← Table of contents
Συρανό δε Μπερζεράκ

Front matter

George Stratigis translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.

text
text

ΕΔΜΟΝΔΟΥ ΡΟΣΤΑΝ

ΣΥΡΑΝΟ

ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ

ΕΜΜΕΤΡΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΔΡΑΜΑ

ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝ ΥΠΟ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΗ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», ΣΤΑΔΙΟΥ 44 1921

ΕΔΜΟΝΔΟΥ ΡΟΣΤΑΝ

ΣΥΡΑΝΟ ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ

ΕΜΜΕΤΡΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΔΡΑΜΑ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝ ΥΠΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΗ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ: I Ω Α Ν Ν Η Σ Δ. Κ Ο Λ Λ Α Ρ Ο Σ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ΣΤΑΔΙΟΥ 44

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΥΡΑΝΟ ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚΨιλός ιππεύς

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕ ΝΕΒΙΓΕΤΟ θυρωρός

ΚΟΜΗΣ ΔΕ ΓΚΥΣΗΣΟ αστός

ΡΑΓΚΕΝΩΟ υιός του

ΛΕΜΠΡΕΤΕίς νυκτοκλέπτης

Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΚΑΡΜΠΟΝΕίς θεατής

ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥΕίς φύλαξ

Οι επίλεκτοιΕίς καπουτσίνος

ΛΙΝΙΕΡΟ παίκτης του οξυαύλου

ΔΕ ΒΑΛΒΕΡΤΔύο μουσικοί

Πρώτος μαρκήσιοςΟι ποιηταί

Δεύτερος μαρκήσιοςΟι ζαχαροπλάσται

Τρίτος μαρκήσιοςΡΟΞΑΝΗ

ΜΟΝΦΛΕΡΥΗ αδελφή ΜΑΡΘΑ

ΜΠΕΛΡΟΖΛΙΖΑ

ΖΟΝΔΕΛΕΗ πράτρια

ΚΥΖΗΗ μήτηρ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

ΜΠΡΙΣΑΓΙΗ ακόλουθος

Είς οχληρόςΗ αδελφή ΚΛΑΡΑ

Είς σωματοφύλαξΜία ηθοποιός

Έτερος »Οι ακόλουθοι

Αξιωματικός Ισπανός Η ανθοπώλις

* * *

Το πλήθος, αστοί, μαρκήσιοι, σωματοφύλακες, νυκτοκλέπται, ζαχαροπλάσται, ποιηταί, επίλεκτοι. Γασκόνοι, ηθοποιοί, τα βιολιά, ακόλουθοι, παιδία, στρατιώται Ισπανοί, θεαταί, κομψευόμεναι, ασταί, καλογραίαι κτλ.

(Αι τέσσαρες πρώται πράξεις τω 1650, η πέμπτη τω 1655)

Απαγορεύεται η από σκηνής διδασκαλία άνευ της ρητής συγκαταθέσεως του μεταφραστού.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΤΟΝ ΜΟΥ ΑΔΕΛΦΟΝ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΝ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΡΩ ΤΗΣ ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΙΑΣ

Η αίθουσα του Μεγάρω της Βουργουνδίας τω 1640. Είδος παραπήγματος του παιγνιδίου της σφαίρας διασκευασθέντος και εξωραϊσθέντος δια παραστάσεις.

Η αίθουσα είνε μακρόν τετράγωνον. Φαίνεται λοξώς, εις τρόπον ώστε μία εκ των πλευρών αποτελεί το βάθος, το οποίον αναχωρεί εκ του πρώτου επιπέδου, δεξιόθεν, και βαίνει προς το τελευταίον επίπεδον, αριστερόθεν, διά να σχηματίση γωνίαν μετά της σκηνής, παρουσιαζούσης τετμημένον ρόμβον.

Η σκηνή αύτη εμφράττεται, εκατέρωθεν, κατά μήκος των παρασκηνίων, υπό εδωλίων. Η αυλαία σχηματίζεται υπό δύο εμπετασμάτων, δυναμένων να διανοιχθώσιν. Άνωθεν του μανδύου του Αρλεκίνου, τα βασιλικά οικόσημα. Κατέρχεταί τις από της εξέδρας προς την αίθουσαν διά ευρειών βαθμίδων. Εκατέρωθεν των βαθμίδων τούτων, η θέσις των βιολίων. Σειρά λαμπάδων.

Δύο σειραί υπερκειμένων πλαγίων περιστυλίων. Η ανωτέρα σειρά διαιρείται εις θεωρεία. Ουδεμία έδρα εις την πλατείαν, ήτις είνε αυτή η σκηνή του θεάτρου. Εις το βάθος της πλατείας ταύτης, δηλαδή δεξιόθεν, υπάρχουσιν θρανία τινα σχηματίζοντα βαθμίδας και υπό κλίμακα φέρουσαν προς τας ανωτέρας θέσεις, και φαινομένην ολίγον μόνον, υπάρχει είδος κυλικείου κεκοσμημένου υπό μικρών πολυελαίων, ανθοδοχείων, κρυσταλλίνων ποτηρίων, πινακίων με πλακούντας, φιαλιδίων κτλ. εις το βάθος, εν τω μέσω, υπό την στοάν των θεωρείων, η είσοδος του θεάτρου. Μεγάλη θύρα ημιάνοικτος διά ναφίνη δίοδον εις τους θεατάς. Επί των φύλλων της θύρας ταύτης, ως και εις διαφόρους γωνίας, και άνωθεν του κυλικείου, ερυθρά προγράμματα επί των οποίων αναγινώσκει τις: Η ΚΛΟΡΙΣΗ.

Κατά την ύψωσιν της αυλαίας, η αίθουσα ευρίσκεται ημίφωτος, κενή εισέτι. Οι πολυέλαιοι είνε καταβιβασμένοι εις το μέσον της πλατείας, έτοιμοι όπως αναφθώσι.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, φθάνει ολίγον κατ' ολίγον. ΙΠΠΕΙΣ, ΑΣΤΟΙ, ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ, ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ, ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, ο ΘΥΡΩΡΟΣ κλπ. Έπειτα οι ΜΑΡΚΗΣΙΟΙ, ΚΥΖΗ, ΜΠΡΙΣΑΓΙ, η ΠΡΑΤΡΙΑ, τα ΒΙΟΛΙΑ κτλ.

(Ακούεται όπισθεν της θύρας θόρυβος φωνών, έπειτα είς ΙΠΠΕΥΣ εισέρχεται αποτόμως).

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ακολουθών αυτόν. Στάσου! τα δεκαπέντε σου σολδία!

ΙΠΠΕΥΣ Μπαίνω τζάμπα!

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ Και διατί;

ΙΠΠΕΥΣ Είμ' ελαφρός ιππεύς του Βασιλέως!

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, προς άλλον ιππέα, όστις μόλις εισήλθε Σεις;

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ Δεν πληρόνω.

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ Αλλά πώς . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ Είμαι σωματοφύλαξ!

ΠΡΩΤΟΣ ΙΠΠΕΥΣ προς τον δεύτερον. Στας δυο αρχίζουν μοναχά. Είν' άδεια η πλατεία. Έλα να παίξουμε σπαθί.

(Ξιφασκούσι με ξίφη τα οποία είχον φέρει).

ΘΕΡΑΠΩΝ εισερχόμενος. Φλαγγίνε!. .. . Ψιτ!. .. .

ΕΤΕΡΟΣ μόλις εισελθών. Καμπάνη!.. .

Ο ΠΡΩΤΟΣ, δεικνύων εις αυτόν παιγνίδια, τα οποία εξάγει εκ του εσωκαρδίου του.

Χαρτιά και κύβους.

(Κάθηται κατά γης).

Παίζουμε;

Ο ΔΕΥΤEΡΟΣ κάθηται επίσης· Βεβαίως, κατεργάρη!

Ο ΠΡΩΤΟΣ σύρων εκ του θυλακίου του τεμάχιον κηρίου, το οποίον ανάπτων κολλά επί της γης. Έκλεψ' απ' τον αφέντη μου κερί ένα κομμάτι.

ΦΡΟΥΡΟΣ προς μίαν ανθοπώλιδα πλησιάζουσαν Καλά 'κανες που ήλθες πριν νανάψουνε τα φώτα.

(Περιπτύσσεται την οσφύν της)

ΕΙΣ ΤΩΝ ΞΙΦΟΜΑΧΩΝ, κτυπηθείς. Μ' εύρες!

ΕΙΣ ΤΩΝ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΩΝ Σπαθί!

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ καταδιώκων την ανθοπώλιδα· Ένα φιλί!

ΑΝΘΟΠΩΛΙΣ Μας βλέπουν!.. .

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, σύρων αυτήν εις σκοτεινήν γωνίαν. Μη φοβάσαι!.. .

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ, καθήμενος κατά γης μετ' άλλων φερόντων τροφάς. 'Σάν έρχεται προτήτερα κανείς μπορεί να τρώγη.

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, οδηγών τον υιόν του. Παιδί μου, ας καθήσωμεν εδώ.

ΕΙΣ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΗΣ Τρία του άσσου!

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ, εξάγων φιάλην υπό τον μανδύαν και καθήμενος· Ο μέθυσος πρέπει να πιή βουργουνδικό κρασάκι.. .

(πίνει)

Μέσα εις το βουργουνδικό Παλάτι .. .

Ο ΑΣΤΟΣ, προς τον υιόν του. Δεν νομίζεις, Πούσαι σε μέρος άσχημο;

(Δεικνύει διά της ράβδου του τον μέθυσον)

Μέθυσοι!.. .

(οπισθοχωρεί, είς εκ των ξιφομάχων τον ωθεί)

Ξιφομάχοι!

(πίπτει εν μέσω των χαρτοπαικτών).

Και χαρτοπαίκτες!

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, όπισθέν του, ακκιζόμενος με την γυναίκα. Ένα φιλί!

Ο Αστός απομακρύνων ζωηρώς τον υιόν του. Ντροπές! Κι' όταν θυμάμαι Πως τον Ροτρύ επαίξανε 'στή σάλα αυτή, παιδί μου!

Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ Και τον Κορνήλιον!

ΟΜΙΛΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝ, κρατουμένων διά των χειρών εισέρχεται χορεύων φαρανδόλαν και άδων. Τρα λα λα λα λα λα λα λέρα . . .

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ αυστηρώς προς τους ακολούθους. Ακόλουθοι, όχι σκάνδαλα!

ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ μετά δήθεν τρωθείσης αξιοπρεπείας. Κύριε! Τι υποψία!

(Ζωηρώς προς τον δεύτερον, μόλις ο θυρωρός έστεψε τα νώτα).

Μήπως σου 'βρίσκεται κλωστή;

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Μαζύ με το αγκίστρι.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Μπορεί κανείς από ψηλά περούκες να ψαρέψη.

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, έχων πέριξ του πολλούς ανθρώπους υπόπτου φυσιογνωμίας. Λοιπόν ελάτε την κλεψιά, μικροί μου, να σας μάθω, Αφού για πρώτη κλέβετε φορά . . .

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ , κραυγάζων προς άλλους ακολούθους λαβόντας θέσιν εις τας ανωτέρας σειράς. Αι! καλαμάκια Μην έχη από σας κανείς;

ΤΡΙΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, άνωθεν. Μαζύ με τα μπιζέλια.

(Φυσά και τους κτυπά με τα μπιζέλια).

Ο ΥΙΟΣ προς τον πατέρα. Και τι θα παίξουν σήμερα;

Ο ΑΣΤΟΣ Κ λ ο ρ ί σ η ν.

Ο ΥΙΟΣ Τίνος είνε;

Ο ΑΣΤΟΣ Είνε του Βαλτασάρ Μπαρό! Είνε ωραίο δράμα! . . .

(Ανέρχεται, λαμβάνων τον βραχίονα του υιού του).

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, εις τους ακολούθους του, Των μανικιών να κόβετε προ πάντων της νταντέλες!

ΕΙΣ ΘΕΑΤΗΣ, προς έτερον δεικνύων εις αυτόν μίαν υψηλήν γωνίαν. 'Κεί πάνω ήμουνα 'στού Σ ι δ την πρώτη!

Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, κάμνων διά των δακτύλων του το σημείον της κλοπής. Τα ρολόγια . . .

Ο ΑΣΤΟΣ, κατερχόμενος πάλιν προς τον υιόν του. Θα 'δής ηθοποιούς πολύ ενδόξους . . .

Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, κάμων χειρονομίαν ότι εξάγει τι διά λαθραίων κινήσεων. Τα μανδύλια . . .

Ο ΑΣΤΟΣ Τον Μονφλερύ . . .

ΚΑΠΟΙΟΣ, κραυγάζων εκ της ανωτέρας σειράς. Ανάψατε λοιπόν τους πολυελαίους! . . .

Ο ΑΣΤΟΣ Τον Μπελερόζ, Επύ, Μπωπρέ και Ζονδελέ.

ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εις την πλατείαν. Α! να την! Εφάνηκεν η πράτρια!

Η ΠΡΑΤΡΙΑ, εμφανιζομένη όπισθεν του κυλικείου. Πάρετε πορτοκάλια, Γάλα, βατόμουρο, ξυνό από το κίτρο . . .

(Θόρυβος εις την θύραν).

ΦΩΝΗ ΟΞΕΙΑ Τόπον, Ζώα!

Ο ΘΕΡΑΠΩΝ, έκπληκτος. Πώς; οι μαρκήσιοι εις την πλατείαν!

ΑΛΛΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ Ίσως Για μια στιγμή.

(Εισέρχεται όμιλος μικρών μαρκησίων).

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, βλέπων την αίθουσαν ημίκενον Πώς; φθάνομεν ως έμπορ' υφασμάτων. Χωρίς νανησυχήσουμε κανένα και τα πόδια Του κόσμου να πατήσουμε; Πφ! είνε αηδία!

(Ευρίσκεται ενώπιον άλλων ευγενών προ ολίγου εισελθόντων),

Κυζή! Μπρισάγι!

ΚΥΖΗ Πιστοί εμείς! . . . προτού τα φώτ' ανάψουν, Εφθάσαμεν.

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Α! μη ρωτάς! μου έρχεται να σκάσω . . .

ΕIΣ ΑΛΛΟΣ

Παρηγορήσου, φίλε μου, ο φανοκόρος φθάνει.

ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, χαιρετίζον την είσοδον του φανοκόρου Α!

(Συναθροίζονται πέριξ των πολυελαίων, τους οποίους ανάπτει. Πρόσωπά τινα λαμβάνουσι θέσιν εις τα θεωρεία. Ο Λινιέρ εισέρχεται εις την πλατείαν δίδων τον βραχίονα εις τον Χριστιανόν δε Νεβιγέτ. Ο Λινιέρ, με τα ενδύματά του εν αταξία, έχει φυσιογνωμίαν οινόφλυγος διακεκριμένου. Ο Χριστιανός, ενδεδυμένος κομψώς, αλλ' όχι κατά τον συρμόν, φαίνεται αφηρημένος και παρατηρεί τα θεωρεία).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι αυτοί, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΛΙΝΙΕΡ, έπειτα ΡΑΓΚΕΝΩ και ΛΕΜΠΡΕΤ

ΚΥΖΗ Ο Λινιέρ!

ΜΠΡΙΣΑΓΙ Αμέθυστος ακόμη! . . .

ΛΙΝΙΕΡ, χαμηλοφώνως προς τον Χριστιανόν, Επιθυμείτε Να σας συστήσω προς αυτούς;

(Σημείον συγκαταθέσεως του Χριστιανού).

Δε Νεβιγέτ, βαρώνος.

(Χαιρετισμοί)

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, επευφημεί την ανύψωσιν του αναφθέντος πολυελαίου. Α!

ΚΥΖΗ, προς τον Μπρισάγι παρατηρών τον Χριστιανόν. Κεφαλή ωραία.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, όστις ήκουσε. Χμ!

ΛΙΝIΕΡ, παρουσιάζων προς τον Χριστιανόν. Οι κύριοι δε Μπρισάγι και δε Κυζή . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ υποκλινόμενος. Χαίρω πολύ!

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ εις τον δεύτερον. Είν' αρκετά ωραίος, Μα δεν φορεί ενδύματα της τελευταίας μόδας.

ΛΙΝΙΕΡ, προς τον Κυζή. Εκ της Τουραίνης έφθασεν ο κύριος;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι, μόλις Είμαι προ είκοσι ημερών εις Παρισίους μόνον. Και αύριον εις την φρουράν των επιλέκτων 'μπαίνω.

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ , παρατηρών τα πρόσωπα τα εισερχόμενα εις τα θεωρεία. Ιδού η πρόεδρος Ομπρύ!

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Πάρετε πορτοκάλια, Γάλα . . .

ΤΑ ΒΙΟΛΙΑ, χορδιζόμενα. Λα . . . λα . . .

ΚΥΖΗ, προς τον Χριστιανόν δεικνύων εις αυτόν την πληρουμένην αίθουσαν. Κόσμος!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ω ναι, πολύς!

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Όλα τα κάλλη!

(Ονομάζουσι τας γυναίκας, εφ' όσον εισέρχονται πολυτελώς ενδεδυμέναι εις τα θεωρεία. Χαιρετισμοί, αντιχαιρετισμοί μετά μειδιαμάτων).

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Να! αι Κυρίαι Γκεμενέ . . .

ΚΥΖΗ Μποά Δωφέν . . .

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Παληά μας Αγάπη . . .

ΜΠΡΙΣΑΓΙ Η Σαβινύ . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Οπού με της καρδιές μας παίζει!

ΛΙΝΙΕΡ Μπα! έφθασεν ο κύριος Κορνήλιος εκ Ρουένης.

Ο ΝΕΟΣ, προς τον πατέρα του. Όλ' η Ακαδημία μας εδώ 'νε;

Ο ΑΣΤΟΣ Αλλά . . . βλέπω Μέλη πολλά. Να ο Μποδύ, Μπουσά, και δε Λασάμπρε Πορσέρ, Μπουρζέ και Κολυμβύ, Μπουρδόν, Αμπώ. Είν' όλα Τα ονόματα οπού κανέν ποτέ δεν θ' αποθάνη. Ω! τι ωραίον!

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Προσοχή! Αι κομψευόμεναί μας Κάθηνται. Η Βαρθεναΐς και η Ουριμεδόντη, Η Κασσανδάς, Φελιξερή . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Ω! τα επώνυμά των, Θεέ μου, είν' εξαίρετα! Μα τα γνωρίζεις όλα, Μαρκήσιε;

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Μαρκήσιε, ναι, όλα τα γνωρίζω.

ΛΙΝΙΕΡ, λαμβάνων κατά μέρος τον Χριστιανόν. Εμπήκα, φίλε μου, εδώ για να σας κάμω χάριν. Δεν έρχετ' η κυρία σας. Εις το ελάττωμά μου Θα επιστρέψω.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ικετεύων. Όχι! Σεις που ψάλλετε την πόλι Και την αυλή θα μείνετε, για να μου πήτε, ποία Είν' η γυναίκα π' αγαπώ με πάθος.

(Ο αρχηγός των βιολίων κτυπών το αναλόγιον με το τόξον του).

Τα βιολιά σας, Κύριοι!

(Εγείρει το τόξον).

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Πάρετε, καλά μπισκότα, λεμονάδα . . .

(Τα βιολία αρχίζουν να παίζουν).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πανούργος και φιλάρεσκος φοβούμαι μήπως είνε. Να της 'μιλήσω δεν τολμώ, γιατί δεν έχω πνεύμα . . . Η γλώσσα που την σήμερον και ομιλούν και γράφουν, Με θορυβεί. Είμαι καλός, μα 'ντροπαλός στρατιώτης. — Την βλέπω πάντα δεξιά 'στό άδειο θεωρείο.

ΛΙΝΙΕΡ, έτοιμος να εξέλθη Φεύγω.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κρατών αυτόν. Αλλ' όχι, μείνετε!

ΛΙΝΙΕΡ Δεν ειμπορώ. Προσμένει εις την ταβέρνα ο Δασουσί. Ψωφούν από τη δίψα Εδώ.

Η ΠΡΑΤΡΙΑ, διερχομένη προ αυτού μεθ' ενός δίσκου Πορτοκαλάδα;

ΛΙΝΙΕΡ Ουφ!

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Γάλα;

ΜΙΝΙΕΡ Πουφ!

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Ριβεσάλτο;

ΛΙΝΙΕΡ Αλτ!

(Προς τον Χριστιανόν).

Μένω ακόμα μια στιγμή. Δος μου απ' το ριβεσάλτο.

(Κάθηται πλησίον του κυλικείου. Η πράτρια τον κερνά ριβεσσάλτον).

ΦΩΝΑΙ, εκ του κοινού, κατά την είσοδον ενός ανθρώπου φαιδρού κ' ευσάρκου.

Α! Ραγκενώ! . . .

ΛΙΝΙΕΡ, προς τον Χριστιανόν Ο Ραγκενώ, ζαχαροπλάστης μέγας.

Ο ΡΑΓΚΕΝΩ, ενδεδυμένος ως ζαχαροπλάστης, προχωρεί ζωηρώς προς τον Λινιέρ. Τον κύριον δε Συρανό μην έτυχε να δήτε;

Ο ΛΙΝΙΕΡ, παρουσιάζων τον Ραγκενώ προς τον Χριστιανόν. Των ποιητών κ' ηθοποιών είν' ο ζαχαροπλάστης.

Ο ΡΑΓΚΕΝΩ, θορυβούμενος. Τιμή μεγάλη! . . .

ΛΙΝΙΕΡ Σιωπή! Μαικήνας των δεν είσαι;

ΡΑΓΚΕΝΩ Ναι, τρων οι κύριοι αυτοί σ' εμένα.

ΛΙΝΙΕΡ Επί πιστώσει. Τρελλός για στίχους.

ΡΑΓΚΕΝΩ Αληθές, πως για 'να τραγουδάκι . . .

ΛΙΝΙΕΡ Δίνεις μια τούρτα . . .

ΡΑΓΚΕΝΩ Όχι δα! ένα μικρό τουρτάκι!

ΛΙΝΙΕΡ Τι αγαθός! ωσάν γιαυτό να δικαιολογήται! . . . Για μια στροφή δεν έδωσες

ΡΑΓΚΕΝΩ Τσουρέκια.

ΛΙΝΙΕΡ, αυστηρώς. Με το γάλα. Και τ' αγαπάς το θέατρον;

ΡΑΓΚΕΝΩ Μέχρ' ειδωλολατρείας.

ΛΙΝΙΕΡ Πληρώνεις με γλυκίσματα τα εισιτήριά σου! Και τώρα πες, η θέσις σου απόψε, μεταξύ μας, Τι σου κοστίζει;

ΡΑΓΚΕΝΩ Τέσσερα μπουρέκια. Δεκαπέντε Πάστες.

(Παρατηρών πανταχού).

Ο κύριος Συρανό δεν ήλθεν; Απορία Μου έρχεται.

ΛΙΝΙΕΡ Και διατί;

ΡΑΓΚΕΝΩ Ο Μονφλερύ θα παίξη!

ΛΙΝΙΕΡ Πράγματι, αυτός ο κοιλαράς του Φαίδωνος το ρόλο θα παραστήση σήμερον. Αλλά και τι τον μέλλει Αυτό τον Συρανό;

ΡΑΓΚΕΝΩ Αλλά λοιπόν το αγνοείτε; Διέταξε τον Μονφλερύ, που έχει 'στό στομάχι, Να μη πατήση 'στήν σκηνή τριάντα 'μέρες.

ΛΙΝΙΕΡ, όστις ευρίσκεται εις το τέταρτον ποτήρι του. Τώρα Λοιπόν;

ΡΑΓΚΕΝΩ Θα παίξη ο Μονφλερύ!

ΚΥΖΗ, πλησιάζων με τον όμιλόν του. Και τι μπορεί να κάμη;

ΡΑΓΚΕΝΩ Χο! χο! εγώ ήλθα να δω!

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Ο Συρανό, ποιος είνε;

ΚΥΖΗ Είνε ένας νέος που 'στής σπαθιές τον όμοιό του δεν έχει.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Είν' ευγενής;

ΚΥΖΗ Ναι, αρκετά, Είν' εκ των επιλέκτων.

(Δεικνύων ένα ευγενή, όστις πηγαινοέρχεται εις την αίθουσαν, ωσάν να εζήτει κανένα).

Αλλά ο φίλος του Λεμπρέτ Θα σας πληροφορήση.

(Καλεί αυτόν).

Λεμπρέτ;

(Ο Λεμπρέτ τους πλησιάζει).

Ζητείς τον Μπερζεράκ;

ΛΕΜΠΡΕΤ Ναι, κ' εις ανησυχίαν Ευρίσκομαι.

ΚΥΖΗ Ο άνθρωπος αυτός, δεν είν' αλήθεια, Πώς διόλου δεν είνε κοινός;

ΛΕΜΠΡΕΤ, μετά τρυφερότητος. Ω! υπό την σελήνην Πλάσμ' απ' αυτόν γλυκύτερον δεν είδα!

ΡΑΓΚΕΝΩ Στιχοπλόκος!

ΚΥΖΗ Και ξιφομάχος!

ΜΠΡΙΣΑΓΙ Φυσικός!

ΛΕΜΠΡΕΤ Και μουσικός!

ΛΙΝΙΕΡ Και ποίαν Έχει μορφήν αλλόκοτον!

ΡΑΓΚΕΝΩ Βεβαίως, δεν πιστεύω, Πως την εικόνα του ποτέ θα μας την ζωγραφίση Ο σοβαρός ζωγράφος μας, ο δε Σαμπαίν. Αλλ' όμως Παράδοξος, αλλόκοτος, περίεργος, αστείος, Θα εχρησίμευε, φρονώ, ως ο μαχαιροβγάλτης Ο πειο τρελλός 'στόν Ιάκωβον Καλότ, τον μακαρίτην, Διά τας προσωπίδας του. Καπέλλο με λοφίον Τριπλούν, 'σωκάρδι μ' έξ φτερά, καπότο, που από 'πίσω Μ' επισημότητα πολλήν η σπάθη του σηκόνει, Καθώς αυθάδους κόκορα ουρά που καμαρώνει, Απ' όλους δε τους Αρταμπάν πειο γαύρος, που η Γασκόνη Ήτο και θάνε πάντοτε η ξακουσμένη μάνα, Σαν τραχηλιά αρλεκινική, τον βλέπεις να προβάλλη Μια τέτοια μύτη! Α! κύριοι, τι μύτη εκείνη η μύτη! Στον δρόμο δεν μπορείς να δης μια τέτοια προσωπίδα, Χωρίς να κράξης! «Α! μ' αυτή μοιάζει 'σάν προβοσκίδα!» Έπειτα λες χαμογελών: «Θα την πετάξη . . .» Αλλ' όμως Ο κύριος δε Μπερζεράκ δεν την πετά ποτέ του.

ΛΕΜΠΡΕΤ, σείων την κεφαλήν. Τη φέρει — κι' όποιος τη θωρεί τόνε καταξεσχίζει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, υπερηφάνως. Το ξίφος του είνε το μισό του ψαλλιδιού της Μοίρας.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, υψών τους ώμους. Δε θάρθη!

ΡΑΓΚΕΝΩ Θάρθη! Στοίχημα σας βάζω ένα ορνίθι Κατά τον Ραγκενώ!

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Δεκτόν!

(Ψίθυροι θαυμασμού εις την αίθουσαν. Η Ροξάνη ενεφανίσθη εν τω θεωρείω της. Κάθηται εις το έμπροσθεν μέρος, η ακόλουθός της εις το βάθος. Ο Χριστιανός, απασχολούμενος να πληρώση την πράτριαν, δεν παρατηρεί).

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Α! κύριοι! αλλ' είνε Υπερβαλλόντως θελκτική!

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Ροδάκινο που ρίχνει Χαμόγελο 'στή φράουλα!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Κ' είνε δροσάτη τόσον, Που πειο κοντά της θ' άρπαζες συνάχι 'στήν καρδιά σου.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εγείρων την κεφαλήν, παρατηρεί την Ροξάνην, και αρπάζων ζωηρώς τον βραχίονα του Λινιέρ. Αυτή είνε!

ΛΙΝΙΕΡ, παρατηρών. Α! είνε αυτή!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πες γρήγορα! Φοβούμαι.

ΛΙΝΙΕΡ, πίνων βραδέως το ριβεσάλτον του. Είν' η Μαγδαληνή Ρομπέν, μεπώνυμον Ροξάνη — Κομψευομένη φίνα.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Φευ!

ΛΙΝΙΕΡ Είν' ορφανή· ελευθέρα. 'Ξαδέλφη του δε Συρανό — που ομιλούσαν τώρα . . .

(Κατ' αυτήν την στιγμήν, είς κύριος κομψότατος, με την κυανήν ταινίαν χιαστί, εισέρχεται εις το θεωρείον, και όρθιος, συνομιλεί μετά της Ροξάνης).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ανασκιρτών. Ποιος είν' ο άνθρωπος αυτός; . . .

ΛΙΝΙΕΡ, όστις αρχίζει να μεθύη, κλείων τον οφθαλμόν. Χε! Χε! κόμης δε Γκύσης. Ερωτευμένος με αυτήν. Αλλά υπανδρευμένος Με του Αρμόνδου Ρισελιέ την ανεψιά. Σκοπεύει Με κάποιον υποκόμητα Βαλβέρτ να την νυμφεύση. Ελεεινόν και . . . πρόθυμον. Αυτή δεν υπογράφει, Αλλ' είν' ο κόμης ισχυρός, και να καταδιώξη Μπορεί ευκόλως μιαν αστήν. Τον ύπουλον σκοπόν του Τον απεκάλυψ' άλλως τε σένα μικρό τραγούδι, Που . . . χα! θα πνέει μένεα!. . — Το τέλος του προ πάντων, Ήτο τσουχτό . . . Ακούσατε . . .

(Εγείρεται παραπαίων, με το ποτήριον υψηλά, έτοιμος να ψάλλη).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α! όχι! Καληνύχτα.

ΛΙΝΙΕΡ Για πού;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τον Κύριον Βαλβέρτ να 'βρω.

ΛIΝΙΕΡ Προφυλαχθήτε! Θα σας φονεύση!

(Δεικνύει εις αυτόν διά του νεύματος την Ροξάνην).

Μείνατε. Σας βλέπουν. Είν' αλήθεια.

(Μένει εν εκστάσει. Ο όμιλος των νυκτοκλεπτών από της στιγμής εκείνης βλέπων αυτόν χαίνοντα, τον πλησιάζει).

ΛΙΝΙΕΡ Εγώ αναχωρώ. Διψώ. Και θα με περιμένουν εις της ταβέρνες.

(Εξέρχεται παραπαίων).

ΛΕΜΠΡΕΤ, όστις έκαμε τον γύρον της αιθούσης, επανέρχεται προς τον Ραγκενώ με φωνήν ήσυχον. Πουθενά ο Συρανό.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δυσπίστως. Εν τούτοις . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Ελπίζω τα προγράμματα δεν έχει 'δεί,

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Αρχίστε! Αρχίστε!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Οι ΑΥΤΟΙ εκτός του ΛΙΝΙΕΡ. ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ΒΑΛΒΕΡΤ. Έπειτα ΜΟΝΦΛΕΡΥ.

ΕΙΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, βλέπων τον δε Γκύσην, όστις κατέρχεται του θεωρείου της Ροξάνης και διασχίζει την πλατείαν, περιστοιχιζόμενος ευλαβώς υπό κυρίων, μεταξύ των οποίων ο υποκόμης δε Βαλβέρτ. Κύτταξε αυλήν που ο δε Γκύσης έχει!

ΕΤΕΡΟΣ Πουφ! Τι Γασκώνος!

Ο ΠΡΩΤΟΣ Εύστροφος και ψύχραιμος Γασκώνος Που επιτυγχάνει τον σκοπόν ευκόλως. Πίστευσέ με, Ας χαιρετίσωμεν αυτόν!

(Πηγαίνουσι προς τον δε Γκύσην).

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Τι εύμορφες ταινίες! Το χρώμα πώς το λέγετε αυτό, κόμη δε Γκύση; Δ ο ς μ ο υ μ ι κ ρ ο ύ λ α μ ο υ φ ι λ ί ή ε λ α φ ι ο ύ κ ο ι λ ί α;

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Είνε το χρώμα Ι σ π α ν ο ύ α ρ ρ ώ σ τ ο υ.

ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Και το χρώμα Ποτέ δεν λέγει ψέμματα, διότι μετ' ολίγον Χάρις εις την ανδρείαν σας ο ισπανός σ' τας Φλάνδρας θε να την έχει άσχημα.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Εις την σκηνήν θανέβω. Θα έλθετε και σεις;

(Διευθύνεται εις την σκηνήν ακολουθούμενος παρ' όλων των ευγενών. Στρέφεται και καλεί τον Βαλβέρτ).

Ελθέ, Βαλβέρτ!

(Ο Χριστιανός, όστις τους ακούει και τους παρατηρεί, σκιρτά ακούων το όνομα τούτο).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ο υποκόμης! Α! θα του ρίψω παρευθύς το . . .

(Θέτει παρευθύς την χείρα του εις το θυλάκιον κ' ευρίσκει εκείνην του νυκτοκλέπτου, ετοίμου να τον κλέψη. Στρέφεται). Μπα!

Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Αι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εζητούσα Το γάντι μου!. .

Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Κευρίσκετε 'να χέρι.

(Αλάσσων τόνον, χαμηλοφώνως και ταχέως).

Αφήσατέ με. Και θα σας 'πώ ένα μυστικό.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κρατών αυτόν πάντοτε. Ποίον;

Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Αυτός που τώρα Σας άφησε, ο Λινιέρ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοιπόν;

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Θα χάση την ζωήν του. Μ' ένα τραγούδι επρόσβαλε κάποιον απ' τους μεγάλους, Κ' εκατόν άνθρωποι — μαζύ κ' εγώ — είνε βαλμένοι Απόψε . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εκατόν! Και ποιος τους έχει . . .

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Μυστικότης . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, υψών τους ώμους. Ω! ω!

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ μετά πολλής αξιοπρεπείας. Επαγγελματική!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πού θάνε;

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Εις την Πύλην Του Νελ. 'Πάνω στον δρόμον του. Ειδοποιήσατέ τον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αφίνων τέλος την χείρα του. Πού θα τον εύρω;

ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ Τρέξετε εις όλες της ταβέρνες: Στο «Πατητήρι το χρυσό», 'στό «Μήλο του ελάτου», Στη «Ζώνη που ξεσπά», 'στά «δυο Δαδιά», 'στά «τρία Χωνία», Και στο καθένα αφίνετε γι' αυτόν ένα μπιλιέτο.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι, τρέχω α! τους ποταπούς. Είν' εκατό κείν' ένας!

(Παρατηρών μετ' αγάπης την Ροξάνην).

Αυτήν ν' αφήσω! . . .

(Μετά μανίας τον Βαλβέρτ).

Και αυτόν! . . . Μα πρέπει να τον σώσω . . .

(Εξέρχεται τρέχων. Ο δε Γκύσης, ο υποκόμης, οι μαρκήσιοι, και όλοι οι ευγενείς εξηφανίσθησαν όπισθεν της αυλαίας διά να λάβωσι θέσιν εις τα εδώλια της σκηνής. Η πλατεία είνε πλήρης. Ουδεμία πλέον θέσις κενή εις τας εξέδρας και εις τα θεωρεία).

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Αρχίσατε!

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, του οποίου η φενάκη πετά εις το άκρον μιας κλωστής, αλιευθείσα υπό ενός ακολούθου της ανωτέρας εξέδρας.

Η περούκα μου!

ΚΡΑΥΓΑΙ ΧΑΡΑΣ Να μια φαλάκρα! Μπράβο, Ακόλουθοι! Χα! χα! χα! χα! χα! χα!

Ο ΑΣΤΟΣ, μανιώδης δεικνύων την πυγμήν. Μικρέ αχρείε!

ΓΕΛΩΤΕΣ και ΚΡΑΥΓΑΙ, αρχίζουν ισχυρώς και βαίνουν εξαλειφόμεναι. ΧΑ! χα! χα! χα! χα! χα!

(Σιωπή πλήρης).

ΛΕΜΠΡΕΤ Αυτή η σιωπή εξαίφνης:

(Είς θεατής τω λέγει κάτι χαμηλοφώνως).

Α!

ΘΕΑΤΗΣ Μου επεβεβαίωσαν το πράγμα μόλις τώρα.

ΨΙΘΥΡΟΙ Σουτ! φαίνεται; — Όχι! — Ναι! — Εις το δικτυωτόν θεωρείο. Είνε ο Καρδινάλιος! — Τι λες; ο Καρδινάλιος; — Ο καρδινάλιος! —

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Διάβολε! Δεν θα μπορεί καθένας Να μη καθήση φρόνιμα!. .

(Κτυπήματα επί της σκηνής. Όλοι μένουν ακίνητοι. Προσδοκία).

Η ΦΩΝΗ ενός μαρκησίου, εν μέσω της σιωπής, όπισθεν της αυλαίας. Εκείνη τη λαμπάδα Να ξεφτυλίστε!

ΕΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, εξάγων την κεφαλήν διά της σχισμής της αυλαίας, Έν κάθισμα!

(Το κάθισμα τω δίδεται από χειρός εις χείρα άνωθεν των κεφαλών. Ο μαρκήσιος την λαμβάνει και εξαφανίζεται, αφού έστειλε μερικά φιλήματα προς τα θεωρεία).

ΕΙΣ ΘΕΑΤΗΣ Σωπάτε!

(Ακούονται και πάλιν τα τρία κτυπήματα. Η αυλαία ανοίγεται. Εικών. Οι μαρκήσιοι καθήμενοι επί των πλευρών της σκηνής εις στάσεις αυθάδεις. Η σκηνή του βάθους παριστά κυνόχρουν διάκοσμον βουκολικού δράματος. Τέσσαρες μικροί κρυστάλλινοι πολυέλαιοι φωτίζουν την σκηνήν. Τα βιολία παίζουν ηρέμα).

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Ραγκενώ χαμηλοφώνως. Βγαίνει πρώτος Εις την σκηνήν ο Μονφλερύ;

ΡΑΓΚΕΝΩ, επίσης. Ναι, απ' αυτόν αρχίζει.

ΛΕΜΠΡΕΤ Ο Συρανό δεν είν' εδώ.

ΡΑΓΚΕΝΩ Το στοίχημά μου χάνω,

ΛΕΜΠΡΕΤ Καλλίτερα!

(Ακούεται ήχος ασκαύλου, και ο Μονφλερύ εμφανίζεται επί της σκηνής, υπερμεγέθης ενδεδυμένος ως βοσκός βουκολικού δράματος, φέρων πίλον ροδοστεφή κλίνοντα προς το ους του, και φυσών ένα ταινιοφόρον ασκόν).

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, χειροκροτούσα. Ο Μονφλερύ!! ο Μονφλερύ μας μπράβο!

Ο ΜΟΝΦΛΕΡΥ, χαιρετίζων, παίζει τον ρόλον του Φαίδωνος. «Χαρά 'στον που απ' της αυλές μακρυά, σ' έρημους τόπους «Ζητάει την εξορία του και φεύγει τους ανθρώπους, «Κι' όταν ο Ζέφυρος φυσά 'στά μυρωμένα δάση . . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εν τω μέσω της πλατείας. Αισχρέ, δεν σ' απηγόρευσα να παίξης ένα μήνα;

(Κατάπληξις. Άπαντες στρέφονται, ψιθυρισμοί).

ΦΩΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ Μπα! — Τι; — Ποιος; —

(Εγείρονται εις τα θεωρεία διά να ίδουν).

ΚΥΖΗ Ήλθε!

ΛΕΜΠΡΕΤ, έντρομος. Ο Συρανό!

Η ΦΩΝΗ Ευθύς, αρχιπαληάτσε, Να φύγης από τη σκηνή.

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, εν αγανακτήσει. Ω!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ Αλλά . . .

Η ΦΩΝΗ Παρακούεις;

ΔΙΑΦΟΡΑΙ ΦΩΝΑΙ, εκ της πλατείας και των θεωρείων Σουτ! Πάψε! — Παίξε Μονφλερύ! — Τίποτε μη φοβάσαι!. .

ΜΟΝΦΛΕΡΥΥ, διά φωνής επισφαλούς «Χαρά 'στον που από της αυλές μακρυά και . . .

Η ΦΩΝΗ, απειλητικωτέρα. Είν' ανάγκη. Ω των γελοίων βασιληά, ευθύς λοιπόν να κάνω Να πέση ξύλινη βροχή 'στούς ώμους σου επάνω;

(Μία ράβδος εις το άκρον ενός βραχίονος αναπηδά υπεράνω των κεφαλών. Ο Μονφλερύ διά φωνής επί μάλλον και μάλλον εξασθενούσης).

«Χαρά 'στον. .

(Η ράβδος ταράσσεται).

Η ΦΩΝΗ Έξω!

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Α!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ, πνιγόμενος, Χαρά 'σ . . .

ΣΥΡΑΝΟ, αναπηδών εκ της πλατείας, ορθός επί ενός καθίσματος, με τους βραχίονας εσταυρωμένους, με τον πίλον προς μάχην, τον μύστακα ανορθωμένον, την ρίνα τρομεράν. Α! θα θυμώσω τώρα! . .

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

οι αυτοί, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ΜΠΕΛΡΟΖ, ΖΟΝΤΕΛΕ.

ΜΟΝΦΛΕΡΥ, προς τους μαρκησίους. Α! κύριοι, βοήθειαν!

ΕΙΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Παίξε λοιπόν!

ΣΥΡΑΝΟ Αν παίξης, Χονδρούλιακα, τα μάγουλα θα σου καταχερίσω!

Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Σώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ Οι Μαρκήσιοι να κλείσουνε το στόμα, Διότι τας ταινίας των η ράβδος μου θα 'γγίξη!

ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΡΚΗΣΙΟΙ, εγείρονται. Παρά πολύ!. . αι! Μονφλερύ!. .

ΣΥΡΑΝΟ Ο Μονφλερύ να φύγη, Ή θα του κόψω το αυτί και θα τον ξεκοιλιάσω.

ΜΙΑ ΦΩΝΗ Αλλά . . .

ΣΥΡΑΝΟ Να φύγη!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ Αλλά πώς . . .

ΣΥΡΑΝΟ Δεν έφυγες ακόμη;

(Κάμει χειρονομίαν, ότι ανασηκόνει τας χειρίδας του).

Καλά! επάνω 'στή σκηνή, σαν σε τραπεζαρία, Θα κόψω την ιταλική ετούτη μορταδέλλα!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ, προσπαθών να συγκεντρώση την αξιοπρέπειάν του. Μα, κύριε, προσβάλλων με, την Θάλειαν προσβάλλεις!

ΣΥΡΑΝΟ, λίαν ευγενώς. Αν, κύριε, η Μούσ' αυτή, προς την οποίαν ξένος Σεις είσθε, είχε την τιμήν να σας γνωρίζη, τότε Πιστεύσατέ με, βλέπουσα υμάς χονδρόν τοσούτον Κ' ηλίθιον, τον κόθορνον θα σας επέτα κάπου.

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Αι! Μονφλερύ! αι! Μονφλερύ!=Παίξε λοιπόν το δράμα!

ΣΥΡΑΝΟ, προς τους φωνάζοντας πέριξ του. Την θήκη μου, παρακαλώ, πολύ να λυπηθήτε, Ή την λεπίδα να ξερνά ευθύς θα την ιδήτε!

(Ο κύκλος ευρύνεται)

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, οπισθοχωρούν. Καλά λοιπόν! . .

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Μονφλερύ. Θα βγης;

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, προσεγγίζον και απειλών. Ω! Ω!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος ζωηρώς. Κανείς παραπονείται;

(Νέα οπισθοχώρησις).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, ψάλλουσα εις το βάθος. Αυτός ο κύριος Συρανό Μας έχει τυραννήσει, Και μόλο αυτό τον τύραννο Θα παίξουν την Κ λ ο ρ ί σ η!

ΟΛΗ Η ΑΙΘΟΥΣΑ, ψάλλουσα. Την Κ λ ο ρ ί σ η, την Κ λ ο ρ ί σ η!

ΣΥΡΑΝΟ ΑΝ 'πήτε το τραγούδι αυτό μίαν φοράν ακόμα, Όλους θα σπάσω 'στής ξυλιές.

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ Σαμψών δεν είσαι!

ΣΥΡΑΝΟ Θέλεις, Κύριε, το σαγόνι σου να μου δανείσης;

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ, εκ των θεωρείων. Είνε Ανήκουστον!

ΕΙΣ ΚΥΡΙΟΣ Τι σκάνδαλον!

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ Είν' οχληρόν!

ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Το 'βρίσκω Πολύ τερπνόν!

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Κσσ! Μονφλερύ! — Κσσ! Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ Σωπάτε!

ΠΛΑΤΕΙΑ Χι Χαν! Μπε! Κρρ! Ουά! Κοκορικό!

ΣΥΡΑΝΟ Σας . . .

ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Νιάου!

ΣΥΡΑΝΟ Σας επιβάλλω σιωπήν! Και απευθύνω μίαν Εις την πλατείαν πρόκλησιν καθ' όλα παρομοίαν! Τα ονόματά σας! — έλθετε πλησίον, ήρωές μου! Με την σειράν του έκαστος! Τον αριθμόν σας δίδω. Εμπρός! ποιος τον κατάλογον νανοίξη θέλει πρώτος! Συ, παλληκάρι; όχι! Συ! Όχι! Τον ξιφομάχον Τον πρώτον μόλας τας τιμάς, που αξίζει, θα τον στείλω! — Όσοι ζητούν τον θάνατον, το δάκτυλο ας υψώσουν!

(Σιωπή).

Μη τη λεπίδα μου γυμνή εντρέπεσθε να 'δήτε; Ούτ' όνομα; — Ούτε δάκτυλο; Έχει καλώς. Προβαίνω.

(Στρεφόμενος προς την σκηνήν, όπου ο Μονφλερύ περιμένει μετ' αγωνίας) ·

Θέλω λοιπόν το θέατρον να 'δω θεραπευμένο Από αυτό το πρίξιμον. Αλλέως . . .

(Θέτων την χείρα επί του ξίφους)

το νυστέρι!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ Σας . . .

ΣΥΡΑΝΟ, κατερχόμενος εκ του καθίσματος, κάθηται ανέτως εν μέσω του κύκλου, όστις εσχηματίσθη πέριξ του. Θα κτυπήσω τρεις φορές, πανσέληνε, τα χέρια! Στην τρίτη έκλειψι ολική θα υποστής.

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, διασκεδάζουσα. Α!

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών τας παλάμας. Μία!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ Σας . . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εκ των θεωρείων. Μείνε! Στάσου!

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Θα σταθή . . .δεν θα σταθή . . .

ΜΟΝΦΛΕΡΥ Νομίζω, Κύριοι . . .

ΣΥΡΑΝΟ Δύο!

ΜΟΝΦΛΕΡΥ Κάλλιον θα ήτο . . .

ΣΥΡΑΝΟ Τρεις!

(Ο Μονφλερύ εξαφανίζεται ως εντός καταπακτής. Θύελλα γελώτων, συριγμών αποδοκιμασιών).

Η ΑΙΘΟΥΣΑ Χου! . . . Γιούχα! . . . Άνανδρε! γύρισε! . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος εξαπλώνεται επί της έδρας του κεξαπλώνει τας κνήμας του. Αν τολμά, ας έλθη!

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ Του θιάσου Ο ρήτωρ!

(Ο Μπελρόζ προχωρεί και χαιρετίζει).

ΤΑ ΘΕΩΡΕΙΑ Α! να ο Μπελρόζ!

ΜΠΕΛΡΟΖ, μετά κομψότητος. Κύριοι και κυρίαι . . .

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Όχι ο Μπελρόζ! ο Ζοντελέ!

ΖΟΝΤΕΛΕ, προχωρεί και ερρίνως. Βώδια!

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Α! μπράβο! Μπράβο! Πολύ καλά!

ΖΟΝΤΕΛΕ Τα μπράβο σας να λείψουν! Ο χονδρός σας Ο τραγικός, που την κοιλιά να βλέπετε αγαπάτε . . . Του ήλθε να . . .

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Είν' άνανδρος!

ΖΟΝΤΕΛΕ Να έβγη αναγκάσθη!

Η ΠΛΑΤΕΙΑ Να επιστρέψη!

ΟΙ ΜΕΝ Όχι!

Οι ΑΛΛΟΙ Ναι!

ΕΙΣ ΝΕΟΣ, προς τον Συρανό, Μα κύριε, τι λόγους Έχεις κατά του Μονφλερύ;

ΣΥΡΑΝΟ, χαρίεις, καθήμενος πάντοτε. Μικρό χηνόπουλό μου, Έχω δυο λόγους 'κι ο καθείς είν' αρκετός και μόνος. Πρώτον: Τον 'βρίσκω ηθοποιόν αχρείον, που 'γκαρίζει, Και του νεροκουβαλητού φωνές 'σου ξεφωνίζει Στίχους, που πρέπει ελαφρά ναφίνη να πετούνε! Δεύτερον: Είνε μυστικό δικό μου . . .

Ο ΓΕΡΩΝ ΑΣΤΟΣ, όπισθεν. Την Κ λ ο ρ ί σ ην, Εν τούτοις εμποδίζετε νακούσωμεν αδίκως . . . Και θα 'πιμένω να την 'δώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ, στρέφει το κάθισμά του προς τον αστόν ευσεβάστως. Αφού, παληό μουλάρι, Οι στίχοι του γέρο Μπαρό αξίζουν μία νούλα, Διέκοψ' άνευ τύψεων!

ΑΙ ΚΟΜΨΕΥΟΜΕΝΑΙ, εις τα θεωρεία. Άχ! — ωχ! — αχ! — τον Μπαρό μας! Αγαπητή μου! Άκουσες; Καλέ! Τι αδικία!. .

ΣΥΡΑΝΟ, στρέφων το κάθισμά του προς τα θεωρεία, ιπποτικώς. Εσείς, ωραία πρόσωπα, σπείρατε ακτίνες, άνθη, Κερνάτε μας με όνειρα, μένα χαμόγελό σας Μαγεύετε ένα θάνατο, εμπνεύσατέ μας στίχους! Αλλ' όμως μη τους κρίνετε!

ΜΠΕΛΡΟΖ Και τώρα, που είν' ανάγκη Το χρήμα ναποδώσωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ, στρέφων το κάθισμα προς την σκηνήν. Μπελρόζ, αυτό το πράγμα Είνε το μόνον έξυπνον που είπες. 'Στό μανδύα Του Θέσπιδος δεν αγαπώ ποτέ να κάμω τρύπες.

(Εγείρεται και πετά έν σακκίδιον επάνω εις την σκηνήν).

Άρπαξε τούτο το σακκί 'στά πεταχτά, και σώπα!

Η ΑΙΘΟΥΣΑ, έκθαμβος. Α!. . Ω!

ΖΟΝΤΕΛΕ, συλλέγων ταχέως το βαλάντιον και ζυγίζων αυτό. Μ' αυτό το τίμημα και κάθε βράδυ ακόμη Μπορείτε να 'μποδίζετε να παίζεται η Κ λ ο ρ ί σ η! . . .

Η ΑΙΘΟΥΣΑ Γιούχα!. .

ΖΟΝΤΕΛΕ Και αν επρόκειτο να μας σφυρίξετε όλους!

ΜΠΕΛΡΟΖ Η αίθουσα να κενωθή . . .

ΖΟΝΤΕΛΕ Κενώσετε! . . .

(Αρχίζουν να εξέρχωνται, εν ώ ο Συρανό βλέπει με ύφος ικανοποιημένον. Αλλά το πλήθος σταματά μετ' ολίγον, ακούον την επομένην σκηνήν και η έξοδος παύει. Αι γυναίκες, αίτινες είχον ήδη εγερθή και φορέσει τους μανδύας των, σταματούν διά νακούσουν και τέλος επανακάνθηνται).

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό. Τι τρέλλα!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, πλησιάσας. Τον κωμωδόν τον Μονφλερύ! Τι σκάνδαλον! Αλλ' είνε Προστατευόμενος από τον δούκα της Κανδάλης! Έχεις προστάτην;

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Πώς; δεν έχεις; . .

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Ούτε Ακόμα ένα κύριον μεγάλον να σκεπάση Με τόνομά του; . .

ΣΥΡΑΝΟ, στενοχωρούμενος. Δυο φορές σου είπα όχι. Πρέπει Τρίτη φορά να σου το 'πώ; Προστάτην ναι, δεν έχω, . .

(Θέτων την χείρα επί της σπάθης).

Αλλά μίαν προστάτριαν!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Την πόλιν μη θ' αφήσης.

ΣΥΡΑΝΟ Όπως ιδώ.

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλά ο Δουξ έχει μακρύ το χέρι!

ΣΥΡΑΝΟ Απ' το δικό μου δεν μπορεί μακρύτερο να τώχει . . .

(Δεικνύων την σπάθην του).

Όταν αυτό το μάκρυσμα του βάλλω!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Και πιστεύεις Πως θα τα βάλλης με αυτόν!. .

ΣΥΡΑΝΟ Πιστεύω.

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλά . . .

ΣΥΡΑΝΟ Και τώρα Στρέψε της φτέρνες σου!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλά . . .

ΣΥΡΑΝΟ Στρέψε, ή 'πες μου, Γιατί κυττάς τη μύτη μου;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, θορυβούμενος. Εγώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ, βαδίζων προς αυτόν. Σ' αυτή, τι βλέπεις, Ειπέ μου, το παράδοξον;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, οπισθοχωρών. Είνε απατημένη Η χάρις σας . . .

ΣΥΡΑΝΟ Χορευτική και μαλακή μην είνε 'Σάν προβοσκίδα, κύριε;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλά εγώ δεν είπα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Σου φαίνεται αγκιστρωτή 'σάν κουκουβάγιας ράμφος;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Εγώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ Κανένα σάρκωμα έχει 'στήν άκρη;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ή καμμιά μυίγα σιγαλά περιπατεί επάνω; Τι έχει το αλλόκοτο;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Ω!

ΣΥΡΑΝΟ Φαινόμενον μην είνε;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλ' όμως επροσπάθησα να μην τήνε κυττάξω!

ΣΥΡΑΝΟ Και διατί παρακαλώ να μην τήνε κυττάξης;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Μην την αηδίασες;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Μη νοσώδες Το χρώμα της σου φαίνεται;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Μα, κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ Το σχήμα Μήπως σου φαίνετ' άσεμνον;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Αλλά διόλου . . .

ΣΥΡΑΝΟ Τότε Γιατί λοιπόν υβριστικόν να λάβης ύφος; Ίσως Τη 'βρίσκεις πολύ μακρουλή;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, τραυλίζων. Πολύ μικρά την 'βρίσκω, Την 'βρίσκω μικροσκοπική!. .

ΣΥΡΑΝΟ Μπα! πώς; με το γελοίον Με περιβάλλεις το λοιπόν; Μικρός αυτός ο μύτος; Στάσου!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Θεέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ Η μύτη μου υπερμεγέθης είνε! Μούρη πλατειά, μύτη σιμή, κ' ηλίθιε, να μάθης Πως υπερηφανεύομαι για το παράστημά μου, Γιατί είνε δείγμα πάντοτε ο μύτος ο μεγάλος Ανδρός φιλόφρονος, καλού, γενναίου, πνευματώδους, Ελευθερίου κευγενούς, όπως εγώ, και όπως Ποτέ δεν θα μπορέσης συ να γίνης, οικτρόν πλάσμα. Γιατ' απ' αυτό το άδοξον το πρόσωπον, που πάει Τώρα να βρη το χέρι μου πειο 'πάνω απ' το λαιμό σου, Του λείπει . . .

(Τον ραπίζει).

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ Ωχ!

ΣΥΡΑΝΟ Τ' αγέρωχον, ο λυρισμός, η πτήσις, Η γραφικότης, ο σπινθήρ, το μεγαλείον, τέλος Η Μύτη, όπως κι' απ' αυτόν . . .

(Τον στρέφει διά των ώμων, συνενών την χειρονομίαν με τον λόγον).

που το υπόδημά μου Πηγαίνει νάβρη χαμηλά 'στής ράχης σου τη ρίζα!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, τρεπόμενος εις φυγήν. Βοήθεια! Φύλακες!

ΣΥΡΑΝΟ Λοιπόν αυτό, ας χρησιμεύση Ως μάθημα 'στους χάχηδες, που θάβρισκαν αστείον Το κέντρον του προσώπου μου, και αν ο φιλοσκώμμων Είν' ευγενής, την μέθοδον αλλάζω, και του βαίνω, Πριν ή τον τρέψω εις φυγήν, από εμπρός, πειο πάνω. Όχι πετσί, μα σίδερο!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, όστις καταβαίνει την σκηνήν με τους μαρκησίους. Μας ενοχλεί στο τέλος!

ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ ΒΑΛΒΕΡΤ Και κομπορρημονεί!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Κανείς λοιπόν δεν θ' απαντήση;

ΥΠΟΚΟΜΗΣ Κανείς; ω! περιμένετε! Θα τον πειράξω τόσον!. .

(Προχωρεί προς τον Συρανό, όστις τον ατενίζει, και ιστάμενος προ αυτού με ύφος ηλιθίου).

Έχετε μύτη κύριε . . . μύτη . . . πολύ μεγάλη.

ΣΥΡΑΝΟ, σοβαρώς. Πολύ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, γελών. Χαχ!

ΣΥΡΑΝΟ, ατάραχος. Άλλο;

ΥΠΟΚΟΜΗΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Όχι δα! μικρέ μου, τόσον μόνον; Μπορούσες χίλια πράγματα να πης αλλάζων τόνον; Άκουσον! επιθετικόν: «Αν είχα τέτοιο μύτο, Να τόνε κόψω, πρώτη μου απόφασις θα ήτο!» Φιλόφρονα: «Διά να μη βουτά μέσ' το φιλτζάνι, Πρέπει κανείς κατάλληλη μποτίλια να του κάνη!» Και γραφικόν: «Τι κορυφή! Τι κάβος! Ποία ράχη! Τι λέγω, κάβος; Τίποτε!. . Χερσόνησος μονάχη!» Περίεργον: «Τον κύλινδρον αυτόν τον επιμήκη, Τον έχεις για καλαμαριά ή για ψαλλιδοθήκη;» Χαρίεντα: «Για τα πουλιά τόσο πολύ τυρβάζεις, Που 'σάν πατέρας 'πάνου του να κοιμηθούν τα βάζεις;» Πλάγιον: «Αλλά, κύριε, όταν λοιπόν καπνίζης, Από τη μύτη τον καπνόν, για πες μου, εξατμίζεις, Χωρίς να κράζουνε: Φωτιά 'στήν καπνοδόχη!» οι άλλοι; Με τόνον προφυλακτικόν: «Πρόσεχε! το κεφάλι Από το βάρος το πολύ μη γύρη προς το χώμα!» Αβρόν: «Για να μη μαραθή το τρυφερό της χρώμα Από τον ήλιο, μια μικρή ομβρέλλα να της κάνης!» Σχολαστικόν: «Τα ζώα δε, άπερ Αριστοφάνης Εκάλεσεν ιπποκαμποελεφαντοκαμήλους, Είχον τον όγκον των σαρκών αυτών άνω του χείλους!» Ιπποτικόν: «Ταγκίστρι αυτό, φίλε, της μόδας θάνε, Κ' ευκόλως 'πάνω του μπορούν καπέλλα να κρεμάνε!» Εμφατικόν: «Οι άνεμοι, ω μύτη παμμεγάλη, Δε σε κρυώνουν όληνε, εκτός απ' το μιστράλι!;» Δραματικόν: «Την θάλασσαν την Ερυθράν ομοιάζει, Οπόταν αίμα κάποτε απ' τα ρουθούνια βγάζει!» Θαυμαστικόν: «Τι έμβλημα διά μυροπωλείον!» Απλούν: «Πότε επισκέπτονται ετούτο το μνημείον;» Και λυρικόν: «Αν είνε αυτό μια κόγχη, θάσαι ο Τρίτων! Σεβάσμιον: «Σας προσκυνώ! μένα τοιούτον μύτον Θα πη πως έχουν, κύριε, και κατοικία 'δική των!» Χωριάτικο: «Ορέ δε μου λιές; Μύτη είν' αυτή π' απλόνει; Ποτές! γογγύλι είνε τρανό, ή θάν' μικρό πεπόνι!» Και στρατιωτικόν: «Κατά του ιππικού λογχίσετε» Και πρακτικόν: «Εάν αυτό το μύτο σας θελήσετε Λαχείον να τον βάλλετε, πρώτος λαχνός θα γίνη!» Και τελευταίον παρωδών τον Πύραμον μοδύνη, Να πης: «Ιδού η μύτη αυτή, όπου τον κύριό της Τοσούτον παρεμόρφωσε! Ερυθριά η προδότις!» — Αυτά 'μπορούσες, φίλε μου να μαραδιάσης τώρα, Αν είχες και του πνεύματος και των γραμμάτων δώρα. Πλην πνεύματος, ω αίσχιστον εξ όλων των πλασμάτων Ποτέ δεν είχες ουδέ καν σκιάν, κεκ των γραμμάτων Έχεις μονάχα τέσσερα, την λέξιν: Βλαξ! που κάνουν. Αλλά κι' αν είχες άλλως τε την έμπνευσι που πρέπει . . Για να 'μπορής 'μπρος 'στά ευγενή ετούτα θεωρεία Να μου σερβίρης απ' αυτά τ' αλλόκοτα αστεία, Και το χιλιοστόν αυτών δεν θα μπορούσες πάλι Ν' αρθρώσης, γιατί μόνος μου, με οίστρον τα σερβίρω, Αλλά χωρίς δικαίωμα να δίδω εις κανένα, Να μου σερβίρη απ' αυτά.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, θέλων να σύρη μεθ' εαυτού τον απολιθωθέντα κόμητα. Άφες τον, υποκόμη!

ΥΠΟΚΟΜΗΣ, πνιγόμενος. Ακούτε; ύφος αυθάδες να παίρνη και καμπόσο Ένας χωριάτης ευγενής, που . . . δεν . . . φορεί χειρόκτια . . . Ούτε ταινίες . . . δεν φορεί σειρίτια . . . ούτε φούντες!

ΣΥΡΑΝΟ Την ηθικήν κομψότητα εγώ περιποιούμαι. Εγώ δεν καλλωπίζομαι, όπως οι κούφοι νέοι, Κεπιμελούμαι πειο πολύ εγώ τον εαυτόν μου, Όταν πειο λίγο φαίνομαι φιλάρεσκος. Δεν βγαίνω, Εξ αμελείας, μάπλυτον την προσβολήν, κι' ακόμα Με κάτωχρον συνείδησιν, από την αϋπνίαν, Με την τιμήν ρακένδυτον, και την αιδώ με πένθος. Βαδίζω χωρίς τίποτα επάνω μου να λάμπη, Κέχω λοφίον με πτερά την ανεξαρτησίαν Ως και την ειλικρίνειαν. Βεβαίως δεν λιγύζω Κομψόν ανάστημα εγώ, μα την ψυχήν μου κάμπτω 'Σάν μέσα 'σε στηθόδεσμον' και μ' άθλους φορτωμένος Που τους κολλώ επάνω μου, 'σάν νάτανε ταινίες, Και, όπως το μουστάκι μου, το πνεύμα μου ανορθώνων, Και διαβαίνων εμπροστά εις κύκλους κ' εις ομίλους, Κάνω η αλήθειες ναντηχούν, καθώς οι πτερνιστήρες.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Μα κύριε!. .

ΣΥΡΑΝΟ Χειρόκτια δεν έχω; . . Τι σπουδαίον Πράγμα!. . πλην ένα μούμεινεν από παληό ζευγάρι· Άχρηστον μου ήτο· τώρριξα 'στό πρόσωπο ενός κάποιου.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Φαυλόβιος, ουτιδανός, γελοίος, τιποτένιος!

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων τον πίλον και χαιρετίζων, ως εάν ο υποκόμης τω είχε παρουσιασθή. Ω! χαίρω . . . κ' εγώ Συρανό Σαβίνος Ηρακλής Δε Μπερζεράκ.

(Γέλωτες).

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, εξηγριωμένος. Παλιάτσε!

ΣΥΡΑΝΟ, εκβάλλων κραυγήν, ως αν αίφνης κατελάμβανετο υπό σπασμού. Ωχ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, στρεφόμενος. Τι φλυαρεί και πάλιν;

ΣΥΡΑΝΟ Πρέπει να κινηθή, γιατί 'μουδιάζει. Τι θα είπη Να την αφίνη αδρανή κανένας! Ωχ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ Η σπάθη μου αιμούδιασε.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, σύρων την ιδικήν του. Έστω!

ΣΥΡΑΝΟ Θα λάβης ένα Κτύπημα πρώτης!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Ποιητά!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, ποιητής! και τέτοιος . . Που διαξιφιζόμενος — οπ! — θαυτοσχεδιάσω Έν τρίστροφον . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Έν τρίστροφον;

ΣΥΡΑΝΟ Ούτε θα εφαντάσθης, Τι εννοεί αυτό.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Αλλά . . .

ΣΥΡΑΝΟ Το τρίστροφον σημαίνει Άσμα με τρία οκτάστιχα . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, κτυπών εξ ανυπομονησίας τον πόδα. Ω!

ΣΥΡΑΝΟ Με στροφήν 'στό τέλος Τετράστιχον.

ΥΠΟΚΟΜΗΣ Σας . . .

ΣΥΡΑΝΟ Πρόκειται να κάμω και τα δύο: Να κάμω στίχους και σπαθιές να δίνω· και 'στό τέλος Του άσματος και της στροφής να σε τρυπήσω . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ Όχι! Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, απαγγέλων. «Έν άσμα τρίστροφον μιας μονομαχίας Που έκαμ' ο δε Μπερζεράκ μέσα εις το Παλάτι Της Βουργουνδίας μεθ' ενός γελοίου».

ΥΠΟΚΟΜΗΣ Τι είνε τούτο, Παρακαλώ;

ΣΥΡΑΝΟ Ο τίτλος του.

Η ΑΙΘΟΥΣΑ, εν υψίστη περιεργεία. Τόπον! — Πολύ ωραίον! — Καθήσετ' ήσυχα! — Κανείς μη κινηθή! — Ησυχία!

(Εικών. Κύκλος περιέργων εις την πλατείαν. Οι μαρκήσιοι και αξιωματικοί αναμίξ μετά των αστών και των ανθρώπων του λαού. Οι ακόλουθοι αναρριχώνται επί των ώμων, όπως βλέπουν κάλλιον. Όλαι αι γυναίκες ίστανται ορθαί εντός των θεωρείων. Δεξιόθεν ο δε Γκύσης και οι ευγενείς του. Αριστερόθεν ο Λεμπρέτ, Ραγκενώ, Κυζή κτλ.)

ΣΥΡΑΝΟ, κλείων επί μίαν στιγμήν τους οφθαλμούς. Προσμένετε!. . Τους στίχους μου εκλέγω . . . Τους ευρήκα . . . (Εκτελεί ό,τι λέγει).

Με χάρι το καπέλλο μου το βγαίνω. Και το μανδύα αφίνω το μακρύ Σιγά σιγά, που μέχει φασκιωμένο. Και σύρω το σπαθί μου το βαρύ. Κομψός 'σάν τον Κελάδωνα προβαίνω, Κευκίνητος 'σάν Σκαραμούς πετώ· Πρόσεχε, Μιρμιδόνι αγαπημένο, 'Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Πρώτοι διαξιφισμοί).

Γιατί δεν εκαθόσουνα 'σταυγά σου, Χηνόπουλο; Για πες, παρακαλώ, Που θες να σε σουβλίσω; Στα πλευρά σου, 'Στο χέρι, 'στήν καρδιά, 'στόν αφαλό; — Ντιγκ! νταγκ! ακούω να κάνουν τα λιλιά σου. Η σούβλα μου πετά, ζητεί σκοπό . . . Χωρίς αμφιβολία . . . την κοιλιά σου Στο τέλος της στροφής τρυπώ. Δεν ειμπορώ το στίχο να ταιριάσω . . . Υποχωρείς ωχρός 'σάν το κερί; Ντροπή! γιατί δειλό θα σονομάσω! — Τακ! αποκρούω αυτή τη σουβλερή, Κατάστηθα που θέλει να μευρή! Ανοίγω τη γραμμή, — και τη σφαλώ . . . Κράτει καλά τη σούβλα σου, παιδί! Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Προειδοποιεί επισήμως).

ΣΤΡΟΦΗ Αφέντη, πες 'στό Θεό την προσευχή! Τραβώ τα πόδι, βολιδοσκοπώ, Κόβω . . . και σε γελώ . . .

(Προβάλλων).

Αι! προσοχή! (Ο υποκόμης κλονίζεται. Ο Συρανό χαιρετίζει).

Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Επευφημίαι. Χειροκροτήματα εις τα θεωρεία. Άνθη και μανδύλια πίπτουν. Οι αξιωματικοί περιστοιχίζουν και συγχαίρουν τον Συρανό. Ο Ραγκενώ χορεύει εξ ενθουσιασμού. Ο Λεμπρέτ είνε ευτυχής και λυπημένος. Οι φίλοι του υποκόμητος τον υποστηρίζουν και τον απάγουν).

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, εν μια μεγάλη κραυγή. Α!

Ο ΕΛΑΦΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ Θείον!

ΜΙΑ ΓΥΝΗ Ωραίον!

ΡΑΓΚΕΝΩ Θαυμαστόν!

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ Πρωτότυπον!

ΛΕΜΠΡΕΤ Τι τρέλλα!

(Συνωστισμός πέριξ του Συρανό. Ακούονται:)

Μπράβο! Συγχαρητήρια . . . Πολύ καλά . . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΟΣ Είν' ήρως! . . .

ΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, προχωρεί ζωηρώς προς τον Συρανό με τεταμένην την χείρα. Κύριε, επιτρέπετε;. . Ήτο πολύ ωραίον! Νομίζω πως από αυτά γνωρίζω· την χαράν μου Άλλως τ' εξέφρασα, κτυπών τα πόδια μου!. .

(Απομακρύνεται).

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Κυζή. Για πες μου, Ποιος είν' αυτός ο κύριος;

ΚΥΖΗ Ο Αρτανιάν.

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό λαμβάνων τον βραχίονά του. Και τώρα Ας ομιλήσωμεν!. .

ΣΥΡΑΝΟ Αυτό το πλήθος ας εξέλθη . . .

(Προς τον Μπελρόζ),

Μπορώ να μείνω;

ΜΠΕΛΡΟΖ, ευσεβάστως. Βέβαια!

(Ακούονται συριγμοί και κραυγαί έξωθεν).

Τον Μονφλερύ σφυρίζουν.

ΜΠΕΛΡΟΖ, επισήμως. Sic transit!. .

(Αλλάσσων τόνον προς τον θυρωρόν και τον φανοκόρον).

Να σαρώσετε. Να κλείστε. Να μη σβύστε. Θα επανέλθωμεν εδώ μετά το φαγητόν μας, Διά να δοκιμάσωμεν μια νέα κωμωδία Διά την αύριον.

(Ο Ζοντελέ και ο Μπελρόζ εξέρχονται κατόπιν εδαφιαίων χαιρετισμών προς τον Συρανό).

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, προς τον Συρανό. Λοιπόν δεν τρώτε;

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ; . . . Όχι.

(Ο θυρωρός αποσύρεται)

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό. Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ, υπερηφάνως. Διότι . . .

(Μεταβάλλει τόνον, βλέπων απομακρυνόμενον τον θυρωρόν.

Χρήματα δεν έχω!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ, κάμων την χειρονομίαν, ότι πετά σάκκον, Πώς; . . τον σάκκον; . .

ΣΥΡΑΝΟ Ω πατρικόν επίδομα, έζησες μιαν ημέρα!

ΛΕΜΠΡΕΤ Και πώς θα ζήσης το λοιπόν ολόκληρο τον μήνα;

ΣΥΡΑΝΟ Δεν μαπομένει τίποτε.

ΛΕΜΠΡΕΤ Να ρίξη αυτό το σάκκο! Τι τρέλλα!

ΣΥΡΑΝΟ Μα τι κίνημα!. .

Η ΠΡΑΤΡΙΑ, βήχουσα όπισθεν της μικράς τραπέζης της. Χουμ!. .

(Ο Συρανό και ο Λεμπρέτ στρέφονται. Προχωρεί μετά δειλίας).

Κύριε . . . να ξεύρω . . . Πως είσθε νηστικός, αυτό μου σχίζει την καρδιά μου . . .

(Δεικνύουσα το κυλικείον).

Έχω απ' όλα εδώ 'σαυτό . . .

(Μετά ζέσεως).

Πάρετε!

ΣΥΡΑΝΟ, αποκαλυπτόμενος. Αγαπητή μου Κόρη, αν κ' η γασκονική υπερηφάνειά μου Μ' απαγορεύει να δεχθώ από τα δάκτυλά σου Ακόμη την παραμικρή από της λιχουδιές σου, Φοβούμαι μη, αν αρνηθώ, σου προξενήσω λύπη, Και θα δεχθώ . . .

(Πηγαίνει προς το κυλικείον κεκλέγει)

Ελάχιστα! — Απ' το σταφύλι τούτο Μια ρώγα . . .

(Εκείνη θέλει να τω προσφέρει ολόκληρον την σταφυλήν, εκείνος κόπτει μίαν ρώγα).

Μία μοναχή . . . νερό ένα ποτήρι . . .

(Θέλει να τω χύση οίνον, την εμποδίζει).

Διαφανές! — Και το μισό απ' ώνα μπισκοτάκι!

(Επιστρέφει το έτερον ήμισυ).

ΛΕΜΠΡΕΤ Μα τι μωρία! . .

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Κάτι τι ακόμα!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, Το χέρι Να σου φιλήσω.

(Ασπάζεται την χείρα της, την οποίαν τω τείνει, ως να ησπάζετο την χείρα πριγκηπίσσης).

Η ΠΡΑΤΡΙΑ Ευχαριστώ, κύριε.

(Υποκλίνεται).

Καληνύχτα.

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, έπειτα ο ΘΥΡΩΡΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Λεμπρέτ. Σ' ακούω.

(Κάθηται προ του κυλικείου, και θέτει προ αυτού το μπισκότο).

Φαγητό!. .

(. . . το ποτήριον του νερού).

Ποτό!. .

(. . . την ρώγα της σταφυλής).

Φρούτα!. .

(Κάθηται).

Εις το τραπέζι Κάθημαι τώρα! — Α! φίλε μου, τι φρικαλέα πείνα Που είχα!. .

(Τρώγων).

Έλεγες; . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Αυτοί οι βλάκες με το ύφος Το γαύρον κι' αρειμάνιον το νου θα σου χαλάσουν, Αν δεν ακούης παρ' αυτούς και μόνους. Τους φρονίμους Πήγαινε να συμβουλευθής διά να μάθης, ποίαν Εντύπωσιν 'προξένησεν αυτή η παληκαριά σου,

ΣΥΡΑΝΟ, τελειώνων το μπισκότο του. Μεγάλη.

ΛΕΜΠΡΕΤ Ο καρδινάλιος . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος. Ο καρδινάλιος ήτο;

ΛΕΜΠΡΕΤ Θα 'βρήκε αυτό . . .

ΣΥΡΑΝΟ Αλλά πολύ πρωτότυπον.

ΛΕΜΠΡΕΤ Εν τούτοις . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ως συγγραφεύς δεν ημπορεί να μην ηυχαριστήθη Πως έργον συναδέλφου του ετάραξαν.

ΛΕΜΠΡΕΤ Τωόντι, Κάνεις εχθρούς παρά πολλούς.

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την ρώγα της σταφυλής. Πόσους, φρονείς, απόψε Πως έκαμα;

ΛΕΜΠΡΕΤ Σαράντα οχτώ, με δίχως της γυναίκες.

ΣΥΡΑΝΟ Λογάριασέ τους.

ΛΕΜΠΡΕΤ Μονφλερύ, Δε Γκύσης, υποκόμης, Και ο αστός, και ο Μπαρό, Ακαδημία . . .

ΣΥΡΑΝΟ Φθάνει! Με γοητεύεις!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αλλά πού λοιπόν θα σ' οδηγήση Ο τρόπος ούτος της ζωής; Το σύστημά σου ποίον;

ΣΥΡΑΝΟ Μέσα σένα λαβύρινθον, ω φίλε μου, επλανώμην, Κ' εν μέσω αποφάσεων πολλών εκυμαινόμην, Κεπήρα . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Ποίαν;

ΣΥΡΑΝΟ Την πολύ απ' όλες απλουστέραν. Να είμαι απεφάσισα θαυμάσιος δι' όλα, Κεις όλα!

ΛΕΜΠΡΕΤ Έστω· πλην σεμέ του μίσους σου τον λόγον Κατά του Μονφλερύ γιατί τον αληθή, δεν λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ, εγειρόμενος Ο κοιλαράς ο Σειληνός αυτός, που ο δάκτυλός του Δεν φθάνει ως τον αφαλό, νομίζει, πως ακόμα Εις τας γυναίκας κίνδυνος είνε γλυκύς, και παίζων, Εν ώ τραυλίζει, τας κυττά, και μάτια του κυπρίνου Της κάνει με τα μάτια του, που μοιάζουν 'σάν βατράχου . . . Και τον μισώ, αφ' ης στιγμής ετόλμησ' ένα βράδυ Να ρίψη ένα βλέμμα του σ' εκείνην . . . Ω! μου εφάνη Που είδα μακρύν σαλίγκαρον σέν' άνθος να γλιστράη.

ΛΕΜΠΡΕΤ, κατάπληκτος. Πώς; Τείπες; Είνε δυνατόν;

ΣΥΡΑΝΟ, μετά πικρού γέλωτος. Ναι, είμ' ερωτευμένος.

(Μεταβάλλων τόνον και ζωηρώς).

Ναι, αγαπώ.

ΛΕΜΠΡΕΤ Και δύναμαι να μάθω; . . Δεν μου τώπες Ποτέ σου . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ποίαν αγαπώ; Σκέψου λοιπόν. Μαρνείται Το όνειρον ναγαπηθώ κι' απ' την ασχημοτέραν, Η μύτη αύτη, που έν τέταρτον εμπρός μου προηγείται. Κ' εν τούτοις, ποίαν αγαπώ; Αλλά, υπεννοείται! Αγάπησα — ακουσίως μου, φευ! — την ωραιοτέραν Που να υπάρξη δύναται!

ΛΕΜΠΡΕΤ Πώς; την ωραιοτέραν; . . .

ΣΥΡΑΝΟ Απλούστατα, που δύναται 'στόν κόσμον να υπάρξη . . . Την πειο λαμπρή, την πειο λεπτή,

(Μετ' αθυμίας).

Την πειο ξανθή!

ΛΕΜΠΡΕΤ Θεέ μου! Μα ποία είνε το λοιπόν αυτή η γυναίκα;

ΣΥΡΑΝΟ Είνε Χωρίς να θέλη κίνδυνος θανάσιμος, και δίχως Να συλλογίζεται γλυκύς, της φύσεως ενέδρα, Εύοσμον ρόδον πέστησε ο έρως της παγίδες! Το χαμογέλοιο της 'σάν 'δής, το τέλειο το είδες. Γεννά τη χάρι απ' το μηδέν, και σένα κίνημά της Όλο το θείον μέσα κλει, και δεν θα ημπορούσες Πάνω 'στήν κόγχη νανεβής, ω Αφροδίτη, ούτε Συ να βαδίζης, Άρτεμις, μέσ' 'στανθισμένα δάση, Όπως αυτή 'σάν αναβή σταμάξι της και τρέχη Μέσ' 'στό Παρίσι!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ Διάβολε! Καταλαμβάνω. Είνε Φως φανερόν!

ΣΥΡΑΝΟ Διαφανές.

ΛΕΜΠΡΕΤ Η εξαδέλφη σου είνε, Είν' η Μαγδαληνή Ρομπέν.

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, η Ροξάνη.

ΛΕΜΠΡΕΤ Αι, τότε! Έχει καλώς. Την αγαπάς; Ειπέ της το! Εσκεπάσθης Με δάφνας δόξης σήμερον αφθόνους εμπροστά της,

ΣΥΡΑΝΟ Κύττα με, φίλε μου, και πες, αν ειμπορώ ελπίδα Με τούτο το εξόγκωμα να έχω! Ω! δεν πλανώμαι! Αι! συγκινούμαι κάποτε στο γαλανό το βράδυ Μεσ' σ' ένα κήπον αν εμβώ, που ευωδιάζ' η ώρα· Ροφώ μαυτό το διάβολο το μύτο τον Απρίλη — Με τη ματιά μου ακολουθώ σακτίνες ασημένιες Καμμιά γυναίκα νακουμπά 'στού φίλου της 'στό χέρι, Κι' όταν σκεφθώ πως θάθελα κεγώ μέσ' στο φεγγάρι Μήσυχο βήμα να περνώ και στο βραχίονά μου Νάχω κεγώ μια φίλη μου, ταράσσομαι, ξεχνιούμαι . . . Αλλ' έξαφνα παρατηρώ επάνω εις του κήπου Τον τοίχο του προσώπου μου τον ήσκιο!

ΛΕΜΠΡΕΤ, συγκεκινημένος. Φίλτατέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ Έχω στιγμές, ω φίλε μου, κακές, που μοναχός μου Αισθάνομαι τόσο πολύ την ασχημιά μου . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, ζωηρώς λαμβάνων την χείρα του, Κλαίεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! όχι! τούτο! Άσχημο πάρα πολύ θα ήτο, Να τρέχη 'πάνω εις αυτή τη μύτη ένα δάκρυ! Κι' όσο μπορώ να κρατηθώ, ποτέ μου δεν θαφήσω Να κινδυνεύσ' η ωμορφιά η θεία του δακρύου Με τόση βάναυση ασχημιά! . . . Γιατί τα δάκρυα, βλέπεις, Δεν είνε πειο θεσπέσιον από αυτά κανένα, Και προκαλών τον γέλωτα, ποτέ δεν θα θελήσω Κένα μονάχ' από αυτά να γελωτοποιήσω!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ Μη θλίβεσαι! Ο έρωτας είνε μια τύχη!

ΣΥΡΑΝΟ, σείων την κεφαλήν. Όχι! Την Κλεοπάτραν αγαπώ: φαίνομαι ως ο Καίσαρ; Την Βερενίκην λαχταρώ: έχω την όψιν Τίτου;

ΛΕΜΠΡΕΤ Αλλ' η ανδρεία; το πνεύμα σου; — Δεν είδες η μικρούλα Εκείνη που σου 'πρόσφερε το μέτριο τούτο γεύμα Τι βλέμματα ερωτικά σου έρριχνε;

ΣΥΡΑΝΟ Αλήθεια!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αι! λοιπόν τότε; Και αυτή ακόμα η Ροξάνη Σέβλεπε μόψιν κάτωχρον, όταν εμονομάχεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ Κάτωχρον;

ΛΕΜΠΡΕΤ Η καρδία της, το πνεύμα της γεμάτα Είν' από τώρα μέκπληξιν! τόλμησε, μίλησέ της. Και ίσως . . .

ΣΥΡΑΝΟ Εις την μύτη μου να μου γελάση; Όχι! — Το μόνο πράγμα είν' αυτό 'στόν κόσμο που φοβούμαι!

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, εισάγων τινά. Κύριε, κάποιος σας ζητά . . .

ΣΥΡΑΝΟ, βλέπων την ακόλουθον. Α! η ακόλουθός της! Θεέ μου!

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, χαιρετίζουσα εδαφιαίως. Τον γενναίον των εξάδελφον ποθούνε Να μάθουν πού να τον ιδούν κρυφίως ειμπορούνε;

ΣΥΡΑΝΟ ταρασσόμενος. Να με ιδούν;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, υποκλινομένη, Να σας ιδούν. — Πολλά θα σας ειπούνε.

ΣΥΡΑΝΟ Πολλά; . .

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, νέα υπόκλισις. Πολλά!

ΣΥΡΑΝΟ, κλονούμενος. Ω ύψιστε Θεέ μου!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Θα υπάγουν Αύριον μόλις η αυγή ροδίση, για νακούσουν Τη λειτουργία 'στό Σαιν Ρος.

ΣΥΡΑΝΟ, υποστηριζόμενος υπό του Λεμπρέτ. Ω ύψιστε Θεέ μου!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ 'Στήν έξοδον που ειμπορούν να έμβουν να μιλήσουν Ολίγον;

ΣΥΡΑΝΟ, έκφρων. Πού; . . αλλά . . . εγώ . . . Ω ύψιστε Θεέ μου!. .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Γρήγορα πήτε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ζητώ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Πού; . .

ΣΥΡΑΝΟ 'Στού.·. 'στού . . . ζαχαροπλάστου . . . Του Ραγκενώ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Πού κατοικεί;

ΣΥΡΑΝΟ Εις την οδόν — Θεέ μου! Θεέ μου! — του Σαιντ Ονορέ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ανερχομένη. Εις τας επτά. Να είσθε.

(Η ακόλουθος εξέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ Θα είμαι.

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, έπειτα οι ΗΘΟΠΟΙΟΙ, αι ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΚΥΖΗ, ΜΠΡΙΣΑΓΙ, ΛΙΝΙΕΡ, ο ΘΥΡΩΡΟΣ, τα ΒΙΟΛΙΑ

ΣΥΡΑΝΟ, πίπτων εις τας αγκάλας του Λεμπρέτ. Εγώ!, από αυτήν!. . συνέντευξιν!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ Δεν είσαι Πειά λυπημένος το λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ Αχ! ό,τι και αν είνε, Ξέρει πως είμαι 'στή ζωή!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αι! τώρα θα 'συχάσης;

ΣΥΡΑΝΟ, εκτός εαυτού. Αλλά φρενήρης θα γινώ τώρα, κεραυνοβόλος!, Χρειάζομαι ολόκληρον στρατόν να καταστρέψω! Δέκα καρδιές, και είκοσι βραχίονας κατέχω. Δεν θέλω πλέον να τρυπώ νάννους . . .

(Κραυγάζων στεντορίως).

Γίγαντας θέλω!

(Από τινων στιγμών επί της σκηνής, εις το βάθος, σκιαί ηθοποιών, κινούνται, ψιθυρίζουν. Αρχίζουν τας δοκιμάς. Τα βιολία έλαβον εκ νέου τας θέσεις των).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εκ της σκηνής. Αι! Ψιτ! 'κει κάτω! Σιωπή! Γυμνάζοντ' εδώ πέρα!

ΣΥΡΑΝΟ, Γελών. Αναχωρούμεν!

(Ανέρχεται· διά της μεγάλης θύρας του βάθους εισέρχονται ο Κυζή, ο Μπροσάγι, πολλοί αξιωματικοί, οίτινες υποστηρίζουν τον Λινιέρ διατελούντα εν πλήρει μέθη).

ΚΥΖΗ Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ Τι τρέχει;

ΚΥΖΗ Μια μεγάλη Τσίχλα σου φέρουνε.

ΣΥΡΑΝΟ Λινιέρ!. . Τι έχεις!

ΚΥΖΗ Σε ζητάει.

ΜΠΡΙΣΑΓΙ Να επιστρέψη σπήτι του δεν ειμπορεί!

ΣΥΡΑΝΟ Ο λόγος;

ΛΙΝΙΕΡ, διά φωνής σιελώδους δεικνύων εις αυτόν γραμμάτιον ρακώδες. Το γράμμ' αυτό μειδοποιεί . . . πως εκατό ανθρώπους . . . Έβαλαν εναντίον μου . . . για το τραγούδι . . . μέγας Είνε ο κίνδυνος . . . 'στού Νελ την πύλην . . . Κατ' ανάγκην Θε να περάσω από 'κεί . . 'στό σπήτι μου . . . Τη χάρι Κάνε μου. . νάλθω σπήτι σου . . . να κοιμηθώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ Πώς είπες, Είν' εκατό; 'Στο σπήτι σου θα κοιμηθής.

ΛΙΝΙΕΡ, έντρομος. Αλλ' όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ, διά φωνής τρομεράς δεικνύων εις αυτόν τον ανημμένον φανόν, τον όποιον ο θυρωρός ταλαντεύει ακούων περιέργως την σκηνήν ταύτην. Κράτησε το φανάρι αυτό!

ΛΙΝΙΕΡ, λαμβάνων μετά σπουδής τον φανόν. Και βάδιζε! Ασπίς σου Σορκίζομαι πως θα γενώ και σκέπασμά σου απόψε!. .

(Προς τους αξιωματικούς).

Σεις έλθετε από μακρυά και μάρτυρες θα είσθε.

ΚΥΖΗ Αλλά μ' ανθρώπους εκατόν!. .

ΣΥΡΑΝΟ Δεν έχω ανάγκη απόψε Νάνε πειο λίγοι . . .

(Οι ηθοποιοί κατήλθον την σκηνήν και πλησιάζουν με τας ποικίλας ενδυμασίας των).

ΛΕΜΠΡΕΤ Μα γιατί λοιπόν να προστατεύσης. . . .

ΣΥΡΑΝΟ Αρχίζει γκρίνιες ο Λεμπρέτ!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ Αυτόνε τον χυδαίον Τον μέθυσον; . .

ΣΥΡΑΝΟ Γιατί αυτός ο μέθυσος, ετούτος Ο πίθος του μοσχάτου, αυτός του ροσολιού ο κάδος, Μια μέραν εκατόρθωσε πολύ ωραίο πράγμα: Είδε την φίλην του να 'βγή από την εκκλησίαν, Και κατά την θρησκείαν μας αγίασμα να παίρνη, Κι' αυτός που τρέμει το νερό, 'στό αγιαστήρι γέρνει, Κι' όλη την κόγχη μονομιάς ερρούφηξε!. .

ΜΙΑ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, μενδυμασίαν ακολούθου. Μπα! τούτο Είν' ώμορφο!

ΣΥΡΑΝΟ Ακόλουθε, δεν είν' αλήθεια;

Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ, προς τους άλλους. Όμως Για ένα ποιητή πτωχό γιατί να βάλουν τόσους;

ΣΥΡΑΝΟ Εμπρός!

(Προς τους αξιωματικούς).

Εσείς δε, κύριοι, ορμώντα 'σάν με 'δήτε, Κιάν διατρέχω κίνδυνον, να μη με βοηθήστε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, πηδώσα εκ της σκηνής. Ω! αλλά θέλω να ιδώ κεγώ!

ΣΥΡΑΝΟ Λοιπόν ελάτε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ, πηδώσα επίσης, προς γέροντα κωμωδόν. Έρχεσαι, Κάσσανδρε, κ' εσύ; . .

ΣΥΡΑΝΟ Ελάτε όλοι, ο δόκτωρ, Η Ισαβέλλα, ο Λέανδρος, όλοι! Γιατί θα 'δήτε, Εύχαρι σμήνος και τρελλό, να πάη να σμίγη αντάμα Την φάρσα την ιταλική, το ισπανικό το δράμα, Κεις τρελλό το θόρυβο, πούχει ο ροχαλισμός της, Κουδούνια να της βάλετε 'σάν τύμπανο των Βάσκων!

ΟΛΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, πηδώσαι εκ χαράς. Ένα μανδύα γρήγωρα! — Μπράβο! — Μία κουκούλα!

ΖΟΝΤΕΛΕ Πηγαίνωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ, προς τα βιολιά. Σεις τα βιολιά, παίξετ' ένα κομμάτι!

(Τα βιολιά συνενούνται μετά της σχηματιζομένης συνοδείας. Αρπάζουν τας ανημμένας λαμπάδας της σκηνής και τας διανέμονται μεταξύ των, εις τρόπον ώστε γίνεται μία λαμπαδηφορία).

Μπράβο! αξιωματικοί, γυναίκες με θεάτρου Φορέματα, και είκοσι βήματα 'μπρός . . .

(Τοποθετείται ως λέγει).

Μονάχος, Εγώ με το πτερόν αυτό, που η Δόξα μοναχή της Έβαλε 'στό καπέλλο αυτό, και όπως ο Σκιπίων Αγέρωχος και τρεις φορές Νασίκας!. . — Μεννοείτε; Απαγορεύω σ' όλους σας βοήθεια να μου δόστε! — Έτοιμοι; Μία, δύο, τρεις! Ανοίξετε τη θύρα!

(Ο θυρωρός ανοίγει και τα δύο φύλλα της θύρας· φαίνεται μία γωνία των παλαιών Παρισίων, γραφικών και σεληνοφωτίστων).

Α! το Παρίσι μας πετά 'στά σύννεφα της νύχτας· Γλιστρά το φως του φεγγαριού 'στής γαλαζένιες στέγες· Θαρρείς, προετοιμάζεται μία κορνίζα ουράνια Για την αποψινή σκηνή· 'κεί κάτω, ο Σηκουάνας, Κάτω 'σ ατμούς που μοιάζουνε ταινίες, τρεμολάμπει, Ωσάν καθρέπτης μαγικός μυστήρια γεμάτος. Και θε να 'δήτε τη στιγμή εκείνο που θα 'δήτε!

ΟΛΟΙ Στου Νελ την Πύλη!

ΣΥΡΑΝΟ, όρθιος επί του κατωφλίου. Εις του Νελ την πύλη!

(Στρεφόμενος πριν εξέλθη προς την ακόλουθον).

Δεσποσύνη, Δεν ερωτήσατε, γιατί τους εκατόν ανθρώπους Κατά του ποιητού αυτού εβάλανε μονάχου;

(Σύρει το ξίφος και, ησύχως).

Είνε γιατί γνωρίζουνε πως φίλον μου τον έχω!

(Εξέρχεται. Η συνοδεία — ο Λινιέρ παραπαίων επί κεφαλής, — έπειτα αι ηθοποιοί εις τους βραχίονας των αξιωματικών, — έπειτα οι ηθοποιοί διασκελίζοντες — εκκινεί υπό τον ήχον των βιολιών, και υπό το φώς των λαμπάδων).

Α Υ Λ Α Ι Α

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Το εργαστήριον του Ραγκενώ, μαγείρου ζαχαροπλάστου, εκτεταμένον μαγαζείον εις την γωνίαν της οδού Σαιντ-Ονορέ, και της οδού του Ξηρού Δένδρου, τας οποίας παρατηρεί τις ευρέως εις το βάθος, διά του υελοφράκτου της θύρας, φαιάς εις τας πρώτας λάμψεις της αυγής.

Αριστερόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, τράπεζα μετ' επιστεγάσματος από του οποίου κρέμονται χήνες, νήσσαι, λευκοί ταώνες. Εντός μεγάλων φαγεντιανών αγγείων υψηλαί ανθοδέσμαι εκ φυσικών ανθέων, κυρίως κιτρίνων ηλιοτροπίων. Εκ του αυτού μέρους, εις το δεύτερον επίπεδον, υπερμεγέθης θερμάστρα προ της οποίας, μεταξύ τεραστίων πυροστατών, έκαστος των οποίων υποβαστάζει μικρόν λέβητα, τα ψητά στάζουσιν εντός λιποδόχων.

Δεξιόθεν, πρώτον επίπεδον μετά θύρας. Δεύτερον επίπεδον, κλίμαξ ανερχομένη εις μικράν αίθουσαν, της οποίας παρατηρεί τις το εσωτερικόν διά των ανοικτών παραθυροφύλλων· εντός αυτής τράπεζα, μικρός φλαμανδικός πολυέλαιος λάμπει. Είνε ιδιαίτερον δωμάτιον, όπου τρώγουν και πίνουν, Ξύλινον επιστύλιον, συνεχίζον την κλίμακα, φαίνεται φέρον προς άλλας μικράς αιθούσας αναλόγους.

Εν τω μέσω του μαγειρείου, σιδηρούς κύκλος, τον οποίον δύναται να καταβιβάζη τις διά σχοινίου, και από του οποίου κρέμονται χονδρά τεμάχια, ομοιάζει προς πολυέλαιον εκ θηραμάτων.

Οι κάμινοι εν τη σκιά, υπό την κλίμακα, κοκκινίζουν. Τα χαλκώματα σπινθηροβολούν. Οβελοί στρέφονται. Διάφορα τεμάχια υψούνται εις πυραμίδας. Χοιρομήρια κρέμονται. Είνε το πρωινόν πυρ. Συνωστισμοί υπηρετών του μαγειρίου, ευσάρκων μαγείρων, και μικροσκοπικών αδεξίων μαγειρίσκων. Πλήθος σκούφων με πτερά όρνιθος ή με πτέρυγας αλεκτορίδος. Φέρουν επί σιδηρών πλακών και λυγίνων καλαθίσκων συστοιχίας φραντζολών, σωρούς μικρών διπυριτών.

Τράπεζαι κεκαλυμμένοι υπό πλακούντων και πινάκων. Άλλαι περιεστοιχισμέναι υπό καθισμάτων, περιμένουν τους τρώγοντας και πίνοντας. Μία μικροτέρα, εις μίαν γωνίαν, εξαφανίζεται υπό τα χαρτία. Ο Ραγκενώ κάθηται προ αυτής κατά την ύψωσιν της αυλαίας, γράφων.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΑΙ έπειτα ΛΙΖΑ. Ο Ραγκενώ προ της μικράς τραπέζης έχων ύφος άνθρωπου εμπνευσμένου, γράφει μετρών επί των δαχτύλων του.

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων τεμάχιον έτοιμον. Αμυγδαλάτα οπωρικά!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων δίσκον. Μπουρέκια!

ΤΡΙΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων ψητόν πτεροστόλιστον. Και παγώνι!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων μίαν πλάκα γλυκισμάτων. Πάστες!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων έν είδος πηλίνου αγγείου. Με σάλτσα βωδινό!

ΡΑΓΚΕΝΩ, παύων να γράφη και υψών την κεφαλήν. Της χαραυγής η ακτίνες Η ασημένιες 'στόν χαλκούν γλιστρούν! 'Στό στήθος μέσα Την ψάλλουσαν θεότητα, ω Ραγκενώ, να πνίξης! Θάρθη της λύρας η στιγμή, — είν' η στιγμή του φούρνου!

(Εγείρεται, προς ένα μάγειρον).

Μάκρυνε, συ, παρακαλώ, αυτή τη σάλτσα, είνε Πολύ κοντή.

ΜΑΓΕΙΡΟΣ Ως πόσον;

ΡΑΓΚΕΝΩ Τρεις πόδας.

(Διέρχεται)

ΜΑΓΕΙΡΟΣ Τι λέει!

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ Η πήττα!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ Η τούρτα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, ενώπιον της θερμάστρας. Ω Μούσα μου, από εδώ απομακρύνσου τώρα, Μήπως τα θεία μάτια σου το πυρ τα κοκινίση!

(Εις ένα ζαχαροπλάστην, δεικνύων εις αυτόν άρτους).

Άσχημα έβαλες εσύ το σχίσιμον των άρτων Βάλ' την τομή ανάμεσα των δύο ημιστίχων!

(Προς έν' άλλον, δεικνύων εις αυτόν ένα παστίτσον ατελές).

Στο κρούστινο παλάτι αυτό να βάλλης μίαν στέγην.

(Προς νέον μαθητευόμενον, όστις καθήμενος κατά γης σουβλίζει πουλερικά).

Και 'στόν ατέλειωτον αυτόν τον οβελόν επάνω Ζευγάρωνε το ταπεινό, παιδί μου, κοτοπούλι Μαζύ με τον αγέρωχο το διάνο, όπως ο γέρων Μαλέρμπ ζευγάρι έκανε τους στίχους τους μεγάλους Με τους μικρούς, και 'στή φωτιά ψητού στροφάς να στρέφης.

ΕΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ, προχωρών μετά δίσκου κεκαλυμμένου διά χειρομάκτρου.

Αφέντη, σε θυμήθηκα και σούψησα 'στό φούρνο Αυτό, π' ελπίζω πως πολύ σαρέσει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, έκθαμβος. Μία λύρα!

Αποκαλύπτει τον δίσκον και φαίνεται μία ζαχαρόπηκτος λύρα).

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ Είν' από πάστα τσουρεκιού.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκεκινημένος. Με φρούτα ζαχαράτα!

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ Και της χορδές με ζάχαρι, βλέπεις, της έχω κάμει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν χρήματα Πήγαινε 'στήν υγεία μου να πιής!

(Παρατηρών την Λίζαν εισερχομένην)

Η σύζυγός μου! Σώπα! περπάτει, κρύψ' αυτό το χρήμα!

(Προς την Λίζαν, δεικνύων εις αυτήν την λύραν με ύφος στενοχωρημένον).

Είν' ωραίον;

ΛΙΖΑ Γελοίον!

(Καταθέτει επί του γραφείου μίαν στήλην χαρτίνων σάκκων).

ΡΑΓΚΕΝΩ Σάκκους; . . α! καλά. Ευχαριστώ.

(Τους παρατηρεί).

Θεέ μου! Τα σεβαστά βιβλία μου! Των φίλων μου τους στίχους! Σχισμένα! εις τεμάχια! Διά να κάμης σάκκους Διά της καραμέλες μας! . . Ω! τας Βακχίδας πάλιν. Και τον Ορφέα αναπολείς 'στήν μνήμην μου!

ΛΙΖΑ Δεν έχω Λοιπόν κεγώ δικαίωμα, να χρησιμοποιήσω Αυτά που μας αφίνουνε για πληρωμή μονάχα Των ανομοίων των γραμμών οι πρόστυχοι γραφιάδες; . .

ΡΑΓΚΕΝΩ Μύρμηγκα!. . τα τσιτσίκια αυτά τα θεία, μην υβρίζης!

ΛΙΖΑ Πριν κάμης συντροφιά μαυτά τα πρόσωπα, ποτέ σου Βακχίδα δεν μ' εκάλεσες, — και μύρμηγκα!

ΡΑΓΚΕΝΩ Με στίχους Να κάμη σάκκους!

ΛΙΖΑ Μάλιστα μαυτούς!

ΡΑΓΚΕΝΩ Αλλά, κυρία, Τότε τι κάμετε λοιπόν με την πεζογραφία;

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι ίδιοι, ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ εισερχόμενα εις το ζαχαροπλαστείον.

ΡΑΓΚΕΝΩ Τι θέλετε, παιδάκια μου;

ΠΡΩΤΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ Τρία παστίτσα.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτά. Πάρτε, Πολύ ζεστά και κόκκινα πολύ!

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ Τυλίξατέ τα, Παρακαλώ.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκινούμενος κατ' ιδίαν. Αλλοίμονον! από τους σάκκους μου ένα!

(Εις τα παιδία).

Να τα τυλίξω θέλετε;

(Λαμβάνει ένα σάκκον και καθ' ην στιγμήν πρόκειται να θέση εντός αυτού τα παστίτσα, αναγινώσκει).

«Ο δ' Οδυσσεύς ομοίως, καθ' ην ημέραν άφησε την Πηνελόπην» . . . Όχι Αυτόν!. .

(Θέτει αυτόν κατά μέρος και λαμβάνει έτερον. Καθ' ην στιγμήν θέτει τα παστίτσια εντός αυτού, αναγινώσκει).

«Ο Φοίβος ο ξανθός . . . ;» Όχι αυτόν!

(Πράττει το ίδιον).

ΛΙΖΑ, ανυπόμονος. Τι κάμεις Λοιπόν;

ΡΑΓΚΕΝΩ Έτοιμος, έτοιμος, έτοιμος!

(Λαμβάνει τρίτον και αποφασίζει).

Το σονέτο Προς την Φυλλίδα!. . Τι σκληρόν που είνε μόλα ταύτα!

ΛΙΖΑ Το απεφάσισ' ευτυχώς!

(Υψώνουσα τους ώμους)

Νικόδημε!

(Αναβαίνει επί ενός καθίσματος, και αρχίζει να ταξιθετή τα πινάκια επί μιας τραπέζης).

ΡΑΓΚΕΝΩ, επωφελούμενος εκ του ότι στρέφει τα νώτα λαλεί τα παιδία, άτινα είνε ήδη εις την θύραν. Μικρά μου! Ψιτ! της Φυλλίδος δότε μου οπίσω το σονέτο, Κι' αντί τριών σας δίνω έξ παστίτσα!. .

(Τα παιδία του επιστρέφουν τον σάκκον, λαμβάνουν ζωηρώς τα έξ τεμάχια κεξέρχονται. Ο Ραγκενώ καθαρίζων τον χάρτην αρχίζει ναπαγγέλη).

«Ω Φυλλίς μου! . . . Στόνομα τούτο το γλυκύ μία κηλίς βουτύρου! Φυλλίς!. .»

(Ο Συρανό εισέρχεται αποτόμως).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

ΣΥΡΑΝΟ Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ, χαιρετίζων αυτόν μετά σπουδής. Έξ.

ΣΥΡΑΝΟ, μετά συγκινήσεως. Εις μίαν ώραν!

(Πηγαίνει κέρχεται εντός του εργαστηρίου).

ΡΑΓΚΕΝΩ, ακολουθών αυτόν. Μπράβο! Είδα . . .

ΣΥΡΑΝΟ 'Σάν τι;

ΡΑΓΚΕΝΩ Την μάχην σας!. .

ΣΥΡΑΝΟ Ποιάν;

ΡΑΓΚΕΝΩ Του Μεγάρου Της Βουργουνδίας εννοώ!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά περιφρονήσεως Α! . . την μονομαχίαν!. .

ΡΑΓΚΕΝΩ. μετά θαυμασμού. Μονομαχίαν έμμετρον!. .

ΛΙΖΑ Το στόμα του δεν παύει Για κείνη να μας ομιλή!

ΣΥΡΑΝΟ Καλλίτερα βεβαίως.

ΡΑΓΚΕΝΩ, αρπάζων ένα οβελόν και προβάλλων τον πόδα. «'Στό τέλος της στροφής τρυπώ!. .» Ω! πόσον είν' ωραίον! «'Στό τέλος της στροφής τρυπώ . . .»

(Μετ' αύξοντος ενθουσιασμού).

«'Στό τέλος . . .»

ΣΥΡΑΝΟ Τι ώρα είναι;

ΡΑΓΚΕΝΩ, μένων εν προβολή διά να ίδη την ώραν. Έξη και πέντε!. . «της στροφής τρυπώ . . .»

(Ανεγείρεται).

Ακούς να κάμη Έν τρίστροφον!

ΛΙΖΑ, προς τον Συρανό, όστις διερχόμενος πλησίον της τραπέζης, έθλιψεν αφηρημένος την χείρα της. Τι έχετε 'στό χέρι σας;

ΣΥΡΑΝΟ Δεν είνε Τίποτε. Είνε μια πληγή.

ΡΑΓΚΕΝΩ Μην 'τρέξατε κανένα Κίνδυνον.

ΣΥΡΑΝΟ Όχι.

ΛΙΖΑ, απειλούσα αυτόν διά του δακτύλου. Ψεύδεσθε, θαρρώ!

ΣΥΡΑΝΟ Θα εκινείτο Η μύτη μου; Αυτό για μια ψευτιά μεγάλη κάνει!

(Αλλάσσων τόνον).

Τώρα προσμένω κάποιονε· και αν δεν με γελάση, Μονάχους μας αφίνετε. . .

ΡΑΓΚΕΝΩ Δεν ειμπορώ. Θα έλθουν Οι ποιηταί μου παρευθύς.

ΛΙΖΑ, ειρωνικώς Διά το πρώτο γεύμα.

ΣΥΡΑΝΟ Όταν σου νεύσω διώξε τους. Τι ώρα;

ΡΑΓΚΕΝΩ Έξ και δέκα!

ΣΥΡΑΝΟ, καθήμενος νευρικώς εις την τράπεζαν του Ραγκενώ και λαμβάνων χάρτην. Μια πέννα;

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν εκείνην που έχει εις το αυτί του. Κύκνου.

ΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, φέρων ωραίους μύστακας εισέρχεται, και διά φωνής στεντορείας. Χαίρετε!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος Ποιος είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ Ένας φίλος Της γυναικός μου. Τρομερός πολεμιστής, — ως λέγει!. .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την πένναν και απομακρύνων διά της χειρονομίας τον Ραγκενώ. Σώπα!. . Το γράφω, — το σφαλώ, —

(καθ' εαυτόν).

Της δίδω, — φεύγω. .

(ρίπτων την πένναν).

Ω! είμαι Δειλός! . . και προτιμότερον μου είνε ναποθάνω, Ή να τολμήσω να της 'πώ μια λέξι . . .

(Προς τον Ραγκενώ),

Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ Έξη και τέταρτο!. .

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών το στήθος του. Απ' αυτές που έχω εδώ μια μόνη! Εν ώ 'σάν γράφω . . .

(λαμβάνει πάλιν την γραφίδα).

Αι λοιπόν! Ας γράψω αυτό το γράμμα Του έρωτος που μέσα μου χίλιες φορές ως τώρα Έκαμα κεξανάκαμα, που έτοιμο το έχω, Και αν ζυγώσω 'στό χαρτί πλησίον την ψυχή μου Δεν έχω παρ' αντιγραφή απλή να κάνω.

(Γράφει, — όπισθεν του τελοφράκτου της θύρας φαίνονται κινούμεναι σκιαί ισχναί και διστάζουσαι).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, ΣΥΡΑΝΟ προ της μικράς τραπέζης γράφων, οι ΠΟΙΗΤΑΙ μέλανα ενδεδυμένοι με τας περικνημίδας πιπτούσας, κεκαλυμμένας υπό βορβόρου.

ΛΙΖΑ, προς τον Ραγκενώ. Νάτοι, Οι βρώμιοι σου!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, εισερχόμενος προς τον Ραγκενώ. Συνάδελφε!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Συνάδελφέ μου φίλε!

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Αητέ των ζαχαροπλαστών!

(Ωσφραίνεται).

Εις την φωληά σου ωραία Μυρίζει!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Ω Φοίβε μάγειρε!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Απόλλων των μαγείρων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, περιστοιχιζόμενος, φιλούμενος, σειόμενος. Πόσον καλά που 'βρίσκεται κανείς μαζύ με τούτους!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Αργήσαμεν απ' το λαό που ήταν συναγμένος 'Στού Νελ την πύλη! . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Οκτώ λησταί με ξίφος σκοτωμένοι Ήσαν εις το λιθόστρωτον επάνω 'ξαπλωμένοι!

ΣΥΡΑΝΟ, εγείρων επί μίαν στιγμήν την κεφαλήν. Οκτώ; Μπα! 'νόμιζα επτά!. .

(Γράφει πάλιν).

ΡΑΓΚΕΝΩ, προς τον Συρανό. Μήπως λοιπόν της μάχης Γνωρίζετε τον ήρωα.

ΣΥΡΑΝΟ, αμελώς Εγώ; . . Όχι! . .

ΛΙΖΑ, προς τον σωματοφύλακα. Σεις;

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, στρύφων τον μύστακα) Ίσως!

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων, κατ' ιδίαν — ακούεται ψιθυρίζων λέξιν τινά από καιρού εις καιρόν. «Σε αγαπώ . . .»

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Και λέγουνε, όλη τη συμμορία Ένας μονάχος 'μπόρεσε να την καταδιώξη!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Ήτο πολύ περίεργον! Με λόγχες και με ράβδους Είχε στρωθή το έδαφος.

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων. «. . .τα μάτια σου . . .»

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Καπέλλα Εύρισκαν ως το πρόχωμα των Χρυσικών . . .

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Βεβαίως Το πράγμα θάταν άγριον.

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων. «. . .τα χείλη σου . . .»

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Τι γίγας Που θάνε τρομερός αυτών των άθλων ο εργάτης!

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως «. . . . Κι όταν σε βλέπω, αγάπη μου, λιποθυμώ απ' το φόβο».

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, αρπάζων έν γλύκισμα. Τι νέους στίχους, Ραγκενώ, μας έγραψες;

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως. «. . . εκείνου Που σαγαπά . . .»

(Σταματά εις την στιγμήν της υπογραφής κεγείρεται θέτων την επιστολήν εις το εσωκάρδιόν του).

Υπογραφή δεν βαίνω. Θα την δώσω Ο ίδιος.

ΡΑΓΚΕΝΩ, προς τον δεύτερον ποιητήν. Μία συνταγή με στίχους έχω κάμει.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, τοποθετούμενος πλησίον ενός δίσκου γεμάτου από παστίτσια. Τους στίχους ας ακούσωμεν!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, παρατηρών έν τσουρέκι, όπερ έλαβε. Ετούτο το τσουρέκι Έχει τη σκούφια του στραβά.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Ετούτο το ψωμάκι 'Στον πειναλέον στιχουργόν τα μάτια του καρφώνει, που μοιάζουν 'σάν αμύγδαλα με φρύδια 'σάν αγγέλου.

(Λαμβάνει το ψωμάκι).

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Ακούομεν.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, σφίγγων ελαφρώς έν παστίτσιον μεταξύ των δακτύλων του. Το γλύκισμα αυτό την κρέμα χύνει, 'Σαν να γελά.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, δαγκάνων μίαν μεγάλην ζαχαρόπηκτον λύραν. Πρώτη φορά η λύρα που με τρέφει. Εις την ζωήν μου.

ΡΑΓΚΕΝΩ, όστις ετοιμάσθη διαπαγγελίαν έβηξε, εταξιθέτησε την σκούφια του, έλαβε στάσιν. Συνταγή με στίχους.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προς τον πρώτον, κινών τον αγκώνα του. Γευματίζεις;

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προς τον δεύτερο. Δειπνάς;

ΡΑΓΚΕΝΩ Ιδού πώς γίνονται τουρτάκια μυγδαλάτα Ως που ναφρίσουνε κτυπάτε Αυγά μερικά, Και μέσα 'στόν αφρό κερνάτε Του κίτρου εκλεκτό χυλό Και χύνετ' έπειτα καλό Γάλα από μύγδαλα γλυκά. Με ζύμη μπουρεκιού γεμίζετε Τριγύρω το πλευρόν Ταψιών επίτηδες μικρών. Με δάχτυλο γοργό τα χρίζετε Με του βερύκοκκου χυμόν, Και με σταγόνες τα ραντίζετε

Του αφρού σας όλα τα ταψάκια. Και τα πηγαίνετε Στο φούρνο, και 'σάν προβατάκια Φαιδρά κιολόξανθα τα βγαίνετε, Κιαφού τα τρώτε δεν χορταίνετε Τα μυγδάλατα τα τουρτάκια!

ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ, με το στόμα γεμάτον. Εξαίσιον! Γλυκύτατον!

ΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, πνιγόμενος. Χουμπφ!

(Ανέρχονται προς το βάθος, τρώγοντες. Ο Συρανό, όστις παρετήρησεν, προχωρεί προς τον Ραγκενώ).

ΣΥΡΑΝΟ Από τη φωνή σου Λαμβάνοντες την όρεξιν, δεν βλέπεις, πώς μπουκώνουν;

ΡΑΓΚΕΝΩ, χαμηλοφώνως, μειδιών. Το βλέπω, αλλά και χωρίς να τους κυττάζω, μήπως Τους ενοχλώ· καισθάνομαι διπλήν χαράν, να λέγω Έτσι τους στίχους μου, αφού γλυκειάν αδυναμία, Που έχω, ικανοποιώ, εν ώ να τρώνε αφίνω Εκείνους που δεν έφαγαν!

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών επί των ώμων του. Πολύ μαρέσεις!. .

(Ο Ραγκενώ πηγαίνει να ενωθή μετά των φίλων του. Ο Συρανό τον ακολουθεί διά των οφθαλμών, έπειτα, ολίγον αποτόμως).

Λίζα, Πρόσεχε!

(Η Λίζα, τρυφερώς συνομιλούσα με τον σωματοφύλακα ανασκιρτά, και κατέρχεται προς τον Συρανό).

Σε πολιορκεί αυτός ο καπετάνιος; . .

ΛΙΖΑ, προσβαλλομένη. Ω! μένα βλέμμ' αγέρωχον γνωρίζουν να νικήσουν Οι οφθαλμοί μου όποιονε προσβάλλει την τιμήν μου.

ΣΥΡΑΝΟ Για νικηφόρους οφθαλμούς τους βρίσκω κτυπημένους.

ΛΙΖΑ, πνιγομένη. Αλλά. . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθαρά. Μάρεσ' ο Ραγκενώ. Για τούτο, κυρά Λίζα,

ΛΙΖΑ Δεν επιτρέπω κανενός να τόνε μασκαρέψη Μα. . .

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ύψωσε την φωνήν αρκετά ώστε νακουσθή υπό του εραστού. Των φρονίμων. . .

(Χαιρετίζει τον σωματοφύλακα, και πηγαίνει να παρατηρήση, εις την θύραν του βάθους, αφού παρετήρησε το ωρολόγιον).

ΛΙΖΑ, εις τον σωματοφύλακα, όστις απλώς ανταπέδωσε τον χαιρετισμόν εις τον Συρανό. ΑληΘώς, δεν σεννοώ . . . ειπέ του Κάτι διά την μύτην του. . . .

Ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ Τη μύτη του . . . Την μύτη . . .

(Απομακρύνεται ζωηρώς, η Λίζα τον ακολουθεί).

ΣΥΡΑΝΟ, εκ της θύρας του βάθους, κάμων σημείον εις τον Ραγκενώ να διώξη τους ποιητάς. Ψιτ! . . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, δεικνύων εις τους ποιητάς την δεξιόθεν θύραν. Θάμεθα καλλίτερα εκεί . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανυπομονών. Ψιτ! Ψιτ! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ σύρων αυτούς. Τους στίχους Για να διαβάσουμε. . .

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, απελπισμένος, με γεμάτον το στόμα. Αλλά γλυκίσματα! . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ Μαζύ μας Ας πάρωμεν!

(Εξέρχονται όλοι όπισθεν του Ραγκενώ, εν είδει λιτανείας, και αφού διήρπαξαν τους δίσκους).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

ΣΥΡΑΝΟ Το γράμμα μου θα σύρω, αν καταλάβω, Πως είνε και μικρά ελπίς! . .

(Η Ροξάνη προσωπιδοφόρος, μετά της ακολούθου της, εμφανίζεται όπισθεν της υελοφράκτου της θύρας. Ανοίγει ζωηρώς την θύραν). Εισέλθετε! . .

(Βαδίζων προς την ακόλουθον).

Δυο λέξεις Ακόλουθε! . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Και τέσσαρες.

ΣΥΡΑΝΟ Λαίμαργος είσαι;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Μέχρι Αρρώστιας.

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων ζωηρώς εκ της τραπέζης σάκκους χαρτίνους. Καλά, το λοιπόν ιδού δύο σονέτα Του Βενσεράδ. . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Ουφ!

ΣΥΡΑΝΟ Με γλυκά γεμάτα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μεταβάλλουσα όψιν. Αχ!

ΣΥΡΑΝΟ Ή μήπως θα προτιμούσες τα γλυκά, που λέγονται παστίτσα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Μαρέσουν, κύριε, πολύ προ πάντων με την κρέμα.

ΣΥΡΑΝΟ Σου βαίνω έξη το λοιπόν από εκείνα μέσα Στο ποίημα του Σαιντ-Αμάν! Και εις αυτούς τους στίχους Του Σαπελαίν τεμάχιον του φουρνιστού σου βάζω. — Μην αγαπάς φρέσκα γλυκά;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Τρελλαίνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ, φορτώνων τους βραχίονάς της με σάκκους πλήρεις. 'Στό δρόμο Πήγαινε τώρα να τα φας!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Αλλά. . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών αυτήν έξω. Και μη γυρίσης Πριν τα τελειώσης!

(Επανακλείει την θύραν, κατέρχεται πάλιν προς την Ροξάνην, και σταματά, αποκαλυπτόμενος εις σεβαστήν απόφασιν).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' ολίγον.

ΣΥΡΑΝΟ Η στιγμή αυτή ευλογημένη Ας είνε, όπου έπαυσες να λησμονής 'στό τέλος, Πως αναπνέω ταπεινώς, κέρχεσαι να μου είπης, Να μου ειπής . . .

ΡΟΞΑΝΗ, αφαιρέσασα την προσωπίδα. Μα κατ' αρχάς, ευχαριστώ, διότι, Αυτός ο βλαξ, που 'στού σπαθιού το άξιο παιγνίδι Έχασε χθες, είνε αυτός, όπου ένας μεγάλος Κύριος . . . όστις μ' αγαπά . . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! ο δε Γκύσης;

ΡΟΞΑΝΗ, ταπεινούσα τους οφθαλμούς. Θέλει Να μεπιβάλη σύζυγον . . .

ΣΥΡΑΝΟ Πρόσθετον;

(Χαιρετίζων).

Εκτυπήθην Λοιπόν — και τούτο προτιμώ καλλίτερον, κυρία — Όχι διά την άσχημη τη μύτη μου, αλλ' όμως Για τα ωραία 'μάτια σου.

ΡΟΞΑΝΗ Έπειτα . . . επιθυμούσα . . . Αλλά για 'κείνο πέρχομαι να σου ομολογήσω, Πρέπει να εύρω εις εσέ σχεδόν τον αδελφόν μου, Που μέσ' το πάρκο παίζαμε μαζύ — κοντά 'στή λίμνη! . .

ΣΥΡΑΝΟ Ναι . . . ήρχεσο 'στό Μπερζεράκ όλα τα καλοκαίρια! . .

ΡΟΞΑΝΗ Η καλαμιές σου έδιναν για τα σπαθιά σου ξύλα.

ΣΥΡΑΝΟ Και για της κούκλες σου ξανθά μαλλιά ταραποσίτια!

ΡΟΞΑΝΗ Ήτ' ο καιρός των παιγνιδιών . . .

ΣΥΡΑΝΟ Και των ξυνών των μούρων . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ήτ' ο καιρός που έκαμες ό,τ' ήθελα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Η Ροξάνη Ελέγετο Μαγδαληνή με το κοντό φουστάνι . . .

ΡΟΞΑΝΗ Όμορφη τότε ήμουνα, αι;

ΣΥΡΑΝΟ Άσχημη δεν ήσουν.

ΡΟΞΑΝΗ Από κανέν' ανέβασμα με χέρι 'ματωμένο Ήρχεσο κάποτε! — Α! εγώ τότ' έκανα τη μάννα, Και με φωνή οπού σκληρή να γίνη προσπαθούσε:

(Λαμβάνει την χείρα του).

«Τ' είνε αυτή, σου έλεγα, η τσουγγρανιά και πάλι;»

(Σταματά κατάπληκτος).

Α! είνε ανυπόφορον! Κι' αυτή;

(Ο Συρανό θέλει ναποσύρη την χείρα του).

Α! δείξε μου την! Πώς; εις την ηλικίαν σου ακόμα! Πού την πήρες;

ΣΥΡΑΝΟ Παίζων πλησίον εις του Νελ την πύλην.

ΡΟΞΑΝΗ, καθημένη παρά την τράπεζαν και βρέχουσα το μανδύλιόν της εντός ποτηρίου ύδατος. Δος το χέρι!

ΣΥΡΑΝΟ, καθήμενος επίσης. Τόσο γλυκά, τόσον φαιδρώς φιλόστοργος!

ΡΟΞΑΝΗ Και πες μου, Ενόσω από την πληγή το αίμα καθαρίζω, — Ποίοι ήσαν εναντίον σου;

ΣΥΡΑΝΟ Ω! εκατόν περίπου.

ΡΟΞΑΝΗ Πες τα μου!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι! πες μου συ, αυτό που δεν τολμούσες, Να μου το 'πης προτήτερα. . .

ΡΟΞΑΝΗ, χωρίς ναφήση την χείρα του. Τώρα τολμώ. Διότι Το μύρον μενεθάρρυνε του παρελθόντος. Τώρα Τολμώ. Να! Κάποιον αγαπώ.

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Που δεν το γνωρίζει. . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όχι ακόμη!

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Αλλά σ' ολίγον θα το μάθη, Αν δεν το ξεύρη. . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Πτωχό παιδί, που μέχρι τούδε Δειλά μακρόθεν μαγαπά, και δίχως να τολμήση Να μου το 'πη. . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Άφες μου το χέρι σου. Μπα! καίει. — Αλλ' είδα εις τα χείλη του να τρέμ' η ομολογία. . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ, αφού ετελείωσεν ένα μικρόν επίδεσμον με το μανδύλι της. Και φαντάσου, ακριβώς, ότι, εξάδελφέ μου, Στο ιδικόν σου σύνταγμα υπηρετεί. . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ, γελώσα. Είνε Επίλεκτος 'στό λόχο σου! . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ Εις το μέτωπόν του Το πνεύμα σπινθηροβολεί. Είν' ευγενής και νέος, Ατρόμητος, αγέρωχος, ωραίος. . .

ΣΥΡΑΝΟ, εγειρόμενος κάτωχρος. Πώς; ωραίος!

ΡΟΞΑΝΗ Τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ; τίποτε! . . Είνε . . . το. . .

(Δεικνύει την χείρα του μετά μειδιάματος).

Το . . . βαβά μου!

ΡΟΞΑΝΗ Τέλος εγώ τον αγαπώ, Και πρέπει να σου είπω, Πως δεν τον είδ' αλλού ποτέ παρά 'στήν Κωμωδία . . .

ΣΥΡΑΝΟ Δεν ωμιλήσατε λοιπόν; . .

ΡΟΞΑΝΗ Τα μάτια μας μονάχα!

ΣΥΡΑΝΟ Μα πώς γνωρίζετε λοιπόν;

ΡΟΞΑΝΗ Κάτω από τας φιλύρας Μιλούνε της Βασιλικής Πλατείας . . . Μου το είπεν Μια φλύαρη!

ΣΥΡΑΝΟ Είν' επίλεκτος;

ΡΟΞΑΝΗ Επίλεκτος!

ΣΥΡΑΝΟ Και ποίον Το όνομά του;

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανός δε Νεβιγιέτ, βαρώνος.

ΣΥΡΑΝΟ Α μπα! Δεν είν' επίλεκτος.

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, σήμερον εμβήκε: Υπό τον λοχαγόν Καρμπόν Καστέλ Ζαλού.

ΣΥΡΑΝΟ Ταχέως, Έτσι αφίνεις την καρδιά; . . αλλά, πτωχή μικρά μου . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ανοίγουσα την θύραν του βάθους. Έφαγα όλες, κύριε δε Μπερζεράκ, της πάστες.

ΣΥΡΑΝΟ Τότε τους στίχους διάβασε, που είνε τυπωμένοι 'Στο σάκκο!

(Η ακόλουθος εξαφανίζεται).

Κόρη μου πτωχή, συ παγαπάς τωραίον, Το πνεύμα και την εκλεκτήν την γλώσσαν, — εάν ήτο Είς βέβηλος, είς άγριος;

ΡΟΞΑΝΗ Όχι, την κόμην έχει Ως ένας ήρως του δ' Υρφέ!

ΣΥΡΑΝΟ Εάν επίσης ήτο Βάναυσος, όσον και καλώς ενδεδυμένος;

ΡΟΞΑΝΗ Όχι, Όλα τα λόγια του λεπτά θα είνε το μαντεύω.

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, πάντοτε είνε λεπτά τα λόγια, όταν είνε Κ' οι μύστακες λεπτοί. — Πλην βλαξ αν ήτο;

ΡΟΞΑΝΗ, κτυπώσα διά του ποδός. Λοιπόν τότε Θαπέθαινα!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά τινα παύσιν. Μεφέρατε εδώ για να μου 'πήτε Αυτά; Την χρησιμότητα δεν βλέπω αυτήν, κυρία.

ΡΟΞΑΝΗ Αχ! Γιατί ένας μούβαλε τον τρόμο 'στήν ψυχή μου, και μούπεν ότι όλοι σας είσθε Γασκόνοι, όλοι 'Στόν λόχον σας. . .

ΣΥΡΑΝΟ Και πως ημείς τους νέους προκαλούμεν Τους αμαθείς, που γίνονται δεκτοί εξ ευμενείας Ανάμεσα 'στούς αληθείς Γασκόνους, χωρίς νάνε; Αυτό σας είπεν;

ΡΟΞΑΝΗ Και 'μπορείς να φαντασθής, τι τρόμον Ησθάνθην δι' αυτόν!

ΣΥΡΑΝΟ, μεταξύ των οδόντων του. Πολύ ευλόγως!

ΡΟΞΑΝΗ Αλλ' εσκέφθην, Όταν εχθές ανίκητος και μέγας απεδείχθης, Τον φαύλον τιμωρών αυτόν, και αντιμετωπίζων Αυτά τα ζώα — αν ήθελεν, εκείνος που φοβούνται Όλοι . . . εσκέφθην . . .

ΣΥΡΑΝΟ Αι! καλά λοιπόν θα προστατεύσω Τον βαρωνίσκον σας αυτόν.

ΡΟΞΑΝΗ Ω δεν είνε αλήθεια; Θα μου τον προστατεύσης, αι; Είχα για σε φιλίαν Πάντοτε τόσον τρυφεράν!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι!

ΡΟΞΑΝΗ Φίλος του θα είσαι;

ΣΥΡΑΝΟ Θα είμαι.

ΡΟΞΑΝΗ Δεν θα έχη δε ποτέ μονομαχίαν:

ΣΥΡΑΝΟ Ορκίζομαι.

ΡΟΞΑΝΗ Ω; σαγαπώ πολύ! Πρέπει να φύγω τώρα.

(Θέτει ζωηρώς την προσωπίδα της, ένα τρίχαπτον επί του μετώπου της και αφηρημένως).

Αλλά την μάχην της νυκτός αυτήν δεν μου την είπες. Αλήθεια θάταν τρομερόν! — Ειπέ του να μου γράψη.

(Τω στέλλει έν φίλημα διά της χειρός).

Ω! σαγαπώ!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, ναι.

ΡΟΞΑΝΗ Εκατόν ανθρώπους, και συ μόνος! Χαίρε λοιπόν. — Φίλοι καλοί θα είμεθα!

ΣΥΡΑΝΟ Βεβαίως.

ΡΟΞΑΝΗ Πες, να μου γράψη! — Εκατό ανθρώπους! — Τι ανδρεία!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων αυτήν. Ω! έκτοτ' έκαμα πολύ καλλίτερον.

(Αύτη εξέρχεται. Ο Συρανό μένει ακίνητος με τους οφθαλμούς κατά γης. Σιωπή. Η θύρα δεξιόθεν ανοίγει. Ο Ραγκενώ περνά την κεφαλήν του).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΑΓΚΕΝΩ, οι ΠΟΙΗΤΑΙ, ο ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ, οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, το ΠΛΗΘΟΣ κτλ. Έπειτα ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ.

ΡΑΓΚΕΝΩ Μπορούμε Να 'μπούμε;

ΣΥΡΑΝΟ, χωρίς να κινηθή. Ναι. . .

(Ο Ραγκενώ κάμει σημείον και οι φίλοι του εισέρχονται. Συγχρόνως εις την θύραν του βάθους φαίνεται ο Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού φέρων στολήν λοχαγού της φρουράς, όστις κάμει μεγάλας χειρονομίας παρατηρών τον Συρανό).

ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ Ιδού αυτός!

ΣΥΡΑΝΟ, εγείρων την κεφαλήν. Ο λοχαγός μου!,.

ΚΑΡΜΠΟΝ, υπερχαρής Ο ήρως μας! Γνωρίζομεν το παν. Είνε τριάντα Από τους επιλέκτους μου εκεί! . .

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών. Μα. . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, θέλων να τον σύρη. Έλα! θέλουν Να σίδουν!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

ΚΑΡΜΠΟΝ Πίνουμε 'στήν άντικρυ ταβέρνα.

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ . . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, αναβαίνει προς την θύραν και κραυγάζων εις τα παρασκήνια, διά φωνής βροντώδους. Αρνείτ' ο ήρως μας. Δεν έχει κέφια διόλου!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν. Α! το Θεό!

(Θόρυβος έξωθεν, κρότος ξιφών και υποδημάτων προσεγγιζόντων).

ΚΑΡΜΠΟΝ, τρίβων τας χείρας. Ιδού αυτοί περνούν το δρόμο.

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, εισερχόμενοι εις το ζαχαροπλαστείον. Χίλιοι Διαβόλοι! — Δαίμονες! — Χριστοί! — Θεοί (— και Παναγίες! —)

ΡΑΓΚΕΝΩ, οπισθοδρομών έντρομος. Κύριοι, όλοι το λοιπόν είσθε Γασκόνοι;

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ Όλοι!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον Συρανό. Μπράβο!

ΣΥΡΑΝΟ Βαρώνε

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Ζήτω σου!

ΣΥΡΑΝΟ Βαρώνε!

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Πάρε ένα Φιλί!

ΣΥΡΑΝΟ Βαρώνε! . .

ΠΟΛΛΟΙ ΓΑΣΚΟΝΟΙ Όλοι σας φιλήστε τον!

ΣΥΡΑΝΟ, μη γνωρίζων πρός τινα ναπαντήση. Βαρώνε . . . Βαρώνε! . . σας παρακαλώ . . .

ΡΑΓΚΕΝΩ Είσθε λοιπόν βαρώνοι Όλοι σας; . .

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ Όλοι!

ΡΑΓΚΕΝΩ Πράγματι; . .

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Με τα οικόσημά μας Μπορούνε πύργο ολόκληρο να κτίσουν!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εισερχόμενος και τρέχων εις τον Συρανό. Σε ζητούνε! Παράφορον εκ θαυμασμού το πλήθος οδηγείται, Από εκείνους που εχθές την νύκτα σηκολούθουν.

ΣΥΡΑΝΟ, έντρομος. Τους είπες πού ευρίσκομαι;

ΛΕΜΠΡΕΤ, τρίβων τας χείρας, Βεβαίως τους το είπα!

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, εισέρχεται ακολουθούμενος υπό ενός συμπλέγματος· Κύριε, όλον το Μαραί εδώ εκουβαλήθη.

(Έξωθεν η οδός επληρώθη κόσμου. Φορεία, άμαξαι σταματούν).

ΛΕΜΠΡΕΤ, χαμηλοφώνως, μειδιών προς τον Συρανό. Και η Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς. Σώπαινε!

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ Τον Συρανό! . .

(Το πλήθος εισορμά εν τω ζαχαροπλαστείω. Συνωστισμός. Επευφημίαι).

ΡΑΓΚΕΝΩ, όρθιος επί μιας τραπέζης. Του πλήθους Στο μαγαζί μου επιδρομή! Τα σπάζουν όλα! Ζήτω!

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, πέριξ του Συρανό. Φίλε μου. . . Φίλε μου. . .

ΣΥΡΑΝΟ Εχθές δεν είχα τόσους φίλους. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, αγαλλιών. Ο Θρίαμβος. . .

ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, προστρέχων με τας χείρας τεταμένας. Αν ήξευρες, φίλε μου. . .

ΣΥΡΑΝΟ Μ' ομιλείτε Εις ενικόν; . . Τι πράγματα 'φυλάξαμεν αντάμα;

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Θα σας συστήσω, κύριε, εις μερικάς κυρίας, Που μέσ' την άμαξάν μου εκεί. . .

ΣΥΡΑΝΟ, ψυχρώς. Και σας, ποιος θα συστήση Σεμέ προτήτερα;

ΛΕΜΠΡΕΤ έκπληκτος. Αλλά λοιπόν τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ Σώπα!

ΕΙΣ ΛΟΓΙΟΣ, μετά μελανοδοχείου. Λεπτομερείας ειμπορώ να λάβω; . .

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

ΛΕΜΠΡΕΤ, ωθών τον αγκώνα του Είνε Ο Μπενωδώ Θεόφραστος, που την εφημερίδα Εφεύρεν.

ΣΥΡΑΝΟ Αδιάφορον!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αυτό το φύλλον, όπου Γράφουν για τόσα πράγματα, και λέγεται ακόμα, Πως η εφεύρεσις αύτη έχει μεγάλον μέλλον.

ΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προχωρών. Κύριε. . .

ΣΥΡΑΝΟ Πάλιν!

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ήθελα μια πεντακροστοιχίδα Για σας να . . .

ΚΑΠΟΙΟΣ, προχωρών. Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Αρκεί . .

(Κίνησις. Τίθενται εις τάξιν. Ο δε Γκύσης φαίνεται συνοδευόμενος υπό αξιωματικών. Ο Κυζή, Μπρισάγι, οι Αξιωματικοί, οι οποίοι ανεχώρησαν μετά του Συρανό εις το τέλος της πρώτης πράξεως. Ο Κυζή έρχεται ζωηρώς προς τον Συρανό).

ΚΥΖΗ, προς τον Συρανό. Ο Κύριος δε Γκύσης!

(Ψίθυρος. Όλοι κάμνουν θέσιν).

Απ' τον στρατάρχην δε Γκαστόν απεσταλμένος είνε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, χαιρετίζων τον Συρανό. Τον θαυμασμόν του μέστειλεν εδώ να σας εκφράσω Διά το ανδραγάθημα το νέον που ομιλούνε.

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ Μπράβο! . .

ΣΥΡΑΝΟ, υποκλινόμενος. Από ηρωισμούς γνωρίζει ο στρατάρχης.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ποτέ δεν θα το 'πίστευεν, εάν αυτοί μεθ' όρκου Οι κύριοι δεν έλεγαν πως τώδαν . . .

ΚΥΖΗ Με τα μάτια!

ΛΕΜΠΡΕΤ, χαμηλοφώνως προς τον Συρανό, όστις φαίνεται αφηρημένος. Αλλ' όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ Σώπα!

ΛΕΜΠΡΕΤ Φαίνεσαι πως πάσχεις!

ΣΥΡΑΝΟ, ανασκιρτών, και ανορθούμενος ζωηρώς. 'Μπρός 'στόν κόσμον Αυτόν; . .

(Ο μύσταξ του ανορθώνεται. Κτυπών το στήθος).

Εγώ να φαίνωμαι πως πάσχω; . . Τώρα βλέπεις!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, προς τον οποίον ο Κυζή ωμίλησεν κρυφίως. Από ηρωισμούς λαμπρούς το στάδιον σου είνε Γεμάτον ήδη, 'Στούς τρελλούς αυτούς υπηρετείτε Γασκόνους, έτσι;

ΣΥΡΑΝΟ Μάλιστα, 'στους επιλέκτους.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, με φωνήν τρομεράν. Είνε Μαζύ μας!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών τους Γασκόνους παρατεταγμένος όπισθεν του Συρανό. Α! Οι κύριοι αυτοί πέχουν την όψιν Τοσούτον υπερήφανον και αλαζόνα είνε Οι φημισμένοι. . .

ΚΑΡΜΠΟΝ Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ Λέγετε, λοχαγέ μου!

ΚΑΡΜΠΟΝ Αφού ο λόχος μου εδώ είνε παρών νομίζω, Παρακαλώ 'στον κόμητα να τον παρουσιάσης.

ΣΥΡΑΝΟ, κάμων δυο βήματα προς τον Δε Γκύσην και δεικνύων τους επιλέκτους. Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά· Εις της σπαθιές και της ψευτιές οι μόνοι, Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι, Π' όλο για τίτλους λεν, 'σάν φανφαρόνοι, Για ευγένεια, για κουρέλια, για κλεψιά, Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά!

Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι, Μουστάκι γάτου, λύκου δόντι κοφτερό, Τον όχλο για να σχίζουν τον γκρινιάρη, Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι, Έχουν για σκούφο ένα παληό τομάρι Όπου της τρύπες κρύβει το φτερό, Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι, Μουστάκι γάτου, λύκου δόντι κοφτερό.

Τους λεν' αντεροβγάλτες, μαχαιράδες, Για παρανόμια πειο χαϊδευτικά· Δόξα διψάνε 'σάν παλληκαράδες, Τους λεν' αντεροβγάλτες, μαχαιράδες Και σόποιο μέρος γίνονται καυγάδες, Μαζεύοντ' εκεί πέρα τακτικά, Τους λεν αντεροβγάλτες, μαχαιράδες, Για παρανόμια πειο χαϊδευτικά.

Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι 'παινεμένοι, Που τον ζηλιάρη κάνουν κερατά· Ψοφίμι, συ, γυναίκα λατρευμένη, Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι παινεμένοι, Που τρέμουνε οι γέροι πανδρεμένοι. Η σάλπιγγες κτυπάτε: τραμ, τα, τα! Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι 'παινεμένοι, Που τον ζηλιάρη κάνουν κερατά.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, νωχελώς καθήμενος εντός μιας έδρας, την οποίαν ταχέως έφερεν ο Ραγκενώ. Την σήμερον ο ποιητής μια πολυτέλεια είνε Που παίρνουν όλοι, — Θέλετε να γίνετε 'δικός μου;

ΣΥΡΑΝΟ Όχι, ποτέ μου, κύριε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ο οίστρος σας χθες βράδυ Τον θείον μου τον Ρισελιέ τον έτερψεν απείρως· Δύναμαι χρήσιμος πολύ κοντά του να σας γίνω.

ΛΕΜΠΡΕΤ, έκθαμβος. Θεέ μου!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Έν πεντάπρακτον έχετε γράψει δράμα, Θαρρώ;

ΛΕΜΠΡΕΤ, εις το ους του Συρανό. Την Α γ ρ ι π π ί ν α ν σου θα παίξουν, φίλτατέ μου.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Πηγαίνετέ την εις αυτόν.

ΣΥΡΑΝΟ, δελεασθείς και κάπως χαίρων. Αλήθεια! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Είνε γνώστης Εκ των ολίγων. Μερικούς θα διορθώση στίχους Μονάχα. . .

ΣΥΡΑΝΟ Είνε, κύριε, αδύνατον· παγώνει Το αίμα μου, όταν σκεφθώ, πως ειμπορούν ακόμα Να μεταβάλλουν εις αυτό το έργον μου έν κόμμα.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Μα αν τουναντίον, φίλε μου, του αρέσει ένας στίχος, Τόνε πληρώνει ακριβά πολύ.

ΣΥΡΑΝΟ Δεν τον πληρώνει Τόσο ακριβά όσον εγώ, όταν τον στίχον κάμω Και μου αρέσει, μόνος μου εγώ τον αγοράζω Και μόνος μου τον τραγουδώ 'στον εαυτόν μου.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Είσθε 'Περήφανος.

ΣΥΡΑΝΟ Το έχετε παρατηρήσει όντως;

ΕΙΣ ΕΙΠΛΕΚΤΟΣ, εισέρχεται, έχων διαπεράσει εις το ξίφος του πίλους με λοφία σητόβρωτα, διατρήτους, ξεσχισμένους. Δες, Συρανό! απ' το πρωί 'στήν προκυμαία 'πάνω Παράδοξο που 'κάναμε από φτερά κυνήγι! Να τα καπέλλα των ληστών! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ 'Σάν λάφυρα πολέμου,

ΟΛΟΙ, γελούν. Χα! χα! χα!

ΚΥΖΗ Όποιος έβαλεν αυτούς τους δολοφόνους, Θε να λυσσάξη σήμερα.

ΜΠΡΙΣΑΓΙ Είνε γνωστόν ποιος είνε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Εγώ!

(Οι γέλωτες παύουν).

Τους επεφόρτισα, να τιμωρήσουν — πράγμα, Όπου δεν κάμει μόνος του κανείς — έναν αχρείον Και στιχοπλόκον μέθυσον.

(Σιωπή στενοχωρίας).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, χαμηλοφώνως προς τον Συρανό δεικνύων εις αυτόν τους πίλους. Τι πρέπει να γενούνε; Είνε παχειά. . . Ένα σ α λ μ ί;

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνει το ξίφος, όπου είνε περασμένοι οι πίλοι, και μένα χαιρετισμόν, κυλίων αυτούς εις τους πόδας του δε Γκύση. 'Στούς φίλους σας 'μπορείτε Να επιστρέψετε αυτά, εάν επιθυμείτε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εγείρεται και διά φωνής βραχείας. Να έλθη το φορείον μου οι άνθρωποι μου: φεύγω.

(Προς τον Συρανό βιαίως).

Σεις, κύριε! . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εις την οδόν κραυγάζουσα. Του κόμητος δε Γκύση το φορείον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ . . . Τον δον Κ ι χ ώ τ ην έχετε διαβάσει;

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, τον έχω, Και 'βγαίνω το καπέλλο μου εις του παλάβρα τούτου Τόνομα.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Μελετήσετε λοιπόν. . .

ΕΙΣ ΒΑΣΤΑΖΟΣ Να το φορείον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Των μύλων το κεφάλαιον!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων. Είνε το δεκατρία.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Γιατί συμβαίνει κάποτε, οπόταν τους προσβάλλουν . . .

ΣΥΡΑΝΟ Μήπως προσβάλλω το λοιπόν ανθρώπους, που γυρίζουν Με κάθε είδους άνεμον;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Σαρπάζει το φτερό τους, Και σε τινάζει παρευθύς 'στό βούρκο.

ΣΥΡΑΝΟ Ή 'σταστέρια!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται. Τον βλέπουν να αναβαίνη εις το φορείον. Οι κύριοι απομακρύνονται ψιθυρίζοντες. Ο Λεμπρέτ τους συνοδεύει. Το πλήθος εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, οίτινες εκάθησαν προ μιας τραπέζης δεξιά και αριστερά και τους οποίους υπηρετούν διά να φάγουν και να πίουν.

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων με ύφος σκωπτικόν εκείνους οίτινες εξέρχονται χωρίς να χαιρετίσουν. Κύριοι. . . Κύριοι. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, τεθλιμμένος, κατερχόμενος πάλιν με τους βραχίονας προς τον ουρανόν. Αχ! μια χαρά τα καταφέρνεις!

ΣΥΡΑΝΟ Ω! πάλι γκρίνιες θάχουμε!

ΛΕΜΠΡΕΤ Συμφώνησ' επί τέλους, Πως να δολοφονή κανείς την τύχη που διαβαίνει, Είν' υπερβολικόν.

ΣΥΡΑΝΟ Αι, ναι, βεβαίως υπερβάλλω!

ΛΕΜΠΡΕΤ, θριαμβεύων. Α!

ΣΥΡΑΝΟ Μα για το παράδειγμα και την αρχήν επίσης, Ευρίσκω πως είνε καλόν κανείς να υπερβάλλη.

ΛΕΜΠΡΕΤ Εάν την ξιφομάχον σου ψυχήν άφινες 'λίγο, Η τύχη, η δόξα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Τι λοιπόν επιθυμείς να κάμω; . . Ένα προστάτην, ισχυρόν και πάτρωνα να εύρω, Και 'σάν τον σκοτεινό κισσόν, εις τον κορμό του δένδρου Τριγύρω να τυλίγωμαι και στήριγμά μου νάνε, Κεν' ω φιλώ την φλοίδα του, με δόλον να σκαλώνω, Αντί με σθένος νανεβώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Όπως οι άλλοι κάμουνε, κεγώ ναφιερώνω Στίχους εις τους χρηματιστάς; Να γίνωμαι παληάτσος Με την ελπίδα την αισχράν, να βλέπω να γεννιέται Σ' το χείλος ενός υπουργού κανένα χαμογέλοιο, Που να μην είν' απαίσιον; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Να υφίσταμ' εξευτελισμούς παντοίους καθ' εκάστην Κι' από το δρόμο την κοιλιά να έχω αφανισμένη, Και δέρμα, που ακάθαρτον πάντα 'στό γόνυ νάνε; Η ράχη μου να εκτελή παιγνίδια ευκαμψίας; Ευχαριστώ ποτέ, ποτέ! Να συμβιβάζω πάντα Δυο πράγματ' ασυμβίβαστα και λιβανόν να καίω Πάντα 'στά γένεια κανενός; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Να σπρώχνουμαι από κλίμακα εις κλίμακα, να γίνω Μικρομεγάλος άνθρωπος μέσα εις ένα κύκλον, Και με τραγούδια ερωτικά, αντί κουπιά, να πλέω, Και νάχω στόνους γυναικών γραιών εις τα πανιά μου; Εις του καλού εκδότου μας Σερσύ να εκτυπώσω. Τους στίχους μου με πληρωμήν; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Απ' τα συμβούλια των βλακών, που 'στής ταβέρνες κάνουν . . Πάππας κεγώ να ψηφισθώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Μένα σονέτον όνομα να εργασθώ να κάμω, Αντί να γράψω πειο πολλά; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Να μην ευρίσκω τάλαντον παρά 'στούς ξυλοσχίστας; Να σε τρομάζουν άσημοι εφημερίδες πάντα Και πάντοτε να λες: αρκεί 'στό φύλλον του να γράψη Για με ο «Γαλλικός ο Ερμής»; Ευχαριστώ, ποτέ μου! Να λογαριάζω, κάτωχρος να γίνωμαι, να τρέμω, Να προτιμώ επίσκεψιν ή ποίημα να κάμω, Παρουσιάσεις να ζητώ, αιτήσεις να συντάσσω; Ευχαριστώ, ποτέ, ποτέ, ποτέ! Αλλά . . . να ψάλλω, Ρεμβός να είμαι, να γελώ, μονάχος να διαβαίνω, Ελεύθερος με οφθαλμούς, που σε καλοκυττάζουν, Με παλλομένην την φωνήν, και όταν μου αρέση Να βαίνω το καπέλλο μου στραβά, μονομαχίαν Για ένα όχι, για 'να ναι να κάμω — ή δυο στίχους! Να σκέπτωμαι, αμέριμνος για πλούτον ή για δόξα, Να κάμω το ταξείδι μου, που θέλω, 'στό φεγγάρι! Να μη συγγράφης τίποτε πάπ' την ψυχή δεν βγαίνει, Και μετριόφρων άλλως τε να λες: ευχαριστήσου, Παιδί μου, με τα λούλουδα, με τους καρπούς, τα φύλλα, Φθάνει που μέσ' τον κήπον σου τα κόβεις, τον δικόν σου! Έπειτα λίγο θρίαμβον 'σάν εύρης, κατά τύχην, 'Στόν Καίσαρα να μη χρωστάς τίποτε ναποδώσης, Και την αξίαν να χρωστάς 'στον εαυτόν σου μόνον. Τέλος παράσιτος κισσός αμαξιών να γίνης, Κεάν ακόμα μία δρυς δεν είσαι ή φιλύρα, Ίσως να μην υψώνεσαι πολύ ψηλά, πλην μόνος!

ΛΕΜΠΡΕΤ Μόνος, το παραδέχομαι, αλλ' όχι και καθ' όλων! Πώς, διάβολε, την τρομεράν απέκτησες μανίαν Να κάμης πάντοτε, παντού εχθρούς;

ΣΥΡΑΝΟ Όταν σας βλέπω Φίλους να κάμετε παντού, και να γελάτε πάντα Σαυτούς τους φίλους, πέχετε χιλιάδες, μένα στόμα, Που δανεικό απ' τον πισινό το παίρνετε της κότας! Μαρέσουνε οι σπάνιοι χαιρετισμοί 'μπροστά μου, Και ξεφωνίζω με χαράν: ένας εχθρός ακόμα!

ΛΕΜΠΡΕΤ Τι τρέλλα!

ΣΥΡΑΝΟ Αι! λοιπόν, αυτό είναι το ελάττωμά μου: Να με μισούνε αγαπώ. Μαρέσει ναπαρέσκω. Αν ήξευρες πώς περπατώ καλλίτερ' από κάτω Από των ματιών της πιστολιές, και πως διασκεδάζω Με τας κηλίδας, που η χολή των φθονερών μου κάνει Και των δειλών ο σίελος 'στό εσωκάρδι 'πάνω! Η απαλή φιλία σας, που σας περιστοιχίζει, Με τα πλατειά και μαλακά κολλάρα ομοιάζει Της Ιταλίας, που ο λαιμός θηλυπρεπώς γυρίζει· Άνεσιν έχεις πειο πολλή . . . κι' όχι ορθήν την όψι, Διότι δίχως στήριγμα το μέτωπον και βάθρον, Γυρίζ' απ' όλες της μεριές. Όμως εμέ, το Μίσος Με σφίγγει καθημερινώς, και μου κατασκευάζει Το περιλαίμιο σκληρό, που κάμει να σηκώνω Την κεφαλή μου υψηλά. Ένας εχθρός μου νέος, Είνε για μένα μια πτυχή, που μου προσθέτει μίαν Στενοχωρίαν, μα και μιαν ακτίνα περιπλέον, Γιατί καθ' όλα όμοιον μ' ισπανικό κολλάρο Το μίσος είνε σιδηρούς κλοιός, αλλά συγχρόνως Είνε και φωτοστέφανος.

ΛΕΜΠΡΕΤ, κατόπιν σιγής, περών τον βραχίονα του υπό τον ιδικόν του. Μεγαλοφώνως κάμε Τον υπερήφανον και τον πικρόν, αλλ' όμως, πες μου Χαμηλοφώνως, πως αυτή δεν σαγαπά!

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς. Σιώπα!

(Από τινος, ο Χριστιανός εισήλθεν, ανεμίχθη μετά των επιλέκτων· ούτοι δεν τω αποτείνουν τον λόγον, τέλος εκάθησε μόνος προ μικράς τραπέζης, ότου η Λίζα τον υπηρετεί).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕ ΝΕΒΙΓΕΤ.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, καθήμενος προ μικράς τραπέζης, εις το βάθος, με το ποτήριον ανά χείρας. Την ιστορίαν, Συρανό, να μας ειπής!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος. Αμέσως!

(Αναβαίνει λαμβάνων τον βραχίονα του Λεμπρέτ. Ομιλούν σιγά).

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εγειρόμενος και καταβαίνων. Της μάχης την διήγησιν! Το πειο καλό θα είνε Μάθημα . . .

(Σταματά προ της τραπέζης, όπου κάθηται ο Χριστιανός).

Διά τον δειλόν πρωτόπειρον ετούτον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εγείρων την κεφαλήν. Πρωτόπειρον!

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Ναι, βόρειε αρρωστιάρη!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αρρωστιάρης Εγώ;

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠIΛΕΚΤΟΣ, σκωπτικώς. Κύριε Νεβιγέτ, μάθε τώρα κάτι. Είν' ένα πράγμα που ποτέ δεν ομιλούν κοντά μας, Όπως δεν λέγουν για σχοινί σε σπήτι κρεμασμένου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ποιο; . .

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, διά φωνής τρομεράς. Δέτε με!

(Θέτει τρις τον δάκτυλόν του μυστηριωδώς επί της μύτης του).

Εννοήσατε;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α! είνε η . . .

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Σιώπα! . . Η λέξις δεν προφέρεται ποτέ αυτή!

(Δεικνύει τον Συρανό, όστις ομιλεί εις το βάθος με τον Λεμπρέτ).

Αλλέως Θα έχετε να κάμετε μεκείνον εκεί κάτω!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, όστις, εν ώ είχεν εστραμμένα τα νώτα προς τους πρώτους, ήλθεν άνευ θορύβου να καθήση εις την τράπεζαν όπισθέν του. Δυο, πούχαν έρρινον φωνήν εφόνευσεν, διότι Δεν τάρεσεν να ομιλούν εκείνος με την μύτη!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, διά φωνής υπογείου αναπηδών κάτωθεν της τραπέζης, όπου διωλίσθησε βαδίζων διά των χειρών και των ποδών. Δεν ειμπορείς παραμικρόν υπαινιγμόν να κάμης Για τον μοιραίον χόνδρον του, χωρίς να κινδυνεύσης Να πας 'στόν Άδην πρόωρα.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, θέτων την χείρα του επί του ώμου του. Μια λέξι αρκεί και μόνη! Τ' είπα μια λέξι; Μοναχά μία χειρονομία! Και όταν το μανδύλι σου τραβήξης, θα τραβήξης Το σάβανόν σου!

(Σιωπή. Όλοι πέριξ του, με τους βραχίονας σταυρωμένους, τον παρατηρούν. Εγείρεται και πηγαίνει προς τον Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού, όστις ομιλών μετά τινος αξιωματικού, φαίνεται ότι δεν βλέπει).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοχαγέ!

ΚΑΡΜΠΟΝ, στρεφόμενος και υποβλέπων αυτόν. Κύριε;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όταν 'βρίσκη Κανένας καυχησάριδες μεσημβρινούς τι κάμει;

ΚΑΡΜΠΟΝ Τους δείχνει πως μπορεί κανείς και βόρειος να ήνε Και παλληκάρι.

(Τω στρέφει τα νώτα).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ευχαριστώ;

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον Συρανό. Τώρα την ιστορίαν σου!

ΟΛΟΙ Την ιστορίαν, πες μας!

ΣΥΡΑΝΟ, κατερχόμενος προς αυτούς. Την ιστορίαν μου;

(Όλοι προσεγγίζουν τα σκαμνία των, συσσωρεύονται πέριξ του, τείνοντες τον λαιμόν. Ο Χριστιανός εκάθησεν ιππαστί επί ενός καθίσματος).

Αι! λοιπόν, για να τους συναντήσω Μονάχος μου εβάδιζα. Έλαμπε το φεγγάρι Επάνω εις τον ουρανόν 'σάν ωρολόγι. Αίφνης Δεν ξεύρω, ποιος επιμελής ωρολογάς σκεπάζει Με συννεφώδη βάμβακα την αργυράν πυξίδα Του στρογγυλού ωρολογιού, και γίνεται μια νύκτα Σκοτεινιασμένη· κεπειδή η προκυμαίες ήσαν Αφώτιστες, — 'στό διάβολο! — δεν έβλεπες πειο πέρα. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Από την μύτη σου.

(Σιγή. Όλοι εγείρονται βραδέως. Παρατηρούν τον Συρανό μετά τρόμου, Ούτος διεκόπη έκθαμβος. Αγωνία).

ΣΥΡΑΝΟ Αυτός ο άνθρωπος ποιος είνε;

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, με ημίσειαν φωνήν. Ένας που ήλθε σήμερα.

ΣΥΡΑΝΟ, κάμων έν βήμα προς τον Χριστιανόν. Σήμερα;

ΚΑΡΜΠΟΝ Τόνομά του Βαρώνος δε Νεβίγ . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς σταματών. Καλά!

(Ωχριά, ερυθριά, κάμει ακόμη έν κίνημα δια να ριφθή κατά του Χριστιανού).

Εγώ. . .

(Έπειτα συγκρατείται, και διά φωνής υποκώφου).

Πολύ ωραία. . .

(Επαναλαμβάνει).

Είπα λοιπόν. . .

(Με έκρηξιν λύσσης εις την φωνήν).

Χίλιους σταυρούς. . .

(Επαναλαμβάνει με τόνον φυσικόν).

Δεν έβλεπα καθόλου.

(Κατάπληξις. Επανακάθηνται, βλέποντας ο είς τον άλλον).

Κεβάδιζα σκεπτόμενος, πως επί τέλους χάριν Ενός ζητιάνου ταπεινού επρόκειτο να κάμω Εχθρόν κανένα πρίγκηπα ή κάποιον μεγιστάνα, Που βέβαια θα μούμπαινε εις το . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ρουθούνι. . .

(Όλοι εγείρονται. Ο Χριστιανός αιωρείται επί του καθίσματός του).

ΣΥΡΑΝΟ, διά φωνής πνιγομένης. Μάτι, Και ότι, ασυλλόγιστος, επήγαινα να χώσω. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τη μύτη. . .

ΣΥΡΑΝΟ Την ουρά σε ξένες υποθέσεις Γιατί μπορούσε κάλλιστα εκείνος ο μεγάλος Να μου της έδινε γερά. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Στη μύτη σου. . .

ΣΥΡΑΝΟ, απομάσσων τον ιδρώτα του μετώπου του. 'Σταυτιά μου, Αλλ' είπα μέσα μου: Εμπρός, Γασκόνε, το καθήκον! Βάδιζε, Συρανό! Κι' αυτό 'σάν είπα, πήρα θάρρος. Όταν, ευθύς αισθάνομαι εις τα σκοτάδι μέσα Να μου τραβούνε μια.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μυτιά.

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ την αποκρούω, Αλλ' έξαφνα ευρίσκομαι . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μύτη με μύτη . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ορμών εναντίον του. Χίλιοι Διαβόλοι!

(Όλοι οι Γασκόνοι ορμούν δια να ίδουν. Φθάσας πλησίον του Χριστιανού, συγκρατείται κεξακολουθεί).

Αντίκρυ μ' εκατό μεθύσους φωνακλάδες Πεβρώμαγαν...

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κατάμυτα...

ΣΥΡΑΝΟ, πελιδνός και μειδιών. Κρεμύδι και τρυγίαν. Ορμώ με μέτωπον σκυφτό...

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Και με τη μύτη 'πάνου!

ΣΥΡΑΝΟ Και τους προσβάλλω! Δυο απ' αυτούς 'ξεκοίλιασα! Έν' άλλον Τον Παλουκώνω ζωντανόν! Κάποιος με σημαδεύει: Παφ! κι' απαντώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πιφ!

ΣΥΡΑΝΟ, εν εκρήξει. Κεραυνός! Εβγάτε όλοι!

(Όλοι οι επίλεκτοι ορμούν προς τας θύρας).

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Η τίγρις Εξύπνησε!

ΣΥΡΑΝΟ Όλοι! Αφήστε με μαυτόν εδώ μονάχον!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Πω! Πω θα τoν ξαναύρουμε κ υ μ ά.

ΡΑΓΚΕΝΩ Κ υ μ ά ;

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Εις ένα Απ' τα παστίτσα σου!

ΡΑΓΚΕΝΩ Χλωμός αισθάνομαι πως είμαι Και μαλακώνω 'σάν πανί!

ΚΑΡΜΠΟΝ Πάμ' έξω!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Δεν θαφήση Ούτε μια τρίχα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Μοναχά το σκέπτομαι και τρέμω.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, κλείων την θύραν δεξιόθεν. Θα γίνη κάτι τι φρικτόν!

(Εξήλθον όλοι, — είτε δια του βάθους, είτε δια των πλευρών. — άλλοι εξηφανίσθησαν δια της κλίμακος. Ο Συρανό και ο Χριστιανός μένουν αντιμέτωποι και παρατηρούνται μίαν στιγμήν).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ Αγκάλιασέ με!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κύριε. ..

ΣΥΡΑΝΟ Γενναίος.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά τ' είν' αυτά! . .

ΣΥΡΑΝΟ Είσαι πολύ γενναίος, Το προτιμώ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα πέτε μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ Αγκάλιασέ με! Είμαι Ο αδελφός της.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ποιας;

ΣΥΡΑΝΟ Αλλά αυτής!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ποιας;

ΣΥΡΑΝΟ Της Ροξάνης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, τρέχων προς αυτόν. Θεέ μου! αδελφός της, σεις;

ΣΥΡΑΝΟ Ή όλως διόλου ίδιο, Αδελφικός εξάδελφος.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σας είπε λοιπόν; . .

ΣΥΡΑΝΟ Όλα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Και μαγαπάει;

ΣΥΡΑΝΟ Πιθανόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, λαμβάνων την χείρα του . . Τι ευτυχής που είμαι, Να σας γνωρίσω κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ Ιδού, ό,τι καλείται έν αίσθημα αιφνίδιον . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Συγγνώμην, αν . . .

ΣΥΡΑΝΟ, παρατηρών αυτόν και θέτων την χείρα του επί του ώμου του. Ωραίος Είν' ο αχρείος αληθώς!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ω! πόσον σας θαυμάζω, Αν, κύριε εγνωρίζατε!

ΣΥΡΑΝΟ Όμως αυτές η μύτες Όπου μού . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τας ανακαλώ!

ΣΥΡΑΝΟ Απόψε η Ροξάνη Προσμένει ένα γράμμα . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Φευ!

ΣΥΡΑΝΟ Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αν το στόμα ανοίξω Χάνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ Πώς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλοίμονον! Είμ' ένας τέτοιος βλάκας Π' από ντροπή θα σκοτωθώ!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι, δεν είσαι διόλου Αφού ταντιλαμβάνεσαι. Άλλως τε πριν ως βλάκας Δεν με προσέβαλες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α μπα! κανείς ευκόλως 'βρίσκει Λέξεις κατά την έφοδον! Εύκολον έχω κάπως Πνεύμα και στρατιωτικόν. Αλλ' όμως δεν ειξεύρω Ενώπιον των γυναικών ή να σιγώ και μόνον, Ω! 'σάν περνώ, τα μάτια των μου δείχνουν καλωσύνην . .

ΣΥΡΑΝΟ Μα πειο πολλή, 'σάν σταματάς, δεν έχουν η καρδιές των;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι, γιατ' είμαι απ' αυτούς. — το ξεύρω . . . και τρομάζω! — Που δεν γνωρίζουν να 'μιλούν γιαγάπη.

ΣΥΡΑΝΟ Μπα! νομίζω, Αν 'φρόντιζαν καλλίτερα να με σκαρώσουν, θα ήμουν Από αυτούς που 'ξεύρουνε γιαγάπη να μιλούνε.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ω, να 'μπορής τα πράγματα με χάρι να εκφράζης!

ΣΥΡΑΝΟ Σωματοφύλαξ εύμορφος να ήσαι που διαβαίνει!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλ' η Ροξάνη, φίλε μου είνε κομψευομένη, Καπογοήτευσιν σ' αυτήν βεβαίως θα εμπνεύσω!

ΣΥΡΑΝΟ, παρατηρών τον Χριστιανόν. Αν είχα έναν όμοιον ως συ διερμηνέα Για της ψυχής μου τον καϋμό!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετ' απελπισίας. Χρειάζομ' ευγλωττίαν!

ΣΥΡΑΝΟ, αποτόμως. Εγώ σου δίδω δανεικήν! Συ δάνεισέ μου χάριν Αμάχητον και φυσικήν: κ' ας κάμωμεν οι δυο μας Ενός μυθιστορήματος τον ήρωα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πώς τούτο;

ΣΥΡΑΝΟ Αισθάνεσαι, πως ειμπορείς να επαναλαμβάνης, Και, ό,τι καθημερινώς σου λέγω, να μανθάνης;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μου κάμης πρότασιν λοιπόν; . .

ΣΥΡΑΝΟ Καμμίαν η Ροξάνη Δεν θάχη απογοήτευσιν! Ειπέ μου λοιπόν, θέλεις Να τήνε ξεμυαλίσουμε κοι δυο μαζύ μας; Θέλεις Λοιπόν να νοιώσης την ψυχήν, πεγώ θα σου φυσήσω, Απ' το δερμάτινο μου αυτό 'σωκάρδι να περάση Στο κεντητό σωκάρδι σου;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα, Συρανό! . .

ΣΥΡΑΝΟ Το θέλεις, Χριστιανέ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μου προξενείς φόβον!

ΣΥΡΑΝΟ Αφού φοβείσαι, Μήπως εσύ μονάχος σου ψυχράνης την καρδιά της, Επιθυμείς να εργασθούν, — κευθύς θα την φλογίσης! — Μαζύ τα δύο χείλη σου με τας δικάς μου φράσεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αστράφτουνε τα μάτια σου!

ΣΥΡΑΝΟ Θέλεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αυτό σου κάνει Τόση ευχαρίστησι; . .

ΣΥΡΑΝΟ, ένθους. Αυτό . . .

(Συγκρατούμενος, και ως καλλιτέχνης).

Θα με διασκεδάση! Αυτό είν' ένα πείραμα που δύναται να θέση Εις πειρασμόν τον ποιητήν! Θέλεις να συμπληρώση Ο είς τον άλλον; Θα περνάς, κεγώ εις το πλευρόν σου Θα περπατώ εις την σκιάν. Το πνεύμα σου θα είμαι, Και συ το κάλλος μου.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά το γράμμα πούνε ανάγκη Να της το δώσωμεν ευθύς! Ποτέ δεν θα μπορέσω . . .

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων εκ του εσωκαρδίου του, το γράμμα που είχε γράψει. Το γράμμα νάτο, λάβε το!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πώς;

ΣΥΡΑΝΟ Τίποτε δεν λείπει Εκτός της διευθύνσεως.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ειμπορείς αφόβως Να της το στείλης.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Είχατε; . .

ΣΥΡΑΝΟ Εμείς την τσέπην πάντα Διά Χλωρίδας έχομεν ιδανικάς γεμάτην Με γράμματα. Γιατ' είμεθα από εκείνους πέχουν Ως ερωμένην όνειρον που το φυσούνε μέσα Στη φούσκα ενός ονόματος! . . Πάρε, κεις αληθείας Θαλλάξης ό,τ' είνε πλαστόν. Στην τύχην επετούσα Τους πόθους μου και τους καϋμούς: Θα κάμης να σταθούνε Όλα τα πλάνα αυτά πουλιά. Θα 'δής σαυτό το γράμμα — Πάρ' το! — πως ήμουν εύγλωττος μάλλον ή φιλαλήθης! Πάρ' το, κι' ας τελειώσωμεν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά δεν θάνε ανάγκη, Καμπόσα λόγια ναλλαχθούν; Γραμμένο παραλόγως, Για την Ροξάνην ειμπορεί το γράμμα να πηγαίνη;

ΣΥΡΑΝΟ 'Σάν γάντι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα . . .

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings