Front matter
Aristeidis Harokopos translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iasonas Konstantinides
· Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Words with bold characters are enclosed in &.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Πρωταγόρας, διάλογος του Πλάτωνος, ειρωνικός αλλά και βαθύς, συνεγράφη επί σκοπώ να τέρψη άμα και να φωτίση αναπαριστών τα ήθη και το πνεύμα των σοφιστών εν αυτή τη πράξει και υποβάλλων αυτά υπό τον έλεγχον αυστηράς κριτικής.
Η υπόθεσις του διαλόγου τούτου, ο οποίος ομοιάζει προς πράξιν δράματος και είναι πιστή και ζωηρά άμα εικών εκ του φυσικού, έχει ως εξής:
Ο νεαρός υιός του Απολλοδώρου Ιπποκράτης προσέρχεται βιαστικά εις τον οίκον του Σωκράτους και τον παρακαλεί να τον συστήση εις τον φημισμένον σοφόν Πρωταγόραν, ο οποίος, ως επληροφορήθη, έφθασεν εις Αθήνας, διά να καταστή και αυτός σοφιστής.
Μετά σύντομον συζήτησιν μεταξύ του Σωκράτους και του νεαρού Ισοκράτους, η οποία σκοπόν είχε να σχηματίση ούτος καθαράν ιδέαν περί του τι ζητεί από τον Πρωταγόραν και τι ακριβώς ο Πρωταγόρας επαγγέλλεται, αφ' ου εξημέρωσε, μετέβησαν ομού εις τον οίκον του Καλλίου, ένθα διέμενεν ο Πρωταγόρας, διά να τον συστήση ο Σωκράτης προς αυτόν. Εκεί εύρον όχι μόνον τον Πρωταγόραν, αλλά και άλλους επισήμους σοφιστάς και διαφόρους ευγενείς νέους μαθητάς των. Οι σοφισταί παρίστανται εν τω διαλόγω ως άνθρωποι επιδεικτικοί και επιβλητικοί και διά της εξωτερικής παραστάσεώς των και διά της ωραίας και τεχνικής ομιλίας των. Ο Πρωταγόρας ιδίως, διά να επιβληθή και εις αυτόν τον Σωκράτην και εις τους άλλους παρισταμένους, πληροφορεί σοβαρώς και πομπωδώς ότι διδάσκει την τέχνην της διοικήσεως των ιδιωτικών και δημοσίων υποθέσεων, δηλ. την πολιτικήν. Ο Σωκράτης δεικνύει απορίαν περί του αν είναι δυνατόν να διδάσκηται η πολιτική. Ισχυρίζεται δε ότι και οι αμαθέστεροι πολίται προσκαλούνται εις τας συνελεύσεις της πολιτείας και λέγουν την γνώμην των και εις τας σοβαρωτέρας ακόμη περιστάσεις, χωρίς να διδαχθούν την πολιτικήν τέχνην. Οι δε ικανώτατοι πολιτικοί, καθώς λ. χ. ο Περικλής, δεν ημπόρεσαν να μεταδώσουν εις τους υιούς των την πολιτικήν των μάθησιν.
Ό Πρωταγόρας αναλαμβάνει ν' αποδείξη εντελώς ότι η πολιτική διδάσκεται ως μάθημα αποτελεσματικώτατα, κατά δύο τρόπους, ή μ' ένα μύθον ή με αποδεικτικόν συλλογισμόν. Και διηγείται τότε τον παλαιόν μύθον του Επιμηθέως και του αδελφού του Προμηθέως, εις τους οποίους οι θεοί ανέθεσαν να μοιράσουν εις όλα τα ζώντα επί της γης τας διαφόρους ιδιότητας και τα προτερήματα, την απροβλεψίαν του Επιμηθέως, την ευφυίαν με την οποίαν έκλεψεν ο Προμηθεύς από το χαλκείον του Ηφαίστου την φωτιάν, και τέλος την επέμβασιν του Διός, ο οποίος έδωκε μ' ελευθεριότητα εις κάθε άνθρωπον μέρος από τα δύο μόνα αγαθά, τα οποία μετά την διανομήν απέμειναν, δηλ. την &δικαιοσύνην& και τον &σεβασμόν&. Αι δύο αύται αρεταί είναι η βάσις της πολιτικής τέχνης και, αφ' ου τας έλαβαν οι άνθρωποι, ήτο φυσικόν πράγμα και αναγκαίον το να ηξεύρουν να δίδουν γνώμην διά τα πολιτικά πράγματα. Ώστε αυτή η γνώσις είναι δώρον των θεών. Ούτε ημπορεί κανείς να φαντασθή άνθρωπον, ο οποίος να μη έχη την παραμικράν ιδέαν δικαιοσύνης.
Ούτω πως απέδειξεν ο Πρωταγόρας ότι οι κοινοί άνθρωποι, οι οποίοι εις τας συνελεύσεις δίδουν γνώμην, και πολλάκις σωστήν, διά τας πολιτικάς υποθέσεις, δεν είναι αδίδακτοι, αλλ' εδιδάχθησαν την δικαιοσύνην και τον σεβασμόν από τους θεούς.
Έπειτα ανήρεσε και τον άλλον ισχυρισμόν του Σωκράτους, ότι δηλ. οι μεγάλοι πολιτικοί δεν ημπόρεσαν να μεταδώσουν την ικανότητά των εις τα παιδιά των, κατά τον εξής τρόπον· πάντοτε, λέγει, και εις όλα τα μέρη οι άδικοι άνθρωποι κατακρίνονται και τιμωρούνται. Εάν η έλλειψις της δικαιοσύνης ήτο φυσική εις τον άνθρωπον, θα ήτο παραλογισμός να τιμωρούν διά μίαν φυσικήν έλλειψιν, όπως θα ήτο παραλογισμός, αν ετιμώρουν ένα οποιονδήποτε άνθρωπον, διότι είναι ασθενής ή άσχημος. Δεν τιμωρούν δε τους τοιούτους, διότι, όσον και αν βιασθούν, δεν ημπορούν να διορθώσουν τους εαυτούς των. Τους αδίκους όμως τιμωρούν, διότι ημπορούν, εάν προσπαθήσουν, να διορθωθούν και να γείνουν δίκαιοι. Ώστε όλοι οι άνθρωποι παραδέχονται, ότι καθείς ημπορεί να μάθη την δικαιοσύνην. Διά τούτο οι πολίται, και αυτοί οι ίδιοι και διά διδασκάλων, προσπαθούν διά το καλόν της πολιτείας να εμπνεύσουν εις τα τέκνα των την ιδέαν της δικαιοσύνης. Ότι δε οι παίδες των εναρέτων ανθρώπων δεν γίνονται πάντοτε και αυτοί ενάρετοι προέρχεται εκ του ότι όλοι οι άνθρωποι δεν έρχονται εις τον κόσμον προικισμένοι εξ ίσου, και ότι, διά ν' αποκτήση κανείς μίαν υψηλοτέραν αρετήν, χρειάζεται, να έχη καλυτέραν φυσικήν προδιάθεσιν, να καταβληθούν δε και μεγάλαι προσπάθειαι.
Ο Σωκράτης βλέπων ότι η συζήτησις έως εδώ δεν ήτο επιστημονική, αλλά με παραδείγματα της πείρας, και ότι δεν ήτο δυνατόν να φθάση εις ακριβές συμπέρασμα, αλλάζει μέθοδον και δίδει επιστημονικήν πορείαν εις την συζήτησιν.
Θέτει λοιπόν το ζήτημα ούτω: διά να μάθωμεν αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή, είναι ανάγκη να ηξεύρωμεν από τι αυτή αποτελείται. Ερωτά λοιπόν τον Πρωταγόραν, αν η αρετή είναι πράγμα &απλούν& ή &σύνθετον& από μέρη ανεξάρτητα το έν του άλλου, και αν η δικαιοσύνη, η εγκράτεια και η ανδρεία είναι μέρη τοιαύτα της αρετής. Ο Πρωταγόρας παραδέχεται το δεύτερον, εν ώ ο Σωκράτης δι' αλλεπαλλήλων ερωτήσεων τον κάμνει να έλθη εις αντίφασιν με τον εαυτόν του και να παραδεχθή επί τέλους χωρίς να θέλη, ότι η &αρετή είναι εκ φύσεως μία και απλή&, διότι, αν ήτο σύνθετος από μέρη ανόμοια το έν με το άλλο, κανέν από τα μέρη αυτά δεν θα περιείχε μέσα του τίποτε από εκείνο που περιέχει το άλλο μέρος· και τότε δε η δικαιοσύνη θ' απέκλειε την ανδρείαν και η εγκράτεια την δικαιοσύνην και θα ημπορούσαμεν να συμπεράνωμεν, ότι ο δίκαιος δεν ημπορεί να είναι ανδρείος και ο εγκρατής δίκαιος. Και εκτός τούτου, εάν τα μέρη της αρετής είναι αντίθετα το έν του άλλου, θα ημπορούσαμεν να συμπεράνωμεν, ότι έν πράγμα ημπορεί να έχη πολλά αντίθετα, το οποίον είναι πράγμα αδύνατον. Η αρετή λοιπόν είναι μία και απλή και κατά την ουσίαν της και κατά την ενέργειάν της, και κακώς ήθελε χωρίση αυτήν κανείς εις μέρη. Τα δε λεγόμενα μέρη της αρετής είναι διάφοροι τρόποι αυτής, μη αποκλείοντες ο είς τον άλλον, περιεχόμενοι μέσα εις την ιδίαν την ουσίαν αυτής και ηνωμένοι με αυτήν, όπως τα συμπεράσματα ενός συλλογισμού με την αρχήν από την οποίαν απορρέουν. Τα διάφορα λοιπόν μέρη της αρετής, τα οποία λέγονται και αυτά αρεταί, συνέχονται κατά βάθος το έν με το άλλο, είναι αλληλένδετα και αποτελούν έν όλον.
Ούτω θεωρουμένη η αρετή δεν ημπορεί να εισαχθή εις την ψυχήν βαθμηδόν διά προοδευτικής διδασκαλίας, όπως ισχυρίζετο ο Πρωταγόρας, να διδαχθή δηλ. κατά σειράν πρώτον η δικαιοσύνη διά κανόνων και παραδειγμάτων, έπειτα η ανδρεία κτλ., και να εμφυτευθούν εις την ψυχήν. Η αρετή με όλας τας διακλαδώσεις της γεννάται εξ εμπνεύσεως φύσεως τιμίας, ήτις διά της ιδίας προσπαθείας περιβάλλει συγχρόνως και την ουσίαν και τους τρόπους αυτής χάρις εις το έμφυτον συναίσθημα του αγαθού, το οποίον προηγείται και δημιουργεί αυτήν. Αυτήν λοιπόν την γνώσιν, που είναι πραγματικώς προγενεστέρα και ανωτέρα από την γνώσιν της αρετής, κανείς δεν ημπορεί να την διδάξη, διότι κανείς δεν ημπορεί να την λάβη από άλλον παρά μόνον μέσα από τον ίδιον τον εαυτόν του, διότι γεννώμεθα μαζί με αυτήν.
Οι ακαταμάχητοι του Σωκράτους συλλογισμοί δεν έπεισαν τον επηρμένον σοφιστήν, ο οποίος προβάλλει ακόμη σοφιστικά επιχειρήματα λέγων ότι η ανδρεία αναγκαίως είναι χωριστή από τας άλλας αρετάς, διότι και ο πλέον άδικος και ο πλέον άσωτος ημπορεί να δειχθή ανδρείος. Αλλ' ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι η ανδρεία, όταν στερήται φρονήσεως, με άλλους λόγους γνώσεως, δεν είναι αληθής ανδρεία. Η ουσία της ανδρείας είναι η γνώσις των πραγμάτων, τα οποία είναι φοβερά και εκείνων τα οποία δεν είναι. Επειδή δε όλαι αι αρεταί αποτελούν μίαν και μόνην, αυτής δε, της μιας και μόνης, όρος είναι η γνώσις, η δε γνώσις ημπορεί να διδαχθή, ο Σωκράτης φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αντίφασιν παραδεχόμενος τώρα την αυτήν γνώμην με τον Πρωταγόραν, ότι η αρετή είναι καρπός γνώσεως, ήτις ημπορεί να διδαχθή.
Είτε διότι ήθελεν ο Σωκράτης εις το τέλος του αγώνος να καταστήση φανερόν εις τον Πρωταγόραν ότι ημπορεί καλύτερα από ένα σοφιστήν ν' αποδείξη ό,τι θέλει, και την υπέρ δηλ. γνώμην και την κατά, είτε διότι ηθέλησε να μείνη εν αμφιβόλω το ζήτημα αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή ή όχι, διακόπτει τον διάλογον απευθύνων φιλόφρονας και επαινετικούς λόγους εις τον Πρωταγόραν και αναβάλλων εις άλλοτε την συνέχειαν και το τέλος της συζητήσεως.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ (ή Σοφισταί).
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΛΛΙΑΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΠΡΟΔΙΚΟΣ, ΙΠΠΙΑΣ.
Φίλος — Από πού έρχεσαι, Σωκράτη; Ή είναι δα φανερόν ότι έρχεσαι από το κυνήγημα της ωραιότητος του Αλκιβιάδου; Και όμως και εις εμέ, ο οποίος τον είδον προηγουμένως, αν και τέλειος άνδρας πλέον, εφαίνετο μεν ωραίος, αλλ' όμως άνδρας πλέον, Σωκράτη, ας το ομολογήσωμεν μεταξύ μας, και αρχίζουν να φυτρώνουν γένεια εις τον πώγωνά του.
Σωκράτης Έπειτα τι πειράζει τούτο; Συ όμως δεν δίδεις δίκαιον του Ομήρου, ο οποίος είπεν, ότι τα πλέον χαριτωμένα νειάτα είναι, όταν αρχίζουν να φυτρώνουν τα γένεια, τα οποία (νειάτα) έχει τώρα ο Αλκιβιάδης;
Φίλος Πώς πηγαίνουν λοιπόν τώρα τα πράγματα; Έρχεσαι βέβαια από εκείνον· και ποίας διαθέσεις δεικνύει προς σε το παλληκάρι;
Σωκράτης Καλάς, καθώς τουλάχιστον μου εφάνη, και μάλιστα κατά την σημερινήν ημέραν· διότι πολλά είπε προς έπαινόν μου, λαμβάνων το μέρος μου, και τώρα λοιπόν από εκείνον έρχομαι. Θέλω όμως να σου είπω έν πράγμα παράξενον· ότι δηλαδή, εν ώ εκείνος ήτο παρών, και ο νους μου δεν έδιδε προσοχήν εις αυτόν και συχνά τον ελησμόνουν.
Φίλος Και τι πράγμα τόσον σοβαρόν συνέβη σχετικώς με σε και εκείνον; Διότι δεν φαντάζομαι ότι απήντησες κανένα άλλον ωραιότερον μέσα τουλάχιστον εις αυτήν την πόλιν.
Σωκράτης Απήντησα βέβαια και πολύ ωραιότερον.
Φίλος Τι λέγεις; Πολίτην ή ξένον;
Σωκράτης Ξένον.
Φίλος Από ποιον μέρος;
Σωκράτης Από τα Άβδηρα.
Φίλος Και τόσον ωραίος εθεώρησες ότι είναι ο ξένος αυτός, ώστε να σου φανή ωραιότερος από τον υιόν του Κλεινίου;
Σωκράτης Πώς δεν πρέπει, καλότυχε, το σοφώτερον να φαίνεται ωραιότερον;
Φίλος Αλλά εις τα σωστά σου, Σωκράτη, μας ήλθες, αφ' ου απήντησες κάποιον σοφόν;
Σωκράτης Σοφώτατον βέβαια, από όσους τουλάχιστον τώρα υπάρχουν, εάν σου φαίνεται ότι ο Πρωταγόρας είναι σοφώτατος.
Φίλος Ω, τι λέγεις; Ο Πρωταγόρας μας ήλθε;
Σωκράτης Είναι τώρα τρίτη ημέρα αφ' ότου ήλθε.
Φίλος Και λοιπόν έρχεσαι, αφ' ου προ ολίγου τον αντάμωσες;
Σωκράτης Ναι, και αφ' ου βέβαια παραπολλά και είπα και ήκουσα.
Φίλος Και δεν μας διηγείσαι λοιπόν την συνομιλίαν σας, εάν δεν έχης κανέν εμπόδιον, καθίζων εδώ δα, αφ' ου σηκώσης τούτο εδώ το παιδίον;
Σωκράτης Πολύ ευχαρίστως· και θα σας χρεωστώ βεβαίως χάριν, εάν δώσετε ακρόασιν.
Φίλος Και ημείς επίσης θα σου χρεωστούμεν χάριν, εάν μας είπης.
Σωκράτης Θα είναι λοιπόν αμοιβαία η χάρις. Αλλά δώσατε λοιπόν ακρόασιν.
Αυτήν δα την νύκτα που επέρασε, εν ώ ήτο ακόμη όρθρος βαθύς, ο Ιπποκράτης, ο υιός του Απολλοδώρου και αδελφός του Φάσωνος, εκτύπα πολύ δυνατά την θύραν με την ράβδον του, και, αφ' ου κάποιος του ήνοιξεν, επροχώρει μέσα βιαστικά και φωνάζων δυνατά έλεγε·
— Σωκράτη, είσαι έξυπνος ή κοιμάσαι;
Και εγώ, επειδή εγνώρισα την φωνήν του, είσαι, είπα, ο Ιπποκράτης· μήπως, μας φέρεις καμμίαν νέαν είδησιν;
— Τίποτε άλλο, είπε, παρά καλάς βέβαια ειδήσεις.
— Ο Θεός να δώση, είπον εγώ· αλλά τι τρέχει; Και διά ποίαν αιτίαν ήλθες τόσον πρωί;
— Ο Πρωταγόρας έφθασεν, είπεν, αφ' ου εστάθη πλησίον μου.
— Από προχθές, είπον εγώ, και συ τώρα το έμαθες;
— Μα τους θεούς, είπε, το εσπέρας βέβαια το έμαθα. Και συγχρόνως ψάχνων εύρε το σκαμνί, εκάθισε πλησίον εις τους πόδας μου και είπε· το εσπέρας βέβαια, πολύ αργά, αφ' ου έφθασα από την Οινόην· διότι ο δούλος μου Σάτυρος μου έφυγε κρυφά· εν ώ λοιπόν είχα σκοπόν να σου είπω, ότι θα τον κυνηγήσω να τον εύρω, ήλθεν άλλο πράγμα εις τον νουν μου και ελησμόνησα τούτο. Όταν δε επέστρεψα και είχομεν δειπνήσει και επρόκειτο να πλαγιάσωμεν, τότε μου λέγει ο αδελφός μου ότι ήλθεν ο Πρωταγόρας. Και κατ' αρχάς μεν εσκέφθην να έλθω προς σε αμέσως (να σου το είπω). Έπειτα όμως εσκέφθην ότι είναι πολύ προχωρημένη η νυξ· ευθύς δε που ο ύπνος με ελάφρωσεν από τον κόπον, αμέσως εσηκώθην και εκίνησα να έλθω εδώ.
Και εγώ γνωρίζων την καρδίαν του και (βλέπων) την ταραχήν του, ερώτησα:
— Τι λοιπόν είναι τούτο που έπαθες; Μήπως σου έκαμε κανέν κακόν ο Πρωταγόρας;
Και εκείνος, αφ' ου εγέλασεν, είπε:
— Ναι, μα τους θεούς, Σωκράτη, διότι μόνος του βέβαια είναι σοφός, δεν κάμνει δε και εμέ σοφόν.
— Αλλά ναι, μα τον Δία, είπα εγώ, εάν δώσης εις αυτόν χρήματα και τον καταφέρης, θα κάμη και σε σοφόν.
— Μακάρι, είπεν αυτός, Ζευ και θεοί, να εξαρτάται από τούτο, διότι τότε ούτε από τα ιδικά μου χρήματα θ' αφήσω λεπτόν ούτε από τα χρήματα των φίλων μου· αλλ' ίσα ίσα δι' αυτήν την αιτίαν έρχομαι και τώρα προς σε, διά να του ομιλήσης δι' εμέ, διότι εγώ αφ' ενός μεν είμαι νέος, εξ άλλου δε δεν έχω ίδει ουδέ ακούσει ποτέ μου τον Πρωταγόραν· ήμην ακόμη παιδίον, ότε την προηγουμένην φοράν ήλθεν ο Πρωταγόρας, αλλά βεβαίως (ακούω ότι) επαινούν όλοι τον Πρωταγόραν και λέγουν ότι είναι εις το να ομιλή σοφώτατος· αλλά διατί δεν πηγαίνομεν προς αυτόν, διά να τον προφθάσωμεν εις το σπίτι; Έμεινε δε, καθώς εγώ ήκουσα, εις του Καλλίου του Ιππονίκου· αλλ' έλα να υπάγωμεν.
Και εγώ είπον· ας μη υπάγωμεν εκεί ακόμη, καλέ μου, διότι, είναι πρωί· αλλ' έλα, ας σηκωθώμεν να εξέλθωμεν εις την αυλήν και ας περάσωμεν εκεί την ώραν περιφερόμενοι, έως ότου να φέξη· έπειτα πηγαίνομεν. Διότι ως επί το πλείστον ο Πρωταγόρας μένει μέσα, ώστε μη φοβείσαι· θα τον εύρωμεν, καθώς είναι βέβαιον, μέσα.
Έπειτα από αυτά εσηκώθημεν και επεριπατούμεν εις την αυλήν· και εγώ θέλων να εμβαθύνω εις τον σκοπόν του Ιπποκράτους τον εβολιδοσκόπουν και ηρώτων αυτόν ως εξής (1):
Σωκράτης Ειπέ μου, είπον εγώ, Ιπποκράτη, τώρα πρόκειται να υπάγης κοντά εις τον Πρωταγόραν, να πληρώσης ως μισθόν εις εκείνον χρήματα διά τον εαυτόν σου· προς ποίου είδους άνθρωπον νομίζεις ότι πηγαίνεις και διά να σε κάμη τι είδους άνθρωπον; Καθώς εάν σου ήρχετο εις τον νουν να υπάγης εις τον ομώνυμόν σου, τον Ιπποκράτη από την νήσον Κω, ο οποίος είναι από εκείνους που κατάγονται από τον Ασκληπιόν, διά να πληρώσης ως μισθόν εις εκείνον χρήματα διά τον εαυτόν σου, και σε ηρώτα κανείς, ειπέ μου, Ιπποκράτη, έχεις σκοπόν να πληρώνης μισθόν εις τον Ιπποκράτην, επειδή είναι τι είδους άνθρωπος; Τι ήθελες αποκριθή;
Ιπποκράτης Θα έλεγα, είπεν, ότι κάμνω τούτο, επειδή είναι ιατρός.
Σωκράτης Και διά να γείνης και συ τι είδους άνθρωπος;
Ιπποκράτης Διά να γείνω, είπεν, ιατρός.
Σωκράτης Εάν δε σου ήρχετο εις τον νουν, αφ' ου υπάγης εις τον Πολύκλειτον από το Άργος, ή εις τον Φειδίαν από τας Αθήνας να πληρώνης εις εκείνους μισθόν διά τον εαυτόν σου, εάν ήθελε σε ερωτήση κανείς· τι είδους ανθρώπους θεωρείς τον Πολύκλειτον και τον Φειδίαν και έχεις σκοπόν να πληρώνης αυτά τα χρήματα; Τι ήθελες αποκριθή;
Ιπποκράτης θα έλεγα ότι τα πληρώνω, διότι είναι αγαλματοποιοί.
Σωκράτης Και διά να γείνης τι πράγμα συ ο ίδιος;
Ιπποκράτης Διά να γείνω, εννοείται, αγαλματοποιός.
Σωκράτης Πολύ καλά, είπα εγώ· τώρα λοιπόν εγώ και συ, αφ' ου υπάγωμεν εις τον Πρωταγόραν, θα είμεθα έτοιμοι να πληρώνωμεν διά σε ως μισθόν τα ιδικά μας χρήματα, εάν αυτά αρκούν και με αυτά τον καταφέρωμεν· εάν δε όχι, δαπανώντες και τα χρήματα των φίλων μας. Εν ώ λοιπόν ημείς με τόσην προθυμίαν καταγινόμεθα εις αυτά, εάν κανείς μας ερωτήση· ειπέ μου, Σωκράτη και Ιπποκράτη, τι είδους άνθρωπον θεωρείτε τον Πρωταγόραν και έχετε σκοπόν να του πληρώνετε χρήματα; Τι ηθέλομεν αποκριθή εις αυτόν; Τι άλλο όνομα ακούομεν να λέγουν διά τον Πρωταγόραν, καθώς λέγουν διά τον Φειδίαν το όνομα αγαλματοποιός, και διά τον Όμηρον το όνομα ποιητής; Τι τοιούτον όνομα ακούομεν διά τον Πρωταγόραν;
Ιπποκράτης Ονομάζουν βεβαίως, Σωκράτη, είπεν ο Ιπποκράτης, τον άνδρα ότι είναι σοφιστής.
Σωκράτης Θα υπάγωμεν λοιπόν να πληρώνωμεν τα χρήματα εις αυτόν ως σοφιστήν;
Ιπποκράτης Μάλιστα.
Σωκράτης Εάν λοιπόν σε ερωτήση κανείς ακόμη και τούτο· συ ο ίδιος τι θέλεις να γείνης και πηγαίνεις κοντά εις τον Πρωταγόραν;
Ιπποκράτης Και εκείνος είπεν, αφ' ου εκοκκίνισε — διότι πλέον ήρχισε να φέγγη η ημέρα, ώστε αυτός εφαίνετο καθαρά — εάν μεν ομοιάζη τούτο κατά τι με τα προηγούμενα, διά να γείνω, εννοείται, σοφιστής.
Σωκράτης Συ δε, είπον εγώ, διά το όνομα των θεών, δεν θα εντρέπεσαι να παρουσιάσης τον εαυτόν σου εις τους Έλληνας ως σοφιστήν;
Ιπποκράτης Ναι, μα τον Δία, Σωκράτη, θα εντρεπόμην, εάν πρέπη να ομολογήσω εκείνα τα οποία σκέπτομαι.
Σωκράτης Αλλ' άρά γε, Ιπποκράτη, μήπως δεν νομίζεις ότι η μάθησίς σου εκ μέρους του Πρωταγόρου θα είναι τοιαύτη (διά ν' αποκτήσης δηλαδή το επάγγελμα του σοφιστού), αλλά ωσάν εκείνην η οποία έγεινεν εκ μέρους του γραμματοδιδασκάλου και του κιθαροδιδασκάλου και του παιδοτρίβου (δηλαδή του γυμναστού); Διότι συ δεν έμαθες κανέν από αυτά τα μαθήματα ως τέχνην διά να γείνης τεχνίτης, αλλά διά να εκπαιδευθής, όπως αρμόζει να εκπαιδεύηται ο πολίτης και ο ελεύθερος άνθρωπος.
Ιπποκράτης Βεβαιότατα, είπεν ο Ιπποκράτης, μου φαίνεται ότι μάλλον τοιαύτη πρέπει να είναι η εκ μέρους του Πρωταγόρου μάθησίς μου.
Σωκράτης Γνωρίζεις λοιπόν εκείνο το οποίον πρόκειται τώρα να πράξης, ή δεν το καταλαμβάνεις; Είπα εγώ.
Ιπποκράτης Προκειμένου περί τίνος πράγματος;
Σωκράτης Ότι πρόκειται να παραδώσης την ψυχήν σου να την περιποιηθή άνθρωπος, ως λέγεις, σοφιστής· τι δε πράγμα είναι ο σοφιστής, θα μου φανή παράξενον, αν το ηξεύρης. Και όμως, εάν δεν ηξεύρης τούτο, ούτε εις τι είδους άνθρωπον παραδίδεις την ψυχήν σου ηξεύρεις, ούτε αν την παραδίδεις εις καλόν ή εις πραγματικώς κακόν.
Ιπποκράτης Νομίζω βέβαια, είπεν ο Ιπποκράτης, ότι ηξεύρω.
Σωκράτης Λέγε λοιπόν, τι νομίζεις ότι είναι ο σοφιστής;
Ιπποκράτης Εγώ μεν, είπεν αυτός, καθώς και το όνομα φανερώνει, νομίζω ότι σοφιστής είναι εκείνος που γνωρίζει τα σοφά πράγματα.
Σωκράτης Δεν ημπορούμεν λοιπόν, είπα εγώ, να είπωμεν τούτο και διά ζωγράφους και διά τέκτονας, ότι δηλαδή αυτοί είναι οι οποίοι γνωρίζουν τα σοφά πράγματα· αλλ' εάν κανείς μας ερωτήση, κατά τι σοφά πράγματα ηξεύρουν οι ζωγράφοι, θα είπωμεν ίσως εις αυτόν, ότι γνωρίζουν τα αναφερόμενα εις την τεχνούργησιν των εικόνων, και τα άλλα ομοίως. Εάν δε κανείς ήθελεν ερωτήσει το εξής, ο δε σοφιστής των κατά τι σοφών πραγμάτων είναι γνώστης; Τι ηθέλαμεν αποκριθή εις αυτόν; Ότι ποίαν εργασίαν γνωρίζει;
Ιπποκράτης Τι άλλο θα ελέγαμεν εις αυτόν, Σωκράτη, παρά ότι ο σοφιστής γνωρίζει να κάμνη ένα ικανόν εις το λέγειν;
Σωκράτης Θα ελέγαμεν ίσως την αλήθειαν, είπα εγώ, όχι όμως βέβαια επαρκώς· διότι η απόκρισίς σου μας χρειάζεται ακόμη μίαν ερώτησιν· περί ποίου πράγματος δηλαδή ο σοφιστής κάμνει ένα ικανόν να λέγη· καθώς ο κιθαροδιδάσκαλος κάμνει βεβαίως ένα ικανόν να λέγη δι' εκείνο το πράγμα το οποίον τον έμαθε, δηλαδή διά τον κιθαρισμόν· δεν είναι έτσι;
Ιπποκράτης Ναι.
Σωκράτης Πολύ καλά· ο δε σοφιστής λοιπόν περί ποίου πράγματος κάμνει ένα ικανόν να λέγη; Ή εννοείται ότι τον κάμνει ικανόν να λέγη δι' εκείνο το οποίον και ηξεύρει;
Ιπποκράτης Επόμενον είναι βεβαίως.
Σωκράτης Ποίον λοιπόν είναι το πράγμα περί του οποίου και ο ίδιος ο σοφιστής γνωρίζει και τον μαθητήν του κάμνει να γνωρίζη;
Ιπποκράτης Μα τον Δία, είπεν ο Ιπποκράτης, δεν ημπορώ πλέον να σου το είπω.
Σωκράτης Και έπειτα από τούτο εγώ είπα· Τι λοιπόν; Ηξεύρεις εις ποίον κίνδυνον πηγαίνεις να εκθέσης την ψυχήν σου; Ή το μεν σώμα σου, εάν ήτο χρεία να εμπιστευθής αυτό εις κανένα, διακινδυνεύων ή να γείνη καλά ή να γείνη κακά, θα εσκέπτεσο επανειλημμένως πολλά, αν πρέπει να το εμπιστευθής εις αυτόν ή όχι, και τους φίλους και τους συγγενείς σου θα παρεκάλεις να σε συμβουλεύσουν και θα εξήταζες το πράγμα πολλάς ημέρας· εκείνο δε το οποίον θεωρείς πολυτιμότερον από το σώμα σου, δηλαδή την ψυχήν σου, και εκ του οποίου εξαρτάται καθ' όλα η ευτυχία ή δυστυχία σου, εάν αυτή γείνη καλή ή κακή, διά τούτο λοιπόν το πράγμα ούτε εις τον πατέρα σου, ούτε εις τον αδελφόν σου, ούτε εις κανένα από ημάς τους φίλους σου έκαμες τίποτε γνωστόν, διά να συμβουλευθής αν πρέπει να εμπιστευθής την ψυχήν σου ή όχι εις τούτον τον ξένον όστις ήλθεν, αλλ' αφού το έμαθες το εσπέρας, καθώς λέγεις, τα χαράμματα έρχεσαι και διόλου δεν αναφέρεις ούτε συμβουλήν ζητείς δι' αυτό το ζήτημα, αν πρέπει δηλαδή να εμπιστευθής τον εαυτόν σου εις αυτόν ή όχι, είσαι δε έτοιμος να δαπανήσης και τα ιδικά σου και των φίλων σου τα χρήματα, διότι τώρα πλέον έχεις πεισθή, ότι εξάπαντος πρέπει να πλησιάσης τον Πρωταγόραν, τον οποίον ούτε γνωρίζεις, καθώς λέγεις, ούτε συνωμίλησες ποτέ έως τώρα με αυτόν, τον ονομάζεις δε μόνον σοφιστήν· τι πράγμα δε είναι ο σοφιστής, εις τον οποίον πρόκειται να εμπιστευθής τον εαυτόν σου, αποδεικνύεσαι ότι δεν ηξεύρεις.
Ιπποκράτης Και αυτός, αφ' ου ήκουσε ταύτα, είπεν· από αυτά τα οποία συ λέγεις, Σωκράτη, φαίνεται ότι έχεις δίκαιον.
Σωκράτης Μήπως άρά γε, Ιπποκράτη, ο σοφιστής τυχαίνει να είναι έμπορος ή παντοπώλης των πραγμάτων, με τα οποία τρέφεται η ψυχή;
Ιπποκράτης Εις εμέ τουλάχιστον τοιούτος φαίνεται· η δε ψυχή με τι τρέφεται, Σωκράτη;
Σωκράτης Με μαθήματα βέβαια, είπα εγώ. Και πρέπει να προσέχωμεν, φίλε μου, να μη μας απατήση ο σοφιστής, ο οποίος επαινεί εκείνα τα οποία πωλεί, καθώς κάμνουν οι πωλούντες την τροφήν του σώματος, ο έμπορος δηλαδή και ο παντοπώλης. Διότι και αυτοί δεν γνωρίζουν βέβαια ούτε οι ίδιοι από τα τρόφιμα τα οποία πωλούν ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν διά το σώμα· τα επαινούν δε όλα εν ώ τα πωλούν, ούτε εκείνοι οι οποίοι αγοράζουν από αυτούς ηξεύρουν (ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν) εκτός εάν τύχη κανείς κάτοχος της γυμναστικής ή ιατρός (2). Τοιουτοτρόπως δε και εκείνοι οι οποίοι περιφέρουν τα μαθήματα εις διαφόρους πόλεις και τα πωλούν και τα εμπορεύονται εις εκείνον ο οποίος συμβή να επιθυμή αυτά, επαινούν μεν όλα, όσα πωλούν, ίσως όμως, φίλτατε, και από τούτους μερικοί να μη γνωρίζουν από εκείνα τα οποία πωλούν ποίον είναι ωφέλιμον ή ποίον βλαβερόν εις την ψυχήν. Επίσης και εκείνοι οι οποίοι αγοράζουν από αυτούς, εκτός εάν πάλιν τύχη κανείς έχων ιατρικάς γνώσεις διά την ψυχήν. Εάν λοιπόν τυχαίνη συ να γνωρίζης από αυτά τα μαθήματα, ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν διά την ψυχήν, άφοβα ημπορείς να αγοράσης μαθήματα και από τον Πρωταγόραν και από οποιονδήποτε άλλον· εάν δε δεν γνωρίζης, πρόσεχε, φίλτατε, μήπως παίξης εις την τύχην και κινδυνεύσης τα προσφιλέστερα εις τον κόσμον πράγματα. Και βέβαια είναι πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος εις την αγοράν των μαθημάτων ή εις την αγοράν των τροφίμων. Διότι, αφ' ου αγοράση κανείς τρόφιμα από κανένα παντοπώλην ή έμπορον, ημπορεί να τα μετακομίση μέσα εις δοχεία, και, προτού τα φάγη ή τα πίη και ούτω τα δεχθή μέσα εις το σώμα του, ημπορεί να προσκαλέση και τον ειδήμονα να τον συμβουλευθή ποίον δύναται να φάγη ή να πίη και πόσον από αυτό και πότε· ώστε εις την αγοράν τούτων δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος. Τα δε μαθήματα δεν είναι δυνατόν να τα μεταφέρωμεν μέσα εις άλλο δοχείον, αλλ' είμεθα υποχρεωμένοι, αφ' ου πληρώσωμεν την αξίαν, να πάρωμεν το μάθημα μέσα εις την ιδίαν ψυχήν μας, και, αφ' ου το μάθωμεν, θ' αναχωρήσωμεν ή βλαμμένοι ή ωφελημένοι. Ταύτα λοιπόν ας εξετάσωμεν και μαζί με τους γεροντοτέρους μας· διότι ημείς είμεθα ακόμη νέοι και δεν ημπορούμεν να κρίνωμεν ασφαλώς διά τόσον δύσκολον πράγμα. Τώρα όμως, μίαν φοράν που εκινήσαμεν, ας υπάγωμεν και ας ακούσωμεν τον άνδρα, έπειτα, αφ' ου τον ακούσωμεν, ας το κάμωμεν γνωστόν και εις άλλους· διότι δεν είναι μόνον ο Πρωταγόρας εκεί, αλλά και ο Ιππίας από την Ήλιδα· νομίζω δε ότι είναι εκεί και ο Πρόδικος από την Κέαν και άλλοι πολλοί και σοφοί.
Αφ' ου απεφασίσαμεν αυτά, επηγαίναμεν· όταν δ' εφθάσαμεν εμπρός εις την θύραν, εσταματήσαμεν και συνωμιλούσαμεν δι' έν ζήτημα, το οποίον εγεννήθη μεταξύ μας εις τον δρόμον· διά να μη μείνη λοιπόν η ομιλία ατελείωτη, αλλά πρώτα να την τελειώσωμεν και έπειτα να έμβωμεν, εσταματήσαμεν εμπρός εις την θύραν και συνωμιλούσαμεν, έως ότου εμείναμεν μεταξύ μας σύμφωνοι· μου φαίνεται λοιπόν ότι ο θυρωρός, κάποιος ευνούχος, είχε το αυτί του και μας ήκουε· φαίνεται δε ότι ένεκα του πλήθους των ερχομένων σοφιστών εβαρύνθη εκείνους, οι οποίοι εσύχναζαν εις την οικίαν· όταν λοιπόν εκτυπήσαμεν την θύραν, αφ' ου ήνοιξε και μας είδεν, ουφ, είπε, κάτι πάλιν σοφισταί είναι· δεν έχει καιρόν και συγχρόνως γρήγορα-γρήγορα έπιασε την θύραν με τα δύο του χέρια και με όλην του την δύναμιν μας την έκλεισεν εις τα μούτρα. Και ημείς εκ νέου εκτυπούσαμεν, και εκείνος κρατών κλεισμένην την θύραν απεκρίθη και είπεν· ω άνθρωποι, είπε, δεν ηκούσατε, ότι δεν έχει καιρόν; Αλλά, φίλε μου, είπα εγώ, ούτε εις τον Καλλίαν ερχόμεθα, ούτε σοφισταί είμεθα· ώστε μη φοβείσαι· ήλθομεν να ίδωμεν τον Πρωταγόραν, επειδή τον χρειαζόμεθα· ειδοποίησε λοιπόν. Μετά πολλής δυσκολίας ο άνθρωπος επί τέλους μας ήνοιξε την θύραν άμα δ' εμβήκαμεν, εύρομεν τον Πρωταγόραν, ο οποίος επεριπάτει έμπροσθεν της στοάς· κατά σειράν δ' επεριπάτουν μαζί με αυτόν από μεν το έν μέρος ο Καλλίας ο υιός του Ιππονίκου και ο από την ιδίαν μητέρα αδελφός του ο Πάραλος ο υιός του Περικλέους και ο Χαρμίδης ο υιός του Γλαύκωνος· από δε το άλλο μέρος ο άλλος υιός του Περικλέους Ξάνθιππος, και ο Φιλιππίδης ο υιός του Φιλομήλου και ο Αντίμοιρος από την Μένδην (της Θράκης), ο οποίος είναι ο πλέον περίφημος από τους μαθητάς του Πρωταγόρου και μανθάνει χάριν της τέχνης, διά να γείνη σοφιστής. Εκείνοι δε οι οποίοι ηκολούθουν οπίσω απ' αυτούς και ηκροάζοντο τα λεγόμενά των, οι μεν περισσότεροι εφαίνοντο ξένοι, τους οποίους σύρει ο Πρωταγόρας από όλας τας πόλεις από τας οποίας περνά, μαγεύων αυτούς με την φωνήν του καθώς ο Ορφεύς, εκείνοι δε ακολουθούν προς το μέρος της φωνής μαγευμένοι· ήσαν δε και μερικοί από τους εντοπίους μέσα εις την συντροφιά· αυτήν λοιπόν την συντροφιά άμα εγώ την είδον, ευχαριστήθην βέβαια παρά πολύ. Βλέπων ότι επρόσεχαν καλά να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το έμπροσθεν μέρος του Πρωταγόρου μέσα εις τα πόδια του, αλλ' όταν αυτός έστρεφεν εις τα οπίσω, και εκείνοι οι οποίοι ευρίσκοντο μαζί του, με εύμορφον κάπως τρόπον και με τάξιν εχωρίζοντο εις δύο αυτοί οι ακροαταί του από το έν μέρος και από το άλλο, και βαδίζοντες κυκλοτερώς πάντοτε ετοποθετούντο όπισθεν του ωραιότατα.
Έπειτα από αυτόν ως φάσμα διέκρινα, καθώς είπεν ο Όμηρος, τον Ιππίαν από την Ήλιδα, ο οποίος εκάθητο εις τα έμπροσθεν της αντικρυνής στοάς εις θρόνον· ολόγυρά του δε εκάθηντο εις θρανία ο Ερυξίμαχος ο υιός του Ακουμενού και ο Φαίδρος από την Μυρρινούντα της Αττικής και ο Άνδρων ο υιός του Ανδροτίωνος, και από τους ξένους μερικοί συμπατριώται του και μερικοί άλλοι. Εφαίνοντο δε ότι ηρώτων πότε ο ένας και πότε ο άλλος τον Ιππίαν διά ζητήματα της φυσικής και διά μερικά αστρονομικά ζητήματα, εκείνος δε εις τον θρόνον καθήμενος έλυε το ζήτημα καθενός από αυτούς και έδιδεν εκτεταμένας αποκρίσεις εις τας ερωτήσεις των· διέκρινα δ' επίσης μέσα και τον Τάνταλον, δηλαδή είχεν έλθει λοιπόν και ο Πρόδικος από την Κέαν· ήτο δε μέσα εις έν μικρόν δωμάτιον, το οποίον προτήτερα μετεχειρίζετο ως αποθήκην ο Ιππόνικος, τώρα δε ο Καλλίας ένεκα του πλήθους των διατριβόντων εκεί, αφ' ου άδειασε και αυτό, το έκαμε κατοικίαν διά τους ξένους. Ο μεν Πρόδικος λοιπόν ήτον ακόμη πλαγιασμένος, τυλιγμένος μέσα εις μερικά δέρματα και σκεπάσματα παρά πολλά, καθώς εφαίνετο δε, εκάθηντο πλησίον εις αυτόν επάνω εις τα πλησίον κρεββάτια ο Παυσανίας από το προάστειον των Κεραμέων και μαζί με αυτόν ένα νέον ακόμη παιδάριον, καθώς εγώ νομίζω, φυσικά εύμορφον και αγαθόν και κατά την όψιν παρά πολύ ωραίον. Μου εφάνη ότι ήκουσα να το ονομάζουν Αγάθωνα, και δεν θα μου φανή παράξενον αν είναι παιδίον ερωμένον του Παυσανίου. Ήτο λοιπόν τούτο το παιδάριον, και οι δύο Αδείμαντοι, ο υιός του Κήπιδος δηλαδή και ο υιός του Λευκολοφίδου, εφαίνοντο δε μερικοί άλλοι. Διά ποία δε ζητήματα συνωμίλουν, εγώ τουλάχιστον που ήμην απ' έξω δεν ημπόρουν να καταλάβω, αν και επεθύμουν με πάθος ν' ακούσω τον Πρόδικον· διότι μου φαίνεται ότι είναι άνθρωπος πάνσοφος και θείος· αλλ' επειδή η φωνή του είναι βαρεία, εγίνετο ένας βόμβος μέσα εις το δωμάτιον και έκαμνεν ώστε να μη διακρίνωνται τα λεγόμενα.
Ύστερ' απ' ολίγο, αφ' ου είχομεν ημείς εισέλθει, κατόπιν εμβήκεν έπειτα και ο Αλκιβιάδης ο ωραίος, καθώς συ λέγεις και εγώ το παραδέχομαι, και ο Κριτίας ο υιός του Καλαίσχρου. Ημείς λοιπόν καθώς εμβήκαμεν, αφ' ου ακόμη ολίγον εχρονοτριβήσαμεν και παρετηρήσαμεν αυτά, επλησιάσαμεν προς τον Πρωταγόραν και εγώ είπα.
Σωκράτης Πρωταγόρα, και εγώ και αυτός εδώ ο Ιπποκράτης ήλθομεν προς σε.
Πρωταγόρας Τι από τα δύο, είπε, θέλετε με μόνον εμέ να ομιλήσητε ιδιαιτέρως, ή εν ώ είναι μαζί μου και οι άλλοι;
Σωκράτης Μας είναι όλως διόλου αδιάφορον, είπον εγώ· αφ' ου δε ακούσης την αιτίαν, διά την οποίαν ήλθομεν, μόνος σου σκέψου (τι πρέπει να γείνη).
Πρωταγόρας Ποία λοιπόν, είπεν, είναι η αιτία, διά την οποίαν ήλθετε;
Σωκράτης Αυτός εδώ ο Ιπποκράτης, είναι μεν εντόπιος, υιός του Απολλοδώρου, από μεγάλην και πλουσίαν οικογένειαν· αυτός δε φαίνεται ότι κατά τα φυσικά προτερήματα είναι ωσάν κάθε ένα της ηλικίας του. Επιθυμεί δε, καθώς μου φαίνεται, να γείνη πεπαιδευμένος μέσα εις την πόλιν, νομίζει δε ότι θα κατορθώση τούτο προ πάντων, εάν σπουδάση πλησίον σου· τώρα λοιπόν συ σκέψου αυτά· τι από τα δύο, νομίζεις ότι πρέπει να συνομιλήσης μόνος σου με ημάς μόνους, ή να είναι και οι άλλοι μαζί.
Πρωταγόρας Σωστά, είπε, λαμβάνεις προφυλάξεις δι' εμέ, Σωκράτη. Διότι ξένος άνθρωπος, ο οποίος πηγαίνει εις μεγάλας πόλεις, και μέσα εις αυτάς πείθει τους καλυτέρους νέους ν' αφήσουν τας συναναστροφάς των άλλων, και συγγενών και ξένων, και γερόντων και νέων και να συναναστρέφονται αυτόν, διά να γείνουν διά της συναναστροφής του καλύτεροι, πρέπει, εν ώ κάμνει αυτά, να φοβήται· διότι εις αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν μικροί φθόνοι και άλλα μίση και επιβουλαί. Εγώ δε λέγω ότι η μεν σοφιστική τέχνη είναι παλαιά, από δε τους παλαιούς άνδρας, εκείνοι οι οποίοι μετεχειρίζοντο αυτήν, επειδή εφοβούντο την δυσαρέσκειαν την οποίαν προκαλεί, είχον ως πρόφασιν και εκρύπτοντο, άλλοι μεν την ποίησιν, καθώς ο Όμηρος και ο Ησίοδος και ο Σιμωνίδης, άλλοι δε πάλιν τελετάς και προφητείας, καθώς αι του Ορφέως και του Μουσαίου· μερικοί δε, καθώς εκατάλαβα, και την γυμναστικήν, καθώς ο Ίκκος από τον Τάραντα και εκείνος ο οποίος ακόμη και τώρα είναι σοφιστής από όλους ανώτερος ο Ηρόδικος από την Σηλυβρίαν της Θράκης, καταγόμενος δε από τα Μέγαρα· την μουσικήν δε μετεχειρίσθη ως πρόφασιν και ο ιδικός σας Αγαθοκλής, ο οποίος είναι μεγάλος σοφιστής, και ο Πυθοκλείδης, από την Κέαν και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί, καθώς λέγω, επειδή εφοβήθησαν τον φθόνον, μετεχειρίσθησαν αυτάς τας τέχνας διά παραπετάσματα· εγώ δε με όλους αυτούς ως προς τούτο δεν συμφωνώ· διότι φρονώ ότι αυτοί δεν κατώρθωσαν εκείνο το οποίον ηθέλησαν διότι είναι αδύνατον να κρυφθή κανείς, από εκείνους, οι οποίοι έχουν δύναμιν μέσα εις τας πόλεις να επιβάλλωνται, ένεκα των οποίων μεταχειρίζεται κανείς αυτάς τας προφάσεις· επειδή ο κοινός λαός βεβαίως δεν καταλαμβάνει τίποτε απ' αυτά, αλλ' εκείνα τα οποία αυτοί (οι προύχοντες) διαδώσουν, αυτά επαινεί. Το να θέλη λοιπόν κανείς να κρυφθή, εν ώ δεν ημπορεί να κρυφθή, αλλά γίνεται ολοφάνερος, είναι και πολύ ανόητος δουλειά, και χωρίς άλλο κάμνει τους ανθρώπους να τον μισούν περισσότερον· διότι νομίζουν ότι εκείνος που κάμνει αυτά, κοντά εις τα άλλα είναι και κατεργάρης. Εγώ λοιπόν δεν ηκολούθησα τούτους, αλλ' όλως διόλου τον εναντίον δρόμον, και ομολογώ ότι και σοφιστής είμαι και ανθρώπους διδάσκω, και νομίζω ότι αυτή η προφύλαξις είναι καλυτέρα από εκείνην, το να ομολογώ δηλαδή το επάγγελμά μου μάλλον παρά να το αρνούμαι· κοντά δε εις αυτήν έχω σκεφθή και άλλας προφυλάξεις, ώστε, διά να είπω την αλήθειαν, δεν έπαθον κανέν κακόν, διότι ομολογώ ότι είμαι σοφιστής. Αν και είναι έως τώρα πολλά βεβαίως έτη που εξακολουθώ αυτήν την τέχνην· διότι και όλα ομού τα χρόνια της ηλικίας μου είναι πολλά· και δεν είναι κανείς από όλους σας, του οποίου να μη είμαι πατήρ κατά τα χρόνια· ώστε θα είναι παρά πολύ ευχάριστον εις εμέ, εάν θέλετε τίποτε, δι' όλα όσα επιθυμείτε να ομιλήσωμεν εμπρός εις όλους όσοι είναι μέσα.
Και εγώ — διότι υπωψιάσθην ότι αυτός επιθυμεί να επιδειχθη εις τον Πρόδικον και εις τον Ιππίαν και να καμαρώση, ότι έχομεν έλθει διότι είμεθα θαυμασταί του — είπον.
Σωκράτης Διατί να μη καλέσωμεν και τον Πρόδικον και τον Ιππίαν και όσους είναι μαζί των, διά ν' ακροασθώσι την συνομιλίαν μας;
Πρωταγόρας Βεβαιότατα, είπε.
Καλλίας Επιθυμείτε λοιπόν, είπεν ο Καλλίας, να βάλωμεν γύρω καθέδρας, διά να συνομιλήτε καθήμενοι;
Εγνωμοδοτήσαμεν ότι χρειάζονται· ημείς δε όλοι χαίροντες ότι θ' ακούσωμεν άνδρας σοφούς, μόνοι μας επιάσαμεν τα θρανία και τα κρεββάτια και τα ετοποθετήσαμεν πλησίον του Ιππίου· διότι εκεί υπήρχον από προτήτερα τα θρανία. Εις τούτο δε το μεταξύ έφθασαν και ο Κριτίας και ο Αλκιβιάδης οδηγούντες τον Πρόδικον, τον οποίον εσήκωσαν από το κρεββάτι, και εκείνους που ήσαν μαζί με τον Πρόδικον. Αφ' ου δε όλοι εκαθίσαμεν μαζί, ο Πρωταγόρας είπε· τώρα λοιπόν, Σωκράτη, που και αυτοί εδώ είναι παρόντες, ημπορείς να είπης εκείνα τα οποία μου ανέφερες προ ολίγου διά τον νέον τούτον.
Σωκράτης Θ' αρχίσω, Πρωταγόρα, να σου είπω εκείνα διά τα οποία ήλθον, με τα ίδια λόγια με τα οποία ήρχισα προ ολίγου. Αυτός εδώ δηλαδή ο Ιπποκράτης συμβαίνει να επιθυμή πολύ την συναναστροφήν σου· λέγει δε ότι ευχαρίστως επιθυμεί να μάθη τι θα ωφεληθή, εάν φοιτήση πλησίον σου. Τόσον μόνον έχω να είπω.
Έλαβε λοιπόν τον λόγον ο Πρωταγόρας και είπε·
Πρωταγόρας Παιδί μου, θα λάβης την εξής ωφέλειαν, εάν έλθης κοντά μου, την ημέραν κατά την οποίαν θα συνομιλήσης μαζί μου, θα υπάγης εις το σπίτι σου, αφ' ου γείνης καλύτερος παρ' ό,τι ήσο, και την ακόλουθον ημέραν το ίδιον θα συμβή και κατ' εξακολούθησιν κάθε ημέραν θα προκόπτης εις το καλύτερον.
Και εγώ, αφ' ου ήκουσα αυτά, είπον.
Σωκράτης Πρωταγόρα, τούτο που λέγεις δεν είναι διόλου παράξενον, αλλά φυσικόν πράγμα, διότι και συ, αν και έχεις τόσον μεγάλην ηλικίαν και είσαι τόσον σοφός, εάν σε διδάξη κανείς εκείνο το οποίον συμβαίνει να μη γνωρίζης, θα εγίνεσο καλύτερος· δεν ζητούμεν όμως τούτο, αλλά το εξής· αν λόγου χάριν τώρα έξαφνα ο Ιπποκράτης αυτός εδώ ήλλασσεν επιθυμίαν και επεθύμει την συναναστροφήν τούτου του νέου, ο οποίος τώρα εσχάτως ήλθεν εις τον τόπον μας, του Ζευξίππου δηλαδή από την Ηράκλειαν, και αφ' ου ήθελεν υπάγει κοντά εις αυτόν, καθώς τώρα έρχεται κοντά εις σε, ήθελεν ακούσει από αυτόν αυτά τα ίδια, τα οποία ακούει από σε, ότι δηλαδή συναναστρεφόμενος αυτόν κάθε ημέραν θα γίνεται καλύτερος και θα προκόπτη· εάν τον ερωτήση πάλιν εις τι πράγμα λέγεις ότι θα γείνω καλύτερος και εις τι πράγμα θα προκόψω; Ο Ζεύξιππος θα είπη εις αυτόν, ότι θα προκόψη εις την ζωγραφικήν και εάν, αφού αντάμωνε τον Ορθαγόραν τον Θηβαίον, ήθελεν ακούσει και από εκείνον αυτά τα ίδια, τα οποία ακούει από σε, θα τον ηρώτα πάλιν εις τι πράγμα θα γίνηται καθ' ημέραν καλύτερος, εάν συναναστρέφηται εκείνον, θα του έλεγε βεβαίως και αυτός ότι θα γείνη καλύτερος εις το παίξιμον του αυλού· έτσι λοιπόν και συ ειπέ εις τον νέον και εις εμέ ο οποίος σ' ερωτώ δι' αυτόν· αυτός εδώ ο Ιπποκράτης, αν φοιτήση κοντά εις τον Πρωταγόραν, την ημέραν κατά την οποίαν θα τον συναναστραφή, θ' αναχωρήση αφ' ου γείνη καλύτερος καθώς και κάθε μίαν από τας άλλας ημέρας θα προκόψη πολύ, αλλά εις τι πράγμα, Πρωταγόρα, και διά ποίον σκοπόν;
Και ο Πρωταγόρας, αφ' ου ήκουσεν αυτά από εμέ, είπε:
Πρωταγόρας Και συ καλά ερωτάς, Σωκράτη, και εγώ αισθάνομαι χαράν ν' αποκρίνωμαι εις εκείνους οι οποίοι καλά μ' ερωτούν. Ο Ιπποκράτης λοιπόν, όταν έλθη κοντά μου, δεν θα πάθη εκείνα, τα οποία θα επάθαινεν, εάν εγίνετο φοιτητής εις κανένα άλλον από τους σοφιστάς· διότι οι μεν άλλοι καταστρέφουν τους νέους· εν ώ ούτοι αποφεύγουν τας τέχνας, αυτοί πάλιν εκ νέου τους σύρουν χωρίς να θέλουν και τους ρίπτουν μέσα εις τας τέχνας, διδάσκοντες λογαριασμούς και αστρονομίαν και γεωμετρίαν και μουσικήν — και συγχρόνως έρριψε βλέμμα προς τον Ιππίαν — , όταν δ' έλθη κοντά εις εμέ, δεν θα μάθη διά κανέν άλλο πράγμα, παρά δι' εκείνο, διά το οποίον ήλθε. Το δε μάθημά μου είναι η ορθή σκέψις διά τα πράγματα της οικίας, διά να ημπορή να διοική όσον το δυνατόν καλύτερον το σπιτικόν του, και διά τα πράγματα της πόλεως, διά να είναι ικανώτατος να ομιλή δι' όσα αναφέρονται εις την πόλιν και να εκτελή αυτά.
Σωκράτης Άρά γε, είπον εγώ, να εκατάλαβα αυτά που λέγεις; Διότι μου φαίνεται ότι ομιλείς διά την πολιτικήν τέχνην και υπόσχεσαι ότι κάμνεις τους ανθρώπους καλούς πολίτας.
Πρωταγόρας Αυτό λοιπόν ακριβώς, Σωκράτη, είναι, είπε, το έργον, το οποίον επαγγέλλομαι.
Σωκράτης Καλήν λοιπόν τέχνην, είπον εγώ, κατέχεις, εάν την κατέχης· διότι τίποτε άλλο βέβαια δεν θα σου είπω παρά εκείνα τα οποία σκέπτομαι. Εγώ δηλαδή, Πρωταγόρα, ενόμιζον ότι τούτο το πράγμα δεν είναι δυνατόν να διδαχθή, αλλ' αφ' ου συ το λέγεις, δεν έχω λόγον να δείξω δυσπιστίαν. Έχω όμως το δικαίωμα να είπω διατί φρονώ ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να διδαχθή, ούτε να μεταδοθή από ανθρώπους εις άλλους ανθρώπους.
Διότι εγώ, καθώς και οι άλλοι Έλληνες, λέγω ότι οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Βλέπω λοιπόν, όταν συναθροισθώμεν εις την συνέλευσιν, ότι, όταν μεν είναι χρεία να εκτελέση τίποτε η πόλις αναφερόμενον εις οικοδομήσεις, προσκαλεί ως συμβούλους δι' εκείνα που θα οικοδομήση τους οικοδόμους, όταν δε πρόκειται διά ναυπηγήσεις, προσκαλεί τους ναυπηγούς, και με τον ίδιον τρόπον εκτελεί όλα τα άλλα, όσα νομίζουν ότι μπορεί κανείς να τα μάθη και ότι είναι δυνατόν να διδαχθώσιν. Εάν δε προβάλη κανείς άλλος να τους συμβουλεύση, τον οποίον εκείνοι νομίζουν ότι δεν είναι τεχνίτης, και παρά πολύ ωραίος και πλούσιος και ευγενής αν είναι, όχι μόνον μ' όλα του αυτά δεν τον ακούουν, αλλά και τον περιγελούν και κάμνουν θόρυβον έως ότου ο ίδιος, ο οποίος επρόβαλε να ομιλήση, σηκωθή να φύγη, ή οι τοξόται (δηλαδή οι κλητήρες) τον σύρουν εκείθεν ή τον πετάξουν έξω κατά διαταγήν των πρυτάνεων (δηλαδή των προέδρων). Δι' εκείνα λοιπόν τα πράγματα, διά τα οποία χρειάζεται τέχνη, τοιουτοτρόπως κάμνουν· όταν δε ήθελεν είναι χρεία να σκεφθώσι και αποφασίσωσι διά κανέν πράγμα που αποβλέπει εις την διοίκησιν της πόλεως, σηκώνεται και τους συμβουλεύει οποιοσδήποτε και αν είναι αδιακρίτως, κτίστης, χαλκωματάς, πετσωματάς, έμπορος, πλοίαρχος, πλούσιος, πτωχός, ευγενής, πρόστυχος, και κανείς δεν τον μαλώνει, όπως μαλώνουν τους προηγουμένους, ότι τάχα χωρίς να είχον κανένα διδάσκαλον, έπειτα τολμούν να συμβουλεύσουν· διότι, καθώς φαίνεται, νομίζουν ότι τούτο το πράγμα δεν είναι δυνατόν να το διδαχθή κανείς· και όχι μόνον η κοινωνία γενικώς της πόλεως έτσι κάμνει, αλλά και ιδιαιτέρως μεταξύ μας οι πλέον σοφοί και οι καλύτεροι από τους πολίτας εκείνην την ικανότητα, την οποίαν έχουν, δεν είναι ικανοί να την παραδώσουν εις άλλους· επειδή και ο Περικλής, ο πατήρ τούτων εδώ των παιδίων, εκείνα μεν τα πράγματα, τα οποία εξηρτώντο από διδασκάλους, τους τα έμαθε καλά και σωστά, εκείνα δε εις τα οποία αυτός ο ίδιος είναι σοφός, ούτε ο ίδιος τους τα διδάσκει ούτε εις κανέναν άλλον τους παραδίδει να τα μάθουν· αλλά μόνοι των περιτριγυρίζουν και βόσκουν ωσάν λυτά ζώα, μήπως πουθενά τυχαίως συναντήσουν εμπρός των την ικανότητα. Εάν δε θέλης και άλλο παράδειγμα, αυτός ο ίδιος ο Περικλής, επίτροπος του Κλεινίου, νεωτέρου αδελφού τούτου εδώ του Αλκιβιάδου, επειδή εφοβείτο δι' αυτόν μήπως ο Αλκιβιάδης τον διαφθείρη, τον εχώρισεν από αυτόν και τον παρέδωκεν εις τον (αδελφόν του) Αρίφρονα να τον διδάξη· και προτού περάσουν έξ μήνες, ο Αρίφρων τον έδωκεν οπίσω εις αυτόν, διότι δεν ήξευρε τι να τον κάμη. Ημπορώ δε να σου αναφέρω και όσους θέλεις άλλους, οι οποίοι, εν ώ οι ίδιοι ήσαν ικανοί, δεν κατώρθωσαν να κάμουν ποτέ έως τώρα κανένα ικανόν ούτε από τους συγγενείς των ούτε από τους ξένους. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, έχων υπ' όψει αυτά τα παραδείγματα, νομίζω ότι η ικανότης είναι πράγμα που δεν ημπορεί να διδαχθή· επειδή όμως σε ακούω να λέγης αυτά, υποχωρώ και νομίζω ότι κάτι λέγεις, διότι θεωρώ ότι έχεις αποκτήσει πείραν πολλών πραγμάτων, ότι έχεις μάθει δε πολλά, και ότι άλλα πάλιν έχεις ανακαλύψει μόνος σου. Εάν λοιπόν ημπορής να μας αποδείξης καθαρώτερα ότι η ικανότης είναι πράγμα το οποίον δύναται να διδαχθή, μη καταδεχθής να μας το κρύψης, αλλά δείξε το εις ημάς.
Πρωταγόρας Αλλά, Σωκράτη, είπε, δεν θα σας το κρύψω· αλλά τι από τα δύο θέλετε; θέλετε ως γέρων εις νέους να σας το αποδείξω διηγούμενος ένα μύθον(3), ή θέλετε να το πραγματευθώ με λογικάς αποδείξεις;
Πολλοί λοιπόν από τους εκεί καθημένους απεκρίθησαν εις αυτόν ότι ημπορεί να πραγματευθή το ζήτημα με οποιονδήποτε θέλει από τους δύο τρόπους.
Πρωταγόρας Εγώ λοιπόν νομίζω, είπεν, ότι είναι πλέον ευχάριστον να σας διηγηθώ ένα μύθον: Υπήρξε κάποτε καιρός, που οι μεν θεοί υπήρχον, τα διάφορα δε γένη που αποθνήσκουν δεν υπήρχον. Όταν δε ήλθεν ο διωρισμένος καιρός διά να γείνουν και αυτά, οι θεοί τα εσχημάτισαν εις το εσωτερικόν της γης από χώμα και φωτιάν αναμίξαντες και από όσα ανακατεύονται με την φωτιάν και το χώμα. Όταν δ' επρόκειτο να τα φέρουν εις το φως, επρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν εις καθένα δυνάμεις όπως τους αρμόζει. Ο δε Επιμηθεύς παρακαλεί τον Προμηθέα να τον αφήση να μοιράση αυτός, αφ' ου δε εγώ μοιράσω, είπε, συ έπειτα να κάμης επιθεώρησιν· και τοιούτοτρόπως, αφ' ου τον εκατάφερεν, έκαμεν αυτός την μοιρασιά. Καθώς λοιπόν εμοίραζεν, εις άλλα μεν επροσκολλούσε δύναμιν χωρίς ταχύτητα, τα δε πλέον αδύνατα εστόλιζε με ταχύτητα· εις άλλα δε έδιδεν όπλα, εις εκείνα δε εις τα οποία έδιδε φύσιν χωρίς όπλα εφεύρισκε κάποιαν άλλην δύναμιν διά να σώζωνται. Διότι εκείνα μεν από αυτά, τα οποία ενέδυε με μικρότητα, τους εμοίραζε πτερά διά να φεύγουν ή κατοικίαν κάτω εις την γην διά να κρύπτωνται· εκείνα δε τα οποία ηύξανε διά της μεγαλότητος, τους έδιδεν ως μέσον σωτηρίας αυτήν την ιδίαν μεγαλότητα· και τα άλλα τοιουτοτρόπως εμοίραζεν, ώστε να υπάρχη μεταξύ των ισότης. Αυτούς δε τους τρόπους εφεύρισκεν, επειδή εφοβείτο μήπως κανέν από τα γένη αυτά καταστραφή. Αφ' ου δε τους έδωκεν αρκετά μέσα, διά να ξεφεύγουν την καταστροφήν τα μεν από τα δε, εφεύρισκε τρόπον, διά να προφυλάττωνται από τας εκ του Διός προερχομένας εποχάς του έτους, ενδύων αυτά με πυκνάς τρίχας και στερεά δέρματα, διά να προφυλαχθώσιν από το ψύχος και να δύνανται να προφυλαχθώσι και από την ζέστην· και διά να υπάρχουν αυτά τα ίδια εις καθέν ως στρώμα ιδικόν του και το οποίον φυτρώνει μόνον του, όταν πηγαίνουν να κοιμηθώσι· και υποκάτω από τα πόδια των εις άλλα μεν έβαλεν οπλάς, εις άλλα όνυχας και δέρματα στερεά και χωρίς αίμα. Έπειτα από τούτο επρομήθευεν εις αυτά τροφάς άλλην εις το έν και άλλην εις το άλλο, εις άλλα μεν χορτάρια από την γην, εις άλλα καρπούς δένδρων, εις άλλα ρίζας, εις μερικά δ' έδωκε να τρέφωνται τρώγοντα άλλα ζώα· εις άλλα έδωκε να γεννώσιν ολίγα, εις εκείνα δε, τα οποία αυτά καταστρέφουν, έδωκε να γεννώσι πολλά, διά να σώζηται με τούτον τον τρόπον το γένος των. Επειδή λοιπόν ο Επιμηθεύς δεν ήτο παρά πολύ φρόνιμος, χωρίς να το καταλάβη, εξώδευσεν όλας τας δυνάμεις· έμενε λοιπόν εις αυτόν ακόμη αστόλιστον το γένος των ανθρώπων, και δεν ήξευρε τι να το κάμη. Εν ώ δ' ευρίσκετο εις αμηχανίαν, έρχεται ο Προμηθεύς, διά να επιθεωρήση την μοιρασιά, και βλέπει ότι τα μεν άλλα ζώα είχον εν τάξει όλα, ο δε άνθρωπος έμεινε γυμνός, χωρίς υποδήματα, χωρίς στρώμα και χωρίς όπλα· έφθασε δε πλέον και η διωρισμένη ημέρα, κατά την οποίαν έπρεπε και ο άνθρωπος να εξέλθη από την γην εις το φως. Επειδή λοιπόν ο Προμηθεύς ευρίσκετο εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε ποίον μέσον σωτηρίας να εύρη διά τον άνθρωπον, έκλεψεν από τον Ήφαίστον και την Αθηνάν την σοφίαν των τεχνών μαζί με την φωτιάν — διότι είναι αδύνατον να αποκτήση κανείς ή να μεταχειρισθή αυτήν την σοφίαν χωρίς την φωτιά — και έτσι λοιπόν την εχάρισεν εις τον άνθρωπον. Την μεν λοιπόν σοφίαν, την οποίαν χρειάζεται ο άνθρωπος διά να ζήση, την έλαβε κατ' αυτόν τον τρόπον, την πολιτικήν όμως σοφίαν δεν την είχε, διότι ευρίσκετο πλησίον του Διός· εις δε τον Προμηθέα δεν επετρέπετο πλέον να εμβή εις την Ακρόπολιν που εκατοικούσεν ο Ζευς· εκτός δε τούτου και οι φύλακες του Διός επροξένουν φόβον· εμβήκεν όμως κρυφά εις το σπίτι που εκατοικούσαν μαζί η Αθηνά και ο Ήφαιστος και κατεγίνοντο εις τας τέχνας· και αφ' ου έκλεψε την τέχνην του Ηφαίστου, η οποία γίνεται με την φωτιά και την άλλην τέχνην της Αθηνάς, την έδωκεν εις τον άνθρωπον, και ένεκα τούτου ημπορεί ο άνθρωπος εύκολα να ζη· ο δε Προμηθεύς υστερώτερα εξ αιτίας του Επιμηθέως, καθώς λέγουν, ετιμωρήθη διά την κλοπήν.
Επειδή δε ο άνθρωπος έλαβε μέρος θεϊκής δυνάμεως, μόνον αυτός από τα ζώα ένεκα της συγγενείας του με τον θεόν ελάτρευσε θεούς και ήρχισε να υψώνη θυσιαστήρια, και αγάλματα θεών· έπειτα διά μέσου της τέχνης έκαμε γρήγορα ήχους φωνής, και λέξεις ενάρθρους και εφεύρηκεν οικίας και φορέματα και υποδήματα και κρεββάτια και τροφάς από την γην. Αφ' ου απέκτησαν λοιπόν τοιαύτα εφόδια οι άνθρωποι, εις την αρχήν εκατοικούσαν σκορπισμένοι εδώ και εκεί, πόλεις δε δεν υπήρχον· κατεστρέφοντο λοιπόν από τα θηρία, διότι εις όλα τα μέρη ήσαν πλέον αδύνατοι από αυτά και η κατασκευαστική των τέχνη τους εβοήθει μεν αρκετά, διά να ευρίσκουν τροφήν, δεν ήτο όμως αρκετή, διά να πολεμούν τα θηρία· διότι δεν είχον ακόμη την πολιτικήν τέχνην, της οποίας μέρος είναι η πολεμική. Εζήτουν λοιπόν να συναθροίζωνται και να σώζωνται κτίζοντες πόλεις· ότε λοιπόν ήθελον συναθροισθή, αδικούσαν ο είς τον άλλον, διότι δεν είχον την πολιτικήν τέχνην, ώστε σκορπιζόμενοι εκ νέου κατεστρέφοντο. Ο Ζευς λοιπόν, επειδή εφοβήθη διά το γένος μας, μη χαθή ολόκληρον, έστειλε τον Ερμήν να φέρη εις τους ανθρώπους την ευσέβειαν και την δικαιοσύνην, διά να φέρουν την τάξιν εις τας πόλεις και να συνενώσωσι τους ανθρώπους διά των δεσμών της αγάπης. Ηρώτησε λοιπόν ο Ερμής τον Δία με ποιον τρόπον να δώση την δικαιοσύνην και την ευσέβειαν εις τους ανθρώπους· θα τας μοιράσω είπε, και αυτάς με τον ίδιον τρόπον που εμοιράσθησαν και αι τέχναι; Εμοιράσθησαν δε αι τέχναι ως εξής· είς λόγου χάριν που έχει την ιατρικήν τέχνην είναι αρκετός διά πολλούς που δεν την ηξεύρουν, έτσι γίνεται και με τους άλλους τεχνίτας· έτσι λοιπόν θα βάλω και την δικαιοσύνην και την ευσέβειαν μέσα εις τους ανθρώπους ή θα τας μοιράσω εις όλους; θα τας μοιράσης εις όλους, είπεν ο Ζευς, και όλοι να λάβουν μέρος από αυτάς· διότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πόλεις, αν ολίγοι μόνον λάβουν μέρος από αυτάς, καθώς συμβαίνει εις τας άλλας τέχνας· και βάλε νόμον εκ μέρους μου, εκείνον ο οποίος δεν ημπορεί να λάβη μέρος ευσεβείας και δικαιοσύνης να τον θανατώνουν ως αρρώστιαν της πόλεως. Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και δι' αυτάς τας αιτίας και οι άλλοι άνθρωποι και οι Αθηναίοι, όταν πρόκειται να γείνη συζήτησις διά ικανότητα εις την τεκτονικήν ή εις καμμίαν άλλην κατασκευαστικήν τέχνην, φρονούν ότι ολίγοι πρέπει να λαμβάνουν μέρος και να συμβουλεύουν, και αν συμβουλεύη κανείς έξω από τους ολίγους τούτους, δεν τον υποφέρουν, καθώς συ λέγεις· ορθώς δε κάμνουν, λέγω εγώ· όταν όμως προβώσιν εις συμβουλήν, η οποία χρειάζεται πολιτικήν ικανότητα που πρέπει να προβαίνη με όλην την δικαιοσύνην και την φρονιμάδα, ευλόγως υποφέρουν τότε κάθε άνθρωπον να είπη την γνώμην του, διότι πρέπει ή κάθε άνθρωπος ν' αποκτήση αυτό το προτέρημα, ή να μη υπάρχουν πόλεις. Αυτή, Σωκράτη, είναι η αιτία τούτου του πράγματος· διά να μη νομίσης δε ότι σε απατώ λέγων, ότι πραγματικώς όλοι οι άνθρωποι μετέχουν από δικαιοσύνην και από τα λοιπά πολιτικά προτερήματα, πάρε λοιπόν ως απόδειξιν και το εξής. Εις τα άλλα προτερήματα, καθώς συ λέγεις, αν είπη κανείς ότι είναι λ. χ. ικανός αθλητής, ή εις οποιανδήποτε άλλην τέχνην, εάν δεν είναι ικανός, οι άνθρωποι ή τον περιπαίζουν ή θυμώνουν, και οι συγγενείς του πλησιάζουν και τον μαλώνουν λέγοντες ότι ετρελλάθη· προκειμένου δε διά την δικαιοσύνην και τα άλλα πολιτικά προτερήματα, αν μάθουν ότι κανείς είναι άδικος, εάν αυτός ο ίδιος έμπροσθεν πολλών ανθρώπων λέγη την αλήθειαν εναντίον του εαυτού του (ότι δηλαδή δεν έχει δικαιοσύνην και άλλα πολιτικά προτερήματα), εκείνο το οποίον θα εθεώρουν εις άλλην περίστασιν ως φρονιμάδα, το να λέγη δηλαδή κανείς την αλήθειαν, εις αυτήν την περίστασιν το θεωρούν ως τρέλλαν, και λέγουν ότι πρέπει όλοι να λέγουν ότι είναι δίκαιοι, και αν είναι και αν δεν είναι· αλλέως εκείνος, ο οποίος δεν προσποιείται ότι είναι δίκαιος, είναι τρελλός· διότι είναι αναπόφευκτον να μη υπάρχη κανείς ο οποίος να μη μετέχη οπωσδήποτε από αυτό, ή αλλέως πρέπει αυτός να μη υπάρχη μεταξύ των ανθρώπων.
Περί του ότι λοιπόν παραδέχονται ευλόγως κάθε άνθρωπον ως σύμβουλον, όταν χρειασθή αυτή η αρετή, επειδή νομίζουν ότι ο καθείς έχει μέρος από αυτήν, αυτά έχω να είπω· ότι δε νομίζουν εξ άλλου μέρους ότι αυτή η αρετή δεν είναι φυσικόν χάρισμα, ούτε έρχεται μόνη της εις εκείνον ο οποίος την έχει, αλλά κατόπιν διδασκαλίας και φροντίδος, τούτο έπειτα από το πρώτον θα προσπαθήσω να σ' αποδείξω. Πραγματικώς, δι' όσα κακά νομίζει ένας άνθρωπος ότι έχει ο άλλος άνθρωπος εκ φύσεως ή εκ τύχης, κανείς δεν θυμώνει, ούτε νουθετεί, ούτε διδάσκει, ούτε τιμωρεί εκείνους που έχουν αυτά διά να τους κάμη να μη είναι τοιούτοι, αλλά τους λυπούνται· τους ασχήμους λ. χ. ή τους μικρούς ή τους αδυνάτους ποίος είναι τόσον ανόητος ώστε να κάμη εις αυτούς κανέν από αυτά που λέγομεν; Διότι αυτά μεν, νομίζω, γνωρίζουν οι άνθρωποι ότι συμβαίνουν εις τους ανθρώπους εκ φύσεως και εκ τύχης, τα ωραία δηλαδή και τα εναντία εις αυτά· όσα δε αγαθά νομίζουν ότι αποκτώσιν οι άνθρωποι έπειτα από επιμέλειαν και γύμνασιν και διδασκαλίαν, αν κανείς δεν έχη αυτά, αλλ' έχη τα κακά τα εναντία εις αυτά, δι' αυτά βεβαίως γίνονται και οι θυμοί και αι τιμωρίαι και αι νουθεσίαι. Από τα οποία κακά έν είναι και η αδικία και η ασέβεια και γενικώς κάθε τι, το οποίον είναι εναντίον εις την πολιτικήν αρετήν· και τότε ίσα — ίσα ο καθείς θυμώνει και νουθετεί οποιονδήποτε, διότι ηδύνατο ν' αποκτήση την αρετήν ταύτην, αν εφρόντιζε και την εμάνθανε. Διότι, αν ήθελες να καταλάβης, Σωκράτη, τι δύναμιν έχει το να τιμωρώνται οι αδικούντες, αυτό ήθελε σε διδάξει, ότι οι άνθρωποι νομίζουν ότι η αρετή δύναται ν' αποκτηθή. Διότι κανείς δεν τιμωρεί εκείνους που αδικούν έχων εις τούτο την προσοχήν του εστραμμένην και διά ταύτην την αιτίαν, διότι δηλ. ηδίκησαν, εκτός μόνον εκείνος, ο οποίος τιμωρεί χωρίς να σκέπτηται, ως θηρίον· εκείνος δε, ο οποίος αναλαμβάνει να τιμωρή λογικώς, δεν τιμωρεί ένεκα του αδικήματος, το οποίον επέρασε πλέον — διότι με τούτο δεν ημπορεί βέβαια να κάμη να μη γείνη εκείνο που έγεινεν — αλλά τιμωρεί χάριν του μέλλοντος, διά να μη αδικήση πάλιν μήτε αυτός ο ίδιος ο τιμωρηθείς, μήτε κανείς άλλος, ο οποίος είδεν αυτόν να τιμωρηθή· και σκέπτεται τοιουτοτρόπως, επειδή καταλαμβάνει ότι η αρετή ημπορεί ν' αποκτηθή διά της παιδείας· τιμωρεί λοιπόν, διά ν' αποτρέψη ένα άλλον από το κακόν. Αυτήν λοιπόν την ιδέαν έχουν όλοι, όσοι τιμωρούν και ιδιαιτέρως και δημοσίως· εκδικούνται δε και τιμωρούν όσους νομίζουν ότι αδικούν και οι άλλοι άνθρωποι και οι συμπολίται σου Αθηναίοι επίσης· ώστε σύμφωνα με αυτήν την σκέψιν και οι Αθηναίοι είναι από εκείνους, οι οποίοι νομίζουν ότι η αρετή αποκτάται και διδάσκεται. Ότι λοιπόν ευλόγως παραδέχονται οι συμπολίται σου, όταν συμβουλεύη εις τα πολιτικά κανείς χαλκωματάς και πετσωματάς, και ότι θεωρούν ότι η αρετή είναι πράγμα που διδάσκεται και αποκτάται, σου το έχω αποδείξει αρκετά, Σωκράτη, καθώς τουλάχιστον μου φαίνεται.
Απομένει λοιπόν ακόμη να λυθή η απορία, την οποίαν έχεις διά τους αγαθούς άνδρας, διατί τάχα οι αγαθοί άνδρες κατά μεν τα άλλα διδάσκουν τους υιούς των εκείνα, τα οποία χρειάζονται διδασκάλους και τους κάμνουν σοφούς, κατά δε την αρετήν, εις την οποίαν αυτοί διαπρέπουν, δεν τους κάμνουν διόλου καλυτέρους. Δι' αυτό λοιπόν το ζήτημα, Σωκράτη, δεν θα σου είπω πλέον μύθον, αλλ' απόδειξιν· σκέψου λοιπόν κατά τον εξής τρόπον τι από τα δύο, υπάρχει έν πράγμα ή δεν υπάρχει, από το οποίον είναι απαραίτητον όλοι οι πολίται να μετέχουν, εάν πρόκειται να υπάρξη πόλις; Διότι διά τούτου λύεται αύτη η απορία την οποίαν έχεις, ή πουθενά αλλού δεν λύεται. Διότι, εάν μεν υπάρχη και τούτο το έν, δεν είναι δε τούτο ούτε η τεκτονική ούτε η χαλκευτική ούτε η κεραμευτική τέχνη, αλλά η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και το να είναι κανείς θεάρεστος και γενικώς αυτό ονομάζω ότι είναι το έν, η αρετή του ανθρώπου· εάν τούτο υπάρχη, από το οποίον πρέπει όλοι να μετέχουν και κάθε άνθρωπος, αν θέλη να μάθη και να εκτελέση κανέν άλλο έργον, έτσι μόνον να το εκτελή, μόνον μαζί με τούτο, χωρίς δε τούτο να μη το εκτελή· ή εκείνον ο οποίος δεν είναι μέτοχος τούτου πρέπει και να τον διδάσκωμεν και να τον τιμωρώμεν· και παιδίον και ανήρ και γυνή αν είναι, έως ότου τιμωρούμενος να γείνη καλύτερος, όποιος δε τιμωρούμενος και διδασκόμενος δεν υπακούει, τούτον να τον εκδιώκωμεν από τας πόλεις ή να τον θανατώνωμεν, διότι είναι αθεράπευτος· αφού δε είναι έτσι, οι αγαθοί άνδρες, αν τα μεν άλλα πράγματα διδάσκωσι τους υιούς των, τούτο δε δεν το διδάσκωσι (δηλαδή την αρετήν), σκέψου τότε ότι οι αγαθοί άνδρες θα παράγωνται μόνον ως εκ θαύματος· διότι υποθέτω ότι αυτό το πράγμα φρονούν ότι ημπορεί να διδαχθή και ιδιαιτέρως και δημοσίως· αφ' ου δε ημπορεί να διδαχθή και να υπηρετηθή, τα μεν άλλα πράγματα διά τα οποία δεν υπάρχει ως τιμωρία ο θάνατος, τα διδάσκουν λοιπόν εις τους υιούς των, αν ούτοι δεν τα ηξεύρουν, εκείνο δε (δηλ. η αρετή), διά το οποίον εις τα παιδιά των και η τιμωρία είναι θάνατος και εξορίαι αν δεν το μάθουν, μήτε τους περιποιηθούν διά να γείνουν ενάρετοι, και δι' αυτό εκτός του θανάτου γίνονται δημεύσεις περιουσιών και, διά να είπωμεν μ' ένα λόγον, γενικαί των οικογενειών καταστροφαί, αυτό δε ημπορεί να μη το διδάσκουν ούτε να καταβάλλουν δι' αυτό κάθε επιμέλειαν; Πρέπει βέβαια, Σωκράτη, να νομίζωμεν ότι ναι.
Και αφ' ου αρχίσουν από τότε που οι υιοί των είναι μικρά παιδιά, τους διδάσκουν και τους νουθετούν μέχρι τέλους της ζωής των ευθύς που αρχίση κανείς να καταλαμβάνη όσα του λέγουν, και η παραμάννα και η μήτηρ και ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατήρ συναγωνίζονται το πράγμα, διά να γείνη δηλαδή το παιδίον όσον το δυνατόν καλύτερον, διδάσκοντες αυτό και δεικνύοντες εις κάθε μίαν πράξιν και εις κάθε λόγον, ότι τούτο μεν είναι δίκαιον, εκείνο δε είναι άδικον και τούτο μεν είναι ωραίον, εκείνο δε άσχημον, και τούτο μεν είναι άγιον, εκείνο δε ασεβές, και αυτά μεν να τα κάμνης, εκείνα δε να μη τα κάμνης· και αν μεν το παιδίον υπακούη εις αυτά με το καλόν, το επαινούν εάν δε δεν ακούη, καθώς ισάζουν έν δένδρον, το οποίον γίνεται στραβόν και κυρτόν, έτσι ισάζουν και αυτό με φοβέρας και κτυπήματα. Υστερώτερα δε στέλλουν τα παιδιά εις διδασκάλους και παραγγέλλουν εις αυτούς να φροντίσουν πολύ περισσότερον διά την καλήν διαγωγήν των παρά διά τα γράμματα και το παίξιμον της κιθάρας· οι δε διδάσκαλοι και δι' αυτά φροντίζουν, και όταν πάλιν μάθωσι τα παιδιά γράμματα και ημπορούν να καταλαμβάνουν τα γραμμένα, καθώς προτήτερα τα προφορικά, τους δίδουν εις τα θρανία ν' αναγινώσκουν ποιήματα καλών ποιητών και τα υποχρεώνουν να τα μανθάνουν εκ στήθους, μέσα εις τα οποία υπάρχουσι πολλαί νουθεσίαι και πολλαί διηγήσεις και έπαινοι και εγκώμια παλαιών εναρέτων ανδρών, διά να τους ζηλεύη το παιδίον και να τους μιμήται και να επιθυμή να γείνη και αυτό τοιούτος. Οι δε διδάσκαλοι πάλιν της κιθάρας και άλλας τοιαύτας καταβάλλουν προσπαθείας, φροντίζουν δηλαδή και φρόνιμοι να γείνουν οι νέοι και να μη κάμνουν καμμίαν κακήν πράξιν· και προς τούτοις, αφ' ου μάθουν να παίζουν την κιθάραν, τους διδάσκουν ποιήματα άλλων πάλιν καλών ποιητών, που τα κάμνουν διά να τραγωδώνται, προσαρμόζοντες αυτά εις τους ήχους της κιθάρας, και αναγκάζουν ώστε αι ψυχαί των παίδων να εξοικειώνωνται με τους ρυθμούς και με τας αρμονίας της μουσικής, διά να είναι ημερώτεροι, και συνηθίζοντες εις τον καλόν ρυθμόν και εις την καλήν αρμονίαν να είναι χρήσιμοι και εις το να λέγουν και εις το να κάμνουν, διότι όλη η ζωή του ανθρώπου έχει χρείαν από καλόν ρυθμόν και καλήν αρμονίαν. Εκτός λοιπόν τούτων, στέλλουν προς τούτοις τα παιδιά και εις τον παιδοτρίβην, διά να έχωσι τα σώματα καλύτερα, διά να υπηρετώσιν αυτά τον καλόν νουν, και να μη υποχρεώνωνται να δειλιάζουν ένεκα της αδυναμίας των σωμάτων και εις τους πολέμους και εις τας άλλας πράξεις, και κάμνουν αυτά εκείνοι οι οποίοι έχουν περισσότερον τα μέσα· έχουν δε τα μέσα περισσότερον οι πάρα πολύ πλούσιοι· και τα παιδιά τούτων, αφ' ου αρχίσουν εις πολύ μικράν ηλικίαν να πηγαίνουν εις διδασκάλους, παύουν να πηγαίνουν εις πολύ μεγάλην ηλικίαν. Όταν δε παραιτήσουν τους διδασκάλους, η πόλις πάλιν τους υποχρεώνει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυτούς, ωσάν σύμφωνα με παράδειγμα, διά να μη πράττουν αυτοί από λόγου των ό,τι τους καπνίση, αλλ' ακριβώς όπως οι γραμματοδιδάσκαλοι, εις τα παιδιά τα οποία ακόμη δεν είναι ικανά να γράφουν, αφ' ου γράφουν υποκάτωθεν γραμμάς με την γραφίδα, τότε δίδουν το κονδύλιον και υποχρεώνουν το παιδίον να γράφη κατά την οδηγίαν των γραμμών. Τοιουτοτρόπως λοιπόν και η πόλις, αφ' ου γράψη υποκάτωθεν ως οδηγίαν νόμους, τους οποίους εύρον οι καλοί και παλαιοί νομοθέται, υποχρέωνει τους ανθρώπους σύμφωνα με αυτούς να κυβερνούν και να κυβερνώνται· εκείνον δε, ο οποίος περιπατεί έξω από τους νόμους τούτους, τον τιμωρεί και η τιμωρία αύτη ονομάζεται και εις τον τόπον μας και εις πολλά άλλα μέρη ευθύνει, διότι η τιμωρία ευθύνει, δηλαδή ισάζει τον άνθρωπον. Αφ' ου λοιπόν τόση φροντίς καταβάλλεται και ιδιωτικώς και δημοσίως διά την αρετήν, σου φαίνεται παράξενον, Σωκράτη, και απορείς αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή; Και δεν πρέπει να σου φαίνεται, πολύ περισσότερον παράξενον, αν δεν ημπορούσε να διδαχθή; Διατί λοιπόν πολλά παιδιά εναρέτων πατέρων γίνονται κακά; Μάθε πάλιν την αιτίαν τούτου· διότι δεν είναι διόλου παράξενον αν εγώ εις τα προηγούμενα έλεγον την αλήθειαν, ότι κανείς δεν πρέπει να μείνη αμαθής τούτου του πράγματος, δηλαδή της αρετής, αν πρόκειται να υπάρξη πόλις. Διότι, αν εκείνο το οποίον λέγω είναι έτσι όπως το λέγω — είναι δε περισσότερον από κάθε άλλο έτσι — σκέψου και διάλεξε έν άλλο από τα επαγγέλματα και τα μαθήματα όποιο θέλεις. Εάν δεν ήτο λ. χ. δυνατόν να υπάρχη πόλις, αν όλοι μας δεν είμεθα αυληταί, ο καθείς όπως ημπορούσε τότε, και αυτήν την τέχνην και ιδιαιτέρως και δημοσίως θα εδίδασκεν εις τον άλλον και θα επέπληττεν εκείνον, ο οποίος δεν έπαιζε καλά τον αυλόν και δεν ήτο ζηλιάρης διά την τέχνην του, καθώς τώρα διά τα δίκαια και τα νόμιμα κανείς δεν είναι ζηλιάρης ούτε τα κρύπτει από τους άλλους, καθώς κάμνουν διά τας άλλας τέχνας· διότι μας ωφελεί, νομίζω, η δικαιοσύνη και η αρετή του ενός προς τον άλλον· ένεκα τούτου ο καθείς λέγει και διδάσκει εις τον άλλον και τα δίκαια και τα νόμιμα. Εάν λοιπόν κατά τον ίδιον τρόπον και διά το παίξιμο του αυλού είχομεν όλην την προθυμίαν χωρίς ζηλοτυπίαν να διδάσκωμεν ο είς τον άλλον, νομίζεις, Σωκράτη, είπεν, ότι τα παιδιά των καλών αυλητών θα εγίνοντο κατά τι περισσότερον καλοί αυληταί παρά τα παιδιά των κακών αυλητών; Νομίζω ότι όχι, αλλά οποιουδήποτε ο υιός έτυχε να γείνη εκ φύσεως επιδεκτικός εις το παίξιμον του αυλού, αυτός θα προώδευε φημιζόμενος· οποιουδήποτε δε ο υιός δεν είναι φυσικά επιδεκτικός, δεν θα απέκτα φήμην· και πολλάς φοράς ικανού αυλητού υιός θα έβγαινε κακός· πολλάς δε φοράς πάλιν κακού αυλητού υιός θα έβγαινε ικανός· αλλά βεβαίως όλοι οι αυληταί θα ήσαν ικανοί παραβαλλόμενοι με τους αμαθείς και μη γνωρίζοντας τίποτε από παίξιμον αυλού. Τοιαύτην ιδέαν να έχης και τώρα. Όποιος άνθρωπος από εκείνους που ανετράφησαν ανάμεσα εις νόμους και ανθρώπους, σου φαίνεται πάρα πολύ άδικος, νόμιζε ότι είναι δίκαιος και τεχνίτης, μάλιστα τούτου του πράγματος, δηλαδή της δικαιοσύνης, αν πρόκειται να τον συγκρίνωμεν με ανθρώπους εις τους οποίους ούτε ανατροφή υπάρχει, ούτε δικαστήρια, ούτε νόμοι, ούτε καμμία υποχρέωσις, η οποία να τους αναγκάζη να φροντίζουν διά την αρετήν, αλλ' είναι άνθρωποι άγριοι ωσάν εκείνους τους οποίους το περασμένον έτος ο ποιητής Φερεκράτης(4) παρέστησεν εις έν δράμα του κατά τας εορτάς του Ληναίου (δηλαδή του Βάκχου). Αναμφιβόλως αν ευρίσκεσο ανάμεσα εις τους τοιούτους ανθρώπους, ομοίους ωσάν τους μισανθρώπους, τους οποίους ο ποιητής παριστάνει εις εκείνον τον χορόν του δράματος, θα επροτίμας πολύ περισσότερον, αν εύρισκες εμπρός σου τον Ευρύβατον και τον Φρυνώνδαν(5) και θα εθρήνεις αποζητών των εδώ ανθρώπων την κακίαν· τώρα δε καλοπερνάς, Σωκράτη, διότι όλοι είναι διδάσκαλοι της αρετής εις όσα ημπορεί ο καθείς, διά τούτο κανείς δεν σου φαίνεται ότι είναι ο μόνος διδάσκαλος της αρετής, και αν εζήτεις ποίος είναι διδάσκαλος της αρετής, κανείς δεν ήθελε παρουσιασθή (διότι όλοι την διδάσκουν) ούτε βεβαίως, νομίζω, αν εζήτεις ποίος εις τον τόπον μας δύναται να διδάξη τους υιούς των χειροτεχνών αυτήν την ιδίαν τέχνην, την οποίαν ίσα ίσα έχουν μάθει από τον πατέρα των, εις όσον ο πατήρ των και οι φίλοι του πατρός των, οι συντεχνίται του, ήσαν ικανοί, και ποίος ημπορεί να διδάξη αυτήν εις τούτους ακόμη καλύτερα, νομίζω, Σωκράτη, ότι δεν θα είναι εύκολον να παρουσιασθή διδάσκαλος διά τούτους, να παρουσιασθή όμως διά τους μη γνωρίζοντας τίποτε είναι όλως διόλου εύκολον· το ίδιον συμβαίνει και εις την αρετήν και εις τα άλλα· εάν δηλαδή, υπάρχη κανείς ολίγον ικανώτερός μας, ο οποίος να μας προοδεύση εις την αρετήν, πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι. Είς λοιπόν από τούτους νομίζω ότι είμαι εγώ, και ότι ηξεύρω καλύτερα από τους άλλους να διδάξω, διά να γείνη τις καλός και ενάρετος άνθρωπος, και τόσον όσον αξίζει ο μισθός τον οποίον λαμβάνω, και ακόμη περισσότερον, ώστε και εκείνος όπου έμαθεν από εμένα το βεβαιώνη. Ένεκα τούτου του λόγου και τον μισθόν μου εισπράττω με τον ακόλουθον τρόπον. Όταν κανείς μάθη από εμέ, αν μεν θέλη, πληρώνει τον μισθόν τον οποίον συνήθως λαμβάνω· αν δε δεν θέλη πηγαίνει εις την εκκλησίαν, ορκίζεται, και όσον είπη ότι αξίζουν τα μαθήματα, τόσον πληρώνει. Τοιούτον, Σωκράτη, μύθον και τοιαύτην απόδειξιν λέγω εις σε, διά να σου αποδείξω ότι η αρετή ημπορεί να διδαχθή και ότι τούτο φρονούν και οι Αθηναίοι, ότι προς τούτοις δεν είναι διόλου παράξενον από καλούς πατέρας να γίνωνται κακά παιδιά, και από κακούς καλά, επειδή και τα παιδιά του Πολυκλείτου, της αυτής ηλικίας με τον Πάραλον και με τον Ξάνθιππον, παραβαλλόμενα με τον πατέρα των είναι τίποτε· έτσι και τα παιδιά διαφόρων άλλων τεχνιτών. Τούτους δε (τον Πάραλον και τον Ξάνθιππον) δεν είναι δίκαιον ακόμη να τους καταδικάσωμεν· διότι υπάρχουσιν ακόμη μέσα εις αυτούς ελπίδες· είναι βεβαίως νέοι ακόμη.
Ο μεν Πρωταγόρας, αφ' ου τόσα και τόσον εύμορφα ωμίλησεν, ετελείωσε την ομιλίαν του. Και εγώ διά πολλήν μεν ώραν μαγευμένος τον εκύτταζα ακόμη μήπως είπη και τίποτε άλλο, επειδή επεθύμουν να τον ακούω· όταν δε πλέον εκατάλαβα ότι πραγματικώς είχε παύσει, κάπως μετά δυσκολίας αφ' ου συνεκέντρωσα τρόπον τινά τον εαυτόν μου, εκύτταξα τον Ιπποκράτην και είπον·
Σωκράτης Υιέ του Απολλοδώρου, πόσην ευγνωμοσύνην σου χρεωστώ, διότι με παρεκίνησες να έλθω εδώ· διότι μεγάλην αξίαν αποδίδω εις εκείνα τα οποία ήκουσα από τον Πρωταγόραν. Εγώ βέβαια έως τώρα μεν ενόμιζον ότι δεν υπάρχει ανθρωπίνη επιμέλεια, διά της οποίας οι ενάρετοι να γίνωνται ενάρετοι· τώρα δε έχω πεισθή περί τούτου. Αλλά υπάρχει έν μικρόν πράγμα, το οποίον με εμποδίζει, το οποίον φανερόν είναι ότι ο Πρωταγόρας θα διδάξη και αυτό ευκόλως, αφ' ου και αυτά τα πολλά εις την εντέλειαν εδίδαξε. Διότι, αν μεν ήθελε συμβουλευθή κανείς δι' αυτά τα ίδια πράγματα ένα οποιονδήποτε από τους λαϊκούς ρήτορας, ίσως θα ήτο δυνατόν ν' ακούση λόγους τοιούτους, ωσάν τους λόγους ή του Περικλέους ή κανενός άλλου από τους ικανούς ρήτορας· αν δ' έπειτα ήθελε πάλιν ερωτήσει κανείς κανένα από αυτούς τίποτε, δεν ημπορούν ούτε ν' αποκριθούν, ούτε αυτοί να ερωτήσουν όπως τα (άφωνα) βιβλία· αλλ' αν κανείς ερωτήση έπειτα και κανέν μικρόν πράγμα, από εκείνα που είπουν, καθώς τα χάλκινα αγγεία όταν κτυπηθούν κάμνουν ήχον μακρόν και διαρκεί ο ήχος, αν κανείς δεν τον σταματήση, τοιουτοτρόπως και οι ρήτορες διά μικρά πράγματα αν ερωτηθούν, εξακολουθούν ατελείωτον ομιλίαν. Αυτός εδώ όμως ο Πρωταγόρας είναι μεν ικανός να είπη μακρούς και ωραίους λόγους, καθώς αυτά που ηκούσαμεν ότι αποδεικνύουν, είναι δε ικανός και όταν ερωτηθή ν' αποκρίνεται σύντομα και όταν ερωτά να περιμένη και να δέχεται όπως πρέπει την απόκρισιν, τα οποία ολίγοι είναι εις κατάστασιν να κάμουν. Τώρα λοιπόν, Πρωταγόρα, μου λείπει ακόμη έν μικρόν πράγμα, διά να έχω όλα, και θα σου είμαι υπόχρεως, αν ευαρεστηθής να μου αποκριθής εις το εξής. Λέγεις ότι η αρετή ημπορεί να διδαχθή και εγώ σε πιστεύω περισσότερον παρά κάθε άλλον άνθρωπον εις τον κόσμον· εκείνο δε το οποίον εθαύμασα, όταν συ το έλεγες, τούτο συμπλήρωσέ το, παρακαλώ, μέσα εις την ψυχήν μου. Έλεγες λοιπόν ότι ο Ζευς έστειλεν εις τους ανθρώπους την δικαιοσύνην και την ευσέβειαν, και πάλιν εις πολλά μέρη των ομιλιών σου έλεγες ότι η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και η οσιότης και όλα αυτά περιλαμβάνονται όλα ομού εις έν, δηλαδή την αρετήν· αυτά λοιπόν τα ίδια εξήγησέ μου διά της ομιλίας με ακρίβειαν, τι από τα δύο δηλαδή, η μεν αρετή είναι έν πράγμα, η δικαιοσύνη δε και η σωφροσύνη και η οσιότης είναι μέρη της, ή αυτά τα οποία προ ολίγου έλεγα είναι όλα διάφορα ονόματα ενός και του αυτού πράγματος· τούτο είναι εκείνο το οποίον επιθυμώ ακόμη να μάθω.
Πρωταγόρας Αλλά εις τούτο βεβαίως, είπεν, είναι εύκολον, Σωκράτη, ν' αποκριθή κανείς, ότι, εν ώ η αρετή είναι έν πράγμα, αυτά διά τα οποία ερωτάς είναι μέρη του.
Σωκράτης. Τι από τα δύο είπον, καθώς τα μέλη του προσώπου είναι αυτά μέρη πραγματικώς, καθώς δηλαδή το στόμα και η μύτη και τα ομμάτια και τα αυτιά, ή καθώς είναι τα μόρια του χρυσού, τα οποία διόλου δεν διαφέρουν τα μεν από τα δε, δηλαδή το έν από το άλλο και καθέν από το όλον, παρά μόνον κατά το μέγεθος και την μικρότητα;
Πρωταγόρας Ωσάν εκείνα, μου φαίνεται, Σωκράτη, δηλαδή καθώς τα μέρη του προσώπου σχετικώς προς το όλον πρόσωπον.
Σωκράτης Τι λοιπόν από τα δύο, είπον εγώ, λαμβάνουν λοιπόν οι άνθρωποι από αυτά τα μέρη της αρετής άλλοι μεν έν, άλλοι δε άλλο, ή είναι αναγκασμένοι, αν κανείς λάβη έν, να τα έχη όλα ομού;
Πρωταγόρας Διόλου, είπεν, επειδή πολλοί είναι ανδρείοι, είναι όμως άδικοι, και πολλοί είναι πάλιν δίκαιοι, δεν είναι όμως σοφοί.
Σωκράτης Είναι λοιπόν και αυτά μέρη της αρετής, είπον εγώ, η σοφία και η ανδρεία;
Πρωταγόρας Περισσότερον βέβαια από όλα, είπε· και το μεγαλύτερον βεβαίως από τα μέρη είναι η σοφία.
Σωκράτης Και καθέν βεβαίως από αυτά διαφέρει από το άλλο;
Πρωταγόρας Ναι.
Σωκράτης Και καθέν από αυτά έχει βεβαίως ιδικήν του ενέργειαν, καθώς τα μέρη του προσώπου; Όπου το μάτι δεν είναι ότι είναι το αυτί, ούτε η ενέργειά του είναι η ιδία· ούτε κανέν από τα άλλα είναι όμοιον με το άλλο, ούτε κατά την ενέργείαν, ούτε εις άλλο τι· και λοιπόν κατά τον ίδιον τρόπον και τα μέρη της αρετής, το έν μέρος δεν είναι όμοιον με το άλλο, ούτε αυτό το ίδιον ούτε η ενέργειά του; Ή είναι φανερόν ότι αυτά δεν ομοιάζουν μεταξύ των, αν ομοιάζουν με το παράδειγμα το οποίον εφέραμεν;
Πρωταγόρας Αλλ' έτσι είναι, είπε, Σωκράτη.
Σωκράτης Και εγώ είπον· κανέν άλλο λοιπόν από τα μέρη της αρετής δεν είναι όμοιον με την επιστήμην, ούτε με την δικαιοσύνην, ούτε με την ανδρείαν, ούτε με την εγκράτειαν, ούτε με την αγιότητα.
Πρωταγόρας Δεν είναι όμοιον, είπεν.
Σωκράτης Έλα τώρα, είπον εγώ, να σκεφθώμεν μαζί ποία είναι η φύσις καθενός από αυτά. Και ας αρχίσωμεν από το εξής· η δικαιοσύνη είναι κάτι τι πραγματικόν, ή δεν είναι τίποτε πραγματικόν; διότι εγώ νομίζω ότι είναι κάτι· συ δε τι φρονείς;
Πρωταγόρας Και εγώ, είπε, νομίζω ότι είναι κάτι τι.
Σωκράτης Τι λοιπόν; αν κανείς ερωτήση και εμέ και σε· Πρωταγόρα και Σωκράτη, είπετέ μου λοιπόν, τούτο το πράγμα, το οποίον προ ολίγου ωνομάσατε, δηλαδή η δικαιοσύνη, αυτό το ίδιον, είναι κανέν πράγμα δίκαιον ή άδικον; Εγώ μεν ήθελον αποκριθή εις αυτόν ότι είναι πράγμα δίκαιον· συ δε ποίαν ψήφον ήθελες ρίψει; Την ιδίαν όπου έρριψα και εγώ ή άλλην;
Πρωταγόρας Την ιδίαν, είπεν.
Σωκράτης Είναι λοιπόν η δικαιοσύνη πράγμα τοιούτον, οποίον το να είναι κανείς δίκαιος, εγώ τουλάχιστον θα έλεγον αποκρινόμενος εις εκείνον ο οποίος μ' ερωτά· δεν θα έλεγες και εσύ το ίδιον;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν.
Σωκράτης Αν λοιπόν έπειτα από τούτο ήθελε μας ερωτήσει· δεν λέγετε ότι υπάρχει και κάποια οσιότης; δεν θα ελέγομεν ναι, καθώς εγώ νομίζω;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν αυτός.
Σωκράτης Δεν λέγετε λοιπόν ότι και τούτο είναι κάτι πραγματικόν; θα ελέγομεν ναι· ή όχι;
Πρωταγόρας Συνεφώνησα και εις τούτο.
Σωκράτης Τι από τα δύο λοιπόν, λέγετε ότι αυτό το ίδιον πράγμα είναι όμοιον με το ανόσιον ή όμοιον με το όσιον; Εγώ βεβαίως, είπον, θα εθύμωνα διά την ερώτησιν, θα έλεγον· έλα εις τον νουν σου, ευλογημένε· και ποίον άλλο πράγμα θα ήτο όσιον εις τον κόσμον; εάν βεβαίως η ιδία η οσιότης δεν θα ήτο όσιον· τι δε θα έλεγες συ; Δεν θ' απεκρίνεσο με τον ίδιον τρόπον;
Πρωταγόρας Βεβαιότατα, είπεν.
Σωκράτης Αν λοιπόν έπειτα από αυτό ερωτών ημάς ήθελεν είπει· πώς λοιπόν ελέγετε ολίγον προτήτερα; Μήπως δεν σας ήκουσα καλά; Καθώς εκατάλαβα είπετε ότι η σχέσις, την οποίαν έχουν τα μέρη της αρετής το έν με το άλλο είναι τοιαύτη, ώστε το έν από αυτά να μη είναι όμοιον με το άλλο· εγώ βεβαίως θα έλεγον προς αυτόν ότι τα μεν άλλα σωστά τα ήκουσες, αν δε νόμιζες ότι είπον τούτο εγώ, τότε δεν θα ήκουσες καλά· διότι απ' εδώ ο Πρωταγόρας έδωκεν αυτάς τας αποκρίσεις, εγώ δε τον ηρώτων· Αν λοιπόν ήθελε σου είπει· αλήθειαν λέγει, Πρωταγόρα, αυτός εδώ; Συ παραδέχεσαι ότι από τα μέρη της αρετής το έν είναι όμοιον με το άλλο; Αυτή η γνώμη ιδική σου είναι; Τι ήθελες αποκριθή εις αυτόν;
Πρωταγόρας Θα ήμην υποχρεωμένος, Σωκράτη, να ομολογήσω.
Σωκράτης Αφ' ου λοιπόν ομολογήσωμεν αυτά, Πρωταγόρα, τι θ' αποκριθώμεν εις αυτόν, αν μας ερωτήση έπειτα ως εξής· η αγιότης λοιπόν δεν είναι όμοιον πράγμα όπως το δίκαιον, ούτε η δικαιοσύνη όμοιον με την αγιότητα, αλλ' είναι όμοιον με την μη αγιότητα· η δε αγιότης είναι ομοία με την μη δικαιοσύνην, επομένως με την αδικίαν, και η δικαιοσύνη με την ανοσιότητα; Τι θ' αποκριθώμεν εις αυτόν; Διότι εγώ μεν ο ίδιος, διά να υπερασπίσω βεβαίως τον εαυτόν μου, θα έλεγον ότι και η δικαιοσύνη είναι πράγμα άγιον και η αγιότης πράγμα δίκαιον· και σε δε διά να υπερασπίσω, αν μου επέτρεπες, αυτά τα ίδια εκ μέρους σου ήθελον αποκριθή, ότι δηλαδή η δικαιοσύνη ή είναι το ίδιον πράγμα με την αγιότητα ή πράγμα όσον ενδέχεται όμοιον και περισσότερον από όλα και η δικαιοσύνη είναι ομοία με την αγιότητα και η αγιότης ομοία με την δικαιοσύνην. Αλλά σκέψου, αν θα μ' εμποδίσης να δώσω αυτήν την απόκρισιν ή θα το παραδεχθής και συ.
Πρωταγόρας Δεν πολυπαραδέχομαι, είπε, Σωκράτη, ότι είναι τόσον καθαρόν το πράγμα, ώστε να παραδεχθώ ότι η δικαιοσύνη είναι πράγμα άγιον και η αγιότης είναι πράγμα δίκαιον· αλλά μου φαίνεται ότι μεταξύ των υπάρχει κάποια διαφορά. Αλλά τούτο τι πειράζει; είπεν· αφ' ου το θέλεις, ας παραδεχθώμεν ότι και η δικαιοσύνη είναι αγιότης και η αγιότης είναι δικαιοσύνη.
Σωκράτης Όχι, να σε χαρώ, είπον εγώ· διότι δεν έχω χρείαν να θέσωμεν υπό εξέτασιν αυτό το «αν θέλης και αν εγκρίνης», αλλά να θέσωμεν υπό εξέτασιν εμέ και σε, λέγω δε το εμέ και σε, διότι νομίζω ότι με αυτόν τον τρόπον θα αποδειχθή καλύτερα η αλήθεια, αν αφαιρέση κανείς από αυτήν την αλήθειαν το «εάν».
Πρωταγόρας Αλλ' όμως πράγματι, είπεν ούτος, ομοιάζει κατά τι η δικαιοσύνη με την αγιότητα, διότι και οποιονδήποτε πράγμα ομοιάζει με κάποιον τρόπον με οποιονδήποτε άλλο. Το άσπρον τωόντι ομοιάζει κατά τι με το μαύρον, και το σκληρόν με το μαλακόν και τα άλλα όσα φαίνονται ότι είναι τελείως εναντία το έν με το άλλο· και εκείνα τα οποία ελέγαμεν τότε ότι έχουν διαφορετικήν ενέργειαν και ότι το έν δεν είναι όμοιον με το άλλο, δηλ. τα μέρη του προσώπου, εις κάποιον τρόπον ομοιάζουν το έν με το άλλο· ώστε βέβαια με τούτον τον τρόπον, αν θέλης, και αν ταύτα εξετάσης, δύνασαι ν' αποδείξης ότι όλα τα πράγματα είναι όμοια το έν με το άλλο. Αλλά δεν είναι δίκαιον να ονομάζης όμοια εκείνα που έχουν ασήμαντον ομοιότητα, ούτε να ονομάζης ανόμοια εκείνα που έχουν κάποιαν ανομοιότητα, και αν πολύ μικράν έχουν την ομοιότητα.
— Και εγώ, επειδή μου εφάνη παράξενον τούτο, είπον εις αυτόν·
Σωκράτης Πραγματικώς φρονείς ότι η δικαιοσύνη και η αγιότης έχουν τοιαύτην σχέσιν μεταξύ των, ώστε η μία με την άλλην να έχουν μόνον μίαν μικράν ομοιότητα;
Πρωταγόρας Ούτε τόσον πολύ μικράν, είπεν, ούτε όμως πάλιν τόσον μεγάλην όσην, νομίζω, φαντάζεσαι συ ότι έχουν.
Σωκράτης Αλλ' όμως, είπον εγώ, επειδή μου φαίνεσαι ότι δυσαρεστείσαι με αυτό το ζήτημα, ας το αφήσωμεν· αυτό δε το άλλο να εξετάσωμεν από εκείνα τα οποία έλεγες. Υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον ονομάζεις κακοκεφαλιάν;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν.
Σωκράτης Όλον το εναντίον εις τούτο το πράγμα δεν είναι η σοφία (δηλαδή η ορθή σκέψις);
Πρωταγόρας Μου φαίνεται, είπε.
Σωκράτης Τι δε από τα δύο, όταν πράττουν οι άνθρωποι σωστά και ωφέλιμα, τότε, επειδή πράττουν κατ' αυτόν τον τρόπον, σου φαίνεται ότι σκέπτονται ορθά, ή αν έκαμναν το εναντίον;
Πρωταγόρας Μου φαίνεται, ότι, αν κάμνουν έτσι, σκέπτονται σωστά, είπε.
Σωκράτης Και υπάρχει λοιπόν εις εκείνους οι οποίοι σκέπτονται σωστά ορθή σκέψις;
Πρωταγόρας Αναμφιβόλως.
Σωκράτης Και λοιπόν εκείνοι οι οποίοι δεν πράττουν σωστά, πράττουν άσκεπτα και, επειδή πράττουν τοιουτοτρόπως, δεν έχουν ορθήν σκέψιν;
Πρωταγόρας Έτσι φρονώ και εγώ, είπε.
Σωκράτης Το να πράττη λοιπόν κανείς άσκεπτα, είναι το εναντίον εις το να πράττη με ορθήν σκέψιν;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν.
Σωκράτης Εκείνα τα οποία πράττονται ασκέπτως, πράττονται με ασκεψίαν· εκείνα δε τα οποία πράττονται φρόνιμα, πράττονται με ορθήν σκέψιν;
— Το εβεβαίωνεν (ο Πρωταγόρας).
Σωκράτης Και λοιπόν, αν κανέν πράγμα πράττεται με δύναμιν, πράττεται δυνατά; και αν με αδυναμίαν, πράττει αδύνατα;
— Το παρεδέχετο (ο Πρωταγόρας),
Σωκράτης Και αν κανέν πράγμα πράττεται με γρηγοράδα, πράττεται γρήγορα, και αν με αργότητα, πράττεται αργά;
Πρωταγόρας Ναι, είπε.
Σωκράτης Και αν κανέν πράγμα πράττεται με τον ίδιον τρόπον, πράττεται από τον ίδιον ενεργούντα, και αν κανέν πράγμα πράττεται με εναντίον τρόπον, πράττεται από τον εναντίον ενεργούντα;
— Συνεφώνησεν (ο Πρωταγόρας).
Σωκράτης Ας ίδωμεν λοιπόν, είπον εγώ· υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον ονομάζουν ωραίον;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν.
Σωκράτης Εις τούτο υπάρχει κανέν άλλο πράγμα, εναντίον, εκτός του ασχήμου;
Πρωταγόρας Δεν υπάρχει.
Σωκράτης Τι δε λέγεις, υπάρχει κανέν πράγμα που το ονομάζουν αγαθόν;
Πρωταγόρας Υπάρχει.
Σωκράτης Εις τούτο υπάρχει κανέν άλλο εναντίον, εκτός του κακού;
Πρωταγόρας Δεν υπάρχει.
Σωκράτης Τι δε λέγεις, εις την φωνήν υπάρχει κανέν πράγμα, το οποίον λέγεται οξύ;
Πρωταγόρας Ναι είπεν.
Σωκράτης Εις τούτο μήπως υπάρχει κανέν άλλο εναντίον παρά το βαρύ;
Πρωταγόρας Όχι, είπεν.
Σωκράτης Και λοιπόν, είπον εγώ, εις καθέν από τα εναντία μεταξύ των έν μόνον υπάρχει εναντίον και όχι πολλά;
— Το παρεδέχετο.
Σωκράτης Έλα λοιπόν, είπον εγώ, ας ξαναπεράσωμεν μίαν φοράν εκείνα εις τα οποία εμέναμεν σύμφωνοι. Εσυμφωνήσαμεν ότι εις έν πράγμα έν μόνον πράγμα είναι εναντίον, και όχι περισσότερα;
Πρωταγόρας Εσυμφωνήσαμεν.
Σωκράτης Εκείνο δε το οποίον πράττεται μ' εναντίον τρόπον, ότι πράττεται από εναντία αίτια;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν,
Σωκράτης Εσυμφωνήσαμεν ότι εκείνο το οποίον πράττεται άσκεπτα, πράττεται μ' εναντίον τρόπον προς εκείνο το οποίον πράττεται με ορθήν σκέψιν;
Πρωταγόρας Ναι, είπεν.
Σωκράτης Εκείνο δε το οποίον πράττεται φρόνιμα, ότι πράττεται από ορθήν σκέψιν, εκείνο δε το οποίον πράττεται άσκεπτα, πράττεται χωρίς σκέψιν;
— Έμενε σύμφωνος.
Σωκράτης Και λοιπόν, αν πράττεται μ' εναντίον τρόπον, δεν παρεδέχθημεν ότι πράττεται μ' εναντίον αίτιον;
Πρωταγόρας Ναι.
Σωκράτης Πράττεται δε το μεν έν από σκέψιν ορθήν, το δ' άλλο από ασκεψίαν;
Πρωταγόρας Ναι.
Σωκράτης Με εναντίον τρόπον το έν προς το άλλο;
Πρωταγόρας Βέβαια.
Σωκράτης Δεν πράττονται λοιπόν από αίτια εναντία μεταξύ των;
Πρωταγόρας Ναι.
Σωκράτης Είναι λοιπόν εναντίον η ασκεψία προς την ορθήν σκέψιν;
Πρωταγόρας Φαίνεται.
Σωκράτης Ενθυμείσαι, ότι εις τους προηγουμένους μας λόγους παρεδέχθημεν ότι η ασκεψία είναι πράγμα εναντίον εις την σοφίαν (δηλαδή εις την ορθήν σκέψιν);
— Το παρεδέχετο.
Σωκράτης Και ότι έν πράγμα μόνον εις έν πράγμα είναι εναντίον;
Πρωταγόρας. Ναι, λέγω.
Σωκράτης Τι λοιπόν, Πρωταγόρα, από τα δύο συμπεράσματα μας να παραδεχθώμεν; Το ότι το έν μόνον εις έν είναι εναντίον, ή εκείνο εις το οποίον ελέγομεν ότι άλλο είνε η ορθή σκέψης και άλλο η σοφία, ότι δε καθέν από τα δύο είνε μέρος της αρετής, και ότι εκτός του ότι είναι άλλο το έν και άλλο το άλλο, είναι και ανόμοια πράγματα και αυτά τα ίδια και αι ενέργειαι αυτών, καθώς τα μέρη του προσώπου; Τι λοιπόν από τα δύο να παραδεχθώμεν; Διότι αυτά τα συμπεράσματα και, τα δύο δεν λέγονται με πολύ μουσικήν συμφωνίαν· διότι ούτε συμφωνούν ούτε ταιριάζουν μεταξύ των. Πώς θα ήτο δυνατόν να συμφωνούν, αφ' ου βεβαίως είνε ανάγκη εις έν μεν πράγμα έν μόνον πράγμα να είναι εναντίον και όχι πολλά, εις δε την ασκεψίαν, η οποία είναι έν πράγμα φαίνεται εναντία η σοφία και προς τούτοις πάλιν και η ορθή σκέψις· δεν σου φαίνεται έτσι, Πρωταγόρα, είπον εγώ, ή αλλέως πως;
— Με κακή καρδιά το παρεδέχθη.
Σωκράτης Θα είναι λοιπόν έν πράγμα (το ίδιον πράγμα δηλ.) η ορθή σκέψις και η σοφία, καθώς προτύτερα πάλιν μας εφάνη ότι η δικαιοσύνη και η αγιότης είναι πράγμα σχεδόν το ίδιον. Έλα λοιπόν, είπον εγώ, Πρωταγόρα, ας μη βαρυνθώμεν, αλλ' ας εξετάσωμεν με την σκέψιν μας και τα επίλοιπα. Είς άνθρωπος, ο οποίος αδικεί, σου φαίνεται ότι σκέπτεται σωστά διότι αδικεί;
Πρωταγόρας Εγώ βεβαίως, είπε, Σωκράτη, θα εντρεπόμην να ομολογήσω τούτο, αν και πολλοί άνθρωποι το παραδέχονται.
Σωκράτης Τι από τα δύο λοιπόν, ν' απευθύνω την ομιλίαν προς εκείνους, είπα, ή προς σε;
Πρωταγόρας Εάν έχης ευχαρίστησιν, είπε, ομίλησον σχετικώς με αυτήν την γνώμην που έχουν οι πολλοί.
Σωκράτης Αλλά τούτο διόλου δεν μ' ενδιαφέρει, εάν βεβαίως αποκρίνεσαι (εκ μέρους των) μόνον συ, είτε παραδέχεσαι ταύτα, είτε όχι. Εγώ εξετάζω προ πάντων τα λεγόμενά των (καθ' εαυτά), συμβαίνει όμως ίσως με αυτά να εξεταζώμεθα και εγώ ο οποίος ερωτώ και συ ο οποίος αποκρίνεσαι.
— Κατ' αρχάς μεν μας εδείκνυε δυσκολίαν ο Πρωταγόρας, διότι επροφασίζετο ότι το αντικείμενον της συζητήσεως είνε δύσκολον· έπειτα όμως συγκατετέθη ν' αποκρίνεται.
Σωκράτης Έλα λοιπόν, δος μου απόκρισιν εις την πρώτην ερώτησιν. Σου φαίνονται μερικοί ότι είναι σώφρονες εν ώ αδικούσιν;
Πρωταγόρας Ας το παραδεχθώ, είπε.
Σωκράτης Το δε να είναι κανείς σώφρων, λέγεις ότι είναι το να σκέπτεται ορθώς;
Πρωταγόρας Ναι, είπε.
Σωκράτης Το δε να σκέπτεται ορθώς λέγεις ότι είναι να φρονή ως ορθήν γνώμην το ότι αδικεί;
Πρωταγόρας Ας το παραδεχθώ, είπε.
Σωκράτης Τι από τα δύο, είπον εγώ, αν ευτυχή όταν αδική, ή αν δυστυχή;
Πρωταγόρας Εάν ευτυχή.
Σωκράτης Λέγεις λοιπόν ότι μερικά πράγματα είνε αγαθά;
Πρωταγόρας Το λέγω.
Σωκράτης Άρά γε, είπον εγώ, εκείνα τα πράγματα είναι αγαθά, τα οποία είναι ωφέλιμα εις τους ανθρώπους;
Πρωταγόρας Και ναι, μα τον Δία, είπεν, πολλάκις και αν δεν είναι ωφέλιμα εις τους ανθρώπους, εγώ τουλάχιστον τα ονομάζω αγαθά
— Και μου εφάνη τώρα ο Πρωταγόρας ότι είχε θυμώση και εστενοχωρείτο και προκλητικώς ητοιμάσθη ν' αποκρίνεται· επειδή τον έβλεπα εις τοιαύτην κατάστασιν, μετά προφυλάξεως τον ηρώτησα ως εξής αταράχως:
Σωκράτης Τι από τα δύο, είπον εγώ, λέγεις αγαθά, Πρωταγόρα· εκείνα, τα οποία εις κανένα από τους ανθρώπους δεν είναι ωφέλιμα, ή εκείνα τα οποία δεν είναι διόλου ωφέλιμα; Και εκείνα που είναι τοιαύτα συ τα ονομάζεις αγαθά;
Πρωταγόρας Διόλου, είπεν· αλλ· εγώ ηξεύρω πολλά πράγματα, και φαγητά και ποτά και ιατρικά και άπειρα άλλα, τα οποία εις τους ανθρώπους είναι ανωφελή· άλλα δε τα οποία είναι ωφέλιμα· άλλα δε τα οποία διά μεν τους ανθρώπους είναι αδιάφορα, είναι δε ωφέλιμα διά τους ίππους· άλλα δε μόνον διά τους βόας, άλλα δε διά τους κύνας· άλλα δε που δεν είναι εις κανέν από αυτά τα ζώα ωφέλιμα και είναι όμως ωφέλιμα εις τα δένδρα· άλλα δε διά μεν τας ρίζας των δένδρων είναι καλά, διά δε τους βλαστούς κακά, καθώς είναι και η κόπρος, η οποία αν μεν ριφθή εις τας ρίζας όλων των φυτών κάμνει καλόν, αν δε θελήσης να την ρίψης εις τους κλάδους και τα νέα κλωνάρια, τα καταστρέφει όλα· επειδή και το έλαιον δι' όλα μεν εν γένει τα φυτά είναι τελείως κακόν και διά τας τρίχας των άλλων ζώων ο μεγαλύτερος εχθρός, εκτός διά τας τρίχας του ανθρώπου, εκτός δε από τας τρίχας του ανθρώπου ωφελεί και το επίλοιπον σώμα. Τόσην δε ποικιλίαν και τόσον πολλά είδη έχει το αγαθόν, ώστε και εις το παράδειγμα τούτο το έλαιον διά τα έξωθεν μέρη του σώματος είναι εις τον άνθρωπον αγαθόν, διά δε τα έσωθεν αυτό το ίδιον είναι κάκιστον· και διά τούτο όλοι οι ιατροί παραγγέλλουν εις τους ασθενείς να μη μεταχειρίζονται έλαιον, μόνον δε όσον το δυνατόν ολίγον εις εκείνα τα οποία πρόκειται να φάγουν, και μόνον όσον χρειάζεται διά τας αισθήσεις της οσφρήσεως, η οποία γίνεται με τους ρώθωνας διά να κατασβέσουν την κακήν μυρωδίαν που έχουν τα τρωγόμενα κρέατα.
— Αφ' ου λοιπόν αυτός είπε ταύτα, οι παρευρισκόμενοι εχειροκρότησαν δυνατά ότι καλά λέγει· και εγώ είπον:
Σωκράτης Πρωταγόρα, εγώ τυχαίνει να είμαι άνθρωπος ξεχασιάρης, και αν κανείς μου μακρολογή, λησμονώ το αντικείμενον διά το οποίον γίνεται η ομιλία. Καθώς λοιπόν, αν συνέβαινε να είμαι ολίγον κωφός, θα ενόμιζες ότι πρέπει, αν επρόκειτο να συνομιλήσης μαζί μου, να ομιλής δυνατώτερα εις εμέ παρά εις τους άλλους, έτσι και τώρα, επειδή εύρες εμπρός σου άνθρωπον ξεχασιάρη, συντόμευέ μου τας αποκρίσεις και κάμε τας μικροτέρας, αν θέλης να σε παρακολουθήσω.
Πρωταγόρας Πώς λοιπόν απαιτείς ν' αποκρίνωμαι σύντομα; Ή θέλεις, είπε, να σου αποκρίνωμαι συντομώτερα παρά όσον πρέπει;
Σωκράτης Διόλου, είπον εγώ.
Πρωταγόρας Αλλά θέλεις να σου αποκρίνωμαι όσα πρέπει; Είπε.
Σωκράτης Ναι, είπον εγώ.
Πρωταγόρας Τι από τα δύο λοιπόν θέλεις να σου αποκρίνωμαι, τόσα όσα εγώ νομίζω ότι πρέπει ν' αποκρίνωμαι, ή όσα συ;
Σωκράτης Έχω ακούση, τω όντι, είπον εγώ, ότι και συ ο ίδιος είσαι ικανός, και άλλον ημπορείς να διδάξης διά τα ίδια αντικείμενα και εκτεταμένα να ομιλής, αν θέλης, τόσον, ώστε ο λόγος ποτέ να μη παύη, και πάλιν τόσον σύντομα, ώστε κανείς να μην ημπορή να ομιλήση με ολιγωτέρα λόγια από σε· εάν λοιπόν θέλης να συνομιλήσης μ' εμέ, μεταχειρίσου μαζί μου τον δεύτερον τρόπον, δηλαδή την κοντολογίαν.
Πρωταγόρας Σωκράτη, είπε, εγώ έως τώρα με πολλούς ανθρώπους ήλθα εις λογοπόλεμον, και εάν έκαμνα τούτο, το οποίον συ απαιτείς, δηλαδή να συνδιαλέγωμαι, όπως απαιτούσεν ο αντίπαλός μου να συνδιαλέγωμαι, δεν θα εφαινόμην καλύτερος από κανένα, ούτε θα υπήρχε το μέγα όνομα του Πρωταγόρα μεταξύ των Ελλήνων.
Σωκράτης Και εγώ — διότι εκατάλαβα ότι δεν ήρεσεν ο ίδιος εις τoν εαυτόν του με τας προηγουμένας του αποκρίσεις, και ότι δεν θα θέληση θεληματικώς να συνδιαλεχθή δίδων μόνον αποκρίσεις — επειδή ενόμισα ότι δεν είναι πλέον δουλειά ιδική μου να παρευρίσκωμαι εις την συναναστροφήν, είπον·
Πρωταγόρα, ούτε εγώ σε στενοχωρώ εναντίον της γνώμης σου να γείνη η συνομιλία μας, αλλ' όταν συ θελήσης να συνδιαλεχθής με τρόπον ώστε και εγώ να ημπορώ να παρακολουθώ, τότε θέλω συνδιαλεχθή με εσέ. Διότι συ μεν, καθώς λέγουν διά σε, λέγεις δε και συ ο ίδιος, είσαι ικανός να κάμης συνδιαλέξεις και με μακρολογίαν και με κοντολογίαν, διότι είσαι σοφός· εγώ δε εις αυτά τα μακρά είμαι αδύνατος, αν και επεθύμουν να είμαι ικανός. Αλλά συ, ο οποίος είσαι δυνατός και εις τους δύο τρόπους, έπρεπε να φανής συγκαταβατικός εις εμέ, διά να γείνη συνδιάλεξις· τώρα δε, επειδή δεν θέλεις και εγώ έχω κάποιαν δουλειά, και δεν μου είναι δυνατόν να μείνω πολύν καιρόν διά να μου απευθύνης μακρολογίας — διότι είναι ανάγκη κάπου να υπάγω — αναχωρώ· αν και δεν ήκουσα ίσως με αηδίαν και αυτά τα οποία μου είπες.
— Και, αφ' ου είπον αυτά, συγχρόνως εσηκώθην διά ν' αναχωρήσω· και εν ώ εσηκωνόμην ν' αναχωρήσω, ο Καλλίας με την δεξιάν του χείρα μου έπιασε το χέρι, και με την αριστεράν εκράτησε τούτο εδώ το επανωφόρι μου και είπε·
Καλλίας Δεν θα σε αφήσωμεν, Σωκράτη· διότι εάν συ εξέλθης, δεν θα έχωμεν παρομοίας συνομιλίας. Σε παρακαλώ λοιπόν να εξακολουθήσης μένων μαζί μας· διότι εγώ κανένα άνθρωπον δεν ήθελον ακούσει με περισσοτέραν ευχαρίστησιν παρά σε και τον Πρωταγόραν να συνδιαλέγεσθε· αλλά κάμε αυτήν την χάριν εις όλους μας.
Σωκράτης Και εγώ είπον — είχον δε πλέον σηκωθή διά να εξέλθω — υιέ του Ιππονίκου, εγώ μεν βέβαια σε θαυμάζω πάντοτε διά την φιλομάθειάν σου και τώρα ακόμη την επαινώ και την αγαπώ, ώστε επεθύμουν να σ' ευχαριστήσω, αν μου εζήτεις πράγματα που ημπορούν να γείνουν· τώρα είναι ως να μου εζήτεις ν' ακολουθήσω εις το τρέξιμον τον Κρίσωνα τον Ιμεραίον (6), όστις είναι νεώτατος, ή κανένα από τους δολιχοδρόμους (οίτινες τρέχουν δώδεκα φοράς τον γύρον του σταδίου) ή κανένα ημεροδρόμον (7) να τρέξω με αυτούς και να τους ακολουθήσω, θα σου έλεγον ότι εγώ πολύ περισσότερον από σε ζητώ από τον εαυτόν μου ν' ακολουθήση τούτους τρέχοντας, αλλ' όμως δεν ημπορώ, αλλ' αν είναι καμμία ανάγκη να ίδης συγχρόνως να τρέχωμεν εγώ και ο Κρίσων, παρακάλεσέ τον να κάμη συγκατάβασιν εις εμέ· διότι εγώ μεν δεν ημπορώ να τρέχω γρήγορα, αυτός όμως ημπορεί να τρέχη αργά. Αν λοιπόν επιθυμής ν' ακούης εμέ και τον Πρωταγόραν, παρακάλεσε αυτόν, καθώς κατ' αρχάς μου απεκρίνετο μ' ολίγα λόγια και εις εκείνα ακριβώς που τον ηρώτων, έτσι και τώρα ν' αποκρίνεται· αν δε όχι, τι τρόπος συνδιαλέξεως θα είναι αυτός τότε; Διότι εγώ τουλάχιστον ενόμιζα ότι το να συναναστρέφωνται μεταξύ των οι άνθρωποι συνδιαλεγόμενοι και το να δημηγορούν είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Καλλίας Αλλά βλέπεις, είπε, Σωκράτη· ο Πρωταγόρας φαίνεται ότι λέγει δίκαια πράγματα, διότι απαιτεί και αυτός να έχη την άδειαν να συνδιαλεχθή όπως θέλει και συ πάλιν όπως θέλεις.
— Ο Αλκιβιάδης λοιπόν έλαβε τον λόγον και είπε·
Αλκιβιάδης Καλλία, δεν ομιλείς σωστά· διότι απ' εδώ ο Σωκράτης ομολογεί ότι δεν ηξεύρει από μακρολογίας και ότι κατά τούτο είναι ανώτερος ο Πρωταγόρας, εις δε την ικανότητα να συνδιαλέγεται και να ηξεύρη να δίδη και να λαμβάνη λογικάς αποδείξεις θα μου εφαίνετο παράξενον αν εθεώρει κανένα άλλον άνθρωπον ανώτερόν του. Αν λοιπόν και ο Πρωταγόρας ομολογή, ότι είναι κατώτερος από τον Σωκράτη να συνδιαλεχθή, ο Σωκράτης θα το θεωρήση αρκετήν ικανοποίησιν· αν δε νομίζη ότι ημπορεί να τον νικήση, ας κάμη μαζί του συνδιάλεξιν κάμνων ερωτήσεις και δίδων αποκρίσεις, χωρίς ν' απευθύνη εις κάθε ερώτησιν εκτεταμένην ομιλίαν διά να ξεφεύγη τας λογικάς αποδείξεις και επειδή δεν θέλει να δώση λογικήν απόκρισιν, αλλά μακρύνει την ομιλίαν έως ότου οι περισσότεροι από τους ακροατάς να λησμονήσουν διά ποίον αντικείμενον ήτο η ερώτησις· επειδή διά τον Σωκράτη εγώ εγγυώμαι, ότι αυτός δεν θα λησμονήση, και ας αστειεύεται και λέγει ότι είναι ξεχασιάρης. Εγώ λοιπόν φρονώ ότι ο Σωκράτης είναι σωστότερα αυτά όπου προτείνει· διότι πρέπει ο καθείς μας να εκφράση την ιδέαν του.
— Έπειτα δε από τον Αλκιβιάδην, καθώς νομίζω, ήτο ο Κριτίας που είπε τα εξής·
Κριτίας Πρόδικε και Ιππία, ο μεν Καλλίας μου φαίνεται ότι είναι παρά πολύ υπέρ του Πρωταγόρου, ο δε Αλκιβιάδης εις ό,τι πράγμα ριφθή με τα μούτρα είναι φιλόνεικος, ημείς όμως δεν πρέπει μεταξύ μας να φιλονεικώμεν ούτε διά τον Σωκράτη, ούτε διά τον Πρωταγόρα. Αλλ' όλοι μαζί να παρακαλέσωμεν και τους δύο να μη διακόψουν εις το μέσον την συνδιάλεξιν.
— Αφού δε είπεν αυτά, ο Πρόδικος είπε·
Πρόδικος Μου φαίνεται, Κριτία, ότι ομιλείς σωστά· διότι πρέπει εκείνοι, οι οποίοι παρευρίσκονται εις τοιούτου είδους ομιλίας να είναι μεν όλοι μαζί ακροαταί και των δύο που συνδιαλέγονται, όχι όμως με το ίδιον ενδιαφέρον. Διότι δεν είναι της ιδίας αξίας· πρέπει μεν βεβαίως ν' ακούσουν όλοι και τους δύο, να μη δώσουν δε τόσην εκτίμησιν εις τον ένα, όσην και εις τον άλλον. Αλλ' εις μεν τον σοφώτερον να δώσουν περισσοτέραν, εις δε τον αμαθέστερον ολιγωτέραν· εγώ λοιπόν και από μέρους μου, Πρωταγόρα και Σωκράτη, απαιτώ να συμφωνήτε και να συζητήσετε μεταξύ σας διά τ' αντικείμενα της ομιλίας, να μη μαλώσετε όμως· διότι συζητούν μεν με αγάπην και οι φίλοι με τους φίλους, μαλώνουν δε εκείνοι όπου έχουν διαφοράς και είναι εχθροί μεταξύ των. Και με αυτόν τον τρόπον η συνομιλία σας θα είναι εις ημάς παρά πολύ ευχάριστος· διότι με αυτό τον τρόπον και σεις που θα ομιλήσετε, δεν θα λάβετε από ημάς τους ακροατάς έπαινον, αλλά υπόληψιν· διότι υπόληψις μεν είναι (συναίσθημα) εις τας ψυχάς των ακροατών (ειλικρινές και) χωρίς απάτην· ο δ' έπαινος είναι πολλάς φοράς ψευδολογία εναντίον της πεποιθήσεώς μας· και ημείς πάλιν οι ακροαταί κατ' αυτόν τον τρόπον θα αισθανθώμεν μεγάλην ευφροσύνη και όχι μεγάλην νοστιμάδα, διότι ευφροσύνη μεν είναι να μανθάνη κανείς έν πράγμα και με τον ίδιον τον νουν του ν' αποκτά κάποιαν γνώσιν, νοστιμάδα δε, όταν τρώγη τίποτε ή με το ίδιόν του σώμα αισθάνεται καμμίαν άλλην γλυκύτητα.
— Αφ' ου είπεν αυτά ο Πρόδικος, πάρα πολλοί από τους παρευρισκομένους τα παρεδέχθησαν· έπειτα δε από τον Πρόδικον, ο σοφός Ιππίας είπε·
Ιππίας Κύριοι παρευρισκόμενοι, εγώ νομίζω ότι είσθε μεταξύ σας όλοι ομού και συγγενείς και φίλοι και συμπολίται και όχι ένεκα του νόμου — διότι το όμοιον έχει εκ φύσεως συγγένειαν με το όμοιόν του — ο οποίος είναι τύραννος των ανθρώπων και πολλά πράγματα εναντία εις την φύσιν τα επιβάλλει με την βίαν. Είναι λοιπόν εντροπή ημείς να ηξεύρωμεν μεν την φύσιν των πραγμάτων, να είμεθα δε σοφώτατοι όλων των Ελλήνων, να έχωμεν συναθροισθή τώρα (εις τας Αθήνας, εις αυτό το ίδιον το πρυτανείον(8) της Ελλάδος, και εις την μεγαλυτέραν και πλουσιωτέραν οικίαν της πόλεως) και να μη εκφράσωμεν μίαν γνώμην αξίαν του μεγαλείου μας, αλλ' ωσάν τους πλέον τιποτένιους ανθρώπους να μαλώνωμεν μεταξύ μας. Εγώ μεν λοιπόν και σας παρακαλώ και σας συμβουλεύω, Πρωταγόρα και Σωκράτη, ωσάν να είμεθα ημείς εδώ διαιτηταί σας, ν' ακολουθήσετε και οι δύο τον μεσαίον δρόμον, και μήτε συ, Σωκράτη, να ζητής αυτό το ακριβές είδος των συνδιαλέξεων, το οποίον ακολουθεί παρά πολλήν συντομίαν, εάν δεν ευχαριστή τον Πρωταγόραν, αλλά ας απολύση και ας χαλαρώση τα χαλινάρια των λόγων, διά να σας φαίνωνται πλέον μεγαλοπρεπείς και εύμορφοι, μήτε πάλιν ο Πρωταγόρας να τεντώση όλα τα σχοινιά, ν' απολυθή με ούριον άνεμον και να τρέχη εις το πέλαγος των λόγων χάνων από τα μάτια του την ξηράν, αλλά να χαράξετε και οι δύο μεσαίον δρόμον.
Έτσι λοιπόν να κάμετε, και εάν θέλετε να με ακούσετε, εκλέξατε ένα ραβδούχον και διευθυντήν και πρόεδρον ο οποίος να σας κρατή το μέτρον του μήκους των ομιλιών και του ενός και του άλλου.
— Αυτά ήρεσαν εις τους παρευρισκομένους και όλοι τα επεδοκίμασαν, και ο Καλλίας είπεν ότι δεν θα με αφήση να φύγω και με παρεκάλουν να εκλέξω κριτήν της συζητήσεως. Είπον τότε εγώ.
Σωκράτης Θα ήτο εντροπή να εκλέξω άνθρωπον δια να βραβεύη τα λεγόμενα. Διότι εάν εκείνος που θα εκλεχθή είναι χειρότερος από ημάς, δεν θα ήτο σωστόν πράγμα ο χειρότερος να κρίνη τους καλυτέρους του· εάν πάλιν είναι όμοιος, ούτε τότε θα ήτο σωστόν· διότι ο όμοιος θα κάμη και όμοια με ημάς, ώστε περιττή θα είναι η εκλογή του. Αλλά, θα είπετε ότι θα εκλέξετε, κανένα καλύτερον από ημάς. Μα την αλήθειαν, καθώς εγώ νομίζω, σας είναι αδύνατον να εκλέξετε κανένα σοφώτερον από τον Πρωταγόραν απ' εδώ· εάν δε εκλέξετε μεν κανένα ο οποίος να μη είναι διόλου καλύτερος, είπετε δε ότι είναι καλύτερος, θ' απετέλει και τούτο προσβολήν εις τούτον εδώ, διότι θα ήτο ωσάν να εκλέγατε κριτήν ενός ανικάνου ανθρώπου· επειδή όσον αφορά εις εμέ αυτό δεν μ' ενδιαφέρει διόλου. Αλλ' επιθυμώ να κάμω το εξής, διά να γείνη εκείνο το οποίον επιθυμείτε, δηλαδή συναναστροφή και συνδιάλεξις μεταξύ μας· εάν ο Πρωταγόρας δεν θέλει ν' αποκρίνεται, τότε αυτός μεν ας ερωτά, θ' αποκρίνωμαι δ' εγώ, και συγχρόνως θα προσπαθήσω να του δείξω με ποίον τρόπον λέγω ότι πρέπει ν' αποκρίνεται εκείνος που αποκρίνεται· όταν δ' εγώ ήθελον αποκριθή εις όσα αυτός με ηρώτα, πάλιν με τον όμοιον τρόπον να τον ερωτώ εγώ και να μ' αποκρίνεται αυτός. Εάν λοιπόν ήθελε φανή ότι δεν είναι πρόθυμος να δώση απόκρισιν εις εκείνο ακριβώς που τον ερωτούν, τότε μαζί και εγώ και σεις θα παρακαλέσωμεν αυτόν, όπως σεις τώρα παρακαλείτε εμέ, να μη ματαιώνη την συνδιάλεξιν· και δι' αυτό το πράγμα δεν χρειάζεται διόλου να γείνη ένας κριτής, αλλά μαζί όλοι να κρίνετε.
Παρεδέχθησαν όλοι να κάμνουν έτσι· και εις τον Πρωταγόραν δεν πολυάρεσε τούτο, υπεχρεώθη όμως να παραδεχθή να ερωτά· και όταν αρκετά ερωτήση, τότε πάλιν ολίγον κατ' ολίγον αποκρινόμενος να δίδη λόγον (εις τα ερωτώμενα). Ήρχισε λοιπόν να ερωτά επάνω κάτω ως εξής·
Πρωταγόρας Φρονώ, είπε, Σωκράτη, εγώ ότι πολύ μεγάλον μέρος της παιδείας ενός ανθρώπου είναι να είναι ικανός εις τα αποβλέποντα τα ποιήματα· συνίσταται δ' αυτή η ικανότης εις το να ημπορή να καταλαβαίνη εκείνα που λέγουν οι ποιηταί, ποία είναι σωστά βαλμένα εις ποίημα και ποία όχι, και να ηξεύρη να κρίνη δι' αυτά· και όταν τον ερωτούν να δικαιολογή την κρίσιν του. Και λοιπόν και τώρα η ερώτησίς μου θα είναι διά το αυτό μεν αντικείμενον διά το οποίον και εγώ και συ τώρα συνομιλούμεν, δηλαδή διά την αρετήν το οποίον θα μεταφέρω όμως εις την ποίησιν· μόνον αυτήν την διαφοράν θα έχη· λέγει λοιπόν κάπου ο ποιητής Σιμωνίδης προς τον Σκόπαν, τον υιόν του Κρέοντος από την Θεσσαλίαν, ότι «είναι δύσκολον να γείνη κανείς αληθινά άνθρωπος ενάρετος, τετράγωνος κατά τας χείρας και τους πόδας και τον νουν, κατασκευασμένος χωρίς ελάττωμα». Ηξεύρεις τούτο το τραγούδι, ή να σου το επαναλάβω ολόκληρον;
Σωκράτης Και εγώ είπα ότι δεν χρειάζεται διόλου· διότι και το ηξεύρω και έχω παρά πολύ φροντίση να μελετήσω αυτό το τραγούδι.
Πρωταγόρας Τόσον το καλύτερον, είπε. Τι από τα δύο λοιπόν, σου φαίνεται· ότι το τραγολυδι είναι καλόν και σωστόν, ή όχι;
Σωκράτης Παρά πολύ είπον εγώ εύμορφον και σωστόν.
Πρωταγόρας Εάν δε ο ποιητής λέγη ο ίδιος τα εναντία εις τον εαυτόν του, σου φαίνεται τότε, ότι είναι καλόν το ποίημα;
Σωκράτης Ότι δεν είναι καλόν, είπον εγώ.
Πρωταγόρας Πρόσεξέ το λοιπόν, είπε, καλύτερα.
Σωκράτης Αλλά, φίλε μου, το έχω εξετάση καλά.
Πρωταγόρας Μάθε λοιπόν, είπεν, ότι καθώς προχωρεί το τραγούδι λέγει κάπου, ότι «ο λόγος του φιλοσόφου Πιττακού διόλου δεν μου αρέσει, αν και τον έχει είπη άνθρωπος σοφός, όταν λέγη ότι είναι δύσκολον να είναι τις ενάρετος». Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο ίδιος λέγει και αυτά και εκείνα τα προηγούμενα;
Σωκράτης Το ηξεύρω είπον εγώ.
Πρωταγόρας Σου φαίνεται λοιπόν, είπεν, ότι αυτά είναι σύμφωνα;
Σωκράτης Εις εμέ βεβαίως φαίνεται ότι είναι σύμφωνα.
— Συγχρόνως όμως εφοβούμην μήπως είπη άλλο τι και διά τούτο του είπον·
Μήπως εις σε φαίνονται ότι δεν είναι σύμφωνα;
Πρωταγόρας Αλλά πώς είναι δυνατόν να είναι σύμφωνος ο ίδιος με τον εαυτόν του εκείνος όπου λέγει τα δύο αυτά πράγματα, ο οποίος την μεν πρώτην φοράν ο ίδιος παρεδέχθη ότι είναι δύσκολον πράγμα να γείνη κανείς αληθινά ενάρετος άνθρωπος· μόλις δε επροχώρησεν ολίγον εις το ποίημα και τον Πιττακόν ο οποίος λέγει τα ίδια λόγια που είπεν, ότι δηλαδή είναι δύσκολον να γείνη κανείς ενάρετος, τον κατηγορεί και λέγει ότι δεν παραδέχεται τα λεγόμενά του, εν ώ εκείνος λέγει τα ίδια απαραλλάκτως. Και λοιπόν, όταν κατηγορή εκείνον που λέγει τα ίδια με όσα αυτός είπε προτύτερα, είναι φανερόν ότι κατηγορεί και τον εαυτόν του, ώστε ή προτύτερα δεν έλεγε σωστά, ή ύστερα.
— Με αυτά λοιπόν που είπεν επροκάλεσεν εις πολλούς θόρυβον και από τους ακροατάς έπαινον· και εγώ κατ' αρχάς μεν, ωσάν να ήθελε φάγω γροθιά από δυνατόν γρονθιστήν, εσκοτίσθην και εγύρισα το κεφάλι μου καθώς είπεν αυτά και οι άλλοι τον εχειροκρότησαν· έπειτα, διά να σου είπω την αλήθειαν, διά να εύρω καιρόν να σκεφθώ τι λέγει ο ποιητής, εγύρισα προς τον Πρόδικον και τον εκάλεσα και του είπα·
Σωκράτης Πρόδικε, αφ' ου είναι συμπολίτης σου ο Σιμωνίδης, δίκαιον είναι να δώσης βοήθειαν εις τον άνθρωπον. Μου φαίνεται λοιπόν ότι εγώ σε παρακαλώ, καθώς λέγει ο Όμηρος, ότι ο Σκάμανδρος όταν επολιορκείτο από τον Αχιλλέα, παρεκάλει τον Σιμόεντα και έλεγεν· «Αγαπητέ αδελφέ, ας σταματήσωμεν και οι δυο την δύναμιν του ανδρός τούτου». Και εγώ λοιπόν σε παρακαλώ, βοήθησε να μη μας κυριεύση ο Πρωταγόρας τον Σιμωνίδη, διότι η υπεράσπισις του Σιμωνίδου έχει χρειάν από την μουσικήν σου (δηλαδή την φιλοσοφίαν σου), διά της οποίας ξεχωρίζεις την θέλησιν από την επιθυμίαν, διότι δεν είναι το ίδιον πράγμα· και εκείνα, τα οποία είπες προ ολίγου ήσαν και πολλά και εύμορφα. Κύτταζε και τώρα, αν έχης την ιδίαν γνώμην μ' εμέ. Διότι δεν μου φαίνεται ότι λέγει εναντία εις τον εαυτόν του ο Σιμωνίδης. Συ λοιπόν, Πρόδικε, ειπέ πρώτος την γνώμην σου· σου φαίνεται ότι είναι το ίδιον το να γείνη κανείς και το να είναι, ή ότι είναι άλλο;
Πρόδικος Άλλο, μα τον Δία, είπεν.
Σωκράτης Και λοιπόν είπον εγώ, εις μεν τους πρώτους στίχους δεν είπεν ο Σιμωνίδης την ιδικήν του γνώμην, ότι δηλαδή είναι δύσκολον να γείνη κανείς αληθινά ενάρετος άνθρωπος;
Πρόδικος Αληθινά λέγεις, είπεν.
Σωκράτης Τον Πιττακόν δε, είπον εγώ, κατηγορεί ο Σιμωνίδης όχι, όπως νομίζει ο Πρωταγόρας, ότι λέγει τα ίδια που είπε προτύτερα, διότι είπε άλλο. Ο Πιττακός τω όντι δεν έλεγε το ίδιον καθώς ο Σιμωνίδης, ότι δηλ. είναι δύσκολον να γείνη τις ενάρετος, αλλ' ότι είναι δύσκολον να είναι ενάρετος· δεν είναι το ίδιον, Πρωταγόρα, καθώς λέγει απ' εδώ ο Πρόδικος, το να είναι με το να γείνη· αν δε το να είναι και το να γείνη δεν είναι το ίδιον, ο Σιμωνίδης δεν λέγει εναντία ο ίδιος εις τον εαυτόν του. Και θα έλεγεν ίσως απ' εδώ ο Πρόδικος και πολλοί άλλοι, σύμφωνα με τον Ησίοδον, ότι το να γείνη μεν κανείς ενάρετος είναι δύσκολον, διότι οι θεοί έθεσαν έμπροσθεν τούτου της αρετής ιδρώτα· όταν δε φθάση κανείς εις την κορυφήν αυτής, τότε, αν και είναι εις την αρχήν δύσκολος, έπειτα γίνεται εύκολον να την αποκτήση.