← Table of contents
Παλιές Αγάπες

Η ΣΜΥΡΝIΑ

Reading edition

Περπατούσα μ' ένα φίλο μου στην πλακοστρωμένη ακρογιαλιά της Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν' αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ' άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ' άλλο, ως που κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά.

Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια, μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ' ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα — πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ' αφάνταστα πλούτη της, έχυνε κι η Σμύρνη απ' τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που ανατρέφει στα σπλάχνα της! Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής, έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και μάτι' αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα διαμάντια και τα ζαφείρια.

— Διές και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύντροφός μου. Το χουν για το θηριοτροφείο.

Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνη, ανάκαρα δεν έχει να κινηθή. Έσκυφτε κάτω με τ' αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα ρουθούνια βρώμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκκαλιά, τα καπούλια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά του, ανίκανη να κινηθή για να διώξη τις χαλκόμυγιες. Τα κρέατά του έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χυνόπωρο τα μαραμένα φύλλα κι αφίνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και την αστεία του σκέψη.

Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου έπεσαν σ' ένα παραθύρι του αντικρινού σπιτιού. Ανάμεσ' από τα γυαλιά και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που φανέρωναν τα μάτια της, πως να την ιστορίσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα τ' αθάνατο νερό να κυλάη από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να κατεβαίνη· θεϊκό χάρισμα στ' άλογο και να το περιχύνη απολούθε. Το είδα, λέει, να ποτίζη τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνη τα νεύρα, να του γυαλίζη την τρίχα, να του ξανάβη το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ να λαχτίση άξαφνα τη γη, ν' ανεμίση τη χήτη του, να ορθολυγίση την ουρά, να τινάξη το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξη στα λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο.

Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες. Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια θερία είναι κλεισμένα· πως ο θεριοδαμαστής με τη θεατρική του φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι και πως κατορθώνει να τα τρομάζη μόνον με τις ματιές του. Και θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβάτες ν' ανατριχιάζουν. Μα ο χωριάτης αδιάφορος, κρατώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ' αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλαίβανε ποιος να γελάση τον άλλον.

— Εμ' αν είνε να τα πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βώδι; έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να πάρη τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βώδι, δε θα χω τουλάχιστο το φόβο να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ' αυτό το ψωφήμι.

— Ετούτο ψωφήμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας, που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν' ανάγκη να σου ειπώ, πως τ' άλογο έχει ψυχή να ζήση χίλια χρόνια. Μα τι να του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά.

— Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή; Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με ολοφάνερη πείνα στα μάτια.

Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μάτια μου στο παραθύρι. Η λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκκίνιζαν· το μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε το γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι μέσ' από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψη στον ύπνο της τη γη. Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν έβλεπα τίποτ' άλλο παρά ό,τι γινότανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο — λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν' απεικάζω ένα καρδιοχτύπι για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των παραμυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαίνουν ό,τι ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το παλιάλογο και μ' έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο ψαρής εκείνος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και μεγάλωσε στ' αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαληκεύτηκε από λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρη στην καλή του ή από οχτρών κουφάρια στη ζηλευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψη τον αφέντη του, ο αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήση ελεύθερο, ως που να βρη το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέση νεκρό στον τράφο, να λυώση κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν και τα πουλιά θα κελαϊδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ' αφράτα χώματα και χιλιόχρωμ' άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ' ανασταίνωνται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να κερδίση από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να το παραδώση στα θεριά!

Άξαφνα όμως είδα την κόρη να σηκώση τα μάτια της και να τα ρίξη πέρα στην εμπατή του κόρφου. Εκεί, ανάμεσα σε δυο ακρωτήρια χρυσογάλανα, ο ήλιος στριφογυρίζοντας έγερνε να χαθή στην άβυσσο. Συγνεφάκια μικρά, χρυσορρόδινα και πορφυρά κι ολόξανθα ακολουθούσαν το βασίλεμά του. Δυο κόκκινα καραβοφάναρα, που στέκουν εκεί για να δείχνουν τις ξέρες στους θαλασσινούς, ένα μεγάλο μπάρκο με απλωμένα πανιά, μια ψαρόβαρκα, καθώς πλεύρωναν στον ορίζοντα, έκαναν μεγάλη και περίχαρη θαλασσογραφία. Ο ήλιος, αφού έβαψε όλον τον κόρφο ως την πόλη απάνω και τα περίγυρα βουνά με μια ολόχρυση βαφή, έχυσε έπειτα μιαν άλλη ξανθοκόκκινη, αργότερα άλλη αιματένια κι άλλη χαλκοπράσινη, ως που με μια σκοτεινή βούτηξε μέσα στα νερά.

Μα η κόρη έμενε ακόμη εκεί σαν αγγελόφερτη. Και γω από το ηλιόγερμα και κεινής το βλέμμα άρχισα ν' απεικάζω μιαν άφραστη θλίψη στα στήθη μου. Το συναπάντημα που έκαναν τα βλέμματά μας, πέρα εκεί στις γλυκοβαμμένες αοριστίες του ορίζοντα, έχυσε στο αίμα μου όλους της κόρης τους θλιβερούς στοχασμούς, σαν απόφωνο μυρολογιού χαροκαμένης μάννας. Και άρχισα πάλι να κλαίω δανεικά του άλογου τη μαύρη μοίρα.

Έπειτ' από την αχαριστία του αφέντη του, έλεγα, μέλλει να μάθη του εργολάβου την απονιά και των θεριών τη λύσσα. Θα έχουν τάχα την ευσπλαχνία να το σφάξουν πριν το παραδώσουν στο κλουβί; Δεν το πιστεύω. Πώς μπορεί να λυπηθούν ένα άλογο άνθρωποι, που νυχτόημερα ζουν με λεοντάρια και τίγρεις και ύαινες και κροκόδειλους· που συχνακούνε το άγριο τους μούγκρισμα και συχνοβλέπουν τ' ανήμερά τους πρόσωπα. Δεν πήρανε τάχα και κείνοι από την αγριάδα τους, δεν πέτρωσαν σε κάθε τρυφερό αίσθημα την καρδιά τους; Έτσι, για ξεφάντωμά τους μάλιστα, θ' ανοίξουν την καγκελωτή θυρίδα και θα σπρώξουν μέσα τ' αθώο πλάσμα, που μόνον από τη μυρουδιά θα το πιάση το ριό του. Από φόβο θα το ιδής να φρυμάξη άγρια και να τιναχτή πίσω με όση έχει δύναμη. Μα θα έβρη τη θυρίδα κλεισμένη κι ανοιχτό το χώρισμα. Θα γυρίση τότε τα μάτια του — μπορεί και δακρυσμένα, γιατί όχι; — στου κλουβιού τα κάγκελα, ψηλά στην πάνινη σκεπή, χάμω στο πάτωμα, ζητώντας χαραμάδα να χωρέση μέσα, να γλυτώση από το μαρτύριο. Και σαν ιδή πως όλα το προδίνουν, θα βγάλη βαθύ χλιμίντρισμα, πικρό μυρολόγι της ζωής, που θέλουν να του πάρουν. Μα δε θα προφτάση να δευτερώση. Τα θερία σύνταχα θα χυθούν να το πετσοκόψουν. Και σε μια στιγμή δε θα μείνη εκεί παρά λίγες σταλαγματιές αιμάτου στο πάτωμα κι η λαχτάρα της ζωής, του αφέντη του η αχαριστία, αόρατες στον κούφιον αέρα.

Ένας ξαφνικός θόρυβος μ' έβγαλε από τους στοχασμούς. Γυρίζω και βλέπω το λαό να σκορπάη με γέλια και με χάχανα. Ο χωριάτης πούλησε το παλιάλογο και πήγαινε να το παραδώση στο θεριοτροφείο. ο λαός συντρόφιαζε του ζώου τη νεκροπομπή με σφυρίγματα και χάχανα. Σηκόνω τα μάτια ψηλά και βλέπω ν' ανοίγη βιαστικά το παραθύρι και να προβαίνη η κόρη με ματόφυλλα κόκκινα και φουσκωμένα. Στο στερνό της κίνημα δε μπόρεσα και γω να κρατηθώ· άρχισαν να με τσούζουν τα μάτια. Απόρησα όμως γιατί η κόρη, αντί να βλέπη δεξιά που πήγαινε τ' άλογο, έβλεπε αριστερά και σκύβοντας όσο μπορούσε, έδειχνε το θλιμμένο της πρόσωπο και κουνούσε το δακρυοποτισμένο μαντιλάκι της. Μήπως τάχα ζητεί αποκεί το σαράβαλο, σκέφτηκα. Έσμιξα τα βλέμματά μου με τα δικά της κι απόρησα, όταν έπεσαν πέρα σ' ένα νέο καλοντυμένο, ψηλόν και σγουρομάλλη, που κατέβαινε στη βάρκα. Κατέβαινε και τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στης κόρης το παράθυρο.

— Φεύγει· είπε ο φίλος μου.

Τόση ώρα η Σμυρνιά μου δεν έκλαιε για το παλιάλογο. Έκλαιε, που έφευγε ο αγαπητικός της!

ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ

— Α — απ! καπιτάνι μ'… Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!…

Ο Παντελέως Μπάφας ή Ταράνανας ήταν σκάπουλος και καφετζής. Σαν σκάπουλος είχε το δικαίωμα να ψαρεύη ολοχρονικίς στη λίμνη, σε «πάγανα νερά» ή σε «ξεπέζεμα», εδώθε στους Ζάγαρδους ή πέρα στο Λάκκωμα. Και όπως ήθελε: με καμάκι είτε με πρυά είτε και με σταφνοκάρι μπροστά στις Καμάρες. Σαν καφετζής του Καλλιαντέρη, κοιμότανε δεκαπέντε ώρες το ημερονύχτι, ξεφύλλιζε καλάμια κι έπλεκε πήρες τις άλλες πέντε και τις υπόλοιπες κουβαλούσε νερό και φωτιά στους πελάτες του.

Μα έξω απ' αυτά τα φανερά και νόμιμα επαγγέλματα, ο Ταράνανας είχε, κατά την τοπική συνήθεια, άλλα δυο μυστικά και παράνομα. Πουλούσε καπνό αφορολόγητο και καλλιεργούσε αλικές άγνωστες στο Δημόσιο. Όπως δήποτε με τούτα και με τ' άλλα ήταν σε θέση να καλοκυβερνά το σπίτι του — σπίτι με μια γυναίκα μισότριβη κι ένα σκυλί κοψαφτισμένο και δυο κλώσσες με τα κλωσσοπούλιά τους — και να βάφη κάθε τόσο το προιάρι του. Κατώρθωνε ακόμη, για το καλό, να πηγαίνη ταχτικά φουστανελάς κι ασημοφορτωμένος σαν αρματωλός στο πανηγύρι τ' Άη Σημιού· να δίνη από μια στάμνα μπαρούτη στους τρομπονιέριδες της Λαμπρής, όταν βγάνουν τα Κονίσματα· και μια φορά το μήνα — όχι περισσότερες — να γλεντά με την ασημένια φωνή και το λαγούτο του Μπαταριά στα βελούχια.

Σήμερα όμως ούτε ψάρεμα, ούτε καφενέ, ούτε καπνό, ούτε την αλική συλλογίστηκε. Πλάκωναν βουλευτικές εκλογές κι όχι τέσσερα μα δεκατέσσερα επαγγέλματα να είχε, θα τ' άφινε για το κόμμα του ο αγαθός Μεσολογγίτης. Μόλις ξύπνησε την αυγή, ετοιμάστηκε να έβγη στην Πλατεία να φροντίση για ψήφους. Είχε κι αυτός τους φίλους του· κερνούσε τόσον κόσμο και δεν ήταν δύσκολο να παρασύρη δυο τρεις — αν όχι δέκα είκοσι — στο σύστημά του. Πριν όμως έβγη, ηθέλησε και το άφωνο σπιτάκι του — σπιτάκι χαμηλό, ισόγειο, με δυο γαλαζοβαμμένα παράθυρα και πόρτα πρασινοβαμμένη ανάμεσα και τοίχον κάτασπρο, με γλάστρες βασιλικού στα κεραμίδια και νερά σάπια εις την αυλή — να φανερώση το αίσθημά του.. Ο καφενές ήταν σε απόκεντρη θέση, σχεδόν ασύχναστη τέτιες ημέρες και δεν μπορούσε να τον μεταχειριστή. Αλλά το σπιτάκι του δίπλα στην Πλατεία, στην αγγωνή του στενού, ήταν εύκολο κάθε λεφτό της ώρας να σύρη απάνω του συμπαθητικά τα βλέμματα των φίλων και απειλητικούς τους γρόθους των εχτρών. Επήρε λοιπόν και κρέμασε στην πόρτα του μεγάλη φωτογραφία, με φροντίδα τοποθετημένη μέσα σε χρυσοστόλιστη κορνίζα. Και κει που την κρεμούσε, έλεγε στη γυναίκα του.

— Τ' ακούς, Αλτάνη· αν πιράσ' του κόμμα να βγης να το κεράης μι το γκιγούμ'!… μι του γκιγούμ!…

Κι ήταν τέτια η φωνή του, που έλεγες πως θα θυσίαζε όλα και το κρασί και το σπίτι του ακόμη για το κόμμα. Τυχερό που η Αλτάνη είχε τα ίδια αισθήματα με τον άντρα της. — Αλλιώς θα χώριζαν τραπέζι και κρεβάτι για να μην πετσοκοπούν ως την ημέρα της εκλογής.

— Καλώς να πιράσ' κι καλώς νάρθ' μάτια μ' σαν τον καλόν τον χρόνο!… ευχήθηκε πρόθυμα, με την τρυφερή εκείνη φωνή, που νομίζει πως λιγόνεται από συμπάθεια.

Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο λεβέντης αρματωλός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του, με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ' άρματα, πρόβαινε ανάμεσ' από τις χρυσορρόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι ακκουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό απολυμένο στην κοκκαλένια χούφτα πάλλας αιματοβρεμένης· τα δασά στήθη έξω από την τραχιλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλληκαριά και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυλος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ' ουρανού στους εχτρούς της πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος. Πατέρας αυτός, δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να βοηθήση στην εκλογική ανεμοζάλη το παιδί και τους φίλους του. Όλους θα τους φάη με τη ματιά του!… Ο σκάπουλος έτρεφε στα στήθη του άσβυστη δίψα κομματικού πολέμου και θριάμβου. Με το μήλο της παλάμης σήκωσε ζερβόδεξα το καστανό μουστάκι του και ρίχνοντας ως τα μάτια την κεντητή σκούφια του, φώναξε δυνατά.

— Α — απ! καπιτάνι μ'… Βάστα καλά κι τσ' φάγαμι!…

— Άιντε καπιταν' Δημήτρ'!… τώρα θα ιδούμι τ'ν παλληκριά σ'… ακούστηκε από πίσω του άλλη συρτή φωνή.

Ήταν δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας ή Τσιρίμπασης. Ο πρώτος ψηλός και ξερακιανός σαν καψαλισμένος ξέρακας, ήταν άλλοτε επιστάτης φάρου σε μιαν απόκρυφη ακρογιαλιά. Μα βρέθηκε καταχραστής υλικού του δημοσίου και παύτηκε από τον αρχηγό της Τηρκαημόλας. Ο δεύτερος κοντός κι ολοστρόγγυλος, από χρόνια ήτανε νοικιαστής ενός γιβαριού, χωρίς ποτέ να πληρώνη στο Δημόσιο και τέλος εκηρύχτηκε αφερέγγυος. Και οι δυο είχαν σκοπό να πολεμήσουν με λύσσα το κόμμα, που τους έβλαψε. Διαβάτες τώρα, είδαν τη ζωγραφιά κι ενθουσιάστηκαν με την ηρωική κορμοστασιά που είχε το λάβαρό τους. Τα πρόσωπα έλαμψαν από αγαλλίαση και τα κορμιά τους γαρδαμώθηκαν, σαν δέντρ' ανοιξιάτικα που τα βιάζει στο ψήλωμα και το χόντρος ο αψύς χυμός που κουφοδρομεί μέσα τους. Τα χέρια τους σηκώθηκαν και έστριψαν αρειμάνια τα μουστάκια· θυμωμένη έγινε η λάμψη των ματιών τους· τρίξιμο δοντιών ακούστηκε κι οι τρεις φίλοι μονόγνωμοι έλεγαν στον καπετάνο να τραβήξη μπροστά και να τον ακολουθήσουν πρόθυμοι στη σφαγή και τον όλεθρο των αντιθέτων. Με τέτιο σύμμαχο γίνεται κανείς θεριό!…

Άξαφνα πίσω από την εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα τούμπανο ακούστηκε και καραμούζες βραχνόφωνες. Οι φίλοι γυρίσανε ανήσυχοι τα μάτια τους ζερβόδεξα.

— Κλωτσά είνε;

— Όχι, Τηραημόλα…

Λύθηκε η απορία τους σύνταχα. Φωνή μελαγχολική, γοργή και συγκρατητή σαν πηγής μουρμούρισμα, ακούστηκε να τραγουδή με μισοκρυμμένη γλυκειά ελπίδα, κι ήσυχη χαρά:

— Τα λένε τα πουλάκια στα Κλεισορέματα· Πως θάβγη ο Ντεληγιώργης δεν είνε ψέματα!…

Τα όργανα την άρπαζαν αμέσως, ζηλιάρικα μήπως χαθή στο άπειρο ή μη την παραλάβη ακούραστ' η Ηχώ στα μουσικά στέρνα της, και την τίναζαν τρανταχτή στα φτερά των ανέμων και τα πλευρώματα των βουνών, απάνω από το πρόσωπο της λίμνης κι απάνω από τις χορταριασμένες σκεπές της φτωχόπολης, σαν ένα πεφτάστερο. Και η φωνή ανυπόμονη, άρχιζε πάλι το γύρισμα σε άλλους τόνους με νέα δύναμη και περισσότερη τόλμη κι ελπίδα και πάθος:

Κλώσσα με τα π'λιά Πώς τάβγαλες χρυσά!…

— Να στην Κλώσσα σας… όξ' απού τσ' άγιους!… φώναξε με αγανάχτηση ο Τσιρίμπασης, φασκελώνοντας τον αέρα και πάραυτα κάνοντας το σταυρό του.

— Να στο γιο του χωροφύλακα!… είπε αναψοκοκκινισμένος ο Καψοχείλης. Μουρ' ακούς κι ο νιος του σταυρωτή να γυρεύη ψήφ'ς!…

Αμ αν ήταν κόσμους, πρόσθεσε με τη βάναυση φωνή του ο Ταράνανας, ούτε Κλώσσα ούτε Τηραημόλα θ' ακγότανε στο Μσολόγγ'… Μονόβουλο θα πέφτανε οι ψήφ' στην κάλπ' του καπιτάν Νικόλα. Ποιος μας έδωκε τουν ψήφο παρά ο πατέρας τ'; Αν δεν ήταν λευτεριά, ψήφο δε θα χαμι· κι αν δεν ήταν ο καπιτάν Δημήτρ'ς, δε θα να χαμι λευτεριά. Δεκαπέντε χρόνια — τ' άκ'σες; — κράτησε λεύτερα τα χωριά του Ζυγού και ποτέ δεν έβαλε καλπάκ'… Κι στσ' είκοσ' τ' Μάη — που ήσαι; — στσ' είκοσ' τ' Μάη πρώτος κατέβ'κε στο Μσολόγγ' κι κλείστ'κε ως τ'ν Έξοδου. Πρώτος ήταν στα γιρούσ' κι κούρταρος στο φευγιό…

Οι τρεις φίλοι με συρτά βήματα, με τα χέρια πίσω και το σώμα ράθυμο, σαν άνθρωποι, που δεν έχουν τι να κάμουν το διαβάτη χρόνο, τράβηξαν ίσα στην Πλατεία. Συχνά γύριζαν κι έβλεπαν την εικόνα του αγωνιστή, εκεί στην πόρτα κρεμασμένη κι έπειτα εξακολουθούσαν το δρόμο τους και στόλιζαν το γιγαντομάχο είδωλό τους, με σωματικά και ηρωικά χαρίσματα. Έλεγαν για τη θεόρατη κορμοστασιά, για τον αδούλωτο χαραχτήρα του, για την αυστηρή αγαθοσύνη του προσώπου, για των ματιών του το φοβερό ασπρογάλιασμα. Υμνούσαν τώρα το αστόμωτο σπαθί, που έζωσε τη λυγερή μέση του σ' όλη την κλέφτικη ζωή και στου Αγώνα τα χρόνια, αφού έζωσε πριν την αλύγιστη μέση του Σφαλτού και του Τσούτση, πρώτου αρχηγού των Ζυγιωτών· και τώρα ιστορούσαν το χαρόσταλτο ντουφέκι του. Λιάρο τον περίφημο, που ξάπλωνε κουφάρια τα κορμιά κι έντυνε στα μαύρα γονέους κι αδερφούς, παιδιά και στεφανωτικές. Θάμαζαν πότε το θυμό, που ξεσπούσε πύρινος στους αρματωμένους εχτρούς· και πότε τα σπλαχνικά λόγια που παρηγορούσανε θλιμμένους αιχμαλώτους. Μετρούσανε τους αμέτρητους πολέμους και τις φρόνιμες γνώμες του· την περιφρόνηση του στα ταπεινά κέρδη και την αδιαφορία του στις κούφιες τιμές. Έβραζε μέσα τους ο κομματικός φανατισμός και ξεχείλιζε σαρκωμένος σε λόγια βαθειάς ευγνωμοσύνης δούλων, για τον μεγαλομάρτυρα ελευθερωτή τους. Και κάθε στιγμή, σε κάθε λέξη τους κι οι τρεις έμεναν σύμφωνοι, πως αν ήταν άνθρωποι σωστοί στο Μεσολόγγι, άλλο κόμμα δε θα βρισκότανε κι άλλοι βουλευτές δε θα ψηφίζονταν από τον καπετάν Νικόλα κι άλλος δε θα έβγαινε δήμαρχος από τον καπετάν Γιώργη, ούτε θα δοξαζότανε άλλος από τον κυρ Στάμο, τα παιδιά του.

— Να κι ο Τηραημόλας· είπε άξαφνα ο Τσιρίμπασης, γυρίζοντας το πρόσωπο αλλού με αηδία, λες κι έβλεπε μπροστά του σερπετό.

— Να ο πατέρας του Τζαλμά· μισοβόγγιξε κι ο Κοψαχείλης.

Ήταν φτασμένοι τώρα στην Πλατεία και στην πόρτα ενός καπνοπωλείου είδαν το εκλογικό σημάδι άλλου κόμματος. Μέσα σε στεφάνι από κλωνάρια ελιάς, στολισμένο με φιογκάκια και κορδέλλες κόκκινες, ήταν άλλη ζωγραφιά. Μαύρη καλοκουμπωμένη ρεδιγκότα και φουσκωτός κατάμαυρος λαιμοδέτης και ψηλά κάτασπρα κολλάρα, στηρίζανε κεφάλι χοντρό κι ολοστρόγγυλο. Λίγα ψαρά μαλλιά και πλατύ καμαρωτό μέτωπο, έδειχναν του απέραντου νου στενά και καλογραμμένα τα σύνορα. Η μύτη βαθειά χαραγμένη στον ίσκιο, κατέβαινε χοντρή από το μεσόφρυδο στο απάνω χείλο, το στολισμένο με κοντά μουστάκια κατάργυρα. Ζερβόδεξα τα μηλομάγουλα καλοξουρισμένα, με το προγούλι κάτω ξεχειλισμένο από λαχταριστή σάρκα κι απάνω τα φρύδια χαμηλότοξα και τα μάτια ημερωμένα, έχυναν στο σύνολο ασκητού γαλήνη κι απλότη φιλοσοφική. Της ελιάς τα χαλκοπράσινα φυλλαράκια και τ' άνθη, με την κόκκινη κορδέλλα περιπλεγμένα, θυμίζανε το αίμα, που χύθηκε στη γη, για να βλαστοβολήση τα καρπερό εκείνο δέντρο της ειρήνης. Κι ο άντρας, που είχε τέτια σεβαστά σύμβολα, φαινότανε ανέγγιχτος στου φθόνου τη γλώσσα, όπως οι ξύλινοι εκείνοι σταυροί των χωριών, που διώχνανε από κοντά τους κρύα τα βόλια των Τούρκων. Ήταν και κείνος από τους άντρες του Αγώνα, πατριώτης αψύς κι ακούραστος. Μόλις ακούστηκε το σάλπισμα της ελευθεριάς στη βαρυστέναχτη γη, άφησε τα καλά και τη μελέτη του κι έτρεξε στην κακοπάθεια και το αλληλοφάγωμα και δούλεψε την πατρίδα όχι με το σπαθί, αλλά με του μυαλού τη δύναμη. Οι τρεις φίλοι κοντοστάθηκαν αθέλητα, σαν κάτι να κράτησε τα πόδια τους άξαφνα. Μα ο Ταράνανας σπρώχνοντας τους συντρόφους του;

— Τράβα, μωρέ! Είπε με θυμό· κι αφήστε τον προδότ' να μην τον γλέπου!…

— Αλήθεια· ομογνώμησαν οι άλλοι, κουνώντας το κεφάλι.

— Αμ' βούλιαξ' άλλος το Μσολόγγ'!… ξανάειπε αγαναχτησμένος ο σκάπουλος.

Έκοψε όμως την κουβέντα του, γιατί ένιωσε κάποιον να του πιάνη το χέρι. Γύρισε απότομα πίσω κι είδε με απορία του τον Κώστα Ζάγαρδο ή Τριζώνη. Ήταν αυτός από μικρό παιδί υπερέτης στο σπίτι του κυρ Αλέξαντρου, του αρχηγού της Τηραημόλας. Νέος έξυπνος, δραστήριος, θαρρετός με τον καιρό είχε καταντήσει από υπερέτης αντιπρόσωπος του γέροντα στην επαρχία και ψυχή στο κόμμα. Αυτός ερχόταν σε συνεννόηση με τις Αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές· αυτός ανακοίνωνε στους κομματάρχες τα θελήματα του αρχηγού και τις οδηγίες· αυτός έβγαζε δικαστικές απόφασες· αυτός στρατιωτικές άδειες· αυτός μετάθεσες και πάψες. Συντύχαινε με τον πολύ κόσμο, άκουε παράπονα κι έδινε ελπίδες είτε πραγματοποιούσε όνειρα. Όλης της επαρχίας εκείνης και πολλές φορές του νομού τη χιλιοπρόσωπη κομματική υπηρεσία περιπλεγμένη την είχε ο Τριζώνης στα δάχτυλά του και σαν τηλεγραφική μηχανή διατηρούσε φαύλη συγκοινωνία, στέλνοντας στην Πρωτεύουσα ανήθικες απαίτησες των φίλων και παίρνοντας αποκεί ανηθικώτερες υπόσχεσες.

Για να έχη όμως αυτή την δύναμη, που έκανε τους φίλους να τον περιτριγυρίζουν και να τον γλυκοθωρούν σαν είδωλο τύχης τυφλής, οι αντίθετοι τον απόφευγαν σαν μόλυσμα. Ο Ταράνανας, άμα τον είδε, γύρισε αλλού το πρόσωπο και ηθέλησε να τραβήξη το χέρι του. Μα ο Τριζώνης τον κράτησε σφιχτά και πάντα γελαστός του είπε:

— Ρε αδ'ρφέ σ'μπέθερε, χάλασα τουν κόσμου γυρεύοντάς σε. Πού ήσ'να κρυμμένος!

— Να, με τσι φίλ'ς· απάντησε αυτός αδιάφορος, σαν να του έλεγε: άσε με και μη με σκοτίζεις.

— Σε θέλω· έλα να σ' που ένα λόγο για καλό σ!..

— Τι θα μ' πης; δεν έχω κ'βέντα μι σε.

Ο Τριζώνης χαμογέλασε με το πείσμα του συμπέθερου· και φρόντιζε να τον αντικρύση στα μάτια.

— Μουρ' έλα κι δε θα σ' φάου!… φώναξε πεισμωμένος τάχα. Έλα κι δε θα σε φάου!…

— Δεν έρχουμι σ' λέου!… δεν έρχουμι!… επέμεινε εκείνος, προβάλλοντας το κορμί μπροστά και ανοίγοντας τα μάτια.

— Έλα σ' λέου για καλό σ!.. Αν δεν έρθ'ς, θα μετανοιώσης! ξανάειπε ο Τριζώνης.

Μίλησε τόσο σοβαρά τα τελευταία λόγια του, που ο αγαθός σκάπουλος χολοταράχτηκε. Το θάρρος κι η κομματική αποστροφή έφυγαν από πάνω του. Αντί να μακρίνη πλησίασε περισσότερο στον Τριζώνη, πρόσωπο με πρόσωπο και τον κοίταζε κατάματα, θέλοντας να μαντέψη τους σκοπούς του. Μα εκείνος κρύος, ατάραχος, με το χαμόγελο μαρμαρωμένο στα χείλη, γύρισε και του σφύριξε στ' αφτί:

— Σε θέλει ο κυρ Αλέξαντρος· πάμε σπίτ'.

Ο Ταράνανας πισωπάτησε σπασμωδικά, σαν να αισθάνθηκε βέλος πύρινο μέσα στο μυαλό του και φώναξε με οργή·

— Τ' έκαμε λέει; Ιγώ να πάου σπίτ' τ'!… Ιγώ ν' ανεβού τ' σκάλα τ'!… Κάλλιο να μου κόψ'νε τα ποδάρι' απ' το γόνα! Όχι, δεν πάου, δεν πάου!… δεν πάου π'θενά!…

Κι ηθέλησε να φύγη, να πλησιάση στους συντρόφους του, να εύρη αγγελική ασπίδα στη διαβολική εκείνη φωνή, που τον έσερνε ν' αρνηθή τη θρησκεία του. Τόσα χρόνια το δούλευε το κόμμα του· πάππου προς πάππου! Τόσα χρόνια δεν πάτησε ποτέ στην πόρτα της Τηραημόλας! Ούτε σε χαρά, ούτε σε λύπη. Ούτε για καλό, ούτε για κακό. Όχι να πάη τώρα παραμονές εκλογών! Αφίνει Τούρκος το τζαμί χωρίς ν' αλλαξοπιστήση;

Μα ο μαυλιστής του, αδράζοντας πάλι το μπράτσο του σφιχτά και κοιτάζοντάς τον με γέλιο στα χείλη και με χολή στα μάτια·

— Παλάβωσες; λέει. Μουρ' είσαι χαμένος σ' μπέθερε· έλα να σ' που…

Και τον έσυρε έρριζα στον τοίχο κι άρχισε να του κρυφομιλή. Ο σκάπουλος στην αρχή απαιτούσε να του μιλή δυνατά, να τον ακούη ο κόσμος, να μη βάλουν υποψία πως παζαρεύει τον ψήφο του. Α! όλα κι όλα! Το κόμμα είνε θρησκεία· δεν τ' αλλάζει ό,τι και να γίνη. Δεν δίνει αλλού τον ψήφο του για όλο τον κόσμο! Μυστικά μαζί δεν έχουν οι αντίθετοι. Και μάλιστα τέτιες ημέρες. Ό,τι έχει να του ειπή, να το ειπή φόρα και γ'ρήγορα… Κι όλο ήθελε να φύγη από κοντά του. Μα όσο τον άκουε, λίγο — λίγο μαλάκωνε. Χαμήλωνε τα μάτια και πλησίαζε ολοένα στο συμπέθερο, δείχνοντας πόσο σπουδαία και σοβαρά ήταν τα λόγια του.

Αληθινά ο Τριζώνης έλεγε σπουδαία πράματα, Έξ — εφτά μήνες πριν ο Ταράνανας είχε σοβαρή δουλειά με τον Οικονομικό Έφορο της επαρχίας. Αφορμή έδωκ' ένα πριάρι αλάτι. Με τον σύντροφό τον το Γιάννη Κρούστα ή Μπούφο το φέρνανε νύχτα στην πόλη από το Λούρο. Οι χωροφύλακες που περιπολούσαν στη λίμνη, τους απάντησαν και τους διάταξαν να σταθούν. Εκείνοι εξακολούθησαν το δρόμο τους, σπρώχνοντας μπροστά με τα σταλίκια το προιάρι κι αφίνοντας πίσω γαλάζια γραμμή από φώσφορο στη σκοτεινή απλωσιά. Οι χωροφύλακες ντουφεκίσανε τότε στον αέρα να τους φοβίσουν· μα εκείνοι έριξαν στα τυφλά και πλήγωσαν ένα από δαύτους. Οι περίπουλοι θύμωσαν· τους βάλανε στο σημάδι και τους ανάγκασαν ν' αφήκουν το προιάρι και να ριχτούν στη λίμνη. Οι χωροφύλακες πιάσανε το προιάρι, πέρασαν την αυγή στο Λούρο, χαλάσανε τα τηγάνια της αλικής κι από διάφορα πράματά τους κατάγγειλαν στην Αρχή το Μπούφο και τον Ταράνανα.

Ο Μπούφος ήταν φανατικός φίλος της Τηραημόλας και με δυο λόγια, που σφύριξε ο Τριζώνης του έφορου, απαλλάχτηκε αμέσως. Τα πράματα, που κατάσχεσαν οι χωροφύλακες, μπορούσε να ήταν δικά του, χωρίς να ενέχεται. Ο Ταράνανας όμως δεν ήταν φίλος και δεν είχε ανάγκη να φροντίση γι αυτόν ο συμπέθερος. Έπειτα το προιάρι είχε γραμμένο στην πρύμη τ' όνομά του. Κι είχε ακόμη κοντά, με κόκκινη βαφή κι ένα εκλογικό δίστιχο, που βάραινε φοβερά τη θέση του. Το θυμάται; Αν δεν το θυμάται, να του το ειπή αυτός, που δεν το ξέχασε, ούτε θα το ξεχάση ποτέ στον αιώνα!

Ξεκίνησε με φλόγες ο καπετάν Γιωργής Τα Γιάννινα να πάρη ο καπετάν Μακρής.

Φυσικά ο έφορος έβγαλε την απόφασή του. Οχτακόσιες δραχμές είχε πρόστιμο ο Ταράνανας και το Νομικό Συμβούλιο ήταν έτοιμο με μια μονοκοντυλιά να διατάξη την προσωπική του κράτηση. Και να μη λέμε την καταγγελία για την αντίσταση, που έκαμε στην Αρχή! Τι τα θες. Ήταν τόσο κακά τα πράματα, που μια να έμπαινε στη φυλακή, δε θα βγαινε παρά νεκρός.

— Μουρ' τι λες, σ' μπέθερε! ρώτησε ο σκάπουλος.

— Μα τα ούλα τα κονίσματα δε γλυτώνεις· είπε ο Τριζώνης με απάθεια.

Ο Ταράνανας τα έχασε. Κοίταξε το σύντροφό του στα μάτια κι έπειτ' ακκούμπισε το κεφάλι στον τοίχο συλλογισμένος.

— Τι να κάμω; μουρμούρισε.

Ο Τριζώνης δεν απάντησε αμέσως. Άφηκε το σκάπουλο στην απελπισία του κάμποση ώρα. Άξαφνα με φωνή δυνατή κι απαιτητική του είπε, πιάνοντας τον αλαφρά από το γελέκο:

— Μ' ακούς εμένα; δε μ' ακούς!… Πάμε σπίτ' σ' λέου· είνε καιρός ακόμα… Του ξέρ' ο κυρ Αλέξαντρος. Του μίλησα ιγώ!…

Και τράβηξε να φύγη. Ο σκάπουλος ηθέλησε ν' αντισταθή, να μην ακολουθήση. Μα έξαφνα με δυο — τρία δραμπαλίσματα του κορμιού, έσκυψε το κεφάλι και ώρμησε σαν μεθυσμένος κατόπιν του.

Όταν οι δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας ή Τσιρίμπασης, είδαν τον Ταράνανα ν' ακολουθή τον Τριζώνη, κοίταξε ένας τον άλλον και χαμογέλασαν πονηρά.

— Πάει πίσου σαν το ψάρ' στην τράενα· είπε ο ένας.

— Τσίμπ' σι· πρόσθεσε ο άλλος.

— Λες;

— Ω βέβαια· κάτι παλούκι τ' χώσανε και πάει ναν τ' του βγάλ'ν'…

Και εκάθισαν απ' έξω σ' έναν καφενέ, αντίκρυ στο καπνοπωλείο. Κόσμος πολύς πηγαινορχότανε μπροστά τους. Πολύ σπάνια τ' Άη Σημιού ή του Λαζάρου, που γιορτάζεται η Έξοδος, φαίνεται κάποια κίνηση εκεί. Μα για να καταντήση αληθινό πανηγύρι, πρέπει δυο σημαντικά πράματα να συμβούν. Ή να κατεβή κανένας ντόπιος πολιτικός από την πρωτεύουσα· ή να είνε παραμονές εκλογών. Τότε καταντά αγνώριστη η κοιμισμένη Πλατεία. Επιστήμονες, υπάλληλοι και στρατιωτικοί· γιβαράδες και καραβοκυραίοι· χοντρονοικοκυραίοι κι έμποροι· χωριάτες και γεωργοί και γύφτοι· δήμαρχοι και υποψήφιοι βουλευτές της επαρχίας, του Νομού όλου ανάκατα, ήταν τώρα εκεί και γλυκομιλούσαν και κρυφογελούσανε ίσοι προς ίσους όλοι, όπως σε κανένα εμπορικό πανηγύρι, όταν το κρασί ανάβει τα καύκαλα και το μεθύσι της κερδοσκοπίας παρασέρνει τη ντροπή και λύνει άκριτη τη γλώσσα. Και δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά πανηγύρι και παζάρεμα ψήφων! Ήθελαν όλοι να φαίνονται πως είνε κομματάρχες πως δίχως αυτούς τίποτα δε γίνεται. Άνθρωποι σημαντικοί κι άνθρωποι που δεν ώριζαν όχι τον ψήφο μα ούτε το παπούτσι τους, έτρεχαν απάνω — κάτω κι ήθελαν να παραπείση ένας τον άλλον, να του ξεκολλήση ένα λόγο, να μαντέψη τι κρύβει μέσα του και να τον αναγκάση να τ' αλλάξη. Οι χαραχτήρες, οι κοινωνικές σχέσες, η πολιτική μάθηση, τα σχέδια και τα όνειρα των αρχηγών, ήταν όλα στο στόμα τους και ή τα τρίβανε και τα σκορπίζανε στους τέσσερους άνεμους ντροπιασμένα κι ανάξια προσοχής, ή τα σύναζαν και τα στρογγυλόκοβαν βάθρο ακλόνητο στα χρυσελεφαντένιο άγαλμά τους. Εκλογικός ανεμοστρόβιλος σάρωνε το μακρύστενο σοκάκι και καθότανε απάνω στα κρανία, έμπαινε στα μυαλά του πλήθους και το έκανε να βρίσκη χίλια — δυο τερτίπια θαυμαστά, λες και δεν είχε στη ζωή του άλλη φροντίδα, από κείνη της εκλογικής ενεργείας και του κομματικού πυρετού.

Ζερβόδεξα τα μαγαζιά, οι ταβέρνες και τα ρακοπουλειά, τα μπακάλικα κι οι καφενέδες ήταν στολισμένοι με των κομμάτων τα σημάδια. Σημαίες και φλάμπουρα· εικόνες και κορδέλλες· ελιές ολόκορμες και δάφνες και πορτοκαλιές, έστεκαν ορθές σε κάθε πόρτα, σκαλώνανε σε κάθε παράθυρο· στεφάνωναν κεραμύδια, αγγωνάρια, μπαλκόνια και μπαλκονόπορτες· στόλιζαν κρασοβάρελα και τυρασκιά, ψαρόψαθες και φαρμακείων ακόμη βυτρίνες, με φανατισμό αλληλοφαγωμού. Και μέσα βροντούσε άλλη ζωή. φωνές κεραστών και τραγούδια μεθυσμένων και «βίβα» και «ζήτω!». «Κλώσσα» και «Τηραημόλα» ανθρώπων που δεν είχαν άλλη συνείδηση, από κείνη του φαγοποτιού και της ανέξοδης σπατάλης.

Ο Κοψαχείλης κι ο Τσιρίμπασης εξακολουθούσαν ν' αναθεματίζουν τη ζωγραφιά που έστεκε αντίκρυ τους σκεπτική, λες και ταλάνιζε τη μοίρα των απογόνων. Με το ίδιο ξάναμμα που παίνευαν πριν τον αρματωλό κατηγορούσαν τώρα το διπλωμάτη. Έλεγαν πως για ν' αναγνωριστή στον τόπο του αρχηγός, έφερε τους Σουλιώτες κι έδερναν τον κόσμο κι έγδυναν τα σπίτια και σκότωναν τους νοικοκυραίους. Τον ύβριζαν πως με πλαστά γράμματα ραδιούργησε τους ντόπιους καπεταναίους στα Παλληκάρια τους· πως ερέθιζε το λαό με τους άρχοντες, χαραχτηρίζοντάς τους προδότες. Έλεγαν πως αυτός στ' Ανάπλι εμπόδιζε να στέλνουν τροφές στην πολιορκημένη πόλη κι έγινε αιτία της φριχτής πείνας· πως πρόδοσε στους Τούρκους τη νύχτα της Εξόδου και συμβούλευε τη θέση για να στήσουν του Κάη, το κανόνι που τόσους σάρωσε διαλεχτούς στην πρώτη ορμή. Αυτός έγινε αιτία να πελεκηθή το σώμα του Μακρή από τους Αρβανίτες στ' Αμπέλια του Ριζικότσικα. Αυτός εμπόδισε τον Κώστα Μπότσαρη να βοηθήση χτυπώντας τις πλάτες του εχτρού. Κι ακόμη όταν έφτασαν τ' απομεινάρια της ηρωικής καταστροφής στ' Ανάπλι, αυτός δεν ηθέλησε να τα δεχτή κι εμπόδισε την Κυβέρνηση να τους δώκη ψωμί και ρούχα και βαθμούς, ο φθονερός!…

Οι δυο φίλοι δεν ήταν οι μόνοι που έλεγαν και πίστευαν αυτά. Ήταν σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του σημερινού αρχηγού της Τηραημόλας, όσοι δεν ψωμίστηκαν από τα χέρια του ή και ψωμίστηκαν λιγώτερο απ' ό,τι έλπιζαν. Και δε μετρήθηκαν μόνον εδώ οι υπερεσίες των αγωνιστών κατά τις συμπάθειες και αντιπάθειες του λαού στους συγγενείς τους. Παντού έγιναν τα ίδια, σε κάθε μέρος της ελεύθεοης Ελλάδας, όπου τα τέκνα των ηρώων ανακατεύτηκαν στην πολιτική. Αλλά στο Μεσολόγγι, που έγινε έδρα της Δυτικής Ελλάδας από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, η ασέβεια κι η παραγνώριση έφτασαν στο φοβερώτερο σημείον. Άρχισε αμέσως το αλληλοφάγωμα των στρατιωτικών με τους πολιτικούς, των ξένων με τους ντόπιους, των προυχόντων και του λαού. Οι δημοκόποι ήβραν ευκαιρία να οργιάσουν. Συχνά τα χαλάσματα εκείνα των σπιτιών και μολυβοφαγωμένα κάστρα σταθήκανε μάρτυρες βουβοί, έχτρας τρομερώτερης από τα τρελλά γιουρούσια των Τούρκων. Συχνά λησμονηθήκανε οι πολύτιμες υπερεσίες του προύχοντα εμπρός στα λογοκοπήματα πρόστυχου καλαμαρά. Πολλές φορές είδαν να καή σαν το Ιούδα τα αντρείκελο φρόνιμου και αγνού στρατηγού και να κηρυχτή εθνοσωτήρας αηδέστατος δημοκόπος. Και το κακό δεν έμεινε ως εδώ. Εξακολούθησε με πείσμα περισσότερο και έπειτ' από τον Αγώνα. Τα παιδιά των αγωνιστών, αφού δεν είχαν δική τους ιστορία, ηθέλησαν να εκμεταλλευθούν την ιστορία εκείνων, να θυμίσουν στον όχλο τις υπερεσίες τους και τις εικόνες τους να στήσουν εκλογικά λάβαρα. Τότε όμως εκείνος παράφορος, βαρυποτισμένος από ελευθερία, πάππου προς πάππου ασεβέστατος, δεν εδίστασε ν' αρνηθή και στους πατέρες τη δόξα, να πλαστογραφήση την ιστορία τους, μόνον και μόνον για να εκδικηθή τους απογόνους.

Τώρα στη συνείδηση των δυο φίλων κανένα δεν εύρισκεν έλεος ο σοφός διπλωμάτης. Όλες τις καταστροφές, τ' ατυχήματα όσα υπόφερεν ο τόπος τους κατά τον πικρόν αγώνα, η μισητή εκείνη και απάνθρωπη ψυχή τα είχε φέρει όλα. Δεν ελογάριαζαν πως ήταν νεκρός, πως ανήκει σε περασμένη γενεά, πως είχε γίνει σκόνη μέσα στον τάφον του. Επίστευαν πως τον είχαν μπροστά τους, πως τον έβλεπαν σύψυχον, πως τους άκουε κι ήθελαν να τον πικράνουν, να τον βασανίσουν, να τον ιδούν να κλάψη για να χαροκοπήσουν.

— Προδότης που να μην είχε κλήρα!… εσυμπέρανε ο Κοψαχείλης με αγανάχτηση.

Μα εκείνη την ώρα, όλων η προσοχή ήταν ριγμένη στην άκρη της Πλατείας, πίσω από τ' αγγωνάρι γειτονικού στενού κι οι φίλοι αναγκάστηκαν να κόψουν την κουβέντα τους. Τούμπανα και καραμούζες έφεραν στ' αφτιά τους το τραγούδι της Τηραημόλας με τους βροντηχτούς, κομμένους κι αυστηρούς σαν ξαφνιστικά παραγγέλματα τόνους της. Μα δεν τους ανησύχησε τόσο το τραγούδι όσο τα πονηρά βλέμματα μερικών αντιθέτων που κολλούσαν απάνω τους με σαρκασμό.

— Ο Ταράνανας! ψιθυρίσανε συνατοί τους.

Και μονόγνωμοι σηκώθηκαν και βάδισαν εκεί. Ήταν αληθινά το κόμμα της Τηραημόλας; Ψαράδες με τα πλατειά βρακιά και τα κόκκινα ζωνάρια και τα μάλλινα πουκάμισά τους κι οξωμάχοι με τις φουστανέλλες τους, αναμαλλιασμένοι όλοι, κοκκινοπρόσωποι, με τα χέρια ψηλά, χοροπηδούσανε κι αντιπατούσαν τη γη. Κι εμπρός απ' όλους περισσότερο ξαναμένος, αγριοπρόσωπος, με το φανατισμό νεοφωτίστου κλωτσοχόρευε ο Ταράνανας κι εγκάριζε ανακινώντας ψηλά μια εικόνα, το λάβαρο που είχε το νέο κόμμα του.

Ο σκάπουλος μόλις ανέβηκε στη σκάλα και βρέθηκε μπροστά στον αρχηγό, κατάλαβε πως ο ψήφος ήταν η μόνη σωτηρία του. Είνε αλήθεια πως ο σεβαστός γέροντας καθόλου δεν του είπε τέτοιο λόγο. Τον ρώτησε τι κάνει η γυναίκα του, το σκυλάκι, τα κλωσσοπούλια του· πώς πηγαίνει το ψάρεμα, ο καπνός, τ' αλάτι. Α, τ' αλάτι!… Τι διάβολο, τόσο απροφύλαχτα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι τις δουλειές τους και φανερόνονται στην εξουσία! Κι επί τέλους, αφού δεν έχουν την καπατσοσύνη να κρυφτούν, δεν φροντίζουν τουλάχιστον να έχουν έναν καλό φίλο. που θα μπορή να τους βρεθή στην ανάγκη τους!… Α πολύ κακά τα καταφέρνουν! πολύ κακά!… Και τα έλεγε με ήσυχη φωνή, κοιτάζοντας πότε τον Τριζώνη, πότε τα έπιπλά του, πότε τους άλλους ανθρώπους που περνοδιάβαιναν καθόλου όμως τον Ταράνανα. Δεν μίλαγε γι' αυτόν. Ο αρχηγός εξέταζε γενικώτερα το πράμα. Ελυπόταν να υποφέρουν οι άνθρωποι από λειψομυαλιά τους. Και όμως δεν πρέπει να τους αφήκη να χαθούν. Σήμερα που μπορεί να κάμη το καλό, θα το κάμη κι ας πάη στα χαμένα!

— Φρόντισε· είπε στον Τριζώνη· τελείωσε τη δουλειά του παιδιού από δω.

Κι έπειτα δίνοντας το χέρι στον Ταράνανα και κοιτάζοντάς τον με χαμόγελο:

— Μείνε ήσυχος, του ψυθύρισε· η δουλειά σου τελειωμένη.

Ο σκάπουλος στην τόση καλοσύνη του κομματάρχη αισθάνθηκε ταπείνωση. Η συγκίνηση τον έπνιγε. Δεν ήταν μικρό πράμα να γλυτώση και πρόστιμο και φυλακή μ' ένα λόγο. Τάχα τι κέρδισε τόσα χρόνια που δούλευε με αφοσίωση το κόμμα του; Μονάχα όταν ήταν στην εξουσία — πολύ σπάνια κι αυτό — τον άφιναν να ψαρεύη στη λίμνη, χωρίς να πληρώνη το δωδεκάδραχμο επιτήδευμα και να πουλή εμπρός στα μάτια της Αρχής τον καπνό και τ' αλάτι του. Από τέτιον όμως κίντυνο, σαν το σημερινό, μπόρεσε ποτέ να τον σώση; Καθόλου. Κι ενθουσιασμένος για τη σωτηρία του, αποφάσισε αμέσως να σηκώση τοίχο στο κομματικό του παρελθόν. Κατάλαβε πως, αν η αξιοπρέπεια του γέροντα δεν τον άφινε να ζητήση ψήφο, μόνος του έπρεπε να τον προσφέρη. Έσφιξε δυνατά το απλωμένο χέρι και φώναξε τινάζοντας τη σκούφια του στη ζωγραφισμένη οροφή:

— Ζήτω η Τηραημόλα, ζήτω!…

Όταν σε λίγη ώρα ο Ταράνανας, ζαλισμένος ακόμη, άφινε τον ναό της νέας του θρησκείας, τον άρπαξε το πλήθος που γλεντοκοπούσε με τα τούμπανα στην αυλή. Ήταν κι αυτό εκλογικό τερτίπι. Ο σκάπουλος βρέθηκε στην ανάγκη να γίνη φίλος της Τηραημόλας. Μα δεν ήταν βέβαιο, αν θα κρατούσε το λόγο του. Σε τέτιους ανθρώπους δεν μπορεί κανείς νά χη εμπιστοσύνη. Μόλις έβγαιν' έξω οι παλιοί φίλοι θα τρέχανε από πίσω του. Ο αρχηγός θα του έταζε λαγούς με πετραχήλια· θα του έκαναν όλοι παρατήρηση για το κάμωμά του το προδοτικό· θα τον έβριζαν, θα τον παρακαλούσαν, αλλαξοκορδέλλα θα τον έκραζαν κι ίσως τον έκαναν να μετανοιώση. Έπειτα κι αν κρατούσε το λόγο του, αν έρριχνε τον ψήφο του στην κάλπη της Τηραημόλας, τι μ' αυτό; Ένας περισσότερος ένας λιγότερος δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ο σκοπός ήταν να δειχτή έξω στο δρόμο, να μάθουν όλοι τα γύρισμά του· να λαληθή πως το κόμμα έχει δύναμη, αφού κατορθώνει και παίρνει από τ' άλλα τους φανατικώτερους φίλους. Αυτό κάνει εντύπωση και παρασέρνει κι άλλους. Άμα τσακίση ένα κόμμα, δε βαστιέται…

Ο Ταράνανας στην αρχή δυσκολεύτηκε. Ήθελε να εύρη χίλιες — δυο αφορμές για ν' αποφύγη. Είχε ακόμη συνείδηση πως το κάμωμά του δεν ήταν καλό. Ντρεπότανε να βγη στον κόσμο έτσι απότομα με τη νέα του σημαία. Ο Τριζώνης όμως ήταν κοντά και τον κοίταζε αμίλητος, με τα χολερικά μάτια του αυστηρά, με τα χείλη σφιγμέν' από την αγανάχτηση. Αν δεν ακολουθούσε, βέβαια πως ήταν χαμένος ο Ταράνανας. Κι όχι μόνον ν' ακολουθήση έπρεπε, μα και να φανή λυπημένος, που τώρα μόλις άνοιξε τα μάτια του στο φως το αληθινό, να ξελαρυγγιαστή μάλιστα ζητωκραυγάζοντας.

— Έλα μπροστά, μπροστά κ'μπάρε… είπε ο αρχηγός του πλήθους, ένας πρισκοκοίλης γιβαράς· πάρε στο σπίτ' κι το γέροντα μας.

Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος αναγκάστηκε ν' ακολουθήση. Και λίγο — λίγο, όσο άκουε γύρω του τις κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν' ακούση χωρίς φρίκη, τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελλής χαράς και του κομματικού μίσους.

— Αλτάνη, μώρ' Αλτάν!… έβγα όξου να μας [κιράης]· φώναξε κλωτσώντας την πόρτα του με μανία. Μι το γκιγούμ' του θέλου· μι το γκιγούμ!…

Η γυναίκα του, καθώς άκουσε πως διάβαινε η Τηραημόλα από το σπίτι της, έβγαλε τα σαρίδια έξω και τα σκόρπισε για να δείξη την περιφρόνησή της. Έπειτα μπήκε και μαντάλωσε την πόρτα με πάταγο. Όταν όμως με τις άλλες αγριοφωνές άκουσε και τη φωνή του αντρός της, απόρησε! Ήταν δυνατόν ο Παντελέως να βρίσκεται με το πλήθος εκείνο; Με τρεμουλιαστά χέρια άνοιξε και καθώς είδε την αλήθεια, εξωφρενών άρχισε να μουντζώνη τον άντρα της και να καταριέται.

— Τ' είνε που κάνεις, μαρέ, κ'τουμαμά, μαρέ μπούφο!… Αμ δε σ' έκοβε καλύτερα! Τ' έπαθες κι αλλοξοπίστ'σες, κολασμένε!…

Μα εκείνος με αγριώτερες φωνές απάντησε τραγουδηστά στα λόγια της γυναίκας του:

— Χαρίλαε Τρικούπη, του πρέσβη μας παιδί, ο Βασιλιάς σε θέλει ν' ανοίξης τη Βουλή!…

Άξαφνα είδε μέσα στο λαό τους δυο συντρόφους του. Έστεκαν παράμερα και τον κοιτάζανε χλωμοί, άφωνοι, με τρεμάμενο πηγούνι από το θυμό. Ο σκάπουλος θύμωσε. Γιατί να τον κοιτάζουν έτσι; Τ' ήθελαν; Τι ανάγκη τους είχε; Έτσι τ' αρέσει, έτσι φέρνεται. Δεν έχει να δώση λόγο σε κανένα! Όχι· σε κανένα!…

Και για να δείξη την περιφρόνηση του σε κείνους και το κόμμα τους, σήκωσε ψηλά τη ζωγραφιά και χτύπησε βαρειά την άλλη, που είχε απάνω από την πόρτα του. Με τον νέο του θεό, τον πανίσχυρο, σύντριβε τώρα τον παλιό, που δεν ήταν ικανός να τον προστατέψη. Τάχα τι μας έκαμε κι αυτός που φουσκώνει τόσο! Ήταν παλληκάρι πολέμησε· ματώθηκε.

Και τι με τούτο; Μόνος του ελευθέρωσε την πατρίδα; Αν δεν ήταν αυτός, θα ήταν άλλοι, μύριοι! Ή νομίζει πως δεν το ξέρουν όλοι, πως στην Έξοδο βγήκε με γυναίκεια φορέματα κατά το Νιοχώρι, ενώ οι άλλοι κομματιάζονταν από τα βόλια των Τούρκων στον Άη Θανάση. Να συχωράη την τύχη και τ' όνομά του, είτ' αλλιώς δε θα τον λογάριαζε ο Ταράνανας ούτε στο παλιό του παπούτσι!..

Και κει που κλωτσοπατούσε και θριμμάτιζε τα γυαλιά και τη χρυσή κορνίζα, στη θέση της αναστύλωνε την άλλη και την χαιρέτιζε με τρελλές ζητωκραυγές και γυρίσματα:

Τηραημόλα! Τηραημόλα! Τρικουπάκια είμαστ' όλα!…

Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματωλού με την πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξη τον υβριστή, ο διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να ησυχάση.

Έτσι είν' ο κόσμος. Πάντα τέτιος θα είνε ο κόσμος.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ

Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα είχαν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούσανε ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:

— Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!…. Σήμερα παλαίβει ο Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!… Κερνάει τ' αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!…

Μια φορά όμως δεν είπε «το γιο του τάδε». Είπε το Διονύση Χάλη.

Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλαιμα και κανείς δεν αποτολμούσε να βγη στ' αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.

Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είνε φοβερός παλαιστής και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα παλληκάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε τη ντροπή!…

— Μάννα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.

Και χλώμιανε σαν το κερί!

Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ' αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ' αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ' αλύγιστα.

Έρχονται στ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό οι δυο παλαιστές. Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά, ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους. Έπειτα, με τα χέρια ριμμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλά τους τρανταχτά:

— Κραπ!… κραπ — κραπ!…

Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ' έν' άλλο «κραπ!… κραπ — κραπ!.. γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα αλλά βαρειά τα χέρια ένας στον ώμο τ' αλλουνού και κοιτάζονται άγρια, πεισμωμένα.

— Σ' έφαγα!

— Σ' έφαγα!…

Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ' ένα «κραπ! κραπ — κραπ!… σύγκαιρα, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.

Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.

— Τώρα δεν έχει χωρατά!

— Όχι· δεν έχει χωρατά!…

Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν ξαπλωμένοι στη χλωρασιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια λύπη ούτ' έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ' ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.

— Δεν έχει χωρατά!

— Όχι· τώρα δεν έχει χωρατά!…

Άξαφνα όμως να που ξεριζωθήκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ' άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούρα. πάσχει να τον φέρει κοντά του, να τον λυγίση, να τον γκρεμίση σωρό — κουβάρι από πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθετ' απάνω του και τον βαρένει με το βάρος του, έτοιμος να τον ρίξη τ' ανάσκελα, να βάλη τη ράχη του στο χώμα. Έτσι μόνον θα σημαδευτή η νίκη του.

Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ' ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα, κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είνε αληθινά εκείνος ο γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είνε ο άλλος ο σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλαίβουν αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μην είνε δράκοι των παραμυθιών και παλαίβουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην τάχα είνε ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλαίβει το Χάρο για τη ζωή του; Δεν είνε, όχι, δράκοι· δεν είνε ούτε ο Διγενής κι ο Χάρος. Είνε οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλαίβουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε για την ακριβή ζωή. Παλαίβουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ' όνομα και το χωριό τους.

Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα λαιμοτράχηλα του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του γνεύουν θαρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατή καλά, χάμω να τον γκρεμίση στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνη κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμη σαν καλάμι από τη λαχτάρα. Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζη σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να στριφογυρίζη σαν σερπετό. να πασπατεύη στο γλιστερό κορμί του, στα μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και κόκκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! Τι θα γίνη τώρα τ' όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκκαλα μέσα;

Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά κατάλληλη στιγμή που μ' ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλη τη ράχη του να φάη χώμα, να δείξη ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.

— Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.

Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν οι καραμούζες, λες και νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογγομαχά σαν πληγωμένο αγριοδάμαλο.

— Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως.

Και τώρα κάτω στο Σέχη, στα τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλαιμα έχουν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούν ν' αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κ' έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:

— Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!… Σήμερα παλαίβει ο τάδες με τον τάδε!… Κερνάει τ' αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!… Μα μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!..

Η ΘΥΣΙΑ

— Μη ορέ!…

Ο Γιάννης Γούναρης έβγαλε στον ύπνο του σπαραχτική κραυγή. Και σύγκαιρα πήδησε ορθός με τα μαλλιά σηκωμένα, το πρόσωπο χλωμό, άδραξε το γιαταγάνι κι έρριξε φονικό βλέμμα γύρω ζητώντας να χτυπήση επίβουλον εχτρό. Μα το θαμπό φως του λύχνου έδειξε τα πάντα ήσυχα μέσα στη σκηνή. Το πανί κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στη γη και μόλις τάραζε από τα λαχτίσματα του ανέμου. Οι σύντροφοί του οχτώ — δέκα Γκέκηδες, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά, τυλιγμένοι στις φλοκάτες. Δίπλα τ' άρματά τους, γιαταγάνια γυριστά και καρυοφύλλια μακρύτερα· χαρμπιά κι αρμούτια και πιστόλες, άλλα φλωροκαπνισμένα κι άλλα φτωχικά, έμοιαζαν τους δράκοντες, που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο του βασιλόπουλου. Ο Γούναρης στάθηκε ακίνητος. Συνήρθε η ψυχή, μα η καρδιά χτυπούσε δυνατά και το μεδούλι των κοκκάλων ήταν παγωμένο από τ' όνειρο.

Ο Γιάννης Γούναρης από χρόνια δούλευε στο σπίτι του Ομέρ Βρυώνη. Ήταν κυνηγός του. Στα Γιάννινα στόλιζε συχνά το τραπέζι του Πασά με το κρέας του αγριογούρουνου και του ελαφιού, με τ' αβρά στηθούρια των παπιών και των κοτσύφων. Και τώρα μέσα στου στρατοπέδου την ανήμερη ζωή, τον έτρεφε με λαγούς κι αγριοπούλια, όσα δεν έδιωξε μακριά του πολέμου η ταραχή και των αρμάτων ο σάλαγος. Μα ο Τούρκος για να τον έχη πιστόν του δουλευτή, κράτησε στην Άρτα τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά. Η γραμματαλλαγή δεν ήταν δύσκολη. Το ασκέρι, κατεβαίνοντας από την Ήπειρο στο Μεσολόγγι, σαν γοργοπόταμο σάρωσε κάθε ταμπούρι επαναστατικό. Τα πρωτάτα έφυγαν είτε ακολούθησαν απελπισμένα τον καταχτητή· τα χωράφια κάηκαν· όσοι αντιστάθηκαν έπεσαν νεκροί· όσοι δειλοί χώθηκαν στου δάσου τις κρυψώνες και των θεριών τις μονιές. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς, έχει αμπόδιστα τις τροφές και τα πολεμοφόδια και τη γραμματαλλαγή του από πάνω. Και ο κυνηγός είνε ήσυχος.

Όμως το επαναστατημένο χώμα δε βγάζει μόνον άνθη και καρπούς. Το αίμα των αντρείων που ρουφά δεν το κρατεί εγωιστής στα σπλάχνα του, μα τ' απορίχνει πύρινο σε νέα σώματα. Λίγος καιρός πέρασε — μήνες τρεις — και νέοι απόστολοι κηρύττουν την ανάσταση και αντρειεύουν τους δειλούς. Οι Χασαπαίοι γυρίζουν στο Ξηρόμερο εκδικητές και προστάτες. Κρατεί το Βάλτο ο Μαλεσάδας σαν άγγελος πυρφόρος την πύλη του Παράδεισου. Της Ρούμελης το χώμα αναταράζεται πάλι από τους διαβόλους του μύθου και δεν αφίνει το Σουλτάνο να κοιμηθή ξένιστος. Όχι τροφές και πολεμοφόδια δεν κατεβαίνουν πια, μα ούτε πουλί μαντατοφόρο στο στρατόπεδο. Απελπισιά κι ανοχή δέρνει παντού. Πλημμύρες και χιονόνερα· πείνα και γύμνια και κακομοιριά· αρρώστιες λογίς — λογίς βασανίζουν το δόλιο ασκέρι. Μα του Γούναρη την ψυχή μια τη δέρνει ανοχή. Πώς να βρίσκεται η γυναίκα και τα παιδιά του; Είνε γερά, είνε άρρωστα; Ζουν ακόμα ή τα θέρισε η αρρώστια ή τα σκότωσαν οι αλλόθρησκοι; Ύπνο δεν έχει στα ματόφυλλα, δεν έχει γαλήνη στην καρδιά. Απόψε, μόλις έγειρε στο αχερόστρωμά του όνειρο κακό ήρθε να του φαρμακώση τη ζωή. Είδε γυναίκα και παιδιά σε χαράς τραπέζι. Τρώνε και πίνουν, γελούν και χαχανίζουν ασυλλόγιστα. Χρυσοΰφαντα έχουν τα φορέματα, λαμπρά τα μάτια, ροδοκόκκινα και δροσερά σαν την αυγή τα μάγουλά τους. Του άμοιρου πατέρα η καρδιά αναγαλλιάζει. Υποφέρει ό,τι υποφέρει αυτός· ας ζουν τουλάχιστον ευτυχισμένα τα μικρά του!… Μα εκεί, κοντά στο τραπέζι, φτερωτός δράκοντας προβαίνει από τη γωνιά. Τα ορθάνοιχτα μάτια του τινάζουν σπίθες· το χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει το στόμα του χάσκει να καταπιή το άπειρο. Σέρνεται στο πάτωμα επίβολο· κουλουριάζεται δισταχτικό· μακραίνει κι άξαφνα σηκώνεται ολόρθο και χύνεται στα παιδιά! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξη, μα δεν μπορεί. Παράλυτα έχει τα γόνατα, τα χέρια, τη λαλιά. Όμως στον άφευκτο κίντυνο ρίχνει δυνατή κραυγή σαν κεραυνό από τα στέρνα τον.

— Μη ορέ!…

Και τινάζεται ορθός να δράμη να τους σώση. Μα στη γαλήνη που απλώνεται γύρω, μένει ακίνητος, Πιάνει το καταϊδρωμένο μέτωπο, τα παγωμένα μέλη, την αβάσταχτη καρδιά του και σταυροκοπιέται.

— Θεέ μου, βάλε το χέρι σου!

— Τ' έχεις, μωρέ μπράτιμε, και ουρλιάζεις έτσι; ακούεται δίπλα του φωνή μισοκομμένη.

Ο Αλή αγάς, ο αρχηγός της μάγγας, που κοιμόταν εκεί, ξύπνησε στη φωνή κι απορούσε αν είνε στα συγκαλά του ή τον χτύπησε κανέν' αερικό το Γούναρη.

— Αχ! είνορο με τρόμαξε· είνορο κακό! απάντησε κείνος.

Διπλοκάθισε στο αχερόστρωμά του ο αρβανίτης, πλάγιασε κοντά ο κυνηγός, βγάλανε καπνό, άναψαν με το πρυόβολο τα τσιμπούκια τους κι ο Γούναρης με ανατριχίλα του διηγήθηκε τ' όνειρο.

Ήταν πολύν καιρό φίλοι αχώριστοι. Μαζί ακολουθούσαν τον Βρυώνη στην αυλή του Αλή πασά και στον πόλεμο· ίδια είχαν τη ζωή και τους πόθους. Δούλευαν για να ζήσουν και να θρέψουν της φαμίλιες τους. Τίποτ' άλλο. Όπως κι αν ήρθαν οι καιροί κι αν άλλαξαν τα πρόσωπα κι αν χωρίστηκαν της φυλής τους τα ιδανικά, έμειναν εκείνοι ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Η καθεμερινή ζωή με τις απαίτησες και το φαρμάκι της, δεν άφηκε να μαντέψουν καθόλου τη μεταβολή. Το χτήνος, που βαρύ καθότανε μέσα τους, δεν τους άφηκε να γνωρίσουν τις μεγάλες ελπίδες που σηκώθηκαν ανεμόφτερες κι έτρεχαν ζητώντας ανοιχτόν αέρα, μακριά από τη σκλαβιά. Έφτανε του ενού πως έσερνε το κεφάλι στους ώμους και του άλλου πως πολεμούσε και χόρταινε λάφυρα. Ποιος ήταν ο αφέντης και ποιος ο δούλος δε φρόντιζαν. Ακολουθούσανε κι οι δυο τη ζωή αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά που ακολουθούν του ζευγολάτη το θέλημα.

— Μη φοβάσαι, μπράτιμε είπε ο αρβανίτης σαν άκουσε καλά τ' όνειρο. Τα παιδιά σου δεν παθαίνουν τίποτα. Το φίδι φίλος είνε· τα παιδιά σου φίλος τα φυλάει. Μη φοβάσαι.

Ο Γούναρης κούνησε το κεφάλι.

— Τι φίλος που πήγε να τα χάψη, αγά μου! είπε ανατριχιάζοντας ως το κόκκαλο,

— Σώπα και θα τα ιδής γλήγορα. Αύριο — μεθαύριο ξεμπερδεύει κι αυτό. Γροίκα το μυστικό. Πάψανε πια τα ψώματα· τα καπάκια των ρωμιών δεν περνάν στους αρβανίτες. Το είπαμε ορθά — κοφτά στους πασάδες. Ή παίρνουμε σύνωρα το κάστρο ή τι στρίβουμε. Δε θα σαπίση στο Βάλτο η παλληκαριά της Γκεκαριάς. Όχι!

Αγαναχτησμένος έφτυσε δυο — τρεις φορές χάμω κι έπειτα, ξακολούθησε, με θυμό.

— Μεθαύριο θαμπά, κάνουμε το γιουρούσι. Έχουνε Χριστούγεννα κι οι ραγιάδες θα βρίσκονται ούλοι στις εκκλησιές. Το κάστρο είνε αφύλαχτο και το παίρνουμε στο φύσημα. Δε λέω πως είνε καλά έτσι· δεν είνε παλληκαριά και δεν πρέπει στους αρβανίτες. Μα οι πασάδες δε θεν· τι να γένη;

Κι επειδή έβλεπε τον κυνηγό συλλογισμένο, δίχως να δείχνη χαρά ή δισταγμό στα λόγια του, χτύπησε αλαφρά τον ώμο του κι είπε χαμογελώντας.

— Σε λίγες μερούλες, μπράτιμε, — άκου που σου λέω γω! — θα τις χαρούμε τις φαμίλιες μας.

Ο ήλιος ανάτειλε τώρα πίσω από το βουνό του Ωλωνού. Μαύρος, ήλιος, άφωτος και θλιμμένος, σαν να πενθή και κείνος του επαναστατημένου Γένους την αγωνία. Συγνεφοσκεπασμένος ο ουρανός, καταχνιασμένα τα ουρανοθέμελα, ρίχνουν χρώμα σκοτεινό και παραπονεμένο στη γη και τη θάλασσα, στα δέντρα του κάμπου και στο κάστρο, στην πέτρα του βουνού και του Φίδαρη τα νερά, στο χορτάρι της λαγκαδιάς και της ακρογιαλιάς τον άμμο. Η Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ο Ζυγός αντίκρυ σπανός και καψαλισμένος από το φιό του χειμώνα και το δαυλί του πορθητή· τ' Αντελικιώτικα βουνά δίπλα προσκυνημένα και αντίπερα ο Μωριάς στέκουν συλλογισμένα κι ανήσυχα για του Αγώνα το τέλος. Κι ανάμεσα, στης θάλασσας το χαλκόχρωμο πρόσωπο και στα παχνισμένα στήθη του κάμπου, εδώ τα καράβια του Γιουσούφ πασά και κει τ' άρματα της Αρβανιτιάς, φαίνονται έτοιμοι να σφίξουν στα σιδερένια στέρνα τους την πόλη ως που να ξεψυχήση.

Δώδεκα χιλιάδες την πολεμούν. Νυχτόημερα τα κανόνια βροντούν και τα ντουφέκια στράφτουν και λάμπουν τα σπαθιά και ουρλιάζουν τα πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστά στο χάντακα. Οι μπόμπες νυχτόημερα κατεβαίνουν στα σπίτια, αναποδογυρίζουν τις στέγες, γκρεμίζουν τους τοίχους, σκορπούνε στάχτη και χόβολη τα σωθέματα και τους κατοίκους. Τα βόλια σκαλίζουνε το χώμα και ρίχνουν κάτω τα κορμιά· τα γιαταγάνια ξεσκίζουν τα τείχη, θριμματίζουν τις πολεμίστρες και βάφονται στο αίμα και τον πηλό· τα ουρλιάσματα λαμπάζουν την ψυχή και την κάνουν να κρυφτή βαθιά, χαμένη και δίβουλη. Μα η πόλη χαλκόστερνη στέκει στη γη της, αδιάφορη στη λύσσα του εχτρού και του Χάρου τις σαΐτες. Και σαν δέση στοιχειωμένη, που κρατεί του ποταμού το ξεχείλισμα και δεν αφίνει να πνίξη τη σπορά του κάμπου, λέει στο Μωριά να καλλιεργήση της ελευθερίας τα πρωτόλουβα βλαστάρια. Μέσα της έχει το Μαυροκορδάτο και το Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της το Γρίβα και τους Μωραΐτες οπλαρχηγούς. — Ή τρόπαιο νίκης ή νεκροκρέβατο εδώ! είπαν όλοι στο πρώτο φανέρωμα του εχτρού. Και το κάμανε ως σήμερα. Τι θα γίνη αύριο, ποιος το ξέρει;

Μα ο Γιάννης Γούναρης δεν σκέφτεται γι αυτά. Δεν τον μέλλει τέσσερα! Το φως της ημέρας που έδιωξε τον ύπνο από το στρατόπεδο, από του κυνηγού την ψυχή δεν έδιωξε τη λαχτάρα. Με το ντουφέκι στην αγκαλιά πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, με το σακκούλι στον ώμο, βγήκε να κυνηγήση για να θρέψη τον αφέντη του. Γυρίζει στα ριζώματα του Ζυγού, πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει σε ράχες, ροβολά στα λακκώματα πάντα ανήσυχος. Τα κυνηγάρικα σκυλιά, ο Τζάθας και ο Μπίθας — δώρο ατίμητο του πασά του Μπερατιού στο Βρυώνη — πολλές φορές γαυγίσανε για να κράξουν την προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ο λαγός ξέφυγε από τα χαμοκλάδια· πολλές φορές η ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστά στη κάννα του. Μα δεν έχει νου να σηκώση τα ντουφέκι. Πουλιά διαβήκανε κοπάδι από το κεφάλι του· μα δε γυρίζει μάτι να τα ιδή. Η ψυχή δεν έχει όρεξη ν' ακολουθήση το σώμα του. Αλαφρή πέτεται μακριά, στης Άρτας τα στενοσόκακα, στα σπίτια τα κλειστά. Περνά τα καφασωτά παράθυρα, τις μανταλωμένες πόρτες και πάσχει νάβρη τη φτωχή φαμίλια του, μπορεί νεκρή, ίσως παγωμένη κάτω από το μάτι του δράκοντα. Ω, ναι! πολύ καλά το γνωρίζει, Δράκοντας είνε ο Τούρκος, που την κρατεί στα νύχια του. Ίσως δεν την έπνιξε ακόμη, δεν την κακομεταχειρίστηκε· μα μπορεί να το κάμη. Φτάνει μόνον να υποψιαστή.

— Αχ και να τέλειωνε! ψιθύρισε με βαρύ αναστεναγμό.

Ναι· να τέλειωνε μια ώρ' αρχήτερα το βάσανο! Να παίρνανε το κάστρο οι εχτροί! Ο πασάς θα γυρίση στην Ήπειρο και μαζί θα γυρίση ο Γιάννης Γούναρης στη φαμίλια του. Η καρδιά του άμοιρου γονιού πλημμύρισε από αναγάλλιαση σ' αυτήν τη σκέψη. Μια στιγμή πίστεψε πως ήταν η ώρα του γυρισμού. Ολόχαρος ο νους του βλέπει ένα — ένα τους τόπους που θα διάβαινε. Τώρα τη σκοτεινή Κλεισούρα· τώρα τα Γεφύρια του Αλάμπεη· τώρα το Βραχώρι. Ο Άσπρος στραγγισμένος τους δίνει πόρο ν' ανεβούν στο Βάλτο. Το Μακρονόρος αφύλαχτο τους δέχεται στα όμορφα δάση του. Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! Αχ, να κι η γυναίκα, τα παιδιά του ζωντανά! Για ιδές πώς τρέχουν να κολλήσουν απάνω του, σαν τ' αρνάκια στο μαστάρι της μάννας τους.

— Μπαμ!… βρόντηξε το ντουφέκι του, ξυπνώντας τη λαγκαδιά.

Ένα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε, σερνικό και θηλυκό πλάι — πλάι, με ματωμένο στήθος, σπασμένα τα φτερά, με μάτια νυσταγμένα. Έτρεξε, τα σήκωσε στα χέρια του, τα ψηλαφά να ιδή το πάχος τους. Κι εκεί που σφαλούν τα μάτια στον αιώνιο ύπνο και τα ράμφη ανοίγουν για να ρουφήξουν στερνόν αέρα στα φλογισμένα σωθηκά τους, τα ρίχνει στο σακκούλι του. Έπειτα χαρούμενος τρέχει να ζητήση άλλο κυνήγι και συλλογίζεται τα φιλέματα που θα πάρη βράδυ από τον αφέντη του.

Μα έκοψε το δρόμο και τη χαρά του απότομα. Καμπάνας κλαγγή χύθηκε — γέμισε πέρα ως πέρα τον κάμπο. Ο Γούναρης αλαφιάστηκε· γύρισε ζερβόδεξα το κεφάλι, ζητώντας να γνωρίση πούθε ρχότανε. Πρώτη φορά την άκουε. Ο καταχτητής από αιώνες τώρα αρνήθηκε στους χριστιανούς της εκκλησιάς τη φωνή, να μη θυμίζει στο ραγιά ουράνια παρηγοριά κι επίγεια βυζαντινή βασιλεία. Έσπασε τις καμπάνες λιανά κομμάτια· γκρέμισε τα καμπανοστάσια. Μόνον δυο ξύλα τους άφηκε, στρεβλά σαν τη ψυχή του και σαν τη δύναμη του βάναυσα. Όπου κι αν γύρισε κυνηγός, σε χωριά και πολιτείες, καμπάνα δε γνώρισε, κλαγγή της δεν άκουσε. Μα το σπέρμα το προαιώνιο, το χριστιανικό, που πέρασε στη σάρκα του από γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στον ήχο, σαν βαρυκοιμισμένος πολεμιστής στη σάλπιγγα. Το σώμα του ανατρίχιασε· αναταράχτηκε η καρδιά. Α, ναι· τη γνώρισε· είνε καμπάνα χριστιανική κι έρχεται από την πόλη μέσα.

Άγρυπνοι την πολεμούν εχτροί στεριά και θάλασσα. Της έκοψαν το ψωμί, τα βόλια, τη μπαρούτη· της έκοψαν τη βοήθεια. Μα εκείνη ακόμη πολεμά. Πολεμά και ζη ελεύθερη. Όσοι νεκροί, θάφτονται βαθιά στο χώμα της. Όσοι ζωντανοί, χαίρονται στα καλά του ήλιου και γλεντούν. Σήμερα ελεύθεροι, αύριο νεκροί· τι πειράζει; Σήκωσαν τα εθνικά λάβαρά τους στον αδούλωτον αέρα· στύλωσαν τα θρησκευτικά τους σήμαντρα και πανηγυρίζουν. Αύριο γεννιέται ο Χριστός, λυτρωτής του κόσμου. Της γης τους λυτρωτές αυτοί, των ιερών, των τάφων, των οικογενειακών βωμών, δοξολογούν το μέγα βρέφος, που δίδαξε να περιφρονούν το θάνατο του ενού για το λυτρωμό του όλου. Ο Γούναρης χαμήλωσε το ντουφέκι του, ακκούμπησε στην κάννα το χέρι και κοιτάζει εκεί, κατά την πόλη, αγγελόφερτος σαν το Μωυσή, που αγνάντευε από το Χωρίβ τη γη της Επαγγελίας. Και όπως ο προφήτης δρόσιζε την ψυχή του στα τροφαντά λιβάδια και τ' αργυρά νερά κι έχτιζε πολιτείες και κάστρα δυνατά για κατοικία του λαού του, ο κυνηγός απλώνει το βλέμμα του αδούλωτο και βλέπει εκστατικός. Δεν αντικρύζει πια τη στενή λουρίδα του Μεσολογγιού. Βλέπει την ελληνική γη πέρα — πέρα ελεύθερη, κάτω από ένα στέμμα και μια σημαία. Κι είνε το Στέμμα ο δικέφαλος αητός. Κι είνε σημαία η γαλανόλευκη. Ελευθερία εκεί, ελευθερία και ειρήνη. Οι γονέοι χαίρονται τα παιδιά και τα παιδιά τους γονέους. Τα νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ακλόνητο τα γεράματα. Ο πατέρας κοιμάται ήσυχος στην κλίνη του κι ο δουλευτής τρυγά τους καρπούς της γης, δίχως το φόβο του σπαχή και δίχως του δεκατιστή το μέτρημα. Μαζί με τη κλαγγή έχει ο κυνηγός γύρω του μυρτιάς και λιβανιού μοσκοβολάδα και τη ρουφά λαίμαργος, σαν ηλιοψημένο φύλλο τη δροσιά. Η καρδιά του ανοίγεται στο μυστήριο. Πότε θ' απολάψη και κείνος τη ζωή που χαρίζει η ελευθερία στα τέκνα της;

— Αχ, πότε!.. ψιθυρίζει ταπεινός και δακρυσμένος. Μα βλέπει αγνάντια του το στρατόπεδο των εχτρών με τα κανόνια στημένα και πυκνή καταχνιά πλακώνει τ' όνειρό του. Το δέντρο της ελευθερίας δεν άνθισε ακόμη εκεί· φυτεύτηκε, μα δεν έκαμε καρπούς. Όφις κακός παραμονεύει στη ρίζα, πριονίζει με τα σκυλόδοντά του τον κορμό και πριν μεστώση βούλεται να τα μαράνη. Το είπε ξάστερα ο Αλή αγάς. Αύριο θα κάμη τα γιουρούσι ο τούρκος.

— Αν το ήξεραν! συλλογίστηκε.

Ναι, αν το ήξεραν να μην αφήκουν αφύλαχτο το κάστρο. Αν το γνώριζαν να μην πάνε στις εκκλησίες παρά στους πύργους· να μην πάρουν κεριά στο χέρι παρ' αστόμωτα σπαθιά· να μην ψάλουν τροπάρια στο Χριστό μα τραγούδια τρανολάλητα στον Άρη, τον πατρογονικό Θεό τους! Οι εκκλησιές είνε των ελευθέρων ο σεπτός βωμός· των δούλων είνε οι πύργοι και οι στουρναρόπετρες. Αχ! να το ήξεραν.

— Μα ποιος να τους το ειπή;

Ναι, ποιος να τους το ειπή; Μόνος αυτός το ξέρει κι οι αρβανίτες. Εκείνοι από την αυγή τα σπαθιά τους τροχούν και τα κεμέρια τινάζουν ανυπόμονοι για την ώρα της εφόδου, θέλουν να χορτάσουν αίμα και λάφυρα. Και κείνος· τι να κάμη εκείνος; Το είνε του κρατεί ο τύραννος. Τη γυναίκα του, την όμορφη Τρισεύγενη· τα παιδιά του: τον Κώστα, το Βασίλη, τη Λάμπρω, τ' αγγελούδια του. Εκείνα μόνον με τη ζωή του ζουν και κάτω από τον ήσκιο του μεγαλώνουν. Πώς να τους κόψη τη ζωή και τον ήσκιο ο πατέρας!

— Ωχ, Χριστέ μου, βάλε το χέρι σου!

Και άθελα σφαλεί τα μάτια, γυρίζει τις πλάτες στην πόλη και φεύγει μακριά. Πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει να ρίξη πίσω του. Μα κλαγγή ακολουθεί το βήμα του παντού, αντιλαλεί στ' αφτιά του, μέσα στα σπλάχνα του βροντά:

— Γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!…γκλαν — γκλαν!…

Ο Γούναρης ρίχτηκε σ' ένα λιθάρι απελπισμένος.

Εμπρός δεν έχει τα παιδιά και τη γυναίκα του. Εικόνα φόνου και ολέθρου άλλη απλώνεται γύρω του. Το Μεσολόγγι πατιέται τώρα και κουρσεύεται από τους Λιάπηδες. Θριμματίζονται οι πύργοι, καπνίζουνε τα σπίτια, σέρνονται κονίσματα στον αιματόβρεχτο πηλό. Αχούρια μπέηδων έγιναν οι εκκλησιές· τα δισκοπότηρα κρασοπότηρα των πασάδων· οι ποδιές της Άγιας Τράπεζας αλόγων σαΐσματα· τ' άμφια στολίδια της χανούμισσας· η μίτρα του Δεσπότη αγάδων σκούφωμα και το Τετραβάγγελο σημάδι στα ντουφέκια της αρβανιτιάς. Λαχτάρα παντού και θρήνος· τρόμος και χαμός! Οι άντρες κοίτονται στο αίμα τους· οι γυναίκες σέρνονται στα κρεβάτια των αγαρηνών. Παιδιά ορφανεμένα γυρίζουνε στους δρόμους ξυπόλυτα· ζητούν τα γονικά τους κι αντικρύζουνε του τούρκου το σπαθί είτε το χαρέμι του. Στους πύργους χάσκουνε τα μισοφέγγαρα και ανεμίζουν τα τούγια με λύσσα. Κι η ελληνική σημαία πεσμένη κάτω του λέει άφωνα, πως εκείνος είνε η αιτία της τόσης καταστροφής. Εκείνος που στάθηκε πατέρας· μα όχι χριστιανός.

— Γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!… αντιλαλεί πάλι το σήμαντρο στ' αφτιά του.

Ο Γούναρης πίστεψε πως ήταν φωνή ανθρώπινη. Και η φωνή του λέει πως είνε καιρός ακόμη, πως αν θέλη, μπορεί όλα του εχτρού τα σχέδια να τα χαλάση.

Α ναι· είπε με αγωνία. Δεν είμαι μόνον πατέρας. Ο Θεός έχει φροντίδα στα παιδιά μου· εγώ την τύχη του Γένους μου.

Και ακράτητος, σαν από ανώτερη δύναμη σπρωγμένος, ώρμησε κάτω στο περιγιάλι, που καθρέφτιζε της δύσης τα πανόρια χρώματα.

Το τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στο ποδάρι. Απ' άκρη σ' άκρη στον κάμπο η ζωή αίμα μυρίζεται κι αναβράζει. Γνωρίσανε θρασίμι τα κοράκια κι ετοιμάζουν τα ράμφη τους να χυθούν. Άντρες ντύνονται βιαστικοί, άλογα σελλοχαλινόνονται, φυσέκια και στουρναρόπετρες μοιράζονται. Δοκιμάζεται ο αθέρας του σπαθιού και η μύτη του χαρμπιού και του απελατικιού τα καρφιά, αν ανοίγουν κεφάλια με το πρώτο χτύπημα. Των καρυοφυλλιών οι φωτιές ψηλαφούνται. Όσοι πιστοί γονατίζουν στην κάπα και προσεύχονται, με τα χέρια σμιχτά στα σκέλια τους, με το μέτωπο στη γη. Άλλοι ορθοί και σοβαροί, φαίνονταν βυθισμένοι στον άπειρο κόσμο των ψυχών. Αν σκοτωθούν, θέλουν να περάσουν γοργά το τρίχινο γεφύρι, να βρούνε τα πιλάφια του Παραδείσου και τα δροσοστάλαχτα Ουρί. Αν ζήσουν, να γυρίσουν σπίτι τους φορτωμένοι στα λάφυρα. Οι δερβίσηδες, με τους τζουμέδες και τα πράσινα σαρίκια, τρέχουν εδώ και κει, φωνάζοντας την προσευχή και παρακινώντας τους πιστούς στην μάχη: «Ένας θεός μέγας, ο Αλλάχ, και Μωάμεθ ο προφήτης αυτού! Θάνατος στους άπιστους, θρίαμβος του Ισλάμ!» Οι πασάδες και μπέηδες τάζουνε γρόσια και φλωριά, καφτάνια και στολίδια. Χίλια γρόσια σε εκείνον που θα πρωτανεβή στο κάστρο· δέκα φλωριά σε κείνους που θα πρωτοπεράσουν τα χαντάκια και θα στήσουν σκαλωσιές. Άτι χρυσοχάλινο στον αγά, γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στο μπέη, στο δερβίση φοράδα χρυσοκάπουλη, κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στους σπαχήδες, στους σημαιοφόρους τσαπράζια κατάργυρα! Των άπιστων τα πλούτη στα παλληκάρια· η γη στον Αλλάχ!

Η νύχτα βουβή παραστέκει απάνω τους. Άστρο δε φαίνεται κανένα. Μπροστά μόλις ξεχωρίζει το κάστρο. Ψηλώνει πίσω ο Ζυγός και δίπλα στέκετ’ η Βαράσοβα. Δε γεννιέται ο Χριστός απόψε λυτρωτής. Ο Χάρος γοργοτρέχει έτοιμος, με τις σαΐτες στο δοξάρι και το βρόχο στο χέρι του.

Ο Γούναρης ολόρθος μέσα στη σκηνή, έχει μαργωμένο το σώμα κι άθυμη την ψυχή. Οχτακόσοι αρβανίτες, διαλεχτοί όλοι, ορμητικοί σαν δρόλαπας βγήκανε με το σπαθί στα δόντια. Τώρα κοίτονται κρυμμένοι στις βουρλιές, δίπλα στο χάντακα, οργιές μόλις μακριά από τα τείχη. Δεν περιμένουν παρά το σύνθημα· και τότε θα τιναχτούν σαϊτόφιδα να κολλήσουν απάνω τους. Θα βρούνε τάχα εκεί τους χριστιανούς; Τον πίστεψε ο γραμματικός; Κάτω στο περιγιάλι που γύριζε είδε άξαφνα ένα προιάρι. Ο γραμματικός του Μακρή κατέβαινε από τ' Αντελικό στο Μεσολόγγι. Έβγαλε το μαντίλι, νόημα του έκαμε να ζυγώση, και κείνος όλο και κατέβαινε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως φρόντιζε για το καλό της πατρίδας. Και σαν έκαμε το σταυρό του και ξεμυστηρεύτηκε, εκείνος έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να του ειπή. Και είχε δίκιο· το γνώριζε πως είχε δίκιο. Με τι χείλη να χαιρετίση ο πολεμιστής ομόφυλο, που βρίσκεται τέτιες μέρες στο ασκέρι του εχτρού! Με τι καρδιά να πιστέψη σε άνθρωπο, που στρώνει ακόμη την τάβλα του Πασά, εκείνου που έρχεται να πνίξη την πατρίδα στο αίμα και τη σκλαβιά;

— Αλίμονο αν δε με πίστεψε!.. αλίμονο!… ψιθύρισε ταπεινός και δακρυσμένος.

Άξαφνα ο πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος και στέρφεψε πάραυτα τις βρύσες των ματιών του. Καλύτερα να μην πίστεψε· καλύτερα να μείνουν ξένιαστοι οι Έλληνες. Χάνονται εκείνοι, ναι· μα ζούνε τα παιδιά του. Τα παιδιά και η γυναίκα του. Τι έπαθε και δεν το συλλογίστηκε πριν! Ποιος δαίμονας του σήκωσε τα μυαλά! Μήπως αν έβρουν αντίσταση οι τούρκοι δε θα υποψιαστούν πρώτα εκείνον; Και τότε; ωχ, αλίμονο! Γοργός ο τάταρης θα φύγη από το στρατόπεδο στην Άρτα. Τα τρυφερά κορμιά τους στους σκύλους θα ριχτούν και τα κεφάλια τους, μπηγμένα στα παλούκια, θα γίνουν στους ραγιάδες φριχτό παράδειγμα. Καλύτερα που δεν το πίστεψαν.

— Γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!…

Η κλαγγή αντήχησε πάλι κι απλώθηκε στη μαύρη νύχτα. Οι εκκλησιές ανοίξανε τις πόρτες τους· τρέχουν τώρα να λειτουργηθούν οι πιστοί. Μα ο εχτρός παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατό ακούστηκε. Και σύγκαιρα τρανός αλαλαγμός και κανονοβολή ταράξανε τη γη και φώτισαν τα πάντα. Οι Τούρκοι χύθηκαν στα τείχη. Ο Γούναρης τινάχτηκ' έξω δίβουλος. Τ' ήθελε να γίνη κι αυτός δεν ήξερε. Ήθελε και τα δυο· δεν ήθελε κανένα. Μα σύγκαιρα πύρινος όφις φάνηκε στα τείχη και ντουφέκια βρόντησαν. Τα βόλια πέσανε χαλάζι στο στρατόπεδο.

— Δόξα σοι ο Θεός! Στέναξε ο κυνηγός, κάνοντας το σταυρό του.

Κι έπεσε στα γόνατα. Ο λόγος του πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι θερίζει την αρβανιτιά. Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στα χώμα πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. Οι σημαιοφόροι, μόλις προφτάσουν να μπήξουν τις σημαίες στους πύργους και γκρεμίζονται μαζί, στα θολά νερά του χάντακα. Πηδούν αδιάκοπα στο κάστρο οι εχτροί. Μα τρέχουν και τους πετσοκόβουν οι Έλληνες. Δεν έχουν μόνον ντουφέκι και σπαθί. Έχουν αξίνες και τσαπιά, τσεκούρια και στυλιάρια, κεραμίδια και πέτρες. Ό,τι βρεθή στα χέρια τους γίνεται σιδερόξυλο. Δεν είνε μόνον πολεμοθρεμένοι άντρες, μα και παιδιά και γυναίκες, αντρειωμένες τώρα με την προγονική οργή. Βάφονται με το αίμα τους, βλέπουν ξεσκλισμένες τις σάρκες τους, σκοτωμένους συγγενείς· άντρες και παιδιά τους, αδερφούς και πατέρες, φωτιά και σίδερο γύρω τους. Μα δε λιποψυχούν.

Ο Γούναρης στέκει βουβός κι αφανισμένος. Τρέμει το πείσμα του εχτρού και τη δύναμη. Ως πότε θα βαστήξουν; Τ' αδύνατα εκείνα τείχη, οι χωματένιοι σωροί πώς θα κρατήσουν την ανθρωποπλημμύρα, που όλο δυναμώνει και βροντομαχά επάνω τους!

Άξαφνα κάτω από την αχνή λάμψη της αυγής, βλέπει τους σπαχήδες να σκορπούν πίσω, σαν καβαλάροι σατανάδες. Γύρισε αριστερά το ίδιο. Στη Μεγάλη Τάπια και σ' όλο το προτείχισμα κυματίζει η Ελληνική σημαία και χαιρετίζει του ήλιου την ανατολή. Και δώθε, πέρ' από το χάντακα οι Έλληνες με γυμνά σπαθιά κι αιματοβαμμένη φουστανέλλα, κυνηγούν στις σκηνές ανάμεσα τους εχτρούς. Φεύγουν οι Σκιπετάρηδες! Πιστόλες βροντούν, λάμπουν σπαθιά, κεφάλια κυλούν στα χώματα, κορμιά κοίτονται· «ράι» αντηχούν κι αλαλαγμοί και σφυρίγματα! Κι ανάμεσα στην άγρια βουή ακούεται η κλαγγή σαν φωνή ουρανόσταλτη:

— Γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!…

Ο Γούναρης έκανε το σταυρό του.

— Α! μωρέ προδότη· χαίρεσαι τώρα!… βρόντηξε κοντά του φωνή λυσσασμένη.

Και φάνηκε αγριοπρόσωπος ο Αλή αγάς, ο φίλος του. Το βώδι το μανό, έσερνε ακόμη το ζυγό στον τράχηλο, όπου τον έσπρωχνε η βουκέντρα του ζευγολάτη. Ένιωσε πως δεν ακολουθούσε ο σύντροφος, πως άλλαξε το δρόμο του. Τόνιωσε και ρίχτηκε να τον κερατίση. Μα ο ραγιάς χύθηκε απάνω, τον έσφιξε στα μπράτσα και κυλίστηκε μαζί του χάμω. Κι εκεί που ο αρβανίτης, ξαφνισμένος για τη δύναμη του ταπεινού σταυραδερφού, λάχτιζε τη γη και μόλυνε τον αέρα με τις βλαστήμιες, γοργός ο Γούναρης του πήρε το γιαταγάνι και του το βύθισε στα στήθη του.

— Άπιστο σκυλί, ως πότε!… βρυχήθηκε.

Και τράβηξε κατά την πόλη ρίχνοντας με περιφρόνηση στο στρατόπεδο το κεφάλι του Αλή αγά, σαν να ριχνε κακή παρασαρκίδα από πάνω του.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings