← Table of contents
Παλιές Αγάπες

Ο ΕΒΥΘΟΣ. — ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ. — Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ. ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ. — Η ΜΗΤΡΥΙΑ. — Η ΜΑΝΝΑ. — Η ΓΥΝΑΙΚΑ. — Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤAΡΧΗΣ. ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ, — Η ΠΑΤΡΙΔΑ. — Η ΣΜΥΡΝΙΑ. — ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ. — ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ. — Η ΘΥΣΙΑ. — ΘΕΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ.

Reading edition

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» 44 — ΕΝ ΟΔΩ ΣΤΑΔΙΟΥ 44 — 1919

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Ο ΕΒΥΘΟΣ

Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ' όνερο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτια·

— Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε.

— Πώς να σωπάσω. παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί…

Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά.

Νταγκ — νταγκ!… Νταγκ — νταγκ!… ακούστηκε κείνη την ώρα η βραχνιασμένη φωνή του σήμαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη λειτουργιά.

Ου να μου χαθήτε, τσακάλια, που θέλτε κι εκκλησιά! είπε με περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς.

— Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτια ημέρα σήμερα δεν κάνει να πιάσης δουλιειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.

— Άφινέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ' άλογα, σήμερα θ' αλωνίσω κι ας είνε και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα!

— Σκιάζουμαι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ' όνειρο. Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες…

— Μωρ' βάλε ψωμί στο τράστο κι άσεμε μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια ο παπάς.

Και τα ξανθά του τα γένεια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο δεν ήξερε να γυρίση στον άντρα της.

Ως τόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα, έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ' ένα σκοινί τη μέση του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί του κι έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να ειπή στην παπαδιά, που τον έβλεπε με θλιμένη ψυχή.

Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστούνης, από την Κελεβή, την πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέση, ήταν άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ' όνομά του. Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα του, αρχοντοθυγατέρα με τ' όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του βουλήθηκε να γίνη παπάς. Οι φρόνιμοι το βλεπαν σαν δύσκολο, μα εκείνος·

— Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε.

Και αληθινά· εκατό τάλλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διωρίστηκε εφημέριος σε τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή λειτούργαε και σ' ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά, έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτιο αξίωμα. Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε.

Τώρα καθώς έφτασε στ' αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ' άλογα. Έξι άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!… φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ καμουτσίκι του.

Τ' άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ' άλλο κι έπειτα ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύριζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια τους.

Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στην φωνή του παπά.

Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα του. Τ' άλογα ήρθαν κι απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν, χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω από τα πόδια τους· το σιτάρι πεταγόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ' άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια τού φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελλά και τα μακριά γένεια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα έτρεχε φωνάζοντας:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια.

Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ' άγριά του μάτια εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει τον ουρανό.

— Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ' αλωνίσω σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα!

Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ' άλογα. Έπειτα έπιασε ο ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να γυρίζη μαζί με τ' άλλα.

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!… ούρλιαζε αδιάκοπα.

Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν' ακούστηκε μια βουή τρομακτική. Γυρίζει και βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατώτερη, σαν φουσκοθάλασσα που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του· έζωνε τ' αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνη το σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πώς το νερό ζύγωνε ολούθε και τ' άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα χρειάστηκε.

— Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα. Μα ο Θεός δεν τον άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός!

Τ' αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα· το νερό πλάκωνε περίγυρα· μια πήχη τόπος έμενε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· βούιζε μοναχά και ψήλωνε σιγαλινά σαν νεκροθάλασσα. Εκείνος κατάχλωμος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν. Τώρα το νερό του έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια, απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα ράσα του. Έκαμε να λύση τ' άλογα και να καβαλίκη να φύγη· πού να τον αφήσουν τ' άλογα να σιμώση! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό.

Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβιμα, με κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε ν' ανεβαίνη ως που έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ' άλογα φοβισμένα φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλαιβαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος κατώρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα, παραιτώντας έρμο κι απελπισμένο τον παπά.

Ως τόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο, τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, όλα τ' άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιάσουν πέρναγαν τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του.

Νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. ακούστηκε πάλι το σήμαντρο του Μάζη που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι ανατρίχιασε· του φάνηκε πώς νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα μάτια. Ένα κύμα ήρθε μουγκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το στυγερό. Τ' άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν για σάβανο απάνω από το υγρό μνήμα του παπά.

Έτσι έσβυσε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ημέρα έπεσε το σπίτι· τα γίδια ψόφησαν, εκείνη τρελλάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ως που ήβρε μια πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η Φωνή του παπά να ουρλιάζη αδιάκοπα:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ

Με λένε Νικόλα· το Παρανόμι μου είνε Βρίζας — Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο τ' άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.

— Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.

Και μου στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου.

Τώρα γέρασα· — έτσι θα ειπή καθένας σαν ιδή το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένεια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάση κανείς ό,τι αγαπάει· άμα θάψη στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχη έν' ακκουμπιστήρι στον κόσμο… ναι, τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύη χαράμι.

Είπα πώς έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ' από τ' άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ' απίθωσα κοντά στη μάννα τους την άμοιρη Γιαννούλα. Απ' ώρα σ' ώρα θα με απαντήση ο Χάρος στο δρόμο του και μένα. θα με πάρη στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κανείς πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είνε μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα — σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχη δυο σκέλεθρα.

— Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.

Ακούστε την ιστορία του.

Ήταν στα εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ' η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ' άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. Θα μου ειπήτε γιατί; Τ' άλλα δεν ήταν παιδιά σου; Δεν είνε όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια· όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είνε άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα — πού να είχε το ξέραμε! — είμαστε η αιτία να μη χαρή τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από τόνα κι η τύχη της η κακή από τ' άλλο.

Αν εμείς δε φερνόμαστε έτσι, μπορεί και να ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένεια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ' ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παπούλη! παπούλη! Και γω θα γλύτωνα από τις πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα και στο μνήμα.

Αχ! στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβυσε σαν το κερί.

Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι. Αν είνε να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πώς όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμη άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίξουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είνε καλό πράμα. Απάνω σ' αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πώς αν έπαιρν' άλλη θα παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου; Δάκρυα μονάχα.

Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλληκάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλλες. Όταν έφτασε τα δεκαφτά — κι ήτανε μια ομορφονιά!… — τη γύρεψαν από καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέματ' αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο πάντρεψε την αδερφή του — μια είχε — και της τα δωκε όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί ήταν καλός, με τ' όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγη από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνη από τα στήθη της.

— Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήση· λέγαμε οι κουτοί.

Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά· μαράθηκε το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να ποντιάση. Έπρεπε ν' αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τ' είν' ο κάβουρας τ' είν' το ζουμί του; τ' είμ' εγώ τ' είν' το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήση ο δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρήματα για καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτια είνε πάντα· ως που να πεθάνη, δουλεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέση. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.

Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!

— Αν πάη καλά ο Άγουστος, τον Άη Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους· είπα.

Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια της, να φτιάνη κανένα ρουχαλάκι.

Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.

— Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε;

— Ναι· αν βαστάξη έτσι. καλά θα πάμε.

Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!

Εγώ σήκωνα χρήματα από το γέρο Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή· αλίμονο σε κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα που να δανειστώ, γύρεψα του γέρο Γιάννη. Μου έδωκ' εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατονπενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα.

Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές. Μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια και ο ψήφος μου.

Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος — πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι γίνεται!

Εδώ είνε σημαδεμένο. Άμα πέση η σταφίδα στ' αλώνι, αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.

— Να βαστάξη να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο… ο Θεός ας κάμη το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.

— Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!… παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.

Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.

Ως τόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ' ώρα σ' ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.

— Ακόμα… μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της κάνει στραβά τα κουτάβια.

Μια μέρα που γύρις' από τα μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ' αφτί.

— Ο γέρο Γιάννης έστειλε να πάρη τη σταφίδα.

— Να πάρη τη σταφίδα! Πώς θα πάρη τη σταφίδα!…

Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ να μ' αφήση να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.

— Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξης στην αποθήκη, θα την πουλήσω γω.

— Μα, γέρο Γιάννη…

— Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρης, θα την κατασκέσω σήμερα.

Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή.

Πέρασε ο Άη Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμη λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου.

— Δε θα κάνουμε, γέρο Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκης ό,τι μένει, να πορέψω το σπίτι μου;

— Να σου δώκω ή να μου δώκης! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου δώκης ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρης γλήγορα, γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!…

Σπασμοί μ' έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!.. Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.

— Ε, τι έκαμες, πατέρα;

— Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα και σεις!

Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμίς και μ' έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ' από τέτια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.

— Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφίνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.

— Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.

Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είνε· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψη ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθή ο καρπός από τ' αλώνι, αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.

Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές· ψώνια, θιάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή παλαίβαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ' εδώ: Τον ποντισμένο τον καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές — γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός — βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι — ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.

Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε ακόμη ρόγα. Έν' αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι· φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπη κι η προεστή μου.

Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ' έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχη στο ένα χτήμα και στ' άλλο όχι. Μα είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα χορέψη και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάριδες έφερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και βαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ' αρμάρια παρά σε πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνωνται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στο άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε καταμεσίς στ' αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.

— Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.

Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ' άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί· άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Ά, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπη το αίμα της καρδιάς σου να χύνεται και να μη μπορής τίποτα να κάμης. Σε ποιον να ξεσπάσης; Τι να ειπής; Με ποιον να τα βάλης;

Το νερό, έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώση αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ' αλώνια και τ' αυλάκια έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνη το ρέμα, να τις ροφούν τ' αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα σκυλιά τα ξεροκόμματα.

Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά; Άμα δε βγάλης το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλη ρακί.

Πέρασαν δυο — τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.

— Πατέρα, δος μου την Αννέτα κι όπως είνε της τύχης μου θα ζήσω· δε μπορώ πια τέτια ζωή να την υποφέρω!

Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδειά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώση. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί — ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθή το παιδί — ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι.

Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια.

— Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάννα της. Άνοιξε τα ματάκια σου να μας ιδής.

Μιλιά εκείνη.

Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά.

Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του Αντώνη μου λέει:

— Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ' ανταμώση. Δεν τα βάνουμε σ' ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βάσανά τους;

Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μέσ' από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε.

Τ' άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ' ανοίξη τον τάφο τους, θα έβρη τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψη πάλι και να μην τα χωρίση. Όχι, ας μην τα χωρίση!…

Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ

Ο αυγερινός ανέβαινε από τη ράχη του βουνού, όταν τα κορίτσια κίνησαν για την πλύση.

— Δεν κολατσίζετε τίποτα, [δυχατέρες]; τα ρώτησε η γριά Στάθαινα η μυλωνού.

— Ε, ας πάρουμε μια μπουκιά για το πουλί· απάντησε η Κίσσα.

Ήταν εποχή που κατεβαίνουν τα τρυγόνια στον Κάμπο. Μπορούσε ν' ακούσουν χήρας τρυγόνας λάλημα νηστικά και να μην ιδούν προκοπή για τρία — τέσσερα χρόνια. Έβαλαν δυο μπουκιές στο στόμα τους, έκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν.

Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν και νίφτηκαν για να είνε δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο.

Όταν απόπλυναν, άπλωσαν τα ρούχα τους στα θυμάρια να στεγνώξουν και σκόρπισαν στο λιβάδι. Σύναξαν λογιών λουλούδια, έκαμαν στεφάνια, έπλεξαν τα μαλλιά τους κι έπειτα στήσαν το χορό.

Άξαφν' ακούστηκε στο σύλλογο η φλογέρα του βοσκού. Τα κορίτσια έπαψαν το τραγούδι τους και στάθηκαν σαν τα κουνέλια, που άμ' ακούσουνε χτύπο, σηκώνουν τα κεφάλι και τηράνε με φόβο τριγύρω. Μα δεν ήταν βοσκός. Έν' αγένειο κι όμορφο παλληκάρι πρόβαλε πίσω από μια πικροδάφνη· τα μαλλιά του σαν το χρυσάφι χύνονταν στις πλάτες του· τ' αργυρά του άρματα κι η ολόχρυση φορεσιά του σπιθοβολούσανε στον ήλιο. Τα κορίτσια σκόρπισαν να κρυφτούν στα θυμάρια και μοναχή απόμεινε η Αυγή. Δε μπορεί να φύγη εκείνη· ρίχνει μια ματιά στο παλληκάρι και νιώθει την καρδιά να φτερουκάη στα στήθη της· τα μάγουλά της κοκκινίζουν σαν τα ροδοκάλια· η γη στριφογυρίζει στα πόδια της. Το παλληκάρι την κοιτάζει με χαμόγελο· ζυγώνει και της βάνει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλο.

Όταν με το ηλιοβασίλεμα γύρισαν τα κορίτσια στο χωριό, ο βασιλιάς έστειλε προξενιά να πάρη γυναίκα του την Αυγή. Ποιος διώχνει τέτια τύχη; Η γριά Στάθαινα πετούσε από τη χαρά της.

— Δόξα σοι ο Θεός· έτσι κι η άλλη μου τσούπα· έλεγε μέσα της.

— Τι καλορίζικη η Αυγή! πάει κι όπου καλό μου θέλει· ψιθύριζαν μία με την άλλη οι γειτόνισσες.

Μα η τύχη της λυγερής δεν ήταν δύσκολο να κάμη τις γυναίκες να ζηλέψουν και ν' αρχίσουν την κακογλώσσα. Για τούτο κι η γρια δε θέλησε να χάση καιρό. Την ίδια βδομάδα έριξε τ' αλέσματα· δίπλωσε γαρύφαλα σε άσπρο χαρτί κι έστειλε κάλεσμα στους δικούς της. Ο γάμος έγινε την Κυριακή και οι καλεσμένοι τραγούδησαν με την καρδιά τους:

Τρία χρυσά γαρύφαλα σ' έν' ασημένιο τάσι. Τ' αντρόγυνο που γίνηκε να ζήση να γεράση…

Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της. Ακούς εκεί να παντρευτή πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρη βασιλιά! Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέη, πώς τη βραδειά που γεννήθηκαν, είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη.

— Ετούτη θα πάρη βασιλιά· είπε η ασπροφόρα κι έδειξε την Αυγή.

— Όχι βασιλιά, γιατί θα θελήση κι η άλλη· είπε η μαυροφόρα.

— Ε, ας πάρη και τούτη βασιλιά· είπε η τρίτη με τα πράσινα.

Μα τώρα ποιόνε βασιλιά θα πάρη η Κίσσα; Όλο τέτια συλλογίζεται και κάνει όρκο και σταυρό να μην πατήση στο παλάτι της αδερφής της.

Μια ημέρα ακούστηκε πώς ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτή. πρώτα έπρεπε να πάη να τη φιλέψη για να μη τον αμποδέση ή να μη ρίξη τη γρίνια στο αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρη· μα μόλις την είδε φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδή κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξη. Είχε μια μισολυωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακκούλι μάλλινο γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα δαχτυλίδια. Όποιος ήθελε να γνωρίση την Πανούκλα, έπρεπε να ιδή τη Χάρμαινα. Όταν άκουσε πώς η Κίσσα θέλει να ιδή τη μοίρα της, την έβαλε κι έκατσε κοντά της. Γέμισε ένα ποτήρι νερό, έριξε μέσα της κόρης το δαχτυλίδι, σκέπασε το ποτήρι μ' ένα κόκκινο μαντίλι και άρχισε το ξόρκι.

— Βάλε, κυρά μου, στην αμασκάλη μου το χέρι σου· της λέει με βραχνιασμένη φωνή. Έτσι. Κοίτα με τώρα κατάματα.

Έσφιξε καλά στα μαντίλι το ποτήρι και άρχισε να το γυρίζη απάνω από το κεφάλι της λυγερής. Το έφερνε στα δεξιά της, το γύριζε από πίσω, το άφινε χάμω, πάλι το άρπαζε, το αναποδογύριζε και σταλιά νερό δε χυνότανε. Και το στόμα της δεν έπαυε να μουρμουρίζη. Δυο ώρες βάσταξε το ξόρκι. Η Κίσσα έτρεμε· τα χέρια της ξύλιασαν, τα μάτια της θάμπωσαν κοιτάζοντας μέσα στα γουρλωμένα μάτια της Χάρμαινας, τα γόνατα της λύγισαν και γονάτισε.

— Βράζει, κυρά μου; της λέγ' η μάγισσα φέρνοντας στ' αφτιά της το ποτήρι.

— Ναι, βράζει· απαντά με τρομάρα εκείνη.

Έβγαλε το μαντίλι και φάνηκε το νερό που χόχλαζε αληθινά. Η Χάρμαινα το κοίταξε καλά στον ήλιο κι έπειτα γύρισε και είδε την Κίσσα.

— Είσαστε δυο αδερφάδες, είπε. Η μία ζη μέσα στ' άχερα κι η άλλη στα χρυσάφια.

Εκείνη κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια.

— Μπα, κυρά μου!… αδικήθηκες εσύ, ξανάειπε η μάγισσα. Την τύχη σου την έκλεψε η αδερφή σου… Μα δεν πειράζει, κοκόνα μου· θαρρώ πώς είνε το ίδιο· τι εσύ τι η αδερφή σου; Και κοίταξε πάλι με πονηρό χαμόγελο την κόρη.

— Όχι! δεν είνε το ίδιο, γριά! πετάχτηκε κείνη ωργισμένη· δεν είνε το ίδιο…

— Ναι, δεν είνε το ίδιο, άπορη!…

Το νερό πάντα χόχλαζε, σαν να ήταν το ποτήρι απάνω σε φωτιά. Η μάγισσα τσάκισε έν' αβγό από μαύρη κόττα και το έχυσε μέσα. Το αβγό κάθισε στον πάτο· το νερό πάντα έβραζε.

Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς. Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πώς σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε;

— Ούτε κολλόνες· ούτε δεντράκι είπε η Χάρμαινα κουνώντας το κεφάλι… Αχ! σ' έκλεψαν, άμοιρη. Κανείς δε θ' αγκαλιάση τα κορμί σου. Πάντα καταφρονεμένη θα ζης!

Η κόρη τινάχτηκε απάνω αγριεμένη.

— Πώς! φώναξε· καταφρονεμένη! Όχι, δε θα ζήσω καταφρονεμένη. Έλα, γριά· ό,τι θες σου δίνω. Δος μου την τύχη μου πίσω!

Η Χάρμαινα έβαλε ένα παράξενο γέλιο, που πάγωνε τα αίμα του ανθρώπου.

— Καλά, νυφούλα μου, κάτι θα κάνουμε· είπε.

Πέρασε αρκετός καιρός. Η Κίσσα ήρθε κι έμεινε πετσί και κόκκαλο από τη ζήλεια της. Τα μάτια της γούβωσαν, τα μάγουλά της μαράθηκαν, τα χείλη της άσπρισαν. Την έφαγαν τα λόγια της Χάρμαινας· όλο συλλογισμένη καθότανε.

Ως τόσο η Αυγή ζούσε ευτυχισμένη στα παλάτια της. Τα μάγια τίποτα δεν της έκαναν. Ο βασιλιάς ξεψύχαε γι' αυτήν. Μια ημέρα διαλαλήθηκε στη χώρα πως η βασίλισσα γέννησε παιδί. Χαρές, ξεφαντώματα στο παλάτι. Μα απ' όλους πιο πολύ χάρηκε η Κίσσα.

— Τώρα θα βρω αφορμή να πάω να τελειώσω τη δουλειά μου· είπε.

Και κίνησε να πάη στο παλάτι. Στο δρόμο η καρδιά της χτύπαε δυνατά· τα πόδια της ήταν κρύα και το κορμί της έτρεμε. Δυο φορές έκαμε να γυρίση πίσω και πάλι μετάνιωσε.

Και πήγε.

Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την έβαλε να καθίση κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν είδε ούτε τη χλωμάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι, κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που κοιμότανε στη χρυσή του κούνια.

— Σ' αρέσει, αδερφούλα μου, το παιδί μου; ρώτησε κοιτάζοντας το μικρό τρυφερά.

— Ουμ! να σου ζήση και καλός γαμπρός· ευχήθηκε κείνη.

Μα τα μάτια της σπιθοβόλησαν από θυμό

— Καλή σου μοίρα, αδερφούλα μου!

Η Αυγή έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια. Η Κίσσα και το φιλί το πήρε για κακό. Είδε τα χρυσάφια και τα φαρφουριά, τα στόφινα σεντόνια και τα μεταξωτά προσκέφαλα και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της.

— Δε θα ήταν όλα δικά μου: Εγώ δε θα ζούσα εδώ μέσα; συλλογίστηκε.

Η Αυγή, αδύνατη ακόμη από τη γέννα, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα της αδερφής της και σιγά — σιγά λάρωσε σαν αρνάκι που δε συλλογίζεται το λύκο. Ποιος ξέρει τι καλά όνειρα έβλεπε για το παιδί της, η μάννα!

Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι, η Αυγή της έκλεψε τη μοίρα της· θα ζη τώρα καταφρονεμένη· θ' αγωνίζεται στις αργατιές το καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγή τ' άλογο να γυρίζη το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από το λιθάρι· το μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είνε αδερφή εκείνη, που θέλει να βασανίζετ' έτσι η άλλη αδερφή!… Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα μηλίγκια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν' από τα στήθη της και τη χώνει στο κεφάλι της αδερφής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε — κείθε μέσα στην κάμαρη σαν τρελλή. Σε λίγο θυμάται τις οδηγίες της Χάρμαινας, φορεί τα ρούχα της αδερφής της και πέφτει στο κρεβάτι.

Όταν το βράδυ γύρισε από το κυνήγι ο βασιλιάς, έσφιξε στην αγκαλιά του την Κίσσα αντί για την Αυγή.

Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαϊδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. Ένα πουλάκι, με χρυσά φτερά και αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι, εκείνο μόνο δε χαίρεται και δεν παίζει με τ' άλλα. Ολογυρίζει στο παραθύρι της βασίλισσας, ρίχνει δυο — τρεις ματιές μέσα και φεύγει, σαν να φοβάται κανένα κυνηγό. Έπειτα πάει και κάθεται στο κλαρί και λέει με ανθρωπινή φωνίτσα:

— Περβολάρη! περβολάρη!… Ρέει — ρέει το βυζί μου, Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά, Να μαραθούν τα λάχανα, Να ξεραθούν τα δέντρα!.

Και το κελαϊδεί με τέτιον πόνο, που τα δέντρα μαραίνονται αμέσως· τα φύλλα κιτρινίζουν και τινάζονται στη γη. Το πουλάκι φεύγει αποκεί και πηγαίνει παραπέρα, στα χλωρά δέντρα και στα πράσινα κλαριά. Κάθεται και κει και αρχίζει το ίδιο του κελάιδημα, που χύνει όλη τη λαύρα της καρδιάς του:

— Περβολάρη! περβολάρη!… Ρέει — ρέει το βυζί μου, Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά, Να μαραθούν τα λάχανα, Να ξεραθούν τα δέντρα!…

Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο [ράπισε]. Κάηκαν τα λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυναν την ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθή στο βασιλιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πώς να τα παραστήση. Κάθε πρωί ανέβαινε στα παλάτι και πάλι κατέβαινε τρομάζοντας την οργή του βασιλιά. Τέλος μια ημέρα, που ο βασιλιάς κατέβαινε να λαφοκυνηγήση, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια τα διηγήθηκε όλα.

Μπα! σαν τι πουλί είνε και λαλεί ανθρωπινά; είπε με παιζογέλασμα εκείνος.

Να! άκου το· λέει ο περιβολάρης.

Ο βασιλιάς γύρισε και είδε απάνω σε μια λεμονιά το χρυσό πουλί. Καθόταν στο ψηλότερο κλαρί και κοιτάζοντας τον άρχισε να κελαϊδή παραπονεμένα:

— Βασιλιά μου πολυχρονεμένε Και καλέ κι αγαπημένε. Ρέει — ρέει το βυζί μου Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του Χρυσή κουνίτσα τόφτιανε κι αργύρα κουνιστήρια!…

Ο βασιλιάς συγκινήθηκε· του φαίνεται πως δεν ακούει πρώτη φορά τη φωνή· πως και άλλοτε είδε αυτό το πουλί· πως τ' αγάπησε μια φορά. Αλαφροπατώντας πηγαίνει κάτω από τη λεμονιά και του λέει ήμερα και παρακαλεστικά:

— Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου.

Εκείνο τον κοιτάζει σα μαγεμένο, κατεβαίνει σε χαμηλότερο κλαρί και αρχίζει πάλι με γλυκύτερη φωνή:

— Βασιλιά μου πολυχρονεμένε Και καλέ κι αγαπημένε. Ρέει — ρέει το βυζί μου Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του χρυσή κουνίτσα τόφτιανε, κι αργύρα κουνιστήρια.

— Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου· του ξαναλέει ο βασιλιάς.

Και κείνο κατεβαίνει, κατεβαίνει ακράτητα, σαν να το σέρνη μαγνήτης, όσο που πέφτει στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος. Σε λίγο όλοι κοιμήθηκαν στο παλάτι.

Μόνον το πουλί δεν μπορεί να κοιμηθή. Μέσα στο χρυσό κλουβί, που το έκλεισε ο βασιλιάς, φτερουκάει χαρούμενο, βγάνει τη μυτίτσα του στα σύρματα και κοιτάζει τρυφερά, σαν να φιλή με τα μάτια την κούνια του βασιλόπουλου. Έπειτα πλαγιάζει το κεφάλι και αρχίζει ένα σιγαλό και αποκοιμιστικό νανούρισμα:

Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι. Κοιμάται το παιδάκι μου απάν' στο μαξιλάρι!…

Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογγητό· κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει, μέσα σ' ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της… Πάει, θα διώξη τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύη πια! Θα γίνη και κείνη μεγάλη αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές, τραγούδια… Πού να πάη να κρυφτή; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος την πιάνει από το χέρι. Είνε η αδερφή της, η πεθαμένη αδερφή της, η Αυγή!… — Τι θέλεις εδώ; της λέει· τ' ήρθες να κάμης; Εκείνη θέλει να μιλήση, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν' ανασάνη… Και η αδερφή της δεν τη γνωρίζει… — Ήρθε να κλέψη· λέει μια άλλη γυναίκα, μαύρη, κατάμαυρη, απαράλλαχτη σαν τη Χάρμαινα. Ναι· ήρθε να κλέψη! Και γελώντας την αρπάζει στα δυνατά μπράτσα της και την πετάει κάτω από το παραθύρι… Η Κίσσα ξύπνησε με τρομάρα.

— Ωχ! τι όνειρο! λέει, τρίβοντας με το χέρι το μέτωπό της. Τι όνειρο!

Άξαφνα ακούει το νανούρισμα του πουλιού και της φαίνεται πως ακούει τη φωνή της αδερφής της. Ανατριχιάζει όλη, τινάζεται από το στρώμα.

— Α! λέει, εδώ θα ξεδιαλύνη τόνειρο; Όχι! δε θα ξεδιαλύνη.

Αρπάζει ένα μαχαίρι και τρέχει στο κλουβί. Μα την ίδια ώρα η πόρτ' ανοίγει και μπαίνει ο βασιλιάς. Και κείνος είδε απόψε τρομερό όνειρο· είδε πώς κιντύνευε το χρυσό πουλάκι του. Έτρεξε γοργά στο κλουβί, πήρε το πουλί στο χέρι και άρχισε να το φιλή λέγοντας τρυφερά λογάκια. Η Κίσσα μαζωμένη στη γωνιά έβλεπε πότε το βασιλιά, πότε το πουλί και κρύος ίδρωτας την τσάκιζε. Όσο και αν προσπαθούσε να κρατήση την καρδιά της, αδύνατο. Έκρυβε το λεπίδι μέσα στα φουστάνια της· μα τι που είχε φανερά λεπίδια τα δυο μάτια της, που έσφαζαν κατάκαρδα με το άστραμμά τους.

Άξαφνα το χέρι του βασιλιά ήβρε κάτι απάνω στο κεφάλι του πουλιού.

— Μπα! τ' είνε τούτο; λέει με απορία.

Χύθηκε απάνω του η Κίσσα.

— Μην τη βγάλης· μη για το Θεό! φωνάζει με λαχτάρα.

Ώστε να το ειπή εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ! ακούστηκε σύνωρα, ένα ωχ! τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας όλα τα μάρμαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στο πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια από τις δυο ήταν η γυναίκα του.

— Εκείνη που σου λέγ' η καρδιά σου, εκείνη είνε η γυναίκα σου· του λέγ' η Αυγή.

Όσο θέλεις δούλευε κι όσο θέλει ο Θεός θα σου δώση. Όσα έκαμε η Κίσσα, τίποτα δεν κέρδισε. Ο βασιλιάς έμαθε τα έργα της κι απάνω στα θυμό του έχωσε την ίδια βελόνα στο κεφάλι της.

Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι άργυρο σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαϊδεί γλυκά και πονετικά, που να μαραίνη τα δέντρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα, μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών — λογιών φωνές και πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη.

ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ

Η μάννα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκειά ημέρα ως τόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί — λες κι έφταιγε η δόλια! — έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπή φτωχός και κορίτσια! Έξω απ' αυτό ακόμη ώριζαν Τούρκοι στο Μωριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν' αποχτήση θηλυκό. Κάθε νοικοκύρης που έβλεπε να πηγαίνη το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάη, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:

— Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!…

Μια βραδειά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.

— Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις — ήταν ετοιμόγεννη η μάννα μου — θέλω να είνε σερνικό.

Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πάρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. — Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα — και τι; — ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε άνθρωπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.

— Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένη καλύτερο από σερνικό.

Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ' έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ' όνομά μου. Στη μάννα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ' άρματα. Μέρα — νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ' έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ' αγριογούρουνα στη Δροσελή.

— Θέλω…να περνάς το βόλι απ' το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν' ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλκιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα το πολέμου. Τα παλληκάρια γυμνάζονταν στ' άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πώς έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού — Πέφτη θυμούμαι ήταν — βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντωνάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλληκάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε τα σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·

— Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπά Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

Η μάννα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ' άλλα του σωθέματα και πίστευα πώς ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάση αϊτού φτερά, πάντα τρομάζει να πετάξη στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ' άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ' έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.

— Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μωριά, τότε να γυρίσης και συ.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόιβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλτάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύτους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ' ασκέρι! Ρίχτηκαν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπαξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ' άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.

— Σταθήτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολεμήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.

Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πώς οι Τούρκοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τους χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν

— Τι θα κάνουμε τώρα; ρωτάει ο Σισίνης,

— Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο καπετάν Αντωνάκης.

Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρκους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς.

Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ' άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθή στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντάκια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθή. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάλικε τ' άλογό του κι έφυγε.

— Σώσε με, παλληκάρι, ν' αγιάσουν τα πεθαμένα σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν' αφίνουν πίσω τα γεράματα…

Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.

— Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου· Η Παναγιά ας βάλη το χέρι της.

Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.

Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλληκάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.

Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ' έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινήκαμε φίλοι· νύχτα — ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. θα μ' έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ραγιάς άλλαξε· σήκωσε [καφάλι] και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.

Έτσι λίγο — λίγο άλλαξα και γω. Ό, τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ' ένα μονάχα δε μπόρεσα ν' αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ' άρματα και τα φορέματα; Τι να κάμη το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθή η ασημόβεργα της μάγισσας ν' αλλάξη τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν' αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δοκίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ' έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμε κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σισίνης μας έστειλε μ' εκατονπενήντα παλληκάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Άη Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώνης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ' έτσι γονατιστή και θάμαζε. Εγώ — ξέρεις — μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τραχηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατακαημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!

— Όρε αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είνε φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.

Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και μ' έπιασε σύγκρυο.

— Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ' από καιρό, θα λεγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ' αγάπησα! όχι άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!…

Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδεψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψη ο ήλιος. Τ' απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα, που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαρειά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφινε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.

— Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.

Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακούστηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπήκανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνεπαίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κοίτονται τα κόκκαλά τους εκεί.

Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ' αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν' ακουστής μέσα στην ανακατοσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτωσαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλληκάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.

Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μού θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ' ένα κοτρώνι να ξεκουραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μακελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ' αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλάγια πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ' αποδώ, κλάματ' αποκεί, που ήταν να φρίξη κανείς.

Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ' απάνω κι έτρεξα πέρα — δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ' ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογγητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·

— Δήμο! Δήμο μου!

— Χρύσαντε, αδερφέ μου!…

Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα κανα για να γνωρίση τι λογίς ήταν η αγάπη μου!

— Άκου, Δήμο μ'! άκου. καλέ μου! έκραζα μεγαλόφωνα στ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στιγμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε προτήτερα: Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλλοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

Η ΜΗΤΡΙΑ

Είνε κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με τρώγ' η ψείρα κι η κακομοιριά· μα θυμούνται ακόμη στο χωριό τα καλά του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους.

Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!… Μα τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα στα στήθη μου κάπιο πράμα που σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα, σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!… Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της, χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζη δυνατά:

— Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν' ο αρρεβώνας που σ' άφηκα;… Καταραμένος να ήσαι!…

Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονατιστός της γύρευα συχώρεση, Όχι! δεν ήθελα, να είμαι καταραμένος!…

Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμη ο άνθρωπος, άμα μετανιώση, άμα με τα δάκρυά του γεμίση ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και όμως τι; Τ' αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνη τα μαύρα γράμματα! Α, ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμάται, αν τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα;

Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε αναγνώστη κι έλεγα τον Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ' έβλεπαν από μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί; από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο.

Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψη.

— Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του γιου μου· έλεγε.

Έξω απ' αυτό ήθελε να με παντρέψη για να με κάμη παπά και να με αφήση στο πόδι του σαν πεθάνη.

Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ' όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του γάμου, φάνηκε πώς δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της νύφης το κεφάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ' η Ζωίτσα γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του ταιριαμού μας, να μου θυμήση την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι έπειτα όταν έμπαινε σπίτι — ακούς, αδερφέ! — μέσα στη βιασύνη, ούτ' ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βάλουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια! Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα… Κακομοίρα γυναίκα· η τύχη η δική μου σε συνεπήρε!…

Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του:

— Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ' τι; — το Θανάση! Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήση την προίκα! έλεγαν.

Μα δεν είν' έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν' η γυναίκα και τ' αφήση και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ' αναθρέψω εκείνο το παιδί; Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου και παντρεύτηκα πάλι.

Μα κάλλιο να τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα φτιασε να μπάσω την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς, αδερφέ, ν' αλυχτήση τη μάννα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ' άκουσαν οι συμπεθέροι που το είπε: «Χαμ, χαμ, πεθερά! — νάμπω γω νοικοκυρά!» Κι η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάη να κρυφτή; Νύφη, σου λέει, μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε κι έφαε. Ο κόσμος βούιξε;

— Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάη την παπαδιά.

Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάννα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα κι ο πατέρας μου!

Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν' αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ' αναθρέψω και κείνο!… Η Ακριβή από την ώρα που μπήκε στο σπίτι άρχισε δικό της λογαριασμό. Το παιδί τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με το φου! και με το φου! το πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ' έβανε μπροστά και πού να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα γυναίκα! Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η δόλια!

Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και τ' ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα… Άμα θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π' ανάθεμά την! Μ' έκαμε κι έγινα με όλο τον κόσμο οχτρός. Κάθε ημέρα σήκωνε τη γειτονιά στα ποδάρι. Κατάντησε τα σπίτι μου να βγάλη το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάη από τέτια γυναίκα! Ως τόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε.

— Ε, να του ζήση εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ' ένα — δυο χρόνια θαν το 'χη δεξί του χέρι..

Και πώς έμοιαζε της μάννας του! σαν δυο σταλαματιές νερό. Άμα με κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα — μαύρα μάτια του, μου φαινόταν πώς είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή, μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε.

— Κουρούνη! δεν τηράς και τ' άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις σ' αυτό τα τιποτένιο! έβριζε.

Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· — παιδί παλληκάρι! Σου πάταγε δουλειά για μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε τις γρίνιες της.

— Να σου ειπώ, Ακριβή· της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τ' έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη; Τώρα το παιδί μεγάλωσε· καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώση και να μας πετάξη όξ' από το σπίτι!

— Όξ' από το σπίτι!…

— Ναι· το σπίτι είνε της μάννας του. Τα χωράφια, τ' αμπέλια, όλα της μάννας του είνε. Από σένα δεν πήρα τίποτα.

— Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου πρεπε· μ' έκοψε κείνη θυμωμένη.

Ορίστε! μίλα της τώρα.

— Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ' αν θυμώση ο Βασίλης, μας πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας.

Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ' ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια.

— Να πάρη το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά μου! Το φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα.

Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρωτας μ' έπιασε σαν άκουσα να ειπή: το φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. — Βασίλη μου από δω — Βασίλη μου από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε να καλοπιάνη και μένα… Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είνε άλλο καλύτερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι.

— Δόξα νάχη ο Θέος! έλεγα που φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα παλιά μου τα βάσανα.

Αχ! που να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν κατάλαβε πως μ' έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια που της είπα εγώ προτήτερα:

— θα μας πάρη το βιος μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς και τα παιδιά μας!

Μωρέ ας βγαίνη ο ήλιος κι ας βγαίνη στα βουνά! Ας ζη το παιδί μου κι ας κάμη ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα — νύχτα τριβέλι με πήγαινε.

— Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ' άλλα σου παιδιά!

Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά είνε που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται, άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ' έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια!

Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο — τρεις γειτόνοι και λέγαμε παραμύθια για να περάσ' η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και κουτσοπίναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και χαρές· μα που να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν οι γειτόνοι πήγαμε και μείς να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βασίλης, δεκάξι χρονών παλληκάρι, κοιμότανε στ' αλώνι, στο σωρό κοντά. Η Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να ξέρω τι κάνω, μ' έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου δωκε το ντουφέκι στο χέρι, κι έριξα!

Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!… Πάει το παιδί μου, χάθηκε! Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά και να δέρνεται στ' αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί, με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους κοιτάζω άλαλος.

Έξι μήνες έχω που βγήκ' από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!…Τα κυπαρίσσια έγειραν να με δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν:

— Πίσω φονιά! πίσω!…

Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς.

Αλίμονο του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη· έμαθα την κατάντια της. Κακή κακώς ξεψύχησε!…

Η ΜΑΝΝΑ

Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα — φοβερή νύχτα, του Δεκέβρη — μέσα σ' ένα ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω σάρωνε απ' άκρη σ' άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους. Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγγος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο θρήνος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια — νάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη σταχτερή γάτα του, να μπαλώνη ένα τρυπημένο σακκί.

— Καλή νυχτιά κι απόψε· ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα.

— Θαρρείς πως μια γυναίκα θα κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζοντας περίεργα.

Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμη μια νύχτ' αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξη πως έχει και παράχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

— Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμεριού· κοίτα και ζερβά το κάστρο του Χλιμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και καιρούς δυο νεράιδες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ' ήταν όμορφη και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά. Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι λυπόταν γιατ' ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Τα παιδιά, βλέπεις, είνε η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να κυλιέται στο πάτωμα, τ' άλλο να πηδά και να γελάη χωρίς αιτία, το άλλο να θέλη με το καλάμι να φτάση το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέφτη κι έβλεπε το σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας:

— Τα νιάτα μου τάδωκα στα παιδιά μου.

Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες.. Είχε κι ένα κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη!

Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπή και πώς να παρηγορηθή! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το βιος του για να την κάμη ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς: Τι κι αν τα Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την ομορφιά της τραγουδώντας; Όταν θυμόταν — και τα θυμότανε κάθε λίγο και λιγάκι, η δόλια! — πως ήταν μοναχή, καταμόναχη στο κάστρο της· πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά, ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε, Γιατί τάχα και κείνη να μην έχη ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί διάτανε! να μην έχη ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο παιδάκι, να κλώθη τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένη στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάη με το αθώο του γέλιο, να παίζ' η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα:

— Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!…

Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελλαθή από τη θλίψη της.

— Να σου ειπώ, καημένη· δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της είπε με τα δάκρυα στα μάτια.

— Τι το θες;

— Να το χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω.

— Ου καημένη! Δε δοξάζης το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα!

Η άσκημη έκανε τάχα πως είνε βαργομισμένη από τα παιδιά.

— Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της.

Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας.

Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο Χλιμούτσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη μάννα, τη θλιβερή μάννα, που χτυπιέτ' έξω και δέρνεται για την κόρη της, για την ίδια της την ομορφιά!…

Ο γέρο Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του σακκιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να καταντήση· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βώδια γνωρίζουν το τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη.

— Έτσι; τον ρώτησα.

— Ναι· είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε την ελπίδα να πάρη πίσω την κόρη της. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει στο κάστρο. Μα πριν κινήση στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της· βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήση, όλα περίγυρα ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυννέφιαστος· η θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμπος ανθίζει και μοσχοβολεί, όλα τα ζωντανά γλυκοζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά ζεχειλίζ' η χαρά, λες κι είνε Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το άλλο, φυσά στο διάβα της έν' κεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες λαλιές.

Μα όταν φτάση στο κάστρο και το ιδή σιδερομανταλωμένο κι άφωνο, παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και παρακαλεστική να ζητή την κόρη από την αδερφή της. Την ζητεί και της τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ' αεροκάμωτα παλάτια· με τις βρύσες τις διαμαντένιες και τις μαργαριταρένιες σκάλες και τις ολόχρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είνε κείνη κυρά κι αφέντρα ν' αφεντεύη και τούτη να γίνη δούλα της να τη δουλεύη και πλύστρα της να την πλένη· να τρώη τ' αποφάγια της, να πίνη τ' απονιψίδια της, φτάνει να έχη μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη.

Τέτια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην κόρη της και της τάζει. Της τάζει άντρα της Κάτω γης το γιο — διαμάντι το ρουμπίνι, που είνε τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν' η γενιά του μεγάλη και πλατειά κι η μάννα του βαθύπλουτη και φοβερή.

Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα διαμαντικά της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ' αγγωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ' άψυχο χτίριο ως που πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είνε η χαρούμενη μάννα, που πάει να πάρη το παιδί της. Είνε οργισμένη νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η θάλασσα δέρνεται και βογγά σαν να νιώθη της μάννας τον καημό. Ο ουρανός σκοτεινιάζει· θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορίχνουν και κακό θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ' άκρη σ' άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξερριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της.

Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!…»

Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και πήγε να ιδή μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Ένας άγουρος από το Σέχη αποφάσισε να πάρη γυναίκα. Την ήθελε τίμια και καλή, σαν τίμιος και καλός που ήταν κι ατός του. Το γύρισε αποδώ, το γύρισε αποκεί, σκέφτηκε το γέρο Μήτρο Γκιζώτη, που είχε δυο θυγατέρες. Καλός, σου λέει, ο πατέρας, καλά θα είνε και τα παιδιά. Κινάει μια σκόλη και προσκυνάει το γέροντα και του λέει το σκοπό του.

— Σαν είνε από το Θεό, παιδί μου, θα γένη· του απαντά εκείνος. Δυο [δυχατέρες] έχω. Για τη μια θέλω εκατό φλωριά· για την άλλη δίνω εκατό φλωριά. Διάλεξε.

Ο άγουρος έμεινε δίβουλος.

— Να σκεφτώ· είπε.

— Σκέψου.

Σκέφτηκε πολύ, μα πάντα δίβουλος ήτανε. Κινάει και πάει σ' έναν πατρικό του φίλο στα Φάρσαλα να του πάρη γνώμη.

— Ήρθα να μου πης τη γνώμη σου, του λέει. Θέλησα να πάρω γυναίκα. Γύρεψα μια από τις δυχατέρες του γέρο Μήτρου Γκιζώτη, μα μου δωκε απόκριση παράξενη. Για τη μια, λέει, δίνει εκατό φλωριά· για την άλλη παίρνει εκατό φλωριά. Τι να κάμω;

— Τίποτα να μην κάμης, του λέει εκείνος, παρά να κινήσης να πας στην Καρδίτσα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου το μεγαλύτερο.

Μια και δυο ο άγουρος πάει στην Καρδίτσα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας αποκεί, βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, το Φώτη. Ο Φώτης του φάνηκε μικρότερος από το Γιώργη, μα δεν είπε τίποτα· Μπορεί να έχω λάθος, σου λέει.

— Το και το, διηγέται στο Φώτη. Πήγα στον αδερφό σου και με στέλνει σε σένα. Τι να κάμω;

— Τίποτα να μην κάμη ς, του λέει και κείνος, παρά να κινήσης να πας στα Τρίκκαλα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου τον πιο μεγαλύτερο.

Κινάει ο άγουρος και πάει στα Τρίκκαλα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας αποκεί βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, τον Πάνο. Ο Πάνος του φάνηκε πιο μικρότερος κι από το Φώτη κι από το Γιώργο· μα δεν είπε λέξη.

— Το και το, λέει στον Πάνο. Τι να κάμω;

— Εύκολο πράμα γύρεψες, είπε κείνος. Πάμε απάνου στον οντά και θα σου ειπώ.

Πήγαν απάνω στον οντά, κάθισαν σταυροπόδι στο πέφκι, η νοικοκυρά έφερε τσίπουρο να τους κεράση, έφερε κι ένα πεπόνι για σαλατικό.

— Τι πεπόνι είνε τούτο, ορέ γυναίκα! λέει ο Πάνος θυμωμένος· φέρε μας άλλο.

Πήγε κι ήρθε η γυναίκα, έφερε άλλο.

— Δεν είνε καλό, καημένη! είπε ο Πάνος· φέρε μας άλλο.

Έτσι την παίδεψε κάμποση ώρα. Εκείνη το παιρνε το πεπόνι κι έφερνε άλλο· μα κανένα δεν άρεσε του νοικοκύρη. Στο τέλος κράτησε ένα κι έδιωξε τη γυναίκα του.

— Σαν πόσα πεπόνια λες πως έχω στα κελάρι; ρωτάει τον άγουρο.

— Ξέρω και γω· θα έχης πολλά.

— Ένα μοναχά. Μα ιδές τι γυναίκα την έχω! Πήγε κι ήρθε είκοσι — τριάντα βολές και άχνα δεν έβγαλε να με δυσαρεστήση. Τα αδέρφια μου σού είπαν πως είνε μικρότερά μου, κι αλήθεια είνε μικρότερά μου. Μα για να έχουν δύσκολες γυναίκες γεράσανε γλήγορα· εγώ για να έχω καλή στέκω πάντα νιος. Πήγαινε, δόσε τα εκατό φλωριά και πάρε γυναίκα να σου κυβερνάη το σπίτι.

Τρέχει ο άγουρος στο Σέχη, βρίσκει το γέρο Μήτρο Γκιζώτη.

— Πάρε τα φλωριά και δος μου τη γυναίκα με την ευκή σου, του λέει. Μα άφησε και μένα λίγα να κάμω τους γάμους.

— Πάρε τα δέκα φλωριά, πάρε και τη γυναίκα με την ευκή μου· λέει ο γέρος.

Πήρε τη γυναίκα ο άγουρος, έκαμε τους γάμους, έφαγε τα φλωριά· σε δέκα ημέρες έμεινε γκαλντερίμ τσελεπής! Κάθεται και συλλογέται πώς θα γυρίση το σπίτι του. Τον είδε η γυναίκα του στενοχωρεμένο· το έφερνε αποδώ, το έφερνε αποκεί να τον ρωτήση, μα ντρέπουνταν. Δέκα μερώνε νύφη! σου λέει. Τέλος παίρνει την απόφαση, πάει και τον προσκυνάει.

— Με τους ορισμούς σου, άντρα μου, και κάτι να σε ρωτήσω, του λέει. Τ' έχεις κι είσαι συλλογισμένος; Τα δωκες όλα τα φλωριά του γέρου;

— Όλα.

— Και δεν έχουμε να πορέψουμε;

— Λεφτό τσακισμένο.

— Εγώ να σου δώκω.

Βγάνει και του δίνει μια στάμπα.

— Να ετούτη τη στάμπα να πας στα Αμπελάκια να την πουλήσης· — έτσι έδινα και του πατέρα μου. Αν δε σου δώκουν διακόσια γρόσια να μην τη δώκης.

— Ούτ' εκατόν πενήντα;

— Ούτε· διακόσια σωστά.

— Καλά.

Κινάει εκείνος και πάει στ' Αμπελάκια. Τότε τ' Αμπελάκια ήταν μεγαλύτερα κι από τη Λάρισα. Δείχνει στον έμπορο τη στάμπα· εκείνος τη βρίσκει καλή.

— Πόσο την πουλάς;

— Διακόσια γρόσια.

— Να σου δώκω εκατό… εκατονπενήντα… εκατονογδόντα;

— Όχι, διακόσια μου είπε η γυναίκα μου.

— Να διακόσια. Μα δε μου λες, ό,τι σου ειπή η γυναίκα σου θα κάμης;

— Ό,τι θέλω γω! λέει εκείνος θυμωμένος· όχι ό,τι μου ειπή η γυναίκα μου.

— Μα να τώρα στη στάμπα.

— Στη στάμπα άλλο· μα ό,τι θέλω γω κάνω.

— Και το δέχεται η γυναίκα σου;

— Το δέχεται.

— Έλα να βάλουμε στοίχημα.

— Τι στοίχημα:

— Πήρες τώρα διακόσια γρόσια. Να τα ξοδέψης όλα στα λοβώτερα πράματα· να πάρης και μας μουσαφιρέους, κι άμα ειπή «καλά έκαμες» να μου παίρνης το μαγαζί.

— Δέχουμαι.

— Αλλιώς να σου παίρνω τη γυναίκα.

— Πάλι δέχουμαι.

— Αρχίνα από τώρα.

Βγαίνει ο άγουρος στο παζάρι, βλέπει έν' άλογο.

— Πόσο θες στ' άλογο;

— Διακόσια γρόσια.

— Πάρ' τα.

Καβαλάει τ' άλογο. — Πάμε, λέει στους ξένους του. Βγαίνουν παρόξω, φτάνουν στη Λάρισα, απαντούν ένα με το γομάρι του.

— Ρε με το γομάρι, λέει ο άγουρος· μου το δίνεις να σου δώκω τ' άλογο.

— Πάρ' το.

Δίνει τ' άλογο παίρνει το γομάρι. Πάνε παρακάτω, απαντούν μια γυναίκα, που είχε τρία γαλιά. Δίνει το γομάρι ο άγουρος παίρνει τα γαλιά. Τραβούν, φτάνουν με το ηλιόγερμα στο Σέχη.

— Έλα, γυναίκα κι έχουμε ξένους απόψε· φωνάζει στη γυναίκα του και της δίνει τα γαλιά.

— Πούλησες τη στάμπα;

— Την πούλησα.

— Κοπιάστε στον οντά και γω τοιμάζω.

Ανέβηκαν εκείνοι στον οντά. Η γυναίκα έσφαξε τα γαλιά, τα τοίμασε, έστρωσε το σοφρά και κάλεσε τους ξένους να καθίσουν. Εκεί που τρώγανε, γυρίζει ο έμπορος και λέει της γυναίκας:

— Ξέρεις τι σου φτιασε ο άντρας σου;

— Σαν τι;

— Πούλησε τη στάμπα διακόσια γρόσια.

— Τόσα του είπα.

— Μα τα δωκε όλα και πήρε άλογο.

— Πάλι καλά· πώς να ρθή πεζός απ' τ' Αμπελάκια;

— Μα δεν είν' αυτό μονάχα. Έδωκε τ' άλογο και πήρε γομάρι.

— Καλά κι άγια. Τι να κάμη, σου λέει, τ' άλογο στο χωριό; Καλύτερα το γομάρι, που κάνει όλες τις δουλειές και ζη όπως κι όπως.

— Μα που έδωκε στο τέλος το γομάρι για να πάρη τρία γαλιά; λέει ο έμπορος αγαναχτισμένος από την καλοσύνη της.

— Τι να κάμη; Σαν είδε και του κολλήσατε να σας πάρη μουσαφιρέους, το γομάρι τι το ήθελε; Γομάρι θα τρώγατε!

— Άιντε μωρέ! λέει ο έμπορος τραβώντας τα γένεια του.

Έτσι πήρε ο άγουρος το μαγαζί με την άξια τη γυναίκα του κι έμεινε ο έμπορος γκαλντιρίμ τσελεπής.

Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ

Ακολουθούσα κάποιο απόσπασμα στου Κίσσαβου τα χωριά. Μόλις φτάσαμε στη Σπηλιά, ο απόσπασματάρχης μοίρασε στα κονάκια τους στρατιώτες και μεις πήγαμε στου πάρεδρου το σπίτι. Η νοικοκυρά, καλοδέματη γυναίκα, με το «καλώς κοπιάζετε» ήρθε κι έριξε μπροστά μας το σοφρά και καθίσαμε σταυροπόδι χάμω, μαζί με το νοικοκύρη, που μας φίλευε. Το τραπέζι ήταν καλό και πλούσιο. Ο σύντροφός μου με τα ορθά μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του εφρόντιζε πάντα να δείχνη πως δε χωρατεύει με το φαγί. Ένα οψιμογέννητο κατσίκι βρισκότανε ροδισμένο στο ταψί· ένα καρβέλι από νιο σιτάρι άχνιζε και πεντοβολούσε στο σοφρά· ένα κλειδοπίνακο με τυρί χιονάτο κι η πήτα έμεναν στο παραθύρι για κάθε χρεία. Ακόμη καμάρωνε στο πλευρό του νοικοκύρη η πλόσκα με κρασί της Ράψανης, που τραβούσε από μακριά κάθε κρασοπατέρα.

Η νοικοκυρά έφερε το πισκίρι, τ' απλώσαμε στα γόνατα κι άρχισε η δουλειά. Βαρειά δουλειά το φαγί, τι τα θέλεις! Φαντάσου να κάθεται κανείς κάπου μια ώρα, να κουνή ζερβόδεξα τα χέρια του, να χτυπάη απάνω — κάτω τα σαγόνια του, να πασαλείφη τα μουστάκια και να έχη μονάχη φροντίδα την παλιοκοιλιά του! Δεν ξέρω· μα για μένα το φαγί μου φαίνεται βαρύτερο κι από του λιναριού τα πάθη.

Η αλήθεια είνε πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω το νοικοκύρη, που ξεκοκκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου, που άρπαζε απ' όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζη για τις φλοκοτές κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει. κι ό,τι θέλει κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει!

Άξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδή τι τρέχει και σε λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι ένας νέος ομορφοκαμωμένος.

— Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι στο στήθος.

— Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε.

Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ' ένα:

— Στην υγειά σας. καπετάνοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να κερδίστε.

— Τι είνε, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του.

— Με το συμπάθειο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε· είπε ο γέροντας ξαναχαιρετώντας. [Η] Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρη τη θυγατέρα μου, το Ασημό γναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να κοπιάστε στη χαρά μας.

— Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσης, Γιώργη· θα ρθούμε δίχως άλλο.

Ο Γιώργης κοκκίνησε, χαμήλωσε το κεφάλι στενοχωρημένος και δεν απάντησε.

— Δεν είν' αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ', καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ — παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου ήρθε η Μήτρος να τη συβάση για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά — Κυριακή ήταν — μια και δυο στο σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του βαλε στα χέρι ένα μετζήτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!…

— Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας.

— Μπα· δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πης ποιος το ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν άντρα του δίναν· ποιος λέει πως δεν τ' αρέσει το μέλι; Ως τόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύτερα. Τα συγγενολόι του Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον…

— Ως εδώ καλά πάμε· είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια προσκεφαλάδα.

— Χμ!… έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι.

— Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατανάς και ξεμυάλισε τη δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω, πρόσθεσε· το φταίξιμο το έχει [η] Τασός που έγινε ένας κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν το Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψη να ιδή τα γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει;

— Βέβαια όχι αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι· κάνουν αντιρίμια αντρειωμένα.

Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ' ευχαριστήση.

— Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα [η] Τασός δεν ήξερε να ειπή το ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίση με τον κόπανο, λύσσαξε. Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να σκοτώσουν.

— Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα.

— Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονοί, που πάμε και σκλαβώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας.

— Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου.

— Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν' αρνηθούν τη σύβαση.

— Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης.

— Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογελώντας ο σύντροφός μου.

— Σαν ο Θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατήρι να ρθήτε και λόγου σας, σα θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ρθούν να την αρπάξουν μέσ' από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώσουν το γαμπρό· ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσασμένος σκύλος, όπου φτάση δαγκώνει. Σώσε μας, καπτάνε μ', και να γενούμε σκλάβοι σου.

— Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι· είπε με επιφύλαξη ο σύντροφός μου.

Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου ήταν να μάθη τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλληκαράς ή αν βαστιότανε το συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθή. Γιατί — να τα λέμε μεταξύ μας — ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να τσακίζη τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκείνος που θα φροντίση, βέβαια, για την τάξη, μα θα δουλέψη και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άνθρωπος. Αν δεν είχε τον κομματάρχη του, ποιος θα διώριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν' αθωωθή από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρη «κατ' οίκον νοσηλεία» ο τάδε κατάδικος συγγενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον αποσπασματάρχη να ξεκοκκαλίζη οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνη τον καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε.

— Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά! ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος.

Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που είχε χρέος να συντρέξη. Πριν να φύγη από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να πάρη διαταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιόν θ' αφίνη ελεύθερο και ποιόν θα κατατρέχη. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέσως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα μεγάλο κρίμα!

— Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνη νερό, να τον στείλουμε μέσα; ρώτησε πάλι τον πάρεδρο.

— Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης.

— Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο;

— Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει…

Ο καπετάνος κούνησε το κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβη όλο το χωριό. Τίποτ' άλλο δεν έχει;

Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω από το καφενεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια — μπουλούκια κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσσαβου η κορφή.

Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι, ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα.

— Τι είνε μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια.

— Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ' και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήση στη Λάρσα.

— Έκοψε πεντέξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος.

— Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ'· έλα να τα ιδής, φώναξαν κι οι γυναίκες.

— Σιγά ν' ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμογελώντας. Δεν έχει ο Τασός μαγαζί;

— Έχει, πώς δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει κι η Γιώργης κι η Διαμάντης κι όλοι.

— Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ' το δικό σας κι όχι απ' το δικό του μαγαζί;

— Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ' πώς!

— Ποιοι είνε; φέρτε τους.

— Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!…

Ο Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό και τον ζητούσε ξέμακρα.

— Πες μου· τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπετάνος τον μάρτυρα.

— Τον είδα, καπτάνε μ'· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στο μαγαζί του Γκόλφη.

— Μοναχός ήταν;

— Όχι· ήταν κι η Τασούλας.

Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατηγορούμενοι έλεγαν πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ' αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναίκες έπαιρναν από μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρυσές και τ' αγριοκοιτάγματα κι ήταν έτοιμοι ν' αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπετάνος έλυσε το βούρδουλά του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι, διώρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλήθεια. Τέλος φώναξε δυνατά και αυστηρά:

— Λοχία Κοτρώτσο!

— Παρών!

— Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσης στ' αχούρι του παρέδρου. Δε θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση.

Το σπίτι της νύφης ήταν στο Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων. Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν στη φυλακή, βγήκαν [στα] φόρα.

Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο γαμπρός και κείνοι που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν μεγάλο συννενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθή, για να κεντήση των άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνη και κουμπάρος. Ο πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήση τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά· χαιρετισμός του συμπεθεριού. Έπειτ' ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να φοβερίσουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού ξανακούστηκε τέτια τιμή στο χωριό!..

Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγροτική από κείνες που δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους πλατείς, με τ' ασημάρματα και την κόκκινη φουστανοποδιά της, έλεγες πως ήταν ανθισμένη οξιά — όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν χειρότερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ.

Έπειτ' από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμηλόν οντά, απάνω από τις μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι. Ο μουσικός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια. το Λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια της τάβλας. Έκοβαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα. Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι απάνω στο μεσάλι.

Άξαφν' ακούστηκε μια φωνή από κάτω:

— Ζήτου η Τσότρας !…

Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάση, να στρίψη αρειμάνια το μουστάκι του και να κεντήση με το γόνα το γαμπρό.

— Ζήτου η Τσότρας!… ακούω πάλι.

Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του.

— Ζήτου η Τσότρας!… φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα.

— Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να είστε μονιασμένοι. Ένα είνε το χωριό, ένα να χετε και το κόμμα· στην υγειά σας!

Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν, φυσικά, πως ο Τασός ζήμιωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του. Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλη όλους δεμένους στη Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει. Μπορούσαν όμως να τ' αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα. Δεν είνε καλό να τα βάνη κανείς με το Δοβλέτι.

Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στα πρόσωπό τους καμιά δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από ντροπή.

Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύγουν, είδα τον αποσπασματάρχη να κράζη το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού παράμερα.

— Τι θα τους κάμης: τον ρώτησα.

Και κείνος, περήφανος για τα κατόρθωμά του, μου απάντησε.

— Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στο νέο κομματάρχη τους.

ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ

— Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε απότομα ο αγωγιάτης μου, εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ' αφίνει, μαθές, ο Θεός να πας μπροστά!

— Γιατί; τον ρώτησα με απορία.

— Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλοπόντικα, δε μου λες; Καλά τ' άλλα, αμ τα τυφλοπόντικα;

— Ποια τυφλοπόντικα!

— Άι — χού!… δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό.

— Όχι.

— Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις οι καμπίσοι! Είνε, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είνε, μα ποιος τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος Θεός σε μας είνε ο αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ' αφεντός σε όλα, στο δώση και στο πάρη. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξης. Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια, που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτση στη γη, και τις ακρίδες, που τ' αφίνουν θερισμένο κι αθέριστο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλης τον γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και τι αποθήκες! Βαθειά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη να τα βρη.

— Κι έρχονται κάθε χρόνο;

— Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα βλεπες ζωντανούς ανθρώπους στη Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ.

Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάναγα το χωριό. Άπονος ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ', το Εξηντατρία. Να τη μια χρονιά το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω κείνα τ' άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια πέρασαν κι είπαμε το ψωμί — ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο, ο αγάς σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μας έδινε για σιτάρι!

— Και την τρώγατε;

— Τι να κάνουμε: Γι' αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις· αμ σαν χάσης τα ζα, έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκης να φάνε;

Ως τόσο ήρθε το Εξηνταέξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο Νεμπεγλέρ· νά σου και τ' αγιοπούλια αποπίσω. Ξέρεις, για μας τ' αγιοπούλια είνε σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού. Προμηνούν και κείνα ευτυχισμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και στα μποστάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. — Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένη τέτιο πράμα! Αδύνατο Κανείς μας δεν ήθελε να το πιστέψη.

Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος από τη Λάρσα. — Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; — Όχι ακόμη.

Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε; Είπαμε να τα βαρέσουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ' όφελος; Άμα θεριστή άψητο το σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ' ανάθεμα. Το αφήσαμε για λίγες μέρες. Μπορεί να μας λυπηθή ο Θεός, είπαμε. Στ' άλλα τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφιναν, κάτι έπαιρναν. Εμείς δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν' αφήκη και μας απείραχτους εφέτος.

Μα πού ν' ακούση ο Θεός δίκιο — ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα. Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σατανά. — Να θερίσουμε, λέει ο αγάς· να το κόψουμε όπως — όπως, κάτι να σώσουμε. Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μαζωνομάστε όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και γυναίκες. Τροχούμε αποβραδύς τις κοσιές και [ξημερωνομάστε] στα χωράφια. Μα τ' ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριέ μου! Τα χωράφια ολόγυρα ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ' άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!…

— Μα τόσο πολύ!

— Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι φτιάσανε του Αβδούλ Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμιδες να πάη στην Κρήτη. Βγαίνει μια ημέρ' από τη χώρα να κάμη γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ' ασκέρι και τ' ανάγκασαν ολονυχτίς να μπη τρεχάτο στη Λάρσα.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings