← Table of contents
Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Front matter (continued 2)

Demetrios Vikelas translation

ΚΕΝΤ Πώς είσαι, αυθέντα μου;

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ φέρων δάδα).

ΛΗΡ Ποίος είναι αυτός;

ΚΕΝΤ Ποίος είν' εκεί; Τι θέλεις εδώ;

ΓΛΟΣΤ. Τι άνθρωποι είσθε σεις; Πώς σας λέγουν;

ΕΔΓΑΡ Εγώ είμαι ο καϋμένος ο τρελλός, οπού τρώγει βαθρακούς και σαμμιαμίθια· που, όταν τον βασανίζουν τα δαιμόνια και τον φρενιάζουν, τρώγει την σβουνιά και ποντικούς και πνιγμένους σκύλους και πίνει την πράσινην σκέπην από τα στεκάμενα νερά· που τον διώχνουν με ραβδισμούς από ενορίαν εις ενορίαν και τον καθίζουν εις τον φάλαγγα και εις την φυλακήν. και όμως ήτο καιρός που είχε τρεις φορεσιάς ν' αλλάξη κ' έξ υποκάμισα και άλογο να καβαλλικεύη και σπαθί εις την μέσην του.

Όμως ποντικοί κι άλλα των αλλών τώρα επτά χρόνια τρέφουν τον τρελλόν

Φυλάξου από αυτόν, που με κυνηγά. Ησύχασε, δαιμόνιον! Σιώπα!

ΓΛΟΣΤ. 'Σ αυτήν εδώ την συντροφιάν κατήντησες, αυθέντα;

ΕΔΓΑΡ Είναι τρανός και φοβερός ο βασιλεύς του σκότους. Μοδόν τον λέγουν και Μαχού! (40)

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα, τα παιδιά μας, η σάρκα και το αίμα μας, επήραν κακόν δρόμον και κατατρέχουν τους γονείς!

ΕΔΓΑΡ Αχ! ο τρελλός κρυώνει!

ΓΛΟΣΤ. Έλα μαζί μου. Δεν 'μπορώ εγώ να υπακούσω 'ς τ' απάνθρωπα προστάγματα των δυο σου θυγατέρων. Μ' επρόσταξαν, αυθέντα μου, να σε αφήσω έξω εις της νυκτός το έλεος και της ανεμοζάλης. Πλην δεν τας ελογάριασα, κ' ήλθα εδώ να σ' εύρω κ' εις μέρος όπου φαγητόν και ζέστη σε προσμένει να σ' οδηγήσω.

ΛΗΡ Άφησε να ομιλήσω πρώτα με τούτον τον φιλόσοφον. — Παρακαλώ, ειπέ μου, ο κεραυνός πώς γίνεται;

ΚΕΝΤ Την προσφοράν του δέξου και πήγαινε, αυθέντα μου, εκεί όπου σου λέγει.

ΛΗΡ Θα 'πω με τούτον τον σοφόν Θηβαίον δύο λόγια, — Ειπέ μου, τι εσπούδασες;

ΕΔΓΑΡ Τον διάβολον να φεύγω και να σκοτώνω ποντικούς.

ΛΗΡ Να σ' ερωτήσω θέλω κάτι κρυφόν.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ). Ω, πείσε τον να σε ακολουθήση, καλέ μου άρχον! Ήρχισε ο νους του να σαλεύη.

ΓΛΟΣΤ. Και μη δεν έχει αφορμήν; Τον θάνατόν του θέλουν αι δύο θυγατέρες του! — Αχ, Κεντ καλέ, πού είσαι; Καλά τα επρομάντευες, εξόριστε καϋμένε! — Του βασιλέως μας ο νους εσάλευσε, μου λέγεις· αλλά κ' εγώ που σου 'μιλώ να τρελλαθώ κοντεύω. Ο υιός μου… πλην τον έδιωξα! Παιδί μου δεν τον [θέλω! Να με σκοτώση 'θέλησε. Τον αγαπούσα, φίλε, δεν δύναται πλειότερον πατέρας ν' αγαπήση! Αληθινά η λύπη μου εσάλευσε τον νουν μου

(Τρικυμία).

Ω! τι νυκτιά! Παρακαλώ, αυθέντα, άκουσέ με

ΛΗΡ Συμπάθησέ με. — Λέγε συ, καλέ φιλόσοφέ μου.

ΕΔΓΑΡ Ω! πώς κρυώνει ο τρελλός!

ΓΛΟΣΤ.(Προς τον Έδγαρ). Εις την καλύβα μέσα πήγαινε συ, να ζεσταθής.

ΛΗΡ Όλοι εκεί ελάτε!

ΚΕΝΤ. Έλ' απ' εδώ, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Μ' αυτόν εγώ πηγαίνω· μαζί με τον φιλόσοφον.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ). Ας γίνη ό,τι θέλει. Άφησ' αυθέντα μου, κι' αυτόν μαζί του να τον πάρη.

ΓΛΟΣΤ. (προς τον Ληρ). Εάν τον θέλης, πάρε τον.

ΚΕΝΤ (προς τον Έδγαρ). Έλα και συ μαζί μας.

ΛΗΡ Έλ', Αθηναίε!

ΓΛΟΣΤ. Σιωπή! Σιγά, σιγά! Ελάτε!

ΕΔΓΑΡ Και ήτον 'ς τον πύργον σκοτάδι πυκνό, κ' εμβαίνει και κράζει: ω φάι, φουμ, φω, ανθρώπινο αίμα μυρίζει εδώ!

(Εξέρχονται.)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΟΡΝ. Θα τον εκδικηθώ πριν φύγω απ' εδώ!

ΕΔΜ. Τρομάζω, αυθέντα μου, όταν συλλογίζομαι πόσον θα κατηγορηθώ, διότι εθυσίασα εις το καθήκον τα αισθήματά μου.

ΚΟΡΝ. Το βλέπω τώρα, ότι δεν ήτο μόνον η φυσική του αδελφού σου κακοήθεια, εάν ηθέλησε να σκοτώση τον πατέρα του. Η κακία του πατρός σου του έδωκεν αφορμήν.

ΕΔΜ. Πώς με κατατρέχει η τύχη! Να μετανοώ, διότι κάμνω εκείνο, το οποίον έχω χρέος να κάμω!… Ιδού το γράμμα, οπού μου έλεγε. Αυτό αποδεικνύει, ότι είναι συνεννοημένος και σύμφωνος με τον Γάλλον. Ω θεοί! Ας μην εγίνετο η προδοσία αύτη. Ή τουλάχιστον, ας μην είχα εγώ να την καταδώσω!

ΚΟΡΝ. Έλα μαζί μου εις την δούκισσαν.

ΕΔΜ. Εάν είναι αληθινά όσα γράφει εδώ, το πράγμα είναι σπουδαίον.

ΚΟΡΝ. Αληθινά ή ψεύματα, αυτά σ' έκαμαν εσένα κόμητα του Γλόστερ. Εξέτασε να μάθης πού είναι ο πατέρας σου διά να τον συλλάβωμεν.

ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν). (Αν τον εύρουν, ενώ βοηθεί τον βασιλέα, θ' αυξήσουν αι υποψίαι εναντίον του). — Θα κάμω το χρέος μου, αυθέντα, όσον και αν με καίη ο πόλεμος μεταξύ χρέους και συγγενείας.

ΚΟΡΝ. Έχω όλα τα πιστά εις εσένα, και θα εύρης εις εμέ πατέρα καλλίτερον από εκείνον οπού σ' εγέννησε.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Θάλαμος εν οικία αγροτική, πλησίον του μεγάρου Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και ο ΕΔΓΑΡ).

ΓΛΟΣΤ. Εδώ είναι καλλίτερα παρά έξω εις τ' ανοικτά. Ευχαριστήσου με το ολίγον, αυθέντα μου. Θα προσπαθήσω να σου προμηθεύσω κάποιαν ανάπαυσιν, όπως ειμπορέσω, Δεν θ' αργήσω να επιστρέψω.

ΚΕΝΤ Δεν ημπόρεσε ο νους του ν' αντέξη εις τα όσα υπέφερε. — Οι θεοί, φίλε, να σου πληρώσουν την καλωσύνην σου.

(Εξέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΕΔΓΑΡ Ο Σατανάς με φωνάζει και μου λέγει, ότι ο Νέρων ψαρεύει εις την λίμνην του σκότους. — (Προς τον Γελωτοποιόν). Εσύ, αθώε, κάμε την προσευχήν σου και φυλάγου από τα δαιμόνια.

ΓΕΛΩΤ. Ειπέ μου, παππού, τι πράγμα είναι ο τρελλός; Είναι από το αρχοντολόγι ή από τον λαόν;

ΛΗΡ. Είναι βασιλεύς! Βασιλεύς!

ΓΕΛΩΤ. Όχι. Είναι άνθρωπος του λαού, και ο υιός του αρχόνταινε. Διότι μόνον ένας τρελλός ημπορεί ν' αφήση τον υιόν του να γίνη άρχοντας προτίτερα από τον πατέρα του.

ΛΗΡ Να είχα χίλιους δαίμονας με σούβλαις πυρωμέναις, με άγρια σφυρίγματα επάνω των να πέσουν!

ΕΔΓΑΡ Μου δαγκάνουν την ράχην τα βρωμοδαιμόνια.

ΓΕΛΩΤ. Τρελλός είναι όποιος εμπιστεύεται εις την ημερότητα του λύκου, εις την υγείαν του αλόγου, εις την αγάπην ενός παιδιού και εις τους όρκους μιας πόρνης.

ΛΗΡ. Το απεφάσισα! Ιδού. Τας εγκαλώ εμπρός σας.

(Προς τον Έδγαρ).

Έλα, σοφέ μου δικαστά. Κάθισ' εδώ να κρίνης.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Συ λογιώτατε, εδώ. — Ελάτε, αλεπούδες!

ΕΔΓΑΡ. Ιδέ τον, πώς εγούρλωσε τα 'μάτια και κυττάζει. Και συ, κυρία, βλέπε τον. — Ποιος θα γελάση πρώτος; (41)

Έλα 'ς το ποτάμι, 'μάτια μου, να μ' εύρης.

ΓΕΛΩΤ Είναι τρυπημένο το μονόξυλό της και να τον φωνάξη δεν τολμά να σου 'πή τον λόγον που δεν έρχεται.

ΕΔΓΑΡ Το βρωμοδαιμόνιον κυνηγά τον κακόμοιρον τον τρελλόν και κάμνει την φωνήν του αηδονιού. Ο διάβολος φωνάζει μέσα εις τα έντερα του τρελλού και γυρεύει να του δώσουν δύο ψαράκια να φάγη. Μη φωνάζης, μαύρε άγγελε, και δεν έχω να σου δώσω να φάγης.

ΚΕΝΤ Τι έχεις, ω αυθέντα μου; Τι βλέπεις και θαυμάζεις; Εδώ 'ς το στρώμα πλάγιασε ν' αναπαυθής ολίγον.

ΛΗΡ Την κρίσιν πρώτα να ιδώ. Οι μάρτυρες ας έλθουν!

(Τω Έδγαρ).

Συ, που φορείς κριτού στολήν, 'ς την μέσην να καθίσης.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Εις το πλευρόν του κάθισε και συ, συνάδελφέ του.

(Προς τον Κεντ).

Κάθου 'ς το πλάγι των και συ. Μ' αυτούς και συ θα κρίνης.

ΕΔΓΑΡ Να κάμωμεν δικαιοκρισίαν.

Ξύπνα, βοσκέ μου, και μην κοιμάσαι. Πατούν τα στάχυα τα πρόβατά σου. Δεν τα σφυρίζεις νάλθουν σιμά σου; Ή τον δραγάτην δεν τον φοβάσαι;

Πρρρ! Η γάτα είναι στακτιά.!

ΛΗΡ Πρώτη αυτή να κριθή. Είναι η Γονερίλη. Ορκίζομαι ενώπιον του σεβαστού τούτου δικαστηρίου, ότι έδιωξε με ταις κλωτσιαίς τον δυστυχή τον βασιλέα τον πατέρα της.

ΓΕΛΩΤ. Πλησίασε, κυρία! Τ' όνομά σου είναι Γονερίλη;

ΛΗΡ Δεν ημπορεί να το αρνηθή.

ΓΕΛΩΤ. Να με συμπαθήσης. Σε πήρα διά σκαμνί.

ΛΗΡ Ιδού κ' η άλλη. Μαρτυρούν τι έχει 'ς την καρδιά της τα βλέμματά της τα λοξά. — Θα φύγη! Πιάσετέ την! 'Σ τα όπλα! Ω! σπαθιά, φωτιά!…Σας έχει πληρωμένους! Διεφθαρμένε δικαστά, πώς άφησες να φύγη;

ΕΔΓΑΡ Να ευλογήσουν οι θεοί τας πέντε σου αισθήσεις!

ΚΕΝΤ Ω θλίψις! Κ' η υπομονή, αυθέντα μου, πού είναι, που εσυχνοκαυχήθηκες ποτέ να μη την χάσης;

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν) Δεν ημπορώ να κρατηθώ από την λύπην πλέον Φοβούμαι μήπως προδοθώ από τα δάκρυά μου.

ΛΗΡ Να τα σκυλάκια! τα σκυλιά! Ιδέ τα, πώς γαυγίζουν!

ΕΔΓΑΡ Τώρα να τα δώση κατακεφαλιαίς ο τρελλός. Έξω απ' εδώ, βρωμόσκυλα (42) Εμπρός! δρόμον! Πηγαίνωμεν εις εορταίς και πανηγύρια! Καϋμένε τρελλέ, εστέγνωσε το βούκινό σου και δεν αξίζει πλέον.

ΛΗΡ Ας την κόψουν λοιπόν την Ρεγάνην, να ιδούν από τι είναι καμωμένη η καρδιά της. Ποίος είναι ο λόγος, οπού σκληρύνεται τόσον η καρδιά της; (Προς τον Έδγαρ). Εσένα σε κρατώ, να είσαι ένας από τους εκατόν μου. Τα φορέματά σου μόνον δεν μου αρέσουν. Θα μου ειπής ότι είναι περσικά. Καλλίτερα όμως να τ' αλλάξης.

ΚΕΝΤ Καλέ αυθέντα, πλάγιασε. Ολίγον αναπαύσου.

ΛΗΡ Σιώπα. Μη κάμνεις ταραχήν.

(Κατακλίνεται επί στρωμνής.)

Κουκούλωσέ με τώρα, Καλά καλά! Και αύριον, πρωί πρωί, δειπνούμεν.

ΓΕΛΩΤ. Καλά! Λοιπόν θα κοιμηθώ κ' εγώ το μεσημέρι,

(Επανέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. (προς τον ΚΕΝΤ). Φίλ', ένα λόγον να σου 'πω. Ο βασιλεύς πού είναι;

ΚΕΝΤ Μη τον ταράξης. Είν' εκεί. Χαμένος είν' ο νους του.

ΓΛΟΣΤ. Καλέ μου φίλε, σηκωτόν 'ς τα χέρια να τον πάρης. Τα μυστικά των ήκουσα· να τον σκοτώσουν θέλουν! Φορείον έχω έτοιμον εδώ απ' έξω. Έλα, αμέσως τώρα πάρε τον και πήγαινε 'ς το Δούβρον (43). Θα εύρης και υποδοχήν εκεί και προστασίαν. Σου λέγω, πάρε τον ευθύς! Μη στέκεσαι, διότι και η ζωή του θα χαθή 'ς ολίγον, κ' η ζωή σου, μαζί με όσους ευρεθούν να τον διαφεντεύσουν. Ω! σήκωσέ τον, πάρε τον και ακολούθησέ με σας έχω έτοιμα εδώ τα μέσα της φυγής σας.

ΚΕΝΤ Ιδέ. Απεκοιμήθηκε η κουρασμένη φύσις. Θα ήτον ίσως βάλσαμον αυτός ο ύπνος τώρα 'ς τον κλονισμένον του τον νουν. Πώς νάλθη θεραπεία, εάν και περιποίησις κι' ανάπαυσις του λείπη;

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Βοήθησέ με συ εδώ να τον ανασηκώσω, Μαζί μας έλα.

ΓΛΟΣΤ. Γρήγορα. Ελάτε! μην αργείτε!

(Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ) φέροντες τον ΛΗΡ).

ΕΔΓΑΡ Όταν πονούν, καθώς ημάς, και οι καλλίτεροί μας, μας φαίνετ' ελαφρότερος ο ιδικός μας πόνος. Αν πάσχη μόνος του κανείς, πονεί διπλά ο νους του, ενώ θυμάται τ' αγαθά της παλαιάς ζωής του. Αλλά το βάρος της ψυχής πολύ ολιγοστεύει, αν έχη η λύπη συντροφιάν κ' ο πόνος έχη ταίρι. Πόσον κ' εγώ υποφερτήν την συμφοράν μου βλέπω, αφού ελύγισε τον Ληρ εκείνο που με γέρνει! Αυτός απέκτησε παιδιά, είχα κ' εγώ πατέρα! Κρύψου, τρελλέ, και κύτταζε τι γίνεται 'ς τον κόσμον. και τότε μόνον να φανής, όταν η ψεύτρα φήμη που τ' όνομά σου το κακόν εξευτελίζει τώρα, πεισθή ότι 'πλανήθηκε και σε καλέση 'πίσω. — Απόψε ό,τι κι' αν συμβή, ο βασιλεύς γλυτώνει. Πρόσεχε τώρα. Προσοχή!

(Απέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

Εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και υπηρέται).

ΚΟΡΝ. (προς την Γονερίλην). Μη χάνεις καιρόν· πήγαινε να εύρης τον άνδρα σου, Δείξε του αυτό το γράμμα. Τα γαλλικά στρατεύματα έφθασαν. — Πηγαίνετε σεις να μου εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην.

(Εξέρχονταί τινες των υπηρετών).

ΡΕΓ. Να τον κρεμάσης αμέσως!

ΓΟΝΕΡ. Να τον τυφλώσης!

ΚΟΡΝ. Αφήσετέ τον εις την οργήν μου. — Εδμόνδε, συνόδευσε την αδελφήν μας. Καλλίτερα να μην είσαι παρών τώρα οπού θα εκδικηθώ τον προδότην τον πατέρα σου! Παρακίνησε τον δούκα, εκεί όπου πηγαίνεις, να ετοιμασθή το ταχύτερον. Εις τούτο καταγίνομαι κ' εγώ. Θα φροντίσω να έχωμεν συχνήν και τακτικήν συγκοινωνίαν. Υγίαινε, αγαπητή μου αδελφή. Εις το καλόν, Γλόστερ.

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

Τι νέα; Πού είναι ο βασιλεύς;

ΟΣΒ. Τον εφυγάδευσ' απ' εδώ ο Γλόστερ. Εις την θύραν Ιππόται τον επρόσμεναν, έως τριανταπέντε, και μ' άλλους άρχοντας μαζί επήγαν εις το Δούβρον, όπου ελπίζουν φίλους των να εύρουν ωπλισμένους.

ΚΟΡΝ. Της αδελφής μου τ' άλογα ετοίμασε αμέσως.

ΓΟΝΕΡ. Υγίαινε, αυθέντα μου, υγίαιν', αδελφή μου!

(Απέρχονται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΟΡΝ. Πηγαίνετε να εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην 'σάν κλέπτην να τον δέσετε κ' εμπρός μας φέρετέ τον!

(Εξέρχονται υπηρέται τινές).

Δεν ημπορώ εις θάνατον να τον καταδικάσω, αφού δεν έχω πρόσχημα δικαιοσύνης κάπως, αλλ' η οργή μου ημπορεί να κορεσθή αλλέως! Ο κόσμος ίσως με μεμφθή, αλλά να μ' εμποδίση δεν ημπορεί! Ποιος έρχεται; — Α! Ο προδότης είναι!

(Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ οδηγούντες τον ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΡΕΓ. Εκείνος είναι! — Αλεπού!

ΚΟΡΝ. Τα χέρια τ' αχαμνά του σφικτά να του τα δέσετε!

ΓΛΟΣΤ. Ποιος είναι ο σκοπός σας; Είσθε 'ς το σπίτι μου εδώ· μη το ξεχνάτε, φίλοι. Μη κάμετε το άδικον, ω φίλοι!

ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον! Ακούετε;

ΡΕΓ. Σφικτά, σφικτά! — Αναίσχυντε, προδότη!

(Οι υπηρέται δένουν τας χείρας του ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. Ω άσπλαγχνη, δεν είμ' εγώ προδότης.

ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον εδώ, επάνω 'ς το σκαμνί. Αχρείε θα σε μάθω…

(Η ΡΕΓΑΝΗ σπαράσσει την γενειάδα του ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. Μα τους θεούς, είν' αίσχος σου να μου τραβάς τα γένεια!

ΡΕΓ. Προδότη! Δεν εντρέπεσαι ταις άσπραις σου ταις τρίχες!

ΓΛΟΣΤ. Αι τρίχες, οπού μου τραβάς απ' τ' άσπρα μου τα [γένεια, θα ζωντανεύσουν, άσπλαγχνη, να σε καταδικάσουν! Εδώ σας 'φιλοξένησα! Τα ληστρικά σας χέρια τον φίλον, που σας δέχεται, θα τον κατασπαράξουν; Τι θέλετε;

ΚΟΡΝ. Να μας ειπής τι γράμματα σου ήλθαν από τον Γάλλον:

ΡΕΓ. Ξάστερα ν' αποκριθής, διότι τα πάντα τα γνωρίζομεν.

ΚΟΡΝ. Τι συμφωνίας έχεις με τον εχθρόν, που έφθασε εις τα παράλιά μας;

ΡΕΓ. Εις τίνος χέρια έστειλες τον γέροντα; — Ομίλει!

ΓΛΟΣΤ. Έλαβα γράμματα εδώ, αυτό είν' η αλήθεια αλλά δεν μ' ενοχοποιούν, κι' από εχθρόν δεν ήλθαν, έρχοντ' από ουδέτερον.

ΚΟΡΝ. Ω πονηρέ!

ΡΕΓ. Ω ψεύτη!

ΚΟΡΝ. Και πού τον έστειλες τον Ληρ;

ΓΛΟΣΤ. 'Σ το Δούβρον.

ΡΕΓ. Α! 'ς το Δούβρον! Και πώς το έκαμες αυτό; Δεν είχες προσταγήν μας…

ΚΟΡΝ. Πώς εις το Δούβρον; — Άφες τον ν' αποκριθή εις τούτο.

ΓΛΟΣΤ. Δεμένον χειροπόδαρα μ' έχετ' εδώ! Κτυπάτε!

ΡΕΓ. 'Σ το Δούβρον πώς τον έστειλες και διατί;

ΓΛΟΣΤ. Διότι δεν ήθελα με τ' άσπλαγχνα τα 'νύχια σου να βλέπω να ξερριζώνης τα πτωχά, τα γέρικά του 'μάτια! Και την σκληρήν σου αδελφήν δεν ήθελα ν' αφήσω εις την χρισμένην σάρκα του να χώνη λύκου 'δόντια! Την νύκτα την ολόμαυρην, οπού η τρικυμία 'κτυπούσε το ασκέπαστο κεφάλι του, θαρρούσες πως θα φουσκώση η θάλασσα ως τ' ουρανού τα ύψη, να σβήση με τα κύματα τα πυρωμέν' αστέρια! Αλλά επλήθαιν' η βροχή από τα δάκρυά του! Αν ήρχοντο 'ς την θύραν σου και λύκοι να ουρλιάζουν την νύκτα εκείνην την φρικτήν, όσον σκληρή κι' αν είσαι, θα έκραζες 'ς τους δούλους σου: ανοίξατε την θύραν! Αλλ' όμως η Εκδίκησις θ' απλώση τα πτερά της! Θα την ιδώ τέτοια παιδιά να τα πλακώση…

ΚΟΡΝ. Όχι! Ποτέ σου δεν θα το ιδής! — Κρατείτε το σκαμνί του. — Εγώ μέσα 'ς τα 'μάτια σου την πτέρναν μου θα χώσω! (44)

ΓΛΟΣΤ. Όποιος γηράματα καλά επιθυμεί να έχη, βοήθειά μου! Ω θεοί! Ω φρίκη!

ΡΕΓ. Τόνα 'μάτι αναγελά το άλλο του. Τυφλώσετε και τ' άλλο.

ΚΟΡΝ. Εάν ιδής εκδίκησιν…

α’ ΥΠΗΡ. Το χέρι κάτω, αυθέντα! Από παιδί σ' εδούλευσα, αλλά ποτέ ως τώρα τόσον μεγάλην δούλευσιν δεν σ' έκαμα, όπως τώρα, που 'κράτησα το χέρι σου!

ΡΕΓ. Και πώς τολμάς, ω σκύλε!

α’ ΥΠΗΡ. (προς την Ρεγάνην). Αν είχες γένεια, σ' έκαμνα εγώ εσένα τώρα να τρέμη το πηγούνι σου! Τι θέλεις;

ΚΟΡΝ. Ω αχρείε!

(Εφορμά κατά του υπηρέτου ξιφήρης).

α’ ΥΠΗΡ. Τόπον λοιπόν εις την οργήν, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!

(Σύρει το ξίφος. Μάχονται. Τραυματίζεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ).

ΡΕΓ. (προς έτερον υπηρέτην). Δος το σπαθί σου. Ο αισχρός αντίστασιν θα κάμη!

(Τραυματίζει όπισθεν διά του ξίφους τον α' υπηρέτην).

α’ ΥΠΗΡ. Μ' εσκότωσε…Αυθέντα μου, σου μένει ένα 'μάτι να τον ιδής τι έπαθε! Ω!…

Αποθνήσκει.

ΚΟΡΝ. Δεν θα τον αφήσω τίποτε άλλο να ιδή και με το άλλο 'μάτι. Έξω, βρωμονερούλιασμα!… Τι έγινε το φως σου;

ΓΛΟΣΤ. Μαύρα τα πάντα… σκοτεινά! Εδμόνδε μου, πού είσαι; Έλα εδώ, πάρε φωτιάν, Εδμόνδε, κ' εκδικήσου αυτήν την πράξιν την φρικτήν.

ΡΕΓ. Σώπα, αισχρέ προδότη! Αυτός, που κράζεις, σε μισεί αντί να σε λυπάται. Αυτός μας εφανέρωσε τα έργα σου, προδότη!

ΓΛΟΣΤ. Ω της μωρίας μου! Κ' εγώ αδίκησα τον Έδγαρ! Θεοί μου, βοηθείτε τον, και συγχωρήσετέ με!

ΡΕΓ. Τραβήξετέ τον απ' εδώ! Πηγαίνετέ τον έξω, κι' ας μυρισθή τον δρόμον του να κρημνισθή 'ς το Δούβρον! Πώς είσαι, ω αυθέντα μου; Τι έπαθες; τι έχεις;

ΚΟΡΝ. Μ' επλήγωσε… Πηγαίνωμεν. — Πετάξετέ τον έξω τον μιαρόν αυτόν τυφλόν! Κι' αυτού εδώ του δούλου το πτώμα, να το ρίξετε 'ς την κοπριάν επάνω. Ρεγάνη, δος το χέρι σου, Τα αίματά μου τρέχουν. Δεν ήτο τώρα ο καιρός να πληγωθώ, Ρεγάνη!

Εξέρχεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ στηριζόμενος επί της ΡΕΓΑΝΗΣ. Οι υπηρέται λύουν τα δεσμά του ΓΛΟΣΤΕΡ και οδηγούν αυτόν έξω της σκηνής).

β’ ΥΠΗΡ. Αν είν' ο άνθρωπος αυτός να έχη καλά τέλη, ό,τι κακόν κι' αν φαντασθής το κάμνω, δεν με μέλει!

α’ ΥΠΗΡ. Κι' αν πολυζήση και ιδή γηράματα εκείνη, καλή γυναίκα εις την γην καμμιά δεν θ' απομείνη. Θα γίνουν όλαις τέρατα!

β’ ΥΠΗΡ. Πηγαίνωμεν κατόπιν απ' τον τυφλόν τον γέροντα. Εκείνον τον ζητιάνον τον παλαβόν να εύρωμεν, να γίνη οδηγός του. Αν και τρελλός, είν' ικανός να κάμη ό,τι θέλεις.

α’ ΥΠΗΡ. Πήγαινε συ. Από ξαντό κ' από αυγού ασπράδι εγώ θα κάμω αλοιφήν ν' αλείψω ταις πληγαίς του. Να ελεήσουν οι θεοί τον άτυχον τον γέρον!

Εξέρχονται εκατέρωθεν.

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος.

ΕΔΓΑΡ (εισερχόμενος). Καλλίτερα η τύχη μου η καταφρονημένη παρά η καταφρόνησις με ψευτοκολακείαν! Της Μοίρας τ' απορριξιμιό, όσον βαθειά κι' αν πέση, δεν έχει τι να φοβηθή κ' ενόσω ζη ελπίζει. Η αλλαγή προς το κακόν απ' τα καλά θα έλθη, ενώ απ' τα χειρότερα ξανάρχονται τα γέλια. Λοιπόν, καλώς τον άυλον αέρα π' αγκαλιάζω! Καμμίαν χάριν δεν χρωστά, αέρα, 'ς την πνοήν σου ο δυστυχής, που τον φυσάς 'ς της συμφοράς τα βάθη!…

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, οδηγούμενος υπό χωρικού ΓΕΡΟΝΤΟΣ).

Ποιος είναι; Ο πατέρας μου!… Ωσάν πτωχόν ζητιάνον άλλος πτωχός τον οδηγεί!… Ω κόσμε, κόσμε, κόσμε! Μ' αυτά σου τα γυρίσματα κάμνεις να σε μισούμεν, ειδέ που άφιν' η ζωή να την νικά το γήρας!

ΓΕΡΩΝ Αγαπητέ αυθέντα μου, είν' ογδοήντα χρόνοι αφότου τον πατέρα σου κ' εσένα σας δουλεύω.

ΓΛΟΣΤ. Φύγε· να φύγης, φίλε μου. Με την περίθαλψίν σου χωρίς εμέ να ωφελής, τον εαυτόν σου βλάπτεις.

ΓΕΡΩΝ Αλλοίμονον! τον δρόμον σου δεν θα τον βλέπης μόνος.

ΓΛΟΣΤ. Δεν έχω δρόμον να ιδώ διά να θέλω 'μάτια. Όταν τα είχα, 'σκόνταψα. Συχνά συμβαίνει τούτο, πολύ συχνά, η στέρησις να είν' ωφέλειά μας κι' ασφάλεια η πτώχεια μας! — Ω Έδγαρ, ω παιδί μου, συ, της οργής μου της τυφλής το θύμα, ας 'μπορούσα να σε ιδώ ψηλαφητά, και θάλεγα πως βλέπω!

ΓΕΡΩΝ. Τι είν' αυτός; Ποιος είν' εκεί;

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Θεοί, θεοί μεγάλοι! Και ποίος δύναται να 'πή: «Χειρότερα δεν έχει; » Ποτέ, ποτέ, χειρότερα δεν ήμουν από τώρα!

ΓΕΡΩΝ Είν' ο ζητιάνος ο τρελλός, αυθέντα μου.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Και όμως ίσως μου μέλλει να ιδώ χειρότερ' από τούτο. Δεν ήλθαν τα χειρότερα, ενόσω ζη κανένας και γλώσσαν έχει να ειπή: Χειρότερα δεν έχει!

ΓΕΡΩΝ (προς τον Έδγαρ). Τι δρόμον παίρνεις, άνθρωπε;

ΓΛΟΣΤ. Τι είν' αυτός; Ζητιάνος;

ΓΕΡΩΝ Είναι ζητιάνος και τρελλός.

ΓΛΟΣΤ. Ολίγον νουν θα έχη, αλλέως δεν εζήτευε. Εις την ανεμοζάλην την χθεσινήν απήντησα την νύκτα ένα τέτοιον και είπα μέσα μου: Ιδού ο άνθρωπος! Σκουλήκι!… Και μ' ήλθε τότε εις τον νουν ο υιός μου· αλλ' ο νους μου ακόμη τον εχθρεύετο… Τα έμαθα κατόπιν… Ημάς μας έχουν οι θεοί 'σάν τα παιδιά ταις μυίγαις· το έχουν διασκέδασιν να παίρνουν την ζωήν μας!

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Πώς τάχασε τα 'μάτια του; — Τέχνη κακή που είναι να κάμνη τις τον παλαβόν ενώπιον της λύπης! Κ' εις άλλους βάρος γίνεται και εις τον εαυτόν του.

(Προς τον Γλόστερ).

Να σ' ευλογήσουν οι θεοί!

ΓΛΟΣΤ. Είν' ο γυμνός εκείνος;

ΓΕΡΩΝ Μάλιστ', αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Λοιπόν φύγε και άφησέ με. Μιας ώρας δρόμον απ' εδώ ή δύο πρόφθασέ μας 'ς του Δούβρου την διεύθυνσιν. Αν θέλης να μου δείξης την παλαιάν αγάπην σου, όπως σου λέγω κάμε, και φέρε τι να σκεπασθή αυτός ο γυμνωμένος. Αυτόν θα πάρω οδηγόν.

ΓΕΡΩΝ Είναι τρελλός, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Τρελλοί τυφλούς να οδηγούν είναι η ώρα τώρα. Κάμε αυτό, που σου ζητώ, ή όπως θέλεις κάμε, πλην φύγε, σε παρακαλώ.

ΓΕΡΩΝ Πηγαίνω να του φέρω ανθρωπινά φορέματα, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!

ΓΛΟΣΤ. Πού είσαι συ; Έλα εδώ.

ΕΔΓΑΡ Α! ο τρελλός κρυώνει!

(Καθ' εαυτόν).

Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι να προσποιούμαι πλέον!

ΓΛΟΣΤ. Έλα εδώ εσύ, γυμνέ.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν. Ας κρύπτωμαι ακόμη!

(Προς τον Γλόστερ).

Ω! Τα αιματωμένα σου 'μάτια! Οι θεοί να σου τα ευλογήσουν!

ΓΛΟΣΤ. Ηξεύρεις τον δρόμον του Δούβρου;

ΕΔΓΑΡ Ηξεύρω και τον δρόμον και το μονοπάτι, μέσ' από φραγαίς κ' επάνω από χανδάκια. Ο καϋμένος ο τρελλός από τρομάρα τα έχασε. Οι θεοί να σε φυλάγουν, καλής μάνας υιέ, από τα βρωμοδαιμόνια. Ο καϋμένος ο τρελλός είχε πέντε δαιμόνια μέσα του, όλα μαζί και τα πέντε! Οι θεοί να σ' ευλογήσουν, αυθέντα! (45)

ΓΛΟΣΤ. Πάρε αυτό μου το πουγγί συ, εξευτελισμένε απ' την οργήν των ουρανών και την καταδρομήν των. Ας γίνη η δυστυχία μου ελάφρωσις 'δική σου. Αυτό να είναι πάντοτε, θεοί, το θέλημά σας! Εκείνος οπού χαίρεται και ηδονάς και πλούτη, και όσα του χαρίζετε θαρρεί πως τα ορίζει και ούτε θέλει να ιδή εκεί, που δεν τον καίει, την δύναμίν σας, ω θεοί, κ εκείνος ας την 'νοιώση, ώστε με μοίρασμα σωστόν να παύση η αδικία κι' ό,τι είναι αρκετόν να έχη ο καθένας! — 'Ξεύρεις το Δούβρον;

ΕΔΓΑΡ Μάλιστα, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Εκεί πέρα είν' ένας βράχος υψηλός, που γέρνει το κεφάλι και βλέπει κάτω χαμηλά το πέλαγος με φρίκην. Εκεί, 'ς την άκρη του κρημνού να μ' οδηγήσης θέλω, κ' εγώ την δυστυχίαν σου θα σου την ελαφρώσω με χάρισμα βαρύτιμον που έχω να σου δώσω. Δεν μου χρειάζετ' οδηγός, όταν εκεί με φέρης.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι. Ο τρελλός εκεί θα σ' οδηγήση.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έξωθεν του μεγάρου του δουκός της Αλβανίας. Εισέρχονται εξ ενός η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, εξ αντιθέτου δε της σκηνής μέρους ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

ΓΟΝΕΡ. Εδμόνδε, καλώς ώρισες! Ο αγαθός μου άνδρας πώς να μην έλθη απορώ να μας προϋπαντήση;

(Προς τον Οσβάλδον).

Πού είναι ο αυθέντης σου;

ΟΣΒ. Κυρία, είναι, μέσα, αλλ' έγιν' άλλος άνθρωπος. Το φθάσιμον του Γάλλου του είπα, κ' εμειδίασε· του είπα πως θα έλθης, και, τόσον το χειρότερον, εκείνος απεκρίθη. Και όταν του ανέφερα ότι ο Γλόστερ είναι προδότης, κι' ότι 'φέρθηκε εντίμως ο Εδμόνδος, ανόητον μ' εφώναξεν εκείνος, και μου είπεν ότι τα πράγματα εγώ ανάποδα τα λέγω. Εκείνα οπού έπρεπε να τον λυπούν τ' αρέσει, και όλα τα ευχάριστα δυσάρεστα τα βλέπει.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Εδμόνδον). Μείνε λοιπόν εσύ εδώ. Η άνανδρη ψυχή του δεν έχει τόλμην μέσα της! Να αισθανθή δεν θέλει το άδικον, που έπρεπεν αυτός ν' αντιπληρώση! Τα λόγια, που αλλάξαμεν 'ς τον δρόμον, κ' αι ευχαί μας, ίσως θα έλθη ο καιρός να πληρωθούν, Εδμόνδε. Τώρα να φύγης! Πήγαινε να εύρης τον γαμβρόν μου. Εσέν' ας κάμη στρατηγόν και στράτευμ' ας σηκώση! 'Πάγω 'ς τον άνδρα μου κ' εγώ τα όπλα να του πάρω, και να του δώσω να κρατή 'ς τα χέρια του την ρόκαν! Αυτός ο δούλος ο πιστός θα είναι 'ς τα κρυφά μας, κ' ίσως συντόμως πρόσκλησιν ερωτικήν σε φέρη, αν δεν ψηφάς τον κίνδυνον, όπου υπάρχει κέρδος. Φόρεσ' αυτό, και σιωπή.

(Τω δίδει ταινίαν εκ του φορέματος αυτής).

Την κεφαλήν σου κλίνε.

(Τον ασπάζεται).

Αν ημπορούσε το φιλί αυτό να ομιλήση, 'ς τους Ουρανούς θα έκαμνε να πεταχθή η καρδιά σου! Εννόησέ με! Πήγαινε.

ΕΔΜ. 'Δικός σου ως τον τάφον!

ΓΟΝΕΡ. Φίλε μου!

(Απέρχεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

Τι διαφορά απ' άνδρα έως άνδρα! Εσύ τ' αξίζεις κύριος μιας γυναικός να είσαι, κ' εκείνος, που του έπρεπε ο δούλος μου να είναι, είναι ο άνδρας μου!

ΟΣΒ. Ιδού, κυρία μου, ο δούκας.

(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ).

ΓΟΝΕΡ. Ήτον καιρός που ήξιζα πλειότερον νομίζω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω Γονερίλη, ούτ' αυτήν την σκόνην δεν αξίζεις, που του άνεμου η πνοή φυσά 'ς το πρόσωπόν σου! Ως πού θα πας; Και πού φραγμός να σ' εμποδίση πλέον, αφού επεριφρόνησες και τον γεννήτορά σου! Αν αποκόψης το κλαδί απ' τον κορμόν του δένδρου, όπου βυζάνει τον χυμόν, θα μαραθή!

ΓΟΝΕΡ. Ω! Φθάνει! Ν' ακούω τα βαρύνομαι τ' ανόητα ρητά σου.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Νουν κι' αρετήν ο ποταπός ως ποταπά τα έχει. Μόνον 'ς ταις βρώμαις ηδονήν ο βρωμερός θα εύρη! Τι είν' αυτό, που 'κάμετε, σεις,… όχι θυγατέρες, τίγρεις! — Τι κατωρθώσετε κ' αι δύο; — Τον πατέρα, τον γέροντα τον σεβαστόν, που τ' άσπρα του τα γένεια κι' αρκούδαις θα τα έγλειφαν, — ω φρίκη, ω αισχρότης! — εσείς τον ετρελλάνετε! — Αλλά ο αδελφός μου πώς το υπέφερεν αυτό εκείνος, άνδρας, άρχων… και ύστερ' από τόσας του ευεργεσίας; — Όχι, εάν αγγέλους οι θεοί δεν στείλουν να παιδεύσουν τόσον φρικτά εγκλήματα, θα καταντήσουν πλέον οι άνθρωποι να τρώγωνται 'ς το αναμεταξύ των, 'σάν του πελάγους τέρατα!

ΓΟΝΕΡ. Ω άνδρα. χωρίς αίμα, εσύ, που 'ς τα ραπίσματα τα μάγουλα προτείνεις, κ' εμπρός 'ς την καταφρόνησιν την κεφαλήν σου σκύπτεις, και 'μάτια εις το μέτωπον δεν έχεις να χωρίζης πού τελειών' υπομονή, πού η τιμή αρχίζει! Εσύ που δεν το εννοείς, ότι μωρία είναι να ελεής ένα κακόν, εάν η τιμωρία επρόλαβε το έγκλημα! — Πού είν' τα τύμπανά σου; Σκεπάζει την βουβήν μας γην του Γάλλου η σημαία, η περικεφαλαία του το κράτος σου τρομάζει, κ' εν τούτοις, άνθρωπ' αγαθέ, σταύρωνε συ τα χέρια, και κάθου κλαίε: «Διατί, αχ, διατί να έλθη!»

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Να η εικών σου, Σατανά! Ω! Η φρικτή μορφή σου εις μιαν γυναίκα φαίνεται ακόμη φρικτοτέρα!

ΓΟΝΕΡ. Ανόητε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κρύψου καλά! Μη προδοθής τι είσαι· Μη λάβης σχήμα τέρατος! — Αν ήθελα ν' αφήσω αυτά τα χέρια την φωνήν του αίματος ν' ακούσουν, θα 'ξέσχιζαν την σάρκα σου από τα κόκκαλά σου! Αλλ' έχεις σχήμα γυναικός. Αυτό σε προστατεύει, κι' ας είσαι δαίμονας!

ΓΟΝΕΡ. Να δα! Τι άνδρας οπού είσαι!

(Εισέρχεται είς ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι νέα;

ΑΓΓΕΛ. Ω αυθέντα μου, απέθανε ο δούκας! Τον σκότωσ' ένας δούλος του εκεί όπου τον Γλόστερ ο δούκας τον ετύφλωνε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ετύφλωσε τον Γλόστερ!

ΑΓΓΈΛ. Δούλον τον είχε από παιδί, — αλλ' ο θυμός τον 'πήρε κ' ετόλμησε ν' αντισταθή με το σπαθί 'ς το χέρι 'ς την πράξιν του κυρίου του. Ο δούκας αφρισμένος ώρμησε τότε και νεκρόν τον άφησε 'ς τον τόπον. Αλλ' είχε πάρει την πληγήν κ' εκείνος, που κατόπιν του έφερε τον θάνατον.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τούτο μαρτυρείτε ω επουράνιοι κριταί, ότ' είσθ' εκεί επάνω και γρήγορα παιδεύετε 'ς την γην τα κρίματά μας. — Ω Γλόστερ! Του ετύφλωσε το ένα 'μάτι είπες;

ΑΓΓΕΛ. Ω! και τα δυο, αυθέντα μου! — 'ς το γράμμ' αυτό, [κυρία, απόκρισίν σου άμεσον προσμέν' η αδελφή σου.

(Τη εγχειρίζει επιστολήν).

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Αυτό μ' αρέσει εξ ενός! Αλλ' όμως είναι χήρα εκείνη, και πλησίον της τον έχει τον Εδμόνδον. Τα σχέδιά μου ημπορεί αυτό να τ' ανατρέψη και να κρημνίση όλα μου τα όνειρα. Εξ άλλου, πολύ πικρά τα νέα του δεν είναι δι' εμένα.

(Προς τον Αγγελιαφόρον).

Θα στείλω την απάντησιν 'ς ολίγον.

(Εξέρχεται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κι' ο Εδμόνδος πού ήτον, ενώ έβγαζαν τα 'μάτια του πατρός του;

ΑΓΓΕΛ. Συνώδευε την δούκισσαν εδώ.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εδώ δεν ήλθε.

ΑΓΓΕΛ. 'Σ τον δρόμον τον απήντησα κ' επέστρεφεν, αυθέντα.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Γνωρίζει το κακούργημα;

ΑΓΓΕΛ. Αυθέντα, το γνωρίζει. Εκείνος τον επρόδωσε. Και έφυγ' επί τούτου, διά να μην εμποδισθούν εις την εκδίκησίν των.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (καθ' εαυτόν). Ω Γλόστερ, είμ' εδώ εγώ! Την αφοσίωσίν σου 'ς τον βασιλέα μας, εγώ θα σου την ανταμείψω, εγώ διά τα 'μάτια σου εκδίκησιν θα πάρω! — Έλα, ω φίλε, να μου 'πής και ό,τι άλλο 'ξεύρεις.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Το γαλλικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΚΕΝΤ Πώς επέστρεψε τόσον εξαφνικά ο βασιλεύς της Γαλλίας; Ηξεύρεις τον λόγον;

ΙΠΠΟΤ. Είχεν αφήσει κάτι ατελείωτον εις το βασίλειόν του, και αφού ήλθεν εδώ το εσυλλογίσθη. Ήτο πράγμα σοβαρόν και επικίνδυνον, και έπρεπε να επιστρέψη ο ίδιος να το κάμη.

ΚΕΝΤ Και ποίον άφησε στρατηγόν εις τον τόπον του;

ΙΠΠΟΤ. Τον στρατάρχην της Γαλλίας, τον Λεφάρ.

ΚΕΝΤ Και απέδειξε την λύπην της η βασίλισσα, όταν της έδωκες τα γράμματα;

ΙΠΠΟΤ. Τα έλαβ' απ' το χέρι μου, τ' ανέγνωσεν εμπρός μου, και πού και πού εστάλαζε ένα μεγάλο δάκρυ 'ς τα εύμορφά της μάγουλα. Ενόμιζες πως θέλει κ επάνω εις την λύπην της βασίλισσα να είναι· κ' η λύπη δεν υπήκουε, αλλ' επαναστατούσε κ' εις την ψυχήν της ήθελε να βασιλεύη μόνη.

ΚΕΝΤ Ω! Εταράχθηκε πολύ;

ΙΠΠΟΤ. Έως εκεί 'πού πρέπει. Ήτον ωσάν να πολεμούν Υπομονή και Λύπη, ποια να την κάμη να φανή ωραιοτέρ' ακόμη. Ήλιον δεν είδες με βροχήν; Πλέον ωραία ήσαν τα δάκρυα που έχυνε μαζί με χαμογέλια. Εκείνα τα χαρμόσυνα χαμογελάσματά της, που έβλεπες και έλαμπαν 'ς τα δροσερά της χείλη, έλεγες ότι αγνοούν τι είχε εις τα 'μάτια. Και έσταζαν τα δάκρυα, 'σάν μέσ' από διαμάντια μαργαριτάρια! (46) Βέβαια, αν ήτο να στολίζη η λύπη κάθε πρόσωπον, καθώς το ιδικόν της, τότε θα ήτο λατρευτόν κειμήλιον η λύπη!

ΚΕΝΤ Κ' ερώτησιν δεν έκαμε;

ΙΠΠΟΤ. Μίαν φοράν ή δύο βαθειά βαθειά εστέναζε και είπε, «Ω πατέρα!» ωσάν να της επλάκωνε η λέξις την καρδιάν της. «Ω αδελφαί μου, έκραξε, ω! ήτο εντροπή σας! »ω Κεντ! Πατέρα! Αδελφαί! 'Σ την τρικυμίαν μέσα, »την νύκτα! Τότε, πού λοιπόν υπάρχει ευσπλαγχνία!» Και από τα ουράνια τα 'μάτια της εχύθη τ' αγίασμα και έβρεξε τους αναστεναγμούς της. Κ' επήγε μέσα να κρυφθή μονάχη με την λύπην. (47)

ΚΕΝΤ Τ' άστρα εκεί 'ς τους ουρανούς μορφώνουν την ψυχήν μας! Τ' άστρα! Ειδέ να γεννηθούν αδύνατον θα ήτο τόσον ανόμοια παιδιά απ' το αυτό ζευγάρι! Την είδες, της ομίλησες κατόπιν;

ΙΠΠΟΤ. Δεν την είδα.

ΚΕΝΤ Ήτο πριν φύγη ο βασιλεύς;

ΙΠΠΟΤ. Όχι· κατόπιν ήτο.

ΚΕΝΤ Ω Ληρ, ο φίλε, είν' εδώ — ελεεινός και μαύρος! Είν' ώραις που συνέρχεται και 'ξεύρει τι συμβαίνει, αλλά την θυγατέρα του να την ιδή δεν θέλει.

ΙΠΠΟΤ. Και διατί;

ΚΕΝΤ Η εντροπή τον εμποδίζει, φίλε, διότι ήτον άδικος. Έως και την ευχήν του αρνήθηκε 'ς την κόρην του, την έδιωξε 'ς τα ξένα να εύρη τύχην, έδωκε τα δικαιώματά της 'ς ταις άκαρδαίς της αδελφαίς. Αυτά τον φαρμακεύουν, τον καίουν να τα σκέπτεται και τον απομακρύνουν από την Κορδηλίαν του.

ΙΠΠΟΤ. Δυστυχισμένος γέρος!

ΚΕΝΤ Πού είναι τα στρατεύματα των δυο δουκών, γνωρίζεις;

ΙΠΠΟΤ. Μάλιστα· εξεστράτευσαν.

ΚΕΝΤ Καλά. Μαζί μου έλα να σ' οδηγήσω εις τον Ληρ, κ' εκεί να σε αφήσω να τον προσέχης. Χρεωστώ να κρύπτωμαι ακόμη, αλλ' όταν έλθη ο καιρός να μάθης ποίος είμαι, δεν θα το έχης εντροπήν, αν μ' έδειξες φιλίαν.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εντός σκηνής εν τω γαλλικώ στρατοπέδω. (Εισέρχονται η ΚΟΡΔΗΛΙΑ, ο ΙΑΤΡΟΣ, οι αξιωματικοί και στρατιώται).

ΚΟΡΔ. Εκείνος είν', αλλοίμονον! Έξω φρενών τον είδαν να τρέχη, σαν το πέλαγος το εξαγριωμένον και δυνατά να τραγουδή, ανθοστεφανωμένος με όλα τ' άγρια φυτά π' ανθίζουν 'ς τα χωράφια. (48)

(Προς αξιωματικόν).

Στείλ' ένα λόχον, — πρόσταξε 'ς τον κάμπον να σκαλίσουν τα στάχυα μέσα τα 'ψηλά, κ' εδώ να μου τον φέρουν.

(Εξέρχεται ο αξιωματικός,). (Προς τον ιατρόν).

Ανθρώπου τέχνη δύναται τον νουν του να ιατρεύση; Ό,τι κι' αν έχω τόδιδα εις όποιον μου τον σώση!

ΙΑΤΡΟΣ Υπάρχει τρόπος να σωθή. Της φύσεως, κυρία, τροφός είν' η ανάπαυσις. Να ησυχάση πρέπει. Αλλ' υπάρχουν βότανα καλά ν' αποκοιμίσουν κι' απελπισμένα βλέφαρα.

ΚΟΡΔ. Κρυφά ευλογημένα, ω σεις δυνάμεις μυστικά μέσα 'ς την γην κρυμμέναι, φυτρώστε με το δάκρυ μου, ανακουφίσετέ μου αυτού του γέρου του καλού τα πάθη. — Εύρετέ τον μη τύχη κ' εις την τρέλλαν του θελήση ν' αφανίση την ύπαρξίν του, που ο νους δεν διευθύνει πλέον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ (εισερχόμένος) Το στράτευμα των Βρεττανών προς τα εδώ προβαίνει, κυρία.

ΚΟΡΔ. Το εγνώριζα και είμ' ετοιμασμένη να τους δεχθώ! — Πατέρα μου, εδώ αν είμαι τώρα, το άδικον που σ' έγινε μ' εκίνησε να έλθω. Ο άνδρας μου, ο βασιλεύς ο κραταιός των Γάλλων, ελέησε τα δάκρυα και την βαθειάν μου λύπην. Δεν τα κινεί τα όπλα μας το φούσκωμα της δόξης· αγάπη μόνον τα κινεί, αληθινή αγάπη, αγάπη, και τα δίκαια του γέροντος πατρός μας! Ν' αξιωθώ να τον ιδώ, ν' ακούσω την φωνήν του!

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΡΕΓ. Ώστ' εξεστράτευσε λοιπόν ο δούκας;

ΟΣΒ. Ναι, κυρία.

ΡΕΓ. Κ' επήγε εις τον πόλεμον κι' ο ίδιος;

ΟΣΒ. Ναι, κυρία. αλλ' όμως χωρίς όρεξιν. Η αδελφή σου είναι ο άνδρας ο αληθινός!

ΡΕΓ. Προτού αναχωρήση μαζί του δεν ωμίλησε διόλου ο Εδμόνδος;

ΟΣΒ. Όχι, κυρία μου.

ΡΕΓ. Αλλά, τι άραγε να γράφη η αδελφή μου εις αυτό το γράμμα 'ς τον Εδμόνδον; (49)

ΟΣΒ. Δεν 'ξεύρω.

ΡΕΓ. Έφυγε απ' εδώ διά σπουδαίους λόγους. Αφού τον απετύφλωσαν τον Γλόστερ, ήτο λάθος να τον αφήσουν και να ζη. Όπου κι' αν 'πάγη τώρα, λυπούνται όσοι τον ιδούν κι' οργίζονται μαζί μας. Του δε Εδμόνδου ο σκοπός, εάν δεν σφάλλω, είναι 'ς τον άθλιον πατέρα του να δείξη ευσπλαγχνίαν, κι' από την μαύρην του ζωήν να τον ελευθερώση. Προς τούτοις θέλει να ιδή το στράτευμα του Γάλλου.

ΟΣΒ. Τρέχω κατόπιν του λοιπόν, το γράμμα να του δώσω.

ΡΕΓ. Το στράτευμά μας αύριον θα ξεκινήση. Μείνε· μη φύγης. Επικίνδυνοι κατήντησαν οι δρόμοι.

ΟΣΒ. Δεν ημπορώ. Την προσταγήν να εκτελέσω πρέπει που μ' έδωσ' η κυρία μου.

ΡΕΓ. Τι θέλει και του γράφει; Το μήνυμά της διατί με λόγια δεν το είπε; Ω! Τρέχει… Δεν ηξεύρω τι, αλλ' όμως κάτι τρέχει. Φίλος μου είσαι. Άφησε το γράμμα της νανοίξω.

ΟΣΒ. Χίλιαις φοραίς καλλίτερα, κυρία…

ΡΕΓ. Το γνωρίζω. Δεν αγαπά τον άνδρα της. Πολύ καλά το 'ξεύρω. Κι' ακόμη τώρα ύστερα που ήτον εδώ πέρα, κάτι αλλόκοταις 'ματιαίς κ' εκφραστικά σημεία εις τον Εδμόνδον έκαμνε. Γνωρίζεις τα κρυφά της!

ΟΣΒ. Εγώ, κυρία!

ΡΕΓ. 'Ξεύρω 'γώ εκείνο που σου λέγω. Ιδού λοιπόν. Τα λόγια μου καλά σημείωσέ τα. Ο άνδρας μου απέθανε. Εγώ και ο Εδμόνδος είμεθα σύμφωνοι. Αυτός ανήκει εις εμένα και όχι 'ς την κυρίαν σου. Εννόησέ τα τ' άλλα. Ειπέ τα κ' εις τον ίδιον εάν τον ανταμώσης. Και όταν η κυρία σου ακούση όσα λέγω, τον νουν της 'ς το κεφάλι της ελπίζω να τον έχη. Πήγαινε τώρα 'ς το καλό. Κι' αν τον τυφλόν προδότην τον εύρης εις τον δρόμον σου, μη λησμονήσης ότι, όποιος του κόψη την ζωήν ανταμοιβήν θα λάβη.

ΟΣΒ. Ας ήτο να τον εύρισκα, και ήθελ' αποδείξει με τίνος μέρος είμ' εγώ!

ΡΕΓ. Καλά. Καλή σου ώρα

(Απέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Εξοχή παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ κι ο ΕΔΓΑΡ ενδεδυμένος ως χωρικός)

ΓΛΟΣΤ. Κοντεύομεν να φθάσωμεν 'ς την κορυφήν του βράχου;

ΕΔΓΑΡ. Την ράχην αναβαίνομεν. Την κούρασιν δεν νοιόθεις;

ΓΛΟΣΤ. Μου φαίνεται ολόισα.

ΕΔΓΑΡ Ανήφορος μεγάλος! Να, του πελάγους η βοή. Ακούεις;

ΓΛΟΣΤ. Δεν ακούω.

ΕΔΓΑΡ Ως φαίνετ' αδυνάτισαν κι' αι άλλαι σου αισθήσεις αφ' ότου ετυφλώθηκες.

ΓΛΟΣΤ. Αυτό θα είναι ίσως. Μου φαίνεται πως ήλλαξε ως κ' η φωνή σου τώρα, κ' ευρίσκω και την φράσιν σου και τα νοήματά σου καλλίτερ' απ' τα πρώτα σου.

ΕΔΓΑΡ Έχεις μεγάλον λάθος. Εις τίποτε δεν ήλλαξα, παρά 'ς την φορεσιάν μου.

ΓΛΟΣΤ. Και όμως, 'σάν να ομιλής καλλίτερα νομίζω.

ΕΔΓ. Έλα. Εμπρός! Εφθάσαμεν. Μη προχωρείς!… Τι φρίκη! Μου φέρει ζάλην απ' αυτό το ύψος να κυττάζω. Τα μαυροπούλια φαίνονται κ' οι κόρακες 'σάν ζήναις που αποκάτω μας πετούν και σχίζουν τον αέρα. Μαζώνει ένας κρίταμα καταμεσής 'ς τον βράχον. Δύσκολη τέχνη! Απ' εδώ μικρόν μικρόν τον βλέπω. Ωσάν ποντίκια φαίνονται 'ς την άμμον οι ψαράδες. Και ένα θεοκάραβο αγκυροβολημένον κάτω εκεί, μου φαίνεται ωσάν να είναι βάρκα, και 'σάν φελλόν την βάρκα του την διακρίνω μόλις. Εδώ επάνω η βοή δεν φθάνει των κυμάτων, που σπάνουν 'ς την ακρογιαλιά και βράζουν 'ς τα χαλίκια τ' αμέτρητα κι' αναίσθητα. — Δεν ξαναβλέπω κάτω, μη μου γυρίση η κεφαλή και ζαλισθή το φως μου και πέσω κατακέφαλα!

ΓΛΟΣΤ. Βάλε μ' εκεί 'πού στέκεις.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Ακόμη ένα βήμα κ' είσαι 'ς την άκρην του κρημνού. Δεν ήθελα να κάμω αυτό εδώ το πήδημα διά τον κόσμον όλον!

ΓΛΟΣΤ. Μη με κρατείς! — Να, φίλε μου, κι' άλλο πουγγί [σου δίδω. Μέσα εδώ διαμαντικό θα εύρης, που αξίζει να το χαρή κάθε πτωχός. Και οι θεοί κ' αι Μοίραις να δώσουν καλορρίζικον το δώρον μου να είναι. Πήγαινε τώρα μακρυά. Αποχαιρέτισέ με. Παρακαλώ ν' μακρυνθής· ν' ακούσω ότι φεύγεις.

ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή, αυθέντα μου! (Προσποιείται ότι απομακρύνεται).

ΓΛΟΣΤ. Εις το καλό, παιδί μου!

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν). Με την απελπισίαν του ας παίξω, να τον σώσω.

ΓΛΟΣΤ. Ω παντοδύναμοι θεοί! Τον κόσμον απαρνούμαι κ' εδώ, χωρίς παράπονον, ν' αποτινάξω θέλω ενώπιόν σας το βαρύ της συμφοράς φορτίον! Εάν μου ήτο δυνατόν ακόμη να το σέρνω, χωρίς να τρέχω κίνδυνον να επαναστατήσω 'ς τα κραταιά κι' ακλόνητα, θεοί, θελήματά σας, θα άφινα ν' αποκαή και μόνον του να σβήση της μισητής μου της ζωής το άθλιον φυτήλι! Αν είν' ο Έδγαρ ζωντανός, ω! προστατεύετέ τον!… Υγίαινε!

ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή!

(Ο ΓΛΟΣΤΕΡ, φρονών ότι ίσταται αληθώς επί βράχου, ορμά όπως κρημνισθή, πίπτει δε κατά γης).

Αλλά η φαντασία μη έξαφνα τον θησαυρόν του κλέψη της ζωής του, αφού την θέλει την κλοπήν και η ζωή αυτή του!… Αν ήτον όπου το θαρρεί, θα ήτο 'πεθαμένος.

(Πλησιάζων προς τον Γλόστερ και μεταβάλλων φωνήν).

Είσαι νεκρός ή ζωντανός; Αι άνθρωπε! ακούεις; Δεν ομιλείς; (Μη έφυγεν αλήθεια η ζωή του! — Α! όχι· ζη!) Ποιος είσαι συ;

ΓΛΟΣΤ. Ω! άφες ν' αποθάνω.

ΕΔΓΑΡ Πρέπει να είσαι ή πτερόν ή πάχνη ή αέρας. Να κρημνισθής από εκεί, από αυτό το ύψος χωρίς να σπάσης 'σάν αυγό και τρίμματα να γίνης! Αλλ' αναπνέεις! — Άυλον το σώμα σου δεν είναι. — Πληγήν δεν έχεις! Ομιλείς! Δεν είσαι σκοτωμένος! Δέκα κατάρτια υψηλά, το έν επάνω 'ς τ' άλλο, το ύψος οπού έπεσες δεν ημπορούν να φθάσουν. Θαύμα να είσαι ζωντανός! Ομίλησέ μου πάλιν.

ΓΛΟΣΤ. Αλήθεια όμως έπεσα ή όχι;

ΕΔΓΑΡ Απ' επάνω απ' του φρικτού αυτού κρημνού την κορυφήν. Ιδέ την! Ούτε ν' ακούσης ημπορείς ούτε να διακρίνης εκεί επάνω το πουλί, όσον κι' αν λαρυγγίζη. Γύρνα κ' ιδέ!

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Δεν έχω πλέον 'μάτια. Κι' αυτό το καταφύγιον η συμφορά δεν τόχει, το τέλος της να δύναται 'ς τον θάνατον να εύρη! Κι' όμως θα ήτο δι' αυτήν παρηγορία κάπως, αν του τυράννου την οργήν 'μπορούσε ν' αποφύγη και το σκληρόν του θέλημα να του το ματαιώση.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Σήκω! Καλά! Πώς είσαι; Είναι τα πόδια σου γερά; Τα νοιώθεις; Σε σηκώνουν;

ΓΛΟΣΤ. Είμαι καλά. Καλλίτερα απ' όσον θέλω είμαι.

ΕΔΓΑΡ Ανθρώπου νους δεν το χωρεί! 'Σ την κορυφήν του [βράχου τι πράγμα ήτο, κ' έφυγεν ολίγον πριν να πέσης;

ΓΛΟΣΤ. Ένας ζητιάνος δυστυχής.

ΕΔΓΑΡ Κάτω εδώ που ήμουν, τα 'μάτια του τα έβλεπα 'σάν δύο πανσελήνους, και μύταις χίλιαις έβλεπα και κέρατα στραμμένα που 'σάν την φουσκοθάλασσα εδώ κ' εκεί 'κουνούσαν. Ήτο δαιμόνιον αυτός, καλότυχέ μου γέρε, και έχε χάριν 'ς τους θεούς, οπού το έχουν δόξαν να κάμνουν όσα οι θνητοί αδύνατα τα έχουν. Εκείνοι σ' επροφύλαξαν!

ΓΛΟΣΤ. Το ενθυμούμαι τώρα! — Εις το εξής μ' υπομονήν την λύπην θα σηκώνω, ως που να κράξη μόνη της Αρκεί, και ν' αποθάνη! Το πράγμ' αυτό που έλεγες, δι' άνθρωπον το είχα. Συχνά την λέξιν Σατανάς επρόφερεν. — Εκείνος εις τον κρημνόν μ' ωδήγησε.

ΕΔΓΑΡ Υπομονή και θάρρος!…

Εισέρχεται ο ΛΗΡ περιβεβλημένος άνθη άγρια).

Ποιος είν' αυτός που έρχεται; Χαμένα θα τα έχη. Δεν μαρτυρούν σωστά μυαλά τα συγυρίσματά του.

ΛΗΡ Όχι! Δικαίωμα κανείς δεν έχει να μ' εγγίξη, κι' ας έκοψα και νόμισμα! Διότι εγώ είμαι ο βασιλεύς!

ΕΔΓΑΡ Ω θέαμα, που την καρδιάν ξεσχίζει!

ΛΗΡ Ως προς τούτο η φύσις υπερβαίνει την τέχνην. — Πάρε συ αυτά τα χρήματα. Είναι ο αρραβώνας σου. Αυτός εδώ κρατεί το τόξον του 'σάν σκιάχτρο (50). Τέντωσέ το μίαν οργυιάν σωστήν… Κύττταξε εκεί. Ένας ποντικός! Σιγά, σιγά! Τώρα θα τον πιάσω με κομμάτι ψημένο τυρί. — Να το χειρόφτι μου. Θα το ρίξω εις τα μούτρα ενός γίγαντος! — Τι έγιναν οι στρατιώται μου;… Α! Πώς επέταξε το πουλάκι! 'Σ το σημάδι, 'ς το σημάδι!… Αι, συ, το σύνθημα!

ΕΔΓΑΡ Μαντζουράνα.

ΛΗΡ Καλός! Πέρνα!

ΓΛΟΣΤ. Την γνωρίζω αυτήν την φωνήν.

ΛΗΡ Α! Γονερίλη! και με άσπρα γένεια!.. Μ' εκαλόπιαναν 'σάν τα σκυλιά, και μου έλεγαν ότι έχω άσπραις τρίχες, προτού ακόμη φυτρώσουν αι μαύραις. Να μου λέγουν ναι και όχι εις ό,τι έλεγα, να μου λέγουν και ναι και όχι μαζί, δεν ήθελε πολλήν θεολογίαν. Όταν ήλθεν η βροχή και μ' εμούσκευσε, και ο βορειάς μ' έκαμε να τρίζω τα 'δόντια, και ο κεραυνός δεν με υπήκουε να σιωπήση, τότε τους εμυρίσθηκα τι πράγματα ήσαν! Πηγαίνετε 'ς το καλό! Μου έλεγαν όλοι ψεύματα! Μου έλεγαν, ότι εγώ είμαι το παν. Ψεύματα! Ούτε τον παροξυσμόν δεν ημπορώ να νικήσω.

ΓΛΟΣΤ. Την ενθυμούμαι την φωνήν. Την ήκουσα… Δεν είναι ο βασιλεύς;

ΛΗΡ Ναι, βασιλεύς απ' την κορφήν 'ς τα 'νύχια! Πώς τρέμουν όλοι, κύτταξε, το 'μάτι αν γουρλώσω… Αυτόν εδώ τον συγχωρώ. Τι έχει καμωμένον; Μοιχείαν! Πήγαιν' απ' εδώ! Δεν θα σε θανατώσω. Να θανατώνετ' ο μοιχός! Μήπως το ίδιον πράγμα δεν κάμνει κ' η χρυσόμυιγα και ο μικρός σπουργίτης; Ας σμίγουν και ας χαίρωνται! Ο νόθος υιός του Γλόστερ ήτο καλλίτερο παιδί απ' ταις 'δικαίς μου κόραις, ταις κόραις που απέκτησα εις νόμιμα σεντόνια. Εμπρός, πορνεία, δούλευε, και θέλω στρατιώτας!… Την βλέπεις την αρχόντισσαν εκείνην; Να την βλέπης νομίζεις ότι χαμηλά θα είναι κρύα, χιόνι. Την λέξιν μόνον «ηδονή» αν τύχη και ακούση, σου κάμνει την ενάρετην και σκύπτει το κεφάλι. Αλλά και γάτους ξεπερνά και άλογα βαρβάτα! Γυναίκες είναι μοναχά από την μέσην κι' άνω, 'ς τα κάτω είναι Κένταυροι! Εις τους θεούς ανήκει έως την μέσην το κορμί! 'Σ τον διάβολον τα κάτω! Εκεί 'ναι σκότος, κόλασις και ζεματά και καίει. Εκεί θειάφι και καπνός και βρώμα και σαπίλα!… Πουφ, πουφ, φούχι! Φαρμακοπώλη, δος μου μίαν ουγγιάν μόσχον να μυρίσω την φαντασίαν μου. Να χρήματα.

ΓΛΟΣΤ. Ω! δόσε μου το χέρι σου να το φιλήσω.

ΛΗΡ Στάσου, Να το σκουπίσω πρόσμενε. Μυρίζει ανθρωπίλαν.

ΓΛΟΣΤ. Ελεεινή καταστροφή! Κι' ο μέγας τούτος κόσμος θα καταντήση 'ς το μηδέν επίσης! — Με γνωρίζεις;

ΛΗΡ. Τα ενθυμούμαι τα 'μάτια σου. Τι με αλλοιθωρίζεις; Ό,τι θέλεις κάμε, τυφλέ Έρωτα, δεν με πιάνεις! Δεν ερωτεύομαι εγώ! — Διάβασε αυτά εδώ. Κύτταξε πώς το έγραφα. Είναι πρόσκλησις εις μονομαχίαν.

ΓΛΟΣΤ. Δεν ημπορώ να το ιδώ, κι' αν ήτον ένας ήλιος το κάθε γράμμα.

ΕΔΓΑΡ Αν κανείς μου το εδιηγείτο δεν θα το 'πίστευα ποτέ. Το βλέπω, κ' η καρδιά μου ραγίζει απ' την λύπην της.

ΛΗΡ Ανάγνωσέ το, λέγω.

ΓΛΟΣΤ. Με τ' άδεια μου τα βλέφαρα;

ΛΗΡ Ω, ω! Λοιπόν είμεθα ίσα κ' ίσα! Χωρίς 'μάτια 'ς το κεφάλι και χωρίς χρήματα 'ς το πουγγί! Σου εβάρυναν τα 'μάτια και σου ελάφρωσε το πουγγί! Και όμως βλέπεις πώς τρέχει ο κόσμος!

ΓΛΟΣΤ. Το βλέπω ψηλαφητά.

ΛΗΡ Τρελλός είσαι; Δεν χρειάζονται 'μάτια διά να βλέπη κανείς πώς τρέχει ο κόσμος. Βλέπε με τ' αυτιά σου! Ιδέ πώς υβρίζει εκείνος ο κριτής τον κακόμοιρον εκείνον τον κλέπτην. Άκουσε να σου το ειπώ κρυφά: Άλλαξέ τους θέσιν, και ειπέ μου έπειτα, αν ημπορής, ποίος είναι ο κριτής και ποίος ο κλέπτης. — Είδες ποτέ σου ζητιάνον να του γαυγίζη μανδρόσκυλος;

ΓΛΟΣΤ. Ναι, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Και να φεύγη τον σκύλον ο πτωχός; Αν τον είδες, είδες την εικόνα της εξουσίας. Ο σκύλος είναι εις υπούργημα, και τον υπακούουν. — Αχρείε χωροφύλακα, το χέρι μη σηκώνεις το άσπλαγχνόν σου! Τι κτυπάς αυτήν εκεί την πόρνην; Καλλίτερα την ράχην σου να μου ξυλοκοπήσης! Ενώ της δίδεις ραβδισμούς διά το πταίσιμόν της, επιθυμείς κι' ορέγεσαι να έπταιες μαζί της! Αν κρεμασθή ο σπάταλος, ο τοκογλύφος πταίει! Μέσ' 'ς τα κουρέλια θα φανή κάθε μικρή κακία αλλά το παν σκεπάζεται με γούναις και στολίδια! Το έγκλημα με μάλαμμα απ' έξω σκέπασέ το, κ' επάνω του συντρίβεται του Νόμου το κοντάρι χωρίς αυτό να εγγιχθή. Κουρέλια φόρεσέ το, και μ' ένα τσάκνο το τρυπά κι' ο νάνος πέρα πέρα! Κανείς δεν είναι ένοχος! Κανείς, κανείς σου λέγω. Κανείς δεν πταίει! Όλους των εγώ τους δικαιώνω. Άκουσ' εμένα· επειδή την δύναμιν την έχω, εάν κανείς κατηγορή, το στόμα να του κλείσω. Βάλε 'ς τα 'μάτια σου υαλιά, και 'σάν τον δημοκόπον κάμε πως βλέπεις κάθε τι, και τίποτ' αν δεν βλέπης. — Έλα εδώ! Έλα εδώ! Το 'πόδημά μου 'βγάλε. Τράβα καλά! Τράβα καλά! Την δύναμίν σου βάλε!

ΕΔΓΑΡ Τι ανακάτωμα και νου και ασυναρτησίας! Νους μέσ' 'ς την τρέλλαν!

ΛΗΡ Άκουσε — αν θέλης να με κλαύσης, πάρε τα 'μάτια μου, εσύ. Γνωρίζω ποίος είσαι. Σε λέγουν Γλόστερ. Χρεωστείς υπομονήν να έχης. Με κλαύματα ερχόμεθα 'ς τον κόσμον. Δεν το 'ξεύρεις; Από την πρώτην την στιγμήν που μυρισθή αέρα, βογκά και κλαίει το παιδί. — Να σου το εξηγήσω. Την διδαχήν μου άκουσε:

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Τι θλίψις!

ΛΗΡ Θρηνούμεν, όταν μας γεννούν διά τον λόγον, ότι με λύπην μας ερχόμεθα εις τούτο της μωρίας το θέατρον τ' απέραντον… Ω! τι ωραίος σκούφος! (51) Τι φοβερόν στρατήγημα κανείς να καλλιγώση το ιππικόν του με αυτό το ύφασμα του σκούφου!… Θέλω να γίνη δοκιμή. Και όταν τους πλακώσω με τ' άλογά μου τους γαμβρούς εκείνους,… σκότωνέ τους και σκότωνε και σκότωνε!

(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ μετά στρατιωτών).

ΑΞΙΩΜ. Εκείνος είναι! Να τος! Συλλάβετέ τον! — Η καλή, η ακριβή σου κόρη, αυθέντα μου…

ΛΗΡ Δεν είν' εδώ κανείς να με γλυτώση; Αιχμάλωτός σας;… Έγινα το παίγνιον της Τύχης! Καλά φερθήτε μου εσείς, και θα πληρώσω λύτρα. — Έχω πληγήν εις τα μυαλά. Χειρούργους φέρετέ μου.

ΑΞΙΩΜ. Θα έχης ό,τι αγαπάς.

ΛΗΡ Πού είν' οι άνθρωποί μου; Κατάμονον με άφησαν; Ω! είναι τούτο πράγμα να κάμη κάθε άνθρωπον να κλαίη και να κλαίη, ως που τα 'μάτια του τα δυο να γίνουν ποτιστήρια, την σκόνην του καλοκαιριού να την κατακαθίζουν!

ΑΞΙΩΜ. Καλέ αυθέντα μου…

ΛΗΡ Αλλά γενναία θ' αποθάνω! Ωσάν γαμβρός! Θα είμ' εγώ χαρούμενος!… Ελάτε! Είμαι ο Ληρ, ο βασιλεύς! Το 'ξεύρετε, παιδιά μου;

ΑΞΙΩΜ. Ναι, είσαι συ ο βασιλεύς κ' ημείς πιστοί σου δούλοι.

ΛΗΡ Ώστε δεν εχαθήκαμεν ακόμη! Ελάτε λοιπόν, να τρέξωμεν, κι' όποιος με πιάση! Σα, σα, σα, σα! (52)

(Εξέρχεται της σκηνής τρέχων. Έπονται στρατιώται).

ΑΞΙΩΜ. Φρικτόν κανείς να το ιδή 'ς τον πλέον τιποτένιον, αλλ' όταν είναι βασιλεύς… δεν το εκφράζουν λόγια! Μια κόρη σ' έμεινε, ω Ληρ, κι' αυτή εξαγοράζει όσας κατάρας ήξιζε να δώσης εις την φύσιν διά τα άλλα σου παιδιά.

ΕΔΓΑΡ Σε χαιρετώ, αυθέντα.

ΑΞΙΩΜ. Ώρα καλή. Τι αγαπάς;

ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, αυθέντα, ειπέ μου, αν ακούεται πότε θα γίν' η μάχη;

ΑΞΙΩΜ. Το πράγμα είναι φανερόν. Όπ' έχει αυτί τ' ακούει.

ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, είναι κοντά το στράτευμα το άλλο;

ΑΞΙΩΜ. Κοντά, και όλον προχωρεί. Όπου κι' αν είναι φθάνει.

ΕΔΓΑΡ Τόσον να 'ξεύρω ήθελα. Σ' ευχαριστώ.

ΑΞΙΩΜ. Ακόμη είν' η βασίλισσα εδώ. Να μένη έχει λόγους. Αλλ' ο στρατός μας προχωρεί εμπρός.

ΕΔΓΑΡ Ευχαριστώ σε.

(Απέρχεται Ο ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ).

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας μου κόψουν την ζωήν τα ιδικά σας χέρια, θεοί μου πολυεύσπλαγχνοι! Μη ο κακός μου δαίμων με ξαναβάλη εις πειρασμόν και πάλιν ν' αποθάνω προτού να το θελήσετε.

ΕΔΓΑΡ Καλή ευχή, πατέρα!

ΓΛΟΣΤ. Φίλε καλέ, παρακαλώ, ειπέ μου ποίος είσαι;

ΕΔΓΑΡ Ένας πτωχός απ' την οργήν της Τύχης δαμασμένος, ένας που τον εμάλαξαν τα πάθη και οι πόνοι και συμπονεί τους δυστυχείς. — Έλα, το χέρι δος μου, να σ' εύρω καταφύγιον.

ΓΛΟΣΤ. Ω! των θεών η χάρις τα όσα μ' έκαμες, διπλά να σου τ' ανταποδώσω!

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΟΣΒ. Προκηρυγμένε! Σ' έπιασα! Την τύχην μου θα κάμη τ' αόμματο κεφάλι σου. Επλάσθηκ' επί τούτου! Γέρο προδότη, γρήγορα την προσευχήν σου κάμε, κ' είναι συρμένο το σπαθί που θα σε θανάτωση!

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας κτυπήση δυνατά το εύσπλαγχνό σου χέρι.

Ο ΕΔΓΑΡ ανθίσταται.

ΟΣΒ. Και πώς, αυθάδη χωρικέ, τολμάς ενός προδότου εσύ να γίνης βοηθός; Φύγε απ' εδώ, μη τύχη και σου κολλήσ' η Μοίρα του κ' εσένα: Άφησέ τον! Μη του κρατείς το χέρι του, σου λέγω!

ΕΔΓΑΡ Δεν τ' αφίνω, αν δεν μου πης το διατί.

ΟΣΒ. Αμέσως άφησέ τον, ή σε σκοτώνω, κνώδαλον!

ΕΔΓΑΡ Τράβα εμπρός, κύριε, και άφησε τους πτωχούς να περάσουν. Αν ήτο να κόπτουν ζωαίς τα παχειά λόγια, θα την είχα χαμένην την ιδικήν μου εδώ και δέκα πέντε 'μέραις. Έλα, μακρυά από τον γέρο, ει δε μη, τώρα δοκιμάζω αν είναι το καύκαλό σου δυνατώτερο από το ραβδί μου. Σου το λέγω παστρικά!

ΟΣΒ. (σύρων το ξίφος). Έξω, κοπρόσκυλο!

ΕΔΓΑΡ Θα σου σπάσω τα 'δόντια! Κόπιασε! Δεν φοβούμαι ταις σπαθιαίς σου!

(Μάχονται. Ο ΕΔΓΑΡ διά του ροπάλου αυτού καταβάλλει τον ΟΣΒΑΛΔΟΝ).

ΟΣΒ. Ω σκύβαλο, μ' εσκότωσες! Να, πάρε το πουγγί μου, και αν μου θάψης τα κορμί, τόσον καλόν να έχης. Γράμμα επάνω μου κρατώ κρυμμένον. Πήγαινέ το εις τον Εδμόνδον, κόμητα του Γλόστερ. Θα τον εύρης 'ς των Βρεττανών το στράτευμα. Ω!… πάρωρ' αποθνήσκω…

(Αποθνήσκει).

ΕΔΓΑΡ Σε 'ξεύρω, δούλε ποταπέ και αφωσιωμένε 'ς τ' αχρεία της κυρίας σου θελήματα. Σε 'ξεύρω. Εκτελεστήν καλλίτερο δεν ήθελ' η αισχρότης.

ΓΛΟΣΤ. Απέθανε;

ΕΔΓΑΡ Κάθου εκεί, πατέρα. Αναπαύσου. — Ας εύρωμεν το γράμμα του — ίσως μας χρησιμεύση. — Αποθαμμένος είν' αυτός. Το μόνον που λυπούμαι ότι μου έλαχεν εγώ να γίνω δήμιός του. Ιδού το γράμμα. Να ιδώ. — Συμπάθησέ με, βούλλα, συ δε, ω Χρηστοήθεια, μη με καταδικάσης. Και του εχθρού του την καρδιάν σχίζει κανείς, να μάθη το μυστικόν του. Το χαρτί δεν βλάπτει να το σχίσω.

(Αναγινώσκει την επιστολήν).

«Μη λησμονείς τους όρκους μας. Δεν θα σου λείψουν »ευκαιρίαι να τον ξεπαστρεύσης. Αν έχης την θέλησιν, »θα εύρης και την ώραν και τον τόπον. Αν επιστρέψη »νικητής, δεν εκάμαμεν τίποτε. Τότε θα είμαι »αιχμάλωτός του εγώ, και φυλακή μου η κλίνη του. »Γλύτωσέ με από την μισητήν παρουσίαν του και διά τον »κόπον σου λάβε την θέσιν του. Η αγαπώσα σε φίλη »(είθε να έλεγα σύζυγος), Γονερίλη».

Αισχρότης χωρίς όρια! Τον αγαθόν της άνδρα να τον επιβουλεύεται, κι αντάλλαγμα να είναι ο αδελφός μου!…Ω! εδώ 'ς την άμμον θα σας χώσω, ανόσια μηνύματα και φόνου και λαγνείας, ως που να έλθη ο καιρός να σας ιδή εκείνος που την ζωήν του θέλετε! — Καλά που απ' εμένα θα μάθη και τον θάνατον και την αποστολήν σου!

Ο ΕΔΓΑΡ σύρει το πτώμα του ΟΣΒΑΛΔΟΥ έξω της σκηνής.

ΓΛΟΣΤ. Ο βασιλεύς είναι τρελλός, κι' ο νους ο ιδικός μου αντέχει να αισθάνωμαι τον άμετρόν μου πόνον! Καλλίτερα να έχανα κ' εγώ τα λογικά μου, να χωρισθούν οι πόνοι μου από τους στοχασμούς μου, και μέσα 'ς τα φαντάσματα της τρέλλας πλανημένος ο νους μου την συναίσθησιν της λύπης μου να χάση!

ΕΔΓΑΡ (επιστρέφων). Δος μου το χέρι. — Τύμπανα μου φαίνεται ακούω. Έλα εις σκέπην φιλικήν, πατέρα, να σε κρύψω.

(Εξέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

Σκηνή εν τω γαλλικώ στρατοπέδω. Ο Ληρ κοιμάται επί κλίνης παρ' αυτώ ο ιατρός και έτεροι άρχοντες και υπηρέται.

(Εισέρχονται η ΚΟΡΔΗΛΙΑ και ο ΚΕΝΤ).

ΚΟΡΔ. Καλέ μου Κεντ, θα δυνηθώ ποτέ να ξεπληρώσω την τόσην καλωσύνην σου; Όση ζωή κι' αν έχω δεν θα μου φθάση — δεν αρκεί ό,τι και αν σου κάμω!

ΚΕΝΤ Είναι πλουσία πληρωμή τα λόγια σου, κυρία. Με όσα είπα έμαθες την καθαράν αλήθειαν, και τίποτε δεν σ' έκρυψα.

ΚΟΡΔ. Φορέματα ν' αλλάξης. Δυστυχισμένην εποχήν αυτά σου ενθυμίζουν. Να τα πετάξης!

ΚΕΝΤ Άφες με, κυρία μου, ακόμη. Αν από τώρα γνωρισθώ, δεν γίνετ' ο σκοπός μου. Παρακαλώ, πριν σου το 'πω να μη με φανερώσης.

ΚΟΡΔ. Ας γίνη, όπως αγαπάς.

(Προς τον ιατρόν).

Ο βασιλεύς πώς είναι;

ΙΑΤΡΟΣ Κοιμάτ' ακόμη.

ΚΟΡΔ. Ω θεοί, το χάλασμα του νου του επισκευάσετέ μου το! — Σεις διορθώσετέ μου τα ταραγμένα λογικά του γέροντος πατρός μου που είναι τώρα 'σάν παιδί.

ΙΑΤΡΟΣ Αν είναι ορισμός σου, να τον 'ξυπνήσω. Αρκετός του είναι τόσος ύπνος.

ΚΟΡΔ. Έχε την τέχνην οδηγόν και κάμε όπως θέλεις. Του ήλλαξαν φορέματα;

ΑΞΙΩΜ. 'Σ του ύπνου του το βύθος, κυρία, του εβάλαμεν φορέματα καινούργια.

ΙΑΤΡΟΣ Να είσαι εις το πλάγι του την ώραν που 'ξυπνήση, Θα είναι ήσυχος.

ΚΟΡΔ. Καλά.

ΙΑΤΡΟΣ Έλα εδώ, — κοντά του. Τώρα ας παίξη η μουσική.

ΚΟΡΔ. Πατέρ' αγαπητέ μου, το ιατρικόν του πάθους σου 'ς τα χείλη μου ας ήτον, και βάλσαμον ας έσταζεν από το φίλημά μου 'ς τα βάσανα, πού σ' έφεραν αι δύο αδελφαί μου!

ΚΕΝΤ Κόρη καλή κι' αγαπητή!

ΚΟΡΔ. Τα κάτασπρα μαλλιά σου να ελεήσουν έπρεπε, κι' αν κόραι σου δεν ήσαν. Ήτον αυτήν την κεφαλήν ν' αφήσουν να την δέρνη ο άνεμος;… κ' εις ταις βρονταίς ταις φοβεραίς ν' αντέχη; Κ' εις των φωτιών το σμίξιμον και εις τ' αστροπελέκια να στέκης έξω φύλακας, καϋμένε στρατιώτη, με μόνην σκέπην σου αυτήν την περικεφαλαίαν; Και του εχθρού μου το σκυλί, κι' ας μ' είχε δαγκαμένην, τέτοιαν νυκτιάν θα τ' άφινα να ζεσταθή κοντά μου! Και σ' έμελλε, πατέρα μου, εσύ να ξενυκτήσης όπου οι χοίροι ξενυκτούν κ' οι έρημοι ζητιάνοι! Αλλοίμονον! Πώς έγινε συγχρόνως με τον νουν σου να μη σου φύγη κ' η ζωή;… Ξυπνά! Ομίλησέ του.

ΙΑΤΡΟΣ Εσύ καλλίτερα, εσύ, κυρία, λάλησέ του.

ΚΟΡΔ. Πώς είναι ο αυθέντης μου; Ο βασιλεύς πώς είναι;

ΛΗΡ Από τον τάφον διατί με θέλετε να έβγω!… Ψυχή μέσ' 'ς τον παράδεισον συ είσαι… κ' εγώ είμαι εις ένα πύρινον τροχόν δεμένος, και με καίουν ωσάν λυωμένον μέταλλον τα δάκρυα που χύνω!

ΚΟΡΔ. Μ' αναγνωρίζεις;

ΛΗΡ Είσαι συ ψυχή. Εγώ το 'ξεύρω. Πότε απέθανες και συ;

ΚΟΡΔ. Ακόμη συγχυσμένα, ακόμη!

ΙΑΤΡΟΣ Δεν εξύπνησεν όλως διόλου. Έλα, να ησυχάση άφες τον.

(Απομακρύνονται της κλίνης.

ΛΗΡ Τι έγινα; Πού είμαι; Ο ήλιος λάμπει!… Μ' απατούν… Θ' απέθνησκ' από [λύπην, αν έβλεπ' άλλον 'σάν εμέ.,. Τι να ειπώ δεν 'ξεύρω… Όρκον δεν παίρνω πως αυτά είν' ιδικά μου χέρια. Στάσου να ιδώ… Αισθάνομαι… Μ' εκέντησ' η καρφίτσα! Ας ήξευρα τι γίνομαι!

ΚΟΡΔ. Ω! γύρισε τα 'μάτια να με ιδής, πατέρα μου, και κίνησε το χέρι να μ' ευλογήσης…

(Εμποδίζει τον Ληρ, θέλοντα να γονατίση).

Όχι! Μη! Εσύ θα γονατίσης, αυθέντα μου!

ΛΗΡ Παρακαλώ, μη με περιγελάσης. Εγώ είμ' ένας άκακος, δυστυχισμένος γέρος· τους ογδοήντα ακριβώς τους έχω. — Και αλήθεια, φοβούμαι ότι καθ' αυτό δεν είμαι 'ς τα σωστά μου. Νομίζω πως σ' εγνώρισα, κι' αυτόν πως τον γνωρίζω, αλλά — δεν είμαι βέβαιος· διότι δεν ηξεύρω διόλου πού ευρίσκομαι· και ούτε καν 'θυμούμαι αυτά μου τα φορέματα πώς τα φορώ· και ούτε απόψε πού επέρασα την νύκτα δεν ηξεύρω. — Μη με γελάσετε, αλλά.. μη με ειπήτε άνδρα, αν τώρα δεν μου φαίνεται αυτή εδώ η νέα ότ' είν' η Κορδηλία μου!

ΚΟΡΔ. Ναι! είμ' εγώ, πατέρα, εγώ, εγώ!

ΛΗΡ Είν' άραγε υγρά τα δάκρυά σου; Να τα ιδώ. Είναι υγρά! — Παρακαλώ, μη κλαίεις. Φαρμάκι αν ετοίμασες να πάρω, δόσε μου το. Το 'ξεύρω· δεν με αγαπάς. Απ' όσον ενθυμούμαι, αι αδελφαί σου μ' έκαμαν πολύ να υποφέρω. Εσύ θα έχεις αφορμήν. Εκείναις όμως όχι!

ΚΟΡΔ. Και ούτ' εγώ, και ούτ' εγώ.

ΛΗΡ Πού είμαι; 'ς την Γαλλίαν;

ΚΕΝΤ 'Σ το κράτος σου, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Ω! μη με απατάτε!

ΙΑΤΡΟΣ Κυρία, μην ανησυχείς. Το βλέπεις· η μεγάλη η έξαψις επέρασε. Πλην κίνδυνος θα είναι 'ς την περασμένην του ζωήν να στρέφωμεν τον νουν του. Να έμβη μέσα κάμε τον. Και ως 'που να συνέλθη όλως διόλου, πρόσεχε, ατάραχος να μένη.

ΚΟΡΔ. Αν αγαπάς, αυθέντα μου, περιπατείς ολίγον;

ΛΗΡ Να μη με συνερίζεσαι. Λησμόνει και συγχώρει. Συγχώρει. Είμαι γέροντας και ξαναμωραμένος.

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, η ΚΟΡΔΗΛΙΑ, ο ΙΑΤΡΟΣ και η συνοδεία).

ΑΞΙΩΜ. Αλήθεια εσκοτώθηκεν ο δουξ της Κορνουάλλης;

ΚΕΝΤ Αλήθεια, ω αυθέντα μου.

ΑΞΙΩΜ. Και τα στρατεύματά του ποιον έχουν τώρα στρατηγόν;

ΚΕΝΤ Τον νόθον υιόν του Γλόστερ,

ΑΞΙΩΜ. Και ο εξόριστός του υιός, ο Έδγαρ, είναι λέγουν 'ς την Γερμανίαν με τον Κεντ.

ΚΕΝΤ Πλην άλλοι λέγουν άλλα. Καιρός να οπλιζώμεθα. Όπου κι' αν είναι φθάνουν τα εχθρικά στρατεύματα.

ΑΞΙΩΜ. Ως φαίνεται, θα γίνη αιματηρός ο πόλεμος. — Ώρα καλή, αυθέντα.

(Απέρχεται).

ΚΕΝΤ Ή θ' αποτύχω σήμερον ή γίνοντ' οι σκοποί μου! Της μάχης τ' αποτέλεσμα θα το αποφασίση.

(Εξέρχεται).

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Το αγγλικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον. (Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών αναπεπταμένων ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, αξιωματικοί, στρατιώται κλπ.)

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Μάθε, αν είναι σταθερός ο δούκας 'ς τους σκοπούς του ή έχη πάλιν όρεξιν την γνώμην του ν' αλλάξη; Είναι γεμάτος δισταγμούς κι' αλλάζει κάθε ώραν! Επιθυμώ απόκρισιν οριστικήν να φέρης.

(Εξέρχεται ο αξιωματικός).

ΡΕΓ. Βεβαίως κάτι έπαθε 'ς τον δρόμον ο Οσβάλδος.

ΕΔΜ. Κ’ εγώ το υποπτεύομαι.

ΡΕΓ. Εδμόνδ' αγαπητέ μου, τι δι εσένα μελετώ να κάμω, το γνωρίζεις. 'Πε μου…αλλά ειλικρινώς, — ειπέ μου την αλήθειαν… Την αδελφήν μου αγαπάς;

ΕΔΜ. Την αγαπώ — εντίμως.

ΡΕΓ. Εκείνη σ' έδειξ' έρωτα ποτέ;

ΕΔΜ Τι υποψία!

ΡΕΓ. Σχέσιν δεν έλαβες μ’ αυτήν ερωτικήν;

ΕΔΜ. Ποτέ μου!

ΡΕΓ. Ω, την μισώ! Αν μ' αγαπάς, Εδμόνδε, μη την βλέπεις!

ΕΔΜ. Μη έχεις φόβον! Έρχονται ο άνδρας της κ' εκείνη.

(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και στρατιώται).

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Να μη τον πάρη άνδρα της, κι' ας χάσωμεν την μάχην!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Αγαπητή μας αδελφή, μετά χαράς σε βλέπω. — Εδμόνδε, εις την κόρην του ο βασιλεύς επήγε με άλλους που απέλπισε του κράτους μας η βία. Όπου δεν είναι η τιμή δεν είμ' εγώ ανδρείος. Αν τώρα σύρω το σπαθί, τ' αποφασίζω μόνον, διότι κατεπάτησε τον τόπον μας ο Γάλλος, όχι διότι βοηθεί τον Ληρ, μαζί μ' εκείνους που είχαν ίσως δίκαιον να επαναστατήσουν.

ΕΔΜ. Λαλείς τω όντι ευγενώς!

ΡΕΓ. Προς τι αυτά τα λόγια;

ΓΟΝΕΡ. Αντισταθήτε 'ς τον εχθρόν συνενωμένοι τώρα! Καιρός διά μαλλώματα δεν είν' αυτός!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ελάτε ν' αποφασίσωμεν λοιπόν το σχέδιον της μάχης.

ΕΔΜ. Εις την σκηνήν σου έρχομαι αμέσως.

ΡΕΓ. Αδελφή μου, έλα και συ.

ΓΟΝΕΡ. Δεν ημπορώ.

ΡΕΓ. Σε έχομεν ανάγκην. Έλα και συ, παρακαλώ.

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). (Ω, ω! Καταλαμβάνω το αίνιγμα). Σ' ακολουθώ.

Ενώ επείγονται πάντες, εισέρχεται Ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος.

ΕΔΓΑΡ (προς τον δούκα). Αν συγχωρής, αυθέντα ένα πτωχόν να σου ειπή δυο λόγια, άκουσέ με.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Έρχομ' ευθύς.

(Προς τον ΕΔΓΑΡ).

Τι θα μου πης;

(Εξέρχονται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, η ΡΕΓΑΝΗ και η ΓΟΝΕΡΙΛΗ).

ΕΔΓΑΡ Προτού αρχίση η μάχη το γράμμα τούτο άνοιξε. Αν τύχη και νικήσης, προσκάλεσε με σάλπιγγα αυτόν, που σου το δίδει. Όσον κι' αν φαίνωμαι άθλιος, έχω να φέρω ένα (53) που όσα μαρτυρούντ' εδώ θα τα υποστηρίξη! Αν νικηθής, τετέλεσται το έργον σου 'ς τον κόσμον, και παύει κάθε βάσανον. Η Τύχη βοηθός σου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Να το διαβάσω πρόσμενε.

ΕΔΓΑΡ Μου είν' εμποδισμένον. Όταν θα έλθη ο καιρός, οι κήρυκες ας κράξουν και τότε πάλιν θα με ιδής.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Λοιπόν, ώρα καλή σου. Θα το ιδώ το γράμμα σου.

(Απέρχεται ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. (επανερχόμενος). Εφάνησαν οι Γάλλοι. Παράταξε το στράτευμα. Ιδού, εδώ θα εύρης πληροφορίας ακριβείς, πόση είν' η δύναμίς των.

(Τω εγχειρίζει έγγραφον).

Αλλά να μην αργοπορής. Το πράγμα θέλει βίαν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Θα μ' εύρη η ώρα έτοιμον.

(Εξέρχεται).

ΕΔΜ. Ωρκίσθηκα αγάπην και εις τας δύο αδελφάς. Η μια μισεί την άλλην, καθώς μισεί την όχεντραν ο φιδοδαγκαμένος. Ποίαν να πάρω; και τας δυο; την μίαν; ή καμμίαν; Ούτε την μίαν να χαρώ 'μπορώ ούτε την άλλην, ενόσω ζουν κ' αι δύο των. Την χήραν εάν πάρω, η άλλη απ' την ζήλειαν της έξω φρενών θα γίνη. Αλλά μ' αυτήν δεν ημπορώ να κάμω τους σκοπούς μου ενόσω ζη ο άνδρας της· κι' ως που να γίνη η μάχη εκείνος μου χρειάζεται. Όταν θα τελειώση, εάν αυτή επιθυμή, ας εύρη και τον τρόπον να τον ξεκάμη μόνη της, Αλλ' ως προς τον σκοπόν του να δείξη έλεος 'ς τον Ληρ και εις την Κορδηλίαν, ας έλθη η νίκη, και αυτούς 'ς το χέρι ας τους έχω, και δεν αφίνω να ιδούν εγώ το έλεός του!

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Πεδίον μεταξύ των δύο στρατοπέδων. (Σάλπιγγες έξωθεν. Διαβαίνουσιν επί της σκηνής ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ επί κεφαλής των δυνάμεων αυτών μετά τυμπάνων κτλ.). (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΓΑΡ Εδώ, πατέρα, 'ς την σκιάν εδώ φιλοξενήσου του δένδρου τούτου. Εύχου δε 'ς το δίκαιον την νίκην! Αν επιστρέψω ζωντανός, θα σε παρηγορήσω.

ΓΛΟΣΤ. Να σ' ευλογήσουν οι θεοί!

(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ). (Σάλπιγγες. Ακούεται μακρόθεν υποχώρησις στρατού).

ΕΔΓΑΡ (επανερχόμενος). Καλέ μου γέρε, φύγε! Δος μου το χέρι σου! Ο Ληρ κατεστραμμένος είναι! Κ' εκείνος και η κόρη του αιχμάλωτοι κ' οι δύο.! Ω! σήκω, δος το χέρι σου!

ΓΛΟΣΤ. Όχι. Εδώ θα μείνω. Μήπως κ' εδώ δεν ημπορεί κανένας να σαπίση;

ΕΔΓ. Ο νους σου πάλιν ς' το κακόν! Τ' ανθρώπου χρέος είναι μ' υπομονήν από την γην να φεύγη, όπως ήλθε, — αρκεί να ήλθ' η ώρα του!

ΓΛΟΣΤ. Και τούτο είν' αλήθεια!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Το βρεττανικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον). (Εισέρχονται εν θριάμβω μετά τυμπάνων και σημαιών ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ αιχμάλωτοι, αξιωματικοί, στρατιώται κτλ.).

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Τους αιχμαλώτους πάρετε. 'Σ την φυλακήν ας μένουν, ως που να γίνη φανερόν το θέλημα εκείνων, απ' τους οποίους κρέμαται η τύχη των.

ΚΟΡΔ Οι πρώτοι δεν ήμεθα, που άδικα η τύχη κατατρέχει. Εσένα μόνον, βασιλέα κακότυχε, λυπούμαι, ειδέ τα συννεφιάσματα της τύχης τ' αψηφούσα! Θέλεις ταις κόραις σου να ιδής;

ΛΗΡ Α, όχι! όχι! όχι! Έλα, πηγαίνωμεν μαζί. 'Σ την φυλακήν κλεισμένοι, 'σάν δυο πουλάκια ς' το κλουβί, κ' οι δυο θα κελαδούμεν κι' αν την ευχήν μου με ζητής, εγώ θα γονατίζω να σου ζητώ συγχώρησιν. Με προσευχαίς, τραγούδια, με παραμύθια, την ζωήν εκεί θα την περνούμεν. Ταις πεταλούδαις ταις χρυσαίς θα βλέπωμεν με γέλια, και θα μας φέρνουν οι πτωχοί των παλατιών ειδήσεις, και 'μείς οι δυο με τους πτωχούς θα πιάνωμεν τα λόγια, ποιος πέφτει; ποιος υψώνεται; ποιος χάνει; ποιος [κερδίζει; Κ' εκείθεν το μυστήριον θα βλέπωμεν του βίου, 'σάν να μας είχαν οι θεοί βαλμένους κατασκόπους· κ' εμπρός μας θα παρέρχονται κοπάδια οι μεγάλοι, που καθ' αλλαξοφεγγαριά θ' αναιβοκαταιβάζη.

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Πηγαίνετέ τους!

ΛΗΡ. Οι θεοί εις μιαν θυσίαν τόσην σκορπίζουν με το χέρι των θυμίαμα, παιδί μου! Σε ξαναέχω, κόρη μου; Διά να μας χωρίσουν τον κεραυνόν εξ ουρανού αν ημπορούν ας φέρουν! Ω, στέγνωσε τα 'μάτια σου! — Η λώβα να τους φάγη και κρέατα και κόκκαλα, να τους ψοφήση η πείνα, πριν τρέξουν εξ αιτίας των τα δάκρυά μας!… Έλα!

(Απέρχονται Ο ΛΗΡ και η ΚΟΡΔΗΛΙΑ φρουρούμενοι.)

ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν). Άκουσ' εμένα. Το χαρτί οπού σου δίδω πάρε και φύλαξέ το. Πήγαινε 'ς την φυλακήν μαζί των. Ένα βαθμόν σ' ανύψωσα. Κάμε αυτό που γράφω, κι' ο δρόμος είναι ανοικτός της δόξης και του πλούτου. Μάθ' ότι πρέπει ο καθείς να είναι του καιρού του. Ευαισθησία και σπαθί, δεν συμφωνούν διόλου! Αλλά δεν θέλω δισταγμούς· 'πέ ότι θα το κάμης, ή αν δεν θέλης, ζήτησε την τύχην μ' άλλον τρόπον.

ΑΞΙΩΜ. Το κάμνω.

ΕΔΜ. Πήγαινε λοιπόν, κι' αφού το κάμης, λέγε πως έγινε η τύχη σου. Πλην μην αργοπορήσης! Ακούεις; Κάμε κάθε τι καθώς σου παραγγέλλω.

ΑΞΙΩΜ. Εγώ δεν τρώγω άχυρα ούτε φορώ σαμάρι. Αν είναι πράγμα 'π' άνθρωπος το κάμνει, θα το κάμω!

(Εξέρχεται). (Σάλπιγγες. Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, η ΡΕΓΑΝΗ, αξιωματικοί και υπηρέται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εδμόνδε, την ανδρείαν σου την έδειξες 'ς την μάχην, κ' η τύχη σ' εβοήθησε. Εκείνους οπού ήσαν αντίπαλοί μας σήμερα, τους έχεις αιχμαλώτους. Παράδοσέ τους εις εμέ, κ' εγώ θ' αποφασίσω ό,τι αξίξει δι' αυτούς και ό,τι με συμφέρει.

ΕΔΜ. Έκρινα φρόνιμον τον Ληρ εις φρούριον να στείλω και να του βάλω φύλακας· διότι έχουν μάγια ο τίτλος ο βασιλικός και τα γηράματά του· αυτά τον όχλον ημπορούν να του ελκύσουν, κ' ίσως να στρέψουν εναντίον μας τα όπλα του στρατού μας. Μαζί μ' εκείνον έστειλα, διά τον ίδιον λόγον, την Κορδηλίαν. Αύριον, ή άλλοτε αν θέλης, αποφασίζεις δι' αυτούς. Τώρα καιρός δεν είναι· Μας περιχύνει ο ιδρώς ακόμη και το αίμα· φίλος τον φίλον έχασε· και εις την έξαψίν του κανείς τον ιερώτερον αγώνα καταράται, ενόσω είναι ζωντανή ακόμη η πληγή του. Της Κορδηλίας και του Ληρ πρέπει να γίνη η κρίσις εις τον αρμόδιον καιρόν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Αν είναι μ' άδειάν σου. σε θεωρώ υποτελή και όχι αδελφόν μου.

ΡΕΓ. Τι είν' αυτός, από εμέ και μόνην εξαρτάται! Να ερωτήσης ήρμοζε μου φαίνεται κ' εμένα την θέλησίν μου, πριν ειπής τα λόγια όπου είπες. 'Σ το στράτευμά μου αρχηγόν τον έβαλα να είναι, τον έχω αντιπρόσωπον και τοποτηρητήν μου· να σ' ονομάση αδελφόν δικαίωμά του είναι!

ΓΟΝΕΡ. Μη τρέχης. Τον ανύψωσαν τα προτερήματά του και όχι οι τίτλοι σου.

ΡΕΓ. Εγώ τα δικαιώματά μου 'ς εκείνον τα μετέφερα, και έγινεν ο ίσος και με τους πλέον υψηλούς!

ΓΟΝΕΡ. Αυτά θα ημπορούσες να μας τα λέγης, το πολύ, εάν τον είχες άνδρα.

ΡΕΓ. Φυλάξου, τ' αναγέλασμα μη γίνη προφητεία.

ΓΟΝΕΡ. Σιγά, και αλλοιθώριζε το 'μάτι 'που σου το 'πε.

ΡΕΓ. Καλά δεν είμαι, ει δε μη, ν' αποκριθώ θα είχα, καθώς σου πρέπει! — Στρατηγέ, πάρε τους αιχμαλώτους και την κληρονομίαν μου και τα στρατεύματά μου κ' εμένα, — όλα πάρε τα, — τα πάντα ιδικά σου! Ο κόσμος όλος μάρτυς μου, Εδμόνδε, σε κηρύττω αυθέντην μου και άνδρα μου!

ΓΟΝΕΡ. Να τον χαρής ελπίζεις;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς την Γονερίλην). Η άδεια δεν κρέμαται από την θέλησίν σου.

ΕΔΜ. Ούτ' από 'σένα κρέμεται.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ναι, νόθε, απ' εμένα!

ΡΕΓ. (προς τον Εδμόνδον). Να τυμπανίσουν πρόσταξε και διαλάλησέ το, ότι είσαι άνδρας μου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Σιγά! Έχω κ' εγώ τον λόγον! Εδμόνδε, είσαι ένοχος εσχάτης προδοσίας! Σε συλλαμβάνω, — με αυτό το χρυσωμένο φίδι!

(Δεικνύων την Γονερίλην).

Παραίτησε τα σχέδια του γάμου σου, Ρεγάνη. Προς χάριν της συζύγου μου εγώ τον εμποδίζω. Τον λόγον της τον έδωκε κρυφά εις τον Εδμόνδον. Δεν συγχωρώ, ο άνδρας της εγώ, να της τον πάρης. Αν θέλης άνδρα και καλά, εμένα ερωτεύσου. Αυτός αρραβωνίσθηκε με την αρχόντισσάν μου!

ΓΟΝΕΡ. Τι κωμωδία είν' αυτή;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Φορείς σπαθί, Εδμόνδε. Ας ακουσθούν αι σάλπιγγες, και αν κανένας άλλος δεν έλθη με τα όπλα του εδώ να σ' αποδείξη ψεύτην, προδότην βδελυρόν, χίλιαις φοραίς προδότην, ιδού, εγώ σε προκαλώ.

(Τω ρίπτει το χειρόκτιόν του).

Κι' ούτε ψωμί θα φάγω εάν μ' αυτό μου το σπαθί 'ς το στήθος σου επάνω δεν σ' αποδείξω άξιον των όσων σου προσάπτω!

ΡΕΓ. Πονώ, πονώ! Είμ' άρρωστη!

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν). Αν άρρωστη δεν είσαι, δεν θα πιστεύσω 'ς το εξής ποτέ μου εις φαρμάκι.

ΕΔΜ. Απόκρισίς μου είν' αυτό!

(Ρίπτει κατά γης το χειρώκτιόν του).

Όποιος κι' αν είν' εκείνος, οπού προδότην με καλεί, ψεύτης αχρείος είναι! Την σάλπιγγα σημάνατε! Αντίκρυ μου ας έλθη, και εις εκείνον, κ' εις εσέ, κ' εις όποιον και αν είναι, θα δείξω με τα όπλα μου, την πίστιν, την τιμήν μου!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πού είν' ο κήρυξ;

ΕΔΜ. Κράξετε τον κήρυκα! Ας έλθη!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εις άλλο τι μη στηριχθής παρά εις το σπαθί σου. Τους στρατιώτας σου εγώ τους είχα συναθροίσει κ' εγώ σου τους απέλυσα!

ΡΕΓ. Ω! δεν αντέχω πλέον

(Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (δεικνύων την Ρεγάνην). Είν' άρρωστη. Πηγαίνετε μαζί της 'ς την σκηνήν μου.

(Εξέρχεται η ΡΕΓΑΝΗ στηριζομένη επί αξιωματικών). (Προς τον κήρυκα).

Την σάλπιγγά σου σήμανε, κ' ανάγνωσέ το τούτο.

(Τω εγχειρίζει έγγραφον).

ΑΞΙΩΜ. Σαλπίσατε!

(Ηχεί η σάλπιγξ).

ΚΗΡΥΞ (αναγινώσκει). «Εάν ευρίσκεται εις τας τάξεις του στρατού άνθρωπος με αξίωμα και από γένος, να υποστηρίξη, ότι ο Εδμόνδος, ο λεγόμενος Κόμης του Γλόστερ, είναι προδότης, ας παρουσιασθή εις τον τρίτον ήχον της σάλπιγγος. Ο Εδμόνδος είναι έτοιμος να τον αντικρύση».

ΕΔΜ. Σάλπισε!

(Πρώτον σάλπισμα).

ΚΗΡΥΞ Και πάλιν!

(Δεύτερον σάλπισμα).

ΚΗΡΥΞ Και πάλιν!

(Τρίτον σάλπισμα). (Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ φέρων πανοπλίαν. Προηγείται σαλπιγκτής).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς τον κήρυκα). Ερώτησέ τον τι ζητεί; 'ς της σάλπιγγος τον ήχον τι έρχεται;

ΚΗΡΥΞ Ποιος είσαι συ; Το γένος; Τ' όνομά σου! Και διατί ν' αποκριθής 'ς την σάλπιγγα; Τι θέλεις;

ΕΔΓΑΡ Το όνομά μου τόχασα. Μου τόφαγε το δόντι της προδοσίας, σύρριζα. Αλλ' είμαι από γένος, όσον και ο αντίπαλος που ήλθα ν' αντικρύσω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος είναι ο αντίπαλος;

ΕΔΓΑΡ Τον Γλόστερ, τον Εδμόνδον, ποιος τον υπερασπίζεται;

ΕΔΜ. Ο ίδιος! Τι τον θέλεις;

ΕΔΓΑΡ Ξεσπάθωσε! Αν άνθρωπον αθώον αδικήσω με όσα έχω να ειπώ, την αθωότητά σου με το σπαθί σου δείξε την! — Ιδού το ιδικόν μου. Μ' αυτό υπερασπίζομαι τους όρκους, την τιμήν μου, και την κατηγορίαν μου μ' αυτό υποστηρίζω! Ας είσαι νέος, δυνατός, ας έχης μεγαλεία, ας είν' η τύχη σου νωπή κ' η νίκη 'ς το σπαθί σου, ας έχης στήθος και καρδιάν, — ένας προδότης είσαι! Προδότης 'ς τον πατέρα σου και εις τον αδελφόν σου κ' εις τους θεούς! Και εις αυτόν τον ένδοξον τον δούκα! Από την πλέον υψηλήν της κεφαλής σου άκρην, έως την σκόνην που πατείς, αισχρός προδότης είσαι! Ειπέ μου όχι, κ' έτοιμον το χέρι μου προσμένει μ' αυτό εδώ μου το σπαθί να σ' αποδείξη ψεύτην!

ΕΔΜ. Θα ήτο πλέον τακτικόν να 'ξεύρω τόνομά σου. Αλλ' είσαι, υπερήφανος και φαίνεσαι ανδρείος και μαρτυρούν ευγένειαν οι τρόποι σου κ' η γλώσσα Δεν καταδέχομαι λοιπόν αναβολήν να φέρω, κι' ας έχω το δικαίωμα την τάξιν ν' απαιτήσω (54). 'Σ το πρόσωπόν σου την πετώ την λέξιν προδοσία, και να στραφή 'ς το στήθος σου τ' αναίσχυντόν σου ψεύδος! Τα λόγια σου επάνω μου γλιστρούν και δεν μ' εγγίζουν. Αλλ' όμως και τα λόγια σου, μαζί κ' εσένα, τώρα μ' αυτό εδώ μου το σπαθί ς' τον δρόμον θα σας στείλω όπου δεν έχει γυρισμόν! Η σάλπιγξ ας λαλήση!

(Σάλπιγγες. Μάχονται. Πίπτει ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ελέησέ τον! Άφες τον!

ΓΟΝΕΡ. Σ' επρόδωσαν, Εδμόνδε. Δεν είχες χρέος μ' άγνωστον εχθρόν να πολεμήσης. Σ' εγέλασαν, σ' επρόδωσαν! Δεν είσαι νικημένος!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κλείσε το στόμα σου εσύ, να μη σ' αποστομώσω μ' αυτό το γράμμα. — Διάβασε τα κακουργήματά σου, εσύ, που ό,τι κι' αν σου 'πώ ολίγον θα σου είναι!

(Η ΓΟΝΕΡΙΛΗ πειράται ν αρπάση την επιστολήν εκ των χειρών του συζύγου αυτής).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν θα το σχίσης! — Φαίνεται 'ξεύρεις τι περιέχει.

ΓΟΝΕΡ. Και αν το 'ξεύρω, τι μ' αυτό; 'δικός μου είν' ο Νόμος, όχι 'δικός σου! Ποιος τολμά να μ' εγκαλέση;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Φρίκη! 'Ξεύρεις το γράψιμον αυτό;

ΓΟΝΕΡ. Μη μ' ερωτάς τι 'ξεύρω.

(Εξέρχεται).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πηγαίνετε κατόπιν της, και είν' απελπισμένη. Προσέχετέ την!

(Εξέρχονται αξιωματικοί τίνες).

ΕΔΜ. Όλ' αυτά τα έκαμα, που είπες, τ' άλλα πολλά που ο καιρός θα ξεσκεπάση μόνος, πολλά, πολλά! Επέρασαν, κ' εγώ περνώ μαζί των. Πλην συ, οπού μ' ενίκησες, ειπέ μου ποίος είσαι; Αν ευγενής, σε συγχωρώ.

ΕΔΓΑΡ Ο ένας μας τον άλλον ας συγχωρήση! Από σε κατώτερος δεν είμαι. Αν είμαι δε καλλίτερος, αυξάνει τ' άδικόν σου. Υιός του πατρός σου είμ' εγώ, και τώνομά μου Έδγαρ. Δίκαια κρίνουν οι θεοί! Αυτοί την ανομίαν την κάμνουν εργαλειόν των τον πταίστην να παιδεύσουν. 'Σ το σκότος ο πατέρας μου σ' εγέννησεν ανόμως, και έχασ' εξ αιτίας σου το φως!

ΕΔΜ. Αλήθεια λέγεις! Έγιν' ο κύκλος του τροχού ολόκληρος, — κ' ιδού με!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. (προς τον Έδγαρ). Μ' εφάνη η παρουσία σου ωσάν να προφητεύη ευγένειαν βασιλικήν! Να σ' αγκαλιάσω έλα! — Να μου ραγίση την καρδιάν η λύπη, αν ποτέ μου ή του πατρός σου ο εχθρός ή ο δικός σου ήμουν! —

ΕΔΓΑΡ Το 'ξεύρω, ω αυθέντα μου.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Που είχες καταφύγει; Ποιος σ' έκρυψε; Πώς έμαθες τα πάθη του πατρός σου;

ΕΔΓΑΡ Τα είδα με τα 'μάτια μου, — συνέπασχα μαζί του! 'Σ ολίγα λόγια να σου 'πω, αυθέντα, τα δεινά μου και την καρδιάν μου ύστερα ας την ραγίση η λύπη! Η φοβερά προκήρυξις μ' ηνάγκασε να φύγω με την ελπίδα να σωθώ…! ( Ω! της ζωής η γλύκα! Μας είναι προτιμότερον κάθε στιγμήν και ώραν να μας σκοτώνη ζωντανούς ο πόνος του θανάτου, παρά το τέλος της ζωής διά μιας να έλθη!) Τρελλός ζητιάνος έγινα, εφόρεσα κουρέλια, κατήντησα και των σκυλιών περίγελως να γίνω! Και τότε, τον πατέρα μου απήντησα 'ς τους δρόμους μ' αιματωμένα των 'ματιών τα δύο δακτυλίδια και δίχως τα διαμάντια των. Μ' επήρε οδηγόν του, 'ψωμοζητούσα δι' αυτόν, του έδειχνα τον δρόμον, απ' την απελπισίαν του τον έσωσα — αλλ' όμως δεν εφανέρωσα ποτέ (τι λάθος!) ποίος είμαι, ως τώρα που ωπλίσθηκα να έλθω 'ς τον αγώνα, αν όχι με πεποίθησιν, μ' ελπίδα να νικήσω. Εζήτησα να μ' ευχηθή, κι' απ' την αρχήν 'ς το τέλος τα όσα εδοκίμασα κ' υπέφερα του είπα. Αλλ' η σχισμένη του καρδιά 'ς τον κλονισμόν τον τόσον ν' ανθέξη δεν ημπόρεσε. Την δύναμιν δεν είχε ν' αντισταθή 'ς την σύγκρουσιν τόσης χαράς και λύπης, και μ' ένα χαμογέλασμα εβγήκε η ψυχή του.

ΕΔΜ. Τα λόγια σου με συγκινούν, κ' ίσως καρποφορήσουν. Εξακολούθει. Φαίνεσαι κι' άλλα να 'πής πώς έχεις.

ΔΟΥΞ. ΑΛΒ. Και άλλα πλέον θλιβερά αν έχης, μη τα λέγεις. Τα όσα είπες μ' έκαμαν να λυώσω απ' την λύπην.

ΕΔΓΑΡ Αυτά τω όντι φαίνονται ο κολοφών της λύπης εις όποιον πράγματα πικρά δεν αγαπά ν' ακούη. Αλλ' έχω κι' άλλα να ειπώ διότι κι' άλλη πίκρα ήλθε ν' αυξήση το κακόν και να το κορυφώση. Ενώ 'θρηνούσα κ' έκλαια, εμβαίνει μέσα ένας, που άθλιον μ' εγνώρισε και καταφρονημένον κι' ως τότε με απέφευγε με φρίκην. Όταν είδε ποιος είμαι, και τι βάσανα υπέφερα και λύπαις, 'ς την αγκαλιάν μου χύνεται και ταις φωναίς αρχίζει, ωσάν να θέλη με φωναίς τους ουρανούς ν' ανοίξη, και πέφτει 'ς τον πατέρα μου επάνω, και μου λέγει τα όσα εδοκίμασεν ο Ληρ, κι' αυτός μαζί του, οπού δεν ήκουσεν αυτί ακόμη τέτοια πάθη! Και όσον μου τα έλεγε τον έσφιγγε η λύπη και της ζωής του αι χορδαίς επήγαιναν να σπάσουν. Αλλά η σάλπιγξ δυο φοραίς εσήμανε, και τότε έφυγα και τον άφησα ωσάν νεκρόν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος ήτο;

ΕΔΓΑΡ Ήτον ο Κεντ, ο δυστυχής εξόριστος, αυθέντα! Αγνώριστος τα βήματα του Ληρ ακολουθούσε και τον εδούλευε πιστά χειρότερ' από σκλάβος!

(Εισέρχεται δρομαίος ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, κρατών μάχαιραν αιματωμένην).

ΑΞΙΩΜ. Βοήθεια! Βοήθεια!

ΕΔΓΑΡ Τι θέλεις;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι συνέβη;

ΕΔΓΑΡ Τι είν' η μάχαιρα αυτή η αιματοβαμμένη;

ΑΞΙΩΜ. Αχνίζει! Είν' ολόζεστη! Απ' την καρδιά της 'βγήκε! Απέθανε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ποιος πέθανε, ω άνθρωπε! Ομίλει!

ΑΞΙΩΜ. Απέθαν' η γυναίκα σου, αφού την αδελφήν της την εφαρμάκευσε! Αυτή μόνη της μου το είπε.

ΕΔΜ. Και εις τας δύο των εγώ υποσχεμένος ήμουν. Και των τριών μας γίνονται διά μιας οι γάμοι!

ΕΔΓΑΡ Ιδού ο Κεντ!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ή ζωντανά ή και αποθαμένα, τα σώματά των και των δυο εμπρός μας φέρετέ τα. Η τιμωρία των θεών αυτή εμπνέει φρίκην, αλλ' όχι έλεος!

(Εισέρχεται ο ΚΕΝΤ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω Κεντ! Συ είσαι; — Καθώς πρέπει αυτός δεν είναι ο καιρός να σε φιλοφρονήσω.

ΚΕΝΤ Έρχομ' εδώ να ευχηθώ και να καλονυκτίσω τον Ληρ, τον βασιλέα μου, διά παντός! — Πού είναι;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω! τούτο πώς μας έφυγεν από τον νουν! — [Εδμόνδε, λέγε, πού είν' ο βασιλεύς; πού είν' η Κορδηλία;

(Φέρονται επί της σκηνής τα πτώματα της ΡΕΓΑΝΗΣ και της ΓΟΝΕΡΙΛΗΣ)

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Βλέπεις το θέαμα αυτό, ω Κεντ!

ΚΕΝΤ Ω! πώς συνέβη;

ΕΔΜ. Και όμως αγαπήθηκε 'ς τον κόσμον ο Εδμόνδος! Η μία εφαρμάκευσε την άλλην δι' εμένα, και μόνη της σκοτώθηκε κατόπιν.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Είν' αλήθεια! Τα πρόσωπά των κρύψετε.

ΕΔΜ. Ψυχομαχώ… θα κάμω κ' ένα καλόν, 'ς της φύσεως το πείσμα της κακής μου. 'Σ το φρούριον πηγαίνετε, αμέσως, μην αργείτε! Έχω δοσμένην προσταγήν τον Ληρ, την Κορδηλίαν να τους φονεύσουν! Τρέξετε! Ευθύς! Προφθάσετέ τους.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τρέξετ' ευθύς! Ω! Τρέξετε!

ΕΔΓΑΡ Ποιος είν' ο δεσμοφύλαξ; Σημάδι ότι αναιρείς την προσταγήν σου δος μου!

ΕΔΜ. Να το σπαθί μου, πάρε το και δος το.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τρέξε, τρέξε!

(Εξέρχεται δρομαίος ο ΕΔΓΑΡ).

ΕΔΜ. Της γυναικός σου προσταγήν και ιδικήν μουν έχουν να πνίξουν μέσ' 'ς την φυλακήν εκεί την Κορδηλίαν, και να κηρύξουν έπειτα πως μόνη της επνίγη εις την απελπισίαν της.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Θεοί, φυλάξετέ την! Σηκώσετέ τον απ' εδώ.

(Σύρεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ υπό στρατιωτών έξω της σκηνής). (Εισέρχεται ο ΛΗΡ, φέρων εις τας αγκάλας του νεκράν την ΚΟΡΔΗΛΙΑΝ. Έπονται ο ΕΔΓΑΡ και έτεροι).

ΛΗΡ Βογκάτε! Ω! Βογκάτε! βογκάτε! Είσθε όλοι σας πλασμένοι από πέτραις! Ας είχα 'γώ τα 'μάτια σας, ας είχα την φωνήν σας, κ' ερράγιζα τους ουρανούς! — Ω! Είν' αποθαμένη! 'Ξεύρω ποιος είναι ζωντανός, και ποιος αποθαμένος. Νεκρά 'σάν χώμα είν' αυτή! — Καθρέπτην φέρετέ μου. Εάν θολώση το υαλί απ' την αναπνοήν της, τότε σημαίνει ότι ζη! (55)

ΚΕΝΤ Αυτό εδώ μην είναι του κόσμου η συντέλεια;

ΕΔΓΑΡ Ή φοβερά εικών της;

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Πέσε καλλίτερα 'ς την γην, ω Ληρ, και αναπαύσου! (56)

ΛΗΡ Ιδού, σαλεύει το πτερό! Σαλεύει! Ζη ακόμη!… Ω! Αν εζούσ' αληθινά,… θα ήτον ευτυχία που όσαις κι' αν υπέφερα πίκραις ταις ξεπληρώνει.

ΚΕΝΤ (γονατίζων παρ' αυτώ). Αυθέντα μου αγαπητέ.

ΛΗΡ Παρακαλώ να φύγης!

ΕΔΓΑΡ Είναι ο φίλος σου, ο Κεντ.

ΛΗΡ Κατάρα να σας εύρη Προδόται είσθε όλοι σας! Είσθ' όλοι δολοφόνοι! Ίσως μου ήτο δυνατόν να την γλυτώσω! Τώρα, την έχασα διά παντός! Ω Κορδηλία, στάσου, μη φεύγεις, Κορδηλία μου, ακόμη… Α! Τι λέγεις… Ήτον γλυκειά, ήτον σεμνή και ήσυχη η φωνή της, και είναι τούτο στολισμός μεγάλος 'ς την γυναίκα!… Εκείνον οπού σ' έπνιξε του πήρα την ζωήν του!

ΑΞΙΩΜ. Αλήθεια. Τον εφόνευσε;

ΛΗΡ Δεν είν' αλήθεια; Πε το! Ήτον καιρός που έφθανε το κοπτερόν σπαθί μου να κάμη όλους να πηδούν! Πλην τώρα είμαι γέρος, κι' αυτά εδώ τα βάσανα μ' αφάνισαν…

(Προς τον Κεντ).

Ποιος είσαι; Τα 'μάτια μου εχάλασαν. — Τώρα σου λέγω — τώρα…

ΚΕΝΤ Αν ημπορή να καυχηθή η Τύχη διά δύο 'π' αγάπησε κ' εμίσησεν εις άκρον, να ο ένας!

ΛΗΡ Είναι τα 'μάτια μου θολά. Ο Κεντ εσύ δεν είσαι;

ΚΕΝΤ Ο Κεντ, αυθέντα μου, ο Κεντ, ο δούλος ο πιστός σου. Κι' ο δούλος σου ο Κάιος πού είναι; (57)

ΛΗΡ Ω! Εκείνος, ήτο καλός! Αυτό 'μπορώ να το ειπώ, αλήθεια! Είχε το χέρι του βαρύ και γρήγορα 'κτυπούσε. Απέθανε κ' εσάπισε.

ΚΕΝΤ Εγώ, αυθέντα, ήμουν. Εγώ…

ΛΗΡ Αυτό θα το ιδώ αμέσως.

ΚΕΝΤ Εγώ είμαι, που τ' άτυχά σου ρήματα παντού ακολουθούσα, αφού σε κατεπλάκωσε η συμφορά κ' η πίκρα.

ΛΗΡ Καλώς μας ώρισες λοιπόν.

ΚΕΝΤ Όχι καλώς, διότι εδώ είν' όλα θλιβερά και σκοτεινά και μαύρα. Αι δύο άλλαις κόραις σου επρόλαβαν την Μοίραν, κι' απέθαναν ελεεινά.

ΛΗΡ Αυτό κ' εγώ νομίζω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν 'ξεύρει τι του γίνεται. Εις μάτην του μιλούμεν.

ΕΔΓΑΡ Εις μάτην! Ναι!

(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ).

ΑΞΙΩΜ. Απέθανε, αυθέντα, ο Εδμόνδος.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι τούτο ως προς τα εδώ! — Ω άρχοντές μου [φίλοι, ιδού ποιος είναι ο σκοπός και η απόφασίς μου! Ό,τι μου είναι δυνατόν διά ν' ανακουφίσω αυτό μας το ερείπιον το μέγα, θα το κάμω. Ενόσω ζη, 'ς τα χέρια του και πάλιν επιστρέφω την εξουσίαν, — και εις σας τα δικαιώματά σας με πρόσθετα προνόμια. Αλλ' ό,τι και αν κάμω, θα είναι ολιγώτερον απ' ό,τι σας αξίζει, θ' ανταμειφθούν οι φίλοι μας και οι εχθροί μας όλοι θα λάβουν τα επίχειρα των έργων των… Ιδέτε, ιδέτε!

ΛΗΡ Μου τον έπνιξαν και τον πτωχόν τρελλόν μου…(58) Όχι· δεν είναι ζωντανή! — Ω! Πώς ζωήν να έχη το άλογον, ο ποντικός, και όμως να μην έχης αναπνοήν εσύ; Εσύ οπίσω δεν θα έλθης ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ… 'Ξεκούμπωσέ με, (59) παρακαλώ… Ευχαριστώ… Αυτό εδώ το βλέπεις; Ιδέ! Τα χείλη της ιδέ… Κύτταξ' εδώ… Ιδέ την…

(Αποθνήσκει).

ΕΔΓΑΡ Λιγοθυμά! Αυθέντα μου! Αυθέντα!

ΚΕΝΤ Ω καρδιά μου, σχίσου, καρδιά μου, ράγισε!

ΕΔΓΑΡ Ω! Άνοιξε τα 'μάτια, αυθέντα!

ΚΕΝΤ Μη τον τυραννείς! Ας ησυχάση πλέον! Πρέπει κανείς να τον μισή διά να προσπαθήση να τον τεντώση 'ς τον σκληρόν τον φάλαγγα του βίου ακόμη περισσότερον!

ΕΔΓΑΡ Απέθανε τω όντι!

ΚΕΝΤ Το θαύμα είναι ως εδώ, κ' εις τόσα, πώς ν' ανθέξη! Παρέζησεν. Ο Θάνατος τον είχε λησμονήσει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Σηκώσετε τα πτώματα. — Καιρός των θρήνων [τώρα! 'Σ το μεταξύ εσείς οι δυο, ω της ψυχής μου φίλοι, το κράτος κυβερνήσετε το αιματοβαμμένον.

ΚΕΝΤ Να ταξειδεύσω χρεωστώ αγύριστον ταξείδι. Με κράζει ο αυθέντης μου. Να υπακούσω πρέπει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Το βάρος ας σηκώσωμεν της λύπης κι' ας ειπούμεν τα όσα αισθανόμεθα, αν όχι όσα πρέπει. Οι γέροντες μας… τα πολλά τα έπαθαν εκείνοι. Δεν θα περάσωμεν ποτέ ημείς οι νέοι τόσα και ούτε τόσον μακρινή θα είναι η ζωή μας (60).

(Εξέρχονται πάντες, παιανιζούσης της μουσικής νεκρώσιμον ήχον).

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Βασιλεύς Ληρ, η κατ' εξοχήν αύτη τραγωδία, ως την αποκαλεί ο Γερβίνος, εγράφη κατά το 1606 ή 1605 μ. Χ. κατά τινας. Ελήφθη δε η υπόθεσις αυτής εκ των μύθων, οίτινες κατ' εκείνο τον καιρό επιστεύοντο ως η αληθής της αρχαίας Βρεταννίας ιστορία. Ο Άγγλος χρονογράφος Geoffrey of Monmouth, όστις πρώτος αναφέρει τον μύθον του βασιλέως Ληρ και των θυγατέρων αυτού, ορίζει το οκτακοσιοστόν προ Χριστού έτος ως εποχήν, καθ' ην ούτος απέθανε. Και προ της τραγωδίας δε ταύτης του Σαισκπείρου, παρεστάθη επί της Αγγλικής σκηνής τω 1594 δράμα τι, υπό ετέρου δραματουργού ποιηθέν και την αυτήν πραγματευόμενον υπόθεσιν. Επί των πηγών τούτων στηριζόμενος έγραψεν ο ποιητής το δραματικόν τούτο αριστούργημα, το παθητικώτερον των δραμάτων αυτού.

Η εξελλήνισις του ονόματος του πολυπαθούς βασιλέως ίσως δεν επιδοκιμασθή παρά τινων των αναγνωστών μου. Αλλά διά του ακλίτου τούτου μονοσυλλάβου, Ληρ, διατηρείται η προφορά του αγγλικού ονόματος Lear, ακριβέστερον ή αν έγραφον Λέαρ. Ίσως ήθελόν τινες θεωρήσει ως ορθοτέραν την γραφήν Λειρ, καθόσον μάλιστα και ο προγενέστερος του Σαικσπείρου δραματουργός έγραφε διά του ei το όνομα, King Lear. Αλλ' είθε η καιριωτέρα της μεταφράσεώς μου έλλειψις να είναι η σόλοικος του Ληρ γραφή.

2. Παραπέμπω τους θέλοντας εκ των αναγνωστών μου να παραβάλωσι την μετάφρασιν προς το κείμενον εις την υπ' αριθμόν 4 σημείωσιν της τραγωδίας «ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ».

3. Ο Κεντ και ο Γλόστερ, ως υποδεικνύεται εκ του διαλόγου αυτών, ήσαν ήδη εν γνώσει της περί διανομής του κράτους αποφάσεως του βασιλέως, αλλ' ηγνόουν ότι οι μυστικοί αυτού σκοποί ήσαν να κανονίση την διανομήν αναλόγως των προς αυτόν αισθημάτων των τριών θυγατέρων του.

4. Οι χρονογράφοι του μεσαιώνος ωνόμαζον την Σκωτίαν Αλβανίαν, Albania, Albany. Μολονότι το τοιούτον ενδέχεται να επιφέρη σύγχυσίν τινα ιδεών εις τον Έλληνα αναγνώστην, ενόμισα ορθόν να μένη ανέπαφος ο τίτλος του γαμβρού του Ληρ.

5. Αι επικλήσεις αύται και οι όρκοι του Κεντ μαρτυρούσιν ευθύς εξ υπαρχής, ότι τα του Ληρ διαδραματίζονται εν εποχή ειδωλολατρείας, προ της εγκαθιδρύσεως του Χριστιανισμού εν τη Μεγάλη Βρεττανία. «Ούτω, λέγει ο Γερβίνος, και οι αρχαίοι ποιηταί ανεζήτουν συννήθως την υπόθεσιν των τραγωδιών αυτών εν τη προ του εκπολιτισμού εποχή, εν τοις προ των τρωικών μύθοις. Τα φρικώδη συμβεβηκότα της γενεάς του Λαΐου ή της του Ταντάλου ήσαν αι πηγαί, αι αφθονωτέραν δίδουσαι τροφήν εις την αρχαίαν τραγωδίαν. Μεταφερόμενοι εις απομεμακρυσμένας τοιαύτας εποχάς, βλέπομεν μεθ' ηδονής παριστάμενα ενώπιον ημών τα ηρωικά εκείνα γεγονότα, τα παθήματα των αδαμάστων εκείνων ανδρών, των Τιτάνων εκείνων και ημιθέων. Η δ' υπερβολή της σκληρότητας γίνεται ήττον επαισθητή εις ημάς, αναλογιζομένους λεληθότως πως, ότι οι άνθρωποι είχον τότε και δυνάμεις μεγαλειτέρας, όπως υποφέρωσι καρτερικώτερον τα δεινά και τα παθήματα εκείνα. Αλλ' ουδ' επηρεαζόμεθα υπό της ιδέας, ότι άνθρωποι τοιούτοι δεν ήτο δυνατόν να υπάρξωσι, καθ'ό πάντη δήθεν διάφοροι της γνωστής και συνήθους ημίν φύσεως του ανθρώπου. Διότι εξ αυθεντικών πηγών γνωρίζομεν ότι κατά τους Μεροβιγγινούς, φέρ' ειπείν, χρόνους ή τους Βουργουνδικούς υπήρξαν αληθώς άνθρωποι τοιούτοι, ότι γεγονότα φρικώδη, όσον και τα της οικογενείας του Ληρ, διεδραματίζοντο επί αιώνας εν τω μέσω χριστιανικών φυλών ώστε δεν ήσαν εξ ανάγκης μυθώδη και πλαστά και τα εν τη αρχαία τραγωδία εγκλήματα των Τανταλιδών. Εις τοιαύτας εποχάς μεταφέρει ημάς ο Σαικσπείρος διά της τραγικωτέρας ταύτης των τραγωδιών αυτού, ουδαμού δ' ίσως ανέδειξε πλειότερον το έμφυτον μεγαλείον και το διορατικόν της διανοίας αυτού ή εις ταύτην την ευφυεστέραν και τολμηροτέραν των ποιητικών αυτού επινοήσεων… Ο θεατής οφείλει ευθύς και εξ υπαρχής να εννοήση ότι εις τοιαύτην εποχήν μεταφερόμεθα. Ο Tieck εθεώρει ως ουδαμώς ουσιώδες το ζήτημα της ενδυμασίας των ηθοποιών κατά την παράστασιν της τραγωδίας ταύτης. Αλλά βεβαίως ως προς τούτο έσφαλεν. Αν θέσωμεν τον Ληρ επί της σκηνής εν τω μέσω μεσαιωνικών οικοδομών και πλουσίων επίπλων και των χαριέντων ενδυμάτων της ιπποτικής Ισπανίας, καταστρέφομεν διά μιας το πιθανόν του δράματος. Απ' εναντίας, εάν έχωμεν στενόχωρα δωμάτια αρχαϊκού αρχιτεκτονικής ρυθμού, και χώραν αγρίαν και άδενδρον, και ενδύματα φέροντα σύμμικτόν τινα τύπον Γοτθικής απλότητσς και βαρβαρικής πολυτελείας, προετοιμαζόμενα διά των τοιούτων εντυπώσεων, όπως εννοήσωμεν καλλίτερον τον χαρακτήρα και την φύσιν των διαδραματιζομένων προσώπων» (Gervinus, Shakespeare Commentaries.

Περί του εν τη προκειμένη τραγωδία υφισταμένου ιστορικού στοιχείου παραθέτω το εξής χωρίον εξ αξιολόγου διατριβής, δημοσιευθείσης υπό του «J. W. Hales εν τω αγγλικώ περιοδικώ Fortnightly Review κατά Ιανουάριον του 1875 έτους.

«Μη λησμονώμεν ότι οι σύγχρονοι του Σαικσπείρου επίστευον ότι ο βασιλεύς Ληρ υπήρξεν αληθώς. Καθ' εκάστην εποχήν επικρατούσι παραδόσεις τινές, αναξιόπιστοι μεν, αλλά θεωρούμεναι ως αληθείς, μέχρις ου η διάδοσις των γνώσεων υποσκάψη και διαλύση αυτάς. Αλλ' οφείλει πάντως να λαμβάνη ταύτας υπ' όψιν ο της ιστορίας σπουδαστής. Τοιουτοτρόπως κατ' εκείνην την εποχήν ουδαμώς ημφεσβητείτο η ύπαρξις του Ληρ, αλλά κατείχεν ούτος θέσιν εν τη σειρά των βασιλέων, οίτινες ιστορούντο ως άρξαντες εν τη Βρεττανία. Την δε θέσιν ταύτην εισέτι κατέχει εις τας δημώδεις ιστορίας, τας οποίας αναγινώσκουσιν οι κάτοικοι της Ουαλλίας (Wales)… Αλλά, εκτός τούτου, δεν ελησμόνησεν ο Σαικσπείρος και εις οποίαν ο Ληρ ανήκε φυλήν. Επρόσεχε δε ιδιαζόντως περί την απεικόνισιν των εθνικών χαρακτηριστικών των εν τοις δράμασιν αυτού προσώπων, και τούτο καταφαίνεται εις πολλά των δραμάτων αυτού, κατ' εξοχήν δε εις τον «Έμπορον της Βενετίας» (Merchant of Venice), ένθα δι' ανεξιτήλου γραφίδος χαρακτηρίζει τον Ιουδαίον, εις τον Ρωμαίον και την Ιουλιέταν, ένθα ζωγραφίζει το ζωηρόν και ευερέθιστον της ιταλικής ιδιοσυγκρασίας, και εις τον Οθέλλον, ένθα το κοχλάζον της Αφρικής αίμα θερμαίνει του ήρωος αυτού τας φλέβας. Ούτω και εν τω Βασιλεί Ληρ απεικονίζεται ζωηρώς της κελτικής φυλής η φύσις. Την δε φυλήν εκείνην εμελέτησεν ουχί διά των βιβλίων, αλλ' εξ ιδίας αντιλήψεως…. ιδών και εξετάσας ουχί έντυπα, αλλά τα ζώντα και δρώντα μνημεία, άτινα εξεπροσώπουν τον φυλετικόν του Κέλτου χαρακτήρα εν τη συγχρόνω τότε Μεγάλη Βρεττανία. Κατά τον 16ον αιώνα ήτο, ως και σήμερον, γνωστόν ότι οι κάτοικοι της Ουαλλίας (Welhmen) ήσαν οι απ' ευθείας των αρχαίων Βρεττανών έκγονοι… Εν δε τω Βασιλεί Ληρ ευρισκόμεθα εν τω μέσω της φυλής εκείνης, φυλής εξόχως ευερεθίστου». Προβαίνει δε ο συγγραφεύς εις λεπτομερή φυσιολογικήν και ψυχολογικήν μελέτην εκάστου των του δράματος κυρίων προσώπων.

6. Kill thy physician and the fee bestow upon the foul disease.

Φόνευσε τον ιατρόν σου, τα δε χρήματα, άτινα εχρεώστεις να δώσης εις εκείνον, εξόδευέ τα υποθάλπων την βρωμεράν σου ασθένειαν. Αντί να κάμνης χρήσιν του πλούτου σου, έχων πλησίον σου επί πληρωμή τον ιατρόν, όστις ηδύνατο να σε θεραπεύση, σπατάλησε αυτόν εις τρόπον, ώστε να κορύφωσης το νόσημά σου.

7. Our potency made good, take thy reward.

Τας πρώτας τέσσαρας λέξεις του στίχου τούτου τινές μεν των σχολιαστών εξηγούσιν ως εξής: «Προς διεκδίκησιν της »δυνάμεώς μου». Έτεροι δε ούτως: Εκείνοι, εις τους οποίους »παρεχώρησα την δύναμιν και την εξουσίαν μου, μοι παραχωρούσιν εις την παρούσαν περίστασιν το δικαίωμα να κάμω εκ νέου χρήσιν αυτών. Ιδού λοιπόν η ανταμοιβή, την οποίαν σοι δίδω». — Έστω και τούτο μικρόν δείγμα των δυσκολιών, τας οποίας ο μεταφραστής ευρίσκει, ουχί μόνον εν τω κειμένω, αλλ' έστιν ότε και εν τοις σχολίοις αυτοίς.

8. «Ο Σαικσπείρος εύρε την σκηνήν ταύτην εν τω χρονογράφω, όθεν ηρύσθη την του δράματος υπόθεσιν, διετήρησε δ' αυτήν άνευ επεξηγήσεων. Αλλ' εάν επεξήγησίς τις απαιτήται, ευρίσκεται ευκόλως αύτη εν τω κειμένω του ποιήματος. Η εξέτασις, εις ην ο γέρων βασιλεύς υποβάλλει τας θυγατέρας αυτού, είναι ιδιοτροπία εκ των συνήθων εις τους μαθόντας να κυβερνώσι δεσποτικώς τας οικογενείας αυτών και να υπακούωνται πάντοτε. Αλλά δεν επιδέχονται επεξήγησιν ή αιτιολόγησιν αι ιδιοτροπίαι. Αύται προέρχονται εκ ψυχικής τινος διαθέσεως συνήθους εις τους εξασκούντας απόλυτον κυριαρχίαν, είτε βασιλείς είναι ούτοι υπό κολάκων περικυκλούμενοι είτε γυναίκες ωραίαι υπό θαυμαστών λατρευόμεναι. Και η σιωπή αυτή της Κορδηλίας δεν φαίνεται τοσούτον απορίας αξία, άμα εκληφθή ως απόρροια του χαρακτήρος αυτής, ως τεκμήριον κρυφίας τινός και περιεσταλμένης ευαισθησίας, ταυτοχρόνως δε και ως ένδειξις της φυσικής αυτής αξιοπρεπείας, ήτις δεν ανέχεται το ψεύδος και την κολακείαν. Υπό τοιαύτην θεωρουμένη έποψιν η πρώτη αύτη του δράματος σκηνή, ήτις κατά πρώτον φαίνεται ίσως απίθανος, αναδεικνύεται πιθανή και ευπαράδεκτος. Άλλως η τοιαύτη της υποθέσεως εισαγωγή είναι αναγκαία, η δε πρώτη αύτη σκηνή περιέχει εν σπέρματι την όλην της τραγωδίας υπόθεσιν. Τω όντι, η διαγωγή του Ληρ είναι η αφετηρία της εν τη οικογενεία αυτού διχονοίας και διαστάσεως. Το λάθος, εις το οποίον περιέπεσε, γίνεται της κακοτυχίας αυτού πρόξενον. Αυτός ούτος, ουχί η Ειμαρμένη, προετοιμάζει την ιδίαν καταστροφήν διά της ανυψώσεως των ενόχων και διά της προγραφής της αθωότητος…. Εάν ήτο υπομονητικώτερος και οξυδερκέστερος ο Ληρ, εάν δεν εξήπτετο, εάν διέκρινεν απαθώς την αλήθειαν, εάν διεγίγνωσκε την καρδίαν των θυγατέρων αυτού, ήθελε προλάβει την συμφοράν, ήτις επέρχεται. Αλλά τυφλούται υπό του πάθους, το δε πάθος τιμωρείται… Ειθισμένος ανέκαθεν εις την κολακείαν, απαιτεί δουλικήν παρά πάντων αφοσίωσιν, αγανακτεί δε και εξάπτεται, ότε λόγοι ειλικρινείς τω απευθύνονται. Δεν εννοεί οποία τα αληθή του πατρός καθήκοντα, και εξάπτει των θυγατέρων αυτού τας επιθυμίας διά της πληρωμής, την οποίαν υπόσχεται εις την στοργήν αυτών. Απαιτών δε παρ αυτών ενδείξεις αγάπης, κινδυνεύει να μη διακρίνη την ειλικρίνειαν από της υποκρισίας. (Mezières, Shakspeare, ses oeuvres et ses critiques).

9. Το τελευταίον του χάρισμα, ο έστιν η παραχώρησις της προικός της Κορδηλίας εις τας δύο μεγαλειτέρας αδελφάς.

10. Επικαλείται ο Εδμόνδος την φύσιν, καθ'ό φυσικός υιός, ό έστι νόθος. Η δ' έκφρασις φυσικός υιός δεν δύναται να θεωρηθή ως νεωτερισμός παρ' ημίν, αφού προ του 700 μ. Χ. ο Ιωάννης Μαλαλάς αποκαλεί φυσικούς παίδας τους μη γνησίους.

11. Ενταύθα κατά τους Άγγλους σχολιαστάς χλευάζει ο ποιητής την αδεξίαν πλοκήν των αρχαίων αγγλικών κωμωδιών, εν αις τα του δράματος πρόσωπα εισάγονται ατέχνως και άνευ λόγου επί της σκηνής, οπόταν ο ποιητής έχη χρείαν της παρουσίας αυτών.

12. «Οι σχολιασταί, καθ'ό μη ασχολούμενοι περί την μουσικήν, εθεώρησαν το χωρίον τούτο ως ανεπίδεκτον επεξηγήσεως. Αλλ' εξ αυτού μαρτυρείται ότι ο Σαικσπείρος εγίνωσκε την αξίαν των μουσικών τούτων φθόγγων, η συναρμογή των οποίων είναι κατά τοσούτον κακόηχος, ώστε απηγορεύετο ρητώς υπό των παλαιών μουσικοδιδάσκαλων. Mi contra fa est diavolus, έλεγον οι περί μουσικής συγγράψαντες μοναχοί. Οι φθόγγοι ούτοι παριστώσι λοιπόν σειράν κακοφωνίας, προς την οποίαν παραβάλλει ο Εδμόνδος την επί του βίου επιρροήν των εκλείψεων και των λοιπών φαινομένων. (Εκ σημειώσεως του Dr Burney).

13. «Ο Σαικσπσείρος εκορύφωσεν, ό,τι στυγερόν υπήρχεν ήδη εν τω μύθω του βασιλέως Ληρ, διά της επεκτάσεως της αρχικής πλοκής. Εις την ιστορίαν του Ληρ προσέθηκε το επεισόδιον του Γλόστερ αρυσθείς τούτο από του έργου του Άγγλου Sidney, του επιγραφομένου Arcadia. Η καταστροφή και ετέρας οικογενείας, αι δολοπλοκίαι, δι' ων ο άστοργος νόθος επιβουλεύεται και πατέρα και αδελφόν, η άδικος του Γλόστερ οργή κατά του αθώου αυτού υιού, ταύτα πάντα προστίθενται εις την άδικον του Ληρ καταφοράν κατά της νεωτέρας των θυγατέρων του και εις τα δεινοπαθήματα, άτινα παρά των δύο αδελφών εκείνης υποφέρει… Την διπλήν ταύτην πράξιν ο Σαικσπείρος εντέχνως συνέπλεξέν εις έν, επαυξήσας διά της συνδέσεως ταύτης την ωμότητα του όλου. Ένεκα του έρωτος αμφοτέρων των αδελφών προς τον νόθον του Γλόστερ υιόν, η Γονερίλη επιβουλεύεται τον σύζυγον, δηλητηριάζει δε την αδελφήν αυτής. Και ο φόνος δε της Κορδηλίας και ο θάνατος του γηραιού Ληρ είναι του Εδμόνδου επίσης έργα. Αι πολλαπλαί δ' αύται οικογενειακαί πλεκτάναι λαμβάνουσι διαστάσεις ευρυτέρας, ως εκ των πολιτικών διαπληκτισμών, μεθ' ων συνέχονται.

Εκατέρα των δύο απανθρώπων θυγατέρων διά στυγερών ενεργειών μηχανάται να συνενώση υφ' εαυτήν το διχοτομηθέν βασίλειον, ενώ επαπειλείται τούτο έξωθεν υπό της Γαλλίας. Αι δε μυστικαί συνεννοήσεις της Κορδηλίας μετά των Βρεττανών αρχόντων γίνονται αφορμή της τυφλώσεως του Γλόστερ και της ως εκ τούτου πάλιν σφαγής του δουκός της Κορνουάλλης. Πάσαι δε αύται αι ωμότητες και θηριωδίαι αποτελούσι το δράμα τούτο φρικωδέστερον απάντων των υπό του Σαικσπείρου γραφέντων. (Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι).

14. «Επί της βασιλίσσης Ελισάβετ οι καθολικοί εθεωρούντο, ουχί άνευ λόγου, ως εχθρικώς προς την κυβέρνησιν αυτής διακείμενοι. Ένθεν ελέγετο παροιμιωδώς: «Είναι τίμιος άνθρωπος και δεν τρώγει ψάρι». Ο έστι: «Είναι αγαθός πολίτης και διαμαρτυρόμενος το θρήσκευμα». (Αγγλική σημείωσις).

15. Σατυρίζει ενταύθα ο ποιητής την κατ' εκείνην την εποχήν επικρατούσαν εν Αγγλία κατάχρησιν των μονοπωλίων και την εν τη βασιλική ακολουθία διαφθοράν καθότι πολλοί των αυλικών συνηταιρίζοντο μετά των αποκτώντων προνόμια μονοπωλίων.

16. «Οι γελωτοποιοί, τους οποίους συνήθως εισάγει επί της σκηνής ο Σαικσπείρος, είναι βεβαίως πιστά απεικονίσματα των εξ επαγγέλματος συγχρόνων αυτού γελωτοποιών, οίτινες ήσαν αναντιρρήτως άνδρες πλήρεις ζωηρότητος και ευφυίας. Καίτοι δυνάμενοι τα πάντα ελευθέρως να λέγωσιν, ώφειλον όμως φυσικώ τω λόγω να προσέχωσιν, όπως μη προσκρούσωσιν, όπου ήτο κίνδυνος να παροργίσωσι τους κυρίους αυτών, και να υποκρύπτωσιν υπό αστεϊσμούς την ελευθεροστομίαν. Προς τούτο ανεμίγνυον πιθανώς εις τους λόγους αυτών ρητά ή στίχους εξ ασμάτων γνωστών, όπως κολάσωσιν ή καλύψωσι την δριμύτητα των απαντήσεων αυτών. Ούτω δ' εξηγείται η φαινόμενη συχνάκις ασυναρτησία εις τας εκφράσεις των γελωτοποιών του Σαικσπείρου. (Sir J. Reynolds).

17. Ο Ληρ ενθυμείται ίσως ενταύθα την απειλήν της Γονερίλης, «ό,τι ως χάριν σου ζητεί 'μπορεί και να το πάρη».

18. Παραλείπω ενταύθα δύο στίχους υπό του γελωτοποιού λεγομένους. Απελογήθην εις προηγουμένας σημειώσεις διά τας τοιαύτας αποσιωπήσεις.

19. Ο Σαικσπείρος ελησμόνησεν, ότι τα του δράματος συμβαίνουσιν εις χρόνους ειδωλολατρείας, ότε δεν υπήρχον βαπτιστικοί. Αλλ' αι τοιαύται ανακολουθίαι δεν είναι ασυνήθεις παρ' αυτώ.

20. Παραλείπω ενταύθα φράσεις τινάς, των οποίων οι υπαινιγμοί μένουσι και εν τω Αγγλικώ κειμένω ανεξήγητοι. Ως προς τας υβριστικάς δε λέξεις ομολογώ και ενταύθα, ότι ατελώς ηδυνήθην, και εν μέρει μόνον, να εξελληνίσω το πλούσιον του Κεντ λεκτικόν.

21.Τοιαύτη, λέγει Άγγλος σχολιαστής, ήτο η κοινή περί αλκυόνων δοξασία, ότι δηλαδή κατά την πνοήν του ανέμου ρυθμίζουσι την πτήσιν αυτών.

22. Και ενταύθα και αλλαχού την λέξιν stocks μετέφρασα διά του φάλαγγας· αλλ' ο φάλαγγας δεν είναι ακριβώς το αντίστοιχον του Αγγλικού stocks. Τούτο μεν ήτο μηχανή ξυλίνη έχουσα οπάς, εντός των οποίων εκλείοντο οι πόδες ή αι χείρες τε και οι πόδες του καταδίκου. Ο δε φάλαγγας είναι δοκός, επί των δύο της οποίας άκρων εδένετο σχοινίον, δι' ου περιεκλείοντο οι πόδες του εις ραβδισμόν υποβαλλομένου· ώστε δεν εχρησίμευε συνήθως ως ποδοκάκη, απλώς σφίγγουσα τους πόδας (καθώς το αγγλικόν Stocks), αλλ' ως μηχανή κρατούσα τους πόδας προς ραβδισμόν. Επροτίμησα όμως πάσης άλλης την λέξιν ταύτην, ως συνηθεστέραν εις τας ακοάς ημών, ο δε αναγνώστης ας παραδεχθή τον φάλαγγα ενταύθα ως βασανιστήριον απλούν άνευ του επεισοδίου του ραβδισμού.

23. Αναφέρεται τούτο εις παροιμίαν, περισωθείσαν εις τας αγγλικάς συλλογάς και σημαίνουσαν, ότι από του καλού μεταβαίνει τις εις το κακόν.

24. Θαύμα λέγει, ότι περιήλθεν εις χείρας αυτού η επιστολή της Κορδηλίας, μαθούσης τα της κεκρυμμένης, της σκοτεινής αυτού ζωής (of my obscured course).

25. Βedlam beggars. To φρενοκομείον Bedlam (κατά παραφθοράν από Bethlem), το ονομαστότερον των εν Αγγλία, ήτο επί Σαικσπείρου στενόχωρον και ανεπαρκές τους πόρους ως προς τον αριθμόν των εις αυτό προσερχομένων ασθενών. Οι ανίατοι και αβλαβείς εξ αυτών απεπέμποντο λοιπόν εκ του φρενοκομείου, περιεφέροντο δε τήδε κακείσε δίκην επαιτών αλλόκοτα φέροντες ενδύματα και άδοντες, όπως ελκύσωσι την συμπάθειαν των φιλελεημόνων. Έφερον δε επί μεν του αριστερού βραχίονος κρίκον σιδηρούν, ως σημείον της προελεύσεώς των, από δε του τραχήλου εκρέματο κέρας βοός, βούκινον, επέχον τόπον φιάλης. Οι τοιούτοι παράφρονες επαίται επωνομάζοντο κοινώς poor Tom, το δε όνομα τούτο φέρει εν τω δράματι ο Έδγαρ, ενόσω κρύπτεται υπό τοιούτον σχήμα. Αλλά το όνομα τούτο «ο πτωχός Θωμάς», δεν ήθελε μεταβιβάσει εις ελληνικά ώτα την του αγγλικού έννοιαν.

26. Παίζει ενταύθα ο γελωτοποιός με τας λέξεις dollars και dolours. Καθ' όσον αφορά την δυσκολίαν της μεταφράσεως των αγγλικών λογοπαιγνίων, ίδε και εν «Ρωμαίω και Ιουλιέτα» σημείωσιν 20.

27. Ο, how this mother swells up toward my heart. Hysterica patio, ac. Περί της σημασίας της λέξεως mother και του λατινικού όρου, δι' ου ο Ληρ επεξηγεί αυτήν, και περί των επί Σαικσπείρου ιατρικών περί υστερισμού δοξασιών παραπέμπω εις τους Άγγλους σχολιαστάς τον αναγνώστην, μη ανευρίσκοντα ταύτα πάντα εν τω στίχω, δι ου απεπειράθην το αίσθημα μόνον του Ληρ να εκφράσω.

28. Η έννοια του γελωτοποιού είναι, ότι συγγενεύουσιν η ανόητος αγαθότης και η ανόητος κακία.

29. «Ιn his little world of man». Η έκφρασις αύτη υπαινίττεται την δοξασίαν, καθ' ην ο άνθρωπος είναι μικρόκοσμος συγκείμενος εκ στοιχείων παρεμφερών τω έξω κόσμω.

30. Ιδού η υπό του Άγγλου C. J. Vaughan εξελλήνισις του χωρίου τούτου, η τυχούσα το βραβείον Porson κατά τον εν έτει 1837 διαγωνισμόν εν τω πανεπιστημίω της Κανταβριγίας.

Ουκ εία, πνεύματ', αγρίου φυσήματος φείδεσδε μηδέν, μη ου διαρρήξαι γνάθους: στρόμβοι, ζάλαι τε, δυσχίμω πλημμυρίδι αυτοίσι ναούς αετοίς ποντίζετε· έτ' αιθαλούσσαι φροντίδος ξυμπράκτορες πρόδρομοι κεραυνών λαμπάδες δρυηκόπων, πολιόν τόδ' αμόν κράτα πρήθοιτ' αν' συ δε, βροντή τινάκτειρ' ευκύκλου σφυρηλάτει παχύν πόλον γης, και φύσεως τυπώματα διαρταμήσασ' έκχεον βλαστήματα όσ' εξέφυσ' άπιστον ανθρώπων γένος· μεστή γενού βρέμουσ' επίρρηξον δε πυρ, κάχλαζε δ' όμβρε· πυρ γαρ ούτε πνεύματα ουκ όμβρον ου βροντήματ' εκφύσας έχω. υμών κατέγνων ούποτ', ουκ, απιστίαν· τυραννίδι ούποτ' εισεχειρίσ'· ου τέκνοις υμάς ίσ' αντηύδων ποτ' ουδέ τούμπαλιν υπουργίαν εμοί τιν' αντοφείλετε. Προς ταύτ' επισκήπτοντες εμπλήσθητέ μοι τα δεινά· δούλοι δ' ενθάδ' υμίν έσταμεν, γέρων άναρθρος, άμορος, ητιμασμένος· καίτοι κικλήσκω δουλίους υπηρέτας, οι ξυν κακούργω παρθένων ξυνωρίδι ξυναρμόσαντες υψηγεννήτους μάχας του τηλικούδε κράτα λευκανθές τόδε υβρίζετ' αισχρώς· πώς γαρ ουκ αισχρόν τόδ' ην:

(Ίδε Greek and Latin Prize poems of the University of Cambridge from 1814 to 1837).

31. Ο Σαικσπείρος δεν ελησμόνησεν ενταύθα ότι ο Μερλίνος, κατά τον Geoffroy of Monmouth, παρ' ου ηρύσθη, ως είρηται, και της τραγωδίας ταύτης την υπόθεσιν, ανήκει εις εποχήν μεταγενεστέραν της του Ληρ, εις την βασιλείαν δηλονότι του βασιλέως Αρθούρου. Ο μάγος Μερλίνος ελέγετο υιός πατρός δαίμονος και μητρός θνητής. Συνώδευε δε τον βασιλέα Αρθούρον εις τας ιπποτικάς περιπλανήσεις του και διά των γοητειών αυτού τον εβοήθει, όπως εξέρχηται νικητής εκ των ποικίλων αγώνων του.

32. Ούτω περίπου και ο Μπεμβόλιος παρηγορεί τον Ρωμαίον (ίδε σελ. 17, έκδ. Γ', 1896). Ούτω δε και ο ποιητής του Ακρίτα (στ. 243),

«Πόνος γάρ ο σφοδρότερος αμαυροί τον ελάσσω

33. Υποτίθεται, κατ' Άγγλον σχολιαστήν, ότι διά της εκφωνήσεως ταύτης ο Έδγαρ εννοεί, ότι τα ύδατα εκάλυψαν την γην εις τοσούτον βάθος· αλλ' ίσως η μια' μιση οργυιά είναι το ανάστημα του δαιμονίου, το οποίον δήθεν διώκει αυτόν.

34. Διά να βάλωσιν αυτόν εις πειρασμόν ν' αυτοχειριασθή.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings