← Table of contents
Το Ταξείδι μου

Front matter (continued 3)

Reading edition

Ελάτε δασκαλάκια στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αγέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξη κι ο νους κ' η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ' όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη•

Γράμματα είν' τα λόια σου τσαι το Πυργκί σχολειό μου, Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάω ωργκιό μου.

ΙΗ'.

Αγάπη.

Έλα μαζί μου στο βουνό• μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουν. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα σηκώνεται και τραβιέται, όπως τη σείρη το φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια μίλια μακριά και το περιγιάλι απομνίσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθή, περεχύνει στα γεμάτα τον έρημο τον άμμο• χαίρεται το διψασμένο το χώμα και τα παράλια ζωντανέβουν. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό• όσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.

Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου ψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα νοιώθεις δίχως να στα πουν. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γις• αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλοιο και χαρά ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση• με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πης του καθενός ένα λόγο. Όλο θέλεις αψηλά νάχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα άγαλμα χαριτωμένο.

Τι να σε πω που να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σ' αρέση; Σαν το πουλί που τραβά ίσια με τα σύνεφα και στέκεται στον αγέρα με τα φτερά ανοιχτά, ανεβαίνουν οι λογισμοί σου και τον ουρανό με ξεσκεπάζουν. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου με βάζει φτερά στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα πρέπει να κάμη κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σε δώσω που να το χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια προσπαθώ να διώ καμιά μέρα που κατάλαβες ώσπου μπόρεσε η αγάπη σου να με φέρη.

Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση. Δε γίνεται με μιας να χαθή τόσο κάλλος. Ποτές δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω που μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλήξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σα μια λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένεια σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεών το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; όταν τα σκεπάση αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κ' η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάση, άμα πια δεν τα διή; Αφού είδαν οι αθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουν που φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση• σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις ο κόσμος να φανή αχάριστος και να μη σε θυμηθή; Η μνήμη σου πρέπει να μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σε δώσω αθάνατη ζωή.

Ξέρω τι θα με πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εμαφτό σου. — « Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπων ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψης, φως μου, ποτές, που για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, που για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε μας φτάνουν τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ναγαπήσης, έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα με λες που μ' αγαπάς, με φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα στο νου μας που ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που με το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου που είναι απέραντη η αγάπη;»

Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά βάσανα που μας βασανίζουν. Όταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μάς ακουλουθεί και μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της ζωής, η μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάμνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εμαφτό μας. Εκείνη μας δείχτει που τίποτις δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές άκουσαν οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα που πήγαινε με την αγάπη του μαζί• του κάκου χαίρουνταν η καρδιά του• κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε•

— « Το χώμα που σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήση• άλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο του πλάτανου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύφτουν το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουν, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αγέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θακούσουν άλλο στόμα να λέη και θα διούν άλλη γυναίκα νακούη τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούν το τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουν τα πουλιά με την ίδια χάρη• ο άνεμος θα χαδέψη τα μαλλιά τους• η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώςπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρήτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάση• μήτε θα ξέρη το χόρτο αν είχετε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»

Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχατις μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης; Δε φοβάσαι οι πεθαμμένοι να δακρίσουν εκεί κάτω στον τάφο και να πουν — « Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μόνο μια στιγμή, που λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σε λέμε να μας κλάψης• λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας φτάνει. Ρίξε μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα• κοίταξε λίγο τους πεθαμμένους, για να φυτρώσουν, καθώς φυτρώνουν τα λουλούδια απάνω στη γις που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»

Ο Χάρος είναι παντού• σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση, εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει και στάστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; Όλα παίρνουν το δρόμο που τα παγαίνει. Ό τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο• α δεν είταν ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό• α δεν είτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιούμαστε! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο• ο ήλιος είναι η ζωή κι ως τόσο όλα προσμένουν ο Χάρος να τα θερίση.

Πού θα καταντήσουμε; πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα παννιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού παν και θα στο πούνε στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτηξε όμως του κόσμου τους διαβάτες που τρέχουν, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού παν τάστρα που φέγγουν κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάμνουν τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; θα σταθούν ή πάντα θα τρέχουν; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώση; Σε τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε ποιος μας έκαμε μήτε γιατί μας έκαμε. Μας έκαμε για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μόνο κι ώςπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.

Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψη; Ό τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. Ό τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είταν αιώνιος λοιπό δε θα μείνη• θάρθη η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό; μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου που τάζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες που τέλος έφταξε η ώρα που πρέπει και συ να καταστραφής κ' η γις που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Σε κείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που σήμερα πεθνίσκει, θάχετε την ίδια τύχη• όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σε χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουν τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουν από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και περνούν, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαχολία που έμαθα κάτω στη Δύση• να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω• — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στο θάνατο πας.»

Έλα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυραννιέται η ψυχή μου όσο δε σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουν• είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώννει το σπαθί του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίη που είναι λίγη η ζωή. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση το τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξέρεις εσύ• εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο ψηλά να κρίνης και να μιλής για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω ταφτιά μου και σ' ακούω• απάνω στο βουνό μ’ έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η φωνή• σε θυμούμαι και με φαίνεται πως τέτοια λόγια με λες•

— « Ο άθρωπος δεν πεθαίνει• τάτομα μόνα πεθνίσκουν. Οι αθρώποι χάνουνται και παν• άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουν κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουν, έτσι πάμε και μεις• το δέντρο όμως στέκεται πάντα και το γένος μας δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι• μας έδωσαν πρι να φύγουν τη ζωή τους• εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει• θάρθουν άλλοι κατόπι που θα πάρουν, που θα βαστάξουν και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θαγαπήσουν και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάμνει και ζουν• ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο πόθος. Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου με λέει• σ' αγαπώ, δεν το λες εσύ• το λένε μέσα σου χίλιες γενεές που σ' έμαθαν την αγάπη. Όταν το πουν τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.

Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τάστρα τουρανού είναι σαν τα λουλούδια• ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι! Φυτρώνουν και ξανοίγουν τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και παν. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουν το φως και τη θωριά τους• αδιάφορο είναι! Άλλα λουλούδια θα ξανοίξουν, άλλα αστέρια θα φέξουν το περιβόλι δεν αλλάζει• στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να τελειώση και να σβήση• μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη, γις, — και πάντα, μέσα σταπέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουν οι κάμποι, θάχουν τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούν τα στάχια όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θανατέλνουν τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.

Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνών την ψυχή• ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια• την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι• μην ακούς τι λεν οι άλλοι και μη βλέπης τι γράφουν• τάτομό τους μόνο προσέχουν και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου και να νοιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού• όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. Ό τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό τι ξεκάμη, τα ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά παράλια της ζωής. Ό τι πεθάνη, η αγάπη θα ταναστήση• αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας θρέφουν, ώςπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχια να φυτρώσουν. Α δεν είταν πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουν, πούπετις δε θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουν οι άλλοι πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαίνουνταν ο Χάρος• ζη και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώση. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούν. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που νίκησε ίσια με τώρα• δεν μπορεί τίποτις να μην υπάρχη• πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει• εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά• εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, παντού περεχιέται• σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.

Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση. Τίποτις δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σε δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούν αθρώποι, όπου αγαπήσουν, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θάχουν, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. Ένας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού• όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους χίλιους παλμούς της αθρωπότητας όλης• ο καθένας μας μέσα του θρέφει μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό τι ζη. Η φωτιά παντού καίει• τάστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τάστρα κ' έχει μέσα του ό τι έχουν και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται σφιχτά ανάμεσά τους• μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουν όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουν τα παιδιά που στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζουν, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, τάστρα που θα λάμπουν, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουν τη φλόγα και την πνοή άλλων άστρων που έζησαν πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα βρεθή κ' η καρδιά μας• μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθή κ' η πνοή μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ' όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή• όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ως τόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά.»

ΙΘ'.

Κατάρα.

Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να πούμε που ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του• μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει που η γλώσσα του δεν άλλαξε• το πιστέβω και γω, γιατί κ' η ανοησία στον κόσμο είναι πάντοτες η ίδια.

Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε θαλλάξη. Μην το ξεχάσης, πουλάκι μου που με μιλούσες τόσο νόστιμα, τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ' άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις κι αφτό μέσα στα λόγια που θα με πης. Καιρός τώρα ναφήσουμε πια και το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.

Την κατάρα μου νάχη το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε κρότο φοβερό που μας ξέσκιζε ταφτιά. Είταν κάτι φωνές που ανέβαιναν ίσια με τον ουρανό και δόντια που έτριζαν έτριζαν, έλεγες θα σπάσουν. Όταν μπήκαμε στο χωριό που λέω, κατάλαβα τι είταν το κακό• είταν οι κάτοικοι που μάλλωναν αναμεταξύ τους και τσάκιζαν τζίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί, τόσο ξέρουν οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τόνομά του• τόνομά του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου νάχη! Η μνήμη του να χαθή. Να πέση κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα να βουλήξη. Γραικικό χωριό δεν είναι• δε σέβεται τον ξένο. Κι ο θεός να μην το λυπηθή. Να σβήσουμε τόνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει τα χάρτη. Αχ! να είταν εδώ ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κ' οι δυο μας θα χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχταμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμνούσαμε τα σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες• γλυκογελούν όσο τους μιλείς, και σε γελούν, άμα μπορέσουν. Έχουνε μέλι στο στόμα και φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους, στη ζωή του άθρωπος να μην το πατήση• ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάη.

Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούν• άντρα να μη βρουν. Τα μάτια τους να μη δακρίζουν κι ο πόνος μέσα να πνίγη την καρδιά τους. Να ξεραθούν τα νιάτα τους, πρι να κατεβούν κάτω στον τάφο που θα σαπίσουν τα κορμιά τους. Να μη διούν οι πατέρες των παιδιών τους το χαμογέλοιο, αφού βρίζει η κόρη τη μάννα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να μη χαρούν οι μαννάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουν τη φωνή τους στην κούνια, αφού μαθαίνουν τα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβη — ή κάλλια να σαλέβη και να μην μπορή να βγάλη λέξη. Καβγά να γυρέβουν και να μη βρίσκουν ο ένας ταλλουνού• να θέλη να πη βρισιές και να μην μπορή. Βουβοί να γεννιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας να καταλάβη τον άλλο κι όλα στραβά να τα πέρνουν, κρασί να ζητούν και ξύδι να τους ποτίζουν, αγάπη να διψούν και μίσος να πίνουν. Οι γυναίκες να προσπαθούν του κάκου να μαλλώνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μαννάδες• να τρώγουνται, να δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκκαλά τους να βγάζουν — και τσίκουδο να μη φαν.

Κ'.

Τα παλληκάρια στο περιγιάλι.

Εμείς οι Γραικοί μαλλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούν τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Γραικοί ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και τόβαλα στο βιβλίο μου. Αγάπη και μίσος ζουν πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Γραικοί έχουμε κ' ένα άλλο• ξέρουμε τι μας λείπει και κάμνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα λαττώματά μας τα γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά• δε μας αρέσει να τα λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τόνομα του αφιλόξενου του χωριού. Μπορεί πάλε να ταδίκησα• εμάς τους Γραικούς μας τυχαίνει και τούτο• όταν κορώση το κεφάλι μας, όταν κανείς μας πειράξη, τέλειωσε, πάει! Όλα τα κακά τα ρίχτουμε στο συχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε το κέφι. Έφκολα το παρακάμνουμε. Έτσι τόπαθα τώρα. Αμέσως είπα στο νου μου που τίποτις καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’ έκαμε να θυμώσω. Κι ως τόσο ίσια ίσια σ' αφτό το χωριό απάντησα έναν περίεργο γέρο.

Είταν ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λεν εκεί, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα έβγαλαν τους πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κ' έβαζε τα δυνατά του για να την κάμη να με μιλήση και να με πη κανένα παραμύθι. Τραβιούνταν η γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέη τι ζητούσα, για ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και που γύρεβα να μάθω την προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διώ πώς μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς άρχισαν οι αθρώποι να μιλούν πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ' όλη τη γις η αθρώπινη γλώσσα.

Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει πέντε έξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω για πρώτη φορά γιατί βγήκα στο ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονα! Τα λόγια του γέρου μ' έδειχταν τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάση τη δουλειά και να σπουδάξη γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω που ήξερα γράμματα• μ’ έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα που δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να μιλήσω τόσο καλά. Πού τάμαθε; από πού τα πήρε; πού τα φαντάστηκε; Μόλις είχα προφτάξει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε• — «Δεν μπορώ, μ' έλεγε, να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουν. Τις φημερίδες δεν τις καταλαβαίνω κ’ έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουν και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»

Στα Μεστά πάλε έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ' έβλεπε να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μ' είπε και κείνος μια λέξη κι αμέσως έτρεξε να διή με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις τον κόπο σου• η δουλειά σου δεν αξίζει• γράφεις τη λέξη που σ' είπα, με γραικικά γράμματα και δε βγαίνει τίποτις. Δεν μπορείς να πάρης καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σε λέω γράμματα που δεν τάχει ταρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό σ, έχουν ένα σ, σαν το sch το γερμανικό• και το λεν κάθε φορά που το σ είναι αρχικό κ' έρχεται κατόπι ε ή ι, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι ε ή ι• στις λέξες που η κοινή βάζει σ και λέει σήμερα ή ασήμι, βάζουν εκείνοι αφτό το sch γιατί λέγοντας το σ στρογγυλώνουν το στόμα και πάει ναγγίξη η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια, με τρόπο που το σ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας• έτσι και το ν, μ, λ, ζ στα μεστούσικα (άλλου και το τ) βρέχουνται με το ίδιο σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε ε ή ι. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό να με πη που αν το σιορ το γράψω με σ δικό μας, τίποτις δεν κατώρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη• του έδειξα που είταν τρόπος να σημειώνη κανείς ό τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή περισπωμένη στο σ, λ, ν, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν έχουν τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και με ζήτηξε να του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην τον πειράξω λέγοντας όχι. Συλλογιούμουν και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη• — « Άδικα χάνω τον κόπο μου.» Αφού πέρασαν οχτώ μέρες, χωρίς να πη τίποτις, μ' έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.

Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγη στη ζωή του• ήξερε μόνο να διαβάζη και να γράφη. Πώς το κατώρθωνε να μπη στο νόημα τόσο έφκολα; Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν, όσο κι αν τα σπουδάξουν; Και σ' αφτό φαίνεται ο Γραικός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη του φτάνει, για να γεμίση ο νους του. Πόσοι σαν τα Μιχάλη! Πόσοι που, α μάθαιναν ποτές δυο γράμματα μ' ένα καλά δασκάλο, θα μπορούσαν ίσως και κείνοι κάτι να γίνουν. Παρατήρησα μάλιστα συχνά που η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λεν που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουν την καθαρέβουσα, αν τους μιλούσαν πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους δίδασκαν επιστήμη κι αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρης, και μόνο του φυτρώνει. Πόσοι πήγαν του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να προκόψουν. Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά, μέσα στην Ελλάδα και σ' όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους που σκάφτουν, που βωλοσηκώνουν, που χτίζουν, που δουλέβουν, ποιος ξέρει πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει. Δεν έχει τη σωστή μέθοδο• δεν έχει τα μέσα. Με φαίνεται που τους βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά. Δεν έχουν παρά στην τζέπη• μόλις δυο γράμματα ξέρουν, πήρε ο νους τους φωτιά. Άλλο δε θέλουν παρά να φύγουν, την πατρίδα ναφήσουνε, να χωριστούν από τη μάννα που σκύφτει το λαιμό και μέρα νύχτα στον κάμπο δουλέβει.

Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη, με το κεφάλι ψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουν. Περνά το καράβι και τους βλέπει. Φωνάζουν του καραβοκύρη• — «Να χαρής τη ζωή σου, στάσου καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — « Θέλω να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.» — « Και τι θα τα κάμης;» — «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — « Αμέ συ; λέει ο καπετάνιος.» — « Και γω θέλω νάρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που σπουδάζουν. Εκεί κάτι θα κάμω.» — « Έρχουμαι και γω. Επιστήμη θέλω να μάθω, θέλω νανεβάσω το νου μου ίσια με τάστρα, θέλω να διώ ποια δύναμη βαστά καρφωμένα στη διαμαντένια τέντα τουρανού τα χρυσά καρφιά που βλέπω και λάμπουν κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάμνουν οι πλανήτες. Ο μεγαλήτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» — «Μη με ξεχάσης και μένα, καλέ μου καπετάνιο! Θα χτίσω παλάτια, το μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πουν.» — « Και μένα μη μ' αφήσης. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχτει. Η θάλασσα με τραβά. Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω. Θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος ποιητής της πατρίδας.»

Έναν έναν τους παίρνει ο καπετάνιος και παν. Έρχουνται στο Παρίσι και με βρίσκουν. — « Παράδες να μας δώσης για να μάθουμε αστρονομία, αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — « Παράδες, παιδιά, δε με χάρισε ο Θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάζουμε, αν μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουν.» Οι πλούσιοι Γραικοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα καμιά φορά νάχουν και καλούς τρόπους. Ανοίγουν το πουγγί τους, βγάζουν πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουν οι γαζέττες. Βάζουν τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι• κάπου κάπου τους βάζουν και δυο λόγια σταφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λεν — «Τι σηκωθήκετε κ' ήρθετε στο Παρίσι; Ξιππαστήκετε; Να μάθετε τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουν και μ' αφτά πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε πόρο ζωής. Μα ποίηση, αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι τούτα; Και πού θα σας παν; Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλετε και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε• όλο μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης. Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελλαθήκετε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι μιλούν οι γέροι• αν τύχη κ' είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν τύχη και τους αποκριθή, τότες κι άλλο του λεν « Καλή η περηφάνεια, μα όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνεια δε χρειάζεται.»

Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και ψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην ακούτε τι λεν οι γέροι. Αμέ, πού ταιριάζει καλήτερα περηφάνεια παρά στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να μείνετε πάντα τρελλοί. Την τρέλλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που σας τα ψάλνουν ένα μόνο δε βλέπουν, που η τρέλλα σας τιμά την πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Γραικίας. Η τρέλλα σας μας δείχτει τι έχει μέσα του το γραικικό αίμα. Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς έχετε θάρρος, πίστη κ' ελπίδα που θα μεγαλώση το γένος, που θα μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι θα πη. Ο μέλλοντας είναι ό τι θα είστε και σεις• μέσα σας τον έχετε κ' η ιστορία μας θα γίνη ό τι την κάμετε να γίνη. Αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Καλά κάμνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα πράματα• χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουν. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως αφτό δεν το ξέρουν ας με πιστέψουν και μένα. Μη θέλετε_πόρο ζωής!_ Μη μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι• συχάθηκα τα γράμματα και βιβλία δεν πιάνω στο χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη• μάθτε σκληρή δουλειά• κοπιάστε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το γράψιμο κανενός άγνωστου χερογράφου• ας λιγνέψη το κορμί σας κι ας κιτρινίση το πρόσωπο σας, ώςπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις παλιές γλώσσες, σκαλήξτε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους• ξετάξτε την ιστορία της τέχνης, να διήτε πόσα έπρεπε να μάθη ο αθρώπινος νους για να βρη το σωστό και τωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να καταλάβετε πώς γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουν οι πλανήτες τον ακάματό τους το χορό. Βρήτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουν ακόμη, πήτε μας τη χυμική τους κράση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους έχουν. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούν. Αφτά είναι που θα σας τιμήσουν. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζη στην Εβρώπη, όταν αποχτίση και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα σκολειά να δίνουμε, για να γίνη το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρων τα παιδιά καλήτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήση στην Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο, κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο μαθηματικό και βλέπετε τότες πώς βάζει κάτω τα χτίρια τα λαμπρά και τα καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάση κωδίκους παλιούς, που γνωρίζει την αξία του καθενός των, που είναι ικανός να τους καταλογήση όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε φαντάζει η δουλειά που κάμνει και που μόνο δέκα αθρώποι στην Εβρώπη έμαθαν τόνομά του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρη παρά χίλια μπόσικα βιβλία που φαντάζουν και που δεν έχουν τίποτις μέσα τους. Η σοβαρή, η αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούγεται• ο μεγαλήτερος σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουν την ύπαρξή του. Ο άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα είναι που χτίζει το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς τον εργάτη δε γίνεται το σπίτι. Όσοι μαζώνουν τις πέτρες μια μια, όσοι κάμνουν αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουν την επιστήμη• όσοι είναι περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν έκαμαν παρά να συνάξουν και να στρώσουν των αλλωνών τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Γραικός όλο θέλει νακουστή, — κι ο έμπορος πάλε όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Τα έθνος είναι νέο, άπραχτα τα κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώση ένας λαός τι χρησιμέβουν οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμη Ακαδημίες να τις στεγάση.

Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε ταληθινά γραικόπαιδα. Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνό που φαίνουνται τα κόκκαλα, — με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και με λεν που βρήκαν καμιά δουλειά, που βγάζουν το ψωμί τους, που κερδίζουν πενήντα φράγκα το μήνα, και που ζουν τέλος πάντα, και που δεν έχουν κανένα παράπονο, αφού μπορούν και σπουδάζουν. Εσείς που ψωμοζητείτε, νάχετε θάρρος και να μη λυπάστε! εσείς είστε οι πλούσιοι• δική σας είναι η βασιλεία του Πατρός μας.

Με τα λόγια, παιδιά, τίποτις δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μας χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώση το παιδί, να γεράση λιγάκι η πατρίδα, να γνωστέψη. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα καθίστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτις να κάμω για σας. Έχω άλλους μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο αναχωρέω. Πρέπει να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω άρτος αντίς ψωμί, αντίς κρασί να λέω οίνος, να μιλώ κορακιστί κ' ευγενιστί, να μην πειράξω κανένα δασκάλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη με ξεφύγη άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη, — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να μάθω την καθαρέβουσα.

ΚΑ'.

« Συμβιβασμός.»

Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλλες θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ νάχω τέτοιο φόβο• είμαι γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει. Ας παν άλλοι να πέσουν μπρόμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους δρόμους και να μη βλέπουν πού πατούν. Εγώ έχω έναν που με βαστά από το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πη λέξη που να μην είναι σωστή• του είταν αδύνατο να στραβοπατήση, μια αλλόκοτη πράξη δεν κατώρθωνε να κάμη• ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε όλο τον ίσιο δρόμο να παίρνη. Γιατί τούτο, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Ήσυχος είμαι, τώρα που πάω στην Αθήνα!

Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ' ό τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλήτερα. Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις κοιτάζοντας στα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψης σε καμιά πέτρα, να πέσης με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσης το πόδι σου. Το πράμα είναι πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθής, ή κανείς να σε σηκώση, να γυρίσης, σπίτι, να φωνάξης το γιατρό, ίσως να δείρης τη γυναίκα σου. Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου είταν κανένας καλός οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω χαλινάρι να με σφίγγη το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να με πη για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια ταγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή που σεργιανίζαμε κ' οι δυο μας, ανεβήκαμε μαζί σ' ένα ψηλό βουνό• είταν αποκάτω μας βράχοι. Έβλεπα θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα, που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσουν τα μάτια μου πιο καλά. Ο Μέντορας μου με τράβηξε από το ρούχο και μ' είπε• — « Ανάγκη δεν είναι να πέσης στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή.»

Ποιος δεν τόπαθε στη ζωή του ή να λυπηθή πάρα πολύ ή να καταχαρή, να ξεκαρδίζεται από τα γέλοια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του περεχύνουν την καρδιά δάκρια πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά δεν είναι υπερβολικός; Παραδείματος χάρη, είναι βέβαιο που θα πης άγγελο την πρώτη γυναίκα που θαγαπήσης• ίσια με το ταβάνι θα πηδήξης με το πρώτο φιλί που θα σε δώση. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της κάμης όρκο που θα την αγαπήσης όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα πάλε χάσης την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να κλαις σαν το βόδι την ώρα που το σφάζουν και να φωνάζης που ποτές σου πια δε θαγαπήσης, που θα πεθάνης ή τουλάχιστο που θα γίνης καλόγερος. Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί ζης, τρως, κοιμάσαι και σ' ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον άγγελο μαζί. Ως τόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις• μάλιστα νοιώθεις μέσα σου μια ανάγκη να τα πης, κι α δεν τάλεγες θα σε φαίνουνταν πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μ' έμαθε με τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να τα ταιριάξη όλα και να μην το παρακάμη• — « Σε τέτοιες ώρες, λέει, χρειάζεται συμβιβασμός. Πες της αγάπης σου που θα την αγαπήσης μόνο τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε που θα μισοπεθάνης ή που θα γίνης μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον κτλ.»

Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας που δυο και δυο κάμνουν πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις• τα δυο και δυο τα κάμνεις πέντε, — φτάνει να βρεθής σ' ανάγκη. Η αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους που δεν αλλάζουν• της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σε λέει; — « Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές, — όχι παραπάνω —, κ' οι τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις βάλης τη μια με την άλλη, είναι ίσιες με δυο ορθογωνιές, αν τις βάλης τη μια με την άλλη»• ή πάλε• «Το τετράγωνο της υποτείνουσας, για τα ορθογώνια τρίγωνα, είναι ίσιο με τα τετράγωνα που βγάζουν τάλλα δυο πλεβρά, όταν τα πολλαπλασιάσης το ένα με τάλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας που το παρακάμνει η γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα είταν αν έλεγε• — « Είναι τρίγωνα που έχουν τρεις γωνιές, αλλά πάλε μπορεί να μην έχουν και τόσες» ή « οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι». Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να το πη καλήτερα, κι όταν έδειχτε και δίδασκε που η αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψη και κει που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις άξαφνα και μας λες• — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κι όλας λιγάκι να τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διές τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει• πρέπει και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πης, χαίρεται ο κόσμος που σ' ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός αφτός συμβιβασμός κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίση παράδες και με παράδες τι δε συμβιβάζεις;

Πούπετις όμως δεν ταιριάζει τόσο καλά, πούπετις ο συμβιβασμός δεν έχει τόσο τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό τούτο το σύστημα, εκεί φανερώνεται με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρη κανείς τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλη να μάθη όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρης μισά τη μια, και μισά την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Έτσι πέφτουν όλοι σύφωνοι ή να το πούμε καλήτερα, μισοσύφωνοι.»

Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διής που μονάχη της μπορεί να σε δείξη τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουν τη λέξη συμβίβασις• δε γνωρίζουν τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α', παραγρ. 67)• « Πέπονες δε προς μεν φιλίας και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί». Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό, άγνωστος ακόμη και τότες ο συμβιβασμός. Έτσι λεν και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ. 375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έγδ. του Dindorf. Πρώτη φορά απαντάς τόνομα συμβιβασμός στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ. 1409• «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουν τη λέξη κ' οι Παντέχτες• « Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ. Επιφάνιος, (αίρ. Ξς’, ιδ'), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2 στην έγδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουν, ο πρώτος• « πείσαι αμφοτέρους εις συμβιβασμόν ειρήνης» κι ο δέφτερος « Εναντίων δυνάμεων ειρήνευσιν και συμβιβασμόν». Στους αρχαίους δε βρίσκεται συμβιβασμός. Απ' αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι αρχαία• δεν είναι και νέα• είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τη χρονολογία του.

Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους• θέλω να πω που ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάση• δεν έχουμε ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε μόλον τούτο καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουν, αν τύχη, και τα παιδιά, δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την πλοκή_μφ νθ νχ_. Το ν δεν προφέρνεται• ο καθένας θα πη νύφη πεθερός θυμούμαι και κόχη, αντίς νύμφη πενθερός ενθυμούμαι (το θυμούμαι το δικό μας δεν έχει να κάμη με το θυμούμαι της αρχαίας, γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται στην Κύπρο το ρήμα αθθυμούμαι), κόγχη κτλ. Ό, τι είναι αλήθεια για το φ θ χ, πρέπει να είναι αλήθεια και για το β δ και γ. Θα πούμε με τον ίδιο τρόπο το βασιλιά το διάβολο το γέρο, αντίς τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο. (1) Αφού το φθχ και το β δ και γ δε θέλουν το ν, φυσικά δεν μπορεί μήτε το σ και ζ νάχη ν μπροστά του. Για τούτο λέμε Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη ζήση, αντίς Κωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση. Ποιος είναι ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, φθχ, βδγ, σζ μοιάζουν αναμεταξύ τους κ' έχουν κάτι που τους είναι κοινό• όλα τους είναι ημίφωνα, θα πη που μπορείς να προφέρης ένα φ όση ώρα θέλεις κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου• το π όμως, που είναι άφωνο, πρέπει με μιας να το βγάλη το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τάλλα φθχ, β δ γ, σ ζ, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά τους και δεν έχεις παρά να δοκιμάσης να προφέρης ένα π κ’ ένα φ, να το διής. Αφού έχουν τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και χαραχτήρα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό τι γίνη με το ένα να γίνη και με τάλλο, ό τι πάθη το ένα και τάλλο να το πάθη, ό τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχη και ταλλουνού. Για τούτο με κανένα ημίφωνο ν δεν προφέρνεται κ' έχουμε νόμο στη γλώσσα μας• « Στα ημίφωνα μπροστά ν δεν ταιριάζει.»

*** 1) Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους έφτειαξαν οι δασκάλοι• και τους έμαθαν πού και πού στο λαό. Η αρχαία δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουν οι δασκάλοι και δεν μπορούσε να τα προφέρη έτσι, γιατί οι αρχαίοι ήξεραν τη γλώσσα τους. ***

Τον ίδιο νόμο έχει κ' η αρχαία• δε λέει σύνζυγος, μα σύζυγος• δε λέει συνστέλλω, μα συστέλλω• δε συνηθίζει να λέη συνσίτιον, μα αναδιπλασιάζει το σ και το κάμνει συσσίτιον. Ο αναδιπλασιασμός έχει και κείνος το νόημά του• σημαίνει που δεν ταιριάζουν πλάγι πλάγι ν και σ, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη γλώσσα μας νακούγεται το ν• πρώτα έγινε νύφφη πεθθερός θθυμούμαι, κ' έπειτα νύφη πεθερός θυμούμαι, καθώς έγινε σήμερα και στην καθαρέβουσα το άλλος άλος και συσίτιον το συσσιτίον που αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς γίνεται όμως τώρα που η αρχαία, αντίς ναναδιπλασιάση το νθ, σαν το νσ, λέει άνθρωπος με ν, και ξεναντίας με το φθχ, με το βδ και γ έχει παντού το ν. Γιατί τούτο, θα με πης; Γιατί τότες το φθχ, το βδ και το γ δεν είταν ημίφωνα• είταν άφωνα κ' έτσι τα ξέρουν και τα λεν οι παλιοί μας γραμματολόγοι. Σήμερα που τάφωνα πλήθαιναν, είταν ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήση και πιώτερες λέξες. Το κάτω κάτω, μπορούμε να πούμε που όποιος λέει νύφη πεθερός και κόχη, μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει ν με τα ημίφωνα. Όποιος λέει νύμφη πενθερός τον γείτονα τον χειμώνα κι άλλα τέτοια με ν, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας, αφού βάζει ν με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι ξένοι φτειάνουν κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν ξέρουν. Ο γραικικός μας ο λαός πούπετις και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε βάζει το ν, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε• θα τη βρης στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμη να καταλάβης τη νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η ρωμέικη είναι συνέχεια της ελληνικής• για να είναι συνέχεια, έπρεπε ναλλάξη, αλλιώς θα είταν πάντοτες η ίδια — και μήτε η αρχαία, στην ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξη. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουν είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες οι γλώσσες που άθρωπος πια δεν τις μιλεί.

Ας σημειώσουμε το λοιπό την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο μάβρα &φ θ χ β δ γ&, για να τα διακρίνουμε καλήτερα, κ' έτσι να διούμε τι απόγινε με το &φθχ&. Το &φ& το &θ& και το &χ& είταν άφωνα διπλά• το &δ β& και το &γ& είταν απλά. Όταν έλεγαν το &φθχ&, ακούγουνταν πρώτα ένα &π τ κ&, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά, χάνουνταν το π τ κ κ' έπερνε η δασεία πιώτερο τόνο και τόπο, γιατί λέγοντας το &φ&, το &β& ή το &χ&, αντίς νανοίξουν καλά το στόμα, το σφαλνούσαν πιο γρήγορα κ' έτσι είταν ανάγκη να χαθή η δασεία που θέλει στόμα ανοιχτό, και να μείνη στο τέλος μόνο το ημίφωνο &φθχ&, που δε μοιάζει πια με τάφωνο ταρχαίο. Την ίδια σειρά ακουλούθησε το λατινικό Porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική• έγινε πρώτα φorte (πάει να πη, π με δασεία, σαν ταρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το ν να μείνη μπροστά σε &φθχ&, άμα δεν είταν πια &φθχ&, μήτε κατώρθωσε να σώση το πτκ του &φβχ&, μόλον ό τι το ν ταιριάζει καλά με τάφωνα. Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που τάφωνα γίνουνταν ημίφωνα κ' έτσι από το &φ& βγήκε το φ, από το &θ& το θ, κι από το &χ& το σημερνό μας το χ.

Όπου είταν όμως ν της αρχαίας μπροστά σε &β δ& και &γ&, σώθηκε και το ν κ' η παλιά προφορά του &β δ& και &γ&, γιατί το &β δ& και &γ& είταν άφωνα απλά κ' έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάση. Οι αρχαίοι, για το &μβ νδ νγ& είχαν την ίδια προφορά που έχουμε σήμερα, άμα λέμε ομπρός πάντα τον κόπο. Δεν τα λέμε με π τ κ, τα λέμε με &β δ γ&. Μη βλέπης που μιλούμε για το ν κι όμως γράφουμε μ, άμα είναι &β& στη μέση. Το ν, μόνο που βρίσκεται μπροστά σε &β&, γίνεται &μ&• έτσι και το δικό μας το άμποτες, το κάμνουμε με &μ&• κι ως τόσο είναι με ν (αν ποτέ)• το ν γίνεται χειλικό με τα χειλικά (πφβ) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγ&χγ&)• είναι όμως πάντα ν, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να διαβάσης συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός. Αφτό το ν δεν έπρεπε λοιπό να χαθή, γιατί το ν της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι του, ταίριαζε με τάφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα, σαν που μπορεί να το διή ο καθένας στους τύπους πάντα έμπορος τον κόπο• ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πη πάτα έπορος το κόπο. Σε τέτοια περίσταση μάλιστα, το πτκ γίνεται ηχικό (πάει να πη που αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρης τα ηχικά, όπως αντηχεί όταν πης ζ δυνατά) από άνηχο που είταν (η γλωσσίδα δε σαλέβει όταν είναι πτκ κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το σ, σα με το ζ). Για τούτο λέμε παν&δ&α έμ&β&ορος τον &γ&όπο. Στη γλώσσα μας, ένα ηχικό φέρνει τάλλο, και του ν δεν του φτάνει να βρίσκεται σ' άφωνα μπροστά, θέλει αφτά τάφωνα να είναι κ' ηχικά. Αν είταν το &β& ταρχαίο σαν το δικό μας το β, θα είταν αδύνατο νάχη μπροστά του ν, γιατί τότες θα είταν το &β& ημίφωνο, και ξέρουμε που τα ημίφωνα, στην αρχαία και στη νέα, ν δε θέλουν.

Είναι φυσιολογικός νόμος το μ να γεννά &β& κι όχι β, για το λόγο που ένα μ έχει πιότερη συγγένεια με το &β& παρά με το β και μπορείς μάλιστα να πης που κάθε μ έχει μέσα του ένα &β&. Η προφορά μβ είναι αδύνατο πράμα, κ' έπρεπε να είταν οι αρχαίοι βάρβαροι για να την έχουν. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουν τους αρχαίους να φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.

Γι' αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με π αντίς β. Ο λαός δεν ξέρει ακόμη αφτό τόνομα, κι αν το μάθη, είναι καλήτερο να το μάθη με π• αν του το πούμε με β, θα το κάμη Ιάβλιχος• με π θα φυλάξη τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συφωνεί με τη δική του. Τόνομα αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε β μήτε π• έχει μόνο μλ. Οι Έλληνες, όταν το πήραν, έβαλαν το &β&, όπως και πριν είχαν πει αμβροσία αντίς αμροσία, που θα είταν ο σωστός τύπος, κι άμ&β&ροτος αντίς άμροτος, που είναι το πιο αρχαίο, κ' έτσι, — κατά λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους, — βγήκε τόνομα &β&ροτός από το σύθετο άμ&β&ροτος. Αφτό το &β&, για νάχη το λόγο του, έπρεπε να είναι άφωνο &β& και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακούστηκε ένα &β& στόνομα Ιάμ&β&λιχος. Τόνομα είναι πολύ σημαντικό• μας δείχτει που και στον τέταρτο αιώνα μ Χ. σώζουνταν ακόμη η προφορά του αρχαίου του &β&.

Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το ν και με &β δ γ& και με πτκ, είταν ανάγκη, πρώτο• το &β& να μη γίνη β, όταν είχε μπροστά του ν, δέφτερο• το &β& ταρχαίο να μείνη και σήμερα, σ' όποια λέξη το &β& έχει ένα ν μπροστά του. Το ίδιο και με το &δ& και &γ&. Έτσι λέμε σήμερα μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι σεντόνι, εγγόνι αγγίξω και τέτοια πολλά που σώζουν την αρχαία προφορά εμ&β&αίνω κόμ&β&ος (κομ&β&ίον• τάτονο ο γίνεται στη γλώσσα μας ου) γαμ&β&ρός εμ&β&άλλωμα, άν&δ&ρα, έν&δ&εκα εν&δ&ύνω σιν&δ&ών (σιν&δ&όνιον), έν&γ&ονος (εν&γ&όνιον) εν&γ&ίζω. Έχουμε τώρα, μ' αφτά που είπαμε, και νέους όρους• σ' όποια λέξη κανείς ακούση την προφορά νπ ντ νκ, αντίς &μβ νδ νγ (γγ)& που γράφουν οι αρχαίοι, αμέσως μπορεί να πη, δίχως να κάμη λάθος, που η λέξη είναι αρχαία, δηλαδής που την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και που δεν του τη χάλασαν ακόμη οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτις να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους• οι αρχαίοι δεν έγραψαν όσες λέξες έλεγαν, και πολλές που συνήθιζαν μπορεί να μη γράφηκαν ποτές. Φτάνει να είναι το &β& το &δ& ή το &γ& με το ν, και βλέπουμε αμέσως που για να λέμε σήμερα μ&β&, ν&δ&, ν&γ& αντίς μβ νδ νγ έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχη τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα μ. Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι πλουτίζει κ' η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας οι δασκάλοι κάμνουν τον περήφανο σηκώνουν τη μύτη και καταφρονούν το πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχτει που αφτό το χυδαίο το μπάλλωμα είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από το καταλαμβάνω το δικό τους!

Πρέπει όμως, για να μείνη η αρχαία προφορά, το &μβ νδ νγ& να είναι μέσα στην ίδια λέξη. Ά δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει το ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβης από του αρσενικού άρθρου το ν, από το ν του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα ν που βρίσκουνται μπροστά σ' αρχικό &β δ γ& της ακόλουθης λέξης, ή μπροστά σ' ό τι άλλο ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε τομπασιλιά, λέμε το βασιλιά. Γιατί τούτο; Γιατί το κοινό όνομα &βασιλεύς& δεν είχε μόνο αιτιατική• ταρχικό &β& μπορούσε λοιπό νακουστή χωριστά από τον της αιτιατικής, αφού έκλιναν &ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς& κτλ. Άμα δεν είταν κανένα ν στο &β& μπροστά, γίνουνταν το &β& β, γιατί το &β& είναι φυσικό να γίνη β, το β όμως δε γίνεται &β&. Αφού όμως το &β& έγινε β, βρίσκουνταν κάθε φορά που έκλιναν τόνομα το ν της αιτιατικής του άρθρου μπροστά στο β της αιτιατικής βασιλέα. Μα είδαμε που αφτή η πλοκή μβ δεν μπορούσε να μείνη• ο τύπος τον βασιλιά έπρεπε αμέσως να κατασταλάξη στον τύπο το ββασιλιά, με δυο β, κι αφτός ο τύπος είναι που μας έδωσε την αιτιατική της κοινής το βασιλιά, γιατί σαν που το είπαμε αρχήτερα, ο αναδιπλασιασμός δεν ακούγεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε τελικό ν και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι' αφτό το λόγο χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το ν της αιτιατικής του θηλυκού κι αρσενικού άρθρου• μνίσκει μόνο όπου είναι κπτ, ίσια ίσια γιατί το κ, το π και τ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ' όλα τάλλα (χ γ φ β θ δ σ ζ μ ν ρ λ) αναδιπλασιάζουνταν το ν• με το κπτ δεν μπορούσε ναναδιπλασιαστή, αφού το ν με κπτ παριστάνει δυο φτόγγους διαφορετικούς. Το ίδιο έπαθαν και τα μόρια δεν και αν. Τα μόρια και τάρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά• μοναχά τους δεν μπορείς να τα πης• πρέπει νάχης κατόπι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια δεν, αν, οι αιτιατιακές την και τον του ενικού άρθρου ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να είταν τόνομα και τάρθρο μια μόνη λέξη. Χάρη σ' αφτό, έμεινε το ν μπροστά στο κ, το π και το τ και στα φωνήεντα σαν που έμεινε μέσα στην ίδια λέξη. Μπροστά σ' όλα τάλλα, έπρεπε πρώτα ναναδιπλασιαστή κ' ύστερα να βγη. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα έπρεπε φυσικά να παν τα πράματα διαφορετικά, αφού οι αντωνυμίες, τα επίθετα και τα ρήματα έχουν ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πης ξεχωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρης και μοναχό του. Μ' αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον καλόν φίλον ή είχεν φίλον, όλοι θα πούμε σήμερα τον καλό φίλο, είχε φίλο. Έναν καιρό έλεγαν, καλό φφίλο, είχε φφίλο, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που ακόμη σήμερα έτσι μιλούν. Και τόντις πολλά χωριά έσωσαν αφτή την προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ' ένα γλωσσικό στάδιο που η κοινή γλώσσα ξεπέρασε και για τούτο θακούσης σε κάμποσα νησιά να σε πουν τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ, τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάννα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω• κ' έτσι θα στα πουν όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το ν μπροστά σε κάθε άλλο σύφωνο παρά κπτ• δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμη ποτές λάθος ο χωρικός. Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά, έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το &β& του &βασιλεύς&. Οι αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κράτησαν το ν μήτε όταν έρχουνταν κατόπι κ π τ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, άμα είπαν καλό φίλο αντίς καλό φφίλο, δεν είταν πια κανένας λόγος το ν της αιτιατικής να ξαναφανή πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να μπη κατόπι και να πούμε φίλο καλό• έτσι δε φαίνεται πια το ν μήτε στόνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει καλό για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς ν. Όσο για τα ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος_ μόνο στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνης το πρώτο πρόσωπο του ενικού αόριστου είχα φίλο και το τρίτο του πληθυντικού είχα φίλο, α δε βάλης το ν. Τα χωριανά διακρίνουν τα δυο πρόσωπα χωρίς ν, γιατί λένε, για το πρώτο, είχα φίλο και για το τρίτο, είχαφφίλο. Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι φυσιολογικούς, να φυλάξη το ν μπροστά στα φωνήεντα και στάφωνα, μα έπρεπε να βάλη μπροστά στα ημίφωνα τους τύπους έχουνε, είχανε, λένε ή γράφανε κάμανε αντίς έγραφαν έκαμαν. Αφτούς τους τύπους τους πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά• κ' έπρεπε τόντις να τους πάρη, γιατί θάκαμνε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ως τόσο δεν μπορούσε να πη είχα φίλο. Να παρατηρήσης όμως που μόνο στα τρίτα πληθυντικά πρόσωπα βάζει το ε και το ν• δεν τόχει ποτές στο πρώτο έχουμε κι αφτό σε δείχτει που λέει είχανε (και χάρη στην αναλογία έχουνε) μόνο και μόνο για ναποφύγη τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό ν (το ν του άρθρου, του αν και του δεν, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στάρθρο), έμεινε το ν μόνο μπροστά στάφωνα και στα φωνήεντα.

Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμαι στη γλώσσα του λαού τους τύπους συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, κι άλλους τέτοιους τύπους; Αρχαίοι τύποι δεν είναι• αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θάλεγε συμ&β&ουλή, κίν&δ&υνος, σύν&δ&εσμος. Πρέπει λοιπό να συμπεραίνουμε που τους έμαθε μόνο σε μια εποχή που ταρχαίο το &β& είχε γίνη β, κι αφτό είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκαν οι λόγιοι στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας. Είδαν που τα βιβλία έγραφαν παντού β, δεν ήξεραν που το &β&, όταν έρχεται μ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νόμισαν που το λεν πάντοτες &β&• το είπαν έτσι και σ' αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε τότες ο λαός και τις κανόνισε• φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κ' είπε συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, γιατί είδαμε που δεν ταιριάζει με τα ημίφωνα το ν, κι άμα είναι νόμος, ό τι κάμουν οι λόγιοι, δεν μπορεί να τον αλλάξουν• ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη. Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πης είναι που τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και που πιώτερο αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος &β&άλλωμα ή άν&δ&ρας παρά ο τύπος κίδυνος ή συβουλή.

Όταν όμως ακούσης σε μια λέξη να λεν όλο μβ νδ κι ο λαός μήτε να γνωρίζη τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει• φτάνει οι λόγιοι να σε πουν τους τύπους άμβων, καταλαμβάνω με β, σαν που τους λεν, κι αμέσως καταλαβαίνεις εσύ που η προφορά αφτή του β είναι πλάσμα καινούριο• ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή• αρχαία δεν είναι, αφού δε λεν άμβωνας, μήτε άμ&β&ων κ' έτσι καταπατούν τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι ν κ' ημίφωνα• είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; ο δάσκαλος. Και ποιος λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες, ελπίζω, τώρα τι θα πη συμβιβασμός• είναι λάθος στην αρχαία γλώσσα και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο συμβιβασμός. Δεν είναι μισό λάθος• είναι λάθος σωστό.

Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο. &Β&ιβάζω σημαίνει κάμνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να βαδίζη, το βάζω στο δρόμο του. Η πρόθεση συν, όλος ο κόσμος το ξέρει, θα πη μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο τι νόημα έχει ο συμβιβασμός• κάμνει δυο πράματα να ταιριάζουν το ένα με τάλλο, μαζί να πηγαίνουν, τον ίδιο δρόμο να πάρουν. Ποια είναι αφτά τα δυο; ο συμβιβασμός δε μας το λέει, μα πιστέβω που θέλει να πη την αρχαία και τη νέα. Με τι τρόπο συμβιβάζει και τις δυο; Τώρα να το διούμε. Ο συμβιβασμός ντρέπεται να πη ήπια, που είναι πάρα πολύ χυδαίος τύπος• δε θέλει πάλε και να πη έπιον, που είναι πάρα πολύ αρχαίος. Τι κάμνει; Παίρνει λίγο από το έπιον και λιγάκι από το ήπια, μισό μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τανακατώνει και σε βγάζει έναν αόριστο έπια. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί τάχατις έπια κι όχι ήπιον; Κάλλια μ' άρεζε εμένα ένας αόριστος ήπιον.» Κι αφτό γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνης! Μπορείς κ' ήπιον να το πης• φτάνει να πάρης μισά μισά την αρχαία και τη νέα• άλλο νόμο δεν έχεις να φυλάξης. Όσο μισό είναι το έπια, τόσο μισό είναι και το ήπιον. Καλά λοιπό και τα δυο.

Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο συμβιβασμός, τι φρόνιμα που οικονομιέται, τι συμβιβαστικά που τα συμβιβάζει όλα ο συμβιβασμός. Σε λέει που κάμνει δυο πράματα να πηγαίνουν πλάγι πλάγι, να πάρουν τον ίδιο δρόμο• μα αν είναι να μάθης αφτός ο δρόμος πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο συμβιβασμός αφτό δε στο λέει, κι από κει μπορείς να καταλάβης όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως ο ίδιος δεν το ξέρει να στο πη. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε πράμα μια αρχή κ' ένα τέλος. Ο καημένος ο συμβιβασμός προσπαθεί να βρη τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρη τη μέση; Του κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν_, και σ' αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουν την ίδια γλώσσα• Δεν μπορεί να συφωνήση ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν και θα διής που κ' οι δυο τους έχουν άλλη γραμματική, γράφουν άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σε λέει που παραδέχεται την ονομαστική πατέρας και μητέρα. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβη, είναι σα να σ' έλεγε που παραδέχεται ισοσύλλαβα αντίς περιττοσύλλαβα_. Κι ως τόσο σε λίγο θα σε πη• — «Όσο για την ονομαστική πόλις, βρύσις, με φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το σ» — και νάσου περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην του ρωτάς να στο ξηγήση• έτσι του φαίνεται. Ο δέφτερος πάλε βγάζει κι αποφασίζει που για τα ρήματα θα βάλη τη δημοτική κατάληξη της κοινής — ουν• όσο για τα ονόματα, λέει, θα κάμη την κατάληξη αρχαία και νομίζει πιο καλό να γράφη αι ώραι, αι ημέραι. Μ' αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε. Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τάλλο; μη βασανίζεσαι να το βρης. Μη γυρέβης να μάθης τους λόγους. Έτσι τώρισε το κεφαλάκι του, και του φτάνει Ένας τρίτος πάλε σε φτειάνει άλλο κανόνα, συμβιβάζει και του λόγου του• με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ' ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος σε κάμνει παραχωρήσεις — και ποιος τον είπε να παραχωρήση τίποτις; — «Ναι βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο• παραδέχουμαι το να, μα μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε η στην υποταχτική και να γράφουμε να νομίζητε αντίς να νομίζετε» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί το καημένο του το μυαλό. Μη ζητής να σε πη γιατί έχει η η αρχαία και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το ε. Εδώ τα μπερδέβει. Ως τόσο περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση του, και καμαρώνει τη φρόνησή του.

Έτσι πηγαίνουν και λεν. Άλλα μη γυρέβης. Πού τέχνη; πού σύστημα; πού μάθηση; Σύστημα δε θέλουν — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο συμβιβασμός δε βασίζεται πούπετις, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα. Δεν έχει χώμα πού να πατήση• όπου τύχη τρέχει• πετά με τον άνεμο σαν το λωλό το φύλλο. Για τούτο κ' οι συμβιβασμοί δε συμβιβάζονται αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα να συμβιβασθώσιν, να συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι συμβιβασμοί ο ένας με τον άλλο κ' ύστερα να μας κατηχίσουν. Το κάτω κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε έναν απ’ αφτούς που μιλούν όλο για μάθηση, για γραμματική και που λεν τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σε γράψη σ' αφτή τη γλώσσα, που καταφρονεί τόσο, μια μόνη σελίδα χωρίς να κάμη λάθος. Δε θα μπορέση! Θανακατώση μαζί τύπους κάθε λογής.

Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστή λέξες από την αρχαία και με τι τρόπο θα τις συγυρίση για να φαίνουνται δημοτικές, για να μπορέση, μια μέρα να τις παραδεχτή ο λαός. Δε διακρίνει την κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει που υπάρχει μια γραμματική της κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήση, να τους μάθη, κάμνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πη εκείνος άβριο κείνος, το πρωί απάνω κάτω το βράδυ απάνου κάτου, κάπου δεν και κάπου δε• μα πότε χρειάζεται το ένα και πού ταιριάζει τάλλο μήτε τωνειρέφτηκε στη ζωή του κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάμνει τον περήφανο, φωνάζει που όρια δεν αρέσει. Θέλει λεφτεριά. Δεν το λέγαμε και πριν; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά στο καθένα• — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστήτε όπως σας το προστάζω γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτές σας.» — Δεν είναι τυραννία; — « Και ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχης; Πρέπει να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να σε δείξω!» — Τέτοια λόγια της λέει ο συμβιβασμός κ' έχει δίκιο• πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάη και θα σταθή. Οι πλανήτες τον ίδιο γύρο θα κάμουν κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγουν — ή πρέπει να χαθούν. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θανοίξουν, κι όχι το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να προχωρήση. Όταν έλεγαν οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για γνώση, υποθέτω που ήθελαν τέτοια να πουν• εννοούσαν, ο καθένας και το κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπεράσουν τα φυσικά τους όρια. Σ' αφτή την αρχή είταν η φρονιμάδα τους όλη.

Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρη, λέει άλλα. Κάμνει όπως του φανή, κ' οι αρχαίοι, έλεγαν ίσια ίσια να μην κάμνη κανείς όπως του φαίνεται, αλλά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το μέτρον των αρχαίων ο συμβιβασμός το γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση, όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν μπορούν όμως οι αθρώποι να φτειάξουν όρια του κεφαλιού τους• τα όρια τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει νακούμε, όχι τη σοφία τη δική μας. Ο συμβιβασμός δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα• δε λογαριάζει για τίποτις μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανή ο συμβιβασμός, για να διούμε ταξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι φυσικοί νόμοι ναλλάξουν και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουν.

Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέη που το _Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο συμβιβασμός. Ο συμβιβασμός το ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν κοιτάξης καλά, κρυφτεί μέσα της κατιτίς άλλο παρά σοφία. Το παρατήρησαν και στην Εβρώπη• ο σπουδαστής ο γραικός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό τι του πης. Μα γρήγορα σταματά• ίσια μ’ ένα βαθμό θα προκόψη κι όχι παρέκει. — ή γιατί νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος είναι ο Γραικός• όλα ταρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσης, τον κόσμο θα τον κάμουμε δικό μας. Κι αλήθεια θα τον κάμναμε δικό μας, γιατί μέσα μας έχουμε κάτι και μεις. Μα…. είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει. Όλα ταρχινούμε, τίποτις δεν τελειώνουμε. Τίποτις δεν μπορούμε να τελειωποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη, στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε, — για να πούμε μια αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε επιμονή. Πάντοτες μνίσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσια με την άκρη, ίσια με το τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό κι ο συμβιβασμός δεν έχει να πη μόνο για τη γλώσσα• έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ' όλα συμβιβάζομεν, όλα τα κάμνουμε μισά, γιατί και το κεφάλι μας είναι μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε που το μισό που κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε λέγοντας που τέτοιο είταν των αρχαίων το σύστημα, που αφτό θα πη παν μέτρον άριστον και μηδέν άγαν. Τα κάτω κάτω, ο συμβιβασμός άλλο τίποτις δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η ανημποριά σε κάθε πράμα και σε κάθε εργασία.

Εμένα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι• χαίρουμαι που είναι στον κόσμο κι ο συμβιβασμός. Αφτός θα φανή ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο τρέχω μέσα στα κύματα που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα μ' αφήση να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να συμβιβάζω, θα χαρούν όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούν. Όλοι μαζί μου θα γοητευθώσιν. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μ’ έμαθε να συμβιβάζω τον ένα με τον άλλο τους χίλιους συμβιβασμούς που λουλουδιάζουν την ώρα που μιλούμε στωραίο χώμα της πατρίδας. — « Να σε δείξω τι σύστημα έχουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε γράφουσιν όλο να κλίνης, μήτε γράφουν. Άμα βάλης ένα γράφουν εδώ, ένα γράφουσιν εκεί, κάμνεις του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνον η μητέρα• κάπου κάπου κοίταξε να χώσης και μια ονομαστική μήτηρ. Πες αι ώραι κ' οι ώρες, πες η πόλις κ' η ράχη, μη νομίζητε, αλλά και μη νομίζετε. Για να μη σε λείψη κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχη να γλυστρήσης πούπετις ένα ουδέτερο το φαγείν. Οι λόγιοι θα σε πουν που πρέπει να το κάμης φαγείον. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο σοφός από τους σοφούς και τους λες• — « Όχι! γιατί είναι απαρέφατος το φαγείν.» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ• κολακέβεσαι με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και τούτο μην το παρακάμης. Πρόσεχε νάχης μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Να σε πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχης και συ και να φαίνεσαι φρόνιμος σ' ό τι κάμης και σ' ό τι πης. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής• πρέπει να ζη κανείς senza infamia e senza lode.

Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ' αγαπήσουν όλοι οι ομογενείς. Φτάνει να μην πιάσης και γράψης τίποτις. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις τάχατις πως μπορείς να γράφης σαν και μας, να βγης άξαφνα ποιητής και να μάθης τι θα πη τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει, τι κάμνει; κανονίζει, και να διής που μια μέρα όλοι θα παραδεχτούν την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζης στο νου σου letteratura (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι αχώνεφτη σε τίναζε καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στάχερα να γυρέβης. Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και γλωσσολογία.»

Για νακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.

ΚΒ'.

Οι αρχαίοι.

Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Με φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη γις. Από δω μας ήρθαν και νους και σκέψη κ’ ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λεν και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα• τον ουρανό που βλέπεις, τον έβλεπαν και τότες οι μεγάλοι• τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοίταζαν τα μάτια τους κάθε μέρα. Μέσα σ' αφτή την ατμοσφαίρα γεννιούνταν οι φωτερές ιδέες, έβγαιναν ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανέβαιναν οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσαν που θωρείς τώρα και συ.

Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τους λόφους και τα βουνάκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα. Τι ωραία, τι χαδεφτική μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή. Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία έγλυψε τη γις, έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με της πιο χαριτωμένες, με της πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Τάχει όλα ταιριασμένα,• εδώ ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκαν από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουν τόση φαιδρότητα και τέχνη.

Αιώνια χώρα θα μείνης — και μη σε μέλη! Μπορεί να σε καταπατήσουν οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούν. Ήσυχη να είσαι! Θα καταστραφούν τα σκυλιά και θα χαθούν οι βάρβαροι• μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαιν την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβης• εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!

Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθή που να του μοιάξη• μπορούμε να τόχουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ό τι και μεις δε θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος έννοιωθε μέσα του τι θα πη τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθη κανείς, ποιο είναι το καλό και τωραίο. Δεν είχε δασκάλο παρά τη φύση. Για να γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμη• χρειάζεται η συνέργεια ολωνών πρέπει να τα καταλάβουν όλοι κι όλοι να ταρέσουν. Καλλιτέχνης είταν ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του• ο νους του μπήκε σα βούλλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολώνες, μας άφησε την καλήτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πη ειλικρίνεια και τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει• δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες• βάλε μια πέτρα απάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώση τον κόσμο, να μας γελάση με τέχνες, με σοφίες και με γύρους. Δεν είταν ο σκοπός τους να φαντάξουν. Ένα μόνο κυνηγούσαν, πώς να πουν την ιδέα τους, πώς να την παραστήσουν απλά και φυσικά, για να την καταλάβη ο καθένας• δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κ' ίσια ίσια γιατί δεν είχαν άλλο σκοπό κατώρθωσαν κ' είχαν τόση τέχνη.

Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος• για τούτο σας μιλώ με τόση ζωηρότητα. Να μάθετε τι τρέχει• ίσως δεν ταποδείχτω, μα πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί. Οι αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν είμουν παιδί στα σκολειό, δε μ' έρχουνταν τα λόγια τους• με φαίνουνταν όλο πως οι αρχαίοι άλλο τίποτις δεν είταν παρά ένα σωρό δασκάλοι• έτσι το θαρρούσα, ίσως γιατί δασκάλοι με τους παράδιδαν• τους είχα για κατσούφηδες, μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να πω το κάτω κάτω, βαρετούς με τα παραπάνω. Λαχταρούσα πότε να φέξουν οι διακοπές. Όταν πήρα μοναχός μου να τους σπουδάξω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα που πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το χειμώνα, — όταν πέφτουν όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα κοντά στη φωτιά μου, — πολύ μ' αρέσει να κουβεντιάζω με τους αρχαίους! Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλοια κάμνουμε μαζί! Πόση χαρά με περεχύνουν τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουν• πόσο κλαίω, άμα δακρίσουν• πόσο με διασκεδάζουν τα παραμύθια τους και πόσο με γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η ψηλή τους φιλοσοφία και ποίηση. Τάχουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάμνουν τον περήφανο• φτάνει να τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχης για σοφολογιότατους και με πολλή καλοσύνη σε ξεσκεπάζουν τις ιδέες τους, σε φανερώνουν τις ομορφιές τους και πιάνουν τα λόγια. Πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Όλο πιθυμούσα νανταμωθούμε καμιά μέρα.

Ταξιώθηκα κι αφτό, ό τι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι• γρήγορα γρήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθή μέσα στα κελλάρια. Έτσι κρύφτηκαν όλοι και στους δρόμους δε φαίνουνταν πια ψυχή. Ο ήλιος φωτοβολούσε, που σε θάμπωνε τα μάτια. Όλα τάβλεπες κάτασπρα, η Αθήνα γυάλιζε σαν τη ζάχαρη• έλεγες που είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι• πρέπει να είμαι πάντα στο ποδάρι. Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού νανεβώ, στάθηκα κάτω μια στιγμή και κοίταξα απάνω, να διώ. Τι βλέπω; όλους τους αρχαίους μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους είταν κάπως χλωμά, μα πάντοτες ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του Beulé• άλλοι πάλε έρχουνταν ίσια με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο, καθούντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και πρόσμεναν — ποιος ξέρει τι; ίσως καμιά παράσταση που δε θα γίνη ποτές. Άλλοι είταν καθισμένοι με την αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοίταζαν το χόρτο που είχε φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσαν τη θάλασσα μπροστά τους. Είχαν ομιλίες κ' έσκυφτε ο ένας να πη κάτι ταλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα γόνατά του• θυμούνταν που τρίβοντας τα γόνατά του είχε πεθάνει και γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαίρουνταν όλοι τους να τον ακούν. Είταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διής τον ήσυχο το γέρο, όταν είχε στο νου του να πη καμιά νοστιμάδα ή να κάμη κανένα χωρατά• τότες είταν που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην προσέχη έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο να κατεβάζη τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα νάκαμνε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας πως μοιάζει τάβρος.

Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, διγούνταν παρέκει κάτι ιστορίες που τελειωμό δεν είχαν. Κάθουνταν τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον άκουγαν όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώση την αλήθεια. Μάζωνε πληροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους γέρους, πολεμούσε να διαβάση τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες χαμογελούσε το λιοντάρι• έβλεπε που το έργο του είχε μείνει στους αιώνες και που μοναχός του, πριν ακόμη μάθη ο κόσμος τι θα πη επιστήμη και κριτική τέχνη, είχε δείξει την αληθινή, τη μόνη μέθοδο της επιστήμης και της ιστορίας.

Ένας γέρος, με τα μαλλιά σαν το χιόνι, ήμερα και γλυκά τραγουδούσε κάπου κάπου της άνοιξης την καλοσύνη, του αηδονιού τη λαλιά, του Κολωνού την ωραιότητα και την ασπράδα. Είταν ο Σοφοκλής, ο μεγαλήτερος απ' όλους, ο Σοφοκλής που άναφτε η καρδιά του και που έβγαζαν οι στίχοι του φωτιά, κάθε φορά που μιλούσε για την ουράνια Δίκη, για τις Ερινύες που τους φονιάδες φονέβουν• κρύφτουνται οι Ερινύες μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους — κ' οι βράχοι θα καταντήσουν τρομάρα για όσους δεν είδαν που πίσω από τους βράχους είναι κρυμμένες οι χαλκόποδες θεές. Ο καλός ο Αισκύλος μονολογούσε• πότε τον έβλεπες σαν ιερέας να λητουργά, πότε να πολεμά σα στρατιώτης. Συνήθιζε πού και πού να βάζη στις τραγωδίες του μέσα και δυο τρεις ξένες λέξες• τις είχε μάθει στους περσικούς πολέμους. Από μακριά, ο Εβριπίδης τους κοίταζε και τους δυο. Γελούσε σαν το μαριόλο. Όταν έκλαιγε, έκλαιγε σατυρικά. Κανείς όμως δεν είχε τη φωνή του, κανείς δεν είχε το πάθος του, άμα έψαλνε την αγάπη. Έγραφε κείνη την ώρα μια στροφή κι αντιστροφή για μια του τραγωδία• μόλον τούτο δεν έμοιαζε λυπημένος. Είταν όλος χαρά και με φάνηκε πως τα έξυπνα του τα μάτια μιλούσαν κ' έλεγαν κρυφά κρυφά• — «Στάσου, να τους πιάσουμε τους Αθηναίους με τους δωρισμούς που όλο γυρέβουν. Κανένα χορό να τους φτειάξω, που τίποτις να μην καταλάβουν ούτε κείνοι ούτε οι σοφοί Εβρωπαίοι κατόπι.» Ο Αριστοφάνης δεν του τα μασούσε• τον έκαμνε κουρέλλι. Τάλεγε χοντρά κι ως τόσο πάντα με χάρη• ήξερε που είταν αρχαίος, και που του το συχωρνούσαν οι δασκάλοι να μιλή χυδαία. Οι Αθηναίοι έσκαναν από τα γέλοια.

Ο Περικλής, ο αληθινός πατέρας της δημηγορικής τέχνης, μ' ένα του λόγο κόρωνε το λαό ή τον ησύχαζε πάλε• γίνουνταν αστραπή και βροντή, αναποδογύριζε την Ελλάδα — κ' έμοιαζε θεός. Ο Δημοστένης, άλλο θεριό. Αχ! τι φωνή είταν εκείνη! Σαν τις φλόγες πετούσαν τα λόγια του κι άναφταν τις καρδιές• είταν πυρκαϊά. Λες να είταν ο Φίλιππος κανένας Σλάβος, για να τα βάλη μαζί του ο Δημοστένης με τέτοιο θυμό; Ας έχουν τη Μακεδονία τους, έλεγε, κι ας μας αφήσουν εμάς την Ελλάδα. Και δόστου και δόστου! Χτυπούσε κι όλο χτυπούσε, σαν τον Ήφαιστο με το σφυρί. Θα ξανακούσουμε καμιά μέρα τέτοιο κακό; Ας το δώσουν οι θεοί! να χαρούμε και μεις, αφού είδαμε τόσα. Τι δύναμη που την είχε! Τι καλά που μιλούσε τη γλώσσα του δήμου! έβαζε στους λόγους του μέσα τις πιο γνωστές, τις πιο συνηθισμένες λέξες, τις κοινές φράσες του λαού. Φανταστήτε το Δημοστένη να μιλή την καθαρέβουσα! Δεν είναι πια Δημοστένης• είναι δάσκαλος. Όχι! με τους χωρατάδες, με τα γέλοια, με την ειρωνεία που καίει, με το πάθος που μπαίνει ίσια μέσα στη ψυχή, με την τρομερή λογική που θέλεις δε θέλεις σε καταπείθει, το σκοπό του όλο κυνηγούσε• έρριχτε το Φίλιππο στη λάσπη• τον έκαμνε μασκαρά!

Ο φίλος ο Αριστοτέλης είχε άλλες φροντίδες. Κοίταζε πώς να πλουτίση τον αθρώπινο νου, πώς να χωρέση το κεφάλι του αθρώπου πιώτερη μάθηση, πιώτερες γνώσες, πώς να καταλογήση όσα ξέρει, πώς να κάμη την επιστήμη να προδέψη• στάθηκε ο πρώτος δάσκαλος της Εβρώπης. Περπατούσε με τους μαθητάδες του κ' έλεγε λόγια που μπορούσε κι ο Πλάτωνας να τακούση. Τα σημείωναν οι μαθητάδες γρήγορα γρήγορα και στα πεταχτά• έτσι σώθηκαν πολλά του Αριστοτέλη. Όταν τα βλέπουμε τυπωμένα, μας έρχουνται κάπως ξερά και ψυχρούτσικα• μα τώρα που τον άκουγα, που τον είχα μπροστά μου, έννοιωθα την καλοσύνη του όλη, την τρυφερή του ψυχή, της καρδιάς του τη γλυκήτητα και τη χάρη. Ποιος μπόρεσε ποτές και ποιος θα μπορέση να μιλήση με τόση αγάπη και με τόσο ύψος για το θεό; Ποιανού μάτια είδαν τόσο καθαρά και χάρηκαν τόσο πολύ να διούν τη Δικιοσύνη; Την όψη της, λέει, μήτε ο εσπερινός την αξίζει μήτε ο αβγερινός• η φύση τόσο ωραία δεν είναι! Ποιος εννόησε καλήτερα που η ενέργεια είναι ο γενικός νόμος του κόσμου; Κι όταν κλαις κι όταν έχεις κανέναν καημό και λυπάσαι, έλεγε την ώρα που τον άκουγα στην Ακρόπολη, μπορεί μόλον τούτο να μην είσαι δυστυχισμένος, αφού μέσα σου νοιώθεις την ψυχή σου κ' ενεργή. Κανένας καρδιογνώστης δεν ανάλυσε με τέτοια δύναμη κι αλήθεια κάθε πάθος της καρδιάς μας. Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη, για να ξεδιαλύση τα μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή και νου πιο γενναίο. Τόσο λαμπρά δε μίλησε κανείς για τη φιλία, που δεν αρέσει τη μοναξιά και που χαίρεται περισσότερο με την αγάπη που χαρίζει παρά με την αγάπη που παίρνει. Άνοιγε η καρδιά μου να τον ακούω. Μ' έρχουνταν όλο να πάω να του φιλήσω το χέρι.

Ο Ξενοφώντας κι ο Πλάτωνας φιλοτιμιούνταν ποιος θα μιλήση πιο καλά για το Σωκράτη. Ο Ξενοφώντας τάλεγε στρατιωτικά κι απλά. Ο Πλάτωνας έβαζε και τον Πλάτωνα μέσα. Φαιδραίνουνταν η ψυχή με τη μιλιά του. Όλα του τα λόγια είταν ένα χαμογέλοιο. Δεν κοίταζαν τα μάτια του κατά γης• έλεγες μάλιστα πως μόλις πατούσε το χώμα. Κοίταζε ψηλά ψηλά στον ουρανό, σα να γέμιζε φως ο μεγάλος του νους. Σε φαίνουνταν που θωρούσε, μέσα μέσα στα γαλάζια τουρανού, ολωνών των πραμάτων τη μορφή και τις ιδέες, και τον περεχούσε εξαίσια χαρά που τέλος ξεσκεπάζουνταν μπροστά του η αλήθεια.

Πίσω στον Παρθενώνα είταν ίσκιος και στον ίσκιο μέσα κάθουνταν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Παρμενίδης ο Ελαιάτης, ο Εμπεδοκλής, ο Ξενοφάνης. Λίγο λίγο προχωρούσαν• ο ήλιος όξω είχε τόση δύναμη, τόσο φως, που το μέρος εκείνο φαίνουνταν ακόμη πιο μάβρο• έμοιαζε σα να είταν κανένα βαθύ βαθύ σκοτάδι• έλεγες πως έβγαιναν οι φιλόσοφοι μέσα από κανένα χάος και πως πίσω τους είχανε νύχτα και καταχνιά. Όσο πρόβαιναν όμως, τόσο πιώτερο έλαμπε, τόσο πιώτερο γέμιζε αχτίδες το πρόσωπό τους. Ο Ηράκλειτος μιλούσε για τα ποτάμια που τρέχουν και για τον κόσμο που σαν ποτάμι περνά. Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψη και δίδασκε πως όλα ξαναγεννιούνται. Για τούτο χαίρουνταν και γελούσε. Ο Αναξαγόρας τους κοίταζε κ' έλεγε πως χρειάζεται Νους για να στρώση τον κόσμο, για να συγυρίση τη φύση, για να ξεχωρίση τάτομα και να ζωντανέψη την ύλη. Με πόση διάνοια, με πόση κρίση και γνώση, πρώτοι τους εκείνοι, όταν ακόμη σώπαιναν οι γλώσσες και τα κεφάλια, κατάλαβαν την ύπαρξη και τη φύση, είδαν πως μια και μόνη αρχή, ένας γενικός νόμος κυβερνά τον Κόσμο, πως ο ουρανός κ' η γις, πως όλα τα φαινόμενα που βλέπεις είναι το ίδιο πράμα και μέσα τους έχουν ένα σύστημα μοναδικό που ενώνει το καθετίς το ένα με τάλλο. Πολύ πιο σοφοί, πολύ πιο μεγάλοι στάθηκαν εκείνοι κι από το Σωκράτη κι από τους άλλους. Κουβέντιαζαν κρυφά κρυφά αναμεταξύ τους και δεν μπορούσες ν’ ακούσης τι έλεγαν. Κοντά στους φιλοσόφους και λίγο πιο πίσω, γιατί έμοιαζαν ακόμη πιο παλιοί, στέκουνταν ένα σωρό τραγουδιστάδες. Ανέβαιναν και κείνοι στην Ακρόπολη. Έρχουνταν από την Αιολίδα κ' είχαν περάσει κάμποσα χρόνια στην Ιωνία. Διγούνταν παραμύθια του λαού κι αθάνατες ιστορίες. Είχαν όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα, Όμηρος. Ένας όμως που έμοιαζε σα λοχαγός, περπατούσε μπροστά, έκρυφτε τους άλλους με τη μεγάλη του ράχη, με τωραίο του το κεφάλι και τους περιμάζωνε πίσω του με τρόπο που δεν τους έβλεπες πια και που φαίνουνταν ο μόνος Όμηρος εκείνος να είναι. Οι φιλόσοφοι κ' οι τραγουδιστάδες είχαν ομιλίες. Έλεγαν οι φιλόσοφοι• — « Ο νους του αθρώπου είταν κοιμισμένος• πρώτοι του δώσαμε ζωή. Φιλοσοφία δεν ήξερε και του μάθαμε φιλοσοφία.» — Έλεγαν οι τραγουδιστάδες• — « Η φαντασία του αθρώπου είταν κοιμισμένη• πρώτοι της δώσαμε ζωή. Ποίηση δεν ήξερε και του μάθαμε ποίηση.» Αθάνατα λόγια! Αθάνατος ο λαός που μπόρεσε μια μέρα να τα πη!

Τι να σας τα πολυλογώ; Τι να περάσω έναν έναν όσους απάντησα στην Ακρόπολη; Όλες οι δόξες της Ελλάδας βρίσκουνταν εκειπέρα• άκουσα και τον Ησίοδο να παραπονιέται γλυκά για τον αδερφό του, και να βάζη μέσα στον κατάλογό του τους ολύμπιους θεούς και τους ηρώους• τον Ιππώναχτα, τον Αρχίλοχο που σκότωναν άθρωπο μ' ένα τους στίχο• τον Αλκαίο, τον καλό σοβαρό και φρόνιμο Ανακρέοντα, την αθάνατη Σαφώ που έμοιαζε φλόγα• τον Αλκμάνα, τον Ίβυκο, το Στησίχορο το γενναίο, το θρήσκο Σιμωνίδη τον Κείο. Κάπου κάπου έβλεπα και κάτι σκιές, κατάχλωμες και σα μισοσβισμένες που περπατούσαν κάτω μακριά, τον Ορφέα, το Λίνο, το Μουσαίο• μέσα σ' αφτές τις σκιές βρίσκουνταν κι άλλες δυο• ίσως είταν ο Πυθαγόρας η μια κι ο Λυκούργος της Σπάρτης η άλλη. Όσοι στέκουνταν μπροστά στον Παρθενώνα φαίνουνταν πολύ καλήτερα. Είδα τον Ισοκράτη, που όλο διώρθωνε τα γραψίματά του, το Λυσία, τον Υπερίδη, το Λυκούργο, τους δέκα ρητόρους, τους σοφιστάδες, το Μέναντρο και τους κωμικούς, το σοφό τον Επίκουρο, τον Παναίτιο, τον Ποσειδώνιο, το Ζήνωνα και τους άλλους φιλοσόφους. Είταν κι ο Πλούταρχος εκεί, με πρόσωπο γελαστό, κοντούτσικος, με παχούτσικα μάγουλα και γενναία όψη• είταν κι ο Λουκιανός ο παιχνιδιάρης• πολεμούσαν του κάκου κ' οι δυο τους νανεβούν ίσια με τον Παρθενώνα. Είταν άλλοι πολλοί, μα πού να τους θυμηθώ; Μόνο το Θεόκριτο δεν είδα• οι αρχαίοι δεν τον ήθελαν πλάγι τους και του έλεγαν πως είναι μαϊμού. Μαζί με τους Αλεξαντρινούς τον είχανε μέσα στο Μουσείο.

Οι αρχαίοι περπατούσαν, κάθουνταν, πήγαιναν εδώ και κει, έπιαναν κουβέντες, γελούσαν και φιλοσοφούσαν. Παρατήρησα όμως που πάντα γύριζαν τη ράχη τους στο Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Παρατήρησα κι άλλο ένα• οι αρχαίοι δε μιλούσαν αρχαία, μιλούσαν τα ρωμαίικα. Οι αρχαίοι πήραν τον ίδιο δρόμο που πήρε κ' η γλώσσα τους• κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια και κάθε αιώνα λίγο λίγο μεταμορφώνουνταν η γλώσσα τους• όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιώτερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. Οι αρχαίοι, που έζησαν και κείνοι μαζί με τη γλώσσα, αφού και τώρα τους έβλεπα ακόμη στην Ακρόπολη, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν οι ίδιοι, μίλησαν τη δημοτική• — «Άλλαξαν οι καιροί, μ' έλεγαν, αλλάξαμε και μεις. Μοναχό του έγινε το πράμα, απλά και φυσικά. Χίλιες φορές αλλάξαμε γλώσσα κι άλλη δουλειά δεν κάμναμε. Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας είταν πάντα να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας και για τούτο είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. Αν έπρεπε να μιλούμε σήμερα απαράλλαχτα και σωστά σαν που μιλούσαμε τότες, ποιος θα μας καταλάβαινε; ίσως δυο τρεις φιλόλογοι στην Εβρώπη• στην Ελλάδα βέβαια μήτε μισός φιλόλογος δε θάννοιωθε τι λέμε. Τα ξεχάσαμε κι όλας. Βλέπουμε μάλιστα που σήμερα ξέρουν τη γλώσσα μας στην Εβρώπη πολύ πιο καλά παρά που την ξέραμε στα χρόνια μας. Βρίσκουν ένα σωρό πράματα που μήτε είχαμε ιδέα• ετυμολογούν τις λέξες που συνηθίζαμε καθημερνά, χωρίς να φανταστούμε που είχαν καμιά συγγένεια μ' άλλες γλώσσες και που τις ίδιες ρίζες μπορείς ναπαντήσης στα σασκρίτικα και σε πολλές άλλες γλώσσες. (Είταν τόντις προκομμένοι οι αρχαίοι• να που ήξεραν και σασκρίτικα!). Μόλον τούτο δεν είπαμε ποτές τη γλώσσα μας βάρβαρη. Σήμερα στην Ελλάδα, όσο μπορέσαμε να καταλάβουμε, όποιος δεν ξέρει να ετυμολογήση μια λέξη ή να ξηγήση έναν τύπο, δεν πάει να μάθη στο σκολειό, μόνο θα πη τη λέξη βάρβαρη και βάρβαρο τον τύπο, γιατί νομίζει πως ό τι εκείνος δεν ξέρει, δεν μπορεί και να είναι σωστό.» Αναστέναζαν οι αρχαίοι και παραπονιούνταν• — «Αχ! παιδί μου, να ήξερες τι σκοτούρες που μας έδωσε η γλώσσα μας! Όταν αρχίσαμε να γράφουμε, είχαμε κάμποσες δυσκολίες. Η γλώσσα μας μορφωμένη δεν είταν ακόμη. Ρώτα τον Πλάτωνα να στο πη• για να φτάξη η γλώσσα του ομηρικού στίχου στην αττική φράση, για να γίνη η ομηρική γλώσσα ό τι έγινε κατόπι στον καιρό της χρυσής μας εποχής, χρειάστηκε δουλειά και κόπος. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να κάμουμε τη γλώσσα μας κάτι να είναι και να φαίνεται. Τώρα που το κατωρθώσαμε, μας βγήκε άλλος μπελάς στο κεφάλι• μας έβαλαν την καθαρέβουσα στη ράχη. Πρέπει να τη φορτωθούμε, σα να είταν τάχατις γλώσσα δική μας, σα να είταν παιδί μας και σα να την είχαμε κάμει ποτές.»

Κάποτες θύμωναν οι αρχαίοι• — « Η καθαρέβουσα! Είναι άξιοι να κάμουν τον κόσμο να πιστέψη πως τόντις μπορέσαμε να μιλήσουμε τέτοια βάρβαρη γλώσσα! Πάντα μιλήσαμε τη γλώσσα του καιρού που ζούσαμε. Αλλιώς πώς θα είτανε δυνατό να σωθούν οι ραψωδίες αφτωνών που βλέπεις εκειπέρα, πίσω στον Παρθενώνα; Α δεν είταν του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο λαός; πώς θα την ήξερε; Πώς θα πήγαιναν οι Αθηναίοι στα θέατρα νακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα το κατώρθωνε ο Δημοστένης να βάλη φωτιά σ' όλη την Ελλάδα; Ποιος θάδινε προσοχή στα λόγια του Δημοστένη, αν ο καθένας δεν είταν άξιος να τα καταλάβη;»

Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! φρόνιμα μιλούσαν. Οι αρχαίοι κάπου κάπου άνοιγαν το στόμα κι απορούσανε σαν τα παιδιά. Έβλεπαν κάθε μέρα στην Ακρόπολη Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και δεν ήξεραν καλά καλά τι λογής αθρώποι είταν. Άξαφνα με ρώτηξαν• — « Τι πράματα είναι τούτοι με τα ψηλά καπέλλα και τα κοντά τα ρούχα; Τώρα που σ’ ήβραμε, για πες μας λιγάκι.» — « Αφτοί, τους κάμνω γω, είναι ξένοι. Λέγουνται Γκέτες, Σαικσπείρος και Βολταίρος. Καλοί μου προγόνοι, βλέπετε που δεν έχουν ελληνικά ονόματα• σαν που συνηθίζατε να λέτε στον καιρό σας, είναι βάρβαροι.» — «Βάρβαροι! σώπα, παιδί! Αν είναι αφτοί που λες, τους ξέρουμε γιατί κουβεντιάζουμε συχνά μαζί στους ηλύσιους κάμπους• εκεί κάτω, φορούνε χιτώνα σαν και μας• για τούτο δεν τους γνωρίσαμε τώρα με τα φωκόλα. Μη λες βαρβάρους τέτοιους άντρες• είναι δικοί μας. Ό τι κάμαμε στα χρόνια μας, τόκαμαν εκείνοι στα δικά τους. Είναι ίσια με μας και μη σε μέλη.» — « Έλεγα μόνο…, προσπάθησα να το διορθώσω, γιατί δεν έγραψαν τη γλώσσα σας και μόνο με τη γλώσσα την αρχαία νόμιζα που μπορούσε κανείς να γράψη αθρωπινά. Ο Σαικσπείρος τουλάχιστο μεταφράστηκε.» Είδα που ο λόγος μου δεν τους άρεσε. Σιγά σιγά μουρμούριζαν• — « Την αλήθεια, την αλήθεια, παιδί μου!» Δεν είπα πια γρυ• μόνο, για να μην τα χαλάσουμε, που τα πηγαίναμε τόσο καλά, έπιασα τα γόνατά τους σαν τον ικέτη• έπειτα πήγα να κάτσω χαμηλά χαμηλά κατά γης, να τους κοιτάζω.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings