← Table of contents
Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Front matter

Demetrios Vikelas translation

Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words have been included in &. Words in italics have been included in _. Page 176, which contains part of the last note (note 60) is missing.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Η σελίδα 176 η οποία περιέχει μέρος της τελευταίας σημείωσης (σημείωση 60) λείπει.

ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ

ΕΜΜΕΤΡΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ

ΥΠΟ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» 44 — Οδός Σταδίου — 44 1914

Τυπογραφείον Παρασκευά Λεώνη

ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ Ληρ, βασιλεύς της Μεγάλης Βρεττανίας. Βασιλεύς της Γαλλίας. Δουξ της Βουργουνδίας. Δουξ της Κορνουάλλης. Δουξ της Αλβανίας. Κόμης Κεντ. Κόμης Γλόστερ. Έδγαρ, υιός του Γλόστερ. Εδμόνδος, νόθος υιός του Γλόστερ. Κουράν, αυλικός. Οσβάλδος, οικονόμος της Γονερίλης. Γελωτοποιός του Ληρ. Γέρων χωρικός. Ιατρός. Αξιωματικός του Εδμόνδου. Άρχων, ακόλουθος της Κορδηλίας. Κήρυξ. Υπηρέται του δουκός Κορνουάλλης. Γονερίλη,) Ρεγάνη, )θυγατέρες του Ληρ. Κορδηλία.) Ιππόται αξιωματικοί, αγγελιαφόροι, στρατιώται και υπηρέται.

Η σκηνή εν τη Μεγάλη Βρεττανία.

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (1)

Αίθουσα εν τω ανακτόρω του Ληρ. (Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΕΝΤ. Ενόμιζα ότι ο βασιλεύς ευνοούσε τον δούκα της Αλβανίας περισσότερον από τον δούκα της Κορνουάλλης.

ΓΛΟΣΤ. Κ' εγώ το επίστευα· αλλ' από την σημερινήν διαίρεσιν του βασιλείου δεν φαίνεται διόλου, εις ποίον από τους δύο δίδει την προτίμησιν. Τους το εμοίρασε εις τρόπον, ώστε δεν ημπορεί κανείς να ειπή τίνος μερίδιον είναι το καλλίτερον.

ΚΕΝΤ Υιός σου είναι αυτός, αυθέντα μου;

ΓΛΟΣΤ. Η ύπαρξίς του είναι εις βάρος μου. Μ' έκαμε να κοκκινίσω τόσαις φοραίς, ώστε κατήντησα να μη το έχω πλέον εντροπήν να τον αναγνωρίζω.

ΚΕΝΤ. Δεν σε νοιώθω.

ΓΛΟΣΤ. Η μάνα του όμως μ' έννοιωσε αξιόλογα και το αποτέλεσμα ήτο, ότι είχε μωρό εις την κούνια της, προτού έχη σύζυγον εις το κρεββάτι της(2). Εμυρίσθηκες τώρα τι λάθος έγινε;

ΚΕΝΤ Θα ήτο κρίμα να μη εγίνετο, αφού είχε τόσον καλόν καρπόν.

ΓΛΟΣΤ. Έχω και άλλον υιόν γνήσιο, κανένα χρόνον μεγαλείτερον από τούτον· και όμως δεν ημπορώ να ειπώ ότι τον αγαπώ εκείνον περισσότερον. Το παληόπαιδο αυτό μου εξεφύτρωσε ολίγον αδιάντροπα, και πριν να του ειπή κανείς να έλθη. Αλλά τι τα θέλεις; Η μητέρα του ήτο μία ωραία γυναίκα, και αφού έγινε που έγινε πλέον, δεν ημπορώ να τον αποκηρύξω. Τον γνωρίζεις αυτόν τον άρχοντα, Εδμόνδε;

ΕΔΜ. Όχι, αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Είναι ο Κόμης Κεντ. Να τον θεωρής ως ένα καλόν μου φίλον.

ΕΔΜ. Είμαι ταπεινός σου δούλος, αυθέντα μου.

ΚΕΝΤ Σου χρεωστώ φιλίαν και επιθυμώ να κάμω την γνωριμίαν σου.

ΕΔΜ. Θα πασχίσω να φανώ άξιος της αγάπης σου, αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Έλειπεν εννέα χρόνους τώρα, και πάλιν έχει να φύγη απ' εδώ… Ο βασιλεύς έρχεται!

(Εισέρχονται ο ΛΗΡ, οι δούκες της ΚΟΥΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, η ΡΕΓΑΝΗ, η ΚΟΡΔΗΛΙΑ και συνοδεία).

ΛΗΡ Πήγαινε, Γλόστερ, να συνοδεύσης εδώ τους ηγεμόνας της Γαλλίας και της Βουργουνδίας.

ΓΛΟΣΤ. Ορισμός μου, αυθέντα μου.

(Εξέρχεται μετά του ΕΔΜΟΝΔΟΥ)

ΛΗΡ Στο μεταξύ τους μυστικούς σκοπούς μου θα δηλώσω (3). Τον χάρτην δότε μου εδώ. — Εμοίρασα εις τρία το κράτος μου, και σταθερά απόφασίς μου είναι, να βγάλω κάθε συλλογήν απ' τα γηράματά μου, εις σώματα νεώτερα να δώσω το φορτίον, κ' ελαφρωμένος 'ς το εξής να σέρνωμαι 'ς τον τάφον. Αγαπημένε μου γαμβρέ, της Κορνουάλλης δούκα, εξ ίσου δε αγαπητέ και συ, της Αλβανίας(4), απόφασιν ακλόνητον επήρα από τώρα εις κάθε θυγατέρα μου την προίκα της να δώσω, ώστε να λείψουν αφορμαί συγχύσεων κατόπιν. Κ' οι δύο ξένοι πρίγκιπες, ο Βουργουνδός κι' ο Γάλλος, που και οι δύο μου ζητούν την τρίτην μου την κόρην και δι' αυτό χρονοτριβούν με πόθον 'ς την αυλήν μας, απόκρισίν μου σήμερον θα λάβουν και οι δύο.

Αφού το απεφάσισα λοιπόν να παραιτήσω και κράτος κ' εισοδήματα και της αρχής φροντίδα, ειπήτε, θυγατέρες μου, να ιδώ από τας τρεις σας ποια μ' αγαπά πλειότερον ώστε κ' εγώ να δώσω το δώρον πλουσιώτερον εκεί, όπου αξίζει να είμαι γενναιότερος. Λοιπόν, ω Γονερίλη. η πρωτογέννητη εσύ, ομίλησε και πρώτη.

ΓΟΝΕΡ. Αυθέντα, πόσον σ' αγαπώ λόγια να πω δεν έχω. Μου είσαι ακριβότερος απ' την ελευθερίαν, από το φως, απ' τ' άπειρον, απ' ό,τι και αν είναι πολύτιμον και σπάνιον, — κι' απ' την ζωήν αυτήν μου, κι' ας την στολίζη ευμορφιά, χάρις, τιμή κ' υγεία! Σε αγαπώ' όσον παιδί αγάπησε ποτέ του, ή όσον αγαπήθηκε ποτέ 'ς την γην πατέρας! Γλώσσα δεν είναι ικανή κι' αναπνοή δεν φθάνει την άμετρην αγάπην μου με λόγια να εκφράση.

ΚΟΡΔ. (καθ' εαυτήν). Κ' η Κορδηλία τι να 'πή : Ας αγαπά εκείνη κι' ας σιωπά.

ΛΗΡ Από εδώ έως αυτήν την άκρην, όλην την έκτασιν αυτήν με τα πυκνά της δάση, με τους μεγάλους ποταμούς, με τους πλουσίους κάμπους. τ' απέραντα λιβάδια της, την δίδω εις εσένα και εις τους απογόνους σου διά παντός! — Τι λέγει και η δευτέρα κόρη μου, η ακριβή Ρεγάνη, της Κορνουάλλης δούκισσα; — Ομίλησε, Ρεγάνη.

ΡΕΓ. Είμεθ' απ' ένα μέταλλον κ' εγώ και η αδελφή μου όσον εκείνην εκτιμάς, τόσον κ' εγώ αξίζω. Τα λόγια της το αίσθημα εκφράζουν της καρδιάς μου, αλλά δεν είπε αρκετά πόσον εγώ εντός μου αισθάνομαι ότι μισώ κάθ' ευτυχίαν άλλην και μόνον την αγάπην σου έχω απόλαυσίν μου!

ΚΟΡΔ. (καθ' εαυτήν). Ω Κορδηλία, τι πτωχή που είσαι συ! Αλλ' όχι! 'Στα λόγια είν' η πτώχεια μου, δεν είναι 'ς την αγάπην!

ΛΗΡ Ιδού· του βασιλείου μου το τρίτον εις εσένα κ' εις την κληρονομίαν σου διά παντός θ' ανήκη! Εις πλούτον, 'ς ωραιότητα κ' εις έκτασιν αξίζει όσον και το μερίδιον της Γονερίλης. — Τώρα εσύ χαρά μου, κόρη μου υστερογέννητή μου, αλλ' όχι υστεροάκριβη, εσύ 'πού σε γυρεύουν της Βουργουνδίας οι αγροί, τ' αμπέλια της Γαλλίας, λέγε, τι έχεις να μου' πής, ώστε το μερτικόν σου να γίνη πλουσιώτερον παρά των αδελφών σου;

ΚΟΡΔ. Τίποτ', αυθέντα.

ΛΗΡ Τίποτε!

ΚΟΡΔ. Τίποτε.

ΛΗΡ Δεν εβγαίνει τίποτε απ' το τίποτε. Ομίλησε και πάλιν.

ΚΟΡΔ. Ν' ανασηκώσω δεν 'μπορώ 'ς τα χείλη την καρδιάν μου, η δυστυχής! — Σε αγαπώ, αυθέντα, κατά χρέος, ως κόρη σου· 'λιγώτερον ή περιπλέον, όχι!

ΛΗΡ Πώς είπες; πώς; — Διόρθωσε τα λόγια σου ολίγον, να μη χαλάση η τύχη σου.

ΚΟΡΔ. Αυθέντα σεβαστέ μου, μ' εγέννησες, μ' ανέθρεψες, μ' αγάπησες εμένα· κ' εγώ το ό,τι χρεωστώ σου το ανταποδίδω: σε αγαπώ, σε σέβομαι, — σου είμ' υποταγμένη. Και διατί να 'πανδρευθούν λοιπόν αι αδελφαί μου, αν, καθώς λέγουν, αγαπούν εσένα κι' όχι άλλον; Εγώ, ανίσως 'πανδρευθώ, ο άνδρας 'πού με πάρη και την μισήν αγάπην μου, και το μισό μου χρέος και την μισήν φροντίδα μου εκείνος θα τα έχη. Αν είναι τον πατέρα μου και μόνον να λατρεύω, εγώ δεν υπανδρεύομαι ποτέ.

ΛΗΡ Αυτά τα λέγεις με την καρδιάν σου;

ΚΟΡΔ. Μάλιστα, αυθέντα σεβαστέ μου.

ΛΗΡ Τι νέα και αναίσθητη!

ΚΟΡΔ. Κ' ειλικρινής, αυθέντα.

ΛΗΡ Λοιπόν, να έχης προίκα σου την ειλικρίνειάν σου! Διότι, μα τας ιεράς ακτίνας του Ηλίου (5), μα της Εκάτης τ' άγια μυστήρια, μα όλην των άστρων την ενέργειαν, απ' όπου εξαρτάται και θάνατός μας και ζωή, εδώ σ' αποκηρύττω! Σ' αρνούμαι κάθε πατρικήν φροντίδα, σου αρνούμαι και αίματος συγγένειαν και σχέσιν, κ' από τώρα εις την καρδιάν μου έγινες και εις εμένα ξένη διά παντός! Καλλίτερα τον βάρβαρον τον Σκύθην, καλλίτερα τον άνθρωπον, 'πού τρώγει το παιδί του να χορτασθή, — καλλίτερα αυτούς να ελεήσω, και να τους δώσω συνδρομήν, και να τους αγκαλιάσω, παρά εσέ, που κόρην μου ένα καιρόν σε είχα!

ΚΕΝΤ. Καλέ αυθέντα!…

ΛΗΡ Σώπα, Κεντ! Ανάμεσα του δράκου και της οργής του μη χωθής! Πλειότερον απ' όλαις την αγαπούσα, κ' ήλπιζα παρηγοριάν να εύρω μια μέρα 'ς την αγάπην της. — Να μη σε βλέπω· φύγε! 'Σ τον τάφον μου ανάπαυσιν κ' ειρήνην να μην έχω, αν του πατρός της την καρδιάν ποτέ την ξαναεύρη! — Ποιος είν' εκεί; — Πηγαίνετε να φέρετε τον Γάλλον. Να έλθη και ο Βουργουνδός. — Αγαπητοί γαμβροί μου, 'ς των δύο θυγατέρων μου την προίκα και της τρίτης ας χωνευθή το μερτικόν· η δε αυθάδειά της, που λέγει ειλικρίνειαν, η προίκα της να είναι! Το κράτος μου ς' τους δύο σας μεταβιβάζω τώρα με τας τιμάς, που την πομπήν του χρόνου συνοδεύουν. Μόνον ιππότας εκατόν εγώ κρατώ κοντά μου, διά να μου τους τρέφετε και να τους συντηρήτε και με αυτούς θα κατοικώ 'ς εσάς με την αράδα, τον ένα μήνα 'ς του ενός, τον δεύτερον 'ς του άλλου. Τον τίτλον και το όνομα θα έχω βασιλέως, αλλά εσείς θα έχετε, αγαπητοί γαμβροί μου, κυβέρνησιν και δύναμιν και πλούτη κ' εξουσίαν. Ιδού· εις επικύρωσιν μοιράσετε εις δύο αυτό το στέμμα μου.

(Τοις εγχειρίζει το διάδημα αυτού)

ΚΕΝΤ. Ω Ληρ, πορφυρογεννημένε, εσύ, οπού σ' ετίμησα ως βασιλέα πάντα, κι' ως δούλος σ' υπηρέτησα, και σ' είχα ως πατέρα, εσύ, που προστάτην μου 'ς την προσευχήν μου σ' είχα…

ΛΗΡ Το τόξον μου ετέντωσα· τραβήξου απ' το βέλος!

ΚΕΝΤ Ας πεταχθή καλλίτερα κι' ας έμβη 'ς την καρδιάν μου! Αφού ο Ληρ είναι τρελλός, ας είν' ο Κεντ αυθάδης! Τι θέλεις, γέρε; Τι ζητείς; Θαρρείς ότι το χρέος θα φοβηθή να ομιλή, ενώ η κολακεία εξαπατά την δύναμιν; Να ομιλή με τόλμην είναι το χρέος της τιμής, εάν η εξουσία γυρνά 'ς την τρέλλαν. — Πρόσμεινε· μη την καταδικάζης· σκέψου καλά· χαλίνωσε την βίαν την φρικτήν σου. Η κεφαλή να μου κοπή, αν η μικρή σου κόρη σε αγαπά 'λιγώτερον εκείνη απ' ταις άλλαις. Άδεια δεν είναι η καρδιά που δεν αντιβουίζει με κούφια λόγια!

ΛΗΡ Σώπα, Κεντ, αν θέλης την ζωήν σου!

ΚΕΝΤ Δεν την εψήφησα ποτέ εμπρός εις τους εχθρούς σου, κι' ούτε ποτέ θα φοβηθώ μη τύχη και την χάσω, ενόσω τρέχεις κίνδυνον εσύ!

ΛΗΡ Να μη σε βλέπω!

ΚΕΝΤ. Ω! άνοιξε καλλίτερα τα 'μάτια, κι' άφησέ με να μ' έχη πάντοτε, ω Ληρ, το βλέμμα σου σημάδι.

ΛΗΡ Τώρα, μα τον Απόλλωνα…

ΚΕΝΤ Τι τους επικαλείσαι εις μάτην τώρα τους θεούς;

ΛΗΡ σύρων το ξίφος. Ω άπιστε προδότη!

ΔΟΥΞ ΑΛΒΑΝΙΑΣ και ΚΟΥΡΝΟΥΑΛΛΗΣ Ησύχασε, αυθέντα μου!

ΚΕΝΤ Φόνευσε τον ιατρόν σου να ιατρευθή το πάθος σου(6)! Πάρε τα δώρα 'πίσω, ή όσον 'βγαίνει μια φωνή από τον λάρυγγά μου θα κράζω: Έκαμες κακά!

ΛΗΡ Προδότη, άκουσέ με! Εζήτησες τους όρκους μου να τους καταπατήσω, πράγμα που δεν το έκαμα ποτέ εις την ζωήν μου, κ' ετόλμησες μ' αυθάδειαν μεγάλην ν' αψηφήσης, επίβουλε, το κράτος μου και την απόφασίν μου! Κι' η φύσις μου κ' η θέσις μου αυτό δεν το σηκώνει. Την έπαρσίν σου τιμωρώ, κ' ιδού η πληρωμή σου (7) Πέντε και μόνον ημερών σου δίδω προθεσμίαν να πορισθής τα χρήσιμα εις τα δεινά του βίου, εις δε την έκτην γύρισε την μισητήν σου ράχην και φύγε απ' το κράτος μου. Εάν εις την δεκάτην εδώ ακόμη ευρεθή, εις το βασίλειόν μου, το άνομον κ' εξόριστον κορμί σου, θάνατός σου θα είν' εκείνη η στιγμή! Να φύγης! Μα τον Δία, αυτήν μου την απόφασίν δεν θα την πάρω 'πίσω!

ΚΕΝΤ Υγίαινε. Αν φέρεσαι, ω Ληρ, μ' αυτόν τον τρόπον, ελευθερία είν' αλλού, κ' εδώ είν' εξορία! Ω Κορδηλία, οι θεοί 'ς την σκέπην των να σ' έχουν, εσέ, που σκέπτεσαι σωστά και δίκαια τα λέγεις!

(Προς την Ρεγάλην και την Γονερίλην).

Σεις, είθε με τα λόγια σας να συμφωνούν τα έργα κ' η γλύκα από τα χείλη σας καλούς καρπούς να φέρη!

(Προς τους δούκας).

Μ' αυτά, ω άρχοντες, ο Κεντ υγείαν σας αφίνει και νέους τόπους θα πατή, πλην τρόπους δεν αλλάζει!

(Αναχωρεί).

(Εισέρχεται ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ της ΓΑΛΛΙΑΣ, ο ΔΟΥΞ της ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΙΑΣ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ προπορευόμενος και συνοδεία).

ΓΛΟΣΤ. Ιδού, αυθέντα, έρχονται οι δύο ηγεμόνες.

ΛΗΡ 'Σ εσένα πρώτον στρέφομαι, της Βουργουνδίας δούκα, που έρχεσαι αντίζηλος αυτού του βασιλέως, και μου ζητείς την κόρην μου. Τι προίκα περιμένεις, κι' αλλέως αποσύρεσαι, αν δεν την δώσω;

ΒΟΥΡΓ. Μόνον ό,τι μου έταξες ζητώ, και ούτε περιμένω να δώσης ολιγώτερον.

ΛΗΡ Ω Βουργουνδέ γενναίε, αλήθεια τόσον ήξιζεν, όταν την αγαπούσα, αλλ' από τότ' εξέπεσε. Ιδού, εμπρός σου στέκει. Αν βλέπης τίποτ' αρεστόν ς' το υποκείμενόν της, ή κι' αν ολόκληρη αυτή σ' αρέση, προικισμένη με όχι άλλο τίποτε παρά με την οργήν μου. είν' ιδική σου, πάρε την!

ΒΟΥΡΓ. Τι να ειπώ δεν 'ξεύρω.

ΛΗΡ Ψεγαδιασμένη, έρημη και αποκηρυγμένη, με προίκα την κατάραν μου, αντί μ' ευχήν μ' οργήν μου, εάν την θέλης πάρε την· αν όχι, άφησέ την.

ΒΟΥΡ. Αυθέντα μου, συμπάθησε, αλλά μ' αυτούς τους όρους μ' αλλάζεις την απόφασιν.

ΛΗΡ Λοιπόν παραίτησέ την, διότι, μα τον Πλάστην μου, άλλην δεν έχει προίκα. Και συ, μεγάλε βασιλεύ, το άδικον να κάμω δεν θέλω 'ς την φιλίαν μας, να σε παρακινήσω την θυγατέρα που μισώ γυναίκα να την πάρης. Να στρέψης την αγάπην σου εκεί οπού τ' αξίζει, και όχι ς' ένα σίχαμα, που τώχει εντροπήν της κ' η φύσις πως την έπλασε!

ΒΑΣ. ΤΗΣ ΓΑΛ. Απίστευτον μου είναι, αυτή, των γηρατειών σου το βάλσαμον ως τώρα που λόγια μόλις εύρισκες να μου την επαινέσης, η ζηλευτή, η εκλεκτή, η ακριβή σου κόρη, να έπταισε διά μιας ενώπιόν σου τόσον και ν' αναποδογύρισε τόσαις αγάπης δίπλαις! Το πταίσιμόν της βέβαια θα είναι παρά φύσιν, εκτός αν εξεθώρισε η παλαιά στοργή σου. Αλλ' ότι τόσον έπταισεν αυτή δεν το πιστεύω, ούτε ο νους μου το χωρεί, εκτός αν από θαύμα!

ΚΟΡΔ. Παρακαλώ, αφού εγώ την τέχνην δεν την έχω άλλα να έχω εις τον νουν και εις την γλώσσαν άλλα, κι' αφού το ό,τι σκέπτομαι πριν το ειπώ το κάμνω, παρακαλώ και δέομαι φανέρωσε, αυθέντα, ότι δεν μ' απαρνήθηκες την χάριν κ' εύνοιάν σου διότι μ' εκηλίδωσε φόνος ή έγκλημ' άλλο, ή άσεμνον ατόπημα ή στραβοπάτημά μου, αλλά διότι είμαι πτωχή — αν και το έχω πλούτον, — ώστε μου λείπει κ' η 'ματιά που 'ξεύρει να ζητεύη, κ' η γλώσσα… οπού καύχημα το έχω να μου λείπη. κι' αν χάνω την αγάπην σου, διότι δεν την έχω!

ΛΗΡ Ποτέ μην είχες γεννηθή παρά να με πικράνης!

ΒΑΣ. ΓΑΛ. Το πταίσιμόν της είν' αυτό λοιπόν, — ο [δισταγμός της του να κηρύξη φανερά ό,τι διανοείται;

(Προς τον Βουργουνδόν).

Ειπέ, τι έχεις να ειπής, αυθέντα μου, 'ς την νέαν; Αγάπη δεν λογίζεται αγάπη ενωμένη μ' άλλης λογής λογαριασμούς, εις την αγάπην ξένους. Την θέλεις; Προίκα είν' αυτή και μόνη!

ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΟΣ (προς τον Ληρ.) Ω αυθέντα, την προίκα, όσην μόνος σου είχες προτείνει, δος την κ' ευθύς, ιδού το χέρι μου, η κόρη σου θα γίνη της Βουργουνδίας δούκισσα.

ΛΗΡ Το είπα· δεν αλλάζω!

ΒΟΥΡΓ. Λυπούμαι· αφού έχασες πατέρα, εξ ανάγκης χάνεις και άνδρα.

ΚΟΡΔ. Ο Θεός, ω Βουργουνδέ, μαζί σου. Δεν γίνομαι γυναίκα του εκείνου, που ζυγίζει με πλούτη την αγάπην του.

ΒΑΣ. ΓΑΛ. Ωραία Κορδηλία, η πτώχεια είναι πλούτος σου! Αφού σ' αποκηρύττουν σε βλέπω πλέον εκλεκτήν· και καταφρονημένη μου είσαι ακριβότερη. Σε θέλω ιδικήν μου κ' εσένα και ταις χάραις σου. Ιδού, εγώ το παίρνω, εγώ το απορριξιμιό! Η περιφρόνησίς σας μ' αυξάνει περισσότερον κ' υπόληψιν κι' αγάπην. Η κόρη σου η άπροικη 'ς τον κλήρον μου πεσμένη, ιδού, είν' η βασίλισσα κ' εμού και των 'δικών μου και της καλής Γαλλίας μου! Όλοι της γης οι δούκες αυτόν εδώ τον θησαυρόν, που δεν τον εκτιμάτε, από εμέ δεν ημπορούν να τον εξαγοράσουν! Αν και σε διώχνουν, άφες τους υγείαν, Κορδηλία. Χάνεις εδώ, όμως αλλού καλλίτερα θα εύρης.

ΛΗΡ Την 'πήρες, έχε την! Εγώ κόρην μου δεν την θέλω, ούτε ποτέ θα ξαναϊδώ, ποτέ, το πρόσωπόν της! Λοιπόν να φύγετ' απ' εδώ χωρίς ευχήν κι' αγάπην, χωρίς την ευλογίαν μου! — Ω Βουργουνδέ γενναίε, έλα(8).

Σάλπιγγες. Εξέρχονται ΛΗΡ, οι ΔΟΥΚΕΣ της ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΙΑΣ, της ΑΛΒΑΝΙΑΣ και της ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και αι συνοδείαι αυτών.

ΒΑΣ. ΓΑΛ. Αποχαιρέτισε τας δύο αδελφάς σου.

ΚΟΡΔ. Αποχωρίζετ' από σας, διαμάντια του πατρός μας, η Κορδηλία η πτωχή με δάκρυα 'ς τα μάτια. Ηξεύρω τι αξίζετε· αλλ' αδελφή σας είμαι· με τ' όνομά των να ειπώ τα ελαττώματά σας δεν θέλω. 'Σ τον πατέρα μας φιλόστοργα φερθήτε. Ας είναι η αγάπη σας κατά την καύχησίν σας. Εμένα τώρ', αλλοίμονον, δεν θέλει να με 'ξεύρη, ειδέ απ' άλλην σύστασιν ανάγκην δεν θα είχε. Ώρα καλή!

ΡΕΓ. Τα χρέη μας δεν θα μας τα διδάξης.

ΓΟΝΕΡ. Προσπάθησε καλλίτερα να μη δυσαρεστήσης τον άνδρα 'πού σ' ελέησε και σ' έστειλεν η Μοίρα. Από το σέβας έλειψες 'πού χρεωστείς, κ' αξίζεις να χάσης ό,τι έχασες.

ΚΟΡΔ. Τι κρύπτει η πονηρία θα τ' αποδείξη ο καιρός. Την σκεπαστήν κακίαν η Εντροπή θα την ιδή και θα την ξεσκεπάση. Ευδαιμονείτε!

ΒΑΣ. ΤΗΣ ΓΑΛ. Φεύγωμεν, ωραία Κορδηλία!

(Απέχονται Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ).

ΓΟΝΕΡ. Αδελφή, έχω πολλά να σου ομιλήσω διά μίαν υπόθεσιν, η οποία μας ενδιαφέρει πολύ και τας δύο. Ο πατέρας μας αναχωρεί απ' εδώ απόψε.

ΡΕΓ. Και βέβαια· τώρα θα τον έχετε σεις, και τον ερχόμενον μήνα ημείς.

ΓΟΝΕΡ. Τον βλέπεις τον γέροντα, πώς αλλάζει γνώμην; Μας το απέδειξε σήμερα με το παρεπάνω: Η πλέον αγαπημένη του ήτον η αδελφή μας, και όμως ιδέ, πώς χωρίς νόημα την αποκηρύττει.

ΡΕΓ. Του πταίουν τα γηράματα· μολονότι δα ποτέ του δεν ήξευρε να κρατηθή.

ΓΟΝΕΡ. Και εις τα καλά του ο θυμός τον εκυρίευε· ώστε πρέπει να το πάρωμεν απόφασιν, ότι θα υποφέρωμεν τώρα όχι μόνον τα φυσικά του ελαττώματα, αλλά κοντά εις αυτά και την ανησυχίαν και την παραξενιάν οπού φέρνουν μαζί των τα αρρωστημένα και χολιασμένα γηράματα.

ΡΕΓ. Θα μας παραζαλίζη κάθε ολίγον με τους θυμούς του, καθώς αυτήν την εξορίαν του Κεντ.

ΓΟΝΕΡ. Δεν λέγεις και τον τρόπον, με τον οποίον εχωρίσθηκε από τον Βασιλέα της Γαλλίας; Πρέπει να τα συμφωνήσωμεν μεταξύ μας. Αν αφήσωμεν την εξουσίαν εις τα χέρια του, κατά το κεφάλι οπού έχει θα μας έβγη ανάποδα το τελευταίον του χάρισμα (9).

ΡΕΓ. Να μελετήσωμεν καλά τι πρέπει να γίνη.

ΓΟΝΕΡ. Κάτι πρέπει να κάμωμεν, και μάλιστα ενόσω είναι ακόμη ζεστόν το πράγμα.

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Αίθουσα εν τω μεγάρω τον Κόμητος Γλόστερ. Εισέρχεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ κρατών εις χείρας επιστολήν

ΕΔΜ. Φύσις θεά μου είσαι συ! (10) Τον νόμον σου λατρεύω! Της συνηθείας διατί να γίνωμαι το θύμα και ν' αδικούμ' απ' των εθνών την πρόληψιν, διότι 'λίγα φεγγάρια προ εμού ήλθ' ένας αδελφός μου; Τι θα πη νόθος κι' αγενής; — Μήπως κ' εγώ δεν έχω σώμα γερόν, μορφήν καλήν και την ψυχήν γενναίαν, 'σάν κάθε άλλο γέννημα κυρίας τιμημένης; Τι νόθος; Έδγαρ γνήσιε, τον κλήρον σου τον θέλω. Τον νόθον απ' τον γνήσιον η πατρική αγάπη δεν τον χωρίζει. Γνήσιος! Ωραιοτάτη λέξις! Ω γνήσιε, το γράμμα μου να επιτύχη μόνον, και ξεπερνά τον γνήσιον ο αγενής Εδμόνδος. Θηριεύω τότε κ' ευτυχώ! Λοιπόν, θεοί, ελάτε, τους νόθους προστατεύετε!

Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ.

ΓΛΟΣΤ. Ο Κεντ εξωρισμένος! Και ωργισμένος έφυγεν ο Γάλλος! Και απόψε έφυγ' ο Ληρ! Παραίτησε και θρόνον κ' εξουσίαν κι' αρκείται με μηνιάτικο! Και έγιναν τα πάντα διά μιας εξαφνικά! — Εσύ, Εδμόνδε, είσαι; Τι νέα έχεις;

ΕΔΜΟΝΔΟΣ (κρύπτων δήθεν την επιστολήν)

Τίποτε, αυθέντα, δεν γνωρίζω.

ΓΛΟΣΤ. Τι κρύπτεις αυτό το γράμμα με τόσην βίαν;

ΕΔΜ. Δεν ηξεύρω τίποτε νέον, αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Τι χαρτί εδιάβαζες;

ΕΔΜ. Τίποτε, αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Τίποτε; Τι εχρειάζετο λοιπόν τόση βία να μου το κρύψης; Το τίποτε δεν έχει ανάγκην από τόσον κρύψιμον. Φέρε να ιδώ. Δος το. Αν είναι &τίποτε&, δεν θα χρειασθώ τα υαλιά μου.

ΕΔΜ. Συμπάθησέ με, αυθέντα μου, σε παρακαλώ. Είναι γράμμα του αδελφού μου. Δεν το εκαλοδιάβασα ακόμη, αλλά από ό,τι είδα, βλέπω ότι δεν είναι διά τα 'μάτια σου.

ΓΛΟΣΤ. Δος μου το γράμμα, σου λέγω.

ΕΔΜ. Θα κάμω άσχημα και αν σου το δώσω, και αν δεν σου το δώσω. Τα περιεχόμενά του, όσον ημπόρεσα να τα εννοήσω, είναι αξιοκατάκριτα.

ΓΛΟΣΤ. Να ιδώ, να ιδώ.

ΕΔΜΟΝΔΟΣ (εγχειρίζων την επιστολήν). Ελπίζω, χάριν του αδελφού μου, ότι μου τα έγραψε μόνον διά να με δοκιμάση.

ΓΛΟΣΤΕΡ (αναγινώσκων). «Η διαγωγή μας και το σέβας μας προς τα γηρατεία »μας κάμνουν να χάνωμεν την ηδονήν της ζωής, »τώρα οπού είναι ο καιρός μας, και μας στερούν τώρα »την περιουσίαν μας, διά να την απολαύσωμεν, όταν »δεν θα ήμεθα πλέον εις ηλικίαν να την χαρώμεν. »Αρχίζει να μου φαίνεται ανόητη και περιττή δουλεία »η τόση υποταγή μας εις την τυραννίαν ενός γέροντος, »ο οποίος μας κυβερνά, όχι διότι έχει την »δύναμιν, αλλά διότι τον αφίνομεν να την έχη. »Έλα να μ' ενταμώσης διά να σου ειπώ περισσότερα. »Αν ήτο τρόπος ν' αποκοιμηθή ο πατέρας μας, έως »που να τον εξυπνίσω εγώ, θα εγίνετο διά παντός »ειδική σου η μισή του περιουσία, και θα ήσο ο »αγαπημένος του αδελφού σου, Έδγαρ».

Α! Συνωμοσία! «Ν' αποκοιμηθή, έως ου να τον εξυπνίσω». — Θα εγίνετο ιδική σου η μισή του περιουσία. — Ο Έδγαρ, ο υιός μου! Είχε χέρι να τα γράψη αυτά! Είχε καρδιάν να τα σκεφθή! — Πότε το έλαβες αυτό; Ποίος σου το έφερε;

ΕΔΜ. Δεν μου το έφερε κανείς. Εδώ ήτον η τέχνη. Το ηύρα πεταγμένον μέσα από το παράθυρόν μου.

ΓΛΟΣΤ. Γνωρίζεις το γράψιμον του αδελφού σου;

ΕΔΜ. Αν έγραφε καλά πράγματα, θα έπαιρνα όρκον ότι είναι το γράψιμόν του. Τώρα όμως εύχομαι να μην είναι ιδικόν του.

ΓΛΟΣΤ. Ιδικόν του είναι!

ΕΔΜ. Το έγραψε με το χέρι του, αυθέντα μου, αλλ' όχι και με την καρδιάν του ελπίζω.

ΓΛΟΣΤ. Δεν σου έκαμεν άλλοτε ομιλίαν δι' αυτήν την υπόθεσιν;

ΕΔΜ. Ποτέ, αυθέντα μου. Αλλά τον ήκουσα συχνά να υποστηρίζη, ότι όταν τα παιδιά ηλικιωθούν και οι πατέρες γηράσουν, πρέπει το παιδί να κηδεμονεύη τον πατέρα και να παίρνη εις τα χέρια του την περιουσίαν.

ΓΛΟΣΤ. Ω, τον αχρείον! Αυτό είναι το νόημά του και εις το γράμμα! Ω, τον κακούργον! Το τέρας! Το θηρίον! Χειρότερος από θηρίον! Πήγαινε να μου τον εύρης. θέλω να τον συλλάβω τον αχρείον! Πού είναι;

ΕΔΜ. Δεν ηξεύρω, αυθέντα μου. Εάν θέλη να κάμης υπομονήν και να μη ξεσπάση η οργή σου εναντίον του αδελφού μου, παρά αφού βεβαιωθής τι σκοπούς έχει, νομίζω ότι αυτό θα είναι το καλλίτερον. Ενώ, αν βιασθής και τον τιμωρήσης, και έπειτα ιδής έξαφνα ότι είχες λάθος και τον παρενόησες, τότε και εις την ιδικήν σου τιμήν θα κάμης άδικον, και την ιδικήν υποταγήν θα την κόψης σύρριζα. Το κεφάλι μου βάζω ότι αυτά μου το έγραψε διά να με δοκιμάση, αν σε αγαπώ, και όχι με άλλον κακόν σκοπόν.

ΓΛΟΣΤ. Νομίζεις;

ΕΔΜ. Αν το εγκρίνης, να σε κρύψω εις μέρος, όπου να μας ακούσης να τα λέγωμεν, ώστε να πεισθής με τ' αυτιά σου. Και απόψε μάλιστα, χωρίς να τ' αναβάλωμεν περισσότερον.

ΓΛΟΣΤ. Δεν ημπορεί να είναι τόσον τέρας…

ΕΔΜ. Όχι, βέβαια δεν είναι!

ΓΛΟΣΤ. Να θέλη το κακόν του πατρός του, ο οποίος τόσον τον αγαπά! Γη και Ουρανέ! — Πήγαινε να τον εύρης, [Εδμόνδε. Κύτταξε να τον εξετάσης. Κατάφερέ τα, όπως σε φωτίση ο νους σου. Έδιδα ό,τι και αν έχω διά να βεβαιωθώ την αλήθειαν.

ΕΔΜ. Πηγαίνω, αυθέντα μου, αμέσως. Θα προσπαθήσω να καταφέρω το πράγμα, όπως ημπορέσω καλλίτερα, και σε πληροφορώ ευθύς.

ΓΛΟΣΤ. Αυταί αι τελευταίαι εκλείψεις του Ηλίου και της Σελήνης δεν μας προμηνύουν τίποτε καλόν. Μολονότι η φυσική επιστήμη μας εξηγεί αυτά τα φαινόμενα κατά ένα ή άλλον τρόπον, τα επακόλουθά των όμως κάμνουν άνω κάτω την φύσιν. Η αγάπη ψυχραίνεται· η φιλία παύει· τα αδέλφια χωρίζονται· ταραχαί εις τας πόλεις, διχόνοιαι εις τα έθνη, προδοσίαι εις τα παλάτια· και ραγίζονται δεσμοί μεταξύ πατρός και υιού. Του αχρείου υιού μου η διαγωγή είναι μέσα εις αυτά τα προμηνύματα! Ο υιός εναντίον του πατρός του! — Ο δε βασιλεύς καταπατεί και αυτός τους νόμους της φύσεως! Εκεί ο πατέρας είναι εναντίον του παιδιού του! — Επέρασε και 'πάγει ο καλός μας ο καιρός! Τώρα συνωμοσίαι, απιστίαι, προδοσίαι και καταστροφαί μας ταράζουν και μας συνοδεύουν έως τον πάτον! — Πήγαινε να τον εύρης, Εδμόνδε, τον κακούργον. Δεν θα ζημιωθής εσύ από τούτο. Πρόσεχε καλά τι θα κάμης. — Και ο αγαθός και πιστός Κεντ εξόριστος! Και τι είναι το πταίσμα του; Η τιμιότης! Παράδοξα πράγματα!

(Απέρχεται).

ΕΔΜ. Τι μάταιος ο άνθρωπος! Άμα η Τύχη του αρρωστήση (και συχνά την αρρωστά μόνος του από το πολύ παραχόρτασμα), αμέσως θα εύρη, ότι του πταίει ο ήλιος ή η σελήνη ή τα άστρα! Ωσάν να γινώμεθα αχρείοι εξ ανάγκης· ωσάν να μας κάμνη ανοήτους η πίεσις των ουρανών ωσάν να μας κάμνη των σφαιρών η ενέργεια κακοήθεις, κλέπτας και προδότας· ή ωσάν να μας βιάζη των πλανητών η δύναμις να γινώμεθα μέθυσοι, ψεύσται και πόρνοι! Ό,τι κακόν έχομεν μέσα μας θεία είναι η καταγωγή του! Περίφημα το σοφίζεται ο αισχρογεννημένος άνθρωπος, να φορτώνη εις τα άστρα κάθε του κτηνώδη ορμήν! Ο πατέρας μου τα εταίριαξε με την μητέρα μου κάτω από τον αστερισμόν του Δράκοντος, κ' εγώ έτυχε να γεννηθώ κάτω από τον αστερισμόν της Μεγάλης Άρκτου, άρα, είμαι θηριώδης και ασελγής. Σιγά! Θα ήμουν, όπως είμαι, και αν το πλέον παρθενικόν άστρον του στερεώματος ελαμπύριζεν εκεί επάνω την ώραν οπού μ' εγεννοβολούσαν!

(Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν). Ιδού· εξεφύτρωσε με την ώραν του, καθώς η λύσις των παλαιών κωμωδιών! (11) Ας κάμω τον μελαγχολικόν και ας αρχίσω με αναστεναγμούς! — Αχ! αι εκλείψεις τα πταίουν και καταστρέφουν την αρμονίαν μας! Φα, σολ, λα, μι (12).

ΕΔΓΑΡ Τι έπαθες, Εδμόνδε αδελφέ; Τι είσαι τόσον συλλογισμένος;

ΕΔΜ. Συλλογίζομαι, αδελφέ, μίαν προφητείαν, την οποίαν εδιάβασα ταις προάλλαις, το τι θα μας φέρουν αι εκλείψεις αυταί.

ΕΔΓΑΡ Με αυτά τα πράγματα χάνεις τον καιρόν σου;

ΕΔΜ. Σε βεβαιώνω ότι κατά δυστυχίαν όλα τα κακά, όσα προλέγεις γίνονται. Ήγουν, μαλλώματα μεταξύ γονέων και παιδιών, θάνατοι, πείνα, διαλύσεις παλατιών, φιλιών, διχόνοιαι εις το κράτος, φοβέραι και κατάραι εναντίον βασιλέων και αρχόντων, δυσπιστίαι χωρίς λόγον, εξορίαι φίλων, διασπορά στρατευμάτων, χαλάσματα γάμων, και δεν ηξεύρω τι ακόμη!

ΕΔΓΑΡ Από πότε έπεσες εις την σπουδήν της αστρολογίας;

ΕΔΜ. Έλα, έλα! Από πότε έχεις να ιδής τον πατέρα μου;

ΕΔΓΑΡ Τον είδα χθες βράδυ.

ΕΔΜ. Του μίλησες;

ΕΔΓΑΡ Συνωμιλούσαμεν δύο ώραις.

ΕΔΜ. Εχωρισθήκατε αγαπημένοι; Δεν σου έδειξε δυσαρέσκειαν, είτε με λόγια είτε με τον τρόπον του;

ΕΔΓΑΡ Διόλου!

ΕΔΜ. Συλλογίσου τι έκαμες να τον θυμώση. Το καλόν οπού σε θέλω, απόφευγέ τον, έως ου να κρυώση ο θυμός του. Τώρα είναι τόσον αναμμένος εναντίον σου, ώστε δεν θα τον ησύχαζε άλλο τι παρά να σ' έβλεπε να κακοπάθης.

ΕΔΓΑΡ Κανείς αχρείος θα μ' εσυκοφάντησε.

ΕΔΜ. Το υποπτεύομαι. Έχε υπομονήν, έως ου να μετριασθή η έξαψίς του. Κάμε ό,τι σου λέγω. Κλείσου εις την κατοικίαν μου και θα σου εύρω τρόπον ν' ακούσης τον πατέρα μας τι λέγει. Πήγαινε, σε παρακαλώ. Πάρε το κλειδί μου· κύτταξε, αν τύχη και σαλεύσης απ' εκεί, να ήσαι ωπλισμένος.

ΕΔΓΑΡ Ωπλισμένος, αδελφέ!

ΕΔΜ. Αδελφέ, σε συμβουλεύω διά το καλόν σου. Να μην είμαι τίμιος άνθρωπος, αν δεν τρέχης κίνδυνον. Σου είπα ό,τι είδα και ό,τι άκουσα· αλλά δεν σου είπα κάθε τι· δεν σου είπα πόσον φοβερά είναι τα πράγματα! Φύγε σε παρακαλώ.

ΕΔΓΑΡ Θα σε δω γρήγορα;

ΕΔΜ. Έχω την φροντίδα σου.

(Απέρχεται ο ΕΔΓΑΡ)

Πατέρας ευκολόπιστος και αδελφός αθώος! Απ' το να κάμη το κακόν αυτός απέχει τόσον, ώστε δεν υποπτεύεται κακίαν εις τους άλλους. Θα παίξω με την τέχνην μου την αγαθότητα του! Η γέννησίς μου μ' αδικεί — ας με πλουτίση ο νους μου. Τολμώ τα πάντα, μου αρκεί να κάμω τους σκοπούς μου. (13)

(Απέρχεται)

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Αίθουσα εν τω μεγάρω του Δουκός της Αλβανίας· (Εισέρχονται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΓΟΝΕΡ. Τον έδειρε ο πατέρας μου τον άνθρωπόν μου λέγεις διότι του εμάλλωνε τον γελωτοποιόν του;

ΟΣΒΑΛ. Ναι!

ΓΟΝΕΡ. Βάσανόν μου είν' αυτός και νύκτα και ημέραν! Νέον ξεσπάνει άτοπον κάθε στιγμήν και ώραν και όλους μας αιώνια μας έχει άνω κάτω! Αυτό δεν υποφέρεται! Κατήντησαν αυθάδεις οι άνθρωποί του, αυτός δε οργίζεται μαζί μας εις κάθε ψύλλου πήδημα! Να τον ιδώ δεν θέλω, όταν απ' το κυνήγι του θα επιστρέψη τώρα. — Αν τα θελήματά [του δεν τα ψηφάς κάμνεις καλά· επάνω μου το παίρνω και μη σε [μέλει!

Σάλπιγγες έσωθεν.

ΟΣΒΑΛ. Έρχεται, κυρία, τον ακούω.

ΓΟΝΕΡ. Και συ κ' οι άλλοι κάμετε ότι τον αμελείτε, κι' ας μου το παραπονεθή. Εάν δεν του αρέση, 'ς της αδελφής μου ημπορεί, αν θέλη, να κοπιάση. Εγώ το ξεύρω: είμεθα κ' αι δύο μας μια γνώμη και δεν θα τον αφήσωμεν να μας καβαλλικεύση. Ανόητον γερόντιον! Και πώς; Την εξουσίαν αφού μας την εχάρισε, την θέλει να την έχη! Μα την ζωήν μου, καταντούν ωσάν μωρά οι γέροι, κ' αν βλάπτη το καλόπιασμα, τους πρέπει αυστηρότης. Το τι σου είπα μη ξεχνάς!

ΟΣΒΑΛ. Πολύ καλά, κυρία.

ΓΟΝΕΡ. Και κρύα τους ιππότας του μεταχειρίζεσθέ τους. Ειπέ το 'ς τους συνδούλους σου. Ας έβγη, ό,τι έβγη! Άλλο δεν ήθελα κ' εγώ ή αφορμήν να εύρω να του ειπώ την γνώμην μου. — Θα γράψω 'ςτην Ρεγάνην να του φερθή, όπως κ' εγώ. — Ετοίμασε το γεύμα.

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Αυλή εν τω αυτώ μεγάρω. (Εισέρχεται ΚΕΝΤ μετημφιεσμένος.)

ΚΕΝΤ Εάν και ήχον δανεικόν 'μπορέσω ν' αποκτήσω, ως κ' η φωνή μου να κρυφθή, τότ' εκτελείται ίσως ο αγαθός μου ο σκοπός που μ' έκαμε ν' αλλάξω μορφήν και πρόσωπον. — Λοιπόν, ω Κεντ, εξωρισμένε, εκεί οπού σ' επαίδευσαν, αν σε δεχθούν ως δούλον, ο σεβαστός σου κύριος ακούραστον θα σ' εύρη!

(Εισέρχεται ο ΛΗΡ ακολουθούμενος υπό ΙΠΠΟΤΩΝ και συνοδείας).

ΛΗΡ Να μην αργοπορήση ούτε στιγμήν το γεύμα μου. Ετοιμάσατέ μου το αμέσως. — Ποιος είσαι συ;

ΚΕΝΤ Είμ' ένας άνθρωπος, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Τι θέλεις εδώ; Τι επαγγέλλεσαι;

ΚΕΝΤ Τι επαγγέλλομαι; Να μην είμαι χειρότερος από ό,τι φαίνομαι — να υπηρετώ πιστά όποιον μ' εμπιστεύεται· ν' αγαπώ τους καλούς — να τα ταιριάζω με τους φρόνιμους και με όσους έχουν τα λόγια των ολίγα· να φοβούμαι τον νόμον· να πολεμώ, όταν δεν ημπορώ να το αποφύγω, και να μην τρώγω ψάρι (14).

ΛΗΡ Τι είσαι;

ΚΕΝΤ Είμαι ένας άνθρωπος καλόκαρδος, και πτωχός.. ωσάν βασιλεύς.

ΛΗΡ Αν είσαι ως υπήκοος ίσα με τον βασιλέα πτωχός, είσαι πτωχός και τω όντι! Και τι ζητείς;

ΚΕΝΤ Να δουλεύσω.

ΛΗΡ Και ποίον θέλεις να δουλεύσης;

ΚΕΝΤ Εσένα.

ΛΗΡ Με γνωρίζεις, άνθρωπε;

ΚΕΝΤ Όχι. Όμως έχεις εις το πρόσωπον κάτι, το οποίον μου δίδει την όρεξιν να σε κάμω κύριόν μου.

ΛΗΡ Και τι είναι αυτό;

ΚΕΝΤ Μεγαλείον!

ΛΗΡ Και τι ηξεύρεις να κάμνης;

ΚΕΝΤ Ηξεύρω να κρατώ μυστικά, να καβαλλικεύω, να τρέχω, να λέγω άνοστα μίαν νόστιμην ιστορίαν και στραβά ένα ίσιον μήνυμα. Ό,τι ημπορεί να κάμη ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ημπορώ κ' εγώ να το καταπιασθώ. Και το καλλίτερόν μου προτέρημα είναι η καλή θέλησις.

ΛΗΡ Πόσων χρόνων είσαι;

ΚΕΝΤ Δεν είμαι ούτε τόσον νέος, ώστε να ερωτεύωμαι κάθε γυναίκα, οπού μου τραγουδήση, ούτε τόσον γέρος, ώστε να τα χάνω διά κάθε γυναίκα με το τίποτε. Έχω τους σαράντα οκτώ εις την ράχην.

ΛΗΡ Έλα μαζί μου. Αν και αφού γευθώ δεν μου φανής χειρότερος από τώρα, σε παίρνω εις την δούλευσίν μου. Μείνε κοντά μου εν τοσούτω. — Το γεύμα! Αι, το γεύμα! — Πού είναι το παιδί; Πού είναι ο τρελλός μου; — Πήγαινε συ να μου τον φέρης.

(Εξέρχεται είς υπηρέτης. Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΛΗΡ Εσύ, — εσένα λέγω, πού είναι η κόρη μου;

ΟΣΒ. Με συμπάθειον…

(Απέρχεται).

ΛΗΡ Τι λέγει αυτός εκεί; Φέρε μου τον εδώ! Το κνώδαλον!

Εξέρχεται είς ΙΠΠΟΤΗΣ.

Πού είναι ο τρελλός μου; Αποκοιμήθηκε ο κόσμος όλος εδώ;

Επιστρέφει ο ΙΠΠΟΤΗΣ.

Αι, λοιπόν; Πού είναι αυτός ο μούλος;

ΙΠΠΟΤ. Λέγει, αυθέντα μου ότι δεν είναι καλά η κόρη σου.

ΛΗΡ Και πώς δεν ήλθεν οπίσω, το ζώον, όταν τον έκραξα;

ΙΠΠΟΤ. Μου το είπεν ολοστρόγγυλα, αυθέντα μου· δεν θέλει να έλθη!

ΛΗΡ Δεν θέλει!

ΙΠΠΟΤ. Αυθέντα μου, δεν ηξεύρω τι τρέχει· αλλά δεν βλέπω πλέον εδώ την συνηθισμένη περιποίησιν διά την Μεγαλειότητά σου. Μου φαίνεται να ωλιγόστευσεν η προθυμία όχι μόνον των υπηρετών, αλλά και του δουκός και της θυγατρός σου.

ΛΗΡ Α! Σου φαίνεται;

ΙΠΠΟΤ. Παρακαλώ να με συμπαθήσης, αυθέντα μου, αν έκαμα λάθος. Αλλά το θεωρώ χρέος μου να μη σιωπώ, όταν νομίζω ότι σου γίνεται άδικον.

ΛΗΡ Μου ενθυμίζεις πράγμα, το οποίον μου επέρασεν από τον νουν κ' εμένα. Το παρετήρησα, ότι κάπως με αμελούν εδώ τώρα τώρα. Αλλά το απέδωκα εις ιδικήν μου παραξενιά και όχι εις κακήν πρόθεσιν ιδικήν των. Θα το εξετάσω καλλίτερα. — Αλλά πού είναι ο τρελλός μου; Έχω δύο ημέρας να τον ιδώ.

ΙΠΠΟΤ. Είναι καταλυπημένος, αφ' ότου ανεχώρησε διά την Γαλλίαν η κόρη σου.

ΛΗΡ Αρκεί. Το παρετήρησα κ' εγώ. — Πήγαινε συ και ειπέ της κόρης μου ότι θέλω να της ομιλήσω.

Εξέρχεται ο υπηρέτης.

Και συ, πήγαινε να μου φέρης εδώ τον τρελλόν μου. Εξέρχεται είς υπηρέτης. Επιστρέφει ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

ΛΗΡ Έλα εδώ εσύ, κύριε· έλα εδώ. Ποιος είμαι εγώ;

ΟΣΒ. Ο πατέρας της κυρίας μου.

ΛΗΡ Ο πατέρας της κυρίας σου! Παληόδουλε του κυρίου σου! Βρωμόσκυλε! Αχρείε!

ΟΣΒ. Δεν είμαι τίποτε από όλ' αυτά, αυθέντα, με συμπάθειον.

ΛΗΡ Τολμάς να με βλέπης 'ς το πρόσωπον, αυθάδη!

Τον ραπίζει.

ΟΣΒ. Δεν θέλω να με κτυπάς, αυθέντα.

ΚΕΝΤ (ρίπτων αυτόν καταγής). Κάμε λοιπόν μίαν κουτρουβάλαν, παληάνθρωπε!

ΛΗΡ Ευχαριστώ, παλληκάρι μου! Μου έκαμες δούλευσιν και σε αγαπώ.

ΚΕΝΤ Έλα· σήκω και ξεκουμπίσου! Να σου μάθω εγώ να σέρνεσαι! Φύγε απ' εδώ! Έχεις όρεξιν να ξαναπάρης καταγής το μέτρος σου, ζώον; Φύγε, σου λέγω· αν έχης γνώσιν, φύγε!

(Τον σπρώχνει απερχόμενον).

ΛΗΡ (δίδων χρήματα εις τον Κεντ). Ευχαριστώ, φίλε. Σε παίρνω εις την δούλευσίν μου. Να ο αρραβώνας σου.

(Εισέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤ. Να του δώσω κ' εγώ αρραβώνα. Ιδού· πάρε τον σκούφον μου.

Προσφέρει τω ΚΕΝΤ τον κωδωνοφόρον αυτού πίλον.

ΛΗΡ Καλώς το παιδί μου! Τι γίνεσαι;

ΓΕΛΩΤ. (Προς τον Κεντ). Άκουσέ με, σου λέγω, και πάρε τον σκούφον μου.

ΚΕΝΤ Διατί, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Διατί; Διότι πηγαίνεις με τους ξεπεσμένους. Αν δεν ηξεύρης να γελάς εκεί, από όπου ο αέρας φυσά, θ' αρπάξης γρήγορα κρυολόγημα. Να, πάρε τον σκούφον μου. — Αυτός που βλέπεις εξώρισε τας δύο κόρας του, κ' έδωκε εις την τρίτην την ευχήν του, χωρίς να το θέλη. Αν μείνης κοντά του, σου πρέπει ο σκούφος μου. — Τι νέα, παππού; — Κρίμα να μην έχω δύο σκούφους και δύο κόρας.

ΛΗΡ Διατί, παιδί μου;

ΓΕΛΩΤ. Αν εχάριζα ό,τι και αν είχα εις τας κόρας μου, θα εκρατούσα δι' εμένα και τους δύο σκούφους. Να· πάρε τον ιδικόν μου, και ζήτησε άλλον ένα από τας κόρας σου.

ΛΗΡ Πρόσεχε, κύριε, να μη παίξη ξύλον.

ΓΕΛΩΤ. Η αλήθεια είναι μία σκύλα και της πρέπει ν' αλυσοδένεται και να τρώγη ξύλον, ενώ τα χαδευμένο σου σκυλάκι βρωμολογά, ’ξαπλωμένο εμπρός εις την φωτιά.

ΛΗΡ Αυτά τα λέγεις να με πειράξης!

ΓΕΛΩΤ. Άκουσε να σου μάθω ένα γνωμικό.

ΛΗΡ Λέγε.

ΓΕΛΩΤ. Άκουε, παππού: Έχε πλειότερα απ' όσα ξοδεύεις, λέγε λιγώτερα απ ’όσα γνωρίζεις, βάστα πλειότερα απ' όσα δανείζεις, μην περιπατής όταν ημπορής να καβαλικεύης, άκουε πολλά κ’ ολίγα να πιστεύης, όλα σου τα κέρδη μη τα κινδυνεύεις, μη μεθοκοπάς ούτε να πορνεύης, κάθου και ησύχαζε, κ' έτσι θα κερδίζης εις τα κάθε είκοσι, δέκα δυο φοραίς.

ΚΕΝΤ Αυτό και το τίποτε είναι ένα, τρελλέ.

ΓΕΛΩΤ. Και τι συμβουλήν περιμένεις από απλήρωτον δικηγόρον; Τι μου επλήρωσες, εσύ; — Ημπορείς, παππού, να ’βγάλης κάτι από το τίποτε :

ΛΗΡ Όχι παιδί μου. Από το τίποτε δεν’βγαίνει τίποτε.

ΓΕΛΩΤ. προς τον Κεντ. Ειπέ του, σε παρακαλώ, ότι άλλο τόσον’βγάζει από τα βασίλειά του. Αν του το ειπή ο τρελλός, δεν θα τον πιστεύση.

ΛΗΡ Α, κακέ τρελλέ!

ΓΕΛΩΤ. Ποία είναι η διαφορά μεταξύ ενός κακού και ενός καλού τρελλού; Ηξεύρεις, παλληκάρι μου;

ΛΗΡ Όχι, αγόρι μου· μάθε μου την.

ΓΕΛΩΤ. _Όποιος είν' αυτός, που είχε σοφισθή κ' είπε να χαρίσης τα βασίλειά σου, φέρε τον εδώ, κοντά μου να σταθή· ή εσύ δι’ εκείνον στάσου. Δυο τρελλοί θα είναι τότ' εδώ εμπρός, ο κακός ο ένας κι’ άλλος ο καλός. Παρδαλά φορεί ένας, ο σκουφάτος· και ο άλλος νά τος!

ΛΗΡ Τρελλόν με λέγεις εμένα;

ΓΕΛΩΤ. Όλους σου τους άλλους τίτλους τους παραίτησες. Αυτόν τον έχεις εκ γενετής σου.

ΚΕΝΤ Αυτά οπού λέγει δεν είναι όλα τρέλλα, αυθέντα μου.

ΓΕΛΩΤ. Όχι βέβαια! Πού με αφίνουν οι μεγάλοι και οι τρανοί να έχω όλην την τρέλλαν εγώ; Αν την είχα μονοπώλιον, θα μου εγύρευαν κ' εκείνοι μερτικόν. Και αι αρχόντισσαις δεν θα μου την άφιναν να την έχω εγώ όλην· θα μου την ήρπαζαν (15). Παππού, δος μου έν αυγό, να σου δώσω δύο κορώναις.

ΛΗΡ Τι κορώναις θα μου δώσης;

ΓΕΛΩΤ. Εκείναις οπού θ' απομείνουν, αφού σπάσω το αυγό εις την μέσην και φάγω ό,τι έχει μέσα. Όταν την έσπασες εις δύο την βασιλικήν σου κορώνα κ' εχάρισες τα δύο κομμάτια, εφόρτωσες τον γάδαρον εις την ράχην σου να τον περάσης επάνω από ταις βρώμαις. Πού τα είχες τα μυαλά σου, όταν την εχάριζες την χρυσήν σου κορώνα; Αν σου ειπή κανείς, ότι ο τρελλός σου λέγει τρέλλαις, δος του ξύλο.

(άδει:)

Η χρονιά εφέτος είναι των τρελλών έγιναν οι φρόνιμοι κουτοί, και κανείς δεν ξεύρει τι χορόν κρατεί, και σου κάμνουν όλοι άλλα των αλλών.

ΛΗΡ Από πότε έγινες τόσον του τραγουδιού, κύριε;

ΓΕΛΩΤ. Από τον καιρόν όπου οι θυγατέρες σου έγιναν μητέρες σου παππού. Διότι από τότε οπού έβαλες εις τα χέρια των το ξύλο και συ κατέβασες τα βρακιά σου, από τότε.

(άδει:) Απ' την χαρά τους κλαίουν εκείναι και απ' την λύπην εγώ τραγουδώ, τον βασιλέα μου πως να ιδώ όπως παιδάκι μωρόν να είναι

Παρακαλώ, παππού, πάρε μου δάσκαλον να με μάθη να λέγω ψεύματα. Πώς ήθελα να μάθω να λέγω ψεύματα!

ΛΗΡ Αν ειπής ψεύμα. κύριε, θα σε ξυλίσω.

ΓΕΛΩΤ. Δεν ημπορώ να καταλάβω τι συγγένειαν έχεις με ταις κόραις σου. Εκείναις με ξυλίζουν, διότι λέγω την αλήθειαν· εσύ θέλεις να με ξυλίσης, αν ειπώ ψεύμα. Κάποτε ταις τρώγω, διότι δεν λέγω τίποτε. Ήθελα να είμαι κάθε άλλο παρά τρελλός. Δεν ήθελα όμως να είμαι ο Ληρ, παππού. Εξεφλούδισες το καύκαλό σου και από τα δύο μέρη, και δεν σου έμεινε μέσα τίποτε. — Ιδού, έρχεται το ένα ξεφλούδισμα,

Εισέρχεται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ.

ΛΗΡ Τι έχεις, κόρη μου; Τι θέλει αυτό το σούφρωμα εκεί; Ωσάν να τα πολυσουφρώνης τώρα τώρα τα φρύδια σου.

ΓΕΛΩΤ. Καλά την είχες, όταν δεν σ' έμελλε είτε τα σουφρώνει είτε όχι. Τώρα έγινες ένα μηδενικόν χωρίς τίποτε απ' εμπρός του. Πάλιν καλλίτερός σου εγώ. Εγώ είμαι τουλάχιστον τρελλός. Εσύ δεν είσαι τίποτε.

Προς την Γονερίλην.

Βέβαια, βέβαια· θα την μαζεύσω την γλώσσαν μου. Μου το προστάζει η ματιά σου, αν και δεν λέγης λέξιν. Βούβα, Βούβα!

Αν σου λείψει του ψωμιού η ψίχα και η κόρα απ ’ εκεί που χόρταινες, θα σου έλθει πείνα τώρα

Να ένα ξεκουκκισμένο ρεβίθι. (Δείχνει τον Ληρ).

ΓΟΝΕΡ. Δεν φθάνει μόνον ο τρελλός αυτός σου ο αυθάδης αλλά κ' οι αναιδέστατοι ακόλουθοί σου όλοι μαλλοκοπούν και πιάνονται κάθε στιγμήν και ώραν και είναι ανυπόφορα τα ατακτήματά των! Ενόμιζα πως έφθανε το πράγμα να το μάθης διά να παύση το κακόν. Αλλ' ύστερον απ' όλους τους λόγους και τους τρόπους σου αρχίζω να φοβούμαι ότ' είναι με το θέλημα και με την άδειάν σου. Αν η αλήθεια είν' αυτή, ιδού 'πού σου το λέγω: δεν ημπορεί με σιωπήν το πράγμα να περάση, και ούτε η διόρθωσις η πρέπουσα θα λείψη. Ίσως βαρύ θα σου φανή εκείνο που θα γίνη, κ' ίσως θα είναι εντροπή· αλλ' όμως η ανάγκη ως μέτρον της φρονήσεως θα το υπαγορεύση.

ΓΕΛΩΤ. Διότι 'ξεύρεις, ω παππού.

τόσον καιρόν τον έτρεφε τον κούκκον ο σπουργίτης ως που του κούκου τα παιδιά έφαγαν τον σπουργίτην.

Κ' εκεί ο λύχνος έσβυσε, κ' εμείναμεν 'ς το σκότος (16).

ΛΗΡ Είσαι η κόρη μου;

ΓΟΝΕΡ. Aρκεί! θέλω να κάμνης χρήσιν του λογικού, που βέβαια διόλου δεν σου λείπει, κι' αυτούς τους θυμούς οπού σε κάμνουν τώρα να γίνεσ ’ άλλος άνθρωπος παρά το φυσικόν σου.

ΓΕΛΩΤ. Μήπως το γαϊδούρι δεν βλέπει πότε το αμάξι σέρνει το άλογο; Εμπρός! Τράβα να μου ζήσεις.

ΛΗΡ Ποιος θα μου πη ποιος είμ' εγώ; Ο Ληρ αυτός δεν είναι. Ο Ληρ εδώ περιπατεί; Αυτά ο Ληρ τα λέγει; Τι έγιναν τα μάτια του; Ή μη αδυνατίζει κ' εις λήθαργον ευρίσκεται ο νους του; — Ή κοιμάται; Α! Όχι! — Δεν θα μου ειπή κανείς εδώ ποιος είμαι;

ΓΕΛΩΤ. Ίσκιος του Ληρ!

ΛΗΡ Ποιος είμ' εγώ, ειπήτε μου. Διότι μ’ επλάνεσε κι ο θρόνος μου, κ’ η κρίσις μου κι ο νους [μου και μ’ είχαν κάνει να φρονώ πως έχω θυγατέρας.

ΓΕΛΩΤ. Κι' αυταίς πατέρα ευπειθή ηθέλησαν να έχουν.

ΛΗΡ Ωραία μου αρχόντισσα, μου λέγεις τ' όνομά σου :

ΓΟΝΕΡ. Κ' η απορία σου αυτή ταιριάζει μ' όλα τάλλα. Παρακαλώ, τους λόγους μου καλά εννόησέ τους. Αν είσαι γέρος σεβαστός, και γνωστικός να είσαι. Εδώ μας έχεις εκατόν ιππότας, ένα κ' ένα, δοσμένους 'ς το ξεφάντωμα κι' αυθάδεις και ατάκτους τόσον, 'που έκαμαν εδώ 'σάν χάνι την αυλήν μας! Με τα αισχρά φερσίματα και την αναίδειάν των φαίνεται μάλλον καπηλειό παρά σεμνό παλάτι! Είναι το πράγμα εντροπή και θέλει θεραπείαν. Κάμε την χάριν το λοιπόν 'ς εκείνην, η οποία ό,τι ως χάριν σου ζητεί 'μπορεί και να το πάρη, τον αριθμόν των ιπποτών να τον ολιγοστεύσης· κι όσους κρατήσης απ' αυτούς κοντά σου, διάλεξέ τους να είναι όλοι ταιριαστοί με τα γεράματά σου, και άνθρωποι να εννοούν ποιοι είναι και ποιος είσαι.

ΛΗΡ Φωτιά και λαύρα! — Τ’ άλογα σελλώσετε αμέσως! Να έλθη η συνοδεία μου! — Εσύ, ξεντροπιασμένη, δεν θα σου δώσω πείραξιν. Μου μένει κι’ άλλη κόρη!

ΓΟΝΕΡ. Μου δέρνεις τους ανθρώπους μου, ενώ τα σκύβαλά σου τους ανωτέρους των εδώ τους θεωρούν’σαν δούλους!

(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ)

ΛΗΡ Αλλοίμονον, εάν αργά κανείς μετανοήση,

Προς τον δούκα.

Α ήλθες συ! Τα συγχωρείς εσύ αυτά; Ομίλει! Σελλώσετέ μου τ' άλογα ευθύς! — Αχαριστία, ω στρίγλα μαρμαρόκαρδη, εις την καρδιάν μιας κόρης φρικωδεστέρα φαίνεσαι κι' από πελάγους δράκον!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις; Σε παρακαλώ, αυθέντα, μη θυμώνης

ΛΗΡ Κατηραμένη, ψεύδεσαι! Οι άνθρωποί μου όλοι είναι καλοί και διαλεκτοί· τα χρέη των τα ’ξεύρουν δεν εντροπιάζουν την τιμήν και το αξίωμά των. — Ω Κορδηλία, διατί το ελαφρόν σου πταίσμα να μου φανή τόσον φρικτόν; Και πώς να μου στρεβλώση το φυσικόν, και την καρδιάν να μου την ξετοπίση, και εις χολήν την τόσην μου αγάπην να γυρίση;

(Κτυπών το μέτωπον).

Ω Ληρ, ω Ληρ! Κτύπα εδώ, ν' ανοίξη, Ληρ, η θύρα να έμβη η τρέλλα και ο νους να φύγη! Άνθρωποί μου ας φύγωμεν! Ας φύγωμεν!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ ούτε σου πταίω αυθέντα ούτε ξεύρω καν τι πράγμα σε συγχύζει.

ΛΗΡ Ίσως δεν ΄ξεύρεις — Άκουσε, ω Φύσις, άκουσέ με. Εισάκουσέ μ’ αγαπητή Θεά! Εάν την είχες να γίνη γόνιμη αυτή, ν’ αλλάξης τον σκοπόν σου· Τα όργανα του τοκετού εντός της μάρανέ τα, και στείρευσε τα σπλάγχνα της! Εις το αισχρόν της [σώμα να μη χαρίσης την τιμήν να της βλαστήση βρέφος! Κι αν κάμη σύλληψιν ποτέ, να πλάσης το παιδί της από χολήν, ώστε να ζη διά να καταντήση να είναι τυραννία της και βάσανον! Να σκάψουν χαράκια εξ αιτίας του το νέον μέτωπόν της, τα μάγουλά της ρεύματα δακρύων ν' αυλακώσουν! Κάθε της πόνος μητρικός και μητρική λαχτάρα να στρέψη 'ς αναγέλασμα και καταφρόνησίν της! Ώστε κ’ αυτή να αισθανθή τι σπαραγμός και πόνος είναι τ' αχάριστον παιδί· πώς την καρδιάν ξεσχίζει από το δόντι του φιδιού πλέον σκληρά… Να φύγω!

(Εξέρχεται)

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Μα τους θεούς που προσκυνώ, τι έπαθε; Ειπέ μου!

ΓΟΝΕΡ. Εις μάτην βασανίζεσαι την αφορμήν να μάθης. Ας ξεθυμάνη ως εκεί 'που ημπορεί να 'πάγη το ξαναμώραμά του.

ΛΗΡ (επιστρέφων). Πώς! Διά μιας πενήντα από τους ακολούθους μου, — εις δύο εβδομάδας;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις, ω αυθέντα μου;

ΛΗΡ Να σου ειπώ τι έχω…

Προς τον Γονερίνην).

Ιδέ με! το εντρέπομαι την δύναμιν να έχης να φέρης τόσον κλονισμόν 'ς το ανδρικόν μου στήθος, Τα δάκρυά μου τα θερμά, που τρέχουν άθελά μου, να χύνωντ' εξ αιτίας σου το έχω εντροπήν μου, Ω να σε πάρη η καταχνιά και η ανεμοζάλη! Η αθεράπευτη πληγή της πατρικής κατάρας να καταφάγη σύρριζα την ύπαρξίν σου όλην! — Πτωχά μου ’μάτια γέρικα, αν κλαίετε ακόμη, σας ξερριζώνω μόνος μου να σας πετάξω κάτω 'ς το χώμα, να ζυμώσετε με δάκρυα την λάσπην! — Καλά, καλά! Μου έμεινε ακόμη μία κόρη. Εκείνη τον πατέρα της θα τον παρηγορήση, και όταν μάθη όλ' αυτά, ω βέβαια, θα έλθη, θα έλθη με τα 'νύχια της να σου καταξεσχίση το πρόσωπόν σου, λύκαινα! ’Σ τα χέρια μου και πάλιν την εξουσίαν θα ιδής εκείνην, που νομίζεις ότι εγώ την άφησα διά παντός!

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και η συνοδεία του.)

ΓΟΝΕΡ. Τον είδες;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν ημπορώ αληθινά διόλου, Γονερίλη, όσον και αν σε αγαπώ, να δικαιολογήσω…

ΓΟΝΕΡ. Παρακαλώ, ησύχασε. — Οσβάλδε, αι, Οσβάλδε! — Εσύ, τρελλέ ή πονηρέ, καλλίτερα να φύγης να εύρης τον αυθέντην σου!

ΓΕΛΩΤ. Παππού, παππού Ληρ, στάσου μη τρέχης να έλθη μαζί σου και ο τρελλός σου.

Μια αλεπού αν τσακωθή ή τέτοια θυγατέρα πρέπει ευθύς να κρεμασθή Το δε σχοινί ν’ αγορασθή κι' η κάπα μου ας πωληθή.

Μ' αυτά τα λόγια ο τρελλός σας λέγει καλή 'σπέρα.

Αναχωρεί).

ΓΟΝΕΡ. Ωραία το εσκέφθηκε! Με εκατόν ιππότας! Πολύ θα ήτο γνωστικόν, αλήθεια, να τον έχης εδώ να μένη μ' εκατόν ανθρώπους οπλοφόρους, κ’ εις κάθε φαντασίαν του, εις κάθε όνειρόν του, εις κάθε του παράπονον ή δυσαρέσκειάν του, να προστατεύη με αυτούς το ξαναμώραμά του, η δε ζωή μας και των δυο 'ς τα χέρια του να είναι! Οσβάλδε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τους φόβους σου θαρρώ το παρακάμνεις.

ΓΟΝΕΡ. Καλλίτερα οι φόβοι μου παρά το ξέννοιασμά σου. Να προλαμβάνω προτιμώ το πράγμα 'πού φοβούμαι ή να φοβούμαι μη αυτό εμένα με προλάβη! Τι έχει μέσα 'ς την καρδιάν το ξέρω. Όσα είπε, με γράμμα τώρα τα μηνώ εγώ 'ς την αδελφήν μου. Αφού της τον απέδειξα τον κίνδυνον, αν θέλη να τον κράτηση μ' εκατόν ιππότας του…

Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

Οσβάλδε, 'ς την αδελφήν μου· έγραψες εκείνα 'πού σου είπα;

ΟΣΒ. Τα έγραψα, κυρία μου.

ΓΟΝΕΡ. Ξεκίνησε αμέσως· πάρε μαζί σου μερικούς ανθρώπους μου. Ειπέ της τους φόβους μου, και πρόσθεσε και ιδικούς σου λόγους, ώστε το πράγμα δι’ αυτήν χειροπιαστόν να γίνη. Ξεκίνησε. Και κύτταξε αμέσως να γυρίσης. —

Απέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

Α! όχι όχι· πίστευσε, με τους γλυκούς σου τρόπους και με την καλωσύνην σου την τόσην… Δεν σου λέγω ότι αυτά είναι κακά. Αλλά, συμπάθησέ με, σου πρέπει μάλλον μάλλωμα, ότι σου λείπει γνώσις ή έπαινος, αν φέρεσαι με γλύκαν που σε βλάπτει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ δεν βλέπω έως πού το 'μάτι σου πηγαίνει. Αλλ' όταν τα καλλίτερα κανείς πολυγυρεύη και ό,τι στέκεται καλά συχνά το καταστρέφει.

ΓΟΝΕΡ. Τότε λοιπόν…

Δ0ΥΞ ΑΛΒ. Καλά, καλά. Τα τέλη να ιδούμεν.

Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Αυλή έμπροσθεν του αυτού μεγάρου. Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.

ΛΗΡ (προς τον Κεντ). Πήγαινε συ εμπρός να δώσης αυτά τα γράμματα. Μην ειπής εις την κόρην μου τίποτε από όσα ηξεύρεις, εκτός αν σε ερωτήση εκείνη, αφού αναγνώση, το γράμμα. Αν δεν κάμης γρήγορα, θα είμαι εκεί, προτού φθάσης εσύ.

ΚΕΝΤ Δεν θα κλείσω μάτι αφέντη μου πριν της δώσω τα γράμματα.

Απέρχεται.

ΓΕΛΩΤ. Αν είχε κανείς το μυαλό εις ταις φτέρναις του, δεν θα ήτο φόβος μη ξεπαγιάση;

ΛΗΡ Και βέβαια, παιδί μου.

ΓΕΛΩΤ. Καλά την έχεις λοιπόν. Ο νους σου δεν θα χρειασθή ποτέ συρτοπάπουτσα.

ΛΗΡ Χα, χα, χα!

ΓΕΛΩΤ. Θα το ιδής, τι καλά θα σου φερθή και η άλλη σου κόρη. Αν και η μία ομοιάζη με την άλλην 'σάν τ' αχλάδι με τ' απίδι, έχω όμως να σου ειπώ…

ΛΗΡ Τι έχεις να μου ειπής;

ΓΕΛΩΤ. Ότι αφού τας δοκιμάσης, θα ιδής ότι είναι αχλάδια και αι δύο. Ηξεύρεις να μου 'πής, διατί η μύτη είναι εις την μέσην του προσώπου;

ΛΗΡ Όχι.

ΓΕΛΩΤ. Διά να έχη κανείς από κάθε μέρος της μύτης και ένα 'μάτι, ώστε ό,τι δεν ημπορεί να μυρισθή να ημπορή να το βλέπη.

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Την αδίκησα!

ΓΕΛΩΤ. Ηξεύρεις πώς κάμνει το στρείδι το καύκαλόν του;

ΛΗΡ Όχι.

ΓΕΛΩΤ. Ούτ' ηγώ. Ηξεύρω όμως, διατί έχει το καυκί του ο σάλιαγκος.

ΛΗΡ Διατί;

ΓΕΛΩΤ. Διά να χώνη μέσα το κεφάλι του· όχι διά να το δίδη χάρισμα εις τας θυγατέρας του και ν' αφίνη ολόγυμνα τα κέρατά του.

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Θέλω να λησμονήσω το φυσικόν μου! — Εγώ, ο τόσον καλός πατέρας!… Είναι έτοιμα τα άλογά μου;

ΓΕΛΩΤ. Τα γαϊδούρια σου σου τα ετοιμάζουν. — Έχει τον λόγον του, ότι οι επτά αστέρες δεν είναι περισσότεροι από επτά.

ΛΗΡ Διότι δεν είναι οκτώ;

ΓΕΛΩΤ. Εύγε σου! Τι καλόν τρελλόν θα έκαμνες!

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Να το πάρη, λέγει, διά της βίας! Τέρας αχαριστίας!

ΓΕΛΩΤ. Αν σε είχα τρελλόν μου, παππού, θα σου έδιδα ξύλο, διότι εγήρασες πριν της ώρας σου.

ΛΗΡ Πώς τούτο;

ΓΕΛΩΤ. Πρώτα έπρεπε να βάλης γνώσιν, και ύστερα να γηράσης.

ΛΗΡ Να μη μου φύγη, ω θεοί, ο νους! Να μη μου φύγη! Ω! δότε μου υπομονήν! Να τρελλαθώ δεν θέλω!

(Εισέρχεται είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΛΗΡ Τα άλογα;

ΙΠΠΟΤ. Είν' έτοιμα.

ΛΗΡ (προς τον γελωτοποιόν). Έλα, καλό παιδί μου.(18)

(Απέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Αυλή εντός του μεγάρου του κόμητος Γλόστερ Εισέρχονται εκατέρωθεν ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και ο ΚΟΥΡΑΝ.

ΕΔΜ. Καλώς τον Κουράν !

ΚΟΥΡ. Καλώς σας ηύρα, κύριέ μου. Έρχομαι από του πατρός σου. Τον ειδοποίησα, ότι ο δούκας της Κορνουάλλης και η δούκισσά του η Ρεγάνη, έρχονται εδώ απόψε.

ΕΔΜ. Πώς τούτο ;

ΚΟΥΡ. Δεν ηξεύρω κ' εγώ. Δεν ήκουσες τα νέα ; δηλαδή αυτά, τα όποια ψιθυρίζονται, διότι ακόμη κρυφομιλήματα είναι.

ΕΔΜ. Όχι. Τι τρέχει ; σε παρακαλώ.

ΚΟΥΡ. Δεν ήκουσες, ότι είναι λόγος να τα χαλάσουν οι δούκες της Αλβανίας και της Κορνουάλλης ;

ΕΔΜ. Δεν ήκουσα τίποτε.

ΚΟΥΡ. Δεν θ' αργήσης να τ' ακούσης. Έχε υγείαν !

(Απέρχεται.

ΕΔΜ. Απόψ' ο δούκας είν' εδώ! Καλλίτερα ! Ας έλθη ! Ωραία συμβιβάζεται με τους σκοπούς μου τούτο. Τον Έδγαρ ο πατέρας μου γυρεύει να τον πιάση κ' εμένα κάτι δύσκολον μου μένει να του παίξω. Εμπρός, λοιπόν. Ας μην αργώ. Βοήθησέ με, Τύχη! — Δυο λόγια έχω να σου 'πω. Καταίβα, αδελφέ μου.

Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ.

Ω Έδγαρ, ο πατέρας μου σε κυνηγά. Να φύγης| Πού κρύπτεσαι το έμαθε. Θα σ' εύρη. Ωφελήσου από το σκότος της νυκτός και φύγε! — Μήπως είπες ποτέ σου τίποτε κακόν κατά του Κορνουάλη; Εδώ απόψ' εξαφνικά προσμένεται ο δούκας, μαζί του και η δούκισσα. Θυμήσου, μήπως είπες κανένα λόγον κατ' αυτού; Εφάνηκες να παίρνης το μέρος του συγγάμβρου του;

ΕΔΓΑΡ Ποτέ μου. Ούτε λέξιν!

ΕΔΜ. Ακούω τον πατέρα μου. Θα σ' εύρη! Αδελφέ μου, θα καμωθώ επίτηδες πως τάχα ξεσπαθώνω. Έξω αμέσως το σπαθί και συ, και προσποιήσου ότι υπερασπίζεσαι, και φύγε.

(Μεγάλη τη φωνή).

Παραδόσου! Εις τον πατέρα μου εμπρός να έλθης! Φώτα! Φώτα! (Φύγε, ω Έδγαρ!) Φως εδώ! — (Ώρα καλή σου. Φύγε!)

(Εξέρχεται Ο ΕΔΓΑΡ).

Καλόν θα είναι να χυθή ολίγον αίμα, ώστε ο πόλεμός μας να φανή φρικτότερος ακόμη.

(Πληγώνεται).

Αι! Είδα και χειρότερα να κάμνουν μεθυσμένοι διά παιγνίδι.

Κράζει.

Πιάστε τον! Βοήθεια! Πατέρα!

Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται δαδούχοι.

ΓΛΟΣΤ. Εδμόνδε ήλθα, έφθασα! Πού είναι ο κακούργος;

ΕΔΜ. Ήτον εδώ 'ς τα σκοτεινά, με το σπαθί 'ς το χέρι κ' ετραύλιζε το στόμα του δαιμονισμένα μάγια, και ήθελε μ' εξορκισμούς να κάμη την Σελήνην να τον συνδράμη.

ΓΛΟΣΤ. Αλλ' αυτός τι έγινε; Πού είναι;

ΕΔΜ. Ιδέ με, πώς μ' επλήγωσε.

ΓΛΟΣΤ. Πού είναι ο αχρείος;

ΕΔΜ. Εξέφυγε από εκεί. Ενώ επροσπαθούσε…

ΓΛΟΣΤ. (Προς τους υπηρέτας). Συλλάβετέ τον! Τρέξετε! — Και τι επροσπαθούσε;

ΕΔΜ. Εις την δολοφονίαν σου κ' εγώ να συμφωνήσω. Του έλεγα, ότ' οι θεοί ρίχνουν φωτιάν και καίουν τους πατροκτόνους· έλεγα πόσοι δεσμοί ενώνουν με τον πατέρα το παιδί. Κ' εκείνος, όταν είδε ότι εγώ θ' αντισταθώ εις τους φρικτούς σκοπούς του, ορμά και χύνεται γοργός με το γυμνόν σπαθί του, και πριν εγώ προφυλαχθώ μ' επλήγωσε 'ς το χέρι. Αλλ' όταν ήναψε κ' εμέ το αίμα μου, και είδε ότι θα μ' εύρη τολμηρόν 'ς το δίκαιόν μου, — είτε διότι τον εξίππασα με τα ξεφωνητά μου, — εστράφη κ' έφυγ' απ' εδώ.

ΓΛΟΣΤ. Να κρημνισθή! Να φύγη! Εδώ αν μείνη, κ' ευρεθή κρυμμένος, να τον πιάσουν, κι' άμα τον πιάσουν, θάνατος! Ο ευγενής ο δούκας, ο κύριός μου κι' αρχηγός, έρχετ' εδώ απόψε, και επ' ονόματι αυτού θα προκηρύξω, ότι όποιος τον φέρη ζωντανόν τον μιαρόν κακούργον 'ς τα χέρια του δημίου του, ανταμοιβήν θα λάβη· κ' όποιος τον κρύψη θάνατος!

ΕΔΜ. Αφού του κάκου είδα ότι με λόγια προσπαθώ την γνώμην του ν' αλλάξω, τον εφοβέρισα κ' εγώ ότι θα τον προδώσω. Κ' εκείνος απεκρίθηκε: «Ξεκληρισμένε νόθε, »εάν αντίκρυ σου σταθώ και σε κηρύξω ψεύτην, »ποια είναι η αξία σου και ποια η αρετή σου, »ώστε τα λόγια που θα 'πής κανείς να τα πιστεύση; »Όχι· τα πάντα θ' αρνηθώ, και αν το γράψιμόν μου »το φέρης ως απόδειξιν θα τ' αρνηθώ τα πάντα, »ή θ' αποδώσω κάθε τι 'ς την παρακίνησίν σου, «εις την δολοπλοκίαν σου κ' εις τα τεχνάσματά σου. »Πρέπει κουτόν παρά πολύ τον κόσμον να τον έχης, »από τον νουν αν σου περνά πως θα τον καταπείσης »ότι δεν είχες αφορμήν τον λάκκον μου να σκάψης »και ότι του θανάτου μου δεν σ' έσπρωξε το κέρδος».

ΓΛΟΣΤ. Αισχρός και αδιόρθωτος κακούργος! Και το γράμμα θα τ' αρνηθή ; Όχι! Αυτός δεν είναι γέννημά μου.

(Σάλπιγγες έσωθεν).

Ιδού! Ο δούκας έρχεται. Τι θέλει δεν γνωρίζω. — Θα κλείσω τους λιμένας μας, μη τύχη και ξεφύγη ο μιαρός. Την άδειαν ο δούκας θα την δώση. Θα στείλω δε κοντά, μακράν, και την περιγραφήν του, ώστε παντού, όπου φανή, να τον αναγνωρίζουν. Ως προς εσένα, έννοια σου, κ' εγώ θα εύρω τρόπον να γίνης κληρονόμος μου εσύ, καλό παιδί μου.

Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ και η συνοδεία αυτών.

ΚΟΡΝ. Πώς είσαι, φίλε μου καλέ; Ακόμη μόλις ήλθα, και πράγματα παράδοξα κι' ανήκουστα μανθάνω.

ΡΕΓ. Αν είν' αλήθεια ένοχος, ολίγον του θα είναι όσον και αν τιμωρηθή, — Αυθέντα μου, πώς είσαι;

ΓΛΟΣΤ. Κυρία μου, ερράγισε — ερράγισ' η καρδιά μου!

ΡΕΓ. Πώς; Ο υιός σου 'θέλησε να πάρη την ζωήν σου, ο Έδγαρ, ο βαπτιστικός του βασιλέως; (19)

ΓΛΟΣΤ. Είθε, είθε να ήτο δυνατόν το αίσχος μου να κρύψω ;

ΡΕΓ. Δεν ήτο σύντροφος μ' αυτούς τους αναιδείς ιππότας, που έχει ο πατέρας μου μαζί του;

ΓΛΟΣΤ. Δεν γνωρίζω. Ω! φρίκη!

ΕΔΜ. Μάλιστα· 'ς αυτήν την συντροφιάν ανήκει.

ΡΕΓ. Τότε λοιπόν δεν απορώ με την διαγωγήν του. Εκείνοι θα τον έβαλαν τον γέρον να φονεύση, με την ιδέαν να χαρούν τα εισοδήματά του. Έλαβ' απόψε δι' αυτούς της αδελφής μου γράμμα και με προειδοποίησε τα μέτρα μου να λάβω. Ανίσως έλθουν εις εμέ να τους φιλοξενήσω, εγώ θα λείπω.

ΚΟΡΝ. Ούτ' εγώ, Ρεγάνη, δεν θα μείνω. Εδμόνδε, 'ς τον πατέρα σου εφέρθηκες μου είπαν, ωσάν φιλόστοργος υιός.

ΕΔΜ. Το χρέος μου, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Αυτός μου εξεσκέπασε τους πονηρούς σκοπούς του, κ' ενώ του αντιστέκετο, 'πληγώθηκε όπως βλέπεις.

ΚΟΡΝ. Τον κυνηγούν τον Έδγαρ;

ΓΛΟΣΤ. Ναι.

ΚΟΡΝ. Αν τον συλλάβουν, τότε δεν έχει φόβον 'ς το εξής άλλο κακόν να κάμη! Να τον παιδεύσης ημπορείς ό,τι παιδείαν θέλεις. — Ως προς εσέν' απέδειξες την σήμερον, Εδμόνδε, και αρετήν κ' υποταγήν. Σε θέλω ιδικόν μου. Από πιστούς καθώς εσέ ανθρώπους έχω χρείαν.

ΕΔΜ. Θα είμαι δούλος σου πιστός, κι' αν 'ς άλλο δεν αξίζω.

ΓΛΟΣΤ. Διά την καλωσύνην σου ευχαριστώ, αυθέντα.

ΚΟΡΝ. Το τι μας έφερεν εδώ ακόμη δεν το ξεύρεις…

ΡΕΓ. Τόσον αργά και πάρωρα, εις της νυκτός το σκότος συμβαίνουν, Γλόστερ, πράγματα σπουδαία, κ' είναι χρεία να έχωμεν την γνώμην σου. Η αδελφή μου γράφει, μου γράφει κι' ο πατέρας μου. Εμάλλωσαν οι δύο. Ενόμισα καλλίτερον να μη τους απαντήσω από το σπίτι μου. Εδώ οι άνθρωποι προσμένουν να πάρουν την απάντησιν και εις τα δύο μέρη. Αρχαίε φίλε και πιστέ, παρηγορήσου πλέον και δος μας την πολύτιμον την συμβουλήν σου τώρα, διότι μας χρειάζεται.

ΓΛΟΣΤ. 'Σ τους ορισμούς σας είμαι. Εδώ καλώς ωρίσατε, αυθένται σεβαστοί μου.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ. Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ

ΟΣΒ. Καλό ξημέρωμα, φίλε. Είσαι του σπιτιού άνθρωπος;

ΚΕΝΤ Ναι.

ΟΣΒ. Πού να βάλωμεν τ' άλογά μας;

ΚΕΝΤ Εις την λάσπην.

ΟΣΒ. Παρακαλώ, ειπέ μου, αν μ' αγαπάς.

ΚΕΝΤ Δεν σε αγαπώ! (20)

ΟΣΒ. Τι τρόπος είναι αυτός; Δεν σε γνωρίζω, άνθρωπε!

ΚΕΝΤ Σε γνωρίζω εγώ.

ΟΣΒ. Ποίος είμαι λοιπόν;

ΚΕΝΤ Είσαι ένας παληάνθρωπος, ένας κατεργάρης, ένας χαμερπής ξυλοϋπερήφανος, ένας σιχαμένος ζητιάνος, είσαι ένας στρεψόδικος, ένας ξετσιπωμένος αγυιογδύτης· ένας που κάμνεις και τον μαυλιστήν να πουλήσης δούλευσιν, — ένας κατεργάρης και ζητιάνος και άνανδρος και μαυλιστής όλα μαζί και ανακατωμένα· ένας σκρόφας υιός και κληρονόμος· ένας που θα σου δώσω ξύλον να ξεφωνίζης από τον πόνον, αν τολμήσης να μου ειπής, ότι δεν σου ταιριάζει και μία συλλαβή από όσα σου αράδιασα!

ΟΣΒ. Τι βρωμάνθρωπος είσαι συ, να υβρίζης ένα, που ούτε σε γνωρίζει ούτε τον γνωρίζεις;

ΚΕΝΤ Και δεν εντρέπεσαι να το λέγης, ότι δεν με γνωρίζεις; Δεν σ' εκουτρουβάλισα εγώ και δεν σ' εξυλοφόρτωσα προ δύο ημερών, κ' εμπρός εις τον βασιλέα; Τράβα το σπαθί σου, αχρείε! Ας είναι νύκτα. Λάμπει το φεγγάρι. Έλα να του ταις φέξω εγώ, σκρόφας υιέ, ξεσπάθωσε!

(Σύρει το ξίφος)

ΟΣΒ. Έχε με παραιτημένον. Δεν έχω να πάρω ή να δώσω μαζί σου, εγώ.

ΚΕΝΤ Ξεσπάθωσε, κατεργάρη! Ήλθες εδώ να φέρης γράμματα εναντίον του βασιλέως· παίρνεις το μέρος της φουσκωμένης της κούκλας εναντίον του βασιλέως του πατρός της! Ξεσπάθωσε, σκύλε, ει δε μη, θα σου κοπανίσω τα μηριά! Έξω το σπαθί σου! Κουνήσου!

ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!

ΚΕΝΤ (ραβδίζων αυτόν). Ξεσπάθωσε, αχρείε! Υπερασπίσου, παληάνθρωπε. Έξω το σπαθί σου, βρωμόδουλε!

ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!

(Εισέρχονται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται).

ΕΔΜ. Τι είν' αυτό; Τι έχετε; Τι τρέχει; — Χωρισθήτε!

ΚΕΝΤ Με την αράδα σου και συ. Αν θέλης να κοπιάσης, σου διορθώνω το πετσί. Έλ' αρχοντόπουλό μου

ΓΛΟΣΤ. Γυμνά σπαθιά! Τι έτρεξε;

ΚΟΡΝ. Σταθήτε! Το προστάζω! Σταθήτε! Τον εσκότωσα, όποιον σηκώση χέρι!

ΡΕΓ. Οι άνθρωποι της αδελφής και του πατρός μου είναι.

ΚΟΡΝ. Τι πολεμάτε; Λέγε συ.

ΟΣΒ. Επιάσθηκ' η φωνή μου, αυθέντα μου.

ΚΕΝΤ Βέβαια! Εκουράσθηκε από την μεγάλη του παλληκαριά! Άκαρδον κτήνος! Η φύσις σε αποκηρύττει. Ράπτης ήτον οπού σ' έκαμε.

ΚΟΡΝ. Τι αλλόκοτος άνθρωπος είσαι συ! Διατί τον έκαμε ράπτης;

ΚΕΝΤ Ράπτης τον έκαμε. Αν τον έκαμνε ζωγράφος ή πετροπελεκητής, και εις δύο ώραις μέσα να τον έκαμναν, δεν θα ήτο τόσον κακοκαμωμένος.

ΚΟΡΝ. Λέγε μου, διατί εμαλλώσατε;

ΟΣΒ. Αυτός ο παληόγερος, αυθέντα μου, που να μου χρωστά την ζωήν του εις τ' άσπρα γένεια του…

ΚΕΝΤ Ω σκρόφας υιέ, ω παληο-ωμέγα, άχρηστον φηφίον, εσύ! — Αυθέντα μου, αν είναι με την άδειάν σου, να τον κοπανίσω αυτόν τον απελέκητον κατεργάρην, να τον κάμω λάσπην, ν' αλείψω τους τοίχους των αναγκαίων! Τα γένειά μου ελυπήθηκες εσύ, σουσουράδα;

ΚΟΡΝ. Σιώπα, κτήνος! Λησμονείς το σέβας που μου πρέπει;

ΚΕΝΤ Δεν λησμονώ. Πλην κ' η οργή προνόμιον δεν έχει;

ΚΟΡΝ. Και διατί να οργισθής;

ΚΕΝΤ Διότι ένας δούλος, ωσάν αυτόν, φορεί σπαθί, ενώ τιμήν δεν έχει. Οι κατεργάρηδες αυτοί, με ψευτοχαμογέλια τα ιερώτερα δεσμά 'σάν ποντικοί τα τρώγουν, όσον κι' αν 'δέθηκαν σφικτά και λύσιμον δεν έχουν. Τα πάθη των κυρίων των αυτοί τ' αναγριώνουν και ρίχνουν λάδι'ς την φωτιάν και εις τον πάγον χιόνι, και λέγουν όχι, λέγουν ναι, και 'σάν τας αλκυόνας (21) την μύτην στρέφουν και γυρνούν με κάθε τρικυμίαν, με κάθε αλλαξοκαιριάν εκείνου 'πού δουλεύουν, και μόνον 'ξεύρουν, σαν σκυλιά, κατόπιν του να τρέχουν.

Προς τον Οσβάλδον

Ανάθεμα τα μούτρα σου τα σεληνιασμένα! Τι με ακουείς και γελάς; 'Ξεύρω εγώ τι λέγω. Τι χάσκεις, χήνα; 'Σύχασε, μη τύχη και σε στείλω να χαχλανίζης άσχημα εκεί απ' οπού ήλθες!

ΚΟΡΝ. Είσαι τρελλός, παληόγερε.

ΓΛΟΣΤ. Τι τρέχει μεταξύ σας; Ειπέ μου, τι μαλλώνετε;

ΚΕΝΤ Τα άκρα εναντία 'ταιριάζουν περισσότερο, παρά εγώ και τούτος ο κατεργάρης.

ΚΟΡΝ. Διατί τον λέγεις κατεργάρην; Τι σ' έπταισε;

ΚΕΝΤ Τα μούτρα του διόλου δεν μ' αρέσουν.

ΚΟΡΝ. Και τα 'δικά μου πιθανόν επίσης δεν σ' αρέσουν, ή τα 'δικά του ή αυτής.

(Δεικνύει τον ΕΔΜΟΝΔΟΝ και την ΡΕΓΑΝΗΝ).

ΚΕΝΤ Αυθέντα, συνηθίζω να ομιλώ ειλικρινώς. Εις τον καιρόν μου είδα και πρόσωπα καλλίτερα από αυτά που έχουν κάτι κορμιά εδώ κοντά.

ΚΟΡΝ. Αυτόν εδώ βεβαίως κανείς θα τον επαίνεσε πως στρογγυλά τα λέγει, και διά τούτο προσπαθεί τον τολμηρόν να κάμη, κι' απ' την πολλήν προσπάθειαν το παρακάμνει πλέον. Ειλικρινής είναι αυτός, ορθά κοπτά τα λέγει, να κολακεύση δεν 'μπορεί, και λέγει την αλήθειαν! Αν έχη πέρασιν, καλά· ει δε… αυτός είν’ ίσιος! Τους 'ξέρω τους παμπόνηρους! Μ' αυτήν των την ισιάδα σκεπάζουν αχρειότητα και κρύπτουν πονηρίαν, που δεν την έχουν είκοσι δουλοπρεπείς κηφήνες συνηθισμένοι ταπεινώς να κάμνουν υποκλίσεις.

ΚΕΝΤ Ειλικρινώς και ταπεινώς, αυθέντα σεβαστέ μου, αν είναι με την άδειαν του υψηλού σου κράτους, οπού η δόξα σου, καθώς το φως που στεφανώνει με φλογερόν διάδημα το μέτωπον του Φοίβου…

ΚΟΡΝ. Τι είν' αυτά !

ΚΕΝΤ Αφού η γλώσσα μου δεν σου αρέσει, την αλλάζω. Εγώ βέβαια κόλακας δεν είμαι. Αν κανείς άλλος σου ωμίλησε ορθοκαταίβατα και σ' εγέλασε, ήτο κατεργάρης ορθοκαταίβατος. Εγώ ούτε είμαι ούτε θα γίνω τέτοιος, και αν ήτο να σε ξεθυμώσω με αυτό.

ΚΟΡΝ. (προς τον Οσβάλδον). Τι αφορμήν του έδωκες;

ΟΣΒ. Ποτέ, ποτέ, καμμίαν. Δεν μ' εκαλοκατάλαβε προχθές ο κύριός του, ο βασιλεύς, κ' εσήκωσε το χέρι να με δείρη· κι αμέσως τούτος, πρόθυμος να δείξη κολακείαν, ήλθ' απ' οπίσω μου κρυφά και μ' έκαμε να πέσω, κι άμα με είδε καταγής, με ταις φωναίς αρχίζει να κάμνη τον παλληκαρά. Το ανδραγάθημά του, (που ήτο να καταπιασθή ένα ξαρματωμένον), Βασιλικά εγκώμια τον έκαμε ν' ακούση. Και από το κατόρθωμα εκείνο φουσκωμένος, και τώρα εξεσπάθωσε κ' επάνω μου εχύθη.

ΚΕΝΤ Δειλόν δεν έχει κι' άνανδρον, οπού να μη σου κάμη σκουπίδι και τον Αίαντα!

ΚΟΡΝ. Ο φάλαγγας πού είναι; (22) Παληόγερ' αδιάντροπε κι' αυθάδη, θα σου μάθω…

ΚΕΝΤ Να μάθω τώρα είν' αργά 'ς αυτήν την ηλικίαν. Τον φάλαγγά σου άφες τον. Του βασιλέως είμαι ακόλουθος, και μ' έστειλεν εκείνος εις εσένα. Ολίγον σέβας — και πολλή θα είν' αψηφησία 'ς το ιερόν του πρόσωπον κ' εις το αξίωμά του, αν τον απεσταλμένον του 'ς τον φάλαγγα τον βάλης

ΚΟΡΝ. Φέρετ' εδώ τον φάλαγγα αμέσως! Να μην έχω ούτε ζωήν ούτε τιμήν, αν ως το μεσημέρι δετός δεν μείνη.

ΡΕΓ. Διατί έως το μεσημέρι; Έως το βράδυ άφες τον, κι' ολόκληρην την νύκτα.

ΚΕΝΤ Κ' εις του πατρός σου βέβαια, κυρία μου, τον σκύλον αυτό δεν θα το έκαμνες!

ΡΕΓ. Σ ’ τον δούλον του το κάμνω.

(Φέρουσι τον φάλαγγα υπηρέται).

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα μου, παρακαλώ αυτό να μη το κάμης. Είναι το πταίσμα του βαρύ, αλλά ο κύριός του, ο αγαθός ο βασιλεύς, θα του το τιμωρήση. Είναι το πράγμα που ζητείς ποινή εντροπιασμένη, και τιμωρούνται με αυτήν αισχροί και τιποτένιοι, μόνον οι κλέπται και λησταί ή ποταποί κακούργοι. Θα του φανή πολύ βαρύ του βασιλέως τούτο· | θα το νομίση προσβολήν, εάν ο άνθρωπός του τόσον σκληρά τιμωρηθή.

ΚΟΡΝ. Επάνω μου το παίρνω.

ΡΕΓ. 'Σ την αδελφήν μου θα φανή βαρύτερον ακόμη, τον άνθρωπόν της να κτυπούν εδώ και να υβρίζουν, μόνον και μόνον επειδή κάμνει το θέλημά της. 'Σ τον φάλαγγα τα πόδια του!

Τίθεται ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα

Πηγαίνωμεν, αυθέντα.

Απέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ, ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και υπηρέται.

ΓΛΟΣΤ. Λυπούμαι, φίλε. Αλλ' αυτό είναι η προσταγή του, κι' όταν ο δούκας θέλη τι, ο κόσμος όλος 'ξεύρει, ότι κανείς δεν ημπορεί να του αλλάξη γνώμην. Αλλά εγώ προς χάριν σου θα τον παρακαλέσω.

ΚΕΝΤ Αυθέντα, μη, παρακαλώ. Είμαι 'ξαγρυπνισμένος και τόσον δρόμον έκαμα, ώστ' ύπνος θα μου έλθη, και να σφυρίζω ημπορώ, ενόσω δεν κοιμούμαι· Έχε υγείαν.

ΓΛΟΣΤ. Άτοπα εφέρθηκeν ο δούκας.

(Αναχωρεί).

ΚΕΝΤ Ιδού, τελείται το ρητόν, ω Ληρ, και μεταβαίνεις από την λάμψιν τ' ουρανού 'ς την καύσιν του Ηλίου. (23) Έλα, φανάρι συ της γης, πλησίασε και δος μου μιαν σου ακτίνα φιλικήν το γράμμα να διαβάσω. Τα θαύματα δεν γίνονται παρά 'ς την δυστυχίαν. (24) Της Κορδηλίας είν' αυτό το γράμμα. Το γνωρίζω. Καθώς με ανεκάλυψε 'ς την σκοτεινήν ζωήν μου, θα κατορθώση κ' εις αυτά τα τωρινά δεινά μας να φέρη την διόρθωσιν. — Ω κατακουρασμένα κι' αγρυπνισμένα 'μάτια μου, 'μάτια βαρειά, κλεισθήτε να μη τον βλέπετε αυτόν της εντροπής τον θρόνον. Αι, Τύχη, καλή νύκτα σου. Μίαν φοράν ακόμη, ω Τύχη, χαμογέλασε, και κύλα τον τροχόν σου.

Αποκοιμάται

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Εξοχή.

ΕΔΓΑΡ (εισερχόμένος.) Την κεφαλήν μου ήκουσα να μου την προκηρύξουν και μόλις ηύρα να κρυφθώ 'ς το κούφωμα ενός δένδρου. Όπου λιμένας και κλειστός· εις κάθε μονοπάτι φυλάγουν άγρυπνοι φρουροί και με παραμονεύουν. Αν τους ξεφύγω, θα σωθώ! Είν' η απόφασίς μου σχήμα να λάβω ταπεινόν και ξεπεσμένον τόσον όσον 'μπορεί τον άνθρωπον τον εξευτελισμένον να τον κρημνίση η συμφορά, και να τον κάμη κτήνος. Χράμι 'ς την μέσην θα ζωσθώ, θα λερωθώ με λάσπην, με το κορμί ολόγυμνο και τα μαλλιά 'μπλεγμένα την τρικυμίαν θ' αψηφώ και την ανεμοζάλην. Καθώς εκείνους τους τρελλούς θα γίνω τους ζητιάνους, που με κραυγαίς και βογκητά, εις τ' αχαμνά των χέρια εμπήγουν ξύλα και καρφιά, κλωνιά δενδρολιβάνου, και 'ς ταις καλύβαις, 'ς τα χωριά, 'ς ταις μάνδραις [και ’ς τους μύλους. γυμνοί γυρίζουν και ζητούν την ελεημοσύνην, πότε με φοβερίσματα, πότε με παρακάλια. (25) Κάτι να είμαι ως τρελλός· ως Έδγαρ τι αξίζω;

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ. Ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα. Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ.

ΛΗΡ Παράδοξον! Πώς έφυγαν, χωρίς να στείλουν 'πίσω τον άνθρωπόν μου!

ΙΠΠΟΤ. Και σκοπόν προτήτερα δεν είχαν να φύγουν, καθώς έμαθα.

ΚΕΝΤ Σε χαιρετώ, αυθέντα.

ΛΗΡ Α! Διεσκέδαζες εδώ μ' αυτήν την καταισχύνην;

ΚΕΝΤ Όχι, αυθέντα μου, εγώ.

ΓΕΛΩΤ. Α, α! Κακά βρακοπόδια φορεί! Τα άλογα τα δένουν από το κεφάλι, τα σκυλιά και ταις αρκούδαις από τον λαιμό, τους πιθήκους από την μέσην, και τους ανθρώπους από τα πόδια. Όταν ένας άνθρωπος έχη ανήσυχα πόδια, του φορούν ξύλινα βρακιά.

ΛΗΡ Ποιος είν' αυτός 'πού 'ξέχασε ότ' είσαι ιδικός μου και σ' έβαλε 'ς τον φάλαγγα;

ΚΕΝΤ Ήτον αυτός κ' εκείνη, και ο γαμβρός κ' η κόρη σου.

ΛΗΡ Όχι!

ΚΕΝΤ Ναι!

ΛΗΡ Όχι, λέγω!

ΚΕΝΤ Ναι, λέγω.

ΛΗΡ Δεν θα τώκαμναν!

ΚΕΝΤ Το έκαμαν, σου λέγω.

ΛΗΡ Ω! Μα τον Δία!

ΚΕΝΤ Ναι, ναι, λέγω, μα την Ήραν!

ΛΗΡ Δεν γίνεται! Δεν ημπορούν! Δεν ήθελαν τολμήσει! Χειρότερη ασέβεια θα ήτο κ’ από φόνον! Εξήγησέ μου σύντομα τι έκαμες ν’ αξίζης, εσύ, απεσταλμένος μου, αυτήν την ατιμίαν!

ΚΕΝΤ Τους ηύρα εις το σπίτι των, κ’ εκεί τα γράμματά σου τα έδωκα 'ς τα χέρια των, γονατιστός εμπρός των, Ακόμη εγονάτιζα το σέβας μου να δείξω, κ' εμβαίνει έξαφνα εκεί τρεχάτος ταχυδρόμος λαχανιασμένος, βιαστικός, ιδροπερεχυμένος. και από την κυρίαν του, την Γονερίλην, φέρνει χαιρετισμούς και γράμματα. Με άφησαν εμένα κ' εδιάβασαν το γράμμα της. Και μόλις το διαβάζουν, μαζεύουν τους ανθρώπους των, και 'ς τάλογα, και [φεύγουν. Κ' εμένα με διέταξαν να τους ακολουθήσω, κι' απόκρισιν 'ς το γράμμα σου εδώ να περιμένω. Αλλά μ' εστραβοκύτταζαν. — Και με τον ταχυδρόμον συναπαντήθηκα εδώ της κόρης σου εκείνον, που με την παρουσίαν του μ' επότισε φαρμάκι. Ήτον ο ίδιος, που προχθές ετόλμησεν εμπρός σου ν' αυθαδιάση. Έδειξα ανδρείαν κι' όχι γνώσιν, κ' έσυρα έξω το σπαθί. Εσήκωσε τον κόσμον με άνανδρα ξεφωνητά εκείνος. Ο γαμβρός σου, κ’ η κόρη του το πταίσμα μου τόσον βαρύ το ηύραν, ώστε μ’ αυτήν να παιδευθώ την καταισχύνην.

ΓΕΛΩΤ. Δεν επέρασε ακόμη ο χειμώνας, αν πετούν απ' εκεί αγριόχηνες.

Αν οι πατέρες κουρελιασμένοι, τότε θα έχουν παιδιά τυφλά. Κι αν η σακκούλα των γεμισμένη, και τα παιδιά των είναι καλά. Η βρωμο-Τύχη, σκρόφας κόρη, κλειδώνει έξω τους πτωχούς.

Και με όλα αυτά, αι θυγατέρες σου θα σε κάμουν να πληρώσης περισσότερα από όσα ημπορείς να λογαριάσεις (26)

ΛΗΡ Ω φουσκωμένη μου καρδιά, μη ραγισθής ακόμη! (27) Πού είν' αυτή… η κόρη μου; Πού είναι;

ΚΕΝΤ Είναι μέσα.

ΛΗΡ Μην έλθετε κατόπιν μου. Εδώ προσμένετέ με.

ΙΠΠΟΤ. Το πταίσιμόν σου είν' αυτό, και όχι τίποτ' άλλο;

ΚΕΝΤ Μόνον αυτό. Πώς γίνεται ο βασιλεύς να έχη τόσον ολίγους οπαδούς;

ΓΕΛΩΤ. Αν σ' έβαλαν εις τον φάλαγγα, διότι έκαμες αυτήν την ερώτησιν, καλά να πάθης.

ΚΕΝΤ Διατί, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Πρέπει να έμβης εις το σχολείον των μυρμηγκιών, να μάθης ότι τον χειμώνα δεν γίνεται δουλειά. Όποιος δεν είναι τυφλός και ακολουθεί την μύτην του, οδηγείται από τα 'μάτια του, και μέσα εις είκοσι μύταις δεν θα εύρης μίαν να μυρίζεται το ψοφίμι. — Αν σου τύχη εμπρός σου μεγάλος τροχός να κυλά τον κατήφορον, μακρυά τα χέρια σου! Αν θελήσης να τον σταματήσης, θα σου σπάση τα κόκκαλα. Αλλ' αν ο τροχός ανεβαίνη τον ανήφορον, αγκάλιασέ τον να σε σύρη κ' εσένα επάνω. — Αν εύρης σοφόν να σου δώση πλέον σωστήν συμβουλήν, δος μου οπίσω την ιδικήν μου. Αφού είναι συμβουλή τρελλού, ας την ακολουθήσουν οι ανόητοι.

Όποιος κοπιάζει διά να κερδίσει, κι' όποιος αγαπά προς το θεαθήναι, θα το στρήψη άμα η βροχή αρχίση. Εις την τρικυμίαν συ, αν θέλης, μείνε, Αλλ' εγώ δεν φεύγω. Ο τρελός θα μείνη και ας φύγη όποιος είναι γνωστικός. Ο τρελλός αν φύγη, παίγνιον θα γίνη Παίγνιον δεν είναι όμως ο τρελλός.

ΚΕΝΤ Πού τα έμαθες αυτά, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Όχι εις τον φάλαγγα, ανόητε.

(Επιστρέφει ο ΛΗΡ μετά του ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΛΗΡ Δεν θέλουν λέγει να με ιδούν; 'ταξείδευαν την νύκτα; 'κουράσθηκαν; είν' άρρωστοι; — αυτά προφάσεις είναι, σημεία ότι μ' αμελούν κ' εσήκωσαν κεφάλι. Φέρε μ' απόκρισιν σωστήν.

ΓΛΟΣΤ. Αγαπητέ αυθέντα, συ του δουκός το φυσικόν το 'ξεύρεις, πώς ανάπτει, και πόσον είναι σταθερός εις την απόφασίν του…

ΛΗΡ Εκδίκησις! Καταστροφή! Θανατικόν να πέση Ανάπτει, λέγει! Φυσικόν! Ακούεις, Γλόστερ — Γλόστερ. τον δούκα θέλω να ιδώ, ευθύς, και την Ρεγάνην!

ΓΛΟΣΤ. Του το επληροφόρησα, αυθέντα μου καλέ μου.

ΛΗΡ Τους το επληροφόρησες! Δεν εννοείς τι λέγω ω άνθρωπε!

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα μου!

ΛΗΡ Ο βασιλέας θέλει της Κορνουάλλης να ιδή τον δούκα! Ο πατέρας ο ακριβός, την κόρην του να ομιλήση θέλει! Τους το επληροφόρησες αυτό; — Μα την ζωήν μου! Ανάπτει, λέγει! Να ειπής τον δούκα, που ανάπτει… Αλλ ’ όχι. Όχι· άφησε. Ίσως καλά δεν είναι, Όταν κανένας ασθενής παραμελεί τα χρέη που όταν είναι υγιής να λησμονή δεν πρέπει· και όλοι μας αλλάζομεν, όταν βιάζη η φύσις και την ψυχήν μας να πονή μαζί με το κορμί μας. Πρέπει κ' εγώ υπομονήν να έχω, και λυπούμαι, πώς να με πάρη ο θυμός, και πώς να λογαριάσω την φυσικήν παραξενιάν ενός αρρωστημένου, ωσάν να ήτον υγιής…

(Παρατηρών τον Κεντ).

Ο θάνατος να πάρη…. Τι μου τον έβαλαν εκεί; Αυτό με πείθει ότι μου κρύπτονται εξεπίτηδες κ' εκείνη και ο δούκας! — Τον άνθρωπόν μου δότε μου! — Πήγαιν' ευθύς 'ς τον δούκα κ' εις την γυναίκα του, κ' ειπέ έξω εδώ να έλθουν να τους ιδώ. Τώρα ευθύς να έλθουν να μ' ακούσουν! Ειδέ, πηγαίνω και βροντώ 'ς την θύραν 'πού κοιμούνται, ως 'που να γίνη θάνατος ο ύπνος και των δύο!

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας μου ήτο δυνατόν να σας συμφιλιώσω!

ΛΗΡ Τι μου φουσκώνει την καρδιάν; Κάτω, καρδιά μου, κάτω!

ΓΕΛΩΤ. Κράξε της καρδιάς σου, παππού, καθώς έκραζε η μαγείρισσα, όταν έβαζε τα χέλια ζωντανά μέσα εις την πίττα. Εκτυπούσε τα κεφάλια των με τον κόπανο και έκραζε « Κάτω, σιχαμένα, κάτω!» Ο αδελφός της ήτον, οπού από αγάπην διά το άλογό του, εβουτύρωνε το άχυρον. (28)

(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται).

ΛΗΡ Καλή σας 'μέρα και τους δυο.

ΚΟΡΝ. Σε προσκυνώ, αυθέντα.

(Ελευθερούται ο ΚΕΝΤ).

ΡΕΓ. Μετά χαράς, αυθέντα μου, σε βλέπω.

ΛΗΡ Το πιστεύω. Έχω, Ρεγάνη, αρκετούς να το πιστεύω λόγους. Εάν εσύ μετά χαράς δεν μ’ έβλεπες κοντά σου, εχώριζα την μάννα σου, κι’ ας είν' αποθαμένη, και θάλεγα πως έθαψα μιαν άτιμην γυναίκα! —

(Προς τον Κεντ).

Α! Είσ' ελεύθερος εσύ; Ας είναι! Άλλην ώραν το εξετάζομεν αυτό. — Αγαπητή Ρεγάνη, η αδελφή σου η κακιά… Μέσα εδώ, Ρεγάνη, εχώθηκ' η κακία της και με κατασπαράζει 'σάν γύπας! Ούτε ημπορώ κ' ούτε θα το πιστεύσης αν σου ειπώ πόσον αισχρά μ' εφέρθηκε, Ρεγάνη!

ΡΕΓ. Υπομονή, αυθέντα μου. Αλλά φοβούμαι μάλλον ότι εσύ την αδικείς και την παραγνωρίζεις, παρ ’ ότι έλειψέ ποτε 'ς τα χρέη της εκείνη.

ΛΗΡ Τι πράγμα; Πώς το εξηγείς;

ΡΕΓ. Εγώ δεν το πιστεύω ότι αμέλησέ ποτε τα χρέη της εκείνη. Εάν τους ακολούθους σου θέλη να βάλη εις τάξιν, έχει νομίζω αφορμήν και λόγους έχει τόσους, ώστε κανείς δεν ημπορεί να την κατηγορήση.

ΛΗΡ Να έχη την κατάραν μου!

ΡΕΓ. Αυθέντα, είσαι γέρος· η φύσις πλέον σ' έφερε 'ς του δρόμου της την άκρην. Είναι καιρός να σ' οδηγούν και να σε κυβερνήσουν εκείνοι, οπού το σωστόν καλλίτερά σου 'ξεύρουν. ’Σ της αδελφής μου γύρισε, παρακαλώ, κ’ ειπέ της ότ' είχες άδικον.

ΛΗΡ Εγώ, συγγνώμην να ζητήσω! Ιδέ, αυτό που μου ζητείς, ιδέ πώς μας αρμόζει:

(Γονατίζει).

« Ω κόρη μου, θα της ειπώ, αλήθεια είμαι γέρος, » κ’ είναι οι γέροι περιττοί. Εμπρός σου γονατίζω· » ελέησέ με· φαγητόν, ρούχα, κρεββάτι δος μου».

ΡΕΓ. Φθάνουν οι άνοστοι αύτοι αστεϊσμοί, αυθέντα. 'Στης αδελφής μου πήγαινε.

ΛΗΡ (εγειρόμενος). Ποτέ, ποτέ, Ρεγάνη! Τους εκατόν ιππότας μου τους έκαμε πενήντα, αν σου ειπώ πόσον αισχρά μου εφέρθηκεν! μ’ έρριξε άγριαις ματιαίς, μου έχυσε φαρμάκι 'σάν φίδι με την γλώσσαν της 'ς τα φύλλα της καρδιάς μου, Όσαις κι' αν έχη ο Θεός παιδείαις και κατάραις, 'ς τ' αχάριστο κεφάλι της όλαις μαζί να πέσουν! Αέρα, φύσα επάνω της μιάσματα γεμάτος και κτύπησέ την, να πιασθούν τα νέα κόκκαλά της!

ΚΟΡΝ. Ω! σώπα, σώπα!

ΛΗΡ Αστραπή, ρίξε φωτιάν και φλόγα 'ς τα ξεπαρμένα 'μάτια της και τύφλωσε το φως της! Ω Ήλιε, ρούφα τους ατμούς, οπού γεννά ο βάλτος, και χύσε το φαρμάκι των 'ς τα κάλλη της επάνω, που να της έλθη μαρασμός μέσ' 'ς το καμάρωμά της!

ΡΕΓ. Να μη σ' ακούσουν οι θεοί! Την ίδιαν την κατάραν εάν σε πάρη ο θυμός, θα δώσης κ' εις εμένα.

ΛΗΡ Όχι· κατάραν μου εσύ, Ρεγάνη, δεν θα λάβης. Εσένα η ευαίσθητη καρδιά σου δεν σ' αφίνει να πέσης 'ς την σκληρότητα. Τα 'μάτια της εκείνης είν' άγρια· παρηγορούν, δεν καίουν τα 'δικά σου. Εσύ δεν έχεις την καρδιάν κάθ' ευχαρίστησίν μου να την φιλαργυρεύεσαι· να μου περιορίσης την συνοδείαν ή ποτέ να μου αυθαδιάσης· ή να μου κόψης την τροφήν, και ύστερον απ' όλα να κλείσης και την θύραν σου μη τύχη κ’ έμβω μέσα! Συ εννοείς πολύ καλά τα φυσικά σου χρέη, δεν λησμονείς τι απαιτεί και η φιλοστοργία, τι θέλει κ' η ευγένεια και η ευγνωμοσύνη. Και το μισό βασίλειον, οπού επήρες προίκα δεν το ξεχνάς.

ΡΕΓ. Παρακαλώ, εις την ουσίαν έλα.

ΛΗΡ Ποιος έβαλε 'ς τον φάλαγγα τον άνθρωπον αυτόν μου;

(Σάλπιγγες έσωθεν).

ΚΟΡΝ. Τι είναι τα σαλπίσματα;

ΡΕΓ. Θα είν' η αδελφή μου. Μου έγραψε ότι εδώ να έλθη δεν θ' αργήση.

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΡΕΓ. Ήλθ' η κυρία σου;

ΛΗΡ Αυτός ένας αχρείος είναι, που ’γέμισε αυθάδειαν κ' επάνω του το 'πήρε, αφ' ότου η κυρία του του έδωκεν αέρα. Να μη σε βλέπω, σκύβαλον!

ΚΟΡΝ. Τι είν' αυτά, αυθέντα;

ΛΗΡ. Ποίος τον έβαλε αυτόν 'ς τον φάλαγγα; — Ρεγάνη, εσύ δεν το εγνώριζες, ελπίζω… — Ποίος ήλθε;

(Εισέρχεται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ).

Ω Ουρανέ, αν αγαπάς τους γέρους, — αν το θέλης να έχουν σέβας τα παιδιά, γέρος και συ αν είσαι, Βοήθησέ με Ουρανέ, και ρίξε την φωτιά σου!

(Προς την Γονερίλην).

Ειπέ μου, δεν εντρέπεσαι τα γένειά μου να βλέπης;… Τι έκαμες! Το χέρι σου της έδωκες, Ρεγάνη!

ΓΟΝΕΡ. Μη έπταισα εις τίποτε διά να μη το δώση; Το ξαναμώραμα συχνά κ' η ασυλλογισία φαντάζονται πταισίματα εκεί όπου δεν είναι.

ΛΗΡ Γερά που είσθε, στήθη μου! Αντέχετε ακόμη;… Πώς έγινε 'ς τον φάλαγγα να είν' ο άνθρωπός μου;

ΚΟΡΝ. Εγώ τον έβαλα, εγώ, αυθέντα μου — αλλ' όμως λίγο του ήτο και αυτό, κατά το φέρσιμόν του,

ΛΗΡ Εσύ τον έβαλες; εσύ;

ΡΕΓ. Παρακαλώ, πατέρα, αφού δεν είσαι δυνατός, τον δυνατόν μη κάμνεις. Αν θέλεις πρώτα τους 'μισούς ιππότας σου να διώξης 'ς της αδελφής μου γύρισε, εκεί να τελειώσης τον ένα μήνα, κ' έρχεσαι κατόπιν εις εμένα. Τώρα δεν είμ' εγώ εκεί, και ούτε είναι τρόπος την πρέπουσαν υποδοχήν να σου προετοιμάσω.

ΛΗΡ Να επιστρέψω εις αυτήν, μου λέγεις, και να διώξω πενήντ' ανθρώπους! Προτιμώ να μείνω χωρίς στέγη να πολεμώ με την βροχήν και την ανεμοζάλην, ταις κουκουβάγιαις συντροφιάν να έχω και τους λύκους να με δαγκάνη προτιμώ αλύπητη Ανάγκη! Να επιστρέψω εις αυτήν; Καλλίτερα πηγαίνω 'ς τον Γάλλον τον ακράτητον, που 'πήρε χωρίς προίκα το αποπαίδι μου, κ' εκεί, γονατιστός εμπρός του να του ζητήσω δούλον του να μ' έχη, να με τρέφη, ενόσω σέρνω την ζωήν! 'Σ αυτήν να επιστρέψω; Να 'μου ειπής καλλίτερα ο σκλάβος και το κτήνος αυτού εδώ του δούλου της του μισητού να γίνω!

(Δεικνύει τον ΟΣΒΑΛΔΟΝ).

ΓΟΝΕΡ. Κάμ' όπως θέλεις.

ΛΗΡ Κόρη μου, μη με αποτρελλαίνεις. Εγώ, παιδί μου, πείραξιν δεν θέλω να σου δώσω! Ώρα καλή! Άλλην φοράν δεν θα ανταμωθούμεν ούτε ποτέ θα ξαναδεί ο ένας μας τον άλλον. Πλην σ ’ έχω θυγατέρα μου και σάρκα μου και αίμα… ή της σαρκός μου είσαι συ αρρώστια, κι εξ ανάγκης είσαι 'δική μου. Φάγαιναν και πρήξιμον σε είχα. εξάνθημα ’ς το αίμα μου το κακοφορμισμένο! Ας είναι! Δεν επιθυμώ εγώ να σ ’ επιπλήξω. Οπόταν θέλ' η εντροπή ας έλθη μοναχή της· δεν την γυρεύω· δεν ζητώ τον κεραυνόν να πέση ούτε σκοπεύω να κλαυθώ 'ς τον Δία να σε κρίνη. Άλλαξε, όταν δυνηθής, μετάνοιωσ', όταν θέλης. Έχω εγώ υπομονήν. Θα μείνω 'ς της Ρεγάνης, μαζί με τους ιππότας μου τους εκατόν.

ΡΕΓΑΝΗ Α! όχι ακόμη δεν σ' επρόσμενα· να σε δεχθώ όπως πρέπει δεν είμ' ακόμη έτοιμη. Άκουσ' αυτό που λέγει η αδελφή μου· επειδή αυτοί που κατορθώνουν με γνώσιν και με φρόνησιν ν' ακούουν τους θυμούς σου επήραν την απόφασιν ότ ’ είσαι γέρος, ώστε… Αλλ' άκουσέ την και αυτή γνωρίζει το τι κάμνει.

ΛΗΡ Με τα σωστά σου ομιλείς;

ΡΕΓ. Με όλα τα σωστά μου. Πενήντ' ακόλουθοι! Και πώς! Τι θέλεις παρεπάνω; Δεν φθάνουν τόσοι; Και αυτούς δεν 'ξεύρω τι τους θέλεις; Έξοδον είναι περιττόν και κίνδυνος μεγάλος, και είναι δύσκολον πολύ εις ένα σπίτι μέσα τόσοι πολλοί να μαζευθούν και δυο να τους ορίζουν χωρίς συχνά μαλλώματα. Αδύνατον το βλέπω!

ΓΟΝΕΡ. Και διατί, αυθέντα μου, να μη σε φθάνη τάχα να έχης υπηρέτας σου τους ιδικούς της δούλους ή τους δικούς μου;

ΡΕΓ. Διατί, αυθέντα μου, τω όντι; Εάν τους εύρης αμελείς, τους βάζομεν εις τάξιν. Αν τύχη κ' έλθης είς εμέ, (και 'σάν να το φοβούμαι) εικοσιπέντε μοναχά παρακαλώ να φέρης. Περισσοτέρους δεν χωρεί.

ΛΗΡ Σας έδωκα τα πάντα…

ΡΕΓ. Κι’ αλήθεια με την ώραν σου.

ΛΗΡ Σας έκαμα να είσθε οι κηδεμόνες μου εσείς, εσείς οι φύλακές μου, με μόνην επιφύλαξιν να έχω συνοδείαν, τόσους ιππότας μου. Λοιπόν εικοσιπέντε μόνον να έχω τώρα συγχωρείς, Ρεγάνη; Μου το είπες;

ΡΕΓ. Το ξαναλέγω. Δεν χωρούν πλειότεροι 'ς εμένα.

ΛΗΡ Κοντά εις τον χειρότερον μας φαίνεται να είναι και ο κακός καλόκαρδος· κ' είδος επαίνου είναι αν ημπορή κανείς 'να 'πή: έχει χειρότερόν του.

(Προς την Γονερίλην).

Είν' οι πενήντα σου διπλοί απ' τους εικοσιπέντε, και μ' αγαπάς διπλά εσύ.

ΓΟΝΕΡ. Αυθέντα, άκουσέ με. Εικοσιπέντε οπαδοί ή δέκα ή και πέντε, εις τι θα σου χρειάζωνται, αφού θα ζης μαζί μας, όπου θα έχης τους διπλούς 'ς τους ορισμούς σου πάντα;

ΡΕΓ. Και ένας τι χρειάζεται;

ΛΗΡ Μη θέλεις να μετρήσης το πόσον μας χρειάζεται. Κι’ ο πάμπτωχος ζητιάνος κάτι θα έχη περιττόν, όσον πτωχός κ' αν είναι. Όσον η φύσις απαιτεί, αν δώσης εις την φύσιν, τότε 'ς τον άνθρωπον αρκεί ό,τι αρκεί 'ς το ζώον. Εσύ, είσαι αρχόντισσα· εάν διά το κρύον με τόσην πολυτέλειαν το σώμα σου στολίζης. η φύσις δεν χρειάζεται τα πλούσια στολίδια αυτά, που είναι περιττά διά να σε ζεστάνουν. Αν είν' ό,τι χρειάζεται και μόνον, δώσετέ μου υπομονήν, ω ουρανοί! Υπομονή μου λείπει! Εμπρός σας στέκω, ω θεοί, δυστυχισμένος γέρος, από την λύπην μου βαρύς, καθώς κι' από τα χρόνια, και εις τα δυο ελεεινός. Αν είναι θέλημά σας, αν είσθε σεις που την καρδιάν αυτών των θυγατέρων την στρέφετ' εναντίον μου, μη θέλετε και τόσον να με απομαράνετε, ώστε να υποφέρω ανάνδρως. — Όχι! Μ' ευγενή θυμόν γεμίσετέ με! Μη θέλετε με δάκρυα, των γυναικών τα όπλα, τα μάγουλά μου τ' ανδρικά να κηλιδώσω τώρα! Όχι, ω στρίγλαις! Έχετε να πάθετ' απ' εμένα, θα σας παιδεύσω και ταις δυο, ώστε ο κόσμος όλος… θα κάμω πράγματα εγώ… Δεν 'ξεύρω τι θα είναι, αλλά θα είναι πράγματα, οπού η γη να φρίξη! Να κλαύσω περιμένετε; Α! όχι, δεν θα κλαύσω. Να κλαίω έχω αφορμήν. Αλλά κομμάτια χίλια να την ιδώ καλλίτερα να γίνη την καρδιάν μου, παρά να κλαύσω! — τρελλέ, ο νους μου θα μου φύγη!

Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. (Ακούεται τρικυμία μακρόθεν).

ΚΟΡΝ. Η τρικυμία προχωρεί. Εις τα σκεπά ελάτε.

ΡΕΓ. Εδώ το σπίτι είναι μικρόν με όλον του τον κόσμο! δεν τον χωρεί τον γέροντα.

ΓΟΝΕΡ. Εάν στενοχωρήται ποιος πταίει; — Πταίει μόνος του, ώστε καλά να πάθη.

ΡΕΓ. Μετά χαράς θα τον δεχθώ, ανίσως έλθη μόνος, χωρίς κανέν' ακόλουθον.

ΓΟΝΕΡ. Αυτό κ' εγώ θα κάμω. Πού 'πήγε ο Γλόστερ;

ΚΟΡΝ. Με τον Ληρ. Να, έρχεται οπίσω.

ΓΛΟΣΤ. (επιστρέφων) Έξω φρενών ο βασιλεύς απ' τον θυμόν του είναι.

ΚΟΡΝ Και πού πηγαίνει;

ΓΛΟΣΤ. Τ’ άλογα επρόσταξε να φέρουν πλην πού πηγαίνει, τ ’ αγνοώ.

ΚΟΡΝ. Ας κάμη, όπως θέλει. Είναι ο κύριος αυτός.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Γλόστερ). Μη τον παρακινήσης να μείνη, ω αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Η νύκτα θα πλακώση, ο άνεμος ελύσσιασε και φοβερά βοΐζει, κ' εδώ ούτε χαμόδενδρον δεν έχει να τον κρύψη.

ΡΕΓ. Τον εαυτόν του αδικεί εκείνος που πεισμώνει, κι' αν πάθη, τα παθήματα μαθήματ' ας του γίνουν! Κλείσε την θύραν σου καλά, αυθέντα μου, διότι έχει μαζί του φοβερούς κ' άγριους ακολούθους και, — ευκολοαπάτητος εκείνος καθώς είναι. — να τους αφήση είν άξιοι να κάμουν ό,τι θέλουν, ώστε δεν είναι γνωστικόν κανείς να μη φοβήται.

ΚΟΡΝ. Κλείσε, αυθέντα μου. Σωστά σου είπεν η Ρεγάνη. Τι τρικυμία φοβερά! Εις τα σκεπά ελάτε!

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος. Τρικυμία, αστραπαί και βρονταί. (Εισέρχονται εκατέρωθεν Ο ΚΕΝΤ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν' εδώ; Ποιος παρεκτός απ' την κακοκαιρίαν;

ΙΠΠΟΤ. Ένας, που έχει 'ς την ψυχήν κ' εκείνος τρικυμίαν.

ΚΕΝΤ Σ' αναγνωρίζω, κύριε. — Ο βασιλεύς πού είναι;

ΙΠΠΟΤ. Με τα στοιχεία πιάνεται τα εξαγριωμένα· κράζει 'ς τον άνεμον την γην να την καταποντίση, ή τ' αφρισμένα κύματα να τα υψώση τόσον, ώστε ν' αλλάξη ή να χαθή το σύμπαν! — Ξερριζώνει τα κάτασπρά του μαλλιά, — και η ανεμοζάλη τ' αρπάζει απ' τα χέρια του, τυφλή από την λύσσαν, και τα σκορπά εδώ κ' εκεί! Εις τον μικρόκοσμόν του(29) να ξεπεράση προσπαθεί την πάλην των στοιχείων. Την νύκτ' αυτήν, που 'ς την σπηληά με άδεια τα [βυζιά της μένει η αρκούδα ήσυχη, — κ' οι πεινασμένοι λύκοι κ' οι λέοντες απ' την βροχήν την τρίχα των φυλάγουν, εκείνος περιφέρεται μ' ασκέπαστο κεφάλι και εύχεται να ήρχετο συντέλεια του κόσμου!

ΚΕΝΤ Μόνος του είναι;

ΙΠΠΟΤ. Ο τρελλός με λόγια του αστεία πασχίζει διασκέδασιν 'ς τον πόνον του να φέρη.

ΚΕΝΤ Γνωστός μου είσαι και τολμώ, διότι σε γνωρίζω, κάτι πολύ σημαντικόν να πιστευθώ σ' εσένα. Οι δύο δούκες σύγγαμβροι τα έχουν χαλασμένα, αν και ακόμ' οι πονηροί την έχθραν των σκεπάζουν. Αλλ' έχουν δούλους πονηρούς — (και ποίος δεν τους έχει εάν θελήση τ' άστρο του να τον υψώση εις θρόνον;) Αυτοί, κατάσκοποι κρυφοί, πληροφορούν τον Γάλλον τι γίνεται ς' το κράτος μας, πώς τρώγονται οι δούκες, πώς τυραννούν τον αγαθόν γέροντα βασιλέα, και ίσως τον πληροφορούν κι' άλλους κρυφούς σκοπούς των. Αλλ' εν τοσούτω έρχεται με δύναμιν ο Γάλλος εις το βασίλειον αυτό το κατασπαραγμένον. Η απρονοησία μας γίνετ' ωφέλειά του, πολλούς λιμένας μας κρυφά τους έχει πατημένους, και δεν θ' αργήση φανερά σημαίαν να υψώση. Αν θέλης εις τα λόγια μου να δώσης, φίλε, πίστιν, αμέσως τώρα κίνησε και πήγαινε 'ς το Δούβρον. Κάποιος εκεί θα σε δεχθή και θα σε ευχαριστήση, όταν ειπής καταλεπτώς τα όσα υποφέρει ο βασιλεύς: τι βάσανα, τι λύπαις, τι φαρμάκια! Εγώ, που βλέπεις, γέννημα και θρέμμα είμ' αρχόντων και κάτι 'ξεύρω, που αυτήν την εντολήν σου δίδω.

ΙΠΠΟΤ. Σε ξαναβλέπω.

ΚΕΝΤ Όχι! Μη! — Διά να σ' αποδείξω ότ' είμ' εγώ καλλίτερος απ' ό,τι με νομίζεις, άνοιξ' αυτό μου το πουγγί και ό,τι έχει πάρτο. — Την Κορδηλίαν αν ιδής, καθώς ελπίζω, φίλε, το δακτυλίδι δείξε της αυτό εδώ, και τότε το άγνωστόν μου όνομα θα μάθης απ' εκείνην. Τι τρικυμία φοβερά! Θέλω τον Ληρ να εύρω.

ΙΠΠΟΤ. Δος μου το χέρι, φίλε μου. Άλλο να 'πής δεν έχεις;

ΚΕΝΤ. Ολίγα έχω να ειπώ κ' έχω πολλά να κάμω. Εγώ πηγαίνω απ' εδώ, πήγαιν' απ' άλλον δρόμον, κι' όποιος τον Ληρ πρωτοϊδή τον άλλον ας φωνάξη.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έτερον μέρος της αυτής αδένδρου εξοχής. Η τρικυμία εξακολουθεί. (Εισέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΛΗΡ Φύσ', άνεμε, και μάνιζε, σκάσε τα μάγουλά σου! Σεις, καταρράκται τ' ουρανού, ανοίξετε, χυθήτε, και πνίξετε τους πύργους μας και τα καμπαναριά μας! Και σεις, γοργαί 'σάν λογισμοί, φωτιαίς θειαφωμέναις του δενδροσχίστη κεραυνού πρόδρομοι σεις, ελάτε, ελάτε, καψαλίσετε τα κάτασπρά μου γένεια! Και συ, του κόσμου χαλαστή, συ κεραυνέ, καταίβα, κτύπα να κάμης πλακωτήν της γης την στρογγυλάδα, και ράγισε της φύσεως και σπάσ' τα τα καλούπια, ώστε η ζύμη να χυθή και σπόρος να μη μείνη, και άνθρωπος αχάριστος να μη ξαναφυτρώση!

ΓΕΛΩΤ. Τι φωνάζεις, παππού να πέση και άλλη βροχή ενώ γυρίζομεν έξω; Πήγαινε καλλίτερα μέσα να ζητήσης να σ' ευλογήσουν οι θυγατέρες σου. Ούτε τρελλόν ούτε φρόνιμον δεν λυπάται ο καιρός απόψε.

ΛΗΡ Πέφτε, βροχή! Χύνου, φωτιά! Αστροπελέκι, βρόντα! Συ αστραπή κι εσύ βροντή και συ ανεμοζάλη, δεν είσθε θυγατέρες μου. Με σας εγώ, Στοιχεία, εάν με κατατρέχετε παράπονον δεν έχω. Εις σας εγώ δεν έδωκα βασίλεια και θρόνον παιδιά δεν σας ωνόμασα· δεν μου χρωστάτε χάριν. Ελάτε, ξεθυμάνετε λοιπόν 'ς την κεφαλήν μου. Ιδού, διασκεδάσατε! Στέκομ' εδώ εμπρός σας, άρρωστος, έρημος, πτωχός και καταφρονημένος. Αλλ' όμως καταμαρτυρώ την δουλοπρέπειάν σας διότι ενωθήκετε με δυο αχρείαις κόραις και κατατρέχετε και σεις και καταπολεμάτε το παραγηρασμένο μου και κάτασπρο κεφάλι Ω! Εντροπή σας (30)

ΓΕΛΩΤ. Όποιος έχει σπίτι να σκεπάση το κεφάλι του, έχει καλό σκιάδι.

(Αδει).

Αν βάλης την ουρά σου 'ς τα ακεπά και ασκέπαστο αφήσεις το κεφάλι, θα σου τα πάρη τα δυο η ζάλη, κι' αέρας το κορμί σου θα κτυπά. Ανίσως το ποδάρι σου προσέχης και να φροντίζης την καρδιάν ξεχνάς, και πόνους εις τους κόλπους σου θα έχης, Κι' αντί να έχεις ύπνο, θ' αγρυπνάς.

Διότι ακόμη δεν έγινε εύμορφη γυναίκα να μη κάμη μορφασμούς εις τον καθρέπτην.

ΛΗΡ Όχι! Παράδειγμα εγώ υπομονής να γίνω και ούτε λέξιν θα ειπώ.

(Εισέρχεται ο ΚΕΝΤ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν’ εκεί;

ΓΕΛΩΤ. Ποιος είναι; Ένας σοφός κι ένας τρελλός.

ΚΕΝΤ Αυθέντα, εδώ είσαι; Ως εκ του σκότους τα στοιχειά φοβούνται τέτοιαν [νύκτα. Και τα θηρία, που γυρνούν 'ς τα σκότη, ως κ' εκείνα ο θυμωμένος ουρανός τα έχει τρομαγμένα κ' εκρύφθηκαν 'ς τα σπήλαια! Ποτέ δεν ενθυμούμαι τέτοιαις βρονταίς και αστραπαίς κι' αστροπελέκια [τέτοια, τόσην ροήν και βογκητόν βροχής κι' ανεμοζάλης! Να υποφέρη δεν 'μπορεί το σώμα του ανθρώπου τόσον πολύν κατατρεγμόν, ούτε τρομάρα τόσην!

ΛΗΡ Οι παντοδύναμοι θεοί, αυτοί που κάμνουν τούτον τον τρομερόν κατακλυσμόν 'ς τους Ουρανούς επάνω, ας ξεχωρίσουν εις την γην και τους εχθρούς των τώρα! Εσύ, κακούργε που κρατείς εγκλήματα εντός σου κρυμμένα κι' αμαστίγωτα από τον νόμον, τρέμε! Κρύψου και συ, που έβαψες το χέρι σου 'ς το αίμα! Και συ, επίορκε! Και συ, μοιχέ, όπου λαμβάνεις το πρόσχημα της αρετής! Ραγίσου από φόβον εσύ, που παραμόνευες κ' εκαιροφυλακτούσες, επίβουλε, εις άνθρωπον το χέρι να σηκώσης! Εβγάτ' απ' τον κρυψώνα σας, εγκλήματα κρυμμένα, και ήμαρτον φωνάξετε εμπρός 'ς τους κατηγόρους αυτούς εδώ τους φοβερούς! — Εγώ είμ' ένας γέρος 'λιγώτερον αμαρτωλός παρά αδικημένος!

ΚΕΝΤ Αλλοίμονον! Μ' ολόγυμνην την κεφαλήν!..Αυθέντα, εδώ κοντά ευρίσκεται μία καλύβα, όπου θα εύρης καταφύγιον απ' την ανεμοζάλην. Έλα εκεί ν' αναπαυθής. Εγώ δε εις το σπίτι πηγαίνω πάλιν το σκληρόν, — σκληρότερον ακόμη κι' απ' τους λιθίνους τοίχους του, και όπου τώρ' ακόμη απ' έξω μ' έκλεισαν, ενώ να σ' εύρω εζητούσα, την θύραν του την άξενην 'πάγω να την ανοίξω διά της βίας!

ΛΗΡ Ήρχισε ο νους μου να σαλεύη.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα εδώ, αγόρι μου. — Εκρύωσες, παιδί μου; Κ' εγώ κρυώνω. Τ' άχυρο πού είναι; Δείξε μας το. Είναι παράξενη πολύ η τέχνη της Ανάγκης· τα τιποτένια πράγματα πολύτιμα τα κάμνει. Πού είναι η καλύβα σου; Πτωχέ τρελλέ μου, έλα. Έχω μιαν κώχην 'ς την καρδιά, που σε πονεί, τρελλέ μου!

ΓΕΛΩΤ. (άδων). Όποιος έχει ολίγον νουν, κι αν τον έχη, όταν πέφτη η βροχή κι ο αέρας μπουμπουνά, πρέπει 'ς την κακή του Μοίρα με υπομονήν ν' αντέχη, επειδή χωρίς βροχή ούτε 'μέρα δεν περνά.

ΛΗΡ Καλά το είπες, ω τρελλέ. — Οδήγει 'ς την καλύβα.

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΚΕΝΤ).

ΓΕΛΩΤ. Ας ειπώ πριν φύγω μίαν προφητείαν.

Χρήματα παπάδες όταν δεν θα παίρνουν, όταν το κρασί δεν θα το δολώνουν όταν δεν θ' αλλάζουν τους συρμούς οι ράπται, κι όλ' οι δικηγόροι δίκαια θα λέγουν, και κανένας νέος δεν θα κάμνη χρέη κι' ούτε καμμιά γλώσσα θα κακολογή, κι' όπου τρέχει κόσμος δεν θα τρέχουν κλέπται, κι' όταν θα σκορπίζουν χρήματα 'ς τους δρόμους, κι' όταν εκκλησίας μαυλισταί θα κτίζουν, σύγχυσις μεγάλη τότε θα επέλθη εις της Αλβιόνος το βασίλειον. Όποιος ζήση τότε έχει να ιδή ότι με τα πόδια θα βαδίζουν τότε. θα τα προφητεύση ο Μερλίνος ταύτα. (31) Πριν εκείνος έλθη, έζησα εγώ.

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται Ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον, Εδμόνδε, αυτά τα φερσίματα είναι παρά φύσιν. Όταν τους εζήτησα την άδειαν να τον ευσπλαγχνισθώ, μου αφήρεσαν πάσαν εξουσίαν μέσα εις το σπίτι μου. Μ' επρόσταξαν να μη αναφέρω ούτε το όνομά του, να μη μεσιτεύσω δι' αυτόν ούτε ποτέ να τον βοηθήσω με κανένα τρόπον ει δε μη, θα χάσω διά παντός την εύνοιάν των.

ΕΔΜ. Και τω όντι παρά φύσιν και απάνθρωπα!

ΓΛΟΣΤ. Μη σε μέλει! — Μη τύχη και ειπής λέξιν. Οι δούκες εμάλλωσαν. Τρέχει και κάτι χειρότερον ακόμη. Έλαβα γράμμα απόψε.. Να μη μας ακούση κανείς. Το εκλείδωσα το γράμμα. — Έρχεται η ώρα να πληρωθούν τα όσα ο βασιλεύς υπέφερεν απ' αυτούς! Το στράτευμα ήρχισε να φθάνη. Το καθήκον μας είναι να πάρωμεν του βασιλέως το μέρος ημείς. Πηγαίνω να τον εύρω κρυφά και να τον βοηθήσω. Εσύ πήγαινε εις τον δούκα και ομίλησε μαζί του, ώστε να μη το πάρη είδησιν ότι λείπω. Αν σ' ερωτήση πού είμαι, ειπέ ότι είμαι άρρωστος και επλάγιασα. — Και με την ζωήν μου αν έχω να το πληρώσω, όπως μ' εφοβέρισαν, θα τον βοηθήσω τον γέροντα κύριόν μου, τον βασιλέα μου! Έχουν να γίνουν παράδοξα πράγματα, Εδμόνδε, πρόσεχε, σε παρακαλώ!

(Εξέρχεται).

ΕΔΜ. Αυτήν σου την ευγένειαν ο δούκας θα την μάθη αμέσως τώρα. Θα του 'πω και δι' αυτό το γράμμα.. Νομίζω η εκδούλευσις ανταμοιβήν ν' αξίζη, του δε πατρός μου ο χαμός είναι 'δικόν μου κέρδος. Ο νέος ανυψώνεται, όταν ο γέρος πέση!

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εξοχή. Καλύβη εν τω μέσω αυτής — Η τρικυμία εξακολουθεί. (Εισέρχονται Ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΚΕΝΤ Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα. Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν, δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη;

ΛΗΡ Άφησέ με.

ΚΕΝΤ Έμβα, αυθέντα.

ΛΗΡ Την καρδιάν να μου ραγίσης θέλεις;

ΚΕΝΤ Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να σπάσω την 'δικήν μου! Έμβα, αυθέντα μου καλέ.

ΛΗΡ Εσύ πολύ το έχεις η τρικυμία η φρικτή αυτή να μας μουσκεύη. Και έχεις δίκαιον, εσύ. Αλλ' όμως, όπου είναι πόνος μεγάλος 'ς της καρδιάς τα βάθη ριζωμένος, ο πόνος ο μικρότερος εντύπωσιν δεν κάμνει (32). Αν 'δής αρκούδα, θα κρυφθής. Αλλ' αν, ενώ την φεύγεις, αγριευμένον πέλαγος εμπρός σου αντικρίσης, θα προτιμήσης να στραφής 'ς τα 'δόντια της αρκούδας. Όπου νους ήσυχος, εκεί ευαίσθητον το σώμα. Αλλά εγώ εις την ψυχήν ανεμοζάλην έχω, που κάθε άλλο αίσθημα και πόνον καταπνίγει, εκτός ενός, οπού πονεί εδώ.., Αχαριστία, αχαριστία των παιδιών προς τον πατέρα! Ήγουν, σαν νάθελε το στόμα μου το χέρι να σπαράξη, οπού του δίδει την τροφήν! Αλλά θα τας παιδεύσω! Δεν χύνω άλλα δάκρυα… Ω! Να με κλείσουν έξω τέτοιαν νυκτιά!… Πέφτε, βροχή! Πέφτε, βροχή, [κι' αντέχω! Τέτοιαν αλύπητην νυκτιά! Ρεγάνη, Γονερίλη, εμένα; τον πατέρα σας; που μ' όλην την καρδιάν μου τα πάντα σας εχάρισα;… Ας μη το συλλογούμαι, μη με αυτήν την συλλογήν χάσω τα λογικά μου! Αρκεί! Αρκεί!

ΚΕΝΤ Παρακαλώ, έμβα εδώ, αυθέντα.

ΛΗΡ Πήγαινε συ ν' αναπαυθής. Εγώ 'ς την τρικυμίαν ευρίσκω διασκέδασιν. Μου 'βγάζει απ' τον νουν μου εκείνα που θα μ' έβλαπταν πλειότερον ακόμη. Αλλ' ας έμβω.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα συ, παιδί μου· έμβα πρώτος· έλα, ω άστεγε πτωχέ! Θα 'πώ την προσευχήν μου και ύστερα θα κοιμηθώ.

(Εισέρχεται Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ εις την καλύβην).

ΛΗΡ Εσείς, ξεγυμνωμένοι, εσείς, πτωχοί ελεεινοί, που τ' άσπλαγχνα Στοιχεία σας δέρνουν τώρ' αλύπητα, πώς θα σας προφυλάξουν απ' τον ανεμοστρόβιλον τα τρύπια σας κουρέλια, τα πεινασμένα σας πλευρά, τ' ασκέπαστα κεφάλια; Ω! Δι' αυτά προτίτερα μου έμελλε ολίγον Πιέ το και συ το ιατρικόν, εσύ, Μεγαλειότης, — τα όσα πάσχουν οι πτωχοί και συ δοκίμασέ τα, διά να ρίχνης εις αυτούς τα περισσεύματά σου, και να ιδούν 'ς τον ουρανόν κι' αυτοί δικαιοσύνην!

ΕΔΓΑΡ (εντός της καλύβης). Ω! είναι μια 'μιση οργυιά, μια και μισή! (33)

(Εξέρχεται εκ της καλύβης έντρομος ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤ. Παππού μου, έχει δαιμόνια εκεί, μη τύχη κ' έμβης μέσα! βοήθεια!

ΚΕΝΤ Δος το χέρι σου. — Μέσα εκεί ποιος είναι;

ΓΕΛΩΤ. Δαιμόνιον! Δαιμόνιον!

ΚΕΝΤ (προχωρών προς την θύραν της καλύβης). Εσύ τι πράγμα είσαι, που μέσα 'ς τ' άχυρα βογκάς; Ποιος είσαι; Έβγα έξω!

(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος ως παράφρων).

ΕΔΓΑΡ Φευγιό! φευγιό! Ο Σατανάς μ' επήρε το κατόπιν.

»Μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει!«

Ζεστοκοπήσου, αν 'μπορής, 'ς το κρύο σου κρεββάτι.

ΛΗΡ Και συ 'ς τας θυγατέρας σου εχάρισες τα πάντα, ώστε κατήντησες εδώ;

ΕΔΓΑΡ Ποίος θα τον ελεήση τον τρελλόν; Τον έκαμαν τα δαιμόνια κ' επέρασε φωτιαίς και φλόγες, ρευματιές και καταβόθραις, βάλτους και βούρκους. Του έβαλαν μαχαίρια κάτω από το προσκέφαλό του και σχοινιά κάτω από το στασίδι του (34). Του έρριξαν ποντικοφάρμακο μέσα εις το φαγί του. Του εφούσκωσαν τα μυαλά και τον έκαμαν να καβαλλικεύση κόκκινο άλογο και να περνά γεφύρια, τέσσαρα δάκτυλα στενά, και να κυνηγά τον ίσκιο του, ωσάν να ήθελε να πιάση ένα προδότην. — Ο Θεός να σου φυλάγη και τας πέντε σου αισθήσεις. — Ο τρελλός κρυώνει. Ω! το τέ, το τέ, το τέ! — Ο θεός να σε φυλάγη από ανεμοστρόβιλον, από αστεροκτύπημα και από βάσκαμμα! Ελέησέ τον τον τρελλόν, οπού τον βασανίζουν τα δαιμόνια, Να τα! Εδώ είναι τώρα, κ' εκεί, κ' εδώ! Η τρικυμία εξακολουθεί.

ΛΗΡ Αι θυγατέρες του τον έφεραν και τούτον εις αυτήν την κατάστασιν; — Όλα ταις τα έδωκες; Δεν εκράτησες τίποτε διά τον εαυτόν σου;

ΓΕΛΩΤ. Εκράτησεν ένα χράμι. Ει δε, θα ήτον εντροπή, να τον βλέπωμεν.

ΛΗΡ Όσα κι' αν κρέμανται δεινά επάνω 'ς τον αιθέρα να τιμωρήσουν έτοιμα τα κρίματα του ανθρώπου, να πέσουν εις ταις κόραις σου!

ΚΕΝΤ Κόραις αυτός δεν έχει.

ΛΗΡ Σου πρέπει, ψεύτη, θάνατος! Τι άλλο ημπορούσε, εκτός παιδί αχάριστο, εδώ να τον κρημνίση; Συρμός μην είναι, οι γονείς οι αποκηρυγμένοι να μην ευρίσκουν έλεος 'ς την ίδιαν των την σάρκα; Τ' αξίζουν να παιδεύωνται· διότι πελεκάνους (35) εγέννησεν η σάρκα των και όχι θυγατέρας!

ΕΔΓΑΡ Επελεκούσε πέτραις πετροπελεκητής, Αλλοί, αλλού, αλλοί, αλλοί, αλλού! (36)

ΓΕΛΩΤ. Το κρύο το αποψινό θα μας κάμη όλους να τα χάσωμεν.

ΕΔΓΑΡ Φυλάγου από κακά δαιμόνια. Τίμα τους γονείς σου. Βάστα τον λόγον σου. Μη επιορκήσης. Μη μοιχεύσης. Μη επιθυμήσης ματαιότητα… Κρυώνει ο τρελλός.

ΛΗΡ Τι έκαμνες προτίτερα;

ΕΔΓΑΡ Έκαμνα την αγάπην και ήμουν φανταγμένος και σώμα και ψυχήν. Εσγούραινα τα μαλλιά μου, είχα 'ς το σκιάδι μου το χειρόφτι της αγαπητικής μου και ευχαριστούσα τας επιθυμίας της. Κάθε μου λέξις ήτο και όρκος, και τον επατούσα αμέσως ενώπιον του Ουρανού. Αγαπούσα πολύ το κρασί· και ακόμη περισσότερον τα τυχηρά παιγνίδια. Εξεπερνούσα και Τούρκον εις την ερωτομανίαν. Είχα καρδίαν άπιστου, αυτί προδότου, χέρι φονηά. Ήμουν χοίρος εις την ακαμωσιά, αλωπού εις την κατεργαριά, λύκος εις την αχορταγιά, σκύλος εις το λύσσασμα, λέων 'ς το κυνήγημα. Κύτταξε μη σε πλανέση τρίξιμο παπουτσιού ή μεταξωτού φορέματος και πέσης εις χέρια γυναικός. Έχε μακρυά από καταγώγια το ποδάρι σου και το χέρι σου έξω από κατάστιχα τοκογλύφων, και τότε, δεν έχεις να φοβηθής τα δαιμόνια. Και όμως, μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει. Φωνάζει σουμ, μουμ, νονί! Δέλφινα, παιδί μου, παιδί μου, σέσα! (37) Άφες τον κι' ας τρέχη.

(Η τρικυμία εξακολουθεί).

ΛΗΡ Καλλίτερα να σ' εσκέπαζεν η πλάκα του τάφου, παρά να υποφέρης μ' ασκέπαστο κεφάλι των Ουρανών την καταδρομήν! — Αυτό λοιπόν είναι ο άνθρωπος; Ιδέ τον! Εσύ δεν χρεωστείς ούτε μετάξι εις σκουλήκι ούτε δέρμα εις ζώον ούτε μαλλί εις πρόβατον ούτε μυρωδικό εις μοσχοποντικόν! Ημείς οι τρεις είμεθα τεχνητοί άνθρωποι. Συ είσαι ο φυσικός! Ο σωστός άνθρωπος είναι καθώς εσένα· είναι ζώον γυμνόν και κακορρίζικον, — δικράνι και τίποτε περισσότερον! (Σχίζων τα φορέματά του). Έξω, έξω τα περιττά!· Έλα ξεκούμβωσέ με.

ΓΕΛΩΤ. Ησύχασε, παππού. Ησύχασε και δεν είναι καιρός διά κολύμβημα. Αν είχαμεν ολίγην φωτιάν εις αυτόν εδώ τον αγριόκαμπον, θα ήτον ωσάν την καρδιάν ενός παραλυμένου γέρου: — μια μικρή σπίθα εις ένα μέρος και όλον το επίλοιπον σώμα παγωμένον. — Κύτταξε εκεί! Μια φωτιά περπατεί κ' έρχεται κοντά μας. (38)

ΕΔΓΑΡ Δαιμόνιον είναι αυτό που έρχεται! Το βλέπεις; Εβγαίνει έξω, αφού σημάνη ο εσπερινός, και περπατεί έως, να πρωτοκράξη ο πετεινός. Αυτό φέρνει τον καταρράκτην και το αλλοιθώρισμα και τα λαγώχειλα. Αυτό σαπίζει το σιτάρι και βασανίζει τα δυστυχισμένα πλάσματα της γης! (39)

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings