← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2

Front matter (continued 3)

Alexandros Rizos Rankaves translation

ΙΑ. Οι δε στρατιώται, εν ώ ήλπιζον να λεηλατήσωσι τους Φαλερίους, όταν επανήλθον, κενάς έχοντες τας χείρας, εις Ρώμην, κατηγόρουν τον Κάμιλλον προς τους άλλους πολίτας ως μισόλαον, και εκ φθόνου μη αφήνοντα τους πτωχούς να ωφεληθώσιν. Επειδή δ' οι δήμαρχοι, προτείνοντες πάλιν τον νόμον περί της διαιρέσεως της πόλεως, εκάλουν τον δήμον να ψηφοφορήση, ο Κάμιλλος μ' όλον το θάρρος, και αδιαφορών αν ενέπνεεν απεχθείας, εφάνη υπέρ όλους τους άλλους αντιταττόμενος εις το πλήθος· και τότε τον μεν νόμον απέρριψαν, κατά δε του Καμίλλου ωργίζοντο, ώστε και όταν τω συνέβη οικιακόν δυστύχημα, και απέθανεν ο είς των υιών του εκ νόσου, ο οίκτος δεν εμετρίασε την οργήν των, αν και εκείνος, ανήρ ων ήμερος και χρηστός, δεν υπέφερε γενναίως την συμφοράν του, αλλ' εν ώ και εις δίκην ενεκαλείτο, εξ αιτίας του πένθους έμενεν εις την οικίαν του κεκλεισμένος μετά των γυναικών.

IB. Και κατήγορος μεν αυτού ήτον ο Λεύκιος Απουλήιος· τον κατηγόρει δε δι' έγκλημα κλοπής των Τυρρηνικών χρημάτων και ελέγετο ότι και θύραι τινές χαλκαί εξ εκείνων αίτινες εκυριεύθησαν, εφάνησαν παρ' αυτώ. Ο δε δήμος είχεν ερεθισθή, και προφανές ήτον ότι ήθελεν ωφεληθή εκ πάσης προφάσεως όπως καταψηφίση εναντίον του. Τότε, συναθροίσας τους φίλους του, και όλους όσοι είχον συνεκστρατεύσει ή είχον διοικήσει μετ' αυτού, πολυπληθείς ούτοι, τους παρακάλεσε να μη τον αφήσωσι να καταδικασθή αδίκως και δι' αιτίας πονηράς, και να γίνη καταγέλαστος υπό των εχθρών του. Σκεφθέντες δ' οι φίλοι του, και συνομιλήσαντες προς αλλήλους, απεκρίθησαν ότι ως προς την κρίσιν μεν δεν νομίζουσιν ότι δύνανται να τον βοηθήσωσιν, ότι δε, αν αποδειχθή οφειλέτης, θέλουσι συντελέσει μετ' αυτού εις την πληρωμήν της ζημίας· αλλά μη ανεχόμενος τούτο, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και μετ' οργής να φύγη την πόλιν. Αποχαιρετήσας επομένως την γυναίκα και τον υιόν του, επορεύετο σιωπηλώς από της οικίας του μέχρι της πύλης· εκεί δ' εστάθη, και στραφείς οπίσω, και τας χείρας υψώσας προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους θεούς, αν δεν φεύγη δικαίως, αλλ' υπό φθόνου και αυθαδείας του δήμου κατατρεχόμενος, ταχέως να μετανοήσωσιν οι Ρωμαίοι, και προφανές να γίνη εις όλους τους ανθρώπους ότι έχουσιν ανάγκην αυτού, και ότι ποθούσι τον Κάμιλλον (345).

ΙΓ. Εκείνος λοιπόν, ως ο Αχιλλεύς (346), καταρασθείς τους πολίτας, και αναχωρήσας, κατεδικάσθη ερήμην εις ζημίαν δεκαπέντε χιλιάδων ασσαρίων, ισοδυναμούντων, κατ' αργυρούν νόμισμα, εις δραχμάς χιλίας πεντακόσιας· διότι το ασσάριον ήτον το δέκατον του αργυρίου, και το δεκάχαλκον ούτως εκαλείτο δηνάριον (347)· ουδείς δ' υπάρχει Ρωμαίος μη πιστεύων ότι ταχέως η θεία δίκη εισήκουσε τας ευχάς του Καμίλλου, και τω έδωκε της αδικίας εκδίκησιν ουχί γλυκείαν, αλλά λυπηράν, ονομαστήν δε και περιβόητον τόση επήλθεν επί την Ρώμην συμφορά, και καιρός κατέλαβε την πόλιν τοσούτον φόβον φέρων και κίνδυνον ομού μετ' αισχύνης, είτε διότι η τύχη ούτω τα έφερε, είτε διότι είναι των Θεών τινός έργον, να μη παραμελώσι την αρετήν προσβαλλομένην υπό της αχαριστίας.

ΙΔ. Και πρώτον μεν σημείον του ότι μέγα τι κακόν επήρχετο, εφάνη ότι έγινεν ο θάνατος Ιουλίου του τιμητού (348)· διότι οι Ρωμαίοι υπέρ πάσαν άλλην σέβονται και θεωρούσιν ως ιεράν των τιμητών την αρχήν. Δεύτερον δε, προ της φυγής του Καμίλλου, ανήρ ουχί μεν επίσημος, ουδέ μέλος της Βουλής, φαινόμενος όμως έντιμος και χρηστός, ο Μάρκος Κεδίκιος, ανέφερε προς τους χιλιάρχους πράγμα άξιον προσοχής, ειπών ότι κατά την προλαβούσαν νύκτα, εν ώ εβάδιζε κατά την οδόν ήν ονομάζουσι Νέαν, ήκουσέ τινα να τον καλή μεγαλοφώνως, και στραφείς, κανένα δεν είδε, ήκουσε δε φωνήν μεγαλητέραν της των ανθρώπων, και η φωνή έλεγε ταύτα· «Ύπαγε, Μάρκε Κεδίκιε, ευθύς την αυγήν, και είπε εις τους άρχοντας, εντός ολίγου καιρού να περιμένωσι τους Γαλάτας». Ταύτα ακούσαντες οι χιλίαρχοι, ήρχισαν να γελώσι και ν' αστειεύωνται. Μετ' ολίγον όμως συνέβησαν τα περί Καμίλλου.

ΙΕ. Λέγεται ότι ο Γαλάται, εκ του Κελτικού όντες γένους (349), και πολυπληθείς γενόμενοι, εγκατέλιπον την ιδίαν αυτών χώραν, μη αρκούσαν όπως θρέψη αυτούς, και απήλθον να ζητήσωσιν άλλην. Γενόμενοι δε πολλαί μυριάδες νέων ανδρών και μαχίμων, και έτι περισσοτέρας φέροντες μεθ' εαυτών γυναίκας και παίδας, οι μεν λέγεται ότι εχύθησαν προς τον Βόρειον Ωκεανόν, υπερβάντες τα Ριπαία όρη (350), και κατέλαβον τα έσχατα της Ευρώπης· άλλοι δ' ότι αποκαταστάντες μεταξύ του όρους Πυρρήνης (351) και των Άλπεων, κατώκησαν πολύν χρόνον μεταξύ των Σεννώνων και Κελτορίων (352). Πολύ δε μετά ταύτα, δοκιμάσαντές ποτε την γεύσιν του οίνου, όστις τότε κατά πρώτον τοις εκομίσθη εξ Ιταλίας, τοσούτον εθαύμασαν το ποτόν, και έγιναν όλοι έξω φρενών διά την καινοφανή ηδονήν, ώστε αρπάσαντες τα όπλα, και τους γονείς των μεθ' εαυτών λαμβάνοντες, ώρμησαν προς τας Άλπεις, και εζήτουν την γην εκείνην, ήτις τοιούτον καρπόν παράγει, πάσαν άλλην θεωρούντες ως άκαρπον και αγρίαν. Ο δ' εισαγαγών παρ' αυτοίς τον οίνον, και όστις υπέρ πάντα άλλον και πρώτος τους παρώξυνε κατά της Ιταλίας, λέγεται ότι ήτον ο Άρων, Τυρρηνός, άνθρωπος επίσημος, και ουχί φύσεως πονηρός, αλλ' εις την εξής δυστυχίαν περιπεσών. Ούτος ήτον επίτροπος παιδός ορφανού, πρώτου μεν κατά τον πλούτον μεταξύ των πολιτών, και θαυμαζομένου διά την ωραιότητά του, καλουμένου δε Λουκούμωνος (353). Ούτος παιδιόθεν κατώκει εις του Άρωνος, και αφ' ού έγινε νεανίας δεν εγκατέλιπε την οικίαν, αλλά προσεποιείτο ότι ευχαριστείτο να συζή μετ' εκείνου. Εν τούτοις δ' επί πολύν καιρόν κρυφίως ηγάπα την γυναίκα αυτού, και ηγαπάτο υπ' αυτής. Επειδή δε προέβη πολύ αμφοτέρων το πάθος, και ούτε να παραιτηθώσιν αυτού, ούτε να το κρύψωσι πλέον εδύναντο, ο μεν νεανίσκος επεχείρει φανερώς ν' αποσπάση αυτήν από του ανδρός της, και να την λάβη αυτός· ο δ' ανήρ εγκαλέσας αυτόν, και νικηθείς εξ αιτίας του πλήθους των φίλων και των χρημάτων, όσα αφειδώς εδαπάνησεν ο Λουκούμων, αφήκε την πατρίδα του, και ακούσας περί των Γαλατών, ήλθε προς αυτούς, και τους ωδήγησεν εις την κατά της Ιταλίας εκστρατείαν αυτών.

ΙΣΤ. Εισβαλόντες δ' αυτοί εις την χώραν, εκυρίευσαν όσων κατείχον αρχήθεν οι Τυρρηνοί από των Άλπεων μέχρις αμφοτέρων των θαλασσών, ως και το όνομα αυτών συμμαρτυρεί· διότι την μεν βόρειον θάλασσαν ονομάζουσιν Αδρίαν, από τυρρηνικής πόλεως, της Αδρίας, την δε προς νότον δι' αυτού του ονόματος των Τυρρηνών, Τυρρηνικόν πέλαγος. Είναι δ' η χώρα όλη αύτη δενδρόφυτος, και παχείας έχει βοσκάς θρεμμάτων, και υπό ποταμών καταρρέεται. Είχε δε και δεκαοκτώ πόλεις καλάς και μεγάλας, και καταλλήλους διά τε τους θέλοντας να κερδαίνωσιν εργαζόμενοι, και διά τους επιθυμούντας τας πανυγύρεις. Ταύτας εκυρίευσαν οι Γαλάται, διώξαντες τους Τυρρηνούς. Αλλά ταύτα είχον γίνει πρό τινος καιρού ήδη.

ΙΖ. Τότε δε, εκστρατεύσαντες οι Γαλάται κατά της Τυρρηνικής πόλεως, του Κλουσίου, επολιόρκουν αυτήν, και οι Κλουσίνοι, καταφυγόντες εις τους Ρωμαίους, εζήτησαν παρ' αυτών πρέσβεις και γράμματα προς τους βαρβάρους. Επέμφθησαν δ' εκ του γένους των Φαβίων τρεις άνδρες επίσημοι, και τιμάς μεγάλας έχοντες εις την πόλιν. Τούτους εδέχθησαν οι Γαλάται φιλοφρόνως, διά της Ρώμης το όνομα, και καταπαύσαντες την κατά των τειχών προσβολήν, συνδιελέχθησαν μετ' αυτών. Όταν δ' αυτοί τους ηρώτησαν τι έπαθον υπό των Κλουσίνων και ήλθον κατά της πόλεως, γελάσας ο Βασιλεύς των Γαλατών Βρέννος, «Μας αδικούσιν, είπεν, οι Κλουσίνοι, διότι εν ώ ολίγην μόνον γην και χώραν δύνανται να καλλιεργώσι, έχουσι την απαίτησιν να κατέχωσι πολλήν, και δεν δίδουσι και εις ημάς, οίτινες είμεθα ξένοι, και πολλοί, και πτωχοί. Κατά τον αυτόν τρόπον σας ηδίκουν άλλοτε και σας, ω Ρωμαίοι, οι Αλβανοί, και οι Φιδηνάται, και οι Αρδεάται, και σήμερον οι Ουήιοι, και οι Καπηνάται, και πολλοί των Φαλίσκων και των Ουολούσκων (354) καθ' ών σεις εκστρατεύετε, και αν δεν σας δώσωσι μέρος των αγαθών των, τους εξανδραποδίζετε, τους λεηλατείτε, και κατεσκάπτατε τας πόλεις αυτών, ούτε σεις πράττοντες φοβερόν τι ή άδικον, αλλ' ακολουθούντες τον πρεσβύτατον των νόμων, όστις δίδει εις τους ισχυροτέρους τα κτήματα των ασθενεστέρων, αρχόμενος από του Θεού, και τελευτών εις τα θηρία· διότι και εις αυτά ενυπάρχει εκ φύσεως να ζητώσι τα ισχυρότερα να υπερέχωσι των υποδεεστέρων. Παύσατε δ' οικτείροντες τους πολιορκουμένους Κλουσίνους, διά να μη διδάξητε και τους Γαλάτας να γίνωσιν αγαθοί και οικτίρμονες, προς τους αδικουμένους υπό των Ρωμαίων». Εκ τούτων λοιπόν ενόησαν οι Ρωμαίοι ότι ο Βρέννος δεν ήρχετο εις συμβιβασμόν, και ελθόντες εις το Κλούσιον, ενεθάρρυνον και παρεκίνουν τους κατοίκους να εξορμήσωσι κατά των βαρβάρων ομού μετ' αυτών, θέλοντες ή να γνωρίσωσι την ανδρείαν εκείνων, ή την εδικήν των να επιδείξωσι. Και τω όντι έγινεν εκδρομή των Κλουσίνων, και μάχη περί τα τείχη, καθ' ήν είς των Φαβίων, ο Κόιντος Άμβρουστος, ώρμησεν έφιππος εναντίον Γαλάτου ανδρός, υψηλού και ωραίου, όστις ίππευε πολύ εμπρός των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν δεν εγνωρίσθη, διότι σφοδρά έγινεν η συνάντησίς των, και τα όπλα, περιλάμποντα την μορφήν του, την έκρυπτον αλλ' όταν υπερισχύσας και φονεύσας τον άνδρα, τον ελαφυραγώγει, τότε ο Βρέννος, γνωρίσας αυτόν, μάρτυρας εκάλει τους Θεούς, ότι παρά τα κοινώς παραδεδεγμένα υφ' όλων των ανθρώπων ως όσια και ως δίκαια, ήλθε μεν ως πρέσβυς αυτός, έπραξε δ' ως πολέμιος. Παύσας δ' αμέσως την μάχην, αφήκε τους Κλουσίνους, και ωδήγησε τον στρατόν κατά της Ρώμης. Μη θελήσας δε να φανή ότι εχάρησαν διά την αδικίαν, και την έλαβον προθύμως ως πρόφασιν, έπεμψε ζητών να τω δοθή ο άνθρωπος διά να τιμωρηθή, και συγχρόνως προυχώρει βραδέως.

ΙΗ. Εις δε την Ρώμην συνήλθεν η Βουλή, και τους Φαβίους και άλλους πολλούς κατηγόρουν, και εκ των ιερέων τους ενήγον οι καλούμενοι Φητιαλείς, εν ονόματι των Θεών αποφαινόμενοι, και απαιτούντες παρά της συγκλήτου να τρέψη το ανοσιούργημα εις ένα, τον αίτιον αυτού, και να παραδώση αυτόν προς σωτηρίαν των άλλων. Τούτους τους Φητιαλείς κατέστησεν ο Νουμάς Πομπίλιος, όστις ήτον ημερώτατος και δικαιότατος βασιλεύς, ως φύλακας μεν της ειρήνης, ως κριτάς δε και βεβαιωτάς των αιτιών αίτινες επάγουσι δίκαιον πόλεμον (355). Ανέφερε δε το πράγμα η Βουλή εις τον δήμον, και οι ιερείς κατηγόρησαν ομοίως τον Φάβιον· αλλά το πλήθος τοσούτον περιύβρισε τα θεία και κατεγέλασεν, ώστε και χιλίαρχον διώρισε τον Φάβιον μετά των αδελφών αυτού. Οι δε Κελτοί, ακούσαντες ταύτα, και οργιζόμενοι, υπ' ουδενός πλέον προσκόμματος ανεχαιτίζοντο, και προυχώρουν μετά μεγάλης ταχύτητος. Έφερε δε το πλήθος αυτών, και η λαμπρότης των πολεμικών των παρασκευών, και η βία και ο θυμός αυτών κατάπληξιν εις τους μεταξύ κατοικούντας, και πάντες ενόμιζον ότι κατεστράφη ήδη πάσα η χώρα, και ότι έμελλον αι πόλεις ν' απολεσθώσιν ευθύς. Αλλά παρ' ελπίδα οι Γαλάται ουδεμίαν έπραξαν αδικίαν, ουδ' ελάμβανόν τι εκ των αγρών, αλλά, διερχόμενοι πλησίον των πόλεων, εβόων ότι πορεύονται κατά της Ρώμης, και ότι κατά μόνων των Ρωμαίων πολεμούσι, τους άλλους ως φίλους των θεωρούντες. Απέναντι δε των βαρβάρων μετά τοσαύτης επερχομένων ορμής, οι χιλίαρχοι έφερον τους Ρωμαίους εις τον αγώνα, ουχί μεν ολίγους τον αριθμόν, διότι ήσαν υπέρ τας τεσσαράκοντα οπλιτών χιλιάδες, αλλά τους πλείστους ανασκήτους, και τότε πρώτον όπλα λαμβάνοντας. Προσέτι δε παρημέλησαν και τα θεία, και ούτε θυσίας ετέλεσαν, ούτε μάντεις ηρώτησαν, ως έπρεπε πριν εκτεθώσιν εις μάχην και κίνδυνον. Υπέρ πάντα δ' ετάραττε τας πράξεις αυτών η πολυαρχία, εν ώ άλλοτε και διά μικροτέρους αγώνας καθίστων πολλάκις μονάρχας, ούς καλούσι Δικτάτωρας· μη αγνοούντες πόσον εις δυσκόλους καιρούς είναι το όφελος του να υποτάσσωνται όλοι ομογνωμόνως εις μίαν αρχήν ανυπεύθυνον, έχουσαν εις χείρας της πάσαν την εξουσίαν, και ούτω να διατηρώσι την τάξιν. Επίσης δ' έβλαψε τα πράγματα και η προς τον Κάμιλλον αγνωμοσύνη, διότι έκτοτε εφοβούντο οι άρχοντες να διοικώσι μη χαριζόμενοι προς τον λαόν, μηδέ κολακεύοντες αυτόν. Προχωρήσαντες λοιπόν εννενήκοντα στάδια μακράν της πόλεως (356), εστρατοπέδευσαν παρά τον Αλίαν ποταμόν (357), ου μακράν του μέρους όπου αυτός εχύνετο εις τον Θύμβριν (358). Ενταύθα δ' εφάνησαν οι βάρβαροι, και οι Ρωμαίοι, αισχρώς πολεμήσαντες, διά την αταξίαν, ετράπησαν εις φυγήν. Και το μεν αριστερόν κέρας ευθύς ρίψαντες εις τον ποταμόν οι Κελτοί, το κατέστρεψαν, το δε δεξιόν, υποχωρήσαν εις την ορμήν εκ της πεδιάδος προς τους λόφους, ολιγωτέραν φθοράν υπέφερεν. Εκ τούτων δ' οι περισσότεροι κατέφυγον εις την πόλιν, οι δε λοιποί, όσοι εσώθησαν αφ' ού οι εχθροί απηύδησαν φονεύοντες, έφυγον διά νυκτός εις Βηίους, φρονούντες ότι η Ρώμη εκυριεύθη, και τα πάντα εκεί κατεστράφησαν.

ΙΘ. Έγινε δ' η μάχη περί τας θερινάς τροπάς, περί την πανσέληνον (359) κατά την αυτήν ημέραν καθ' ήν και άλλοτε είχε συμβή η μεγάλη συμφορά, η περί τους Φαβίους, όταν τριακόσιοι εκ του γένους αυτών εσφάγησαν υπό των Τυρρηνών. Επεκράτησε δε να ονομάζωσιν από της δευτέρας ήττης την ημέραν εκείνην μέχρι τούδε Αλιάδα, εξ αιτίας του ποταμού. Περί δ' αποφράδων ημερών, αν πρέπη να παραδεχώμεθα τοιαύτας τινάς, ή αν ορθώς ο Ηράκλειτος (360) επέπληξε τον Ησίοδον ότι έκαμε τας μεν καλάς ημέρας τας δε κακάς, ως αγνοών ότι όλων των ημερών η φύσις είναι η ιδία, τούτο το συζητούμεν αλλού (361). Επί δε του προκειμένου ίσως αρμόδιον είναι ν' αναφέρωμεν τινά παραδείγματα. Πρώτοι μεν οι Βοιωτοί επί του Ιπποδρομίου μηνός, ως δ' οι Αθηναίοι ονομάζουσιν αυτόν, του Εκατομβαιώνος (362), κατά την πέμπτην ημέραν αυτού, δύο έτυχε να κερδίσωσι νίκας ενδοξοτάτας, δι' ών ηλευθέρωσαν τους Έλληνας, την μεν περί τα Λεύκτρα (363), την δε άλλην εις Κερησσόν (364) υπέρ τα εκατόν έτη πρότερον, όταν ενίκησαν τον Λατταμύαν (365) και τους Θεσσαλούς. Δεύτερον δ' οι Πέρσαι κατά την έκτην του Βοηδρομιώνος (366) ηττήθησαν υπό των Ελλήνων εις τον Μαραθώνα, την τρίτην δ' εις τας Πλαταιάς και ενταυτώ και περί την Μυκάλην (367), την εικοστήν έκτην δ' εις τα Άρβηλα (368). Οι δ' Αθηναίοι ενίκησαν την κατά την Νάξον ναυμαχίαν υπό την στρατηγίαν του Χαβρίου (369) περί την πανσέληνον του Βοηδρομιώνος, την δ' εν Σαλαμίνι (370) περί την εικοστήν, ως απεδείξαμεν εις την περί ημερών (371) πραγματείαν ημών. Επέφερε δε και ο Θαργηλιών (372) μην εις τους βαρβάρους προφανή δυστυχήματα. Διότι κατά Θαργηλιώνα ενίκησεν ο Αλέξανδρος τους στρατηγούς του Βασιλέως εις τον Γρανικόν (373), και οι Καρχιδόνιοι περί την Σικελίαν ενικήθησαν υπό του Τιμολέοντος (374) την εικοστήν τετάρτην του αυτού μηνός, περί ήν φαίνεται ότι εκυριεύθη και το Ίλιον, ως διηγούνται ο Έφορος, και ο Καλλισθένης, και ο Δαμαστής, και ο Φύλαρχος (375). Εκ του εναντίου δ' ο Μεταγειτνιών (376), όν οι Βοιωτοί ονομάζουσι Πάνεμον, δεν υπήρξεν ευμενής εις τους Έλληνας· διότι κατά την εβδόμην του μηνός τούτου και εις την εν Κρανώνι (377) μάχην υπό του Αντιπάτρου νικηθέντες εντελώς απωλέσθησαν, και πρότερον εν Χαιρωνεία, πολεμούντες κατά του Φιλίππου, απέτυχον (378). Την δ' αυτήν εκείνην ημέραν του ιδίου έτους οι μετά του Αρχιδάμου (379) διαβάντες εις την Ιταλίαν, κατεστράφησαν υπό των εκεί βαρβάρων. Οι δε Καρχηδόνιοι προφυλάττονται πάντοτε από της εικοστής δευτέρας του αυτού μηνός, καθ' ό φερούσης εις αυτούς τα πλείστα και μέγιστα των δυστυχημάτων. Δεν μοι είναι δ' άγνωστον ότι περί τον καιρόν των μυστηρίων (380) πάλιν, αι Θήβαι κατεσκάφησαν υπό του Αλεξάνδρου (381), και μετά ταύτα οι Αθηναίοι φρουράν εδέχθησαν των Μακεδόνων (382) κατ' αυτήν την εικοστήν του Βοηδρομιώνος, καθ' ήν εξάγουσι τον μυστικόν Ίακχον (383). Ομοίως δε και οι Ρωμαίοι, την ιδίαν ημέραν, πρώτον μεν απώλεσαν το υπό τον Καιπίωνα στρατόπεδόν των (384), προσβληθέν υπό των Κίμβρων, ύστερον δε, όταν ο Λούκουλλος εστρατήγει, ενίκησαν τους Αρμενίους και τον Τιγράνην (385). Άτταλος δ' ο βασιλεύς (386), και Πομπήιος ο Μαγνος απέθανον κατά τας ημέρας των γενεθλίων των. Και, εν γένει πολλούς δυνάμεθα να καταδείξωμεν, εις ούς κατά τας αυτάς περιόδους συνέβησαν και αι ευτυχίαι και αι δυστυχίαι. Διά δε τους Ρωμαίους αύτη είναι μία των αποφράδων ημερών, και εξ αιτίας αυτής, καθ' έκαστον μήνα και άλλαι δύο (387), διότι ο φόβος και η δεισιδαιμονία ηύξησαν ως εκ του συμβάντος τούτου, καθώς συνήθως γίνεται. Αλλά ταύτα εξετέθησαν επιμελέστερον εις το «περί αιτιών Ρωμαϊκών» πόνημα.

Κ. Μετά δε την μάχην εκείνην, αν οι Γαλάται είχον αμέσως ακολουθήσει τους φεύγοντας, ουδέν θα εμπόδιζε να καταστραφή η Ρώμη εξ ολοκλήρου, και όλοι οι εντός αυτής ευρεθέντες να φονευθώσι· τόσον οι φεύγοντες ενέπνεον φόβον εις εκείνους προς ούς έφευγον, και τόσης οι ίδιοι ήσαν πλήρεις ταραχής και παραφροσύνης. Αλλά δυσπιστούντες οι βάρβαροι προς της νίκης το μέγεθος, και υπό χαράς τραπέντες εις συμπόσια, και εις το να μοιράζωνται του στρατοπέδου τα λάφυρα, αφήκαν εις τον όχλον τον εξερχόμενον της πόλεως, καιρόν όπως διαφύγη, εις δε τους μένοντας αφορμήν να ελπίζωσι, και ευκαιρίαν να παρασκευασθώσι. Τότε οι Ρωμαίοι, αφήσαντες την άλλην πόλιν, έφραξαν το Καπιτώλιον διά τειχισμάτων, και το επλήρωσαν όπλων. Και εν πρώτοις μέν τινα των ιερών εκόμισαν εις το Καπιτώλιον· το δε πυρ της εστίας αρπάσασαι αι παρθένοι μετά των ιερών, έφυγον αν και τινές διηγούνται ότι το φρουρούμενον υπ' αυτών τίποτε άλλο δεν είναι εκτός ασβέστου πυρός, ό διέταξε να σέβωνται ο βασιλεύς Νουμάς, ως πάντων των πραγμάτων αρχήν. Διότι το πυρ είναι στοιχείον κινητικώτατον εν τη φύσει· είναι δ' η γένεσις κίνησις, ή τουλάχιστον μετά κινήσεως γίνεται· τα δ' άλλα της ύλης μόρια, όταν λείψη η θερμότης, μένουσιν ακίνητα και ως νεκρά, και ποθούσι την δύναμιν του πυρός, ως ψυχήν, και όταν αύτη προσέλθη, τότε άρχονται ενεργούντα και πάσχοντα. Ο Νουμάς λοιπόν, όστις ήτον ανήρ πολυμαθής, ώστε και ελέγετο περί αυτού ότι διά την σοφίαν του συναναστρέφετο μετά των Μουσών, κατέστησεν αυτό ιερόν, και διέταξε να το φρουρώσιν ακοίμητον, ως εικόνα της τα πάντα διακοσμούσης αϊδίου δυνάμεως. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το μεν πυρ καίει εμπρός των ναών προς καθαρισμόν, καθώς εις τους Έλληνας, αλλά δ' ότι κρύπτονται εντός αόρατα προς πάντας, πλην των παρθένων τούτων αίτινες ονομάζονται Εστιάδες. Και πολύς μεν διέτρεχε λόγος ότι εκεί ήτον κατατεθειμένον το Τρωικόν εκείνο Παλλάδιον (388), το κομισθέν υπό του Αινείου εις την Ιταλίαν· άλλοι δε μυθολογούσιν ότι εκεί εισι της Σαμοθράκης τα ιερά, άτινα λαβών και κομίσας εις την Τροίαν ο Δάρδανος (389), αφιέρωσε μετ' οργίων όταν έκτισε την πόλιν, κατά δε την άλωσιν ότι τα έκλεψε ν ο Αινείας, και τα διέσωσε μέχρις ότου κατώκησεν εις την Ιταλίαν. Όσοι δε προσποιούνται ότι γνωρίζουσι περισσότερα περί τούτων, λέγουσιν ότι δύο εισί μεγάλοι πίθοι εκεί κατατεθειμένοι, ο μεν ηνεωγμένος και κενός, ο δε πλήρης και εσφραγισμένος· αμφότεροι δ' ότι είναι ορατοί εις μόνας τας αγίας παρθένους. Άλλοι δε νομίζουσιν ότι ούτοι απατώνται, εκ του ότι τα πλείστα των ιερών τότε αι κόραι απέθεσαν εις δύο πίθους, και τα έκρυψαν εις την γην υπό τον ναόν του Κυρίνου (390), δι' ό και ο τόπος εκείνος μέχρι τούδε φέρει την επωνυμίαν των Πιθίσκων (391).

ΚΑ. Λαβούσαι δ' αύται τα κυριώτερα και μέγιστα των ιερών, ανεχώρησαν, και έφευγον παρά τον ποταμόν. Εκεί δε, άνθρωπος εκ του λαού, Λεύκιος Αλβίνος καλούμενος, έτυχε μεταξύ των φευγόντων αποκομίζων εφ' αμάξης τα νήπια τέκνα και την γυναίκα του μετά των χρημάτων αυτών. Ως δε είδε τας παρθένους να φέρωσιν εις τους κόλπους των τα ιερά των Θεών, και να βαδίζωσιν αβοήθητοι και κακοπαθούσαι, καταβιβάσας αμέσως την γυναίκα, τα παιδία και τα πράγματά του από της αμάξης, παρέδωκε την άμαξαν εις αυτάς διά ν' αναβώσι και διαφύγωσιν εις Ελληνικήν τινα πόλιν. Ενομίσαμεν δ' ότι του Αλβίνου η προς το θείον ευλάβεια και τιμή, εκδηλωθείσα εις καιρούς επισφαλέστατους, ήτον αξία να μη αποσιωπηθή αμνημόνευτος. Οι δε των άλλων Θεών ιερείς, και οι γέροντες μεταξύ των υπατικών και των κατά καιρούς τελεσάντων θριάμβους, δεν υπέφερον ν' αφήσωσι την πόλιν. Ενδυθέντες δε φορέματα ιερά και λαμπρά, και αρχηγόν έχοντες Φάβιον τον αρχιερέα, ηυχήθησαν προς τους θεούς, ως εις αυτούς υπέρ της πατρίδος αφιερούμενοι, και εκάθησαν εις τους ελεφαντίνους δίφρους εις την αγοράν, την επερχομένην τύχην των περιμένοντες.

ΚΒ. Την τρίτην δ' από της μάχης ημέραν επήλθεν ο Βρέννος, φέρων το στράτευμα κατά της πόλεως, και ευρών τας πύλας ηνεωγμένας, και τα τείχη φυλάκων έρημα, πρώτον μεν εφοβήθη ενέδραν και δόλον, μη πιστεύων ότι ούτως εντελώς παρητήθησαν οι Ρωμαίοι πάσης ελπίδος. Αφ' ού δ' εγνώρισε την αλήθειαν, εισελθών διά της Κυλλίνης πύλης, εκυρίευσε την Ρώμην, έχουσαν ηλικίαν ολίγον πλείονα των τριακοσίων εξήκοντα ετών από της κτίσεώς της, αν είναι πιστευτόν ότι σώζεται ακρίβειά τις περί της τότε χρονολογίας, εν ώ και περί νεωτέρων συμβάντων αμφιβολίαι υπάρχουσιν ως εκ της τότε συγχύσεως. Αυτής δε της συμφοράς και της αλώσεως φαίνεται ότι αμυδρά φήμη διήλθεν αμέσως εις την Ελλάδα· διότι Ηρακλείδης ο Ποντικός, όστις των καιρών εκείνων δεν ήτον πολύ νεώτερος (392), αναφέρει εν τω «Περί ψυχής» συγγράμματί του λόγον διαδοθέντα εκ δύσεως, ότι στρατός υπερβορείων, ελθών έξωθεν, εκυρίευσε πόλιν Ελληνικήν, την Ρώμην, ιδρυμένην είς τι μέρος εκεί περί την μεγάλην θάλασσαν (393). Δεν απορώ δ' αν ο Ηρακλείδης, όστις είναι μυθογράφος και θαυματογράφος, επεκόσμησε την αλήθειαν, καθ' όσον αφορά την άλωσιν, και διά των Υπερβορείων και διά της μεγάλης θαλάσσης. Ο δε φιλόσοφος Αριστοτέλης, ότι μεν εκυριεύθη η πόλις, είναι προφανές ότι το ήκουσεν ακριβώς. Λέγει όμως ότι ο σώσας αυτήν ήτον ο Λεύκιος, εν ώ ο Κάμιλλος ήτον Μάρκος και όχι Λεύκιος. Αλλά ταύτα μεν λέγονται κατ' εικασίαν. Καταλαβών δε την Ρώμην ο Βρέννος, πέριξ μεν του Καπιτωλίου έστησε φρουράν καταβαίνων δ' ο ίδιος διά της αγοράς, εθαύμαζε βλέπων τους περικαθημένους εκείνους άνδρας κοσμίως και εν σιωπή, οίτινες ούτε ηγέρθησαν όταν έφθασαν οι εχθροί, ούτε ήλλαξαν όψιν ή χρώμα, αλλ' ανέτως και αφόβως ηπλωμένοι εις τα καθέδρας των, άς έφερον εκεί, και βλέποντες ο είς τον άλλον, ησύχαζον. Επροξένει δ' έκπληξιν εις τους Γαλάτας το παράδοξον τούτο θέαμα, και πολύν καιρόν διστάζοντες να εγγίσωσιν αυτούς, διότι τους εθεώρουν ως ανωτέρους ανθρώπων, και να πλησιάσωσιν εις αυτούς, ίσταντο εν απορία. Αλλά τέλος είς αυτών, τόλμην λαβών, ήλθε πλησίον εις τον Παπείριον Μάνιον, και εκτείνας την χείρα, ήγγισεν ελαφρώς τον πώγωνά του, και εκράτει την γενειάδα του, ήτις ήτον πυκνή. Τότε ο Μαπείριος κτυπήσας διά της βακτηρίας την κεφαλήν αυτού, την συνέτριψεν· ο δε βάρβαρος, σύρας την μάχαιράν του, εφόνευσεν εκείνον. Από της στιγμής δ' εκείνης επιπεσόντες, εφόνευον και τους λοιπούς, και εκ των άλλων πολιτών έσφαζον όσους επετύγχανον, και εγύμνουν τας οικίας, πολλάς ημέρας λεηλατούντες την πόλιν. Μετά ταύτα δε την επυρπόλησαν και την κατέσκαπτον, οργιζόμενοι κατά των φρουρούντων το Καπιτώλιον, διότι προσκαλούμενοι υπ' αυτών δεν υπετάσσοντο, αλλά και όταν προσέβαλλον οι Γαλάται, αυτοί τους εκτύπησαν, ανθιστάμενοι από του περιτειχίσματος. Διά τούτο κατέστρεφον την πόλιν, και εξωλόθρευον όσους συνελάμβανον, ομοίως άνδρας και γυναίκας, και γέροντας και παιδία.

ΚΓ. Επειδή δε παρετείνετο η πολιορκία, οι Γαλάται είχον ανάγκην να προμηθευθώσι τροφάς, και διαιρεθέντες, οι μεν έμειναν μετά του βασιλέως και παρεφύλαττον το Καπιτώλιον, οι δ' άλλοι, την χώραν περιερχόμενοι, ελεηλάτουν αυτήν, και εκυρίευον τας κώμας, επιπίπτονπες, ουχί όλοι ομού, αλλ' άλλοι αλλαχού κατ' αρχηγίας και συντάγματα, και εσκορπίζοντο, μεγαλοφρονούντες διά τας επιτυχίας αυτών, και ουδέν φοβούμενοι. Το δε πλείστον και μάλλον συγκεκροτημένον μέρος αυτών προυχώρει προς την πόλιν των Αρδεατών, εις ήν διέτριβεν ο Κάμιλλος, εν αργία και απραξία διατελών μετά την φυγήν του, και ιδιωτεύων, ελπίδας δε τρέφων και διαλογισμούς ουχί ανθρώπου αρκουμένου να διαφύγη τους πολεμίους, αλλά σκεπτομένου πώς να τοις αντισταθή αν παρουσιάζετο η περίστασις. Διό βλέπων ότι οι Αρδεάται ήσαν ικανοί τον αριθμόν, τόλμης όμως εστερημένοι, εξ αιτίας της απειρίας και της μικροψυχίας των στρατηγών, ομίλησε πρώτον προς τους νέους, λέγων ότι δεν πρέπει να θεωρώσι την ήτταν των Ρωμαίων ως των Κελτών ανδρίαν, ουδέ να νομίζωσιν ότι όσα έπαθον εκείνοι διότι κακώς εσκέφθησαν ήσαν κατορθώματα των εχθρών, οίτινες ουδόλως συνετέλεσαν εις την νίκην, αλλ' ότι ήσαν της τύχης σύμπτωσις. Προσέθετε δ' ότι καλόν είναι και διά πολλών κινδύνων ν' απωθήσωσιν εχθρόν βάρβαρον και αλλόφυλλον, όστις, ως το πυρ, άλλο τέλος της νίκης του δεν γνωρίζει, πλην της εντελούς εξολοθρεύσεως του εχθρού του· ότι δ' αν λάβωσι θάρρος και δείξωσι προθυμίαν, τοις υπέσχετο εν καιρώ την νίκην ακίνδυνον. Αφ' ού δ' εδέχθησαν τούτους τους λόγους οι νέοι, απετάθη ο Κάμιλλος προς τους άρχοντας και τους προβούλους των Αρδεατών, και πείσας και τούτους, ώπλησε πάντας τους ενήλικας, και τους εκράτει εντός του τείχους, θέλων να μη τους εννοήσωσιν οι εχθροί, οίτινες ήσαν ήδη πλησίον. Όταν δ' ούτοι, έφιπποι περιελθόντες την χώραν, και βαρείς υπό του πλήθους των λαφύρων, αμελώς και αφροντίστως εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα, τους εύρεν η νυξ ενώ εμέθυον, και σιωπή κατέλαβε το στρατόπεδον. Ταύτα μαθών ο Κάμιλλος παρά των κατασκόπων, έφερεν έξω τους Αρδεάτας· και ησύχως διαβάς τον μεταξύ τόπον, περί το μεσονύκτιον έφθασεν εις το χαράκωμα, μεγάλας εγείρων κραυγάς, και διά των σαλπίγγων πανταχόθεν ταράττων τους ανθρώπους, οίτινες υπό μέθης μόλις και μετά δυσκολίας εξύπνων εις τον μέγαν θόρυβον. Και ολίγοι μεν εγερθέντες έμφοβοι και οπλισθέντες αντέστησαν εις τον Κάμιλλον, και έπεσαν πολεμούντες· τους δε πλείστους υπό του ύπνου έτι και υπό του οίνου ευρίσκοντες κατεχομένους, τους εφόνευον αόπλους. Τους ολίγους δ' όσοι βοήθεια της νυκτός διέφυγον διά του χαρακώματος, τούτους την ημέραν σποράδην περιφερομένους εις την χώραν τους κατεδίωκον οι ιππείς και τους απέκτεινον.

ΚΔ. Την πράξιν δε ταύτην ταχέως εις τας πόλεις η φήμη διασαλπίζουσα, επροκάλει πολλούς των νέων να συρρεύσωσιν εις τα όπλα. Προ πάντων δε όσοι Ρωμαίοι, διαφυγόντες την εν Αλία μάχην ήσαν εις τους Βηίους, ωδύροντο καθ' εαυτούς λέγοντες· «Ποίον αρχηγόν αφήρεσεν αφ' ημών ο κακός δαίμων της Ρώμης, διά των κατορθωμάτων του Καμίλλου δοξάσας τους Αρδεάτας, εν ώ η πόλις ήτις εγέννησε και έθρεψε τοιούτον άνδρα, απωλέσθη καταστραφείσα. Ημείς δε, στρατηγού στερούμενοι, εκλείσθημεν εις ξένα τείχη, και καθήμεθα την Ιταλίαν εγκαταλείψαντες. Αλλ' ας στείλωμεν να ζητήσωμεν παρά των Αρδεατών τον στρατηγόν ημών, ή, λαβόντες τα όπλα, ας απέλθωμεν ημείς προς εκείνους· διότι δεν είναι πλέον φυγάς, ουδ' ημείς είμεθα πλέον πολίται, αφ' ού πατρίδα δεν έχομεν, και αύτη είναι υπό των πολεμίων την εξουσίαν.» Ταύτα ενέκρινον πάντες, και πέμψαντες, παρεκάλεσαν τον Κάμιλλον να δεχθή την αρχηγίαν αυτών. Αλλ' εκείνος απήντησεν ότι δεν την δέχεται πριν ή κατά τον νόμον ψηφίσωσι τούτο οι εν τω Καπιτωλίω πολίται· διότι εκείνους θεωρεί ως πατρίδα, εν όσω σώζονται, και αν μεν εκείνοι διατάξωσιν, ότι θέλει υπακούσει προθύμως, αν δ' εκείνοι δεν θέλωσι, δεν θέλει αναμιχθή. Και την μεν ευλαβή μετριοφροσύνην και την καλοκαγαθίαν του Καμίλλου εθαύμασαν· δεν ήξευρον δε τίνα να πέμψωσιν όπως ν' αναγγείλη ταύτα εις το Καπιτώλιον, ή μάλλον όλως αδύνατον τοις εφαίνετο, εν ώ οι εχθροί κατείχον την πόλιν, να πέμψωσιν απεσταλμένον εις την Ακρόπολιν.

ΚΕ. Υπήρχε δε μεταξύ των νέων Πόντιός τις Κομίνιος καλούμενος, εκ των μέσων πολιτών κατά το γένος, αγαπών όμως την τιμήν και την δόξαν. Ούτος ανεδέχθη εκουσίως το δύσκολον έργον. Και γράμματα μεν δεν έλαβε προς τους εν Καπιτωλίω, μήπως συλλαβόντες αυτόν οι εχθροί μάθωσι δι' αυτών τους σκοπούς του Καμίλλου. Φορέσας δε πενιχρά φορέματα, και φέρων φελλούς υπ' αυτά, τον μεν επίλοιπον δρόμον διήλθεν αφόβως εν καιρώ ημέρας. Έφθασε δε πλησίον της πόλεως όταν είχεν ήδη επέλθει το σκότος· και μη δυνάμενος να περάση επί γεφύρας τον ποταμόν, διότι αυτάς οι βάρβαροι παρεφύλαττον, περιετύλιξε περί την κεφαλήν τα φορέματά του, διότι ήσαν ολίγα και όχι βαρέα, και παραδοθείς εις τους φελλούς, οίτινες ανεκούφιζον το σώμα του, επέρασεν ούτω και απέβη εις την πόλιν. Αποφεύγων δε τους αγρυπνούντας στρατιώτας, ούς διέκρινεν εκ των φώτων και εκ του θορύβου, διευθύνθη προς την Καρμεντίδα πύλην, ήτις ήτον η ησυχωτέρα, και όπου ο λόφος του Καπιτωλίου ήτον προ πάντων όρθιος, και πολλή και τραχεία ηγείρετο πέριξ η πέτρα. Δι' αυτής ανέβη κρυφίως, και επλησίασε τους φυλάττοντας το τείχος, δυσκόλως και μόλις κατά τα μάλλον ευεπίβατα μέρη. Χαιρετίσας δε τους άνδρας, είπε το όνομά του, και τότε τον επήραν αυτοί, και επήγε προς τους άρχοντας των Ρωμαίων. Έγινε δ' αμέσως σύγκλητος, και παρουσιασθείς αυτός, ανήγγειλε του Καμίλλου την νίκην, περί ής πρότερον ουδέν είχον ακούσει, και διηγείτο την απόφασιν των στρατιωτών, και τους παρεκάλει να επικυρώσωσι του Καμίλλου την εξουσίαν, διότι εις μόνον εκείνον επείθοντο οι έξω πολίται. Ακούσαντες δε ταύτα εκείνοι και συσκεφθέντες, ανεκήρυξαν τον Κάμιλλον Δικτάτωρα, και τον Πόντιον εξαπέστειλον πάλιν διά της ιδίας οδού, και η επιστροφή του επέτυχεν επίσης ευτυχέστατα, διότι διέφυγε τους εχθρούς, και έφερε της βουλής τας αποφάσεις εις τους έξω Ρωμαίους.

ΚΣΤ. Ως δ' εκείνοι εδέχθησαν ταύτα προθύμως, ελθών ο Κάμιλλος, εύρεν είκοσι χιλιάδας ενόπλους, και έτι περισσοτέρους συνήθροισεν εκ των συμμάχων, και ητοιμάζετο διά την προσβολήν. Ούτως εξελέγη εκ δευτέρου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος (394). Εις δε την Ρώμην τινές των βαρβάρων κατά τύχην διαβαίνοντες εμπρός του μέρους δι' ού ο Πόντιος ανέβη διά νυκτός εις το Καπιτώλιον, και παρατηρήσαντες εις πολλά μεν μέρη ίχνη ποδών και χειρών, όπου εκείνος εκρατείτο και εστηρίζετο, και πεπατημένα πολλά των φυτών όσα εβλάστανον επί των κρημνών, και ολισθημάτων σημεία εις τα γαιώδη μέρη, ανέφερον ταύτα εις τον βασιλέα των. Ελθών δ' εκείνος και ιδών ταύτα, τότε μεν έμεινεν ησυχάζων· το δ' εσπέρας, συναθροίσας εκείνους των Κελτών όσοι είχον τα σώματα ελαφρότερα και ήσαν καταλληλότεροι διά να βαδίζωσιν εις τα όρη, «Την μεν οδόν, είπεν, ήτις φέρει προς τους εχθρούς, και ήτις μας ήτον άγνωστος μέχρι τούδε, μας δεικνύουσιν αυτοί οι εχθροί, ότι δεν είναι ούτε απάτητος, ούτε άβατος εις ανθρώπους. Αισχύνη δε πολλή δι' ημάς, όταν έχωμεν την αρχήν, να μείνωμεν ελλειπείς εις το τέλος, και ν' αφήσωμεν τον τόπον ως αν δεν τον είχομεν κυριεύσει, ενώ αυτοί οι εχθροί μας διδάσκουσι πόθεν πορθείται. Διότι όπου είναι εύκολον είς μόνος ν' αναβή, δεν είναι ουδ' εις πολλούς δύσκολον όταν ανά είς αναβαίνωσι, συναλλήλως βοηθούμενοι και ενισχυόμενοι. Θέλουσι δε δοθή εις έκαστον δωρεαί και αμοιβαί ανάλογοι προς την ανδραγαθίαν του.»

ΚΖ. Ως είπε ταύτα ο βασιλεύς, ανεδέχθησαν οι Γαλάται προθύμως την επιχείρησιν, και περί το μεσονύκτιον πατήσαντες πολλοί ομού εις την πέτραν, ανέβησαν μετά σιωπής, προσέρποντες εις τους κρημνούς, οίτινες ήσαν μεν τραχείς και απότομοι, αλλ' εφάνησαν, όταν εδοκίμασαν να τους αναβώσιν, ευκολώτεροι και ομαλώτεροι αφ' ό,τι ενόμιζον. Ώστε οι πρώτοι ανέβησαν εις την άκραν και παρετάττοντο, και παρ' ολίγον θα κατελάμβανον το προτείχισμα, και θα επέπιπτον κατά των φυλάκων εν ώ εκοιμώντο· διότι ουδείς τους ήκουσεν, ούτε άνθρωπος ούτε κύων. Αλλ' υπήρχον περί τον ναόν της Ήρας ιεραί χήνες, αίτινες ετρέφοντο αφθόνως όλον τον άλλον καιρόν τότε όμως, επειδή ολίγαι ήσαν αι τροφαί και μόλις τοις εξήσκουν, αμελούμεναι, εις κακήν διετέλουν κατάστασιν. Και εκ φύσεως μεν είναι το ζώον τούτο ψοφοδεές, και έχει οξείαν την ακοήν. Εκείναι δε τότε, επειδή επείνων, έτι μάλλον αγρυπνούσαι και θορυβώδεις γενόμενοι, ήκουσαν ταχέως την είσοδον των Γαλατών, και μεθ' ορμής και κλαγκής φερόμεναι προς αυτούς, εξύπνισαν όλους τους φρουρούς, και οι βάρβαροι, βλέποντες ότι απεκαλύφθησαν, επέπιπτον ήδη βιαιότερον, και μη φροντίζοντες να καταστέλλωσι πλέον τον θόρυβον. Αρπάσαντες λοιπόν οι Ρωμαίοι ό,τι όπλον έτυχεν έκαστος, έτρεχον ν' αντισταθώσιν όπως εδύναντο. Πρώτος δε πάντων ο Μάλλιος, υπατικήν έχων εξουσίαν, ρωμαλέος δε το σώμα, και διαπρέπων διά της ψυχής του το φρόνημα, απήντησε δύο συγχρόνως εχθρούς, και εν ώ ο είς ήγειρεν ήδη την κοπίδα να τον θανατώση, επρόφθασε και του απέκοψε την δεξιάν χείρα διά του ξίφους του, τον δ' άλλον εκτύπησε διά της ασπίδος του εις το πρόσωπον, και τον απώθησεν οπίσω εις τον κρημνόν. Σταθείς δ' εις το τείχος μεθ' όλων των άλλων όσοι συνέρρευσαν και τον περιεστοίχισαν, απέκρουσε τους άλλους όσοι είχον αναβή, και οίτινες ούτε πολλοί ήσαν, ούτε άξιόν τι της τόλμης των έπραξαν. Ούτω δε διαφυγόντες τον κίνδυνον, άμα εξημέρωσε, τον μεν αρχηγόν των φυλάκων έρριψαν εις τους πολεμίους κατά των κρημνών, εις δε τον Μάλλιον ψηφίσαντες αριστείον της νίκης, προς τιμήν μάλλον παρά διότι είχεν ανάγκην, συνεισέφερον υπέρ αυτού όσον ελάμβανεν έκαστος εις τροφήν εκάστης ημέρας, σίτου μεν εντοπίου ημίλιτρον (ως αυτοί τ' ονομάζουσιν), οίνου δε κοτύλης Ελληνικής τέταρτον (395).

ΚΗ. Έκτοτε ήρχισαν να προβαίνωσιν αθυμότερα τα πράγματα των Κελτών, διότι εστερούντο τροφών αφ' ότου διά τον φόβον του Καμίλλου δεν εδύναντο να επιδοθώσιν εις λαφυραγωγίαν και νόσος ενέσκηψε προσέτι εις αυτούς, διότι κατεσκήνουν εις ερείπια, αναμεμιγμένοι μετά των νεκρών οίτινες έκειντο εις αυτά σωρηδόν και προσέτι το βάθος της στάχτης, ήτις ανέπεμπεν αέρα ξηρόν και δριμύν, και διεφθαρμένον υπό του καύσωνος και υπό των ανέμων, έβλαπτε τα σώματα διά της αναπνοής. Προ πάντων δε τους κατέβαλεν η μεταβολή της συνήθους αυτοίς διαίτης, διότι εκ τόπων σκιερών, και εχόντων το θέρος δροσερά καταφύγια, κατέβησαν εις χώραν χαμηλήν, ήτις δεν ήτον ευκραής το φθινόπωρον ουχί ήττον δε και η πολυχρόνιος πολιορκία, κρατούσα προ επτά ήδη μηνών ακινήτους αυτούς εμπρός του Καπιτωλίου. Ένεκα τούτων φθορά μεγάλη επήλθεν εις το στρατόπεδον, και ουδ' εθάπτοντο πλέον διά το πλήθος οι αποθνήσκοντες. Αλλ' ουδέ των πολιορκουμένων δεν ήτον πολύ καλλητέρα η κατάστασις. Η πείνα ηύξανε πάντοτε, και η άγνοια αυτών περί των κινημάτων του Καμίλλου τους ενέβαλλεν εις πολλήν αθυμίαν, και κανείς δεν ήρχετο εκ μέρους αυτού, διότι η πόλις εφρουρείτο ακριβώς υπό των βαρβάρων. Επειδή λοιπόν εις τοιαύτην ήσαν θέσιν αμφότεροι, οι προφύλακες συναπαντώμενοι ήρχισαν να έρχωνται εις λόγους συμβιβασμού, έπειτα δε, κατ' απόφασιν των επισημοτέρων, συνωμίλησε μετά του Βρέννου ο Σουλπίκιος, ο χιλίαρχος των Ρωμαίων, και εσυμφωνήθη, οι μεν Ρωμαίοι να καταβάλωσι χιλίας λίτρας χρυσού (396), οι δ' εχθροί να λάβωσιν αυτάς, και ν' αναχωρήσωσεν αμέσως εκ της πόλεως και εκ της χώρας. Επί τούτων έγιναν όρκοι, και το χρυσίον εκομίσθη· οι δε Κελτοί κατ' αρχάς εδολιεύοντο κρυφίως τα ζύγια, έπειτα δε και φανερώς είλκον κάτω και διέστρεφον την πλάστιγγα, και ηγανάκτουν δι' αυτό οι Ρωμαίοι. O δε Βρέννος, ως εφυβρίζων και καταγελών αυτούς, λύσας την μάχαιραν μετά του ζωστήρος του, προσέθηκεν αυτά εις τα βάρη· και όταν ο Σουλπίκιος τον ηρώτησε τι είναι τούτο, «Τι άλλο, απεκρίθη, παρά δυστυχία εις τους νενικημένους» (397), και τούτο έγινεν έκτοτε λόγος παροιμιώδης. Οι δε Ρωμαίοι, άλλοι μεν ηγανάκτουν, και εφρόνουν ότι πρέπει λαβόντες το χρυσίον ν' αναχωρήσωσι, και να υπομείνωσι την πολιορκίαν· άλλοι δ' έλεγον ότι πρέπει να υποφέρωσι την μετρίαν αυτήν αδικίαν, μη νομίζοντες αισχρόν το να δώσωσι περισσότερα, και να υπομείνωσιν ουχί ως δικαίαν, αλλ' ως εξ ανάγκης γινομένην την δόσιν.

ΚΘ. Εν ώ δ' ούτως εφιλονείκουν οι Κελτοί και αυτοί, έφθασεν ο Κάμιλλος εις τας πύλας, φέρων τον στρατόν, και μαθών τα γινόμενα, διέταξε τους λοιπούς να τον ακολουθώσιν εν τάξει και βραδέως, αυτός δε, σπεύδων μετά των επισημοτέρων, διευθύνθη αμέσως προς τους Ρωμαίους. Τότε εκείνοι υποχωρήσαντες εμπρός του, εδέχθησαν αυτόν ως αυτοκράτορα μετ' ευκοσμίας και σιωπής· αυτός δ' επήρε τον χρυσόν από της ζυγαριάς και τον έδωκεν εις τους υπηρέτας· την δε ζυγαριάν και τα βαρύδια διέταξε τους Καλετούς να τα λάβωσι και ν' αναχωρήσωσιν, ειπών ότι πάτριον έθος είναι εις τους Ρωμαίους να σώζωσι την πατρίδα διά σιδήρου, ουχί διά χρυσού. Προς ταύτα ηγανάκτει ο Βρέννος, και έλεγεν ότι αδίκως ηθετείτο η συμφωνία· αλλ' ο Κάμιλλος αντέκρουε ταύτα, λέγων ότι αι συνθήκαι δεν έγινον νομίμως, ουδ' έχουσι κύρος, ως συνομολογηθείσα μετ' ανθρώπων οίτινες εξουσίαν δεν είχον όταν αυτός ήτον ήδη Δικτάτωρ εκλελεγμένος, και ουδείς άλλος εξήσκει αρχήν κατά νόμον. Ήδη δ' ότι πρέπει να ειπώσιν εάν τι θέλωσι, διότι ήλθεν έχων νόμιμον εξουσίαν και να τους συγχωρήση αν παρακαλέσωσι, και να τιμωρήση τους ενόχους, αν δεν μετανοώσι. Προς τους λόγους τούτους θορυβηθείς ο Βρέννος, επεχείρησε να έλθη αμέσως εις χείρας, και έσυραν εκατέρωθεν τα ξίφη, και ήρχισαν να σπρώχνωνται, αναμεμιγμένοι προς αλλήλους, ως ήτον επόμενον, διότι εκινούντο μεταξύ οικιών και στενωπών, και εις τόπους μη επιδεχομένους στρατιωτικήν παράταξιν. Αλλά ταχέως συνελθών ο Βρέννος, απήγαγε τους Κελτούς εις το στρατόπεδον, χωρίς να φονευθώσι πολλοί, και εγείρας όλους την νύκτα, εγκατέλιπε την πόλιν. Προχωρήσας δ' εξήκοντα στάδια (398) εστρατοπέδευσε παρά την Γαβινίαν (399) οδόν. Άμα δ' εξημέρωσεν, ήλθεν ο Κάμιλλος κατ' αυτού ωπλισμένος λαμπρώς, μετά των Ρωμαίων οίτινες είχον αναλάβει τότε το θάρρος των. Μετ' ισχυράν δε και μακράν μάχην, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν, αφ' ού πολλούς εφόνευσε, και εκυρίευσε το στρατόπεδον. Εκ δε των φυγάδων άλλοι μεν ευθύς εθανατώθησαν καταδιωχθέντες, τους δε περισσοτέρους, διασπαρέντας, απέκτεινον ορμώντες κατ' αυτών εκ των πέριξ πόλεων και χωρίων.

Λ. Ούτως η Ρώμη παραδόξως κυριευθείσα, παραδοξότερον έτι εσώθη, αφ' ού έμεινεν επτά ολοκλήρους μήνας υπό τους βαρβάρους· διότι εισελθόντες εις αυτήν ολίγας ημέρας μετά τας Κυιντιλίας είδους (400), απεδιώχθησαν κατά τας ειδούς Φεβρουαρίου. Ο δε Κάμιλλος ετέλεσε θρίαμβον, ως ήτον εύλογον, διότι έγινε σωτήρ της πατρίδος απολεσθείσης, και επανέφερε την πόλιν αυτήν εις εαυτήν. Τότε, εν ώ αυτός εισήρχετο επί της θριαμβευτικής αμάξης αυτού, επέστρεφον μεν οι έξωθεν μετά των γυναικών και των παίδων των, απήντων δ' αυτούς οι εις το Καπιτώλιον πολιορκηθέντες, οίτινες εκινδύνευσαν ν' αποθάνωσιν όλοι της πείνης, και ενηγκαλίζοντο αλλήλους και εδάκρυον, μη πιστεύοντες εις την παρούσαν των ευτυχίαν· και οι ιερείς και διάκονοι των Θεών, όσα ιερά φεύγοντες έκρυψαν εις την πόλιν, ή εκκλέψαντες παρέλαβον μεθ' εαυτών, ταύτα διασωθέντα, τα έφερον ήδη, και τα εδείκνυον, θεάματα ποθητά εις τους πολίτας, οίτινες τα εδέχοντο μετά χαράς, ως αν κατήρχοντο αυτοί πάλιν οι Θεοί μετ' αυτών εις την Ρώμην. Θυσιάσας δ' εις τους Θεούς, και καθαρίσας την πόλιν υπό την οδηγίαν των περί ταύτα εμπείρων, τους μεν υπάρχοντας ήδη ναούς αποκατέστησεν αύθις, ίδρυσε δε και αυτός ναόν της Φήμης και της Κληδόνος, ανευρών τον τόπον εκείνον, εις όν διά νυκτός προσέβαλεν εκ Θεού τον Κεδίκιον Μάρκον η φωνή η αναγγέλλουσα των βαρβάρων την εκστρατείαν. Μετά πολλής δε δυσκολίας και μόλις ανεκαλύπτοντο αι θέσεις των ιερών διά της φιλοτιμίας του Καμίλλου, και διά πολλού κόπου των ιεροφαντών.

ΛΑ. Επειδή δε και η πόλις ήτον εντελώς κατεστραμμένη, όταν έπρεπε ν' ανοικοδομηθή, οκνηρία κατέλαβε τον λαόν προς τα έργα, και ανέβαλλον αυτά, διότι εστερούντο όλων των αναγκαίων, και εχρειάζοντο μάλλον αναψυχήν τινα και ανάπαυσιν από των κακών, παρά να κοπιάσωσι και να κακοπαθήσωσιν, εν ώ και χρήματα τοις έλειπον, και τα σώματά των ήσαν εξησθενημένα. Ούτω κατ' ολίγον έστρεψαν πάλιν τον νουν των προς τους Βηίους, πόλιν ήτις διετηρείτο, και είχεν όλα τ' απαιτούμενα, και εχορήγησαν νέαν αφορμήν δημαγωγιών εις τους συνεχομένους να κολακεύωσι τον λαόν, και έδιδον ακρόασιν εις λόγους στασιαστικούς κατά του Καμίλλου, ότι εκείνος εκ φιλαυτίας και φιλοδοξίας στερεί αυτούς πόλεως ετοίμης, και τους βιάζει να κατοικώσιν εις ερείπια, και ν' ανασκάπτωσι τόσην τέφραν πυρκαϊάς, διά να λέγηται αυτός ουχί μόνον ηγεμών των Ρωμαίων και στρατηγός, αλλά και κτίστης έτι, τον Ρωμύλον παραγκωνίσας. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η βουλή, τον μεν Κάμιλλον δεν αφήκε ν' αποθέση, ως ήθελε, την εξουσίαν εντός ενιαυτού, αν και ουδέποτε άλλος Δικτάτωρ υπερέβη τους έξ μήνας. Αυτή δε παρηγόρει και κατεπράυνε τον δήμον, πείθουσα και περιποιουμένη αυτόν, και δεικνύουσα μεν τα μνημεία και τους τάφους των πατέρων, ενθυμίζουσα δε τα ιερά χωρία και τους αγίους τόπους, όσους ο Ρωμύλος ή ο Νουμάς ή άλλος τις των βασιλέων καθιερώσας παρέδωκεν εις αυτούς. Μεταξύ δε των θείων αντικειμένων εν πρώτοις ανέφερον την νεοσφαγή κεφαλήν, ήτις εφάνη κατά την θεμελίωσιν του Καπιτωλίου (401), ως δηλούσα ότι ο τόπος εκείνος ήτον πεπρωμένον να γίνη κεφαλή της Ιταλίας, και της εστίας το πυρ, όπερ, αναπτόμενον μετά τον πόλεμον υπό των παρθένων, ήθελον σβύσει και εξαφανίσει οι εγκαταλείποντες την πόλιν, και θα είναι όνειδος αυτών αν την βλέπωσι κατοικουμένην ή υπ' αλλοεθνών και ξένων, ή έρημον και προβάτων βοσκήν. Τοιαύτας προς έκαστον ιδιαιτέρως και κοινώς πολλάκις εις τον δήμον επαναλαμβάνοντες ελεεινολογίας, εκάμπτοντο πάλιν υπό των του λαού, οίτινες έκλαιον την αμηχανίαν των, και τους παρεκάλουν, αφ' ού εσώθησαν ως εκ ναυαγίου γυμνοί και άποροι, να μη τους βιάσωσι να συνοικοδομήσωσι πάλιν τα λείψανα της κατεστραμμένης πόλεως, εν ώ υπήρχεν άλλη ετοίμη.

ΛΒ. Επρότεινε λοιπόν ο Κάμιλλος να συνέλθη η βουλή, και πολλά και αυτός ωμίλησε παρακαλών υπέρ της πατρίδος, πολλά δε και όστις εκ των άλλων ήθελε. Τέλος δε πείσας να εγερθή τον Λεύκων Λουκρήτιον, όστις συνείθιζε να γνωμοδοτή πρώτος πάντων, τον προσεκάλεσε ν' αποφανθή, και μετά ταύτα όλους τους άλλους κατά σειράν. Ως δ' εγένετο σιωπή, και ο Λουκρήτιος έμελλε ν' αρχίση, κατά τύχην διαβαίνων έξωθεν εκατόνταρχος φέρων τάγμα ημερησίας φυλακής, και φωνάξας μεγαλοφώνως τον πρώτον όστις έφερε την σημαίαν, τον διέταξε να σταθή εκεί και να στήση την σημαίαν, διότι ήτον αυτός κάλλιστος τόπος διά να καθήσωσι και να μείνωσιν. Ως δ' ηκούσθη η φωνή αύτη εγκαίρως, εν ώ εσκέπτοντο περί αδήλου του μέλλοντος, ο Λουκρήτιος, προσκυνήσας, είπεν ότι εις την θείαν εντολήν προσθέτει την γνώμην του και αυτός, και έκαστος των άλλων την ηκολούθησε. Θαυμαστή δ' έγινε μεταβολή και της του πλήθους ορμής, και πάντες παρεκίνουν αλλήλους, και ήρχιζον το έργον, ουχί διαιρέσαντες αυτό και κατά τάξιν, αλλά κατελάμβανεν έκαστος κατά λόγον της προθυμίας του οποίον τόπον ήθελε. Διά τούτο μετά σπουδής και τάχους ανεγείροντες την πόλιν, την ωκοδόμουν έχουσαν ανωμάλους τας οδούς μεταξύ των συσσωρευομένων κατοικιών και εντός ενός έτους λέγεται ότι ανεστήθη η πόλις νέα πάλιν και κατά τα τείχη, και κατά τας ιδιωτικάς οικοδομάς. Οι δε ταχθέντες υπό του Καμίλλου όπως ανεύρωσι και προσδιορίσωσι τους ιερούς τόπους, συγκεχυμένους και αυτούς, ως πάντα τα άλλα, όταν ήλθον εις τον ναΐσκον του Άρεως, περιοδεύοντες το Παλάτιον, αυτόν μεν εύρον, ως όλα τ' άλλα κατεστραμμένον και κεκαυμένον υπό των βαρβάρων ανερευνώντες δε και καθαίροντες τον τόπον, απήντησαν το μαντικόν ξύλον του Ρωμύλου (402), κεχωσμένον υπό πολλήν και βαθείαν στάκτην. Είναι δε τούτο κυρτόν κατά τα δύο πέρατα, και καλείται Λίτυον. Μεταχείζονται δ' αυτά διά να διαγράφωσι τα πλινθία, όταν κάθηνται μαντευόμενοι διά των ορνέων. Τούτο μετεχειρίζετο και εκείνος, διότι ήτον μαντικώτατος. Όταν δ' έγινεν άφαντος εκ του μέσου των ανθρώπων, παραλαβόντες οι ιερείς το ξύλον, το εφύλαττον άθικτον, ως παν άλλο ιερόν. Όταν λοιπόν, εν ώ όλα τα άλλα είχον απολεσθή, ανεύρον τούτο τότε διαφυγόν την φθοράν, επλήσθησαν γλυκυτάτων ελπίδων υπέρ της Ρώμης, πιστεύοντες ότι το σημείον τούτο τοις εξησφάλιζε την σωτηρίαν αΐδιον.

ΛΓ. Δεν είχον δ' έτι παύσει ασχολούμενοι περί ταύτα, όταν τους κατέλαβε πόλεμος, και οι μεν Αικανοί (403) μετά των Ουολούσκων και Λατίνων εισέβαλον εις την χώραν, οι δε Τυρρηνοί επολιόρκουν το Σούρτιον (404), πόλιν σύμμαχον των Ρωμαίων. Στρατοπεδεύσαντες δ' οι χιλίαρχοι, οίτινες είχον την αρχηγίαν των Ρωμαίων, παρά το Μάρκιον όρος (405), επολιορκούντο υπό των Λατίνων, και κινδυνεύοντες ν' απολέσωσι το στρατόπεδόν των, εμήνυσαν εις την Ρώμην, και τότε εξελέγη ο Κάμιλλος εκ τρίτου Δικτάτωρ. Λέγονται δε περί του πολέμου τούτου λόγοι διττοί, εξ ών διηγούμαι πρώτον τον μυθώδη. Λέγουσιν ότι οι Λατίνοι, είτε προφασιζόμενοι, είτε θέλοντες αληθώς ν' αναμίξωσι τα γένη πάλιν εξ αρχής, έστειλαν και εζήτουν παρά των Ρωμαίων παρθένους ελευθέρας εις γυναίκας· οι δε Ρωμαίοι ηπόρουν τι να πράξωσι, διότι, μη αποκαταστηθέντες εισέτι, ουδ' αναλαβόντες τας δυνάμεις των, εφοβούντο τον πόλεμον, και υποπτεύον ότι η ζήτησις των γυναικών ήτον πρόφασις διά να λάβωσιν ομήρους, και ευπρεπείας χάριν ότι την ωνόμαζον επιγαμίαν. Τότε θεραπαινίς τις, ονομαζομένη Τουτούλα, ως δέ τινες λέγουσι, Φιλωτίς (406), εσυμβούλευσε τους άρχοντας να στείλωσι μετ' αυτής εκ των υπηρετριών τας ωραιοτέρας και τας μάλλον κατά την μορφήν διακεκριμένας, και να τας στολίσωσιν ως νύμφας ευγενείς, τα δε λοιπά ότι θέλουσιν είσθαι εδική της φροντίς. Κατεπείσθησαν λοιπόν οι άρχοντες, και εκλέξαντες εκ των θεραπαινίδων όσας εκείνη εθεώρησε καταλλήλους διά την περίστασιν, τας εστόλισαν διά λαμπρών φορεμάτων και διά χρυσού, και τας παρέδωκαν εις τους Λατίνους, οίτινες εστρατοπέδευον ουχί πολύ μακράν της πόλεως. Την νύκτα δε, αι μεν άλλαι υπέκλεψαν τας μαχαίρας των εχθρών, η δε Τουτούλα ή Φιλωτίς, αναβάσα εις μεγάλην αγριοσυκήν, και εκτείνασα το ιμάτιόν της προς τα οπίσω, ύψωσε λαμπάδα προς την Ρώμην, καθώς είχε προσυμφωνήσει μετά των αρχόντων, χωρίς να το γνωρίζη ουδείς άλλος εκ των πολιτών. Δια τούτο και οι στρατιώται, βιαζόμενοι υπό των αρχόντων, εξήρχοντο θορυβωδώς, και έκραζον ο είς τον άλλον, και μόλις έμβαινον εις τάξιν. Ελθόντες δ' εις το χαράκωμα, εν ώ οι εχθροί δεν τους περιέμενον αλλ' εκοιμώντο, εκυρίευσαν το στρατόπεδον, και εφόνευον τους περισσοτέρους. Λέγεται δ' ότι τούτο έγινε κατά τας Ιουλίας, ως τώρα λέγονται, ως δ' ωνομάζοντο τότε Κυιντιλίας νόννας (407), και ότι η ήδη τελουμένη εορτή είναι της πράξεως εκείνης ενθύμησις· διότι, πρώτον μεν, εξερχόμενοι της πύλης, πολλά των εγχωρίων και κοινών ονομάτων καλούσι μεγαλοφώνως, Γάιον, Μάρκον, Λούκιον, και αλλά όμοια, μιμούμενοι τας κραυγάς μεθ' ών εκαλούντο τότε εν μέσω της μεγάλης των βίας. Έπειτα, εστολισμέναι λαμπρώς αι υπηρέτριαι, περιφέρονται, και αστειευόμεναι περιπαίζουσιν όσους απαντώσιν. Εκτελούσι δε και μάχην τινά αύται μεταξύ των, ως είχον και τότε μεθέξει του προς τους Λατίνους πολέμου. Κάθηνται δε και τρώγουσι, σκιαζόμεναι υπό κλάδους συκής· και την ημέραν καλούσι Νόννας Καπρατίνας, εξ αιτίας, ως νομίζεται, της αγριοσυκής αφ' ής η θεραπαινίς ύψωσε την λαμπάδα· διότι την αγριοσυκήν ονομάζουσι Καπρίφικον. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι τα περισσότερα τούτων γίνονται και λέγονται διά το συμβάν του Ρωμύλου· διότι κατά ταύτην την ημέραν έγινεν αυτός άφαντος έξω της πύλης, όταν επήλθε σκότος και θύελλα, και, ώς τινες νομίζουσιν, έγινεν ηλίου έκλειψις· και ότι η ημέρα εκ τούτου ωνομάσθη Νόνναι καπρατίναι, διότι την αίγα ονομάζουσι κάπραν, ο δε Ρωμύλος ανελήφθη δημηγορών περί το καλούμενον Αιγός έλος, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου.

ΛΔ. Την δ' ετέραν διήγησιν ούτω λέγουσιν οι περισσότεροι συγγραφείς, επιδοκιμάζοντες αυτήν. Όταν έγινεν εκ τρίτου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος, ακούσας ότι το μετά των χιλιάρχων στράτευμα επολιορκείτο υπό των Λατίνων και των Ουολούσκων, ηναγκάσθη να οπλίση και τους πολίτας όσοι ήσαν ουχί πλέον νέοι, αλλά παρακμάσαντες ήδη. Πορευθείς δε διά μακρού γύρου πέριξ του Μαρκίνου όρους, και μη εννοηθείς υπό των εχθρών, εστρατοπέδευσεν οπίσω αυτών, και ανάψας πολλά πυρά, ούτως εδήλωσε την παρουσίαν του. Τότε οι πολιορκούμενοι, θάρρος λαβόντες, εσκέπτοντο να εκδράμωσι, και να συνάψωσι μάχην. Οι δε Λατίνοι και οι Ουολούσκοι, περιορισθέντες εντός των χαρακωμάτων, ωχύρουν διά ξύλων πολλών και περιέφραττον το στρατόπεδον πανταχόθεν, όντες μεταξύ δύο εχθρικών προσβολών, και απεφάσισαν να περιμείνωσιν άλλην δύναμιν εκ της πατρίδος των, ελπίζοντες συγχρόνως και των Τυρρηνών βοήθειαν. Εννοήσας δε τούτο ο Κάμιλλος, και φοβηθείς μη πάθη ό,τι αυτός έκαμεν εις τους εχθρούς όταν τους περιεκύκλωσεν, εβιάζετο να προλάβη αυτούς. Επειδή δε το περίφραγμα ήτον ξύλινον, και σφοδρός άνεμος κατήρχετο από των ορέων όταν εξημέρωνεν, ετοιμάσας πολλά πυρά, και περί την αυγήν οδηγών το στράτευμα, τους άλλους διέταξεν από του απέναντι μέρους να ρίπτωσι βέλη μετά κραυγών· ο ίδιος δ' έχων μεθ' εαυτού τους μέλλοντας να βάλωσι το πυρ προς το μέρος του χαρακώτος όπου συνήθως προσέπιπτε κυρίως ο άνεμος, περιέμενε την ώραν. Όταν δε, αφ' ού ήρχισεν η μάχη, ανέτειλεν ο ήλιος, και ο άνεμος εφύσα λαμπρός, εσήμανε την προσβολήν, και κατέσπειρε περί τον χάρακα άφθονα τα πυροβόλα. Ταχέως δ' υψώθησαν αι φλόγες τρεφόμενοι εκ των πυκνών πάλων και των ξυλίνων σταυρωμάτων, και εξετείνοντο πέριξ, χωρίς οι Λατίνοι να έχωσι κανέν βοήθημα έτοιμον διά την απόσβεσιν. Επειδή δε το στρατόπεδον ήτον ήδη πλήρες πυρός, εις ολίγον αυτοί συστελλόμενοι τόπον, ηναγκάζοντο να περιπίπτωσιν εις τους εχθρούς, οίτινες ένοπλοι και παρατεταγμένοι τους περιέμενον έξω του χαρακώματος. Και εξ αυτών μεν ολίγοι διέφυγον· τους δε μείναντας εις το στρατόπεδον όλους κατέστρεψε το πυρ, έως ότου οι Ρωμαίοι το έσβεσαν διά να δοθώσιν εις την αρπαγήν των πραγμάτων.

ΛΕ. Αφ' ού δε ταύτα έγιναν, αφείς εις το στρατόπεδον τον υιόν του Λούκιον, φύλακα των αιχμαλωτισθέντων ανθρώπων και των χρημάτων, εισέβαλεν ο ίδιος εις των εχθρών την χώραν, και κυριεύσας την πόλιν των Αικανών, και υποτάξας τους Ουολούσκους, ωδήγησεν ευθύς το στράτευμα προς το Σούτριον, επειδή δεν είχεν εισέτι ακούσει τα συμβάντα εις τους Σουρτίνους, αλλ' έσπευδε να βοηθήση, νομίζων αυτούς εις κίνδυνον και πολιορκουμένους υπό των Τυρρηνών. Αυτοί δε, την μεν πόλιν είχον ήδη παραδώσει εις τους εχθρούς, πάντων δ' εστερημένοι, και μετά μόνων αφειμένοι των ιματίων των, απήντησαν μετά παίδων και γυναικών καθ' οδόν τον Κάμιλλον, διά την τύχην των οδυρόμενοι. Λυπηθείς δ' ο Κάμιλλος διά την θέαν ταύτην, και βλέπων τους Ρωμαίους ότι εδάκρυον προς τας παρακλήσεις των Σουτρίνων, και ηγανάκτουν διά τα γενόμενα, απεφάσισε να μη αναβάλη την τιμωρίαν, αλλ' ευθύς, την ιδίαν εκείνην ημέραν να κινηθή κατά του Σουτρίου, σκεπτόμενος ότι ανθρώπους οίτινες εκυρίευσαν πόλιν προ ολίγου ευδαίμονα και πλουσίαν, και ουδένα εχθρόν αφήκαν εις αυτήν ουδέ περιέμενον έξωθεν, θέλει τους εύρει όλως εις παραλυσίαν παραδεδομένους, και αφυλάκτους. Και ορθώς εσκέφθη. Όχι μόνον την χώραν διήλθε χωρίς να εννοηθή, αλλά και εις τας πύλας έφθασε, και τα τείχη κατέλαβε, διότι ουδείς τα εφύλαττεν, αλλ' ήσαν εις τας οικίας διεσπαρμένοι, μεθύοντες και συμποσιάζοντες. Όταν δ' ενόησαν ότι οι εχθροί είχον ήδη κυριεύσει της πόλιν, τόσον κακώς διέκειντο υπ' ακρασίας και μέθης, ώστε ουδ' εις φυγήν ετράπησαν πολλοί, αλλ' εντός των οικιών έμενον αισχρώς φονευόμενοι, ή παρεδίδοντο εις τους πολεμίους. Ούτω λοιπόν συνέβη εις την πόλιν των Σουτρίνων, δις κατακτηθείσαν εντός μιας ημέρας, και ν' απολέσωσιν οι έχοντες αυτήν, και να την λάβωσι πάλιν οπίσω, εξ αιτίας του Καμίλλου, οι αυτής στερηθέντες.

ΛΣΤ. Ο δε διά ταύτην την νίκην θρίαμβος αυτού τω περιεποίησε τιμήν και λαμπρότητα ουχί ολιγωτέραν των δύο πρώτων. Διότι και αυτούς τους πολίτας όσοι εφθόνουν αυτόν, και διισχυρίζοντο ότι κατώρθου τα πάντα εξ ευτυχίας τινός μάλλον παρά εξ ικανότητος, ηνάγκασαν τότε αι πράξεις του ν' αποδώσωσι δόξαν εις την δεινότητα και εις την δραστηριότητα του ανδρός. Επισημότατος δε μεταξύ των αντιπάλων των φθονούντων αυτόν ήτον ο Μάρκος Μάλλιος, ο πρώτος απωθήσας τους Κελτούς από της ακροπόλεως, ότε διά νυκτός ανέβησαν εις το Καπιτώλιον, και διά τούτο Καπιτωλίνος επονομασθείς. Ούτος, έχων την αξίωσιν ότι ήτον πρώτος των πολιτών, και μη δυνάμενος να υπερτερήση διά καλών τρόπων του Καμίλλου την δόξαν, επεχείρησε τα κοινά και συνήθη των θελόντων ν' αρπάσωσι τυραννικήν εξουσίαν, εδημαγώγει το πλήθος, μάλιστα μεν υπερασπιζόμενος τους αφειλέτας και συνηγορών υπέρ αυτών κατά των δανειστών, άλλους δε και διά της βίας αφαιρών από των χειρών αυτών, και εμποδίζων να δικασθώσι κατά τον νόμον· ώστε πολλοί των απόρων ταχέως τον περιεστοίχισαν, και πολύν φόβον επροξένουν εις τους επισημοτέρους πολίτας, αυθάδεις γινόμενοι, και την αγοράν ταράττοντες. Εν μέσω τούτων, Δικτάτωρ γενόμενος Κόιντος ο Καπιτωλίνος (408), εφυλάκισε τον Μάλλιον· αλλ' ο λαός, άμα τούτο έγινεν, ήλλαξεν ενδύματα, πράγμα γινόμενον διά μεγάλας και δημοσίας συμφοράς. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η σύγκλητος διέταξε ν' αφεθή ο Μάλλιος. Αλλά και αφ' ού αφέθη, δεν εβελτιώθη αυτός, αλλά θρασύτερον εδημαγώγει, και ταραχάς διήγειρεν εις την πόλιν. Εξελέγη δε πάλιν χιλίαρχος ο Κάμιλλος, και εις δίκην εισήχθη ο Μάλλιος. Αλλά τους κατηγόρους αυτού έβλαπτε μεγάλως η θέα, διότι ο τόπος εφ' ού ιστάμενος ο Μάλλιος ενυκτομάχησε κατά των Κελτών, εφαίνετο άνωθεν από του Καπιτωλίου εις την αγοράν, και ενέπνεεν οίκτον εις τους βλέποντας αυτόν. Και αυτός δε προς εκεί τας χείρας υψών, και δακρύων, ενεθύμιζε τους αγώνας αυτού, ώστε οι κρίνοντες έμενον εις αμηχανίαν, και πολλάκις ανέβαλλον την δίκην, ούτε το έγκλημα θέλοντες ν' αθωώσωσιν, εν ώ φανερά είχον αυτού τα τεκμήρια, ούτε τον νόμον δυνάμενοι να εφαρμόσωσιν, εν ώ ως εκ της θέσεως του τόπου είχον προ οφθαλμών των την πράξιν αυτού. Τούτο εννοήσας ο Κάμιλλος, μετέφερε το δικαστήριον έξω της πόλεως, εις το Πετηλίνον δάσος (409), όθεν το Καπιτώλιον δεν εφαίνετο. Τότε και ο ενάγων εκατηγόρησε, και οι κρίνοντες απέβαλον την μνήμην των παλαιών γεγονότων, ούτως ώστε παρεδίδοντο εις την οργήν ής τα νέα αυτού εγκλήματα ήσαν άξια· Ο Μάλλιος λοιπόν καταδικασθείς, ανεβιβάσθη εις το Καπιτώλιον, και ριφθείς κατά του κρημνού, τον αυτόν τόπον έλαβεν ως μνημείον και των ευτυχεστάτων έργων, και των μεγίστων ατυχημάτων αυτού. Οι δε Ρωμαίοι, κατασκάψαντες την οικίαν αυτού, ανήγειρον ιερόν Θεάς, ήν ονομάζουσι Μονήταν (410), και εψήφισαν ότι του λοιπού ουδείς των Πατρικίων θέλει κατοικεί πλέον εις την ακρόπολιν.

ΛΖ. Ο δε Κάμιλλος, κληθείς να λάβη και έκτην φοράν την χιλιαρχίαν, παρητείτο, διότι και την ηλικίαν ήτον ήδη προβεβηκώς, και εφοβείτο μέχρι τινός και τον φθόνον, και χαιρεκακίαν τινα της τύχης μετά τοσαύτην δόξαν και τόσα κατορθώματα. Η δε προτεινομένη φανερά αιτία ήτον αρρώστια του σώματος, διότι συνέπεσε ν' ασθενή κατά τας ημέρας εκείνας. Αλλά δεν τον αφήκεν ο δήμος ν' αποποιηθή την αρχήν, και εκραύγαζεν ότι δεν τον θέλει ούτε να ιππεύη ούτε να οπλομαχή εις τους πολέμους, αλλά μόνον να σκέπτηται και να προστάττη· ούτω τον ηνάγκασε να δεχθή την στρατηγίαν, και μεθ' ενός των συνάρχων του, του Λευκίου Φουρίου, να εξαγάγη ευθύς τον στρατόν κατά των εχθρών. Ήσαν δ' ούτοι οι Πραινεστίνοι και οι Ουολούσκοι, οίτινες μετά πολλής δυνάμεως περιέτρεχον λεηλατούντες την συμμαχικήν των Ρωμαίων ώραν. Εξήλθε λοιπόν και εστρατοπέδευσε πλησίον των εχθρών, και ευθύς μεν ήθελε να παρατείνη τον πόλεμον διά χρονοτριβών, και αν ήτον ανάγκη μάχης, ν' αγωνισθώσι μόνον αφ' ού αυτός αναλάβη την υγείαν του. Αλλ' επειδή ο σύναρχος αυτού Λεύκιος, δόξαν επιθυμών, εφέρετο προς τον κίνδυνον ακατασχέτως, και παρεκίνει συγχρόνως και τους ταξιάρχας και λοχαγούς, φοβηθείς μήπως φανή ότι εκ φθόνου θέλει να εμποδίση την φιλοτιμίαν νέων ανδρών και ν' αφαιρέση απ' αυτών την αφορμήν κατορθώματος, συνεχώρησε παρά την θέλησίν του εις εκείνον να παρατάξη την δύναμιν, αυτός δε, εξ αιτίας της ασθενείας έμεινε μετ' ολίγων εις το στρατόπεδον. Αλλ' ο Λεύκιος, ριφθείς μετά νεανικής προπετείας εις την μάχην, απέτυχεν. Ιδών δ' ο Κάμιλλος την τροπήν των Ρωμαίων, δεν εκρατήθη, αλλ' εξορμήσας εκ της κλίνης, ερρίφθη μετά των οπαδών αυτού εις τας πύλας του χαρακώματος, διά των φευγόντων διασχίζων την οδόν του προς τους διώκοντας, ώστε οι μεν ευθύς εστρέφοντο εις τα οπίσω και τον ηκολούθουν, όσοι δ' ήρχοντο έξωθεν, ίσταντο εμπρός αυτού συνασπιζόμενοι, και παρεκίνουν αλλήλους να μη μείνωσιν οπίσω του στρατηγού των. Και τότε μεν ούτως ηναγκάσθησαν να παραιτηθώσι της διώξεως οι εχθροί. Την δ' επαύριον προχωρήσας ο Κάμιλλος μετά της δυνάμεως, και συνάψας μάχην, και αυτούς νικά κατά κράτος, και το χαράκωμα αυτών κυριεύει, εισορμήσας εις αυτό ομού μετά των φευγόντων, και τους περισσοτέρους εφόνευσε. Μετά τούτο δε, ακούσας ότι η πόλις Σατρία (411) εκυριεύθη υπό των Τυρρηνών, και ότι οι κάτοικοι αυτής, εσφάγησαν, όντες όλοι Ρωμαίοι, το μεν πολύ και βαρύ στράτευμα έστειλεν εις την Ρώμην, αυτός δε, παραλαβών τους ακμαιοτέρους και προθυμοτέρους, επέπεσε κατά των κυριευσάντων την πόλιν Τυρρηνών, και νικήσας αυτούς, άλλους μεν απεδίωξεν, άλλους δ' εφόνευσεν.

ΛΗ. Επανελθών δε μετά πολλών λαφύρων εις την Ρώμην, έδειξεν ότι φρονιμώτατοι πάντων ήσαν όσοι δεν εφοβήθησαν την ασθένειαν και το γήρας αρχηγού έχοντος εμπειρίαν και τόλμην, αλλ' εξελέξαντο εκείνον, μη θέλοντα και νοσούντα, μάλλον παρά τους νέους όσοι παρεκάλουν και εζήτουν να στρατηγήσωσι. Διά τούτο και όταν ερρέθη ότι απεστάτησαν οι Τουσκλάνοι (412), έλεγον τον Κάμιλλον να εξέλθη κατ' αυτών, εκλέξας και ένα των πέντε συστρατηγών του. Εκείνος δε, αν και όλοι παρεκάλουν και ήθελον, αφήσας τους άλλους, εξελέξατο τον Λεύκιον Φούριον, εν ώ ουδείς περιέμενε τούτο, διότι εκείνος ήτον όστις προ ολίγου είχε προθυμηθή να πολεμήση παρά του Καμίλλου την γνώμην, και είχε νικηθή εις την μάχην. Θέλων όμως, ως φαίνεται, να κρύψη την συμφοράν αυτού, και ν' απαλλάξη από της καταισχύνης τον άνθρωπον, αυτόν αντί όλων των άλλων προήγαγεν. Οι δε Τουσκλάνοι, το σφάλμα των διορθούντες διά πανουργίας, εν ώ ο Κάμιλλος εβάδιζεν εναντίον των, τας μεν πεδιάδας επλήρωσαν ανθρώπων οίτινες εγεώργουν, και έβοσκον ποίμνια, ως εν καιρώ ειρήνης, τας δε πύλας είχον ανεωγμένας, και τα παιδία σπουδάζοντα εις τα σχολεία. Του δε λαού οι μεν βαναυσουργοί ήσαν εις τα εργαστήρια, καταγινόμενοι εις τας τέχνας, οι δ' αστοί εις την αγοράν, ιμάτια άνευ όπλων φορούντες (413). Οι δ' άρχοντες περιήρχοντο μετά σπουδής προσδιορίζοντες καταλύματα διά τους Ρωμαίους, ως ουδέν κακόν περιμένοντες ή έχοντες επί της συνειδήσεώς των. Πράττοντες δε ταύτα, δεν έπεισαν μεν τον Κάμιλλον ότι δεν υπήρξε προδοσία· αλλ' εκείνος οικτείρας την μετάνοιαν αυτών διά την προδοσίαν των, τοις παρήγγειλε ν' απέλθωσιν εις την σύγκλητον να την παρακαλέσωσι να πραΰνη την οργήν αυτής· συνέπραξε δε και αυτός εις τας παρακλήσεις των, όπως αθωωθή η πόλις από πάσης κατηγορίας, και δοδή εις αυτήν ισοπολιτεία (414). Αύται ήσαν της έκτης αυτού χιλιαρχίας αι επιφανέσταται πράξεις.

ΛΘ. Μετά δε ταύτα, όταν ο Λικίννιος Στόλων (415) ήγειρε μεγάλην στάσιν εις την πόλιν, και ο δήμος επανίστατο κατά της συγκλήτου, απαιτών εκ των δύο διοριζομένων υπάτων ο είς να είναι απλώς δημότης, και όχι και οι δύο πατρίκιοι, τότε εξελέγησαν μεν, δήμαρχοι, εμπόδισε δε το πλήθος να εκτελεσθώσι και αι υπατικαί αρχαιρεσίαι· επροχώρουν δε δι' αναρχίας τα πράγματα εις μείζονας ταραχάς, όταν ο Κάμιλλος ανεδείχθη και εκ τετάρτου Δικτάτωρ υπό της Βουλής παρά του δήμου την θέλησιν, ουδ' αυτός έχων προθυμίαν να δεχθή, ουδέ θέλων να εναντιωθή προς ανθρώπους έχοντας θάρρος απέναντι αυτού διά τους πολλούς και μεγάλους αγώνας των, διότι περισσότερα έπραξε μετ' αυτών στρατηγών, παρά μετά των Πατρικίων εις τα πολιτικά, εννοών δ' ότι και τώρα εξελέγη υπ' αυτών φθονούμενος δι' εκείνα, όπως ή παύση την δημοκρατίαν, αν υπερίσχυε, ή παυθή αυτός, εάν ενικάτο. Ουχ ήττον όμως επροσπάθησε να οικονομήση την περίστασιν, και μαθών την ημέραν καθ' ήν οι δήμαρχοι εμελέτων να προτείνωσι τον νόμον, διεκήρυξεν απογραφήν στρατολογικήν, και μετεκάλεσε τον λαόν από της αγοράς εις το πεδίον, διά μεγάλων προστίμων απειλών τους μη υπακούοντας. Αλλ' επειδή οι δήμαρχοι, εις τας απειλάς ανθιστάμενοι, τον ανεκάλουν πάλιν εκείθεν, και ώμνυον ότι θέλουσι τον ζημιώσει διά πεντήκοντα χιλιάδων αργυρίου (416) αν δεν παύση να στερή τον δήμον του νόμου και να εμποδίζη την ψηφοφορίαν, είτε φοβηθείς άλλην εξορίαν και κατάδίκην, μη πρέπουσαν πλέον εις αυτόν, γέροντα όντα και απηυδημένον, είτε διότι δεν ηδυνάτο να καταβάλη την δυσνίκητον και ακαταμάχητον βίαν του πλήθους, τότε μεν απεσύρθη εις την οικίαν του· τας δε λοιπάς ημέρας, προσποιούμενος τον άρρωστον, παρητήθη της εξουσίας, η δε σύγκλητος εγκατέστησεν άλλον Δικτάτωρα, όστις ανέδειξεν ίππαρχον αυτόν τον αρχηγόν της στάσεως Στόλωνα, και τον αφήκε να κυρώση τον νόμον όστις προ πάντων δυσηρέστει τους Πατρικίους. Ώρισε δ' ούτος, ουδείς να έχη γην περισσοτέραν των πεντακοσίων πλέθρων. Και τότε μεν ο Στόλων ανεδείχθη λαμπρός, νικήσας εις την ψηφοφορίαν. Ολίγον ύστερον όμως εφωράθη ο ίδιος έχων όσην εμπόδιζεν άλλους να έχωσι, και κατά τον ίδιον νόμον ετιμωρήθη.

Μ. Αλλ' ενώ έμενεν εισέτι η περί των υπατικών αρχαιρεσιών φιλονεικία, ήτις και ήτον το δυσκολώτερον της στάσεως αντικείμενον, και πρώτη αφορμή αυτής εγένετο, και περισσοτέρους περισπασμούς έδωκεν εις την Βουλήν, διαιρέσασα αυτήν προς τον δήμον, ήλθον ειδήσεις σαφείς, ότι οι Κελτοί, ορμώμενοι πάλιν από της Αδριατικής θαλάσσης, ήρχοντο μετά πολλών μυριάδων κατά της Ρώμης. Μετά του λόγου δ' αυτού ήρχισαν και του πολέμου τα έργα, διότι η χώρα ελεηλατείτο, και οι άνθρωποι, όσο δεν εδύναντο να καταφύγωσιν εις την Ρώμην, διεσκορπίζοντο εις τα όρη. Ο φόβος λοιπόν ούτος έπαυσε την στάσιν, και συνελθόντες εις έν οι άριστοι μετά του πλήθους, και η βουλή μετά του δήμου, εξελέξαντο όλοι ομοφώνως Δικτάτωρα εκ πέμπτου τον Κάμιλλον (417). Ήτον δ' αυτός τότε πολύ γέρων, και σχεδόν ογδοηκοντούτης. Βλέπων όμως την ανάγκην και τον κίνδυνον, ούτε απολογίαν είπεν ως πρότερον, ούτε προφάσεις μετεχειρίσθη, αλλ' αμέσως δεχθείς την στρατηγίαν, εστρατολόγει τους αξιοπολέμους. Γνωρίζων δ' ότι το κυριώτερον μέρος της δυνάμεως των βαρβάρων συνίστατο εις τας μαχαίρας αυτών, άς βαρβαρικώς και όλως ατέχνως καταφέροντες, έκοπτον ομού ώμους και κεφαλάς, διέταξε να χαλκευθώσι διά τους περισσοτέρους περικεφαλαίαι ολοσίδηροι και έξωθεν λείαι, ώστε αι μάχαιραι να ολισθαίνωσιν ή να θραύωνται εις αυτάς· πέριξ δε των ασπίδων ήρμοσε λεπίδα χαλκήν, διότι το ξύλον μόνον δεν αντείχεν εις τα κτυπήματα. Εδίδαξε δ' ο ίδιος τους στρατιώτας να μεταχειρίζωνται μακρά ακόντια, και διευθύνοντες αυτά υπό τας μαχαίρας των εχθρών, να δέχωνται αυτάς καταφερομένας.

ΜΑ. Όταν δ' επλησίασαν οι Κελτοί, και ήσαν περί τον Ανίωνα ποταμόν (418), βαρύ στρατόπεδον έχοντες και πλήρες λαφύρων αφθόνων, έφερεν έξω το στράτευμα, και το έστησεν εις κοιλάδα σύδενδρον και μαλακήν, πολλάς κοιλότητας έχουσαν, ώστε το μεν περισσότερον μέρος αυτής εκρύπτετο, όσον δ' εφαίνετο, ο φόβος το εξελάμβανεν ως συστελλόμενον όλον εις τραχείς ανηφόρους. Θέλων δ' ο Καμίλλος ν' αυξήση έτι μάλλον την περί τούτου απάτην αυτών, δεν εβοήθησε τα υπό τους πόδας του μέρη, λεηλατούμενα, αλλά φράξας το χαράκωμα, έμεινεν εν ησυχία, έως ότου είδον άλλους μεν σκορπισθέντας όπως τροφάς συγκομίσωσιν, άλλους δ' εις το στρατόπεδον κατά πάσαν ώραν κατά κόρον τρώγοντας και μεθύοντας. Τότε δ' εν ώ νυξ ήτον έτι, πέμψας εμπρός τους ψιλούς διά να εμποδίζωσι τους βαρβάρους να παραταχθώσι, και να τους ταράττωσιν άμα εξήρχοντο του στρατοπέδου, κατεβίβασεν, άμα εχάραξε, τους οπλίτας, και παρέταττεν αυτούς εις την πεδιάδα, πολλούς και προθύμους, ουχί δε, ως οι βάρβαροι ήλπιζον ότι θέλουσι τους ιδή, ολίγους και ατόλμους. Και πρώτον μεν τούτο εταπείνωσε το φρόνημα των Κελτών, διότι δεν κατεδέχοντο να είναι αυτοί οι προσβεβλημένοι. Έπειτα δε, επιπίπτοντες οι ψιλοί, και πριν ή λάβωσι την συνήθη τάξιν και διαιρεθώσι κατά λόχους, ταράττοντες και βιάζοντες αυτούς, τους ηνάγκασαν να πολεμήσωσιν ατάκτως, και όπως έτυχε. Τέλος δ' ήλθε και ο Κάμιλλος, φέρων τους οπλίτας· και εκείνοι μεν, υψώσαντες τας μαχαίρας, ώρμησαν επί το αυτό· οι δε Ρωμαίοι, αποκρούοντες τας πληγάς διά των ακοντίων, και εις τα κτυπήματα αντιτάττοντες μέρη σεσιδηρωμένα, εγύριζον τον σίδηρον εκείνων, διότι ήτον μαλακός και εις λεπτάς λεπίδας εσφυρηλατημένος, ώστε αι μάχαιραι αυτών ταχέως ελυγίζοντο και εδιπλώνοντο, τας δε ασπίδας των διεπέρων τα ακόντια, και έλκοντα αυτάς, τας καθίστων βαρείας. Δια τούτο, ρίπτοντες τα ίδια αυτών όπλα, επροσπάθουν να μεταχειρισθώσι τα όπλα εκείνων, και λαμβάνοντες τα ακόντια διά των χειρών των, αλλού να τα στρέφωσιν. Οι δε Ρωμαίοι, βλέποντες αυτούς ούτω γυμνούς, ήρχισαν να μεταχειρίζωνται τα ξίφη αυτών, και πολλοί μεν εφονεύοντο εκ των ισταμένων εις τας πρώτας τάξεις, οι δε λοιποί έφευγον πανταχού εις όλην την πεδιάδα, διότι τους λόφους και τα υψηλά τα είχε προκαταλάβει ο Κάμιλλος, το δε στρατόπεδον έχοντες άφρακτον εξ αφοβίας, ήξευρον ότι ευκόλως θα εκυριεύετο. Η μάχη αύτη λέγουσιν ότι έγινε δεκατρία έτη μετά της Ρώμης την άλωσιν (419), και θάρρος ακλόνητον έλαβον εξ αυτής οι Ρωμαίοι, οίτινες πολύ εφοβούντο τους βαρβάρους, πιστεύοντες ότι την πρώτην φοράν ενικήθησαν ουχί υπό της δυνάμεως αυτών, αλλ' υπό νόσων και υπ' απροσδοκήτων συμβάντων. Τόσον δε μέγας ήτον ο φόβος αυτών, ώστε είχον ψηφίσει νόμον, να είναι οι ιερείς ελεύθεροι της στρατολογίας, εκτός αν επέκειτο Γαλατικός πόλεμος.

ΜΒ. Και των μεν στρατιωτικών του Καμίλλου αγώνων ούτος ήτον ο τελευταίος, διότι την πόλιν των Ουελιτράνων εκυρίευσεν ως πάρεργον της εκστρατείας ταύτης, αμαχητί υποταγείσαν. Των δε πολιτικών τω επεφυλάττετο ο μέγιστος και ο δυσκολώτατος, ο προς τον δήμον, όστις επέστρεφεν ισχυρός διά των νικών του, και επέμενε ν' αναδείξη ύπατον εκ των απλών δημοτών παρά τον υφιστάμενον νόμον, εν ώ η βουλή ανθίστατο, και δεν επέτρεπεν εις τον Κάμιλλον να καταθέση την αρχήν, διότι ήλπιζεν ότι έχουσα μεθ' εαυτής την ισχυράν και μεγάλην εξουσίαν εκείνου, θα ηγωνίζετο καλλήτερον υπέρ της αριστοκρατίας. Εις την αγοράν εκάθητο ο Κάμιλλος θεωρών υποθέσεις, όταν υπηρέτης πεμφθείς παρά των δημάρχων, τω διέταξε να τον ακολουθήση, και έθηκεν επί αυτού την χείρα του ως διά να τον σύρη. Τότε επλήσθη η αγορά κραυγής και θορύβου, ως ποτέ άλλοτε, και οι μεν περί τον Κάμιλλον απώθουν από του βήματος τον δημόσιον υπηρέτην, το δε πλήθος κάτωθεν τω έλεγε να τον σύρη. Απορών δε τι να πράξη, της μεν αρχής δεν παρητήθη, συμπεριλαβών δε τους βουλευτάς, επορεύθη προς την σύγκλητον, και πριν ή εισέλθη, στραφείς προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους Θεούς να κατευθύνωσι τα πράγματα εις κάλλιστον τέλος, υποσχόμενος ν' ανεγείρη ναόν Ομονοίας, αν η ταραχή καταπαύση. Μέγας δ' αγών ηγέρθη εις την σύγλητον μεταξύ των εναντίων γνωμών ενίκησε δ' η μαλακωτέρα, ενδούσα εις τον δήμον, και επιτρέπουσα ο είς εκ των υπάτων να εκλέγηται υπό του πλήθους. Ταύτα ανεκήρυξεν ο Δικτάτωρ εις τον δήμον ότι απεφασίσθησαν υπό της βουλής και αμέσως, ως ήτον επόμενον, πλήρεις χαράς συνεφιλιούντο μετά της βουλής, και προέπεμπον μετά κρότου και βοής τον Κάμιλλον εις την οικίαν αυτού. Την δ' επαύριον συνελθόντες, εψήφισαν, ιερόν μεν της Ομονοίας, ως ευχηθείς υπεσχέθη ο Κάμιλλος, να οικοδομήσωσι, διά τα γεγονότα, εις θέσιν φαινομένην εκ της αγοράς και εκ της εκκλησίας· εις δε τας καλουμένας Λατίνας ημέρας να προσθέσωσι μίαν, και να εορτάζωσι τέσσαρας· αμέσως δε τότε να τελέσωσι θυσίαν και να στεφανωθώσιν όλοι οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα δ' έγειναν αρχαιρεσίαι υπό του Καμίλλου την προεδρείαν, και εξελέγησαν ύπατοι, ο μεν Μάρκος Αιμίλιος εκ των πατρικίων, ο δε Λεύκιος Σέξτιος, εκ των δημοτών, πρώτος (420). Τούτο είναι το τέλος των πράξεων του Καμίλλου.

ΜΓ. Τον μετά ταύτα δε χρόνον (421) λοιμική νόσος επέπεσεν εις την Ρώμην, και του μεν άλλου όχλου αναρίθμητον πλήθος έφθειρε, των δ' αρχόντων τους περισσοτέρους. Απέθανε δε και ο Κάμιλλος, ώριμος μεν, υπέρ τινα και άλλον άνθρωπον, διά την ηλικίαν και του βίου την τελειότητα, λυπήσας όμως τους Ρωμαίους όσον δεν τους ελύπησαν όλοι οι κατά τον χρόνον εκείνον εκ της νόσου αποθανόντες.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Α. ΙΔΩΝ, ως φαίνεταί ποτε ο Καίσαρ εν Ρώμη πλουσίους περιφέροντας εις τους κόλπους των μικρούς πήθικας και κυνάρια, ηρώτησεν αν αι γυναίκες αυτών δεν γεννώσι παιδία, νουθεσίαν δους, εις ηγεμόνα πρέπουσαν, εις τους καταναλίσκοντας εις ζώα την ενυπάρχουσαν εις ημάς αγάπης και φιλοστοργίας δύναμιν, ήτις οφείλεται εις τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν η ψυχή ημών έχει εκ φύσεως και φιλομαθή τινα διάθεσιν και φιλοθεάμονα, δικαίως δύναται να καθάπτηται των κατάχρησιν αυτής ποιουμένων εις σπουδής ανάξια ακούσματα και θεάματα, παραμελούντων δε τα καλά και ωφέλιμα. Διότι η μεν αίσθησις, ήτις αντιλαμβάνεται των αντικειμένων όταν προσβάλληται υπ' αυτών, ίσως είναι ηναγκασμένη να θεωρή παν το φαινόμενον, είτε χρήσιμον είτε άχρηστον. Τον νουν όμως αν θέλη τις να μεταχειρισθή, ο νους επλάσθη ευκολώτατα να τρέπηται και να μεταβάλληται κατά το δοκούν. Πρέπει επομένως να επιδιώκη το βέλτιστον, έπειτα ου μόνον να θεωρή, αλλά και να τρέφηται θεωρών. Διότι, ως εις τον οφθαλμόν πρόσφορον είναι το ανθηρόν και το τερπνόν χρώμα, το αναζωπυρούν και τέρπον την όψιν, ούτω πρέπει να στρέφωμεν την διάνοιαν προς θεάματα, άτινα ευχαριστούντα αυτήν, την έλκουσι προς το αγαθόν, το ανήκον εις την φύσιν αυτής. Τοιαύτα δ' εισί τα ενάρετα έργα, άτινα, εξιστορούμενα, εξάπτουσι ζήλον και προθυμίαν εις μίμησιν διότι ως προς άλλα πολλά, καί τοι θαυμάζοντες το πραχθέν, δεν ορμώμεθα όμως αμέσως και εις το να πράξωμεν αυτό οι ίδιοι· εξ εναντίας μάλιστα, ευχαριστούμενοι εκ του έργου, πολλάκις περιφρονούμεν τον εργάτην αυτού. Ούτω μας τέρπουσι τα μύρα και της αλουργίδος το χρώμα, αλλά τους βαφείς και τους μυρεψούς θεωρούμεν ως αγενείς τινας και βαναύσους τεχνίτας. Διά τούτο δίκαιον είχεν ο Αντισθένης (422) όταν ήκουσεν ότι ο Ισμηνίας (423) ήτον σπουδαίος αυλητής, ν' αποκριθή· «Αλλ' είναι άνθρωπος μοχθηρός· άλλως δεν θα ήτον αυλητής τοσούτον σπουδαίος». Ο δε Φίλιππος είπε προς τον υιόν του (424), όστις εις συμπόσιον είχε ψάλει μετά πολλής τέχνης και χάριτος· «Δεν εντρέπεσαι να ψάλλης τόσον καλώς;» Διότι αρκεί αν Βασιλεύς καιρόν έχη ν' ακούη άλλους ψάλλοντας, και πολύ θυσιάζει εις τας Μούσας όταν γίνηται θεατής άλλων εις τοιούτους αγώνας ασχολουμένων.

Β. Η δ' ενασχόλησις προς τα ταπεινά εξελέγχεται εκ του ότι υπέρ των αχρήστων τις κοπιών, παραμελεί τα καλά, και ουδείς ευγενής νέος υπάρχει όστις, διότι είδε τον Δία εν Πίση (425) επεθύμησε να γίνη Φειδίας (426), ή την Ήραν εις το Άργος, Πολύκλειτος (427), ουδ' Ανακρέων ή Φιλήμων ή Αρχίλοχος (428), διότι τω ήρεσαν αυτών τα ποιήματα. Δεν είναι αναγκαίον, αν έργον τι τέρπη διά την χάριν του, να είναι περισπούδαστος και ο εργάτης αυτού. Όθεν ουδ' ωφελούσι τα τοιαύτα Θεάματα, τα μη εξάπτοντα ζήλον μιμήσεως, ουδ' εμποιούντα προθυμίαν και ορμήν προς άμιλλαν. Αλλ' αι πράξεις της αρετής διαθέτουσιν ούτως, ώστε συγχρόνως και τα έργα να θαυμάζωνται, και οι εργασθέντες αυτά να είναι επίζηλοι· ώστε των μεν αγαθών της τύχης αγαπώμεν την κτήσιν και την απόλαυσιν, των δε της αρετής αγαπώμεν τας πράξεις, και εκείνα μεν θέλομεν να προέρχωνται εις ημάς παρ' άλλων, ταύτα δε παρ' ημών μάλλον προς άλλους να γίνωνται. Διότι το καλόν έλκει προς εαυτό την ενέργειαν ημών, και εξορμά ημάς αμέσως εις πράξεις, και διαρρυθμίζει τα ήθη ημών, την προαίρεσιν ημών κινούν ουχί διά θεαμάτων μιμήσεως, αλλά δι' αυτής της του έργου εκθέσεως. Διά ταύτα ενεκρίναμεν και ημείς να εμμείνωμεν εις την των βίων περιγραφήν, και συνετάξαμεν δέκατον το βιβλίον τούτο (429), περιέχον τον βίον του Περικλέους και τον του Φαβίου Μαξίμου, του πολεμήσαντος προς τον Αννίβαν, ανδρών ομοίων μεν και κατά τας λοιπάς αρετάς, μάλιστα δε κατά την πραότητα και την δικαιοσύνην, και διότι εγένοντο ωφελιμώτατοι εις τας πατρίδας των, έχοντες την υπομονήν να υποφέρωσι την αγνωμοσύνην των δήμων και των συναρχόντων αυτών. Αν δε ορθώς εσκέφθημεν, θέλει κρίνει έκαστος εκ των ανωτέρω γραφομένων.

Γ. Ο Περικλής ήτον την φυλήν Ακαμαντίδης, Χολαργεύς δε τον δήμον (430), γένους και οίκου πατρόθεν και μητρόθεν του πρώτου· διότι Ξάνθιππος, ο νικήσας εις την Μυκάλην (431) τους στρατηγούς του βασιλέως, ενυμφεύθη την Αγαρίστην, έγγονον του Κλεισθένους (432), εκείνου όστις εδίωξε τους Πεισιστρατίδας, και κατέλυσε γενναίως την τυραννίαν, και έδωκε νόμους, και κατέστησε την πολιτείαν άριστα συγκεκερασμένην προς ομόνοιαν και προς σωτηρίαν. Αύτη είδεν εις τον ύπνον της ότι εγέννησε λέοντα, και μετ' ολίγας ημέρας εγέννησε τον Περικλέα, κατά τα λοιπά μεν άμεμπτον ως προς την του σώματος μόρφωσιν, την κεφαλήν όμως έχοντα επιμήκη και ασύμμετρον. Όθεν αι μεν εικόνες αυτού σχεδόν όλαι φέρουσι περικεφαλαίαν, διότι, ως φαίνεται, οι τεχνίται δεν ήθελον να τον εκθέσωσιν εις την χλεύην. Οι δ' Αττικοί ποιηταί τον ωνόμαζον σχινοκέφαλον, διότι ενίοτε ονομάζουσι Σχίνον και το σκυλλοκρόμμυον (433). Εκ δε των κωμικών ο Κρατίνος (434) λέγει εις τους «Χείρονας» αυτού (435),

Ο Κρόνος ο πρεσβυγενής και η στάσις, αλλήλοις μιγέντες, τύραννον μέγαν έτεκον, όν κεφαληγερέτην (436) επικαλούσιν οι θεοί. »

Και πάλιν εις την «Νέμεσιν» αυτού (437)

«Ελθέ, Ζευ ξένιε και μακροκέφαλε (438)»

Ο δε Τηλεκλείδης (439) ποτέ μεν λέγει περί αυτού ότι αμηχανών διά τα δημόσια πράγματα, εκάθητο εις την πόλιν καρηβαρών (440), ποτέ δε μόνον ότι εκ κεφαλής ενδεκακλίνου (441) μέγαν εξέπεμπε θόρυβον. Ο δ' Εύπολις εν τοις Δήμοις (442) εξετάζων περί εκάστου των δημαγωγών ανερχομένων εκ του άδου, όταν ο Περικλής ωνομάσθη τελευταίος, ερωτά·

«Τι εκ των κάτω έφερες κεφάλαιον; (443)»

Δ. Διδάσκαλον δ' αναφέρουσιν οι πλείστοι ότι είχεν εις την μουσικήν τον Δάμωνα, ού το όνομα λέγουσιν ότι πρέπει να προφέρηται βραχυνομένης της πρώτης αυτού συλλαβής (444). Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι ειργάσθη εις την εκμάθησιν της μουσικής και παρά τω Πυθοκλείδη (445). Φαίνεται δ' ότι ήτον ο Δάμων έξοχος σοφιστής (446), και συνεκαλύπτετο διά του ονόματος της μουσικής, θέλων να κρύψη την πολλήν του δεινότητα· μετά του Περικλέους δε συνανεστρέφετο, ως αλείπτης (447) και διδάσκαλος μετ' αθλητού των πολιτικών. Δεν κατώρθωσεν όμως ο Δάμων να μη γνωρισθή ότι μεταχειρίζετο την λύραν ως πρόσχημα, αλλ' ως μεγαλοπράγμων και φιλοτύραννος την διάθεσιν, εξωστρακίσθη, και έδωκεν ύλην εις των κωμικών τα σκώμματα. Ο Πλάτων (448), φερ' ειπείν, παρεισάγει τινά ερωτώντα αυτόν ούτω·

«Ειπέ μοι πρώτον, σε καθικετεύω. Συ, ως λέγουν, Χείρων (449), έθρεψας τον Περικλήν.»

Ήκουσε δ' ο Περικλής και τον Ελεάτην Ζήνωνα (450). όστις επραγματεύετο περί της φύσεως ως ο Παρμενίδης (451), και είχεν αποκτήσει την συνήθειαν του να συζητή και δι' αντιλογιών να φέρη εις απορίαν ως και Τίμων ο Φλιάσιος (452) λέγει διά των εξής·

«Ζήνωνος του διπλογλώσσου (453) το μέγα, δυσδάμαστον σθένος, επισταμένου τα πάντα (454).

Ο δε περισσότερον μετά του Περικλέους συναναστραφείς και προ πάντων βαρύτητα δους εις αυτόν και δημαγωγίας εμβριθέστερον φρόνημα, και την αξιοπρέπειαν εξυψώσας του ήθους του, ήτον Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (455), όν οι τότε άνθρωποι «Νουν» επωνόμαζον, είτε την σύνεσιν αυτού θαυμάσαντες, ήτις εις την έρευναν της φύσεως εφάνη μεγάλη και έξοχος, είτε διότι πρώτος ως αρχήν της των όλων διακοσμήσεως έστησεν ουχί την τύχην ή την ανάγκην, αλλά τον νουν καθαρόν και άκρατον, διαχωρίζοντα τα όμοια μέρη εις την κοινήν όλων των άλλων ανάμιξιν.

Ε. Τούτον τον άνδρα υπερτάτως θαυμάσας ο Περικλής, και εντραφείς παρ' αυτώ εις την λεγομένην μετεωρολογίαν, και εις βαθείας συζητήσεις, ου μόνον είχεν, ως φαίνεται, το φρόνημα σοβαρόν, και τον λόγον υψηλόν και καθαρόν χυδαίας και επιτετηδευμένης βωμολοχίας, αλλά και του προσώπου αυτού η σοβαρότης, μη φαιδρυνομένου εις γέλωτα, και του βαδίσματος η πραότης, και η σεμνότης της ενδυμασίας, ήν, όταν ωμίλει, το πάθος ουδέποτε συνετάραττε, και της φωνής του ο αθόρυβος τόνος, και όσα τοιαύτα, εκίνουν πάντας εις θαυμασμόν και εις έκπληξιν. Υβριζόμενος δέ ποτε και κακολογούμενος δι' όλης ημέρας υπό τινος των βδελυρών και ακολάστων ανθρώπων, τον υπέφερε σιωπών εις την αγοράν, και ασχολούμενος εις υπόθεσιν κατεπείγουσαν. Το δ' εσπέρας απήλθεν ησύχως εις την οικίαν του, παρακολουθούμενος υπό του ανθρώπου, όστις πάσαν ύβριν εξετόξευε κατ' αυτού. Όταν δ' έμελλε να εισέλθη, επειδή ήτον ήδη σκότος, διέταξεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύσας τον άνθρωπον να τον φέρη εις την οικίαν του. Ο δε ποιητής Ίων (456) λέγει ότι οι τρόποι του Περικλέους ήσαν αλαζωνικοί και μάλλον τετυφωμένοι, και ότι εις τας μεγαλαυχίας αυτού πολλή ήτον αναμεμιγμένη υπεροψία και περιφρόνησις των άλλων. Επαινεί δε του Κίμωνος την χάριν και την γλυκύτητα και την ευγένειαν κατά την συμπεριφοράν. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Ίωνα, όστις απαιτεί, καθώς αι τραγικαί παραστάσεις, ούτω και η αρετή να έχη αφεύκτως και το σατυρικόν αυτής μέρος (457). Τους δ' αποκαλούντας την σοβαρότητα του Περικλέους τύφον και δοξοκομπίαν προέτρεπεν ο Ζήνων να δοξοκομπώσι (458) και αυτοί πως κατά τον ίδιον τρόπον, διότι και η προσποίησις αυτή των καλών διεγείρει κατ' ολίγον ζήλον αυτών και συνήθειαν.

ΣΤ. Δεν απήλαυσε δε μόνον ταύτα εκ της συναναστροφής του Αναξαγόρου ο Περικλής, αλλά φαίνεται ότι και δεισιδαιμονίας εγένετο ανώτερος, ήτις καταπλήττει τους αγνοούντας τας αιτίας των μετεώρων, όσοι δι' απειρίαν αυτών πληρούνται φόβων και ταραχής περί τα θεία. Την απειρίαν ταύτην θεραπεύουσα η φιλοσοφία της φύσεως, αντί της φοβεράς και πυρεσσούσης δεισιδαιμονίας εμπνέει αληθή ευσέβειαν μετ' αγαθών ελπίδων. Λέγεται δ' ότι έφερόν ποτε εκ των αγρών κριού μονοκέρου κεφαλήν εις τον Περικλέα, και ο μεν μάντις Λάμπων, ως είδε το κέρας φυόμενον ισχυρόν και στερεόν εκ της μέσης του μετώπου, είπεν ότι εν ώ τότε ήσαν δύο μερίδες ισχυραί εις την πόλιν, η του Θουκυδίδου (459) και η του Περικλέους, η δύναμις ήθελε περιέλθει εις ένα, εκείνον εις ού τους αγρούς το σημείον εφάνη. Ο δ' Αναξαγόρας, κόψας το κρανίον, έδειξεν ότι ο εγκέφαλος δεν κατείχε πάσαν την βάσιν, αλλ' οξύς ως αυγόν, εξ όλου του αγγείου είχεν ολισθήσει εις εκείνο το μέρος, όθεν άρχεται η ρίζα του κέρατος. Και τότε μεν εθαυμάσθη ο Αναξαγόρας υπό των παρευρεθέντων· ολίγον δ' έπειτα ο Λάμπων, όταν ο μεν Θουκυδίδης εξέπεσε της αρχής, όλα δε του δήμου τα πράγματα περιήλθον εις τον Περικλέα. Τίποτε δε, νομίζω, δεν εμπόδιζε και ο φυσικός να είχε δίκαιον, και ο μάντις, αν ο μεν την αιτίαν, ο δε το τέλος καλώς ενόησε· διότι του μεν έργον ήτον να θεωρήση πόθεν και πώς τι εγένετο· του δε, να προειπή προς τι εγένετο και τι σημαίνει. Οι δε λέγοντες ότι της αιτίας η εύρεσις είναι του σημείου αναίρεσις, δεν εννοούσιν ότι αρνούνται ομού και τα θεία σημεία και τα τεχνητά, τους κρότους των δίσκων (460), και των πυρών τα φώτα, και τας σκιάς των ηλιακών ωρολογίων, ών έκαστον ως έκ τινος αιτίας και ως εκ της κατασκευής του εγένετο τοιούτον, ώστε να είναι πράγματός τινος σημείον. Αλλά ταύτα ίσως εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν.

Ζ. Ο δε Περικλής, όταν ήτον νέος, εφοβείτο πολύ τον λαόν και κατά την μορφήν εφαίνετο ομοιάζων τον τύραννον Πεισίστρατον· η φωνή του ήτον επίσης γλυκεία, και η γλώσσα του εύστροφος και ταχεία εις την ομιλίαν, ώστε οι πολύ γέροντες εξεπλήττοντο διά την ομοιότητα. Επειδή δ' είχε πλούτον και γένος λαμπρόν και ισχυρούς φίλους, φοβούμενος μη εξοστρακισθή, εις τα πολιτικά μεν ουδόλως ανεμίγνυτο, εις τας εκστρατείας όμως εδείκνυντο γενναίος και ριψοκίνδυνος. Αφ' ού δ' ο μεν Αριστείδης απέθανεν, ο δε Θεμιστοκλής έφυγε, τον δε Κίμωνα εις εκστρατείας απησχόλουν ως επί το πλείστον εκτός της Ελλάδος, τότε ο Περικλής προσετέθη εις την δημοτικήν μερίδα, αντί των πλουσίων και ολίγων προτιμήσας τους πολλούς και πένητας, παρά την φύσιν αυτού, ήτις ήτον πολύ ολίγον δημοτική. Αλλ' ως φαίνεται, φοβηθείς μη δώση υπόνοιαν ότι θέλει να γίνη τύραννος, βλέπων δε τον Κίμωνα αριστοκρατικόν, και πολύ υπό των αρίστων αγαπώμενον, ηνώθη μετά του λαού, λαμβάνων ούτως ασφάλειαν δι' εαυτόν και δύναμιν κατ' εκείνου. Ευθύς δ' ήλλαξε και της διαίτης αυτού την τάξιν και εις μεν την πόλιν εφαίνετο μίαν πάντοτε οδόν πορευόμενος, την εις την αγοράν και το βουλευτήριον· αφήκε δε τας προσκλήσεις εις δείπνους, και πάσαν τοιαύτην φιλοφροσύνην· ώστε καθ' όλον τον χρόνον καθ' όν έπραττε τα πολιτικά, και ούτος ήτον μακρός, εις ουδενός φίλου του την οικίαν ποτέ εδείπνησε, εκτός ότι, όταν ενυμφεύετο ο εξάδελφός του Ευρυπτόλεμος, παραμείνας μέχρι των σπονδών, ευθύς ανεχώρησε· διότι αι τοιαύται δεξιώσεις ελαττούσι πολύ τον όγκον, και δυσκόλως εις τας συναναστροφάς δύναται να φυλαχθή η κατ' επίδειξιν σοβαρότης. Η δ' αληθινή αρετή, όσον περισσότερον φαίνεται, τόσον φαίνεται ωραιοτέρα· και των αγαθών ανδρών ουδέν υπάρχει τοσούτον διά τους ξένους θαυμάσιον, όσον ο καθημερινός αυτών βίος διά τους συναστρεφομένους αυτούς. Ο δε Περικλής απέφευγε την συνεχή και κατά κόρον κοινωνίαν του δήμου, και επλησίαζεν εκ διαλειμμάτων μόνον αυτόν, ουδ' ωμίλει επί παντός πράγματος, ουδ' ενεφανίζετο πάντοτε εις το πλήθος, αλλ' ως η Σαλαμινία τριήρης (461) λέγει ο Κριτόλαος (462), εις τα μεγάλα μόνον επιδιδόμενος, τα λοιπά έπραττεν ανατιθέμενος αυτά εις φίλους και σχετικούς αυτού ρήτορας. Τούτων είς λέγουσιν ότι ην και ο Εφιάλτης, όστις έπαυσε την δύναμιν της Βουλής του Αρείου Πάγου, πολλήν, κατά τον Πλάτωνα, και άκρατον εις τους πολίτας την ελευθερίαν οινοχοών (463). Τότε, λέγουσιν οι κωμικοί ποιηταί, ο δήμος, ως ίππος αφηνιάσας, δεν εγνώριζε πλέον χαλινόν πειθαρχίας, αλλ' εδάγκανε την Εύβοιαν, και επήδα εις τας νήσους (464).

Η. Ρυθμίζων δε τον λόγον του εναρμονίως ως όργανον προς του βίου αυτού το σύστημα και προς του φρονήματός του το μέγεθος, παρενέβαλλε (465) πολλαχού τον Αναξαγόραν, διά των περί φύσεως πραγματειών χρωματίζων ούτως ειπείν την ρητορίαν του. Διότι πλην του ότι ην ευφυής, απέκτησε και εκ της περί την φύσιν θεωρίας το ύψος εκείνο του πνεύματος, δι' ού κατώρθου τα πάντα, ως λέγει ο θείος Πλάτων (466), και εξ αυτού εις την τέχνην των λόγων εφαρμόζων ότι ήν πρόσφορον εις αυτήν, ανεδείχθη πολύ ανώτερος όλων. Εκ τούτου λέγεται ότι τω εδόθη και η επωνυμία, αν καί τινες, φρονούσιν ότι επωνομάσθη Ολύμπιος διά τα μνημεία δι' ών εκόσμησε την πόλιν, άλλοι δε διά την δύναμιν ής απελάμβανεν ως πολιτικός ανήρ και ως στρατηγός. Δεν είναι δε απίθανον ότι πάντα ταύτα τα προσόντα συνέδραμον όπως απαρτίσωσι του ανδρός την δόξαν. Αι δε κωμωδίαι των τότε ποιητών, πολλά ή σπουδαίως ή προς γέλωτα κατ' αυτού φωνασκούντων, δηλούσιν ότι η προσωνυμία τω εδόθη διά τον λόγον του μάλιστα, διότι λέγουσιν ότι εβρόντα και ήστραπτεν όταν εδημηγόρει (467), και ότι έφερε φοβερόν κεραυνόν εις την γλώσσαν του. Αναφέρεται δε και λόγος τις Θουκυδίδου του Μιλησσίου, όν είπε αστειευόμενος περί της Ρητορικής του Περικλέους δεινότητος. Ο Θουκυδίδης ούτος ην εκ των επισημοτάτων πολιτών, και πολύν χρόνον αντιπολιτευόμενος κατά του Περικλέους· ερωτηθείς δ' υπό του Αρχιδάμου, του βασιλέως των Λακεδαιμονίων, αν αυτός ή ο Περικλής παλαίη καλλίτερα, «όταν, είπεν, εγώ τον ρίψω κατά γης παλαίων, εκείνος αντιλέγων, ότι δεν έπεσε, νικά, και μεταπείθει τους θεατάς». Ήτον δε λίαν περιεσκεμμένος ο Περικλής ως προς τον λόγον, ώστε όταν ανέβαινεν εις το βήμα, ηύχετο πάντοτε προς τους Θεούς ουδέ λέξις ανάρμοστος προς το προκείμενον να πέση εκ των χειλέων του χωρίς της θελήσεώς του. Και έγγραφον μεν ουδέν αφήκε, πλην των ψηφισμάτων αυτού· αποφθέγματα δ' ολίγιστα αυτού απομνημονεύονται· ως ότι είπε ν' αφαιρέσωσι την Αίγιναν, ως λήμην (468) του Πειραιώς, και άλλοτε έλεγεν ότι βλέπει τον πόλεμον ταχεί βήματι επερχόμενον εκ Πελοποννήσου. Προς τον Σοφοκλέα δε, επαινέσαντα ωραίον παιδίον όταν ποτέ συνεξέπλεε και συνεξεστράτευε μετ' αυτού (469), «Ο στρατηγός, είπεν, ω Σοφόκλεις, πρέπει να έχη ου μόνον τας χείρας, αλλά και τας όψεις καθαράς». Ο δε Στησίμβροτος (470) λέγει, ότι εγκωμιάζων από του βήματος τους εν Σάμω πεσόντας, είπεν ότι έγινον αθάνατοι ως οι Θεοί· διότι δεν βλέπομεν τους Θεούς, αλλ' εκ των τιμών άς έχουσι και εκ των αγαθών ά παρέχουσι συμπεραίνομεν ότι είναι αθάνατοι. Το αυτό λοιπόν συμβαίνει και ως προς τους υπέρ πατρίδος αποθανόντας.

Θ. Επειδή δ' ο Θουκυδίδης (471) χαρακτηρίζει ως αριστοκρατικόν το πολίτευμα του Περικλέους, και λεγόμενον μεν μόνον δημοκρατίαν, αληθώς δ' όν ενός και πρώτου ανδρός εξουσίαν, άλλοι δε λέγουσιν ότι υπ' εκείνου κατά πρώτον ο δήμος έλαβε κληρουχίας και θεωρικά και μισθών διανομάς, και εκακοσυνείθισε, και αντί σώφρονος και εργατικού έγινεν εξ αιτίας των πολιτικών διατάξεων τούτων, πολυτελής και ακόλαστος, ας εξετασθή διά των πραγμάτων αυτών η αιτία της μεταβολής. Και κατ' αρχάς μεν, ως ανωτέρω είπομεν, εις την δόξαν του Κίμωνος αντιταττόμενος, επεριποιείτο τον δήμον. Αλλά δεν είχεν όσον εκείνος πλούτον και χρήματα, δι' ών ο Κίμων εκέρδιζε τους πτωχούς, δίδων καθ' ημέραν δείπνον εις τους Αθηναίους όσοι είχον ανάγκην, και τους γέροντας ενδύων, και αφαιρών τους φραγμούς των κήπων του, όπως λαμβάνωσιν επί αυτών οπωρικά όσοι ήθελον. Διά ταύτα, βλέπων ο Περικλής υπερτερούσαν του αντιπάλου του την δημοτικότητα, ετράπη εις των δημοσίων πόρων την διανομήν, κατά συμβουλήν Δημωνίδου του εξ Οίης (472), ως ιστορεί ο Αριστοτέλης. Και ταχέως διά θεωρικών (473) και δικαστικών χρημάτων, και δι' άλλων μισθοδοσιών και χορηγιών δελεάσας το πλήθος, μετεχειρίζετο αυτό κατά της Βουλής του Αρείου Πάγου, ής μέλος δεν ήτον ο ίδιος, διότι δεν είχε κληρωθή ποτέ ούτε άρχων, ούτε θεσμοθέτης, ούτε βασιλεύς, ούτε πολέμαρχος (474). Διότι αι αρχαί αύται ήσαν ανέκαθεν κληρωταί (475) και δι' αυτών, όσοι επεδοκιμάζοντο ως καλώς άρξαντες, ανέβαινον εις Άρειον Πάγον. Διά τούτο, όταν ο Περικλής έλαβε μείζονα ισχύν εν τω δήμω, στάσεις αντεξήγειρε κατά της Βουλής ταύτης, ώστε εφηρέθησαν μεν απ' αυτής αι πλείσται κρίσεις (476) διά του Εφιάλτου, εξωστρακίσθη δ' ο Κίμων ως φιλολάκων και ως μισόδημος, αυτός όστις ουδενός ην κατώτερος κατά γένος και πλούτον, καλλίστας δε νίκας ενίκησε κατά των βαρβάρων, και πολλών χρημάτων και λαφύρων ενέπλησε την πόλιν, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου. Τοσαύτην επιρροήν εξήσκει επί του δήμου ο Περικλής.

I. Η διάρκεια της δι' εξοστρακισμού εξορίας ήτον ωρισμένη εις δέκα έτη. Εν δε τω μεταξύ χρόνω εισήλασαν οι Λακεδαιμόνιοι μετά μεγάλου στρατού εις την χώραν των Ταναγραίων (477), και ευθύς οι Αθηναίοι ώρμησαν επί αυτούς. Τότε δ' επανελθών ο Κίμων εκ της φυγής, κατετάχθη ένοπλος εις τον λόχον των φυλετών του (478), και ήθελε δι' έργων ν' αποπλυθή από της κατηγορίας του λακωνισμού, συγκινδυνεύσας μετά των πολιτών. Αλλ' οι φίλοι του Περικλέους συνενωθέντες, τον απεδίωξαν ως φυγάδα. Διά τούτο μάλιστα φαίνεται ότι ο Περικλής κατ' εκείνην την μάχην μετά πολλής ανδρείας επολέμησε, και διεκρίθη υπέρ πάντας, αδιαφορών διά την σωτηρίαν του. Έπεσαν δ' εις αυτήν και πάντες ομού οι φίλοι του Κίμωνος, όσους ο Περικλής ομού μετ' αυτού κατηγόρει ως λακωνίζοντας. Και ισχυρά μεταμέλεια κατέλαβε τους Αθηναίους, και πόθος του Κίμωνος, διότι ενικήθησαν εις τα μεθόρια της Αττικής, περιέμενον δε βαρύν τον πόλεμον κατά το επόμενον έαρ. Εννοήσας δε τας διαθέσεις ταύτας ο Περικλής, δεν παρέλειψε να ευχαριστήση το πλήθος, αλλά γράψας ψήφισμα, εκάλεσεν ο ίδιος οπίσω τον άνδρα, και εκείνος επανελθών, έκλεισε την ειρήνην μεταξύ των δύο πόλεων· διότι οι Λακεδαιμόνιοι είχον σχέσιν προς αυτόν, εν ώ απεστρέφοντο τον Περικλήν και τους άλλους δημαγωγούς. Τινές δε λέγουσιν ότι το ψήφισμα της επανόδου του Κίμωνος δεν εγράφη υπό του Περικλέους πριν γίνωσι μεταξύ αυτών μυστικαί συνθήκαι δι' Ελπινίκης της αδελφής του Κίμωνος, καθ' άς ο μεν Κίμων ν' αναχωρήση μετά διακοσίων πλοίων, στρατηγών εκτός της Αττικής, και καταστρέφων του βασιλέως την χώραν ο δε Περικλής να έχη την δύναμιν εις την πόλιν. Και πρότερον δε φαίνεται ότι η Ελπινίκη είχε καταστήσει τον Περικλέα πραότερον προς τον Κίμωνα, όταν εδικάζετο την θανατικήν δίκην. Τότε ήτον και ο Περικλής είς των υπό του δήμου εκλεχθέντων κατηγόρων. Ήλθε δε προς αυτόν η Ελπινίκη και τον παρεκάλει. Μειδιάσας δ' εκείνος, «Ω Ελπινίκη, τη είπεν, είσαι γραία, ώστε τοιαύτα πράγματα να διαπραγματεύησαι.» Ουχ ήττον όμως άπαξ μόνον έλαβε τον λόγον εις το δικαστήριον, καθ' ό ηναγκασμένος εκ της εκλογής, και ανεχώρησε κατηγορήσας αυτόν ολιγώτερον όλων των άλλων. Πώς λοιπόν να πιστεύση τις τον Ιδομενέα (479), όταν κατηγορή τον Περικλέα ότι τον δημαγωγόν Εφιάλτην, όστις ήτον φίλος του και κοινωνός των πολιτικών του ενεργειών, εδολοφόνησεν εκ ζηλοτυπίας, και φθονών την δόξαν του; Δεν ηξεύρω δε πόθεν συνέλεξε ταύτα, και τα επέχυσεν ως χολήν εις άνδρα ουχί μεν ίσως εντελώς ανεπίληπτον, αλλ' έχοντα το φρόνημα ευγενές και την ψυχήν φιλότιμον, εξ ής ουδέν βλαστάνει πάθος σκληρόν τοσούτον και θηριώδες. Αλλά τον μεν Εφιάλτην, όστις ήτον φοβερός κατά των ολιγαρχικών, και άκαμπτος εις την καταδίωξιν και την απαίτησιν ευθύνης παρά των αδικούντων τον δήμον, επιβουλευθέντες οι εχθροί αυτού δι' Αριστοδίκου του Ταναγρικού, τον εθανάτωσαν κρυφίως, ως λέγει ο Αριστοτέλης. Ο δε Κίμων απέθανεν εις την Κύπρον στρατηγών (480).

ΙΑ. Οι δ' αριστοκράται, βλέποντες τον Περικλέα και πρότερον ήδη μέγιστον όντα των πολιτών, και θέλοντες να υπάρχη τις εις την πόλιν όστις ν' αντιταχθή εις αυτόν, και να μετριάζη την δύναμίν του, ώστε να μη καταντήση εντελώς μοναρχία, αντέταξαν εις αυτόν διά να τον εναντιώται τον Θουκυδίδην εξ Αλωπεκής (481), άνδρα σώφρονα και συγγενή του Κίμωνος. Ούτος ολιγώτερον μεν πολεμικός του Κίμωνος, αλλ' εμπειρότερος της αγοράς και των πολιτικών, κατοικών πάντοτε εις την πόλιν, και εις το βήμα αγωνιζόμενος κατά του Περικλέους, ταχέως αποκατέστησε την ισορροπίαν εις το πολίτευμα· διότι δεν αφήκε τους καλούς καγαθούς άνδρας, ως ελέγοντο τότε οι άριστοι, να διασπαρώσιν εις τον δήμον και να συναναμιγώσι μετ' αυτού, ως πρότερον, ότε η αξία αυτών επεσκοτίζετο υπό του πλήθους. Αλλά χωρίσας αυτούς, και εις έν συνάψας όλην αυτών την δύναμιν, έδωκε μείζονα βαρύτητα εις αυτούς, και ούτω κατώρθωσεν υπέρ αυτών να κλίνη η πλάστιγξ. Διότι υπήρχε πριν δυσδιάκριτός τις περιπλοκή (482) αυτών, ως παρατηρείται εις του σιδήρου τα μόρια, υποφαίνουσα όμως την υφισταμένην διαφοράν μεταξύ των δημοτικών και των αριστοκρατικών διαθέσεων. Εκείνων όμως των ανδρών η άμιλλα και η φιλοδοξία, βαθυτάτην χαράξασα εντομήν, έκαμεν ώστε μέρος μεν των πολιτών να καλήται δήμος, μέρος δε ολιγάρχαι. Όθεν και τότε, εις τον δήμον μάλιστα αφείς τας ηνίας ο Περικλής, επολιτεύετο ούτως, ώστε αυτόν να ευχαριστή, επιτηδευόμενος να υπάρχη εις τας Αθήνας πάντοτε ή θέαμά τι πανηγυρικόν, ή συμπόσιον, ή πομπή, διασκεδάζων την πόλιν δι' ευγενών ηδονών, και πέμπων ενταυτώ και εξήκοντα κατ' έτος τριήρεις, εφ' ών πολλοί των πολιτών έπλεον οκτώ μήνας έμμισθοι, μελετώντες και μανθάνοντες συγχρόνως τα ναυτικά. Προς δε τούτοις έστειλε χιλίους κληρούχους (483) εις την Χερρόνησον (484), πεντακοσίους εις την Νάξον, τους ημίσεις αυτών εις την Άνδρον, και εις την Θράκην χιλίους, όπως κατοικήσωσι μετά των Βισαλτών (485). Άλλους δ' έστειλεν εις Ιταλίαν, όταν ωκίζετο η Σύβαρις, ήν ωνόμασαν Θουρίους (486). Έπραττε δε ταύτα ελαφρών την πόλιν από όχλου αργού και φιλοταράχου, θεραπεύων δε του λαού την ένδειαν, φρουράν δ' οικίζων επίφοβον πλησίον των συμμάχων, όπως μη επαναστατώσιν.

ΙΒ. Αλλ' ό,τι προ πάντων έτερψε και εκόσμησε τας Αθήνας, και μεγάλως εξέπληξε τους άλλους ανθρώπους, και μόνον μαρτυρεί ως μη ψευδή την φημιζομένην εκείνην δύναμιν και τον παλαιόν της Ελλάδος όλβον, είναι η των μνημείων κατασκευή, ά ανήγειρεν εν Αθήναις. Διά τούτο το πολιτικόν αυτού έργον εφθόνουν κυρίως τον Περικλέα οι εχθροί του, και τον κατηγόρουν εις τας εκκλησίας βοώντες, ότι «ο μεν δήμος ατιμάζεται και υβρίζεται διότι έλαβεν εκ Δήλου τα κοινά των Ελλήνων χρήματα (487)· την δε πρόφασιν ήν εδύνατο ευλογοφανώς να προτείνη εις τους κατηγόρους, ότι φοβηθείς τους βαρβάρους επήρεν εκείθεν τα κοινά χρήματα και τα φυλάττει εις οχυρόν τόπον, και αυτήν ο Περικλής την ανήρεσε· και η Ελλάς φαίνεται δεινώς υβριζομένη, και τυραννείται προδήλως, βλέπουσα ότι διά των όσων αυτή κατ' ανάγκην συνεισφέρει διά τον πόλεμον, ημείς καταχρυσούμεν και καλλωπίζομεν την πόλιν ημών, ως γυναίκα φιλάρεσκον, κοσμουμένην διά πολυτελών λίθων, δι' αγαλμάτων και διά ναών χιλιοταλάντων (488)» Αλλ' ο Περικλής, απαντών εις ταύτα, έλεγε προς τον δήμον, ότι των χρημάτων ουδένα οφείλουσι λόγον εις τους συμμάχους, διότι οι Αθηναίοι πολεμούσιν υπέρ εκείνων, και βιάζουσι μακράν να μένωσι τους βαρβάρους, εν ώ εκείνοι ούτε ίππον, ούτε πλοίον, ούτε οπλίτην, αλλά χρήματα συνεισφέρουσι μόνον· ταύτα δ' ότι ανήκουσιν ουχί εις τους δίδοντας, αλλ' εις τους λαμβάνοντας, αν τοις χορηγώσιν εκείνα δι' ά τα έλαβον. Πρέπει δε, αφ' ού η πόλις είναι ικανώς εφωδιασμένη διά των προς τον πόλεμον, να καταναλίσκηται η ευπορία αυτής εις τα πράγματα εξ ών, αφ' ού γίνωσι, θέλει αρυσθή δόξαν αθάνατον, έν ώ δε γίνονται μετέχει ευπορίας ετοίμης, διότι δι' αυτών αναφαίνεται παντοδαπή εργασία και ποικίλαι ανάγκαι, πάσαν μεν διεγείρουσαι τέχνην, πάσαν δε χείρα κινούσαι, και έμμισθον καθιστώσαι σχεδόν όλην την πόλιν, ήτις αφ' εαυτής και κοσμείται και τρέφεται. Διότι εις μεν τους έχοντας ηλικίαν και ρώμην, αι εκστρατείαι παρείχον αφορμήν να μετέχωσι της κοινής ευπορίας· θέλων δ' ώστε και ο βάναυσος όχλος, ο μη κατατεταγμένος εις τον στρατόν, ούτε χρηματικών να στερήται ωφελημάτων, ούτε να λαμβάνη αυτά εν αργία και οκνηρία, εισήγαγεν εις τον δήμον μεγάλας επιχειρήσεις οικοδομών, και σχέδια έργων μακροχρονίων και πολυτέχνων, όπως έχωσιν αφορμήν, ως οι πλέοντες, οι φρουρούντες και οι εκστρατεύοντες, ούτω και οι οίκαδε μένοντες, να ωφελώνται και να μετέχωσι των δημοσίων χρημάτων. Διότι όπου ύλη μεν κατηργάζετο ο λίθος, ο χαλκός, ο ελέφας, ο χρυσός, ο έβενος, η κυπάρισσος (489), οι δ' αυτήν μεταχειριζόμενοι και κατεργαζόμενοι τεχνίται ήσαν οι τέκτονες, πλάσται, χαλκείς, λιθουργοί, βαφείς, χρυσού μαλακτήρες (490), ελέφαντος ζωγράφοι, ποικιλταί, τορευταί· οι δε προμηθευταί και συνεργοί αυτών, κατά θάλασσαν μεν έμποροι, ναύται, κυβερνήται, κατά ξηράν δε αμαξουργοί, ζευγηλάται και ηνίοχοι, και σχοινοπλόκοι, και λινουργοί, και σκυτοτόμοι, και οδοποιοί, και μεταλλείς· όπου τέχνη, ως στρατηγός, είχε τον εργατικόν και ιδιωτεύοντα όχλον συντεταγμένον εις ίδιον στράτευμα, όργανον και σώμα της υπηρεσίας αυτής γινόμενον, εκεί αι διάφοροι ανάγκαι διένειμον και διέσπειρον την ευπορίαν εις πάσαν, ούτως ειπείν, ηλικίαν και φύσιν.

ΙΓ. Ανέβαινον δε τα έργα, υπερήφανα κατά το μέγεθος, αμίμητα δε την μορφήν και την χάριν, και μεγάλη ην των τεχνιτών η φιλοτιμία να υπερβώσι την δημιουργικήν επίνοιαν διά της καλλιτεχνικής εντελείας, και θαυμάσιον ην το τάχος της προόδου αυτών. Διότι εν ώ έκαστον ενομίζετο ότι μόλις μετά πολλάς αρχόντων διαδοχάς και μετά πολλάς ηλικίας εδύνατο να φθάση εις τέλος, όλα ομού συνετελέσθησαν επί της ακμής της διοικήσεως ενός μόνου ανθρώπου. Λέγουσιν ότι ακούσας ποτέ ο Ζεύξις τον ζωγράφον Αγάθαρχον (491) κομπάζοντα ότι ταχέως και ευκόλως εζωγράφει, είπεν «Εγώ δε ζωγραφώ βραδέως». Διότι η ευχέρεια και η ταχύτης της κατασκευήν δεν δίδει εις το έργον βαρύτητα μόνιμον, ουδέ καλλονής ακρίβειαν· ο δε καιρός όν ο τεχνίτης δανείζει εις την επιμέλειαν της παραγωγής, τω αποδίδεται εις δύναμιν και εις σωτηρίαν του παραχθέντος. Διά τούτο έτι μάλλον θαυμάζονται τα έργα του Περικλέους, ότι εντός ολίγου χρόνου έγιναν τοιαύτα, ώστε να ζήσωσι χρόνον πολύν. Διότι κατά μεν το κάλλος του έκαστον αυτών ην ευθύς τότε αρχαίον, κατά δε την ακμήν αυτού είναι μέχρι τούδε πρόσφατον έτι και καινουργές. Ούτως επιπνέει εις αυτά νεότης διατηρούσα ανέπαφον πάντοτε υπό του χρόνου την όψιν αυτών, ως αν είχον τα έργα πνεύμα αειθαλές εγκαταμεμιγμένον και ψυχήν μη γηράσκουσαν. Πάντων δε τούτων διευθυντήν και επιτηρητήν είχε τον Φειδίαν, ει και εκάστου έργου προΐσταντο μεγάλοι αρχιτέκτονες και τεχνίται· διότι τον μεν Εκατόμπεδον Παρθενώνα (492) ηργάζετο ο Καλλικράτης και ο Ικτίνος, το δε τελεστήριον της Ελευσίνος (493) ήρχισε μεν να οικοδομή ο Κόροιβος, και έστησε τους στήλους οίτινες υψούνται από του εδάφους, και τους ήνωσεν άνωθεν διά των επιστηλίων· αφ' ού δ' απέθανεν ούτος, ο Ξυπέτιος (494) Μεταγένης έστησεν επί αυτών το διάζωμα και τους άνω κίονας (495). Τον δε φεγγίτην εις την κορυφήν του Ανακτόρου (496) προσέθηκε Ξενοκλής ο Χολαργεύς (497). Το μακρόν δε τείχος περί ού ο Σωκράτης λέγει ότι ήκουσεν ο ίδιος γνωμοδοτούντα τον Περικλήν, έλαβεν εις εργολαβίαν ο Καλλικράτης (498). Κωμωδεί δε το έργον ο Κρατίνος, ως Βραδέως προχωρούν·

«Διά των λόγων,

Λέγει

προ πολλού ο Περικλής το κτίζει· πλην δι' έργων ουδέ το κινεί».

Το δε Ωδείον (499), κατά μεν την εντός διάταξιν πολύεδρον, έχον δε κεκλιμένην και κατωφερή την οροφήν, εις έν σημείον κορυφουμένην, λέγουσιν ότι έγινε κατ' εικόνα και μίμησιν της σκηνής του Βασιλέως, υπό την επιστασίαν του Περικλέους και τούτο. Διά τούτο και πάλιν ο Κρατίνος εις τας Θράττας (500) κωμωδεί αυτόν ούτως·

«Προσέρχεται ο Ζευς ο σχινοκέφαλος, ο Περικλής, και επί του κρανίου του τ' Ωδείον έχει, τ' όστρακον (501) αποφυγών.

Φιλοτιμούμενος δ' ο Περικλής, τότε πρώτον εψήφισε να τελήται αγών μουσικός εις τα Παναθήναια, και εκλεχθείς αθλοθέτης, διέταξεν ο ίδιος πώς οι αγωνιζόμενοι να αυλώσι, να ψάλλωσιν ή να κιθαρίζωσι. Και τότε δε, και καθ' όλον τον άλλον καιρόν εκεί ήτον των μουσικών αγώνων το θέατρον. Το δε Προπύλαια της Ακροπόλεως ωκοδομήθησαν εν πενταετία, διά του αρχιτέκτονος Μνησικλέους. Τύχη δε θαυμαστή συμβάσα επί της οικοδομής, απέδειξεν ότι η Θεά ου μόνον δεν δυσηρεστείτο προς το έργον, αλλά και συνετέλει εις αυτό και συνεβοήθει. Ολισθήσας έπεσεν εκ του ύψους ο εργατικώτατος και προθυμότατος των τεχνιτών, και ήτον εις κακίστην κατάστασιν, ώστε οι ιατροί τον απήλπισαν. Τούτο έθλιβε τον Περικλέα· η δε Θεά, φανείσα κατ' όναρ, τω παρήγγειλε θεραπείαν, ήν ακολουθήσας ο Περικλής, ταχέως και ευκόλως ιάτρευσε τον άνθρωπον. Επί τούτω έστησεν εις την Ακρόπολιν το χαλκούν άγαλμα της Υγείας Αθηνάς πλησίον του βωμού αυτής, όστις και πρότερον υπήρχεν, ως λέγουσιν (502) Ο δε Φειδίας ηργάζετο της Θεάς το χρυσούν άγαλμα (503), και επί της στήλης (504) είναι γεγραμμένον ότι αυτός είναι ο τεχνίτης αυτού. Όλα δε σχεδόν ήσαν εις αυτόν ανατεθειμένα, και δι' όλα, ως είπομεν, επεστάτει επί των τεχνιτών εκ φιλίας προς τον Περικλέα. Τούτο δ' έδωκεν αφορμήν εις φθόνον και εις υβριστικάς συκοφαντίας, ότι ο Φειδίας προς χάριν του Περικλέους υπεδέχετο ελευθέρας γυναίκας, ερχομένας να ιδώσι τα έργα. Του λόγου δε τούτου δραττόμενοι οι κωμικοί, αφθόνως τω προσήψαν ακολασίαν, διαβάλλοντες αυτόν διά την γυναίκα του Μενίππου, ανδρός φίλου και υπ' αυτόν στρατηγούντος, και διά τας ορνιθοτροφίας του Πυριλάμπους, όστις, φίλος ων του Περικλέους, κατηγορείτο ότι έστειλε κρυφίως παγώνια εις τας γυναίκας μεθ' ών ο Περικλής είχε σχέσιν (505). Και πώς να θαυμάση τις δι' ανθρώπους επάγγελμα έχοντας τον σατυρισμόν, και οίτινες προσφέρουσιν εκάστοτε θυσίαν ευάρεστον εις του πλήθους τον φθόνον, ως εις κακόν δαίμονα, τας κατά των αρίστων βλασφημίας, όταν και αυτός ο Στησίμβροτος ο Θάσιος (506) φοβεράν ασέβειαν ετόλμησε να προσάψη εις τον Περικλέα κατά της γυναικός του υιού του; Τόσον δύσκολος και δυσέφικτος φαίνεται η αλήθεια εις την ιστορίαν, όταν οι μεν μεταγενέστεροι έχωσι τον καιρόν επιπροσθούντα, και εμποδίζοντα των πραγμάτων την γνώσιν, η δε σύγχρονος ιστορία των πράξεων και των βίων, μέρος μεν ένεκα φθόνων και δυσμενείας, μέρος δε χαριζομένη και κολακεύουσα, παραμορφοί και διαστρέφη την αλήθειαν.

ΙΔ. Οι δε περί τον Θουκυδίδην ρήτορες κατεβόων κατά του Περικλέους ότι κατησώτευε τα χρήματα και κατέστρεφε τας προσόδους. Τότε ηρώτησεν εκείνος απ' εκκλησίας τον δήμον αν νομίζη ότι πολλά εδαπανήθησαν· επειδή δ' απεκρίθησαν ότι πάμπολλα, «Έστω λοιπόν, είπεν, ότι δεν εδαπανήθησαν εκ των εδικών σας, αλλ' εκ των εδικών μου· και εις τα μνημεία θέλω επιγράψει την ιδίαν εμού επιγραφήν». Ως δε είπε ταύτα ο Περικλής, είτε θαυμάσαντες την μεγαλοφροσύνην αυτού, είτε αντιφιλοτιμούμενοι προς την δόξαν των έργων του, ανέκραξαν λέγοντες να δαπανήση και να δώση εκ των δημοσίων, χωρίς ουδενός να φεισθή. Τέλος δε, ανταγωνισθείς προς τον Θουκυδίδην περί εξοστρακισμού, και διακινδυνεύσας, εκείνον μεν εξώρισε, διέλυσε δε την αντίπαλον αυτού φατρίαν.

ΙΕ. Αφ' ού λοιπόν έπαυσεν η έρις παντάπασι, και η πόλις έγινε πάλιν ομαλή και μία ούτως ειπείν, και έφερεν εντελώς υπό την εξουσίαν του τας Αθήνας, και πάντα τα υπό των Αθηναίων εξαρτώμενα, τους φόρους, τα στρατεύματα, τας τριήρεις, τας νήσους, την θάλασσαν, και την πολλήν μεν επί των Ελλήνων, πολλήν δ' επί των βαρβάρου ισχύν και ηγεμονίαν, δι' εθνών υπηκόων, διά φιλίας βασιλέων και διά συμμαχίας δυναστών εξησφαλισμένην, έκτοτε δεν ήτον πλέον ο ίδιος, ουδ' επίσης ήμερος προς τον δήμον, και εύκολος να υπείκη και να ενδίδη εις τας επιθυμίας του πλήθους, ως εις τον άνεμον ενδίδει το κύμα. Αλλ' εκ της χαλαράς εκείνης και υποχωρούσης δημαγωγίας, ως εκ μαλακής τινος και ανθηράς αρμονίας, μεθήρμοσε την πολιτείαν εις αριστοκρατικήν και βασιλικήν, και ορθώς και αμέμπτως ο ίδιος πολιτευόμενος υπέρ του βελτίστου, ωδήγει τον δήμον, ως επί το πλείστον μεν πείθων και διδάσκων εκόντα αυτόν, ενίοτε όμως και καταναγκάζων αυτόν λίαν δυσαρεστούμενον, και διά βίας τω επέβαλλε το συμφέρον· τον ιατρόν εντελώς μιμούμενος, όστις εις μακρόν και ποικίλον νόσημα ενίοτε μεν ηδονάς παραγγέλλει μετρίας, ενίοτε όμως πονούντα επιθέτει και σωτήρια φάρμακα. Τα παντοδαπά δε πάθη, τα φυσικώς αναφυόμενα εις όχλον έχοντα εξουσίαν τοσούτον μεγάλην, μόνος ήτον ικανός να τα διευθύνη καταλλήλως, προπάντων ως δύο πηδάλια την ελπίδα και τον φόβον μεταχειριζόμενος· και την μεν θρασύτητα αυτών εξ αρχής καταστέλλων, την δ' αθυμίαν μετριάζων και παρηγορών, έδειξεν ότι η ρητορική είναι, ως διδάσκει ο Πλάτων (507), η διαμορφωτίς της ψυχής, και ότι το μέγιστον έργον αυτής είναι η περί τα ήθη και τα πάθη μέθοδος, ως αν ήσαν τόνοι της ψυχής και φθόγγοι, ούς πρέπει να θίγη τις και να κρούη μετά μεγίστης επιτηδειότητος. Αιτία δε της επιτυχίας του δεν ήτον απλώς η του λόγου του δύναμις, αλλ' ως λέγει ο Θουκυδίδης (508), και η δόξα του βίου του, και η εμπιστοσύνη ήν ενέπνεεν ο ανήρ, διά της περιφανούς του αφιλοκερδείας, και ανώτερος ων δωροδοκιών. Καταστήσας την πόλιν εκ μεγάλης μεγίστην και πλουσιωτάτην, και γενόμενος κατά την δύναμιν ανώτερος πολλών τυράννων και βασιλέων, ών τινές και διά διαθηκών καταλείπουσιν εις τους υιούς των τας κτήσεις αυτών, εκείνος ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε την περιουσίαν ήν τω κατέλιπεν ο πατήρ του.

ΙΣΤ. Την δύναμιν αυτού διηγείται σαφώς ο Θουκυδίδης, αλλ' οι κωμικοί διαστρέφουσι κακοήθως τα περί αυτής, και νέους μεν Πεισιστρατίδας καλούσι τους περιστοιχίζοντας αυτόν φίλους, ζητούσι δε να ομώση αυτός ότι δεν θέλει γίνει τύραννος, αινιττόμενοι διά τούτου ότι η υπεροχή αυτού είναι υπερβολική και βαρεία ως προς δημοκρατίαν. Ο δε Τηλεκλείδης (509) λέγει ότι οι Αθηναίοι τω παρέδωκαν

«Τους των πόλεων φόρους, τας πόλεις αυτάς, να δεσμεύη αυτάς ή να λύη, και πετρόκτιστα τείχη, να κτίζη τα μεν, τα δ' εις έδαφος πάλιν να ρίπτη, σπονδάς, δύναμιν, κράτος, ειρήνην, προς δε ευτυχίαν και άφθονον πλούτον.»

Και ταύτα δεν ήσαν πρόσκαιρα, ουδ' ακμή και καρποί πολιτείας στιγμιαίως ανθούσης, αλλ' επί τεσσαράκοντα μεν έτη επρώτευε μεταξύ των Εφιαλτών, και των Λεωκρατών, και των Μυρωνιδών, και των Κιμώνων, και των Τολμιδών και των Θουκυδιδών (510).

Μετά δε την πτώσιν και τον εξοστρακισμόν του Θουκυδίδου, εξηκολούθησεν έτι η υπεροχή αυτού ουχί ολιγώτερον των δεκαπέντε ετών. Απολαύσας δε συνεχή διά των ενιαυσίων στρατηγιών την αρχήν και την δυναστείαν, εφύλαξεν όμως εαυτόν άτρωτον υπό των χρημάτων· ουχί ότι παρημέλει εντελώς τα χρηματικά του συμφέροντα, αλλά τον πατρικόν του και νόμιμον πλούτον διέταξε κατ' οικονομίαν ήν ενόμιζεν αρίστην και ακριβεστάτην, ώστε ούτε αμελούμενος να καταστραφή, ούτε ν' απαιτή διαρκή αυτού ασχολίαν, και να τον εμβάλλη εις φροντίδας, και να του αφαιρή τον καιρόν. Προς τούτο επώλει όλους ομού τους ετησίους καρπούς του, έπειτα αγοράζων εκ της αγοράς όσα τω ήσαν εκάστοτε αναγκαία, ούτω διέθετε τον βίον αυτού και την δίαιταν. Διά τον λόγον τούτον δεν ευχαρίστει τους νέους παίδας, ούτε μεγαλόδωρος ήτον προς τας γυναίκας, αλλ' εμέμφοντο αύται την τοσούτον ακριβώς και προς την χρείαν εκάστης ημέρας περιεσταλμένην δαπάνην αυτού, ήτις δεν υπερεχείλιζεν ως εις τας μεγάλας οικίας και όπου αφθονία επικρατεί αλλά παν ανάλωμα και πάσα είσπραξις εβάδιζε κατά μέτρον και αριθμόν. Ο δε διατηρών πάσαν ταύτην την ακρίβειαν εις την οικίαν αυτού ήτον είς οικέτης, ο Ευάγγελος (511), ως ουδείς άλλος εκ φύσεως πεπλασμένος ή υπό του Περικλέους διαπλασθείς διά την οικονομίαν. Ταύτα, όμως ήσαν όλως εναντία (512) προς την σοφίαν του Αναξαγόρου, αφ' ού εκείνος και την οικίαν του εγκατέλιπε, και τα χωράφια αυτού αφήκεν ακαλλιέργητα εις ζώων βοσκάς, υπ' ενθουσιασμού κινούμενος και μεγαλοφροσύνης. Δεν είναι όμως το ίδιον, νομίζω, ο βίος του θεωρητικού φιλοσσόφου και ο του πολιτικού· αλλ' ο μεν φέρει εις τα καλά την διάνοιάν του, ούτε οργάνων ούτε της εκτός ύλης ανάγκην έχουσαν· ο δε, εφαρμόζων την αρετήν του εις την ωφέλειαν των ανθρώπων, δύναται να μεταχειρισθή τον πλούτον ου μόνον διά τ' αναγκαία, αλλά και διά τα καλά. Ούτω μετεχειρίζετο αυτόν και ο Περικλής, βοηθών πολλούς των πενήτων. Λέγουσι δε περί του Αναξαγόρου, ότι ενώ ο Περικλής ην υπ' ασχολιών περιστοιχισμένος, αυτός κατέκειτο παρημελημένος, γέρων ήδη, και καλύψας την κεφαλήν του, περιέμενε μετά καρτερίας τον εκ πείνης θάνατον. Ακούσας δ' ο Περικλής το πράγμα, εξεπλάγη, και έδραμεν ευθύς προς τον άνδρα, πάσαν παράκλησιν εις αυτόν αποτείνων, και κλαίων ουχί εκείνον, αλλά τον εαυτόν του, αν ήθελεν απολέσει τοιούτον της πολιτείας σύμβουλον. Τότε δε λέγουσιν ότι αποκαλύψας την κεφαλήν του ο Αναξαγόρας, είπε προς αυτόν· «Ω Περίκλεις, όστις έχει χρείαν του λύχνου, χύνει έλαιον εις αυτόν.»

Notes in this chapter

Note 1 · Η φυγή του συνέβη τέσσαρα έτη μετά την άλωσιν των Φαλερίων, 364, ά. κ. Ρ.↩Note 2 · Εν Ομήρ. Ιλ. Α.↩Note 3 · Αργύριον λέγει την αργυράν δραχμήν ή το δηνάριον και το Ασσάριον ήτον το πρώτον χαλκούν νόμισμα, ώστε και τα δέκα ασσάρια λέγει δεκάχαλκον.↩Note 4 · Τον Ιούλιον διεδέχθη ο Κορνήλιος. Αλλ' η επελθούσα άλωσις της Ρώμης τοσαύτην, κατά Λίβιον, ενεποίησε δεισιδαίμονα κατάπληξιν εις τους ΡωμαίοNote 5 · Το Κελτικόν γένος ήτον, κατά τας ιδέας των αρχαίων, λίαν εκτεταμένον, οικούν την Γαλλίαν την Γερμανίαν και την Ισπανίαν.↩Note 6 · Ριπαία όρη, τα της Σιβηρίας.↩Note 7 · Τα Πυρρηναία.↩Note 8 · Οι Κελτόριοι εισίν άγνωστοι αλλαχόθεν. Ίσως διορθωτέον εις Κελτιβήρων. Οι δε Σέννωνες ήσαν λαός Γαλατικός, την Καμπανίαν οικών. ↩Note 9 · Η διήγησις αύτη πρέπει να έχη τι το μυθώδες, διότι Λουκίμων δεν ήτον παρά τοις Τυρρηνοίς όνομα κύριον, αλλά προσηγορικόν, σημαίνον τους ευγεNote 10 · Ουολούσκοι ή Ουόλσκοι (Volski), λαος της μεσαίας Ιταλίας, (του Λατίου) μεσημβρινώς της Ρώμης κατοικουντες πάρα την θάλασσαν μέχρι του ΑμεσήνNote 11 · Ίδ. Βίον Νουμά, ΙΒ. ↩Note 12 · Είκοσι στάδια απετέλουν μίαν ώραν.↩Note 13 · Σήμερον ονομάζεται ο ποταμός ούτος Torrente di Catino. ↩Note 14 · Τον Τίβεριν.↩Note 15 · Η μάχη συνεκροτήθη κατά τα ρωμαϊκά χρονικά την 18 Ιουλίου, 394 ά. κ. Ρ.↩Note 16 · Ηράκλειτος, Φιλόσοφος της 70 Ολυμ. Ίδ. Ρωμ. 84. Την δόξαν ταύτην εκφράζει ο Ησίοδος εις το ποίημα το επιγραφόμενον «Έργα και Ημέραι». ↩Note 17 · Εις σύγγραμμα μη διατηρηθέν, και επιγραφόμενον «Περί Hμερών». Ίδε και Ρωμαϊκών κεφαλαίων καταγραφήν 25.↩Note 18 · Ιούνιος — Ιούλιος.↩Note 19 · Η εν Λεύκτροις μάχη, εν Ολυμ. 102. β'., καθ' ήν ο Επαμινώνδας ενίκησε τους Σπαρτιάτας.↩Note 20 · Κερησσός, φρούριον εν Βοιωτία παρά τας Θεσπιάς επί του Ελικώνος.↩Note 21 · Αλλαχού δεν αναφέρεται ο αρχηγός ούτος των Θεσσαλών. ↩Note 22 · Βοηδρομιών, ο τρίτος μην, Αύγουστος — Σεμπτέμβιος. Η μάχη εγένετο εν Ολυμ. 72, γ'.↩Note 23 · Εν Ολ. 75, β΄.↩Note 24 · Ο Αλέξανδρος ενίκησε τον Δαρείον εν Ολ. 112, β'. ↩Note 25 · Ο Χαβρίας ενίκησε τον στόλον της Σπάρτης υπό τον Πόλλειν εν Ολυμ. 100.↩Note 26 · Η εν Σαλαμίνι μάχη εν Ολυμ. 75, α. ↩Note 27 · Ίδε ανωτέρ. Σ. 196. σημ. 1.↩Note 28 · Θαργηλιών, ο ενδέκατος, Απρίλιος — Μάιος.↩Note 29 · Εν Ολυμ. 111, γ'.↩Note 30 · Ο Τιμολέων, ελθών εκ Κορίνθου εις βοήθειαν των Σικελών κατά του Διονυσίου και των συμμάχων αυτού Καρχηδονίων, ενίκησε τούτους εν Κριμησώ κατNote 31 · Έρφορος, ιστορικός μετά Θουκυδίδην. Ίδ. Θεμιστ. ΚΖ. — . Καλλισθένης, ίσως ο Ολύνθιος, ανεψιός του Αριστοτέλους. Ή ο Ετεονίκου, Φαληρεύς, ρήτNote 32 · Δεύτερος μην, Ιούλιος — Αύγουστος.↩Note 33 · Κρανών, πόλις της Πελασγιώτιδος, εν Θεσσαλία, πλησίον της Λαρίσσης. Οι Έλληνες ηττήθησαν αυτόθι υπό του Μακεδόνος Αντιπάτρου, του πατρός τουNote 34 · Η εν Χαιρωνεία μάχη, καθ' ήν οι Έλληνες ενικήθησαν κατά κράτος υπό του Φιλίππου, εγένετο εν Ολ. 110, γ'.↩Note 35 · Αρχίδαμος, υιός του Αγησιλάου, εικοστός Βασιλεύς της Σπάρτης, απελθών εις Ιταλίαν εις βοήθειαν των Ταραντίνων, εφονεύθη εν Μαδουρία, πόλει τNote 36 · Των ελευσινιακών μυστηρίων, τελουμένων εν Αθήναις από της 15ης μέχρι της 20ης βοηδρομιώνος, του τρίτου μηνός, αυγούστου — σεπτεμβρίου.↩Note 37 · Αι Θήβαι κατεσκάφησαν εν Ολ. 111, β'.↩Note 38 · Επί Κασάνδρου, εν Ολ. 118, β'.↩Note 39 · Μυστηριώδης του Βάκχου πομπή, μέρος αποτελούσα των Ελευσινίων. ↩Note 40 · Γ. Σερουίλιος Καιπίων (C. Servilius Caepio), ενικήθη υπό των Κίμβρων εν έτει Ρ. 649, και ερρίφθη υπό των Ρωμαίων εις φυλακήν. ↩Note 41 · Τιγράνης, βασιλεύς της Αρμενίας, γαμβρός του Μιθριδάτου, κατακτήσας πολλά της μεγάλης Ασίας μέρη περί το 100όν π. Χ. και εις μακρούς πολέμουNote 42 · Βασιλεύς της Περγάμου, μετ' Αλέξανδρον. ↩Note 43 · Η μετά τας Καλάνδας και η μετά τας Νόννας αμέσως επομένη. Ίδ. Ρωμύλ. ΙΒ.↩Note 44 · Ξόανον της Αθηνάς, υποτιθέμενον ότι έπεσεν εξ ουρανού εις την Τρωάδα, και καθίστα την πόλιν απόρθητον. Ο Διομήδης και ο Οδυσσεύς, εισελθόντεNote 45 · Δάρδανος, ο γενάρχης των Βασιλέων της Τρωάδος, ην έγγονος του Άτλαντος, και κατήγετο εκ Σαμοθράκης, όπου υπήρχεν η μυστηριώδης και πανάρχαιοNote 46 · Κυρίνος, επωνομάσθη ο Ρωμύλος μετά την αποθέωσίν του. Ίδ. Ρωμ. ΚΠ.↩Note 47 · Πίθων φέρει το σύνηθες κείμενον του Πλουτάρχου· αλλ' είς τινα χειρόγραφα φέρεται το εσφαλμένον Πιθηνών, εξ ού ο Κοραής ορθότατα υπενόησε τηνNote 48 · Ηρακλείδης, φιλόσοφος, μαθητής του Αριστοτέλους, έζη επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ίδ. Σόλ. Α.↩Note 49 · Η διήγησις αύτη του Ηρακλείδου προέρχεται εκ της τότε επικρατούσης έτι αγνοίας εν Ελλάδι περί των κατά την άνω και μέσην Ιταλίαν, και περί ΡNote 50 · Ενταύθα παρενείρεται εις το κείμενον η επομένη φράσις. Και πορευθείς ες Ουηίους, ενέτυχε τοις στρατιώταις, και συνήγε πλείους από των συμμάχNote 51 · Η λίτρα ήτον ίση προς το ελληνικόν Ημίμναιον, άρα το ημίλιτρον προς 25 δραχμ. βάρους. Η δε κοτύλη υγρού ήτον το 12ον του Χοός ήτοι 144ον τουNote 52 · Πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς χρυσού, ήτο έν περίπου εκατομμύριον δραχμών αργυρών↩Note 53 · «Νενικημένοις οδύνη». væh victis!↩Note 54 · Τρεις ώρας περίπου.↩Note 55 · Η φέρουσα προς Γαβίους, εν Δατίω, νοτιοανατολικώς της Ρώμης, πόλιν έχουσαν την λατρείαν της Αργείας Ήρας.↩Note 56 · Κυιντίλιαι ειδοί, ήτοι τα μέσα του Ιουλίου. Ίδ. Ρωμ. ΙΒ. ↩Note 57 · Επί Ταρκυνίου, σκαπτομένων επί του Ταρπηίου βράχου των θεμελίων του ναού του Διός, ευρέθη νεοσφαγής κεφαλή, ήτις εξηγήθη υπό των οιωνοσκόπωνNote 58 · Η μαντική ράβδος, το Λίτυον (Lituus) ιδίως των Τυρρηνών οιωνοσκόπων, ήτον επικαμπής άνωθεν, ως συνεχώς παρίσταται επί Ρωμαϊκών αναγλύφων καιNote 59 · Αικανοί, λαός Ιταλικός, κατοικών μεσημβρινώς της Ρώμης εν τω Λατίω, και γείτων των Λατίνων και των Ουόλσκων.↩Note 60 · Πόλις της Τυρρηνίας καλουμένη σήμερον Σάρτι.↩Note 61 · Το όρος τούτο απέχει περί τας δέκα ώρας από της Ρώμης. ↩Note 62 · Ίδ. Ρωμύλ, ΚΘ.↩Note 63 · Τη εβδόμη Ιουλίου.↩Note 64 · Εν έτει Ρώμης 369.↩Note 65 · Εις τα περίχωρα της Ρώμης.↩Note 66 · Ίδ. Ρωμύλ. §Κ.↩Note 67 · Η αυτή πόλις ήν ανωτέρω §ΛΑ ωνόμασε Σούτριον. ↩Note 68 · Κάτοικοι του Τούσκλου ή Τουσκούλου (Tusculum), πόλεως επισήμου του Λατίου.↩Note 69 · Ίο ειρηνικόν ιμάτιον ελέγετο τήβενος· το δε του πολέμου πάγος.↩Note 70 · Ισοπολιτεία λέγεται η σχέσις δύο πόλεων, ων οι πολίται πολιτεύονται διά των αυτών νόμων και απολαμβάνουσι των αυτών δικαιωμάτων.↩Note 71 · Ίδε λεπτομερέστερον περί της στάσεως ταύτης εν Τίτω Λιβίω (VI. 24-38).↩Note 72 · Θέλει να είπη αργυράς δραχμάς. Αλλά τότε το αργυρούν νόμισμα δεν ήτο έτι εν χρήσει εν Ρώμη.↩Note 73 · Εν έτει 487 από κτίσεως Ρώμης.↩Note 74 · Ποταμός του Λατίου, ρέων από των Απενίνων, και εισβάλλων εις τον Τίβεριν πλησίον της Ρώμης.↩Note 75 · Φαίνεται ότι ο αριθμός πρέπει να είναι ορθότερον εικοσιτρία.↩Note 76 · Ο συμμέτοχος της στάσεως του Στόλωνος και του πενθερού αυτού Φαβίου Αμβούστου. Τον δε Μάρκιον Αιμίλιον ονομάζει ο Λίβιος (VII, 1) Λεύκιον ΑιNote 77 · Έτος από κτίσεως Ρώμης 389, της ηλικίας του Καμίλλου το ογδοηκοστόν πρώτον.↩Note 78 · Αθηναίος φιλόσοφος, μαθητής του Σωκράτους, ιδρυτής της Κυνικής σχολής, διδάσκων εις το Κυνόσαργες. Έγραψεν ιστορίαν του Αλκιβιάόου απολεσθείNote 79 · Περίφημος αυλητής εκ Βοιωτίας.↩Note 80 · Τον Αλέξανδρον.↩Note 81 · Πίσα, η ιερά χώρα εν Ολυμπία, όπου ην ιδρυμένος ο ναός του Διός, και το περίφημον χρυσελεφάντινον άγαλμα του Φειδίου.↩Note 82 · Ούτω δεν θα έκρινον ο Περικλής ουδ' ο Αλέξανδρος, οι υπερτάτως τους καλλιτέχνας τιμώντες, αλλ' ουδ' ο Αδριανός, όστις ηξίου ότι ην ο πρώτος Note 83 · Αργείος γλύπτης, σύγχρονος και συμμαθητής του Φειδίου, ποιήσας την Αργείαν Ήραν, κολοσσιαίαν και χρυσελεφαντίνην.↩Note 84 · Ανακρέων, ο περίφημος λυρικός εκ Τέου της Ιωνικής, επί Πεισιστράτου και Σόλωνος. Φιλήμων εκ Σόλων της Κιλικίας, κωμικός ποιητής, επί ΑλεξάνδNote 85 · Προφανές είναι και εντεύθεν και εξ άλλων χωρίων ό,τι οι Βίοι δεν εγράφησαν εις ήν σειράν διέθηκαν αυτούς οι αντιγραφείς, εις χρονολογικήν τωNote 86 · Εις δέκα φυλάς διηρείτο ο αττικός λαός. Η Ακαμαντίς ήτον η έκτη. Υποδιηρούντο δ' αι φυλαί εις 175 δήμους περίπου. Ο των Χολαργέων ανήκεν ειςNote 87 · Ακρωτήριον της Ιωνίας απέναντι της Σάμου. Ενταύθα ο Ελληνικός στόλος υπό τον Ξάνθιππον ενίκησε τον Περσικόν, την τρίτην βοηδρομιώνος, Ολ. 75Note 88 · Ο Αθηναίος Κλεισθένης, ο το Σολώνειον πολίτευμα επί το δημοτικώτερον μεταρρυθμίσας, ήν εγγονός σικυωνίου τυράννου Κλεισθένους, υιός της περιNote 89 · Φυτόν έχον βολβώδη και κρομμυδειδή την ρίζαν, κοινότατον εν Αττική, παρά τοις αρχαίοις σκίλλα και σχίνος.↩Note 90 · Ποιητής της αρχαίας κωμωδίας, ως μέθυσος κωμωδούμενος υπό του συγχρόνου αυτού Αριστοφάνους. Ίδ. Σόλ. ΚΕ.↩Note 91 · Πιθανώς από Χείρωνος, του Κενταύρου, του δεινού περί την ιατρικήν, και διδασκάλου του Αχιλλέως. Δια της κωμωδίας ταύτης εχλεύαζεν ίσως ο ποιNote 92 · Παρωδία του Νεφεληγερέτης του Ομήρου (Ιλ. Α, 511), εκ του αγείρειν τας νεφέλας.↩Note 93 · Άλλην κωμωδίαν του Κρατίνου.↩Note 94 · «Μακάριε» λέγει το κείμενον. Εις άλλα χειρόγραφα κάριε», (εκ του κάρα, κεφαλή), ίσως το αληθές, κατά κωμικήν συγκοπήν του μακάριε, περιεχόμεNote 95 · Ποιητής και αυτός της παλαιάς κωμωδίας, ού μνημονεύονται 6 δράματα παρά Σουίδα και Αθηναίω. ↩Note 96 · Τον χλευάζει ως έχοντα βαρείαν κεφαλήν.↩Note 97 · Ως ευρυχώρου αιθούσης, διότι των δωματίων η ευρυχωρία εξεφράζετο διά του αριθμού των κλινών άς ηδύναντο να περιλάβωσι ↩Note 98 · Εύπολις, κωμικός ποιητής Αθηναίος, σύγχρονος του Αριστοφάνους.↩Note 99 · Παίζει, κεφάλαιον λέγων τον Περικλήν, ήτοι ό,τι εξαίρετον και λόγου άξιον, αλλά συγχρόνως ως κεφαλάν δήθεν και μακροκέφαλον.↩Note 100 · Δηλαδή Δαμών Λαμώνος, και ουχί Δάμων Δάμωνος, παραγόμενον εκ του Δαμάω, και ουχί εκ του Δήμος.↩Note 101 · Πυθοκλείδης, Κείος σοφιστής και μουσικός, ού και ο Πλάτων (Πρωτ.) ποιείται μνείαν ως διδασκάλου του Περικλέους.↩Note 102 · Δηλαδή φιλόσοφος, περί τα κοινωνικά ιδίως ζητήματα ασχολούμενος· διότι βαθμηδόν μόνον και μεταγενεστέρως η λέξις μετέπεσεν εις την κοινήν αυNote 103 · Αλείπται ήσαν οι εις τους γυμνικούς αγώνας δι' ελαίου αλείφοντες και προπαρασκευάζοντες τους παλαιστάς.↩Note 104 · Κωμικός ποιητής. Ίδ. Θεμιστ. ΑΒ.↩Note 105 · Τον ονομάζει Χείρωνα, παραβάλλων αυτόν προς τον διδάσκαλον του Αχιλλέως, ίσως αινιττόμενος την κωμωδίαν του Κρατίνου. ↩Note 106 · Ζήνων εξ Ελέας της Ιταλίας, φιλόσοφος, διδαχθείς υπό Παρμενίδου, θεμελιωτού της σκεπτικής φιλοσοφίας· άλλος του Κιτιέως Ζήνωνος, του αρχηγούNote 107 · Φιλόσοφος, διδάσκαλος του Ζήνωνος, εξ Ελέας και αυτός, μαθητής του Ξενοφάνους και του Αναξιμάνδρου, ζήσας εν Αθήναις, και συναναστραφείς τονNote 108 · Εκ Φλιούντος, πόλεως της Αργολίδος, φιλόσοφος στωικός μαθητής του Πύρωνος, επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου.↩Note 109 · Του επίσης τα υπέρ και τα κατά επιτυχώς διισχυριζομένου. ↩Note 110 · Το κείμενον έχει «πάντων επιλήπτορος», του επιλαμβανομένου πάντων, εις πάντα εμβαθύνοντος. Αλλ' εν Διογένει Λαερτίω Θ'. Βίω Ζήνωνος, ο αυτόςNote 111 · Περίφημος φιλόσοφος, μαθητής του Αναξιμένους. ↩Note 112 · Χίος ποιητής τραγικός και λυρικός, ακμάσας επί Περικλέους. ↩Note 113 · Αι τραγικαί παραστάσεις συνέκειντο συνήθως εκ τριών τραγωδιών, αίτινες συνείχοντο ως εκ της αποθέσεως, και εκαλούντο ομού Τριλογία. Εις αυτάNote 114 · «Δοξοκομπίαν» λέγει ο Πλούταρχος, ωραίαν λέξιν διατηρητέαν, και αντιστοιχούσαν προς το Γαλλικόν jactance.↩Note 115 · Θουκυδίδης ο Μιλησσίου, Αλωπεκήθεν, στρατηγός, γαμβρός του Κίμωνος.↩Note 116 · Φαίνεσαι ότι παρετήρουν την βοήν του δίσκου όν εξεσφενδόνιζον, και κατ' αυτήν εμάντευον, Ίδ. Όμ. Οδ. Θ.↩Note 117 · Σαλαμινία και Πάραλος ήσαν αι δύο δημόσιαι τριήρεις, αίτινες εστέλλοντο διά τας σπουδαίας υπηρεσίας της πόλεως.↩Note 118 · Ο περιπατητικός φιλόσοφος, ο σταλείς υπό των Αθηναίων πρέσβυς εις Ρώμην μετά του Διογένους του Στωικού και μετά του Καρνεάδου. ↩Note 119 · Ο Πλάτων, όστις ήτον λάτρις της νομίμου και συνετής ελευθερίας, εθεώρει την υπερβολικήν ως άκρατον οίνον μεθύσκοντα. ↩Note 120 · Δηλαδή, κατά την γλώσσαν των κωμικών, επολέμει την Εύβοιαν και επίεζε τας νήσους.↩Note 121 · «Παρενέτεινε», λέγει το κείμενον, δηλαδή ως χορδάς εις κιθάραν ενέτεινε εις τον λόγον του τας φιλοσοφικας δόξας του Αναξαγόρου. ↩Note 122 · Εν Φαίδρω, σελ. 210.↩Note 123 · Αριστοφ. Αχαρν. 530.↩Note 124 · Τσίμπλαν. Το πάλαι η Αίγινα εθαλασσοκράτει και αντεφέρετο κατά των Αθηνών. Κατά την 80ήν ολυμπιάδα οι Αθηναίοι την εκυρίευσαν, και τους λόγοNote 125 · Ο ποιητής Σοφοκλής διεκρίθη και διά της στρατιωτικής αυτού ικανότητος.↩Note 126 · Θάσσιος ραψωδός, σύγχρονος του Περικλέους. Ίδ. Θεμ. Δ. ↩Note 127 · Ο ιστορικός. Β, 96.↩Note 128 · Όη ή Οίη ήτον δήμος της Αττικής, κείμενος πέραν του Πυθίου, του σημερινού Δαφνίου, επί της οδού της Ελευσίνος.↩Note 129 · Θεωρικά, τα διανεμόμενα εις το πλήθος όπως πληρώνη την είσοδον εις τα θέατρα· δικαστικά δε, ο διδόμενος μισθός εις τους δικάζοντας πολίτας.↩Note 130 · Εις τον Άρειον Πάγον κατετάττοντο και έμενον εις αυτόν ισόβιοι μόνοι οι εννέα άρχοντες, αφ' ού κατέθετον την εξουσίαν, αν ουδέν υπήρχε κατηγNote 131 · Ουχί αιρεταί, εδίδοντο διά κλήρου, ουχί διά ψήφου των εκλογέων.↩Note 132 · Άρειος Πάγος εξ αρχαιοτάτου είχε τας φονικάς μάλιστα δίκας εις την δικαιοδοσίαν του. Αλλ' από του Σόλωνος προσέλαβε την πολιτικήν σημασίαν.↩Note 133 · Τανάγρα, χώρα Βοιωτική κατά τα βόρεια μεθόρια της Αττικής, όπου την σήμερον το Σάλεσι.↩Note 134 · Ήτον της Οινηίδος φυλής.↩Note 135 · Ιδομενεύς, ιστορικός άλλως άγνωστος.↩Note 136 · Πολιορκών το Κίτιον.↩Note 137 · Αλωπεκή, δήμος της Αττικής, οι σημερινοί Αγγελόκηποι. Ούτος ήτον ο στρατηγός Θουκυδίδης ο Μιλησσίου.↩Note 138 · «Διαπλοκή» λέγει το κείμενον. Ο δε Κοραής ηθέλησε να διορθώση «διπλόη».↩Note 139 · Οι κληρούχοι ήσαν πολίται Αθηναίοι, πεμπόμενοι εις κατακτηθείσαν χώραν, ενίοτε δε και εις σύμμαχον, διότι από Περικλέους μετεχειρίζοντο τουςNote 140 · Χερσόνησος είναι η βορεία ή Ευρωπαϊκή χερσόνησος του Ελλησπόντου.↩Note 141 · Βισάλται, θρακικός λαός εν Μακεδονία, παρά τον Στρυμόνα. ↩Note 142 · Η Σύβαρις, πόλις της Λευκανίας, επί του Ταραντινού κόλπου. ↩Note 143 · Μετά τα μηδικά οι σύμμαχοι των Αθηναίων συνεισέφερον ετησίως υπέρ της κοινής δήθεν σωτηρίας, και προς παρασκευάς δι' απόκρουσιν νέας εισβολήNote 144 · Δι' ών έκαστον δαπανώνται χίλια τάλαντα, 29 εκατομμύρια σημερινών δραχμών. Εννοείται ότι η ποσότης αύτη δεν πρέπει να ληφθή ως κατά γράμμα εNote 145 · Ως έν των σκληροτέρων και ευγενεστέρων ξύλων, χρήσιμον εις την κατασκευήν ξοάνων, ή των γλυπτών αρχιτεκτονικών κοσμημάτων ↩Note 146 · Ότι παρά τοις αρχαίοις η τεχνική έκφρασις του πλάττειν τον χρυσόν ήτον μαλάσσειν, απόδειξις το κοινόν αυτού όνομα σήμερον, μάλαγμα. Τινές όμNote 147 · Ολίγον μετά ταύτα, επί Αλκιβιάδου ακμάζοντα. ↩Note 148 · Εκατόμπεδον ελέγετο έν μέρος του Παρθενώνος, το κυριώτερον, το περιέχον το άγαλμα. Εκ τούτου το όνομα εξετείνετο και επί όλου του ναού. ΥποτNote 149 · Το ιερόν της Ελευσίνος ελέγετο και Τελεστήριον, διότι αυτόθι ετελούντο τα μυστήρια, και Ανάκτορον, ως κατοικία της Δήμητρος.↩Note 150 · Ξυπέτη, δήμος της Κεκροπίδος φυλής, παρά το Φάληρον. ↩Note 151 · Ο ναός ούτος είχε σειράν ή μάλλον τέσσαρας σειράς κιόνων επί του εδάφους ισταμένων, επί αυτών διάζωμα, πιθανώς υψηλόν εσωτερικόν διάδρομον πNote 152 · Φαίνεται ότι, ως οι μικρότεροι ναοί, ούτω και ο της Ελευσίνος, ελάμβανε το φως άνωθεν διά φεγγίτου (Οπαίου). Ούτος δε ίσως διότι ένεκα των μNote 153 · Χολαργείς, δήμος της Ακαμαντίδος φυλής.↩Note 154 · Τα μακρά τείχη ωκοδομήθησαν επί Κίμωνος, το έν προς τον Πειραιά, το δ' έτερον προς το Φάληρον. Επειδή όμως ήτον μεγάλη και δυσφύλακτος η μετNote 155 · Το Ωδείον ήτον θέατρον προσδιωρισμένον ιδίως διά μουσικήν και άσματα. Ουχί δε προς μίμησιν της σκηνής του Ξέρξου, αλλά δι' ακουστικούς λόγουNote 156 · Γυναίκας εκ Θράκης, επιγραφή μιας των κωμωδιών του Κρατίνου.↩Note 157 · Τον εξοστρακισμόν.↩Note 158 · Το βάθρον του αγάλματος τούτου σώζεται εις αυτήν την θέσιν εις ήν έπεσεν ο τεχνίτης εις την νοτιανατολικήν γωνίαν των Προπυλαίων, φέρον επιγNote 159 · Ήτον χρυσελεφάντινον.↩Note 160 · Ουχί επί του βάθρου του αγάλματος, αλλ' επ' ιδιαιτέρας στήλης, ίσως της περιεχούσης την αναγραφήν της δαπάνης προς κατασκευήν. ↩Note 161 · Και ο Κοραής ομολογεί ότι η έννοια του χωρίου είναι αμφίβολος. ↩Note 162 · Στησίμβροτος, ίδ. ανωτ. Θεμ. Δ.↩Note 163 · Πλάτ. Φαίδρ. Γ, 270, και Γοργ.↩Note 164 · Β, 65.↩Note 165 · Ίδ. ανωτ. § Γ.↩Note 166 · Περί του δημαγωγού και φίλου του Περικλέους Εφιάλτου, περί του περίφημου Κίμωνος του Μηλτιάδου, και περί Θουκυδίδου Μιλησσίου, ανωτέρω. ΜυρωNote 167 · Αν είναι ούτος ο πατήρ του εκ Κοίλης Χαιρεδήμου, όστις κατ' επιγραφήν αναφερομένην υπό του σχολιαστού του Αριστοφάνους, Όρνιθ. 1128, και ανεNote 168 · Ο Κοραής διώρθωσεν εν τω κειμένω «απεναντία», αντί του εν τοις χειρογράφοις «άπαντα», διότι η τοιαύτη πρόνοια υπέρ των εισοδημάτων του δεν ή
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings