← Table of contents
Πρωταγόρας

Front matter (continued 2)

Aristeidis Harokopos translation

— Ο μεν Πρόδικος λοιπόν, άμα ήκουσε ταύτα, μ' επήνεσε· ο δε Πρωταγόρας είπε·

Πρωταγόρας Η διόρθωσίς σου, Σωκράτη, έχει μεγαλύτερον σφάλμα παρά εκείνο, το οποίον διορθώνεις.

Σωκράτης Και εγώ είπον· έκαμα λοιπόν κακόν, καθώς φαίνεται, Πρωταγόρα, και είμαι ένας γελοίος ιατρός· εν ώ θέλω να ιατρεύσω, κάμνω μεγαλυτέραν την αρρωστίαν.

Πρωταγόρας Αλλ' έτσι είναι, είπε, καθώς λέγεις.

Σωκράτης Πώς λοιπόν; είπον εγώ.

Πρωταγόρας Θα ήτο, είπε, μεγάλη αμάθεια του ποιητού, αν λέγη ότι είναι τόσον εύκολον ν' αποκτήση κανείς την αρετήν, η οποία είναι το δυσκολώτερον από όλα, καθώς παραδέχονται όλοι οι άνθρωποι.

Σωκράτης Και εγώ είπα· μα τον Δία, εις κατάλληλον περίστασιν έτυχε να ευρίσκεται παρών εις την συζήτησίν μας απ' εδώ ο Πρόδικος. Διότι, Πρωταγόρα, η σοφία του Προδίκου είναι σχεδόν θεία και παλαιά, η οποία ήρχισε βέβαια από τον καιρόν του Σιμωνίδου ή και ακόμη παλαιότερα. Συ δε εν ώ εις άλλας πολλάς σοφίας είσαι έμπειρος, αποδεικνύεσαι ότι από αυτήν δεν έχεις είδησιν, ούτε τόσην όσην έχω εγώ, διότι είμαι μαθητής τούτου εδώ του Προδίκου· και τώρα μου φαίνεται πως δεν καταλαβαίνεις, ότι και την λέξιν αυτήν δύσκολον ο Σιμωνίδης δεν την ενοούσεν έτσι, όπως συ την εννοείς, αλλά καθώς αυτός εδώ ο Πρόδικος με νουθετεί κάθε φοράν διά την λέξιν δεινός (φοβερός ή παρά πολύ ικανός), όταν εγώ διά να επαινέσω σε ή κανένα άλλον ότι ο Πρωταγόρας είναι άνθρωπος σοφός και δεινός (ικανώτατος και φοβερώτατος), αυτός μ' ερωτά αν δεν εντρέπωμαι τα καλά πράγματα να τα ονομάζω δεινά (φοβερά). Διότι λέγει, δεινόν θα είπη κακόν· κανείς τω όντι καμμίαν φοράν δεν λέγει τον πλούτον δεινόν, ούτε την ειρήνην δεινήν, ούτε την υγείαν δεινήν, αλλά λέγει την ασθένειαν δεινήν, και τον πόλεμον δεινόν και την πτωχείαν δεινήν, διότι δεινόν θα είπη κακόν πράγμα. Ίσως λοιπόν και το δύσκολον πάλιν οι Κείοι και ο Σιμωνίδης ή το νομίζουν κακόν, ή άλλο τίποτε το οποίον συ δεν καταλαβαίνεις· ας ερωτήσωμεν λοιπόν τον Πρόδικον· διότι είναι δίκαιον αυτόν να ερωτήσωμεν διά την γλώσσαν του Σιμωνίδου (διότι είναι πατριώτης αυτού)· ειπέ μας, Πρόδικε, τι ήθελε να είπη με την λέξιν δύσκολον ο Σιμωνίδης;

Πρόδικος Κακόν πράγμα, είπε.

Σωκράτης Δι' αυτόν λοιπόν τον λόγον και κατηγορεί, είπον εγώ, Πρόδικε, τον Πιττακόν, ο οποίος λέγει ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς ενάρετος, ωσάν να τον ήκουε να λέγη ότι είναι κακόν πράγμα να είναι κανείς ενάρετος.

Πρόδικος Αλλά τι νομίζεις, είπεν ο Πρόδικος, Σωκράτη, ότι ο Σιμωνίδης λέγει άλλο πράγμα, και όχι αυτό και ότι δεν προσβάλλει τον Πιττακόν, διότι δεν ήξευρε να μεταχειρίζεται σωστά τας λέξεις, επειδή ήτο από την Λέσβον και είχεν ανατραφή με βάρβαρον γλώσσαν;

Σωκράτης Ακούεις λοιπόν, είπον εγώ, Πρωταγόρα, τι λέγει απ' εδώ ο Πρόδικος; Έχεις τίποτε εις αυτά ν' απαντήσης;

— Και ο Πρωταγόρας είπε·

Πρωταγόρας Κάθε άλλο παρά να είναι έτσι Πρόδικε· αλλ' εγώ ηξεύρω καλά ότι και ο Σιμωνίδης έλεγε δύσκολον εκείνο που το λέγομεν τέτοιο και ημείς οι άλλοι, όχι δηλαδή το κακόν, αλλ' εκείνο το οποίον δεν ήθελεν είσθαι εύκολον, αλλά γίνεται διά μέσου πολλών δυσκολιών.

Σωκράτης Αλλά και εγώ νομίζω, είπα, Πρωταγόρα, ότι ο Σιμωνίδης τούτο λέγει, και ότι αυτός εδώ ο Πρόδικος το ηξεύρει, αλλά αστειεύεται και θέλει, φαίνεται, να σε δοκιμάση εάν είσαι ικανός να υποστηρίξης την γνώμην σου· επειδή ότι ο Σιμωνίδης δύσκολον δεν λέγει το κακόν, μεγάλη απόδειξις είναι εκείνο που λέγει αμέσως κατόπιν· διότι λέγει ότι «μόνος ο Θεός δύναται να έχη τούτο το βραβείον».

Διότι αν έλεγεν ότι είναι κακόν πράγμα να είναι κανείς ενάρετος, δεν θα έλεγεν έπειτα ότι μόνος ο Θεός ημπορεί να έχη αυτήν την χάριν και δεν θ' απέδιδεν εις μόνον τον θεόν αυτό το βραβείον· διότι ο Πρόδικος θα έλεγε τότε τον Σιμωνίδην άνθρωπον ασεβή και κατ' ουδένα τρόπον Κείον·(9) αλλ' εκείνα τα οποία μου φαίνεται ότι εννοεί να είπη ο Σιμωνίδης εις τούτο το τραγούδι, θέλω να σου τα είπω διά να καταλάβης ποίας γνώσεις έχω εις αυτό το αντικείμενον, το οποίον συ λέγεις, δηλαδή το περί ποιημάτων· αν δε θέλης να μου είπης συ, θα σ' ακούσω μ' ευχαρίστησιν.

— Ο μεν Πρωταγόρας λοιπόν, αφ' ου με ήκουσε να λέγω αυτά, είπεν·

Πρωταγόρας Όπως θέλεις, Σωκράτη.

— Ο δε Πρόδικος και ο Ιππίας και οι άλλοι πολύ με παρεκίνουν να είπω εγώ. Εγώ δε είπον ως εξής·

Σωκράτης Την γνώμην μου τουλάχιστον διά το τραγούδι αυτό θα προσπαθήσω να σας την εκθέσω. Η φιλοσοφία είναι πολύ παλαιά και παρά πολλή μεταξύ των Ελλήνων και εις την Κρήτην και εις την Λακεδαίμονα, και εκεί υπάρχουν οι περισσότεροι του κόσμου σοφισταί· αλλ' εις τους άλλους το αρνούνται και προσποιούνται ότι είναι αμαθείς, διά να μη τους καταλαμβάνουν ότι υπερτερούν τους άλλους Έλληνας κατά την σοφίαν, ωσάν τους σοφιστάς τους οποίους ανέφερεν ο Πρωταγόρας, αλλά διά να νομίζουν οι άλλοι ότι υπερτερούν κατά την πολεμικήν τέχνην και την ανδρείαν, επειδή νομίζουν ότι, εάν μάθουν οι άλλοι εις τι υπερτερούν, όλοι θα κάμουν τότε το έργον αυτό, δηλαδή την σοφίαν. Τώρα δε, επειδή το απέκρυψαν, εξηπάτησαν εκείνους οι οποίοι εις τας διαφόρους πόλεις μιμούνται ό,τι κάμουν οι Λάκωνες· και άλλοι μεν από αυτούς διά να μιμηθούν τους Λάκωνας κατακόπτουν τα αυτία των, ζώνονται με λωρία, επιδίδονται εις την γυμναστικήν και φορούν κοντά φορέματα, επειδή νομίζουν ότι τάχα με αυτά οι Λακεδαιμόνιοι υπερτερούν τους Έλληνας· οι δε Λακεδαιμόνιοι, όταν θελήσουν με ελευθερίαν να συνομιλήσουν με τους σοφιστάς των και στενοχωρηθούν πλέον να συνομιλούν με αυτούς κρυφά, ενεργούν έξωσιν των ξένων και εκείνων οι οποίοι μιμούνται τους Λάκωνας και οποιουδήποτε άλλου ξένου, ο οποίος τύχη να ευρεθή εις τον τόπον των, και τότε συναναστρέφονται τους σοφιστάς των χωρίς να το πέρνουν είδησιν οι ξένοι, και οι ίδιοι δεν επιτρέπουν εις κανένα από τους νέους να ξενιτεύεται εις άλλας πόλεις, καθώς κάμνουν και οι Κρήτες, διά να μη ξεμαθαίνουν οι νέοι εκείνα τα οποία αυτοί διδάσκουν. Είναι δε μέσα εις αυτάς τας πόλεις όχι μόνον άνδρες οι οποίοι έχουν μεγάλην ιδέαν διά την παιδείαν των, αλλά και γυναίκες. Ημπορείτε δε να πληροφορηθήτε ότι αυτά όπου λέγω είναι αληθινά και ότι οι Λακεδαιμόνιοι είναι κάλλιστα πεπαιδευμένοι εις την φιλοσοφίαν και την ρητορικήν με τον ακόλουθον τρόπον· εάν θέλη κανείς να συζητήση με τον αμαθέστατον από τους Λακεδαιμονίους, κατ' αρχάς μεν θα του φαίνεται ότι είναι κανένας κουτός, έπειτα εκείνος εις την σειράν της ομιλίας, όπου εύρη ευκολίαν, ρίπτει μίαν σύντομον ομιλίαν αξιόλογον και στριφογυριστήν ωσάν κανένας έξοχος ακοντιστής, ώστε να φανή εκείνος που ομιλεί μαζί του, ότι δεν είναι διόλου καλύτερος από μωρό παιδί. Τούτο λοιπόν το ίδιον πράγμα, υπάρχουν πολλοί οι οποίοι το έχουν εννοήση, και από τους παλαιούς, ότι το να μιμήται κανείς τους Λάκωνας συνίσταται πολύ περισσότερον εις το να φιλοσοφή παρά εις το ν' αγαπά την γυμναστικήν, γνωρίζοντες ότι μόνον τελείως πεπαιδευμένος είναι ικανός να λέγη τοιαύτα. Από τούτους τους σοφούς ήτο και ο Θαλής ο Μιλήσιος, και ο Πιττακός, ο Μιτυληναίος, και ο Βίας ο Πριηνεύς και ο ιδικός μας ο Σόλων και ο Κλεόβουλος ο Λίνδιος και ο Μύσων ο Χηνεύς (10) και έβδομος μεταξύ τούτων ελέγετο ο Λακεδαιμόνιος Χίλων. Όλοι αυτοί εζήλευσαν και ηγάπησαν και ήσαν μαθηταί της παιδείας των Λακεδαιμονίων· και ημπορεί κανείς να πληροφορηθή, ότι η σοφία των ήτο τοιαύτη από μερικά αξιομνημόνευτα σύντομα λόγια, τα οποία καθείς απ' αυτούς έχει είπη, τα οποία αυτοί, αφ' ου συνηθροίσθησαν όλα μαζί, τ' αφιέρωσαν εις τον Απόλλωνα εις τον ναόν του που είναι εις τους Δελφούς ως προφαντά της σοφίας των, αφ' ου τα έγραψαν, τα οποία όλοι διασαλπίζουν, δηλαδή τα «γνώθι σαυτόν» (γνώρισε τον εαυτόν σου), και «μηδέν άγαν» (εις τίποτε μη το παρακάνης). Διά ποίαν λριπόν αιτίαν εγώ λέγω αυτά; Διά να ιδήτε ότι αυτός είναι ο παλαιός τρόπος της φιλοσοφίας, κάποια δηλαδή λακωνική κοντολογία· και του Πιττακού λοιπόν, ιδιαιτέρως περιεφέρετο και εγκωμιάζετο από τους σοφούς αυτό το λόγιον, ότι «δύσκολον είναι να είναι κανείς ενάρετος». Ο Σιμωνίδης λοιπόν, επειδή δεν ήθελε να τον περάση κανείς εις την σοφίαν, ενόησεν ότι, αν ρίψη κάτω αυτό το λόγιον ωσάν φημισμένος αθλητής και το νικήση, αυτός θα εφημίζετο τότε μεταξύ των τότε ανθρώπων. Ως προς τούτο λοιπόν το λόγιον, και διά τούτον τον σκοπόν επιβουλευόμενος αυτό, έκαμεν όλον το τραγούδι διά να καταστρέψη το λόγιον, καθώς μου φαίνεται.

Ας εξετάσωμεν λοιπόν αυτό το ποίημα όλοι μαζί διά να ίδωμεν αν εγώ λέγω την αλήθειαν. Διότι αμέσως η αρχή του ποιήματος θα εφαίνετο ανόητος, αν, εν ώ ήθελε να είπη ότι είναι δύσκολον να γίνη άνθρωπος ενάρετος, έπειτα έθετε μέσα εις την φράσιν την λέξιν &μεν&. Διότι αυτή η λέξις φαίνεται ότι δεν είχε κανένα λόγον να τεθή εκεί μέσα, εκτός μόνον αν νομίση κανείς ότι ο Σιμωνίδης ομιλεί ωσάν να φιλονεική με την γνώμην του Πιττακού· διότι εν ώ ο Πιττακός λέγει ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς άνθρωπος ενάρετος, αυτός μη παραδεχόμενος τούτο, είπεν ότι όχι· αλλά να γείνη μεν κανείς άνθρωπος ενάρετος είναι δύσκολον, Πιττακέ, αληθινά, εκείνος που δεν είναι αληθινά ενάρετος, ούτε εις τούτο επάνω· λέγει την αλήθειαν, ωσάν τάχα να ήσαν μερικοί, άλλοι μεν αληθινά ενάρετοι, άλλοι δε ενάρετοι &μεν&, όχι όμως αληθινά· διότι τούτο ήθελε βέβαια φανή ανόητον και ανάρμοστον να το είπη ο Σιμωνίδης· αλλά πρέπει να κάμωμεν την λέξιν αληθώς να πηδήση από την θέσιν της εις άλλην, και έτσι να είπωμεν έπειτα την λέξιν του Πιττακού, ωσάν θα εθέταμεν τον ίδιον τον Πιττακόν να λέγη και τον Σιμωνίδην ν' αποκρίνεται, να λέγη δηλαδή ο Πιττακός, ω άνθρωποι, δύσκολον είναι να είναι κανείς ενάρετος, ο δε Σιμωνίδης ν' αποκριθή, Πιττακέ, δεν λέγεις την αλήθειαν, διότι όχι να είναι, αλλά να γείνη μεν κανείς άνθρωπος ενάρετος, τετράγωνος και κατά τας χείρας και κατά τους πόδας και κατά τον νουν, χωρίς σφάλμα κατασκευασμένος είναι δύσκολον αληθινά. Έτσι φαίνεται ότι η λέξις «μεν» είχε λόγον να βαλθή εκεί μέσα και η λέξις «αληθινά» σωστά εβάλθη εις το τέλος· και όλα εκείνα, τα οποία λέγονται κατόπιν, βεβαιώνουν τούτο, ότι ελέχθη με αυτόν τον τρόπον. Ημπορεί μεν ν' αποδείξη κανείς και διά καθέν από τα λεγόμενα εις το ποίημα ότι τα περισσότερα ο ποιητής εύμορφα τα έκαμε, διότι είναι παρά πολύ χαριτωμένα και αρμονικά· αλλά θα εχρειάζετο καιρός να εξετάσωμεν το ποίημα κατ' αυτόν τον τρόπον· ας εξετάσωμεν γενικώς το σχέδιον αυτού, διά να δείξωμεν ότι περισσότερον από κάθε άλλο από την αρχήν έως το τέλος το ποίημα αποβλέπει εις το να εξελέγξη το γνωμικόν του Πιττακού.

Διότι έπειτα από τούτο, αφ' ου ανέφερεν ολίγα, λέγει, ωσάν να δικαιολογήση αυτό όπου είπεν, ότι δηλαδή να γείνη μεν κανείς άνθρωπος ενάρετος είναι δύσκολον, είναι όμως δυνατόν να γείνη ενάρετος διά κάμποσον τουλάχιστον καιρόν, αφ' ου δε γείνη, να διαμένη εις αυτήν την κατάστασιν, και να είναι (διαρκώς) άνθρωπος ενάρετος, καθώς συ λέγεις, Πιττακέ, είναι αδύνατον και ανώτερον της δυνάμεως του ανθρώπου, αλλά μόνος ο θεός ημπορεί να έχη τούτο το προνόμιον, «άνθρωπος δε δεν είναι δυνατόν να μη γείνη κακός, τον οποίον ήθελε κατακρημνίση ακαταμάχητος συμφορά». Ποίον λοιπόν κατακρημνίζει ακαταμάχητος συμφορά; Φανερόν είναι ότι δεν κατακρημνίζει τον αμαθή, διότι ο αμαθής είναι πάντοτε κρημνισμένος· καθώς λοιπόν δεν ημπορεί κανείς να ρίψη κάτω εκείνον ο οποίος είναι πεσμένος, αλλ' εκείνον ο οποίος ίσταται όρθιος ημπορεί καμμίαν φοράν να τον ρίψη κανείς κάτω, ώστε να τον κάμη κάτω ριγμένον, εκείνον δε ο οποίος είναι κάτω ριγμένος δεν ημπορεί, έτσι και εκείνον που εύκολα πολεμείται καμμίαν φοράν ημπορεί μία ακαταμάχητος συμφορά να τον καταβάλη· εκείνον δε ο οποίος είναι πάντοτε ακαταμάχητος δεν ημπορεί· και τον κυβερνήτην ενός πλοίου, αν τον εύρη μεγάλη τρικυμία, ημπορεί να τον κάμη να μη ευρίσκη τρόπον να την καταπολεμήση, και τον γεωργόν, αν τον εύρη μία κακοκαιρία, ημπορεί να τον φέρη εις θέσιν να μη ηξεύρη τι να κάμη· παρόμοια αίτια δύνανται να σαστίσουν και ένα ιατρόν. Διότι εις μεν τον καλόν ημπορεί να συμβή να γείνη κακός, καθώς βεβαιώνει και ένας άλλος ποιητής, ο οποίος είπεν ότι «ο αγαθός ανήρ άλλοτε μεν είναι καλός, άλλοτε δε κακός»· εις δε τον κακόν δεν είναι δυνατόν να συμβή να γείνη κακός, αλλ' αναγκαίως είναι πάντοτε τοιούτος, ώστε εκείνον μεν ο οποίος είναι ικανός και σοφός και αγαθός, όταν ήθελε τον κρημνίση ακαταμάχητος συμφορά, δεν είναι δυνατόν να μη γείνη κακός· συ δε λέγεις, Πιττακέ, ότι είναι δύσκολον να είναι κανείς ενάρετος, εν ώ το να γείνη κανείς ενάρετος είναι δύσκολον, είναι δε δυνατόν, να είναι όμως (πάντοτε) είναι αδύνατον, «διότι κάθε άνθρωπος είναι αγαθός, αν πράξη καλά, κακός δε αν πράξη κακά». Ποία λοιπόν λέγεται καλή πράξις εις την φιλολογίαν, και ποία πράξις κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν εις την φιλολογίαν; Είναι φανερόν ότι τον κάμνει αγαθόν εις την φιλολογίαν η μάθησις αυτής· ποία δε καλή πράξις κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν ιατρόν; Είναι φανερόν ότι τον κάμνει τοιούτον η μάθησις της ιατρείας των αρρώστων, τους οποίους ο κακός ιατρός κακά θεραπεύει· ποίος λοιπόν ημπορεί να γείνη κακός ιατρός; Φανερόν είναι ότι εκείνος ο οποίος κατ' αρχάς μεν είναι ιατρός, έπειτα δε γίνεται αγαθός ιατρός· διότι αυτός ημπορεί να γείνη και κακός ιατρός· ημείς δε οι οποίοι είμεθα αμαθείς εις την ιατρικήν, δεν είναι δυνατόν ποτε να εκτελέσωμεν κακώς το έργον του ιατρού, ούτε του κτίστου, ούτε κανέν άλλο από τα τοιαύτα· εκείνος δε ο οποίος χωρίς να είναι ιατρός, ήθελε κάμει κακώς το έργον του ιατρού, είναι φανερόν ότι δεν είναι κακός ιατρός. Τοιουτοτρόπως και ο μεν ενάρετος άνθρωπος καμμίαν φοράν ημπορεί να γείνη και κακός ή ένεκα της ηλικίας ή ένεκα κόπου ή ένεκα ασθενείας ή κανενός άλλου περιστατικού, διότι αυτή μόνη είναι πραγματική κακή πράξις, το να στερηθή κανείς την γνώσιν του κάθε πράγματος· ο δε κακός άνθρωπος δεν είναι δυνατόν ποτέ να γείνη κακός, διότι είναι πάντοτε κακός· αλλά διά να γείνη έπειτα κακός, πρέπει προτύτερα να υπήρξε αγαθός, ώστε και αυτό το μέρος του ποιήματος εις τούτο αποβλέπει, ότι δεν είναι μεν δυνατόν να είναι κανείς άνθρωπος ενάρετος διαμένων διαρκώς ενάρετος, είναι όμως δυνατόν να γείνη κανείς ενάρετος, καθώς είναι δυνατόν βέβαια αυτός ο ίδιος να γείνη και κακός. Μένουν δε τον περισσότερον καιρόν ενάρετοι και είναι οι καλύτεροι από όλους εκείνοι τους οποίους αγαπώσιν οι θεοί.

Και όλα λοιπόν αυτά τα είπεν εναντίον του Πιττακού και τα επακόλουθα του ποιήματος ακόμη περισσότερον φανερώνουσι τούτο. Διότι λέγει· «ένεκα τούτου εγώ δεν θα κοπιάσω διά να ζητήσω εκείνο το οποίον είναι κενή και ακατόρθωτος η ελπίς να εύρω, άνθρωπον δηλαδή χωρίς σφάλμα ανάμεσα εις ημάς τους άλλους, οι οποίοι ζώμεν από τον καρπόν της γονίμου γης· αν τον εύρω, έπειτα θα σας το είπω»· αλλά και εις ολόκληρον το ποίημα καταφέρεται τόσον δυνατά εναντίον της γνώμης του Πιττακού· «κάθε δε άνθρωπον, ο οποίος δεν πράξη καμμίαν αισχράν πράξιν, με την καρδιά μου τον αγαπώ και τον επαινώ· αλλά με την ανάγκην και οι θεοί οι ίδιοι δεν τα βάζουν»· και αυτό ακόμη διά τον ίδιον σκοπόν το είπε. Διότι ο Σιμωνίδης δεν ήτο τόσον αμαθής, ώστε να λέγη ότι επαινεί εκείνους οι οποίοι δεν κάμνουν θεληματικώς κανέν κακόν, ωσάν να υπάρχουν και μερικοί οι οποίοι να κάμνουν κακά θεληματικώς. Διότι εγώ φρονώ τούτο επάνω κάτω, ότι κανείς από τους σοφούς άνδρας δεν παραδέχεται ότι υπάρχει άνθρωπος ο οποίος θεληματικώς ν' αμαρτάνη και να πράττη θεληματικώς πράξεις αισχράς και κακάς, αλλά γνωρίζων καλώς ότι όλοι, όσοι κάμνουν τας αισχράς και κακάς πράξεις, τας κάμνουν χωρίς να θέλουν· λοιπόν και ο Σιμωνίδης δεν λέγει ότι επαινεί εκείνους οι οποίοι δεν κάμνουν κακά θεληματικώς, αλλ' αυτήν την λέξιν «θεληματικώς» την λέγει διά τον εαυτόν του. Διότι εφρόνει ότι εις άνθρωπον καλόν και αγαθόν πολλές φορές συμβαίνει ώστε να βιάζη ο ίδιος τον εαυτόν του να επαινή και ν' αγαπά ένα άλλον· συμβαίνει λ. χ. πολλές φορές εις ένα άνθρωπον να είναι βιασμένος ν' αγαπά στραβοκέφαλον μητέρα ή πατέρα ή πατρίδα ή κανέν άλλο από τα τοιαύτα. Οι μεν κακοί άνθρωποι λοιπόν, όταν συμβή εις αυτούς κανέν τοιούτον πράγμα, ωσάν ευχαριστημένοι το βλέπουν και το δεικνύουν εις τους άλλους παραπονούμενοι και κατηγορούν την κακίαν των γονέων των ή της πατρίδος, διά να μη τους καταδικάζουν οι άνθρωποι διά την αμέλειάν των προς αυτούς και να μη τους ονειδίζουν διότι τους αμελούν, και φροντίζουν, ώστε ακόμη περισσότερον να τους κατακρίνουν (τους γονείς και την πατρίδα των) και να προσθέτουν εναντίον των εις την αναγκαστικήν αντιπάθειαν και θεληματικά μίση· οι δε αγαθοί άνθρωποι, εφρόνει ότι είναι υποχρεωμένοι να σκεπάζουν τα σφάλματά των και να τους επαινούν, και αν κάποτε θυμώσουν, επειδή εβλάφθησαν, εναντίον των γονέων ή της πατρίδος των, ότι οι ίδιοι παρηγορούν τον εαυτόν των και συμφιλιώνονται και υποχρεώνουν προς τούτοις τον εαυτόν τους ν' αγαπά και να επαινή τους ιδικούς των. Νομίζω δε ότι πολλές φορές και ο Σιμωνίδης εθεώρησε πρέπον να επαινέση και να εγκωμιάση και αυτός ο ίδιος ή μονάρχην ή κανένα άλλον από τους τοιούτους, όχι διότι το ήθελε, αλλά διότι ήτον ηναγκασμένος.(11) Αυτά λοιπόν λέγει και εις τον Πιττακόν ότι «εγώ, Πιττακέ, δεν σε κατακρίνω δι' αυτά, διότι είμαι φιλοκατήγορος, επειδή εις εμέ βέβαια αρκεί ένας άνθρωπος, να μη είναι κακός μήτε πολύ ανωφελής, να είναι υγιής (κατά τον νουν) και να ηξεύρη την ωφέλιμον εις τας πόλεις δικαιοσύνην. Δεν είμαι φιλοκατήγορος· διότι το γένος των κουτών είναι απειράριθμον, ώστε αν ηυχαριστήτο κανείς να τους κατακρίνη κατηγορών αυτούς θα εκουράζετο. Όλαι αι πράξεις είναι καλαί, εις τας οποίας δε είναι ανακατωμέναι και αισχραί». Δεν λέγει τούτο, ωσάν να έλεγεν ότι «όλα εκείνα είναι άσπρα, εις τα οποία δεν είναι ανακατωμένα και μαύρα»· διότι θα ήτο υπό πολλάς επόψεις γελοίον αλλά διότι αυτός παραδέχεται και τον μέσον όρον, τον μεταξύ δηλαδή του κακού και του καλού, ώστε να μη κατακρίνη· και «δεν ζητώ, είπε, άνθρωπον εντελώς χωρίς σφάλμα, μεταξύ ημών· όσοι τρεφόμεθα από τον καρπόν της ευφόρου γης· και αν τον εύρω, έπειτα θα σας το είπω· ώστε ένεκα τούτου βεβαίως δεν θα επαινέσω κανένα, αλλ' είναι εις εμέ αρκετόν αν κανείς είναι μέτριος και δεν κάμνη κανέν κακόν· τους τοιούτους εγώ όλους αγαπώ και επαινώ»· και εδώ μεταχειρίζεται την διάλεκτον των Μυτιληναίων, επειδή λέγει προς τον Πιττακόν τας λέξεις· «όλους επαινώ και αγαπώ θεληματικώς (εδώ πρέπει εις την λέξιν θεληματικώς να σταματήση εκείνος που αναγινώσκει) όσους δεν κάμουν καμμίαν αισχράν πράξιν, υπάρχουν όμως μερικοί, τους οποίους επαινώ και αγαπώ χωρίς να Θέλω. Σε λοιπόν, και αν μέτρια έλεγες καλά και αληθινά πράγματα, Πιττακέ, δεν ήθελά ποτε σέ κατακρίνη. Τώρα όμως, επειδή, εν ώ ψεύδεσαι δυνατά εις τα σπουδαιότερα πράγματα, νομίζεις ότι λέγεις την αλήθειαν, δι' αυτό εγώ σε κατακρίνω».

— Αυτά μου φαίνεται, Πρόδικε και Πρωταγόρα, είπον εγώ, είχε προ οφθαλμών ο Σιμωνίδης και έκαμεν αυτό το ποίημα.

Και ο Ιππίας είπε·

Ιππίας Μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι και συ καλήν ανάπτυξιν έκαμες δι' αυτό το ποίημα· έχω όμως και εγώ να είπω σπουδαία πράγματα δι' αυτό, τα οποία, αν επιθυμήτε, θα σας τ' ανακοινώσω.

— Και ο Αλκιβάδης·

Αλκιβιάδης Ναι, είπε, Ιππία, αλλά μίαν άλλην φοράν. Τώρα είναι δίκαιον να γείνουν εκείνα τα οποία εσυμφώνησαν μεταξύ των ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης· ο μεν Πρωταγόρας δηλαδή, αν ακόμη έχη την ευχαρίστησιν να ερωτά, ν' αποκρίνεται δε ο Σωκράτης, αν δε έχη πάλιν ο Πρωταγόρας την ευχαρίστησιν ο Σωκράτης ν' αποκρίνεται, τότε να ερωτά ο άλλος.

Σωκράτης Και εγώ είπα· παραχωρώ μεν το δικαίωμα εις τον Πρωταγόραν να εκλέξη όποιο από τα δύο τον ευχαριστεί καλύτερα· αν δε επιθυμή την μεν ομιλίαν περί ποιημάτων και ποιητικών διηγήσεων ας την αφήσωμεν κατά μέρος, διά δε τα ζητήματα, διά τα οποία εγώ κατ' αρχάς σε ηρώτησα, Πρωταγόρα, εξετάζων αυτά μαζί σου θα έφθανα μ' ευχαρίστησιν εις κάποιον συμπέρασμα. Διότι φρονώ ότι το να συνομιλή κανείς διά την ποίησιν είναι παρά πολύ όμοιον με τα συμπόσια τα οποία κάμνουν οι αμαθείς και πρόστυχοι άνθρωποι. Διότι και αυτοί, επειδή δεν ημπορούν, την ώραν του φαγοποτιού ν' ανταλλάξουν αυτοπροσώπως ομιλίας μεταξύ των, μήτε με την ιδικήν των φωνήν και τας ιδικάς των λέξεις, εξ αιτίας της αμαθείας των αποδίδουν τιμήν εις τας γυναίκας που παίζουν την φλογέρα, και έτσι ενοικιάζουν ακριβά ξένην φωνήν, την φωνήν δηλαδή της φλογέρας, και μ' εκείνην την φωνήν κατορθώνουν να κάμουν συναναστροφήν μεταξύ των· όπου όμως υπάρχουν ενάρετοι και πεπαιδευμένοι σύντροφοι εις το φαγοπότι, δεν είναι δυνατόν να ίδης εκεί γυναίκας να παίζουν φλογέρας ή να χορεύουν ή να ψάλλουν, αλλ' αυτοί οι ίδιοι είναι ικανοί να συνδιαλεχθούν αναμεταξύ των χωρίς τας φλυαρίας και τα παιγνίδια με την ιδικήν των φωνήν, ομιλούντες και ακροαζόμενοι καθένας με την σειράν του με τάξιν, ακόμη και παρά πολύ κρασί αν πίουν. Έτσι και αι τοιούτου είδους συνομιλίαι, όταν τύχη να γίνωνται από ανθρώπους, όπως οι περισσότεροι από ημάς λέγουν ότι είναι, δεν έχουν χρείαν ξένης φωνής, ούτε ανάγκην από ποιητάς, τους οποίους ούτε να ερωτήση κανείς είναι δυνατόν δι' εκείνα τα οποία λέγουν, και οι περισσότεροι αναφέροντες αυτούς εις τας ομιλίας των, άλλοι μεν λέγουν ότι ο ποιητής εννοεί αυτά, άλλοι δε ότι εννοεί άλλα, συνομιλούντες διά πράγμα το οποίον δεν έχουν την δύναμιν να εξακριβώσουν· δι' αυτήν την αιτίαν (οι ενάρετοι και πεπαιδευμένοι) αφίνουν κατά μέρος αυτού του είδους τας συναναστροφάς, οι ίδιοι δε αυτοπροσώπως συνδιαλέγονται μεταξύ των λαμβάνοντες και δίδοντες ο ένας εις τον άλλον με τας ομιλίας των απόδειξιν της αξίας των. Τούτου του είδους τους ανθρώπους μου φαίνεται ότι πρέπει εγώ και συ κατά προτίμησιν να μιμώμεθα, αφίνοντες δε κάτω τους ποιητάς, ημείς οι ίδιοι αυτοπροσώπως να συνομιλήσωμεν αναμεταξύ μας, λαμβάνοντες απόδειξιν της αληθείας και της αξίας του εαυτού μας. Και αν μεν ακόμη επιθυμής συ να ερωτάς, είμαι πρόθυμος να σου αποκρίνωμαι, αν δε πάλιν επιθυμής, λάβε συ την καλωσύνην να μου αποκρίνεσαι, διά να φέρωμεν εις έν συμπέρασμα εκείνα τα ζητήματα, τα οποία εις τούτο το αναμεταξύ επαύσαμεν να εξετάζωμεν.

— Εν ώ λοιπόν εγώ έλεγον ταύτα και άλλα παρόμοια, ο Πρωταγόρας δεν εξηγείτο καθαρά τι από τα δύο θα κάμη.

Είπε λοιπόν ο Αλκιβιάδης αφ' ου εκύτταξε τον Κάλλίαν·

Αλκιβιάδης Καλλία, σου φαίνεται, είπεν, ότι καλά κάμνει και τώρα ο Πρωταγόρας, ο οποίος δεν εξηγείται καθαρά αν θα δώση λόγον ή δεν θα δώση; Διότι εγώ νομίζω ότι δεν κάμει καλά· ή ας συνδιαλεχθή ή ας είπη ότι δεν θέλει να συνδιαλεχθή διά να καταλάβωμεν τον σκοπόν του· ο δε Σωκράτης να συνδιαλεχθή τότε με κανένα άλλον, ή οποίος άλλος θέλει με άλλον.

— Και ο Πρωταγόρας, επειδή εντράπη, καθώς τουλάχιστον μ' εφάνη, που ήκουε και τον Αλκιβιάδην να λέγη αυτά και τον Καλλίαν και σχεδόν όλους τους παρευρεθέντας να τον παρακαλούν, μετά δυσκολίας απεφάσισε να προβή εις την συνδιάλεξιν και παρεκάλεσε τον Σωκράτην να τον ερωτά διά ν' αποκρίνεται.

Σωκράτης Είπα λοιπόν εγώ· Πρωταγόρα, μη φαντάζεσαι ότι επιθυμώ να συνδιαλεχθώ μαζί σου με άλλον σκοπόν παρά διά να εξετάσωμεν εκείνα εις τα οποία από φοράν εις φοράν εγώ ο ίδιος έχω αμφιβολίαν. Διότι φρονώ ότι πολύ σωστά λέγει ο Όμηρος τα εξής· «όταν δύο πηγαίνουν μαζί, ο ένας βλέπει εκείνο το οποίον δεν βλέπει ο άλλος». Όταν βεβαίως είμεθα μαζί πολλοί άνθρωποι, έχομεν μεγαλυτέραν ευκολίαν εις κάθε πράγμα το οποίον πρόκειται να κάμωμεν και να είπωμεν και να σκεφθώμεν· ένας άνθρωπος, και αν σκεφθή κάτι, αμέσως τρέχει εδώ και εκεί και ζητεί κανένα άλλον διά να του το φανερώση και με τον οποίον να βεβαιωθή ότι είναι σωστόν, έως ου να εύρη κανένα. Έτσι και εγώ δι' αυτήν την αιτίαν συνδιαλέγομαι με σε καλύτερα παρά με άλλον, επειδή νομίζω ότι συ έχεις εξετάση κάλλιστα και τα άλλα ζητήματα, τα οποία χρέος έχει ο πεπαιδευμένος να εξετάζη, και το ζήτημα περί αρετής. Εις ποίον δε άλλον ημπορεί κανείς ν' απευθυνθή καλύτερα παρά εις σε; Ο οποίος βεβαίως νομίζεις ότι είσαι ενάρετος άνθρωπος και όχι ωσάν μερικοί άλλοι, οι οποίοι αυτοί μεν οι ίδιοι είναι μορφωμένοι, άλλους όμως να καταστήσουν μορφωμένους δεν ημπορούν. Συ δε και ο ίδιος είσαι ενάρετος και άλλους είσαι ικανός να κάμης εναρέτους, και έχεις τόσην πεποίθησιν εις τον εαυτόν σου, ώστε και εν ώ άλλοι κρύπτουν αυτήν την τέχνην, συ βέβαια δημοσίως την εκήρυξες εις όλους τους Έλληνας ονομασθείς σοφιστής, και απέδειξες τον εαυτόν σου διδάσκαλον παιδείας και αρετής, απαιτήσας πρώτος να λαμβάνης διά τούτο μισθόν. Πώς λοιπόν δεν πρέπει να σε προσκαλή κανείς διά την εξέτασιν τούτων των ζητημάτων και να σ' ερωτά και να σου κάμνη γνωστάς τας αμφιβολίας του; Δεν είναι δυνατόν να μη το κάμνη κανείς αυτό. Και τώρα λοιπόν εγώ εκείνα, τα οποία εις την αρχήν ηρώτησα δι' αυτά τα ζητήματα, επιθυμώ πάλιν από την αρχήν άλλα μεν να μου τα ξαναενθυμήσης, άλλα δε να τα εξετάσωμεν μαζί. Το ζήτημα δε ήτο, καθώς εγώ νομίζω, το εξής· η σοφία και η εγκράτεια και η ανδρεία και η δικαιοσύνη και η αγιότης, τι από τα δύο, εν ώ αυτά είναι πέντε ονόματα, είναι, και τα πέντε ενός και του αυτού πράγματος, ή εις καθέν από αυτά τα ονόματα αντιστοιχεί μία ιδιαιτέρα ουσία και έν πράγμα το οποίον έχει χωριστά τας ιδιότητάς του, και καθέν από αυτά τα πράγματα δεν είναι όμοιον με το άλλο; Συ λοιπόν έλεγες ότι αυτά δεν είναι ονόματα πολλά διά το ίδιον πράγμα, αλλ' ότι καθέν χωριστά από τα ονόματα αυτά αναφέρεται εις ιδιαίτερον πράγμα, ότι δε όλα αυτά τα πράγματα είναι μέρη της αρετής, τα οποία δεν είναι όμοια μεταξύ των και με το όλον, του οποίου είναι μέρη, καθώς είναι τα μέρη του χρυσού, αλλά είναι ανόμοια και με το όλον, του οποίου είναι μέρη και αναμεταξύ των, καθώς είναι τα μέρη του προσώπου, και έχουν καθέν χωριστά ιδιαιτέρας ιδιότητας. Αν μεν εξακολουθής να έχης ακόμη δι' αυτά την αυτήν γνώμην καθώς τότε, ειπέ το· αν δ' εσχημάτισες άλλην γνώμην, εξήγησε αυτήν, διότι εγώ δεν σε θεωρώ διόλου υπεύθυνον, εάν τώρα εξηγηθής άλλως πως· διότι δεν θα εθεώρουν παράξενον αν τότε έλεγες αυτά διά να με δοκιμάσης.

Πρωταγόρας Αλλ' εγώ, είπε, σου λέγω, Σωκράτη, ότι όλα αυτά είναι μέρη της αρετής, και τα μεν τέσσαρα από αυτά είναι αρκετά όμοια μεταξύ των, η δε ανδρεία είναι παρά πολύ διαφορετική από όλα αυτά· από το εξής δε θα καταλάβης ότι εγώ λέγω την αλήθειαν· διότι θα εύρης πολλούς από τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι μεν αδικώτατοι και ανιερώτατοι και ακολαστότατοι και αμαθέστατοι, είναι δε εξόχως ανδρείοι.

Σωκράτης Σταμάτισε εδώ, είπον, εγώ· διότι αξίζει τον κόπον να εξετάσωμεν αυτό το οποίον λέγεις. Τι από τα δύο, λέγεις ότι οι ανδρείοι είναι και θαρραλέοι ή λέγεις τίποτε άλλο;

Πρωταγόρας Όχι μόνον αυτό, είπε, αλλά και ότι ορμούν κατ' επάνω εις εκείνα τα πράγματα, εναντίον των οποίων φοβούνται οι άλλοι να υπάγουν.

Σωκράτης Ας ίδωμεν· λέγεις ότι η αρετή είναι κανέν ωραίον πράγμα και επειδή αυτό είναι ωραίον πράγμα, συ προσφέρεις τον εαυτόν σου διδάσκαλον αυτής;

Πρωταγόρας Λέγω βέβαια ότι είναι ωραιότατον, αν βέβαια δεν είμαι τρελλός.

Σωκράτης Τι από τα δύο λοιπόν, είπον εγώ· λέγεις ότι μέρος μεν από αυτό το πράγμα (δηλ. την αρετήν) είναι άσχημον, μέρος δε ότι είναι ωραίον, ή ότι ολόκληρον είναι ωραίον;

Πρωταγόρας Λέγω ότι ολόκληρον είναι ωραίον, όπου δεν γίνεται και περισσότερον.

Σωκράτης Ηξεύρεις λοιπόν ποίοι βουτούν εις τα πηγάδια με θάρρος;

Πρωταγόρας Μάλιστα· ηξεύρω ότι βουτούν οι βουτηκταί.

Σωκράτης Διά ποίαν από τας δύο αιτίας· διότι ηξεύρουν να βουτούν, ή διά κανένα άλλον λόγον;

Πρωταγόρας Διότι ηξεύρουν να βουτούν.

Σωκράτης Ποίοι δε έχουν το θάρρος να πολεμούν επάνω από άλογα: Ποίοι από τους δύο; Όσοι ηξεύρουν να διευθύνουν άλογα ή όσοι δεν ηξεύρουν;

Πρωταγόρας Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν.

Σωκράτης Ποίοι δε έχουν το θάρρος να πολεμούν κρατούντες πέλτας; Εκείνοι που ηξεύρουν να τας μεταχειρίζωνται ή εκείνοι που δεν ηξεύρουν;

Πρωταγόρας Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν. Και εις όλα βέβαια τα άλλα, αν ζητής τούτο, είπε, εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν έχουν περισσότερον θάρρος από εκείνους οι οποίοι δεν ηξεύρουν, και αυτοί οι ίδιοι έχουν περισσότερον θάρρος αφ' ου μάθουν παρά προτού μάθουν.

Σωκράτης Έχεις παρατηρήση έως τώρα κανένα, είπον, ο οποίος, ενώ δεν ηξεύρει αυτά τα πράγματα, να δεικνύη όμως εις κανέν από αυτά θάρρος;

Πρωταγόρας Μάλιστα, είπεν αυτός· και να δεικνύη βέβαια και πολύ θάρρος.

Σωκράτης Αυτοί λοιπόν οι γεμάτοι από θάρρος είναι και ανδρείοι;

Πρωταγόρας Αλλά θα ήτο τότε, είπεν, άσχημον πράγμα η ανδρεία· επειδή αυτοί βέβαια είναι τρελλοί.

Σωκράτης Πώς λοιπόν, είπον εγώ, λέγεις ότι ανδρείοι είναι οι θαρραλέοι;

Πρωταγόρας Ναι, είπε· και τώρα βέβαια το ίδιον λέγω.

Σωκράτης Αυτοί λοιπόν, είπον εγώ, που έχουν αυτό το είδος του θάρρους δεν σου φαίνονται ανδρείοι αλλά τρελλοί; Απ' εναντίας πάλιν αυτοί οι σοφώτατοι ότι είναι και θαρραλεώτατοι, επειδή δε είναι τοιούτοι, είναι και ανδρειότατοι; Και κατά τον συλλογισμόν σου τούτον η σοφία είναι και ανδρεία.

Πρωταγόρας Δεν ενθυμείσαι είπε, καλά, Σωκράτη, εκείνα τα οποία έλεγα και απεκρινόμην εις σε. Εγώ, όταν με ηρώτησες αν οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι, το εβεβαίωσα· αν δε και οι θαρραλέοι είναι ανδρείοι, δεν με ηρώτησες· διότι αν τότε με ηρώτας, θα σου έλεγον ότι δεν είναι όλοι οι θαρραλέοι ανδρείοι· ότι δε οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι, το οποίον εγώ εβεβαίωσα, πουθενά δεν απέδειξες ότι δεν είναι σωστόν! Έπειτα γνωμοδοτείς ότι εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν, έχουν περισσότερον θάρρος παρά τότε που δεν ηξεύρουν και από άλλους ανθρώπους που δεν ηξεύρουν· και κατά τούτο φρονείς ότι η ανδρεία και η σοφία είνε το ίδιον· αν δε με αυτόν τον τρόπον συλλογίζεσαι, θα παραδεχθής ότι η δύναμις είναι σοφία. Διότι κατά πρώτον, αν ούτω πως εξετάζων με ηρώτας, αν οι άρρωστοι είναι δυνατοί, θα έλεγα ναι, αν με ηρώτας έπειτα, αν όσοι ηξεύρουν να παλαίουν είναι δυνατώτεροι από εκείνους που δεν ηξεύρουν να παλαίουν και αυτοί οι ίδιοι είναι δυνατώτεροι αφ' ου μάθουν, παρά προτού μάθουν, θα έλεγα πάλιν ναι· αφ' ου δε εγώ εβεβαίωνα αυτά, θα ηδύνασο, μεταχειριζόμενος αυτά τα είδη ως αποδείξεις να λέγης ότι σύμφωνα με την βεβαίωσίν μου η σοφία είναι ευρωστία. Εγώ όμως πουθενά ούτε εις αυτήν την περίστασιν βεβαιώνω ότι οι δυνατοί είναι εύρωστοι· βεβαιώνω όμως ότι οι εύρωστοι είναι δυνατοί· διότι δεν βεβαιώνω ότι η δύναμις και η ευρωστία είναι το ίδιον πράγμα, αλλ' ότι το μεν πρώτον, δηλαδή η δύναμις, προέρχεται και από μάθησιν και από τρέλλαν και από θυμόν, το δε άλλο, δηλαδή η ευρωστία, προέρχεται από την φύσιν και από την καλήν τροφήν των σωμάτων. Έτσι δε και εις το άλλο ζήτημα λέγω ότι θάρρος και ανδρεία δεν είναι το ίδιον πράγμα. Διότι συμβαίνει οι μεν ανδρείοι να είναι θαρραλέοι, οι θαρραλέοι όμως να μη είναι όλοι ανδρείοι· διότι το μεν θάρρος γεννάται εις τους ανθρώπους και από την τέχνην και από τον θυμόν και από την τρέλλαν, καθώς και η δύναμις, η δε ανδρεία γεννάται από την φύσιν και από την καλήν τροφήν των ψυχών.

Σωκράτης Αλλά παραδέχεσαι, είπα, Πρωταγόρα, ότι μερικοί άνθρωποι ζουν καλά, μερικοί δε πάλιν κακά;

Πρωταγόρας Παραδέχομαι, είπε.

Σωκράτης Και παραδέχεσαι λοιπόν ότι ένας άνθρωπος ημπορεί να ζη καλά, αν περνά την ζωήν του μέσα εις στενοχωρίας και πικρίας;

Πρωταγόρας Όχι, είπε.

Σωκράτης Τι δε λέγεις, αν αποθάνη, αφ' ου περάση την ζωήν ευχάριστα, δεν σου φαίνεται ότι κατ' αυτόν, τον τρόπον έχει ζήση καλά;

Πρωταγόρας Έτσι τουλάχιστον νομίζω, είπε.

Σωκράτης Το μεν να ζη κανείς ευχάριστα είναι λοιπόν καλόν πράγμα· το δε να ζη δυσάρεστα κακόν;

Πρωταγόρας Ναι, είπεν· αν βεβαίως ζη ευχαριστημένος εις τα καλά,

Σωκράτης Τι λοιπόν, Πρωταγόρα; Μήπως και συ, καθώς και ο κοινός λαός, μερικά ευχάριστα πράγματα τα ονομάζεις κακά, και μερικά δυσάρεστα τα ονομάζεις καλά; Διότι εγώ ερωτώ, άρά γε διά τούτο δεν είναι αυτά καλά, διότι είναι ευχάριστα, αν δεν προκύψη από αυτά κανέν κακόν; Και πάλιν τα δυσάρεστα επίσης δεν είναι κακά, διότι είναι δυσάρεστα;

Πρωταγόρας Δεν ηξεύρω, Σωκράτη, είπε, αν πρέπη ν' αποκριθώ, έτσι απλά, όπως συ ερωτάς, ότι όλα τα ευχάριστα είναι καλά, και όλα τα δυσάρεστα κακά· αλλά μου φαίνεται ότι είναι ασφαλέστερον εις εμέ ν' αποκριθώ, όχι μόνον σχετικώς προς την τωρινήν μου απόκρισιν, αλλά και σχετικώς προς όλην την άλλην ιδικήν μου ζωήν, ότι υπάρχουν μεν μερικά από τα ευχάριστα, τα οποία δεν είναι καλά, υπάρχουν δε πάλιν μερικά από τα δυσάρεστα, τα οποία δεν είναι κακά· υπάρχουν δε μερικά, τα οποία είναι, και τρίτον υπάρχουν μερικά, τα οποία δεν είναι ούτε το έν ούτε το άλλο, δηλαδή ούτε κακά ούτε καλά.

Σωκράτης Δεν ονομάζεις δε ευχάριστα, είπον εγώ, εκείνα τα οποία μετέχουν ευχαριστήσεως ή προξενούν ευχαρίστησιν;

Πρωταγόρας Βεβαιότατα, είπε.

Σωκράτης Τούτο λοιπόν ερωτώ, εάν δεν είναι καλά, διότι είναι ευχάριστα, η ιδία δηλαδή η ευχαρίστησις δεν είναι καλόν;

Πρωταγόρας Καθώς και συ λέγεις κάθε φοράν, είπε, Σωκράτη, ας το εξετάσωμεν, και αν μεν η ιδέα αυτή φανή ότι είναι σύμφωνος με την λογικήν και αποδειχθή ότι το ευχάριστον και το καλόν είναι το ίδιον πράγμα, τότε ας την παραδεχθώμεν αν δε όχι, τότε πλέον να συζητήσωμεν.

Σωκράτης Τι λοιπόν από τα δύο, είπον εγώ, συ θέλεις να διευθύνης την συζήτησιν, ή να την διευθύνω εγώ;

Πρωταγόρας Δίκαιον είναι, είπε, να διευθύνης συ· διότι συ έκαμες και την αρχήν της ομιλίας.

Σωκράτης Άρά γε λοιπόν, είπον εγώ, ημπορεί τούτο να γείνη φανερόν εις ημάς διά του εξής τρόπου; Καθώς ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να σχηματίση ιδέαν διά την υγείαν ενός άλλου ή διά καμμίαν άλλην από τας σωματικάς εργασίας από την μορφήν του, αφ' ου ίδη το πρόσωπον και τας χείρας, δεν αρκείται, αλλά του λέγει· έλα λοιπόν ξεσκέπασε και δείξε μου και τα στήθη και τα οπίσθιά σου διά να σε παρατηρήσω καλύτερα, και εγώ έν τοιούτον πράγμα επιθυμώ διά την εξέτασιν του ζητήματός μας· αφ' ου παρετήρησα ότι έχεις τοιαύτην ιδέαν διά το καλόν και το ευχάριστον, οποίαν συ λέγεις, έχω χρείαν να σου είπω κι' έν τοιούτον πράγμα· έλα λοιπόν, Πρωταγόρα, ξεσκέπασε μου και τούτο το μέρος του νου σου, ποίαν δηλαδή ιδέαν έχεις διά την επιστήμην (δηλ. διά την γνώσιν); Τι από τα δύο, έχεις την ιδίαν ιδέαν, την οποίαν έχει και ο κοινός λαός, ή έχεις άλλην ιδέαν; Ο δε κοινός λαός έχει μίαν τοιαύτην ιδέαν διά την γνώσιν, ότι δεν είναι πράγμα δυνατόν ούτε ικανόν να οδηγή ούτε άξιον να κυβερνά· ούτε σκέπτονται δι' αυτήν ότι είναι έν τοιούτον πράγμα, αλλά πολλές φορές, εν ώ υπάρχει εις τον άνθρωπον γνώσις, νομίζουν ότι δεν κυβερνά αυτόν η γνώσις, αλλ' άλλοτε μεν ο θυμός, άλλοτε δε η ευχαρίστησις, άλλοτε δε η λύπη, άλλοτε δε ο έρως, και πολλές φορές ο φόβος, και σκέπτονται εν γένει διά την επιστήμην, ωσάν διά κανέν ανδράποδον, το οποίον σύρεται εδώ και εκεί από όλους τους άλλους. Άρά γε λοιπόν, έχεις και συ παρομοίαν ιδέαν δι' αυτήν, ή φρονείς ότι η Επιστήμη είναι ωραίον πράγμα και ικανόν να κυβερνά τον άνθρωπον, και ότι αν κανείς γνωρίζη τα καλά και τα κακά, δεν είναι δυνατόν να κυριευθή από κανέν πράγμα, ώστε να κάμνη άλλα παρά εκείνα τα οποία υπαγορεύει η γνώσις, αλλά ότι η φρόνησις είναι ικανή μόνη να σώση τον άνθρωπον;

Πρωταγόρας Και φρονώ, είπεν, έτσι καθώς συ λέγεις, Σωκράτη, και συγχρόνως είναι και εις εμέ εντροπή περισσοτέρα παρά εις κάθε άλλον άνθρωπον να μη ομολογήσω ότι η σοφία και η γνώσις είναι το ανώτερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα.

Σωκράτης Καλά, βεβαίως, και αληθινά λέγεις, είπον, εγώ. Ηξεύρεις όμως ότι ο κοινός λαός δεν πιστεύει εμέ και σε, αλλά λέγουν ότι γνωρίζουν πολλούς οι οποίοι, εν ώ ημπορούν, δεν κάμνουν τας καλυτέρας πράξεις, αλλά κάμνουν άλλας πράξεις· και όσους λοιπόν εγώ ηρώτησα να μου ειπούν ποία τάχα είναι η αιτία τούτου του πράγματος, λέγουν ότι εκείνοι, οι οποίοι κάμνουν αυτάς τας πράξεις, τας κάμνουν διότι νικώνται από την ευχαρίστησιν ή από την λύπην, ή διότι κυριεύονται από κανέν από αυτά τα πάθη, τα οποία τώρα προ ολίγου εγώ έλεγα.

Πρωταγόρας Οι άνθρωποι, είπε, Σωκράτη, νομίζω ότι και άλλα πολλά πράγματα δεν τα λέγουν σωστά.

Σωκράτης Έλα λοιπόν, ανάλαβε μαζί μου να καταπείσης τους ανθρώπους και να τους διδάξης εις τι συνίσταται αυτό το πάθημά των, καθώς λέγουν, να νικώνται από τας ευχαριστήσεις και εξ αιτίας αυτών να μη κάμνουν τας καλυτέρας πράξεις αν και τας γνωρίζουν. Διότι ίσως, εν ώ ημείς θα λέγωμεν, ω άνθρωποι, δεν λέγετε σωστά αλλά ψεύδεσθε, θα μας ηρώτων· Πρωταγόρα και Σωκράτη, αν δεν υπάρχη αυτό το πάθημα, να νικάται ο άνθρωπος από την ευχαρίστησιν, αλλά τι λοιπόν υπάρχει, και σεις τι λέγετε να είναι αυτό το πράγμα; Ειπέτε μας και οι δύο σας.

Πρωταγόρας Αλλά τι νομίζεις, Σωκράτη, πρέπει ημείς να λαμβάνωμεν υπ' όψιν την γνώμην των κοινών ανθρώπων, οι οποίοι λέγουν ό,τι τύχη;

Σωκράτης Μου φαίνεται, είπον εγώ, ότι τούτο κάτι μας χρειάζεται διά να εύρωμεν ποίαν σχέσιν έχει η ανδρεία με τ' άλλα μέρη της αρετής. Αν λοιπόν έχης την ιδέαν να μείνης σταθερός εις εκείνα τα οποία προ ολίγου απεφασίσαμεν, εγώ δηλαδή να διευθύνω την συζήτησιν όπως νομίζω ότι ημπορεί καλύτερα να γείνη το πράγμα φανερόν, ακολούθει με· αν δε δεν θέλης, σε αφήνω ήσυχον, εάν τούτο σ' ευχαριστή.

Πρωταγόρας Απεναντίας, είπε, σωστά λέγεις και εξακολούθησε καθώς ήρχισες.

Σωκράτης Πάλιν, είπον εγώ, αν μας ερωτήσωσι· τι λέγετε λοιπόν ότι είναι τούτο, το οποίον ημείς ελέγαμεν, «να νικάται κανείς από τας ευχαριστήσεις», εγώ τουλάχιστον θα τους έλεγα κατά τον εξής τρόπον· ακούετε λοιπόν διότι εγώ και ο Πρωταγόρας θα προσπαθήσωμεν να σας το είπωμεν. Ω άνθρωποι, τούτο το οποίον συμβαίνει εις σας εις αυτά τα πράγματα, λέγετε ότι είναι τίποτε άλλο, παρά ό,τι πολλές φορές κυριευόμενοι από φαγητά και ποτά και αφροδισιακάς απολαύσεις, τα οποία είναι ευχάριστα πράγματα, εν ώ εγνωρίζατε ότι είναι κακά, όμως τα εκάματε; θα έλεγον εκείνοι ότι ναι, και θα ερωτούσαμεν αυτούς, εγώ και συ πάλιν· υπό ποίαν έποψιν λέγετε ότι αυτά τα πράγματα είναι κακά; Διά ποίαν από τας δύο αιτίας· διότι αυτήν την ευχαρίστησιν προξενούν στιγμιαίως και είναι καθένα από αυτά στιγμιαίως ευχάριστον, ή διότι εις τον μετέπειτα καιρόν φέρουν ασθενείας και πτωχείαν, και πολλά άλλα τοιαύτα κακά προξενούν; ή και αν καθένα απ' αυτά εις τον μετέπειτα καιρόν κανέν δεν προξενή, και αν μόνον ευχαρίστησιν μας φέρουν, θα ήσαν όμως κακά, διότι όταν τα έχετε, προξενούν ευχαρίστησιν πάντοτε και κατά πάντα; Άρά γε νομίζομεν, Πρωταγόρα, ότι αυτοί ήθελον αποκριθή άλλο τίποτε παρά ότι αυτά δεν είναι κακά κατά τούτο, ότι προξενούν αυτήν την στιγμιαίαν ευχαρίστησιν, αλλά δι' εκείνα τα κακά τα οποία συμβαίνουν μετέπειτα, δηλαδή τας ασθενείας και τα άλλα.

Πρωταγόρας Εγώ μεν νομίζω, είπεν ο Πρωταγόρας, ότι οι περισσότεροι αυτά ήθελον αποκριθή.

Σωκράτης Εάν λοιπόν φέρουν ασθενείας, δεν φέρουν δυσαρεσκείας, και αν φέρουν πτωχείας, δεν φέρουν δυσαρεσκείας; θα το παρεδέχοντο, καθώς εγώ νομίζω.

Πρωταγόρας Ναι, είπε.

Σωκράτης Δεν σας φαίνεται λοιπόν, ω άνθρωποι, καθώς λέγομεν και εγώ και ο Πρωταγόρας, ότι αυτά διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι κακά, παρά διότι και εις δυσαρεσκείας τελειώνουν και από άλλας ευχαριστήσεις αποστερούν; Θα το παρεδέχοντο;

— Εμείναμεν σύμφωνοι και οι δύο ότι θα το παρεδέχοντο.

Σωκράτης Εάν λοιπόν πάλιν ηθέλομεν ερωτήση· ω άνθρωποι, οι οποίοι λέγετε πάλιν ότι υπάρχουν δυσάρεστα πράγματα τα οποία είναι καλά, άρά γε δεν εννοείτε τα εξής; λ. χ. τας ασκήσεις του σώματος, τα πολεμικά γυμνάσια, τας θεραπείας του σώματος με καυτήρια και με εγχειρήσεις και με φάρμακα γινομένας, ότι αυτά είναι μεν καλά, είναι όμως δυσάρεστα; θα έλεγον ναι;

— Εμείναμεν σύμφωνοι ότι θα έλεγον ναι!

Διά ποίαν λοιπόν από τας δύο αιτίας αυτά τα ονομάζετε καλά· διότι στιγμιαίως προξενούν τας φοβερωτέρας λύπας και πόνους, ή διότι εις τον μετέπειτα καιρόν προέρχονται από αυτά υγίειαι και ευρωστείαι των σωμάτων και σωτηρίαι των πόλεων και εξουσίαι άλλων και πλούτοι; Θα έλεγον ναι, καθώς εγώ νομίζω.

— Το παρεδέχθη και αυτός.

Σωκράτης Είναι δε αυτά καλά δι' άλλην αιτίαν, παρά διότι τελειώνουν εις ευχαριστήσεις και εις λυτρωμούς και εις εμποδίσματα δυσαρεσκειών; Ή ημπορείτε να ειπήτε κανένα άλλον σκοπόν, εις τον οποίον απεβλέψατε και ονομάζετε αυτά καλά, εκτός από τας ευχαριστήσεις και τας δυσαρεσκείας; θα έλεγον ότι όχι, καθώς εγώ νομίζω.

Πρωταγόρας Έτσι νομίζω και εγώ, είπεν.

Σωκράτης Δεν επιδιώκετε λοιπόν την μεν ευχαρίστησιν διότι είναι καλόν, την δε δυσαρέσκειαν αποφεύγετε διότι είναι κακόν; Αναμφιβόλως. Τούτο λοιπόν νομίζετε, ότι είναι κακόν η δυσαρέσκεια και καλόν η ευχαρίστησις, επειδή και αυτή τότε λέγετε ότι είναι κακόν, όταν σας αποστερή από μεγαλυτέρας ευχαριστήσεις παρά όσας αυτή έχει, ή όταν σας προξενή μεγαλυτέρας δυσαρεσκείας από τας ευχαριστήσεις τας οποίας περιέχει· επειδή, αν δι' άλλην αιτίαν την ιδίαν την χαράν την ονομάζετε κακόν, και διότι απεβλέψατε εις κανένα άλλον σκοπόν, θα ημπορούσατε να τα ειπήτε και εις ημάς· αλλά, νομίζω, δεν θα ημπορέσετε.

Πρωταγόρας Και εγώ νομίζω, ότι δεν θα ημπορέσουν, είπεν ο Πρωταγόρας.

Σωκράτης Και διά την ιδίαν πάλιν την δυσαρέσκειαν, δεν συμβαίνει το ίδιον; Δεν ονομάζετε την ιδίαν την δυσαρέσκειαν καλόν τότε, όταν ή λυτρώνη από μεγαλυτέρας δυσαρεσκείας, από τας ευρισκομένας μέσα εις αυτήν, ή προξενή ευχαριστήσεις μεγαλυτέρας από τας δυσαρεσκείας; Επειδή, αν αποβλέπετε εις κανένα άλλον σκοπόν, όταν ονομάζετε την ιδίαν την δυσαρέσκειαν καλόν, παρά εις τον σκοπόν τον οποίον εγώ λέγω, ημπορείτε να μας το ειπήτε, αλλά δεν θα ημπορέσετε.

Πρωταγόρας Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Πρωταγόρας.

Σωκράτης Πάλιν λοιπόν, είπον εγώ, αν μ' ερωτήσετε και σεις, ω άνθρωποι, διά ποίαν τάχα αιτίαν λέγεις πολλά διά το ζήτημα τούτο, και υπό πολλάς επόψεις, συγχωρήσατέ με, θα έλεγον εγώ. Διότι πρώτον μεν δεν είναι εύκολον να σας αποδείξω τι τάχα είναι αυτό το οποίον σεις ονομάζετε «να νικάται κανείς από τας ευχαριστήσεις»· έπειτα από αυτό εξαρτώνται όλαι αι αποδείξεις. Αλλ' ακόμη και τώρα έχετε καιρόν να μας διακηρύξετε, αν ημπορήτε να ειπήτε ότι το καλόν είναι άλλο τίποτε παρά η ευχαρίστησις, ή το κακόν ότι είναι άλλο τίποτε παρά η δυσαρέσκεια, ή σας είναι αρκετόν το να περάσετε την ζωήν σας ευχαρίστως χωρίς δυσαρεσκείας; Αν δε σας είναι αρκετόν και δεν έχετε να ειπήτε ότι είναι καλόν ή κακόν, κανέν άλλο, το οποίον να μη τελειώνη εις αυτά τα δύο, τότε ακούσατε την συνέχειαν τούτου, διότι εγώ σας λέγω, ότι αφ' ου τούτο είναι έτσι, η ομιλία γίνεται γελοία, όταν λέγετε, ότι πολλές φορές ο άνθρωπος, εν ώ γνωρίζει τα κακά ότι είναι κακά, όμως τα κάμνει, εν ώ ημπορεί να μη τα κάμνη, συρόμενος και ζαλιζόμενος από τας ευχαριστήσεις· και όταν πάλιν λέγετε ότι, εν ώ γνωρίζει ο άνθρωπος τα καλά, δεν θέλει να τα κάμνη, εξ αιτίας των στιγμιαίων ευχαριστήσεων, επειδή νικάται από αυτάς.

Ότι δε αυτά είναι γελοία, θα γείνη ολοφάνερον, αν δεν μεταχειριζώμεθα πολλάς ονομασίας, τας ονομασίας δηλαδή ευχάριστον και δυσάρεστον και καλόν και κακόν· αλλ' επειδή αυτά απεδείχθη ότι είναι δύο, ας τα ονομάζωμεν και με δύο ονόματα· κατ' αρχάς μεν ας τα ονομάζωμεν καλόν και κακόν, και έπειτα πάλιν ευχάριστον και δυσάρεστον. Αφ' ου δε συμφωνήσωμεν έτσι, ας είπωμεν ότι ο άνθρωπος, εν ώ γνωρίζει τα κακά ότι είναι κακά, όμως τα κάμνει. Εάν λοιπόν μας ερωτήση κανείς διατί τα κάμνει, διότι νικάται, θα είπωμεν. Από ποίον νικάται; θα μας ερωτήση εκείνος· εις ημάς δε δεν επιτρέπεται πλέον να είπωμεν ότι νικάται υπό της ευχαριστήσεως. Διότι αντί της ευχαριστήσεως έλαβεν άλλο όνομα, το όνομα καλόν· εις εκείνον λοιπόν ας αποκριθώμεν και ας είπωμεν, ότι κάμνει το κακόν διότι νικάται. Από ποίον; θα είπη εκείνος· από το καλόν, μα τον Δία, θα είπωμεν. Αν λοιπόν συμβή εκείνος που μας ηρώτησε να είναι υβριστής, θα γελάση και θα είπη· πραγματικώς γελοίον πράγμα λέγετε, αν κάμνη κανείς κακά, εν ώ γνωρίζει ότι είναι κακά και εν ώ δεν πρέπει να τα κάμνη, διότι νικάται από τα καλά. Άρά γε, θα είπη, διότι δεν είναι άξια εις σας τα καλά να νικούν τα κακά, ή διότι είναι άξια; Αποκρινόμενοι, φανερόν είναι ότι θα είπωμεν, διότι δεν είναι άξια τα καλά να νικήσουν τα κακά· διότι άλλως εκείνος, τον οποίον είπαμεν ότι νικάται από τας ευχαριστήσεις δεν θα έσφαλλε. Κατά τι δε, θα είπη ίσως, τα καλά δεν είναι άξια να νικήσουν τα κακά ή τα κακά να νικήσουν τα καλά; Κατ' άλλο τίποτε ή όταν τα μεν είναι μεγαλύτερα τα δε μικρότερα; Ή όταν τα μεν είναι περισσότερα τα δε oλιγώτερα; Διότι δεν θα ημπορέσωμεν να είπωμεν άλλην αιτίαν παρά αυτήν. Είναι λοιπόν φανερόν, θα είπη, ότι με το νικάται αυτό όπου λέγετε, εννοείτε ότι αντί μικροτέρων καλών λαμβάνει μεγαλύτερα κακά. Και αυτά μεν είναι έτσι. Ας πάρωμεν λοιπόν πάλιν οπίσω δι' αυτά τα ίδια πράγματα τα ονόματα ευχάριστον και δυσάρεστον και ας είπωμεν ότι κάποιος άνθρωπος κάμνει, προτήτερα μεν ελέγομεν τα κακά, τώρα ας είπωμεν τα δυσάρεστα, εν ώ γνωρίζει ότι είναι δυσάρεστα, επειδή νικάται από τα ευχάριστα τα οποία είναι φανερόν ότι δεν είναι άξια να νικήσουν. Και τι άλλο κάμνει την ευχαρίστησιν αξίαν να νικήση την δυσαρέσκειαν παρά όταν η μία είναι περισσοτέρα από την άλλην ή ελλειπεστέρα; Αυταί δε συμβαίνει να γείνωνται και μεγαλυτέρα, και μικροτέρα η μία από την άλλην, και περισσοτέρα και ολιγωτέρα και δυνατωτέρα και αδυνατωτέρα. Διότι αν κανείς ήθελεν είπη ότι, αλλά διαφέρει πολύ, Σωκράτη, η στιγμιαία ευχαρίστησις από την ευχαρίστησιν και δυσαρέσκειαν η οποία θα συμβή ύστερον από καιρόν, εγώ τουλάχιστον θα του έλεγα, μήπως διαφέρει κατ' άλλο τίποτε παρά κατά την ευχαρίστησιν και την δυσαρέσκειαν; Διότι δεν είναι δυνατόν να διαφέρουν εις τίποτε άλλο. Αλλά ωσάν άνθρωπος ικανός να ζυγίζης, αφ' ου βάλης μαζί τα ευχάριστα και αλλού τα δυσάρεστα και τα πλησίον και τα μακράν, το βάλης και αυτό εις την ζυγαριάν, ειπέ ποία από αυτά είναι περισσότερα. Διότι, αν ζυγίσης ευχάριστα μ' ευχάριστα, πρέπει πάντοτε να εκλέξης τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα· αν δε δυσάρεστα με δυσάρεστα, πρέπει να εκλέξης τα ολιγώτερα και μικρότερα. Αν δε ευχάριστα με δυσάρεστα, αν μεν τα ευχάριστα υπερτερούν τα δυσάρεστα, και αν τα μακράν ευχάριστα υπερτερούν τα πλησίον, και αν τα πλησίον ευχάριστα υπερτερούν τα μακράν, πρέπει να προτιμήσης να κάμης αυτήν την πράξιν εις την οποίαν υπάρχουν αυτά, δηλ. τα περισσότερα ευχάριστα· αν δε τα δυσάρεστα υπερτερούν τα ευχάριστα, δεν πρέπει να τα πράξωμεν· μήπως δεν είναι έτσι το πράγμα, όπως το λέγω, θα έλεγον, ω άνθρωποι; Ηξεύρω ότι δεν θα ημπορούσαν να είπουν ότι δεν είναι έτσι.

— Συνεφώνησεν εις τούτο και εκείνος.

Σωκράτης Τώρα λοιπόν που είναι έτσι αυτό, αποκριθήτε μου, θα τους είπω, εις το εξής. Πράγματα που έχουν το ίδιον μέγεθος φαίνονται εις τα μάτια σας από πλησίον μεν μεγαλύτερα, από μακράν δε μικρότερα· ή όχι; Ναι, θα ειπούν. Και τα πολλά και τα χονδρά το ίδιον; Και αι ίσαι φωναί από πλησίον δεν ακούονται μεγαλύτεραι, από μακράν δε μικρότεραι; Ναι, θα έλεγον. Εάν λοιπόν η ευτυχία μας συνίστατο εις τούτο, εις το να κάμνωμεν και να εκλέγωμεν τα μεγάλα και μακρά, ν' αποφεύγωμεν και να μη κάμνωμεν τα μικρά, ποίον πράγμα θ' απεδεικνύετο ότι εις την ζωήν μας αποτελεί την σωτηρίαν μας; Άρά γε η τέχνη μας εις το να μετρώμεν ή η δύναμίς μας εις το να παρατηρώμεν; Ή αύτη μεν, η παρατήρησις δηλαδή, μας απατούσε και μας έκαμνε πολλές φορές άνω και κάτω, να ξαναρχίζωμεν τα ίδια και να μετανοώμεν, και όταν εκάμναμεν και όταν επροτιμούσαμεν και τα μεγάλα και τα μικρά. Η τέχνη όμως του να μετρώμεν δεν θα έκαμνεν ανάξιον μεν να πιστεύεται τούτο το ψεύτικον φαινόμενον, θα εφανέρωνε δε την αλήθειαν, θα καθησύχαζε την ψυχήν η οποία τότε θα έμενε κάτοχος της αληθείας και θα εξησφάλιζε την ευτυχίαν της ζωής; Άρά γε θα ωμολόγουν οι άνθρωποι εις ημάς σχετικώς με αυτά τα οποία είπον, ότι σώζει τον άνθρωπον η τέχνη του να μετρά, ή ότι καμμία άλλη τέχνη τον σώζει;

— Ο Πρωταγόρας ωμολόγει ότι σώζει η μετρητική τέχνη.

Σωκράτης Τι δε φρονείς; Αν η σωτηρία της ζωής μου εξαρτάται από την προτίμησιν του μονού και του ζυγού, πότε δηλαδή είναι σωστόν να προτιμώμεν το περισσότερον και πότε το oλιγώτερον, ή όταν συγκρίνωμεν το ίδιον με το ίδιον ή το άλλο με το άλλο, είτε πλησίον είναι είτε μακράν, τι ηδύνατο να μας σώση την ζωήν; Άρά γε δεν θα μας την έσωζε μία επιστήμη, δηλαδή μία γνώσις; Και άρά γε δεν θα μας έσωζε μία μετρητική γνώσις, επειδή βεβαίως αυτή είναι η τέχνη του να ευρίσκωμεν το περισσότερον και το oλιγώτερον; Επειδή δε είναι η τέχνη του μονού και του ζυγού, ποία άρά γε άλλη τέχνη είναι αυτή παρά η αριθμητική; θα έμεναν εις τούτο σύμφωνοι οι άνθρωποι μαζί μας ή όχι;

— Παρεδέχθη και ο Πρωταγόρας ότι θα συνεφώνουν μαζί μας.

Σωκράτης Έστω, ω άνθρωποι· επειδή δε παρεδέχθημεν ότι η σωτηρία της ζωής εξαρτάται από την σωστήν εκλογήν της ευχαριστήσεως και της δυσαρεσκείας, και του περισσοτέρου και ολιγωτέρου και μεγαλυτέρου και μικροτέρου και μακροτέρου και πλησιεστέρου, άρά γε κατά πρώτον μεν δεν φαίνεται ότι είναι μία εξέτασις η οποία μετρά την υπερβολήν και την έλλειψιν και την ισότητα εν σχέσει προς αλλήλας;

Πρωταγόρας Δεν ημπορεί να είναι αλλέως παρά έτσι.

Σωκράτης Επειδή δε είναι μετρητική ενέργεια θα είναι αφεύκτως και τέχνη και επιστήμη.

Πρωταγόρας Θα το παραδεχθούν ούτως.

Σωκράτης Μίαν άλλην φοράν θα εξετάσωμεν λοιπόν τι είδους τέχνη και επιστήμη είναι αυτή· τώρα συμφωνούμεν ότι είναι επιστήμη, και τόσον μόνον φθάνει διά να σας αποδείξωμεν, εγώ και ο Πρωταγόρας, εκείνα διά τα οποία μας ερωτήσατε.

Μας ερωτήσατε δε, αν ενθυμήσθε, όταν εμέναμεν σύμφωνοι μεταξύ μας ότι κανέν πράγμα δεν είναι ανώτερον από την επιστήμην, αλλ' ότι αυτή πάντοτε νικά, όπου και αν ήθελεν υπάρχει, και την ευχαρίστησιν και όλα τ' άλλα· σεις δε ελέγατε ότι πολλές φορές η ευχαρίστησις νικά ακόμη και τον άνθρωπον που ηξεύρει, επειδή δε δεν επαραδεχόμεθα την γνώμην σας, έπειτα από αυτό μας ηρωτήσατε·

Πρωταγόρα και Σωκράτη, αν δεν παθαίνη αυτό που λέγομεν, να νικάται από την ευχαρίστησιν, αλλά τι άρά γε είναι αυτό και τι το λέγετε σεις ότι είναι; Ειπέτε μας. Αν λοιπόν τότε αμέσως σας ελέγαμεν ότι είναι αμάθεια, θα μας επεριπαίζατε· τώρα δε αν γελάσετε με ημάς, θα γελάσετε και με τον ίδιον εαυτόν σας. Διότι και σεις έχετε ομολογήση ότι από έλλειψιν της γνώσεως σφάλλουν, ως προς την εκλογήν των ευχαριστήσεων και δυσαρεσκειών, εκείνοι οι οποίοι σφάλλουν. Αυτά δε είναι και καλά και κακά· και όχι μόνον από την έλλειψιν γνώσεως, αλλά και προηγουμένως ακόμη έχετε ομολογήση ότι από έλλειψιν μετρητικής γνώσεως· η δε πράξις εις την οποίαν σφάλλει κανείς διότι είναι άγνωρος, ηξεύρετε βέβαια και σεις οι ίδιοι ότι πράττεται από αμάθειαν. Ώστε τούτο είναι το να νικάται κανείς από την ευχαρίστησιν, η πλέον μεγάλη αμάθεια, της οποίας απ' εδώ ο Πρωταγόρας λέγει ότι είναι ιατρός καθώς και ο Πρόδικος και ο Ιππίας· σεις δε, επειδή φαντάζεσθε, ότι είναι άλλο τίποτε και όχι αμάθεια, ούτε σεις έρχεσθε, ούτε τα παιδιά σας στέλλετε εις τούτους εδώ τους σοφιστάς, οι οποίοι είναι οι διδάσκαλοι τούτων των πραγμάτων, διότι ίσως νομίζετε ότι αυτό το πράγμα δεν ημπορεί να διδαχθή, αλλά λυπούμενοι τα χρήματά σας και μη δίδοντες εις τούτους, ευρίσκεσθε εις δυστυχίαν και ιδιωτικώς και δημοσίως.

Αυτά μεν ηθέλομεν αποκριθή εις τον κοινόν λαόν· ερωτώ δε τώρα σας, Ιππία και Πρόδικε μαζί με τον Πρωταγόραν — διότι ημπορείτε όλοι σας μαζί να ειπήτε την γνώμην σας. — Τι από τα δύο φρονείτε ότι λέγω, αλήθειαν ή ψεύδος;

— Απεφάνθησαν όλοι ότι είναι πληρέστατα αληθινά όσα είπα.

Σωκράτης Είσθε λοιπόν σύμφωνοι, είπον εγώ, ότι το μεν ευχάριστον είναι καλόν, το δε δυσάρεστον κακόν. Την δε διάκρισιν των ονομάτων, την οποίαν κάμνει απ' εδώ ο Πρόδικος, παρακαλώ να την αφήση· διότι είτε ευχάριστον είτε τερπνόν είτε χαροποιόν, είτε από όπου και όπως ευχαριστείσαι να δίδης όνομα εις τα τοιαύτα, φίλτατε Πρόδικε, εις τούτο μόνον, εις το οποίον επιθυμώ, δος μου απόκρισιν.

— Αφ' ου εγέλασεν ο Πρόδικος παρεδέχθη· επίσης και οι άλλοι.

Σωκράτης Τι δε φρονείτε λοιπόν, ω άνδρες, είπον εγώ, διά το εξής πράγμα; Όλαι αι πράξεις αι οποίαι γίνονται διά τούτον τον σκοπόν, διά να ζώμεν χωρίς λύπην και με ευχαρίστησιν, άρά γε δεν είναι ωραίαι και ωφέλιμοι; Και το ωραίον έργον δεν είναι και αγαθόν και ωφέλιμον;

— Εις τούτο έμειναν σύμφωνοι.

Σωκράτης Αν λοιπόν, είπον εγώ, το ευχάριστον είναι αγαθόν, κανείς ο οποίος να ηξεύρη ή να φρονή ότι υπάρχουν άλλαι καλύτεραι πράξεις παρά εκείναι τας οποίας κάμνει και ότι έχει την δύναμιν να τας εκτελέση, έπειτα εξακολουθεί να κάμνη αυτάς που κάμνει, εν ώ ημπορούσε να κάμνη τας καλυτέρας· ούτε το να είναι κανείς κατώτερος του εαυτού του είναι άλλο τίποτε τούτο παρά αμάθεια, ούτε το να είναι κανείς καλύτερος του εαυτού του, είναι τίποτε άλλο παρά σοφία.

— Το παρεδέχθησαν όλοι.

Σωκράτης Τι δε φρονείτε λοιπόν; Δεν ονομάζετε λοιπόν αμάθειαν το τοιούτον πράγμα, το να κανείς έχη δηλαδή ψευδή ιδέαν και να είναι απατημένος διά τα πράγματα τα οποία έχουν μεγάλην αξίαν;

— Το παρεδέχθησαν και τούτο όλοι.

Σωκράτης Και έν άλλο λοιπόν, είπον εγώ· κανείς βέβαια δεν πηγαίνει θεληματικώς επάνω εις τα κακά, ούτε εις εκείνα τα οποία νομίζει ότι είναι κακά· ούτε είναι τούτο, καθώς φαίνεται, φυσικόν εις τον άνθρωπον, αντί να πηγαίνη εις τα καλά, να πηγαίνη θεληματικώς κατ' επάνω εις εκείνα τα οποία νομίζει ότι είναι κακά. Όταν δ' ευρεθή υποχρεωμένος από δύο κακά να προτιμήση το έν, κανείς δεν θα εκλέξη το μεγαλύτερον, εν ώ ημπορεί να εκλέξη το μικρότερον.

— Όλα αυτά τα εύρομεν όλοι μας ως ορθά.

Σωκράτης Τι λοιπόν φρονείτε; είπον εγώ· υπάρχει κανέν πράγμα το οποίον ονομάζετε σεις τρόμον και φόβον και άρά γε το ίδιον το οποίον και εγώ ονομάζω έτσι; Ομιλώ εις σε, Πρόδικε. Τούτο δε, είτε φόβον είτε τρόμον το ονομάζετε, λέγω ότι είναι το να περιμένη κανείς κανέν κακόν. Ο Πρωταγόρας μεν και ο Ιππίας παρεδέχθησαν ότι και φόβος και τρόμος είναι τούτο· ο Πρόδικος όμως παρεδέχθη ότι είναι τρόμος, όχι όμως φόβος. Αλλά τούτο δεν μ' ενδιαφέρει διόλου, είπον εγώ, Πρόδικε· μ' ενδιαφέρει όμως, εάν είναι αληθινά όσα είπαμεν προηγουμένως, ποίος άρά γε άνθρωπος προηγουμένως θα επήγαινε εις εκείνα τα οποία φοβείται, εν ώ ημπορεί να υπάγη εις εκείνα τα οποία δεν φοβείται; Ή προκύπτει από όσα παρεδέχθημεν ότι τούτο είναι αδύνατον; Διότι έχομεν παραδεχθή ότι εκείνα τα οποία φοβείται, τα νομίζει ότι είναι κακά· κανείς δε ούτε πηγαίνει κατ' επάνω εις εκείνα τα οποία νομίζει κακά ούτε τα λαμβάνει θεληματικώς.

— Όλοι παρεδέχθησαν ότι και αυτά είναι ορθά.

Σωκράτης Αφού λοιπόν, αυτά είναι έτσι, είπον εγώ, Πρόδικε και Ιππία, ας μας απολογηθή απ' εδώ ο Πρωταγόρας, κατά ποίον τρόπον είναι σωσταί αι αποκρίσεις τας οποίας έδωκε κατ' αρχάς, μήπως εκείναι τας οποίας έδωκε κατ' αρχάς δεν είναι διόλου σωσταί, διότι τότε μεν, εν ώ είναι πέντε τα μέρη της αρετής, είπεν ότι κανέν από αυτά δεν ομοιάζει με το άλλο, καθένα δε έχει ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν διά τον εαυτόν του· αλλά δεν ομιλώ δι' αυτά· ομιλώ δι' εκείνα τα οποία είπεν έπειτα. Διότι' έπειτα είπεν ότι τα μεν τέσσαρα μέρη είναι σχεδόν όμοια μεταξύ των, το δ' έν, η ανδρεία δηλαδή, είναι παρά πολύ διαφορετικόν από τ' άλλα, είπε δε ότι ημπορώ να το καταλάβω από την εξής απόδειξιν· διότι ημπορείς να εύρης, Σωκράτη, ανθρώπους οι οποίοι είναι ασεβέστατοι και αδικώτατοι και ασωτότατοι και αμαθέστατοι, είναι όμως ανδρειότατοι· από το οποίον θα καταλάβης ότι η ανδρεία διαφέρει πολύ από τα άλλα μέρη της αρετής. Και τότε κατ' αρχάς μου εφάνη πολύ παράξενος η απόκρισις, και ακόμη περισσότερον παράξενος μου εφάνη, αφ' ου εξήτασα αυτά τα πράγματα μαζί σας. Τον ηρώτησα λοιπόν εάν τους ανδρείους τους θεωρή ανθρώπους με θάρρος· εκείνος δε είπεν ότι τους θεωρεί και ορμητικούς. Ενθυμείσαι, είπον εγώ, Πρωταγόρα, ότι απεκρίθης αυτά;

— Εβεβαίωσεν ότι το ενθυμείται.

Σωκράτης Εμπρός λοιπόν, είπον εγώ, ειπέ μας, οι ανδρείοι κατ' επάνω εις ποία πράγματα λέγεις ότι είναι ορμητικοί; Μήπως και επάνω εις τα ίδια εις τα οποία είναι ορμητικοί και οι δειλοί;

Πρωταγόρας Όχι, είπε.

Σωκράτης Και λοιπόν κατ' επάνω εις άλλα;

Πρωταγόρας Ναι, είπεν αυτός.

Σωκράτης Τι από τα δύο, οι μεν δειλοί πηγαίνουν κατ' επάνω εις τα άφοβα πράγματα, οι δε ανδρείοι κατ' επάνω εις τα φοβερά;

Πρωταγόρας Αυτό δα, Σωκράτη, λέγουν οι άνθρωποι.

Σωκράτης Αλήθειαν λέγεις, είπον εγώ· αλλά δεν ερωτώ τούτο· ερωτώ, συ κατ' επάνω εις τι πράγμα λέγεις ότι είναι ορμητικοί οι ανδρείοι; Άρά γε κατ' επάνω εις τα φοβερά πράγματα, εν ώ νομίζουν ότι είναι φοβερά, ή κατ' επάνω εις εκείνα τα οποία δεν είναι φοβερά;

Πρωταγόρας Αλλά τούτο βέβαια, είπεν, εις τους συλλογισμούς τους οποίους συ έλεγες, απεδείχθη προ ολίγου ότι είναι αδύνατον.

Σωκράτης Και τούτο, είπον εγώ, το οποίον λέγεις, είναι αλήθεια· ώστε αν τούτο απεδείχθη σωστά, κανείς δεν πηγαίνει κατ' επάνω εις εκείνα τα πράγματα τα οποία νομίζει ότι είναι φοβερά, επειδή το να είναι κατώτερος του εαυτού του ευρέθη ότι είναι αμάθεια.

— Το παρεδέχθη (ο Πρωταγόρας).

Σωκράτης Αλλ' όμως όλοι πάλιν πηγαίνουν κατ' επάνω εις εκείνα τα πράγματα τα οποία δεν τα φοβούνται, και οι δειλοί και οι ανδρείοι, και εις αυτήν τουλάχιστον την περίστασιν οι δειλοί και οι ανδρείοι διευθύνονται εις τα ίδια πράγματα.

Πρωταγόρας Αλλ' όμως, είπε, Σωκράτη, είναι όλως διόλου εναντία εκείνα εις τα οποία διευθύνονται οι δειλοί από εκείνα εις τα οποία διευθύνονται οι ανδρείοι. Έξαφνα εις τον πόλεμον οι μεν ανδρείοι θέλουν να πηγαίνουν, οι δε δειλοί δεν θέλουν.

Σωκράτης Τι από τα δύο, είπον εγώ, δεν θέλουν να πηγαίνουν, διότι είναι εύμορφον πράγμα ή είναι άσχημον;

Πρωταγόρας Διότι είναι ωραίον, είπε.

Σωκράτης Και λοιπόν, εάν είναι ωραίον, παρεδέχθημεν προηγουμένως ότι είναι και αγαθόν, (δηλαδή ενάρετος πράξις), διότι παρεδέχθημεν ότι όλαι αι ωραίαι πράξεις είναι και ενάρετοι.

Πρωταγόρας Αληθινά λέγεις, και εγώ τουλάχιστον πάντοτε αυτήν την γνώμην έχω.

Σωκράτης Σωστήν γνώμην βέβαια, είπον εγώ. Αλλά ποίοι από τους δύο λέγεις ότι δεν θέλουν να πηγαίνουν εις τον πόλεμον, εν ώ τούτο είναι πράξις ωραία και ενάρετος;

Πρωταγόρας Οι δειλοί, είπεν αυτός.

Σωκράτης Εάν τούτο είναι πράξις ωραία και ενάρετος, είπον εγώ, δεν είναι και πράξις ευάρεστος;

Πρωταγόρας Το έχομεν παραδεχθή βέβαια, είπε.

Σωκράτης Άρά γε δεν θέλουν λοιπόν οι δειλοί να πηγαίνουν εις εκείνο το οποίον είναι και ωραιότερον και ηθικώτερον και πλέον ευάρεστον, εν ώ γνωρίζουν ότι είναι τοιούτον;

Πρωταγόρας Αλλ' εάν παραδεχθώμεν και τούτο, είπε, θα ανατρέψωμεν κείνα τα οποία εβεβαιώσαμεν προηγουμένως.

Σωκράτης Τι δε κάμνει ο ανδρείος; Δεν πηγαίνει εις εκείνο το οποίον είναι ωραιότερον και ηθικώτερον και πλέον ευχάριστον;

Πρωταγόρας Είμεθα υποχρεωμένοι, είπε, να το παραδεχθώμεν.

Σωκράτης Οι ανδρείοι λοιπόν, όταν φοβώνται, δεν φοβούνται διόλου φόβους αισχρούς, ούτε όταν έχουν αφοβίας, έχουν αφοβίας αισχράς.

Πρωταγόρας Αλήθεια είναι, είπε.

Σωκράτης Εάν δε όχι αισχρούς, λοιπόν ωραίους;

Πρωταγόρας Βέβαια, είπε.

Σωκράτης Εάν δε ωραίους και αγαθούς;

Πρωταγόρας Ναι.

Σωκράτης Λοιπόν και οι δειλοί και οι τρομεροί και οι μανιακοί απεναντίας δεν φοβούνται αισχρούς φόβους και δεν έχουν αισχράς αφοβίας;

— Το παρεδέχετο (ο Πρωταγόρας).

Σωκράτης Έχουν δε αφοβίαν εις τα αισχρά και κακά διά καμμίαν άλλην αιτίαν ή ένεκα αγνοίας και αμαθείας;

Πρωταγόρας Έτσι είναι, είπε.

Σωκράτης Τι λοιπόν φρονείς; Τούτο, ένεκα του οποίου οι δειλοί είναι δειλοί, το ονομάζεις δειλίαν ή ανδρείαν;

Πρωταγόρας Εγώ, βέβαια το ονομάζω δειλίαν, είπε.

Σωκράτης Δεν εδείχθησαν δε ότι είναι δειλοί ένεκα της αμαθείας των φοβερών πραγμάτων.

Πρωταγόρας Βεβαιότατα, είπεν.

Σωκράτης Εξ αιτίας λοιπόν ταύτης της αμαθείας είναι δειλοί;

— Το παραδέχετο (ο Πρωταγόρας).

Σωκράτης Ομολογείς λοιπόν ότι η άγνοια των φοβερών και μη φοβερών τους κάμνει να είναι δειλοί;

Πρωταγόρας Ναι, είπε.

Σωκράτης Η αμάθεια λοιπόν εκείνων που είναι φοβερά και εκείνων όπου δεν είναι φοβερά, τούτο δεν είναι η δειλία;

— Έκαμε νεύμα ότι το παρεδέχθη.

Σωκράτης Αλλ' όμως, είπον εγώ, η ανδρεία είναι το εναντίον της δειλίας;

Πρωταγόρας Ναι, είπε.

Σωκράτης Η γνώσις λοιπόν των φοβερών και των μη φοβερών πραγμάτων δεν είναι εναντία εις την αμάθειαν αυτών;

— Και εις τούτο ακόμη έκαμε νεύμα ότι το παραδέχεται.

Σωκράτης Η δε αμάθεια τούτων δεν είναι δειλία;

— Μετά μεγάλης δυσκολίας εδώ έκαμε νεύμα, ότι το παραδέχεται.

Σωκράτης Η γνώσις λοιπόν των φοβερών και μη φοβερών δεν είναι ανδρεία, η οποία είναι εναντία εις την αμάθειαν τούτων;

— Εδώ πλέον δεν ηθέλησεν ούτε διά νεύματος να δείξη ότι το παραδέχεται.

Εγώ δε είπον·

Σωκράτης Διατί λοιπόν, Πρωταγόρα, συ ούτε παραδέχεσαι ούτε αρνείσαι εκείνα, τα οποία ερωτώ;

Πρωταγόρας Μόνος τελείωσέ τα, είπε.

Σωκράτης Να τελειώσω, είπον εγώ, μόνον, αφ' ου σ' ερωτήσω ακόμη έν πράγμα. Εάν εξακολουθής ακόμη να νομίζης, όπως κατ' αρχάς, ότι υπάρχουν μερικοί άνθρωποι αμαθέστατοι μεν, ανδρειότατοι όμως.

Πρωταγόρας Μου φαίνεσαι, είπε, Σωκράτη, ότι βιάζεσαι να σου αποκριθώ εγώ· θα σου κάμω λοιπόν την χάριν. Σου λέγω λοιπόν σύμφωνα με όσα παρεδέχθημεν, ότι φρονώ ότι είναι αδύνατον να υπάρχουν άνθρωποι αμαθέστατοι μεν, ανδρειότατοι όμως.

Σωκράτης Διά κανένα άλλον λόγον, είπον εγώ, δεν κάμνω όλας αυτάς τας ερωτήσεις, ειμή επειδή επιθυμώ να εξετάσω, πώς τάχα είναι τα αναφερόμενα εις την αρετήν και τι τάχα είναι αυτή η ιδία η αρετή. Διότι ηξεύρω ότι, όταν τούτο γείνη φανερόν, ημπορεί να γείνη παραπολύ καθαρόν και εκείνο, διά το οποίον και εγώ και συ εκάμαμεν μεταξύ μας μεγάλην συζήτησιν, και εγώ μεν υπεστήριζα ότι η αρετή δεν ημπορεί να διδαχθή, συ δε ότι ημπορεί να διδαχθή. Και μου φαίνεται ότι το προ ολίγου συμπέρασμα των συζητήσεών μας, ωσάν να είναι άνθρωπος, μας κατηγορεί και μας περιγελά, και αν ημπορούσε να ομιλήση, θα έλεγεν ότι εχάσατε τον νουν σας, Σωκράτη και Πρωταγόρα· συ μεν αφ' ου εις τα προηγούμενα έλεγες ότι η αρετή δεν ημπορεί να διδαχθή, τώρα βιάζεσαι ν' αντικρούσης τον εαυτόν σου, αναλαμβάνων ν' αποδείξης ότι όλα τα πράγματα είναι γνώσις, και η δικαιοσύνη και η εγκράτεια και η ανδρεία, εις τρόπον ώστε ν' αποδειχθή ότι η αρετή κάλλιστα ημπορεί να διδαχθή· διότι εάν η αρετή ήτο τίποτε άλλο παρά γνώσις, καθώς ο Πρωταγόρας επροσπάθει να υποστηρίζη, δεν θα ήτο δυνατόν καθαρά να διδαχθή· τώρα δε, αν αποδειχθή ότι ολόκληρος είναι γνώσις, καθώς προσπαθείς Σωκράτη, θα ήτο παράξενον αν δεν ήτο δυνατόν να διδαχθή. Ο Πρωταγόρας δε πάλιν, εν ώ τότε υπεστήριζεν ότι ημπορεί να διδαχθή, τώρα απεναντίας φαίνεται άνθρωπος ενδιαφερόμενος ν' αποδεχθή ότι αυτή σχεδόν κάθε τι άλλο είναι παρά γνώσις· και διά τούτο διόλου δεν είναι δυνατόν να διδαχθή. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, καλώς βλέπων ότι όλα αυτά ανακατεύοντο και αναποδογύριζαν, έχω όλην την καλήν διάθεσιν να γείνουν αυτά ολοφάνερα, και επεθύμουν, αφ' ου ημείς τα συζητήσωμεν, να αποδείξωμεν έπειτα τι πράγμα είναι και η αρετή, και πάλιν έπειτα να εξετάσωμεν δι' αυτήν, εάν ημπορή να διδαχθή ή δεν ημπορή, μήπως πολλάς φοράς ο Επιμηθεύς εκείνος και εις την εξέτασίν μας κάμη λάθος και μας εξαπατήση, καθώς και εις την μοιρασιάν μας παρημέλησεν, όπως συ λέγεις. Και εις εμέ λοιπόν ήρεσε και εις τον μύθον ο Προμηθεύς καλύτερα από τον Επιμηθέα· και κατά το παράδειγμά του εγώ κάμνων προμήθειαν δι' όλην μου την ζωήν, ενασχολούμαι εις όλα αυτά τα ζητήματα, και εάν συ έχης ευχαρίστησιν, το οποίον και εις την αρχήν έλεγα, μαζί σου θα εξήταζα αυτά με πολύ μεγάλην ευχαρίστησιν.

— Και ο Πρωταγόρας είπεν·

Πρωταγόρας, Εγώ, Σωκράτη, επαινώ την προθυμίαν σου και τον τρόπον, που συζητείς τα ζητήματα. Διότι ούτε κατά τα άλλα νομίζω ότι είμαι κακός άνθρωπος, και φθονερός δε είμαι oλιγώτερον από κάθε άνθρωπον, επειδή και διά σε έχω δα είπη εις πολλούς ανθρώπους ότι από όσους συναναστρέφομαι πολύ περισσότερον θαυμάζω σε και παρά πολύ μάλιστα από τους έχοντας την ηλικίαν σου· και λέγω βεβαίως ότι δεν θα μου εφαίνετο διόλου παράξενον, εάν εγίνεσο μίαν ημέραν είς από τους περιφήμους διά την σοφίαν άνδρας. Και δι' αυτά δε τα ζητήματα μίαν άλλην φοράν, όταν έχης ευχαρίστησιν, συζητούμεν τώρα δε είναι πλέον καιρός να κυττάξωμεν και καμμίαν άλλην υπόθεσιν.

Σωκράτης Αλλά, είπον, εγώ είναι χρεία έτσι να κάμωμεν, διότι και εγώ είναι καιρός εκεί όπου έλεγα προ πολλού να υπάγω, αλλ' έμεινα διά να ευχαριστήσω τον εύμορφον Καλλίαν.

— Αυτά αφ' ου είπομεν και ηκούσαμεν, ανεχωρήσαμεν.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Πρωταγόρας Ύστερα από ωραία και ειρωνική περιγραφή των επιδειχτικών και φαντασμένων τρόπων των σοφιστών, γίνεται συζήτηση, ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα, περί αρετής. Επιδέξια φέρνοντας σε αδιέξοδο τον σοφιστή, ο Σωκράτης αποδείχνει πως η αρετή είναι αυτοδίδαχτη κ' ύστερα, μεταστρέφοντας τους συλλογισμούς του την παρουσιάζει σαν αποτέλεσμα γνώσης.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

***

1) Χάριν σαφηνείας τίθενται από του εξής εις επικεφαλίδα τα ονόματα των διαλεγομένων.

2) Ολίγον προ του Ιπποκράτους, επειδή οι ιατροί παραμέλησαν την διαιτητικήν, η οποία απαιτεί γνώσιν των νόμων της φύσεως, ανέλαβαν αυτήν ως άλλο πράγμα αδέσποτον οι διδάσκαλοι της γυμναστικής και εκανόνιζον αυτοί την δίαιταν των μαθητών των σύμφωνα με την κράσιν και τα είδη των ασκήσεών των. Ο Ιπποκράτης όμως πρώτος επανέλαβε την διαιτητικήν και ούτω κατ' ολίγον οι ιατροί ανέκτησαν την θέσιν των. Κατά τους χρόνους του Πλάτωνος ολίγοι ήσαν οι παλαισταί οι μετερχόμενοι ούτω τους ιατρούς.

3) Είχον ιδιαιτέραν ικανότητα οι σοφισταί εις την κατασκευήν και διήγησιν μύθων. Οι δε μύθοι ούτοι διέφθειραν και εξήλειψαν βαθμηδόν την φυσικήν θρησκείαν.

4) Ούτος εποίησε δράμα υπο τον τίτλον «Άγριοι», το οποίον παρεστάθη και του οποίου σκοπός ήτο να δείξη ότι οι πρώτοι άνθρωποι οι ακόμη μη συστήσαντες έννομον και εύτακτον πολιτείαν ήσαν δυστυχείς. Ήθελε δε να διδάξη με τούτο τους Έλληνας να ποθώσι την ειρήνην μεταξύ των και να είναι ευπειθείς εις τους νόμους διά να ευτυχώσι.

5) Ούτοι ήσαν διάσημοι κακούργοι και το όνομά των έμεινε παροιμιώδες.

6) Ούτος ενίκησε τρεις φοράς εις το στάδιον και εβραβεύθη.

7) Ούτοι διήνυον εις κάθε ημέραν μακρόν διάστημα.

8) Πρυτανεία ωνομαζον τους ναούς, εις τους οποίους νυχθημερόν έκαιεν άσβεστον το αφιερωμένον εις την Εστίαν ιερόν πυρ.

9) Οι Κείοι εφημίζοντο ως ευσεβείς και χρηστοήθεις.

10) Η πατρίς τούτου ητο εις την Φωκίδα πλησίον του όρους Οίτη.

11) Υπαινίττεται τας φιλικάς του Σιμωνίδου σχέσεις μετά του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Παυσανίου και του σοφού τυράννου των Συρακουσίων Ιέρωνος.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings