← Table of contents
Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Front matter (continued 2)

K. Trikoglides translation

— Κατέβα κάτω, θέλω να σου πω κάτι, του φώναξε ο ξένος.

Ο Χότζας κατέβηκε, μουρμουρίζοντας πάντα μέσα στα δόντια του, άνοιξε την πόρτα και ρώτησε.

— Νά με! Τι θέλεις;

— Φτωχός είμαι! Δος μου ένα κομμάτι ψωμί, για την ψυχή των πεθαμένων σου, απάντησε ο άνθρωπος

— Ανέβα απάνω μαζύ μου, είπε ο Χότζας.

Ο ζητιάνος τον ακολούθησε, κι' ο Χότζας του ανέβασε ως στο αψηλότερο μέρος της ταράτσας, κ' εκεί τούπε:

— Λέγε, τώρα, τι θέλεις;

— Όπως σου είπα, Χότζα μου, ήθελα να νου δώσης μια ελεημοσύνη γιατί είμαι φτωχός και δεν έχω να φάω.

— Ο Θεός να σ' ελεήση, του απάντησε ο Χότζας.

— Πώς; ξεφώνησε ο ζητιάνος. Και μ' ανέβασες ίσα με δω απάνω για να μου το πης αυτό:

— Και συ, πώς με υποχρέωσες να καταβώ κάτω για να μου πης πως θέλεις ελεημοσύνη; είπε ο Χότζας. Τώρα, είμαστε πάτσε!

78. — ΣΟΥΠΑ ΑΠΟ ΠΑΠΙΕΣ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είδε σε μια σουβάλα μερικές πάπιες να κολυμπούν.

Έτρεξε ως εκεί για να τις πιάση μα, κάθε που άπλωνε το χέρι του, εκείνες έφευγαν.

Βασανίστηκε έτσι κάμποση ώρα, κ' ύστερα αφού απελπίστηκε απ' αυτήν την μάταιη προσπάθεια, έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί που είχε στην τσέπη του, άρχισε να το βουτά στο νερό της σουβάλας και να το τρώη.

Κάποιος, που περνούσε εκείνην την ώρα απ' εκεί τόνε ρώτησε:

— Τι τρως, Χότζα;

— Σούπα από πάπιες! απάντησε ο Χότζας.

79. — Ο ΚΟΥΡΕΑΣ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ξύριζε το κεφάλι του, μια μέρα, κι' ο κουρέας σε κάθε ξουραφιά τον έκοβε, και του 'βαζε μπαμπάκι για να σταματήση το αίμα.

— Ε! άνθρωπε, του φώναξε, τέλος, ο Χότζας, ως τώρα, στο μισό μου κεφάλι έσπειρες μπαμπάκι, άφησέ μου τουλάχιστον το άλλο μισό να σπείρω εγώ λινάρι.

80. — ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας φόρεσε βαρύ πένθος, και κατέβηκε στην αγορά.

Μόλις τον είδαν οι φίλοι του, τρέξανε ανήσυχοι κοντά του και τούπαν:

— Ζωή σε λόγου σου! Ποιος πέθανε;

Ο Χότζας απάντησε:

— Πέθανε ο πατέρας του γιού μου, και κρατάω πένθος.

81. — Η ΠΑΠΙΑ ΜΕ ΤΩΝΑ ΠΟΔΙ

Μια φορά, ο Πασσάς της Επαρχίας, κάνοντας περιοδεία στο κυβερνείο του, κατασκήνωσε έξω από το χωριό του Χότζα, για μια μέρα ή δυο.

Οι χωρικοί τότε διάλεξαν γι' αντιπρόσωπό τους το Νασρ-εν-Ντιν, σα γραμματισμένος δα που ήταν, για να τον προσφωνήση, και του υποβάλη τα σέβη του, και για να μην τον στείλουν με άδεια χέρια και για να καλοπιάσουν του Πασσά, έδωσαν στο Χότζα μια πάπια ψητή, να του την προσφέρη πεσκέσι απ' αυτούς.

Στο δρόμο, ο Νασρ-εν-Ντιν μην αντέχοντας στη γαργαλιστική μυρωδιά της ψητής πάπιας, που του λίγωνε την καρδιά, αποφάσισε να φάη λιγάκι απ' αυτήν.

— Ποιος ξέρει, είπε μέσα του, αν θα με κρατήση στο τραπέζι του ο Πασσάς, απόψε. Ας φάω τώρα, ένα κομμάτι, κι' αν, πάλι, με κρατήση, πάλι τρώω.

Λοιπόν, τραβήχτηκε σ' ένα παράμερο μέρος έβαλε κάτω το ταψί, κι' άρχισε να συλλογίζεται από πού να κόψη και να φάη.

Τέλος, το βρήκε. Έκοψε κ' έφαγε το ένα ποδάρι της πάπιας, ύστερα γύρισε το πουλί, και το τοποθέτησε με τέτοιον τρόπο ώστε η φαγωμένη πλευρά νάνε από κάτω, λέγοντας μέσα του:

— Αυτός θα φάη από απάνω και δε θα παρατηρήση πως λείπει το ποδάρι.

Έφθασε στο τσαντήρι του Πασσά, τη στιγμή που αυτός ήταν έτοιμος να καθήση στο τραπέζι. Ο Πασσάς ευχαριστημένος από την προσφώνησι του Χότζα κι' από το πεσκέσι των χωρικών (έτυχε κιόλας να τρελλαίνεται για την ψητή πάπια), κράτησε το Χότζα να φάη μαζύ του, και κάθησαν στο τραπέζι.

Σε λίγο φέραν τα φαγητά, και πρώτα απ' όλα την πάπια, το πεσκέσι. Μα, οι δούλοι είχαν βγάλη το πουλί από το ταψί, και το σερβίρησαν στην πιατέλα με τη φαγωμένη πλευρά από πάνω.

Ο Πασσάς απόρησε και ρώτησε το Χότζα;

— Πώς γίνεται αυτό; Μ' ένα πόδι μου' στειλαν οι συχωριανοί σου την πάπια;

— Όχι, Πασσά μου! απάντησε ο Χότζας. Μα, στον τόπο μας οι πάπιες έχουν ένα μόνο ποδάρι.

— Μπορείς να μου τ' αποδείξης αυτό; ρώτησε ο Πασσάς.

— Πώς, όχι; του είπε Νασρ-εν-Ντιν. Αν θέλης το πρωί σηκωνόμαστε και πάμε και τις βλέπεις.

Το πρωί ο Χότζας πήρε του Πασσά και τον κατέβασε στο λιβάδι. Εκεί στάθηκε σ' ένα ύψωμα όχι μακρυά από μια μικρή λίμνη, που στην όχθη στέκουνταν μερικές πάπιες.

— Να, πασσά μου, βλέπεις τις πάπιες που είνε μ' ένα ποδάρι;

Πράγματι, οι πάπιες είχαν λουστή στη λίμνη και στέκουνταν τώρα στον ήλιο, με το πόδι τους σηκωμένο απάνω και κρυμμένο μέσα στα φτερά της κοιλιάς τους, όπως συνειθίζουν αυτά τα πουλιά.

Ο Πασσάς, χωρίς να πη λέξι, έβγαλε από τη ζώνη του μία κουμπούρα και πυροβόλησε απάνω στις πάπιες.

Τα πουλιά, τρομαγμένα από του πυροβολισμό, ώρμησαν τρέχοντας κατά το λιβάδι, φυσικά, με τα δυο τους πόδια.

— Βλέπεις, βρε βαγαπόντη, είπε ωργισμένος ο Πασσάς, πως μου λες ψέματα; Οι πάπιες στον τόπο σου έχουν, όπως όλες οι πάπιες του κόσμου, δυο ποδάρια.

— Μα, Πασσά μου, απάντησε ατάραχος ο Χότζας, και σένα αν σου τινάξη κανείς μια κουμπουριά, θα γίνουνε τα δυο σου πόδια τέσσερα.

82. — ΤΟ ΒΙΟΛΙ

Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έβαλε στο μυαλό του να κλέψη ένα σιδεράδικο.

Στάθηκε λοιπόν έξω από την πόρτα και άρχισε, με μια λίμα, που είχε πάρη μαζύ του, να λιμάρη την κλειδωνιά.

Ένας φίλος του, που κατά τύχη περνούσε απ' εκεί και τον αντελήφθηκε, τονε ρώτησε:

— Τι κάνεις αυτού, Χότζα;

— Βιολί παίζω, απάντησε ο Χότζας.

— Μα δεν την ακούω τη φωνή του βιολιού σου! είπε ο φίλος του.

— Αύριο θα την ακούσης! αποκρίθηκε εκείνος.

Πράγματι το πρωί ακούστηκε πως του τάδε το σιδεράδικο τώκλεψαν εκείνην την νύχτα.

83. — Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μπήκε στο λουτρό, και μη βλέποντας κανέναν εκεί, στενοχωρήθηκε και άρχισε να τραγουδά για να σκοτώση την ανία του.

Η φωνή του τού άρεσε υπερβολικά και είπε μέσα του με θαυμασμό:

— Μωρέ, τέτοια ωραία φωνή έχω εγώ, και δεν τώξερα;

Κι' αμέσως, δίχως να χάνη καιρό, βγήκε απ' το λουτρό, τράβηξε ίσια κατά το Τζαμί, ανέβηκε στο Μιναρέ, κ' ενώ δεν ήταν ακόμα ώρα, άρχισε να καλή τους Πιστούς στη Μεσημβρινή Προσευχή.

Κάποιος που περνούσε απ' εκεί, τον άκουσε που προσκαλούσε τους Πιστούς στην προσευχή πριν της ώρας, και του φώναξε:

— Βρε ζωντόβολο, από τόσο νωρίς και με τέτοια άνοστη φωνή κράζεις για την Προσευχή;

— Ω άνθρωπε, απάντησε ο Χότζας. Έπρεπε νάτανε το λουτρό, εδώ απάνω στο μιναρέ, και θάβλεπες τι ωραία που θάταν η φωνή μου!

84. — ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΔΥΩ ΠΟΛΕΩΝ

Κάποτε ο Χότζας ταξίδευε στη Συρία, κ' έτυχε να πάη από το Χαλέπι στη Δαμασκό. Εκεί, μόλις έφθασε, μπήκε στο Μεγάλο Τζαμί, και γνωρίστηκε με μερικούς διαβασμένους, που τον εφιλοξένησαν.

Το βράδυ κει που κουβέντιαζαν, τους είπε:

— Το αέρι του Χαλεπιού και το αέρι της Δαμασκού είνε το ίδιο.

— Πού το ξέρεις; Συ, ακόμα δεν ήρθες, του είπαν εκείνοι.

— Νά! Τα ίδια άστρα που έχει ο ουρανός του Χαλεπιού, έχει κι' ο δικός σας ουρανός, απάντησε ο Χότζας.

85. — ΤΟ ΔΙΣΑΚΚΙ

Ο Χότζας, μια μέρα, έχασε το δισάκκι του, και φοβέριζε τους συχωριανούς του, λέγοντας:

— Θα μου βρήτε το δισάκκι μου, ειδ' άλλως εγώ ξέρω τι θα κάνω!

Οι χωρικοί, φοβισμένοι, έψαξαν και του βρήκαν το δισάκκι και του το πήγαν.

Ο Χότζας τους ευχαρίστησε, κ' εκείνοι, από περιέργεια, πριν φύγουν τονε ρώτησαν:

— Χότζα, τι θάκανες, αν δε σου βρίσκαμε το δισάκκι;

— Απλούστατο, απάντησε ο Χότζας. Έχω στο σπίτι μου ένα παληό τσουβάλι. Θα το έκοβα στη μέση και θα τώκανα δισάκκι.

86. — ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΜΟΣΧΑΡΙ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν, που γύριζε από το χωράφι του, βρήκε στο δρόμο ένα μοσχάρι παραπλανημένο.

Το πήρε, το πήγε στο σπίτι του, τώσφαξε, τώγδαρε, κ' έκρυψε το τομάρι του.

Κατά το δειλινό, κει που καθόταν στο παράθυρό του, είδε στο δρόμο τον κάτοχο του μοσχαριού να τριγυρνά με κλάματα από σπίτι σε σπίτι και να ρωτά μήπως τώδαν. Πλησίαζε τώρα και στο σπίτι του Χότζα.

Ο Χότζας μπαίνει μέσα βιαστικά, φωνάζει της γυναίκας του και της λέει:

— Γυναίκα, ο άνθρωπος πούχε το μοσχάρι! Γρήγορα φέρε μου δω το τομάρι να του βάψω το πρόσωπο με καραμπογιά για να μην το γνωρίση!

87. — Η ΣΚΑΛΑ

Μια μέρα, ο Χότζας πήρε μια σκάλα, τη στήριξε σ' τον τοίχο ενός κήπου, ανέβηκε στον τοίχο, ύστερα πέρασε τη σκάλα από τ' άλλο μέρος και κατέβηκε στον κήπο, όπου άρχισε να μαζεύη διάφορα φρούτα και να τα ρίχνη στο ταγάρι του.

Έξαφνα τον αντελήφθηκε ο φύλακας του κήπου και του φώναξε:

— Ε! Άνθρωπε, τι θέλεις εδώ; Ποιος είσαι;

Ο Χότζας έτρεξε αμέσως κοντά στη σκάλα και του είπε:

— Σκάλες πουλώ!

— Και τις σκάλες εδώ τις πουλούνε; ρώτησε ο φύλακας.

— Βρε ζωντόβολο, αποκρίθηκε ο Χότζας, δεν ξέρεις πως τις σκάλες όπου κι' αν είνε τις πουλάς;

88. — Ο ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΚΟΣ

Κάποτε, ένας φίλος του Χότζα του παρεκάλεσε να μαρτυρήση στο Δικαστήριο γι' αυτόν, σε κάποια υπόθεσι.

Όταν ήρθαν μπρος στον Καδή, ο φίλος του Χότζα έκανε αγωγή εναντίον ενός άλλου, για στάρι, μα, ο Χότζας, στην εξέτασι, έδωσε μαρτυρία για κριθάρι.

— Μα, δεν πρόκειται για κριθάρι, του φώναζε ο φίλος του, πρόκειται για στάρι.

— Πώς φαίνεσθε πως είσθε μπουνταλάδες! απάντησε ο Χότζας. Όταν παίρνει κάνεις ψεύτικο όρκο τι τον νοιάζει αν πρόκειται για στάρι ή για κριθάρι;

89. — ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΔΑΝΕΙΣΕ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ ΤΟΥ

Μια μέρα, ένας γείτονας πήγε στο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα και τον παρακάλεσε να του δανείση το γάιδαρό του.

— Στάσου, μια στιγμή, του λέει ο Χότζας, να πάω να τον ρωτήσω, κι' αν θέλει, μετά χαράς σου, να σ' τονε φέρω.

Κατέβηκε, λοιπόν, στ' αχούρι, κι' αφού έμεινε εκεί λίγη ώρα, γύρισε στο γείτονα και τούπε:

— Δε θέλει. Τι να σου κάνω! Τον παρακάλεσα . . . του κάκου! Είνε απαυδισμένος, λέει, από τους ξένους, γιατί κάθε φορά που τους τον δανείζω, κι' αυτόν, τον κακομοίρη, τον χτυπούν, κ' εμένα, τον κύριό του, βρίζουν και βλαστημούνε: «Χο! Βρωμερό ζω! . . . Συ κι' αυτός που σ' έχει!» του λένε, λέει.

90. — ΠΥΡΚΑΪΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ

Ένα βράδυ, ο Χότζας δεν πρόσεξε ότι η σούπα ήτανε ζεστή, και κατέβασε βιαστικά μια μεγάλη κουταλιά.

Μα, αμέσως αισθάνθηκε τρομερή καΐλα στα σωθικά του και πιάνοντας την κοιλιά του με τα δυο του χέρια, κατέβηκε σαν ξεφρενιασμένος στους δρόμους κράζοντας:

— Αδελφοί, τρέξετε! Βοήθεια. Έπιασε φωτιά η κοιλιά μου!

91. — ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ

Κάποτε, ο Χότζας έπιασε τα πουλερικά του κ' έβαλε στο πόδι του καθενός μια μαύρη κορδελίτσα.

Ο πραγματικός λόγος που έβαλε στα πουλερικά του αυτήν την κορδελίτσα ήταν για να τα γνωρίζη, αν καμμιά φορά παραστρατούσαν και πήγαινε και τ' αναζητούσε στις γειτονικές αυλές και στα μπουστάνια, μα, σε μερικούς φίλους που τονε ρώτησαν, απάντησε:

— Πέθανε η μάννα τους και φορούνε πένθος!

92. — ΣΤΟ ΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΝΟΔΟΧΟ

Μια νύχτα, ο Πειρασμός έβαλε το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα ν' ανεβή στα κεραμίδια του γείτονά του κι' απ' εκεί να δοκιμάση να κατεβή μέσα από την καπνοδόχο, στο σπίτι, και να κλέψη, τι; — κρομμύδια!

Όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που έφθασε στο στόμιο της καπνοδόχου, μα, εκεί, βάζοντας απερίσκεπτα το πόδι σε κάτι τι, που στο φως του φεγγαριού το πήρε για τράβα, ενώ δεν ήταν παρά η σκιά κάποιου στύλου, που έπεφτε, από το διπλανό σπίτι, γκρεμοτσακίστηκε μέσα από την καπνοδόχο κ' έπεσε, σαν τόπι, στο τζάκι, κάτω, με το ένα πόδι βγαλμένο, και σε ελεεινό χάλι.

Ο γείτονας, ακούοντας απάνω στον ύπνο του το θόρυβο, ξύπνησε, ανταριασμένος, και φώναξε στη γυναίκα του:

— Γρήγορα! Γρήγορα! Άναψε το φως να πιάσωμε τον κλέφτη πριν μας φύγη.

Κι' ο Χότζας από τη γωνιά του τζακιού:

— Αγάλια, αγάλια, γείτονα! Δεν είνε βία, γιατί, κατά το πέσιμο που 'κανα, και σήμερα θα μ' έχης εδώ και αύριο.

93. — ΕΠΙΕΙΚΗΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Μια μέρα, η γυναίκα του Νασρ-εν-Ντιν ήταν πνιγμένη στη δουλειά, και παρεκάλεσε τον άνδρα της να κρατήση λιγάκι το μωρό, ως που να τελειώση.

Ο Χότζας πήρε το μωρό, μα, ενώ το τριγυρνούσε πέρα δώθε, τον κατούρησε. Θυμωμένος τότε ο Χότζας το αφήνει κάτω και το κατουρεί κι' αυτός.

Τον βλέπει η γυναίκα του και του φωνάζει:

— Βρε, άνδρα, παλαβώθηκες; Τι κάνεις εκεί;

— Νάχη χάρι που είνε παιδί μου, απαντά ο Χότζας. Αν ήταν άλλο θα το κόπριζα.

94. — Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Κάποτε, ψόφησε ο γάιδαρος του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κι' ο πανούργος για να μη ζημιωθή την τιμή που είχε δώση γι' αυτόν σοφίστηκε το ακόλουθο τέχνασμα:

Αγόρασε κάμποσο νήμα, κι' αφού έκοψε το κεφάλι του γαϊδάρου, το τύλιξε μ' εκείνο το νήμα, έκανε ένα πελώριο και βαρύ κουβάρι και το κατέβασε στην αγορά για να το πουλήση.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε ένας αγοραστής που συμφώνησε μαζύ του την τιμή, και πήγαν να το ζυγίσουν. Ενώ το ζύγιζε ο δημόσιος ζυγιστής, ο αγοραστής το έβλεπε πολύ βαρύ κι' απορούσε. Ρώτησε τον Νασρ-εν-Ντιν.

— Κάπως βαρύ μου φαίνεται αυτό το νήμα: μην έχεις τίποτα μέσα;

Έκανε αυτήν την ερώτησι δυο και τρεις φορές, μπροστά σε άλλους, και πάντοτε λάβαινε από το Νασρ-εν-Ντιν την ίδια και στερεότυπη απάντησι:

— Όχι, γαϊδουροκέφαλο! . . .

Τέλος, επλήρωσε την αξία του νήματος, σωστή, όσο ζύγιζε το κουβάρι, κι' ο Νασρ-εν-Ντιν γύρισε στο σπίτι του καταχαρούμενος, που με το τέχνασμά του αυτό κατώρθωσε να μη χάση την αξία του γαϊδάρου που του ψόφησε.

Ύστερα από κάνα δυο μέρες, ο αγοραστής θέλοντας να χρησιμομοιήση το νήμα, άρχισε να ξετυλίγη το κουβάρι που του πούλησε ο Χότζας, όταν, έξαφνα, αφ' ου ξετύλιξε κάμποσο, είδε να ξεπροβάλη η πελώρια κεφαλή ενός γαϊδάρου, κι' αμέσως κατάλαβε την κατεργαριά του Χότζα.

Δεν έχασε καιρό, μόνε μια και δυο, πήγε στον Καδή κ' έκανε μήνυσι, κι' ο Καδής αμέσως έστειλε να φωνάξουν το Χότζα.

Όταν ήρθε, και ρωτήθηκε πώς έγεινε το πράγμα, ο Χότζας με όλην την απάθειά του απάντησε ότι αυτός τώπε πως μέσα στο κουβάρι ήταν το γαϊδουροκέφαλο, κ' είχε και μάρτυρες, μάλιστα, τον δείνα και τον τάδε, που το άκουσαν.

Αυτούς τους δείνα και τους τάδε, ο Καδής έστειλε και τους έφερε, αμέσως, και όλοι τους επεβεβαίωσαν τα λόγια του Χότζα.

Έτσι ο Καδής έδωσε δίκαιο στο Χότζα, και τον αγοραστή τον έστειλε να κόβη ξύλα.

95. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΟΡΔΩΝ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας φύτεψε σκόρδα στον κήπο του, κι' όταν τάδε πια γινομένα, έβγαλε κάνα δυο και τάφαγε, λέγοντας μέσα του:

«Και του χρόνου, να δώση ο Θεός!»

Τώρα, το ίδιο εκείνο βράδυ, ο Χότζας θέλησε να πλαγιάση με τη γυναίκα του, και πήγε στην κάμαρά της, μα, εκείνη έτυχε να μην μπορή να υποφέρη τη βρώμα αυτού του φυτού, κι' όταν ο άνδρας της την επλησίασε μέσα στο σκοτάδι, όλος περιποιήσεις και χάδια, πήγε αμέσως στη μύτη της η μυρωδιά του σκόρδου, και δίνοντας μια γερή κλωτσιά του Χότζα, τον πέταξε έξω απ' το κρεββάτι, λέγοντάς του με θυμό.

— Πουφ! Σκορδοφαγωμένος μούρθες; Να φύγης, να μη σε ξαναϊδώ πια στα μάτια μου. Και, μα το Θεό, σου λέω, αν ξαναφάς σκόρδα, θα πάω αμέσως στον Καδή να σε χωρίσω κι' ας χάσω το μαχρ (12) .

Είνε αδύνατο να φαντασθή κανείς σε ποια ταραχή έρριξε το Χότζα η απειλή της γυναίκας του. Πέρασε όλη τη νύχτα μονάχος στον οντά του, άυπνος και σε μεγάλη αμηχανία, μην ξέροντας πώς να κάνη για να μη χάση τις δυο μεγάλες του αγάπες — την αγάπη του για την γυναίκα του και την αγάπη του για τα σκόρδα.

Το πρωί, μπαϊλντισμένος από την αϋπνία και σι κλεντισμένος κατέβηκε σ' ένα ράφτη, φίλο του, που είχε ένα μπουστάνι δίπλα στο δικό του, και φύτευε σκόρδα, και ήταν κι' αυτός φοβερός σκορδοφάγος, και τονε ρώτησε:

— Ω Φουλάν! (13) Νάχεις καλό από το Θεό, ξέρεις να μου πης πώς μπορεί κανείς να φυτέψη σκόρδα με τέτοιον τρόπο ώστε όταν τρώη να μη βρωμά το στόμα του;

Ο ράφτης του απάντησε:

— Απλούστατο! Πριν τα φυτέψης γδύσε τα απ' τις φλούδες τους.

Ο Χότζας ακολούθησε πιστά τη συμβουλή αυτή του φίλου του, του ράφτη, μα, όταν τα σκόρδα, που φύτεψε γυμνά από τις φλούδες τους, γένηκαν, κ' έφαγε απ' αυτά, πάλι βρωμούσε το στόμα του.

Έτρεξε στο φίλο του και με μεγάλον πόνο του ανάγγειλε ότι η συνταγή του δεν επέτυχε.

— Έχεις δίκαιο, μωρέ Χότζα, απάντησε με ειλικρινή θλίψι ο ράφτης. Λησμόνησα να σου πω ότι πρέπει νάσαι κ' εσύ ολόγυμνος την ώρα που τα φυτεύεις.

Ο Νασρ-εν-Ντιν εφάρμοσε κι' αυτήν την οδηγία, μα, όταν γένηκαν τα σκόρδα, πάλι βρωμούσαν.

Φρενιασμένος τότε, ο Χότζας πέταξε πέρα τα σκόρδα με θυμό και τους είπε:

— Βρε σεις, δεν αλλάζετε κεφάλι! Σας γύμνωσα, έγεινα κ' εγώ τσίτσιδο για το χατήρι σας, μα, εσείς μείνατε τα ίδια! Α, να χαθήτε από τα μάτια μου! Νάμαι κερατάς, αν θα σας βάλω άλλη φορά στο στόμα μου.

96. — Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο Χότζας, περνώντας από έναν δρόμο είδε κάποιον, κι' αφού τον παρατήρησε λίγη ώρα, με προσοχή από πίσω, έτρεξε, στάθηκε πλάι του, έσκυψε και τον κοίταξε καλά στο πρόσωπο, κ' ύστερα τραβήχτηκε πάλι πίσω.

Όταν έκανε ο άνθρωπος μερικά βήματα, ο Χότζας, αφού τον παρατήρησε πάλι προσεκτικά, από πίσω, έτρεξε όπως και την πρώτη φορά κ' έσκυψε και τον κοίταξε στο πρόσωπο.

Παραξενεύτηκε ο άνθρωπος και τονε ρώτησε:

— Θέλεις τίποτα από μένα;

— Θα σ' το πω, απάντησε ο Χότζας, δεν είνε ντροπή· ποιος είσαι; Δε σε γνωρίζω.

— Αφού δε με γνωρίζεις, γιατί με παρατηρούσες έτσι;

— Επειδή το σαρίκι σου έμοιαζε με το δικό μου· σε πήρα για τον εαυτό μου, αποκρίθηκε ο Χότζας.

97. Η ΓΚΑΜΗΛΑ

Κάποτε, μερικοί φίλοι του Χότζα τον προσκάλεσαν σε μια εκδρομή, κι' αυτός ενοίκιασε μια γκαμήλα για να πάη.

— Να πάω, τουλάχιστον, με άνεσι, είπε, κι' όχι πεζή, να σπάσω τα πόδια μου.

Μα, κει που πηγαίναν, επειδή δεν ήξερε να κουμαντάρη τη γκαμήλα, ο Χότζας ερέθισε το ζώο, βέβαια δίχως να το θέλη, ο μαύρος! Η γκαμήλα έβγαλε ένα μουγκρητό και τίναξε χάμου τον αναβάτη του, κ' ύστερα πήγε και γονάτισε απάνω του.

Ο Χότζας έβγαλε δυνατές κραυγές από τον τρόμο του, κ' οι άλλοι γυρίζοντας πίσω, έτρεξαν και τον ελευθέρωσαν.

Σε λίγο, όταν συνήρθε από την τρομάρα του, ο Χότζας είπε στους φίλους του.

— Ω αδερφοί μου, είδατε πώς με βασάνισε αυτή η άτιμη γκαμήλα; Σας παρακαλώ, πιάστε την και φέρτε μού την να τη σφάξω για τιμωρία της!

98. — Ο ΓΥΙΟΣ ΤΟΥ

Μια μέρα, ο μικρός γυιός του Χότζα λογόφερε με του πατέρα του, και του πέταξε αυτόν τον λόγο:

— Ξέρω πώς ήρθες στον κόσμο!

— Τι λέει, αυτό το βρωμόπαιδο; φώναξε από μέσα, θυμωμένη, η μητέρα του.

— Μη θυμώνεις, γυναίκα! είπε ο Χότζας. Άσ' το παιδί να το ξέρη κι' αυτό!

99. — ΠΡΟΦΥΛΑΞΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΤΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ρώτησε τη γυναίκα του:

— Βρε, γυναίκα! Από πού καταλαβαίνει κανείς τον πεθαμένο;

Εκείνη τούπε:

— Νά, από τα χέρια και τα πόδια που ξυλιάζουν.

Λοιπόν, ύστερα από μερικές μέρες, ενώ ο Χότζας πήγαινε με το γάιδαρό του στο δάσος για να μαζέψη ξύλα, γιατί ήτανε χειμώνας, αισθάνθηκε έξαφνα τα πόδια του και τα χέρια του να ξυλιάζουν από το κρύο.

— Νά! Πέθανααα! είπε και ξαπλώθηκε κάτω από ένα δένδρο.

Σε λίγο, κατέβηκαν λύκοι απ' το βουνό, είδανε το γάιδαρο, και πεινασμένοι καθώς ήσαν έπεσαν απάνω του κι' άρχισαν να τον καταβροχθίζουν.

Κι' ο Χότζας από το μέρος όπου ήταν ξαπλωμένος:

— Τι να σας κάνω; Νάχετε χάρι που είμαι πεθαμένος, ειδέ σας έδειχνα εγώ!

100. — ΝΕΦΤΙ

Μια μέρα, ο Χότζας γύριζε απ' το δάσος, με το γάιδαρό του φορτωμένο ξύλα. Μα, είχε παραφορτώση το ζώο, και το κακόμοιρο δεν μπορούσε να περιπατήση.

Κάποιος, τότε, περνώντας από κει, άλειψε τα πισινά του γαϊδάρου με νέφτι, κι' αμέσως ο γάιδαρος άρχισε να τρέχη τόσο γρήγορα, ώστε ο Χότζας δεν μπορούσε να τον φθάση.

— Μωρέ τι θαυμάσιο πράγμα είνε αυτό! είπε ο Χότζας στον άνθρωπο. Σε παρακαλώ δόσε και σε μένα λιγάκι!

Ο άνθρωπος του έδωσε, κι' ο Χότζας αλείφτηκε.

Μα, αμέσως έννοιωσε καΐλα και φλόγα, κι' άρχισε να τρέχη τόσο, ώστε ξεπέρασε και το γάιδαρό του κ' έφθασε πιο γρήγορα απ' αυτόν στο σπίτι.

Μα, κ' εκεί μην μπορώντας να σταθή, έτρεχε απάνω κάτω, και μέσα στις κάμαρες, κι' απάνω στην ταράτσα, και κάτω στην αυλή, και, μια στιγμή, που συνάντησε τη γυναίκα του, της είπε:

— Αν θέλεις να με φθάσης, αλείψου με λιγάκι νέφτι!

101. — ΤΟ ΠΕΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ξαπλώθηκε στην όχθη του ποταμού, και είπε:

«Τώρα θα πεθάνω».

Σε λίγο, του πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε βαθειά και μακάρια.

Ύστερα από κάμποση ώρα, ένας διαβάτης, που περνούσε απ' εκεί τον ξύπνησε και τούπε:

— Σε παρακαλώ, μου λες από πού είνε το πέραμα του πoταμού, αν το ξέρεις;

— Όταν ήμουν στη ζωή, αποκρίθηκε ο Χότζας, ήταν από δω, τώρα, δεν ξέρω από πού είνε.

102. — ΠΡΟΦΥΛΑΞΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΤΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας αγαπούσε πολύ το τζιγέρι, και ταχτικά αγόραζε, μα, η γυναίκα του τού σερβίριζε πάντα άλλα φαγιά, γιατί η τύχη τώθελε ν' αγαπά κι' αυτή υπερβολικά το τζιγέρι, τόσο ώστε να το τρώη και να μην της πηγαίνη η καρδιά ν' αφήση και του ανδρός της.

Λοιπόν, μια μέρα, ο Χότζας δε βάσταξε πια κ' είπε θυμωμένος:

— Εγώ φέρνω πάντα τζιγέρι, τι γίνεται;

Εκείνη τούπε:

— Το αρπάζει η γάτα!

Ο Χότζας σηκώνεται αμέσως, και παίρνει το τσικούρι και το κλειδώνει στην ντουλάπα;

— Τι κάνεις; τονε ρωτά η γυναίκα του.

— Το κρύβω από τη γάτα, αποκρίνεται ο Χότζας.

— Και τι θα το κάνη η γάτα το τσικούρι, λέει η γυναίκα με ξεκαρδιστικό γέλιο.

— Αυτή που καταδέχεται και τρώει δυο γροσών πράμμα, απαντά ο Χότζας, θα σου αφήση, νομίζεις, το τσικούρι, που έχει μισό τάλλαρο;

103. — Τ' ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ

Μια μέρα, που ο Χότζας ήταν μόνος στο σπίτι, άνοιξε ένα μικρό λάκκο κ' έχωσε εκεί λίγα χρήματα που είχε συνάξη από οικονομίες. Μα, σκέφθηκε λιγάκι κ' είπε μέσα του:

«Αν ήμουνα εγώ κλέφτης, θα τάβρισκα».

Πήρε λοιπόν, τα χρήματα από κει που τάχωσε, και πήγε και τάκρυψε σ' ένα άλλο μέρος. Μα, και για κείνο το μέρος έκανε την ίδια σκέψι, και τα πήρε πάλι πίσω.

Βρέθηκε σ' αμηχανία, μην ξέροντας πού να βρη το ασφαλέστερο μέρος, όταν έξαφνα είδε ένα λόφο που ήταν αντίκρυ στο σπίτι του.

— Α! Βρήκα! είπε μ' ευχαρίστησι.

Κατεβαίνει, μια και δυο, στον κήπο, κόβει ένα κλαδί από ένα δένδρο, βάζει τα χρήματά του σε μια σακκούλα, την κρεμνά στην άκρη του κλάδου, κι' ανεβαίνοντας στο λόφο, στήνει τον κλάδο στο ψηλότερο μέρος. Ύστερα κατεβαίνει και καμαρώνοντας από κάτω το έργο του, λέει:

— Αλήθεια, βρήκα το πιο ασφαλισμένο μέρος για τα χρήματά μου. Γιατί ποιος μπορεί τώρα να τα πειράξη εκεί που είνε; Ο άνθρωπος δεν είνε πουλί, να μπορέση να φθάση ως εκεί απάνω!

Έτυχε, όμως, κάποιος πανούργος, κρυμμένος κάπου εκεί, να παρακολουθήση όλες τις κινήσεις του Χότζα, και μόλις αυτός έφυγε και γύρισε στο σπίτι του, βγήκε απ' την κρυψώνα του, ανέβηκε στο λόφο, πήρε τη σακκούλα με τα χρήματα, κ' έφυγε αφού πρώτα άλειψε του κλάδο με κοπριά βωδιού.

Ύστερα από λίγον καιρό, ο Χότζας, έχοντας ανάγκη από μερικά χρήματα ανέβηκε στο λόφο, μα, με μεγάλη του φρίκη είδε ότι η σακκούλα του είχε κάνη φτερά, και ότι μόνο γκαβαλίνες υπήρχαν στη θέσι της.

Έμεινε αρκετή ώρα σαστισμένος και βουβός από την έκπληξι, ύστερα είπε:

— Κ' εγώ έλεγα πως κάνεις άνθρωπος δε θα μπορούσε να φθάση ως εδώ απάνω. Για ιδές, όμως πως το βόιδι ανέβηκε και κόπρισε, μάλιστα. Μωρέ, τι περίεργο πράγμα!

104. — Η ΠΙΟ ΣΩΣΤΗ ΛΥΣΙΣ

Ένα σκυλί μαγάρισε, μια μέρα, στη μέση ενός δρόμου, και ακριβώς μπρος στις πόρτες δυο σπιτιών που αντικρύζονταν.

Ο ιδιοκτήτης του ενός σπιτιού, φώναξε, τότε, τον ιδιοκτήτη του άλλου, και τούπε:

— Σε παρακαλώ να καθαρίσης το δρόμο απ' αυτές μαγαρισιές. Το σκυλί τις έκανε κοντά στο σπίτι σου, κ' είνε χρέος σου να το κάνης.

— Όχι, κύριε, πιο κοντά στο δικό σου τις έκανε, κ' είνε δική σου υποχρέωσι να τις σκουπίσης.

— Όχι, αφέντη μου, εσύ οφείλεις να τις σκουπίσης.

— Όχι, πασσά μου, εσύ οφείλεις . . .

Σιγά σιγά, με το «όχι! ναι!, όχι, ναι!» κόρωσε η φιλονεικία κ' έφθασε ως στο δικαστήριο.

Τώρα, έτυχε, ακριβώς εκείνην την ημέραν, ο Χότζας να έχη πάη στο δικαστήριο, για να ιδή τον Καδή, που, όταν άκουσε την υπόθεσι γύρισε σ' αυτόν και τούπε:

— Χότζα μου, λύσε συ τη διαφορά αυτών των ανθρώπων!

Ο Χότζας δέχτηκε και, γυρίζοντας στους δυο ανθρώπους, ρώτησε τον έναν απ' αυτούς.

— Ο δρόμος όπου μαγάρισε το σκυλί είνε δημόσιος;

— Ναι, αποκρίθηκεν εκείνος.

— Τότε, λέει ο Χότζας, ούτε συ ούτε ο άλλος δεν είνε υποχρεωμένος να σαρώση τις ακαθαρσίες, αλλά ο Καδής! Αυτή είνε η πιο σωστή λύσις!

105. — ΣΟΦΙΑ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε συνήθεια, κάθε φορά που έστελνε κανένα από τους μαθητές του να γεμίζη τη στάμνα στη βρύση, πρώτα να τον δέρνη κ' έπειτα να του δίνη στα χέρια τη στάμνα.

Μια μέρα, κάποιος φίλος του τονε ρώτησε.

— Γιατί το κάνεις αυτό, Χότζα;

— Το κάνω, απάντησε ο Χότζας, για νάχη τα μάτια του τέσσερα να μη σπάση τη στάμνα. Γιατί μια φορά κ' έσπασε η στάμνα, τι οφελεί πια κι' αν τονε δείρω.

106. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΟΥΡΝΟΥ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, επειδή του γκρεμίστηκε ο φούρνος του, έχτισε έναν άλλον, που τού 'βαλε την πόρτα του προς το νοτιά, και φώναξε, ύστερα, τους γειτόνους και τους φίλους για να του πουν τη γνώμη τους, αν τον έφτιαξε καλά.

Εκείνοι ήρθαν, τον είδαν, κι' ο καθένας είπε τη γνώμη του: ο ένας έλεγε ότι η πόρτα έπρεπε νάταν προς το βορηά, άλλος προς τη δύση, άλλος προτιμούσε την ανατολή, και ούτω καθεξής, ώσπου έκαναν, τον κακομοίρη το Χότζα, να χάση τα πασχάλια του.

Σικλεντισμένος, τότε, και αγανακτισμένος που έκανε άδικα του κόπο, έπιασε και γκρέμισε του φούρνο, άμα φύγανε οι γειτόνοι κ' οι φίλοι, και τον έχτισε απάνω σ' ένα κάρρο, και ύστερα τους φώναξε πάλι.

Εκείνοι άμα τον είδαν άρχισαν τα ίδια, μα, τώρα, ο Χότζας ήξερε τη δουλειά του, κ' έτσι, όταν ο ένας έλεγε το γνώμη του ότι η πόρτα του φούρνου θα ήταν καλλίτερα νάταν προς το βορηά, αυτός με ένα: «στάσου»!» γύριζε αμέσως το φούρνο κ' έφερνε την πόρτα του προς το βορηά, ή όταν ο άλλος υπεστήριξε ότι ο φούρνος θα ήταν πιο κόμοδος αν είχε την πόρτα του προς την ανατολή, ο Χότζας πάλι γύριζε το φούρνο προς την ανατολή, και ούτω καθ' εξής, ως που έκανε όλων τα χατήρια.

Όταν, οι γειτόνοι έφυγαν είπε στη γυναίκα του:

— Καλλίτερον τρόπο απ' αυτόν δεν μπορούσα ναύρω για να κάνω όλων τα γούστα, και όχι τα δικά μου, βρε γυναίκα!

Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω
Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω

107. — ΤΑ ΒΡΕΤΗΚΙΑ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έχασε το γάιδαρό του, κ' έβαλε το ντελάλη να φωνάζη στους δρόμους:

«Όποιος βρη αυτόν το γάιδαρο, θάχη γι' αμοιβή του κι' αυτόν, και το καπίστρι του, και το σαμάρι του».

108. — ΤΟ ΣΑΡΙΚΙ

Κάποτε ο Χότζας, ενώ τύλιγε το σαρίκι του, στο κεφάλι του, για νάβγη έξω, δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να φέρη την άκρη του πίσω.

Το ξετύλιξε και το τύλιξε, από την αρχή, μα, και πάλι τα ίδια!

Αφ' ου έτσι παιδεύτηκε κάμποσο, αγανάκτησε και παίρνοντάς το στην αγορά ζήτησε να το πουλήση.

Κάποιος θέλησε να το αγοράση, κι' άρχισε να παζαρεύη.

Απάνω στο παζάρεμα, ο Χότζας σκύβει στ' αφτί του αγοραστή και του λέει: — Το καλό που σου θέλω, μην το παίρνεις! Δεν ξέρεις τι τζαναμπέτικο είνε! Δε φέρνει ποτέ την άκρη του, πίσω, το άτιμο!

109. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΠΟΥΖΙΩΝ

Μια μέρα, ο Χότζας ανέβηκε στο βουνό για να μαζέψη ασπαλάθρους και πήρε μαζύ του δυο καρπούζια.

Στο δρόμο δίψασε, κ' επειδή δεν υπήρχε καμιά πηγή εκεί κοντά, κάθησε κ' έκοψε το ένα καρπούζι, για να σβύση το δίψα του με την ψύχα του και με το δροσερό ζουμί του.

Επειδή όμως βρήκε το καρπούζι αυτό άνοστο, το πέταξε, κ' έκοψε το άλλο, που ήταν καλό και τραγανό, και τώφαγε μ' ευφροσύνη.

Ύστερα, αφού δρόσισε έτσι τα σωθικά του, σηκώθηκε και κατούρησε απάνω στα κομμάτια του πρώτου καρπουζιού, και ξεκίνησε πάλι για τη δουλειά του.

Ανέβηκε στο βουνό, έκοψε τους ασπαλάθρους, τους φόρτωσε στο γάιδαρό του, και πήρε πάλι τον ίδιο δρόμο για να γυρίση στο σπίτι του.

Σε λίγο, έφθασε στο μέρος όπου είχε φάη το καρπούζι, κ' επειδή ο διάολος τώφερε έτσι ώστε να διψάση πάλι υπερβολικά, δεν ήξερε τι να κάνη.

Έξαφνα, κοίταξε τα κομμάτια του πρώτου καρπουζιού, που ήσαν ριγμένα, δω κ' εκεί απάνω στο δρόμο, κ' είπε:

— Για να ιδούμε! Μπορεί κανένα απ' αυτά τα κομμάτια νάνε ακατούρητο!

Σκύβει, σηκώνει ένα κομμάτι, το κοιτάζει και λέει:

— Νά, αυτό είνε στεγνό. Δεν τώφθασε το κάτουρό μου!

Και το τρώει. Ύστερα παίρνει ένα άλλο, λέει, πάλι: «κι' αυτό ακατούρητο!» και το τρώει όπως το πρώτο.

Έτσι, ένα, ένα, τάφαγε όλα.

110. — ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΑΖΑΝΙΟΥ

Μια χρονιά, όταν άρχιζε η νηστεία του Ραμαζανιού, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, για να μη ρωτά κάθε τόσο τι μέρα ήταν, και πόσες μέρες ήθελε ακόμα ναρθή το Μπαϊράμι, αποφάσισε να κρατήση μόνος του λογαριασμό, και σοφίστηκε του ακόλουθον τρόπο: να ρίχνη κάθε πρωί ένα λιθαράκι σε μια στάμνα.

Ο μικρός του γυιός, που ήταν παιδί πολύ σκανταλιάρικο, είδε, μια μέρα, του πατέρα που έρριχνε το λιθάρι στη στάμνα, κι' όταν έφυγε ο Χότζας, πήρε, έτσι για να παίξη, δυο φούχτες λιθαράκια και τις έρριξε μέσα στη στάμνα. Ο Χότζας, εννοείται, δεν κατάλαβε τίποτα, κ' εξακολουθούσε κάθε πρωί να ρίχνη το λιθαράκι του, ως ότου, ύστερα από μερικές ημέρες ήρθαν μερικοί φίλοι να τονε ιδούνε.

Απάνω στην ομιλία, πετάχτηκε κάποιος κ' είπε:

— Πόσες μέρες έχει σήμερα ο μήνας, βρε παιδιά:

— Σταθήτε, είπε ο Χότζας, να ρωτήσω τη στάμνα και να σας πω!

Και τρέχει στη στάμνα, αδειάζει τα λιθαράκια, τα μετρά και τα βρίσκει εκατόν οχτώ. Μα σκέπτεται ότι αν πη ότι ο μήνας είχε 108, μπορεί να τον γελάσουν, γυρίζει, λοιπόν, και λέει ότι ο μήνας έχει 44.

Οι φίλοι έμειναν απορημένοι που τ' άκουσαν αυτό, και του παρατήρησαν:

— Πώς είνε δυνατό νάχη 44 ο μήνας, αφού όλοι οι μήνες δεν έχουν παρά πάνω από 28 το πολύ 29 μέρες.

— Ε! Λοιπόν, αν θέλετε κατά το λογαριασμό της στάμνας, ο μήνας έχει σήμερα 108!

111. — Η ΕΥΧΗ ΚΙ' Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Μια νύχτα, κει που κοιμόταν ο Χότζας, άκουσε απάνω στον ύπνο του κάποιο ελαφρό θόρυβο έξω στην αυλή.

Ανοίγει τα μάτια του, αφουγκράζεται κι' αντιλαμβάνεται ότι κάποιος προσπαθούσε έξω από την πόρτα να βρη τρόπο νάμπη μέσα.

— Ξέρεις γυναίκα, την περασμένη νύχτα, που ήμουνα βεγγέρα στου φίλου μου Τάδε, όταν εγύρισα αργά παρατήρησα ότι δεν είχα μαζύ μου το κλειδί της πόρτας. Για να μη σε ξυπνήσω, λοιπόν, ανέβηκα στην ταράτσα με το φεγγάρι, είπα μέσα μου αυτήν την προσευχή (κι' ο Χότζας είπε τα λόγια μιας προσευχής) και κατέβηκα από το φεγγίτη στο σπίτι δίχως να πάθω τίποτα.

Ο κλέφτης άκουσε αυτά τα λόγια, κ' ύστερα από λίγη ώρα, όταν υπολόγισε πως όλοι κοιμόντουσαν μέσα στο σπίτι, ανέβηκε από το πίσω μέρος, στην ταράτσα, για να εφαρμόση κι' αυτός τη μέθοδο του Χότζα.

Πράγματι βρήκε εκεί το φεγγίτη ανοιχτό, και μέσα απ' αυτόν ειρηνικά να γλυστρούνε του φεγγαριού οι ακτίνες. Πλησίασε στο φεγγίτη, είπε τη προσευχή του Χότζα, και πήδησε μέσα. Βρέθηκε σε μια σοφίττα, από κει σε μία μικρή σκάλα και τέλος σε μια κάμαρα σκοτεινή, που δεν ήταν άλλη παρά εκείνη όπου ο Χότζας κοιμόταν με το γυναίκα του.

Μα, ο Χότζας δεν κοιμόταν. Το εναντίο είχε τα μάτια του γουρλωμένα σαν της γαρίδας, και μόλις ο κλέφτης έφθασε κοντά του, ψαχουλεύοντας μέσα στο σκοτάδι, τον άδραξε από το γιακά και φώναξε στη γυναίκα του:

— Γυναίκα, γρήγορα, σήκω κι' άναψε το λύχνο! Τον έπιασα, του κανάγια!

Και τότε, ο κλέφτης, που σε μια στιγμή κατάλαβε πως έπεσε αστόχαστα στην παγίδα που τούστησε ο Χότζας, είπε:

— Με την ησυχία σου, Χότζα μου! Μη φοβάσαι! Όσο έχεις εσύ εκείνην την ευχή, κ' εγώ έχω αυτό το κεφάλι, θα μ' έχεις εδώ ως το πρωί.

112. — ΤΡΟΠΟΣ ΕΥΚΟΛΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ

Η γυναίκα του Χότζα, μια φορά, που ήταν ετοιμόγεννη, όταν της ήρθαν οι πόνοι, κάθησε πέντε μερόνυχτα στο σκαμνί, δίχως να πέφτη το παιδί, κ' υπέφερε φοβερά.

Ανήσυχες οι γυναίκες, που είχαν έρθη να την ξεγεννήσουν, πήγαν στο Χότζα και τούπαν:

— Αφέντη, δεν ξέρεις καμιά προσευχή να πης για νάβγη αυτό το παιδί;

Ο Χότζας σκέφθηκε μια στιγμή, κ' ύστερα με μια λάμψι στα μάτια, σαν να τούρθε μια φωτεινή ιδέα, είπε στις γυναίκες:

— Σωπαίνετε! Το βρήκα!

Κι' αμέσως, κατέβηκε στο δρόμο, αγόρασε από έναν στραγαλατζή δυο παράδων στραγάλια, γύρισε πάλι στο σπίτι, ανέβηκε στην κάμαρα του τοκετού, είπε στις γυναίκες να τραβηχτούν στην πάντα, έρριξε τα στραγάλια κάτω από το σκαμνί της γέννας, κ' είπε με πεποίθησι:

— Τώρα, το παιδί θα ιδή τα στραγάλια και θα βγη! Σωπαίνετε!

113. — ΤΟ ΚΑΦΤΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Μια μέρα, ο Χότζας πήγαινε με το γάιδαρό του στο χτήμα του.

Στο δρόμο τούρθε να κάνη το ψιλό του νερό.

Κατέβηκε από το γάιδαρό του, έβγαλε το καφτάνι του, τώρριξε απάνω στο σαμάρι, και τραβήχτηκε λίγο παράμερα για την ανάγκη του.

Στο αναμεταξύ, ένας κλέφτης πήρε το καφτάνι και τώβαλε στα πόδια.

Όταν ο Χότζας γύρισε κοντά στο γάιδαρο, είδε με απορία πως έλειπε το καφτάνι του.

— Πού είνε, ρε, το καφτάνι μου; λέει του γαϊδάρου.

Ο γάιδαρος, φυσικά, μιλιά!

— Έτσι είσαι συ; Νά, λοιπόν, κ' εγώ! λέει ο Χότζας.

Και παίρνοντας με αγανάκτησι το σαμάρι από τη ράχη του γαϊδάρου, το βάζει στη δική του ράχη, και προσθέτει:

— Φέρε το καφτάνι μου, να πάρης το σαμάρι σου!

114. — ΤΑ ΦΑΡΔΟΜΑΝΙΚΑ

Μια φορά, προσκάλεσαν το Χότζα σ' ένα γάμο. Ο Χότζας πήγε εκεί, όπως ήταν, με τα παληά του ρούχα, και για τούτο κανείς δεν τούδωσε προσοχή, και μάλιστα αντελήφθηκε τους συμπεθέρους που σιγανομιλούσαν και συζητούσαν αν έπρεπε να τον κρατήσουν στο τραπέζι, μ' αυτό το χάλι που ήταν.

Δεν έχασε καιρό, μα, μονομιάς έτρεξε στο σπίτι του, φόρεσε το καινούργιο του καφτάνι με τα φαρδειά μανίκια, και γύρισε στο γάμο.

Μόλις τον είδε ο πατέρας του γαμβρού έτρεξε να τον συναπαντήση με μύριες περιποιήσεις και τιμές, και του έβαλε να καθήση στην απάνω μεριά του τραπεζιού, δείχνοντάς του το δρόμο και λέγοντας:

— Από δω Χότζα μου, από δω!

Μα, την ίδια στιγμή, ο Χότζας έπιανε τα φαρδειά του μανίκια, τα άπλωνε εμπρός και τους έλεγε με σεβασμό:

— Περάστε, μανίκες μου περάστε! από δω, από δω!

Μερικοί προσκαλεσμένοι, που τονε γνώριζαν τονε ρώτησαν γιατί τώκανε αυτό.

— Ε! Φίλοι μου, τους αποκρίθηκε ο Χότζας, τη σήμερον ημέρα τα φαρδομάνικα έχουν την τιμή.

115. — ΤΟ ΚΑΦΤΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΔΗ

Μια μέρα, ο Καδής πήγε μεθυσμένος στ' αμπέλι του, κ' εκεί, μην μπορώντας πια να κρατηθή στα πόδια του από το βάρος του κρασιού που είχε μέσα του, έπεσε σαν ένα γουρούνι, μέσα σ' ένα χαντάκι που περνούσε πλάι από τ' αμπέλι του, κι' αποκοιμήθηκε βαθειά.

Κατά σύμπτωσι, εκείνην την ημέρα, ο Χότζας είχε βγη με το μαθητευόμενό του, στον κάμπο, για περίπατο, και περνώντας απ' εκείνο το μέρος, είδε τον Καδή που ήταν ξαπλωμένος στο χαντάκι, αναίσθητος από το μεθήσι.

— Αυτόν, δεν τον λυπούμαι που κυλιέται εκεί μέσα στον βούρκο, είπε στο μαθητευόμενό του. Τώρα βρίσκεται στ' αληθινό του στοιχείο! Μα, λυπούμαι, αυτό το καφτάνι, που λερώνεται μαζύ του στης λάσπες! Κρίμα ένα τέτοιο ωραίο καφτάνι! Σήκωσ' το από κει!

Ο μαθητευόμενος έσκυψε, σήκωσε το καφτάνι, και τώδωσε του Χότζα, που τώρριξε αμέσως στους ώμους του, κ' έφυγαν από το μέρος εκείνο.

Κατά το δειλινό, ξύπνησε τέλος ο Καδής και βλέποντας πως του έλειπε το καφτάνι, έτρεξε στο Δικαστήριο, κ' έστειλε τους κλητήρες για να ψάξουνε παντού για το καφτάνι.

Οι κλητήρες περνώντας από ένα δρόμο, αντάμωσαν το Χότζα που φορούσε ακόμα το καφτάνι του Καδή.

Τον έπιασαν αμέσως και τον ωδήγησαν στο Δικαστήριο, όπου ο Καδής του είπε:

— Ε! Χότζα! Πού βρήκες αυτό το καφτάνι;

— Καδή μου, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν, είχα βγη περίπατο με το μαθητευόμενό μου, και κει που πηγαίναμε, είδαμε ένα μεθυσμένο, που κοιμόταν σα γουρούνι μέσα σ' ένα χαντάκι, με όλον του πισινό του έξω. Ο μαθητευόμενός μου έσκυψε και τονε σκέπασε, κ' εγώ πήρα αυτό το καφτάνι και σκέπασα το πρόσωπό μου από ντροπή. Αν είνε δικό σου, πάρ' το·

Φαντάζεσθε, βέβαια, την απάντησι του Καδή.

— Όχι, όχι! πάρ' το αποδώ! Δεν είνε δικό μου! είπε με αξιοπρέπεια, κ' έφυγε βιαστικά από την πισινή πόρτα της σάλας.

116. — ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗΑ

Μια φορά, οι συχωριανοί του Χότζα του έστειλαν αντιπρόσωπό τους στον αντιβασιλέα της χώρας. Ο αντιβασιλέας του εδέχτηκε με μεγάλες περιποιήσεις, και τον παρεκάλεσε να μείνη μερικές ημέρες στο σπίτι του. Μάλιστα, για να δείξη ακόμα καλλίτερα την ευαρέσκειά του, διωργάνωσε ένα κυνήγι όπου του προσκάλεσε να λάβη μέρος πρώτος ανάμεσα στους πρώτους.

Μα, επειδή είχε ακούση ότι ήταν άνθρωπος ευτράπελος, πρόσταξε επίτηδες να του δώσουν ένα άλογο που δεν περιπατούσε καθόλου, για να ιδή τι θάκανε.

Λοιπόν, συνέβη στο δρόμο που πήγαιναν ν' αρχίση να βρέχη, κι' ο καθένας βιάστηκε να τρέξη πιο γρήγορα για να βρη κανένα δένδρο ή άλλο καταφύγιο για να μη βραχή, ενώ το οκνό άλογο του Χότζα περπατούσε σαν την μυίγα.

Ο Χότζας δεν ανησύχησε απ' αυτό, αλλά με όλη τη συνηθισμένη του αταραξία έβγαλε τα ρούχα του, τάκανε μπόγο, και τάβαλε από κάτω του, κι' όταν σταμάτησε η βροχή, τα έβγαλε πάλι στεγνά, από κει που τάχε, τα φόρεσε και πήγε στο μέρος που ήταν ο αντιβασιλέας με την ακολουθία του.

— Πώς; Εσύ δε βράχηκες; τούπε ο αντιβασιλέας, απορημένος.

— Α! είπε ο Χότζας. Εμένα το άλογό μου πετούσε σαν την αστραπή, και βλέπεις, ούτε σταγόνα δεν έπεσε απάνω μου.

Παραξενεύτηκε ο αντιβασιλέας που άκουσε νάχη τέτοια προτερήματα το άλογο εκείνο, που ως τότε το θεωρούσε το χειρότερο απ' όλα του σταύλου του, κι' όταν ύστερα από δυο μέρες βγήκε πάλι στο κυνήγι, καβαλλίκεψε ο ίδιος εκείνο, δίνοντας στο Χότζα ένα άλλο.

Κατά σύμπτωσι, άρχισε κ' εκείνην την ημέρα να βρέχη, κι' όλοι φεύγαν, ενώ ο βασιληάς δεν μπορούσε να κάνη ούτε βήμα, μ' εκείνο το οκνό άλογο, κ' έγεινε μούσκεμα από τη βροχή.

Όταν ο αντιβασιλέας ξανάδε το Νασρ-εν-Ντιν, του είπε με οργή συνάμα και με παράπονο:

— Σου άρμοζε αυτό που μούκανες, ύστερα από τόσες περιποιήσεις που είδες από μένα, να με κοροϊδέψης και να με κάνης να βραχώ;

— Βασιληά μου, απάντησε ο Χότζας. Γιατί θυμώνεις; Δεν είχες τοσηδούλα σκέψι, όπως είχα εγώ, να βγάλης τα ρούχα σου, και να τα φορέσης άμα θα τέλειωνε η βροχή;

117. — Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ

Μια χρονιά, στην επαρχία του Χότζα διωρίστηκε ένας διοικητής, που επειδή είχε μια φορά πιάση την πεντάμορφη γυναίκα του αγκαλιά μ' ένα σιχαμερόν Αράπη (14) , πήρε από τότε όρκο και συνήθεια, σ' όποιον τόπο πήγαινε διοικητής, να κόβη το κεφάλι κάθε ανθρώπου που παρουσιαζότανε σ' αυτόν, αφού τούκανε πρώτα κρυφά μερικές ερωτήσεις.

Γι' αυτό, οι κάτοικοι τον ωνόμαζαν τύραννο, κ' έτρεμαν και σ' αυτό το άκουσμα του ονόματός του. Τώρα, οι συχωριανοί του Χότζα, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του εξυπνάδα, και τις άλλες αρετές του, εστήριξαν σ' αυτόν όλες της ελπίδες τους, ότι θα τους έσωζε από το κακό.

Ο Χότζας κολακευμένος υπερβολικά από την εμπιστοσύνη αυτή που έδειχναν οι συχωριανοί του στην ικανότητά του, δέχτηκε να πάη στον τύραννο για να τον πείση να πάψη πια να σκοτώνη χωρίς λόγο τους ανθρώπους.

Λοιπόν, μόλις παρουσιάστηκε μπροστά στο διοικητή τούπε με θάρρος:

— Πασσά μου! Τι ευχαρίστησι βρίσκεις να σκοτώνης τους ανθρώπους, που δε σου κάνανε τίποτα, οι κακόμοιροι; Δε φοβάσαι το Θεό;

— Τώρα θα καταλάβης, είπε ο τύραννος. Έλα πιο κοντά!

Ο Χότζας πλησίασε, κι' ο Πασσάς έσκυψε στ' αφτί του και τούπε:

— Πες μου· παντρεμένος είσαι ή ανύπαντρος;

Απάντησε ο Χότζας:

— Νόστιμη ερώτησι, αλήθεια! Σ' αυτήν την ηλικία μπορεί νάμαι ανύπανδρος; Βέβαια, παντρεμένος είμαι.

— Ε! Λοιπόν, κ' εγώ ίσα-ίσα αυτούς γυρεύω, κι' αυτούς σκοτώνω, γιατί δεν πρέπει να ζουν τέτοιοι άνθρωποι.

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κόπηκαν τα ήπατά του, και τούρτουλας του έπιασε σ' όλο του το σώμα, καθώς, μάλιστα, έβλεπε το διοικητή να κάνη κάποιο νόημα στο Δήμιο.

Κατώρθωσε ως τόσο να ξαναβρή την ψυχραιμία του και τούπε:

— Πασσά μου! Στάσου! Μη βιάζεσαι! Ρώτησέ με πρώτα να ιδής αν άφησα τη γυναίκα μου ή την έχω, ή αν την άφησα και την ξαναπήρα, ή αν πέθανε και ξαναπαντρεύτηκα. Μα, κι' αν τώκανα, συ είσαι καλός άνθρωπος, συγχώρησέ με! Όρκο βάζω να μη το ξανακάνω!

Ο τύραννος γέλασε με την καρδιά του, σ' αυτά τα λόγια, κ' έπαψε πια να σκοτώνη τους ανθρώπους, επειδή ήσαν παντρεμένοι.

118. — ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΟΡΤΕΣ

Μια μέρα, ο Χότζας αντάμωσε στο δρόμο μερικούς ιεροσπουδαστές, άλλοτε μαθητές του, κι' αφού τους ρώτησε πώς ήσαν, τους είπε:

— Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα που σας είδα. Έρχεσθε στο σπίτι μου να σας κάνω σήμερα το τραπέζι;

Εκείνοι δέχτηκαν, μ' ευχαρίστησι την πρόσκλησι κι' ακολούθησαν τον παληό δάσκαλό τους.

Όταν έφθασαν στο σπίτι, και μπήκαν στην αυλή, ο Χότζας τους παρακάλεσε να περιμένουν μια στιγμή έξω ως που να μπη μέσα αυτός και να ειδοποιήση τις γυναίκες ν' αποσυρθούν, κι' ανεβαίνοντας απάνω είπε στη γυναίκα του.

— Βρε, γυναίκα, κοίταξε πώς θα με γλυτώσης απ' αυτά τα παιδιά.

Η γυναίκα τότε κατέβηκε και είπε στους μουσαφιρέους.

— Το Χότζα θέλετε; Δεν είνε μέσα!

— Μα, πώς δεν είνε μέσα, αφού ήρθε μαζύ μας; ρώτησαν μ' έκπληξι οι νέοι, κι' άρχισαν να συζητούν ζωηρά με το γυναίκα του Χότζα.

Έξαφνα ακούνε τη φωνή του Χότζα, που είχε βγάλη το κεφάλι του έξω απ' το παράθυρο του οντά του κ' έλεγε από ψηλά:

— Ε! Κύριοι! Τι μαλώνετε άδικα; Το σπίτι αυτό έχει δυο πόρτες. Ίσως να βγήκε από την άλλη, κ' έφυγε!

119. — Η ΓΑΛΙΑΝΔΡΑ

Μια μέρα, ο Χότζας περνώντας έξω από ένα ξένο περιβόλι, σκαρφάλωσε το φράχτη, πήδησε μέσα, ανέβηκε σε μια βερυκοκιά κι' άρχισε να τρώη με λαιμαργία τους μικρούς εύχυμους καρπούς.

Έξαφνα παρουσιάζεται ο φύλακας του κήπου και του φωνάζει.

— Βρε, κύριε, τι κάνεις εκεί απάνω;

Απάντησε ο Χότζας:

— Δε βλέπεις τι κάνω; Κουρνιάζω! είμαι γαλιάνδρα!

— Γαλιάνδρα είσαι; Κελάιδησε, λιγάκι, ν' ακούσω.

Ο Νασρ-εν-Ντιν άρχισε να τερετίζη ένα σκοπό.

— Βρε, τι κελάιδισμα είνε αυτό; φώναξε ο φύλακας.

— Μα, βλέπεις, τώρα μόλις βγήκα από τ' αυγό και δεν ξέρω ακόμα, καλά να κελαϊδώ, είπε ο Χότζας.

120. — Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια νύχτα, μερικοί κλέφτες μπήκαν στο σπίτι του Χότζα. Μα, όσο κι' αν έψαξαν σ' όλες τις κάμαρες, δεν μπόρεσαν να βρουν τίποτα άξιο λόγο για να πάρουν.

Ήσαν σικλεντισμένοι, κ' ετοιμάζουνταν να φύγουν, όταν, περνώντας μέσα από μια κάμαρα, είδαν πλαγιασμένους στο κρεββάτι τους και βυθισμένους σε βαθύν ύπνο, το Χότζα και τη γυναίκα του, και πλάι στο κρεββάτι, δεμένο ένα αρνί, που κοιμόταν, επίσης.

Είπε τότε ο ένας απ' αυτούς:

— Ξέρετε λοιπόν, τι να κάνωμε για να μην πάη χαμένη η επίσκεψί μας; Να σκοτώσωμε το Χότζα, ύστερα να σφάξωμε τ' αρνί και να το ψήσωμε και να καθήσωμε να γλεντήσωμε με τη γυναίκα . . .

Οι άλλοι επιδοκίμασαν την πρότασι του συντρόφου τους, και ήσαν έτοιμοι να την εκτελέσουν, όταν ξαφνικά, το ανδρόγυνο, που άκουσε απάνω στον ύπνο του αυτήν την ομιλία, άρχισε να κουβεντιάζη σιγανά·

— Άκουσες, γυναίκα; έλεγε ο Χότζας.

— Ναι, Χότζα μου, απαντούσε η γυναίκα του. Μα, τι να κάνωμε; Ό,τι μας είνε γραφτό απ' τη μοίρα, δεν μπορούμε να το αποφύγωμε.

— Βέβαια, γυναίκα, συ μιλάς στα σίγουρα, γιατί δεν έχεις τίποτα να πάθης, είπε ο Χότζας, μα, ρωτάς εμένα και τ' αρνί αν μπορούμε νάχουμε ησυχία:

Οι κλέφτες, που άκουσαν αυτόν του διάλογο, γέλασαν, άφησαν την επιχείρησι κ' έφυγαν (15) ·

121. — Ο ΣΥΓΓΕΝΗΣ

Μια μέρα, ο Χότζας δέχτηκε την επίσκεψι ενός ξένου, που άρχισε να του κάνη παράπονα και να του λέη.

— Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζης, και να μη θυμάσαι τους δεσμούς που μας ενώνουν;

Ο Χότζας απόρησε κι' απάντησε.

— Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ' όσα μου λες, άνθρωπέ μου!

Ο άλλος είπε:

«Η διαγωγή της γυναίκας σ' αυτήν την περίπτωσι φανερώνει καθαρά ότι, όσα χρόνια κι' αν έζησε μαζύ ένα ανδρόγυνο, αν παρουσιασθή καμμιά φορά ο κίνδυνος, η γυναίκα θα συγκατατεθή στο θάνατο του ανδρός της για να σωθή αυτή. Έτσι, δεν πρέπει νάχη κανείς εμπιστοσύνη σ' αυτό το φύλο. Απ' αυτό βγήκε η παροιμία: «Όπως δεν μπορείς να σταθής απάνω στο νερό, έτσι μη βασίζεσαι ποτέ στη γυναίκα.»

— Όταν η μητέρα σου ήταν κόρη, ο πατέρας μου την αγαπούσε κ' είχε μεγάλον πόθο να την κάνη γυναίκα του. Λοιπόν, αν την παντρευόταν, μεις δε θάμαστε, σήμερα, αδέρφια;

— Μωρέ, καλά μου λες, ξεφώνησε ο Χότζας.

Κ' ύστερα από λίγη σκέψι:

— Ώστε, πα να πη, μ' αυτήν την συγγένεια, εγώ γίνωμαι κληρονόμος σου κ' εσύ δικός μου.

122. — Η ΜΑΣΤΙΧΑ

Ένα μεσημέρι, ο Χότζας μασσούσε μαστίχα, όταν η γυναίκα του τού φώναξε να καθήση στο τραπέζι.

Ο Νασρ-εν-Ντιν έβγαλε τη μαστίχα από το στόμα του, την κόλλησε στην άκρη της μύτης του, κι' άρχισε να τρώη.

Τον είδε ο μικρός του γυιός κ' έμπηξε ένα γέλιο.

— Τι γελάς, βρε; του κάνει ο πατέρας του.

— Γι' αυτό που κάνεις, απαντά ο γυιός.

— Σου φαίνεται παράξενο, βρε μάγκα; Ε! Λοιπόν, μάθε ότι ο άνθρωπος πρέπει νάχη τα πράγματά του πάντα μπρος στα μάτια του.

123. — ΤΟ ΖΕΡΒΟ ΑΛΟΓΟ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πήγε με μερικούς του φίλους εκδρομή, με άλογο. Το βράδυ φθάσανε σ' ένα μέρος, όπου ξεπέζεψαν, φάγανε και πέσανε και κοιμήθηκαν.

Μα, το πρωί, ο Νασρ-εν-Ντιν ψάχνει να βρη το άλογό του, και δεν το βρίσκει ανάμεσα στ' άλλα.

— Φίλοι, φωνάζει, φίλοι, έχασα τ' άλογό μου!

οι άλλοι άρχισαν να γελούν, κι' ανεβαίνουν ο καθένας στ' άλογό του.

Περισσεύει ένα άλογο.

— Νά, τ' άλογό σου! του λένε.

— Βρε τον κρυφτούλι ήθελες να μου παίξης πρωί, πρωί, λέει ο Χότζας στο άλογο, και πλησιάζει να το καβαλλικέψη.

Μα, πάει από τη δεξιά πλευρά του ζώου και βάζει το αριστερό του πόδι στη σκάλα κ' έτσι βρίσκεται στη σέλλα με το πρόσωπό του γυρισμένο προς τα καπούλια του αλόγου.

— Τι έπαθες, Χότζα, ανάποδα κάθησες; του φωνάζουν οι άλλοι.

— Δεν κάθησα ανάποδα, απαντά ο Χότζας, μα, τ' άλογο θάνε ανάποδο και ζερβό.

124. — Ο ΚΑΘΑΡΜΟΣ

Μια μέρα, που ήτανε στο κτήμα του, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας έκανε του καθαρμό του (16) σ' ένα ρέμα, όταν ξαφνικά το νερό παράσυρε το ένα του παπούτσι, που τώχε ακουμπήση απάνω στην όχθη.

Ο Χότζας έμεινε σαστισμένος, μια στιγμή. Ύστερα σηκώθηκε στα πόδια του, γύρισε τα οπίσθιά του προς το ποτάμι, άφησε μια πορδή και είπε:

— Άει στο καλό και συ κ' η υποχρέωσί σου!

Πάρε πίσω του Καθαρμό σου, και δος μου το παπούτσι μου!

125 — Ο ΜΙΣΟΣ ΚΑΘΑΡΜΟΣ

Άλλη μια μέρα, ενώ ο Χότζας έκανε του Καθαρμό του σε μιαν αμπολή, το νερό ξαφνικά κόπηκε πριν αποτελειώση.

Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται έχοντας το ένα πόδι σηκωμένο, και στέκοντας στο ένα του πόδι, σαν ένας πελαργός.

— Τι κάνεις εκεί; τονε ρώτησε κάποιος που περνούσε απ' εκεί.

— Το πόδι αυτό, απάντησε ο Χότζας, δεν έκανε τον καθαρμό του.

126. — Η ΔΙΑΘΗΚΗ

Κάποτε, ο Χότζας, κάνοντας τη διαθήκη του, είπε στον Καδή, που του την έγραφε, να γράψη ότι η επιθυμία του κ' η θέλησί του ήταν, όταν θα πεθάνη να τον θάψουνε σ' έναν παληόν και γκρεμισμένο τάφο.

Όταν ο Καδής τονε ρώτησε: «Γιατί;» Ο Χότζας αποκρίθηκε:

— Για ν' αποκριθώ στους αγγέλους που θάρθουν να μας κρίνουν: «Εμένα με κρίνατε! Δεν βλέπετε τον τάφο μου πούνε γκρεμισμένος κι' ανοιχτός;»

127. Ο ΧΟΤΖΑΣ ΖΗΤΙΑΝΟΣ

Μια φορά, ο Χότζας ταξιδεύοντας σε μια μακρυνή πολιτεία, έπεσε στα χέρια ληστών, που του πήραν ό,τι είχε και δεν είχε και τον άφησαν σχεδόν γυμνό στην ερημιά.

Όταν έφυγαν, ο Χότζας πήρε πεζή το δρόμο, κ' ύστερα από πολλά βάσανα και κακουχίες έφθασε σε μια πολιτεία, όπου επειδή πεινούσε υπερβολικά και ήταν πεθαμένος από την κούρασι, επήγε και χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού που είδε μπρος του, για να ζητήση ένα κομμάτι ψωμί να κατευνάση την πείνα του, κ' ένα μικρό μέρος να ξαποστάση.

Κατέβηκε και του άνοιξε ο ίδιος ο νοικοκύρης, που βλέποντας από την όψι του πως ήτανε ζητιάνος, έκανε το δούλο, και τούπε δίχως να του δώση καιρό να μιλήση:

— Δεν είνε εδώ τ' αφεντικά, αυτήν την ώρα!

— Φίλε μου, του απάντησε ο Χότζας, εγώ ζητάω μια μπουκιά ψωμί, τ' αφεντικά σου τι να τα κάνω;

128. — ΣΤΟΝ ΞΕΝΟ ΚΗΠΟ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μπήκε σ' έναν μεγάλο ξένον κήπο, κι' άρχισε να τινάζη τα καρποφόρα δένδρα, και να γεμίζη με τους καρπούς που πέφταν χάμου, (αχλάδια, ροδάκινα, ροδάκινα άλλα) ένα δισάκκι που είχε μαζύ του.

Ενώ καταγινόταν σ' αυτήν την έντιμη εργασία, μπαίνει, ξαφνικά, μέσα, ο φύλακας του κήπου, και του κάνει:

— Ε! Τι θέλεις εδώ, Χότζα;

Ο Χότζας ταράχτηκε και τάχασε, μια στιγμή, μα χωρίς να δείξη καθόλου την ταραχή του, είπε με το πιο φυσικό ύφος:

— Α! Καλά που ήρθες, καϋμένε, να μου δείξης την πόρτα. Γιατί την περασμένη νύχτα ενώ γύριζα στο σπίτι μου από κάποια συναναστροφή, — συ, καλότυχε εκείνην την ώρα, θάσουν πλαγιασμένος στην αγκαλιά της ώμορφης γυναικούλας σου, και δε θα πήρες χαμπάρι, — φύσηξε άνεμος δυνατός, και με σήκωσε και μ' έρριξε εδώ μέσα. Κι' από κείνην την ώρα ψάχνω για την πόρτα, και δεν μπορώ να την εύρω.

— Καλά, του λέει ο κηπουρός, μα, αυτά τα φρούτα ποιος τα σώριασε δω χάμου;

— Ο άνεμος ήταν όπως σου είπα δυνατός, απαντά ο Χότζας, και κάθε στιγμή με σήκωνε απάνω, και με παράδερνε απ' εδώ κι από κει. Εγώ πιανόμουν από τα κλαδιά, όσο μπορούσα πιο σφιχτά και δίχως να το θέλω μου μέναν οι καρποί στα χέρια μου, που φυσικά τους παρατούσα, για να πιαστώ από κανέναν άλλον κλάδο. Έτσι πέφταν και σωριάζουνταν χάμου.

— Καλά, λέει πάλι ο κηπουρός. Μα, αυτά που είνε μέσα στο δισάκκι σου ποιος τάβαλε;

— Ίσα ίσα κ' εγώ αυτό καθόμουν και σκεπτόμουν τη στιγμή που έφθασες, απαντά ο Χότζας. Μήπως ξέρεις εσύ να μου το εξηγήσεις;

129. — ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Μια μέρα, ένας φίλος του Χότζα έβαλε μέσα στα χέρια του ένα αυγό και τούπε:

Αν βρης τι κρατώ μέσα στα χέρια μου, θα σου το δώσω να κάνης ομελέττα.

Ο Νάσρ-εν-Ντιν τούπε.

Πες μου μονάχα τι σχήμα έχει, να σου το βρω αμέσως.

— Το απ' έξω είναι άσπρο, και το από μέσα του κίτρινο.

Ο Χότζας σκέφθηκε λιγάκι κ' είπε:

— Το απ' έξω το βρήκα . . . Στάσου, πρόσθεσε θριαμβευτικά, και τ' από μέσα το βρήκα. Κούφανες μια ρέβα κ' έβαλλες μέσα ένα καρότο.

130. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΜΠΑΪΡΑΜΙ

Κάποτε ο Χότζας, ταξιδεύοντας, μπήκε σε μια πόλι όπου είδε τους κατοίκους συναγμένους στους κήπους μπρος σε τραπέζια στρωμένα με πλήθος φαγητά, και να τρώνε να πίνουν και να γλεντούν.

Φώναξαν κι' αυτουνού να κοπιάση και να καταδεχθή από τα φαγητά τους.

Όταν έφαγε και την τύλωσε καλά, ο Χότζας είπε με θαυμασμό:

— Μωρέ, τι ευλογημένος τόπος είνε αυτός, όπου τα φαγητά είνε τζάμπα;

Κάποιος πλαϊνός του, που του άκουσε, τούπε:

— Βρε, ηλίθιε, σήμερα είνε Μπαϊράμι, κι' ο καθένας μας έφερε κάτι τι εδώ από το σπίτι του, για να γιορτάσωμε όλοι μαζύ, για την καλή χρονιά.

Κι' ο Χότζας σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανόν:

— Θεέ μου! λέει, κάνε νάνε κάθε μέρα Μπαϊράμι, όσο είμαι εδώ!

131. — Η ΧΕΛΩΝΑ

Μια μέρα, ο Χότζας, ενώ ώργωνε το χωράφι του, βρήκε μια χελώνα.

Την πιάνει, τη δένει μ' ένα σπάγγο, την κρεμά από τη ζώνη του και της λέει:

— Κοίτα, τώρα, να μάθης πως οργώνουν τα χωράφια, αν ψοφήση καμιά φορά το βόδι μου, να σε μεταχειρισθώ.

Επειδή η χελώνα τινάζονταν και ταράζονταν απάνω του, ο Χότζας της είπε πάλι.

— Ε! Πιο ήμερα! Έτσι δε θα μάθης ποτέ. Κοίτα το βόιδι τι ήσυχο που είνε!

132 — Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Μια μέρα, κάποιος φίλος του, ρώτησε το Χότζα:

— Πώς τα περνάς με τη Δυστυχία;

— Πολύ καλά, δόξα τω Θεώ! απάντησε ο Χότζας.

— Πώς γίνεται να δυστυχή κανείς και να τα περνά καλά, ρώτησε ο φίλος με γέλιο . .

— Ε! αδερφέ μου, το συνήθισα πια, απάντησε ο Χότζας, και για τούτο τα περνώ καλά μαζύ της.

133. — ΔΙΚΗ ΜΕ ΕΒΡΑΙΟΝ

Μια μέρα, ο Χότζας, καθισμένος στον οντά του, επειδή δεν είχε τίποτα άλλο να κάνη, σήκωνε κάθε στιγμή τα χέρια του στον ουρανό κ' έλεγε με δυνατή φωνή:

— Θεέ μου, στείλε μου χίλια δηνάρια, που τάχω ανάγκη. Αν είνε 999, δεν τα θέλω.

Λοιπόν, συνέβη νάχη το παράθυρό του ανοιχτό, κ' ένας γείτονάς του, Εβραίος, σαράφης, που περνούσε από κάτω, τον άκουσε πούλεγε αυτά τα λόγια, κ' έβαλε με το νου του να κάνη ένα αστείο με το Χότζα.

Πηγαίνει στο σπίτι του, βάζει σε μια σακκούλα εννιακόσα εννενήντα εννέα δηνάρια, περνά στην ταράτσα του Χότζα, και το ρίχνη στην καπνοδόχο του, λέγοντας:

— Για, να δοκιμάσωμε! Στ' αλήθεια δεν τα θέλει λειψά;

Ο Χότζας άμα είδε τη σακκούλα να πέφτη από την καπνοδόχο, πέταξε απ' τη χαρά του, κ' είπε:

— Μπράβο, Θεέ μου! Δεν αμφέβαλλα πως θ' άκουες τη δέησί μου!

Και πήρε τη σακκούλα από το τζάκι όπου είχε πέση, την έλυσε, άδειασε μέσα στην ποδιά του τα δηνάρια και άρχισε να τα μετρά ένα ένα.

Τα βρήκε 999.

— Ε! Δεν πειράζει, είπε με συγκατάθεσι και σαν να μιλούσε πάντα με το Θεό. Συ, που μούδωσες τα 999, θα μου δώσης κ' εκείνο που λείπει.

Ο Εβραίος που είχε κατεβή στο αναμεταξύ, στο δρόμο, για ν' ακούση τι θάκανε ο Χότζας, άμα άκουσε τα λόγια αυτά, άρχισε ν' ανησυχή στα σοβαρά για τα χρήματά του και να φοβάται μήπως ο Χότζας ήθελε να του κάνη βαγαποντιά και να μη του τα δώση πίσω.

Έτρεξε, λοιπόν, ανταριασμένος, στο σπίτι του Νασρ-εν-Ντιν, κι' όταν αυτός ήρθε και του άνοιξε, τούπε:

— Χότζα, δος μου τη σακκούλα με τα δηνάρια. Είνε δικά μου, Εγώ την έρριξα στην καπνοδόχο σου.

— Τι λες, βρε Γιαχουντή; Στα καλά σου είσαι; του λέει ο Χότζας. Εγώ ζήτησα αυτά τα χρήματα από του Πανάγαθο Θεό, και μου τάστειλε, δοξασμένο τ' όνομά Του! Συ τι λόγο είχες να μου ρίξης δηνάρια;

— Βρε γείτονα! Εγώ σ' τώκανα αυτό γι' αστείο, επειδή σ' άκουσα να λες πως αν ήταν ένα λειψό δε θα τάπαιρνες.

— Αυτά δεν τ' ακούω, εγώ! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Τα χρήματα μου τάστειλε ο Θεός, γιατί απ' Αυτόν τα ζήτησα. Όσο για το λειψό δηνάριο, κάνε τη δουλειά σου, κάνω εγώ καλά μαζύ Του!

— Χότζα, θα μ' αναγκάσης να πάω στον Καδή.

— Και δεν πας! Πάμε μαζύ αν θέλεις! — Έρχεσαι;

— Άκου, λέει! Όταν έχω δίκαιο ποιον έχω να φοβηθώ;

— Πάμε, λοιπόν!

— Πάμε! Μα, εγώ πεζός δεν πηγαίνω! λέει ο Χότζας.

Ο Εβραίος φέρνει το μουλάρι του. Ο Χότζας λέει:

— Α! Να φέρης και μια γούνα. Δεν έχω όρεξι να πουντιάσω για το χατήρι σου μ' αυτό το κρύο.

Ο Εβραίος του φέρνει και τη γούνα και ξεκινούν για του Καδή.

Φθάνουν στο δικαστήριο και ο Εβραίος λέει στον Καδή το παράπονό του:

— Ο γείτονάς μου, από δω, μου πήρε 999 δηνάρια, και τ' αρνείται.

— Τι λες σ' αυτά, Χότζα, ρωτά ο Καδής.

— Καδή μου, ο άνθρωπος αυτός είνε μουρλός.

Εγώ ζήτησα από το Θεό χίλια δηνάρια. Ο καλός Θεός είχε την καλωσύνη — μεγάλη Του η χάρι! — ν' ακούση το δέησί μου και να μου ρίξη από την καπνοδόχο 999. Τα δέχτηκα μ' ευγνωμοσύνη κι' ας έλειπε ένα απ' όσα είχα ζητήση. Τώρα, ο κατεργαράκος, από δω, το μυρίστηκε κ' ήρθε και μούπε πως τάχα αυτός μούρριξε τα δηνάρια από την καπνοδόχο, και ζήτησε να με τουμπάρη για να μου πάρη τα χρήματα. Ξέρεις τι απατεώνας είνε, αυτός, Καδή μου; Δεν τώχει τίποτα να πη τώρα, πως κ' η γούνα που φορώ, και το μουλάρι που μ' έφερε εδώ είνε δικά του.

— Κι' αυτά δικά μου είνε, Καδή μου! φώναξε ο Εβραίος.

Στα λόγια αυτά, ο Κάδης τινάχτηκε στα πόδια του κ' είπε με ασυγκράτητη οργή:

— Φύγε από δω, παληάνθρωπε, παγαπόντη! Κλητήρες, βάλτε τον πέντε μέρες στο μπουντρούμι!

Κ' ενώ οι κλητήρες ωδηγούσαν του Εβραίο στο μπουντρούμι, ο Χότζας τυλιγμένος στη γούνα, και καβάλλα στο μουλάρι, που και τα δυο ήσαν πια δικά του, γύριζε με θρίαμβο στο σπίτι του, μουρμουρίζοντας μέσα στα δόντια του:

— Να σου δείξω εγώ, άλλη φορά, να κάνης αστεία μαζύ μου!

134. — Η ΚΟΥΡΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα κατέβηκε στο ρέμα για να πλύνη μερικά εσώρρουχα.

Κει που καθόταν κ' έπλενε, μια κουρούνα, ξαφνικά, πετάχθηκε από κάποιο θάμνο εκεί πλάι, ήρθε κοντά, της άρπαξε το σαπούνι από το χέρι και πέταξε.

Η δύστυχη η γυναίκα έμπηξε τις φωνές και κάλεσε του άνδρα της.

— Χότζα, Χότζα, πρόφθασε, η κουρούνα μου πήρε το σαπούνι!

Κι' ο Χότζας από πέρα:

— Τι φωνάζεις έτσι, βρε γυναίκα! Ποιος ξέρει πόσα άπλητα θάχη κ' εκείνη, σαν κ' ημάς. Ας την να πλύνη κι' αυτή, η κακομοίρα, μερικά!

135. Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Κάποτε, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας εμπιστεύθηκε σ' ένα Μαουλάνα (ιεροδιδάσκαλο και Ερμηνευτή του Κορανίου) ένα ποσό χρημάτων για να του το φυλάξη.

Ύστερα από κάμποσον καιρό, θέλησε να πάρη πίσω τα χρήματα, και πηγαίνοντας να τα ζητήση βρήκε το φίλο του που καθόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού του, απάνω στη δασκαλική του έδρα, με κάμποσους ιεροσπουδαστές ολόγυρά του.

Του είπε:

— Μαουλάνα, μου δίνεις εκείνην την παρακαταθήκη πούχω κοντά σου;

— Μετά χαράς σου, απάντησε ο ιεροδιδάσκαλος.

Μα, λάβε την καλωσύνη να με περιμένης λιγάκι, ως που να τελειώσω το μάθημα.

Ο Χότζας πήρε μια καρέκλα και κάθησε, μα, ενώ προχωρούσε η ερμηνεία του Κορανίου, παρετήρησε το Μαουλάνα να κουνά συχνά (δηλαδή κάθε φορά που απάγγελλε τα ιερά εδάφια) το κορμί του μπρος και πίσω, και νομίζοντας πως σ' αυτό ήταν όλη η τέχνη του μαθήματος, σηκώθηκε και τούπε:

— Μαουλάνα, επειδή βιάζομαι, σε παρακαλώ, σήκω μια στιγμή, κι' όσο λείπεις κουνιέμαι εγώ για σένα;

136. — ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΙΘΑΡΙ

Μια μέρα, ο Χότζας κατέβηκε στο κελλάρι και κοιμήθηκε μέσα σ' ένα μεγάλο κιούπι.

Ύστερα από κάμποσες ώρες, η κόρη του κατέβηκε κι' αυτή στο κελλάρι για να ζητήση κάτι, κι' απόρησε βλέποντας τον πατέρα της πλαγιασμένο μέσα στο πιθάρι.

— Πατέρα μου, του φώναξε, εδώ ήρθες να κοιμηθής.

— Ε! Κόρη μου, απάντησε ο Χότζας, βγαίνοντας από το πιθάρι, όπως με κατάντησε η μάννα σου, τι θέλης να κάνω;

Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω
Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω

137.Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Μια χρονιά, ο Χότζας είχε μεγάλη φτώχεια, κ' εύρισκε μεγάλη δυσκολία να τα φέρη βόλτα στο σπίτι.

Κ' ήταν γι' αυτό σε μεγάλη στενοχώρια.

Σ' εκείνην την καταντιά, βρήκε, μια μέρα, ξαφνικά, ένα χρυσό φλουρί, στο δρόμο.

Γύρισε αμέσως στο σπίτι του, έκανε ένα μικρό λάκκο σε μια γωνία, κ' έχωσε εκεί το φλουρί που βρήκε.

Ύστερα, ξαπλώθηκε στο κρεββάτι του και φώναξε τη γυναίκα του.

Όταν εκείνη ήρθε της είπε:

— Γυναίκα εγώ, πάει πια, πεθαίνω! Συχώρα με και Θιός σχωρέ σου! Όμως, έχω να σ' αφήσω μια παραγγελία! Άκου! Όταν δης και κλείσω τα μάτια μου, να σκάψης σ' εκείνην τη γωνιά, εκεί πέρα, και θα βρης ένα θησαυρό. Μ' αυτόν το θησαυρό θα πληρώσης τα έξοδα της κηδείας μου, και θα μου κάνης έναν καλόν τάφο, και θα βάλης δέκα μοιρολογίστρες να μοιρολογούν απάνω από το μνήμα μου σαράντα μέρες, και θα δώσης ελεημοσύνες σ' εκατό φτωχούς για την ψυχή μου, κι' ό,τι περισσέψη κράτα το δικό σου, κληρονομιά από μένα, για να ζήσης με άνεσι και να μην έχης κανέναν ανάγκη στα χρόνια της χηρείας σου, καϋμένη γυναίκα! . . .

138. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΑΔΑΣ

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα θέλησε να παίξη ένα παιγνίδι στον άνδρα της για να γελάση, κ' έβαλε μπρος του το πιάτο με τη φασουλάδα, καφτή ακόμα, μόλις την κατέβασε από τη φωτιά.

Μα, έτυχε αυτή η ίδια να το ξεχάση, τη στιγμή που κάθησε στο τραπέζι, και μ' όλη την αφηρημάδα της, έβαλε μια κουταλιά στο στόμα της από τη ζεστή φασουλάδα. Φυσικά ζεματίστηκε ο λάρυγγάς της κι' όλα της τα μέσα, κ' η φλόγα της έφερε δάκρυα στα μάτια. Την είδε ο Χότζας και της είπε:

— Τι έπαθες, γυναίκα; Μήπως η φασουλάδα είνε πολύ ζεστή;

— Όχι, Χότζα μου, απάντησε εκείνη. Μα, θυμήθηκα το μακαρίτη του πατέρα μου που αγαπούσε πολύ τη φασουλάδα, κ' έκλαψα.

Ο Χότζας την πίστεψε, και ρούφηξε μια κουταλιά από το πιάτο του, μα, αμέσως, έννοιωσε φωτιά στο λάρυγγά του, κι' απ' την καΐλα δάκρυσαν τα μάτια του.

— Τι έχεις, Χότζα μου, και κλαις; ρώτησε η γυναίκα του, με δυσκολία συγκρατώντας τα γέλια που της ερχόντουσαν βλέποντας πως πέτυχε το παιγνίδι της, κι' ας ήταν αυτή πρώτη που την έπαθε.

— Κλαίω, απάντησε ο Χότζας, γιατί πέθανε ο πατέρας σου κ' η μητέρα σου και συ ακόμα ζης.

139. — ΟΙ ΜΑΛΩΜΕΝΟΙ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας μάλωσε με το Βαλή, κ' ήταν πολύν καιρό μαζύ του στα μαχαίρια.

Ύστερα, ο Βαλής πέθανε, δίχως να συμφιλιωθούν.

Τη στιγμή που θέλανε να τον σηκώσουν, μερικοί φίλοι πήγανε στο Χότζα και τον παρακαλέσανε να πάη να διαβάση τις κανονισμένες προσευχές και τα ωρισμένα εδάφια του Κορανίου, στο νεκρό.

Ο Χότζας είπε:

— Μα! . . . Ξέρω γω; . . . Αυτός ήταν θυμωμένος μαζύ μου, τάχα θα θέλη; . . .

140. — ΑΛΛΑΓΗ ΣΠΙΤΙΟΥ

Μια νύχτα, μπήκανε κλέφτες στο σπίτι του Χότζα και σήκωσαν ό,τι μπόρεσαν.

Αμέσως ύστερα απ' αυτούς, ο Νασρ-εν-Ντιν, που έκανε τον κοιμισμένο σε μια γωνιά, σηκώθηκε βιαστικά, φορτώθηκε στον ώμο του όσα άλλα πράγματα είχαν απομείνη, και τους ακολούθησε από μακρυά . .

Όταν τους είδε να σταματούν έξω από ένα σπίτι και να βγάζουν ένα κλειδί για ν' ανοίξουν την πόρτα έτρεξε και τους είπε:

— Φτάνει! Ακουμπήστε τα εδώ χάμου, και τα βάζω εγώ μέσα, γιατί θέλω να τα τακτοποιήσω μοναχός μου στο νέο μου σπίτι! Μόνο, εσείς πέστε μου τι θέλετε για του κόπο σας, και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού (17) .

141. — ΤΑ ΣΥΧΑΡΙΚΙΑ

Μια μέρα, μια από τις γυναίκες που είχαν έρθη να ξεγεννήσουνε τη γυναίκα του Χότζα, μπήκε στον οντά του και τούπε:

— Χότζα, τα συχαρίκια μου, απόκτησες γυιο!

Κι' ο Νασρ-εν-Ντιν της απάντησε:

— Κι' αν απόκτησα γυιο εσένα τι σε νοιάζει;

142. — OΙ ΔΥΟ ΣΥΝΤΕΛΕΙΕΣ

Κάποτε ρώτησαν το Χότζα πότε θα γίνη η Συντέλεια του κόσμου.

— Ποια Συντέλεια, βρε παιδιά; είπε ο Χότζας. Γιατί υπάρχουν δύο συντέλειες του κόσμου: η μια, η μεγαλείτερη, όταν θα ποθάνω εγώ, η άλλη, η μικρότερη όταν θα τα κακαρώση η γυναίκα μου!

143. — ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Κάποτε, κλέψανε του Χότζα μερικά χρήματα. Απαρηγόρητος ο Χότζας έτρεξε στο Τζαμί και δεν έπαυε εκεί να κλαίη και να παραπονιέται στο Θεό, όλην τη νύχτα, λέγοντας και ξαναλέγοντας:

— Ώ Θεέ μου, τι σου έκανα και άφησες να μου κλέψουν τα χρήματά μου;

Το πρωί, βγήκε απ' το Τζαμί και κατέβηκε στη θάλασσα όπου απ' την απελπισία του γονάτισε απάνω σ' ένα βράχο κ' εξακολούθησε τα παράπονά του στο Θεό, έχοντας πάντα τα μάτια του σηκωμένα στον Ουρανό.

Εκείνην την στιγμή, έτυχε ένα καΐκι να κινδυνεύη σε μικρή απόστασι απ' εκεί, στη θάλασσα, κ' εκείνοι που ήσαν μέσα, βλέποντας το Χότζα σ' αυτήν τη στάσι, νόμισαν πως προσευχόταν για τη σωτηρία τους, και τούταξαν να του δώσουν μερικά χρήματα, αν σωζώντουσαν.

Σε λίγο, πράγματι, κατώρθωσαν να σωθούν, και βγαίνοντας στη στεργιά, δώσανε στο Χότζα όσα τούχανε τάξη.

Κι' ο Χότζας παίρνοντας τα χρήματα:

— Σ' Ευγνωμονώ Θεέ μου, αναφώνησε, που για μιας μόνης νύχτας κλάματα στο Τζαμί σου, μου απόδωσες τα χρήματά μου!

144. — ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΑΠΠΑΔΕΣ

Τρεις σοφοί παππάδες Χριστιανοί που γύριζαν στον κόσμο, έφθασαν κάποτε και στον τόπο του Νασρ-εν-Ντιν Χότζα, κι' άρχισαν να διδάσκουν στο λαό τα δόγματά τους.

Τάκουσε ο Σουλτάνος της Χώρας κ' έστειλε και τους φώναξε, και τους είπε όχι μόνο να πάψουν το κήρυγμά τους, αλλά και ν' αλλαξοπιστήσουν και να γίνουν κι' αυτοί Μουσουλμάνοι, αν ήθελαν τη ζωή τους.

Οι παππάδες απάντησαν:

— Αλλαξοπιστούμε αν μπορέσετε να δώσετε απόκρισι στα ερωτήματά μας.

Ο Σουλτάνος διάταξε όλους τους διαβασμένους, τους σοφούς, και τους Μάγους του βασιλείου του, μα, κάνεις δεν μπόρεσε να δώση σωστή απόκρισι στα ερωτήματα που τους έκαναν οι παππάδες, κι' αυτό θύμωσε υπερβολικά το Σουλτάνο.

Έξαφνα, ένας από τους Μεγιστάνες του Παλατιού είπε;

— Βασιληά μου, ο μόνος που μπορεί να δώση απάντησι σ' αυτούς τους ανθρώπους, είνε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας.

Ο βασιληάς έστειλε αμέσως να του φέρουν το Χότζα απ' το χωριό του.

Όταν ήρθε ο Χότζας, έσκυψε και προσκύνησε τρεις φορές το Βασιληά, κ' εκείνος καθίζοντάς τον κοντά του, τον πρόσταξε ν' απαντήση στα ερωτήματα των παππάδων.

— Εμπρός! Ρωτήσετε! είπε ο Χότζας στους παππάδες.

Τότε προχώρεσε μπρος ο ένας από τους τρεις και ρώτησε:

— Πού είνε το μέσον του κόσμου;

Ο Χότζας αμέσως είπε να φέρουν μέσα το γάιδαρό του, κι' όταν τον έφεραν, απάντησε:

— Νά, εκεί που στέκεται ο γάιδαρος είνε το κέντρο του κόσμου.

— Και πού το ξέρεις; ρώτησε ο Χριστιανός.

— Μέτρα, κι' αν βρης ένα ρούπι λάθος, εδώ είμαι!

Κόκκαλο ο Χριστιανός!

Προχώρησε, ύστερα, ο δεύτερος παππάς και ρώτησε:

— Πόσα άστρα υπάρχουνε στον ουρανό;

— Όσες τρίχες έχει το γαϊδούρι μου! απάντησε ο Χότζας.

— Πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Χριστιανός.

— Αν δεν πιστεύεις, αποκρίθηκε ο Χότζας, μέτρα τις, κι' αν τις βρης λειψές, πάλι εδώ είμαι.

— Μα, είνε δυνατό να μετρηθούν οι τρίχες του γαϊδάρου; παρατήρησε ο Χριστιανός.

— Ε! Και τ' αστέρια τ' ουρανού είνε δυνατόν να μετρηθούνε; απάντησε ο Χότζας.

Κ' έτσι αποστώμωσε και το δεύτερο παππά.

Ήρθε τότε κ' η σειρά του τρίτου παππά, που προχώρεσε και είπε:

— Αν απαντήσης και στη δική μου ερώτησι, όλοι μας θα γίνωμε Μουσουλμάνοι.

— Λέγε να την ακούσωμε, είπε ο Χότζας.

— Λοιπόν, πες μου, πόσες τρίχες έχουν τα γένια μου; ρώτησε ο παππάς.

— Ου! Το μόνο εύκολο! απάντησε ο Χότζας· Όσες τρίχες έχει κ' η ουρά του γαϊδάρου μου!

— Πώς το ξέρεις; είπε ο παππάς.

— Μπορείς να τις μετρήσης! αποκρίθηκε ο Νασρ-εν- Ντιν.

Και βλέποντας τον παππά που δεν ήθελε να πεισθή, του πρόσθεσε:

— Αν θέλης να βεβαιωθής έλα να τραβούμε, εσύ μια τρίχα από την ουρά του γαϊδάρου μου, κ' εγώ μια τρίχα από τα γένια σου, ως που να τις βγάλωμε όλες, και θα δης, στο τέλος, πως θάρθουν ίσα.

Βλέποντας οι Χριστιανοί πως δεν τάβγαζαν πέρα απ' αυτόν του άνθρωπο, συνεννοήθηκαν αναμεταξύ τους, κι' αποφάσισαν ν' αλλαξοπιστήσουν.

145. — ΤΟ ΑΤΑΚΤΟ ΜΟΣΧΑΡΙ

Μια μέρα, το μοσχαράκι του Χότζα μουγγάνιζε κ' έτρεχε δω και κει αναζητώντας τη μάννα του.

Ο Χότζας πήρε μια μαγγούρα και το κυνηγούσε και τώδερνε.

— Γιατί χτυπάς το κακόμοιρο το ζω, Χότζα; Τι σούκανε; ρώτησαν μερικοί φίλοι που περνούσαν απ' έξω.

— Μου κάνει αταξίες, το άτιμο! απάντησε ο Χότζας.

Κ' οι φίλοι αναμεταξύ τους ενώ έφευγαν:

— Δίκηο έχει, ο δόλιος ο Χότζας! Το μοσχάρι δεν είνε πια μικρό! Είνε πια καιρός να μάθη τρόπους!

146. — ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΚΕΦΙ ΤΟΥ

Μια φορά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε ένα βόιδι με πλατύ κούτελο και μακρυά κέρατα, που ανάμεσά τους μπορούσε να καθήση ένας άνθρωπος.

Αυτήν τη σκέψι την έκανε ο ίδιος ο Χότζας, μια μέρα που καμάρωνε το βόιδι του, στο χωράφι, κι' από τότε το πήρε μεράκι και καλά να καθήση μια φορά ανάμεσα στα κέρατα του ζώου.

Η ευκαιρία, τέλος, του παρουσιάστηκε, μια μέρα, που είδε το βόιδι πλαγιασμένο στην αυλή.

— Α! είπε, με χαρά, τέλος πάντων θα γίνη αυτό που θέλω.

Μα, τη στιγμή που προσπαθούσε να καθήση στο κεφάλι του βοδιού, το ζώο ερεθισμένο σηκώθηκε απότομα απάνω και τονε πέταξε σα σβούρα κάμποσα μέτρα μακρυά, όπου έπεσε ζαλισμένος και με σπασμένο κεφάλι.

Αμέσως έτρεξαν η γυναίκα του κ' η κόρη του, και τονε μεταφέρανε στο κρεββάτι του, όπου άρχισαν με κλάματα και κοπετούς να του πλένουν τα αίματα, και να προσπαθούν με τριψίματα να τονε συνεφέρουν.

Τέλος, ο Χότζας συνήρθε από τη ζάλη του, κι' ακούοντας τις γυναίκες να κλαίνε, τους είπε:

— Σωπαίνετε, βρε γυναίκες! Τι είνε αυτά, με σας; Ε! Καλά! Τσακίστηκα, ναι! αλλά, επί τέλους, ας πάη στο Διάολο, έκανα το κέφι μου!

147. — Η ΟΔΗΓΙΑ

Μια μέρα, ο Χότζας αγόρασε σικότι, κ' ενώ πήγαινε στο σπίτι του, τον αντάμωσε ένας φίλος του και τονε ρώτησε πώς θα το ψήση.

Ο Χότζας είπε πως θα το ψήση όπως το ψήνει όλος ο κόσμος.

— Α! όχι! ψήσ' το με του τρόπο που ξέρω εγώ· και θα γλύφης και τα δάχτυλά σου.

Και του ανέφερε έναν τρόπο πώς να ψήση το σικότι.

— Φίλε μου, είπε ο Χότζας, επειδή δεν μπορώ να τα συγκρατήσω στο μυαλό μου, μου κάνεις τη χάρι να μου τα γράψης, σ' ένα χαρτί, για να τώχω μπρος μου την ώρα που θα μαγερεύω το σικότι, και να κάνω σύμφωνα με την οδηγία;

— Μπράβο! είπε ο φίλος του κ' έγραψε τη συνταγή.

Την πήρε ο Χότζας, κ' έτρεχε μ' εκείνην την όρεξι στο σπίτι του, όταν, ξαφνικά, ένα γεράκι ώρμησε, άρπαξε το σικότι από τα χέρια του και πέταξε.

Ο Χότζας, δίχως καθόλου να σικλεντισθή, σήκωσε το χέρι του ψηλά και δείχνοντας στο γεράκι το χαρτί, είπε:

— Βρε, βλάκα, τι, δηλαδή, έκανες μ' αυτό; Πήρες το σικότι, μα, η οδηγία είνε εδώ, κι' ό,τι κι' αν κάνης φαΐ σαν και τούτο δε θα το φας ποτέ σου!

148. — ΑΤΑΡΑΞΙΑ

Μια νύχτα, ένας κλέφτης μπήκε στο σπίτι του Χότζα, κ' η γυναίκα του τρομαγμένη τονε ξύπνησε και τούπε:

— Χότζα, ένας κλέφτης είνε μες το σπίτι!

Κι' ο Χότζας:

— Μη φοβάσαι, γυναίκα! Αν βρη τίποτα του δίνω το δικαίωμα να μου ξερριζώση μια μια τις τρίχες του μουστακιού μου!

Τα λόγια αυτά, έπεισαν του κλέφτη να παρατήση την επιχείρησί του και να φύγη.

149. — ΤΕΡΑΤΟΛΟΓΙΕΣ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ταξίδευε για τη Βαγδάτη, μ' ένα ταγάρι στον ώμο, όταν, ξαφνικά, σε κάποια πόλι, όπου μπήκε για να περάση τη νύχτα, ώρμησε απάνω του ένας Κούρδος, και του άρπαξε με το στανιό το ταγάρι, λέγοντας:

— Αυτό είνε το ταγάρι μου, κι' ό,τι έχει μέσα είνε δικό μου.

Ο Χότζας έμπηξε τις φωνές:

— Βοήθεια, Μουσουλμάνοι! Τρέξετε και γλυτώστε με απ' αυτόν τον απατεώνα!

Μα, το πλήθος είπε:

— Πηγαίνετε στον Καδή να σας κρίνη.

Λοιπόν, δέχτηκαν κ' οι δυο να υποβληθούν στην κρίσι του Καδή και πήγαν.

— Ποια είνε η διαφορά σας, είπε αυτός. Ας μιλήση πρώτα ο μηνυτής.

— Καδή μου, είπε ο Κούρδος. Το ταγάρι αυτό είνε, μαζύ με ό,τι έχει μέσα, δικό μου. Τώχασα χθες και σήμερα τώδα να το κρατά ο άνθρωπος αυτός.

Ρώτησε ο Καδής:

— Αν είνε δικό σου το ταγάρι πες μου τι έχει μέσα.

Απάντησε ο Κούρδος:

— Είχα μέσα στο ταγάρι μου δυο ασημένια πινέλα για σκόνη των ματιών, και «κοχλ» (αντιμώνιο) για τα μάτια, κ' ένα πεσκίρι για τα χέρια, όπου είχα διπλωμένα δυο χρυσά ποτήρια και δυο σαμηντάνια. Ακόμα, είχα μέσα στο ταγάρι δυο τσαντήρια και δυο γαβάθες, και δυο κουτάλια, κ' ένα μαξιλάρι, και δυο προβιές, και δυο κανάτες, κ' έναν μπακιρένιο δίσκο και δυο λεκάνες, και μια χύτρα, και δυο κιούπια του νερού, και δυο χουλιάρες, κ' ένα κρεατοσάνιδο, και δυο σακκιά, και δυο σαμάρια, κ' ένα καφτάνι, και δυο γούνες, και μιαν αγελάδα, και δυο μοσχάρια, και μια γίδα, και δυο πρόβατα, και μια προβατίνα και δυο κριάρια, και δυο κιόσκια, και μιαν γκαμήλα, και μια λέαινα και δυο λιοντάρια, και μιαν αρκούδα, και δυο τσακάλια, κ' ένα στρώμα, και δυο σοφάδες, και μια σοφίτα, και δυο σάλες, και μια πόρτα με καμάρα, και δυο σαλόττα, και μια κουζίνα με δυο πόρτες, και μια παρέα Κούρδων που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι ήτανε δικό μου.

Τότε είπε ο Καδής στο Χότζα:

— Και συ, εφέντη, τι έχεις να πης;

Απάντησε ο Χότζας:

— Καδή μου, ο Θεός να σε πολυχρονή! Το ταγάρι αυτό είνε δικό μου, και για να σ' το αποδείξω σου λέω τι είχα μέσα: Είχα ένα γκρεμισμένο σπίτι κ' ένα άλλο δίχως πόρτες, κ' ένα σπιτάκι για το σκυλί, κ' ένα σχολειό, και τσαντήρια και σχοινιά τσαντηριών, και τις πόλεις της Βασσόρας και της Βαγδάτης, και το παλάτι του σουλτάνου, κ' ένα σιδεράδικο, κ' ένα δίχτυ για ψάρεμα, και κοντάρια και παλούκια, και ωραίες κοπέλλες και παλληκαράκια, και μια χιλιάδα μαστρωπούς σαν αυτόν εδώ, που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι είνε δικό μου.

Όταν ο Κούρδος άκουσε αυτά τα λόγια τράβηξε το γιακά του από την αγανάκτησί του και ξεφώνησε:

— Πω! Πω! Τι ψεύτης! όλος ο κόσμος, Καδή μου, ξέρει πως το ταγάρι είνε δικό μου, και σ' όλους είναι γνωστό τι έχει μέσα. Έχει πύργους και κάστρα, και πουλιά πολλά και όρνια, μπουλούκια, κι' ανθρώπους που παίζουν σκάκι, και ζάρια, κι' ακόμα, μέσα σ' αυτό το ταγάρι μου είχα μια μουλάρα, και δυο πουλάρια, κ' ένα παχνί, και δυο άτια, και δυο πολεμικά κοντάρια, κ' ένα λύκο, και δυο λαγούς, και μια πόλι, και δυο χωριά, κ' έναν άνθρωπο τυφλό, και δυο καμπούρηδες, και δυο κουλούς, και δυο κουτσούς, κ' ένα χριστιανό παππά και δυο διάκους κ' έναν πατριάρχη, και δυο καλόγερους, κ' έναν Καδή και δυο παρέδρους, που μπορούν να μαρτυρήσουν ότι το ταγάρι είνε δικό μου.

— Και συ, τι λες; είπε ο Καδής στο Χότζα.

Ο Χότζας προχώρησε δυο βήματα έξω φρενών απ' το θυμό, και είπε:

— Καδή μου, ο Θεός να σε πολυχρονή! Είχα σε τούτο το ταγάρι, πούνε δικό μου, μια πανοπλία όλο ατσάλι, κι' όπλα, και χατζάρια, και γιαταγάνια, και χίλιους πολεμικούς κριούς, και μια χιλιάδα σκύλους, και κήπους, και περιβόλια, κ' αμπέλια, και λουλούδια, και μυρωμένα χορτάρια, και σύκα, και μήλα, κι' αγάλματα κ' εικόνες, και τραγουδίστρες, και πεντάμορφες σκλάβες, και γαμπρούς και νύφες, και συμπεθέρους, και κορίτσια και παιδιά, και πέντε μελαψές Αβυσσινέζες, και τρεις Ινδιάνες, κ' είκοσι Ελληνίδες σαν το κρύο νερό, κι' ογδόντα κυράδες Τουρκάλες, κ' εβδομήντα κοκκώνες Τσερκέζες, και τον Ευφράτη, και τον Τίγρι, και το Νείλο, και μια φωληά γλάρων, και μια νεκρή πολιτεία, και μια χιλιάδα κ . . . σαν κι' αυτόν εδώ, και τζαμιά, και λουτρά, και χριστιανικούς ναούς, κ' έναν χτίστη κ' ένα μαραγκό, και μια σανίδα, κ' ένα καρφί, κ' έναν ευνούχο με τη σπάθα του, κ' έναν καπετάνιο, κ' έναν αρχηγό καραβανιού και χίλιες χιλιάδες δηνάρια, κ' είκοσσι κάσες γεμάτες μεταξωτά και ατλάζια, κ' είκοσι αποθήκες γεμάτες τροφές, και τις πόλεις Γάζα και Ασκαλών, κι' όλη τη χώρα από το Δαμιάτη ως το Ασσουάν, και το παλάτι του βασιληά Αννούς Ιρραουάν, και το βασίλειο του Σολομώντος, κι' όλη τη χώρα από το Ουάντι Νουμάν ως το Χορασσάν, κι' από το Μπαλκ ως το Ισπαχάν κι' από τις Ινδίες ως το Σουδάν. Κι' ακόμα, ω πολυχρονεμένε μου Καδή, είχα πουκάμισα και γκελεμπίες, και σαρίκια, ένα σωρό, και μια χιλιάδα κοφτερά ξιράφια για να ξυρίσω τα γένεια του Καδή, αν τυχόν δε φοβηθή την οργή μου, και βγάλη κρίσι ότι το ταγάρι δεν είνε δικό μου.

Τώρα, όταν ο Καδής άκουσε όλα αυτά έπεσε σε αμηχανία κ' είπε:

— Βλέπω πως κ' οι δυο σας είσθε δυο αρχικατεργάρηδες, δυο παληαθρώποι που συνηθίζετε να κοροϊδεύετε τους Καδήδες και τους δικαστές, και δε φοβάστε την τιμωρία. Μα το Θεό, ποτέ μια γλώσσα δεν είπε, και ποτέ ποτέ κανένα αφτί δεν άκουσε, τέτοια παράξενα και εξωφρενικά πράγματα απ' αυτά που μου αραδιάσατε εδώ τόση ώρα. Ε! Κύριοι! Είνε, λοιπόν, αυτό το ταγάρι ένας απύθμενος ωκεανός, ή η Μέρα της Κρίσεως για να περιλαμβάνη μαζύ τους Δικαίους και τους Αδίκους; — Ανοίχτε αμέσως αυτό το ταγάρι.

Λοιπόν, ο Χότζας πήρε το ταγάρι, το άνοιξε και τ' άδειασε. Δεν είχε μέσα παρά μισό ψωμί, κ' ένα λεμόνι, ένα κομμάτι τυρί και λίγες εληές. Ύστερα πέταξε το ταγάρι στα πόδια του Κούρδου, κ' έφυγε αγανακτισμένος (18) .

150. — Ο ΛΥΚΟΣ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας πήρε το μαθητευόμενό του για να πάνε να κυνηγήσουν λύκους.

Φθάσανε στη φωληά ενός λύκου, κι' ο μαθητευόμενος εμπήκε μέσα.

Ο λύκος έλειπε, μα, σε λίγο, γύρισε, και τη στιγμή που έμπαινε στη φωληά του, ο Χότζας, πετάχτηκε από ένα θάμνο, πλάι, όπου ήτανε κρυμμένος, κ' έπιασε το λύκο απ' την ουρά.

Ο λύκος άρχιζε να τινάζεται, και με το τίναγμά του σήκωνε από χάμου σκόνη που έπεφτε στα μάτια του μαθητευομένου.

Αυτός τρίβοντας τα μάτια του έλεγε:

— Τι είνε αυτή η σκόνη!

— Ας μείνη η ουρά του λύκου στα χέρια μου, και τότε βλέπεις τι σκόνη είνε! είπε ο Χότζας.

151. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΚΩΝ

Κάποτε, ο Νάσρ-εν-Ντιν Χότζας γέμισε ένα καλαθάκι βερύκοκκα απ' του κήπο του, και τα πήγε στο διοικητή της επαρχίας.

Ο Πασσάς, ευχαριστημένος από το πεσκέσι έδωσε στο Χότζα μια σακκούλα φλουριά.

Ύστερα από λίγον καιρό, όταν ψήθηκαν τα ρόδια του, ο Χότζας γέμισε με αυτούς τους καρπούς μια κόφα, για να την πάη στον αντιβασιλέα, λέγοντας:

— Αυτός, που για ένα καλαθάκι βερύκοκκα μούδωσε μια σακκούλα φλουριά, ποιος ξέρει πόσα θα μου δώση για μια κόφα, ίσαμε κει πάνω, ρόδια;

Και μ' αυτήν την ελπίδα ξεκίνησε. Μα, ενώ έβγαινε από την αυλή του, ένας γείτονάς του τονε ρώτησε πού πήγαινε την κόφα, κ' εκείνος του τώπε.

— Αν θέλης να μ' ακούσης, σύκα να του πας, καλλίτερα, είπε ο γείτονας! Γιατί ο Πασσάς μας τρελλαίνεται για τα σύκα.

Λοιπόν, ο Χότζας γύρισε πίσω, παράτησε τα ρόδια, γέμισε ένα άλλο καλάθι με σύκα, και τα πήγε στον Αντιβασιλέα.

Άμα τάδε ο Πασσάς, που ήταν δύσθυμος εκείνην την ημέρα κ' ήθελε να διασκεδάση λιγάκι, πρόσταξε ένα σκλάβο, να τα πάρη και να τα πετάξη ένα ένα στο κεφάλι του Χότζα.

Ο σκλάβος άρχισε, κι' ο Χότζας κάθε φορά που δεχόταν το σύκο στο κεφάλι, φώναζε:

— Σ' ευχαριστώ Θεέ μου! Δοξασμένο τόνομά Σου!

Ο Πασσάς παραξενεύτηκε απ' αυτήν την συχνή αναφώνησι και ρώτησε το Χότζα γιατί την έκανε.

Κι' ο Χότζας:

— Πασσά μου, είχα σκοπό να σου φέρω μια κόφα ρόδια, αντί τα σύκα, κ' ευχαριστώ το Θεό που φώτισε ένα γείτονά μου να μου πη να μη σ' τα φέρω. Γιατί, αν σου τάφερνα, φαντάζεσαι κι' ο ίδιος σε τι χάλια θάταν τώρα το κεφάλι μου!

152. — ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΒΟΪΔΙ ΑΛΟΓΟ

Κάποτε, ο ίδιος διοικητής προσκάλεσε το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα σε κάποιον αγώνα κονταριού που είχε διοργανώση.

Ο Χότζας έβαλε μια σέλλα στη ράχη ενός μεγάλου βοδιού που είχε, το καβαλλίκεψε, και έτσι πήγε στον τόπο όπου θα γίνουνταν οι αγώνες, κάνοντας τους αυλικούς να σκάσουν απ' τα γέλια άμα τον είδαν.

Και ο αντιβασιλέας επίσης δεν μπόρεσε να κρατήση τα γέλια, κ' είπε στο Χότζα.

— Ε! Σε βόιδι καβαλλίκεψες; Αυτό τρέχει καθόλου;

— Πασσά μου, απάντησε ο Χότζας, εγώ είδα το τρέξιμό του όταν ήταν μοσχαράκι. Τότε δεν τώφθανε ούτε άλογο, ούτε χιντζίνι (19) .

153. — ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΗΣ

Όταν ήταν δάσκαλος, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είχε συμβουλέψη στα παιδιά, όταν φταρνιζόταν να του φωνάζουν «Υγείες!» και να χτυπούνε παλαμάκια.

Λοιπόν, έτυχε, μια μέρα, να πέση ο κουβάς στο πηγάδι, κι' ο Νασρ-εν-Ντιν είπε στα παιδιά να κατεβούν να το βγάλουν.

Μα, επειδή εκείνα φοβόντουσαν και δεν ήθελαν να κατεβούν, ο Χότζας θύμωσε, και βγάζοντας τα ρούχα του, πέρασε στη μέση του μια τριχιά και κατέβηκε στο πηγάδι, λέγοντας στα παιδιά να κρατούν καλά το σχοινί, κι' όταν θα τους ειδοποιούσε, να τον τραβήξουν απάνω.

Έφθασε στο βυθό, πήρε του κουβά, και τα παιδιά άρχισαν να τον τραβούν απάνω. Όλα πήγαιναν καλά, ως τη στιγμή που ο Χότζας έφθασε στ' αχείλι του πηγαδιού, όταν, κατά Διαβόλου συνεργία, τούρθε να φταρνισθή, και φταρνίστηκε.

Τα παιδιά τότε, σύμφωνα με το συμβουλή που τους είχε δώση, παράτησαν το σχοινί, κι' άρχισαν όλα μαζύ τα παλαμάκια λέγοντας: «Υγείες, δάσκαλε, υγείες!»

Ο Χότζας, που δεν είχε προφθάση να πιαστή από πουθενά, γύρισε άλλη μια φορά στο βυθό, κατρακυλώντας μ' ορμή και χτυπώντας δεξιά κι' αριστερά στα τοιχώματα του πηγαδιού, κ' έπεσε εκεί βαρύς με σπασμένο το κεφάλι, και τσακισμένα τα μέλη του.

Όταν, σε λίγο, οι μαθητές του τον ανάσυραν απάνω, τους είπε:

— Δε φταίτε εσείς, φταίω εγώ, το μουλάρι, που σας είχα μάθη να μου κάνετε αυτήν την τιμή, που, νά, τώρα τ' αποτελέσματά της: να κατασπάσω το κεφάλι μου, και να τσακίσω τα κόκκαλά μου!

154. — ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΧΑΘΗ

Όταν ο Χότζας ήταν ακόμα παλληκάρι, της Μοίρας τ' άστατα γυρίσματα τον έκαναν, μια φορά, να παρατήση τους κάμπους του και τα βουνά του και να κατεβή στην πολιτεία.

Είδε μια πολιτεία κοσμοπλημμυρισμένη, γεμάτη φωνές και ταραχή και βουή, που του ξεκούφαναν τ' αφτιά. Τα πλήθη, ανήσυχα, τρέχαν σαν μηρμύγκια προς όλες τις μεριές, με πυρετό και βιάση, σπρώχνοντας, σκουντώντας, πατώντας κάθε στιγμή το δυστυχή το Χότζα, που τάχε χάση, και του κάκου προσπαθούσε να βρη καμιά παράμερη γωνιά για να καθήση να ξαποστάση και να περιμαζέψη το σκορπισμένο του πνεύμα.

— Αν εξακολουθήσω να μένω μέσα σ' αυτό το πλήθος, είπε με το νου του, πάει, θα χαθώ, και δε θα μπορέσω πια να ξαναβρεθώ. Πρέπει να βάλω απάνω μου κανένα σημάδι για να αναγνωρίζωμαι.

Έτυχε νάχη μαζύ του μια νεροκολοκύθα.

— Ωραία! είπε.

Κ' έδεσε τη νεροκολοκύθα στο πόδι του.

— Τώρα, δεν έχω φόβο να χαθώ, μέσα σ' αυτούς τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους. Όπου κι' αν βρεθώ, δεν έχω παρά να κοιτάζω τη νεροκολοκύθα και να λέω: «Νά με! Εδώ είμαι!»

Εκεί που πήγαινε, σέρνοντας στα πόδια του τη νεροκολοκύθα, τον είδε ένας κατεργαράκος, κι' αμέσως εκατάλαβε την μυστικιά ιδέα του Χότζα, κ' έβαλε στο πονηρό μυαλό του να του παίξη ένα παιγνίδι.

Τον ακολούθησε, λοιπόν, ως που ο δύστυχος βρήκε, τέλος, μια παράμερη γωνιά, όπου έπεσε, αποσταμένος, κι' αμέσως παραδόθηκε στον ύπνο. Τότε, ο σατανάς εκείνος έλυσε τη νεροκολοκύθα από το πόδι του, και την έδεσε στο δικό του, κ' ύστερα πλάγιασε κοντά του.

Όταν ο Χότζας ξύπνησε, είδε τη νεροκολοκύθα στα πόδια του γείτονά του, και πήγε να φύγη ο νους του. Τόνε σκούντησε και τούπε:

— Ε! Συ, άρχοντα, σήκω σε παρακαλώ από δω, που μούρθες να μου μπερδέψης τις δουλειές μου! Ορίστε, τώρα! Τάχασα και δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας είμαι. Μα το Θεό, δεν ξέρω! Αν είμαι εγώ, τότε πώς η νεροκολοκύθα βρίσκεται στο πόδι σου δεμένη; Κι' αν είμαι εσύ, τότε εγώ ποιος είμαι; Δεν καταλαβαίνω πια τίποτα! Ποιος είμαι, λοιπόν, από τους δυο μας; (20) .

155. — Ο ΣΚΥΛΟΣ

Μια μέρα, ο Χότζας, περνώντας έξω από ένα νεκροταφείο είδε ένα σκυλί να κατουρή απάνω σ' ένα μνήμα, και αγανακτισμένος από την ιεροσυλία σήκωσε τη μαγκούρα για να χτυπήση το σκύλο.

Μα, βλέποντας το σκύλο που αγρίεψε κ' ήταν έτοιμος να χυμήξη απάνω του, κατέβασε ήσυχα-ήσυχα την μαγκούρα κ' είπε με τον πιο μειλίχιο και κολακευτικό τρόπο στο σκυλί:

— Πέρασε, δερβίσση μου! Πέρασε, παλληκαρά μου!

156. — Η ΕΥΦΥΪΑ ΤΟΥ ΓΥΙΟΥ ΤΟΥ

Μια μέρα, μερικοί μουσαφιρέοι, που ο Χότζας τους εξεθείαζε την εξυπνάδα του γιού του, έδειξαν στο παιδί μια μελιτζάνα, και το ρώτησαν:

— Τι είναι αυτό;

Το παιδί απάντησε:

— Είναι μοσχαράκι που δεν άνοιξε ακόμη τα μάτια του.

Κι' ο Χότζας θριαμβευτικά:

— Βλέπετε; είπε· όλα μονάχο του τάμαθε. Εγώ δεν του δίδαξα τίποτα.

157. — Ο ΠΙΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ

Μια μέρα, πήγε κάποιος γείτονας στο Χότζα και τον παρακάλεσε να του δανείση εκείνην την ημέρα το γάιδαρό του.

Ο Χότζας του απάντησε:

— Με μεγάλη μου ευχαρίστησι θα σου τον έδινα, αγαπητέ μου, αλλά, τι κρίμα! τον έστειλα από το πρωί στο περιβόλι.

Ο γείτονας δεν είπε τίποτε κ' έφυγε.

Μα, τη στιγμή που έβγαινε ατό την πόρτα, άκουσε το γάιδαρο να γκαρίζη μέσα στ' αχούρι.

Απορημένος, γύρισε πάλι πίσω κ' είπε στο Χότζα:

— Μα, γείτονα, συ μούπες πως έστειλες το γάιδαρό σου στο περιβόλι κ' εγώ του ακούω να γκαρίζη μέσα.

— Ε! Είσαι παράξενος άνθρωπος, μα την αλήθεια, ανέκραξε ο Χότζας θυμωμένος. Τώρα, το γάιδαρο θα πιστέψης ή εμένα;

Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω
Καλλίτερο τρόπο δεν μπορούσα να βρω

158. — Ο ΚΑΛΛΙΤΕΡΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ

Ένας χωρικός έχασε το γάιδαρό του, και παρακάλεσε του Νασρ-εν- Ντιν Χότζα να μιλήση στο Τζαμί και να πη, όποιος τον βρη να τον επιστρέψη στον κύριό του, γιατί είνε αμαρτία απ' το Θεό να κρατάη ένας άνθρωπος ένα ξένο πράγμα.

Ο Χότζας πήγε στο Τζαμί, την ώρα της Προσευχής, και μετά το προσκύνημα, στάθηκε κ' είπε:

— Ω Μουσουλμάνοι, όποιος από σας δεν ήπιε στη ζήσι του κρασί, ρακή ή άλλα μεθυστικά πιοτά, όποιος δεν έκανε όργια και κραιπάλες, όποιος δεν έπαιξε σκάκι, τάβλι, ή ζάρια, όποιος δε βρέθηκε σε κάθε λογής συναναστροφές και διασκεδάσεις, να προχωρήση μπρος για να τον δω.

Όλοι όσοι ήσαν στο Τζαμί και τον άκουσαν, συλλογίστηκαν μέσα τους ο καθένας, ποιος λίγο, ποιος πολύ, πως κάτι έκανε στη ζωή του απ' όσα είπε ο Χότζας κ' έτσι κανείς δεν τόλμησε να παρουσιασθή.

Ως τόσο, ένας απ' αυτούς προχώρησε μπρος και είπε.

— Εγώ σ' όλη μου τη ζωή, ούτε κρασί ήπια, ούτε ρακή, ούτε κραιπάλες έκανα, ούτε κανένα παιγνίδι έπαιξα, ούτε σε καμιά διασκέδασι δε βρέθηκα ποτέ μου.

Τότε ο Χότζας γυρίζη σ' εκείνον που έχασε το γάιδαρό του και του λέει:

— Νά, αυτός είνε! Πάρ' τον! Γιατί καλλίτερο γάιδαρο απ' αυτόν δε θαύρης!

159. — Ο ΕΜΙΡΗΣ Κ' Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ

Κάποτε ο Εμίρης βγήκε με την ακολουθία του περιοδεία στο Βιλαέτι και πέρασε έξω απ' το χωριό του Χότζα, όπου μερικές γυναίκες, που μαζύ τους ήταν κ' η γυναίκα του Χότζα, έπλεναν ρούχα στο ρέμα. Ο Εμίρης στάθηκε και τις κοίταζε. Οι άλλες γυναίκες χαμήλωσαν τα μάτια τους από ντροπή και δειλία, μα, η γυναίκα του Χότζα σήκωσε με προπέτεια τα βλέμματά της κ' είπε στον Εμίρη:

— Τι κοιτάζεις, βρε; Σ' αρέσομε;

Ο Εμίρης ρώτησε κάποιον που περνούσε, εκείνην τη στιγμή απ' εκεί, ποιανού γυναίκα ήταν αυτή που του μιλούσε με τέτοιαν αναίδεια, κ' εκείνος απάντησε:

— Είνε η γυναίκα του Χότζα.

Την άλλη μέρα, ο Εμίρης κάλεσε το Χότζα στο Παλάτι.

Όταν ο Χότζας παρουσιάστηκε τούπε:

— Θέλω ως το βράδυ να μου φέρης εδώ τη γυναίκα σου!

— Μπορώ να ρωτήσω τι τη θέλεις, Πασσά μου; ρώτησε ο Χότζας·

— Θέλω να τη ρωτήσω κάτι! Είπε ο Εμίρης.

— Αν είνε για τόσο μικρό πράγμα, απάντησε ο Νάσρ εν- Ντιν, συ ρώτησε εμένα κ' εγώ πάω και τη ρωτάω.

160. — ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ

Μιαν εποχήν που ο Χότζας ήταν χήρος, του προξένεψαν μια γειτονοπούλα, και υπογράφηκαν τα χαρτιά.

Ύστερα οι συμπεθέροι κ' οι προσκαλεσμένοι κάθησαν στο τραπέζι κι' άρχισαν να τρώνε.

Μα, δεν είπαν στο Χότζα να καθήση, γιατί το θεώρησαν περιττό, αφού σαν γαμπρός που ήταν δεν είχε καμμιά ανάγκη να τον προσκαλέσουν.

Όμως ο Χότζας θύμωσε γι' αυτό, κ' έφυγε απ' το σπίτι.

Όταν ήρθε η ώρα της «ντουχούλ» (21) είδαν πως ο Χότζας έλειπε.

Κατέβηκαν κάτω κ' έψαξαν παντού, και τέλος τον βρήκαν ζαρωμένο σε μια γωνιά του κήπου.

— Έλα, λοιπόν, Χότζα, τούπαν, τι γένηκες; Είνε ώρα να μπης στη νύφη.

Κι' ο Χότζας κακιωμένος:

— Σεις που καθήσατε και την τυλώσατε, σεις να μπήτε, τώρα στη νύφη!

161. — Ο ΙΔΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΑΠΗ

Ο Χότζας είχε, μια φορά, ανάμεσα στους μαθητές του, κ' ένα Αραπόπουλο, μαύρο σαν το κάρβουνο, που τώλεγαν Σιααμπάν.

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα είδε απάνω στο καφτάνι του μελάνια.

— Τι είνε αυτά, Χότζα, δεν προσέχεις; του παρατήρησε.

— Δεν είνε τίποτα, γυναίκα! Ο Σιααμπάν άργησε νάρθη σήμερα στο μάθημα, κ' επειδή έτρεχε πολύ, ίδρωσε, κι' ο ιδρώτας του έπεσε απάνω μου.

162. — ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΓΥΜΝΟΣ

Μια μέρα, ένα αμάξι που κατέβαινε στην πόλι, πέρασε έξω από το σπίτι του Χότζα.

Ο Χότζας έβαλε αμέσως στο νου του να πάη κι' αυτός, και χωρίς να χάνη καιρό, έτρεξε, έτσι όπως βρισκόταν εκείνην τη στιγμή, ολόγυμνος, πρόφθασε τ' αμάξι κι' ανέβηκε απάνω.

Όταν επλησίασαν στην πόλι, οι κάτοικοι έμαθαν πως ερχόταν ο Χότζας, κ' έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.

Μα, βλέποντάς τον έτσι γυμνό, όπως τον έκανε η μάννα του, ρώτησαν την αιτία.

Κι' ο Χότζας εξήγησε:

— Βρε παιδιά, σας αγαπώ τόσο, ώστε από τη βιάση μου και τη λαχτάρα μου νάρθω να σας δω, λησμόνησα να ντυθώ.

163. — ΠΩΣ ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΥ

Κάποτε, ο Χότζας χρωστούσε κάμποσα χρήματα σε μερικούς φίλους του, και κάθε φορά που του τα ζητούσαν τους έδινε υπόσχεση πως θα τους εξοφλούσε «την ερχόμενη βδομάδα».

Έτσι τους έπαιζε από βδομάδα σε βδομάδα, ως που τέλος, οι άνθρωποι, έχασαν την υπομονή τους και, μια μέρα, πήγαν μαζεμένοι στο σπίτι του Χότζα και ρώτησαν τη γυναίκα του (γιατί ο Χότζας έτυχε να λείπη εκείνην την ώρα) πότε, επί τέλους, θα τους πλήρωνε.

Η γυναίκα τους απάντησε:

— Σωπαίνετε κι' ο Χότζας αγόρασε χθες κάμποσο σπόρο αγκαθιών, κι' αύριο θα πάη στο χωράφι να τονε σπείρη. Ύστερα, αφού γίνουν τ' αγκάθια, θα τα βάλωμε στους δρόμους, απ' όπου θα περνούν οι γκαμήλες με το μπαμπάκι. Το μπαμπάκι θα κολλά απάνω, κ' ύστερα θα το μαζέψαμε, θα το πουλήσωμε, και με τα χρήματα που θα πάρωμε θα σας εξοφλήσωμε.

Οι άνθρωποι ακούοντας αυτά τα λόγια έμπηξαν τα γέλια.

Κ' η γυναίκα του Χότζα:

— Βέβαια, τώρα που βεβαιωθήκατε πως θα πληρωθήτε, γελάτε, μασκαρατζίκοι!

164. — ΠΩΣ ΕΥΚΟΛΥΝΕ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΥ

Άλλη μια φορά, ρώτησαν το Χότζα αν πλέρωσε τα χρέη του.

— Δεν τα πλέρωσα, είπε, μα, τα ευκόλυνα.

— Πώς, χωρίς να τα πλερώσης, τα ευκόλυνες; παρατήρησαν εκείνοι.

— Τ' ανανέωσα, βρε κουτοί! απάντησε ο Χότζας.

165. — Η ΒΡΥΣΗ

Μια φορά, ο Χότζας γύριζε από το βουνό κ' ήταν πολύ διψασμένος.

Έξαφνα με χαρά του παρατήρησε στα πλάγια του δρόμου μια βρύση, και πλησίασε.

Τώρα, το στόμα της βρύσης ήταν στουπωμένο μ' ένα ξύλο για να μην πηγαίνη άδικα το νερό, κι' ο Χότζας τράβηξε έξω το ξύλο, για να πιη.

Μα, το νερό πετάχτηκε έξω με ορμή και τον κατάβρεξε.

Τότε ο Χότζας γύρισε θυμωμένος στη βρύση και της είπε:

— Αφού είσαι τόσο παλαβή, Θεός χωρέσ' τα πεθαμένα τους, εκείνων που σου χώσανε αυτό το ξύλο στην τρύπα σου.

166. — ΤΟ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Μια μέρα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας ρώτησε το γυιο του αν έφαγε ποτέ ζαχαρένιο φαγητό.

Ο γυιός του τού αποκρίθηκε.

— Όχι!

Ο Χότζας του είπε:

— Κ' εκείνο, βρε, που τρως κάθε μέρα, τι είνε;

— Εκείνο που τρώω κάθε μέρα είνε ξερό ψωμί, απάντησε το παιδί.

Τότε ο Χότζας είπε:

— Και νομίζεις, βρε ανόητε, πως υπάρχει στον κόσμο άλλο πιο ζαχαρένιο φαγητό από το ξερό ψωμί;

167. — Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ

Μια μέρα, ο Χότζας έβαλε μέσα σ' ένα καφάσι μερικές κόττες κ' έναν πετεινό, και ξεκίνησε για την πόλι, για να τις πουλήση.

Στο δρόμο, όμως, τον έπιασε λύπησι για τα κακόμοιρα τα πουλιά που ήσαν φυλακισμένα, κι' ανοίγοντας το πορτέλο τ' αμόλυσε όλα εκτός του πετεινού.

Οι κόττες σκόρπισαν αμέσως, δεξιά κι' αριστερά.

Τότε ο Χότζας βγάζοντας τον πετεινό από το καφάσι τούπε να πάη να τις μαζέψη. Μα, βλέποντάς τον που στεκόταν ακόμα μουδιασμένος, θύμωσε, και σηκώνοντας το ραβδί του, τονε χτύπησε στα φτερά και τούπε:

— Βρε κερ . . . . . , πότε είνε μεσάνυχτα και πότε είνε αυγή, το ξέρεις, και τώρα μέρα μεσημέρι χάνεις το δρόμο; (22)

168. — ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Μια μέρα, ο Χότζας είπε τις προσευχές του στο Τζαμί, κ' ύστερα άρχισε τις δεήσεις, παρακαλώντας το Θεό να τον αξιώση νάμπη στον Παράδεισο και να τον διαφυλάξη από τα καζάνια της Κόλασης.

Μια γρηά, που έτυχε νάνε κοντά του και τον άκουε είπε:

— Θεέ μου, αξίωσέ με να μοιρασθώ με αυτόν τον άνθρωπο, αυτό που Σε παρακαλεί!

Ο Χότζας έκανε πως δεν άκουσε την ευχή της γρηάς, κ' εξακολούθησε.

— Θεέ μου, αξίωσέ με να κρεμασθώ από μιαν αγχόνη, ή να πεθάνω από πανούκλα!

Η γρηά, αμέσως είπε.

— Ω Θεέ μου, φύλαξέ με απ' ό,τι σου ζητά ο άνθρωπος αυτός!

Τότε ο Χότζας γύρισε σ' αυτήν και της είπε.

— Τι αλλόκοτη συντροφιά είνε αυτή που ζητάς; Επιθυμείς να συντροφιάσης μαζύ μου σε όποια χαρά κ' ευτυχία ευδοκήση ο Πανάγαθος Θεός να μου χαρίση και να μην έχης κανένα μερδικό και στις συμφορές που μπορεί επίσης να θελήση ο Κύριος να μου στείλη; . . .

169. — ΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ

Μια μέρα, μερικοί φίλοι πήραν το Χότζα σε μια εκδρομή, στην όχθη μιας λίμνης όπου έρριξαν δίχτυα για να ψαρέψουν.

Έξαφνα, ο Χότζας πλησίασε στο νερό και πήδησε μέσα στα δίχτυα.

— Μπρε, Χότζα, του φώναξαν οι φίλοι του, τι κάνεις εκεί; Τρελλάθηκες;

— Όχι, βρε παιδιά μα, μου πέρασε ιδέα πως ήμουνα ψάρι!

170. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΓΕΡΟΣ

Πέρασαν καιροί και ζαμάνια. Του Χρόνου το σκληρό φτερό επέρασε απάνω κι' απ' το Χότζα, όπως απάνω από κάθε τι που έζησε σε τούτον το κόσμο, και του άφησε τα μοιραία του σημάδια. Ο Χάρος, ο καταστροφέας των Τέρψεων, και των Συναναστροφών ο Διαλυτής, τούχε πάρη πολλούς από τους δικούς του, κι' άλλους, τους είχε πετάξη μακρυά του των Περιστάσεων η Σβούρα.

Έτσι, μονάχος κ' έρημος, καμπουριασμένος κι' ασπρομάλλης, ογδοντάρης πια, καθόταν, μια μέρα, ο Χότζας στη πόρτα του γέρικου σπιτιού του, φέρνοντας στο νου του παληές δόξες όταν, ένας άλλος γέρος, παληός του φίλος, πέρασε απ' έξω.

Γνωρίστηκαν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κ' ύστερα ο φίλος τούπε·

— Πόσο χρόνων είσαι τώρα, Χότζα;

— Δόξα τω Θεώ είμαι καλά στην υγεία! απάντησε ο Χότζας.

— Πώς είνε η κατάστασί σου; Καλά τα περνάς;

— Δόξα τω Θεώ, δε χρωστώ σε κανέναν!

— Έχεις καμμιά έγνοια να σου ταράζη το πνεύμα;

— Δόξα τω Θεώ, δεν έχω μικρά παιδιά!

— Έχεις εχθρούς;

— Δόξα τω Θεώ δεν έχω στενούς συγγενείς! είπε ο Χότζας.

Κι' αυτά ήσαν τα τελευταία σοφά του λόγια.

Τζαμί
Τζαμί
Άλλο Τζαμί
Άλλο Τζαμί

«Ένα απόγεμα, ο Γκόχας παρατήρησε από το χαγιάτι του σπιτιού του τις κόττες του που είχαν μπη μέσα στον κήπο και τσιμπούσαν το μαντανό του και τα βλαστάρια των άλλων ζαρζαβατικών του.

»Θύμωσε και είπε στον πετεινό που καθόταν αμέριμνος, λίγο πιο πέρα απ' αυτόν, στην άκρη τον χαγιατιού:

» — Βρε συ, κατέβα και μάζεψε τις γυναίκες σου!

Μα, ο πετεινός δεν κουνήθηκε απ' τη θέσι του. Έξω φρενών, τότε, ο Γκόχας φώναξε:

» — Βρε, κερ . . . . . , όταν θέλεις να κάνης το κέφι σου πας και τις βρίσκεις, κι' όταν σε προστάζει ο αφέντης σου κάνεις πως δεν τις ξέρεις; Καλά, λοιπόν, αν δε στις σφάξω όλες και σε κάνω χήρο, να μη με λένε Γκόχα!↩

Να μην με λένε Γκόχα!
Να μην με λένε Γκόχα!

Notes in this chapter

Note 1 · Γι' αυτό το «μαχρ» έγραψα στον Α', τόμο της Χαλιμάς (Σελ. 347 2ημ. 53). Ένας μουσουλμανικός γάμος δεν είνε έγκυρος αν δεν ορίση με συμβόλαιοNote 2 · «Ω Δείνα!» Οι αραβόφωνες λαοί συχνότατα μεταχειρίζονται τη φράσι αυτή στους διάλογους των, ακόμα κι' όταν εκείνος που μιλεί γνωρίζει το όνομNote 3 · Είνε χαρακτηριστική η συνήθεια αυτή των Αράβων και Περσών ιστοριογράφων να ζωγραφίζουν τις ασελγείς ηρωίδες των γυναίκες απαράμιλλης ωμορφιάNote 4 · Σε μιαν άλλη αραβική διήγησι, αγνώστου συγγραφέως (10 ή 11 αιώνος) με παρόμοιο θέμα, προστίθεται το ακόλουθο συμπέρασμα:↩Note 5 · Ο καθαρμός επιβάλλεται αυστηρά στο Μουσουλμάνο προ της προσευχής, και είνε γι' αυτόν ιεροτελεστία. Πριν από κάθε προσευχή που θα κάνη ο ΜουσNote 6 · Μια παρόμοια σχεδόν ιστορία υπάρχει και στις «Χίλιες και Μια Νύχτες». Μα, εκεί ο κλεμμένος είνε ένας πλούσιος πραμματευτής, που ένας κλέφτηςNote 7 · Στην ιστορία τούτη ηκολούθησα το κείμενον των «Χιλίων και Μιας Νυχτών (295η και 296η νύχτα) όπου περιγράφεται πιο διεξοδικά παρά στο βιβλίο Note 8 · Κάμηλος, η Δρομάς. Το πιο γρήγορο άλογο, δεν μπορεί να παραβγή, στο τρέξιμο, μ' αυτό το ζώο. Περνά τις ερήμους με καταπληκτική ταχύτητα και Note 9 · Πολλοί Άραβες και Πέρσαι ποιηταί και διηγηματογράφοι έγραψαν ο καθένας με το δικό του τρόπο αυτήν την ιστορία μα, κανείς, ίσως, πιο νόστιμα Note 10 · Ντουχούλ: έμπασμα. Η ώρα που ο γαμπρός συνοδεύεται με τραγούδια ως στην πόρτα του νυφικού θαλάμου, κ' εκεί αφήνεται για νάμπη μέσα, όπου τονNote 11 · Την ιστορία αυτή την άκουσα από ένα Φελάχο, στην Αίγυπτο, ως εξής:
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings