ- tion de tous les gouverne- κών κυβερνήσεων. ments de l’Europe. Εν δεδομένη τινί στιγμή. Dans un moment donne. Την ιδίαν αυτών ατομικότητα. Leur propre individualité. Επιλόγησαν επί της διαφοράς του Ils ont compte sur la diffé- χαρακτήρος. rence de caractère. Αναλόγως των περιστάσεων. Suivant les circonstances. Τάσις της εθνικότητος. Tendance de la nationalité. Παρασκευάζει υπόμνημα. Il prépare un mémoire. Αι πανταχόθεν διαδιδαζόμεναι Les nouvelles qu’on nous ειδήσεις. transmet de toutes parts. Η λύσις εγγίζει. La solution approche. Σπουδαίον διάβημα προς λύσιν On fit un pad décisif vers la των περιπλοκών. solution des difficultés. Η συνεννόησις των δυνάμεων. L’ entente des puissances. Δεν έχουσιν διάθεσιν. Ils ne sont pas disposés. Να αποθέση το καταπληκτικόν (Δε μεταφράζεται σε καμιά γλώσ- ηθικόν κύρος της ροπαλοφορικής σα — μήτε στην καθαρέβουσα) ετυμηγορίας. Άλλοι εισέρχονται εις αναλυτι- D’autres entrent dans de plus κωτέρας πληροφορίας. amples détails. Εξανίσταται κατά των τοιούτων il s' élève contre ces inju- προσβλητικών μομφών. rieuses accusations. Ελάμβανε τον κόπον. Il prenait la peine. Ενσάρκωσις της ιδέας οριστι- Incarnation de l'idée d'une κής λύσεως του βουλγαρικού ζη- solution définitive de la que- τήματος. stion bulgare. Πολιτική ατμόσφαιρα πεπληρω- Atmosphère politique char- μένη ηλεκτρισμού. gée d'électricité. Αποτέλεσμα του συντάγματος. Résultat de la constitution. Αληθές στήριγμα του νέου ηγε- Véritable appui du nouveau μόνος. souverain. Μη μεμολυσμένος υπό φιλελευ- Point corrompu par les théo- θέρων θεωριών. ries du libéralisme. Υπό συνταγματικήν σχολήν δια- Élevé dans l'école du insti- παιδαγωγηθείς. tutionnalisme. Δύνανται να παρουσιασθώσι γε- Il peut se présenter des faits γονότα υποχρεούντα… nous obligeant a… Ρήξις διπλωματικών σχέσεων. Rupture de relations diplo- matiques. Αι απειλαί βαίνουσιν έτι περαι- Les menaces vont encore plus τέρω. loin. Δύναται να υπολογήση τας συν- Il peut supputer les consé- επείας. quences. Επαρκώς απέδειξεν. Il a suffisamment démontré. Θίγει χορδήν ευαίσθητον. Il touche a une corde sensible. Να παράσχη διασαφήσεις. Fournir des explications. …όπερ δέν θα ήτο ιπποτικόν. …ce qui ne serait pas che- valeresque.

Αντίς γαλλικά και γραικικά, με φαίνουνταν πάλε κάποτες πως διάβαζα ελληνικά και γερμανικά, σαν που το βάζω τώρα•

Θεωρούμεν όχι ανάξιον του κό- Wir betrachten es nicht der που να ερευνήσωμεν εις τι έγ- Muhe unwerth zu untersu- κεινται αυταί αι δικαιολογίαι. chen, worin diese Rechtfer- tigungen liegen. Να ασκή σοβαρόν έλεγχον. Ernsten Tadel zu üben.

Κάποτες πάλε δεν έφταναν τα γερμανικά ή τα γαλλικά, ξεχωριστά τό καθένα• τάβλεπα μισό γερμανικά μισά γαλλικά, μέσα στα ελληνικά, σα να είχε στο νου του ο συντάκτης, όταν έγραφε, και τις δυο γλώσσες•

Αρμονίαν θελήσεως παρ' αυταίς Übereinstimmung des Wil- ταις μεγάλαις δυνάμεσιν. lens selbst bei den grandes puissances. Κέκτηται όλην την μόρφωσιν και Il possède toute la Bildung την παίδευσιν ευ ηγμένου Ευρω- et toute l'instruction d'un παίου. wohl erzogenen Européen.

Κρίμας που δεν έμαθα παιδί ταγγλικά! Είχα πάρει για τη δυστυχία μου μια δασκάλισσα, όταν είμουν πια παλληκάρι, κι αντίς να με σπουδάξη, μ' έμαθε… κάλλια να μη σας το πω. Τώρα το μετάνιωνα. Θα με ξέφυγαν πολλά απ' όσα διάβαζα, που μόνο ταγγλικά θα με τα ξηγούσαν. Τι καλά είταν τουλάχιστο που ήξερα γαλλικά και γερμανικά! Α δεν τα ήξερα, δε θα μπορούσα να καταλάβω λέξη απ' όσα έγραφαν οι φημερίδες. Νόημα δε θα μπορούσα να βγάλω και του κάκου θάσπαγα το κεφάλι μου. Άμα τάβαζα στο γαλλικό, αμέσως έβλεπα τι θα πη. Είχα διαβάσει τη φράση• — «Δεν ηδύνατο να αρθρώση λέξιν.» Τι μπορούσε να σημαίνη τέτοιο πράμα; Γύρεβα, σκάλιζα στην αρχαία• αδύνατο νά βρω τίποτις που να μοιάζη. Βέβαια που ο Ξενοφώντας, αν είταν ποτές να « αρθρώση λέξιν», θάμνισκε βουβός όλη του τη ζωή. Την ίδια δυσκολία είχα και με κάτι άλλες φράσες• — « Εν δεδομένη τινί στιγμή». Ποιος, έλεγα μέσα μου, να δώση τούτη τη στιγμή και ποιος να την πάρη; Ή και• — « Η λύσις εγγίζει». Άγγιξε, συλλογιούμουν, κανέναν και τον πείραξε; Του κάκου θυμούμουν τους αρχαίους πεζογράφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Θουκυδίδη! Δεν έβγαινε τίποτις. Αφτό το «εγγίζει» με βασάνιζε, και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήθελε να πη «πλησιάζω». Αν έγραφε την αρχαία, έλεγα, θα τόβαζε « εγγύς» ή « πέλας ημίν εστί», κι αν τόγραφε στη γλώσσα μας, έπρεπε να πη « κοντέβει•». Άμα ξεχνούσα την αρχαία και τη νέα, με τη γαλλική μετάφραση καταντούσε το νόημα πολύ έφκολο• «Il ne pouvait articuler une parole». — «Dans un moment donné». — «La solution approche». — Είναι κάτι συνηθισμένα και κακορίζικα γαλλικά, που ακούω στο Παρίσι κάθε μέρα. Τα λέει κανείς, άμα δεν ξέρει τι να πη.

Κατάλαβα τότες που έπρεπε να διαβάζω ανάποδα• αντίς πρώτα να τα διαβάζω γραικικά, είταν πολύ πιο σωστό να τα λέω μέσα μου γαλλικά κ' έπειτα να κοιτάζω τα τυπωμένα γράμματα. Και χωρίς να το θέλω, τόντις έτσι τόπαθα. Τώρα τάβλεπα πρώτα πρώτα όλα φράγκικα, σα να είταν τα φράγκικα πρωτότυπα•

N' est soumis à aucune res- Εις ουδένα υπόκειται περιορι- triction. σμόν. A première vue. Εκ πρώτης απόψεως. Il s' est vu forcé. Είδεν εαυτόν ηναγκασμένον. L' usage éclaire et opportun Η πεφωτισμένη και επίκαιρος de ce droit. χρήσις του δικαιώματος τούτου. L'opinion publique s'est éle- Η κοινή γνώμη δια διαδηλώσεων vée contre ce vote par ses εξηγέρθη κατά της ψηφοφορίας manifestations. ταύτης. Il se trouvait dans son droit. Ευρίσκετο εν τω δικαίω αυτού. L'opinion publique qui se Η κοινή γνώμη ήτις μορφούται forme d'après la pleine cons- εκ της πλήρους συναισθήσεως της cience de la force, des be- δυνάμεως, των αναγκών και της soins et de la situation géné- εν γένει καταστάσεως του λαού rale du peuple et de la nation. και του έθνους. Il a soulevé l'indignation u- Εξήγειρε την γενικήν αγανάκτη- niverselle. σιν. Cette question touche sérieu- Το ζήτημα τούτο σπουδαίως θί- sement aux intérêts généraux γει τά τε εθνικά και ιδιωτικά συμ- et privés de la nation. φέροντα του λαού. L'opinion publique qui s'est Η ζωηρώς εκδηλωθείσα κοινή vivement manifestée. γνώμη. Ces mesures devaient être Τα μέτρα ταύτα έδει να λη- prises. φθώσι. Cela dépasse vraiment toutes Υπερβαίνει αληθώς του επιτρε- les bornes! πομένου τα όρια! Le phénomène caractéristi- Το φαινόμενον το οποίον χαρα- que. κτηρίζει. Il les a tous surpassés par son Υπερέβη πάντας κατά την αθλι- ignominie! ότητα! Elle a donné la dernière im- Η δούσα την τελευταίαν γεν- pulsion généreuse. ναίαν ώθησιν. Le 16 Mai. Η 7η Απριλίου. La nuit des temps et la pous- Ο ζόφος των αιώνων και ο κο- sière des bibliothèques. νιορτός τών βιβλιοθηκών. Il a eu le courage d'exposer. Έσχε το θάρρος να εκθέση. Il est en situation. Είνε εις θέσιν. Vous arriverez à la même Θα φθάσητε εις το αυτό συμπέ- conclusion. ρασμα. De ceux qui ont la meilleure Την βελτίστην προς μάθησιν θέ- volonté d'apprendre. λησιν εχόντων.

Στο τέλος είταν κι αφτός ο λόγος που με φάνηκε πολύ σωστός•

Nous apprécions la connais- Εκτιμώμεν και την γνώσιν της sance de la langue grecque ελληνίδoς φωνής εν η και ως ποι- où il excella comme poète: ητής διέπρεψε• θεωρούμεν δε τού- c'est là une qualité des plus το σπουδαιότατον προσόν, διότι sérieuses, car on peut com- εν δακτύλοις μετρούνται οι παρ' pter sur les doigts dans notre ημίν τοιούτοι. pays les personnes qui sa- vent le grec. …………………………..

Εκείνος ο κρότος που είχα ακούσει στην αρχή, όταν πήρα να διαβάσω τις φημερίδες, να που μεγάλωνε τώρα και γίνουνταν πιο δυνατός. Τρόμαξα μια στιγμή, γιατί στη μοναξιά αγριέβεται κανείς νακούη ταραχή και να μην ξέρη από πού είναι. Όμως και πάλε δεν πολυπρόσεξα. Είταν ο νους μου σε κείνα που είχα διαβασμένα. Χαίρουμουν που τα καταλάβαινα• μάλιστα κολακέβουμουν που είχα βρει με τι τρόπο έπρεπε να τα καταλάβω. Όταν κανείς μελετήση χρόνια κανένα φιλοσοφικό σύστημα, κ' ύστερα από πολλούς κόπους και κάμποση σπουδή, τέλος μπη στο νόημα, ξανοίγει ο νους του. Έτσι και γω περηφανέβουμουν που μοναχός μου είχα σταθή άξιος να μαντέψω τη μεγάλη σοφία που φώτιζε τα γραικικά μας φύλλα. Ναι! τώρα για πρώτη φορά, έννοιωσα τι σύστημα έχουν οι φημεριδογράφοι μας και με φάνηκε το σύστημά τους χρήσιμο κι απλό. «Ξέχασε τα ελληνικά σου, ταρχαία και τα νέα• κοίταξε μόνο να προσέχης το τυπικό ταρχαίο. Άμα έμαθες που η ονομαστική μούσα έχει γενική μούσης κι όχι μούσας, που ο ενεστώτας ακούω κάμνει αόριστο ήκουσα και παρακείμενο ακήκοα, παίρνεις αμέσως ξένες φημερίδες• τις μεταφράζεις μάνη μάνη. Έτσι ξεβγενίζεις τη γλώσσα. Δεν πειράζει να γράφης φράγκικα, φτάνει να τα τυπώνης γραικικά. Με τέτοιο τρόπο, οι λέξες σου φαντάζουν ελληνικές• μέσα είσαι όλος φράγκος. Το τυπικό, μην ταμελήσης στη ζωή σου. Τα χάλασες όλα, α δεν πρόσεξες το τυπικό!»

Και μη νομίζετε που στα μπόσικα τόπιασαν οι δικοί μας μ' αφτό τον τρόπο. Οι φημεριδογράφοι μας κουτοί δεν είναι• είναι μάλιστα φοβεροί διπλωμάτες. Γράφοντας γερμανικά, γαλλικά κι αγγλικά καλοπιάνουν την Εβρώπη• άμα διή η Εβρώπη που ξέρουμε και γράφουμε τη γλώσσα της, δεν μπορεί παρά να μας αγαπήση. Έτσι καμιά μέρα θα μας δώση και την Πόλη. Για να μην κακοφανή τάχατις την Εβρώπη, που μας βλέπει ναποφέβγουμε σαν την ψώρα τις ξένες λέξες και να λέμε που η γλώσσα μας και το έθνος μαζί ξεπέφτουν άμα πούμε πόρτα αντίς θύρα, κατωρθώσαμε τουλάχιστο, οι λέξες να μοιάζουν ελληνικές, το ύφος και το νόημα να είναι φράγκικα.

Έτσι, μιλώντας φράγκικα, μιλούμε την αρχαία. Και τι θέλει, τι γυρέβει όλο το έθνος; Ο καθένας «βαθμηδόν» να μοιάξη τον Περικλή. Θα το κατορθώσουμε λαμπρά με τις φημερίδες. Θαναγκαστή μάλιστα καμιά μέρα η Εβρώπη να το πιστέψη. Χαίρουμουν πολύ για την ιδέα. Μ' άρεζαν κι όλας όσα διάβαζα• τι φρονήματα γενναία, τι μεγάλοι λογισμοί! Κάπου κάπου έγραφαν και για τους Βουργάρους που είναι παιδιά, για τους Σλάβους που είναι σωρό βάρβαροι, για τους Έλληνες που είναι Έλληνες, για τη γλώσσα την αρχαία, που έρχουνται πίτηδες ξένοι σε μας να τη μάθουν. Κάπου μάλιστα χτύπησε το μάτι μου κι αφτή τη φράση που με κολάκεψε πολύ• «Αι από των ευκλεών προγόνων μας κληρονομηθείσαι πολιτικαί αρεταί.»…

Όσο καλά, φρόνιμα, σωστά κι αν είταν τα λόγια που διάβαζα, πρέπει να το μολογήσω, είχα λίγη ζάλη• είμουν κουρασμένος από τη ζέστη και το πολύ διάβασμα. Να το πούμε παστρικά, με πήρε ο ύπνος. Σαν ψιλό ψιλό συννεφάκι, σα λεφτούτσικη καταχνιά ξαπλώνουνταν ο ύπνος σιγά σιγά απάνω στα ματόφυλλά μου. Εκεί που πήγαινα να πιάσω άλλη μια φημερίδα, στάθηκε το χέρι μου κ' έγυρα το κεφάλι. Κοιμούμουν. Άμα που σφάληξα τα μάτια, τρόμαξα στον ύπνο μου μέσα. Άρχισα να τρέμω κι όμως όλο κοιμούμουν. Ο κρότος εκείνος ο προτινός μεγάλωνε μεγάλωνε κι ακούγουνταν πια τώρα σαν τη θάλασσα, όταν πάει φουρτούνα να ξεσπάση. Είδα τι έτρεχε. Κατάλαβα την ταραχή, από πού και γιατί είταν. Τόντις παράξενο πράμα θωρούσα!

Μπροστά μου έβλεπα ξαπλωμένο το χάρτη της Εβρώπης. Δεν είταν κανένας μικρός χάρτης, σαν τους γεωγραφικούς πίνακες που κρέμουνται στους τοίχους, μέσα στα σκολειά. Με φάνηκε μεγάλος σαν την Εβρώπη την ίδια. Είταν και κείνος χρωματισμένος σαν τους συνηθισμένους χάρτηδες. Ο κάθε τόπος είχε ξεχωριστό χρώμα και μπορούσες να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Είταν ο καθένας ζουγραφισμένος πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μαβιά, άσπρα, μουντά ή ανοιχτά. Απάνω στο χάρτη στέκουνταν οι Εβρωπαίοι, όλοι με την αράδα, ο Γάλλος στη Γαλλία, στη Γερμανία ο Γερμανός, ο Ιταλός στην Ιταλία• ο καθένας χωριστά στον τόπο του, κι ο κάθε λαός φορούσε ρούχα ή πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα, με το χρώμα που είχε στο χάρτη η κάθε χώρα. Όλο μαζί είταν παράξενο κ' έμοιαζε σαν αποκριάτικο.

Το περίεργο είταν που δεν έβλεπες μήτε σπίτι, μήτε δρόμο, μήτε τίποτις• φαίνουνταν οι αθρώποι μοναχά — κι ο χάρτης. Όλοι τους εμάς κοίταζαν• και τα δυο μάτια στην Ελλάδα! Δεν είταν όμως όρθιοι• μα δεν μπορούσα να πω που κάθουνταν κι όλας. Στέκουνταν εκεί σαν καμπούρηδες, με σκυφτή ράχη, με το κεφάλι ψηλά• κάθε άθρωπος — και τους ξεχώριζες έναν έναν — είχε τα δύο χέρια ακκουμπισμένα στα γόνατα, σα να βαστιούντανε για να μην πέση κατακέφαλα και κάμη κουτρουβάλα. Το πηγούνι του καθενός πήγαινε ναγγίξη τα ποδάρια του κ' η ράχη τους γίνουνταν καμάρα. Το στόμα τους είταν ανοιχτό, ολωνών, κ' έχασκε φοβερά — σαν τρύπα μάβρη. Έφερναν αηδία. Και γιατί, παρακαλώ, στέκουνταν έτσι; γιατί ξεκαρδίζουνταν από τα γέλοια. Κ' είταν ένα γέλοιο δυνατό, άνοστο, χάχικο, πληχτικό γέλοιο, ένα γέλοιο συχαμένο, που σ' έπιαναν τα νέβρα και σ' έρχουνταν απελπισία να τακούς. Έκοφτε σαν ξουράφι. Μιλλιούνια και μιλλιούνια αθρώποι γελούσαν κι' όλο γελούσαν και τελειωμό τογέλοιο τους δεν είχε. Αχ! αναθεματισμένοι Εβρωπαίοι, μούγγριζα μέσα μου, τι έχετε και γελάτε με τέτοιο τρόπο; Γιατί με ξεσκίζετε ταφτιά και με τρυπάτε την καρδιά σα με μια σούβλα; Κόντεβα να κλάψω από τη σκάση. Όλοι τους με κοίταζαν και κοίταζαν το τραπέζι που κάθουμουν και τις φημερίδες που διάβαζα. Είταν η Εβρώπη μαζωμένη• φαντάζεσαι λοιπό τι βοή, τι κρότο που τον έκαμνε το γέλοιο τόσων αθρώπων. Άξαφνα στάθηκαν και καθαρά καθαρά — σα να τους άκουγα και τώρα —, είπαν όλοι τους μαζί με μια φωνή που έμοιαζε να σφυρίζη.

« Απόγονοι του Περικλή, τούτα είναι τα γραικικά σας;! Μ' αφτά είναι που θα μας πιάσετε; Με την ψεφτοκαθαρέβουσα που μιλείτε, καλά την κουρελλιάσετε τη γλώσσα του Περικλή! Αλήθεια, καταντήσετε βάρβαροι, σαν που το λέτε κάποτες οι ίδιοι. Κάτω το κοντύλι. Πήρετε άσκημο δρόμο. Δεν έχει τόπο για σας μέσα στον πανάγιο, το σοβαρό ναό της εβρωπαϊκής επιστήμης.»

Και σαν ωκεανός φουρκισμένος, σα μάνητα τρικυμιάς, βροντούσε η φωνή τους κι όσα μέσα τους είχαν, τάβγαζαν όξω με μιας.

« Κάθεστε και μας λέτε που δεν ξέρουμε τη γλώσσα σας, που έχουμε κακή προφορά, που θα μας τα μάθετε όλα. Μας μάθετε μόνο να γελούμε. Φτάνουν οι κωμωδίες• θαρρείτε τάχατις πως γράφετε ελληνικά; Όχι, βέβαια. Για να το καταλάβετε, εμείς πρέπει να σας το πούμε. Φραγκέψετε! Μιλήστε γλώσσα δική σας, για να σας ακούση ο κόσμος.»

Καλό πράμα κανείς νάχη πομονή — μα ωσπού θα πάη; Εγώ να κατηγορώ τους δικούς μου, γίνεται• ίσως είναι και χρέος• αλλάζει η δουλειά, άμα τους κατηγορήσουν άλλοι. Αφτό δεν το σηκώνω. Όταν περγελώ τον εμαφτό μου, μ' αρέσει μόνος μου να γελώ. Κόρωσα λοιπά και γω τότες, ακούγοντας τέτοια λόγια. Έγινα μέσα μου όλος θυμός κι από την πλήξη πήγαινα να πνιγώ. Θέλησα να τους αποκριθώ, μα χάθηκε η φωνή μου. Τι, τι να τους πω; Τι απάντηση να τους δώσω, που είταν τα λόγια τους αλήθεια; Τουλάχιστο να μην τους βλέπω μπροστά μου, να μην τους ακούω πια τους Εβρωπαίους! Φεβγιό φεβγιό! Σηκώθηκα στη στιγμή και καταντροπιασμένος, ζεματισμένος γύρισα στο σπίτι.

Ι'.

Αρνί και λιοντάρι.

Είχα χρόνια να διώ τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνη. Είταν πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγα δε θα διήτε στη ζωή σας• τουλάχιστο τρεις πήχες ψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κόντεβαν τα ντουβάρια να γκρεμίσουν. Έπρεπε να σκύψη, ώςπου να γίνη μισός, για να περάση από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοίταζες και θυμούσουν τους στίχους του Ακρίτα•

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει, Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δένδρα.

Το χέρι του είτανε βράχος, κι άμα σ’ έπιανε το χέρι να στο σφίξη, κόντεβε να στο κάμη κομμάτια• είτανε για να σε δείξη φιλία. Ποιος δε φοβούνταν τη φωνή του; τόσο δυνατή δεν είταν άλλη φωνή• ήξερε ο κόσμος που μπορούσε νακουστή από το Ταξίμι, ίσια με το Κατάστενο, ίσια με τη Μάβρη θάλασσα, ίσια με τη Ρουσσία, — ίσια με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, είταν άξιος μοναχός του να ρίξη κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν άλλος Ακρίτας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητηκιά του• είταν κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν τον ήλιο. Τρέμει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγη• κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψώφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλοιο• « Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος είταν κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώση και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός — πρι να ξεσπάση, — στέκουνταν ήσυχος μια στιγμή, σαν καρφωμένος κατά γης• λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκαμνε• στραβοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν είταν άθρωπος, διάβολος δεν είταν που να μπορέση τότες να σηκώση την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας• είναι το μπαρούτι του Γραικού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Είταν αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σ' έλεγε λόγο να σε πειράξη. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Γραικός, λέει, είναι περήφανος και σωπαίνει. Το βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίση το ποτάμι. Μόνο χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό τι του έλεγες, νόμιζε πως είταν τάχατις να τον περιπαίξης, ή πως τάλεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πης. — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπίζουσουν κ' ήθελες να πνιγής — ή πως τόλεγες για να του δώσης να καταλάβη κατιτίς.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, είταν καλός να το ξεχάση. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός είταν το χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεββάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθή, αν η γριά μας η παραμάννα δεν κάθουνταν πλάγι του στην καρέγλα, να του λέη λόγια και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχαν οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και τόλεγαν πού και πού, να γελάσουν. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυφερή και μαλακή σαν μπαμπάκι• τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήση. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σωστός Γραικός — βέρος πολίτης. Μπορούσε να σηκώση τον κόσμο στο ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμη, μπορούσε πύργους να γκρεμίση και κάστρα να πάρη μοναχός του. Ως τόσο κάθουνταν ήσυχα και καλά στο ζεστό του το κρεββατάκι, — νακούη παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα έννοιωθε που είσουνα μαζί του και που κάποιος τόνε βαστούσε, μπορούσε να γίνη φωτιά, να ξεχάση και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι• δεν είταν πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ' αγγίξη, δεν έπρεπε κανείς να με πη λέξη• στραβοκοίταζε, άναφταν τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) —, μα ήξερε την αγάπη που τον είχα, καταλάβαινε που γύρεβα το καλό του, κ' έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο τίποτις δε φοβούμουν, όλα με φαίνουνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στέκουνταν πλάγι μου• ασκέρια δεν έτρεμα τότες• μπορούσα στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανίζουνταν τασκέρια, ωρμούσε σαν το θεριό κ' έκοφτε κεφάλια. Δεν άφινε ζωή. Είταν το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάη• τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρφια αγαπημένα. Τι γέλοια που τα πατούσαμε, τι κουβέντες που τις κάμναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύκτα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης έπρεπε να φάη το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ τα βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερεις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες• πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες• πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βοδινό, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σοτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, σηκώτια, λαδερά κ' εντράδες ένα σωρό• ορεχτικά, χαβιάρι, ραδίκια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη• λακέρδα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια• στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες• χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασούλια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελίσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια• φρούττα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπόνια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φριγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα• έντεκα οκάδες άλας και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θάλασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέδες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώη σα δράκος. Τα κατέβαζε όλα σαν ένα ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλοιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβίριζαν — είταν καμιά κατοσταριά, — έπεφταν κατά γης. Και δεν του χρειάζουνταν πολλά να γελάση. Έφτανε μια λέξη να του πης με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέη ξεκαρδίζουνταν. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψη. Για κάθε πράμα που έκαμνε και ρωτούσες γιατί τόκαμνε έτσι κι όχι αλλιώς, — ή για ένα τσιγάρο που άναφτε, ή για ένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλλο του, — σ' αποκρίνουνταν πάντοτες• — « Συνήθεια γαρ επεκράτησεν παρ' ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο• — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ' έκαμε να γνωρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες. Όσο μιλούσαν, εγώ τσίτωνα ταφτιά μου, για να μη με φύγη καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κ' η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τόννοιωσαν ακόμη οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να ταλλάξω.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings