← Table of contents
Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Front matter

K. Trikoglides translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes.//Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ" ΑΡΙΘ. 48

ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ

ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ

Πρώτη σελίδα
Πρώτη σελίδα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,, αριθ.48 ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟ ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1921

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα είναι δημοτικώτατος σ' όλους τους Ανατολικούς λαούς, συνεπώς και σ' εμάς τους Έλληνες. Τ' ανέκδοτά του, τ' αστεία του, οι ιστορίες του, οι παροιμίες του φέρονται από στόμα σε στόμα. κι' αποτελούν, οιωνεί, την λαϊκήν σοφίαν. Μ* όλο το άβαθό τους — πολλές φορές — και την ανοησία τους, ο λαός βρίσκει πάντα την κατάλληλη ευκαιρία να τις εφαρμόση και να δώση σ' αυτές πλάτος εννοίας και φιλοσοφική βαθύτητα. Πόσες φορές — μιλώντας με ανθρώπους του λαού, δεν ακούς το στερεότυπο «Μια φορά ο Στρατηχόντζας . . . . .» Γιατί στο στόμα του λαού, που έχει την ιδιοφυΐα όλα τα ξενικά ονόματα να τα συμμορφώνη με τη φθογγολογία του και με το τυπικό του, το αραβικό όνομα Νασρ-εν-Ντιν Χότζα (που αραβικά σημαίνει Νίκη της θρησκείας) έγεινε ρωμαίικα, στην αρχή Ναστρεδίν Χόντζας, και σιγά, σιγά ξέπεσε σε ποιο ρωμαίικο, Στρατηχόντζας.

Ο Στρατηχότζας, λοιπόν, ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους φιλόσοφους του Ελληνικού λαού και τ' ανέκδοτά του, πότε αλλαγμένα σύρριζα και πότε παρατεντωμένα σα λάστιχα αλατίζουν και νοστιμίζουν συχνά τις κουβέντες και τις συζητήσεις του λαού μας.

Αν ερωτήσης έναν άνθρωπο του λαού τι ήταν ο Στρατηχότζας, θα σου πη δίχως δισταγμό:

— Έλληνας! . . .

Ίσως, μάλιστα, να σου προσθέση πως τον είχε γνωρίση κι' ο πάππους του γιατί ήτανε συχωριανός του! Απαράλλακτα όπως και, οι Τούρκοι τον θέλουν Τούρκο με πατρίδα και με τόπο δράσεως πότε το Ικόνιον, πότε την Προύσσα, πότε το Αβρί Σεχίρ κλπ. Ο Τουρκικός λαός πιστεύει, μάλιστα, πως στην Προύσσα υπάρχει ο τάφος του, και τόνε δείχνουν κιόλας! Οι Πέρσαι τον θέλουν Πέρση, κ' οι Άραβες Άραβα. Τι είνε επί τέλους αυτός ο πολυθρύλητοςς Χότζας; Είνε απλούστατα, ο λαός ο ίδιος, ο λαός της Ανατολής που δημιούργησε ένα όνομα για να του φορτώση στη ράχη του όλην τη λαϊκή θυμοσοφία. Κι' όταν αμφισβητείται η ύπαρξι του Ομήρου, κι αυτού ακόμα του Σαίξπηρ η ύπαρξι, δεν είνε τόσο σπουδαίο και τόσο αδύνατο ν' αμφισβητηθή και η ύπαρξι ενός αγαθού Χότζα.

Οι ιστορίες του στο Ελληνικό κοινό είνε γνωστές από μια παληά έκδοση της Βενετίας, μετάφραση από το Τουρκικό, όπου ο ανώνυμος μεταφραστής μας παρουσιάζει το Χότζα ως Τούρκο. Προ είκοσι περίπου ετών, έγεινε κ' εδώ μια έκδοση της ανθρωπιάς, σε δύο ή τρία τυπογραφικά φύλλα, από το μακαρίτη Βασίλειο Κάνδη, αρχιλογιστή του Κεντρικού Πρακτορείου των Εφημερίδων. Στη μετάφρασί του αυτή, ο μακαρίτης Κάνδης υπεστήριζε πως έδινε τους αληθινούς μύθους «του Τούρκου Αισώπου».

Ως τόσο και μ' όλη τη βεβαίωσι του Κάνδη, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας δεν ήταν Τούρκος, ούτε οι ιστορίες του είνε τούρκικες. Τον ευτράπελον αυτόν τύπο του λαϊκού σοφού, τον έχουν, και τον θέλουν δικό τους — όπως είπα παραπάνω — και οι Πέρσες και οι Άραβες, και τον συναντούμε σε πολλά αρχαία λαΐκά βιβλία των δύο αυτών λαών, όπως λ.χ. στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο «Περσικό Μυθολόγιο», που είνε κάτι παραπλήσιο με τη «Χαλιμά», και σε πολλά έργα ξακουστών ποιητών, γραμμένα σ' εποχή που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα φιλολογία.

Σ' όλα τα έργα αυτά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είνε άλλοτε ο τύπος. ο μωρός και, συγχρόνως, πανούργος, ο απλοϊκός, συγχρόνως, και κατεργάρης, δόλιος και μουζαβίρης, άλλοτε ο τύπος του αγράμματου και αμαθούς δασκάλου και ιερωμένου που κάνει πως όλα τα ξέρει και από την αμάθειά του είνε καταδικασμένος πάντα να πέφτη σε γκάφες και να γίνεται γελοίος — ιδιότητες που απέδιδαν εκείνην την εποχή στους Τούρκους οι Άραβες και οι Πέρσες. Αυτοί, λαοί προωδευμένοι, τότε ραφιναρισμένοι και τετραπέρατοι, δεν παρέλειψαν να πλουτήσουν τη φιλολογία τους με πλήθος πνευματώδεις ιστορίες, όπου ζωγράφιζαν τις πνευματικές ατέλειες των Τούρκων, λαού αμαθούς και αξέστου, τον οποίον είχαν κατακτήση τότε, και με πολύν κόπο τον διαπαιδαγωγούσαν, ένεκα ακριβώς της πουνταλωσύνης του, και για τον οποίον έτρεφαν, και μπορώ να πω, και τρέφουν ακόμα, μια φυσική αντιπάθεια.

Για τούτο, συχνά, μέσα στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο μεγάλο αυτό μνημείο της Αραβικής Φιλολογίας και σ' άλλα, παρόμοια, βλέπομε πλήθος τέτοιες κωμικές ιστορίες που ο γελοίος ήρως τους είνε: «Ένας Τούρκος, αμούστακο παλληκάρι, . . . . . ή «Ένας Τούρκος Σέχος (γέρος ιερωμένος) με θεόρατο σαρίκι . . . . . . ή «Ένας Τούρκος που έκανε το δάσκαλο του Νόμου και της Θρησκείας . . .» κτλ. κτλ. Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζουν πολλές ιστορίες του παρόντος τόμου, στο βιβλίο της «Χαλιμάς», όπως παρ. χαρ. η υπ' αριθμ. 8, «ο Χότζας . . . ξεμαυλιστής» (Χίλιες και Μια Νύχτες: 385η νύχτα) η υπ' αριθ. 13, «Ο Γάιδαρος που . . . δε γίνεται άνθρωπος» (383η νύχτα), η υπ' αριθ. 17. «Η ιστορία του Ψαριού» (393η νύχτα) κτλ. κτλ. ενώ πάλι, άλλες, που στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» αναφέρονται σε πρόσωπα ιστορικά, πριελήφθησαν στο βιβλίο του Χότζα και παρουσιάσθηκαν σαν επεισόδια που συνέβησαν σ' αυτόν, όπως λ. χ. η υπ' αριθ. 18, «Η Συνταγή» (395η Νύχτα) που στη «Χαλιμά» αναφέρεται ως επεισόδιο του περιφήμου Χαλίφη της Βαγδάτης Χιρούν-ερ-Ρασσίντ και του βεζύρη του Γκάαφαρ του Βαρμεκίδη, μ' έναν από τους Βεδουΐνους της ερήμου, που είνε ξακουστοί για την ελευθεροστομία τους.

Αργότερα, τον 17ον ή 18ον αιώνα, κάποιος Άραβας, άγνωστο ποιος, συνέλεξε από τη «Χαλιμά» από το «Περσικό Μυθολόγιο» και άλλες αραβικές και περσικές πηγές, τις ευτράπελες αυτές ιστορίες και τις μετάφερε ή ολόκληρες όπως ήταν, ή συντομευμένες, (παίρνοντας μόνο αποσπάσματα αυτών, που αποτελούν στα μακρά εκείνα ιστορήματα, απλά επεισόδια — κι' αυτές είνε οι περισσότερες) σε ξεχωριστό βιβλίο, βάζοντες για γενικό ήρωά τους ένα μόνο πρόσωπο τον Νασρ-εν-Ντιν-Χότζα, ή, ακριβέστερον, Γκόχα λέξι που σημαίνει τον εγγράμματο, τον άνθρωπο του Νόμου και της θρησκείας, μα, που αποδίδεται γενικώς ως τίτλος σε ανθρώπους ελαφρόμυαλους κι' απλοϊκούς. Αυτά τα Ναουάντιρ ελ Γκόχα («Τα παράξενα και κωμικά ιστορήματα του Γκόχα») είνε πολύ διαδεδομένα στην Ανατολή, ιδίως στη Συρία και Αίγυπτο, όπου αριθμούν χιλιάδες λαϊκών εκδόσεων και όπου διαβάζονται από τους εντοπίους, χωρίς ποτέ αυτοί να κουράζονται.

Αργότερα, ακόμα, οι Τούρκοι μετέφρασαν ένα μεγάλο μέρος απ' αυτά στη γλώσσα τους, και έκαναν, όπως είπα, τον ήρωα τους δικό τους, μεταφέροντας ακόμα και τον τόπο της δράσεώς του στη Μικρά Ασία.

Πριν κλείσω τις πεταχτές αυτές σημειώσεις μου, οφείλω να προσθέσω, ότι στην αραβική έκδοσι που ακολούθησα, υπάρχουν και άλλα ανέκδοτα πολλά του Χότζα, πενήντα περίπου τον αριθμό, που θεώρησα περιττό να συμπεριλάβω στη μετάφρασι τούτη, γιατί μερικά απ' αυτά είνε απλώς ελαφρές παραλλαγές άλλων, και θάταν παράλογη η επανάληψί των, άλλα είνε πολύ ανόητα και ανάλατα, και θα κούραζαν τον αναγνώστη, και άλλα, τέλος, είνε πάρα πολύ «ελεύθερα» και μπαίνουν στον κύκλο του Αισχρού και του Ανηθίκου, και δεν θα ήθελα η μετάφρασί μου ν' αποκλεισθή από την κοσμία και ηθική ελληνική οικογένεια.

Αθήνα, Νοέμβριος 1921.

Κ. Τρικογλίδης.

Πρώτη σελίδα
Πρώτη σελίδα

ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ-ΧΟΤΖΑ

1. — Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ

Μια μέρα, ένας χωρικός έπιασε μιαν άγρια χήνα, και την πήγε πεσκέσι του Χότζα. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; Άνθρωπος που ανακατεύεται με τους μεγάλους είνε, και μπορεί, καμμιά ώρα, να τόνε λάβω ανάγκη!»

Ο Χότζας δέχτηκε με πολλές ευχαριστίες το δώρο, περιποιήθηκε με τιμή το δωρητή, τόνε φιλοξένησε στο σπίτι του, εκείνην τη νύκτα, και μαζύ του ευφράνθηκε τη χήνα, που η γυναίκα του την είχε κάνη εξαίρετη σούπα.

Ύστερα από καμιά βδομάδα, ή δυο, ο χωρικός έτυχε να κατεβή στην πόλι, κ' επειδή τον πρόλαβε η νύχτα, πήγε στο σπίτι του Χότζα και χτύπησε την πόρτα:

— Ποιος είνε; ρώτησε ο Χότζας.

— Είμαι ο άνθρωπος που σούφερε τη χήνα.

— Α! Κόπιασε! Κόπιασε!

Και πρόθυμα του άνοιξε την πόρτα, και τον έβαλε στον οντά του και τον εφιλοξένησε με τις ίδιες περιποιήσεις όπως και την πρώτη φορά. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; άνθρωπος φιλότιμος φαίνεται: μπορεί να μου στείλη και κανένα άλλο πεσκέσι απ' το χωριό!»

Ύστερα από κάμποσες μέρες, ήρθαν, ένα βράδυ, στο σπίτι του Χότζα μερικοί χωριάτες, και του ζήτησαν φιλοξενία.

— Ποιοι είσθε σεις; ρώτησε ο Χότζας.

— Είμαστε οι γειτόνοι του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα, απάντησαν εκείνοι.

Ο Χότζας τους δέχτηκε με καλωσύνη, τους έβαλε κ' έφαγαν, και τους κράτησε να κοιμηθούν στο σπίτι του, τη νύχτα. Μα, όταν, ύστερα από κάμποσες μέρες, παρουσιάστηκαν κι' άλλοι, κ' είπαν: «Είμαστε οι γειτόνοι των γειτόνων του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα!», ο Χότζας είπε μέσα του: «Βρε, το πράμμα, βλέπω, πάει κορδόνι!» Όμως, δε μίλησε τίποτα, μόνε τους είπε:

— Καλώς ωρίσατε, καλώς ωρίσατε! Κοπιάστε στ' αρχοντικό μου!

Κι' αφού τους κάθισε στον οντά του, κ' έστρωσε το τραπέζι έβαλε μπρος στον καθένα από ένα πιάτο βαθύ, γεμάτο νερό. Οι ξένοι, κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους κ' είπαν:

— Τι είνε τούτο;

— Είνε η σούπα της σούπας της χήνας, καταδεχθήτε την, φίλοι μου! είπε ο Χότζας.

Φυσικά, εκείνοι πήρανε τα βρεμμένα τους και φύγανε κ' έτσι ο Χόντζας γλύτωσε κι' απ' εκείνον που τούφερε τη χήνα, κι' από τους οχληρούς γειτόνους και παραγειτόνους «εκείνου που τούφερε τη χήνα».

2. — Ο ΚΑΛΟΣ ΤΟΠΟΣ

Μια φορά, ο Χότζας ταξιδεύοντας στην Ανατολή έφθασε σε μια πόλι, κ' ενώ τριγυρνούσε στους δρόμους, πέρασε από ένα χαλβατζίδικο, όπου μόλις είχαν φτιάξη χαλβά σιμιγδαλένιο, κ' η μυρουδιά του τόσο τον ελίγωσε, ώστε μπήκε ντουγρού μέσα, κι' άρχισε να παίρνη με τα χέρια του κομμάτια του χαλβά από την πιατέλα και να τα χάφτη.

— Βρε, θεοκατάρατε, τι κάνεις εκεί; φώναξε με οργή ο μάγερας, και πήρε μια μαγκούρα και την κατάφερε στη ράχη του Χότζα, που τώβαλε αμέσως στα πόδια.

Εκείνο το βράδυ, ο Χότζας φιλοξενήθηκε από τον Καδή της πόλεως, που, απάνω στην κουβέντα, έκανε λόγο και για τον τόπο εκείνον, κ' εξεθείαζε τα καλά του.

— Ναι! είπε ο Χότζας επιβεβαιωτικά. Το είδα!

Είνε πολύ καλός αυτός ο τόπος, αφού και το χαλβά τόνε φιλεύουνε στον άνθρωπο με ξύλο!. . . .

3. ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Ένα πρωί, ο Χότζας κατέβηκε στο παζάρι και παράδωσε τον γάϊδαρό του σ' ένα μεσίτη για να του τον πουλήση.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε ένας αγοραστής, που άνοιξε το στόμα του γαϊδάρου για να καταλάβη από τα δόντια του την ηλικία του, μα, κει που παρατηρούσε, ο γάιδαρος άνοιξε τα σαγόνια του και δάγκασε το χέρι του αγοραστή.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε κι' άλλος αγοραστής, που ψηλάφησε του γαϊδάρου τα πισινά και σήκωσε την ουρά του για να ιδή τα μηριά του αν ήταν παχύς, μα, ο γάιδαρος σήκωσε τα πισινά του πόδια και τούδωσε μια κλωτσά.

Τότε, ο μεσίτης γύρισε στο Χότζα και τούπε:

— Βρε καλέ μου άνθρωπε, πάρε πίσω το γάιδαρό σου και ξεφόρτωνέ με. Γιατί, ποιος αγοράζει ένα τέτοιο ζω, που κ' εκείνον που περνά από μπρος του τον δαγκάνει, κ' εκείνον που περνά από πίσω του τόνε κλωτσά;

Ο Χότζας ξεκαρδίστηκε απ' τα γέλια και του απάντησε:

— Άκουσε, να σου πω την αλήθεια: εγώ δε σ' τον έφερα για να τον πουλήσης, μα, για να δουν οι άνθρωποι απ' τα καμώματά του, τι τραβώ απ' αυτόνε!

4. — Η ΜΟΙΡΑΣΙΑ

Μια μέρα, τρεις άνθρωποι, που πηγαίνανε μαζύ, βρήκανε στο δρόμο ένα σακκί καρύδια, κ' επειδή δε μπορούσαν να συμφωνήσουν στη μοιρασιά, πήγανε στο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα και τούπαν: — Σε παρακαλούμε, Χότζα, καλό νάχης, μοίρασέ μας αυτά τα καρύδια.

— Μετά χαράς σας! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Μα, πρώτα, πέστε μου πώς θέλετε να σας τα μοιράσω; σαν άνθρωπος, ή σα Θεός;

— Δίκαια, σαν το Θεό! τούπαν εκείνοι.

Τότε, ο Χότζας άνοιξε το σακκί, κ' έδωσε καμιά δεκαριά καρύδια στον έναν απ' τους τρεις, καμιά εικοσαριά στο δεύτρο, και όλα τα άλλα τάδωσε στον τρίτο.

Μείναν απορημένοι οι άνθρωποι απ' αυτό, κ' οι δυο αδικημένοι είπαν με μια φωνή:

— Μα, Χότζα μου, δε μοιράζεις καλά!

— Βρε βλάκες, τους απάντησε, δε μούπατε να σας τα μοιράσω σα Θεός; Μάθετε λοιπόν, πως έτσι μοιράζει ο Θεός: σ' άλλους δίνει λίγα, σ' άλλους πολλά. Αν μου λέγατε να σας τα μοιράσω σαν άνθρωπος, θάδινα, βέβαια, σ' όλους σας ίσα.

5. — Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν έτρεφε στο σπίτι του ένα αρνί, για να το σφάξη στην εορτή του Κουρμπάν Μπαϊράμ.

Μερικοί του φίλοι, που το ξέρανε, συνεννοήθηκαν, μια μέρα, να του φτιάξουνε παιγνίδι, και πήγανε και τούπαν:

— Ω Νασρ-εν-Ντιν, τι κάθεσαι και το τρέφεις, και παν οι κόποι σου χαμένοι; Δεν ξέρεις πως αύριο είνε η Συντέλεια των Αιώνων, κι' ο χαλασμός του κόσμου, κατά πως βεβαιώνουν οι αστρολόγοι; Σφάχτο να το φάμε, και να το ευφρανθούμε, τουλάχιστον, στη λίγη ζωή που μας μένει.

Ο Χότζας, στην αρχή, δεν πίστεψε στα λόγια τους, μα, όταν ήρθαν κι' άλλοι, πούσαν κι' αυτοί συνεννοημένοι με τους πρώτους, και τούπαν τα ίδια, έδωσε πια πίστι, και δίχως να χάνη καιρό, έσφαξε τ' αρνί.

Ύστερα, το φορτώθηκε στον ώμο του, και παίρνοντας τους φίλους του, βγήκε μαζύ τους στην εξοχή, όπου διάλεξαν ένα τερπνό μέρος για να ψήσουνε το αρνί και να καθήσουν να γλεντήσουν ως την άλλη μέρα, που θάρριχνε ο Θεός την Αιώνια Φωτιά Του και θα χαλούσε τον Κόσμο, κι' αυτούς μαζύ.

Ενώ ο Νασρ-εν-Ντιν καταγινόταν ν' ανάψη τη φωτιά, και να ετοιμάση όλα τ' απαιτούμενα, οι φίλοι του έβγαλαν τα εξωτερικά τους ρούχα, τα παράδωσαν σ' αυτόν για να τους τα προσέχη, και σκόρπισαν στο λιβάδι για να ρίξουν το λιθάρι, ή να παίξουν άλλα παιγνίδια, ως που να ψηθή τ' αρνί.

Μόλις αυτοί απομακρυθήκανε αρκετά, ο Χότζας πήρε τα ρούχα τους και τάρριχνε ένα ένα στη φωτιά, όπου, σε λίγο, όλα κάηκαν και γενήκαν στάχτη.

Όταν, ύστερα από κάμποση ώρα, οι φίλοι βαρέθηκαν τα παιγνίδια, και γύρισαν να ιδούν αν ψήθηκε το αρνί, γιατί άρχισαν κιόλας να πινούν, είδαν πως έλειπαν τα ρούχα τους, κι' απόρησαν πολύ γι' αυτό.

— Χότζα, τούπαν, πούνε τα ρούχα που σου τ' αφήσαμε να μας τα φυλάξης;

— Αμ, με τι έψησα το αρνί; απάντησε ο Χότζας δείχνοντας τη φωτιά.

— Πώς; Τι; Τάρριξες στη φωτιά και τάκαψες;

— Ναι, ντε!

— Και γιατί;

— Πώς, γιατί; απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Αύριο είνε η Συντέλεια των Αιώνων, και χαλασμός του Κόσμου. Τι τα χρειάζεστε πια; . . .

6. — ΟΠΟΥ ΔΕ ΦΤΕΕΙ Ο ΘΕΟΣ, ΜΑ, ΑΥΤΟΣ

Κάποτε, ο Χότζας, με κάτι οικονομίες που είχε κάνη, αγόρασε ένα μικρό χωράφι, όπου άρχισε να πηγαίνη κάθε πρωί, και να σηκώνη τα μάτια του στον ουρανό, και να λέη:

— Θεέ μου, ρίξε τα μάτια Σου και ιδές: αυτό είνε το χωράφι του πιστού Σου δούλου, που ολοχρονίς Σε προσκυνάει. Σε παρακαλώ, λοιπόν, μην το παραμελήσης, μόνε ρίχτου μπόλικο νερό για να μου καρποφορήση.

Κ' εξακολούθησε να το κάνη αυτό για κάμποσον καιρό. Εννοείται δα ούτε τσάπα πήρε ποτέ του να το σκάψη, ούτε αλέτρι να το οργώση, και να σπείρη, παρά μόνο αφέθηκε στο έλεος και στη βοήθεια του Θεού.

Λοιπόν, μια νύχτα, κει που κοιμόταν, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας άκουσε απάνω στον ύπνο του ταραχή κι' ανεμοζάλη. Σηκώθηκε αμέσως κ' είδε πως είχαν ανοίξη οι καταρράκτες τ' ουρανού, κ' η βροχή έπεφτε με τα τουλούμια.

Πήγε να μουρλαθή από τη χαρά του:

— Μπράβο, έλεγε, μπράβο! Δοξασμένο τ' όνομα του Θεού, που άκουσε τη δέησί μου! Τώρα, το χωράφι μου θα πετάξη στάχυα πιο ψηλά κι' απ' το ανάστημά μου.

Και δεν έβλεπε την ώρα, πότε να ξημερώση, για να πάη να ιδή αυτό το πολύ ευχάριστο θέαμα.

Τέλος, ξημέρωσε, και, χωρίς να χάνη ούτε στιγμή, ανέβηκε στο γάιδαρό του και ξεκίνησε για το χωράφι του. Μα, όταν επλησίασε σ' εκείνο το μέρος, δε γνώρισε ούτε τον τόπο, όπου ήταν το χωράφι του, γιατί όλη γύρω η περιφέρεια είχε πλημμηρίση απ' τη βροχή, και φαινόταν σαν μιαν απέραντη λίμνη.

Τότε, ο Νασρ-εν-Ντιν, βλέποντας αυτήν την κατάστασι του χωραφιού του, ύψωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και είπε με μεγάλη φωνή:

— Δεν φταις εσύ, Θεέ μου! Φταίω εγώ, που φάνηκα τόσο κουτός, να σου δείξω το χωράφι μου!

7. — «ΑΝ ΘΕΛΗ Ο ΘΕΟΣ»

Άλλη μια φορά, πάλι, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κουβεντιάζοντας, μια νύχτα, στο κρεββάτι του, με τη γυναίκα του, της είπε:

— Αύριο, αν βρέξη, θα πάω στο χωράφι, αν δε βρέξη θα πάω στ' αμπέλι.

Τούπε η γυναίκα του:

— Αν θέλη ο Θεός, άνδρα μου!

Απάντησε ο Χόντζας:

— Βρε, θέλει δε θέλει, ο Θεός, εγώ, ή στο ένα θα πάω ή στο άλλο.

Τούπε πάλι η γυναίκα του:

— Χότζα, μην το λες αυτό! Λέγε «αν θέλη ο Θεός!»

Πάλι απάντησε ο Χότζας:

— Βρε, αυτό που σου λέω, γυναίκα! Αύριο, ή στ' αμπέλι θα πάω ή στο χωράφι!

Λοιπόν, εκείνην την νύχτα, έβρεξε, και, το πρωί, ο Χότζας, παίρνοντας ένα καλάθι, ξεκίνησε για τ' αμπέλι.

Τώρα, δεν είχε φθάση ακόμα στο μισό το δρόμο, όταν, για κακή του τύχη, τον αντάμωσαν άνθρωποι σταλμένοι από του Αντιβασιλέα για να εισπράξουν καθυστερημένους φόρους από τους χωρικούς, κ' επειδή πρώτη φορά κατέβαιναν σ' εκείνην την περιφέρεια, αγγάρεψαν του Νασρ-εν-Ντιν για να τους δείξη τους δρόμους.

Έτσι, ο Χότζας, άφησε το δρόμο του αμπελιού, και πήγε μαζύ τους όλην την ήμερα και το βράδυ, γυρίζοντας, τον πρόλαβε η νύχτα, ώστε μόλις τα μεσάνυχτα έφθασε στο σπίτι του, και χτύπησε την πόρτα.

Ρώτησε η γυναίκα του από μέσα:

— Ποιος είνε;

Απάντησε:

— Αν θέλη ο Θεός, εγώ είμαι, γυναίκα!

8. — Ο ΧΟΤΖΑΣ . . . ΞΕΜΑΥΛΙΣΤΗΣ

Μαζύ με τα παιδιά, που πήγαιναν στο σχολείο του Χότζα, μια χρονιά, ήταν κ' ένα αγόρι ελεύθερο, και μια κοπελλούδα σκλάβα, και τ' αγόρι είχε πέση σε τρελλό ερωτικό πάθος για την κόρη.

Λοιπόν, μια μέρα, στο διάλειμμα, ενώ τ' άλλα παιδιά, έπαιζαν στον αυλόγυρο, ο μικρός ερωτευμένος πήρε την πλάκα του κοριτσιού κ' έγραψε απάνω αυτούς τους στίχους:

«Τι θα πης για εκείνον, που τον έλυωσε της αγάπης ο καημός, κ' έχασε το λογικόν του, για σένα; »Τι θα πης για εκείνον, που ο φλογερός του πόνος τον κάνει κρυφά να βαρειαναστενάζη, και δεν αντέχει πια, η καρδιά του, στο βάρος αυτού του μυστικού;»

Όταν η μικρούλα πήρε την πλάκα της, διάβασε τους στίχους που ήσαν γραμμένοι απάνω, τους έννοιωσε και δάκρυσε. Ύστερα, έβγαλε το κοντύλι κ' έγραψε, από κάτω, αυτούς τους στίχους:

«Σα βλέπω έναν εραστή έτσι για μένα να υποφέρη, και να μ' επιθυμή, πως μπορεί η καρδιά μου να μην του αποκριθή; »Ναι, ό,τι θέλεις από μένα έλα πάρτο, καλέ μου κι' ας πάθω ό,τι πάθω.»

Τώρα, συνέβη, στο δεύτερο διάλειμμα, ο Χότζας να μείνη στην τάξι, και, περνώντας πλάι από το θρανίο της μικρής σκλάβας, να πάρη από περιέργεια στα χέρια του την πλάκα της και να διαβάση τους στίχους του αγοριού και την απάντησι της κόρης.

Λοιπόν, τόσο συγκινήθηκε η γέρικη καρδιά του από το αίσθημα των δυο παιδιών, ώστε έβγαλε αμέσως από την τσέπη του ένα κοντύλι κ' έγραψε από κάτω αυτούς τους στίχους απευθυνομένους στην κόρη:

«Παρηγόρησε τον εραστή σου, και μη φοβάσαι τις συνέπειες. Κοίτα πώς τώλυωσε ο καημός, το κακόμοιρο το αγόρι! »Ούτε απ' το δάσκαλό σου, μη φοβάσαι: Δε θα σε μαλώση: γιατί — ε! — κι' αυτός δοκίμασε, μια φορά, τον πόνο της αγάπης.»

Ύστερα, άφησε την πλάκα στη θέσι της και βγήκε από την τάξι.

Μα, μόλις βγήκε, μπήκε μέσα ο αφέντης της σκλάβας, που βλέποντας την πλάκα στο θρανίο της, την πήρε και διάβασε όσα είχαν γράψη το αγόρι, η κόρη κι' ο δάσκαλος· και παίρνοντας κι' αυτός ένα κοντύλι έγραψε από κάτω:

«Άμποτε, ο Θεός να ευλογάη τον έρωτά σας πάντα, και να μου βγουν τα μάτια αν δοκιμάσω να φέρω εμπόδια στην ένωσί σας. »Μα, όσο για το δάσκαλο, μα την ψυχή μου, στη ζήσι μου δεν είδα μεγαλείτερο ξεμαυλιστή απ' αυτόν». (1)

9. — ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

Μια νύχτα, που δεν είχε ύπνο ο Νασρ-εν-Ντιν-Χοτζας τινάχτηκε απάνω, ξαφνικά, και φώναξε στη γυναίκα του, που κοιμόταν:

— Σήκω, σήκω! Άναψε γρήγορα το κερί και φέρε μου χαρτί και καλαμάρι για να γράψω ένα δίστιχο, που μούρθε στο νου, και που θα το θαυμάση η οικουμένη.

Η γυναίκα του άναψε το κερί, του έφερε το καλαμάρι κ' ένα φύλλο χαρτί, κ' εκείνος κάθησε κ' έγραψε δυο γραμμές, βάζοντας όλη του την προσοχή στην ορθογραφία και στην καλλιγραφία.

Όταν τέλειωσε, του είπε η γυναίκα του:

— Άνδρα μου, δε μου διαβάζεις και μένα αυτό το δίστιχο που θα σε δοξάση;

— Μετά χαράς σου! Άκου και θαύμαζε:

«Μέσα σε μια πυκνή και πράσινη φυλλωσιά, »ένας κότσυφας με κόκκινη μύτη».

»Ε; Τι σου λέει; . . .

10. ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα έπλυνε το πουκάμισό του, κι αφού πέρασε τα μανίκια του σε μια βέργα, το κρέμασε στην άκρη του χαγιατιού, και τ' άφησε εκεί τη νύχτα, για να στεγνώση.

Τώρα, τη νύχτα, τούρθε του Χότζα να κάνη το ψιλό του νερό, και σηκώθηκε για ναύγη έξω.

Μα μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε στο φως του φεγγαριού το πουκάμισο που σάλευε από τον αέρα στο χαγιάτι. κι έσκασε η χολή του, γιατί το πήρε πως ήτανε ληστής. Μπήκε αμέσως μέσα, άρπαξε το τόξο του, κι έρριξε ένα βέλος καταπάνω στο φανταστικό επισκέπτη.

Ύστερα, μαντάλωσε καλά την πόρτα, κι έπεσε πάλι να κοιμηθή.

Λένε, μα ποιος ξέρει; πως εκείνην τη νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν, επειδή εμποδίστηκε να πάη στο «μέρος», κατουρήθηκε απάνω του, και πως άκουσε φωνές πολλές γι' αυτό από τη γυναίκα του, που τότε μόνο έπαψε τις γκρίνιες και μέρεψε, όταν της είπε την αφορμή . . .

Το πρωί, μόλις εξύπνησε, ο Χότζας, παίρνοντας τη γυναίκα του, βγήκε έξω για να ιδή τι απόγινε ο άνθρωπος που χτύπησε τη νύχτα.

Μα, είδε πως ήταν το πουκάμισό του, κρεμασμένο στο χαγιάτι, και τρυπημένο, από τη μια μεριά ως στην άλλη, από το βέλος.

Τότε γύρισε με θαυμασμό στη γυναίκα του και της είπε:

— Μωρέ γυναίκα, να δοξάζης, το Θεό, που δεν έτυχε να το φορώ το πουκάμισο, αλληώτικα θάσουν, σήμερα, χήρα, κακομοίρα!

11 — ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Κάποτε, ο Χότζας πήγαινε σε κάποιο χωριό, και στο δρόμο αντάμωσε ένα τσομπάνο που τούπε:

— Πες μου, Χότζα! Αλήθεια είσαι δάσκαλος του Νόμου και της Θρησκείας, όπως λένε, και σοφός;

— Αμ, τι θαρρείς; του απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν

— Άκου, λοιπόν: Έχω από πολύν καιρό μιαν απορία, που ρώτησα πολλούς ως τώρα διαβασμένους, περαστικούς από τούτα τα μέρη, μα, κανείς δεν μπόρεσε να μου το λύση. Αν μπορέσης εσύ, θα σε πω στ' αλήθεια μεγάλον άνθρωπο, και σοφό, που δεν παραβγαίνει μπρος του ούτε ο Σολομώντας.

— Λέγε να την ακούσωμε, τούπε ο Χότζας, κ' εκείνος άρχισε:

— Όταν βγαίνει το νέο φεγγάρι, βγαίνει μικρό και λίγο- λίγο μεγαλώνει ως που γίνεται σαν το τροχό της άμαξας. Ύστερα αρχίζει νέο φεγγάρι. Τι γίνεται το παληό φεγγάρι; Εδώ! . . . Μπορείς να μου πης;

— Ου! Καϋμένε! είπε ο Νασρ-εν-Ντιν. Τόσο πράμμα δεν ξέρεις; Τα παληά φεγγάρια κόβουνται σε ψιλές-ψιλές φέτες και γίνονται αστραπές. Δε βλέπεις κάθε φορά που βροντά, πως λάμπουν σα σπαθιά;

— Μπράβο! Μπράβο! Χότζα μου! . . . Να σε φιλήσω! . . . φώναξε ο τσομπάνος μ' ενθουσιασμό. Είσαι, στ' αλήθεια, σοφός άνθρωπος . . . Ναι! Έτσι είνε . . . Κ' εγώ αυτή τη γνώμη είχα! (2)

12. — ΤΟ ΚΑΖΑΝΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ

Μια φορά, ο Νάσρ-Ντιν-Χότζας δανείστηκε από το γείτονά του ένα καζάνι, για να βράση, όπως έλεγε, μούστο.

Ύστερα από μερικές ημέρες, γύρισε στο γείτονα το καζάνι, μαζύ μ' ένα μικρόν τέντζερε.

Ρώτησε ο γείτονας:

— Τι είνε αυτός ο τέντζερες, Χότζα;

Αποκρίθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν:

— Τόνε γέννησε το καζάνι σου, τις μέρες που τώχα στα χέρια μου.

Ο γείτονας δέχτηκε με χαρά τον τέντζερε, ευχαρίστησε τον Νάσρ- εν-Ντιν, θερμά και του ζήτησε συμπάθειο για την ενόχλησί που τούδωσε το καζάνι του με τον τοκετό του.

Ύστερα, από κανένα μήνα, ο Νασρ-εν-Ντιν δανείστηκε πάλι από το γείτονά του το καζάνι, μα, τούτη τη φορά, δεν του το επέστρεψε πια.

Ο γείτονας βλέποντας πως περνούσε ο καιρός κι' ο Χόντζας δεν τούφερνε πίσω το καζάνι, πήγε, μόνος του, στο σπίτι του μια μέρα, και το ζήτησε. Ο Χότζας του αποκρίθηκε:

— Ζωή σε λόγου σου! Το καζάνι σου πέθανε!

— Πώς; αναφώνησε ο γείτονας. Πεθαίνει ποτέ το καζάνι;

— Μπα! είπε ο Χότζας. Πως γεννάει, το πιστεύεις, πως πεθαίνει, δεν το πιστεύεις;

— Εγώ δεν τ ακούω αυτά, απάντησε ο γείτονας, αγριεμένος. Να πάμε στον Καδή να μας κρίνη.

— Και στον Καδή, και στο Σουλτάνο, ακόμα, αν θέλης πάμε. Σήκω!

Πήγαν, λοιπόν, στο δικαστήριο, κι' όταν ήρθε η σειρά τους ο Χότζας μίλησε πρώτος κ' είπε στον Καδή:

— Καδή μου, κάθε πράμμα που γεννά, δεν πεθαίνει;

— Βέβαια, είπε ο Καδής.

— Λοιπόν, εξακολούθησε ο Νασρ-εν-Ντιν, όταν γέννησε το καζάνι του ανθρώπου από δω, αυτός δέχτηκε με χαρά και το καζάνι και το μικρό του. Τώρα, το καζάνι του πέθανε και δεν το πιστεύει. Σε παρακαλώ, κρίνε μας!

Ο Καδής, μην μπορώντας ν' αναιρέση την προηγούμενη απόφασί του, ότι κάθε πράμμα που γεννά, πεθαίνει, έδωσε δίκηο στο Νασρ- εν-Ντιν-Χότζα κ' έστειλε το γείτονά του να χαίρεται τον τέντζερέ του.

13. — Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ . . . «ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Μια μέρα, δυο απατεώνες είδαν το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα να γυρίζη από τ' αμπέλι του, σέρνοντας πίσω του το γάιδαρό του από το καπίστρι. Κ' είπε ο ένας στον άλλον:

— Έρχεσαι να του τον πάρουμε;

— Με τι τρόπο;

— Μη σε νοιάζη! Έλα μαζύ μου και θα δης!

Λοιπόν σηκώθηκε, πλησίασε σιγά σιγά το γάιδαρο, τούβγαλε το καπίστρι, παράδωσε το ζω στο σύντροφό του, πέρασε το καπίστρι στο δικό του το λαιμό κ' εξακολούθησε να περιπατή πίσω από το Χότζα.

Πέρασε το καπίστρι
Πέρασε το καπίστρι

Μα, όταν είδε πως ο σύντροφός του ήταν πια αρκετά μακρυά, και δε φαινόταν, στάθηκε στη μέση του δρόμου, και δεν το κουνούσε.

Ο Χότζας, αναμμένος από το θυμό, γύρισε πίσω για να ιδή «τι διάβολος μπήκε, πάλι» στο πεισματάρικο το ζω του, και δεν προχωρούσε, μα, έμεινε με το φράσι ατέλειωτη στο στόμα του, βλέποντας πως αντί γάιδαρο, έσερνε πίσω του έναν άνθρωπο καπιστρωμένο.

— Ποιος είσαι συ; του φώναξε.

— Αχ! Χότζα μου! αποκρίθηκε ο λωποδύτης. Η ιστορία, η δική μου, είνε καταπληκτική, και θλιβερή συνάμα, κι' αν θέλης άκουσέ την: Έχω μια γρηά μάννα, καλή και θεοφοβούμενη. Λοιπόν, μια μέρα, πήγα σπίτι σκνίπα στο μεθήσι, κ' εκείνη, η κακομοίρα, με μάλωσε, όπως κάνει κάθε μάννα καλή που βλέπει το παιδί της να παραστρατή. Όμως, εμένα δεν μου άρεσαν τα λόγια της, και, παίρνοντας μια μαγκούρα, της έσπασα τα πλευρά της. Τότε, με καταράστηκε, κι' αμέσως ο Θεός με μεταμόρφωσε σε γάιδαρο, και μ' έρριξε στα χέρια σου όπου έμεινα ως τούτη το στιγμή. Λοιπόν, τώρα, που γυρίζαμε απ' τ' αμπέλι, δεν ξέρω πώς μούρθε, ξαφνικά, στο νου μου η μάννα μου, κ' η καρδιά μου σφίχτηκε απ' τη λύπη και τη λαχτάρησε. Είπα μέσα μου: «Θεέ μου! Κάνε το θαύμα να γίνω πάλι άνθρωπος σαν πρώτα, και ποτέ πια δε θα την πικράνω.» Και, ξαφνικά, βλέπω πως πήρα πάλι την πρώτη μου μορφή. Ο Θεός, μεγάλη Του η χάρι, άκουσε τη δέησί μου!

Ο Χότζας ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκραξε.

— Μεγάλος είσαι Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!

Ύστερα, γυρίζοντας στο λωποδύτη τούπε:

— Άει, παιδί μου, στη μαννούλα σου και πρόσεχε, άλλη φορά, μην τη δυσαρεστής. Και συμπάθα με κ' εμένα για το παίδεμα που σούκανα και για το ξύλο που έφαγε από μένα η ράχη σου. Βλέπεις, δεν τώξερα.

Γύρισε στο σπίτι, ζαλισμένος από τη λύπη κι' από τη στενοχώρια, σαν νάχε πιή κρασί. Βλέποντάς τον έτσι η γυναίκα του, τούπε:

— Τι έπαθες, άνδρα μου; Και πού είνε ο γάιδαρος;

Απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν:

— Ξέρεις τι ήταν αυτός ο γάιδαρος; Άκου και θαύμαζε!

Και της αφηγήθηκε την ιστορία του λωποδύτη.

— Πω! Πω! Άνδρα μου, αναφώνησε εκείνη. Τι αμαρτία κάναμε να χρησιμοποιήσουμε έναν άνθρωπο για γάιδαρο! Τώρα, θα μας παιδέψη ο Θεός στην Κόλασι γι' αυτό!

Κ' έταξε να κάνη ελεημοσύνες στους φτωχούς, και εννενήντα εννιά μετάνοιες για να τους συγχωρήση ο Θεός.

Τώρα, επειδή ο Νασρ-εν-Ντιν είχε ανάγκη από ένα γάιδαρο, κατέβηκε στο παζάρι για ν' αγοράση έναν. Και κει που τριγυρνούσε βλέπει ένα ντελάλη να κρατά για πούλημα τον ίδιο το γάιδαρό του.

Τρέχει μονομιάς, και ζυγώνοντας το στόμα του στο αφτί του ζώου τούπε:

— Ου! Να χαθής, να χαθής! Θα πήγες πάλι κ' έγεινες σκνίπα στο μεθήσι, και βάρεσες τη δύστυχη τη μάννα σου. Έλα, λοιπόν, πίσω στο σταύλο μου, γιατί συ δε γίνεσαι άνθρωπος! (3)

Κι' αφού απόδειξε πως ήταν δικός του, τον πήρε πίσω, πάλι.

14. — ΤΑ ΠΑΣΟΥΜΑΚΙΑ

Μια φορά, τούτυχε του Χότζα ανάγκη να πάη σε μιαν άλλη πόλι, όπου κάτι υποθέσεις τόνε κράτησαν κάμποσον καιρό.

Πριν φύγη, είχε ρωτήση τη γυναίκα του τι ήθελε να της φέρη για πεσκέσι στο γυρισμό του, κ' εκείνη τον είχε παρακαλέση να της αγοράση ένα ζευγάρι χρυσοκέντητα πασουμάκια, που λέγανε πως έφτιαχναν στην πολιτεία εκείνη, ωραία και γερά.

Ο Χότζας με προθυμία της το υποσχέθηκε, μα, ενώ βρισκόταν ακόμα στην ξένη πόλι, πληροφορήθηκε πως στην απουσία του η γυναίκα του είχε πιάση πολλούς ερωμένους. Και σαν ήρθε, τέλος, ο καιρός για να γυρίση, της αγόρασε ένα ζευγάρι πρόστυχες παντόφλες από χαρτόνι, αντίς, όπως επιθυμούσε εκείνη, χρυσοκέντητα πασουμάκια.

— Βρε άνδρα, δεν ντράπηκες τα μούτρα σου να μου φέρης τέτοιες πρόστυχες παντόφλες, που δε θα βαστήξουν ούτε μια ημέρα; ξεφώνησε με θυμό η γυναίκα του σαν τις είδε.

Κι' ο Χότζας:

— Σώπα γυναίκα, γιατί με τη δουλειά που άρχισες τώρα, δέκα χρόνια θα τις έχης αυτές τις παντόφλες και δεν θα σου καταλυούνται . . .

15. — «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΣΕ . . .»

Μια φορά, ο Χότζας απεφάσισε, για λόγους οικονομίας, να συνηθίση το γάιδαρό του να μην τρώη, κ' έπαψε να του δίνη φαΐ.

Φυσικά το δυστυχισμένο ζώο ψόφησε ύστερα από λίγες μέρες από ασιτία.

Κι' ο Χότζας, βλέποντας σωριασμένο χάμου το κουφάρι, ανεφώνησε με απογοήτευσι και αγανάκτησι:

— Να πάρη ο διάολος να πάρη! Τώρα που έμαθε μια χαρά να μην τρώη, τώρα βρέθηκε να μου ψοφήση, το τρισκατάρατο!

16. — ΚΑΥΓΑΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είδε στο ύπνο του, πως κάποιος φίλος του τού χάριζε εννιά φλουριά, κι' αυτός καυγάτζιζε μαζύ του, απαιτώντας να του τα κάνη δέκα.

Ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια του, και βλέποντας πως δεν είχε τίποτα στα χέρια του, τάκλεισε πάλι, αμέσως, κι' απλώνοντας το χέρι του, φώναζε;

— Έλα, άει στο διάολο! Δος τα, κι' ας είν' κ' εννέα!

17. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΙΟΥ

Όταν ο Νασρ-εν-Ντιν ήταν νέος, πήγε, μια Παρασκευή, στη γυναίκα του ένα ψάρι ζωντανό, κι' αφού τη διέταξε να το μαγερέψη και να τώχη έτοιμο, όταν θα γύριζε από το Τζαμί, μετά τη Μεγάλη Προσευχή, έφυγε και πήγε στις δουλειές του.

Τώρα, η γυναίκα του εκείνη ήταν τρελλή κ' ελαφρόμυαλη, και τάπαιζε μ' όλους τους νέους της γειτονιάς, και για τούτο, ο Χότζας την έδιωξε, αργότερα, όταν την κατάλαβε, και πήρε άλλη.

Λοιπόν, εκείνην την ημέρα, ενώ ο άνδρας της ήταν ακόμα στο Τζαμί, ήρθε ένας της φίλος και την προσκάλεσε σ' ένα γάμο που θα γινόταν στο σπίτι του.

Εκείνη δέχτηκε με χαρά, και ρίχνοντας το ψάρι μέσα σ' ένα κιούπι με νερό, έφυγε μαζύ του κ' έλειψε μιαν αλάκαιρη βδομάδα, ως την ακόλουθη Παρασκευή (4) , ενώ ο Χότζας την εζητούσε από σπίτι σε σπίτι, χωρίς κανείς να μπορέση να του δώση πληροφορίες πού ήταν.

Ήταν, λοιπόν, έξω φρενών εναντίον της, κι' όταν την είδε, (την επόμενη παρασκευή) νάρχεται, ώρμησε απάνω της, την περιέλουσε με τα πιο βρωμερά επίθετα και χύμηξε ναν τη χτυπήση με μια μαγκούρα.

Μα, εκείνη τούφερε το ψάρι ζωντανό από το κιούπι, κι' αφού τώβαλε μπροστά του έμπηξε τέτοιες αγριοφωνάρες, ώστε μαζώχτηκαν όλοι οι γειτόνοι να ιδούνε τι συμβαίνει.

Τότε, τραβώντας τα μαλλιά της και ξεσχίζοντας τα μάγουλά της με τα νύχια της, τους είπε τα παράπονά της, κι' ανάφερε με τι τρόπο της φέρθηκε ο άνδρας της, «ο κακούργος, που βάλθηκε να την πεθάνη».

Είπε κι' αυτός τα παράπονά του, μα, κανείς δεν ήθελε να τον πιστέψη, γιατί όλοι πήγανε με το μέρος της γυναίκας, κι' όλοι, με μια φωνή, είπαν:

— Δεν μπορεί νάνε έτσι όπως το λες, γιατί, πώς μπορούσε το ψάρι να μείνη ζωντανό όλον αυτόν τον καιρό;

Και γέλασαν μαζύ του, και τόνε κορόιδεψαν, και τον έβγαλαν πως ήτανε τρελλός.

Λένε πως ποτέ από τότε ο Χότζας δεν έβαλε στο σπίτι του ψάρι, κι' όταν μια φορά, ένας φίλος του τόνε ρώτησε το γιατί, του απάντησε.

— Άκουσε, φίλε μου: μια φορά, πήγα ένα ψάρι σπίτι μου και μ' έβγαλαν τρελλό, τη δεύτερη φορά, ασφαλώς θα με δέσουν.

18. — Η ΣΥΝΤΑΓΗ

Μια μέρα, ο Εμίρης του τόπου, βγαίνοντας σε περίπατο στην εξοχή, με το γραμματικό του, αντάμωσε στο γυρισμό του το Νασρ-εν-Ντιν, που πήγαινε με το γάιδαρό του στ' αμπέλι, και θέλοντας να γελάση λιγάκι, είπε του γραμματικού του να τόνε ρωτήση από πού ερχόταν. Λοιπόν, ο γραμματικός τόνε ρώτησε.

— Πούθε έρχεσαι, Νασρ-εν-Ντιν;

— Από τη Βασσόρα! απάντησε εκείνος.

— Και πού πας, με το καλό;

— Στη Βαγδάτη.

— Και τι πας να κάνης εκεί;

— Πάω να ζητήσω γιατρικό για τα μάτια μου, αποκρίθηκε ο Χότζας.

Ο Εμίρης έσκυψε στ' αφτί του γραμματικού του και τούπε:

— Πες του κι' άλλες σαχλαμάρες να γελάσωμε!

— Πασσά μου, είπε ο γραμματικός, αυτός είνε βρωμόγλωσσα και φοβούμαι πως δε θα μπορέσωμε να τα βγάλωμε πέρα, μαζύ του.

— Βρε, κάνε αυτό που σου λέω! διέταξε ο Εμίρης, κι' ο γραμματικός άρχισε:

— Αν σου πω, εγώ, ένα γιατρικό, τι θα μου δώσης γι' αμοιβή;

Είπε ο Χότζας:

— Βρε, κάνε συ το καλό, και κάτι θα βρω να σου δώσω γι' αμοιβή, Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει μιαν ευεργεσία.

— Λοιπόν, δάνεισέ μου τ' αφτιά σου, κι' άκου μια συνταγή που δεν την έχω δώση ακόμα ούτε στο παιδί μου.

— Λέγε, ακούω, είπε ο Νασρ-εν-Ντιν, κι' ο γραμματικός άρχισε:

— Πάρε τρεις ουγγίες δροσερό αεράκι, (προτίμησε το Μπάτη), τρεις ουγγίες ακτίνες του ήλιου, άλλες τόσες ακτίνες του φεγγαριού, κι' άλλο τόσο φως της λάμπας. Ανακάτεψέ τα όλα αυτά καλά κι' άφησε τα τρεις μήνες στον αέρα. Ύστερα βάλε τα σ' ένα γουδί δίχως πάτο και τρίφτα καλά ως που να γίνουν σκόνη. Βάλε τη σκόνη σ' ένα τρυπητό, κι' άφησέ τη στον αέρα άλλους τρεις μήνες. Ύστερα, βάζε απ' αυτό το γιατρικό στα μάτια σου, τρία δράμια κάθε βράδυ όταν κοιμάσαι, και, με τη βοήθεια του Νασρ-εν, θα βρης τη γιατρειά σου.

Τώρα, όταν ο Χότζας άκουσε αυτά, έγειρε μπρος όλο το κορμί του, καθώς καθόταν απάνω στο γάιδαρό του, κι' άφησε να του φύγη μια βροντερή πορδή (5) , και τούπε:

— Αυτό για πληρωμή της συνταγής σου. Κι' όταν την ακολουθήσω και βρω, όπως λες, τη γιατρειά μου, θα πάω, μα το Θεό, να σου αγοράσω μια σκλάβα, που θα σε υπηρετήση με τέτοιον τρόπο ώστε να σε στείλη μια ώρα αρχήτερα στον άλλο κόσμο. Κι' όταν ο Θεός σε ρίξη στα καζάνια της Κολάσεως, αυτή θ' αλείψη τη μούρη σου με τριάντα δράμια κόπρο από τη θλίψι της, και τριάντα δράμια κάτουρο από τα κλάματά της και θα πη: «Ω σκατόγερε, πέθανες; Στο διάολο και πάρα πέρα!»

Ακούοντας αυτά ο Εμίρης, έσκασε από τα γέλια και παίρνοντας το γραμματικό του έφυγε βιαστικά απ' εκεί, από φόβο μην τον αρχίση κι' αυτόνε ο Χότζας.

19. — «ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ!»

Κάποτε, ο Χότζας κατέβηκε στον κήπο του και ξαπλώθηκε κάτω από μια καρυδιά. Και βλέποντας, κει που καθόταν, τις κολοκυθιές και τις πεπονιές, που ήσαν πιο πέρα, φορτωμένες από θεώρατες κολοκύθες και πεπόνια, μπήκε σε σκέψεις για του τρόπο που δημιούργησε ο Θεός του κόσμο.

«Περίεργο πράγμα, αλήθεια,» έλεγε. «Αυτός ο Θεός δεν ήξερε τι έκανε. Έδωσε σε τόσο λιγνά χαμόδενδρα τόσο θεώρατους καρπούς, και σ' ένα δένδρο τόσο μεγάλο σαν αυτήν την καρυδιά, τόσο μικρούλικους καρπούς, ενώ — αν πας με τη λογική — το σωστό ήταν να κάνη το αντίθετο.»

Μα, ενώ συλλογιζόταν έτσι κι' απορούσε μέσα του φύσηξε αέρας δυνατός κ' ένα καρύδι έπεσε από την καρυδιά και τόνε χτύπησε στο κούτελο με τέτοια ορμή που του προξένησε δυνατόν πόνο.

Τότε τινάχτηκε απάνω, και ξεφώνησε με θαυμασμό.

— Μπρε, ήξερε τι έκανε ο Θεός! Δεν τώχα σκεφθή καλά. Γιατί για σκέψου αν το καρύδι που έπεσε και με χτύπησε, ήταν μεγάλο και βαρύ σαν ένα πεπόνι ή σα μια κολοκύθα, τι θα γενόμουν! Θα μούκανε λυώμα το κεφάλι μου και θα πήγαινα άψαλτος.

20. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΚΑΔΗΣ

Την εποχή που ο Χότζας εκτελούσε χρέη Καδή, παρουσιάστηκαν, σ' αυτόν, μια μέρα, δυο άνθρωποι για να τους δικάση.

— Ποια είνε η διαφορά σας; τους ρώτησε.

Είπε ο πρώτος:

— Αυτός ο άνθρωπος μου δάγκασε τ' αφτί.

— Δεν του το δάγκασα εγώ, Καδή μου, μόνος του το δάγκασε.

Ο Νασρ-εν-Ντιν αφού σκέφθηκε λιγάκι τους είπε:

— Καλά, πηγαίνετε, κ' ελάτε σε λίγο ν' ακούσετε την απόφασί μου.

Όταν έφυγαν αυτοί, ο Χότζας μπήκε μέσα στον οντά του, κι' αφού έκλεισε την πόρτα, προσπάθησε να δαγκάση τ' αφτί του. Παιδεύτηκε ώρα πολλή, ως που ζαλίστηκε κ' έπεσε χάμου κ' έσπασε το κεφάλι του.

Ακούοντας τον κρότο η γυναίκα του, έτρεξε τρομαγμένη, και τόνε ρώτησε απ' έξω:

— Τι έπαθες, Χότζα μου;

— Τίποτα, γυναίκα! Μια δοκιμή, μια δοκιμή! . . . της είπε από μέσα ο Νασρ-εν-Ντιν, ενώ έπλενε την πληγή του κ' έδενε το κεφάλι του μ' ένα μαντήλι.

Κ' έτσι με δεμένο κεφάλι γύρισε στο δικαστήριο και κάθησε στην έδρα του.

Σε λίγο μπήκαν μέσα οι δύο αντίδικοι. Μόλις τους είδε ο Χότζας, έγνεψε στον έναν, (σ' εκείνον που είχε δαγκομένο το αφτί) και τούπε:

— Βρε παιδί, πρόσεχε, μη δαγκάνης, άλλη φορά, τ' αφτί σου, μην πέσης καμμιά ώρα, και σπάσης το κεφάλι σου, σαν κ' εμένα . . . Κοίτα! . . .

21. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Την εποχή, που ο Χότζας ήταν δάσκαλος, κι' ανύπαντρος ακόμα, ένας πολύ στενός κι' αγαπητός του φίλος, περνώντας, μια μέρα, έξω απ' το σχολείο του, τώδε κλειστό, κ' είπε μέσα του: «Κάποιος πέθανε, σήμερα, του Χότζα. Είνε χρέος μου να πάω να τον συλλυπηθώ και να τον παρηγορήσω».

Πήγε, και τόνε βρήκε μονάχο, κλεισμένο στον οντά του, καθισμένο σταυροπόδι απάνω στον καναπέ, με το σαρίκι του βγαλμένο απ' το κεφάλι, και το μέτωπό του δεμένο με το μαντήλι του πένθους, κι' όλην την ώρα να κλαίη και να χτυπιέται και να μην παύη μηδέ στιγμή το θρήνος και το μοιρολόι.

Άμα τον είδε σ' αυτήν την κατάστασι ο φίλος του, ράγισε η καρδιά του, και τούπε:

— Ζωή σε λόγου σου Χότζα! Μα, δεν πρέπει να κάνης έτσι, καϋμένε! Ε! Απ' το Θεό ήτανε! Μη δα όλοι μας δε θα πάμε απ' αυτόν το δρόμο; Υπομονή! Τι θα κάνης με το κλάμα; Μπορείς να τον ξαναφέρης πίσω; . . . Μα, πες μου, αλήθεια, ποιος σου πέθανε;

— Αχ! φίλε μου, μου πέθανε το πιο ακριβό κι' αγαπημένο πλάσμα που είχα στον κόσμο.

— Ποιος; Ο πατέρας σου;

— Όχι!

— Η μητέρα σου;

— Όχι!

— Ο αδελφός σου;

— Όχι!

— Κανένας συγγενής σου;

— Όχι!

— Τότε, ποιος;

— Η αγαπημένη μου!

— Ου! Καϋμένε! Θλιβερό, δε σου λέω, μα, υπάρχουν τόσες άλλες στον κόσμο, και πιο ωραίες!. . .

— Δεν την είδα ποτέ μου, για τούτο δε μπορώ να κρίνω αν υπάρχουν άλλες ωραιότερες απ' αυτήν στον κόσμο!

Σ' αυτά τα λόγια, απόρησε πολύ ο φίλος του και τόνε ρώτησε:

— Και πώς την αγάπησες, αφού ποτέ σου δεν την είδες;

Απάντησε ο Χότζας:

— Άκουσε: Προχθές το πρωί καθόμουν στο παράθυρό μου, όταν, ξαφνικά, άκουσα έναν άνθρωπο, που περνούσε από το δρόμο, να τραγουδάη αυτό το τραγουδάκι.

«Ω Αμίνα, γλυκειά κι' ωραία Αμίνα! »Οι χάρες σου με σκλάβωσαν, »και τα νάζια σου μου κομμάτιασαν »την καρδιά μου. Ω Αμίνα, αγγελοκάμωτη Αμίνα! Δος μου πίσω την καρδιά μου, Κι' ας είν' κομματιασμένη . . .»

»Άμα άκουσα αυτόν του άνθρωπο να λέη αυτά τα λόγια, καθώς περνούσε από το δρόμο, είπα μέσα μου: «Βέβαια, αν η Αμίνα δεν ήτανε γυναίκα που να μην υπάρχη όμοια της στον κόσμο, οι ποιητές δε θα την εξυμνούσαν με ωδές και τραγούδια. Για τούτο την αγάπησα τρελλά. Μα, δυο μέρες κατόπι, δηλαδή σήμερα το πρωί, ο ίδιος άνθρωπος πέρασε πάλι από κάτω, τραγουδώντας ένα λυπητερό τραγούδι που τέλειωνε μ' αυτούς τους στίχους:

«Πάνε, πάνε: η Αμίνα κι' ο γάιδαρός της, «έφυγαν, και δεν ξαναγυρίζουν πια . . .»

»Κατάλαβα, τότε, πως πέθανε η Αμίνα, η αγαπημένη μου Αμίνα, και για τούτο κλαίω και θρηνώ για το χαμό της. Αχ! Πού θα ξαναβρώ μια τέτοια Αμίνα;

22. — ΤΟ ΖΩΔΙΟ ΤΟΥ

Κάποιος, μια μέρα, ρώτησε το Χότζα:

— Σε ποιο ζώδιο γεννήθηκες;

— Στο ζώδιο του Τράγου, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν.

— Μα, δεν υπάρχει κανένα ζώδιο νάχη αυτό το όνομα! παρατήρησε ο φίλος του.

— Όταν ήμουνα μικρό παιδί, η μητέρα μου μούλεγε πως γεννήθηκα στο ζώδιο του Αιγόκερου.

— Έτσι, λέγε, λοιπόν! Γιατί Αιγόκερος θα πη κατσικάκι, όχι τράγος.

— Βρε ηλίθιε, απάντησε ο Χότζας, από τότε πέρασαν καμμιά εξηνταριά χρόνια: το παιδί γένηκε γέρος με άσπρα γένια, και το κατσικάκι δε γένηκε τράγος;

23. — Η ΠΩΛΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΛΑΔΑΣ

Μια μέρα, ο Χότζας κατέβασε στο παζάρι τη γελάδα του, και την τριγυρνούσε πέρα δώθε, μα, κανείς δε βρισκόταν να την αγοράση.

Έξαφνα, ένας ντελάλης τον πλησιάζει και του λέει:

-Από το πρωί, και δεν μπόρεσες ακόμα να πουλήσης τη γελάδα σου; Δος μου την σε μένα και θα δης πως θα στην πουλήσω άψε σβύσε!

-Πάρ' την! είπε ο Χότζας.

Ο ντελάλης πήρε τη γελάδα, κι' άρχισε να την τριγυρνά μέσα στο παζάρι διαλαλώντας τα χαρίσματά της, λέγοντας.

-Ποιος παίρνει αυτήν τη γελάδα; Είνε έξη μηνών έγκυος, και πρωτάρα τεσσάρων χρονών.

Κ' έτσι, δεν άργησε να βρη αγοραστή.

24. — ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΒΓΑΝΕΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΑΤΟ

Ένα πρωί, ο Νασρ-εν-Ντιν βγήκε λίγο έξω από την πόλι, για ν' αναπνεύση αέρα, όταν είδε από μακρυά μερικούς καβαλλάρηδες νάρχουνται προς το μέρος του.

Του πέρασε ιδέα πως ήσαν λησταί και κακούργοι κ' ήθελαν να του πάρουν τη ζωή, κι' απ' το φόβο του έτρεξε μέσα σ' ένα νεκροταφείο που ήταν εκεί κοντά, κι' αφού έβγαλε βιαστικά όλα τα ρούχα του, χώθηκε και ξαπλώθηκε γυμνός μέσα σ' έναν τάφο.

Μα, οι καβαλλάρηδες τον είχαν πάρη νόγα, και πλησιάζοντας τούπαν:

-Βρε άνθρωπε, γιατί είσαι πλαγιασμένος εδώ μέσα;

Ο Νασρ-εν-Ντιν, μη θέλοντας να φανερώση τους φόβους του, απάντησε:

-Είμαι από τους πεθαμένους που αναπαύουνται σε τούτο το νεκροταφείο, και, σήμερα την αυγή, βγήκα απ' του τάφο μου για να κάνω ένα μικρόν περίπατο με τη δροσιά!

25. — «ΝΑ ΠΑΩ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ;»

Μια νύχτα, κει που κοιμόταν ο Χότζας μαζύ με τη γυναίκα του, έξαφνα, αυτή του λέει απάνω στον ύπνο της:

— Άιντε πιο πέρα, καϋμένε!

Ο Νασρ-εν-Ντιν σηκώνεται αμέσως, ντύνεται, βγαίνει έξω, και τραβάει κατά την εξοχή.

Δεν έπαψε να οδοιπορή όλην την νύκτα, και την άλλη μέρα ως το μεσημέρι, όταν αντάμωσε ένα γνωστό του.

— Στην πόλι κατεβαίνεις; του είπε.

— Ναι, Χότζα μου, έχεις καμιά παραγγελία να μου δώσης;

— Ναι, θα σε παρακαλέσω να περάσης από το σπίτι μου και να ρωτήσης τη γυναίκα μου: «Να πάω ακόμα πιο πέρα, ή φτάνει πια ως εδώ;>

26. — ΤΟ ΚΟΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΦΑΛΟΥ

Όταν, μια φορά, η γυναίκα του Χότζα έκανε αγόρι, η μαμή κ' οι άλλες γυναίκες φώναξαν τον πατέρα του νεογέννητου και τούπαν:

— Έλα, Χότζα, κόψε συ ο ίδιος τον αφαλό του γιού σου, γιατί το χέρι σου είνε γούρικο.

Ο Χότζας πήρε στο χέρι του το άντερο του αφαλού του μωρού, κι' αντί να το κόψη εκεί που έπρεπε, με το ψαλίδι, το τράβηξε δυνατά και τώβγαλε όλο από τη ρίζα, αφήνοντας μια τρύπα απάνω στην κοιλιά του παιδιού.

— Τι κάνεις; φώναξαν οι γυναίκες, τρομαγμένες.

— Δεν πειράζει, είπε. Έχει τόσες τρύπες αλλού, ας έχη κ' εκεί μια.

27. — Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, σαν προνοητικός άνθρωπος που ήταν, πήρε, μια φθινοπωρινή μέρα, το τσικούρι του και κατέβηκε να κόψη ξύλα για το χειμώνα.

Ανέβηκε σ' ένα δένδρο κι' άρχισε να κόβη ακριβώς του κλάδο όπου καθόταν.

Άρχισε να κόβη
Άρχισε να κόβη

Κάποιος φίλος του, περνώντας από κάτω, τον είδε και του φώναξε:

— Μωρέ Χότζα, τι κάνεις εκεί; Θα πέσης!

Ο Χότζας γύρισε μόνο και τούρριξε μια ματιά χωρίς να καταδεχτή να του απαντήση κ' εξακολούθησε τη δουλειά του.

Μα, σε λίγο, φυσικά, το κλαδί κόπηκε κι' ο Νασρ-εν-Ντιν κουτρουβαλιάστηκε χάμου.

Ο Χότζας θαύμασε την προορατικότητα του φίλου του, και τρέχοντας πίσω του τού φώναξε:

— Φίλε μου! Ε! Φίλε μου! Συ που ήξερες πως θα πέσω, βέβαια θα ξέρης και πότε θα πεθάνω. Δε μου το λες;

Εκείνος, για να του ξεφορτωθή του είπε:

— Την ημέρα που θα κατεβάζης φορτωμένο το γάιδαρό σου απ' το βουνό, και θα τον ακούσης να κλάση δυο φορές, τότε θα πεθάνης. Στην πρώτη πορδή, η ψυχή σου θανεβή στα χείλη σου, στη δεύτερη θα πετάξη στους ουρανούς.

Λοιπόν, ύστερα από μερικές ημέρες, ο Νασρ-εν-Ντιν συνέβη να κατεβαίνη με το γάιδαρό του φορτωμένο από το βουνό, όταν, ξαφνικά, το ζώο πόρδισε δυο φορές.

Ο Χότζας θυμήθηκε αμέσως την προφητεία του φίλου, κι' αφήνοντας το γάιδαρό του, ξαπλώθηκε χάμου, λέγοντας:

— Πάει, πέθανα πια!

Ύστερα από κάμποση ώρα, μερικοί άνθρωποι περνώντας από κει και βλέποντάς τον σ' εκείνην τη θέσι, του νόμισαν πεθαμένο, και κάνοντας ένα πρόχειρο φορείο, τον ξάπλωσαν απάνω για να του μεταφέρουν στο σπίτι του.

Μα, φθάνοντας σ' ένα μέρος όπου ο δρόμος ήταν αδιάβατος από τις πολλές λάσπες, στάθηκαν και ρωτούσαν ο ένας του άλλον από πού θα τον περνούσαν τώρα.

Έξαφνα, ο Χότζας έχασε την υπομονή του και σηκώνοντας το κεφάλι τους φώναξε:

— Βρε, τι μαλώνετε έτσι; Εγώ από δω περνούσα, όταν ήμουν ζωντανός.

28. — ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ

Μια φορά, ο Χότζας βαρέθηκε να επιμελήται το γαϊδούρι, κάθε μέρα, μοναχός του, κ' εδήλωσε καθαρά στη γυναίκα του ότι έπρεπε ν' αρχίση κι' αυτή να το περιποιείται.

— Αυτό δε θα το φας! του απάντησε η γυναίκα του.

Μια τέτοια άρνησι δεν μπορούσε παρά να ερεθίση φοβερά του ευερέθιστο Χότζα, που άρχισε να στολίζη το τρυφερό του ταίρι με τα πιο κομψά επίθετα. Μα, κι' αυτή, που δεν ήταν από κείνες που άφηνε να της πατούν την κάπα, δεν του άφησε αναπάντητο.

Ο καυγάς ανάμεσα στ' ανδρόγυνο βάσταξε έτσι κάμποση ώρα, μα, στα πολλά, σώπασαν κ' οι δυο τους, κι' αποφάσισαν να κάνουνε μια συμφωνία, όποιος από τους δυο μιλούσε πρώτος, εκείνος ν' αναλάβαινε την περιποίησι του γαϊδάρου.

Τότε, ο ένας τραβήχτηκε στη μια γωνιά, κι' ο άλλος στην άλλη, και ώρες πολλές βάλανε πείσμα να μην προφέρουν λέξι. Μα, η γυναίκα του Χότζα, σα γυναίκα που ήταν, βαρέθηκε πια ν' αφήνη έτσι άπρακτη τη γλώσσα της, και βάζοντας την μαντήλα της κατέβηκε και πήγε σ' ένα γειτονικό σπίτι, όπου έμενε ως το βράδυ. Εκεί ανάφερε όσα συνέβηκαν με τον άνδρα της, κ' εξέφρασε το φόβο της ότι θάχανε αυτή το στοίχημα, γιατί ήξερε πως ο Χότζας ήταν πεισματάρης και πως θα προτιμούσε να πεθάνη καλλίτερα παρά να βγάλη λέξι από το στόμα του.

Οι γυναίκες βάλθηκαν τότε να βοηθήσουν την γειτόνισσά τους, και για μια πρώτη δοκιμή, έστειλαν μ' ένα παιδί στο Χότζα ένα πιάτο ζεστή σούπα, για να ιδούν τι θα κάνη.

Στο αναμεταξύ, όμως, όταν η γυναίκα του Νασρ-εν-Ντιν απουσίαζε, μπήκαν κλέφτες στο σπίτι κι' άρχισαν να μαζεύουν ό,τι βρίσκανε. Σε λίγο μπήκαν και στον οντά, του Χότζα, και του είδαν που καθόταν στη γωνιά, ακίνητος. Στην αρχή φοβήθηκαν, κ' ήθελαν να το βάλουν στα πόδια, μα, βλέποντας το Χότζα να μένη ατάραχος και να μη βγάζη μιλιά, νόμισαν πως κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια, κι' άφοβα άρχισαν να μαζεύουν κι' απ' εκεί όσα πράγματα μπορούσαν να σηκώσουν. Και τέτοιο θάρρος πήραν από τη σιωπή του Χότζα, ώστε του αφαίρεσαν και τη σκούφια που φορούσε, κ' ύστερα φύγανε.

Σε λίγο, έφτασε το παιδί με το πιάτο τη σούπα, που τούστελναν οι γειτόνισσες. Απόρησε βλέποντας το σπίτι σχεδόν γυμνό από τα έπιπλα, και το Χότζα καθισμένο στο γωνιά, δίχως σκούφια στο κεφάλι, κι' αμίλητο κι' ακίνητο σαν νάταν πετρωμένος.

Του είπε:

— Χότζα, σου έφερα ένα πιάτο σούπα.

Ο Χότζας του σφύριζε με το στόμα και κάνοντας με το χέρι του δυο τρεις κύκλους στον αέρα τούδειξε το κεφάλι του. Το παιδί νόμισε πως τού' λεγε να του κενώση τη σούπα στην κεφαλή, και, χωρίς να περιμένη άλλο λόγο, αναποδογύρισε επάνω του το πιάτο, και τα ζεματιστά ζουμιά του περιλούσανε από την κορφή ως κάτω, και στάζανε από τα γένια του και τα μουστάκια του μπρος, κι' από τα μαλλιά του πίσω.

Μα, με όλο το ζεμάτισμα που αισθάνθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, πάλι δεν έβγαλε μιλιά. Απορημένο το παιδί, γύρισε στο γειτονικό σπίτι και αφηγήθηκε όλα όσα συνέβηκαν.

Τότε η γυναίκα του Χότζα ανησύχησε στα σοβαρά, κ' έτρεξε στο σπίτι της, όπου, βλέποντας του άντρα της σ' εκείνην την κατάστασι, του φώναξε:

— Χότζα μου, τι χάλια είνε αυτά;

— Α! Βρωμερό θηλυκό! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Απεφάσισες τέλος πάντων να μιλήσης; Πήγαινε τώρα να ταγίσης το γάιδαρο, και πάρε σημείωσι για άλλη φορά πως αυτά τ' αποτελέσματα έχει το πείσμα.

29. — ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μια μέρα, κάποιος έδωσε στο Χότζα ένα πουκάμισο για να πάη να το πουλήση στο παζάρι. Ο Χότζας το πήρε και κατέβηκε στην αγορά, όπου, κει που χάζευε μέσα στο πλήθος, κάποιος επιτήδειος λωποδύτης του τώκλεψε δίχως να το καταλάβη.

Τώρα, το πουκάμισο εκείνο ήταν κλεμμένο, κι' ο Χότζας τώξερε, για τούτο όταν εγύρισε, κ' εκείνος που του τώχε δώση τόνε ρώτησε: «Πόσο το πούλησες;» του απάντησε:

— Μωρέ, τι κεσάτια είχε σήμερα στο παζάρι; Θα το πιστέψης; Το πουκάμισό σου μόλις μπόρεσα και το πούλησα στην αξία του, δηλαδή όσο τώχες αγοράση . . .

30. — Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ (6)

Μια καλοκεριάτικη νύχτα, ο Χότζας κει που κοιμόταν με τη γυναίκα του στο στενό χαγιάτι τους, την άκουσε έξαφνα να καλή απάνω στον ύπνο της, τον πρώτο της άνδρα, που τον έλεγαν Αγκίμπ, και να τον ευχαριστή με λόγια τρυφερά για τα χάδια που φαίνεται της έκανε στ' όνειρό της.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε να το ανεχθή ο αξιοπρεπής Νασρ-εν- Ντιν, που έξω φρενών απ' το θυμό, της έδωσε μια κλωτσά και την έρριξε κάτω απ' το χαγιάτι.

Ευτυχώς η γυναίκα έπεσε στα μαλακά, κάτω στο κήπο, και δεν έπαθε τίποτα, μα, τόσο ωργίσθηκε με τον άνδρα της που της τώκανε αυτό, ώστε απεφάσισε να τον χωρίση. Έτρεξε, λοιπόν, αμέσως στο σπίτι των γονιών της και τους έκανε τα παράπονά της, και το πρωί, όλοι μαζύ, πήγαν στον Καδή, για να του ζητήσουν το διαζύγιο.

Ο Καδής, σαν άνθρωπος δίκαιος που ήταν, θέλησε ν' ακούση και την απολογία του Νασρ-εν-Ντιν, για τούτο έστειλε και τον εφώναξε.

— Αλήθεια, Χότζα, τούπε όταν εκείνος ήρθε, έρριξες την γυναίκα σου κάτω απ' το χαγιάτι, την περασμένη νύχτα;

— Ναι Καδή μου!

— Και γιατί;

— Άκου να δης! απάντησε ο Χότζας. Κοιμόμαστε στο χαγιάτι μας, που είνε τόσο στενό, ώστε μόλις μπορούν να χωρέσουν δυο άνθρωποι, όταν η γυναίκα μου ωνειρεύτηκε τον πρώτο της άνδρα· του μιλούσε κ' εκείνος τη χάιδευε. Ψέματα, γυναίκα;

— Δεν μπορώ να τ' αρνηθώ, είπε εκείνη χαμηλώνοντας τα μάτια της από ντροπή.

— Ήταν, λοιπόν, φανερό, ότι ο Αγκίμπ, βρισκόταν ξαπλωμένος ανάμεσά μας. Μα, αμέσως σκέφθηκα πως το δυστυχισμένο το παιδί έπιανε πολύ λίγη θέσι απάνω στην ψάθα μας, και βέβαια θα στενοχωριόταν υπερβολικά. Αυτό δεν μπορούσα εγώ να τ' ανεχθώ, αν ήθελα να μείνω πιστός στους τύπους της φιλοξενίας. Για τούτο έσπρωξα το γυναίκα μου και την έστειλα στον κήπο, όπου μπορούσε, τέλος πάντων, σαν άνθρωπος του σπιτιού, να περάση μια νύχτα, χάριν του μουσαφίρη. Σε βεβαιώ, λυπήθηκα που βρέθηκα σ' αυτήν την ανάγκη, αλλά, τουλάχιστον, ησύχασα τη συνείδησί μου, ότι ο καλότυχος Αγκίμπ μπόρεσε να κοιμηθή αναπαυτικά, μια νύχτα, στο φτωχικό μου, που είχε την καλωσύνη να το τιμήση με την επίσκεψί του.

31. — ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ

Η Ναζίμα (γιατί αυτό ήταν τόνομα της γυναίκας του Χότζα — της πρώτης, που τούχε κάνη τόσα πολλά, ώστε με τον καιρό τη βαρέθηκε πια, και την παράτησε) σκύλιασε που ο Καδής (στο προηγούμενο επεισόδιο) έδωσε δίκηο στον άνδρα της, κι' απεφάσισε να εκδικηθή.

Περίμενε, λοιπόν, μια κατάλληλη ευκαιρία, που της παρουσιάστηκε μια νύκτα, όταν ο Χότζας της έκανε κάποια παρατήρησι — δίκαιη, όπως ήσαν πάντα οι παρατηρήσεις του Χότζα. Εκείνη επίτηδες του απάντησε με αυθάδεια, κι' ο καυγάς άναψε. Απάνω στον καυγά η Ναζίμα έδωσε μια κλωτσιά στο Χότζα και τόνε γκρέμισε κάτω από τις σκάλες.

Οι γειτόνοι άκουσαν το θόρυβο, και το πρωί ρώτησαν το Νασρ-εν- Ντιν, τι του συνέβη τη νύχτα.

— Ω! Όχι τίποτα σπουδαίο, απάντησε ο Χότζας. Νά! Μάλωσα με τη γυναίκα μου, κ' εκείνη απάνω στα νεύρα της, η ευλογημένη, έδωσε μια κλωτσιά στο καφτάνι μου και τώρριξε κάτω από τις σκάλες.

— Και μπορεί από το καφτάνι να γίνη τόσος θόρυβος; ρώτησαν οι γειτόνοι με δυσπιστία.

— Ουφ, αδερφέ, τσιμπούρι μου γίνατε, απάντησε ο Χότζας με δυσφορία. Δεν καταλαβαίνετε μαθές πως ήμουν κ' εγώ μέσα στο καφτάνι;

32. — Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΔΙΟΥ

Μια μέρα, στο χωράφι του Χότζα μπήκε ένα βόιδι.

Ο Χότζας πήρε μια μαγκούρα για να το χτυπήση, μα, εκείνο μόλις τον είδε να πλησιάζη τώβαλε στα πόδια και χάθηκε.

Ύστερα από μερικές μέρες, ο Χότζας είδε το Βαλή να περνάη έξω από το σπίτι του, σ' ένα αμάξι, όπου ήταν ζεμένο ένα βόιδι.

Ο Χότζας ώρμησε απάνω στο βόιδι, κι' άρχισε να το βαρά με μια μαγκούρα.

— Στάσου, μωρέ Χότζα! Τρελλάθηκες; Τι σούκανε το βόιδι; του φώναξε ο Βαλής.

Απάντησε ο Χότζας:

— Βαλή μου, σε παρακαλώ, μην ανακατεύεσαι στα νταραβέρια μου με το βόιδι. Εκείνο που τις τρώει, ξέρει τι μου έκανε!

33. — ΑΡΧΑΙΑ ΒΟΔΙΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, έκανε ένα σχέδιο· να μεγαλώσή το στάβλο του, και παίρνοντας την τσάπα άρχισε να γκρεμίζη τον ένα τοίχο, όταν βρέθηκε ξαφνικά στο γειτονικό στάβλο, όπου είδε κάμποσα βόδια μέσα.

Τρελλός απ' τη χαρά, ανέβηκε στη γυναίκα του και της είπε:

— Γυναίκα, γυναίκα, τα συχαρίκια μου! Ανακάλυψα ένα στάβλο, γεμάτο από βόδια που έχουν μείνη ζωντανά από τους αρχαίους χρόνους.

34. — Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Κάποτε, ο Χότζας κατέβαζε στο παζάρι το γάιδαρό του για να τον πουλήση. Στο δρόμο, ο γάιδαρος γλύστρησε κ' έπεσε χάμου, όπου λερώθηκε η ουρά του με λάσπες.

— Ω! Τζαναμπέτικο ζώο, αναφώνησε ο Χότζας. Και την ώρα που θέλω να σε πουλήσω, εννοείς να με παιδέψης;

Και βγάζοντας ένα μαχαίρι, έκοψε την ουρά του γαϊδάρου, για να μην κάνη κακή φιγούρα (σκέφθηκε) στους αγοραστές και δεν τον πάρουν.

Όταν έφθασε στο παζάρι, τούπαν μερικοί:

— Μπρε, Χότζα, στο Θεό σου! Γάιδαρο χωρίς ουρά έφερες να μας πουλήσης; Τι να τον κάνωμε;

— Βρε, συμφωνήστε σεις, κ' η ουρά δεν είνε μακρυά, αποκρίθηκε ο Χότζας.

35. — ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Τον καιρό που ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, παλληκάρι ακόμα, ήταν σκουπιδιάρης και καντηλανάφτης σ' ένα Τζαμί, και δεν ήξερε ακόμα ούτε να διαβάζη, ούτε να γράφη, και κέρδιζε το ψωμί του κοροϊδεύοντας τον κόσμο, τούρθε ξαφνικά η ιδέα ν' ανοίξη ένα σχολειό για να μάθη γράμματα στα παιδιά του τόπου. Προμηθεύτηκε, λοιπόν, κάμποσες πλάκες, τετράδια και χαρτί του γραψίματος και τα κρέμασε ψηλά στους τοίχους του σπιτιού του, που το μετάτρεψε σε σχολειό. Ύστερα μεγάλωσε το σαρίκι του και κάθησε στην πόρτα, κι' όταν ο κόσμος περνούσε απ' έξω κ' έβλεπε το θεώρατο σαρίκι του και τις πλάκες και τα τετράδια, έλεγε με θαυμασμό:

— Μωρέ, τούτος είνε πολύ διαβασμένος και σοφός δάσκαλος!

Κι' όλοι τούστειλαν τα παιδιά τους για να τα μάθη γράμματα. Κι' αυτός έλεγε στον ένα μαθητή «γράψε!» και στον άλλον «διάβασε!» κ' έτσι οι μικροί μαθαίνανε τα γράμματα ο ένας απ' του άλλον.

Τώρα, μια μέρα, κει που καθόταν, όπως συνήθιζε τακτικά, στην πόρτα του σχολειού του, ο Χότζας είδε από μακρυά νάρχεται μια γυναίκα μ' ένα πράγμα στο χέρι, κ' είπε με το νου του:

— Αυτή η γυναίκα, δίχως άλλο έρχεται σε μένα για να της διαβάσω το γράμμα που κρατά. Τώρα, πώς να κάνω που δεν ξέρω ούτε ανάγνωσι, ούτε γραφή; Πρέπει να το σκάσω με τρόπο.

Και σηκώθηκε για να τραβήξη απ' τον άλλο δρόμο. Μα, ως που να στρίψη τη γωνιά, η γυναίκα τον πρόφθασε και τούπε:

— Πού πας, Νασρ-εν-Ντιν εφέντη;

— Πάω να κάνω τη μεσημεριάτική μου προσευχή, και θα γυρίσω.

— Μα, ακόμα αργεί το μεσημέρι: κάτσε μια στιγμή και διάβασέ μου αυτό το γράμμα.

Ο Νασρ-εν-Ντιν πήρε στα χέρια του το γράμμα, το γύρισε ανάποδα, και άρχισε να κάνη τάχα πως διαβάζει με προσοχή. Και πότε κουνούσε το κεφάλι του, πότε έκανε τα φρείδια του να χοροπηδούν, πότε έδινε στο πρόσωπό του έκφρασι θυμού ή στενοχωρίας.

Τώρα, το γράμμα αυτό ερχόταν από του άνδρα της γυναίκας, που έλειπε σε μιαν άλλη πολιτεία, κι' όταν η φτωχειά είδε το Χότζα να κάνη αυτές τις κινήσεις, είπε μέσα της. Δίχως άλλο ο άνδρας μου πέθανε, κι' ο διαβασμένος αυτός Δάσκαλος του Νόμου και της Θρησκείας δε θέλει να μου το πη απότομα». Του είπε, λοιπόν:

— Ω κύριέ μου, αν είνε πεθαμένος, πες μου το!

Ο Νασρ-εν-Ντιν κούνησε απλώς το κεφάλι του κ' έμεινε σιωπηλός. Του είπε η γυναίκα:

— Πές μου, κύριέ μου, να χάσω κάθε ελπίδα;

— Χάσ' την!

— Να φορέσω μαύρα;

— Φόρεσ' τα!

Λοιπόν, πήρε το γράμμα από τα χέρια του, κ' έτρεξε στο σπίτι της, όπου κάθησε κι' άρχισε να κλαίη με κοπετούς τον άνδρα της. Ένας γείτονας άκουσε τα κλάματά της και ρώτησε την αιτία. Του είπαν:

— Έλαβε ένα γράμμα και της λέει πως πέθανε ο άνδρας της.

— Αυτό είνε ψέμμα, είπε ο γείτονας. Γιατί εγώ ακόμα χθες έλαβα γράμμα από τον άνδρα της, και μου λέει πως είνε καλά, και πως μετά δέκα μέρες θάνε εδώ.

Και δίχως να χάνη καιρό, πήγε στη γειτόνισσά του και της είπε:

— Πού είνε το γράμμα που σούρθε;

Η γυναίκα σηκώθηκε και του τώδωσε, κ' εκείνος το άνοιξε και το διάβασε.

— Μα, γειτόνισσά μου, είπε, καλά τώλεγα εγώ. Ποιος ήταν αυτός ο κακοήθης που σούπαιξε αυτό το παιγνίδι; Άκου τι γράφει το γράμμα: «Αφού ερωτήσω για την ποθητή μου υγεία σου, σε πληροφορώ ότι κ' εγώ είμαι καλά, δόξα στον Πανάγαθο Θεό! Και να μη στενοχωρείσαι, γυναίκα, γιατί σε δέκα μέρες θα γυρίσω κ' ετοιμάσου να με δεχθής. Στο αναμεταξύ, σου στέλνω ένα πάπλωμα και ένα μπακιρένιο μαγγάλι, από τούτον του τόπο».

Το λοιπόν, η γυναίκα κατέβηκε και πήγε στον Νασρ-εν-Ντιν και τούπε με παράπονο και μ' επίπληξι.

— Γιατί μούκανες αυτό το πράγμα, Νασρ-εν-Ντιν εφέντη; Ταιριάζει σ' έναν άνθρωπο διαβασμένο σαν κ' εσένα να γελά τις φτωχές γυναίκες;

Και του επανέλαβε ό,τι της είχε πη ο γείτονάς της, ότι ο άνδρας της ήτανε καλά και της έστελνε κ' ένα πάπλωμα κ' ένα μαγγάλι.

— Έχεις δίκαιο, καλή μου γυναίκα, απάντησε ο Χότζας. Συχώρεσέ με. Γιατί, εκείνην τη στιγμή, ήμουν αφηρημένος, ήταν και τα μάτια μου θαμπωμένα από του ήλιο, και, βλέποντας το μαγγάλι τυλιγμένο μες στο πάπλωμα, το πήρα πως ήταν ο άνδρας σου νεκρός και τον είχαν κιόλας σαβανώση.

— Ε! Αφού είνε έτσι, συχωρεμένος νάσαι! απάντησε η γυναίκα, που σαν αγράμματη που ήταν, δε στάθηκε ικανή να μυριστή την κατεργαριά.

36. — Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ

Ο Χότζας, είχε μια φορά, άρρωστο στο σπίτι του. Πολλοί γνωστοί ήρθαν να ρωτήσουν τι κάνει.

Ο Χότζας απάντησε:

— Το πρωί, δόξα τω Θεώ, ήτανε καλά, τώρα πεθαίνει.

37. — ΑΛΕΥΡΙ ΣΤΟ ΣΧΟΙΝΙ

Μια μέρα, ένας γείτονας ήρθε και ζήτησε απ' το Χότζα το σχοινί του για ν' απλώση ρούχα.

Ο Χότζας μπήκε μια στιγμή μέσα κ' ύστερα από λίγο γύρισε κ' είπε:

— Καϋμένε δεν μπορώ να σ' το δώσω, γιατί έχουν, σήμερα, απλώση αλεύρι στο σχοινί.

— Απλώνουν ποτέ αλεύρι στο σχοινί, Χότζα; ρώτησε ο γείτονας με απορία;

— Ε! Λοιπόν, δεν το καταλαβαίνεις πως δεν έχω διάθεσι να σ' το δώσω; είπε ο Χότζας.

38. — Η ΒΡΥΣΗ

Μια μέρα, ο Χότζας παραμέρισε πίσω από μια βρύσι για να κατουρήση, κ' έμεινε εκεί ένα ολάκαιρο μερόνυχτο, γιατί ακούοντας την βρύση να τρέχη, νόμιζε πως δεν είχε τελειώση το κάτουρό του.

Το δειλινό της άλλης ημέρας, η γυναίκα του πααίνοντας στη βρύση για να γεμίση τη στάμνα της, τον είδε ακόμα σ' εκείνη τη θέσι.

— Βρε άνδρα, του φώναζε, τι χασομεράς εδώ πέρα, δεν έρχεσαι πια σπίτι;

— Άφησέ με, μωρή γυναίκα, στο Θεό σου! Ακόμα δεν τέλειωσε το κάτουρό μου, πώς θέλεις να σηκωθώ; απάντησε ο Χότζας.

39. — ΤΟ ΣΚΟΡΔΟ

Μια μέρα ο Χότζας φύτευε σκόρδα στον κήπο του,

Κάποιος φίλος του που περνούσε απ' έξω, τον είδε, κάθε γούλα που έχωνε στη γη, να τήνε φτύνη πρώτα και να μουρμουρίζη κάτι μες στα δόντια του.

Απόρησε και τόνε ρώτησε:

— Γιατί τα φτύνεις, Χότζα, και τι τους λες;

— Απ' ό,τι τους λέω, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν, θα καταλάβης γιατί τα φτύνω. Τους λέω: «Αυτό είνε όλο το πότισμα που έχω να σας κάνω, και βάλτε το στο νου σας. Άλλο νερό να μην περιμένετε από μένα!»

Αυτό είναι όλο το πότισμα
Αυτό είναι όλο το πότισμα

40. — ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΑ

Μια φορά, μερικοί μάγκες, που κάθουνταν κάτω από ένα δένδρο, βλέποντας το Χότζα να περνά, συμφώνησαν να τόνε καταφέρουν ν' αναβή στο δένδρο και να του κλέψουν τα παπούτσα.

Λοιπόν, μόλις είδαν το Χότζα να πλησιάζη άρχιζαν να συζητούν ζωηρά και να λένε πως κανείς άνθρωπος στον κόσμο δεν ήταν ικανός ν' ανεβή σ' εκείνο το δένδρο.

— Τι βλακείες λέτε, βρε ζωντόβολα, τους φώναξε ο Χότζας, που είχε σταθή και άκουε τη φιλονεικία τους. Θέλετε ν' ανεβώ εγώ, να σας αποδείξω το εναντίο;

— Αν είσαι άξιος!

Τότε ο Χότζας ανασήκωσε τις άκρες του καφτανιού του, τις στερέωσε στο ζουνάρι του, έβγαλε τα παπούτσα του και τάβαλε στον κόρφο του, κι' άρχισε να σκαρφαλώση στο δένδρο.

— Παίρνεις και τα παπούτσα σου μαζύ; Τι θα τα κάνης; του φώναξαν οι μάγκες.

— Ε! Ποιος ξέρει; απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Μπορεί απ' εκεί να βρω κανένα δρόμο για να πάω ίσα στο σπίτι μου, και θέλω να τάχω μαζύ μου.

41. — ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΕΠΟΧΗ

Λένε για το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα πως, την εποχή που ήταν στη Χαμάντ της Συρίας, του πέθανε ξαφνικά η γυναίκα που είχε τότε, κ' ύστερα από κάμποσον καιρό, οι φίλοι του βλέποντας πως μαραινόταν μονάχος στην ερημιά του, αποφάσισαν να τον παντρέψουν πάλι.

Του τώπαν κ' εκείνος εδέχτηκε, και του βρήκαν αμέσως τη νύφη.

Κι' όταν ετοιμάστηκαν όλα, μαζώχτηκαν οι φίλοι, κ' οι γνωστοί, κ' οι γειτόνοι στο σπίτι του και κάθησαν και φάγανε κ' ήπιαν και γλέντησαν με βιολιά και λαγούτα.

Όλα πήγαιναν καλά, με χαρά κ' ευθυμία, ως τη στιγμή που πήρανε το Χότζα για να τον οδηγήσουν στην κάμαρα της νύφης, και να φύγουν αφού του ευχηθούνε καλή κ' ευχάριστη νύχτα.

Εκεί, ακριβώς έξω από την πόρτα, από τη συγκίνησι, ως φαίνεται, είτε από δειλία, είτε απ' το πολύ φαΐ και πιοτό που είχε γεμίση το στομάχι του, τούφυγε του δύστυχου του Χότζα μια πορδή μεγάλη και τρομερή.

Οι προσκαλεσμένοι, φυσικά, από λεπτότητα, κάνανε κάθε τρόπο για να δείξουν πως δεν άκουσαν, μα, ο Νασρ-εν-Ντιν έγεινε κόκκινος σαν παπαρούνα απ' την ντροπή του, και πήρε τέτοια ταραχή, ώστε προφασίστηκε πως ήθελε να πάη για μια του ανάγκη, και, βγαίνοντας έξω στην αυλή, ανέβηκε στο μουλάρι ενός συμπεθέρου κ' έφυγε βιαστικά από την πόλι.

Ύστερα από πολλών ημερών ταξίδι, έφθασε σε μιαν άλλη πόλι μακρυνή, όπου κ' εγκατεστάθηκε.

Κάθησε εκεί κάμποσα χρόνια κάνοντας το δάσκαλο και τον ιεροκήρυκα στο Τζαμί, ως που τούρθε επιθυμία να γυρίση πάλι στο σπίτι του.

Ανέβηκε, λοιπόν, το μουλάρι και ξεκίνησε, μα, όταν έφθασε έξω από την πόλι της Χαμάντ, είπε μέσα του:

— Ίσως να το θυμούνται ακόμα. Για τούτο ας μην πάμε αμέσως, αλλά ας προσπαθήσωμε πρώτα ν' ακούσωμε τι λένε οι άνθρωποι. Ο Θεός να δώση, Χότζα, να τώχουν λησμονήση.

Έτσι εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες τριγυρνούσε αγνώριστος στους δρόμους, μην κάνοντας τίποτ' άλλο παρά ν' αφουγκράζεται τις ομιλίες των ανθρώπων.

Και συνέβη, την εβδόμη νύχτα, να σταθή έξω από την πόρτα μιας καλύβας, όπου άκουσε τη φωνή μιας κόρης από μέσα να λέη:

— Μάννα μου, πες μου τη μέρα που γεννήθηκα, γιατί μια γύφτισα μου υποσχέθηκε σήμερα να μου ρίξη τα χαρτιά και να ιδή αν θάχω καλή τύχη.

Κ' η μητέρα απάντησε:

— Κόρη μου, γεννήθηκες τη βραδειά που έκλασε ο Χότζας.

Μόλις τ' άκουσε αυτό, ο Νασρ-εν-Ντιν σηκώθηκε βιαστικά και τώβαλε στα πόδια, λέγοντας μέσα του:

— Μωρέ, τούτοι δω κάνανε την πορδή μου παροιμία! Πάμε να φύγωμε από δω: ετούτος ο τόπος δεν είνε πια για μας!

Και ποτέ πια δεν πάτησε σ' αυτήν την πόλι.

42. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΠΑΡΑΘΕΤΕΙ ΔΕΙΠΝΟΝ

Ένα βραδυνό, ο Νασρ-εν — Ντιν, γυρίζοντας στο σπίτι του, αντάμωσε στο δρόμο πέντε έξη μαθητές του, που τους καλησπέρισε και τους είπε:

— Ελάτε απόψε να σας κάνω το δείπνο. Ό,τι βρεθή, βρε παιδιά!

Οι μαθητές δέχτηκαν μ' ευχαριστίες την πρόσκλησι κι' ακολούθησαν το Χότζα στο σπίτι του.

Όταν φθάσανε, ο Χότζας μπήκε στο χαρέμι κ' είπε της γυναίκας του:

— Γυναίκα, έχω απόψε μουσαφιρέους στο σπίτι. Δος μου μια σουπιέρα με σούπα, να φάμε.

— Μου έστειλες τίποτα να μαγερέψω, και μου λες να σου δώσω μια σουπιέρα με σούπα; απάντησε η γυναίκα.

— Τουλάχιστον, δόσε μου ξερή τη σουπιέρα, και τα καταφέρνω εγώ, είπε Χότζας.

Και παίρνοτας τη σουπιέρα, γύρισε στον οντά του, όπου ήσαν οι προσκαλεσμένοι του και την έβαλε μπρος τους, λέγοντάς τους:

— Ορίστε, κύριοι, φάτε κ' ευφρανθήτε, μια φορά που ήρθατε στ' αρχοντικό μου.

Οι μαθητές γύρισαν και κοίταξαν ο ένας τον άλλον με έκπληξι.

Τότε ο Νασρ-εν-Ντιν τους είπε:

— Καταλαβαίνω την έκπληξί σας: μα, να συμπαθάτε. Αν είχα βούτυρο και ρίζι, τα μάτια μου να βγουν αν δε σας έφερνα τη σουπιέρα γεμάτη με σούπα. Άλλωςτε εγώ σας προειδοποίησα: «Ό,τι βρεθή!». Βρέθηκε η σουπιέρα! . . .

43. — Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Κάποτε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας κατέβασε στην αγορά το γάιδαρό του, για να τον πουλήση, και τον παρέδωσε στον ντελάλη.

Αυτός ανέβηκε σε μια καρέκλα, κι' άρχισε να εκθειάζη τα προτερήματα του γαϊδάρου, λέγοντας πως ήταν ακόμα μικρός στην ηλικία, ήμερος, γερός, γρήγορος, οικονομικός, γιατί δεν ήταν σα μερικά άλλα αφιλότιμα γαϊδούρια που τρώνε έναν περίδρομο και αφανίζουν τους αφεντάδες τους στα έξοδα, κτλ. κτλ.

Όλα αυτά τα εγκώμια κ' οι έπαινοι του γαϊδάρου τράβηξαν γύρω του αρκετούς αγοραστές που άρχισαν να τσακώνουνται ποιος να τον πάρη και ν' ανεβάζουν ολοένα την προσφορά τους.

Βλέποντας κι' ακούοντας όλην αυτήν τη σκηνή ο Νασρ-εν-Ντιν πίστεψε στ' αλήθεια πως το ζώο του είχε όλα αυτά τα προτερήματα, και μη θέλοντας να τα αφήση να πέση σ' άλλα χέρια, άρχισε κι' αυτός να πλειοδοτή, ως που, τέλος, ο γάιδαρος «κατεκυρώθη επ' ονόματί του».

Παίρνοντάς τον τότε με πρόσωπο ιλαρό και θριαβευτικό, σαν νάχε αγοράση κάτι κελεπούρι, γύρισε μ' αυτόν στο σπίτι του όπου ανάφερε όλα τα καθέκαστα στη γυναίκα του.

Τώρα κ' η γυναίκα του, εκείνην την ημέρα, είχε κάνη ένα κατόρθωμα που δεν μπορούσε να μη το αναφέρη στον άνδρα της με θρίαμβο και με καμάρι. Είχε γελάση έναν πλανόδιο ζαχαροπλάστη, παίρνοντας με τέσσερα γρόσα παστοκύδωνο τριπλάσιας τουλάχιστον αξίας, και πώς; — βάζοντας κρυφά και χωρίς να την πάρη μυρωδιά ο ζαχαροπλάστης, στο τάσι της ζυγαριάς που είχε τα δράμια, τα χρυσά της βραχιόλια που φυσικά δε γύρεψε να πάρη πίσω για να μη αποκαλυφθή η απάτη.

Ακούοντας αυτά ο Χότζας, αναφώνησε:

— Μπράβο, γυναίκα! Εγώ απ' έξω από το σπίτι και συ από μέσα, θα κυβερνήσωμε θαυμάσια το νοικοκυριό μας!

44. — ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΥΡΑΣΗ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ

Μια μέρα, ένας γνωστός του Χότζα τόνε συνάντησε στο δρόμο που γύριζε από το περιβόλι του, ανεβασμένος στο γάιδαρό του και μ' ένα μεγάλο δισάκι γεμάτο φρούτα και ζαρζαβατικά, στον ώμο του.

— Σε καλό σου, Χότζα! του είπε. Σηκώνεις εσύ όλο αυτό το βάρος; Γιατί δεν το κρεμνάς στο γάιδαρό σου;

— Ε! Δε θέλω, το κακόμοιρο το ζω, να το κουράσω περισσότερο. Φθάνει που σηκώνει το βάρος το δικό μου.

45. — ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΦΤΕΡΑ ΟΙ ΓΚΑΜΗΛΕΣ

Μια Παρασκευή, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας κηρύσσοντας το Λόγο του Νασρ-εν, σ' ένα Τζαμί, είπε:

— Ω Πιστοί, δοξάσετε το Θεό, τον Πάνσοφο Δημιουργό, που δεν έκανε τις γκαμήλες με φτερά, αλληώτικα θα κατέβαιναν στους κήπους σας και θα σας τσάκιζαν τα δένδρα, και στις στέγες των σπιτιών σας και θα τις γκρέμιζαν απάνω στα κεφάλια σας.

46. — ΤΟ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΟ

Κάποιος πλούσιος, μια φορά, προσκάλεσε το Χότζα σε τραπέζι.

Μετά το φαγητό, περάσανε στη σάλα, όπου οι δούλοι, επειδή έκανε πολλή ζέστη εκείνην την ημέρα, τους έφεραν από έναν κεσσέ «χουστάφ» (7) . Μα, στο σπιτονοικοκύρη δόσανε ένα μεγάλο κουτάλι, ενώ στο Χότζα ένα μικρό κουταλάκι, του γλυκού.

Ο σπιτονοικοκύρης βυθίζοντας στο σερμπέτι το κουτάλι του, έτρωγε χορταστικά, και σε κάθε κουταλιά έβγαζε μέσα από τα δροσισμένα σπλάχνα του ένα βαθύ, ηδονικό «Ωχ!»

Ο Χότζας βύθιζε κι' αυτός το μικρό του κουτάλι, μα, δεν έπαιρνε αρκετό από το «χουστάφ» ώστε να ευφρανθή η καρδιά του: μόνο που έβρεχε τη γλώσσα του, λιγάκι.

Βλέποντας, λοιπόν, πως θα πήγαινε έτσι χαμένο το δροσιστικό του, δίχως να τ' απολαύση, γύρισε κ' είπε στο σπιτονοικοκύρη:

— Κύριέ μου, παρακαλώ δος μου μια στιγμή το κουτάλι σου, για να πω, τουλάχιστον, μια φορά κ' εγώ ένα «ωχ!».

47. — ΤΟ ΝΕΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ταξιδεύοντας μπήκε σε μια πολιτεία, όπου είδε πολύν κόσμο συναγμένο να χαιρετά το Νέο Φεγγάρι, γιατί η εμφάνισί του ανάγγειλε στους Πιστούς πως άρχιζε το Ραμαζάνι.

Στάθηκε και τους είπε:

— Τι είνε αυτά με σας μωρέ; Στον τόπο μου οι άνθρωποι βλέπουν το φεγγάρι μεγάλο σαν μυλόπετρα και κανείς δεν το θαυμάζει, κ' εδώ κάθεστε και χαζεύετε μπρος σ' ένα τόσο μικρό φεγγαράκι; Δεν πάτε να κοιτάξετε τις δουλειές σας, κακομοίριδες!

48. — ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΟΥ

Μια φορά, ο Χότζας αρρώστησε βαρειά, και νομίζοντας πως θα πεθάνη έστειλε και φώναζε τις μοιρολογίστρες και τους είπε:

— Όταν θα κλείσω τα μάτια μου και θα με πηγαίνετε στον τάφο, να κλαίτε και να λέτε αυτό το μοιρολόι:

«Αχ! Τον κακομοίρη το Χότζα, πού δεν τόνε χόρταινε η γυναίκα του!. .»

49. — Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΔΗ

Μια μέρα, ο Χότζας έχασε το γάιδαρό του κ' έψαχνε να του εύρη. Κει που πήγαινε, αντάμωσε κάποιον, και τόνε ρώτησε αν τον είδε.

Εκείνος του απάντησε:

— Έγεινε Καδής στο τάδε μέρος.

— Βρε, του πεζεβέγκη! αναφώνησε όλος έκπληξι ο Νασρ-εν- Ντιν Χότζας. Για τούτο, όταν εγώ έδινα μαθήματα στο γραμματικό μου, εκείνος τέντωνε τ' αφτιά του κι' άκουε!

50. — ΠΕΡΙ ΣΥΖΥΓΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Κάποτε ο Χότζας κ' η γυναίκα του συμφώνησαν να εκτελούν τα συζυγικά τους καθήκοντα κάθε Παρασκευή.

Μα, επειδή ο Νασρ-εν-Ντιν ήταν ξεχασάρης, είπε στη γυναίκα του να του το θυμίζη, όταν ερχόταν η Παρασκευή, βάζοντας το σαρίκι του απάνω στο κομό, που ήταν κοντά στο κρεββάτι.

Όλα πήγαιναν καλά και κανονικά κάμποσον καιρό. Μα, μια νύχτα, χωρίς νάνε Παρασκευή, η γυναίκα πήρε το σαρίκι και τώβαλε απάνω στο κομό.

Βλέποντάς το εκεί, την ώρα που πήγαινε να πλαγιάση, ο Χότζας απόρησε και είπε:

— Μα, δεν είνε απόψε Παρασκευή, γυναίκα!

— Παρασκευή είνε! απάντησε εκείνη.

— Δεν είνε, σου λέω!

— Είνε σου λέω!

Θύμωσε τότε ο Χότζας κ' είπε:

— Ε! Λοιπόν, από τώρα, εδώ μέσα, ή η Παρασκευή θα μείνη κατά μέρος, ή εγώ.

51. Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

Ο Χότζας έπιασε, μια μέρα, έναν πελαργό, κι' αφού, τούκοψε τα πόδια και τη μύτη του, τούπε:

— Νά, τώρα μοιάζεις με πουλί!

52. — ΤΑ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, πήγανε προξενήτρες στο σπίτι του Χότζα για την κόρη του.

Η γυναίκα του, που ήτανε, εκείνην τη στιγμή μαζύ του στον οντά, του είπε:

— Χότζα μου, ήρθαν προξενήτρες για την κόρη σου. Άφησέ με εμένα να πάω να μιλήσω μαζύ τους και να τους πω τα παινέματά της, ίσως τελειώσουν το συνοικέσιο.

— Όχι! όχι, γυναίκα! Κάθησε εσύ, κι' άσε με εμένα να πάω. Ξέρω έναν έπαινο, τέτοιον, που αυτός μονάχα αρκεί για να πείσουν το γαμπρό να την πάρη με κλειστά τα μάτια.

Και κατέβηκε κάτω, όπου του περίμεναν οι προξενήτρες. Μόλις του είδαν εκείνες τούπαν:

— Ε! Χότζα, τι ανακατεύεσαι συ στα γυναικεία πράγματα; Πήγαινε και στείλε μας εδώ τη γυναίκα σου να κυυβεντιάσωμε.

— Έχετε δίκαιο, κυράδες μου, μα, ξέρετε, η γυναίκα μου, αυτήν τη στιγμή, συγυρίζει το σπίτι και δεν αδειάζει. Γιατί είνε καλή νοικοκυρά και θέλει να τάχη όλα ταχτικά στο σπίτι. Έστειλε, λοιπόν, εμένα, στο πόδι της, και σας παρακαλεί να τήνε συμπαθάτε, κι' ό,τι έχετε να το ρωτήσετε μπορείτε σ' εμένα να το πήτε και να σας αποκριθώ σαν νάταν η ίδια, γιατί είμαστε τόσο αγαπημένοι, έτσι σα δυο γούλες αμυγδάλου μέσα στο ίδιο τσόφλι, ώστε πάντοτε τυχαίνει νάχωμε κ' οι δυο μας τις ίδιες σκέψεις.

Οι γυναίκες τότε τούπαν πως έφερναν προξενιά από κάποιο παλληκάρι για την κόρη του, «κ' ήρθαμε να ρωτήσωμε τι χάρες έχει για να του τις πούμε και ν' αποφασίση.»

— Ακούστε, απάντησε ο Χότζας. Εμένα δε μ'αρέσουν τα πολλά παινέματα. Θα σας πω μονάχα ένα και καλό: «Είνε παρθένα άσπιλη κι' αμόλυντη, έγγυος έξη μηνών.» Κι' αν δεν είνε έτσι, την παίρνω πίσω.

Σαν άκουσαν αυτά τα λόγια, οι προξενήτρες κοιτάχτηκαν μια στιγμή, κ' ύστερα δίχως να πούνε λέξι, σηκώθηκαν και φύγανε.

Η γυναίκα του Χότζα, που ήτανε κρυμμένη πίσω από μια πόρτα κι' άκουε, μπήκε, τότε, μέσα, φρενιασμένη και του είπε:

— Βρε, σκύλε, τι έκανες; Τέτοια παινέματα πήγες να πης κ' έδιωξες για πάντα την τύχη της κόρης σου;

Ατάραχα και ήμερα ο Χότζας απάντησε:

— Σώπαινε, γυναίκα, μη φοβάσαι. Σ' όλην την επαρχία να ψάξουν δε θα βρουν τέτοια κόρη, «παρθένα, έξη μηνών έγκυο» και πάλι σε μας θα γυρίσουν. Και τη γελάδα μας, τις προάλλες, έτσι δεν την επαίνεσε ο ντελάλης, και την πούλησε μια χαρά;

53. — ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ

Ένα πρωί, ο Χότζας μπήκε στο Χαμμάμ για να λουστή, μα, οι υπηρέτες του λουτρού, δεν τον περιποιήθηκαν καθόλου καλά. Του δώσανε ένα παληό τρύπιο σεντόνι, και μια λερωμένη πετσέτα, και τον άφησαν μονάχο να λουστή.

Ο Χότζας δεν μίλησε τίποτα, μα, όταν έβγαινε από το λουτρό, άφησε μέσα στο δίσκο, για μπαξίσι των δούλων, δέκα ασημένια δίγροσα, που, εκείνον τον καιρό, μόνο ένας πλούσιος μπορούσε να δώση, κ' οι δούλοι μείνανε σαστισμένοι.

Ύστερα από μια βδομάδα, ο Χότζας μπήκε πάλι στο ίδιο Χαμμάμ. Μόλις τον είδαν οι δούλοι, έτρεξαν με προθυμία και σεβασμό να τον υποδεχθούν, και τούκαναν κάθε περιποίησι.

Ο Χότζας δε μίλησε, όπως και την πρώτη φορά, μα, βγαίνοντας απ' το λουτρό, άφησε στο δίσκο ένα μόνο δίγροσο.

Οι δούλοι σάστισαν πάλι κ' είπαν:

— Τι είνε αυτό;

Ο Χότζας τους αποκρίθηκε:

— Αυτό είνε για το λούσιμο της περασμένης βδομάδας, τα δέκα, που σας άφησα τότε, ήσαν για το λούσιμο, το σημερινό.

54. — ΔΥΟ ΠΟΘΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε δυο κόρες παντρεμένες, που πήγαν μια μέρα να ιδούνε του πατέρα τους.

Όταν ο Χότζας τις ρώτησε πώς περνούνε με τους άνδρες τους, και αν παν καλά οι δουλιές τους, κ' αν τις περιποιούνται, η μία που ο άνδρας της ήταν κεραμιδάς απάντησε:

— Αν δε βρέξη, ο άνδρας μου θα κάνη πολλά κεραμίδια, και θα μου αγοράση κεντητούς φερετζέδες ασπρόρρουχα μεταξωτά.

Η άλλη, που ο άνδρας της ήταν γεωργός, είπε:

— Ο άνδρας μου έχει βάλη πολλή σπορά, φέτος, κι αν βρέξη θα μου αγοράση βραχιόλια και γιορντάνια και θα με ντύση σα βασίλισσα.

Είπε τότε ο Χότζας:

— Και των δυο η ευχή θα γίνη, μα, ποιανής πρώτα; κανείς δεν ξέρει.

55. — ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΛΗΡΩΜΕΝΗ

Ένας Διοικητής περνούσε κάποτε από το χωριό του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κ' οι χωρικοί στείλανε αυτόνε για να του προσφωνήση και του προσφέρη τα σεβάσματά τους.

Ο Διοικητής βλέποντας τη μούρη του Νασρ-εν-Ντιν, και όλο του το παρουσιαστικό, τον επήρε για άνθρωπο βλάκα, και είπε περιπαιχτικά:

— Μωρέ, δε βρήκανε κανέναν άνθρωπο να μου στείλουνε, μόνε μου έστειλαν εσένα;

— Τους ανθρώπους, αφέντη μου, απάντησε αμέσως ο Χότζας, τους στέλνουνε στους ανθρώπους, κ' εμένα μ' έστειλαν σε σένα . . .

56. — ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, ξύπνησε ξαφνικά και είδε πως είχε κοπριστή ενώ κοιμόταν.

Ταράχτηκε πολύ κ' έπεσε σε αμηχανία, γιατί ντρεπόταν τη γυναίκα του και δεν ήξερε πώς να της το πη.

Τέλος, τούρθε μια ιδέα, και ξυπνώντας την με τρόπο, της είπε:

— Αχ! Γυναίκα! Είδα απόψε ένα όνειρο τόσο φρικτό και φοβερό που ακόμα τρέμω.

— Τι όνειρο είδες, Χότζα μου;

— Είδα τρεις ψηλούς μιναρέδες, τον έναν απάνω στον άλλον, και στην κορφή του τρίτου ένα αυγό, κι' απάνω στ' αυγό μια βελόνα, κι' απάνω στη βελόνα ένα τραπέζι, κι' απάνω στο τραπέζι καθόμουνα εγώ, κ' έβγαζα, λέει, γοερές κραυγές, γιατί το τραπέζι κουνιόταν πέρα δώθε, κ' είχε φόβο κάθε στιγμή να γείρη, απ' τόνα μέρος, και να πέσω, όπου αν έπεφτα, από τόσο ύψος, δίχως άλλο θάσκαζα σα ρόδι.

— Πω! Πω! άνδρα μου! ξεφώνησε η γυναίκα με ανατριχίλλα. Εγώ αν έβλεπα ένα τέτοιο όνειρο, δίχως άλλο θα τάκανα απάνω μου, απ' το φόβο μου.

— Απάνω κάτω, γυναίκα, κ' εγώ το ίδιο έπαθα, είτε ο Χότζας. Μόνε, σήκω τώρα και κοίταξε πώς θα τα διορθώσης, για να μη το πάρουν μυρωδιά οι γειτόνοι.

57. — ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν κατέβηκε να βγάλη νερό από το πηγάδι, και κει που έσκυβε για να ρίξη τον κουβά, είδε την αντανάκλασι του φεγγαριού μέσα στο νερό.

— Μπα, είπε, το φεγγάρι έπεσε μέσα στο πηγάδι! Πρέπει να το βγάλωμε!

Και δένοντας ένα τσιγγέλι στην άκρη του σχοινιού τώρριξε στο πηγάδι.

Βασανίστηκε κάμποση ώρα, ως που, τέλος, το τσιγγέλι πιάστηκε σε μια πέτρα.

— Α! Μπράβο! Το πιάσαμε! Τώρα κουράγιο! είπε ο Χότζας, κι' άρχισε να τραβά με δύναμι το σχοινί.

Μα, ενώ το τραβούσε, έσπασε το σχοινί, κι' ο Χότζας έπεσε ανάσκελα στη γη, και την ίδια στιγμή είδε το φεγγάρι στον ουρανό.

Έπεσε ανάσκελα
Έπεσε ανάσκελα

— Α! Δόξα τω Θεώ! αναφώνησε. Κοπιάσαμε πολύ, μα, τουλάχιστον, βάλαμε το φεγγάρι πάλι στη θέσι του.

58. — ΠΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ

Μια μέρα, ο Χότζας αγόρασε στην αγορά πλεμόνι και γύριζε σπίτι του.

Κει που πήγαινε, ένα γεράκι άρπαξε το πλεμόνι από τα χέρια του και πέταξε.

Ο Νασρ-εν-Ντιν, στάθηκε με ανοιχτό το στόμα και κοίταξε σαστισμένος το γεράκι που όλο ένα πήγαινε πιο ψηλά.

Έξαφνα αρπάζει από κάποιον που περνούσε ένα πλεμόνι που κρατούσε κι' αυτός, στα χέρια του, κι' ανεβαίνει απάνω σε μια πέτρα.

— Σε καλό σου, Χότζα! Τι κάνεις εκεί; του φωνάζει ο άνθρωπος.

— Δοκιμάζω αν μπορώ να γίνω κ' εγώ γεράκι, απάντησε ο Χότζας.

59. — ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΓΥΡΙΣΤΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ

Κάποιος, μια μέρα, είπε στον Νασρ-εν-Ντιν Χότζα:

— Η γυναίκα σου γυρίζει από το ένα σπίτι στ' άλλο!

— Ε! Τότε, θάρθη και στο δικό μου, απάντησε ο Χότζας.

60. — Η ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ

Μια μέρα, κάποιος περιδιαβάζοντας στην αγορά, αντάμωσε του Νασρ- εν-Ντιν και τόνε ρώτησε:

— Τι ημερομηνία έχομε σήμερα;

— Δεν ξέρω τέτοιο πράμμα, απάντησε ο Χότζας. Ούτε το αγόρασα, ούτε το πούλησα ποτέ μου.

61. — Ο ΝΑΥΛΟΣ

Μια μέρα, ενώ ο Νασρ-εν-Ντιν καθότανε μέσα σε μια βάρκα, στην όχθη ενός ποταμού, του ήρθαν οχτώ δερβισσάδες και τον παρακάλεσαν να τους περάση στην άλλη όχθη.

— Τι θα μου δώσετε; τους ρώτησε ο Χότζας.

— Ένα δίγροσο ο καθένας. Καλά δεν είνε;

— Καλά.

Κι' αφού τους έβαλε μέσα στη βάρκα, άρχισε να κωπηλατή.

Μα, ενώ ήσαν ακόμα στη μέση του ταξιδιού τους, η βάρκα έγειρε ξαφνικά από τη μια πάντα, κ' ένας από τους δερβισσάδες, που δεν κρατιότανε καλά, έπεσε μέσα στο ποτάμι, και παρασύρθηκε από τα νερά.

Οι άλλοι δερβισσάδες άρχισαν να φωνάζουν και να τα βάζουν με το Χότζα.

— Βρε τι ουρλιάζετε έτσι; τους είπε εκείνος. Δεν έχετε παρά να με πληρώσετε ένα ναύλο λιγώτερο.

62. — «ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ!»

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν έχασε το γάιδαρό του, και ψάχνοντας στους δρόμους για να τον εύρη, ρωτούσε τους διαβάτες μήπως τον είδαν, και την ίδια στιγμή επανελάβαινε: «Δόξα νάχη ο Θεός! Δόξα νάχη ο Θεός!»

— Γιατί δοξάζεις το Θεό, Χότζα; τότε ρώτησε κάποιος.

Απάντησε:

Δοξάζω το Θεό που δεν έτυχε να τον έχω καβάλλα, αλληώτικα θάμουν κ' εγώ χαμένος, τώρα. Μωρέ, πώς σώθηκα!

63. — ΓΥΡΙΖΕΙ ΝΑ ΒΡΗ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ

Ένα βράδυ, ο Νασρ-εν-Ντιν, έχοντας αϋπνία, βγήκε κατά τα μεσάνυχτα απ' το σπίτι του και γύριζε στους δρόμους.

Έξαφνα τον συναντά ένας γαφίρης (νυκτοφύλακας) και του λέει:

— Ε! Κύριε! Τι θέλεις έξω στους δρόμους τέτοια ώρα;

— Μου έφυγε ο ύπνος μου και γυρίζω να τον εύρω, απάντησε ο Χότζας.

64. — ΤΙ ΣΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΗΝΑ

Κάποιοι, μια μέρα, που κουβέντιαζαν με τον Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, τούπαν:

— Μια χήνα περνούν:

— Τι με νοιάζει; είπε ο Χότζας.

Τούπαν πάλι:

— Στο σπίτι σου την πάνε!

— Τι σας νοιάζει; τους είπε.

65. — ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ

Κάποτε, ένας φίλος του Χότζα του ζήτησε δανεικά λίγα χρήματα με λίγη προθεσμία. Του απάντησε ο Χότζας.

— Χρήματα δεν μπορώ να σου δώσω, μα, επειδή είσαι φίλος μου, προθεσμία σου δίνω όση θέλεις.

66. — ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΣΟΔΕΙΟ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Ένα απόγεμα, ο Χότζας περνώντας έξω από ένα νεκροταφείο, μπήκε μέσα, ξαπλώθηκε σ' ένα παληό μνημούρι, ακριβώς πλάι στο δρόμο, έκλεισε τα μάτια του, κ' έκανε το νεκρό, για να ιδή αν θα κατέβαιναν οι δυο άγγελοι να τον κρίνουν.

Σε λίγο, άκουσε ήχο κουδουνιών, και νομίζοντας πως στ' αλήθεια κατέβαιναν οι άγγελοι, πετάχτηκε έξω από το μνήμα. Μα, εκείνην τη στιγμή περνούσαν απ' εκεί μερικοί αγωγιάτες με τα μουλάρια τους, και τα κακόμοιρα τα ζα βλέποντάς τον να πετιέται σα σκιάχτρο έξω από το μνήμα τρόμαξαν και σκόρπισαν κάτω στο διπλανό λιβάδι.

Οι αγωγιάτες, αναμένοι από το θυμό πλησίασαν στο Χότζα και τούπαν:

— Ποιος είναι, μωρέ, συ;

— Πεθαμένος είμαι, αποκρίθηκε ο Χότζας και βγήκα στον κόσμο να διασκεδάσω λιγάκι.

— Στάσου να σε διασκεδάσωμε εμείς καλά, είπαν οι αγωγιάτες, που έπεσαν απάνω του με τις μαγκούρες τους και τόνε κάνανε παστό απ' το ξύλο.

Όταν το βράδυ, ο Χότζας γύρισε στο σπίτι του, ελεεινός, και μόλις μπορώντας να σύρη τα πόδια του, η γυναίκα του τούπε:

— Χότζα μου, τι έπαθες, τι έχεις, πού ήσουν και μούρθες σ' αυτό το χάλι;

— Άσε με, μωρή γυναίκα! απάντησε ο Χότζας. Νά! Πέθανα, κ' ήμουνα στον τάφο.

— Τι λες, μωρέ Χότζα; είπε με θαυμασμό η γυναίκα. Και τι έχει στον άλλον κόσμο;

Είπε ο Νάσρ εν-Ντιν:

— Αν δεν τρομάζης τα μουλάρια, κι' αν δε γελάς τους αγωγιάτες, τίποτα δεν έχει.

67. — ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν μπαίνοντας σε μια μεγάλη πόλι είδε απ' έξω τα ωραία της υδραγωγεία και ρώτησε:

— Τι είνε αυτά;

— Είνε της πατρίδας μας τα στολίδια, του είπε κάποιος από τους κατοίκους.

— Ωραία, μα το Θεό! αναφώνησε ο Χότζας. Κ' εγώ σα γυρίσω στο σπίτι μου θα του χτίσω τέτοια στολίδια.

68. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΥΡΝΟ

Κοντά στο σπίτι του Χότζα ήταν ένας φούρνος, όπου συνήθιζε κάποτε, κατά το μεσημέρι, να πηγαίνη και να παίρνη μυρωδιά από τα διάφορα ψητά.

Μια μέρα, ενώ καθόταν εκεί και θαύμαζε τα ταψιά που ήσαν αραδιασμένα κι' άχνιζαν, απάνω στο τεζάκι, παρετήρησε ανάμεσα στ' άλλα μια χήνα τετράπαχη και ροδοκόκκινη, που η θέα της μονάχα του λίγωσε την καρδιά, και ρώτησε το φούρναρη:

— Ποιανού είνε αυτή η χήνα;

— Του Βαλή (διευθυντού της Αστυνομίας) απάντησε ο φούρναρης. Μου την έστειλε σήμερα το πρωί.

Ο Νασρ-εν-Ντιν, που ήταν εκείνην την εποχή Καδής, έβαλε με το νου του να χαρή αυτός τη χήνα. Είπε, λοιπόν, στο φούρναρη:

— Στείλε μου την στο σπίτι μου!

— Πώς; Κ' ύστερα, ο Βαλής; . . . Τι θα του πω; . . . είπε ο φούρναρης τρομαγμένος.

— Βρε στείλε την, σου λέω! Στείλε την και μη σε μέλλει! επέμεινε ο Χότζας, και με ύφος εκμυστηρευτικό του πρόσθεσε:

— Καλλίτερα να τάχης καλά με του Καδή παρά με το Βαλή!

— Μα, τι θα πω του Βαλή σαν έρθη να την ζητήση; ρώτησε ο φούρναρης.

— Να του πης πως η χήνα πέταξε μέσα από το φούρνο, και για τ' άλλα κάνω καλά εγώ.

Ο φούρναρης βλέποντας την επιμονή του Καδή, και μη θέλοντας να τον δυσαρεστήση, έστειλε τη χήνα στο σπίτι του.

Ύστερα από λίγη ώρα, παρουσιάστηκε ο Βαλής και ζήτησε το ταψί του.

Ο φούρναρης, με προσποιημένη προθυμία, πήρε αμέσως το φτιάρι κι' άρχισε να ψάχνη μέσα στο φούρνο, τάχα για να βρη τη χήνα.

— Περίεργο, είπε, σε λίγο. Η χήνα δε φαίνεται . . . Τι γένηκε; . . .

Κ' εξακολουθούσε να ψάχνη.

— Έλα κάνε γρήγορα, και δε βαστώ από την πείνα, φώναξε ο Βαλής.

— Βαλή μου, τη χήνα σου δεν τη βλέπω. Φαίνεται θα πέταξε!

Ο Βαλής έξω φρενών άρχισε να φωνάζη.

Ακούοντας τις φωνές διάφοροι γειτόνοι μαζώχτηκαν έξω από το φούρνο, να ιδούνε τι συμβαίνει.

Ο φούρναρης, αφού έψαξε άλλη μια φορά μέσα στο φούρνο, επανέλαβε το ίδιο τροπάριο:

— Δεν είνε . . . Θα πέταξε . . . Αλληώς δεν εξηγείται . . .

Ο Βαλής δεν μπορεί πια να συγκρατηθή κι' ορμά στο φούρναρη για να τονε χτυπήση. Ο φούρναρης σηκώνοντας λοξά το φτιάρι για να προφυλαχθή, βγάζει με την άκρη του κονταριού το μάτι ενός Εβραίου, που στεκόταν μαζύ με τους άλλους απ' έξω και χάζευε.

Ο φούρναρης βλέποντας τα πράγματα να μπερδεύονται πολύ επικίνδυνα γι' αυτόν, πηδά απάνω απ' το τεζάκι και τρέχει για να σωθή, μα, τον παίρνουν το κατόπι ο Βαλής, ο Εβραίος που έχασε το μάτι του, κι όλοι οι φίλοι του Εβραίου.

Βλέπει μία πόρτα ανοιχτή, και χώνεται μέσα για να κρυφτή. Στην αυλή κάθεται μια γυναίκα γκαστρωμένη, που βλέποντας έναν άνθρωπον ξεσκούφωτο να ορμάη μέσα, κ' ένα πλήθος να τον κυνηγά από πίσω, τρομάζει και ρίχνει το παιδί.

Περισσότερο θορυβημένος, τώρα, ο φούρναρης, βγαίνει έξω από μια πόρτα, που ήταν από το αντίθετο μέρος της αυλής, με το πλήθος πάντα από πίσω του, μπαίνει σ' ένα Τζαμί, κι' ανεβαίνει στο μιναρέ. Μα, και κει του ακολουθούν. Η θέσι του είνε δεινή. Συλλογιέται: αν μείνη θα τον κατακομματιάσουν, αν πηδήση από το μιναρέ στο δρόμο, εννιά πιθανότητες στις δέκα, θα τσακισθή. Μπρος γκρεμνός και πίσω ρέμα. Μα, πρέπει ν' αποφασίση. Ή το ένα ή το άλλο! Οι διώκτες τον πλησιάζουν. Προτιμά το δεύτερο, που έχει, τουλάχιστον μια πιθανότητα να σωθή. Πηδά, λοιπόν, από τον μιναρέ και πέφτει ακριβώς απάνω σ' ένα σαράφι Εβραίο, που καθόταν απάνω στο παγκάκι του κ' έκανε λογαριασμούς, και τον αφήνει νεκρό, στον τόπο.

Εκεί, όμως, τον επρόλαβαν εκείνοι που τον κυνηγούσαν, και τον έφεραν σέρνοντας στον Καδή, που εκείνην τη στιγμή καθόταν στο τραπέζι κ' έτρωγε με άπειρη ευφροσύνη τη χήνα. Άρχισαν όλοι μαζύ να φωνάζουν και να λένε τι πάθανε απ' το φούρναρη.

— Σταθήτε! Με τη σειρά! τους λέει ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, που παράτησε αμέσως το τραπέζι και τους πήρε κάτω στο δικαστήριο, όπου ήταν το Ιερό Βιβλίο του Νόμου (το Κοράνι) που σύμφωνα μ' αυτό εδίκαζε. Εκεί, αφού κάθησε στην έδρα του είπε πρώτα στο Βαλή:

— Τι θέλεις απ' αυτόν τον άνθρωπο;

— Καδή μου! απάντησε ο Βαλής. Το πρωί, του πήγα μία χήνα για να μου την ψήση, και τώρα μου λέει πως η χήνα πέταξε μέσα από το φούρνο! Θέλω να μου δώση τη χήνα μου.

Ο Χότζας ανοίγει αμέσως το βιβλίο, γυρίζει κάμποσα φύλλα και διαβάζει, ότι σε κάθε εκατό χρόνια γίνεται κ' ένα τέτοιο θαύμα, και είνε σωστά εκατό χρόνια που έγεινε το προηγούμενο θαύμα. Προσθέτει, ότι είνε τρισευτυχισμένος εκείνος που χάνει αυτήν τη χήνα, γιατί το πουλί πετάει στον Παράδεισο και περιμένει εκεί του κύριό του.

Ο Βαλής ευχαριστημένος υπερβολικά απ' αυτό το άκουσμα, απόσυρε τη μήνυσί του κ' έφυγε.

Δεύτερος ήρθε ο Εβραίος που έχασε το μάτι του.

Ο Νασρ-εν-Ντιν ξεφύλλισε πάλι το Κοράνι κ' είπε ότι βέβαια ο Εβραίος είχε δίκαιο, και ότι ο φούρναρης έπρεπε να σταθή να του βγάλη ο Εβραίος το μάτι, αλλά το Ιερό Βιβλίο έλεγε ότι ένα μάτι Μουσουλμάνου ισοδυναμεί με δυο μάτια Εβραίου, για τούτο λοιπόν έπρεπε πρώτα ο Εβραίος να σταθή να του βγάλη και το άλλο μάτι ο φούρναρης, κ' ύστερα να βγάλη του φούρναρη το ένα.

Δεν είχε ακόμα τελειώση το λόγο του ο Χότζας, κι' ο Εβραίος έτρεξε κοιτά την πόρτα κι' όπου φύγη-φύγη.

Τρίτος ήρθε ο άνδρας της γυναίκας που απόβαλε.

Γι' αυτόν ο Νόμος έλεγε ότι ο φούρναρης έπρεπε να του κάνη ένα άλλο παιδί με τη γυναίκα του.

Τρομάρα τον έπιασε τον κακομοίρη του άνθρωπο, που κοίταξε πώς να φύγη μια ώρα αρχήτερα από κει μέσα.

Τέλος, ήρθε κι' ο αδελφός του σαράφη που σκοτώθηκε.

Ο Χότζας ξεφύλλισε άλλη μια φορά το βιβλίο, και βρήκε ότι θα έπρεπε με τον ίδιον τρόπο να σκοτώση κι' αυτός τον φούρναρη. Δηλαδή, ο φούρναρης θα καθόταν κάτω από τον μιναρέ απ' όπου εκείνος θα πηδούσε και θάπεφτε απάνω του. Μα, είτε τον σκότωνε, είτε δεν το σκότωνε, είτε σκοτωνότανε αυτός ο ίδιος, ο φούρναρης θα ήταν συχωρεμένος για το φόνο του σαράφη, και ενώπιον του Νασρ- εν και ενώπιον των ανθρώπων.

Φυσικά, κι' αυτός προτίμησε να το βάλη στα πόδια.

Όταν έφυγαν όλοι, ο Χότζας γύρισε στο φούρναρη και τούπε:

— Ε! Λοιπόν, τι σου 'λεγα; Δεν είνε προτιμώτερο νάχης φίλο έναν καδή, παρά ένα διευθυντή αστυνομίας;

— Ναι! Χότζα μου, ο Θεός να σου δίνη κάθε αγαθό στη γη, και τη συντροφιά εβδομήντα δυο Ουρί (8) στην Άλλη Ζωή, είπε μ' ευγνωμοσύνη ο φούρναρης.

Κι' αφ' ού έσκυψε και φίλησε την άκρη του καφτανιού του σωτήρα του, έφυγε και γύρισε, χαρούμενος, στη δουλειά του.

69. — ΕΝΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πούλησε τ' αγγούρια του κήπου του στην αγορά, και με τα χρήματα που μάζεψε αγόρασε ένα γάιδαρο.

Αυτόν το γάιδαρο, μια μέρα, τον πήρε στο δάσος και τον εφόρτωσε ξύλα. Μα, στο γυρισμό, ενώ περνούσαν ένα ποτάμι, ο γάιδαρος γλύστρησε και πνίγηκε.

Ο Νασρ-εν-Ντιν ούτε ταράχτηκε ούτε σικλεντίστηκε γι' αυτό το ατύχημα.

Έκανε μόνο αυτόν το συλλογισμό:

— Φαίνεται ότι τα γαϊδούρια που αγοράζουνται με χρήματα αγγουριών, έχουν αυτήν την τύχη: να πεθαίνουν από πνιγμό!

70. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ

Κάποτε, ο Χότζας κατεβαίνοντας στον κάμπο, έπιασε ένα λαγό, κ' επειδή δεν είχε δη άλλη φορά ένα τέτοιο ζώο, και δεν ήξερε τι είταν, τον έκλεισε καλά μέσα σ' ένα σακκί και τον έφερε στο χωριό για να τον δείξη στους συχωριανούς του.

Όταν έφθασε στο σπίτι, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε:

— Γυναίκα, έπιασα σήμερα ένα πολύ παράξενο ζώο. Τώχω μέσα σ' αυτό το σακκί. Πρόσεξε μην τ' ανοίξης και μας φύγη, γιατί πάω να προσκαλέσω τους συχωριανούς μας για να τους το δείξω. Ίσως αυτοί γνωρίζουν τι ζώο είνε.

Κ' έφυγε. Μα, η γυναίκα, όταν έμεινε μονάχη δεν μπορούσε να ησυχάση από την περιέργεια, κι' αφού δίστασε κάμποση ώρα, «να τ' ανοίξη! να μη τ' ανοίξη!» τέλος δεν μπόρεσε ν' ανθέξη περισσότερο στον πειρασμό κι' απεφάσισε ν' ανοίξη το σακκί για να ιδή «τι ήταν πια αυτό το παράξενο ζώο» που της έλεγε ο άνδρας της. Θα άνοιγε μόλις λιγάκι το σακκί, νά, τόσο δα, όσο χρειαζόταν για να ρίξη μέσα μια ματιά κ' ύστερα θα τώκλεινε πάλι, καλά, όπως ήταν πρώτα.

Μα, μόλις χαλάρωσε το σπάγγο, ο λαγός μ' έναν πήδο βρέθηκε έξω απ' το σακκί, κ' έγεινε άφαντος από μπροστά της, σαν καπνός.

Ανήσυχη, τότε, και φοβισμένη, για να καλύψη την πομπή της, πήρε ένα «άσσιρ» (9) και το έβαλε μέσα στο σακκί, στη θέσι του λαγού. Κι' αφού έδεσε πάλι το σακκί με το σπάγγο, το άφησε εκεί που τώχε ακουμπήση ο άνδρας της κι' ανέβηκε στην κάμαρά της.

Σε λίγο, γύρισε ο Χότζας, φέρνοντας μαζύ του τον καδή, τον αστυνόμο, τον εισπράχτορα των φόρων, κι' άλλους προεστούς του χωριού, για να τους δείξη το παράξενο ζώο.

Αφού τους έβαλε όλους στη σειρά και σχημάτισαν κύκλο, και τους είπε νάχουν καλά το νου τους μη τους φύγη το ζώο, μπήκε αυτός στη μέση και με μεγάλη προσοχή και προφύλαξι έλυσε το σπάγγο και άδειασε χάμου το σακκί. Μα, οι άλλοι, αντί λαγό, βλέπουν να κυλά μέσα απ' το σακκί ένα «άσσιρ».

Ο Χότζας τάχασε και δεν ήξερε τι να πη. Μα, αμέσως εννόησε τι είχε συμβή, (γιατί είχε αρκετή πείρα της περιεργείας της γυναίκας του — ελάττωμα που ήταν σ' αυτήν αγιάτρευτο), και για να σώση την αξιοπρέπειά του, προσποιήθηκε πως δεν ήξερε τι πράγμα ήταν αυτό που βγήκε απ' το σακκί.

Τότε, οι φίλοι του, νομίζοντας πως στ' αλήθεια ο Νασρ-εν-Ντιν δεν ήξερε τι ήταν, του είπαν:

— Νά, παιδί μου, «άσσιρ» είνε: δέκα τέτοια κάνουν ένα κοιλό.

71. — Η ΔΙΔΑΧΗ

Μια Παρασκευή, στο Τζαμί, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, ανεβαίνοντας στην έδρα του ιεροκήρυκα, φώναξε:

— Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τη διδαχή που θα σας κάνω;

— Όχι, του αποκρίθηκε, το πλήθος των πιστών.

— Αφού δεν ξέρετε, τι να σας την πω; τους απάντησε και κατέβηκε απ' την έδρα.

Την άλλη Παρασκευή, ανέβηκε πάλι στην έδρα και φώναξε:

— Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τη διδαχή που θα σας κάνω;

— Ναι, τούπαν όλοι με μια φωνή.

— Ε! Αφού την ξέρετε, θεωρώ περιττό να σα την πω, απάντησε και κατέβηκε πάλι από την έδρα.

Απορημένοι, τότε, οι πιστοί, αποφάσισαν όταν πάλι ο Χότζας έρθη στο Τζαμί για να κάνη το κήρυγμα και τους ρωτήση το ίδιο, άλλοι να του απαντήσουν: «ξέρομε», και άλλοι: «δεν ξέρομε».

Πράγματι όταν την Παρασκευή, ήρθε πάλι ο Χότζας και τους ρώτησε:

— «Ω πιστοί Μουσουλμάνοι, ξέρετε τι διδαχή θα σας κάνω;

Άλλοι του αποκρίθηκαν «ναι!» και άλλοι «όχι!».

— Ε! Τότε, απάντησε ο Χότζας, εκείνοι που την ξέρουν ας τη διδάξουν σ' εκείνους που δεν την ξέρουν.

72. — Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ Κ' ΟΙ ΚΟΤΤΕΣ

Μια μέρα, ο Χότζας πήρε τα παιδιά του σχολείου του στο Λουτρό.

Προηγουμένως, τα παιδιά του σχολειού συμφώνησαν και πήραν μαζύ τους το καθένα από ένα αυγό, που τώκρυψαν κάτω από την αμασχάλη τους, κ' ενώ κάθουνταν ολόγυρα στη χαβούζα του λουτρού, ένα απ' αυτά πρότεινε:

— Ξέρετε τι λέω; Να καθήσωμε να γεννήσωμε αυγά, κι' όποιος δεν κάνη αυγό, αυτός να πληρώση για όλους μας τα έξοδα του λουτρού.

— Ναι! Ναι! φώναξαν, όλα μαζύ, τα παιδιά, κι' άρχισαν να κακαρίζουν σαν κόττες, και, σε λίγο, να παρουσιάζουν το καθένα από ένα αυγό.

Άμα είδε τ' αυγά, ο Χότζας κορδώθηκε και άρχισε να κράζη σαν πετεινός.

— Κικιρίκι! Κικιρίκι!

— Γιατί κάνεις έτσι Χότζα; τούπαν τα παιδιά έκπληκτα.

— Τι διάολο! απάντησε ο Χότζας, μέσα σε τόσες κόττες δεν πρέπει να είνε κ' ένας πετεινός;

73. — ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Μια νύχτα ο Χότζας ήταν πλαγιασμένος με τη γυναίκα του, όταν αυτή τόνε σκούντησε και τούπε:

— Χότζα μου, δεξιά σου, απάνω στο κομό, είναι ένα κερί. Σε παρακαλώ, άπλωσε το χέρι σου κι' άναψέ μου το.

— Βρε γυναίκα, παλαβώθηκες; απάντησε ο Χότζας' Μέσα σε τέτοιο σκοτάδι, μπορεί κανείς να διακρίνη ποιο είνε το δεξί του και ποιο τ' αριστερό του;

74. — Η ΠΡΟΠΛΗΡΩΜΗ

Κάποτε ο Χότζας ετοιμαζότανε να πάη στο πανηγύρι και τα παιδιά του σχολειού του τον παρεκάλεσαν να τους φέρη από μια καλαμένια φλογέρα· ένα μάλιστα απ' αυτά τούδωσε κ' έναν παρά για να του την αγοράση.

— Μάλιστα, είπε ο Χότζας, «όποιος έδωσε τον παρά θα παίξη τη φλογέρα». (10)

75. — Ο ΚΑΥΓΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΠΛΩΜΑ

Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κει που κοιμόταν, άκουσε δυο ανθρώπους, κάτω στο δρόμο, νάχουν στήση γερό καυγά και να χτυπιούνται.

Ο Χότζας τινάχτηκε απάνω κ' είπε στη γυναίκα του:

— Βρε, γυναίκα, σήκω κι' άναψε το φως, να ιδούμε τι πάθανε αυτοί και μαλώνουνε.

Εκείνη του είπε:

— Βρε άνδρα, δεν κάθεσαι κει που κάθεσαι! Τι σε νοιάζει για τις ξένες έννοιες; . . .

Μα, ο Χότζας, πού να δώση προσοχή στις συμβουλές της γυναίκας του! Παίρνει το πάπλωμα, τυλίγεται με αυτό, και κατεβαίνει στο δρόμο,

Μόλις τον είδαν οι δυο άνθρωποι, που μάλωναν, παρατούν αμέσως του καυγά, αρπάζουν από το Χότζα το πάπλωμα, και γίνονται άφαντοι σ' ένα λεπτό.

Όταν ο Χότζας γύρισε στο σπίτι του, γυμνός και τουρτουλιασμένος από το κρύο, τονε ρωτά η γυναίκα του.

— Τι καυγάς ήταν, Χότζα μου;

— Ήταν καυγάς για το πάπλωμα, αποκρίνεται ο Χότζας. Πάρθηκε το πάπλωμα τέλειωσε κι' ο καυγάς.

Ο καυγάς για το πάπλωμα
Ο καυγάς για το πάπλωμα

76. — ΤΟ ΚΑΛΟ ΦΕΡΣΙΜΟ

Κάποτε ο Χότζας πήγαινε κάπου καβάλλα στο γάιδαρό του. Βλέποντας όμως ότι πίσω του ερχόντουσαν πεζοί μερικοί ιερωμένοι, που τους γνώριζε, σκέφθηκε πως ήταν ανάρμοστο γι' αυτόν να τους γυρίζη τις πλάτες, για τούτο γύρισε και καβαλλίκεψε ανάποδα στο ζω.

Όταν οι ιερωμένοι τονε ρώτησαν γιατί τώκανε αυτό, ο Χότζας τους απάντησε:

— Γιατί, αν καβαλλικέψω σωστά, σας έχω πίσω μου, έτσι, σας έχω μπρος μου. Αυτό επιβάλλει η ευγένεια.

77. — ΚΑΝΑΝΕ «ΠΑΤΣΕ»! (11)

Μια μέρα, κάποιος ήρθε και κτύπησε την πόρτα του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα.

Ο Χότζας που εκείνην την ημέρα είχε τεμπελιά, και ραχάτευε στον οντά του, σηκώθηκε με βαρεμό, και μουρμουρίζοντας βλαστήμιες για εκείνον που του τάραζε έτσι την ησυχία του, άνοιξε το παράθυρό του και ρώτησε από πάνω.

— Ποιος είσαι; Τι θέλεις;

Notes in this chapter

Note 1 · Στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» (335η νύκτα) προστίθεται ότι ο αφέντης της σκλάβας φώναξε αμέσως του πατέρα του νέου, του Καδή, τους μάρτυρες πNote 2 · Σύμφωνα με μιαν άλλη έκδοσι, ο Χότζας υποστηρίζει ότι «τα παληά φεγγάρια τρίβουνται και γίνουνται άστρα!»↩Note 3 · Στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» (38η Νύχτα), ο «Απλοϊκός» λέει στο γάιδαρο: «Ου! Να χαθής, να χαθής! Πάλι μωρέ πήγες και μέθυσες και χτύπησες τNote 4 · Στην Ανατολή, η γυναίκα έχει αυτό το πλεονέκτημα, που δεν τώχει η αδελφή της της Δύσεως: μπορεί ν' αφήνη το σπίτι του πατέρα της ή του ανδρόNote 5 · Οι Ανατολίτες συγγραφείς, και ιδίως οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι, δεν κατορθώνουν ν' αποφύγουν τη χαρακτηριστικήν αυτήν απρέπεια, που, όταν διNote 6 · Το επεισόδιο αυτό αναφέρεται, με κάποιες παραλλαγές και στην ποιητική συλλογή «Το Περιβόλι της Αγάπης» Αγνώστου Άραβος ποιητού (Ίδε ΕλληνικήNote 7 · Σερμπέτι γινόμενο με καντιοζάχαρη, σταφίδες, κουκουνάρια, μυγδαλόψυχα, και πάγο. Παίρνεται, τις θερμές ημέρες, γι' αναψυκτικό.↩Note 8 · Δηλαδή του εύχεται όταν θα πεθάνη να τον δεχθή ο Θεός στον Παράδεισο, για να χαρή όλες τις απολαύσεις και τις ηδονές που περιμένουν εκεί κάθNote 9 · Μέτρον βάρους: δέκατον του κοιλού. Κυρίως χρησιμοποιείται για την καταμέτρησι των δημητριακών.↩Note 10 · Αραβική παροιμία.↩Note 11 · Με το επεισόδιο αυτό αρχίζει μια μακρά ιστορία στις «Χίλιες και Μια Νύχτες».↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings