← Table of contents
Συρανό δε Μπερζεράκ

Front matter (continued 2)

George Stratigis translation

ΣΥΡΑΝΟ Είν' εύπιστος η φιλαυτία τόσον, Που θα πιστεύση πως γι' αυτήν εγράφηκ' η Ροξάνη!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α, φίλε μου!

(Ρίπτεται εις τους βραχίονας του Συρανό, μένουν ενηγκαλισμένοι).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, οι ΓΑΣΚΟΝΟΙ, ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, διανοίγων την θύραν. Τίποτε πεια! . . Σιγή θανάτου . . . Θάρρος Δεν έχω να κυττάξω . . .

(Εισάγει την κεφαλήν).

Μπα! . .

ΟΛΟΙ Οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, εισερχόμενοι και βλέποντες τον Συρανό και τον Χριστιανόν ενηγκαλισμένους. Α! . . Ω! . .

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Αυτό δα είνε Πάρα πολύ!

(Κατάπληξις).

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, σκωπτικώς. Μπα! τείν' αυτά;

ΚΑΡΜΠΟΝ Ο διάβολός μας είνε Γλυκύς καθώς απόστολος; Οπόταν εις το ένα Τόνο κτυπούν ρουθούνι του, — στρέφει απ' το άλλο;

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ Τώρα Μπορούνε για τη μύτη του λοιπόν να του 'μιλήσουν; . .

(Καλών την Λίζαν, και με ύφος θριαμβευτικόν).

— Αι, Λίζα! τώρα θα ιδής!

(Οσφραινόμενος τον αέρα μετά προσποιήσεως).

Ω! . . Ω! . . μεκπλήσσει! Τι μυρουδιά! . .

(Πηγαίνει προς τον Συρανό).

Ο κύριος βεβαίως την ωσφράνθη, 'Σάν τι μυρίζει το λοιπόν 'δω μέσα; . .

ΣΥΡΑΝΟ, ραπίζων αυτόν. Παλαμίδα!

(Χαρά. Οι επίλεκτοι επανεύρον τον Συρανό. Κάμουν τούμπες).

Α Υ Λ Α Ι Α

ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ

Μικρά πλατεία εντός του αρχαίου Μαραί. Παλαιαί οικίαι. Απόψεις δρομίσκων. Δεξιόθεν η οικία της Ροξάνης, και ο τοίχος του κήπου της, άνωθεν του οποίου εκχειλίζουν πλατέα φυλλώματα. Άνωθεν της θύρας, παράθυρον κεξώστης. Θρανίον ενώπιον του κατωφλίου

Κισσός αναρριχάται επί του κήπου, ίασμος στεφανώνει τον εξώστην, περιελίσσεται κεπαναπίπτει.

Διά του θρανίου, και των εξεχόντων επί του τοίχου λίθων δύναται τις ευκόλως ναναρριχηθή εις τον εξώστην.

Απέναντι, παλαιά οικία του αυτού ρυθμού, εκ κεράμων και λίθων μετά θύρας εισόδου. Το ρόπτρον της θύρας ταύτης είνε κεκαλυμμένον υπό πανίου ως ασθενών αντίχειρ.

Κατά την ανύψωσιν της αυλαίας, η ακόλουθος κάθηται επί του θρανίου. Το παράθυρον είνε ανοικτόν επί του εξώστου της Ροξάνης.

Πλησίον της ακολούθου, ίσταται όρθιος ο Ραγκενώ, ενδεδυμένος εν είδος οικοστολής: περατώνει διήγησιν, απομάσσων τους οφθαλμούς.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, έπειτα ΡΟΞΑΝΗ, ΣΥΡΑΝΟ και οι ΔΥΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ.

ΡΑΓΚΕΝΩ . . . Με τον σωματοφύλακα έπειτα φεύγει εκείνη! Κατεστραμμένος, μόνος μου, κρεμιέμαι. Είχ' αφήσει Την γην· ο κύριος Μπερζεράκ εμβαίνει τότε μέσα, Με ξεκρεμά και μέδωσεν ευθύς ως οικονόμον Στην εξαδέλφην του.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Αλλά λοιπόν, πώς εξηγείται Αυτή σου η καταστροφή;

ΡΑΓΚΕΝΩ Απλούστατα, ηγάπα Η Λίζα τους πολεμιστάς, τους ποιητάς ηγάπων! Έτρωγε ο Άρης τα γλυκά που άφηνε ο Απόλλων: Ώστε δε 'βάσταξε πολύ, ευκόλως εννοείται!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εγειρομένη και καλούσα Προς το ανοικτόν παράθυρον.

Είσαι, Ροξάνη, έτοιμος; . . Μας περιμένουν!

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ, διά του παραθύρου Βαίνω Ένα μανδύαν!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εις τον Ραγκενώ, δεικνύουσα εις αυτόν την απέναντι θύραν. Άντικρυ, εκεί μας περιμένουν. Εις της Κλομίρης. Σπίτι της έχει ένα γραφείον. Σήμερον περί Τρυφερού εκεί θα ομιλήσουν.

ΡΑΓΚΕΝΩ Του Τρυφερού;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ακκιζομένη. Βεβαίως . . .

(Κραυγάζουσα προς το παράθυρον)

Αι! Ροξάνη, να κατέβης, Άλλως περί του Τρυφερού θα χάσωμεν τον λόγον!

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ Έρχομ' ευθύς!

(Ακούεται προσεγγίζων θόρυβος εγχόρδων οργάνων).

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΥΡΑΝΟ, ψάλλοντος εις τα παρασκήνια. Λα! λα! λα!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, έκπληκτος. Μας παίζουν 'να κομμάτι!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά δύο ακολούθων φερόντων όργανα όμοια προς κιθάρας. Σου λέγω ημιτόνιον πως είνε, βλαξ!

ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ειρωνικώς. Γνωρίζει Τα ημιτόνια λοιπόν ο κύριος;

ΣΥΡΑΝΟ Ως όλοι Οι του Γασσένδη μαθηταί την μουσικήν γνωρίζω.

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, παίζων και ψάλλων. Λα! λα!

ΣΥΡΑΝΟ, αρπάζων απ' αυτού τόργανον κεξακολουθών την μουσικήν φράσιν. Μπορώ λοιπόν κεγώ να εξακολουθήσω! . . Λα! λα! λα!

ΡΟΞΑΝΗ εμφανιζομένη επί του εξώστου. Εσύ 'σαι;

ΣΥΡΑΝΟ, ψάλλων επί του ήχου, τον οποίον εξακολουθεί. Εγώ που έρχομαι να είπω 'Στα κρίνα σου χαιρετισμούς και σεβασμούς 'στά ρό . . . δα!

ΡΟΞΑΝΗ Έρχομαι!

(Αφίνουσα τον εξώστην).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, δεικνύουσα τους ακολούθους. Ποιοί 'νε αυτοί λοιπόν οι δύο καλλιτέχναι;

ΣΥΡΑΝΟ Το στοίχημα που 'κέρδισα του δ' Ασσουσύ. Ο λόγος Ήτο περί γραμματικής. — Ναι! — Όχι! — Όταν αίφνης Τους δυο μεγάλους μούδειξεν αυτούς κρεμανταλάδες, Που τας χόρδας είν' ικανοί να ξύνουν με τα νύχια, Και συνοδεία πάντοτε τους έχει, και μου λέγει: «Μίαν ημέραν μουσικής στοιχηματίζω!» Χάνει. Την τροχιάν του το λοιπόν ως ότου 'ξαναρχίση Ο Φοίβος, θάχω και τους δυο αυτούς κιθαροπαίκτας Των πράξεών μου μάρτυρας αρμονικούς κοντά μου! . . Ήτο το πράγμα κατ' αρχάς ευάρεστον, μα τώρα Όχι και τόσον.

(Προς τους μουσικούς).

Χεπ! . . . Εσείς, 'στού Μονφλερύ καντάδα Πηγαίνετε να παίξετε! . .

Οι ακόλουθοι ανέρχονται διά να παίξουν. Προς την ακόλουθον).

Έρχομαι την Ροξάνην Να ερωτήσω, ως πάντοτε και κάθε βράδυ πράττω . . .

(Προς τους ακολούθους εξερχομένους).

Σεις, πολύν χρόνον παίξετε, — και με παραφωνίας!

(Προς την ακόλουθον)

. . . Αν είνε πάντα τέλειος ο φίλος της ψυχής της;

ΡΟΞΑΝΗ, εξερχομένη εκ της οικίας. Α! πόσον είνε ώμορφος, τι πνεύμα πέχει, πόσον Τον αγαπώ!

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών. Ο Χριστιανός έχει τοσούτον πνεύμα; . .

ΡΟΞΑΝΗ Κ' από εσένα πειο πολύ, αγαπητέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ Έστω.

ΡΟΞΑΝΗ Κανείς κατά την γνώμην μου δεν ειμπορεί να λέγη Όπως αυτός λεπτότερα τα πράγματα εκείνα Τα εύμορφα κι' ασήματα, πούνε το παν εν τούτοις. Είνε αλλόφρων κάποτε κ' η Μούσα του απούσα Έπειτα λέγει πράγματα θαυμάσια εξαίφνης!

ΣΥΡΑΝΟ, δυσπίστως. Α! μπα!

ΡΟΞΑΝΗ Είν' ανυπόφορον! Ιδού πως είν' οι άνδρες: Πνεύμα δεν έχει, επειδή ωραίος είνε νέος!

ΣΥΡΑΝΟ Εκ στήθους 'ξεύρει να λαλή μευχέρεια;

ΡΟΞΑΝΗ Όχι μόνον Να ομιλήση, κύριε, αλλά να ρητορεύση!

ΣΥΡΑΝΟ Γράφει;

ΡΟΞΑΝΗ Πολύ καλλίτερα. Άκου λοιπόν ολίγον:

(Αναγγέλλουσα).

«Όσο μου παίρνεις πειο πολύ απ' την καρδιά μου, φίλη, Έχω ακόμα πειο πολλή» . .

(Θριαμβεύουσα προς τον Συρανό).

Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ Πουφ!

ΡΟΞΑΝΗ Και ακόμα: «Αφού για να περνώ καϋμούς, μου πρέπει μία, φως μου, Αν την καρδιά μου την κρατής, την ιδική σου δος μου!»

ΣΥΡΑΝΟ Έχει άλλοτε πάρα πολύ και άλλοτε όχι τόσο. Μα επί τέλους τι ζητεί, καρδίαν;

ΡΟΞΑΝΗ Με πειράζεις; Είν' η ζηλοτυπία . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανασκιρτών. Μπα! Τι λες;

ΡΟΞΑΝΗ . . . του συγγραφέως, Που τρώει τα σπλάχνα σου! — Κι' αυτό τι τρυφερόν που είνε! «Πίστευσε, μόνη μια κραυγή στέλλ' η καρδιά μου εσένα, Κι' αν τα φιλιά 'μπορούσανε να σου σταλούν γραμμένα, Το γράμμα μου θα διάβαζες, κυρά μου, με τα χείλη! . .»

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών ακουσίως μετά τίνος αυταρεσκείας. Χα! χα! Είν' η γραμμές αυτές . . . Χε χε!

(Συγκροτούμενος και μετά περιφρονήσεως).

με δίχως χάρι!

ΡΟΞΑΝΗ Κι' αυτό . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος. Εκ μνήμης το λοιπόν τα γράμματά του ξεύρεις;

ΡΟΞΑΝΗ Όλα!

ΣΥΡΑΝΟ Δεν έχω τι να πω: αυτό τον κολακεύει!

ΡΟΞΑΝΗ Είνε τεχνίτης!

ΣΥΡΑΝΟ, μετριοφρόνως. Όχι δα! . . τεχνίτης! . .

ΡΟΞΑΝΗ, εντόνως. Ναι! τεχνίτης!

ΣΥΡΑΝΟ Τεχνίτης . . . έστω!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ήτις είχε ανέλθει, κατέρχεται ζωηρώς. Ο κύριος δε Γκύσης!

(Προς τον Συρανό, ωθούσα αυτόν εις την οικίαν).

Έμβα μέσα, Γιατ' είνε προτιμότερον να μη σε συναντήση. Νανακαλύψη δύναται . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, το αγαπητόν μου Το μυστικόν. Με αγαπά. Είν' ισχυρός, δεν πρέπει Να μάθη! Την αγάπην μου 'μπορεί να καταστρέψη.

ΣΥΡΑΝΟ, εισερχόμενος εις την οικίαν. Καλά! Καλά!

(Ο δε Γκύσης εμφανίζεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΡΟΞΑΝΗ, ΔΕΓΚΥΣΗΣ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, κατά μέρος.

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον δε Γκύσην, υποκλινομένη. Εξέρχομαι.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Να αποχαιρετίσω Έρχομαι.

ΡΟΞΑΝΗ Φεύγετε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Διά τον πόλεμον

ΡΟΞΑΝΗ Α!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Φεύγω Απόψε.

ΡΟΞΑΝΗ Α!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Διαταγάς τοιαύτας μέχουν δώσει. Πολιορκούν το Άρασον

ΡΟΞΑΝΗ Α! το πολιορκούνε; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ναι. . . φαίνεται πολύ ψυχράν η αναχώρησίς μου Να σας αφίνη.

ΡΟΞΑΝΗ Ω! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Εμέ με καταθλίβει. Τάχα θα σεπανίδω άλλοτε; Είμαι διωρισμένος. Συνταγματάρχης, ξεύρετε;

ΡΟΞΑΝΗ, αδιάφορος. Εύγε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Εις των φυλάκων Το σύνταγμα.

ΡΟΞΑΝΗ, συγκινουμένη. Πώς είπατε: εις των φυλάκων;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Όπου Ο 'ξάδελφός σου υπηρετεί, ο τόσον κομπορρήμων. Θα τον εκδικηθώ εκεί.

ΡΟΞΑΝΗ, πνιγομένη. Πώς; εκεί κάτω πάνε Κ' οι φύλακες;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ευνόητον. Είνε τα σύνταγμά μου!

ΡΟΞΑΝΗ. πίπτει επί ενός θρανίου, — κατ' ιδίαν. Χριστιανέ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Τι έχετε;

ΡΟΞΑΝΗ, άκρως συγκεκινημένη. Αυτή . . . με απελπίζει. . . Η είδησις! Να συμπαθής κανένα, και να μάθης Πως φεύγει για τον πόλεμον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος και περιχαρής. Τόσον γλυκείαν λέξιν Μου λέγετε για πρώτην σας φοράν και την ημέραν Όπου θα φύγω!

ΡΟΞΑΝΗ, μεταβάλλουσα τόνον και ριπιζομένη, Το λοιπόν, — εκδίκησιν ζητείτε Κατά του εξαδέλφου μου; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, μειδιών. Υπέρ αυτού μην είσθε;

ΡΟΞΑΝΗ Όχι, — κατά!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Τον βλέπετε;

ΡΟΞΑΝΗ Πολύ ολίγον.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Μένα Επίλεκτον τον συναντά κανείς εις κάθε μέρος. . .

(Ζητών το όνομα).

Νεβίγ. . . βιγέν. . .

ΡΟΞΑΝΗ 'Ψηλός;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ξανθός.

ΡΟΞΑΝΗ Πυρρόξανθος.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ωραίος! . .

ΡΟΞΑΝΗ Πουφ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Αλλά βλάκας.

ΡΟΞΑΝΗ Φαίνεται!

(Μεταβάλλουσα τόνον).

. . . Τον Συρανό, νομίζεις, Πως εκδικείσαι, αν στο πυρ όπου λατρεύει, ρίψης ; . . . Ασήμαντος εκδίκησις! Μόνον εγώ γνωρίζω, Τείνε γιαυτόν αιματηρόν!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Τι;

ΡΟΞΑΝΗ Αν το σύνταγμά του Φεύγον εδώ τον άφινε, με χέρια σταυρωμένα, Μετά των επιλέκτων του!. . . Είνε το μόνον μέσον Ένα τοιούτον άνθρωπον να κάμης να λυσσάξη: Τον εκδικείσαι, αν μακράν τον σύρης των κινδύνων.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Μία γυναίκα μοναχά! μονάχη μια γυναίκα Μπορεί ένα τέτοιο τέχνασμα να εύρη!

ΡΟΞΑΝΗ Θα δαγκάση Από την λύσσαν την ψυχήν, κοι φίλοι του τους γρόνθους, Διότι δεν θα 'βρίσκονται 'στό πυρ: κέτσι εκδικείσαι!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, πλησιάζων. Λοιπόν ολίγον μαγαπάς;

(Εκείνη μειδιά).

Ότι η εκδίκησίς μου Σενδιαφέρει, έρωτος απόδειξιν να εύρω Επιθυμώ, Ροξάνη μου! . .

ΡΟΞΑΝΗ Αυτό 'νε μία.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, δεικνύων διαφόρους φακέλλους εσφραγισμένους. Έχω Επάνω μου διαταγάς, που θα διαβιβάσω Εις κάθε λόχον 'στή στιγμή, εκτός αυτής. Αυτή 'νε Των επιλέκτων.

(Την θέτει εις το θυλάκιόν του).

Την κρατώ.

(Γελών)

Χα! χα! χα. Συρανό μου, Με την πολεμικήν ψυχήν! Γνωρίζεις, συ, να κάμης Παιγνίδια εις τους άλλους, αι;

ΡΟΞΑΝΗ Κάποτε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, πλησιέστατα αυτής. Με τρελλαίνεις! Άκουσε, απόψε μάλιστα πρέπει ναναχωρήσω. Αλλά να φύγω εις στιγμήν πούσαι συγκινημένη! Άκουσε. Είν' εδώ κοντά, οδός της Αυρηλίας, Μονή που έχει ο σύνδικος των Καπουτσίνων κτίσει, Ο πάτερ Αθανάσιος. Δεν ειμπορεί να έμβη Ο λαϊκός μέσα σαυτήν. Πλην τους καλούς Πατέρας Αναλαμβάνω! . .Δύνανται ευκόλως να με κρύψουν Μέσ' το μανίκι. Είνε πλατύ! — Τον Ρισελιέ 'στό σπίτι Οι καπουτσίν' υπηρετούν. Τρομάζοντες τον θείον Φοβούνται τον ανεψιόν. — Ο κόσμος θα νομίση Πως ανεχώρησα, κεγώ υπό την προσωπίδα Θα επανέλθω, Άφες με μίαν ημέραν μόνον, Αγαπητή παράδοξος, ναργοπορήσω.

ΡΟΞΑΝΗ Αλλ' όμως Γνωστόν αν γίνη, η δόξα σου. . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Μπα!

ΡΟΞΑΝΗ Κ' η πολιορκία Του Αράσου; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Αδιάφορον! επίτρεψέ μου.

ΡΟΞΑΝΗ Όχι!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Επίτρεψέ μου.

ΡΟΞΑΝΗ, τρυφερώς. Χρεωστώ να σου ταπαγορεύσω!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Α!

ΡΟΞΑΝΗ

Φύγε!

(κατ' ιδίαν).

Ο Χριστιανός μένει εδώ.

(Μεγαλοφώνως).

Σε θέλω Ηρωικόν, — Αντώνιε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ Ω λέξις ουρανία! Λοιπόν τον αγαπάς αυτόν; . .

ΡΟΞΑΝΗ Για τον οποίον τρέμω.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, υπερχαρής. Α! τότε φεύγω το λοιπόν.

(Ασπάζεται την χείρα της).

Είσ' ευχαριστημένη;

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, φίλε μου!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, κάμουσα όπισθέν του κωμικήν υπόκλισιν. Ναι, φίλε μου!

ΡΟΞΑΝΗ, εις την ακόλουθον. Ας κρύψωμεν το πράγμα: Ο Συρανό θα 'θύμωνε γιατί τον πόλεμόν του Του έκλεψα!

(Καλεί προς το μέρος της οικίας).

Εξάδελφε!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ.

ΡΟΞΑΝΗ Πάμε εις της Κλομίρης.

(Δεικνύων την απέναντι θύραν).

Θα ομιλήση η Λυσιμών εκεί και η Αλκάνδρα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, θέτουσα τον μικρόν δάκτυλον εις το ους της.

Ναι, μα το δακτυλάκι μου μού λέγει πως θα πάμε Πολύ αργά.

ΣΥΡΑΝΟ Μη στερηθής εκείνες της μαϊμούδες!

(Έφθασαν ενώπιον της θύρας της Κλομίρης).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, γοητευομένη . . Ω δέτε πώς εφάσκιωσαν το σίδερο της πόρτας!

(Εις το ρόπτρον).

Σου σφάλησαν το στόμα σου διά να μη ταράττη Το μέταλλόν σου, ζούδι μου, τους λόγους τους ωραίους!

(Το εγείρει μετά πολλής προσοχής και κτυπά ηρέμα)

ΡΟΞΑΝΗ, βλέπουσα, ότι ήνοιξαν. Εισέλθωμεν!

(Εκ του κατωφλίου προς τον Συρανό).

Ο Χριστιανός αν έλθη, ως ελπίζω, Ας με προσμένη.

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς, εν ώ αύτη μέλλει να εξαφανισθή Α!

(Στρέφεται αύτη).

Και τι, όπως το συνειθίζεις, Θα τον 'ρωτήσης σήμερα;

ΡΟΞΑΝΗ Περί . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς. Περί;

ΡΟΞΑΝΗ Αλλ' όμως Δεν θα του είπης ουδέ γρυ γιαυτό!

ΣΥΡΑΝΟ Βεβαίως.

ΡΟΞΑΝΗ Θα του είπω: Πήγαινε δίχως χαλινόν! Εμπρός! Περί αγάπης Αυτοσχεδίως 'μίλα μου! Γίνου λαμπρός!

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών. Ωραία!

ΡΟΞΑΝΗ Σουτ! . .

ΣΥΡΑΝΟ Σουτ! . .

ΡΟΞΑΝΗ Σιωπή!. . .

(Εισέρχεται και κλείει την θύραν).

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων, αφού η θύρα εκλείσθη Ευχαριστώ πολύ.

(Η θύρα ανοίγεται πάλιν και η Ροξάνη εξάγει την κεφαλήν).

ΡΟΞΑΝΗ Γιατ' ειμπορούσε Να ετοιμάζετο από πριν! . .

ΣΥΡΑΝΟ Διάβολε, δεν πιστεύω! . .

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΟΜΟΥ Σουτ! . .

(Η θύρα κλείεται).

ΣΥΡΑΝΟ, καλών. Χριστιανέ!

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

ΣΥΡΑΝΟ Ξεύρω το παν. Ετοίμασε την μνήμην. Ιδού μία περίστασις τρισένδοξος να γίνης. Καιρόν μη χάνης. Δύστροπον μη παίρνης ύφος! Πάμε Ογρήγορα 'στό σπίτι σου για να σου μάθω . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ Μπα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι! Τη Ροξάνη εδώ προσμένω.

ΣΥΡΑΝΟ Μα τι μυίγα Σεκτύπησε; Έλα γρήγορα να μάθης . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι, λέγω! Τα γράμματα τα δανεικά, τους λόγους εβαρύνθην, Να παίζω ρόλον άνοστον, και πάντοτε να τρέμω! . . Ήτο καλόν εις τας αρχάς. Αλλ' όμως τώρα νοιώθω Πως μαγαπά. Ευχαριστώ. Δεν έχω φόβον πλέον. Θα της μιλήσω ο ίδιος.

ΣΥΡΑΝΟ Μπα! Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Και ποιος σου λέγει Πως δεν μπορώ; Δεν είμαι δα τόσον κουτός 'στό τέλος! Θα δης! Αλλ' όμως, φίλε μου, απ' τα μαθήματά σου Είδα ωφέλεια. Μπορώ μονάχος να μιλήσω. Κεις όλους σου ορκίζομαι τους δαίμονας, πως πάντα Θα δύναμαι πολύ καλά να την σφιχταγκαλιάσω! . .

(Παρατηρών την Ροξάνην, ήτις εξέρχεται εκ της Κλομίρης).

— Αυτή 'νε! Όχι, Συρανό, μη με αφήσης!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων αυτόν.

Μόνος 'Μίλησε τώρα, κύριε:

(Εξαφανίζεται όπισθεν του κήπου)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' ολίγον.

ΡΟΞΑΝΗ, εξερχομένη εκ της οικίας της Κλομίρης μετά συνοδείας, την οποίαν αφίνει: υποκλίσεις και χαιρετισμοί. Βαρθενοΐς! — Αλκάνδρα! — Κρεμιόνη!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' απελπισίας. Δεν προφθάσαμε νακούσωμεν διόλου Τον λόγον περί Τρυφερού, κρίμα!

ΡΟΞΑΝΗ, χαιρετίζουσα ακόμη. Ουριμεδόντη! . . Υγίαινε! . .

(Όλοι χαιρετίζουν την Ροξάνην, αντιχαιρετίζονται μεταξύ των, αποχωρίζονται, και απομακρύνονται διά διαφόρων οδών. Η Ροξάνη βλέπει τον Χριστιανόν),

Α! είσαι συ;

(Πηγαίνει προς αυτόν).

Το βράδυ πλησιάζει. Περίμενε. Είνε μακράν. Είνε γλυκό ταγέρι. Κανείς διαβάτης. Κάθησε κοντά μου. Λέγε. Ακούω.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κάθεται πλησίον της επί του θρανίου Σε αγαπώ.

ΡΟΞΑΝΗ, κλείουσα τους οφθαλμούς. Ναι, 'μίλα μου γιαγάπη.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σ' αγαπώ.

ΡΟΞΑΝΗ Αυτό είνε το σχέδιον, Κέντησ' επάνω, κέντα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σε . . .

ΡΟΞΑΝΗ Κέντησε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σε αγαπώ τόσον!

ΡΟΞΑΝΗ Αναμφιβόλως, Κέπειτα; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κέπειτα . . . χαρά που θάνοιωθα μεγάλη, Και συ αν μαγαπούσες! — Πες, πως μαγαπάς, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ, μορφάζουσα Μου δίνεις μέλανα ζωμόν κεγώ προσμένω κρέμαν! Πες μου λοιπόν, πώς μαγαπάς; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πολύ . . .

ΡΟΞΑΝΗ Το αίσθημά σου Ξιδίπλωσέ το το λοιπόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εκείνο τα λαιμό σου! Να τον φιλούσα! . .

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανέ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σε αγαπώ!

ΡΟΞΑΝΗ, θέλουσα να φύγη. Ακόμα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ζωηρώς κρατών αυτήν. Δεν σαγαπώ!

ΡΟΞΑΝΗ, καθημένη πάλιν. Το προτιμώ αυτό.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα σε λατρεύω!

ΡΟΞΑΝΗ, εγειρομένη, απομακρύνεται. Ουφ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι . . . μωρός κατήντησα!

ΡΟΞΑΝΗ, ξηρώς. Και τούτο δεν μαρέσει! Όπως δεν θα μου ήρεσκεν αν άσχημος κατήντας!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ Την ευγλωττίαν σου πήγαινε νανταμώσης.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σε. . .

ΡΟΞΑΝΗ Μαγαπάς, το άκουσα. Υγίαινε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μη φύγης! Θα σου ειπώ . . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωθούσα την θύραν διά να εισέλθη. Γνωρίζω, ναι, πως με λατρεύεις, Όχι. Φύγε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά εγώ. . .

(Του κλείει την θύραν κατά μέτωπον).

ΣΥΡΑΝΟ, όστις από τινος είχεν εισέλθει, χωρίς να φανή. Αυτό θα πη επιτυχία!

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ, οι ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ κατόπιν.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Βοήθεια!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι, κύριε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πεθαίνω, αν δεν τα φτιάξω Μαζύ της πάλι 'στή στιγμή . . .

ΣΥΡΑΝΟ Πώς, διάβολε, να κάμω Να σου τα μάθω 'στή στιγμή; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αρπάζων τον βραχίονά του. Α! νάτην! Κύτταξέ την!

(Το παράθυρον του εξώστου εφωτίσθη).

ΣΥΡΑΝΟ, συγκεκινημένος. Στο παραθύρι! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ξεψυχώ!

ΣΥΡΑΝΟ Χαμήλωσ' τη φωνή σου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, χαμηλοφώνως. Πεθαίνω!

ΣΥΡΑΝΟ Είνε σκοτεινή η νύχτα . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοιπόν; λέγε;

ΣΥΡΑΝΟ Το πράγμα διορθώνεται, Αν και ανάξιος είσαι . . . άθλιε, κάθησε, αυτού! Εκεί, μπρος 'στόν εξώστη! Εγώ θάμαι από κάτω σου, και θα σου υποβάλλω Τας λέξεις σου,

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Σιωπή!

ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ, φαινόμενοι πάλιν εις το βάθος εις τον Συρανό. Χεπ!

ΣΥΡΑΝΟ Σουτ! . .

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, χαμηλοφώνως. Τη σερενάδα 'Στόν Μονφλερύ εκάναμε! . .

ΣΥΡΑΝΟ Καθήσατε καρτέρι Ο ένας 'στή γωνιάν αυτή κι' ο άλλος εις την άλλη, Και αν κανένας οχληρός περάση απ' εδώ πέρα, Παίξετε κάτι!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Μα 'σάν τι, ω λάτρη του Γάσσένδη!

ΣΥΡΑΝΟ Γυναίκ' αν είνε, χαρωπό να παίξετε, κιάν άνδρας, Να παίξετε λυπητερό!

(Προς τον Χριστιανόν).

Και τώρα, φώναξέ την!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ, συλλέγων χαλίκια, τα οποία ρίπτει εις τας υέλους. Λίγ' ας ρίξουμε χαλίκια!

ΡΟΞΑΝΗ, διανοίγουσα το παράθυρόν της Ποιος φωνάζει;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εγώ.

ΡΟΞΑΝΗ Μα ποιος;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ο Χριστιανός.

ΡΟΞΑΝΗ, μετά περιφρονήσεως. Εσείς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Επιθυμούσα Κάτι να σας ειπώ.

ΣΥΡΑΝΟ, υπό τον εξώστην. Καλά. Καλά. Χαμηλοφώνως.

ΡΟΞΑΝΗ Όχι, 'μιλάτε άσχημα. Φύγετε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Χάριν! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όχι! Όχι, δεν μαγαπάτε πεια!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προς ον ο Συρανό υποβάλλει. Θεοί! να μεπιπλήττη, Πως πλέον δεν την αγαπώ . . . όταν . . . πολύ ακόμα Πλειότερον την αγαπώ! . .

ΡΟΞΑΝΗ. ήτις έμελλε να κλείση το παράθυρον σταματά. Μπα! πειο καλά 'μιλάει!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως. Αυξάνει ο έρως μέσα 'στήν ανήσυχη ψυχή μου . . Που . . . το σκληρόν αυτό παιδί για . . . κούνια του έχει πάρει!

ΡΟΞΑΝΗ, προχωρούσα εις τον εξώστην. Αυτό 'νε πειο καλό! Μ' αφού είνε σκληρός ο έρως, Ήσουν μωρός στην κούνια του να μη τον πνίξης μέσα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως. Το εδοκίμασα κεγώ. . . μα. . . δοκιμή ματαία: Αυτό το βρέφος με μικρόν. . . ομοιάζει Ηρακλέα.

ΡΟΞΑΝΗ Καλλίτερα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως. Ώστ' έπνιξε δυο φείδια μ' ευκολίαν. . . Και την Υπερηφάνειαν. . . και την Αμφιβολίαν.

ΡΟΞΑΝΗ, στηρίζουσα τους αγκώνας της εις τον εξώστην. Πολύ καλλίτερον! αλλά πολύ αργά 'μιλάτε. Μήπως η φαντασία σας από αρθρίτιν πάσχει;

ΣΥΡΑΝΟ, σύρων τον Χριστιανόν υπό τον εξώστην και λαμβάνων την θέσιν του. Σουτ! είνε τώρα δύσκολον το πράγμα! . .

ΡΟΞΑΝΗ Απόψε 'βγαίνουν Με δισταγμό τα λόγια σας. Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ, ομιλών με ημίσειαν φωνήν ως ο Χριστιανός. Γιατ' είνε νύχτα, Και ψάχνοντας μέσ' τη σκιά ζητούν να 'βρούν ταυτιά σου.

ΡΟΞΑΝΗ Τα λόγια μου παρόμοια . . δεν έχουν δυσκολία.

ΣΥΡΑΝΟ Ευρίσκουν τα δικά σου ευθύς; Ω! τούτο εννοείται, Αφού αυτά τα δέχομαι αμέσως 'στήν καρδιά μου· Κέχω μεγάλη την καρδιά, κεσύ μικρό ταυτί σου. Άλλως τε κατεβαίνουνε τα λόγια σου, και τρέχουν. Τα λόγια μου αναβαίνουνε: ποιο πολύ χρόνο θέλουν!

ΡΟΞΑΝΗ Από τινος καλλίτερα τακούω νανεβαίνουν.

ΣΥΡΑΝΟ Τα ωφέλησ' η γυμναστική.

ΡΟΞΑΝΗ Είνε λοιπόν μεγάλο Το ύψος που σας ομιλώ;

ΣΥΡΑΝΟ Βεβαίως, και 'στόν τόπον Θα μάφινες, αν μούριχνες καμμιά σκληρά σου λέξι Μέσ' την καρδιά!

ΡΟΞΑΝΗ, κάμουσα κίνημα. Θα κατεβώ.

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς. Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ, δεικνύουσα εις αυτόν έν θρανίον υπό τον εξώστην. Ανέβα τότε Εις το θρανίον παρευθύς!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών μετά τρόμου, εις το σκότος. Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ Πώς. . . όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, επί μάλλον και μάλλον συγκινούμενος Άφες Ολίγον ναπολαύσωμεν την έκτακτη ευκαιρία Και την γλυκειάν αυτή στιγμή που ήλθε . . . να 'μπορούμεν Με δίχως να βλεπώμεθα γλυκά να ομιλούμεν.

ΡΟΞΑΝΗ Με δίχως να βλεπώμεθα;

ΣΥΡΑΝΟ Ω ναι! Είνε μαγεία. Μόλις να μαντευώμεθα! Συ, βλέπεις την μαυρίλα Του μακρυνού μανδύου μου, και του φορέματός σου Του θερινού εγώ απεδώ κυττάζω την ασπράδα. Εγώμαι μόνον μια σκιά, και συ είσαι μία λάμψις! Αν 'ξεύρεις η στιγμές αυτές τι αξίζουνε για μένα! Κιάν ήμουν κάποτ' εύγλωττος . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ήσουν!

ΣΥΡΑΝΟ Ποτέ ως τώρα Δεν βγήκε απ' την αληθινή καρδιά μου η φωνή μου . . .

ΡΟΞΑΝΗ Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ Γιατί . . . επάθαινα ως τώρα . . .

ΡΟΞΑΝΗ Τι;

ΣΥΡΑΝΟ . . . τη ζάλη Πέχει καθείς 'στά 'μάτια σου από κάτω . . . Αλλ' απόψε Μου φαίνεται πρώτη φορά που σου 'μιλώ.

ΡΟΞΑΝΗ Αλήθεια, Έχεις αλλοιώτικη φωνή . .!

ΣΥΡΑΝΟ, πλησιάζων μετά θέρμης. Και, όλως διόλου άλλη. Γιατί 'στό σκότος της νυκτός, οπού με προστατεύει, Τολμώ να είμαι μια φορά εγώ αυτός, και θέλω . . .

(Σταματά και μετ' αλλοφροσύνης).

Πού ήμουν; — Δεν ειξεύρω . . . αυτό όλο — συγχώρησέ μου Την ταραχή — τόσο γλυκύ μου είνε . . . τόσο νέον!

ΡΟΞΑΝΗ Πώς τόσο νέον;

ΣΥΡΑΝΟ, θορυβηθείς και προσπαθών να συναρμόση τας λέξεις τον. Νέον . . . ναι . . . ειλικρινής να είμαι . . . Ο φόβος, μήπως χλευασθώ, μου σφίγγει την καρδιά μου . . .

ΡΟΞΑΝΗ Να χλευασθής, και διατί;

ΣΥΡΑΝΟ Για την . . . για την ορμή μου! . . . Ναι, η καρδιά μου πάντοτε 'ντύνεται με το πνεύμα Από 'ντροπήν. Αναχωρώ να 'ξεκρεμάσω έν άστρο, Και στέκω, μήπως χλευασθώ, και κόβω 'να λουλούδι!

ΡΟΞΑΝΗ Και το λουλούδι είνε καλόν ενίοτε

ΣΥΡΑΝΟ Απόψε Ας περιφρονήσωμεν!

ΡΟΞΑΝΗ Ποτέ με τέτοιο τρόπο Δεν μου ωμίλησες.

ΣΥΡΑΝΟ Αχ! αν μακράν απ' της φαρέτρες, Από τα βέλη κα! από της δάδες ημπορούσαμε Σε πράγματα πειο . . . δροσερά ολίγο να πετούσαμε! Εάν, αντί να πίνουμε σταγόνα προς σταγόνα Με δακτυλήθρα ολόχρυση νερόν από τον Λινώνα Ανούσιον, εβλέπαμε πως η ψυχή χορταίνει, Όταν σε ποταμό πλατύ να πιή πολύ πηγαίνη!

ΡΟΞΑΝΗ Αλλά το πνεύμα; . .

ΣΥΡΑΝΟ Σου 'δειξα του πνεύματος τα δώρα Για να μη φύγης κατ' αρχάς, αλλά θα ήτο τώρα Το ίδιο 'σάν να 'βρίζαμε, την νύκτα αυτή, τα μύρα, Την ώρα αυτή τη μαγική, την ανθισμένη Φύσιν, Εάν 'σάν γράμμα ερωτικό του Βουατύρ 'μιλούσα! — Με μια 'ματιά των άστρων του ο ουρανός ας σπάση Όλα τα όπλα τα πλαστά της τέχνης μας. Φοβούμαι Τόσον πολύ μη 'στήν γλυκειάν αυτή μας αλχημείαν Σαν τον αιθέρα εξατμισθή του αισθήματος η αλήθεια, Μήπως σ' αυτά τα μάταια παιγνίδια η ψυχή μας Αδειάση, και το τέλειον το τέλος μας μη γίνη!

ΡΟΞΑΝΗ Αλλά το πνεύμα; . .

ΣΥΡΑΝΟ Το μισώ 'στόν έρωτα! Και είνε Έγκλημα, όταν αγαπούν, αυτή την ξιφασκία Να παρατείνουνε πολύ. Έπειτα, αναποφεύκτως, Φθάν' η στιγμή, — λυπούμ' αυτούς που τη στιγμή δεν βλέπουν! — Π' αγάπη νοιώθουμε ευγενή στα στήθη μας να κρύβη, Και κάθε λέξιν εκλεκτή που λέγομεν, μας θλίβει!

ΡΟΞΑΝΗ Λοιπόν! αν ήλθεν η στιγμή αυτή και για τους δυο μας. Τι λόγια τώρα θα μου πης;

ΣΥΡΑΝΟ Όλα, εκείνα όλα. Που θα μου έλθουν, σκορπιστά, με δίχως να τα δέσω Μπουκέτο, θα σου τα πετώ: Σε αγαπώ, παθαίνω, Σε αγαπώ, παραφρονώ, δεν ειμπορώ, πεθαίνω! Και τόνομά σου κρέμεται μέσ' την καρδιά μου αιώνια, Ωσάν μέσα 'στόν κώδωνα γλωσσίδι, ω Ροξάνη, Κι' από το ανατρίχιασμα που αδιάκοπα με πιάνει, Ο κώδωνας ταράσσεται και τόνομα σημαίνει! Ό,τι δικό σου, ταγαπώ και το θυμάμαι πάντα: Ξέρω, μια μέρα πέρυσι, στης δώδεκα Μαΐου, Βγήκες πρωί' και τάλλαξες το χτένισμα της κόμης! Τόσο πολύ συνείθισα για φως μου τα μαλλιά σου, Που, όπως 'σάν στηλόνουμε το μάτι μας 'στό ήλιο, Ύστερα βλέπουμε παντού ροδοβαμμένο δίσκο, Έτσι, 'σάν φύγω απ' της φωτιές που γύρω μου σκορπίζεις, Το θαμπωμένο βλέμμα μου ξανθές αφίνει βούλες!

ΡΟΞΑΝΗ, δια φωνής τεταραγμένης. Ναι! τούτο λέγετ' έρωτας. . .

ΣΥΡΑΝΟ Βεβαίως, η λαχτάρα Που τρομερή, ζηλότυπη με πλημμυρίζει, αλήθεια, Είν' έρωτας, και μέσα του όλη τη λύσσα κρύβει! Είν' έρωτας, — αλλά χωρίς εγωϊσμό κανένα! Αχ! για την ευτυχία σου πώς δίνω τη δική μου, Κ' εάν ακόμα τίποτε δε μάθαινες ποτέ σου, Αν ημπορούσα κάποτε από μακρυά νακούω Το γέλοιο σου ναντιλαλή την ευτυχία εκείνη. Που γέννησ' η θυσία μου! — Κάθε ματιά δική σου Αναρριπίζει μέσα μου νέα αρετή και ανδρεία! Αρχίζεις τώρα να εννοής; Λοιπόν, καταλαμβάνεις; Και την ψυχήν μου αισθάνεσαι, 'στό σκότος, που αναβαίνει Αχ! είν' ωραίο, είνε γλυκύ, μα την αλήθεια απόψε Να λέγω αυτά εγώ 'σε σε, και συ νακούς εμένα! Είνε αυτό παρά πολύ! 'Στόν πόθον μου ακόμα Τον πειο κρυφό τόσο πολύ δεν ήλπιζα ποτέ μου! Και τώρα μόνο θάνατον ποθώ! Γιατί, απ' τα λόγια Που λέγω, τρέμει ανάμεσα 'στούς γαλαζένιους κλώνους! Διότι τρέμετε καθώς το φύλλο μέσ' στά φύλλα! Διότι τρέμεις! Ένοιωσα, και άθελα σου ακόμα, Του λατρευτού σου του χεριού μια κάποια ανατριχίλα, Να κατεβαίνη ανάλαφρα 'στού γιασεμιού τα φύλλα!

(Ασπάζεται έξαλλος το άκρον κλωνίου κρεμαμένου)

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, τρέμω, κλαίω, σαγαπώ, και είμαι ιδική σου! Μ' εμέθυσες!

ΣΥΡΑΝΟ Τότε λοιπόν, ο θάνατος ας έλθη! Τη μέθη αυτή εγώ, εγώ, 'στή φύσησα 'στά στήθεια. Ένα μονάχα πεια ζητώ. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, υπό τον εξώστην. Ένα φιλί!

ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη όπισθεν. Τι λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ Ω!

ΡΟΞΑΝΗ Τι ζητείς;

ΣΥΡΑΝΟ Ναι . . εζήτησα . . .

(Προς τον Χριστιανόν χαμηλοφώνως).

Τρέχεις πολύ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αφού έχει Συγκινηθή τόσο πολύ, επωφελούμ' εκ τούτου!

ΣΥΡΑΝΟ, προς την Ροξάνην. Ναι! εζήτησα, είν' αληθές, πλην δίκαιε Θεέ μου! Καταλαμβάνω τολμηρός πάρα πολύ πως ήμουν.

ΡΟΞΑΝΗ, απογοητευμένη. Δεν επιμένεις πειο πολύ;

ΣΥΡΑΝΟ Βεβαίως, επιμένω . . . Χωρίς επιμονή! . . . ναι! ναι . . . με θλίβ' η εντροπή σου! Καλά λοιπόν! Το φίλημα αυτό . . . μη μου το δώσης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, σύρων τον Συρανό εκ του μανδύου· Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ Σιώπα, Χριστιανέ . . .

ΡΟΞΑΝΗ, κύπτουσα. Τι λες χαμηλοφώνως;

ΣΥΡΑΝΟ Τον εαυτό μου εμάλωσα για τη πολλή μου βία. Είπα: σιώπα, Χριστιανέ! . .

(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν)

Αμέσως! . . Κάποιος είνε!

(Η Ροξάνη κλείει το παράθυρον. Ο Συρανό ακούει τα όργανα, εξ ων το έν παίζει ήχον φαιδρόν, και το άλλο πένθιμον).

Ήχον φαιδρόν, και λυπηρόν μαζύ; . . . ποιος ο σκοπός των; Μην είνε άνδρας; ή γυνή; — Α! είνε καπουτσίνος!

(Εισέρχεται είς Καπουτσίνος, όστις πηγαίνει από οικίας εις οικίαν κρατών φανόν εις την χείρα και παρατηρών τας θύρας).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον καπουτσίνον. Του Διογένους διατί τον ρόλον ξαναρχίζεις;

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Παρακαλώ, γνωρίζετε που κάθηται η κυρία; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τι οχληρός!

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Μαγδαληνή Ρομπέν . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αυτός τι θέλει;

ΣΥΡΑΝΟ, δεικνύων εις αυτόν οδόν ανωφερή. Από εδώ! πηγαίνετε γραμμή, και κατ' ευθείαν . . .

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Ευχαριστώ! . . προς χάριν σας 'στό κομποσχοίνι μου όλο θα εξαντλήσω τας ευχάς ως το μεγάλο κόμπο.

(Εξέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ Τύχη καλή σου εύχομαι! και άμποτ' η ευχές μου Να 'μπούν μέσ' την κουκούλα σου!

(Καταβαίνει προς τον Χριστιανόν).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κάνε να με φιλήση!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αργά ή γρήγωρα θα με φιλήση . . .

ΣΥΡΑΝΟ Αλήθεια! Θάρθη στιγμή μεθυστική ερωτικής λαχτάρας, Που τώνα στόμα τ' άλλο σας θα 'βρή, χάριν εκείνου Του μύστακός σου του ξανθού και χάριν του ροδίνου Του χείλους της.

(Καθ' εαυτόν).

Καλλίτερα εγώ θα προτιμούσα, Να ήτο χάριν . . .

(Θόρυβος ανοιγομένου παραθύρου. Ο Χριστιανός κρύπτεται υπό τον εξώστην)

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ.

ΡΟΞΑΝΗ, προβαίνουσα εις τον εξώστην Είσαι συ; Ελέγαμε για ένα . . . Για ένα . . . για . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ένα φιλί. Γλυκειά 'ν η λέξις, φίλη. Δε βλέπω γιατί τρέμουνε να την ειπούν τα χείλη. Αν από τώρα τάκαψε, στο πράγμα τι θα γίνη; Μην το τρομάζης! Άθελα τη φλυαρία εκείνη Προτήτερα δεν άφησες κεγλίστρησες αφόβως Από το γέλοιο 'στόν καϋμό κι' απ' τον καϋμό 'στό δάκρυ; Γλίστρησε ακόμ' ανάλαφρα και δίχως να το νοιώσης: Από το δάκρυ στο φιλί μια ανατριχίλα είνε!

ΡΟΞΑΝΗ Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ Ένα φίλημα, αλλ' επί τέλους τείνε; Όρκος που λέμε πειο κοντά· υπόσχεσι που δίνεις Με πίστι μεγαλείτερη· ομολογία που βαίνεις Το σφράγισμα· μια ρόδινη περισπωμένη 'πάνω 'Στο «αγαπώ»· και μυστικό που λέγομε 'στό στόμα, Αντί στ' αυτί· μία στιγμή του απείρου που ομοιάζει 'Σάν ψίθυρος του μελισσιού· μετάληψι που παίρνει Τη γεύσι του άνθους· κάτι τι που ανασασμό σου φέρνει Από τα βάθη της καρδιάς· και κάτι που 'στήν άκρη Του χείλους από την ψυχή σου αφίνει κάποιο μύρο!

ΡΟΞΑΝΗ Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ Ένα φίλημα τόσην ευγένειαν έχει, Όπου κιαυτή η βασίλισσα των Γάλλων έδωσ' ένα Στον πλέον ευτυχέστερον των λόρδων . . .

ΡΟΞΑΝΗ Λοιπόν τότε;

ΣΥΡΑΝΟ Είχα καθώς ο Βούκιγκαμ τα κρύφια βάσανά μου, Κεγώ λατρεύω 'σάν κι αυτόν εσέ, βασίλισσά μου, Και 'σάν αυτόν είμαι πιστός και λυπημένος . . .

ΡΟΞΑΝΗ Κ' είσαι Ωραίος όπως και αυτός! . . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθ' εαυτόν, απογοητευόμενος. Αλήθεια, είμαι ωραίος, 'Ξέχασα!

ΡΟΞΑΝΗ Ανέβα το λοιπόν τα ασύγκριτο να δρέψης Αυτό λουλούδι . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών τον Χριστιανόν προς τον εξώστην. Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ Αυτή τη γεύσι της καρδίας . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ Αυτό του μελισσιού τον ψίθυρο . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ανέβα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, διστάζων. Σαν να μου φαίνεται κακή πως κάμω πράξι τώρα!

ΡΟΞΑΝΗ Αυτή του απείρου τη στιγμή! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών αυτόν. Ανέβα λοιπόν, ζώον!

(Ο Χριστιανός ορμά, και διά του θρανίου, του φυλλώματος, των στύλων ανέρχεται μέχρι των κιγκλίδων, ας διασκελίζει).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ροξάνη μου!

(Την περιπτύσσεται και κύπτει επί των χειλέων της).

ΣΥΡΑΝΟ Αχ! κέντημα παράδοξο που νοιώθω Μέσ' την καρδιά μου! — Φίλημα, ερωτικό συμπόσιο, Που είμαι ο Λάζαρος εγώ! Σε τούτο το σκοτάδι Μου στέλλεις ένα ψίχουλο κεμένα. — Χωρίς άλλο, Και την καρδιά μου αισθάνομαι κάτι από σε να παίρνη, Αφού σαυτά τα χείλη του, που η Ροξάνη γέρνει, Φιλεί τα λόγια που εγώ προτήτερα της είπα.

(Ακούονται τα όργανα).

Πένθιμος ήχος και φαιδρός: Ο καπουτσίνος είνε!

(Προσποιείται ότι τρέχει, ωσάν να έφθανε μακρόθεν).

Αι! από κει!

ΡΟΞΑΝΗ Ποιος είνε;

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ. Περνούσα. Είν' επάνω Ακόμη ο Χριστιανός;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προσποιούμενος έκπληξιν. Ο Συρανό! πού 'βρέθης;

ΡΟΞΑΝΗ Καλή σου ημέρα, εξάδελφε!

ΣΥΡΑΝΟ 'Ξαδέλφη, καλημέρα!

ΡΟΞΑΝΗ Θα κατεβώ!

(Εξαφανίζεται εντός της οικίας. Εισέρχεται εις το βάθος ο καπουτσίνος).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, παρατηρών αυτόν. Ακόμ' αυτός!

(Ακολουθεί την Ροξάνην).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Εδώνε κεπιμένω — Εδώνε η Μαγδαληνή Ρομπέν;

ΣΥΡΑΝΟ Ρο — λεν μας είπες.

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Όχι: μ π ε ν. Μι, πι, ε, και νι!

ΡΟΞΑΝΗ, φαίνεται επί του κατωφλίου ακολουθουμένη υπό του Ραγκενώ κρατούντος φανόν και υπό του Χριστιανού. Τι τρέχει;

ΣΥΡΑΝΟ Ένα γράμμα

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μπα!

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, προς την Ροξάνην. Διά πράγμα ιερόν θα πρόκειται βεβαίως. Την στέλλει κύριος . . . χρηστός

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν. Είν' ο δε Γκύσης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τόλμη! . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ω! πάντα δεν θα μενοχλή! . .

(Αποσφραγίζουσα την επιστολήν).

Σε αγαπώ, κιάν θέλη Να . . .

(Υπό το φως του φανού του Ραγκενώ αναγινώσκει χαμηλοφώνως και κατά μέρος).

«Δεσποινίς, Τα τύμπανα κτυπούν, το σύνταγμά μου «Δένει τον σάκκο· αναχωρεί· ο κόσμος με νομίζει, «Πώς ήδη ανεχώρησα: μένω. Σας παρακούω. «Ευρίσκομαι εις την μονήν αυτήν. Σκέπτομαι νάρθω «Και σας το καθιστώ γνωστόν προηγουμένως μένα «Καλόγηρον απλούν ωσάν κατσίκαν, που δεν νοιώθει «Τίποτε μέσα σόλ' αυτά. Το χείλος σου προλίγου

(Προς τον καπουτσίνον).

Ιδού αυτό το γράμμα τι μου λέγει, Πάτερ μου, άκου!

(Πλησιάζουν όλοι, αναγινώσκει μεγαλοφώνως).

«Δεσποινίς, Εις του Καρδιναλίου «Την θέλησιν οφείλε υπακοήν, ακόμα «Και αν αυτή σας φαίνεται σκληρά. Ιδού ο λόγος «Που έκαμα την εκλογήν ενός πολύ αγίου, «Πολύ φρονίμου, και πολύ εξύπνου καπουτσίνου, «Διά να φέρη τας γραμμάς αυτάς σταβρά σας χέρια, «Κεκφράζομεν την θέλησιν εις τον δικόν σας οίκον «Την ευλογίαν τάχιστα του γάμου να σας δώση·

(Στρέφει το φύλλον).

«Πρέπει κρυφά ο Χριστιανός να γίνη σύζυγός σας· «Τον αποστέλλω προς υμάς. Δεν είνε αρεστός σας, «Αλλά εγκαρτερήσατε. Και αναλογισθήτε, «Ο ουρανός τον ζήλον σας πως θέλει ευλογήση, «Κεστέ περί του σεβασμού βεβαία, Δεσποσύνη, «Εκείνου, όστις πάντοτε υπήρξε και θα είνε «Ο ευλαβώς και ταπεινώς υμέτερος και . . . λίαν . . . «Και τα λοιπά . . .»

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Χρηστός ανήρ! . . Το είχα προμαντεύσει, Δεν εφοβούμην παντελώς· επρόκειτο βεβαίως Περί αγίου πράγματος.

ΡΟΞΑΝΗ, χαμηλοφώνως προς τον Χριστιανόν. Τι λέγεις, δεν διαβάζω Ωραία τας επιστολάς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Χουμ!

ΡΟΞΑΝΗ, υψηλοφώνως μετ' απελπισίας. Α! είνε φρικώδες!

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ όστις διηύθυνε προς τον Συρανό το φως του φανού του. Είσθε υμείς ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι, είμ' εγώ!

ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, στρέφει το φως προς τον Χριστιανόν και ως αν του επήλθεν αμφιβολία, βλέπων την καλλονήν του, Αλλ' όμως σεις . .

ΡΟΞΑΝΗ Υπάρχει 'Στο τέλος κ' υστερόγραφον: «Για την μονήν πιστόλας Δώσατ' εκατόν είκοσι».

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Χρηστός, χρηστός αυθέντης!

(Προς την Ροξάνην).

Εγκαρτερείτε!

ΡΟΞΑΝΗ, με ύφος μάρτυρος. Εγκαρτερώ!

(Εν ώ ο Ραγκενώ ανοίγει την θύραν εις τον καπουτσίνον, τον οποίον ο Χριστιανός προσκαλεί να εισέλθη, αύτη λέγει χαμηλοφώνως εις τον Συρανό).

Προσπάθει τον δε Γκύση Να τον κρατήσης έξωθεν! Θα έλθη μετ' ολίγον — Να μην εμβή πριν . . .

ΣΥΡΑΝΟ Εννοώ!

(Προς τον Καπουτσίνον).

Διά την ευλογίαν Πόσος καιρός χρειάζεται;

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ Έν τέταρτον.

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών όλους προς την οικίαν. Εμβήτε! Εγώ θα μείνω . . .

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν. Έλα! . .

(Εισέρχονται).

ΣΥΡΑΝΟ, μόνος. Πώς να κάμω το δε Γκύση, Να χάση αυτό το τέταρτο;

(Ορμά επί του θρανίου, αναρριχάται προς τον τοίχον, και προς τον εξώστην).

Εδώ ας ανεβούμε! Έχω 'να σχέδιο καλό! . .

(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν πένθιμον ήχον).

Χο! άνδρας είνε τούτος.

(ο ήχος γίνεται απαίσιος).

Χο! χο! ετούτη τη φορά είν' ένας!! .

(Είνε επί του εξώστου, καταβιβάζει τον πίλον του επί των οφθαλμών του, αφαιρεί το ξίφος του, περιτυλίσσεται εντός του μανδύου του, έπειτα κύπτει και παρατηρεί έξωθεν).

Όχι! ο τοίχος Δεν είνε τόσον υψηλός! . .

(Διασκελίζει τας κιγκλίδας και προσελκύων προς αυτόν τον μακρόν κλάδον εκ των δένδρων, άτινα εξέρχονται άνω του τοίχου του κήπου, προσκολλάται επ' αυτού διά των δύο χειρών του, έτοιμος να πέση).

Θέλω ταράξει ελαφρώς αυτή την ατμοσφαίραν!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις εισέρχεται με προσωπίδα, ψηλαφών εις το σκότος. Αυτός ο τρισκατάρατος τι κάμει καπουτσίνος;

ΣΥΡΑΝΟ Και την φωνήν μου; Διάβολε! αν την αναγνωρίση;

(Αφίνων την χείρα του, φαίνεται στρέφων μίαν αόρατον κλείδα).

Κρικ! κρακ!

(Επισήμως)

Μιμήσου, Συρανό, του Μπερζεράκ τον τόνον! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών την οικίαν. Ναι, είν' εδώ. Βλέπω κακά μαυτή την προσωπίδα!

(Μέλλει να εισέλθη, ότε ο Συρανό πηδά εκ του εξώστου κρατούμενος από τον κλάδον, όστις κάμπτεται και τον καταθέτει μεταξύ του δε Γκύση και της θύρας. Προσποιείται, ότι πίπτει βαρέως δήθεν και από μεγάλου ύψους, και εξαπλώνεται κατά γης, όπου μένει ακίνητος, ως ζαλισθείς, ο δε Γκύσης κάμει άλμα προς τα όπισθεν).

Μπα! Τι;

(Όταν εγείρη τους οφθαλμούς, ο κλάδος έχει ανυψω0ή πάλιν. Δεν βλέπει παρά τον ουρανόν δεν εννοεί τίποτε).

Και πόθεν έπεσεν αυτός:

ΣΥΡΑΝΟ, ανακάθεται και με τόνον γασκονικόν. Απ' 'τη Σελήνη!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Απ' τη; . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής ως εν ονείρω. Τι ώρα έχετε;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μη τούστριψεν η βίδα;

ΣΥΡΑΝΟ Τι ώρα είνε; Τι χωριό; Τι εποχή; Τι ημέρα;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Εζαλίσθην!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Σαν μπόμπα απ' την Σελήνη Πέφτω!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ανυπομονών. Μα τέλος, κύριε! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανεγειρόμενος με φωνήν τρομεράν. Πέφτω από 'κείθε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, οπισθοδρομών. Έστω! Έστω! επέσατε από 'κεί! . . Ίσως τρελλός θα είνε!

ΣΥΡΑΝΟ, βαδίζων κατ' επάνω του. Δεν πέφτω μεταφορικώς! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Εκατό χρόνια ή μία Στιγμή — πόσον η πτώσις μου διήρκεσε δεν ξέρω Ήμουνα μέσα είς αυτήν την κίτρινη τη φούσκα!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, υψών τους ώμους. Ναι. Να περάσω αφήτε με!

ΣΥΡΑΝΟ, ιστάμενος προ αυτού. Ειλικρινώς, πού είμαι; Τίποτε μη μου κρύπτετε! Εις ποίαν γην, εις ποίον Τόπον ως αερόλιθος έπεσα, κύριέ μου;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Διάβολε! . .

ΣΥΡΑΝΟ Κενώ έπεφτα, δεν μπόρεσα να εκλέξω Το μέρος της αφίξεως, — και αγνοώ πού πέφτω! — Μέσ' σε σελήνην άραγε ή μη σε γην καμμίαν Του πισινού μου μέσυρε τα βάρος;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μα, σας λέγω. Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής τρόμου, ήτις κάμνει τον δε Γκύσην να οπισθοδρομήση. Ύψιστε Θεέ! Βλέπω σαυτόν τον τόπον Πως έχουν μαύρον πρόσωπον! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, φέρων την χείρα εις το πρόσωπον. Πώς;

ΣΥΡΑΝΟ, με φόβον εμφαντικόν. Εις την Αλγερίαν, Μην είμαι; Είσθε ιθαγενής;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, αισθανόμενος την προσωπίδα του. Η προσωπίς!

ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος, ότι καθησυχάζει ολίγον. Μην είμαι Στη Βενετιά ή Γένοβα λοιπόν;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, θέλων να περάση. Με περιμένει Μία κυρία . . .

ΣΥΡΑΝΟ, τελείως πεπεισμένος. Το λοιπόν είμαι εις το Παρίσι.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, μειδιών ακουσίως του. Είνε αστείος αρκετά ο διάβολος!

ΣΥΡΑΝΟ Γελάτε;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Γελώ, μα θέλω να διαβώ! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ακτινοβολών. Εις το Παρίσι πέφτω!

(Με όλην την άνεσιν του γελών, ξεσκονιζόμενος, χαιρετίζων).

Και φθάνω — συγχωρήσατε — διά του τελευταίου Σίφωνος. Εσκονίσθηκα ολίγον από αιθέρα. Ένα ταξείδι πέκαμα. Με σκόνη των αστέρων Εγέμισαν τα μάτια μου. Πάνω στους πτερνιστήρας Έχω ακόμη κάμποσα μαλλιά από τον πλανήτην,

(Λαμβάνων κάτι από την χειρίδα του).

Κυττάχτε! 'στό σωκάρδι μου μια τρίχα απ' τον κομήτην!

(Φυσά διά να την πετάξη).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εκτός εαυτού. Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθ' ην στιγμήν θέλει να περάση ο δε Γκύσης, τείνει την κνήμην διά να δείξη δήθεν κάτι και τον σταματά.

Εις την κνήμην μου απ' την μεγάλην Άρκτον Φέρω ένα δόντι· κεπειδή 'στήν Τρίαιναν προσκρούων Ήθελα μίαν απ' τας τρεις λόγχας της ναποφύγω, Πάω και πέφτω καθιστός μέσ' τους Ζυγούς, που ακόμα Επάνω 'κεί η βελόνη των το βάρος μου σημειώνει!

(Εμποδίζων ζωηρώς τον δε Γκύσην να περάση και λαμβάνων αυτόν από το έν κομβίον του εσωκαρδίου του).

Αν σφίξετε την μύτην μου μέσα 'στά δάκτυλά σας, Θα στάξη γάλα, κύριε! . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Γάλα; . .

ΣΥΡΑΝΟ Απ' τον Γαλαξίαν! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Α! σύρετε 'στόν διάβολο!

ΣΥΡΑΝΟ Ο ουρανός με στέλλει!

(Σταυρών τους βραχίονας).

Λοιπόν! θα με πιστεύσετε, πως εις το πέσιμόν μου, Είδα τον Σείριον να φορή την νύκτα 'να σαρίκι;

(Εμπιστευτικώς).

Η Άρκτος η άλλ' είνε μικρά πολύ και δεν δαγκώνει.

(Γελών).

Από την Αύραν πέρασα κέσπασα μια χορδή της!

(Υπερηφάνως).

Αλλά να γράψω σκέπτομαι αυτά σένα βιβλίον, Και τους αστέρας τους χρυσούς, που 'στόν καψαλισμένον Μανδύαν μου εκρέμασα με προφανείς κινδύνους, Όταν θα το τυπώσουνε, θα γίνουν αστερίσκοι . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μα επί τέλους θέλω . . .

ΣΥΡΑΝΟ Σεις, τι θέλετε, μαντεύω! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ Απ' το στόμα μου να μάθετε ποθείτε, Πώς η Σελήνη έγινε, κιάν κατοικεί κανένας, Μέσα 'στήν στρογγυλύτητα αυτής της κολοκύθας . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κραυγάζων. Όχι! θέλω . . .

ΣΥΡΑΝΟ Να μάθεται 'κεί 'πάνω πώς ανέβην; Δι' ενός μέσου που εγώ αυτός είχον εφεύρει.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, αποθαρρυνόμενος. Είνε τρελλός!

ΣΥΡΑΝΟ Δεν έβαλλα σενέργειαν και πάλιν Τον βλάκα εκείνον αετόν του Ρεγκιομοντάνου. Ούτε του Αρχίτα το δειλό το περιστέρι . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Είνε Τρελλός, — αλλά σοφός τρελλός.

ΣΥΡΑΝΟ Όχι! δεν εμιμήθην Τίποτε προγενέστερον!

(Ο δε Γκύσης κατώρθωσε να διέλθη και βαδίζει προς την θύραν της Ροξάνης, ο Συρανό τον ακολουθεί έτοιμος να τον δράξη).

Εφεύρον έξη μέσα, Να κατακτήσω τον γλαυκόν αιθέρα!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, στρεφόμενος. Έξ;

ΣΥΡΑΝΟ, στωμύλως. Μπορούσα, Έχων το σώμα μου γυμνόν, καθώς μίαν λαμπάδα, Να το σκεπάσω με πολλές μποτίλιες κρυσταλλένιες Γεμάτες από δάκρυα του πρωινού αιθέρος, Και ούτως, αν εξέθετα τα σώμα μου 'στόν ήλιο, Τάστρον μαζύ με την δροσιά κεκείνο θα ροφούσε.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κάμει έν βήμα προς τον Συρανό. Μπα! πράγματι είνε ένα αυτό!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών διά να τον σύρη προς το άλλον μέρος. Και ημπορούσ' ακόμα, Να συμπυκνώσω άνεμον, διά να εξορμήσω, Αέρα κάμνων αραιόν εντός κεδρίνης θήκης Διά κατόπτρων φλογερών εν είδ' εικοσαέδρων!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Δυο!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών. Άλλως ως μηχανουργός καθώς και πυροτέχνης, Σ' ακρίδα μελατήρια γεμάτην ατσαλένια Με διαδοχικά πυρά εκ νίτρου να πετάξω Μέσ 'στά λειβάδια τα γλαυκά που τάστρα παν και βόσκουν!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ακολουθών αυτόν ανύποπτος και μετρών διά των δακτύλων. Τρία!

ΣΥΡΑΝΟ Γνωστόν πως ο καπνός τείνει νανέβη επάνω. Λοιπόν 'μπορούσα με αυτόν μια σφαίρα να γεμίσω, Και να μ' υψώση!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ επί μάλλον και μάλλον εκπλησσόμενος. Τέσσαρα!

ΣΥΡΑΝΟ Αφού η Σελήνη, όταν Έχει μικρόν το τόξον της, ω βώδια, το μυαλό σας Να πιπιλίζη αγαπά . . . με τούτο ναλειφόμουν!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κατάπληκτος. Πέντε!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ομιλών τον οδηγεί μέχρι του άλλου μέρους της πλατείας πλησίον ενός εδωλίου. Και τέλος καθιστός σε σιδερένιο δίσκον Να πάρω εις τα χέρια μου τεμάχιον μαγνήτου, Και να το ρίψω υψηλά εις τον αέρα. Τούτο Είναι το μέσον τ' άριστον. Ο σιδερένιος δίσκος Τότε αμέσως εξορμά κατόπιν του μαγνήτου. Ξανατινάζεις παρευθύς επάνω τον μαγνήτην, Και οπ! λα! έτσι δύνασαι επ' άπειρον νανέβης!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Έξη! να, έξη άριστα μέσα, και ποιο εξ όλων Εκλέξατε σεις, κύριε;

ΣΥΡΑΝΟ Έν έβδομον!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Τι λέτε; Και ποιο;

ΣΥΡΑΝΟ Μαντεύσατε! εκατόν στοιχηματίζω μένα!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μου κίνησεν ο Σατανάς αυτός το διαφέρον!

ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος με μεγάλα μυστηριώδη κινήματα τον θόρυβον των κυμάτων. Χουφ! Χουφ!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ Μαντεύετε;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ Της παλιρροίας! Την ώρα που τα κύματα τραβιώνται απ' τη Σελήνη, Μετά λουτρόν θαλάσσιον ξαπλώθηκα 'στήν άμμο, Και το κεφάλι μου 'ψηλά κρατώντας, φίλτατέ μου, — Γιατί 'στής φούντες των μαλλιών μένει νερό προ πάντων — Εις τον αέρα επέταξα 'σάν άγγελος ολόρθος, Κι' ανέβαινα, κι' ανέβαινα σιγά και χωρίς κόπον, Όταν ησθάνθην σύγκρουσιν! . . Λοιπόν . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρασυρόμενος υπό της περιεργείας και καθήμενος επί του θρανίου. Λοιπόν!

ΣΥΡΑΝΟ, αναλαμβάνων την φυσικήν φωνήν του. Λοιπόν . . . Το τέταρτον επέρασε . . . και σας ελευθερώνω. Έγιν' ο γάμος, κύριε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ανεγειρόμενος δι' ενός άλματος Μπα! είμαι μεθυσμένος; Αυτή η φωνή;

(Η θύρα της οικίας ανοίγεται, φαίνονται θεράποντες φέροντες κηροπήγια ανημμένα. Φως. Ο Συρανό εξάγει τον καταβιβασθέντα πίλον του.

Η μύτη αυτή! Ο Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων. Ο ίδιος! Μόλις τα δακτυλίδια των αντήλλαξαν επάνω.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Ποιοι;

(Στρέφεται Εικών. Όπισθεν των θεραπόντων η Ροξάνη και ο Χριστιανός κρατούνται διά της χειρός. Ο Καπουτσίνος τους ακολουθεί μειδιών. Ο Ραγκενώ υψώνει ωσαύτως μίαν λαμπάδα. Η ακόλουθος κλείει την πορείαν πεφοβισμένη).

Ω θεοί!

ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ, ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ (Προς την Ροξάνην). Εσείς!

(Αναγνωρίζων τον Χριστιανόν, κατάπληκτος).

Αυτός!

(χαιρετίζων την Ροξάνην μετά θαυμασμού).

Είσθ' από της πλέον φίνες!

(προς τον Συρανό).

Σάς εφευρέτα μηχανών τωόντι σας συγχαίρω, Θα 'κάμετε κένα άγιον με την διήγησίν σας 'Στην πύλην να εστέκετο του παραδείσου ακόμη. Αυτήν να σημειώσητε την παρατήρησίν μου, Διότι χρήσιμος 'μπορεί να είνε σε βιβλίον.

ΣΥΡΑΝΟ, υποκλινόμενος. Κύριε, είνε συμβουλή οπού θ' ακολουθήσω.

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, δεικνύων τους εραστάς εις τον δε Γκύσην και σείων μετ' εύχαριστήσεως τον λευκόν πώγωνά του. Ωραίον ζεύγος, τέκνον μου, ηνώσατε εις γάμον.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών αυτόν με παγετώδες βλέμμα. Ναι!

(Προς την Ροξάνην).

'Πέτε τώρα υγίαινε 'στόν άνδρα σας, κυρία!

ΡΟΞΑΝΗ Γιατί;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, προς τον Χριστιανόν. Προετοιμάζεται το σύνταγμα να φύγη. Υπάγετε να τώβρετε!

ΡΟΞΑΝΗ Στον πόλεμον;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Βεβαίως!

ΡΟΞΑΝΗ Αλλ' όμως οι επίλεκτοι δεν πάνε.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Θα υπάγουν.

(Εξάγων χαρτίον, το οποίον είχεν εις το θυλάκιόν του).

Ιδού και η διαταγή.

(Εις τον Χριστιανόν).

Υπάγετε, βαρώνε, Ο ίδιος να την φέρετε!

ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη εις τας αγκάλας του Χριστιανού. Χριστιανέ!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, καγχάζων, προς τον Συρανό. Του γάμου Η νύκτ' ακόμ' είνε μακράν!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν. Αυτός νομίζει, πως αυτό θα με πολυπειράξη.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προς την Ροξάνην. Αχ! έν ακόμη φίλημα!

ΣΥΡΑΝΟ Εμπρός! πολλά επήρες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εξακολουθεί να φιλή την Ροξάνην. Να την αφήσω τι σκληρόν! . . Δεν ξεύρεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζητεί να τον αποσπάση. Ξεύρω . .

(Ακούονται μακρόθεν τα τύμπανα κρατούντα πορείαν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις ανήλθεν εις το βάθος. Είνε Το σύνταγμα παναχωρεί

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Συρανό, κρατούσα τον Χριστιανόν τον οποίον ο Συρανό προσπαθεί ναποσπάση. Αλλοίμονον! σεσένα, Σε σέ τον εμπιστεύομαι, δος την υπόσχεσίν σου, Πως η ζωή του κίνδυνον κανένα δεν θα τρέξη.

ΣΥΡΑΝΟ Θα προσπαθήσω, μα καμμιάν υπόσχεσιν δεν δίδω

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως. Υπόσχου μου πως φρόνιμος θα είνε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Θα πασχίσω. Αλλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως. Και πως 'στήν τρομεράν αυτήν πολιορκίαν Δεν θα κρυολογή ποτέ . . .

ΣΥΡΑΝΟ Θα 'κάμω ό,τι 'μπορέσω Αλλά. . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως. Πώς θάνε και πιστός . . .

ΣΥΡΑΝΟ Α! ναι, αναμφιβόλως! Αλλά. . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως. Και πως συχνότατα επιστολάς θα γράφη!

ΣΥΡΑΝΟ, σταματών. Αυτό, σου το υπόσχομαι!

Α Υ Λ Α I Α

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ ΤΗΣ ΓΑΣΚΟΝΗΣ

Η θέσις, την οποίαν κατέχει ο λόχος του Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού εις την πολιορκίαν του Αράσου. Εις το βάθος, πρόχωμα διήκον δι' όλης της σκηνής. Πέραν εκείθεν φαίνεται ορίζων πεδιάδος: η χώρα κεκαλυμμένη υπό πολιορκητικών έργων. Τα τείχη του Αράσου και η σκιαγραφία των στεγών του επί του ουρανού, πολύ μακράν. — Σκηναί· όπλα διεσπαρμένα — τύμπανα κτλ. — Η ημέρα μέλλει νανατείλη. Ανατολή κιτρίνη. — Φρουροί αραιωμένοι. Πυρά. — Κεκαλυμμένοι εντός των μανδυών των, οι επίλεκτοι της Γασκόνης κοιμώνται. Ο Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού και ο Λεμπρέτ αγρυπνούν. Είνε κάτωχροι και κάτισχνοι. Ο Χριστιανός κοιμάται, μεταξύ των άλλων, εντός του μανδύου του εις το πρώτον επίπεδον, με την όψιν φωτιζομένην υπό του πυρός. Σιωπή.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ, ΛΕΜΠΡΕΤ, ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, έπειτα ΣΥΡΑΝΟ.

ΛΕΜΠΡΕΤ Φρικώδες!

ΚΑΡΜΠΟΝ Ναι. Τίποτε πεια.

ΛΕΜΠΡΕΤ Χίλιοι σταυροί!

ΚΑΡΜΠΟΝ, νεύων εις αυτόν να ομιλή σιγά. Βλαστήμα Σιγά! Θα τους ξυπνήσης.

(Εις τους επιλέκτους).

Σουτ! Να κοιμηθήτε!

(Εις τον Λεμπρέτ).

Τρώγει Όποιος κοιμάται!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αλλ' αυτοί που υποφέρουν όμως Απ' αγρυπνία, 'βρίσκουνε πως τούτο είν' ολίγο! Τι πείνα!

(Ακούονται μακρόθεν πυροβολισμοί).

ΚΑΡΜΠΟΝ Αυτές η τουφεκιές καταραμένες νάνε! Φοβούμαι μήπως τα παιδιά ξυπνήσουν!

(Εις τους επιλέκτους, οίτινες εγείρουν την κεφαλήν).

Κοιμηθήτε!

(Κατακλίνονται πάλιν. Νέοι πυροβολισμοί πλησιέστεροι).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ταρασσόμενος. Διάβολε! ακόμη;

ΚΑΡΜΠΟΝ Τίποτε δεν είνε! Επιστρέφει Ο Συρανό!

(Αι κεφαλαί, αίτινες είχον εγερθή κατακλίνονται πάλιν).

Ο ΣΚΟΠΟΣ, έξωθεν. Στο διάβολο! Τις ει;

Η ΦΩΝΗ του ΣΥΡΑΝΟ Ο Μπερζεράκ!

Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος. 'Στό διάβολο! Τις ει;

ΣΥΡΑΝΟ, εμφανιζόμενος επί της κορυφής. Εγώ ο Μπερζεράκ, βρε βλάκα!

(Καταβαίνει. Ο Λεμπρέτ πηγαίνει εις προϋπάντησίν του ανήσυχος).

ΛΕΜΠΡΕΤ Θεέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ, νεύων εις αυτόν να μην εξυπνήση κανένα. Σουτ!

ΛΕΜΠΡΕΤ Πληγώθηκες;

ΣΥΡΑΝΟ Κάθε πρωί, γνωρίζεις, Επήραν την συνήθειαν να μη μεπιτυχαίνουν!

ΛΕΜΠΡΕΤ Είνε σκληρόν, κάθε πρωί να ριψοκινδυνεύης Δι' ένα γράμμα! . .

ΣΥΡΑΝΟ, σταματών προ του Χριστιανού. Υπόσχεσιν της έδωκα να γράφη Συχνά!

(Τον παρατηρεί).

Κοιμάται. Είν' ωχρός. Αν 'γνώριζ' η καϋμένη Πως απ' την πείνα χάνεται . . . Μα πάντοτε ωραίος!

ΛΕΜΠΡΕΤ Πήγαινε ευθύς να κοιμηθής!

ΚΑΡΜΠΟΝ Λεμπρέτ, μη μου γκρινιάζης! . . Μάθε, πως διά να περνώ των Ισπανών τας θέσεις, Ευρήκα ένα μέρος που μεθούνε κάθε νύκτα.

ΛΕΜΠΡΕΤ Έπρεπε τρόφιμα καμμιάν ημέρα να μας φέρης,

ΣΥΡΑΝΟ Για να περάσης ελαφρός πρέπει να ήσαι! — Ξεύρω Πως θάνε απόψε κάτι τι καινούργιο. Ή θα φάνε Οι Γάλλοι ή θαποθάνουνε, — εάν η όρασίς μου Δεν μαπατά.

ΛΕΜΠΡΕΤ Ειπέτο μου!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι, γιατί δεν έχω Διόλου βεβαιότητα . . . θα 'δής! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ Τι καταισχύνη, Να είνε πολιορκητής κανείς και να πεθαίνη Από την πείνα!

ΛΕΜΠΡΕΤ Αλοίμονον! απ' την πολιορκίαν Πλέον περίπλοκον ποτέ δεν είδα του Αράσου: Πολιορκούμεν τ' Άρασον, — και μέσα σ' την δική μας Παγίδα μας πολιορκεί ο Ισπανός ινφάντης Και καρδινάλιος . . .

ΣΥΡΑΝΟ Κ' αυτός με την σειράν του Πρέπει να πολιορκηθή από κανέναν άλλον.

ΛΕΜΠΡΕΤ Δεν είνε να γελάς!

ΣΥΡΑΝΟ Χο! Χο!

ΛΕΜΠΡΕΤ Και όταν την ζωήν σου Σκέπτομαι, πως καθημερινώς εκθέτεις για να φέρης Επιστολήν εις την . . .

(Βλέπων, ότι διευθύνεται εις μίαν σκηνήν).

Πού πας;

ΣΥΡΑΝΟ Να γράψω μίαν άλλην.

(Εγείρει την οθόνην κεξαφανίζεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι ίδιοι εκτός του ΣΥΡΑΝΟ

Η ημέρα ανέτειλεν ολίγον. Ρόδιναι ανταύγειαι. Η πόλις του Αράσου χρυσίζεται εις τον ορίζοντα. Ακούεται κρότος τηλεβόλου, ακουλουθούμενος αμέσως υπό τυμπανοκρουσίας, πολύ μακράν, προς αριστεράν. Άλλα τύμπανα κρούονται πλησιέστερον. Αι τυμπανοκρουσίαι ανταποκρίνονται προς αλλήλας, και προσεγγίζουσαι εκρήγνυνται σχεδόν εν τη σκηνή, και απομακρύνονται προς δεξιάν, διατρέχουσαι το στρατόπεδον. Θόρυβος εξεγέρσεως. Φωναί μακρυναί αξιωματικών.

ΚΑΡΜΠΟΝ, με στεναγμόν. Η έγερσις! . . Αλοίμονον!

(Οι επίλεκτοι ταράσσονται εις τους μανδύας των, τανύονται).

Ω τροφοδότα ύπνε, Τελείωσες! . . Η πρώτη των κραυγή ποία θα είνε Ξεύρω! . .

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ανακαθήμενος. Πεινώ!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Πεθαίνω!

ΟΛΟΙ Ω!

ΚΑΡΜΠΟΝ Εγέρθητε!

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Ούτε βήμα!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Ούτ' ένα κίνημα!

Ο ΠΡΩΤΟΣ, κατοπτριζόμενος εις τεμάχιον θώρακος. Ωχράν έχω την γλώσσαν. Είνε Ταγέρι κακοχώνευτο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Για λίγο Τσέστερ δίνω Και το βαρωνικόν αυτό οικόσημόν μου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Εμένα, Αν δεν θελήσουν κάτι να δώσουν 'στήν κοιλιά μου, Διά να το κατεργασθή και το χυλοποιήση, Ως Αχιλλεύς θαποσυρθώ αμέσως 'στήν σκηνήν μου.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Αχ ναι! ψωμάκι!

ΚΑΡΜΠΟΝ, πηγαίνων εις την σκηνήν όπου εισήλθεν ο Συρανό. Συρανό!

ΑΛΛΟΙ Πεθαίνουμε!

ΚΑΡΜΠΟΝ, πάντοτε με ημίσειαν φωνήν εις την θύραν της σκηνής. Βοήθεια! Συ, που τους δίδεις πάντοτε αστείας απαντήσεις, Έλα να τους φαιδρύνης!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον πρώτον όστις μασσά κάτι. Τι μασσάς;

ΠΡΩΤΟΣ Απ' τα κανόνια Στουπί που τηγανίζουνε με ξύγκι, όπου βαίνουν Για των τροχών το άλειμμα. Στο Άρασον τριγύρω Κυνήγι δεν ευρίσκεται διόλου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, εισερχόμενος. Απ' το κυνήγι Έρχομ' εγώ!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, ωσαύτως. Εψάρεψα 'στό Σκάρπα!

ΟΛΟΙ, εγείρονται και ορμούν επί των δύο νεωστί αφιχθέντων. Τι; — Τι πράγμα Μας φέρετε; — Φασιανό; — Κυπρίνο; — Δείξατέ μας Ογρήγωρα, ογρήγωρα!

Ο ΨΑΡΑΣ Μία γόπα!

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ Ένα σπουργίτη!

ΟΛΟΙ, εκτός εαυτών. Ας επαναστατήσωμεν! — Δεν ειμπορούμεν πλέον!

ΚΑΡΜΠΟΝ Βοήθεια, Συρανό!

(Είνε πλέον ημέρα).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Οι ίδιοι, ΣΥΡΑΝΟ

ΣΥΡΑΝΟ, εξέρχεται της σκηνής του, ήσυχος, με μίαν γραφίδα εις το ους του, και έν βιβλίον εις την χείρα του. Πώς;

(Σιγή. Εις τον πρώτον επίλεκτον).

Συ, γιατί το πόδι σέρνεις;

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Κάτι 'στής φτέρνες μενοχλεί! . .

ΣΥΡΑΝΟ Τι πράγμα:

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Το στομάχι!

ΣΥΡΑΝΟ Κεγώ το ίδιο, διάβολε!

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Και σενοχλεί;

ΣΥΡΑΝΟ Διόλου, Με κάνει πειο 'ψηλό.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ Μακρυά έχω τα δόντια!

ΣΥΡΑΝΟ Τότε Θε να δαγκώνεις πειο βαθειά.

ΤΡΙΤΟΣ Μέσ' στη κοιλιά μου παίζει Ταμπούρλο!

ΣΥΡΑΝΟ Για την έφοδο.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Μούρχεται να χορέψω!

ΣΥΡΑΝΟ Ψέμματα: γιατί νηστικό αρκούδι δεν χορεύει!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Αχ! με το λάδι νάτρωγα κάτι!

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την περικεφαλαίαν, και δίδων αυτήν εις τας χείρας του! Κάμε σαλάτα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Σαν τι μπορούσε νάτρωγε κανείς;

ΣΥΡΑΝΟ, ρίπτων εις αυτόν το βιβλίον, που έχει εις χείρας του. Την Ιλιάδα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Εις το Παρίσι ο υπουργός τα γεύματά του κάμει Τα τέσσερα!

ΣΥΡΑΝΟ Μια πέρδικα έπρεπε να σου στείλη!

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, υψών τους ώμους. Πάντοτε πνεύμα, και σπαθιά!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι, και σπαθιά και πνεύμα! Και μίαν νύκτα θάθελα να πέσω ναποθάνω, Κάτω από ρόδινο ουρανό, με μίαν ευφυίαν Για μια καλήν υπόθεσιν! — Ω! πληγωμένος θέλω Από το ευγενέστερο των όπλων που υπάρχει, Κιαπό εχθρόν αντάξιον, στης δόξης τον λειμώνα, Μακρυά από κλίνη πυρετού, με μια σπαθιά 'στό στήθος Να πέσω, και 'στά χείλη μου με μίαν ευφυίαν!

ΚΡΑΥΓΗ ΟΛΩΝ Πεινώ!

ΣΥΡΑΝΟ, σταυρώνων τους βραχίονας. Μα πάντα 'στό φαγί θα είν' ο νους σας; Έλα, Συ, Βερτρανδού το πίφερο, παληέ βοσκέ, κοντά μας! Τράβα το ένα πίφερο απ' τη διπλή τη θήκη, Και παίξε 'στό σωρόν αυτό των φοβερών φαγάδων Ήχους του τόπου μας παληούς, με το γλυκό ρυθμό τους, Που μέσα κρύβουνε φωνές αγάπης μαγεμμένες, Αυτούς τους ήχους που αργά σαν τον καπνό πετούνε, Που το χωριό το πατρικό από της στέγες βγάζει, Ήχους, που μοιάζει η μουσική την μητρική μας γλώσσα! . .

(Ο γέρων κάθεται και προετοιμάζει τον οξύαυλόν του).

Για μια στιγμή ο μάχιμος ας θυμηθή αυλός σου, Που θλίβεται την σήμερον, εν ώ τα δάκτυλά σου 'Σάν να χορεύουν φαίνονται εις τον σωλήνα 'πάνω, Πως πριν να γίνη από έβενον ήτον από καλάμι. Ας τον 'ξαφνίση τάσμα του, και ας αναγνωρίση Μέσ' στο τραγούδι την ψυχήν της φιλειρηνικής του Κιαγροτικής νεότητος! . .

(Ο γέρων ανέρχεται παίζων ήχους της Λαγκεδόκης).

Ακούσετε, Γασκόνοι! . . Δεν είνε πεια το πίφερο τοξύ του στρατοπέδου, Είνε του δάσους ο αυλός κάτω απ' τα δάκτυλά του. Δεν είνε πεια στά 'χείλη του της μάχης η σφυρίχτρα, Είνε η σιγαλή κιαργή φλογέρα των βοσκών μας! . . Ακούστε! Είν' η λαγκαδιά, η ερημιά, το δάσος, Είν' ο βοσκός ο μελαψός, που κόκκινο 'χει σκούφο. Είν' η γλυκάδα η πράσινη το βράδυ 'στή Δορδόνη, Γασκόνοι, ακούστε: είνε εδώ η μάνα μας Γασκόνη!

(Όλων αι κεφαλαί κύπτουν, οι οφθαλμοί ρεμβάζουν — δάκρυα λαθραίως απομάσσονται διά της περιχειρίδος ή του άκρου ενός μανδύου).

ΚΑΡΜΠΟΝ προς τον Συρανό χαμηλοφώνως. Μα συ τους φέρνεις δάκρυα!

ΣΥΡΑΝΟ Της νοσταλγίας! . . Είνε Αρρώστια ευγενέστερη αυτή από την πείνα! . . Δεν είνε φυσική αυτή, αλλ' ηθική! Και είνε Για μένα προτιμότερο, που άλλαξαν τον πόνο, Διότι τώρα σφίγγεται μονάχα η καρδιά των!

ΚΑΡΜΠΟΝ Απ' την πολλή συγκίνησι θα τους εξασθενήσης!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ένευσεν εις τον τυμπανιστήν να πλησιάση. Ήσυχος μείνε! Οι ήρωες που κρύβουνε 'στό αίμα Ογρήγωρα ξυπνούν! Αρκεί . . .

(Κάμνει χειρονομίαν. Το τύμπανο κρούεται)

ΟΛΟΙ, εγειρόμενοι και ορμώντες εις τα όπλα των. Τι τρέχει; . . Τι συμβαίνει; . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών. Βλέπεις, αρκεί μία φορά το τύμπανο να παίξη, Και 'γειά σας όνειρα, καϋμοί, αγάπες, επαρχία . . . Ό,τι τους έφερε ο αυλός, το τύμπανο τα βγάζει!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, παρατηρών εις το βάθος. Α! Α! Ιδού ο κύριός μας έρχεται δε Γκύσης!

ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ψιθυρίζοντες. Χου . . . Χου . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών. Τι κολακευτικός ψίθυρος!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Μας σκοτίζει!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Με της νταντέλες του πλατειού κολλάρου του που βάζει Πάνω 'στήν πανοπλία του, έρχεται να μας κάνη Τον υπερήφανο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Ωσάν 'στό σίδερο επάνω Να βάζουνε τ' ασπρόρρουχα!

Ο ΠΡΩΤΟΣ Είνε καλά 'σάν έχη Σπυρί κανένας 'στό λαιμό!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ Είς αυλικός ακόμα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Ο ανεψιός του θείου του!

ΚΑΡΜΠΟΝ Μάνε κιαυτός Γασκόνος!

Ο ΠΡΩΤΟΣ Κίβδηλος! . . Μη πιστεύετε σαυτόν! Γιατ' οι Γασκόνοι Πρέπει να ήνε όλοι των τρελλοί. Και δεν υπάρχει Κίνδυνος μεγαλείτερος 'στόν κόσμο από Γασκόνον Φρόνιμον.

ΛΕΜΠΡΕΤ Είνε κίτρινος!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Πεινά! . . ωσάν επαίτης! Αλλ' επειδή χρυσά κουμπιά φορεί 'στό θώρακά του Ο πόνος του στομάχου του αστράφτει μέσ' 'στόν ήλιο

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς. Κ' εμείς ας μη φαινώμεθα πως πάσχομεν! Της πίπες, Τους κύβους σας και τα χαρτιά πάρτε! . .

(Όλοι ταχέως αρχίζουν να παίζουν επάνω εις τα τύμπανα, εις τα σκαμνιά και κατά γης, και επί των μανδυών των και ανάπτουν τας μακράς πίπας των)

Κεγώ μονάχος Διαβάζω τον Καρτέσιον.

(Περιπατεί επάνω και κάτω αναγινώσκων μικρόν βιβλίον το οποίον έσυρεν εκ του θυλακίου του. Εικών. Ο δε Γκύσης εισέρχεται. Όλοι απερροφημένοι, κευχαριστημένοι).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Οι ίδιοι, ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν. Α! — Καλή μέρα!

(Παρατηρεί ο είς τον άλλον. Κατ' ιδίαν ευχαριστημένος).

Είνε Πράσινος.

ΚΑΡΜΠΟΝ ωσαύτως. Δεν του μένουνε παρά τα μάτια μόνον.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών τους Γασκόνους. Να, η κακές η κεφαλές! . . Ναι, κύριοι, μανθάνω Από παντού, πως από σας πολλοί με περιπαίζουν Και ευγενείς επίλεκτοι, οι αρχοντοχωριάτες, Βαρώνοι περιγουρδινοί, περιφρονήσεις μόνον Για τον συνταγματάρχην των δεικνύουν. Ραδιούργον Με λέγουν κι' αυλοκόλακα, και τους κτυπά 'στά νεύρα Πως εις τον θώρακα φορώ της Γένοβας κολλάρο, — Και την οργήν των δείχνουνε πολλάκις μεταξύ των, Ότι μπορεί νάνε κανείς Γασκόνος, και δεν είνε Ζητιάνος!

(Σιωπή. Παίζουν. Καπνίζουν).

Πρέπει άρα γε διά του λοχαγού σας Να τιμωρήσω όλους σας; Δεν θέλω.

ΚΑΡΜΠΟΝ Άλλως τε είμαι ελεύθερος κεγώ ποινή καμμιά δεν επιβάλλω . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Α!

ΚΑΡΜΠΟΝ 'Πλήρωσα τον λόχον μου, και είνε ιδικός μου. Και μόνον εις διαταγάς πολέμου υπακούω.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Α! . . μα την πίστιν μου! Αρκεί.

(Αποτεινόμενος εις τους επιλέκτους).

Το θράσος το δικό σας Δύναμαι να περιφρονώ. Τον τρόπο μου γνωρίζουν Πως πέφτω μέσα 'στή φωτιά. Εχθές εις την Βαπώμην Με τι ανδρείαν είδατε, να οπισθοχωρήση Έκαμα εγώ τον κόμητα δε Μπυκουά. Επάνω Εις τους δικούς του έφερα ως χιονοστιβάδα Τους ιδικούς μου τρεις φοράς.

ΣΥΡΑΝΟ, χωρίς να εγείρη την μύτην του από το βιβλίον. Κη άσπρη σας ταινία;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κευχαριστημένος Την λεπτομέρειαν αυτήν γνωρίζετε; . . Τωόντι Συνέβη, εν ώ έστρεφα τον ίππον μου τριγύρω, Τους άνδρας μου 'στήν έφοδον την τρίτην για να φέρω, Μια των φυγάδων κίνησις 'στά πόδια των εχθρών μου Μεπέταξε. Εκινδύνευσα να με συλλάβουν τότε Και να με τουφεκίσουνε, όταν την ευφυίαν Είχα να λύσω παρευθύς και κατά γης ν' αφήσω Να κυλισθή η ταινία μου, πούλεγε τον βαθμόν μου· Εις τρόπον ώστ' 'μπόρεσα, χωρίς να προσελκύσω Την προσοχήν, τους Ισπανούς ναφήσω και να έλθω Και πάλιν εναντίον των, ενισχυμένον φέρων Το σώμα μου ολόκληρον, και τους κτυπήσω πάλιν. — Λοιπόν για το κατόρθωμα, τι λέγετε, αυτό μου;

(Οι επίλεκτοι δεν φαίνονται ακούοντες, αλλά τα παιγνιόχαρτα και τα δοχεία των κύβων μένουν εις τον αέρα, ο καπνός μένει εις το στόμα. Περιμένουν).

ΣΥΡΑΝΟ Πως ο Ερρίκος τέταρτος δεν ήθελε ποτέ του, Κ' αν τον εσύντριβε αριθμός πολύς, συγκατανεύσει, Να βγάλη το λοφίον του το άσπρον.

(Χαρά σιωπηλή. Τα παιγνιόχαρτα ρίχτονται. Οι κύβοι πίπτουν. Ο καπνός εκφεύγει).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Αλλ' εν τούτοις, Το τέχνασμα επέτυχε.

(Η αυτή προσδοκία κρατούσα εκκρεμή τα χαρτιά και τους κύβους).

ΣΥΡΑΝΟ Μπορεί, μα δεν αρνείται Και την τιμήν νάνε κανείς σκοποβολή,

(Χαρτιά, κύβοι, καπνός, ρίπτονται, 'πίπτουν, ίπτανται μετ' αυξούσης χαράς).

Αν ήμουν Παρών, οπόταν έπεσεν η άσπρη σας ταινία, — Η τόλμη και των δύο μας εις τούτο διαφέρει — Θα την εσήκων' απ' τη γη και θα την εφορούσα!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Ακούετε, μια έπαρσις γασκονική ακόμα!

ΣΥΡΑΝΟ Έπαρσις; . . Φέρτε την εδώ. Προσφέρομαι απόψε Να τήνε φέρω σταυρωτά 'στήν έφοδον ο πρώτος!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Κη προσφορά γασκονική ακόμα! Η ταινία Γνωρίζετε πως έμεινεν εις τον εχθρόν, 'του Σκάρπα Τας όχθας, όπου του εχθρού αι μυδραλιοβόλοι Την έχουν κάμει κόσκινον, — που δεν μπορεί κανένας Να πάη τώρα να την 'βρη!

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων εκ του θυλακίου του την λευκήν ταινίαν και τείνων αυτήν εις αυτόν. Να την.

(Σιωπή, Οι επίλεκτοι πνίγουν τους γέλωτας των εις τα χαρτία και εις τα δοχεία των κύβων. Ο δε Γκύσης στρέφεται, τους παρατηρεί· πάραυτα αναλαμβάνουν την σοβαρότητά των, το παιγνίδι των. Είς εξ αυτών συρίζει αδιαφόρως τον ορεινόν ήχον του οξυαύλου).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, λαμβάνων την ταινίαν. Ευχαριστώ σας. Με του υφάσματος αυτού το ανοικτό κομμάτι, Ένα σημείον ειμπορώ να κάμω — που ως τώρα Εδίσταζα.

(Πηγαίνει εις το πρόχωμα, αναρριχάται επ' αυτού και ταράσσει πολλάκις την ταινίαν εις τον αέρα).

ΟΛΟΙ Μπα! Τείν' αυτό;

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, άνω του προχώματος. Ο άνθρωπος εκείνος 'Κει κάτω φεύγει τρέχοντας! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κατερχόμενος πάλιν. Είν' ισπανός κατάσκοπος πλαστός, που μας παρέχει Υπηρεσίας ικανάς, αι δε πληροφορίαι Που μεταδίδει 'στόν εχθρόν, είν' όσαι εγώ του δίδω, Εις τρόπον ώστ' επιρροήν να έχωμεν 'μπορούμεν Επί των αποφάσεων αυτών.

ΣΥΡΑΝΟ Είνε αχρείος!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ δένων νωχελώς την ταινίαν του. Είν' άνετον. Ελέγαμεν; Α! . . μάθετε ακόμα Έν γεγονός. Την νύκτ' αυτήν διά να μας σιτίση, Επινοών έν τέχνασμα μεγάλον ο στρατάρχης, Προς την Δουρλένην έσπευσεν, όπου του βασιλέως Ευρίσκονται οι σιτισταί, και διά των σπαρμένων Αγρών θα ενωθή μαυτούς· αλλά για να γυρίση Εκείθεν ανενόχλητος, επήρε τόσους άνδρας, Ώστε βεβαίως ο εχθρός με πάσαν ευκολίαν Να μας προσβάλλη δύναται, αφού απουσιάζει Το ήμισυ της στρατιάς από του στρατοπέδου!

ΚΑΡΜΠΟΝ Βεβαίως αν οι Ισπανοί εγνώριζαν τα πράγμα, Θα ήτο σοβαρόν. Αλλά γνωρίζουσιν εκείνοι Την αναχώρησιν αυτήν;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Την ξεύρουνε και μέλλουν Να μας προσβάλλουν παρευθύς.

ΚΑΡΜΠΟΝ Α!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Ο κατάσκοπός μου Εκείνος ήλθεν ο πλαστός, να μου προαναγγείλη Την προσβολήν, κεπρόσθεσε: «Μπορώ να καθορίσω Την θέσιν της εφόδου των· ποιο είνε το σημείον Που θέλετε η έφοδος των Ισπανών να γίνη; Θα είπω πως εκ των μερών εκείνο που πειο λίγο Υπερασπίζεσθε είν' αυτό, και η προσπάθειά των Θέλει συγκεντρωθή εκεί:». Κεγώ του είπα τότε: «Έχει καλώς. Εξέλθετε από του στρατοπέδου, Κι' ακολουθείτε την γραμμήν διά των οφθαλμών σας, Κιόπου σας σημαδεύσω 'γώ θα είνε αυτό το μέρος!

ΚΑΡΜΠΟΝ, εις τους επιλέκτους. Ετοιμασθήτε, κύριοι!

(Όλοι εγείρονται, θόρυβος ξιφών και ζωστήρων),

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Θα γίν' εις μίαν ώραν.

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Α! . . Έχομεν τότε καιρόν!

(Όλοι επανακάθηνται. Επαναλαμβάνουν το διακοπέν παιγνίδιον).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν. Είνε ανάγκη όμως Τον χρόνον να κερδίσωμεν. Σ' ολίγον ο στρατάρχης θα επανέλθη.

ΚΑΡΜΠΟΝ Αλλά πώς κερδίζομεν τον χρόνον;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν. Την καλωσύνην θάχετε να φονευθήτε όλοι.

ΣΥΡΑΝΟ Α! να την η εκδίκησις!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Δεν θα υποστηρίξω Πως θα εξέλεγον εσάς και όλους τους δικούς σας Εάν σας αγαπούσα, αλλά, διότι δεν συγκρίνω Με την ανδρείαν σας καμμιάν, υπηρετών συγχρόνως Τον άνακτα, υπηρετώ και το δικό μου μίσος.

ΣΥΡΑΝΟ Καταδεχθήτε, κύριε, ευγνώμων να σας είμαι.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Γνωρίζω, ένας μεκατόν να μάχεσθε ποθείτε: Δι' εργασίας έλλειψιν δεν θα παραπονείσθε.

(Αναβαίνει με τον Καρμπόν).

ΣΥΡΑΝΟ Πρόκειται 'στό οικόσημον, ω φίλοι, της Γασκόνης, Πέχει γαλόνια έξ χρυσά και κυανά, κέν άλλο Να προστεθή αιματηρόν, που έλειπεν ως τώρα!

(Ο δε Γκύσης ομιλεί χαμηλοφώνως μετά του Καρμπόν, εις το βάθος. Δίδονται διαταγαί. Η αντίστασις προετοιμάζεται. Ο Συρανό πηγαίνει προς τον Χριστιανόν, όστις έμεινεν ακίνητος, με τους βραχίονας εσταυρωμένους).

ΣΥΡΑΝΟ, θέτων την χείρα του επί των ώμων. Χριστιανέ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κινών την κεφαλήν. Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ Φευ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Θα ήθελα να βάλω Τον υστερνό χαιρετισμό σένα ωραίο γράμμα! . .

ΣΥΡΑΝΟ Υπώπτευα πως σήμερα το πράγμα θα τελειώση.

(Σύρει έν γραμμάτιον εκ του εσωκαρδίου του).

Κεκ μέρους σου την χαιρετώ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Δείξε μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ Θέλεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Θέλω

(Ανοίγει, αναγινώσκει και σταματά).

Μπα!

ΣΥΡΑΝΟ Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Το στίγμα το μικρόν αυτό; . .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την επιστολήν ζωηρώς και παρατηρεί με ύφος αφελές. Το στίγμα; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Έν δάκρυ!

ΣΥΡΑΝΟ Ναι . . . ο ποιητής τον ρόλον του συγχίζει, Έχει κιαυτό την χάριν του! . . Το γράμμα τούτο ήτο — Γεμάτο από συγκίνησιν κεδάκρυσα ο ίδιος Γράφων αυτό.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εδάκρυσες;

ΣΥΡΑΝΟ Ναι . . . γιατί . . . ναποθάνη Κανείς δεν είνε τρομερόν . . . αλλά . . . να μην την ίδη Πάλιν κανείς ποτέ . . . ιδού το φοβερό! . . διότι Εγώ δεν την . . .

(Ο Χριστιανός τον παρατηρεί).

Εμείς δεν την . . .

(Ζωηρώς).

Εσύ δεν την . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αποσπών την επιστολήν. Το γράμμα Δος μου αυτό!

(Ακούεται θόρυβος μακράν εις το στρατόπεδον).

Η ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΥ Στο διάβολο! Τις ει;

(Πυροβολισμοί. Θόρυβος φωνών. Κωδωνίσκοι).

ΚΑΡΜΠΟΝ Είνε;

Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος. Έν αμάξι!

(Ορμούν διά να ίδουν).

ΚΡΑΥΓΑΙ Τι! μέσα 'στό στρατόπεδον; — Εισέρχεται! Πως φθάνει Φαίνεται από τον εχθρόν! — Διάβολε! Ρίχτε! — Όχι! Ο αμαξάς εφώναξε! — Τι; — Φωνάζει: υπηρεσία! Του Βασιλέως!

(Όλοι ευρίσκονται επί του προχώματος και παρατηρούν έξω. Οι κωδωνίσκοι πλησιάζουν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τα παρασκήνια. Τείπατε; Του Βασιλέως!

(Κατεβαίνουν όλοι. Τίθενται εις γραμμήν).

ΚΑΡΜΠΟΝ Όλοι Βγάλετε τα καπέλλα σας!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Του Βασιλέως! — Όχλε Ουτιδανέ, εις την γραμμήν διά να ειμπορέση Να κάμη την καμπύλην του μετά πομπής!

(Η άμαξα εισέρχεται μετά μεγάλου τριποδισμού. Είνε κεκαλυμμένη από λάσπην και κονιορτόν. Τα παραπετάσματα έχουν αποσυρθή. Δύο θεράποντες όπισθεν. Σταματά).

ΚΑΡΜΠΟΝ, κραυγάζων. Κτυπάτε Τα τύμπανα!

(Τυμπανοκρουσία. Όλοι οι επίλεκτοι αποκαλύπτονται).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Τανάβαθρον ας κατεβή αμέσως!

(Δύο άνδρες ορμούν. Η θύρα της αμάξης ανοίγεται).

ΡΟΞΑΝΗ, πηδώσα εκ της αμάξης. Καλήν ημέραν σας!

(Ο ήχος της γυναικείας φωνής κάμει να εγερθή διά μιας όλος αυτός ο κόσμος, όστις έκλινε βαθέως. Κατάπληξις).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Εσείς για την υπηρεσίαν Του Βασιλέως!

ΡΟΞΑΝΗ Βέβαια, του μόνου βασιλέως Του αληθούς, του Έρωτος!

ΣΥΡΑΝΟ Α! Ύψιστε Θεέ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ορμών. Συ; Διατί;

ΡΟΞΑΝΗ Ήτο μακρά αυτή η πολιορκία.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Γιατί; . .

ΡΟΞΑΝΗ Θα σου ειπώ!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις εις τον ήχον της φωνής της έμεινε καρφωμένος, ακίνητος, χωρίς να τολμά να στρέψη τους οφθαλμούς προς αυτήν. Θεέ! Να την κυττάξω;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Δεν δύνασθε να μείνετε εδώ!

ΡΟΞΑΝΗ, φαιδρώς. Ω! ναι, θα μείνω! Μου δίδετ' ένα τύμπανο;

(Κάθηται επάνω εις ένα τύμπανον).

Ευχαριστώ!

(Γελά).

Επάνω Σταμάξι μου ετουφέκισε . . .

(Υπερηφάνως).

Περίπολος! Ομοιάζει Πως έχει κατασκευασθή από 'να κολοκύθι. Ψέμματα; Όπως βλέπουμε μέσα 'στό παραμύθι, Και οι θεράποντες από ποντίκια.

(Στέλλουσα ένα φίλημα εις τον Χριστιανόν).

Καλημέρα!

(Παρατηρούσα όλους).

Δεν φαίνεσθε φαιδροί! — Μακράν, γνωρίζετε, πως είνε Το Άρασον!

(Παρατηρούσα τον Συρανό).

Εξάδελφε, χαίρω πολύ!

ΣΥΡΑΝΟ, προχωρών. Μα, πες μου Πώς; . .

ΡΟΞΑΝΗ Πώς ευρήκα τον στρατόν; ω φίλε μου, Θεέ μου, Απλούστατον: εβάδισα ως που την χώραν είδα Κατεστραμμένην. Αχ! αυτήν την φρίκην να την ίδω, Για να πιστεύσω, έπρεπε! Α! κύριοι μου, αν είνε Αυτή του Βασιλέως σας υπηρεσία, τότε Την ιδικήν μου προτιμώ καλλίτερα.

ΣΥΡΑΝΟ Τι τρέλλα! Πώς διάβολο επέρασες;

ΡΟΞΑΝΗ Πώς; Αλλά διά μέσου Των Ισπανών!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Τι πονηραίς που σούνε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Τας γραμμάς των Πώς τας 'περάσατε;

ΛΕΜΠΡΕΤ Αυτό θα είχε δυσκολίας Πολλάς! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όχι πάρα πολλάς. Απλούστατα διήλθον Ταχέως με ταμάξι μου. Αν ιδαλγός κανένας Έδειχνε την αγέρωχον μορφήν του, το πειο ωραίο Χαμόγελο του έδειχνα 'στά χείλη μου αμέσως. Και επειδή αυτοί — ας μη κακοφανή των Γάλλων — Είνε ιπποτικώτεροι του κόσμου ευπατρίδαι, Επέρασα!

ΚΑΡΜΠΟΝ Ναι, βέβαια, το χαμογέλοιο τούτο Είνε διαβατήριον! Αλλ' όμως θα σας είπαν Πολλάκις, πού πηγαίνετε, κυρία;

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, πολλάκις. Και τους απήντων: «Να ιδώ τον εραστήν μου». Τότε Κι' ο πλέον άγριος Ισπανός, την θύραν της αμάξης Έκλεινε πάλιν σοβαρώς και με χειρονομίαν Που θα φθονούσε ο βασιληάς, σηκώνων το τουφέκι Πούχε στραμμένο 'πάνω μου, γεμάτος από χάριν Συγχρόνως και απάθειαν, με το καπέλλο πάνω Για νανεμίζη το φτερό, μου έλεγε με μίαν Υπόκλισιν: «Περάσατε, σενιόρα!»

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα, Ροξάνη . . .

ΡΟΞΑΝΗ Έλεγα: εραστήν μου, ναι . . . συγχώρησέ με, φίλε, Αλλ' εννοείς, αν έλεγα: τον σύζυγόν μου, τότε Κανένας δεν θα μάφινε να διαβώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα . . .

ΡΟΞΑΝΗ Τι έχεις;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Οφείλετε να φύγετε!

ΡΟΞΑΝΗ Εγώ;

ΣΥΡΑΝΟ Πολύ ταχέως!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι, πρέπει!

ΡΟΞΑΝΗ Μα, γιατί . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, στενοχωρούμενος. Γιατί . . . εντός ολίγου . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως. Εις τρία Τέταρτα . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ωσαύτως. . . . είτε τέσσαρα! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, ωσαύτως. Καλλίτερον θα ήτο . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Γιατ' ίσως ημπορούσατε . . .

ΡΟΞΑΝΗ Μένω. Θα πολεμήστε.

ΟΛΟΙ Ω! όχι!

ΡΟΞΑΝΗ Είνε άνδρας μου!

(Ρίπτεται εις τους βραχίονας του Χριστιανού).

Μαζύ σου ας με φονεύσουν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά τι μάτια είν' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ Θα σου ειπώ τον λόγον.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, άπελπις, Η θέσις είνε τρομερά!

ΡΟΞΑΝΗ, στρεφομένη. Πώς; Τρομερά!

ΣΥΡΑΝΟ Εκείνος Επίτηδες μας έβαλε 'σαυτήν!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον δε Γκύσην. Α! λοιπόν χήραν Με 'θέλατε;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Σορκίζομαι! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όχι! παράφρων τώρα Είμαι! . . Και δεν θα φύγω πεια! . . Άλλως τε τούτο είνε Διασκεδαστικόν πολύ.

ΣΥΡΑΝΟ Πώς; Η κομψευομένη Ήτο λοιπόν μια ηρωίς;

ΡΟΞΑΝΗ Κύριε Μπερζεράκ. Είμ' εξαδέλφη σας!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Καλώς θα σ' υπερασπισθώμεν!

ΡΟΞΑΝΗ, θερμαινομένη επί μάλλον και μάλλον. Ω! Το πιστεύω, φίλοι μου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, μετά μέθης. Με ίριδα ευωδιάζει Όλον μας το στρατόπεδον!

ΡΟΞΑΝΗ Και ακριβώς καπέλλο Διά την μάχην έβαλα . . .

(Παρατηρούσα τον δε Γκύσην).

Αλλά καιρός ο κόμης Ίσως ναπέλθη. Πιθανόν ναρχίσουν.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Τούτο είνε Πάρα πολύ! Επίσκεψιν θα κάμω στα κανόνια Και θα γυρίσω. Έχετε καιρόν ακόμη, ιδέαν Να μεταβάλετε.

ΡΟΞΑΝΗ Ποτέ!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Οι ίδιοι, εκτός του ΔΕ ΓΚΥΣΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ικετεύων. Ροξάνη! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όχι!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους. Μένει!

ΟΛΟΙ, ορμώντες, συνωστιζόμενοι, ωθούμενοι. Χτένι! — Σαπούνι! — Ετρύπησε το ρούχο μου! Βελόνη Δότε μου! — Τον καθρέφτη σου! — Μια ταινία δος μου! — Του μουστακιού το σίδερο! — Ένα ξυράφι!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Συρανό, όστις την ικετεύει. Όχι! Από την θέσι μου αυτήν δεν με κινεί κανένας!

ΚΑΡΜΠΟΝ, αφού, ως οι άλλοι, εξεσκονίσθη, εξεσκόνισε τον πίλον του, ανώρθωσε το πτερόν του, και έσυρε τας περιχειρίδας του, προχωρεί προς την Ροξάνην και επισήμως: Θα ήρμοζε, κυρία μου, να σας παρουσιάσω, Αφού είν' έτσι, μερικούς εκ των κυρίων τούτων, Που την τιμήν θα λάβωσιν υπό τα βλέμματά σας Να φονευθούν.

(Η Ροξάνη υποκλίνεται, και παραμένει, ορθία επί του βραχίονος του Χριστιανού. Ο Καρμπόν παρουσιάζει).

Δε Περεσκού δε Κολινιάκ, βαρώνος.

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, χαιρετίζων. Κυρία μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, εξακολουθών. Δε Καστεράκ δε Καϋζάκ, βαρώνος — Δε Μάλγουρ Εστρεσσάκ Λεσμπά δ' Εσκαραμπιό, Βιδάμης — Ιππότης δ' Αντινιάκ — Ζυζέ. — Ο δε Χιλλό, Βαρώνος Δε Σαλεσάν Βλανιάκ Καστέλ Κραμπιούλ . . .

ΡΟΞΑΝΗ Αλλά καθείς σας Πόσα ονόματα έχετε;

ΒΑΡΩΝΟΣ ΧΙΛΛΟ Πλήθος! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ Το χέρι ανοίξτε Που το μανδύλι σας κρατεί.

ΡΟΞΑΝΗ, ανοίγει την χείρα, και πίπτει το μανδύλιόν της . . Γιατί;

(Όλος ο λόχος κάμει κίνημα, όπως ορμήση και το λάβη).

ΚΑΡΜΠΟΝ, λαμβάνων αυτό ζωηρώς. Χωρίς σημαίαν Ήταν ο λόχος μου! Αλλά ορκίζομαι πως θάνε Η πλέον ωραιότερη του στρατοπέδου όλου, Που θανεμίζη επάνω μας!

ΡΟΞΑΝΗ, μειδιώσα. Είνε μικρόν ολίγον.

ΚΑΡΜΠΟΝ, δένων το μανδύλιον εις την κορυφήν της λόγχης του. Μάχει νταντέλες γύρω του!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους. Χωρίς καμμίαν θλίψιν Θαπέθνησκον, αφού αυτό το αγγελούδι βλέπω, Ένα καρύδι μοναχό αν είχα 'στήν κοιλιά μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, όστις τον ήκουσε αγανακτών. Ντροπή! να λες για φαγητόν, όταν μία γυναίκα Επέραστος . . .

ΡΟΞΑΝΗ Πλην ζωηρόν του στρατοπέδου είνε Ταγέρι και μου άνοιξεν η όρεξις: παστίτσα Κρύα, ζεστά, κρασιά λεπτά: — να, ο κατάλογός μου! Θέλετε να μου φέρετε αυτά;

(Κατάπληξις).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Αλλά, Θεέ μου, Πού να τα βρούμε όλ' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ, ησύχως. Στο ιδικό μου αμάξι.

ΟΛΟΙ Μπα! . .

ΡΟΞΑΝΗ Όμως πρέπει να κοπούν, να ξεκοκκαλιασθούνε! Κύριοι, δέτε πειο κοντά λοιπόν τον αμαξά μου, Κέν άνθρωπον πολύτιμον θαναγνωρίστε. Κάθε Σάλτσα θα ξαναζεσταθή ευθύς, αν αγαπάτε!

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ορμώντες εις την άμαξαν. Ο Ραγκενώ!

(Επευφημίαι).

Ω! Ω!

ΡΟΞΑΝΗ Πτωχά παιδιά!

ΣΥΡΑΝΟ, ασπαζόμενος την χείρα της. Καλή νεράιδα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, όρθιος επί της έδρας του ως αγύρτης εν δημοσία πλατεία. Κύριοι! . .

(Ενθουσιασμός)

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ Ζήτω! Ζήτω του του Ραγκενώ!

ΡΑΓΚΕΝΩ Δεν είδαν Οι Ισπανοί, σαν πέρναγαν τα κάλλη της, το γεύμα!

(Χειροκροτήματα).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν. Χουμ! Χουμ! Χριστιανέ!

ΡΑΓΚΕΝΩ Απ' την πολλή γ α λ α ν τ ε ρ ί α Τοσούτον αφηρέθησαν, ώστε δεν είδαν διόλου . . .

(Εξάγει εκ του εδωλίου του έν φαγητόν το οποίον εγείρει).

Τ η γ α λ α ν τ ί ν α! . .

(Χειροκροτήματα. Η γαλαντίνα διέρχεται από χείρας εις χείρας).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν. Παρακαλώ, μονάχα μία λέξι! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ Κη Αφροδίτη εμάγευσε τους οφθαλμούς των τόσον, Ώστε κρυφά η Άρτεμις περνά . . .

(Σείων ένα μηρόν).

Ένα ζαρκάδι!

(Ενθουσιασμός. Ο μηρός ανηρπάγη υπό είκοσι χειρών τεταμένων).

ΣΥΡΑΝΟ, χαμηλοφώνως εις τον Χριστιανόν. Να σου μιλήσω ήθελα!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τους επιλέκτους, οίτινες κατέρχονται με τους βραχίονας, φορτωμένους με τρόφιμα. Στην γην αυτό αφήστε!

(Θέτει το τραπεζομάνδυλον επί της χλόης, βοηθουμένη υπό δύο θεραπόντων αταράχων, οίτινες ήσαν όπισθεν της αμάξης).

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Χριστιανόν, καθ' ην στιγμήν ο Συρανό έμελλε να τον σύρη κατά μέρος. Γίνου ωφέλιμος και συ!

(Ο Χριστιανός έρχεται να την βοηθήση. Κίνημα ανησυχίας του Συρανού).

ΡΑΓΚΕΝΩ Παγώνι με της τρούφες!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, υπερχαρής, κατερχόμενος αφού έκοψε μίαν πλατείαν φέταν χοιρομηρίου. Διάβολε, δεν θα παίξουμε 'στό τέλος την ζωή μας Με δίχως περιδρόμιασμα . . .

(Βλέπων την Ροξάνην, διορθούται).

Συγγνώμην! φαγοπότι!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών τα προσκεφάλαια της αμάξης. Γεμάτα τα προσκέφαλα με συκαλίδες είνε!

(Θόρυβος. Σχίζουν τα προσκεφάλαια. Γέλωτες. Χαρά).

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Θαύμα Θαυμάτων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών φιάλας οίνου ερυθρού. Πάρτε μποτίλιες με ρουμπίνια! . .

(Οίνου λευκού).

Μποτίλιες με τοπάζια!

ΡΟΞΑΝΗ. ρίπτουσα έν τραπεζομάνδυλον κατά πρόσωπον του Συρανό. Ε! χοπ! κινήσου λίγο Και το τραπεζομάνδυλο αυτό ξεδίπλωσέ το! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, σείων ένα φανόν, τον οποίον απέσπασε. Κάθε φανάρι είνε μικρά φαγητοθήκη!

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν, ενώ θέτουν το τραπεζομάνδυλον μαζύ. Πρέπει Πριν της μιλήσης να σου πω!

ΡΑΓΚΕΝΩ, επί μάλλον και μάλλον λυρικός. Της Άρλης σαλτσισότο Της μάστιγός μου είν' η λαβή!

ΡΟΞΑΝΗ Αφού επιθυμούνε Να μας φονεύσουν, διάβολε, λοιπόν περιφρονούμεν Το άλλο στράτευμα κεμείς! — Το παν για τους Γασκάνους! Κιάν έλθη ο δε Γκύσης μη τον προσκαλή κανένας!

(Πηγαίνει από του ενός εις τον άλλον)

Έχετε όλον τον καιρόν! — Μη τρώγετε με βία! — Πίνετε λίγο! — Διατί δακρύζετε;

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Αχ! είνε Πάρα πολύ καλόν! . .

ΡΟΞΑΝΗ Σιωπή! — θέλετε άσπρο ή μαύρο; Ψωμί διά τον κύριον Καρμπόν! — Ένα μαχαίρι! — Το πιάτο σας! — Λίγο ψωμί ακόμη; — Μια σαμπάνια; Μία φτερούγα θέλετε ακόμη; —

ΣΥΡΑΝΟ, όστις την ακολουθεί φορτωμένος υπό φαγητών, βοηθών αυτήν εις το να προσφέρη. Την λατρεύω!

ΡΟΞΑΝΗ, πηγαίνουσα προς τον Χριστιανόν. Συ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τίποτε.

ΡΟΞΑΝΗ Αδύνατον! Αυτό το παξιμάδι Μέσ' σε μοσχάτο! . . μοναχά δυο δάκτυλα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, δοκιμάζων να την σταματήση. Ω! πες μου Γιατ' ήλθες;

ΡΟΞΑΝΗ Εις τους δυστυχείς αυτούς τον εαυτόν μου Οφείλω . . . Σουτ! Πειό έπειτα . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, όστις είχεν ανέλθει εις το βάθος διά να προσφέρη, εις το άκρον μιας λόγχης ένα άρτον εις τον σκοπόν του προχώματος. Έρχεται ο δε Γκύσης!

ΣΥΡΑΝΟ Κρύψετε πιάτα γρήγωρα, μποτίλιες και καλάθια! Χοπ! Τίποτ' ας μη δείξουμε! . .

(Εις τον Ραγκενώ)

Εσύ 'στό κάθισμά σου Ανέβα μένα πήδημα! — Τα κρύψατε; . .

(Εν ριπή οφθαλμού το παν ετέθη υπό τας σκηνάς ή εκρύβη υπό τα ενδύματα, υπό τους μανδύας, εις τους πίλους. Ο δε Γκύσης εισέρχεται ζωηρώς, — και σταματά, αίφνης, οσφραινόμενος. — Σιγή).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

Οι ίδιοι, ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Ωραία Μυρίζει.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, άδων με ύφος αφελές. Τρα λα λα! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών αυτόν. Εσείς, τι έχετε; . . Την όψιν, Έχετε κατακόκκινη! . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Εγώ; . . Είνε το αίμα. Κινείται για τον πόλεμο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ Πουμ . . . πουμ . . . πουμ . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, στρεφόμενος. Τείνε τούτο;

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ελαφρώς μεθυσμένος. Ένα τραγούδι. Τίποτε! Ένα μικρό . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Παιδί μου, Βλέπω, είσ' εύθυμος!

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Γιατί ο κίνδυνος ζυγώνει!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, καλών τον Καρμπόν διά να τω δώση διαταγήν. Επεθύμουν Κύριε λοχαγέ, να . . .

(Σταματά βλέπων αυτόν).

Πώς! Και σεις ωραίαν όψιν!

ΚΑΡΜΠΟΝ, αμηχανών, και κρύπτων μίαν φιάλην όπισθεν των νώτων του μετά χειρονομίας υπεκφυγής. Ω!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μέχει μείνει μοναχά ένα κανόνι τώρα, Που είπα να το φέρουνε . . .

(Δεικνύει έν μέρος εις τα παρασκήνια).

Εκεί μέσ' τη γωνία, Κοι άνδρες σας Θα δυνηθούν να κάμουν χρήσιν τούτου,

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ακκιζόμενος. Χαριτωμένη πρόνοια!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, μειδιών αυτώ επιχαρίτως. Μέριμνα γλυκυτάτη!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Μπα! Μήπως ετρελλάθησαν! —

(Ξηρώς).

Μη έχοντες την έξιν Του κανονιού, προσέχετε μην οπισθοδρομήση.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Α! πφτ!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, πηγαίνων προς αυτόν μανιώδης. Αλλά εσείς! . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Ποτέ κανόνι των Γασκόνων Δεν οπισθοδρομεί!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, λαμβάνων αυτόν από του βραχίονος και σείων αυτόν. Αλλά σεις είσθε μεθυσμένος! . . Από τι πράγμα; . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, υπερήφανος. Απ' την οσμή του μπαρουτιού!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, υψών τους ώμους, τον απωθεί και πηγαίνει ζωηρώς προς την Ροξάνην. Κυρία, Ποίαν λοιπόν απόφασιν ελάβατε;

ΡΟΞΑΝΗ Θα μείνω!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Φύγετε!

ΡΟΞΑΝΗ Όχι!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Αι! αφού το πράγμα έχει ούτως, Ένα τουφέκι δότε μου!

ΡΟΞΑΝΗ Πώς;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Κεγώ μένω.

ΣΥΡΑΝΟ Τέλος! Ιδού ανδρεία αληθινή, κύριε!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Μήπως είσθε Μ' όλες της νταντέλες σας Γασκόνος;

ΡΟΞΑΝΗ Τι! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Γυναίκα Εις κίνδυνον δεν ειμπορώ ναφήσω.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τον πρώτον. Δεν νομίζεις, Πώς ειμπορούμεν κεις αυτόν να δώσωμεν να φάγη;

(Όλα τα τρόφιμα αναφαίνονται πάλιν ως διά μαγείας).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, του οποίου οι οφθαλμοί αστράπτουν. Τροφάς;

ΕΙΣ ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ Απ' όλες της μεριές φυτρώνουν!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κυριεύων εαυτόν, μεθ' υπερηφανείας. Μη θαρρείτε, Πως από ταποφάγια σας θα φάγω 'γώ;

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων. Προόδους Εκάματε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ Θα κτυπηθώ νήστης!

ΚΑΡΜΠΟΝ, όστις είχεν από τίνος εξαφανισθή όπισθεν του προχώματος, αναφαίνεται επί της κορυφής. Τους λογχοφόρους Εις την γραμμήν τους έβαλα. Είν' αποφασισμένοι!

(Δεικνύει μίαν γραμμήν λογχών, ήτις υπερβαίνει την κορυφήν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, προς την Ροξάνην υποκλινόμενος. Για την επιθεώρησιν αυτών επιθυμείτε Την χείρα μου να λάβετε;

(Αύτη την λαμβάνει, ανέρχονται προς το πρόχωμα. Όλοι αποκαλύπτονται και τους ακολουθούν).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, πηγαίνει προς τον Συρανό ζωηρώς. Ογρήγορα ομίλει!

(Καθ' ην στιγμήν η Ροξάνη φαίνεται επί της κορυφής, αι λόγχαι εξαφανίζονται, χαμηλώνουσαι διά τον χαιρετισμόν, μία κραυγή εγείρεται: αύτη υποκλίνεται).

ΟΙ ΛΟΓΧΟΦΟΡΟΙ, έξωθεν. Ζήτω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Το μυστικό αυτό ποιο ήτο;

ΣΥΡΑΝΟ Αν η Ροξάνη . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ Περί επιστολών σου έλεγε; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι, ξεύρω . . .

ΣΥΡΑΝΟ Μη κάνης πως εκπλήττεσαι . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ Πρέπει να μάθης . . . Θεέ μου, είν' απλούστατον και το θυμάμαι τώρα Όπου την βλέπω. Της . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοιπόν λέγε!

ΣΥΡΑΝΟ Της . . . έχεις γράψει Συχνότερα όσον θαρρείς

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μπα!

ΣΥΡΑΝΟ Μη θαυμάζης! Είχα Την εντολήν την φλόγα σου να της διερμηνεύω! Έγραφα κάποτε χωρίς να σου το 'πώ: της γράφω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α!

ΣΥΡΑΝΟ Είν' απλούστατον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλά πώς κατορθώνεις, ώστε Μεθ' όλον τον αποκλεισμόν να μη σε . . .

ΣΥΡΑΝΟ Ω . . . πριν φέξη Μπορούσα να περνώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, σταυρώνων τους βραχίονας. Κιαυτό είνε απλούν ακόμα; Και πόσες έγραψες φορές την εβδομάδα; . . . Δύο; — Τρεις; Τέσσερες; —

ΣΥΡΑΝΟ Ω πειο πολλές φορές.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κάθε ημέραν;

ΣΥΡΑΝΟ Ναι κάθε ημέρα . . . δυο φορές.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, βιαίως Και τούτο σεμεθούσεν, Κήτο τοιαύτ' η μέθη σου που ακόμη αψηφούσες Τον θάνατον; . .

ΣΥΡΑΝΟ, βλέπων την Ροξάνην επανερχομένην. Σιώπησε! Όχι εμπρός της!

(Εισέρχεται ζωηρώς εις την σκηνήν του).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

ΡΟΞΑΝΗ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εις το βάθος, πηγαίνουν και έρχονται οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΚΑΡΜΠΟΝ και ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ δίδουν διαταγάς.

ΡΟΞΑΝΗ, τρέχουσα προς τον Χριστιανόν. Τώρα, Χριστιανέ! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ λαμβάνων τας χείρας της. Πες μου γιατί μέσ' απ' αυτούς τους δρόμους Τους τρομερούς, πες μου γιατί, μέσ' απ' αυτάς τας τάξεις, Των παλαιών στρατιωτών ήλθες εδώ να μεύρης;

ΡΟΞΑΝΗ Ένεκα των επιστολών!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τι λέγεις;

ΡΟΞΑΝΗ Είνε σφάλμα Δικόν σου, αν διέτρεξα εγώ τόσους κινδύνους. Τα γράμματά σου φίλε μου μεμέθυσαν! Α! σκέψου, Πόσας εντός ενός μηνός μου έγραψες, κη μία Ωραιοτέρα πάντοτε της άλλης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πώς! για λίγες Ερωτικές επιστολές! . .

ΡΟΞΑΝΗ Σιώπα! συ δεν ξεύρεις! Θεέ μου, ναι, σελάτρευα, αλήθεια, από 'να βράδυ, Που με φωνήν αγνώριστην ως τότε, από κάτω Από το παραθύρι μου, αρχίνισε η ψυχή σου Ναποκαλύπτεται σεμέ . . . Λοιπόν! τα γράμματά σου, Από 'να μήνα μοιάζουνε, βλέπεις, ωσάν νακούω Την τόσο τρυφεράν φωνήν εκείνης της εσπέρας! Και σφάλμα σου, αν έρχομαι. Κ' η Πηνελόπη ακόμη Η φρόνιμη δεν θάμενε 'στό σπίτι να κεντήση, Αν έγραφεν ο Οδυσσεύς καθώς εσύ ωραία, Μα θάτρεχε να τον ευρή, τρελλή ως η Ελένη, Και όλα της τα μάλλινα κουβάρια θα πετούσε . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Μα . . .

ΡΟΞΑΝΗ 'Διάβαζα χίλιες φορές και μέπιανε λαχτάρα, Ήμουν δική σου. Απ' τα μικρά εκείνα φύλλα ήσαν Καθένα ωσάν πέταλο παπ' τη ψυχή σου επέτα. Στων φλογερών επιστολών αυτών την κάθε λέξι Νοιώθει κανείς την δυνατή κειλικρινή αγάπην.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Α! δυνατή κειλικρινής; Νοιώθεις αυτό, Ροξάνη;

ΡΟΞΑΝΗ Ω! Αν το νοιώθω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Κέρχεσαι; . .

ΡΟΞΑΝΗ Έρχομαι, (ω Χριστιανέ μου, Ω κύριέ μου, αν έπεφτα 'στά γόνατα μου εμπρός σου, Θε να μεσήκωνες ευθύς, λοιπόν γονατισμένη Εμπρός σου βαίνω την ψυχή, και δεν θα ημπορέσης Να την σηκώσης πεια ποτέ!) έρχομαι να ζητήσω Συγγνώμην, (κείνε η στιγμή συγγνώμην να ζητήσω Διότι ναποθάνομεν μπορούμεν!) γιατί πρώτα Σου έκαμα την προσβολήν, 'στήν ελαφρότητά μου, Να σ' αγαπήσω μοναχά διά την ωμορφιά σου.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετά τρόμου. Ροξάνη, αχ!

ΡΟΞΑΝΗ Κι' αργότερα, χωρίς να είμαι τόσον Ματαία — καθώς το πουλί που πριν να φτερουγίση, Πηδά — τόσον το κάλλος σου μέδενε, κη ψυχή σου Μέσερνε, που και για τα δυο συγχρόνως σαγαπούσα.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Και τώρα;

ΡΟΞΑΝΗ Συ ο ίδιος νικάς τον εαυτόν σου! Και τώρα πλέον σαγαπώ για την ψυχήν σου μόνον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, οπισθοδρομών. Ροξάνη, αχ!

ΡΟΞΑΝΗ Γίνε ευτυχής λοιπόν. Διότι, φίλε, Το ναγαπάται μοναχά κανείς γιαυτό που είνε Το ένδυμά του μια στιγμή, μία καρδιά γενναία Κιαχόρταγη σε βάσανα πολλά τήνε βυθίζει. Αλλ' η φιλτάτη μνήμη σου το πρόσωπον σου σβύνει, Κεκείνο που πρωτάρεσε σεμένα, η ωμορφιά σου, Τώρα καλλίτερα θωρώ . . . και δεν την βλέπω πλέον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ω! . .

ΡΟΞΑΝΗ Αμφιβάλλεις, φίλε μου, για μία τέτοια νίκη; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετά πόνου. Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ Εκατάλαβα, δεν ειμπορείς, ω φίλε, Εις ένα τέτοιον έρωτα ακόμα να πιστεύσης; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Δεν θέλω τέτοιον έρωτα! Κα! θέλω ναγαπώμαι Απλώς διά . . .

ΡΟΞΑΝΗ Για 'κείνο που κη άλλες σαγαπούσαν Άφες λοιπόν ναγαπηθής μαγάπη καλλιτέραν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Όχι! πριν ήτο πειο καλά!

ΡΟΞΑΝΗ Α δεν καταλαμβάνεις! Τώρ' αγαπώ καλλίτερα, τώρ' αγαπώ! Εκείνο Που κάμει εσέ τον ίδιον, με νοιώθεις, το λατρεύω, Και ολιγώτερον λαμπρόν . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Σώπα!

ΡΟΞΑΝΗ Θα σαγαπούσα Ακόμη! Κιάν το κάλλος σου όλο με μιας πετούσε . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ω! μη το λες αυτό!

ΡΟΞΑΝΗ Ω! ναι, το λέγω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Τι; ακόμα Και άσχημον;

ΡΟΞΑΝΗ Και άσχημον! Τορκίζομαι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Θεέ μου!

ΡΟΞΑΝΗ Και η χαρά σου 'νε βαθειά;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, διά πνιγομένης φωνής. Ναι . . .

ΡΟΞΑΝΗ Τι έχεις;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωθών αυτήν ηρέμα. Φεύγω! Δύο Λέξεις να 'πώ . . .

ΡΟΞΑΝΗ Αλλά . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Απ' αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους Σαφήρεσ' η αγάπη μου. Πήγαινε να τους δείξης Ένα μικρό χαμόγελο, αφού θε ναποθάνουν! . .

ΡΟΞΑΝΗ, συγκεκινημένη. Αγαπητέ μου! . .

(Αναβαίνει προς τους Γασκόνους, οίτινες σπεύδουν ευσεβάστως πέριξ της).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ, εις το βάθος ΡΟΞΑΝΗ συνομιλούσα μετά του ΚΑΡΜΠΟΝ καί τινων ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, καλών προς την σκηνήν του Συρανό. Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, αναφαίνεται, ωπλισμένος προς μάχην. Τι έχεις και χλωμιάζεις;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Δεν μαγαπάει πεια!

ΣΥΡΑΝΟ Γιατί;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Εσέναν' αγαπάει!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Δεν αγαπάει πεια ή την ψυχήν μου!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι! Το λοιπόν δεν αγαπά παρά μονάχα 'σένα! — Καί συ την αγαπάς!

ΣΥΡΑΝΟ Εγώ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Το ξεύρω!

ΣΥΡΑΝΟ Είν' αλήθεια.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ωσάν τρελλός.

ΣΥΡΑΝΟ Πλειότερον.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ειπέ της το!

ΣΥΡΑΝΟ Ποτέ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ Το πρόσωπον μου δες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Και άσχημον ακόμα θα μαγαπούσε!

ΣΥΡΑΝΟ Σούπε αυτό;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Βεβαίως, μου το είπε!

ΣΥΡΑΝΟ Α! πόσον χαίρω που αυτά σου είπεν! Όμως όχι, Όχι, αυτό τανόητον το πράγμα μη πιστεύης! Θεέ μου, πώς εχάρηκα που είχε αυτήν την σκέψιν, Να το ειπή, — μα συ αυτά μη πάρης κατά γράμμα, Όχι, μη γίνης άσχημος: θα θύμωνε μαζύ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Επιθυμώ να 'δώ αυτό!

ΣΥΡΑΝΟ Όχι! Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ας εκλέξη! Θα της ειπής το παν!

ΣΥΡΑΝΟ Ποτέ! Να υποστώ δεν θέλω Και τούτο τα μαρτύριον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Λοιπόν, γιατ' είμ' ωραίος Πρέπει την ευτυχίαν σου να σου δολοφονήσω; Είν' άδικον πάρα πολύ!

ΣΥΡΑΝΟ Κεγώ, να θυσιάσω Την ιδικήν σου, επειδή χάρις 'στήν τύχην, έχω Το δώρον να εκφράζωμαι . . . εκείνα όπου ίσως Αισθάνεσαι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Πες της το παν!

ΣΥΡΑΝΟ Εις πειρασμόν με ρίπτει! Είνε κακόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αντεραστήν να φέρω 'στήν ψυχήν μου Βαρύνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ Χριστιανέ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ο γάμος μου — λαθραίος — Και δίχως μάρτυρας — μπορεί νακυρωθή ευκόλως — Αν τύχη κεπιζήσωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ Θεέ μου! επιμένει! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ναι, θέλω ναγαπώμ' εγώ αυτός, ή όλως διόλου! Πάω να 'δω τι κάμουνε 'στήν θέσιν μας 'κεί κάτω Και θα γυρίσω: μίλησε, κιάς προτιμήση έναν Από τους δύο μας!

ΣΥΡΑΝΟ Θάσαι συ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Αλλ' όμως . . . το ελπίζω!

(Καλών)

Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι! Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ, προστρέχουσα. Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ο Συρανό έν πράγμα Σπουδαίον έχει να σου πη . . .

(Πηγαίνει ζωηρώς προς τον Συρανό. Ο Χριστιανός εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΡΟΞΑΝΗ, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ΛΕΜΡΕΤ, ΚΑΡΜΠΟΝ, οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΡΑΓΚΕΝΩ, ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ κτλ.

ΡΟΞΑΝΗ Σπουδαίον; . .

ΣΥΡΑΝΟ, άπελπις. Αυτός . . . φεύγει!

(Εις την Ροξάνην).

Δεν είνε τίποτε! . . Αυτός, Θεέ μου . . . αποδίδει — Τον ξεύρεις! — σπουδαιότητα εις τιποτένια!

ΡΟΞΑΝΗ, ζωηρώς. Ίσως Αμφέβαλε για όσα εγώ του είπα πριν; . . Τον είδα Ότι αμφέβαλεν . . .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την χείρα της Αλλά, του είπες την αλήθεια; . .

ΡΟΞΑΝΗ Πως θα τον αγαπούσα, ναι, ακόμη . . .

(Διστάζει επί στιγμήν).

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών θλιβερώς. Εμπροστά μου Η λέξις σε στενοχωρεί;

ΡΟΞΑΝΗ Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ Δεν θα με λυπήση! — Και άσχημον;

ΡΟΞΑΝΗ Και άσχημον!

(Τουφεκισμοί έξωθεν).

Ακούς; Πυροβολούνε!

ΣΥΡΑΝΟ, φλογερώς. Ακόμη και φρικτόν;

ΡΟΞΑΝΗ Φρικτόν!

ΣΥΡΑΝΟ Και παραμορφωμένον!

ΡΟΞΑΝΗ Και παραμορφωμένον, ναι!

ΣΥΡΑΝΟ Γελοίον;

ΡΟΞΑΝΗ Να τον κάμη Δεν θα μπορέση τίποτε γελοίον!

ΣΥΡΑΝΟ Και ακόμα θα τον ηγάπας;

ΡΟΞΑΝΗ Πειό πολύ σχεδόν!

ΣΥΡΑΝΟ, παραφερομένος, κατ' ιδίαν. Θεέ μου, είνε αληθές, ίσως, κη ευτυχία Δεν είνε μακρυά!

(Προς την Ροξάνην).

Εγώ . . . Ροξάνη . . . Άκουσέ με!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εισερχόμενος ταχέως, καλεί σιγά. Α! Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος. Τι;

ΛΕΜΠΡΕΤ Σιωπή!

(Τη λέγει κάτι σιγά).

ΣΥΡΑΝΟ, αφίνων να πέση η χειρ της Ροξάνης. Α!

ΡΟΞΑΝΗ Τι λοιπόν συμβαίνει;

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν, εμβρόντητος. Τετέλεσται!

(Νέοι τουφεκισμοί).

ΡΟΞΑΝΗ Τ' είνε αυτό ακόμα; Τουφεκίζουν;

(Ανέρχεται διά να παρατηρήση έξω).

ΣΥΡΑΝΟ Τετέλεσται να της το πω δεν θα μπορέσω πλέον!

ΡΟΞΑΝΗ, θέλουσα να ορμήση. Μα τείνε;

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς, σταματών αυτήν. Τίποτε!

(Εισέρχονται επίλεκτοι, κρύπτοντες κάτι το οποίον φέρουν, και σχηματίζουν σύμπλεγμα, εμποδίζον την Ροξάνη να πλησιάση).

ΡΟΞΑΝΗ Αυτοί οι άνδρες;

ΣΥΡΑΝΟ, Απομακρύνων αυτήν. Άφησέ τους! . .

ΡΟΞΑΝΗ Μα τήθελες να μου ειπής προτήτερα;

ΣΥΡΑΝΟ Να σείπω; Τίποτε, όχι, τίποτε, τορκίζομαι, Ροξάνη!

(Επισήμως).

Σορκίζομαι, του Χριστιανού το πνεύμα, κη ψυχή του Ήσανε . .

(Διορθούται μετά τρόμου).

Είνε υψηλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ήσανε;

(Μετά μεγάλης κραυγής).

Αχ!

(Ορμά και απομακρύνει όλους).

ΣΥΡΑΝΟ Θεέ μου! Τετέλεσται!

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανέ!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εις τον Συρανό. Του εχθρού το πυρ το πρώτον!

(Η Ροξάνη ρίπτεται επί του σώματος του Χριστιανού. Νέοι πυροβολισμοί. Κλαγγαί. Θόρυβος. Τύμπανα).

ΚΑΡΜΠΟΝ, με το ξίφος, εις τας χείρας. Στα όπλα! Είν' η προσβολή!

(Ακολουθούμενος υπό των επιλέκτων περνά εις το άλλο μέρος του προχώματος).

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανέ!

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΜΠΟΝ, όπισθεν του προχώματος.

Βιασθήτε!

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανέ!

ΚΑΡΜΠΟΝ Εις την γραμμήν!

ΡΟΞΑΝΗ Χριστιανέ!

(Ο Ραγκενώ προσέτρεξε φέρων νερόν εντός ενός κράνους).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, με φωνήν θνήσκουσαν. Ροξάνη μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ταχέως και σιγά εις το ους τον Χριστιανού, εν ώ η Ροξάνη εκτός εαυτής βρέχει εντός του ύδατος τεμάχιον υφάσματος το οποίον αποσπά από το στήθος της. Είπα το παν. Σένα αγαπάει ακόμα!

Ο Χριστιανός κλειεί τους οφθαλμούς).

ΡΟΞΑΝΗ Τι θες, αγάπη μου;

(Προς τον Συρανό).

Νεκρός μην είνε; 'Στήν ιδικήν μου Την παρειάν αισθάνομαι την ιδικήν του κρύαν

ΚΑΡΜΠΟΝ Σ κ ο π ε ύ σ α τ ε!

ΡΟΞΑΝΗ Επάνω του μια επιστολή!

(Την ανοίγει).

Για μένα!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν. Είνε το γράμμα μου!

ΚΑΡΜΠΟΝ Π υ ρ!

(Τουφεκισμοί. Κραυγαί. Θόρυβος μάχης).

ΣΥΡΑΝΟ, θέλων ναποσπάση την χείρα του, την οποίαν κρατεί η Ροξάνη γονυπετής. Μα, Ροξάνη, πολεμούνε!

ΡΟΞΑΝΗ, κρατούσα αυτόν. Μείνε ολίγον. 'Πέθανε. Συ μόνος εδώ πέρα Τον 'γνώριζες.

(Κλαίει ηρέμα).

Δεν ήτανε ένα θαυμάσιον πλάσμα Έν πλάσμα έξοχον;

ΣΥΡΑΝΟ, όρθιος ασκεπής Ω! ναι, Ροξάνη.

ΡΟΞΑΝΗ Ένας μέγας Και λατρευμένος ποιητής;

ΣΥΡΑΝΟ Ω! ναι, Ροξάνη,

ΡΟΞΑΝΗ Ένα Πνεύμα υπέροχον;

ΣΥΡΑΝΟ Ω, ναι, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ Μια μεγάλη Καρδιά, μία ψυχή αβρά, χαριτωμένη, θεία;

ΣΥΡΑΝΟ, σταθερώς. Ω! ναι, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ, ρίπτεται επάνω εις το σώμα του Χριστιανού. Είνε νεκρός!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν, σύρων το ξίφος. Και τώρα δεν μου μένει Ή ναποθάνω, αφού εμέ, χωρίς να το γνωρίζη, Με κλαίει μέσα εις αυτόν!

(Σάλπιγγες μακρόθεν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις εμφανίζεται επί του προχώματος, ασκεπής πληγωμένος εις το μέτωπον, διά φωνής βροντώδους. Να το δοθέν σημείον! Τα χάλκινα σαλπίσματα! Οι Γάλλοι επιστρέφουν Σολίγον 'στό στρατόπεδον με τρόφιμα. Κρατήστε Ολίγ' ακόμα!

ΡΟΞΑΝΗ Δάκρυα 'στό γράμμα του και αίμα!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν κραυγάζουσα. Παραδοθήτε!

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ Όχι!

ΡΑΓΚΕΝΩ, όστις αναρριχούμενος επί της αμάξης παρατηρεί την μάχην άνωθεν του προχώματος. Α! ο κίνδυνος αυξάνει!

ΣΥΡΑΝΟ, εις τον Δε Γκύσην, δεικνύων εις αυτόν την Ροξάνην Πάρτε την! Εις την έφοδον ορμώ!

ΡΟΞΑΝΗ, ασπαζομένη την επιστολήν, διά φωνής θνησκούσης. Τα δάκρυά του! Το αίμα του! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, πηδών εκ της αμάξης, όπως τρέξη προς αυτήν. Λειποθυμεί!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, επί του προχώματος εις τους επιλέκτους, μετά λύσσης. Καλά κρατήστε!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν. Κάτω Τα όπλα!

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, εις τον Δε Γκύσην. Κύριε, την τόλμην σας αρκούντως Εδείξατε.

(Δεικνύων εις αυτόν την Ροξάνην),

Απέλθετε και σώσατέ την!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις τρέχει προς την Ροξάνην και την εγείρει εις τους βραχίονάς της. Έστω! Μα νικηταί θα μείνωμεν εάν κερδίστε χρόνον.

ΣΥΡΑΝΟ Έχει καλώς.

(Κραυγάζων προς την Ροξάνην, την οποίαν ο δε Γκύσης βοηθούμενος υπό του Ραγκενώ απάγει λειπόθυμον).

Υγίαινε, Ροξάνη!

(Θόρυβος. Κραυγαί, Επίλεκτοι εμφανίζονται πληγωμένοι και έρχονται να πέσουν επί της σκηνής. Ο Συρανό ορμών εις την μάχην, εμποδίζεται υπό του Καρμπόν αιματοφύρτου).

ΚΑΡΜΠΟΝ Οι δικοί μας Ενδίδουν! Δύο άρπαξα κτυπήματα της λόγχης!

ΣΥΡΑΝΟ, κραυγάζων προς τους επιλέκτους. Θάρρος, διαβόλοι, ατρόμητοι! Πάνω τους!

(Εις τον Καρμπόν, ον υποστηρίζει).

Μη φοβείσθε! Να εκδικήσω δυο νεκρούς έχω: τον Χριστιανόν μου, Και την ευδαιμονίαν μου!

(Κατέρχονται πάλιν. Ο Συρανό σείει την λόγχην, όπου είνε προσδεδεμένον το μανδύλιον της Ροξάνης).

Κυμάτισε, σημαία Μικρά, με της νταντέλες της και με τα γράμματά της!

(Την εμπήγει εις την γην, κραυγάζων εις τους επιλέκτους).

Ορμάτε τώρα επάνω τους, και κάντε τους κομμάτια!

(Εις τον οξύαυλον).

Παίξε έναν ήχον, πίφερο!

(Ο οξύαυλος παίζει. Πληγωμένοι ανεγείρονται. Επίλεκτοι κυλιόμενοι εκ του προχώματος έρχονται να συσσωματωθώσι πέριξ του Συρανό και της μικράς σημαίας. Η άμαξα καλύπτεται και πληρούται ανδρών, και μετασχηματίζεται εις οχύρωμα).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εμφανιζόμενος, καρκινοβατεί επί της κορυφής, μαχόμενος πάντοτε. Στο πρόχωμ' ανεβαίνουν!

(Πίπτει νεκρός).

ΣΥΡΑΝΟ Θα λάβουν τον χαιρετισμόν!

(Το πρόχωμα στέφεται εν μια στιγμή διά φοβεράς σειράς εχθρών. Αι μεγάλαι σημαίαι των Αυτοκρατορικών υψούνται).

ΣΥΡΑΝΟ Πυρ!

(Γενικός πυροβολισμός).

ΚΡΑΥΓΗ, εις τας εχθρικάς τάξεις. Πυρ!

(Αντιπυροβολισμός φονικός. Οι επίλεκτοι πίπτουν πανταχόθεν).

ΕΙΣ ΙΣΠΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, αποκαλυπτόμενος. Ποίοι 'νε οι άνδρες. Αυτοί οπού φονεύονται με τέτοιον τρόπον όλοι;

ΣΥΡΑΝΟ, απαγγέλλων όρθιος εν μέσω των σφαιρών. Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι, Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά. Εις της σπαθιές και της ψευτιές οι μόνοι,

(Ορμά, ακολουθούμενος υπό τινων επιζώντων).

Τα παλληκάρια αυτοί 'νε.

(Τα λοιπά χάνονται εντός της μάχης).

Α Υ Λ Α Ι Α

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΟΥ ΣΥΡΑΝΟ

Μετά δεκαπέντε έτη, τω 1655. Το άλσος του μοναστηρίου, το οποίον κατείχον αι Κυρίαι του Σταυρού εν Παρισίοις.

Θαυμάσιαι σκιάδες. Αριστερόθεν, η οικία· ευρύ ανάβαθρον επί του οποίου ανοίγονται διάφοροι θύραι. Δένδρον υπερμέγεθες εν τω μέσω της σκηνής, απομεμονωμένον εν τω μέσω μικράς ωοειδούς πλατείας. Δεξιόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, μεταξύ μεγάλων θάμνων, λίθινον θρανίον ημικυκλοειδές.

Όλον το βάθος του θεάτρου διαθέτει συστοιχία καταστανεών, ήτις καταλήγει προς δεξιάν, εις το τέταρτον επίπεδον, εις την θύραν εξωκκλησίου, διαβλεπόμενον διά μέσου των κλάδων. Διά μέσου του διπλού παραπετάσματος εκ δένδρων της δενδροστοιχίας ταύτης, παρατηρεί τις άλλας δενδροστοιχίας, δασύλλια, τα βάθη του άλσους, τον ουρανόν.

Το εξωκκλήσιον ανοίγει μίαν πλαγίαν θύραν επί περιστοίχου στεφανουμένου υπό κλίματος ερυθρωπού, το οποίον εξαφανίζεται δεξιόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, όπισθεν των θάμνων.

Είνε φθινόπωρον. Όλον το φύλλωμα είνε πυρρόν άνωθεν των δροσερών λειμώνων. Πλαξ κιτρίνων φύλλων κάτωθεν εκάστου δένδρου. Τα φύλλα στρώνουν όλην την σκηνήν, τρίζουν υπό τα βήματα εις τας δενδροστοιχίας, καλύπτουσι κατά το ήμισυ το ανάβαθρον και τα θρανία.

Μεταξύ του δεξιόθεν θρανίου και του δένδρου, μέγας ιστός κεντήματος, ενώπιον του οποίου έν μικρόν κάθισμα. Κάνιστρον πλήρες τολυπών και αγαθίδων. Αρχή κεντήματος.

Κατά την ύψωσιν της αυλαίας, αδελφαί πηγαίνουν κέρχονται εις το άλσος. Τινές εξ αυτών κάθηνται επί του θρανίου πέριξ μιας μοναχής πρεσβυτέρας. Φύλλα πίπτουν.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Η ΜΗΤΗΡ, Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, προς την μητέρα Μαργαρίταν. Δύο φορές εκύτταξε μέσ' τον καθρέφτ' η Κλάρα Να δη πώς η καλύπτρα της πηγαίνει.

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, εις την αδελφήν Κλάραν . . Τούτο είνε Πολύ κακόν.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Κη αδελφή η Μάρθα από την τούρταν Επήρ' ένα δαμάσκηνο: την είδα.

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Μάρθα, είνε Άσχημον τούτο.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Ένα μικρό μονάχα βλέμμα!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Ένα Μικρό μόνο δαμάσκηνο!

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Θα το ειπώ απόψε 'Στόν κύριον δε Μπερζεράκ.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, έντρομος. Όχι! θα μας εμπαίξη!

Η ΑΔΕΔΦΗ ΜΑΡΘΑ Και φιλαρέσκους θα ειπή πολύ τας καλογραίας,

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Πολύ λαιμάργους!

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, μειδιώσα. Και πολύ καλάς.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Είνε αλήθεια, Πώς έρχεται το Σάββατον προ δέκα χρόνων τώρα, Μητέρα Μαργαρίτα;

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Ναι, και πλέον! Απ' την ημέρα Όπου η εξαδέλφη του τον πένθιμόν της πέπλον Ανέμιξε με την λινή καλύπτραν μας, και ήλθε Σε μας, προ δεκαπέντε ετών να καταπέση, όπως Πουλί μεγάλο μελανό μέσ' στα πουλιά τα άσπρα,

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Μόνος αυτός, αφ' ότου αυτή 'στό μοναστήρι τούτο Επήρ' ένα δωμάτιον, να της διασκεδάζη Ξεύρει την λύπην, που ποτέ δεν θέλει ναποσβύση.

ΟΛΑΙ ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ Πόσον αστείος είνε! — Τι χαρά οπόταν έλθη! — Πώς μας πειράζει! — Τι καλός που είνε! — Τι αγάπη Που τούχομεν! — Του κάνομε πάστες σαν αγγελούδια.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Μα τέλος και πολύ καλός καθολικός δεν είνε!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Θα τον προσηλυτίσωμεν!

ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ Ναι!

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Σας απαγορεύω Παρόμοιον να κάμετε πράγμα γιαυτόν, παιδιά μου! Μη τον ταράσσετε, γιατί δεν θάρχετ' εδώ πλέον Τόσον συχνά.

ΑΔΕΛΦΑΙ Μα . . . ο Θεός . . .

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Ω! μην ανησυχείτε Ο Θεός τον ξεύρει·

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Μα μου λέει σαν έλθη το σάββατο Υπερηφάνως: «Έφαγα χθες κρέας, αδελφή μου!»

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Α! σούπε αυτό; . . . Λοιπόν σαν ήλθεν τελευταίον Δεν είχε βάλει τίποτε 'στό στόμα του δυο μέρες.

ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Μητέρα μου!

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Είνε πτωχός.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Και ποίος σας το είπε;

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Ο κύριος Λεμπρέτ.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Γιατί δεν τον βοηθούνε;

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Όχι, Θα θύμωνε!

(Εις μίαν δενδροστοιχίαν του βάθους, βλέπει τις εμφαινομένην την Ροξάνην, ενδεδυμένην μελανά, με την καλύπτραν της χήρας, και μακρόν πέπλον ο δε Γκύσης μεγαλοπρεπής και γηραιός βαδίζει πλησίον της. Βαδίζουν με βήματα βραδέα. Η μήτηρ Μαργαρίτα εγείρεται).

Πηγαίνομεν, καιρός είνε. Η κυρία Μαγδαληνή, περιπατεί με κάποιον επισκέπτην Μέσα 'στό πάρκο.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, σιγά εις την Μάρθαν. Είν' ο Δουξ του δε Γραμμόν, στρατάρχης;

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, παρατηρούσα. Νομίζω, ναι.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ Δεν είχ' ερθή δυο μήνες να την ίδη.

ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ Έχ' υποθέσεις! — Η αυλή! — Το στράτευμα!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ Η φροντίδες Του κόσμου!

(Εξέρχονται. Ο δε Γκύσης και η Ροξάνη κατεβαίνουν εν σιωπή και σταματούν πλησίον του Ιστού).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΡΟΞΑΝΗ, ο ΔΟΥΞ ΔΕ ΓΡΑΜΜΟΝ, αρχαίος κόμης ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έπειτα ΛΕΜΠΡΕΤ και ΡΑΓΚΕΝΩ.

Ο ΔΟΥΞ Και θα μείνετε, εδώ, ξανθή ματαίως, Πάντα με πένθος;

ΡΟΞΑΝΗ Πάντοτε.

Ο ΔΟΥΞ Πάντα πιστή;

ΡΟΞΑΝΗ Ω! πάντα!

Ο ΔΟΥΞ, μετά τινα σιγήν. Με συγχωρήσατε; Αφού εδώ 'μαι.

(Νέα σιγή).

Ο ΔΟΥΞ Όντως ήτο Τοιούτον πλάσμα; . .

ΡΟΞΑΝΗ Έπρεπε να τον γνωρίστε!

Ο ΔΟΥΞ Α! έπρεπε; . . Τον γνώρισα πολύ ολίγον ίσως . . . . Και 'στή καρδιά σας πάντοτε το τελευταίον γράμμα!

ΡΟΞΑΝΗ Ως επινώτιον γλυκύ απ' τούτο το βελούδο Κρέμεται πάντα.

Ο ΔΟΥΞ Και νεκρόν τον αγαπάτε ακόμα;

ΡΟΞΑΝΗ Ενίοτε μου φαίνεται ότι νεκρός δεν είνε Ειμή κατά το ήμισυ, κη δυο καρδιές μας είνε Πάντα μαζύ, και ζωντανός ο έρως του πετάει Τριγύρω μου.

Ο ΔΟΥΞ, μετά τινα σιγήν ακόμη. Ο Συρανό έρχεται να σας βλέπη;

ΡΟΞΑΝΗ Ναι, τακτικά. — Ο παλαιός αυτός μου φίλος είνε Εφημερίς μου τακτική. Κάτω απ' το δένδρο τούτο Του βαίνομεν το κάθισμα και κάθεται, αν κάμη Καλός καιρός. Εγώ κεντώ και τον προσμένω. Στο τελευταίο κτύπημα της ώρας — γιατί πλέον Δεν στρέφω καν την όψιν μου — στη σκάλα Να κατεβαίνη τακτικά την ράβδον του ακούω. Κάθεται· με το αιώνιο γελά το κέντημά μου· Χρονογραφία τακτική, μου λέει της εβδομάδος Και . . .

(Ο Λεμπρέτ φαίνεται επί του αναβάθρου).

Μπα! να έρχεται ο Λεμπρέτ!

(Ο Λεμπρέτ κατεβαίνει).

Ο φίλος μας, πώς έχει;

ΛΕΜΠΡΕΤ Κακώς.

Ο ΔΟΥΞ Ω!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Δούκα. Είν' υπερβολή!

ΛΕΜΠΡΕΤ Εκείνο που προείπα: Η ερημιά η φτώχειά του! . . . Αι σάτυραί του νέους Εχθρούς του κάμουν πάντοτε! Προσβάλλει τους κιβδήλους Τους ευγενείς και τους ψευδείς τους θρήσκους, σατυρίζει Τους λογοκλόπους, τους ψευδείς ανδρείους, — όλους!

ΡΟΞΑΝΗ Όμως Τα ξίφος του τρόμον βαθύν εμπνέει. Και ποτέ τους Δεν θα τον καταβάλλουν.

Ο ΔΟΥΞ, σείων την κεφαλήν.

Τις οίδε;

ΛΕΜΠΡΕΤ Ό,τι φοβούμαι Δεν είνε τόσον οι εχθροί, όσον η μόνωσίς του, Η πείνα, ο Δεκέμβριος όπου βραδέως 'μπαίνει Στη σκοτεινή του κάμαρα. Ιδού ποιούς δολοφόνους Φοβούμαι περισσότερον, ότι θα τον φονεύσουν! — Στενεύει τον ζωστήρα του μια τρύπα κάθε 'μέρα, Η δυστυχής η μύτη του τα χρώματα επήρε Αρχαίου ελεφαντοστού. Καί μια φανέλλα μαύρη Έχει για μόνο φόρεμα.

Ο ΔΟΥΞ Α! πλην αυτός δεν είνε Οψίπλουτος! — Αδιάφορον, να μη τόνε λυπήσθε Πάρα πολύ!

ΛΕΜΠΡΕΤ με πικρόν μειδίαμα. Α! κύριε στρατάρχα!

Ο ΔΟΥΞ Όχι λέγω, Μη τον λυπείσθε και πολύ! . . Δεν εσυνθηκολόγει Εις την ζωήν του, ελεύθερος 'στάς σκέψεις και 'στάς πράξεις.

ΛΕΜΠΡΕΤ, ωσαύτως. Κύριε Δουξ! . .

Ο ΔΟΥΞ, αλαζονικώς. Γνωρίζω, ναι: έχω το παν κεκείνος Δεν έχει τίποτε . . . αλλά θα έσφιγγα προθύμως Το χέρι του . . .

(Χαιρετίζων την Ροξάνην).

Υγιαίνετε!

ΡΟΞΑΝΗ Σας οδηγώ.

(Ο Δουξ χαιρετίζει τον Λεμπρέτ και διευθύνεται μετά της Ροξάνης προς το ανάβαθρον).

Ο ΔΟΥΞ, σταματών, εν ώ αύτη αναβαίνει. Ζηλεύω Καμμιά φορά την τύχην του — Βλέπετε, την ζωήν του Όταν κανείς επέτυχε, αισθάνεται, — Θεέ μου, Όταν δεν έκαμε κανέν κακόν τη αληθεία! — Χίλιες αηδίες κάποτε διά τον εαυτόν του, Που αν προστεθούν δεν κάνουνε μία τύψι συνειδότος. Αλλ' όμως μίαν σκοτεινή στενοχωρία φέρουν. Και σέρνουν μέσ' στη γούνα των οι δουκικοί μανδύαι, Οπόταν ανεβαίνομεν βαθμίδας μεγαλείων, Θόρυβον χιμαιρών ξηρών και πόθων και ονείρων, Όπως, σαν ανεβαίνετε σιγά 'σαυτάς τας θύρας, Το πένθιμό σας φόρεμα κίτρινα φύλλα σέρνει.

ΡΟΞΑΝΗ, ειρωνικώς. Ρεμβώδης βλέπω είσθε! . .

Ο ΔΟΥΞ Αι! ναι!

(Καθ' ην στιγμήν μέλλει να εξέλθη, αποτόμως). Κύριε Λεμπρέτ!

(Προς την Ροξάνην).

Μια λέξι, Μου επιτρέπετε να πω;

(Πηγαίνει προς τον Λεμπρέτ, και με ημίσειαν φωνήν).

Είν' αληθές, κανένας Να τον προσβάλλη δεν τολμά, μα πλείστοι τον μισούνε. Και στο παιγνίδι μούλεγαν, εχθές, 'στής Βασιλίσσης: «Μπορεί αυτός ο Συρανό τυχαίως ναποθάνη».

ΛΕΜΠΡΕΤ Α!

Ο ΔΟΥΞ Ναι. Ας μην εξέρχεται, και φρόνιμος ας είνε,

ΛΕΜΠΡΕΤ, υψώνων τους βραχίονας προς τον ουρανόν, Φρόνιμος! Θάρθη 'στήν στιγμή, θα τον ειδοποιήσω. Ναι, όμως! . .

ΡΟΞΑΝΗ, ήτις έμεινεν επί του αναβάθρου προς μίαν αδελφήν προχωρούσαν προς αυτήν. Τείνε;

Η ΑΔΕΛΦΗ Ο Ραγκενώ να σας ιδή, κυρία, Ζητεί.

ΡΟΞΑΝΗ Ας τον αφήσουνε να έμβη.

(Προς τον Δούκα και τον Λεμπρέτ.)

Να μου είπη Έρχεται για τη φτώχεια του. Έφυγε μιαν ημέραν Διά να γίνη συγγραφεύς κέγεινε 'στήν αράδα Ψάλτης . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Λουτράρης . . .

ΡΟΞΑΝΗ Ηθοποιός. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Ραβδούχος. . .

ΡΟΞΑΝΗ Περουκιέρης. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ Καθαριστής . . . .

ΡΟΞΑΝΗ Και σήμερα τι άραγε να κάμη;

ΡΑΓΚΕΝΩ, εισερχόμενος δρομαίος. Αλλοίμονον! κυρία μου!

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings