← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2

Front matter (continued 4)

Alexandros Rizos Rankaves translation

ΙΖ. Ως δ' ήρχισαν οι Λακεδαιμόνιοι να δυσαρεστώνται διά των Αθηναίων, την αυξήσιν, παροτρύνων ο Περικλής έτι μάλλον τον δήμον εις μεγαλοφροσύνην, και εις το να θεωρή εαυτόν μεγάλων πραγμάτων άξιον, γράφει ψήφισμα, να προσκληθώσι πάντες οι Έλληνες, οι οπουδήποτε κατοικούντες ή της Ευρώπης ή της Ασίας, πάσαι αι πόλεις, μικραί ή μεγάλαι, να πέμψωσιν αντιπροσώπους εις Αθήνας, όπως εν συλλόγω συσκεφθώσι περί των Ελληνικών ιερών όσα έκαυσαν οι βάρβαροι, και περί των θυσιών άς οφείλουσιν υπέρ της Ελλάδος, τάξαντες αυτάς εις τους Θεούς, όταν επολέμουν προς τους βαρβάρους, και περί της θαλάσσης, πώς να πλέωσι πάντες αφόβως, και πώς να διατηρήσωσι, την ειρήνην. Προς τούτο απεστάλησαν άνδρες είκοσι, έχοντες ηλικίαν επέκεινα των πεντήκοντα ετών, πέντε μεν όπως προσκαλέσωσι τους Ίωνας και τους Δωριείς της Ασίας, και τους νησιώτας μέχρι Λέσβου και μέχρι Ρόδου· πέντε δε περιήλθον τους τόπους του Ελλησπόντου και της Θράκης, μέχρι του Βυζαντίου, και πέντε μετά τούτους απεστάλησαν εις Βοιωτίαν και Φωκίδα και Πελοπόννησον, και εκείθεν διά των Λοκρών εις τα πλησίον μέρη της Ηπείρου μέχρις Ακαρνανίας και Αμβρακίας. Οι δε λοιποί επήγον διά της Ευβοίας εις τους Οιταίους (513) και τον Μαλιέα κόλπον (514), και τους Φθιώτας, και τους Αχαιούς, και τους Θεσσαλούς, πείθοντες τους λαούς να έλθωσι και μετάσχωσι της συσκέψεως περί της ειρήνης και της κοινής συνεννοήσεως της Ελλάδος. Αλλά δεν έγινε τίποτε, ουδέ συνήλθον αι πόλεις, διότι οι Λακεδαιμόνιοι εναντιώθησαν, ως λέγεται, και κατά πρώτον η απόπειρα έγεινεν εις την Πελοπόννησον. Ταύτα διηγήθην διά να δείξω το φρόνημα αυτού και την μεγαλοφροσύνην.

ΙΗ. Κατά δε τας στρατηγίας διεκρίνετο προ πάντων ως μεριμνών υπέρ της ασφαλείας· διότι ούτε μάχην συνήπτεν ακουσίως, όταν ήτον λίαν άδηλος και κινδυνώδης, ούτε εζήλου και εμιμείτο τους στρατηγούς όσοι, ριψοκινδυνεύοντες, λαμπράν απέκτησαν τύχην και εθαυμάσθησαν. Έλεγε δε πάντοτε εις τους πολίτας ότι καθ' όσον εξ αυτού εξαρτάται, θα μείνωσι διά παντός αθάνατοι. Βλέπων δ' ότι ο Τολμίδης ο υιός του Τολμαίου (515), θαρρών εις τας προτέρας επιτυχίας του, και εις το ότι μεγάλως ετιμάτο διά τα πολεμικά αυτού κατορθώματα, ητοιμάζετο ακαίρως να εισβάλη εις την Βοιωτίαν, και είχε πείσει τους αρίστους και φιλοτιμοτάτους των εχόντων την στρατεύσιμον ηλικίαν να συνεκστρατεύσωσιν ως εθελονταί, συμποσούμενοι εις χιλίους, εκτός της άλλης δυνάμεως, επροσπάθησε ν' αναχαιτίση αυτόν, και τον παρεκάλει εις την εκκλησίαν του δήμου, ειπών το μνημονευόμενον εκείνο, ότι, αν δεν πείθηται εις τον Περικλήν, δεν θέλει καν σφάλει περιμένων τον σοφώτατον σύμβουλον, τον καιρόν. Και τότε μεν ολίγον επεδοκιμάσθη διά του λόγου τούτου. Μετ' ολίγας δ' ημέρας, όταν ανηγγέλθη ότι εφονεύθη μεν ο Τολμίδης, νικηθείς περί την Κορώνειαν, απέθανον δε πολλοί και αγαθοί πολίται, μεγάλην τούτο έφερε δόξαν εις τον Περικλέα, και μεγάλην εύνοιαν των συμπολιτών του, διότι εθεωρήθη ως ανήρ φρόνιμος και φιλοπολίτης.

ΙΘ. Εκ δε των στρατηγιών αυτού επηνέθη προ πάντων η κατά την Χερρόνησον, γενομένη σωτήριος εις τους εκεί κατοικούντας Έλληνας· διότι όχι μόνον έφερε χιλίους Αθηναίους εποίκους, και ενεδυνάμωσε διά των ανδρείων τούτων τας πόλεις, αλλά και το στενώτερον του ισθμού, διαζώσας δι' οχυρώματος και πύργων από θαλάσσης εις θάλασσαν, εμπόδισε διά του τείχους τας καταδρομάς των Θρακών όσοι ήσαν πέριξ της Χερρονήσου· και απέκλεισε τον βαρύν και συνεχή πόλεμον εις όν ην δι' όλου του χρόνου εκτεθειμένη η χώρα, επιμιξίαν έχουσα μετά βαρβαρικών γειτνιάσεων, και γέμουσα ληστών ομόρων και εγχωρίων. Εθαυμάσθη δε και εφημίσθη προς τους ξένους, όταν περιέπλευσε την Πελοπόννησον, κινήσας μεθ' εκατόν τριήρεων, εκ των Πηγών της Μεγαρικής (516)· διότι όχι μόνον επόρθησε πόλεις της παραλίας, καθώς ο Τολμίδης πρότερον, αλλά και μακράν της θαλάσσης προχωρήσας μετά των οπλιτών οίτινες ήσαν εκτός των πλοίων, τους μεν άλλους περιώρισεν εις τα τείχη των, φοβηθέντας αυτού την έφοδον, εις δε την Νεμέαν (517) τους Σικυωνίους αντιστάντας και συνάψαντας μάχην, ενίκησε κατά κράτος, και έστησε τρόπαιον. Λαβών δε στρατιώτας διά τα πλοία του εκ της Αχαΐας, ήτις διέκειτο φιλικώς, έπλευσε μετά του στόλου του εις την απέναντι Ήπειρον, και παραπλεύσας τον Αχελώον (518), επέδραμε την Ακαρνανίαν, και κατέκλεισε τους Οινεάδας εις το τείχος των, και λεηλατήσας την γην, και βλάψας αυτήν, επέστρεψεν εις τας Αθήνας, φοβερός μεν φανείς εις τους εχθρούς, άπταιστος δε και δραστήριος εις τους πολίτας· διότι ουδέν ουδ' εκ τύχης καν δυστύχημα συνέβη εις τους εκστρατεύσαντας.

Κ. Εις δε τον πόντον εισπλεύσας μετά στόλου μεγάλου και κεκοσμημένου λαμπρώς, υπέρ μεν των ελληνικών πόλεων κατώρθωσεν όλα όσων είχον ανάγκην, και προσηνέχθη προς αυτάς φιλανθρώπως· εις δε τα πέριξ κατοικούντα βάρβαρα έθνη, και τους βασιλείς αυτών και δυνάστας επέδειξε της δυνάμεώς του το μέγεθος, και την αφοβίαν, και το θάρρος μεθ' ού έπλεεν όπου ήθελε, και είχεν υποτάξει πάσαν την θάλασσαν. Εις δε τους Σινωπείς αφήκε δεκατρία πλοία μετά του Λαμάχου (519), και στρατιώτας κατά του τυράννου αυτών Τιμησιλάου. Αφ' ού δ' εξεδιώχθη ούτος και οι οπαδοί αυτού, εψήφισε να πλεύσωσιν εις την Σινώπην Αθηναίοι εθελονταί εξακόσιοι, και να συγκατοικήσωσι μετά των Σινωπέων, διανεμηθέντες τας οικίας και την χώραν ήν κατείχον οι τύραννοι πριν. Ως προς τ' άλλα δε δεν ενέδιδεν εις των πολιτών τας ορμάς, ουδέ παρεσύρετο μετ' αυτών, όταν επαιρόμενοι διά την τόσην των δύναμιν και την τόσην των ευτυχίαν, ήθελον ν' αρχίσωσι πάλιν τας κατά της Αιγύπτου επιχειρήσεις των, και ν' αναστατώσωσι τα παραθαλάσσια μέρη της επικρατείας του βασιλέως. Πολλούς δ' είχε καταλάβει και ο δυστυχής εκείνος και ολέθριος έρως της Σικελίας, όν ύστερον εκορύφωσαν οι περί τον Αλκιβιάδην ρήτορες. Τινές δε ωνειρεύοντο και την Τυρρηνίαν και την Καρχηδόνα, και δεν ήσαν εστερημένοι ελπίδος, διά το μέγεθος της ηγεμονίας ήν εξήσκουν οι Αθηναίοι, και διά την διηνεκή των πραγμάτων επιτυχίαν.

ΚΑ. Αλλ' ο Περικλής εκώλυε την εκστρατείαν ταύτην, και ανεχαίτιζε την πολυπραγμοσύνην, και το πλείστον της δυνάμεως έτρεπεν εις φύλαξιν και ασφάλειαν των όσων είχον χωρών, μέγα πράγμα φρονών το να συνέχη τους Λακεδαιμονίους, εις ούς ηναντιούτο πάντοτε, ως και δι' άλλων πολλών το έδειξε, και δι' όσων έγιναν κατά τον ιερόν πόλεμον. Εν ώ είχον το ιερόν οι Φωκείς, εκστρατεύσαντες εκεί οι Λακεδαιμόνιοι, το έδωκαν εις τους Δελφούς· αλλ' άμα αυτοί ανεχώρησαν, επελθών ο Περικλής, μετά στρατευμάτων, πάλιν εισήγαγε τους Φωκείς, και ως οι Λακεδαιμόνιοι ενέγραψαν εις το μέτωπον του χαλκού λύκου (520) το δικαίωμα του να μαντεύωνται προ των άλλων, ό έδωκαν εις αυτούς οι Δελφοί, ούτω και αυτός, λαβών υπέρ των Αθηναίων το αυτό της προμαντείας δικαίωμα, το εχάραξεν εις του ιδίου λύκου την δεξιάν πλευράν.

ΚΒ. Ότι δ' ορθώς έπραξε συνέχων εντός της Ελλάδος την δύναμιν των Αθηναίων, αυτά τα γεγονότα το εμαρτύρησαν. Διότι πρώτον μεν απεστάτησαν οι Ευβοείς, και διέβη μετά δυνάμεως κατ' αυτών. Ευθύς δ' έπειτα ανηγγέλθη ότι Μεγαρείς εκήρυξαν τον πόλεμον, και ότι εχθρών στράτευμα ήτον εις τα όρια της Αττικής, υπό την στρατηγίαν του Πλειστάνακτος, του Βασιλέως των Λακεδαιμονίων. Πάλιν λοιπόν ο Περικλής ταχέως επέστρεψεν εξ Ευβοίας διά τον πόλεμον όστις ήτον εν Αττική. Και να έλθη μεν εις χείρας δεν ετόλμησε, διότι ήσαν πολλοί και ανδρείοι οπλίται οι προκαλούντες αυτόν εχθροί. Βλέπων δ' ότι ο Πλειστάναξ ήτον όλως νέος, και ότι πρώτιστον σύμβουλον είχε τον Κλεανδρίδην, όν οι έφοροι έπεμψαν μετ' αυτού ως πάρεδρον και ως φύλακα, ένεκα της ηλικίας του, ήρχισε να δοκιμάζη αυτόν κρυφίως· και διαφθείρας αυτόν ταχέως διά χρημάτων, τον κατέπεισε ν' αποσύρη της Αττικής τους Πελοποννησίους. Ως δ' ανεχώρησε το στράτευμα και διελύθη εις τας πόλεις, οι Λακεδαιμόνιοι αγανακτούντες διά τούτο· εις μεν τον βασιλέα επέβαλον χρημάτων πρόστιμον, ό μη έχων ν' αποτίση, ανεχώρησεν εκ της Λακεδαίμονος· τον δε Κλεανδρίδην φεύγοντα κατεδίκασαν εις θάνατον. Ήτον δ' ούτος πατήρ του Γυλίππου, όστις κατεπολέμησε (521) τους Αθηναίους εις την Σικελίαν. Φαίνεται δ' ότι η φύσις μετέδωκε και εις τούτον ως συγγενικόν νόσημα την φιλοχρηματίαν διότι, και αυτός διά κακά έργα αισχρώς καταδικασθείς, έφυγεν εκ της Σπάρτης. Αλλά ταύτα εξεθέσαμεν εν τω βίω του Λυσάνδρου (522).

ΚΓ. Εις τον απολογισμόν δε της στρατηγίας του έγραψεν ο Περικλής δέκα τάλαντα (523), δαπανηθέντα εις τας ανάγκας (524), και ο δήμος εδέχθη αυτά, χωρίς να πολυερευνήση, ουδέ να εξελέγξη της δαπάνης το μυστηριώδες. Τινές δε διηγούνται, και μεταξύ αυτών Θεόφραστος ο φιλόσοφος (525), ότι κατ' έτος εστέλλοντο παρά του Περικλέους δέκα τάλαντα εις την Σπάρτην, δι' ών περιποιούμενος τους έχοντας τας αρχάς, απεμάκρυνε τον πόλεμον, και εξηγόραζεν ουχί την ειρήνην, αλλά τον καιρόν καθ' όν, ησύχως ετοιμασθείς, έμελλε να πολεμήση καλλήτερα. Ευθύς λοιπόν στραφείς κατά των επαναστάντων, και διαβάς εις Εύβοιαν μετά πεντήκοντα πλοίων και πεντακισχιλίων οπλιτών, κατέστρεψε τας πόλεις. Και των μεν Χαλκιδέων απεδίωξε τους Ιπποβότας λεγομένους, οίτινες ήσαν οι κατά πλούτον και δόξαν διακρινόμενοι μεταξύ αυτών. Τους δ' Εστιαιείς (526) όλους εκτοπίσας εκ της χώρας αυτών, κατώκισεν εις αυτήν Αθηναίους, κατ' εκείνων μόνων άκαμπτος δειχθείς, διότι συλλαβόντες πλοίον αττικόν, εφόνευσαν τους άνδρας.

ΚΔ. Μετά τούτο (527) έγινε συνθήκη ειρήνης επί τριάκοντα έτη μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, και τότε εψήφισεν εκστρατείαν κατά της Σάμου, κατηγορών τους Σαμίους ότι διαταττόμενοι να παύσωσι τον προς τους Μιλησίους πόλεμον αυτών, δεν υπήκουσαν. Επειδή όμως φαίνεται ότι έπραξε τα περί της Σάμου προς χάριν της Ασπασίας, εδώ καιρός είναι να εκφράσωμεν την απορίαν ημών περί ταύτης της γυναικός, ποίαν τέχνην ή ποίαν δύναμιν είχεν ώστε και τους πρωτίστους των πολιτικών να καθυποτάξη, και εις τους φιλοσόφους σπουδαίου και πολλού λόγου να δώση αιτίαν. Κοινώς γνωστόν είναι ότι ήτον Μιλησία το γένος, θυγάτηρ του Αξιόχου. Λέγουσι δ' ότι κατά παράδειγμα παλαιάς τινός Ιωνίας, Θαργηλίας, επετέθη κατά των ισχυροτάτων ανδρών. Διότι η Θαργηλία, ωραία ούσα, και χάριν έχουσα και ευφυίαν, μετά πολλών μεν εσχετίσθη Ελλήνων, είλκυσε δ' όλους όσοι την επλησίαζον υπέρ του Βασιλέως, και επειδή ήσαν ούτοι εκ των μεγίστων και δυνατωτάτων, διέσπειρε δι' αυτών λεληθότως εις πάσας τας πόλεις αρχάς μηδισμού. Περί δε της Ασπασίας τινές μεν λέγουσιν ότι ο Περικλής προσηλώθη εις αυτήν ως εις γυναίκα σοφήν και πολιτικήν διότι και ο Σωκράτης επεσκέπτετο αυτήν ενίοτε μετά των γνωρίμων του, και οι φίλοι αυτής τη έφερον τας γυναίκας των να την ακούωσιν, αν και δεν είχε κοσμίαν ουδέ σεμνήν ενασχόλησιν, αλλ' έτρεφε παρ' εαυτή κόρας κακής διαγωγής. Ο δ' Αισχίνης (528) λέγει, ότι Λυσικλής ο προβατοκάπηλος, αγενής και ταπεινός ων εκ γενετής, έγινε πρώτος των Αθηναίων, διότι συνώκησε μετά της Ασπασίας αφ' ού ο Περικλής απέθανεν. Εις δε του Πλάτωνος τον Μενέξενον, αν και η αρχή του διαλόγου εκείνου είναι γεγραμμένη αστείως, ιστορικώς όμως αναφέρεται η υπόληψις ην είχεν η γυνή, και ότι εδέχετο πολλούς Αθηναίους όπως τοις διδάσκη την ρητορικήν. Ο δε Περικλής φαίνεται ότι μάλλον ερωτικώς ηγάπα την Ασπασίαν, ότι είχε μεν αυτός γυναίκα, ήτις και συγγενής του ήτον, και είχε νυμφευθή πριν τον Ιππόνικον, εξ ού εγέννησε Καλλίαν τον πλούσιoν (529), μετά δε του Περικλέους εγέννησε τον Ξάνθιππον και τον Πάραλον. Επειδή δε μετά ταύτα δεν τοις ήρεσκεν η συμβίωσις, ο Περικλής έδωκεν αυτήν εις άλλον άνδρα, όν αυτή ήθελε, και έλαβε την Ασπασίαν, ήν μεγάλως ηγάπησε. Λέγουσιν ότι καθ' ημέραν οσάκις εξήρχετο εις την αγοράν και οσάκις επανήρχετο, την ησπάζετο πάντοτε φιλών αυτήν. Δια τούτο εις τας Κωμωδίας ονομάζεται Ομφάλη, Δηιάνειρα, ως και Ήρα (530). Ο δε Κρατίνος την λέγει εταίραν διά τούτων.

«Την Ήραν Ασπασίαν τω εγέννησε, την αναιδή εταίραν, την αναίσχυντον».

Φαίνεται ότι και νόθον υιόν απέκτησεν εξ αυτής, περί ού παρεισάγει ο Εύπολις εν τη κωμωδία τη επιγραφομένη «Δήμος» τον Περικλήν ούτως ερωτώντα·

«Μοι ζη ο νόθος ;»

Τον δε Μυρωνίδην αποκρινόμενον·

«Και θα ήτον έγγαμος, εάν δεν εφοβείτο τον εταιρισμόν». (531)

Λέγουσι δ' ότι η Ασπασία εγένετο τοσούτον ένδοξος και ονομαστή, ώστε και ο Κύρος, ο πολεμήσας τον Βασιλέα όπως τω αφαιρέση των Περσών την ηγεμονίαν (532), την γυναίκα ήν υπέρ πάσας ηγάπα ωνόμασεν Ασπασίαν, εν ώ πριν εκαλείτο Μιλτώ. Ήτον δ' αυτή εκ της Φωκαίας (533), θυγάτηρ Ερμοτίμου· και όταν εις την μάχην έπεσεν ο Κύρος, κομισθείσα αύτη προς τον Βασιλέα, έλαβε μεγάλην ισχύν παρ' αυτώ. Ταύτα επελθόντα μοι εις την μνήμην εν ώ έγραφον, ενόμισα υπέρ το δέον ίσως αυστηρόν ν' αποκρούσω, και να παρέλθω υπό σιωπήν.

ΚΕ. Τον κατά των Σαμίων πόλεμον λοιπόν κατηγορούσι κυρίως τον Περικλέα ότι εψήφισεν εξ αιτίας των Μιλησίων, και κατά παράκλησιν της Ασπασίας. Αι δύο πόλεις αύται επολέμουν τότε περί της Πριήνης (534) και ενίκων οι Σάμιοι. Προσκληθέντες δ' υπό των Αθηναίων να παύσωσι τον πόλεμον, και να δικασθώσιν εν Αθήναις (535), δεν επείσθησαν· δι' ό πλεύσας εις Σάμον ο Περικλής, κατέλυσε την ολιγαρχικήν αυτής κυβέρνησιν, λαβών δ' εκ των πρώτων πολιτών πεντήκοντα ομήρους, και άλλους τόσους παίδας, έστειλεν αυτούς εις την Λήμνον, ει και λέγεται ότι έκαστος μεν των ομήρων τούτων τω έδιδεν ανά έν τάλαντον υπέρ εαυτού, πολλά δε και αλλά έδιδον οι μη θέλοντες να γίνη εις την πόλιν δημοκρατία. Προσέτι δε Πισσούθνης ο Πέρσης, προς τους Σαμίους ευνοϊκώς διακείμενος, τω έπεμψε δεκακισχιλίους χρυσούς (536), παρακαλών αυτόν να φεισθή της πόλεως. Αλλ' ο Περικλής ουδέν τούτων έλαβε, και μεταχειρισθείς τους Σαμίους ως αυτός ενέκρινε, και εγκαταστήσας την δημοκρατίαν, απέπλευσεν εις τας Αθήνας. Εκείνοι όμως αμέσως επανεστάτησαν, διότι ο Πισσούνθης έκλεψε και τοις απέδωκε τους ομήρους, και κατά τ' άλλα ητοιμάσθησαν προς τον πόλεμον. Εκ νέου λοιπόν ο Περικλής εξέπλευσε κατ' αυτών, και εύρεν αυτούς ούτε ησυχάζοντας ούτε πεφοβισμένους, αλλά πάσαν έχοντας προθυμίαν να επιζητήσωσι την θαλασσοκρατίαν. Έγινεν επομένως ισχυρά ναυμαχία περί την νήσον ήν καλούσι Τραγίας (537), και λαμπράν ενίκησε νίκην ο Περικλής, διά τεσσαράκοντα τεσσάρων πλοίων κατατροπώσας εβδομήκοντα, ών τα είκοσιν έφερον στρατιώτας.

ΚΣΤ. Ως δε τους εδίωξε και τους έτρεψεν εις φυγήν, επολιόρκησε τους Σαμίους, οίτινες όμως ετόλμησαν να εκδράμωσιν έτι, και να πολεμώσιν εμπρός του τείχους. Ως δ' ήλθε και έτερος στόλος εξ Αθηνών, και οι Σάμιοι απεκλείσθησαν εντελώς, λαβών ο Περικλής εξήκοντα τριήρεις, έπλευσεν εις το έξω πέλαγος (538), ως μεν οι περισσότεροι λέγουσι, διότι φοινικικαί τριήρεις ήρχοντο εις βοήθειαν των Σαμίων, και ήθελε να τας απαντήση και να ναυμαχήση προς αυτάς μακράν της νήσου· ως δε λέγει ο Στησίμβροτος (539), πλέων προς την Κύπρον, όπερ δεν φαίνεται πιθανόν. Αλλ' είτε τον ένα είτε τον άλλον είχε σκοπόν, φαίνεται ότι επίσης απέτυχε· διότι, αφ' ού απέπλευσεν αυτός, Μέλισσος ο Ιθαγένους, φιλόσοφος και στρατηγός ων τότε της Σάμου, περιφρονήσας την ολιγότητα των πλοίων ή την απειρίαν των στρατηγών, κατέπεισε τους πολίτας να επιτεθώσι κατά των Αθηναίων. Έγινε λοιπόν μάχη, και νικήσαντες οι Σάμιοι, και πολλούς μεν άνδρας αιχμαλωτίσαντες, πολλά δε πλοία καταστρέψαντες, είχον ελεύθερον τον πλουν της θαλάσσης, και επρομηθεύοντο τα προς πόλεμον αναγκαία, όσων πρότερον εστερούντο. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι υπό του Μελίσσου και αυτός ο Περικλής ενικήθη πρότερον εις ναυμαχίαν. Οι δε Σάμιοι, ανθυβρίζοντες τους αιχμαλώτους των Αθηναίων, τους εσφράγιζον εις το μέτωπον διά σημείου γλαυκός· διότι και εκείνους οι Αθηναίοι είχον σφραγίσει διά Σαμαίνης. Είναι δ' η Σάμαινα πλοίον έχον κάπρου μεν κεφαλήν (540) εις το πλατύ της πρώρας, κοίλον δε μάλλον και γαστροειδές, ώστε ικανόν είναι και ν' αντέχη εις την θάλασσαν, και να πλέη ταχέως. Ωνομάσθη δ' ούτω, διότι κατά πρώτον εφάνη εις την Σάμον, κατασκευασθέν υπό Πολυκράτους του τυράννου (541). Τα στίγματα δε ταύτα λέγουσιν ότι αινίττεται και ο στίχος ούτος του Αριστοφάνους·

«Οι Σάμιοι, τι δήμος πολυγράμματος!»

ΚΖ. Ακούσας δ' ο Περικλής την κατά το στρατόπεδον συμφοράν, έσπευσε ταχέως εις βοήθειαν, και νικήσας τον Μέλισσον, όστις αντιπαρετάχθη, και εις φυγήν τρέψας τους εχθρούς, ευθύς τους περιετείχιζε, θέλων να υπερισχύση και να κυριεύση την πόλιν διά της δαπάνης μάλλον και διά του καιρού, παρά διά πληγών και κινδύνων των πολιτών. Επειδή δε δυσκόλως εδύνατο ν' αναχαιτίση τους Αθηναίους, δυσαρεστουμένους διά την χρονοτριβήν, και προθυμίαν έχοντας να πολεμήσωσι, διαιρέσας εις οκτώ μέρη το πλήθος αυτών, έρριψε κλήρον, και εις τον λαβόντα τον λευκόν κύαμον επέτρεψε να διασκεδάζη και να μένη αργός, εν ώ οι άλλοι εμάχοντο. Διά τούτο λέγουσιν ότι οι ευχαρίστους τινάς ημέρας έχοντες, τας ωνόμαζον λευκάς ημέρας, από των λευκών κυάμων. Ο Έφορος (542) δε λέγει ό,τι ο Περικλής μετεχειρίσθη και τας καινοφανείς μηχανάς, άς εθαύμασε, του συνοδεύοντος αυτόν Αρτέμωνος του μηχανικού, όστις ήτον χωλός, και, επί φορείου διότι περιεφέρετο εις τα κατεπείγοντα των έργων, ωνομάσθη Περιφόρητος. Αλλ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (543) αναιρεί τούτο διά των ποιημάτων του Ανακρέοντος, εν οίς αναφέρεται ο Περιφόρητος Αρτέμων, κατά πολλάς γενεάς αρχαιότερος του εν Σάμω πολέμου και των πραγμάτων εκείνων. Λέγει δ' ούτος ότι ο Αρτέμων ήτον τρυφερός τις κατά την δίαιταν, και ψοφοδεής και δειλός, και ως επί το πλείστον μεν εις την οικίαν του καθήμενος, εν ώ δύο υπηρέται εβάσταζον χαλκήν ασπίδα υπέρ την κεφαλήν του, μη πέση τι άνωθεν επί αυτήν· αν δ' εβιάζετο να εξέλθη, εκομίζετο περιφερόμενος εις μικράν κλίνην και χαμηλήν παρά το έδαφος, και διά τούτο ωνομάσθη Περιφόρητος.

ΚΗ. Τον έννατον δε μήνα παρεδόθησαν οι Σάμιοι, και ο Περικλής εκρήμνησε τα τείχη, και παρέλαβε τα πλοία, και τοις επέβαλε πολλών χρημάτων πρόστιμον, ών τα μεν αμέσως έφερον, τα δ' υποσχεθέντες να καταβάλωσιν εις ρητόν χρόνον, έδωκαν ομήρους. Δούρις (544) δ' ο Σάμιος ταύτα τραγικώτερον παριστών, προσάπτει πολλήν ωμότητα εις τους Αθηναίους και εις τον Περικλέα, ήν ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε ο Έφορος, ούτε ο Αριστοτέλης εξιστορεί, αλλ' ουδ' αληθές φαίνεται, ότι τους τριηράρχους και τους επιβάτας των Σαμίων έφερεν εις των Μιλησίων την αγοράν, και δέσας αυτούς εις σανίδας επί δέκα ημέρας εν ώ ήδη κακώς δειέκειντο, διέταξε να τους φονεύσωσι, θραύοντες τας κεφαλάς αυτών διά ξύλων, και έπειτα να ρίψωσι τα σώματα αυτών άταφα. Αλλ' ο Δούρις όστις, ουδ' όταν υπ' ουδενός ιδίου πάθους κινήται συνηθίζει να συνέχη τας διηγήσεις του εντός της αληθείας, φαίνεται ότι ηύξησεν ενταύθα έτι μάλλον τας συμφοράς της πατρίδος του, ίνα διαβάλη τους Αθηναίους. Ο δε Περικλής, αφ' ού κατέστρεψε την Σάμον, ως επανήλθεν εις τας Αθήνας, έθαψε λαμπρώς τους εις τον πόλεμον αποθανόντας, και εθαυμάσθη διά τον λόγον, όν κατά την συνήθειαν επρόφερεν επί των τάφων αυτών. Ότε δε κατέβαινεν από του βήματος, αι μεν άλλαι γυναίκες τον ησπάζοντο και τον έστεφον διά στεφάνων και ταινιών, ως αθλητήν νικηφόρον· η δ' Ελπινίκη, ελθούσα πλησίον· «Ταύτα, είπεν, εισί θαυμαστά, και στεφάνων άξια, ω Περίκλεις, όστις μας εφόνευσας πολλούς και ανδρείους πολίτας, ουχί πολεμών τους Φοίνικας ουδέ τους Μήδους, καθώς ο Κίμων ο αδελφός μου, αλλά καταστρέφων σύμμαχον πάλιν και συγγενή.» Εν ώ δ' έλεγε ταύτα η Ελπινίκη, λέγεται ότι ο Περικλής, μειδιάσας ησύχως, τη είπε το του Αρχιλόχου (545)·

«Γραυς είσαι. Μύρ' αλείφου ολιγώτερα.»

Λέγει δ' ο Ίων (546) ότι εξαισίως υπερηφανεύθη ότι ενίκησε τους Σαμίους, διότι ο μεν Αγαμέμνων κατετρόπωσε βάρβαρον πόλιν εις δέκα έτη, αυτός δ' εις εννέα μήνας τους πρώτους και δυνατωτάτους των Ιόνων. Και η αξίωσίς του δεν ήτον άδικος· διότι τω όντι πολλήν είχεν αδηλότητα και πολύν κίνδυνον ο πόλεμος ούτος, αν, ως λέγει ο Θουκυδίδης (547), παρ' ολίγον ήλθεν η πόλις των Σαμίων ν' αφαιρέση την θαλασσοκρατίαν από των Αθηνών.

ΚΘ. Μετά δε ταύτα, εν ώ προεμηνύετο ήδη ο Πελοποννησιακός πόλεμος, έπεισε τον δήμον να στείλωσι βοήθειαν εις τους Κερκυραίους, πολεμουμένους υπό των Κορινθίων, και να οικειωθώσι νήσον έχουσαν ισχυράν ναυτικήν δύναμιν· διότι οι Πελοποννήσιοι διέκειντο υπέρποτε εις πολεμικάς προς αυτούς διαθέσεις. Ως δ' εψήφισεν ο δήμος την βοήθειαν, έστειλε τον Λακεδαιμόνιον (548), υιόν του Κίμωνος, έχοντα δέκα πλοία μόνον, ως εξυβρίζων αυτόν διότι ο οίκος του Κίμωνος πολλήν έτρεφεν εύνοιαν και φιλίαν προς τους Λακεδαιμονίους. Διά να συκοφαντηθή λοιπόν έτι μάλλον ως λακωνίζων ο Λακεδαιμόνιος, αν επί της στρατηγίας του ουδέν εγίνετο μέγα και ένδοξον, διά τούτο τω έδωκεν ολίγα πλοία, και τον έστειλε χωρίς να θέλη. Και κατά πάντα τρόπον ανθίστατο εις την πρόοδον των υιών του Κίμωνος, λέγων ότι και εκ των ονομάτων αυτών εφαίνετο ότι δεν ήσαν γνήσιοι, αλλά νόθοι (549) και ξένοι, διότι ο μεν ωνομάζετο Λακεδαιμόνιος, ο δε Θεσσαλός, και ο άλλος Ηλείος. Φαίνεται δ' ότι όλοι εγεννήθησαν εκ μητρός Αρκαδίας. Κατηγορούμενος δ' ο Περικλής διά τας δέκα ταύτας τριήρεις, ότι εχορήγησε μικράν μεν βοήθειαν εις τους έχοντας ανάγκην αυτής, μεγάλην δε πρόφασιν εις τους εγκαλούντας τους Αθηναίους, έστειλε πάλιν και άλλας περισσοτέρας εις την Κέρκυραν (550), αίτινες έφθασαν μετά την μάχην. Εν ώ δ' ωργίζοντο οι Κορίνθιοι, και κατηγόρουν τους Αθηναίους εις την Λακεδαίμονα, ήλθον οι Μεραγείς, παραπονούμενοι ότι αφ' όλων των αγορών και των λιμένων όπου κρατούσιν οι Αθηναίοι, εμποδίζουσι και διώκουσιν αυτούς παρά το κοινόν δίκαιον και παρά τους όρκους των Ελλήνων. Οι δ' Αιγινήται, αδικούμενοι και αυτοί, ως φαίνεται, και πιεζόμενοι, παρεπονούντο κρυφίως προς τους Λακεδαιμονίους, μη έχοντες θάρρος να κατηγορήσωσι φανερώς τους Αθηναίους. Εν τούτοις δε και η Ποτίδαια (551) πόλις υπήκοος των Αθηναίων, άποικος δε των Κορινθίων, αποστατήσασα και πολιορκουμένη, επετάχυνεν έτι μάλλον τον πόλεμον. Επειδή όμως πρεσβείαι εστάλησαν εις Αθήνας, και ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος διήλλαξε τας πλείστας των διαφορών, και επράυνε τους συμμάχους, ο πόλεμος εφαίνετο, ως εκ των άλλων αιτιών, ότι δεν ήθελεν εκραγή κατά των Αθηναίων, αν είχον πεισθή να καταργήσωσι το Μεγαρικόν ψήφισμα, και να φιλιωθώσι μετά των Μεγαρέων. Δι' ό προ πάντων ο Περικλής, εναντιωθείς εις τούτο, και παροξύνας τον δήμον να επιμείνη εις την προς τους Μεγαρείς φιλονεικίαν του, μόνος εκατηγορήθη ως αιτία του πολέμου γενόμενος.

Λ. Λέγουσι δ' ότι όταν ήλθε περί τούτου πρεσβεία εις Αθήνας εκ Λακεδαίμονος, και ο Περικλής επρότεινε νόμον απαγορεύοντα ν' αφαιρεθή το πινάκιον, εφ' ού ήτον γεγραμμένον το ψήφισμα, ο Πολυάρκης, είς των πρέσβεων, είπε· «Μη το αφαιρής λοιπόν, αλλά στρέψον αυτό εντός. Δεν υπάρχει νόμος όστις ν' απαγορεύη και τούτο.» Και ο μεν λόγος εφάνη ευφυής, αλλ' ο Περικλής δεν ενέδωκε. Φαίνεται δ' ότι είχε και ιδιαιτέραν τινά κατά των Μεγαρέων απέχθειαν. Κοινόν δε προσάπτων, και φανερόν έγκλημα εις αυτούς, ότι κατατέμνουσι τα ιερά λειβάδια (552), γράφει ψήφισμα, να σταλή κήρυξ, ο ίδιος προς αυτούς και προς τους Λακεδαιμονίους, και να κατηγορήση τους Μεγαρείς. Και τούτο μεν το ψήφισμα του Περικλέους περιείχεν εύλογον δικαιολογίαν και ήμερον. Επειδή όμως ο σταλείς κήρυξ Ανθεμόκριτος εθανατώθη, και ο θάνατός του προσήφθη εις τους Μεγαρείς, γράφει ψήφισμα κατ' αυτών ο Χαρίνος, να υπάρχη κατ' αυτών άσπονδος και ακήρυττος έχθρα, όστις δε Μεγαρεύς εισέλθη εις την Αττικήν, να τιμωρήται διά θανάτου, οι δε στρατηγοί, όταν ομνύωσι τον πατρικόν όρκον, να ορκίζωνται ότι δις κατ' έτος θα εισβάλλωσιν εις την Μεγαρικήν· ο δ' Ανθεμόκριτος να ταφή παρά τας Θριασίας πύλας, αίτινες τώρα ονομάζονται Δίπυλον (553). Οι δε Μεγαρείς, αρνούμενοι τον φόνον του Ανθεμοκρίτου, επιρρίπτουσι την ευθύνην εις την Ασπασίαν και τον Περικλήν, αναφέροντες τα περιβόητα και δημώδη ταύτα στιχάρια των Αχαρνέων (554).

Σιμαίθαν την εταίραν εις τα Μέγαρα κρασοπατέρες νέοι ήλθαν κ' έκλεψαν, κ' οι Μεγαρείς πονέσαντες, αντέκλεψαν της Ασπασίας δύο εταιρίδια.

ΛΑ. Και η μεν αρχή ποία τις ήτον δεν είν' εύκολον να το ηξεύρωμεν. Της δε μη ακυρώσεως του ψηφίσματος την αιτίαν όλοι ομοφώνως αποδίδουσιν εις τον Περικλέα. Πλην, οι μεν λέγουσιν ότι επέμεινεν αυτός εκ μεγαλοφροσύνης και εκ φρονήσεως, προς το δημόσιον καλόν, φρονών ότι η απαίτησις των Λακεδαιμονίων ήτον δοκιμή αν η πόλις ενδίδη, και ότι η παραδοχή αυτής θα ήτον ασθενείας εξομολόγησις· οι δε, ότι μετ' αυθαδείας μάλλον τινός, και τον πόλεμον επιθυμών όπως λάβη ισχύν και δόξαν, περιεφρόνησε τους Λακεδαιμονίους. Η δε χειροτέρα όλων των αιτιών, ήτις όμως έχει τους πλείστους μάρτυρας, ούτω πώς λέγεται. Ο γλύπτης Φειδίας, ήτον, ως είπομεν, εργολάβος του αγάλματος (555). Ήτον δε φίλος του Περικλέους, και μεγίστην είχεν επιρροήν παρ' αυτώ· δι' ό, φθονούμενος, είχεν εχθρούς, τινάς μεν δι' εαυτόν, άλλοι δε θέλοντες δι' αυτού να δοκιμάσουν οποίος κριτής θα εδείκνυτο ο δήμος ως προς τον Περικλέα, κατέπεισαν Μένωνά τινα, ένα των εργατών του Φειδίου, και τον εκάθισαν οικέτην εις την αγοράν, ζητούντα άδειαν να καταμηνύση και κατηγορήση τον Φειδίαν. Ο δήμος λοιπόν εδέχθη τον άνθρωπον, και εγένετο καταγγελία εις την εκκλησίαν. Και περί κλοπών μεν ουδέν ελέγετο, διότι ο Φειδίας ούτως ειργάσθη εξ αρχής αμέσως και προσέθηκεν εις το άγαλμα τον χρυσόν, κατά συμβουλήν του Περικλέους, ώστε δυνατώτατον ήτον να τον αφαιρέσωσι, και ν' αποδείξωσι το βάρος αυτού· και τούτο είπε τότε ο Περικλής εις τους κατηγόρους να πράξωσιν. Αλλά τον Φειδίαν επίεζεν υπό φθόνου η δόξα των έργων του, και μάλιστα διότι παραστήσας επί της ασπίδος την μάχην των Αμαζόνων, ενετύπωσε την ιδίαν αυτού μορφήν, ως γέροντος φαλακρού, αίροντος πέτραν διά των δύο χειρών του (556), και προσέθηκεν ωραιοτάτην εικόνα του Περικλέους, μαχομένου προς Αμαζόνα. Το δε σχήμα της χειρός, υψούσης το δόρυ εμπρός του προσώπου του Περικλέους, ήτον τοσούτον επιτηδείως διατεθειμένον, ώστε θέλει τρόπον τινά να κρύπτη την ομοιότητα, υποφαινομένην όμως εκατέρωθεν. Και ο μεν Φειδίας εις το δεσμωτήριον ριφθείς, απέθανε νοσήσας, ως δέ τινες λέγουσι, φαρμακευθείς υπό των εχθρών του Περικλέους, νέαν ζητούντων διαβολής αφορμήν. Εις δε τον κατήγορον Μένωνα, διά ψηφίσματος ό έγραψεν ο Γλύκων, έδωκεν ο δήμος ατέλειαν (557), και προσέταξε τους στρατηγούς να επιμελώνται περί της ασφαλείας του ανθρώπου.

ΛΒ. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον εδικάζετο και η Ασπασία δι' ασέβειαν, εγκαλουμένη υπό Ερμίππου του κωμωδοποιού, και κατηγορουμένη προσέτι ότι εδέχετο ελευθέρας γυναίκας προς χάριν του Περικλέους. Και ψήφισμα έγραψεν ο Διοπείθης (558), να καταγελθώσιν εις τον δήμον (559) οι μη τα θεία πιστεύοντες, ή διδάσκοντες λόγους περί των μετεωρολογικών, αντανακλών ούτω την υπόνοιαν διά του Αναξαγόρου εις τον Περικλέα. Ως δ' εδέχθη και ενέκρινε την καταμήνυσιν ο δήμος, εκυρώθη ψήφισμα προταθέν υπό του Δρακοντίδου (560), ο Περικλής να καταθέση εις τους Πρυτάνεις (561) τους απολογισμούς των χρημάτων, οι δε δικασταί, την ψήφον φέροντες από του βωμού, να κρίνωσιν εντός της Ακροπόλεως (562). Ο δε Άγνων τούτο μεν αφήρεσεν από του ψηφίσματος, έγραψε δε να κριθή η δίκη υπό χιλίων πεντακοσίων δικαστών (563), είτε κλοπής και δωροδοκίας, είτε αδικίας ήθελέ τις να ονομάση την καταμήνυσιν. Και της μεν Ασπασίας κατώρθωσε την απόλυσιν, πολλά, ως ο Αισχίνης λέγει, χύσας υπέρ αυτής δάκρυα επί της δίκης, και πολλάς παρακλήσεις απευθύνας εις τους δικαστάς. Τον δ' Αναξαγόραν, φοβηθείς, εξαπέστειλε, και συνώδευσεν ο ίδιος εκτός της πόλεως. Όταν δε διά του Φειδίου δυσηρέστησε τον δήμον, φοβηθείς το δικαστήριον, ανήψε τον πόλεμον, απειλούντα ήδη και υπεκκαιόμενον, διότι ήλπιζε να διασκεδάση τας κατηγορίας και να ταπεινώση τον φθόνον, όταν, εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και κινδύνων, η πόλις ήθελεν εις εκείνον μόνον εμπιστευθή εαυτήν διά την επισημότητα αυτού και την δύναμιν. Αύται λοιπόν λέγονται αι αιτίαι δι' άς δεν αφήκε τον δήμον να ενδώση εις τους Λακεδαιμονίους. Το δ' αληθές είναι άδηλον.

ΛΓ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες ότι αν εκείνου την δύναμιν καταβάλωσι, θέλουσιν έχει τους Αθηναίους κατά πάντα μαλακωτέρους, τους προέτρεπον ν' αποδιώξωσι το μίασμα το κηλιδούν, το εκ μητρός γένος αυτού (564)· ως λέγει ο Θουκυδίδης. Αλλ' η απόπειρα απέβη όλως εναντία εις τους προτείναντας. Διότι αντί υποψίας και διαβολής, ο Περικλής έτι περισσοτέραν απήλαυσε τιμήν και εμπιστοσύνην παρά τοις πολίταις, όταν είδον ότι τον εμίσουν και τον εφοβούντο μάλιστα οι εχθροί. Διό και πριν εισβάλη εις την Αττικήν ο Αρχίδαμος μετά των Πελοποννησίων, είπεν ο Περικλής εις τους Αθηναίους, αν, λεηλατών τ' άλλα μέρη ο Αρχίδαμος, εφείδετο των εδικών του κτημάτων εξ αιτίας της παλαιάς σχέσεως ήτις υπήρχε μεταξύ των, ή όπως δώση εις τους εχθρούς του διαβολής αφορμάς, ότι αυτός εχάριζε και τα κτήματα και τας επαύλεις του εις την πόλιν. Εισέβαλον λοιπόν εις την Αττικήν μετά στρατού μεγάλου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του Βασιλέως Αρχιδάμου· και λεηλατούντες την χώραν, προυχώρησαν εις τας Αχαρνάς (565), και εστρατοπέδευσαν εκεί, πιστεύοντες ότι οι Αθηναίοι δεν θα το ανείχοντο, αλλά θ' αντιπαρετάττοντο μετ' οργής και υπερηφανείας. Εις τον Περικλέα όμως δύσκολον εφαίνετο να συνάψη μάχην υπέρ αυτής της πόλεως προς εξήκοντα χιλιάδας Πελοποννησίων και Βοιωτών· διότι τοσούτοι ήσαν οι κατ' αρχάς εισβαλόντες. Τους δε θέλοντας να πολεμήσωσι και δυσαρεστούμενους διά τα γινόμενα κατεπράυνε λέγων, ότι δένδρα μεν καταρριφθέντα και κοπέντα αναφύονται ταχέως, άνδρες δε φονευθέντες, ευκόλως δεν αναζώσι. Δεν συνεκάλει δε τον δήμον εις εκκλησίαν, φοβηθείς μη παρά την θέλησίν του βιασθή· αλλ' ως κυβερνήτης πλοίου, όταν άνεμος επέρχηται εις το πέλαγος, διαθέσας τα πάντα, και καλώς εξαρτήσας τα άρμενα, μεταχειρίζεται την τέχνην αυτού αφήνων τα δάκρυα και τας παρακλήσεις των επιβατών όσοι πάσχουσιν υπό ναυτίας ή φόβου, ούτω και αυτός, κλείσας την πόλιν, και φύλακας πανταχού τάξας προς ασφάλειαν, ηκολούθει τας ιδίας αυτού εμπνεύσεις, ολίγον φροντίζων περί των καταβοώντων και των αγανακτούντων, ει και πολλοί μεν των φίλων του επέμενον παρακαλούντες αυτόν, πολλοί δε των εχθρών του τον ηπείλουν και κατηγόρουν, πολλοί δ' έψαλλον άσματα και χλευασμούς προς καταισχύνην, υβρίζοντες την στρατηγίαν αυτού ως άνανδρον, και τα πράγματα εις τους εχθρούς αφήνουσαν. Επέπιπτε δε κατ' αυτού και ο Κλέων, ωφελούμενος εκ της εναντίον του οργής των πολιτών όπως δημαγωγήση, ως δηλούσι και τ' ανάπαιστα (566) ταυτά του ποιητού Ερμίππου (567).

«Βασιλεύ των σατύρων, ειπέ, διατί να βαστάξης το δόρυ δεν θέλεις λοιπόν, αλλά λόγους πολέμου κηρύττεις δεινούς, την ψυχήν δε του Τέλητος έχεις; (568) Κ' οι οδόντες σου τρύζουν, ως όταν κοπίς εις ακόνην ακούσης να τρύζη σκληράν, και σε δάκνει αστράτττων ο Κλέων; (569)»

ΛΔ. Πλην υπ' ουδενός των τοιούτων εκινήθη ο Περικλής, αλλά πράως και εν σιωπή την αδοξίαν και την απέχθειαν υπομένων, και πέμψας στόλον εκατόν πλοίων περί την Πελοπόννησον, αυτός δεν συνεξέπλευσεν, αλλ' έμεινεν οικουρών και εις την εξουσίαν του έχων την πόλιν, έως ότου ανεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι. Περιποιούμενος όμως το πλήθος, αγανακτούν ουχ ήττον ένεκα του πολέμου, το εκολάκευε διά διανομών χρημάτων, και έγραφε ψηφίσματα περί κληρουχιών, και αποδιώξας όλους τους Αιγινήτας, διένειμε διά λαχνών την νήσον εις τους Αθηναίους. Παρηγορούντο δ' ούτοι οπωσούν και εξ όσων έπασχον οι εχθροί· διότι περιπλέοντες την Πελοπόννησον, ελεηλάτουν πολλήν χώραν και τας μικράς πόλεις αυτής· και ο ίδιος, εισβαλών εις την Μεγαρικήν, την κατέφθειρε πάσαν. Εκ τούτου, δ' εγίνετο προφανές ότι πολλά μεν κακοποιούντες οι εχθροί τους Αθηναίους, πολλά δε πάσχοντες υπ' εκείνων διά θαλάσσης, δεν θα παρέτεινον τοσούτον τον πόλεμον, αλλά ταχέως θ' απέκαμνον, καθώς εξ αρχής προείπεν ο Περικλής, αν θεία τις βούλησις δεν είχεν εναντιωθή εις των ανθρώπων τους διαλογισμούς. Τώρα δε, πρώτον μεν επέπεσεν η λοιμική φθορά, και εξηφάνισε πάσαν την ακμάζουσαν ηλικίαν και πάσαν την δύναμιν. Υπ' αυτής προσβαλλόμενοι και κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς, εξηγριώθησαν εντελώς κατά του Περικλέους, και ως αν υπό της νόσου παραφρονήσαντες εξανίσταντο κατ' ιατρού ή κατά πατρός, προσηνέχθησαν αδικώτατα κατ' αυτού, πεισθέντες υπό των εχθρών ότι την μεν νόσον επέφερεν η συσσώρευσις του πλήθους των χωρικών εις την πόλιν, διότι εν καιρώ θέρους ηναγκάζοντο πολλοί ομού να διάγωσιν εις μικρά οικήματα και εις πνιγηράς σκηνάς ζωήν οικουρόν και αργήν, αντί της καθαράς διαίτης ήν είχον εις τον ανοικτόν αέρα το πρότερον· τούτου δ' αίτιος ότι ήτον εκείνος, όστις ένεκα του πολέμου έχυσε τον όχλον των αγρών εις τα τείχη, χωρίς εις ουδέν να μεταχειρίζηται τους τόσους ανθρώπους, και εμάνδρωσεν αυτούς ως βοσκήματα, αφήνων να μεταδίδηται το μίασμα αμοιβαίως, και μη χορηγών εις αυτούς ουδεμίαν της τύχης των μεταβολήν ή ανακούφισιν.

ΛΕ. Ταύτα θέλων να θεραπεύση, και να βλάψη ολίγον τους εχθρούς, εισεβίβασεν εις εκατόν πεντήκοντα πλοία πολλούς και ανδρείους οπλίτας και ιππείς, και έμελλε ν' αποπλεύση, χορηγών διά της τοιαύτης δυνάμεως μεγάλην ελπίδα εις τους πολίτας, και όχι ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς. Εν ώ δ' ήσαν πλήρη τα πλοία, και ο Περικλής είχεν ήδη αναβή εις την ιδίαν αυτού τριήρη, συνέβη ηλίου έκλειψις, και έγινε σκότος, και όλοι είδον μετά καταπλήξεως τούτο, ως μέγα σημείον. Βλέπων δ' ο Περικλής τον κυβερνήτην περίφοβον και απορούντα τι να πράξη, ύψωσε την χλαμύδα εμπρός των οφθαλμών του, και καλύψας αυτούς, τον ηρώτησεν αν θεωρή τούτο ως μέγα δεινόν ή ως σημείον δεινού τινος. Ως δ' απεκρίθη «όχι» ο κυβερνήτης· «Τι λοιπόν, είπε, διαφέρει τούτου εκείνο, εκτός ότι το σώμα εξ ού προήλθεν η επισκότισις είναι μεγαλήτερον της χλαμύδος;» Αλλά ταύτα συζητούνται εις τα σχολεία των φιλοσόφων. Εκπλεύσας δ' ο Περικλής, ουδέν φαίνεται πράξας άξιον της προπαρασκευής. Πολιορκήσας δε την ιεράν Επίδαυρον (570), ήτις παρείχεν ελπίδας ότι θέλει κυριευθή, απέτυχεν εξ αιτίας της νόσου· διότι επελθούσα εξολόθρευσεν όχι μόνον αυτούς, αλλά και όλους όσοι έλαβον οπωσούν επιμιξίαν μετά του στρατού. Ως εκ τούτου ωργίζοντο οι Αθηναίοι κατ' αυτού, και επροσπάθει να τους παρηγορή και να τους ενθαρρύνη. Αλλά δεν έπαυσε την οργήν των, ουδέ τους μετέπεισεν, έως ου λαβόντες κατ' αυτού εις τας χείρας τας ψήφους, και της τύχης του γινόμενοι κύριοι, τω αφόρεσαν την στρατηγίαν, και τω επέβαλον ζημίαν χρηματικήν, ήν οι μεν λέγουσι δεκαπέντε ταλάντων εις ελάχιστον όρον, οι δε εις ανώτατον πεντήκοντα. Κατήγορος δ' εις την δίκην, επεγράφη, ως μεν λέγει ο Ιδομενεύς (571), ο Κλέων, ως δ' ο Θεόφραστος (572), ο Σιμμίας, ο δ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (573), λέγει τον Λακρατίδαν.

ΛΣΤ. Το δημόσια όμως ατυχήματά του έμελλον ταχέως να παύσωσι, διότι το πλήθος μετά της πληγής είχεν αφήσει εις αυτόν και το κέντρον του (574). Αλλά τα του οίκου του ήσαν εις δυστυχεστάτην κατάστασιν, διότι επί του λοιμού απέθανον ουκ ολίγοι των οικείων του, και προ πολλού ετάραττον διαιρέσεις αυτούς. Ούτως ο πρεσβύτερος των γνησίων υιών του Ξάνθιππος, πολυδάπανος ων και αυτός εκ φύσεως, και γυναίκα νέαν και πολυτελή νυμφευθείς, την θυγατέρα Ισάνδρου του Επιλύκου, ηγανάκτει διά την ακρίβειαν (575) του πατρός του, όστις ολίγα και κατ' ολίγον τω έδιδεν. Ούτος έστειλε και έλαβε παρ' ενός φίλου του αργύριον, ως εκ μέρους του Περικλέους. Επειδή δ' έπειτα εκείνος απήτει αυτό, ο μεν Περικλής και δίκην εκίνησε κατ' αυτού· ο δε νεανίσκος Ξάνθιππος επί τούτω δυσαρεστηθείς, εκακολόγει τον πατέρα του, και πρώτον μεν διηγείτο χλευαστικώς τας κατ' οίκον συναναστροφάς αυτού, και τας συνομιλίας άς είχε μετά των σοφιστών. Όταν πένταθλός τις (576) φερ' ειπείν, εκτύπησε διά του ακοντίου του ακουσίως τον Φαρσάλιον (577) Επιτίμιον, και τον εφόνευσεν, έλεγεν ότι εδαπάνησεν ολόκληρον ημέραν ο Περικλής μετά του Πρωταγόρου, συζητών αν το ακόντιον ή ο ρίψας αυτό, ή οι αγωνοθέται έπρεπε κατ' ορθότατον λόγον να θεωρηθώσιν ως αίτιοι του κακού (578). Προσότι δε και την περί της ιδίας αυτού γυναικός κατηγορίαν λέγει ο Στησίμβροτος ότι αυτός ο Ξάνθιππος διέδωκεν εις το πλήθος (579), και ότι μέχρι του θανάτου του διετήρησεν ο νέος άσπονδον την κατά του πατρός αυτού αντιπάθειαν. Απέθανε δ' ο Ξάνθιππος ασθενήσας επί του λοιμού. Απώλεσε δε τότε ο Περικλής και την αδελφήν του και των συγγενών και φίλων του τους πλείστους και τους χρησιμωτάτους εις τα της πολιτείας. Αλλά δεν απηλπίσθη, ουδ' εταπεινώθη το φρόνημα και το μέγεθος της ψυχής αυτού υπό των συμφορών και ουδέ κλαίων, ουδέ νεκρόν συνοδεύων, ουδέ παρά τον τάφον εφάνη τινός των οικείων του, μέχρις ού απώλεσε και τον έσχατον των γνησίων υιών του, τον Πάραλον. Ο θάνατος όμως αυτού τον εκλόνισε· και επροσπάθει μεν να εμμείνη καρτερικώς εις το ήθος του, και να διαφυλάξη την μεγαλοψυχίαν. Φέρων όμως στεφάνον εις τον νεκρόν, κατεβλήθη υπό του πάθους άμα τον είδε, και εις κλαυθμόν παρεδόθη, και έχυσε πλήθος δακρύων, εν ώ ποτέ καθ' όλον τον βίον του τοιούτον τι δεν έπραξεν άλλοτε.

ΛΖ. Η δε πόλις, αφ' ού εδοκίμασε τους άλλους στρατηγούς και ρήτορας διά τον πόλεμον τούτον, επειδή ουδείς εφαίνετο έχων την ανάλογον προς τας περιστάσεις βαρύτητα, ουδ' αξίαν παρέχουσαν τας δεούσας εγγυήσεις προς τοιαύτην αρχήν, ήρχισε να ποθή πάλιν εκείνον, και να τον καλή εις το βήμα και εις την στρατηγίαν. Εκείνος δε κατέκειτο εις την οικίαν του αθυμών διά το πένθος αυτού, μέχρις ού τέλος ο Αλκιβιάδης και οι άλλοι του φίλοι τον έπεισαν να εξέλθη· και αφ' ού ο δήμος εζήτησε συγχώρησιν διά την προς αυτόν αγνωμοσύνην του, ανεδέχθη πάλιν την διεύθυνσιν των πραγμάτων, και εκλεχθείς στρατηγός, επρότεινε την κατάργησιν του περί νόθων νόμου, όν ο ίδιος είχεν άλλοτε εισαγάγει, ίνα μη εκλείψη παντάπασιν από του οίκου αυτού το όνομα και το γένος δι' έλλειψιν διαδοχής. Ήσαν δε τα κατά τον νόμον τοιαύτα. Όταν ήκμαζεν ο Περικλής εις την πολιτείαν, προ πάρα πολλών χρόνων, και έχων, ως είπομεν, υιούς γνησίους, έγραψε νόμον, Αθηναίοι να είναι μόνοι οι εκ δύο Αθηναίων γεννηθέντες. Όταν δ' ο βασιλεύς των Αιγυπτίων έστειλε δωρεάν εις τον δήμον τεσσαράκοντα χιλιάδας μεδίμνων σίτου, και επρόκειτο να διανεμηθώσιν αυτόν οι πολίται, πολλαί ως εκ του ψηφίσματος εκείνου ανεφύοντο δίκαι κατά των νόθων, οίτινες πρότερον δεν εγνωρίζοντο και παρεβλέποντο, πολλοί δε και συκοφαντιών εγίνοντο θύματα. Και διά τούτο καταδικασθέντες επωλήθησαν περί τους πεντακισχιλίους σχεδόν (580) οι δε μείναντες εις την πολιτείαν και κριθέντες Αθηναίοι, ευρέθησαν δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα. Ήτον λοιπόν δεινόν, νόμος όστις εφηρμόσθη κατά τοσούτων, ν' ακυρωθή πάλιν υπ' αυτού εκείνου όστις τον επρότεινεν· αλλ' η οικιακή δυστυχία του Περικλέους, δι' ής εφαίνετο τιμωρηθείς διά την υπεροψίαν και την μεγαλαυχίαν του, εκίνησε τους Αθηναίους εις οίκτον· και φρονούντες ότι αφ' ού υπέστη την θείαν δίκην, είχεν ανάγκην φιλανθρώπου επιεικείας, τω επέτρεψαν να εγγράψη τον νόθον εις τους φράτορας (581) δίδων εις αυτόν το ίδιον αυτού όνομα. Και τούτον μεν μετέπειτα, νικήσαντα τους Λακεδαιμονίους εις την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν, εφόνευσεν ο δήμος μετά των συστρατήγων του.

ΛH. Τότε φαίνεται ότι τον Περικλέα κατέλαβεν ο λοιμός, ουχί μετ' οξύτητος και ορμής καθώς άλλους, αλλ' ως ηπία τις αρρωστία, ήτις παρατεινομένη και ποικίλως μεταβαλλομένη, βραδέως κατέστρεφε το σώμα, και κατέβαλλε της ψυχής την μεγαλοφροσύνην. Ο δε Θεόφραστος, εις τα ηθικά αυτού, συζητών αν τα ήθη συμμεταβάλλωνται μετά της τύχης, και υπό των παθών του σώματος συνταραττόμενα, αποβάλλωσι την αρετήν, διηγείται ότι ο Περικλής εις φίλον τινά όστις τον επεσκέπτετο έδειξεν ότι αι γυναίκες τω είχον δέσει φυλακτόν περί τον τράχηλον, απόδειξιν λέγων τούτο ότι πολύ κακώς διέκειτο, αφ' ού και ταύτην υπέμεινε την αβελτηρίαν. Εν ώ δ' αυτός επλησίαζεν εις τον θάνατον, καθήμενοι πέριξ αυτού οι επισημότεροι των πολιτών, ωμίλουν περί της αρετής αυτού, και έλεγον πόση υπήρξεν αυτού η δύναμις, και απηρίθμουν τας πράξεις και των τροπαίων αυτού το πλήθος· διότι στρατηγών και νικών, εννέα έστησε τρόπαια. Ωμίλουν δε ταύτα προς αλλήλους, νομίζοντες ότι δεν τους ακούει, και ότι είχεν ήδη απολέσει την αίσθησιν. Αλλ' εκείνος προσείχεν εις όλα όσα ελέγοντο, και διακόψας αυτούς, είπεν ότι απορεί ακούων αυτούς να επαινώσι και ν' απομνημονεύωσιν έργα αυτού εις ά συνετέλεσε και η τύχη, και κατωρθώθησαν πολλάκις και, υπό πολλών στρατηγών, ότι δε δεν λέγουσι το κάλλιστον και το μέγιστον, «ότι εξ αιτίας εμού ουδείς Αθηναίος εμελανοφόρησεν.»

ΛΘ. Ήτον δ' ο ανήρ θαυμαστός ου μόνον διά την επιείκειαν και πραότητα ήν εν μέσω τοσούτων περιστάσεων και απέναντι μεγάλων αντιπαθειών διετήρησεν, αλλά και διά το φρόνημα αυτού, θεωρούντος ως το άριστον εξ όλων αυτού των καλών, ότι εν μέσω τοσαύτης δυνάμεως ούτε εις φθόνον ούτε εις θυμόν ποτέ ενέδωκεν, ούτε κατά τινος ως εχθρός άσπονδος κατηνέχθη. Και μοι φαίνεται ότι του ήθους του η ευμένεια, και ο βίος αυτού όν διετήρησε καθαρόν και αμίαντον εν τω μέσω της εξουσίας, αναδεικνύουσιν ουχί κατακριτέαν, αλλά πρέπουσαν εις αυτόν την ογκώδη και σοβαράν του Ολυμπίου προσωνυμίαν. Διότι περί του γένους των Θεών φρονούμεν ότι, αίτιον όν των καλών (582), παντός δε κακού αναίτιον, διά τούτο άρχει και βασιλεύει των όντων ουχί καθώς οι ποιηταί (583) συνταράττουσιν ημάς διά δοξασιών, αίτινες εξ αυτών των ποιημάτων αυτών ελέγχονται αμαθέσταται· διότι τον μεν τόπον εις όν λέγουσιν ότι οι Θεοί κατοικούσι, καλούσιν έδαφος ασφαλές (584) και ασάλευτον, ουδ' ανέμους ουδέ σύννεφα έχον, αλλ' υπό μαλακής αιθρίας και υπό φωτός καθαρού διά παντός του χρόνου ομαλώς περιλαμπόμενον τοιαύτη τω όντι διαμονή αρμόζει μάλιστα εις την μακαρίαν και αθάνατον αυτών φύσιν αυτούς δε τους Θεούς παριστώσι ταραχής πλήρεις, και δυσμενείας, και οργής, και άλλων παθών, μη πρεπόντων ουδ' εις ανθρώπους νουν έχοντας. Αλλά ταύτα μεν ίσως κριθή μάλλον ότι εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν. Ταχέως δ' η κατάστασις των πραγμάτων επαισθητήν κατέστησεν εις τους Αθηναίους του Περικλέους την στέρησιν, και πόθον αυτού τοις ενέπνευσε. Διότι όσοι επί ζωής του ησθάνθησαν βαρείαν αυτού την δύναμη, ήτις τους επεσκίαζεν, άμα εκείνος εξέλιπε, και απεπειράθησαν άλλων ρητόρων και δημαγωγών, ωμολόγουν ότι ουδέποτε υπήρξε συμπεριφορά μετριωτέρα μετά μεγαλοπρεπείας, και σοβαρωτέρα μετά πραότητος. Η δ' επίφθονος ισχύς εκείνη, ήτις πριν ελέγετο μοναρχία και τυραννίς, εφάνη τότε ότι ήτον σωτήριον της πολιτείας στήριγμα· διότι την τοσαύτην ορμήν και το πλήθος της κακίας ήτις έφθειρε τα δημόσια πράγματα, εξασθενών εκείνος και ταπεινών, την απέκρυπτε, και δεν την άφηνε ν' αποβή ολεθρία εις την εξουσίαν.

ΦΑΒΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ

A. ΚΑI ο μεν Περικλής τοιούτος ην κατά τα περί αυτού μάλλον αξιομνημόνευτα, όσα περιήλθον μέχρις ημών. Ήδη δε μεταβαίνομεν εις του Φαβίου την ιστορίαν. Λέγουσιν ότι νύμφη τις, ή επιχώριός τις γυνή, συζευχθείσα μετά του Ηρακλέους περί τον ποταμόν Θύμβριν (585) εγέννησε τον Φάβιον, εξ ού προέκυψε τα μέγα και επίσημον γένος των Φαβίων εν Ρώμη. Ιστορούσι δέ τινες ότι οι του γένους τούτου αρχηγοί, πρώτοι μεταχειρισθέντες ορύγματα τάφρων προς άγραν των ζώων, ωνομάζοντο το πάλαι Φόδιοι, διότι Φόσσαι μέχρι τούδε καλούνται τα ορύγματα, και το σκάπτειν Φόδερε (586)· μετά καιρόν δ' ότι μετεβλήθησαν δύο γράμματα, και ωνομάσθησαν Φάβιοι. Εξήλθον δ' εκ της οικίας άνδρες πολλοί και μεγάλοι· ο δε Φάβιος Μάξιμος (587), περί ού ταύτα γράφομεν, ήτον τέταρτος από Ρούλλου (588) του μεγίστου, και διά τούτο Μαξίμου (589) επονομασθέντος παρά Ρωμαίοις. Ήτον δε το σωματικόν αυτού επωνύμιον ο Βερούκωσσος (590), διότι είχεν έκφυμα μικρόν εις το επάνω χείλος. Οουικούλας δε σημαίνει το μικρόν πρόβατον (591). Τω εδόθη δε και η επωνυμία αύτη, διότι είχε πράον και βαρύ το ήθος κατά την παιδικήν ηλικίαν του· διότι ο ήσυχος και σιωπηλός αυτού χαρακτήρ, και η ολίγη του προθυμία προς τας ηδονάς των παιδίων, και το ότι βραδέως και επιπόνως εμάνθανεν, ην δε προς τους συντρόφους του ευπειθής και εύκολος, έδιδον εις τους ξένους υπόνοιαν αμβλύτητός τινος και νωθρότητος του νοός· ολίγοι δ' ήσαν οι εννοούντες ότι η δυσκινησία αυτού προήρχετο υπό βάθους, και ότι εις την φύσιν αυτού ενυπήρχε τι το μεγαλόψυχον και το λεοντώδες. Αλλά μετ' ου πολύ, ως ο καιρός προυχώρει, υπό των πραγμάτων εξεγειρόμενος, απέδειξεν εις πάντας ότι ήτον απάθεια το νομιζόμενον αδιαφορία, φρόνησις ότι ήτον η περίσκεψις, και το να μη ορμά, ουδέ ταχέως να μετακινήται, ότι ήτον ευστάθεια και ασφάλεια. Βλέπων δε και της πολιτείας το μέγεθος, και των πολέμων το πλήθος, εξήσκει μεν το σώμα του προς τον πόλεμον, ως όπλον εκ φύσεως εις αυτόν δεδομένον, εγύμναζε δε και τον λόγον του εις όργανον πειθούς προς τον δήμον, καλώς προς τον τρόπον του βίου του διαρρυθμίζων αυτόν, διότι εις τον λόγον του δεν υπήρχον καλλωπισμοί, ουδέ ματαία χάρις και αγοραία, αλλά νους έχων ίδιον εκφράσεως τρόπον, και μέγα βάθος ιδεών, καθ' ό λέγουσιν ότι ομοιάζει κυρίως του Θουκυδίδου τον ρητορικόν χαρακτήρα· διότι σώζεται λόγος αυτού όν εξεφώνησεν εις την συνέλευσιν του δήμου, εγκώμιον του υιού αυτού, αποθανόντος αφ' ού υπάτευσεν.

Β. Υπάτευσε δε και ο ίδιος πεντάκις, και η πρώτη των υπατειών του εδοξάσθη διά του κατά των Λιγύων θριάμβου (592)· διότι νικηθέντες υπ' αυτού, και πολλούς απολέσαντες εις την μάχην, περιωρίσθησαν εις τας Άλπεις, και έπαυσαν λεηλατούντες και κακοποιούντες τας γείτονας της Ιταλίας χώρας. Όταν δ' ο Αννίβας (593), εισβαλών εις την Ιταλίαν, και νικήσας κατά πρώτον εις μάχην παρά τον Τρεβίαν ποταμόν, διήρχετο διά της Τυρρηνίας πορθών την χώραν, και μεγάλην έκπληξιν και φόβον προυξένησεν εις την Ρώμην, εγίνοντο τότε σημεία τινά μη συνήθη εις τους Ρωμαίους, τα διά κεραυνών, άλλα δε όλως αλλόκοτα και παράδοξα, οίον ότι, ως ερρέθη, ασπίδες εβράχησαν εφ' εαυτών δι' αίματος, και κατά το Άντιον (594) από των θεριζομένων σταχύων έρρεεν αίμα, και λίθοι πεπυρωμένοι και φλέγοντες ότι έπιπτον εκ του αέρος, υπέρ δε τους Φαλερίους (595) ότι εφάνη ο ουρανός σχισθείς, και ότι απ' αυτού έπεσον και διεσπάρησαν πολλά γραμμάτια, και εφ' ενός εφάνη γεγραμμένον κατά λέξιν «Ο Άρης σαλεύει τα όπλα του.» Και τούτων μεν ουδέν συνετάραξε τον Γάιον Φλαμίνιον, άνδρα φύσει μεν ορμητικόν και φιλότιμον, επαιρόμενον δε και διά τας μεγάλας επιτυχίας του, όταν παρά πάσαν προσδοκίαν, εναντίον των διαταγών της Βουλής και της γνώμης του συνάρχοντός του, συγκρουσθείς βιαίως μετά των Γαλατών, τους ενίκησε. Τον δε Φάβιον ολίγον ετρόμαξαν τα σημεία, διότι ήσαν παράλογα, αν και ισχυράν επί πολλών απετέλουν εντύπωσιν. Μανθάνων όμως ότι οι εχθροί ήσαν ολίγοι, και εστερούντο χρημάτων, παρεκίνει τους Ρωμαίους να δειχθώσι καρτερικοί, και να μη πολεμήσωσι κατ' ανθρώπου έχοντος στράτευμα διά πολλών αγώνων εξησκημένον εις τον πόλεμον· αλλά να στείλωσι βοηθείας εις τους συμμάχους, και κρατούντες τας πόλεις, ν' αφήνωσι την ακμήν του Αννίβου να μαραίνηται αφ' εαυτής, ως φλόγα ήτις ανέλαμψεν ολίγην έχουσα και ουχί στερεάν την τροφήν.

Γ. Αλλά δεν κατεπείθετο ο Φλαμίνιος· και λέγων ότι δεν θέλει ανεχθή να πλησιάση την Ρώμην ο πόλεμος, ουδέ θέλει πολεμήσει, ως ο αρχαίος Κάμιλλος, εντός της Ρώμης προς σωτηρίαν αυτής, διέταξε τους χιλιάρχους να εξαγάγωσι τον στρατόν, και επήδησεν εις ίππον ο ίδιος. Αλλ' ο ίππος άνευ προφανούς λόγου και αναιτίως κατελήφθη υπό τρόμου, και αγριεύσας, τον έρριψε· και έπεσε μεν ο Φλαμίνιος κατά κεφαλής, αλλά δεν μετέβαλε παντάπασι την γνώμην του, και ως εξ αρχής είχε την πρόθεσιν να κινηθή κατά του Αννίβου, παρετάχθη κατά την λεγομένην Θρασυμένην (596) λίμνην της Τυρρηνίας. Ως δε συνεκρούσθησαν οι στρατιώται, επί αυτής της μάχης συνέπεσε σεισμός, όστις και πόλεις κατέστρεψε, και ρεύματα ποταμού εκ της κοίτης αυτών μετέτρεψε, και κρημνών υπωρείας διέσχισεν· αλλ' αν και μετά τοσαύτης βίας επήλθεν, εκ των πολεμούντων όμως ουδείς τον εννόησε. Και ο μεν Φλαμίνιος διά πολλών και τόλμης και ανδρείας έργων διακριθείς, έπεσε, και περί αυτόν οι άριστοι των στρατιωτών. Οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν, και πολύς εγένετο αυτών φόνος, και δεκαπεντακισχίλιοι κατακόπησαν, και άλλοι τόσοι συνελήφθησαν ζώντες. Το δε σώμα του Φλαμινίου φιλοτιμούμενος να θάψη ο Αννίβας, και να το τιμήση διά την ανδρείαν αυτού, δεν το εύρε, και ουδείς ήξευρε πώς έγινεν άφαντον. Ουδείς δε, ούτε ο στρατηγός, όστις έγραψεν εις την Ρώμην, ούτε ο σταλείς ως κομιστής της αγγελίας, ωμολόγησεν αληθώς την κατά τον Τρεβίαν (597) γενομένην ήτταν, αλλ' είπε ψευσθείς ότι η νίκη έμεινεν άκριτος και αμφίβολος. Άμα δ' ήκουσε περί αυτής ο στρατηγός Πομπώνιος, συνεκάλεσε τον δήμον εις εκκλησίαν, και προσελθών ευθύς, είπεν απαρακαλύπτως, χωρίς περιπλοκών και δόλων· «Ενικήθημεν, ω άνδρες Ρωμαίοι, εις μεγάλην μάχην, και κατεστράφη το στρατόπεδον ημών, και ο ύπατος Φλαμίνιος εφονεύθη. Σκεφθήτε περί της σωτηρίας και ασφαλείας σας». Τούτον ρίψας τον λόγον ως καταιγίδα εις πέλαγος τοσούτου πλήθους, συνετάραξε πάσαν την πόλιν, ουδ' εδύναντο οι λογισμοί ν' αντιστώσιν εις τοιαύτην έκπληξιν και να την υπομείνωσιν. Όλοι δ' εις μίαν συνέπεσαν γνώμην, ότι τα πράγματα χρειάζονται ανεύθυνον μοναρχίαν, ήν καλούσι δικτατωρίαν, και άνθρωπον όστις να διαχειρισθή αυτήν αυστηρώς και αφόβως. Είς δε μόνος ότι είναι ούτος, ο Φάβιος Μάξιμος, όστις είχε φρόνημα και ήθους σοβαρότητα ανάλογον προς της αρχής ταύτης το μέγεθος, και εις την περίοδον εκείνην ήτον της ηλικίας του, καθ' ήν το σώμα διά της ρώμης του βοηθεί εισέτι τα βουλεύματα της ψυχής, και το θάρρος συγκιρνάται μετά της φρονήσεως.

Δ. Ως δ' απεφάσισαν ταύτα, εξελέγη μεν Δικτάτωρ ο Φάβιος, ωνόμασε δ' αυτός ίππαρχον τον Λεύκιον (598) Μινούκιον, και πρώτον μεν εζήτησε παρά της συγκλήτου την άδειαν να μεταχειρίζηται ίππον εις τας εκστρατείας· διότι τούτο δεν επετρέπετο, και παλαιός νόμος το απηγόρευεν, είτε διότι η κυριωτέρα του στρατού δύναμις εθεώρουν ότι συνίστατο εις το πεζικόν, και διά τούτο ενόμιζον ότι ο στρατηγός πρέπει να μένη μετά της φάλαγγος, και να μη αφήνη αυτήν είτε διότι ήθελον, ο δικτάτωρ, έχων καθ' όλα τα άλλα τυραννικήν και μεγάλην της αρχής του την εξουσίαν, να φαίνηται καθ' έν και μόνον, κατά τούτο, κατώτερος του δήμου. Θέλων δ' ο Φάβιος ευθύς να δείξη της εξουσίας του το μέγεθος και τον όγκον, όπως τω είναι ευπειθέστεροι και μάλλον τω υπακούωσιν οι πολίται, εξήλθε συναθροίσας περί εαυτόν εικοσιτέσσαρας ραβδούχους, και ιδών τον άλλον ύπατον ερχόμενον προς αυτόν, έστειλεν υπηρέτην και τω είπε ν' αποπέμψη τους ραβδούχους του, να καταθέση τα παράσημα της αρχής, και να προσέλθη ως ιδιώτης. Έπειτα δε, κάλλιστα από Θεών αρχόμενος, και εξηγήσας εις τον δήμον ότι εδυστύχησε διότι ο στρατηγός ελησμόνησε και περιεφρόνησε τα θεία, ουχί διότι οι αγωνισθέντες εδείχθησαν άνανδροι, παρεκίνει αυτόν να μη φοβήται τους εχθρούς, συγχρόνως δε να εξιλεώση τους Θεούς και να τους τιμά. Διά τούτων δε δεν τοις ενέπνεε δεισιδαιμονίαν, αλλά τους ενεθάρρυνεν εις την αρετήν διά της ευσεβείας, και αφήρει των Θεών τον φόβον, και τους παρηγόρει διά της ελπίδος προς τους Θεούς. Κατά την εποχήν δι' εκείνην ηνεώχθησαν και πολλά εκ των μυστικών βιβλίων αυτών, χρησμούς (599) περιέχοντα, άτινα καλούνται Σιβύλλεια, και λέγεται ότι τινές εκ των λόγων των εγγεγραμμένων εις αυτά εσυμφώνουν προς τας τότε τύχας και πράξεις των Ρωμαίων αλλά δεν επετρέπετο να γνωσθώσιν αυτά και εις άλλους. Ελθών λοιπόν ο δικτάτωρ εις το μέσον, ηυχήθη προς τους Θεούς, τάξας να προσφέρη εις θυσίαν όλα τα κατ' εκείνο το έτος νεογέννητα των αιγών και των χοίρων και των προβάτων και των βοών, όσα μέχρι της προσεχούς ανοίξεως ήθελον θρέψει της Ιταλίας τα όρη και αι πεδιάδες και οι ποταμοί και τα λειβάδια· να τελέση δε πανηγύρεις μουσικάς και θεατρικάς, διά δαπάνης σεστερτίων (600) τριακοσίων τριάκοντα τριών, και δηναρίων τριακοσίων τριάκοντα τριών, και προσέτι ενός τρίτου του δηναρίου. Αποτελεί δ' η ποσότης αύτη δραχμών ογδοήκοντα τρεις χιλιάδας και πεντακοσίας ογδοήκοντα τρεις, και οβολούς δύο. Τον λόγον δε διά την ποσότητα ταύτην και διά την ακρίβειαν της διανομής είναι δύσκολον να τον ειπώμεν, εκτός αν ήθελε τις να υμνήση της τριάδος την δύναμιν, διότι και φύσει είναι αριθμός τέλειος, και πρώτος είναι των περιττών, και αρχή καθ' εαυτόν της πληθύος, και συμπεριλαμβάνει εν εαυτώ, συναναμίξας και συναρμόσας, τας πρώτας διαφοράς και τα στοιχεία παντός αριθμού (601).

Ε. Ούτω λοιπόν οικοδομήσας προς το θείον την γνώμην του πλήθους ο Φάβιος, κατέστησεν αυτό θαρραλεώτερον προς το μέλλον. Αυτός δε τας ελπίδας της νίκης εις εαυτόν στηρίξας, εν πεποιθήσει ότι ο Θεός διά της φρονήσεως και διά της αρετής χορηγεί τας επιτυχίας, τρέπεται κατά του Αννίβου, ουχί επί σκοπώ του να πολεμήση αυτόν, αλλά θέλων να κατατρίψη και βραδέως να καταναλώση την δύναμιν αυτού διά της πολυκαιρίας, και διά χρημάτων την αχρηματίαν αυτού, και διά της πολυανθρωπίας την ολιγότητα των στρατευμάτων του. Όθεν, προφυλαττόμενος από του εχθρικού ιππικού, εστρατοπέδευε πάντοτε εις θέσεις υψηλάς και ορεινάς, και όταν μεν εκείνος εκάθητο, ησύχαζε και αυτός, όταν δ' εκινείτο εκείνος, τον παρηκολούθει κύκλω εις τας κορυφάς, και εφαίνετο ολίγον εις τόσην απόστασιν, ώστε να μη βιασθή να πολεμήση χωρίς να θέλη, διά της τοιαύτης όμως αναβολής να φοβίζη πάντοτε τους εχθρούς· ότι μέλλει να πολεμήση. Ούτω κατατρίβων τον καιρόν, περιεφρονείτο υφ' όλων, και κατηγορείτο μεν εις το στρατόπεδον, εις δε τους εχθρούς εφαίνετο άτολμος, και όλοι τον εθεώρουν μηδέν, εκτός ενός, του Αννίβου. Εκείνος δε μόνος εννοήσας την επιτηδειότητα αυτού, και τον τρόπον καθ' όν είχεν αποφασίσει να διευθύνη τον πόλεμον, εσκέφθη ότι διά παντός τεχνάσματος ή διά πάσης βίας έπρεπε ν' αναγκάση εις μάχην τον άνθρωπον, ή ότι άλλως ήσαν κατεστραμμένοι οι Καρχηδόνιοι, όταν δεν εδύναντο να μεταχειρισθώσι τα όπλα καθ' ά υπερείχον, ματαίως δε κατεδαπανώντο και ολιγόστευον εκείνα, καθ' ά ήσαν πολύ κατώτεροι, οι άνθρωποι και τα χρήματα. Δι' ό παν στρατήγημα και παν τέχνασμα σοφιζόμενος, και λαβήν επί εκείνου ζητών, ως έμπειρος αθλητής, προσέβαλλε και ετάραττε τον Φάβιον, και εις πολλά τον περιέστρεφε μέρη, θέλων να τον αποσπάση της ασφαλούς πορείας αυτού. Αλλ' ο Φάβιος, πεπεισμένος περί του συμφέροντος, έμενε σταθερός και αμετάτρεπτος εις την κρίσιν αυτού. Τον ηνόχλει όμως ο ίππαρχος Μινούκιος, άκαιρον έχων προθυμίαν να πολεμήση και αυθαδείας πλήρης, δημαγωγών το στράτευμα, και εμπνέων εις αυτό πολεμικήν μανίαν και ελπίδας άφρονας· ώστε οι στρατιώται ειρωνευόμενοι και κατηγορούντες τον Φάβιον, τον ωνόμαζον παιδαγωγόν του Αννίβου, τον δε Μινούκιον ωνόμαζον και μέγαν άνδρα, και της Ρώμης άξιον στρατηγόν. Εκ τούτων ούτος μάλλον επαιρόμενος και θρασύτερος γινόμενος, εχλεύαζε τας επί των κορυφών στρατοπεδεύσεις, λέγων ότι ο Δικτάτωρ τοις ητοίμαζεν ωραία θέατρα, αφ' ών να βλέπωσι την Ιταλίαν λεηλατουμένην και εις φλόγας παραδιδομένην. Ηρώτα δε τους φίλους του Φαβίου, αν εκ της γης απελπισθείς, φέρη το στράτευμα εις τον ουρανόν, ή αν ζητή να διαφεύγη τους εχθρούς, εις σύννεφα και εις ομίχλας κρυπτόμενος. Ταύτα έλεγον προς τον Φάβιον οι φίλοι αυτού, και τον παρεκίνουν διά τινων κινδύνων να παύση ταύτην την αδοξίαν. Αλλ' εκείνος, τότε μάλιστα, είπε, θα εγινόμην πολύ δειλότερος αφ' ό,τι φαίνομαι τώρα, αν φοβηθείς ύβρεις και χλευασμούς, εγκατέλειπον την απόφασίν μου. Να φοβήται τις υπέρ της πατρίδος του δεν είναι αισχρόν αλλά να τρομάζη διά των ανθρώπων την γνώμην και τας διαβολάς και τας κατακρίσεις αυτών, είναι ανάξιον ανθρώπου τοιαύτην αρχήν περιβεβλημένου, είναι ίδιον δούλου υποτασσομένου εις εκείνους εις ούς πρέπει αυτός να επιβάλλη θέλησιν, όταν υπό κακών φρονημάτων εμπνέωνται.

ΣΤ. Μετά ταύτα δ' υπέπεσεν εις σφάλμα ο Αννίβας· διότι θέλων να μακρύνη περισσότερον το στράτευμά του από του Φαβίου, και να καταλάβη πεδιάδας έχουσας νομάς, διέταξε τους οδηγούς μετά το δείπνον ευθύς να τους οδηγήσωσιν εις το Κασινάτον (602), εκείνοι δε, μη ακούσαντες καλώς την λέξιν εξ αιτίας της βαρβάρου του προφοράς, ωδήγησαν την δύναμιν αυτού και την έφερον εις της Καμπανίας τα έσχατα άκρα, εις την πόλιν Κασιλίνον, ήν σχίζει, διά μέσου ρέων αυτής, ο Λοθρόνος ποταμός (603) όν οι Ρωμαίοι καλούσι Ουουλτούρνον. Περιλαμβάνετε δ' η χώρα εκείνη κατά μεν τα λοιπά μέρη αυτής υπό στεφάνης βουνών μία δε μόνη στενή κοιλάς ανοίγεται προς την θάλασσαν, όπου εκβάλλουσιν οι βάλτοι οι σχηματιζόμενοι υπό του πόταμου όταν εκχειλίζηται, και άμμους έχει βαθείς, και εις θάλασσαν ανοίγεται κυματώδη και επικίνδυνον. Εδώ κατέβη ο Αννίβας· ο δε Φάβιος, έμπειρος ων των οδών, ήλθε πέριξ, και οπλίτας στήσας τετρακισχιλίους, έφραξε την διέξοδον. Τον δ' επίλοιπον στρατόν καθίσας εις καταλλήλους θέσεις υπεράνω των άλλων άκρων, ώρμησε μετά των ελαφροτάτων και των προχειροτάτων στρατιωτών εις τας τελευταίας των εχθρών τάξεις, και συνετάραξεν όλον το στράτευμα, και εφόνευσε σχεδόν οκτακοσίους. Τότε ο Αννίβας ηθέλησε να μακρύνη εκείθεν το στράτευμα, εννοήσας το λάθος ως προς τον τόπον και τον κίνδυνον, και ετιμώρησε μεν τους οδηγούς, σταυρώσας αυτούς, ελπίδα δ' ουδεμίαν είχε να βιάση τους εχθρούς εις μάχην, εν ώ ήσαν των υψωμάτων κύριοι. Αθυμία λοιπόν κατέλεβε τότε πάντας και φόβος, διότι έβλεπον ότι είχον περιέλθει πανταχόθεν εις αμηχανίαν, εξ ής δεν υπήρχεν απαλλαγή δι' αυτούς. Απεφάσισεν επομένως ο Αννίβας ν' απατήση τους εχθρούς διά δόλου, και έπραξε ταύτα. Διέταξε να λάβωσιν ως δύο χιλιάδας βοών εκ των αιχμαλωτισθέντων, και να δέσωσιν εις έκαστον των κεράτων αυτών δέμα λυγαριάς ή ξηρών φρυγάνων και έπειτα την νύκτα, όταν δοθή το σημείον, ν' ανάψωσιν αυτά, και να διώξωσι τα ζώα προς τα όρη, κατά τα στενά και τας φυλακάς των εχθρών. Εν ώ δ' ητοίμαζον ταύτα οι διαταχθέντες, παραλαβών αυτός το επίλοιπον στράτευμα, προέβαινε μετ' αυτού βραδέως. Οι δε βόες, εν όσω μεν το πυρ ήτον ολίγον, και έκαιε μόνον τα δέματα, επροχώρουν ησύχως διωκόμενοι προς τους πρόποδας των βουνών και μετά θαυμασμού έβλεπον οι ποιμένες και οι βουκόλοι από των κορυφών τας φλόγας ως έλαμπον εις τον κεράτων τα άκρα, και εφαίνοντο ως αν εβάδιζε στρατόπεδον εν τάξει μετά λαμπάδων πολλών. Όταν όμως πυρούμενα τα κέρατα μέχρι ρίζης διέδωκαν την αίσθησιν εις την σάρκα, και υπό του πόνου παραφερόμενοι και τας κεφαλάς τινάσσοντες, μετέδιδον οι βόες εις αλλήλους τας φλόγας, τότε δεν έμεινον πλέον εις της πορείας την τάξιν, αλλ' ήρχισαν υπό φόβου και αλγηδόνος να τρέχωσι προς τα όρη, λάμποντες κατά τας ουράς και τα μέτωπα, και τους θάμνους ανάπτοντες δι' ών έφευγον. Ήτον δε το θέαμα τούτο καταπληκτικόν διά τους Ρωμαίους, οίτινες παρεφύλαττον τας διαβάσεις· διότι αι φλόγες εφαίνοντο ως λαμπάδες άνω και κάτω φερόμεναι υπ' ανθρώπων οίτινες έτρεχον. Και θόρυβος διηγέρθη και φόβος πολύς μεταξύ αυτών, και ενόμιζον ότι εχθροί επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι άλλοθεν, και πανταχόθεν ότι τους περιεκύκλουν. Διά τούτο δεν ετόλμησαν να παραμείνωσιν, αλλ' ανεχώρησαν προς το μέγα στρατόπεδον, αφήσαντες τα στενά. Συγχρόνως δ' επελθόντες οι ψιλοί του Αννίβου, κατέλαβον τας διόδους. Η δε λοιπή αυτών δύναμις προυχώρησε τότε αφόβως, σύρουσα μεθ' εαυτής τα πολλά και βαρέα λάφυρα.

Ζ. Ο δε Φάβιος, εν ώ ήτο νυξ έτι ενόησε τον δόλον, διότι φεύγοντες τινές βόες και διεσπαρμένοι έπεσον εις τας χείρας του. Φοβούμενος όμως ενέδρας εν μέσω του σκότους, εκράτει το στράτευμα ωπλισμένον αλλ' ακινητούν. Ως δ' εξημέρωσεν, ετράπη εις καταδίωξιν, και έφθασε τους εσχάτους, και συμπλοκή έγινε κατά τα στενά, και πολύς ήν ο θόρυβος, έως ότου ο Αννίβας εκ του μετώπου του στρατού του έστειλεν Ίβηρας (604) άνδρας εμπείρους ν' αναβαίνωσιν εις τα όρη, ελαφρούς και ταχείς, οίτινες επιπεσόντες εις βαρείς τους Ρωμαίους οπλίτας, εφόνευσαν πολλούς, και έστρεψαν οπίσω τον Φάβιον. Τότε δε μάλιστα κατηγορήθη και κατεφρονήθη ο Φάβιος· διότι παρητήθη της τόλμης των όπλων, διισχυριζόμενος ότι θέλει νικήσει τον Αννίβαν διά της φρονήσεως και διά της προνοίας· αντί δε τούτου εφαίνετο νικηθείς και απατηθείς εκ των στρατηγημάτων εκείνου. Θέλων δ' έτι μάλλον ν' αυξήση την κατ' αυτού οργήν των Ρωμαίων ο Αννίβας, όταν ήλθεν εις τους αγρούς αυτού, όλα μεν τ' άλλα διέταξε να τα καύσωσι και να τα καταστρέψωσιν, απηγόρευσε δε να εγγίσωσιν εκείνους μόνους, και έθεσε φυλακήν, διά να μη τους βλάψη κάνεις ουδέ λάβη τι εξ αυτών. Ταύτα, όταν εγνώσθησαν εις την Ρώμην, ηύξησαν τας κατά του Φαβίου διαβολάς· και πολλή μεν υπήρχε καταβοή κατ' αυτού εκ μέρους των δημάρχων προς τον δήμον, ήν διήγειρε και παρώξυνε προ πάντων ο Μετίλιος, ουχί έχων έχθραν τινά προς τον Φάβιον, αλλά διότι ήτο φίλος του ιππάρχου Μινουκίου, και ενόμιζεν ότι αι κατά τούτου κατηγορίαι έφερον τιμήν εις εκείνον και δόξαν. Ωργίσθη δε και η βουλή κατ' αυτού, μεμφομένη τας περί αιχμαλώτων συνθηκολογίας αυτού μετά του Αννίβου· διότι εσυμφώνησαν ν' ανταλλάσσωσιν άνδρα προς άνδρα, και αν οι του ενός μέρους ήσαν περισσότεροι, ο εξαγοράζων αυτούς να δίδη δραχμάς διακοσίας πεντήκοντα δι' έκαστον. Όταν λοιπόν έγινεν η κατ' άνδρα ανταλλαγή, και, ευρέθησαν παρά τω Αννίβα υπόλοιποι Ρωμαίοι διακόσιοι τεσσαράκοντα, η σύγκλητος απεφάσισε να μη στείλη τούτων τα λύτρα, και κατηγόρει προσέτι τον Φάβιον ότι εξηγόραζεν, ούτε προς την αξιοπρέπειαν συμφώνως, ούτε προς το συμφέρον της πόλεως, άνδρας οίτινες εζωγρήθησαν υπό των εχθρών. Ταύτα ακούσας ο Φάβιος, την μεν οργήν των πολιτών υπέφερε πράως· χρήματα δε μη έχων, και μη ανεχόμενος να ψευσθή προς τον Αννίβαν και ν' αφήση τους πολίτας, έστειλε τον υιόν του εις την Ρώμην, διατάξας αυτόν να πωλήση τους αγρούς του, και να τω φέρη αμέσως τα χρήματα εις το στρατόπεδον. Άμα λοιπόν ο νέος επώλησε τα κτήματα, και επέστρεψεν, έστειλε τα λύτρα, προς τον Αννίβαν, και έλαβεν οπίσω τους αιχμαλώτους· και όταν μετά ταύτα πολλοί τω τα απέδιδον, δεν τα έλαβε παρ' ουδενός, αλλά τα εχάρισεν εις όλους.

Η. Μετά ταύτα δε, επειδή οι ιερείς τον εκάλουν εις την Ρώμην διά τινας θυσίας, παρέδωκε τον στρατόν εις τον Μινούκιον, μετά παραγγελίας να μη πολεμήση, ουδέ να συγκρουσθή παντάπασι μετά του εχθρού· και ταύτα απηγόρευσεν ού μόνον ως στρατηγός, αλλά και παραινέσεις τω έδωκε, και παρακλήσεις πολλάς τω απεύθυνεν. Αλλ' εκείνος, ολίγον διά τούτο φροντίσας, ευθύς εκινήθη κατά των εχθρών. Παραφυλάξας δε τον Αννίβαν όταν αφήκε τον πλείστον στρατόν του να σιτολογήση, προσέβαλε τους υπολειπομένους, τους κατέκλεισεν εις τα χαρακώματά των, και πολλούς εφόνευσε, και φόβον ενέπνευσεν εις όλους, ότι θέλει τους πολιορκήσει. Τότε, εν ώ η δύναμις του Αννίβου συνήρχετο πάλιν εις το στρατόπεδον, αυτός ανεχώρησεν ασφαλώς, πλήρης αμέτρου μεγαλαυχίας, και θάρρους εμπλήσας το στράτευμα. Τέλος δ' έφθασεν εις Ρώμην η φήμη του έργου, έτι μάλλον εξογκωθείσα. Και ο μεν Φάβιος, όταν ήκουσεν αυτήν, είπεν ότι έτι μάλλον φοβείται του Μινουκίου την ευτυχίαν· ο δε δήμος επαρθείς, συνέτρεχε μετά χαράς εις την αγοράν και αναβάς εις το βήμα ο δήμαρχος Μετίλιος, εδημηγόρει εγκωμιάζων τον Μινούκιον, τον δε Φάβιον κατηγόρει ουχί διά χαυνότητα ή δι' ανανδρίαν, αλλ' ήδη διά προδοσίαν, συνεγκαλών και τους ισχυροτάτους και τους πρώτους εκ των άλλων ανδρών, ότι αυτοί προκάλεσαν τον πόλεμον εξ αρχής, όπως διαλύσωσι την δημοκρατίαν, και παραδώσασι την πόλιν εις ανεύθυνον μοναρχίαν, ήτις, χρονοτριβούσα, να δώση καιρόν εις τον Αννίβαν να καθιδρύση την δύναμίν του, και κυριεύων ήδη της Ιταλίας, να φέρη και άλλην δύναμιν εκ Λιβύας.

Θ. Προσελθών δε μετά ταύτα ο Φάβιος, εις μεν τον δήμαρχον ουδ' εφρόντισε ν' απολογηθή· είπε δε να γίνωσι τάχιστα αι θυσίαι και αι ιερουργίαι, διά ν' απέλθη εις το στράτευμα να τιμωρήση τον Μινούκιον, διότι συνεκρούσθη μετά των εχθρών, εν ώ αυτός τω είχεν απαγορεύσει τούτο. Τότε θόρυβος ηγέρθη εν τω δήμω πολύς, διά τον κίνδυνον όν διέτρεχεν ο Μινούκιος· Διότι εις τον Δικτάτωρα επιτρέπεται και να φυλακίση και να θανατώση προ της δίκης. Ενόμιζον δ' ότι ο θυμός του Φαβίου, παρεκτραπείς εκ της συνήθους αυτού πραότητος, έπρεπε να είναι βαρύς και αδυσώπητος. Όθεν οι μεν άλλοι φοβηθέντες, ησύχαζον. Ο δε Μετίλιος, άφοβος εξ αιτίας της δημαρχικής αυτού θέσεως, ήτις μόνη, όταν εκλέγηται Δικτάτωρ, δεν στερείται της εξουσίας της, αλλά μένει εν ώ αι λοιπαί καταλύονται, επέμενε παρά τω δήμω, και τον παρεκάλει να μη εγκαταλείψη τον Μινούκιον και να μη τον αφήση να πάθη ό,τι ο Μάλλιος Τουρκουάτος (605) έπραξε προς τον υιόν του, αποκεφαλίσας αυτόν διά πελέκεως, αφ' ού ηρίστευσε και εστεφανώθη. Προέτρεπε δε ν' αφαιρέσωσιν από του Φαβίου την τυραννίδα, και ν' αναθέσωσι τα πράγματα εις τον δυνάμενον και θέλοντα να τα σώση. Εκ τοιούτων λόγων παρακινηθέντες οι άνθρωποι, τον μεν Φάβιον δεν ετόλμησαν ν' αναγκάσωσι να παραιτήση την μοναρχίαν, αν και ουδεμίας απελάμβανε δόξης, εψήφισαν δ' ο Μινούκιος να ήναι της στρατηγίας ομότιμος, και να διευθύνη τον πόλεμον μετ' ίσης εξουσίας ως και ο Δικτάτωρ, πράγμα απαραδειγμάτιστον άλλοτε, επαναληφθέν δ' ολίγον μετά ταύτα, μετά την εν Κάνναις ήτταν. Τότε Δικτάτωρ ήτον επί των στρατοπέδων ο Μάρκος Ιούνιος. Εις δε την πόλιν εφάνη αναγκαίον ν' αναπληρωθή το βουλευτικόν σώμα, διότι πολλοί συγκλητικοί είχον πέσει εις την μάχην, και τότε εξελέξαντο και άλλον Δικτάτωρα, τον Φάβιον Βουστεώνα. Αλλ' ούτος, άμα εφάνη εις το δημόσιον, και κατέταξε τους άνδρας, και συνεπλήρωσε την βουλήν, αυθημερόν απέπεμψε τους ραβδούχους, και διαφυγών τους θέλοντας να τον προαγάγωσιν, εισήλθεν εις τον όχλον, και συνανεμίγη μετ' αυτού, και ως ιδιώτης διέτριβεν εις την αγοράν, διοικών και διαθέτων τας ιδίας αυτού υποθέσεις.

I. Αναδείξαντες δε τον Μινούκιον ισοδύναμον προς τον Δικτάτωρα, ενόμιζον ότι κατέβαλον και εταπείνωσαν τούτον, πολύ ολίγον γνωρίζοντες τον άνδρα· διότι αυτός την ανοησίαν εκείνην δεν εθεώρει ως συμφοράν εδικήν του. Όταν ποτέ τις είπε προς τον σοφόν Διογένην (606), «Αυτοί σε περιγελώσιν,» «Αλλ' εγώ δεν περιγελώμαι», απεκρίθη εκείνος· διότι εφρόνει ότι εκείνοι μόνον περιγελώνται, όσοι συναισθάνονται τα τοιαύτα, και ταράττονται εξ αυτών. Ούτω και ο Φάβιος ανείχετο απαθώς και ευκόλως το καθ' εαυτόν τα γινόμενα, συντελών εις απόδειξιν του αξιώματος των φιλοσόφων, ότι ο αγαθός και σπουδαίος ανήρ ούτε υβρίζεται ούτε ατιμάζεται. Τον ελύπει όμως του πλήθους η αφροσύνη διά τα κοινά, διότι έδιδεν αφορμήν προς πόλεμον εις άνδρα μη έχοντα υγιαίνουσαν την φιλοτιμίαν. Φοβηθείς δε μη εντελώς υπό κενοδοξίας και υπεροψίας παραφερόμενος, προφθάση να πράξη κακόν τι, εξήλθε της πόλεως χωρίς ουδείς να τον εννοήση, και έφθασεν εις το στρατόπεδον. Ευρών δε τον Μινούκιον όστις δεν εκρατείτο πλέον, βαρύν και τετυφωμένον, και αξίωσιν έχοντα να στρατηγή και αυτός εξ ημισείας, τούτο μεν δεν το συνεχώρησε· διήρεσε δε την δύναμιν μετ' αυτού, φρονών ότι είναι προτιμώτερον να διοική μέρος μόνον, παρά να συμμερίζηται μετ' εκείνου την του όλου διοίκησιν. Και το μεν πρώτον τάγμα και το τέταρτον έλαβεν αυτός, το δε δεύτερον και το τρίτον παρέδωκεν εις εκείνον, και διήρεσεν επίσης και τα τάγματα των συμμάχων. Βλέπων δε τον Μινούκιον καυχώμενον και χαίροντα διότι το αξίωμα της ακροτάτης και μεγίστης εξουσίας εταπεινώθη και εξουθενώθη εξ αιτίας αυτού, τω ενεθύμιζεν ο Φάβιος, ότι ουχί προς τον Φάβιον, αλλά προς τον Αννίβαν είχε ν' αγωνισθή. Αν δε φιλονεική και προς τον συνάρχοντά του, να προσέξη μη ο νικήσας και τιμηθείς φανή ολιγώτερον του νικηθέντος και του υβρισθέντος υπό των πολιτών φροντίζων υπέρ της σωτηρίας και υπέρ της ασφαλείας αυτών.

ΙΑ. Εκείνος δε, τους λόγους μεν τούτους εξελάμβανεν ως ειρωνίαν γεροντικήν· λαβών δε την δύναμιν ήτις τω εδόθη εις την μερίδα του, εστρατοπέδευσε κατ' ιδίαν και χωριστά· ο δ' Αννίβας εκ των γινομένων τούτων ουδέν ηγνόει, αλλ' επετήρει τα πάντα. Υπήρχε δε λόφος μεταξύ αυτών, εύκολος να κυριευθή, οχυρός δ' εις στρατοπέδευσιν δι' όντινα ήθελε τον κυριεύσει, και έχων όλα τ' απαιτούμενα. Η δε πέριξ πεδιάς, άδενδρος ούσα, εφαίνετο μακρόθεν ομαλή και λεία, είχεν όμως τάφρους τινάς ουχί μεγάλας, και άλλας κοιλότητας. Ο Αννίβας εδύνατο μετ' ευκολίας να κυριεύση κρυφίως τον λόφον αλλά δεν ηθέλησε, και τον αφήκεν εν τω μέσω να μένη πρόφασις μάχης. Όταν δε είδεν ότι ο Μινούκιος εχωρίσθη του Φαβίου, διά νυκτός διέσπειρε στρατιώτας τινάς εις τας τάφρους και τας κοιλότητας. Άμα δ' εξημέρωσεν, έστειλε φανερώς ολίγον αριθμόν να καταλάβη τον λόφον, διά να παροξύνη τον Μινούκιον να πολεμήση υπέρ του τόπου. Τούτο και συνέβη τω όντι· διότι ούτος πρώτον μεν έστειλεν ελαφρόν στρατόν, έπειτα δ' ιππείς, και τέλος, βλέπων τον Αννίβαν ότι ήρχετο να βοηθήση τους επί του λόφου, κατέβη παρατάξας πάσαν την δύναμιν, και συνάψας ισχυράν μάχην, προσέβαλλε τους τον λόφον κατέχοντας, συμπλακείς μετ' αυτών, και ισορρόπως αγωνιζόμενος, έως ότου, ιδών αυτόν ο Αννίβας καλώς ηπατημένον, και τα νώτα παρουσιάζοντα εις τους ενεδρεύοντας, ύψωσε το σημείον, και πανταχόθεν εγερθέντες αυτοί, και μετά κραυγών ορμώντες, εφόνευον τους των τελευταίων τάξεων, και ταραχή και τρόμος κατέλαβε τους Ρωμαίους. Τότε απώλεσε το θάρρος του και αυτός ο Μινούκιος, και στρέφων τα βλέμματα αυτού από αρχηγού εις αρχηγόν, τους έβλεπε μη τολμώντας να μένωσιν εις τας θέσεις των, αλλά συνωθουμένους εις φυγήν, ήτις δεν συνέτεινεν όμως εις σωτηρίαν των διότι οι Νομάδες (607) νικώντες ήδη περιέτρεχον το πεδίον, και εφόνευον τους σκορπιζομένους.

ΙΒ. Εν ώ δ' εις τοιαύτα κακά περιήρχοντο οι Ρωμαίοι, ο Φάβιος δεν ηγνόησε τον κίνδυνον, αλλά και προλαμβάνων αυτόν πριν επέλθη, είχε την δύναμιν εις τα όπλα παρατεταγμένην, και εφρόντιζε να γνωρίζη τα συμβαίνοντα, ουχί δι' αγγελιαφόρων, αλλά κατασκοπεύων αυτά ο ίδιος έμπροσθεν του χαρακώματος. Άμα λοιπόν είδεν ότι το στράτευμα περιεκυκλούτο και περιήρχετο εις αταξίαν, και έφθασε μέχρις αυτού η κραυγή των καταλειπόντων τας τάξεις των, και τρεπομένων εις φυγήν υπό φόβου, κτυπήσας τον μηρόν του και μεγαλοφώνως στενάξας, «Ω Ηράκλεις, είπε προς τους παρόντας, πόσον ταχύτερον αφ' ό,τι περιέμενον, βραδύτερον δ' αφ' ό,τι επροσπάθει ο ίδιος, κατεστράφη ο Μινούκιος!» Διατάξας δε να εξαγάγωσι τάχιστα τας σημαίας, και ο στρατός να τον παρακολουθήση, ανέκραξε· «Τώρα, ω στρατιώται, ενθυμηθήτε τον Μάρκον Μινούκιον, και σπεύσατε υπέρ αυτού· διότι είναι ανήρ λαμπρός και φιλόπατρις· Αν δ' έσφαλε κατά τι εκ της ανυπομονησίας του του ν' αποδιώξη τους εχθρούς, άλλοτε θέλομεν τον επιπλήξει.» Και πρώτον μεν άμα εφάνη, έτρεψεν εις φυγήν και διεσκόρπισε τους περιτρέχοντας την πεδιάδα Νομάδας. Έπειτα δε προυχώρει προς τους μαχομένους και περιβάλλοντας όπισθεν τους Ρωμαίους, και εφόνευε τους ανθισταμένους· οι δε λοιποί, πριν ή απομονωθώσι, και περιπέσωσιν εις όσα αυτοί έπραξαν εις τους Ρωμαίους, στραφέντες εδόθησαν εις φυγήν. Βλέπων δ' ο Αννίβας την μεταβολήν των πραγμάτων, και τον Φάβιον ότι μετ' ευρωστίας ανωτέρας της ηλικίας του προυχώρει, διά των εχθρών ωθούμενος, προς τον Μινούκιον άνω εις τον λόφον, διέκοψε την μάχην, και ανακαλών διά της σάλπιγος τους Καρχηδονίους, τους έφερεν οπίσω εις τα χαρακώματα, εν ώ και οι Ρωμαίοι μετά χαράς επέστρεφον εις τα εδικά των. Λέγεται δ' ότι όταν απήρχετο, είπε προς τους φίλους του περί του Φαβίου αστειευόμενος. «Δεν σας προέλεγον πολλάκις ότι η νεφέλη εκείνη ήτις εκάθητο εις τας κορυφάς, θέλει εκρήξει ποτέ βροχήν μετ' ανεμοζάλης και καταιγίδων;»

ΙΓ. Μετά δε την μάχην, λαφυραγωγήσας ο Φάβιος τους εχθρούς όσους εφόνευσε, ανεχώρησε χωρίς ουδέν τι προσβλητικόν ή δυσάρεστον να ειπή περί του συνάρχοντός του. Ο δε Μινούκιος, συναθροίσας τον στρατόν του, «Άνδρες, είπε, συστρατιώται, το να μη σφάλη ποτέ τις επί μεγάλων πραγμάτων είναι ανθρώπου ανώτερον· το δε, όταν σφάλη, να τω γίνωνται τα σφάλματα διδάγματα διά το εξής, τούτο είναι ίδιον ανδρός αγαθού και φρονίμου. Εγώ λοιπόν ομολογώ, ολίγον διά την τύχην παραπονούμενος, ότι μάλλον τη ευγνωμονώ. Διότι ό,τι δεν ενόουν τοσούτον χρόνον, τούτο εδιδάχθην εις μικρόν μέρος μιας ημέρας, γνωρίσας ότι εγώ δεν δύναμαι να είμαι άρχων, αλλ' έχω ανάγκην εις άλλον άρχοντα να υπόκειμαι· ουδέ πρέπει να φιλοτιμώμαι να νικώ εκείνους, υφ' ών καλλήτερον είναι να νικώμαι. Άρχων υμών δι' όλα τα λοιπά είναι ο Δικτάτωρ, αλλ' ως προς έν έσομαι εγώ αρχηγός σας, την προς εκείνον ευγνωμοσύνην, πρώτος εγώ δεικνύμενος ευπειθής, και πράττων ό,τι εκείνος προστάττει.» Ταύτα ειπών, και διατάξας να λάβωσι τους αετούς (608), και πάντες να τον ακολουθήσωσιν, επήγεν εις το χαράκωμα του Φαβίου, και εισελθών, προυχώρει προς την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε όλοι εθαύμαζον και ηπόρουν. Ως δ' εξήλθεν ο Φάβιος, στήσας τας σημαίας εμπρός του, τον ησπάζετο μεγαλοφώνως πατέρα, οι δε στρατιώται τους στρατιώτας του εκάλουν πάτρονας. Τούτο δ' είναι το όνομα ό δίδουσιν οι απελεύθεροι εις τους ελευθερώσαντας αυτούς. Έγινε δε τέλος ησυχία, και ο Μινούκιος είπε· «Δύο νίκας, ω Δικτάτωρ, την σήμερον ημέραν ενίκησας, διά της ανδρίας σου μεν τον Αννίβαν, διά της φρονήσεως δε και διά της χρηστότητός σου τον συνάρχοντα· και διά της μεν έσωσας εμέ, διά της άλλης δε μ' εδίδαξας· και ηττήθην ήτταν αισχράν μεν υπ' εκείνου, καλήν δε και σωτήριον υπό σου. Σ' ονομάζω δε πατέρα χρηστόν, μη έχων εντιμοτέραν επωνυμίαν διότι μεγαλητέραν χάριν οφείλω εις σε, παρά εις τον γεννήσαντά με. Υπ' εκείνου εγεννήθην μόνος, υπό σου δε σώζομαι μετά τοσούτων». Ταύτα δ' ειπών, και εναγκαλισθείς το Φάβιον, τον ησπάζετο. Το αυτό δ' έπραττον και οι στρατιώται, ριπτόμενοι εις τας αγκάλας αλλήλων και καταφιλούμενοι, ώστε το στρατόπεδον ην πλήρες χαράς και γλυκυτάτων δακρύων.

ΙΔ. Μετά τούτο δ' ο Φάβιος παρητήθη της αρχής, και εξελέγησαν πάλιν ύπατοι (609). Και οι μεν πρώτοι αυτών διεφύλαξαν εκείνου το σχέδιον περί του πολέμου, ν' αποφεύγωσι μεν τας εκ παρατάξεως μάχας προς τον Αννίβαν, να βοηθώσι δε τους συμμάχους, και να εμποδίζωσι τας αποστασίας των. Αλλ' ο Τερέντιος Ουάρων, προαχθείς εις την υπατείαν εκ γένους ασήμου, επίσημος δε γενόμενος διά την δημοκοπίαν και την προπέτειάν του, εφάνη αμέσως ότι εξ απειρίας και εκ θρασύτητος ήθελεν αναρρίψει τον περί των όλων κύβον. Διότι εβόα εις τας εκκλησίας ότι ο πόλεμος θέλει μένει εν όσω η πόλις μεταχειρίζεται στρατηγούς Φαβίους, αυτός δε ότι την ιδίαν ημέραν θέλει ιδή και θέλει νικήσει τους εχθρούς. Συγχρόνως δε μετά τούτων των λόγων συνήγε και κατέγραψε τόσην δύναμιν, όσην ποτέ κατ' ουδενός εχθρού η Ρώμη δεν εκίνησε· διότι εστρατολογήθησαν εννέα μυριάδες παρά δύο χιλιάδας (610) Τούτο δ' εφόβισε πολύ τον Φάβιον και τους νουνεχείς των Ρωμαίων, διότι, αν κατεστρέφετο πάσα αύτη η πολυπληθής νεολαία, ελπίς δεν υπήρχε ν' ανακύψη πλέον η πόλις. Διά τούτο παρεκίνει τον συνάρχοντα του Τερεντίου Παύλον Αιμίλιον, άνδρα πολλών μεν πολέμων έμπειρον, αλλά μη αρέσκοντα εις τον δήμον, και πεφοβισμένον αφ' ότου είχε ποτέ καταδικασθή (611), και τον ενεθάρρυνε να καταστέλλη την μανίαν εκείνον, λέγων εις αυτόν ότι, θέλει έχει ν' αγωνίζηται ουχί τοσούτον προς τον Αννίβαν, όσον προς τον Τερέντιον υπέρ της πατρίδος· διότι θέλουσι σπεύσει να πολεμήσωσιν, ο μεν μη εννοών την δύναμίν του, ο δε εννοών την αδυναμίαν του. «Εγώ δε, ω Παύλε, τω είπε, δικαιούμαι μάλλον να πιστευθώ παρά ο Τερέντιος, διαβεβαιών σε περί των πραγμάτων του Αννίβου, ότι αν κανείς δεν τον πολεμήση τούτο το έτος, ή θα καταστραφή, αν μείνη, ο άνθρωπος, ή θέλει φύγει και μας αφήσει. Και σήμερον, όταν φαίνηται ότι νικά και υπερισχύει, ουδείς μεν των εχθρών προσήλθεν εις αυτόν, της δε δυνάμεως ήν έφερε μεθ' εαυτού εκ της πατρίδος του, ουδέ καν το τρίτον διασώζεται μέρος.» Εις ταύτα λέγεται ότι ο Παύλος απήντησε. «Το κατ' εμέ, ω Φάβιε, αν μόνον εις εμαυτόν απέβλεπον, προτιμότερον θα ήτον να πέσω υπό τα δόρατα των εχθρών, παρά εκ νέου από τας ψήφους των πολιτών. Αν όμως ούτως έχωσι τα δημόσια πράγματα, θα προσπαθήσω μάλλον εις σε να φανώ καλός στρατηγός, παρά εις όλους τους άλλους όταν με βιάζωσι διά τα εναντία.» Τοιαύτην έχων ο Παύλος προαίρεσιν, εξήλθεν εις τον πόλεμον.

ΙΕ. Αλλ' ο Τερέντιος πείσας αυτόν να διοικώσιν ημέραν παρ' ημέραν, και στρατοπεδεύσας πλησίον του Αννίβου παρά τον Αυφίδιον ποταμόν και τας λεγομένας Κάννας, ευθύς ως εξημέρωσεν ύψωσε το σημείον της μάχης. Είναι δε τούτο χιτών κόκκινος εκτεινόμενος υπέρ την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε και οι Καρχηδόνιοι κατ' αρχάς εταράχθησχν ιδόντες την τόλμην του στρατηγού και το πλήθος του στρατοπέδου, εν ώ αυτοί δεν ήσαν ουδ' οι ημίσεις. Ο δ' Αννίβας, την δύναμιν διατάξας να οπλισθή, έφιππος μετ' ολίγων κατεσκόπευεν εξ ομαλού λόφου τους εχθρούς παραταττομένους. Εκεί είς εκ των οπαδών αυτού, ανήρ εξ ευγενών και αυτός, Γίσκων ονομαζόμενος, είπεν ότι θαυμαστόν τω φαίνεται το πλήθος των εχθρών. Αλλ' ο Αννίβας, συστείλας τας οφρύς, «λησμονείς άλλο τι, τω είπεν, έτι θαυμαστότερον.» «Το ποίον;» ερώτησεν ο Γίσκων. «Ότι, απεκρίθη, εν ώ είναι τόσοι, κανείς εξ αυτών δεν ονομάζεται Γίσκων.» Επειδή δε το σκώμμα τούτο εφάνη απροσδόκητον εις τους άλλους, τους κατέλαβεν όλους γέλως, και κατέβαινον από του λόφου, λέγοντες εις όσους τους απήντων τον αστεϊσμόν, ώστε πολύς πολλών ην ο γέλως, και δεν εδύναντο να συνέλθωσιν οι περί τον Αννίβαν. Τούτο βλέποντες οι Καρχηδόνιοι, έλαβον θάρρος, αναλογιζόμενοι ότι εκ πολλής και ισχυράς καταφρονήσεως εγέλων ούτω, και ο στρατηγός ηστεΐζετο παρ' αυτόν τον κίνδυνον.

ΙΣΤ. Κατά δε την μάχην μετεχειρίσθη στρατηγήματα, πρώτον μεν ως εκ του τόπου, λαβών κατά νότον τον άνεμον· διότι επήρχετο σφοδρός ως φλογερός πρίων, και εις πεδιάδας ανοικτάς και αμμώδεις τραχύν διεγείρων κονιορτόν, εφύσα αυτόν υπέρ την φάλαγγα των Καρχηδονίων προς τους Ρωμαίους, και προσβάλλων αυτούς, τους ηνάγκαζε να στρέφωσι τα πρόσωπα και τους ετάραττε. Δεύτερον δ' ετεχνάσθη ως προς την τάξιν διότι το ισχυρότατον και μαχιμώτατον της δυνάμεως τάξας εκατέρωθεν του μέσου, το μέσον τούτο συνεπλήρωσεν εκ των αχρειοτέρων, και το μετεχειρίσθη ως έμβολον πολύ προέχον της άλλης φάλαγγος. Ερρέθη δ' εις τους αρίστους, όταν οι Ρωμαίοι διαρρήξαντες τούτους, και ορμώντες κατά των υποχωρούντων, εισέλθωσιν εντός της φάλαγγος, ταχέως αυτοί στραφέντες εκατέρωθεν, να επιπέσωσιν εις τα πλάγια αυτών, και να τους περικυκλώσωσι, κλείοντες τον κύκλον των όπισθεν. Τούτο φαίνεται ότι επέφερε τον μεγαλήτερον φόνον. Διότι άμα ενέδωκε το μέσον, και εδέχθησαν τους Ρωμαίους διώκοντας, και η φάλαγξ του Αννίβου, μεταβαλούσα σχήμα, έγινε μηνοειδής, και οι ταξίαρχοι των επιτάκτων ταχέως κλίναντες τους μεν επί δεξιά τους δ' επί αριστερά (612) επέπεσαν εις τα γυμνά, τότε όλους όσοι δεν επρόφθασαν να διαφύγωσι την κύκλωσιν, τους κατέκοψαν κλείσαντες εν τω μέσω και τους εφόνευσαν. Λέγεται δ' ότι και το ιππικόν των Ρωμαίων υπέπεσεν εις σφάλμα παράδοξον. Πληγωθείς ο ίππος του Παύλου, έρριψεν αυτόν, ως φαίνεται, καί τινες των περί αυτόν, καταβάντες των ίππων των, εβοήθουν πεζοί τον ύπατον. Τούτο δ' ιδόντες οι ιππείς, και νομίσαντες ότι εδόθη κοινόν παράγγελμα, επήδησαν όλοι κατά γης, και εμάχοντο πεζοί μετά των εχθρών. Ιδών δ' αυτούς ο Αννίβας, «Τούτο ήθελον μάλλον, είπε, παρ' αν τους συνελάμβανον δεδεμένους.» Αλλά ταύτα διηγούνται οι γράψαντες τας διεξοδικάς ιστορίας. Εκ δε των υπάτων, ο μεν Βάρρων μετ' ολιγίστων ιππέων έφυγεν εις την πόλιν Ουενουσίαν. Ο δε Παύλος, εις το ρεύμα και την ανεμοζάλην της φυγής εκείνης, το σώμα έχων πλήρες βελών μενόντων έτι εντός των πληγών, και την ψυχήν υπό πένθους βαρείαν, εκάθησεν εις λίθον, και περιέμενε τον εχθρόν όστις ελθών να τον σφάξη. Αίμα δε πολύ έρρεε, και ην κεκολλημένον εις την κεφαλήν αυτού και το πρόσωπον, ώστε ην αγνώριστος, και φίλοι και υπηρέται αυτού παρήλθον εμπρός του χωρίς να τον διακρίνωσι. Μόνος δ' ο Κορνήλιος Λέντλος (613), νέος ευπατρίδης, ιδών και εννοήσας αυτόν, επέζευσε, και φέρων τον ίππον του, τον παρεκάλει να τον μεταχειρισθή, και να σωθή υπέρ των πολιτών, οίτινες τότε προ πάντων είχον ανάγκην αγαθού άρχοντος. Εκείνος δ' απέρριψε την παράκλησιν ταύτην, και ηνάγκασε τον νεανίαν ν' αναβή δακρύων εις τον ίππον του πάλιν. Έπειτα δε, δους εις αυτόν την δεξιάν, και αναστάς, «Ανάγγειλε, είπεν, ω Λέντλε εις τον Φάβιον Μάξιμον, και έσο μάρτυς ο ίδιος, ότι ο Παύλος Αιμίλιος ενέμεινεν εις την γνώμην αυτού μέχρι τέλους, και ουδέν ηθέτησεν εξ όσων τω υπεσχέθη, αλλ' ενικήθη πρώτον μεν υπό του Βάρωνος, έπειτα δ' υπό του Αννίβου.» Τοιαύτα εμήνυσε, και τον μεν Λέντλον απέπεμψε, ριφθείς δε μεταξύ των φονευομένων, απέθανε. Λέγεται δ' ότι έπεσαν μεν εις την μάχην πεντήκοντα χιλιάδες Ρωμαίων, εζωγρήθησαν δε τετρακισχίλιοι, και μετά την μάχην ότι ηχμαλωτίσθησαν εις τα δύο στρατόπεδα ουχί ολιγώτεροι των δεχακισχιλίων.

ΙΖ. Μετά το τόσον δ' εξαίσιον κατόρθωμα τούτο πολλοί των φίλων παρεκίνουν τον Αννίβαν ν' ακολουθήση την τύχην, και μετά των φευγόντων εχθρών να εισορμήση και αυτός εις την πόλιν, διότι θα εδείπνει εις το Καπιτώλιον την πέμπτην ημέραν μετά την νίκην. Δεν είναι εύκολον όμως να ειπώμεν τις σκέψις τον απέτρεψεν αλλά μάλλον η αναστολή και η αργοπορία αυτού φαίνεται ότι ήτον έργον δαίμονός τινος ή Θεού όστις τον εμπόδισε, δι' ό και λέγουσιν ότι Βάρκας ο Καρχηδόνιος είπε προς αυτόν μετ' οργής· «Ηξεύρεις να νικάς, όχι όμως και να ωφελήσαι εκ της νίκης.» Τόσην δε μεταβολήν επέφερε περί αυτόν η νίκη, ώστε εν ώ προ της μάχης δεν είχεν ούτε πόλιν, ούτε εμπορικήν τινα θέσιν, ούτε λιμένα της Ιταλίας, δυσκόλως δε και μόλις εφωδίαζε δι' αρπαγής το στράτευμα, και ουδένα πόρον ασφαλή είχε προς τον πόλεμον, αλλ' επλανάτο και περιεφέρετο μετά του στρατοπέδου ως μετά μεγάλης φωλεάς ληστών, τότε καθυπέταξε σχεδόν όλην την Ιταλίαν· διότι τα πλείστα και μέγιστα έθνη (614) προσήλθον εις αυτόν εκουσίως, και κατέλαβεν υποταγείσαν την Καπύην, ήτις μετά την Ρώμην έχει την μεγίστην επισημότητα. Δεν είναι δε μόνον μεγάλη δυσχέρεια, ως λέγει ο Ευριπίδης (615) το να γνωρίση τις τους φίλους, αλλά και το να γνωρίση τους φρονίμους στρατηγούς. Η προ της μάχης λεγομένη δειλία και ψυχρότης του Φαβίου, μετά την μάχην ευθύς εφαίνετο ουχί ανθρώπινος διαλογισμός, αλλά θεία διάνοια και δαιμόνιος, προβλέπουσα προ μακρού χρόνου τα μέλλοντα, ά και αυτοί οι παθόντες αυτά εδύναντο μόλις να πιστεύσωσι. Όθεν ευθύς η Ρώμη εις εκείνον συγκεντρώσασα τας λοιπάς της ελπίδας, προσέφυγεν εις την συμβουλήν του ανδρός ως εις ιερόν βωμόν, και η φρόνησις εκείνου έγινε πρώτη και μεγίστη αιτία του να μείνη αυτή και να μη διαλυθή καθώς επί των Κελτικών συμφορών. Και εν ώ, όταν οι καιροί δεν ήσαν επικίνδυνοι, εφαίνετο πεφοβισμένος αυτός και μικράς έχων ελπίδας, τότε, όταν όλοι ήσαν καταβεβλημένοι, και εις απέραντα παραδεδομένοι πένθη, και εις ταραχάς αίτινες πάσαν πράξιν εκώλυον, μόνος διέβαινε διά της πόλεως πράως βαδίζων, και ήσυχον έχων το πρόσωπον, και μετά φιλοφροσύνης ομιλών τους πολίτας, και απηγόρευε των γυναικών τους θρήνους, και διέλυε τας συσσωματώσεις, αίτινες δημοσίως εγίνοντο, διά να κλαύσωσιν από κοινού. Έπεισε δε και την Βουλήν να συνέλθη, και ενεθάρρυνε τας αρχάς, ο ίδιος ων η ρώμη και η δύναμις πάσης αρχής, ήτις απέβλεπεν εις αυτόν.

ΙΗ. Εις τας πύλας λοιπόν έστησε φρουράν, όπως εμποδίζει τον όχλον όστις έφευγεν αφήνων την πόλιν. Προσδιώρισε δε και καιρόν και τόπον του πένθους, διατάξας, όστις ήθελε να θρηνή τριάκοντα ημέρας εντός της οικίας· μετά ταύτα δ' έπρεπε να παύση παν πένθος, και η πόλις να μείνη καθαρά των τοιούτων. Επειδή δε κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτεν εορτή της Δήμητρος, καλόν εφάνη να παραιτηθώσι παντάπασιν αι θυσίαι και η πομπή, ίνα μη διά της ολιγότητος και της κατηφείας των συνερχομένων φανή της συμφοράς το μέγεθος. Διότι οι Θεοί ευχαριστούνται υπ' ευτυχούντων τιμώμενοι. Επράττοντο όμως όλα όσα οι μάντεις συνεβούλευον προς εξιλέωσιν των Θεών και προς τεραστίων συμβάντων αποφυγήν. Και έπεμψαν μεν εις Δελφούς τον Πίκτορα, συγγενή του Φαβίου, να ερωτήση τον χρησμόν, εκ δύο δ' Εστιάδων αίτινες ευρέθησαν προδούσαι τον όρκον των, η μία ετάφη ζώσα, ως είναι συνήθεια, η δ' άλλη έγινεν αυτόχειρ. Άξιον δε θαυμασμού εφάνη το φρόνημα και η πραότης της πόλεως, όταν επιστρέφοντα τον Βάρρωνα από της φυγής, ταπεινόν και κατηφή ως ουδείς ποτ' επέστρεψε μετά τοιούτον αίσχος και μετά τοιαύτην συμφοράν, τον προϋπάντησαν περί τας πύλας η βουλή και το πλήθος όλον και τον ησπάσθησαν· οι δ' άρχοντες και οι πρώτοι της Γερουσίας, εν οίς ην και ο Φάβιος, αφ' ού εγένετο ησυχία, τον επήνεσαν ότι δεν απηλπίσθη περί της πόλεως μετά δυστυχίαν τοσαύτην, αλλ' ήλθε ν' αναλάβη τα πράγματα, και να διοικήση τους νόμους και τους πολίτας, ως πιστεύων ότι δύνανται να σωθώσιν.

ΙΘ. Ως δ' ήκουσαν ότι ο Αννίβας μετά την μάχην ετράπη προς την άλλην Ιταλίαν, λαβόντες θάρρος, έστελλον στρατηγούς και στρατεύματα. Τούτων δ' επισημότατοι ήσαν ο Φάβιος Μάξιμος και ο Κλαύδιος Μάρκελλος, οίτινες δι' εναντίας ιδιότητας εθαυμάζοντο εξ ίσου· διότι ο μεν Μάρκελλος, ως το είπον εν τω βίω του (616), έχων δραστηριότητα λαμπράν και θρασείαν, ανήρ ανδρείος την χείρα, και της φύσεως εκείνων ούς ο Όμηρος καλεί μάλιστα φιλοπτολέμους και αγερώχους (617), επεχείρησε τους πρώτους αγώνας του κατ' ανδρός τολμηρού, του Αννίβου, ίσην τόλμην και αυτός δείξας, και τρόπον πολέμου παράβολον και προπετών. Ο δε Φάβιος, εις την πρώτην γνώμην του επιμένων, ήλπιζεν, αν ουδείς πολεμήση ουδ' ερεθίση τον Αννίβαν, αυτός εαυτόν να βλάψη, και να κατατριβή εις τον πόλεμον, καθώς τα αθλητικά σώματα, όταν η δύναμις αυτών υπέρ το δέον ταθή και κοπιάση, παρακμάζουσι τάχιστα. Διά τούτο λέγει ο Ποσειδόνιος (618) ότι ούτος μεν ωνομάζετο υπό των Ρωμαίων ασπίς (619), ο δε Μάρκελλος ξίφος, ότι δε συγκερασθείσα η ευστάθεια και η επιμονή του Φαβίου μετά του ήθους του Μαρκέλλου, εγένετο σωτήριος εις τους Ρωμαίους. Του δ' Αννίβου η δύναμις, τον μεν πολλάκις ως σφοδρώς ρέοντα ποταμόν απαντώσα, υπεσείετο υπ' αυτού, και εθραύετο· υπό δε του άλλου, άνευ κρότου και κατ' ολίγον ρέοντος, αλλά μετ' επιμονής επιφερομένου, εδαπανάτο απαρατηρήτως και κατέπιπτεν εις ερείπιον. Και μέχρι τέλους εις τοιαύτην αμηχανίαν κατήντησεν αυτός, ώστε απέκαμε μεν πολεμών προς τον Μάρκελλον, εφοβείτο δε τον Φάβιον μη πολεμούντα. Τον περισσότερον τω όντι καιρόν μετ' αυτών επολέμησεν, είτε στρατηγοί εξελέγοντο, είτε ανθύπατοι ή ύπατοι· διότι έκαστος αυτών υπάτευσε πεντάκις. Αλλά τον Μάρκελλον, όταν ήτον το πέμπτον ύπατος, τον ενέπλεξεν εις ενέδραν, και τον εφόνευσε. Προς δε τον Φάβιον, πάσαν απάτην και πάσαν τέχνην δοκιμάσας πολλάκις, ουδέν κατώρθου, εκτός ότι άπαξ, καταδολιευθείς αυτόν, τον έρριψεν εις μικρόν σφάλμα. Συνέθεσε δηλ. και έστειλε προς τον Φάβιον επιστολάς ως εκ των δυνατωτέρων και πρώτων κατοίκων του Μεταποντίου (620), δι' ών τω ελέγετο ότι η πόλις θα τω παρεδίδετο, αν ήρχετο ο ίδιος, και ότι οι ταύτα διενεργούντες εκείνον μόνον περιμένουσι να έλθη και να τοις φανή πλησίον. Τα γράμματα ταύτα έπεισαν τον Φάβιον, και λαβών μέρος του στρατεύματος, έμελλε να κινήση διά νυκτός. Αλλ' επειδή των ορνέων αι μαντείαι δεν εφάνησαν αίσιαι (621), μετέβαλε γνώμην, και μετ' ολίγον έγινε γνωστόν ότι ο Αννίβας είχε μετά δόλου συνθέσει τα γράμματα, και ότι ενέδρευεν εκείνος υπό την πόλιν. Αλλά ταύτα δύνανται ν' αποδοθώσιν εις την εύνοιαν των Θεών.

Κ. Ενόμιζε δ' ο Φάβιος ότι των πόλεων τας αποστασίας και τα κινήματα των συμμάχων έπρεπε μάλλον να τα εμποδίζη και να τα διαλύη δι' ηπίου συμπεριφοράς και διά πραότητος, μη εξελέγχων πάσαν υπόνοιαν, ουδέ λίαν αυστηρός προς τους υπόπτους δεικνύμενος. Ούτως, ως λέγεται, ακούσας ποτέ ότι στρατιώτης τις Μάρσος (622), εκ των πρώτων μεταξύ των συμμάχων κατά το γένος και την ανδρείαν, είχεν ομιλήσει μετά τινων άλλων εκτός του στρατοπέδου διά ν' αποστατήσωσι, δεν ηρέθισεν αυτόν, αλλά τω ωμολόγησεν ότι είχεν αμεληθή παρ' αξίαν, και τότε μεν ότι έπταιον διά τούτο οι αρχηγοί του, οίτινες διένεμον τας τιμάς χαριζόμενοι μάλλον παρ' αναλόγως της αρετής, έκτοτε όμως ότι εκείνον θέλει θεωρεί ως πταίοντα, αν, όταν έχη τινά ανάγκην, δεν αποτείνηται εις αυτόν και δεν τω την λέγη. Και ταύτα ειπών, τω εχάρισεν ίππον μάχιμον, και δι' άλλων τον εστόλισεν αριστείων, ώστε έκτοτε ο ανήρ ούτος έγινε πιστότατος και προθυμότατος. Διότι δεινόν ενόμιζεν, οι μεν εις την ιππικήν και εις το κυνήγιον ασχολούμενοι να πραΰνωσι την απείθειαν, τον θυμόν και την αγριότητα των ζώων διά της επιμελείας μάλλον και της συνηθείας και της τροφής, παρά διά των μαστίγων και των δεσμών, οι δε άρχοντες των ανθρώπων να μη ζητώσι να διορθώσιν αυτούς διά της γλυκύτητος και διά της πραότητος, αλλά να φέρονται προς αυτούς μετά περισσοτέρας σκληρότητος και βίας παρ' ό,τι οι γεωργοί προς τας αγριελαίας και τας αγριαχράδας και τους ερινεούς, ας διά περιποιήσεων εξημερούσιν εις ελαίας εις απιδέας και εις συκάς. Ομοίως τω είπον ποτέ οι λοχαγοί ότι άλλος στρατιώτης, το γένος Λευκανός (623), περιεφέρετο εκτός του στρατοπέδου, και εγκατέλειπε πολλάκις την τάξιν του. Τότε ηρώτησε να μάθη οποίος τις ήτον κατά τ' άλλα ο άνθρωπος. Όλοι δ' εμαρτύρουν ότι δεν υπήρχεν άλλος τοιούτος στρατιώτης, και διηγούντο ενδόξους τινάς αυτού ανδραγαθίας και κατορθώματα. Εξετάζων δε περί της αιτίας της αταξίας του, εύρεν ότι είναι ο έρως προς νέαν κόρην, και δι' αυτήν εκινδύνευε μακράς οδούς προς εκείνην πορευόμενος εκτός του στρατοπέδου. Έστειλε λοιπόν και συνέλαβε την κόρην, και κρύψας αυτήν εντός της σκηνής, εκάλεσε τον Λευκανόν ιδαιτέρως προς εαυτόν· «Δεν αγνοώ, τω είπεν, ότι παρά την πατροπαράδοτον πειθαρχίαν και παρά τους νόμους της Ρώμης διανυκτερεύεις εκτός του στρατοπέδου πολλάκις. Επίσης όμως δεν αγνοώ ότι πριν ήσο καλός στρατιώτης. Διά τας ανδραγαθίας σου σοι συγχωρώ το σφάλμα σου· εις το εξής όμως θέλω εμπιστευθή εις άλλον να σε φρουρή». Προς ταύτα έμεινεν εκπεπληγμένος ο στρατιώτης. Καλέσας δ' ο Φάβιος έξω την νεάνιδα, την παρέδωκεν εις αυτόν, και τω είπεν. «Αύτη μεν εγγυάται ότι θέλεις μένει μεθ' ημών. Συ δε διά των έργων σου θα δείξης αν δεν απεδήμεις δι' άλλην μοχθηράν αιτίαν, και αν ο έρως και αύτη δεν ήσαν παρ' απλαί προφάσεις.» Ταύτα περί τούτων ιστορούσιν.

ΚΑ. Εκυρίευσε δε την πόλιν των Ταραντίνων (624) κατά τον εξής τρόπον. Εις το στράτευμα αυτού ήτον κατατεταγμένος νεανίας Ταραντίνος, έχων αδελφήν εις Τάραντα, πολλήν προς αυτόν τρέφουσαν φιλοστοργίαν και πίστιν. Ηγάπα δ' αυτήν ανήρ Βρέττιος (625), εξ εκείνων ούς είχε διορίσει ο Αννίβας να φρουρώσι και διοικώσι την πόλιν. Τούτο έδωκεν εις τον Ταραντίνον ελπίδα επιτυχίας, και εν γνώσει του Φαβίου εισήλθεν εις την πόλιν, επί λόγω ότι απέδρα προς την αδελφήν του. Και τας μεν πρώτας ημέρας ο Βρέττιος έμεινε μακράν της κόρης, νομίζων ότι ο αδελφός της ηγνόει τας σχέσεις της. Έπειτα δε λέγει προς αυτήν ο νεανίας. «Εκεί εκοινολογείτο ότι έχεις σχέσεις μετά τινος των μεγάλων ενταύθα και των δυνατών. Τις είναι ούτος; Αν είναι, ως τον λέγουσιν, άνθρωπος αρετής και λαμπρός, ολίγον φροντίζει περί της καταγωγής ο πόλεμος, όστις τα πάντα αναμιγνύει. Αισχρόν δεν είναι ουδέν ό,τι επιβάλλεται υπό της ανάγκης, και ευτυχία μάλιστα είναι εις καιρούς εφ' ών είναι ασθενής η δικαιοσύνη, να είναι πράος ο της βίας χρήσιν ποιούμενος». Ταύτα ακούσασα, εμήνυσεν η κόρη τον Βρέττιον, και τον παρουσίασεν εις τον αδελφόν της. Ούτος δε, υποβοηθών του βαρβάρου τον έρωτα, και φαινόμενος ότι καθίστα την αδελφήν του έτι μάλλον ή πρότερον εύνουν και ήμερον προς αυτόν, εκέρδισε την εμπιστοσύνην του, ώστε άνευ δυσκολίας μετέβαλε την διάνοιαν ανθρώπου, ερώντος και ιδιοτελούς, δι' ελπίδων μεγάλων δωρεών, άς τω υπέσχετο ότι θέλει τω δώσει ο Φάβιος. Ταύτα γράφουσιν οι πλείστοι περί τούτων. Τινές δε λέγουσιν ότι η γυνή υφ' ής μετεπεισθη ο Βρέττιος δεν ήτον Ταραντίνη, αλλά Βρεττία το γένος, ερωμένη δε του Φαβίου. Ως δ' ήκουσεν ότι ο αρχηγός των Βρεττίων ήτον συμπολίτης αυτής και γνώριμος, το είπεν εις τον Φάβιον, και ελθούσα μετ' αυτού εις συνομιλίας υπό το τείχος, έπεισε και διέφθειρε τον άνθρωπον.

ΚΒ. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Φάβιος, σοφιζόμενος ν' αντιπερισπάση τον Αννίβαν, εμήνυσεν εις τους εν Ρηγίω (626) στρατιώτας να εισβάλωσιν εις την Βρεττίαν, και έχει στρατοπεδεύσαντες να κυριεύσωσι κατά κράτος την Καυλωνίαν (627). Ήσαν δ' ούτοι οκτώ χιλιάδες, αυτόμολοι οι περισσότεροι, οι αχρειέστεροι εκ των ατίμων ούς ο Μάρκελλος (628) είχε φέρει εκ Σικελίας. Η απώλεια αυτών μικράν λύπην και μικράν βλάβην ήθελε φέρει εις την πόλιν. Ήλπιζε λοιπόν, αφήνων τούτους εις τον Αννίβαν, και δελεάσας αυτόν διά τούτου, να τον μακρύνη από του Τάραντος. Τούτο δε και συνέβη· διότι ο Αννίβας εχύθη αμέσως εκεί μετά της δυνάμεώς του, εις καταδίωξιν των εισβαλόντων. Την δ' έκτην ημέραν, αφ' ού ο Φάβιος εστρατοπέδευσε πέριξ του Τάραντος, ο νεανίας, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρεττίου και της αδελφής του, ήλθε διά νυκτός προς αυτόν, γνωρίζων και εξετάσας ακριβώς τον τόπον, εις όν παραφυλάττων ο Βρέττιος έμελλε να ενδώση, και να δεχθή εντός τους προσβάλλοντας. Αλλ' ο Φάβιος δεν εξήρτησε την επιτυχίαν του εκ μόνης της προδοσίας· αλλ' ο ίδιος μεν, πλησιάσας εκεί, έμενεν ήσυχος· το δ' άλλο στράτευμα προσέβαλλε τα τείχη κατά ξηράν τε και θάλασσαν, πολλήν συγχρόνως εγείρον κραυγήν και θόρυβον, μέχρις ότου οι πλείστοι Ταραντίνοι ώρμησαν εκεί και συνεσωρεύοντο περί τους μαχομένους εις τα τείχη. Τότε δ' ο Βρέττιος εδήλωσε διά σημείου τον καιρόν εις τον Φάβιον, όστις διά κλιμάκων αναβάς, εκυρίευσε την πόλιν. Εκεί όμως φαίνεται ότι ο Φάβιος εξώκειλεν εκ φιλοτιμίας· διότι διέταξε να φονεύσωσι πρώτους τους Βρεττίους, όπως μη γνωσθή ότι έλαβε διά προδοσίας την πόλιν· αλλ' ούτε την δόξαν ταύτην επέτυχε, και κατηγορήθη προσέτι δι' απιστίαν και δι' ωμότητα. Εφόνευσε δε και πολλούς εκ των Ταραντίνων. Επωλήθησαν δε τριάκοντα χιλιάδες, και την πόλιν διήρπασεν ο στρατός. Και εις μεν το δημόσιον εδόθησαν τρισχίλια τάλαντα (629). Εν ώ δε τα λοιπά όλα ελεηλατούντο, λέγεται ότι ο γραμματεύς ηρώτησε τον Φάβιον τι διατάττει περί των Θεών, ονομάσας ούτω τας εικόνας και τους ανδριάντας· ο δε Φάβιος ότι είπεν· «Ας αφήσωμεν εις τους Ταραντίνους τους Θεούς αγανακτούντας». Τον κολοσσόν όμως του Ηρακλέους μετακομίσας εκ Τάραντος έστησεν εις το Καπιτώλιον, και πλησίον τούτου έφιππον εαυτού ανδριάντα, εις ταύτα φανείς αγροικότερος του Μαρκέλλου, ή μάλλον αποδείξας εκείνον άνδρα θαυμαστόν διά την πραότητα και την φιλανθρωπίαν του, καθώς εγράψαμεν εις τον Βίον του.

ΚΓ. Λέγεται δ' ότι ο Αννίβας, ερχόμενος μετά σπουδής, μόνον τεσσαράκοντα στάδια καθυστέρησε (630), και ότι τότε φανερώς μεν είπεν· «Υπήρχε λοιπόν και άλλος Αννίβας παρά τοις Ρωμαίοις· διότι απωλέσαμεν την πόλιν των Ταραντίνων ως την εκυριεύσαμεν.» Ιδιαιτέρως όμως ότι τότε πρώτον τω συνέβη να ειπή εις τους φίλους του, ότι προ πολλού μεν έβλεπε δύσκολον, ήδη δε βλέπει αδύνατον να κυριεύση την Ιταλίαν διά των δυνάμεων όσας είχεν εις την διάθεσίν του. Τούτον εθριάμβευσεν ο Φάβιος δεύτερον θρίαμβον, λαμπρότερον του προτέρου, ως καλός αθλητής ανταγωνιζόμενος κατά του Αννίβου, και ευκόλως παραλύων τας επιχειρήσεις αυτού, ως δέματα και ως κόμβους μη έχοντας πλέον την αυτήν δύναμιν διότι μέρος μεν της δυνάμεως αυτού εχαλαρώθη υπό της τρυφής και του πλούτου, μέρος δ' ημβλύνθη και κατετρίβη διά των αδιακόπων αγώνων. Υπήρχε δέ τις Μάρκος Λίβιος (631), όστις εφρούρει τον Τάραντα, όταν εκυρίευσεν αυτόν ο Αννίβας, και εξηκολούθησε κατέχων την ακρόπολιν, χωρίς ν' αποδιωχθή, την εφύλαξε δ' έως ότου οι Ταραντινοί υπέκυψαν πάλιν εις τους Ρωμαίους. Τούτον δυσηρέστουν αι εις τον Φάβιον αποδιδόμεναι τιμαί, καί ποτε υπό φθόνου και φιλαυτίας κινούμενος, είπεν εις την σύγκλητον, ότι ουχί ο Φάβιος αλλ' αυτός έγινεν αιτία ν' αλωθή η πόλις των Ταραντίνων. Γελάσας δ' ο Φάβιος· «Την αλήθειαν λέγεις, είπε, διότι αν δεν είχες συ αφήσει να την λάβωσιν οι εχθροί, εγώ δεν θα την εκυρίευον.»

ΚΑ. Οι δε Ρωμαίοι και κατά τ' άλλα μεν λαμπρώς αντέμειβον τον Φάβιον, και τον υιόν αυτού Φάβιον ανέδειξαν ύπατον. Αφ' ού δ' αυτός παρέλαβε την αρχήν, και εν ώ επεμελείτο υποθέσεώς τινος περί του πολέμου, ο πατήρ αυτού, είτε διά γήρας και ασθένειαν, είτε θέλων να δοκιμάση τον υιόν του, ανέβη τον ίππον του, και ήλθε προς αυτόν διά του πλήθους των περιεστώτων. Ο δε νεανίας, ιδών αυτόν μακρόθεν, δεν υπέφερε τούτο, αλλά πέμψας ένα υπηρέτην, παρήγγειλε τον πατέρα του να καταβή, και να έλθη πεζός, αν έχη ν' αναφέρη τι εις τον άρχοντα. Και τους μεν άλλους δυσηρέστησεν η διαταγή, και εν σιωπή απέβλεπον προς τον Φάβιον, ως πάσχοντα αναξίως της δόξης του. Εκείνος όμως, πηδήσας αμέσως από του ίππου, έδραμε ταχεί βήματι προς τον υιόν του, και εναγκαλισθείς και ασπασθείς αυτόν, «Καλώς, τω είπεν, ω παι, φρονείς και πράττεις, συναισθανόμενος τίνων άρχεις, και πόσον μέγεθος εξουσίας ανέλαβες. Ούτω και ημείς και οι πρόγονοι την Ρώμην ηυξήσαμεν, υπέρ γονείς και παίδας προτιμώντες πάντοτε το καλόν της Ρώμης.» Λέγεται δ' ότι τω όντι ο προπάππος του Φαβίου, αποκτήσας δόξαν και δύναμιν μεγίστην εν Ρώμη, εγένετο πεντάκις ύπατος, και ετέλεσεν εκ μεγίστων πολέμων λαμπροτάτους θριάμβους. Όταν δ' ο υιός αυτού ήτον ύπατος, αυτός εστάλη πρεσβευτής εις τον πόλεμον (632) και εις τον θρίαμβον, εκείνος μεν εισήλθεν εις την πόλιν επί τεθρίππου, ούτος δε τον παρηκολούθει μετά των άλλων έφιππος, χαίρων ότι, εν ώ ήτον κύριος του υιού του, εν ώ ήτον και ωνομάζετο μέγιστος των πολιτών, ετίθετο όμως κατώτερος του άρχοντος και του νόμου. Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνα τα καθιστώντα θαυμαστόν εκείνον, Συνέβη δε ν' αποθάνη ο υιός του Φαβίου, και τότε ούτος την μεν συμφοράν υπέμεινεν ως ανήρ φρόνιμος και ως πατήρ χρηστός, μετριοπαθέστατα· το δ' εγκώμιον το προφερόμενον εις τας κηδείας των επισήμων πολιτών υπό των οικείων αυτών, αυτός το εξεφώνησεν ελθών εις την αγοράν, και έγραψε τον λόγον και τον εξέδωκε.

ΚΕ. Κατ' εκείνους τους χρόνους σταλείς εις Ιβηρίαν (633) ο Σκηπίων Κορνήλιος, τους μεν Καρχηδονίους απεδίωξε, νικήσας αυτούς εις μάχας πολλάς, εκέρδησε δ' υπέρ των Ρωμαίων έθνη πάμπολλα, και πόλεις μεγάλας, και πράγματα λαμπρά, και επιστρέψας περιεστοιχίζετο υπ' ευνοίας του δήμου και υπό δόξης ως ουδείς άλλος· Γενόμενος δ' ύπατος, και εννοών ότι ο δήμος μεγάλην τινά πράξιν απήτει και περιέμενε παρ' αυτού, το να πολεμήση προς τον Αννίβαν εν Ιταλία εθεώρει ως ιδέαν σκωριώσαν και γεροντικήν, και διενοείτο αυτήν την Καρχηδόνα και την Λιβύαν να πληρώση όπλων και στρατευμάτων, και να πορθήση αυτήν, μεταβιβάζων εκεί εξ Ιταλίας των πόλεμον, και εις τούτο εξ όλης καρδίας προέτρεπε τον δήμον. Αλλά τότε ο Φάβιος, παν είδος φόβου εμπνέων εις την πόλιν, και λέγων ότι υπ' ανδρός ανοήτου και νέου ερρίπτετο εις τον έσχατον και μέγιστον των κινδύνων, ούτε λόγου εφείδετο ούτε έργου δυναμένου ν' αποτρέψη τους πολίτας, και την μεν βουλήν έπειθεν, εις τον δήμον όμως εφαίνετο ότι κατηγόρει τον Σκηπίωνα φθονών αυτόν διά την επιτυχίαν του, και φοβούμενος, αν ήθελε κατορθώσει τι μέγα και λαμπρόν, και ή παύση όλως τον πόλεμον, ή τον μακρύνη από της Ιταλίας, μη φανή αυτός αδρανής και μαλακός, διότι τόσον καιρόν επολέμει άνευ επιτυχίας οριστικής. Φαίνεται δ' ότι κατ' αρχάς μεν ήρχισεν αντιλέγων ο Φάβιος εκ πολλής διά την ασφάλειαν μερίμνης και προνοίας, και φοβούμενος τον κίνδυνον, όστις ήτον τω όντι μέγας· αλλ' ότι έγινεν επιμονώτερος και προέβη περαιτέρω, εμποδίζων του Σκηπίωνος την αυξήσιν εκ φιλαυτίας τινός και εκ φιλονείκου διαθέσεως. Διά τούτο έπεισε και τον Κράσσον, όστις ήτον συνύπατος μετά του Σκηπίωνος, να μη τω αφήση την στρατηγίαν, ουδέ να υποκύψη εις αυτόν, αλλ' αν εγκριθή η εκστρατεία, αυτός να εκστρατεύση κατά των Καρχηδονίων· και δεν αφήκε να δοθώσι χρήματα διά τον πόλεμον. Αναγκαζόμενος επομένως ο Σκηπίων να πορισθή ο ίδιος χρήματα, έλαβεν αυτά εκ των Τυρρηνικών πόλεων, αίτινες μετ' αυτού είχον οικειότητα, και ήθελον να τον ευχαριστήσωσι. Τον δε Κράσσον εκώλυε ν' αναχωρήση της Ιταλίας και η φύσις αυτού, διότι δεν ήτον φιλόνεικος αλλά πράος, και ο θείος νόμος, διότι είχε την μεγίστην ιερωσύνην.

ΚΣΤ. Τότε δε δι' άλλης οδού αντιταττόμενος ο Φάβιος εις τον Σκηπίωνα, εμπόδισε τους νέους όσοι επροθυμούντο να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού, και τους συνείχε, κραυγάζων εις τας βουλάς και τας συνελεύσεις, ότι ο Σκηπίων όχι μόνον ο ίδιος εδραπέτευε προ του Αννίβου, αλλ' απέπλει λαμβάνων μεθ' εαυτού και την λοιπήν δύναμιν της Ιταλίας, δημαγωγών διά ματαίων ελπίδων τους νέους, και πείθων αυτούς να εγκαταλείψωσι γονείς και γυναίκας και πόλιν, εις ής τας θύρας τροπαιούχος και ανίκητος κάθηται ο εχθρός. Ταύτα λοιπόν λέγων, εφόβισε τους Ρωμαίους, και εψήφισε να μεταχειρισθή ο Σκηπίων μόνα τα στρατεύματα της Σικελίας, και εκ των συνοδευσάντων αυτόν εις την Ιβηρίαν να λάβη τριακοσίους, οίτινες ήσαν πιστοί εις αυτόν. Η πολιτική αύτη του Φαβίου ήτον σύμφωνος προς την φύσιν αυτού. Όταν δ' ο Σκηπίων διέβη εις την Λιβύαν, και ευθύς ανηγγέλλοντο εις την Ρώμην έργα θαυμαστά, και πράξεις υπερήφανοι το μέγεθος και το κάλλος, και εις επικύρωσιν της φήμης ήρχοντο λάφυρα πολλά, και ο βασιλεύς των Νομάδων αιχμάλωτος, και δύο στρατόπεδα συγχρόνως επυρπολήθησαν, και πολλοί εφθάρησαν άνθρωποι εν αυτοίς, και όπλα πολλά και ίπποι συγκατεκάησαν, και πρεσβείαι εστέλλοντο υπό των Καρχηδονίων προς τον Αννίβαν, προσκαλούσαι και ικετεύουσαι αυτόν ν' αφήση τας ανεκτελέστους εκείνας ελπίδας, και να σπεύση εις βοήθειαν της πατρίδος του, εις δε την Ρώμην όλοι είχον διά στόματος τον Σκηπίωνα διά τα κατορθώματά του, τότε ο Φάβιος απήτει να πέμψωσι διάδοχον του Σκηπίωνος, άλλην μεν μη έχων πρόφασιν, ειπών δε το γνωστόν αξίωμα, ότι δεν είναι ασφαλές να πιστεύωνται εις ενός ανθρώπου τύχην πράγματα τόσον μεγάλα· διότι δύσκολον είναι να επιτυγχάνη είς και αυτός πάντοτε. Διά τούτων δε δυσηρέστησε το πλήθος, ως άνθρωπος δύσκολος και φθονερός, ή διά το γήρας όλως άτολμος γενόμενος, και τας ελπίδας αποκρούων, και τον Αννίβαν υπέρ παν μέτρον τρομάζων. Και αφ' ού δ' ούτος απέπλευσε της Ιταλίας μετά του στρατού αυτού, ουδέ τότε αφήκεν αθορύβητον και εν πεποιθήσει ασφαλείας την χαράν και το θάρρος των πολιτών αλλά τότε μάλιστα έλεγεν ότι η πόλις διέτρεχε τον έσχατον κίνδυνον, και ότι επίφοβος ήτο η θέσις των πραγμάτων αυτής. Διότι εις την Λιβύαν και προ της Καρχηδόνος βαρύτερος θα επιπέση κατ' αυτών ο Αννίβας, και εις τον Σκηπίωνα θ' αντιταχθή θερμός έτι υπό του αίματος πολλών αρχιστρατήγων και Δικτατώρων και υπάτων. Ώστε εκ των λόγων τούτων εταράττετο πάλιν η πόλις, και εν ώ ο πόλεμος είχε μετατεθή εις Λιβύαν, ενόμιζον ότι ο φόβος ήλθε πλησιέστερον εις την Ρώμην.

ΚΖ. Αλλ' ο Σκηπίων μετ' ολίγον καιρόν νικήσας εις μάχην κατά κράτος τον Αννίβαν, και ταπεινώσας και καταπατήσας την υπεροψίαν της Καρχηδόνος καταβεβλημένης, απέδωκεν εις τους πολίτας χαράν ανωτέραν πάσης ελπίδος, και την εξουσίαν αυτών τω όντι

Σεισθείσαν υπό σάλου την ανώρθωσε (634).

Του Φαβίου Μαξίμου όμως η ζωή δεν παρετάθη μέχρι του τέλους του πολέμου, ουδ' ήκουσεν αυτός του Αννίβου την ήτταν, ουδ' είδε την μεγάλην και βεβαίαν της πατρίδος του ευτυχίαν· αλλά καθ' όν καιρόν ο Αννίβας απήρχετο της Ιταλίας, νοσήσας, απέθανε. Και οι μεν Θηβαίοι έθαψαν δημοσίως τον Επαμινώνδαν διά την πενίαν ήν αφήκεν οπίσω του· διότι μετά θάνατόν του λέγεται ότι ουδέν ευρέθη εις την οικίαν του πλην ενός οβολού σιδηρού (635). Τον δε Φάβιον οι Ρωμαίοι δεν ενεταφίασαν μεν δημοσίως, αλλ' έκαστος προσέφερεν ιδιαιτέρως το μικρότατον των νομισμάτων του, ουχί ως βοηθών δι' ένδειαν αυτού, αλλ' ως θάπτων τον πατέρα του δήμου· και ούτως ο θάνατος αυτού έλαβε τιμήν και δόξαν της ζωής του αξίαν.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ ΦΑΒΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ

Α. Και οι μεν βίοι των ανδρών τούτων τοιαύτην έχουσι την ιστορίαν. Επειδή δε και πολιτικής και πολεμικής αρετής πολλά και καλά παραδείγματα αφήκαν αμφότεροι, ας αρχίσωμεν εκ των πολεμικών, παρατηρούντες, ότι ο Περικλής, διοικήσας τον δήμον όταν ήτον εις θέσιν ευδαιμονεστάτην και μέγιστος δι' εαυτού, και όταν εις δυνάμεως υπερτάτην περιήλθεν ακμήν, δύναται να υποτεθή ότι ένεκα της κοινής ευτυχίας και της υγιούς καταστάσεως των πραγμάτων, διέμεινεν ασφαλής και απρόσκοπτος. Αι δε του Φαβίου πράξεις, αναδεχθέντος την διεύθυνσιν της πόλεως εις καιρούς αίσχους και συμφορών, δεν διετήρησαν αυτόν ασφαλή εις τα αγαθά, αλλ' εκ κακών τον προήγαγον εις τα κρείττονα. Και εις μεν τον Περικλέα επέτρεψαν αι επιτυχίαι του Κίμωνος, και του Μυρωνίδου και του Λεωκράτους τα τρόπαια, και τα πολλά και μεγάλα κατορθώματα του Τολμίδου, εορτάζων μάλλον και πανηγυρίζων να στρατηγή της πόλεως, παρά ν' ανακτήση και να φυλάττη αυτήν διά του πολέμου. Ο δε Φάβιος, βλέπων πολλάς μεν φυγάς και ήττας, πολλούς δε θανάτους και σφαγάς αυτοκρατόρων (636) και στρατηγών, τας λίμνας δε και τας πεδιάδας και τους δρυμούς πλήρεις νεκρών στρατοπέδων, και τους ποταμούς μέχρι της θαλάσσης αίμα και πεφονευμένους κυλίοντας, διά της ιδίας αυτού εμβριθείας (637) και ευσταθείας ανέλαβε και υπεστήριζε την πόλιν, και δεν αφήκε, παρασυρομένη υπό των σφαλμάτων των άλλων, να καταστραφή εντελώς. Αφ' ετέρου όμως δεν φαίνεται επίσης δύσκολον να διαχειρισθή τις πόλιν τεταπεινωμένην υπό συμφορών, και διά την ανάγκην εις ήν διατελεί υποτασσομένην εις τους φρονίμους, ως το να χαλινώση την αυθάδειαν και την θρασύτητα δήμου παραφερομένου και επαιρομένου διά τας ευτυχίας του. Κατά τούτον όμως τον τρόπον φαίνεται ο Περικλής δαμάσας τους Αθηναίους. Αλλά και το μέγεθος και πλήθος των κακών, όσα εφώρμησαν τότε κατά της Ρώμης, ανέδειξαν τον Φάβιον άνδρα μέγαν και ισχυρόν την διάνοιαν, διότι ούτε τον εσύγχυσαν, ούτε τον ηνάγκασαν να εγκαταλείψη τας ιδέας του.

Notes in this chapter

Note 1 · Θετταλούς παρά την Οίτην.↩Note 2 · Τον κόλπον της Λαμίας. ↩Note 3 · Αι προγενέστεροι επιτυχίαι του Τολμίδου ήσαν η εισβολή εις την Λακωνικήν διά πάσης της Πελοποννήσου, και η άλωσις της Κεφαληνίας. Περί αυτούNote 4 · Πηγαί ή Παγαί, πόλις της Μεγαρίδος εις τον κορινθ. κόλπον. ↩Note 5 · Νεμέα, κοιλάς ολίγας ώρας απέχουσα της Σικυώνος. Εκεί ήτον ο λέων όν εφόνευσεν ο Ηρακλής, και εκεί ο ναός του Διός, ού ερείπια σώζονται και Note 6 · Τον ποταμόν της Ακαρνανίας, σήμερον Ασπροπόταμον. ↩Note 7 · Γνωστός Αθηναίος στρατηγός.↩Note 8 · Έν των εν Δελφοίς αναθημάτων.↩Note 9 · Μετά ταύτα, επί Αλκιβιάδου.↩Note 10 · Όν επομένως έγραψε προ τούτου.↩Note 11 · 60,000 των τότε δραχμών, 288,000 των σημερινών. ↩Note 12 · «Εις το δέον» ήτον η έκφρασις του Περικλέους.↩Note 13 · Γράψας και ιστορικάς πραγματείας. Ίδ. Σόλ. ΚΑ. ↩Note 14 · Εστιαία, πόλις της Ευβοίας κατά το σημερινόν Ξηροχώρι. ↩Note 15 · Μετά πέντε έτη.↩Note 16 · Ο ρήτωρ, αντίπαλος του Δημοσθένους.↩Note 17 · Καλλίας ο δαδούχος, έγγονος του Λακκοπλούτου επονομασθέντος, Καλλίου, όστις λέγεται ευρών μέγαν περσικόν θησαυρόν επί της εν Μαραθώνι μάχης.Note 18 · Δηλαδή Ομφάλη ήτον ως η βασίλισσα των Λυδών, ής ηράσθη και ήν εδούλευσεν ο Ηρακλής. Δηιάνειρα, αδελφή του Μελεάγρου, γυνή του Ηρακλέους. ΉραNote 19 · Δηλαδή ήθη άσεμνα τα της Ασπασίας.↩Note 20 · Κύρος ο νεώτερος, περί ού η του Ξενοφώντος Ανάβασις. ↩Note 21 · Φώκαια, πόλις της Ιωνίας, υπέρ τον Έρμον ποταμόν. ↩Note 22 · Πριήνη, πόλις Ιωνική της Καρίας, απέναντι της Σάμου. ↩Note 23 · Οι Σάμιοι ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων. Οι δε σύμμαχοι, κατά τον νόμον όν οι Αθηναίοι είχον επιβάλει, ώφειλον να έρχωνται να δικάζωνται εν ΑθήNote 24 · Χρυσού στατήρ, άγων δύο χρυσάς, ήτοι 20 των τότε αργυρών δραχμών (96 των σημερινών).↩Note 25 · Μία των Σποράδων, κατέναντι της Σάμου.↩Note 26 · Δηλαδή το εκτός των Σποράδων, το μεσημβρινόν. ↩Note 27 · Ίδ. Θεμ. Δ.↩Note 28 · «Υπόπρωρος» εν τοις χειρογράφοις· ο δε Κοραής ορθότατα διώρθωσεν υόπρωρος, καθ' Ησύχιον, γράφοντα· «Σάμαινα, είδος νεώς υός έχουσα προτομήν»Note 29 · Ο περίφημος της Σάμου τύραννος Πολυκράτης έζη κατά τας αρχάς της έκτης προ Χριστού εκατοενταετηρίδος.↩Note 30 · Ιστορικός. Ίδ. Θεμιστ. ΚΖ. ↩Note 31 · Ιστορικός. Ίδ. Σόλ. § Α.↩Note 32 · Δούρις, Σάμιος, ιστορικός επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου ↩Note 33 · Αρχίλοχος, Ίδ. Θησ. Ε. Τα ποιήματά του δεν σώζονται. ↩Note 34 · Ίδ. Θησ. Κ. ↩Note 35 · Λ. 116.↩Note 36 · Κύριον όνομα.↩Note 37 · Νόθος παρά τοις Αθηναίοις ελέγετο ο γεννηθείς εκ πατρός Αθηναίου και μητρός ξένης.↩Note 38 · Ίδε τον απολογισμόν της διπλής ταύτης αποστολής εν επιγραφή Rang. Ant. Hell. I. Ν. 115.↩Note 39 · Κειμένη εν Μακεδονία εις τον Ισθμόν της Παλλήνης περί τον Άθω.↩Note 40 · «Την ιεράν οργάδα», γην καλλιεργήσιμον μεταξύ Αττικής και Μεγαρίδος, αφιερωμένην εις τας Θεάς της Ελευσίνος.↩Note 41 · Η πύλη ήτις ηνοίγετο επί της ιεράς οδού, της αγούσης εις Ελευσίνα και το προ της Ελευσίνος Θριάσιον πεδίον. Έκειντο δε όπου περίπου ίσταται Note 42 · Αχαρνείς, σωζομένη κωμωδία του Αριστοφάνους. Οι στίχοι 624- 627.↩Note 43 · Της χρυσελεφαντίνης Παρθένου Αθηνάς.↩Note 44 · Ευρέθη και διατηρείται εν Αθήναις λίθινον αγαλμάτιον, παριστών την Αθηνάν ταύτην, και επί της ασπίδος έχον παραστάσεις τινάς της ΑμαζονομαχίNote 45 · Απαλλαγήν από φόρων.↩Note 46 · Δημαγωγός, ού μνημονεύει και ο Αριστοφάνης εν Όρν. 988. ↩Note 47 · «Εισαγγέλεσθαι», τρόπος καταμηνύσεως γινομένης ουχί εις τα δικαστήρια, αλλ' απ' ευθείας εις τον δήμον, όστις, αν επείθετο εις την ενοχήν, εγNote 48 · Είς των τριάκοντα έπειτα χρηματίσας.↩Note 49 · Η βουλή των 500 συνέκειτο εκ 50 βουλευτών κατ' έτος εκλεγομένων εξ εκάστης των 10 φυλών. Εκάστης φυλής οι 50 προέδρευον της Βουλής, και προΐNote 50 · Ίνα έχη η δίκη χαρακτήρα ιερώτερον και επισημότερον, ετίθεντο αι ψήφοι επί βωμού, και ελάμβανον αυτάς εκείθεν οι δικασταί. Ίδ. και Θεμιστ. ΙNote 51 · Όλος ο δικαστικός σύλλογος, καλούμενος Ηλιασταί, συνέκειτο εξ εξακισχιλίων ανδρών, και διηρείτο εις δικαστήρια, συνήθως εκ πεντακοσίων δικασNote 52 · Η μήτηρ του Περικλέους ήτον εκ της οικογενείας των Αλκμαιονιδών, των κατηγορηθέντων ότι εφόνευσαν τους περί τον Κύλωνα, Ίδ. Σόλ. ΙΒ.↩Note 53 · Το σημερινόν Μενίδι, δύο ώρας προς δυσμάς των Αθηνών. ↩Note 54 · Ανάπαιστα, στίχοι εκ ποδών των λεγομένων Αναπαίστων, οίτινες σύγκεινται εκ δύο βραχειών και μιας μακράς συλλαβής.↩Note 55 · Έρμιππος, κωμικός ποιητής. Ίδ. Λυκούργ. Ε.↩Note 56 · Ο Τέλης υποτίθεται δειλός τις, αλλαχόθεν άγνωστος. ↩Note 57 · «Αστράπτων Κλέων» λέγει αντί «αστράπτων σίδηρος» (Αίθωνι Κλέωνι, αντί «αίθωνι σιδήρω» κατά την ομηρικήν έκφρασιν).↩Note 58 · Ήτον ιερά του Ασκληπιού.↩Note 59 · Λαμψακηνός ιστοριογράφος.↩Note 60 · Φιλόσοφος και ιστορικός. Ίδ. Σόλ. Δ.↩Note 61 · Ιστορικός, Ίδ. Σόλ. Δ. ↩Note 62 · Ως αι μέλισσαι δηλαδή.↩Note 63 · Την φειδωλίαν. Ακρίβειαν λέγει και ο Πλούταρχος. ↩Note 64 · Ο αθλητής ο αγωνιζόμενος τον πένταθλον αγώνα. ↩Note 65 · Θεσσαλόν.↩Note 66 · Δεν είχε τόσον άδικον ο Περικλής, διότι εν Αθήναις υπήρχε δικαστήριον δικάζον τα άψυχα ως παραίτια φόνου, όταν η ευθύνη αυτού δεν εδύνατο ναNote 67 · Ίδ. ανωτέρω, § IΓ.↩Note 68 · Οι ξένοι όσοι εφωρώντο ότι οικειοποιούντο δικαιώματα Αθηναίων, εδικάζοντο, και αν απεδείκνυτο η ενοχή των, επωλούντο ως δούλοι. ↩Note 69 · Ο Αττικός λαός διηρείτο εις 12 φρατρίας, ών εκάστη περιείχεν ανά 30 γένη, και είχεν ανά έν κοινόν ιερόν. Έκαστον παιδίον γνήσιον έπρεπε να εNote 70 · Εμιμήθη εξ Ισοκράτους. Προς Φιλ. ΜΘ.↩Note 71 · Ομ. εξ Ισοκρ. Βούσιρ. ΙΣΤ.↩Note 72 · Αινίτετται Ομήρ. Οδύσ. Ζ, 42 — 46↩Note 73 · Τον Τίβεριν.↩Note 74 · Fossae. Fodere.↩Note 75 · Ήκμαζε περί Ολ. 140, ή 536 α. κ. Ρ.↩Note 76 · Ίδ. T. Liv. IX, κατά το τέλος.↩Note 77 · Maximus, μέγιστος.↩Note 78 · Verruca, ακροχορδών, ελαία, είδος εκφύματος εις την επιδερμίδα.↩Note 79 · Ovicula.↩Note 80 · Λίγυες, οι κάτοικοι της Λιγυρίας, εις την βόρειον Ιταλίαν, κατά το σημερινόν Πεδεμόντιον.↩Note 81 · Ο περίφημος Καρχηδόνιος στρατηγός.↩Note 82 · Άντιον, πόλις των Ουολούσκων εν Λατίω. Σήμερον Anzio. ↩Note 83 · Φαλέριοι, ή Φαλίσκοι, πόλις της Τυρρηνίας.↩Note 84 · Θρασυμένη, την σήμερον Lago di Perugia.↩Note 85 · Τρεβίας, ποταμός ρέων παρά την Θρασυμένην λίμνην εκ των Απεννίνων εις τον Πάδον.↩Note 86 · Μάρκον τον λέγουσιν ο Πολύβιος, ο Λίβιος και ο Πλίνιος. ↩Note 87 · «Χρησίμων» λέγει το κείμενον, διορθωθέν υπό τινων εις «χρησμίων» ή «χρησμωδών». ↩Note 88 · Το Σεστέρτιον (Sestortium) περιείχε 250 δηνάρια, το οι δηνάριον ήτον ίσον τη δραχμή. Η δε δραχμή είχεν 6 οβολούς, ώστε το τριτημόριον αυτής Note 89 · Αι Πυθαγορικαί και μυστηριώδεις δοξασίαι του Πλουτάρχου περί της φύσεως και δυνάμεως των αριθμών και αλλαχού παρετηρήθησαν. Ίδ. Θησ. ΛΣΤ. Ο Note 90 · Χωρίον εν Τυρρηνία.↩Note 91 · Λοθρόνος λείπει από τινων εκδόσεων, και αποδοκιμάζεται υπό Κοραή. Το όνομα αυτού ήτον Vulturnus, (την σήμερον Voltorno), και κακώς έχουσιν εNote 92 · Ισπανούς.↩Note 93 · Manlius Torquatus (ψελλιοφόρος)· διά το ψέλλιον ό αφήρεσεν από του Γαλάτου όν εφόνευσεν εν μονομαχία. Δικτάτωρ το 340 π. Χ. Εστεφάνωσε και εNote 94 · Τον Κυνικόν φιλόσοφον.↩Note 95 · Οι Νομάδες, αφρικανοί ελαφροί ιππείς εκ Νουμιδίας. ↩Note 96 · Οι αετοί εχρησίμευον ως σημαίαι εις τον στρατόν. ↩Note 97 · Ο Σερβίλιος και ο Ατίλιος. Περί αυτών τα αυτά μαρτυρεί και ο Τ. Λίβιος. Χ, 32.↩Note 98 · Κατά Λίβιον (I και ΙΙΙ) οι Ρωμαίοι ώπλιζον κατ' έτος τέσσαρας λεγεώνας, ών έκαστος συνέκειτο εκ τετρακισχιλίων πεζών και διακοσίων ιππέων· εNote 99 · Προ τριών ετών υπατεύων μετά του Μ. Λιβίου Σαλινάτορος, κατεδικάσθη δι' άνισον διανομήν λαφύρων.↩Note 100 · Επί δόρυ και επί ασπίδα έλεγον κατά την αρχαίαν τακτικήν.↩Note 101 · Lentulus.↩Note 102 · Οι Απούλιοι, οι Σαμνίται, οι Ταρατίνοι κτλ.↩Note 103 · Εν Εκάβη.↩Note 104 · Του Μερακέλλου λοιπόν ο βίος εγράφη προ του Φαβίου Μαξίμου.↩Note 105 · Ιλ. Ρ. Ροδίων αγερώχων, και αλλαχού. Ο Σχολιαστής λέγει: «Αγέρωχοι, αυθάδεις, θρασείς· έστι δ' ότε δηλοί η λέξις τους αγανανδρείους και εντίNote 106 · Ποσειδώνιος εξ Απαμείας της Συρίας, και Ρόδιος λεγόμενος, ως διατρίψας εν Ρόδω, στωικός φιλόσοφος πολυμαθέστατος διδάσκαλος του Κικέρωνος καNote 107 · Θυρεός.↩Note 108 · Μεταπόντιον, πόλις της Λευκανίας της Κάτω Ιταλίας εις τον Ταραντινόν κόλπον, αποικία Ελληνική. Σήμερον Torre di Mare.↩Note 109 · Οι Ρωμαίοι παρέλαβον την μαντικήν παρά των Τυρρηνών, και πολλήν, ως εκείνοι, εποιούντο χρήσιν αυτής. Έν δε των ειδών της μαντικής ην και η οNote 110 · Μάρσοι, κάτοικοι της μέσης Ιταλίας, προς ανατολάς των Σαβίνων και των Λατίνων, όπου η σημερινή επαρχία των Αβρούζων. ↩Note 111 · Λευκανία, επαρχία της κάτω Ιταλίας παρά των Ταράντιον κόλπον, η σημερινή Βασιλικάτα.↩Note 112 · Τάρας, επίσημος ελληνική πόλις πάρα την μεσημβρινήν της Ιταλίας παραλίαν.↩Note 113 · Βρέττιοι, έθνος της μεσημβρινής Ιταλίας, συγγενείς και όμοροι των Λευκανών.↩Note 114 · Ρήγιον, πόλις της Βρεττίας επί του ομωνύμου ακρωτηρίου, της Σικελίας απέναντι. ↩Note 115 · Καυλωνία, πόλις της Βρεττίας επί της νοτιανατολικής παραλίας της Ιταλίας, αποικία αχαϊκή, τα νυν Castel vetere.↩Note 116 · Ίδ. Βίον Μαρκέλλου.↩Note 117 · Δεκαοκτώ εκατομμύρια των τότε δραχμών υπέρ τα 54 δε των σημερινών.↩Note 118 · Δύο ώρας περίπου.↩Note 119 · Εις άλλα χειρόγραφα Λεύκιος.↩Note 120 · Εις τον πόλεμον κατά των Σαμνιτών. Τ. Liv. XI. ↩Note 121 · Την Ισπανίαν.↩Note 122 · Σοφοκλ. Αντιγόν. 163. Πολλώ σάλω σείσαντες, ώρθωσαν πάλιν», ό μετέβαλεν o Πλούταρχος εις ·Πολλώ σάλω σεισθείσαν, ώρθωσαν πάλιν».↩Note 123 · «Οβελίσκου», κατά το κείμενον. Ότι δε περί νομίσματος ο λόγος, ίδ. Πλούτ. Β. Λυσάνδρ. 17.↩Note 124 · Αυτοκράτορες ελέγοντο οι στρατηγοί οι πληρεξουσιότητα έχοντες. Τοιούτοι ήσαν κατ' αρχάς και οι μετά ταύτα την ανωτάτην αρχήν διαδοχικώς διέπNote 125 · Ηρμοσμένω γράφει ο Κοραής, αντί του παρ' άλλοις ορμωμένω ή ερρωμένω, όπερ ίσως ορθότερον.↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings