Front matter
Demetrios Vikelas translation
Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&. Words in italics have been included in _.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _.
ΤΡΑΓΩΔΙΑI ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, EΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΠΕΡΡΗ.
ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟY ΤΡΑΓΩΔIΑΙ
ΕΚ TΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟY ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕIΣΑI YΠO ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ.
ΜΕΡΟΣ Β'. ΟΘΕΛΛΟΣ
ΑΔΕΛΦΟΙ ΔΕΠΑΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΑΙ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1876
ΟΘΕΛΛΟΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (1)
ΤΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ. ΟΘΕΛΛΟΣ, ο Μαύρος της Βενετίας. ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, πατήρ της Δυσδαιμόνας. ΚΑΣΙΟΣ, υπασπιστής. ΙΑΓΟΣ, σημαιοφόρος. ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, ευγενής Βενετός. Ο ΔΟΓΗΣ της Βενετίας. ΑΡΧΟΝΤΕΣ γερουσιασταί. ΜΟΝΤΑΝΟΣ, διοικητής της Κύπρου. ΑΡΧΟΝΤΕΣ Κύπριοι. ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, αδελφός του Βραβαντίου. ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, συγγενής του Βραβαντίου. ΝΑΥΤΑΙ. ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ, υπηρέτης του Οθέλλου. ΚΗΡΥΞ. ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, σύζυγος του Οθέλλου. ΑΙΜΙΛΙΑ, σύζυγος του Ιάγου. ΒΙΑΓΚΑ, εταίρα.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ, ΑΡΧΟΝΤΕΣ, ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΥΠΗΡΕΤΑΙ, ΝΑΥΤΑΙ, Κ.Τ.Λ.
Η σκηνή κατά μεν την πρώτην πράξιν εν Βενετία, μετέπειτα δ' εν Κύπρω.
ΟΘΕΛΛΟΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (1)
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'.
Οδός εν Βενετία. Εισέρχονται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να μη μου δώκης είδησιν! (2) Δεν το 'λεγα ποτέ μου, εσύ, που είχες πάντοτε πουγγί σου το πουγγί μου, δεν το 'λεγα ότι εσύ μπορούσες να το ξεύρης!
ΙΑΓΟΣ Πλην δεν μ' ακούεις. Αν ποτέ μ' επέρασ' απ' τον νουν μου, να στραβωθώ!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και μ' έλεγες ότι του έχεις έχθραν!
ΙΑΓΟΣ Κι' αν είπα ψεύμα, πτύσε με· — Επήγαν τρεις τρανοί μας και τον επαρακάλεσαν, και είπαν να με κάμη υπασπιστήν· και μα το Ναι! ηξεύρω πως τ' αξίζω! Κ' εκείνος ούτε πείθεται, ούτε σκοπόν αλλάζει, αλλά τους προφασίζεται το ένα και το άλλο, με ύφος στρατιωτικόν και λόγια φουσκωμένα, και τέλος τους το έκοψε τους καλοθελητάς μου, διότι λέγει, έ κ λ ε ξ α ε γ ώ υ π α σ π ι σ τ ή ν μου! Ποιος είν' αυτός που έκλεξε; Λογαριαστής μεγάλος! Κάποιος Μιχάλης Κάσιος από την Φλωρεντίαν, που δια 'μάτια γυναικός πουλεί και την ψυχήν του! Ένας, που στράτευμα ποτέ 'ς τον πόλεμον δεν είδε, ούτε γνωρίζει τι θα πη παράταξις εις μάχην. Αν ήναι διά γράμματα, κι' αν φθάνουν τα βιβλία, τότε ας κάμωμεν στρατόν από Καλαμαράδες! 'ς τα λόγια είν' η τέχνη του· την πράξιν πού την ηύρε; Και όμως επροτίμησεν εκείνον να εκλέξη, κ' εγώ, που επολέμησα μαζή του τόσα χρόνια και μ' είδε με τα 'μάτια του 'ς την Ρόδον, κ' εις την Κύπρον, κ' εις άλλους τόπους χριστιανών κι' απίστων, εγώ πρέπει ν' ακούω τας διαταγάς του κυρ καταστιχάρη, που 'ξεύρει Δ ο ύ ν αι και Λ α β ε ί ν, διότι αυτός είναι του στρατηγού υπασπιστής, κ' εγώ … σημαιοφόρος!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Μα τον Θεόν! καλλίτερα να ήμουν δήμιός του.
ΙΑΓΟΣ Υπομονή! Αυτό θα 'πη βρωμο-υπηρεσία. Σου γίνονται προβιβασμοί προς χάριν, με συστάσεις, και όχι, καθώς έπρεπε, με το δικαίωμά του κατά σειράν ο δεύτερος ν' ακολουθή τον πρώτον. Κρίνε και μόνος σου λοιπόν εάν αιτίαν έχω τον Μαύρον να τον αγαπώ.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και πώς δεν τον αφίνεις;
ΙΑΓΟΣ Ω! έννοια σου. Υπηρετώ, να κάμω τον σκοπόν μου. Δεν ημπορεί τον κύριον να κάμη ο καθένας, και ούτε κάθε κύριος δούλους πιστούς να έχη. Θα ιδής πολλούς, που ταπεινοί και με λαιμόν σκυμμένον δουλεύουν ημερόνυκτα, και το 'χουν προς τιμήν των να ζουν 'σάν του κυρίου των τον γάιδαρον, που έχει όσον δουλεύει άχυρον, κι' άμα γηράση: έξω! Ξύλον που ήθελαν αυτοί οι τιμημένοι δούλοι! Άλλους θα ιδής, καμόνονται τον αφοσιωμένον, πλην την καρδιάν των την κρατούν διά τον εαυτόν των, κ' ενώ εις τον αυθέντην των πουλούν ψευτολατρείαν, παχαίνουν εις την ράχην του, κι' αφού καλοχορτάσουν τον εαυτόν των προσκυνούν. Εκείνοι έχουν γνώσιν, και απ' αυτούς είμαι κ' εγώ· διότι, κύριέ μου, να είσαι βέβαιος, καθώς με βλέπεις και σε βλέπω, πως Ιάγον δεν θα μ' έβλεπες, αν ήμουν ο Οθέλλος. Εκείνον αν υπηρετώ, υπηρετώ εμένα. Δεν με κρατούν κοντά 'ς αυτόν ή χρέος ή αγάπη, πλην μόνον, σου τ' ορκίζομαι, οι μυστικοί σκοποί μου. Αν ήναι με τους τρόπους μου και με το φέρσιμόν μου να φανερόνω τα κρυφά που τρέφω 'ς την καρδιάν μου, τότ' ας την βάλω την καρδιάν 'ς το χέρι μου επάνω να την τσυμπούν οι κόρακες! Δεν είμ' εκείνος που 'μαι.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τύχην που έχει ο χειλάς να σου το καταφέρη!
ΙΑΓΟΣ Εξύπνα τον πατέρα της. Κυνήγησε τον Μαύρον· φαρμάκευσέ του την χαράν και διαλάλησέ τον! Φωτιάν να πάρουν κύτταξε οι συγγενείς της νέας. Αν και το κλίμα όπου ζη ήναι τερπνόν, με μυίγαις βασάνιζε και κέντα τον! Αν κ' η χαρά του ήναι χαρά, εσύ προσπάθησε να την ανακατώσης μ' όσους χωρέσης πειρασμούς, να του την ξεθωρίσης!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να! του πατρός της είν' εδώ το σπίτι. Θα φωνάξω.
ΙΑΓΟΣ Με παραζάλην φώναξε και με φωναίς τρομάρας, καθώς οπόταν έξαφνα εις της νυκτός τα βάθη φανή φωτιά εις γειτονιαίς πυκνοκατοικημέναις.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αι, κυρ Βραβάντιε, αι! αι! Βραβάντιε! Αυθέντα!
ΙΑΓΟΣ Αι, ξύπνα, κυρ Βραβάντιε! Έχε καλά τον νουν σου 'ς το σπίτι, 'ς ταις σακκούλαις σου, 'ς την κόρην σου. Σε [κλέπτουν!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ (ανοίγων το παράθυρον). Τι είν' αυτός ο τρομερός ο θόρυβος; τι τρέχει;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Κανένας δεν σου έλειψε;
ΙΑΓΟΣ Είναι κλεισταίς αι θύραις;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι μ' ερωτάτε; διατί;
ΙΑΓΟΣ Σε έκλεψαν, αυθέντα! 'πάγει η καρδιά σου! Την 'μισήν ψυχήν σου σού την 'πήραν, και τώρα, τώρα που λαλώ, ο μαύρος γερο-τράγος την άσπρην προβατίναν σου την χαίρεται! Ενδύσου, με σήμαντρα την γειτονιάν που ρουχαλίζει 'ξύπνα! Κινήσου, 'ξύπνα, πριν παππούν ο διάβολος σε κάμη! Κινήσου, λέγω.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Άνθρωπε, πού έχεις τα μυαλά σου;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω άρχον ευγενέστατε, γνωρίζεις την φωνήν μου;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Όχι· ποιος είσαι;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Είμ' εγώ, ο Ροδερίκος είμαι,
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Και τι ζητείς; 'ς την θύραν μου, μη τριγυρνάς σου είπα! Σου είπα πως η κόρη μου δεν είναι δι' εσένα· και σου το είπα παστρικά! Δαιμονισμένος είσαι, κι' από το φαγοπότι σου καπνούς γεμάτος ήλθες με την αναισχυντίαν σου να με ανησυχήσης;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αυθέντα μου, αυθέντα μου!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αλλ' όμως βεβαιώσου πως τόσος είναι ο θυμός κ' η δύναμίς μου τόση, που θα πληρώσης ακριβά αυτό σου…
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Άκουσέ με.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι κράζεις ότι μ' έκλεψαν; αυτ' είν' η Βενετία, δεν είν' αχούρι έρημον το σπίτι μου…
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αυθέντα, ήλθα εδώ με καθαράν καρδιάν, διά καλόν σου.
ΙΑΓΟΣ Είσαι και συ απ' εκείνους, οι οποίοι δεν δουλεύουν ούτε τον Θεόν, αν ήναι ο διάβολος όπου τους το λέγει. Ερχόμεθα να σου κάμωμεν δούλευσιν, και συ μας παίρνεις διά νυκτοκλέπτας. Καλά! Την κόρην σου την χαίρεται έν άλογον αράπικον. Θα έχης εγγονάκια να σου χρεμετίζουν, και θα συμπεθερεύσης με φοράδαις.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τι βλάσφημος παληάνθρωπος εσύ 'σαι;
ΙΑΓΟΣ Είμαι ένας οπού έρχεται να σου ειπή, ότι η κόρη σου και ο Μαύρος σου κάμνουν τώρα γάμους και χαραίς. (3)
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Είσ' ένας αδιάντροπος!
ΙΑΓΟΣ Είσ' ένας… σενατόρος!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Θα δώσης λόγον δι' αυτό. Σε 'ξεύρω, Ροδερίκε.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Εγώ σου αποκρίνομαι, αυθέντα μου, δι' όλα· πλην δύο λόγια σου ζητώ. Αν ήναι μ' άδειάν σου και μ' ιδικόν σου θέλημα (καθώς μισοπιστεύω), που η ωραία κόρη σου εδιάλεξε την ώραν ς' τα βάθη μέσα της νυκτός, με μόνην συνοδείαν ενός ανθρώπου μισθωτού, ενός κοινού βαρκάρη, κ' επήγε να παραδοθή 'ς την αγκαλιάν του Μαύρου, αν είναι με την είδησιν και με το θέλημά σου, τότ' εφερθήκαμεν κακά και δίκαια θυμόνεις. Αν όμως δεν το ήξευρες, τότε, συμπάθησέ με, μας επιπλήττεις άδικα. Μη σου περνά ιδέα ότι εξέχασα εγώ τι πρέπει και αρμόζει, κ' ήλθα εδώ να σε γελώ και να σε περιπαίζω. Η κόρη σου, αν άδειαν δεν έχη απ' εσένα, το ξαναλέγω, έκαμε παρακοήν μεγάλην, χρέος και τύχην κ' ευμορφιάν και νουν να θυσιάση δι' ένα κακορρίζικον τυχοδιώκτην ξένον, οπού κυλά εδώ κ' εκεί αφότου εγεννήθη. Αν ήναι 'ς το κρεββάτι της ή μέσα εις το σπίτι, ας πέση 'ς το κεφάλι μου του Νόμου τιμωρία διότι σε εγέλασα.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ (προς τους εν τη οικία). Φέρετε φως αμέσως! Ξυπνήσατε τους δούλους μου! Ανάψατε τα φώτα! Αυτό εδώ με τ' όνειρον που είδα ομοιάζει κι' αρχίζει να μου φαίνεται ωσάν αλήθεια. — Φώτα!
(Αποσύρεται).
ΙΑΓΟΣ Ώρα καλή. Αναχωρώ διότι δεν αρμόζει, ούτε συμφέρει 'ς τον βαθμόν που έχω, να με φέρουν κατά του Μαύρου μάρτυρα, ως θα συμβή αν μείνω. Διότι όσον κι' αν αυτά τον χανδακώσουν τώρα, δεν ημπορεί χωρίς αυτόν να κάμη η Βενετία. Θα έχουν την ανάγκην του 'ς τον πόλεμον της Κύπρου, (4) κι' ούτ' έχουν άλλον άξιον 'ς τον τόπον του να βάλουν. Ώστε κ' εγώ, κι' αν τον μισώ καθώς τα κρίματά μου, αλλ' όμως η περίστασις το θέλει κ' η ανάγκη κάπως φιλίας πρόσχημα και χρώμα να του δείχνω. Πλην είναι μόνον πρόσχημα. — Αν θέλης να τον εύρης, 'ς το Ναυαρχείον (5) φέρε τους να τον ανακαλύψουν. Εκεί θα είμαι και εγώ μαζή του. Καλήν νύκτα.
(Απέρχεται). (Εισέρχεται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ μετά υπηρετών κρατούντων δάδας).
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αλήθεια ήτον! Έφυγε! Από εδώ και πέρα πικρή μου είναι η ζωή και καταφρονημένη. — Ειπέ μου, πού την είδες; πού; — Δυστυχισμένη κόρη! — Με τον Οθέλλον; — Ω! παιδιά ποιος θέλει ν' αποκτήση; — Τους είδες; είσαι βέβαιος; ήτον εκείνη λέγεις; — Ω! με ηπάτησε φρικτά! — Και τι σου είπε; — Φώτα! Φέρετε φως! Ξυπνήσετε τους συγγενείς μου όλους! — Ο γάμος τάχα έγεινε, νομίζεις;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Το φοβούμαι.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πώς να ξεφύγη απ' εδώ! Θεέ, τι προδοσία! Μη πιστευθήτε 'ς το εξής ταις κόραις σας, πατέρες! Άλλα οι τρόποι μαρτυρούν, κι' άλλα 'ς τον νουν των έχουν! Δεν έχει μάγια που πλανούν την παρθενιάν των νέων; ειπέ μου, δεν εδιάβασες ποτέ σου περί τούτου;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και βέβαια, αυθέντα μου.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πού είν' ο αδελφός μου; Ξυπνήσετέ τον. — Διατί εσέ να μη την δώσω! — Εσείς πηγαίνετ' απ' εδώ, οι άλλοι άλλον δρόμον. — Πού λέγεις θα τους εύρωμεν, εκείνην και τον Μαύρον;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα τους ανακαλύψωμεν, νομίζω, εάν θέλης με συνοδείαν αρκετήν να με ακολουθήσης.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Οδήγησέ μας. Θα κτυπώ οπού περνώ ταις θύραις· και να προστάζω ημπορώ, αν το καλέση χρεία, 'ς τα όπλα! Νυκτοφύλακας φωνάξετε να έλθουν. Εμπρός! Θα σου ανταμειφθούν οι κόποι, Ροδερίκε.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Β' .
Ετέρα οδός εν Βενετία
Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, ο ΙΑΓΟΣ και υπηρέται δαδούχοι.
ΙΑΓΟΣ Εάν κ' εσκότωσα πολλούς 'ς την τέχνην του πολέμου, επάνω 'ς την συνείδησιν τρέχω, να μη κάμω με προμελέτην φονικόν. Το άδικον δεν θέλω, και ζημιόνομαι συχνά. Εννηά φοραίς ή δέκα να του τρυπήσω τα πλευρά με το σπαθί μου ήλθε.
ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά που δεν το έκαμες.
ΙΑΓΟΣ Αλλ' εμωρολογούσε, και τόσα λόγια έλεγε προσβλητικά κι αχρεία κατά της ευγενείας σου, που μόλις ημπορούσα, με την ολίγην αρετήν κ' υπομονήν που έχω, να τον αφίνω να λαλή. Αλλά, παρακαλώ σε, ο γάμος έγεινε σωστά; Διότι, βεβαιώσου, τον αγαπούν τον γέροντα, και η φωνή του έχει και δύναμιν και πέρασιν 'σάν την φωνήν του Δόγη. Θα σας χωρίση. Ή αλληώς είν' άξιος να φέρη εμπόδια και βάσανα· και το σχοινί του Νόμου να το τεντώση ημπορεί με την επιρροήν του.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ας κάμη ό,τι αγαπά. Αι εκδουλεύσεις πώχω θ' αποστομώσουν ταις φωναίς και τα παράπονά του. Και δεν ηξεύρουν κάθε τι ακόμη. Όταν μάθω πως είναι τα καυχήματα τιμή, θα φανερώσω, ότι μ' εγέννησαν γονείς εις θρόνον καθισμένοι, κ' η τύχη που απέκτησα εδώ δεν μ' εξιππάζει! Κι' ας είσαι, Ιάγο, βέβαιος, πως αν δεν αγαπούσα την Δυσδαιμόναν την γλυκειάν, διά τον κόσμον όλον ποτέ μου την ελεύθερην και άστεγην ζωήν μου δεν την επεριόριζα εγώ, να την σκλαβώσω! Αλλά, τι φώτα είν' αυτά που έρχονται; Ιδέ τα.
(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΚΑΣΙΟΣ και αξιωματικοί κρατούντες δάδας).
ΙΑΓΟΣ Θα είναι ο πατέρας της, κ' οι φίλοι του μαζή του. Σου δίδω γνώμην να κρυφθής.
ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι· να μ' εύρουν πρέπει. Ο χαρακτήρ μου, ο βαθμός, και η συνείδησίς μου με προστατεύουν αρκετά. — Αλλά δεν είν' εκείνοι.
ΙΑΓΟΣ Μα των πολέμων τον Θεόν, δεν είν' εκείνοι· όχι!
ΟΘΕΛΛΟΣ Είναι του Δόγη άνθρωποι, και ο υπασπιστής μου. — Καλή σας νύκτα κι' αγαθή, ω φίλοι. Τι ζητείτε;
ΚΑΣΙΟΣ Σε χαιρετά, ω στρατηγέ, ο Δόγης και αμέσως επιθυμεί να σε ιδή.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι τρέχει; δεν ηξεύρεις;
ΚΑΣΙΟΣ Της Κύπρου είναι πράγματα, μου φαίνεται, σπουδαία. Του στόλου καταποδιαστά μηνύματα μας ήλθαν αυτήν την νύκτα δώδεκα, το έν μετά το άλλο. Πολλοί από τους άρχοντας εξύπνησαν ως τώρα, και όλοι συναθροίζονται 'ς του Δόγη. Σ' εζητούσαν επάνω κάτω, και αφού 'ς το σπίτι σου δεν σ' ηύραν, τρεις συνοδείας έστειλαν να σε ζητούν 'ς την πόλιν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά λοιπόν που έτυχε να μ' εύρης συ. Δυο λόγια πηγαίνω μέσα να ειπώ, κ' έρχομ' ευθύς μαζή σας.
(Εξέρχεται).
ΚΑΣΙΟΣ Εδώ τι θέλει άραγε;
ΙΑΓΟΣ Επήρεν εξ εφόδου μίαν φρεγάδα της ξηράς απόψε, και θα κάμη μιαν και καλήν την τύχην του, εάν του την αφήσουν.
ΚΑΣΙΟΣ Τι πράγμα; δεν 'κατάλαβα.
ΙΑΓΟΣ Γυναίκα 'πήρε.
ΚΑΣΙΟΣ Ποίαν;
ΙΑΓΟΣ Την θυγατέρα…
(Επιστρέφει ο ΟΘΕΛΛΟΣ )
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, πηγαίνωμεν;
ΟΘΕΛΛΟΣ Οδήγει.
ΚΑΣΙΟΣ Ιδού, και άλλοι έρχονται να σ' εύρουν, στρατηγέ μου.
(Εισέρχονται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, και αξιωματικοί φέροντες δάδας).
ΙΑΓΟΣ Είν' ο Βραβάντιος αυτός. Φυλάξου· πρόσεχέ τον, και ήλθε με κακούς σκοπούς.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι θέλετε; Σταθήτε!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Να τος ο Μαύρος.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Πιάσετε τον κλέπτην· πιάσετέ τον!
ΙΑΓΟΣ Α, Ροδερίκε, είσαι συ; εγώ σε διορθόνω.
(Σύρουν πάντες τα ξίφη.)
ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ ταις θήκαις μέσα τα σπαθιά, δροσιά μην τα σκουριάση! Τ' άσπρα μαλλιά σου δύναμιν μεγαλειτέραν έχουν από τα όπλα των.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Ληστή, πού την κρατείς κρυμμένην την κόρην μου; την 'μάγευσες εσύ ο κολασμένος. Το πράγμα είναι φανερόν εις όποιον έχει γνώσιν. Αν δεν την αλυσόδενες με τα κρυφά σου μάγια, μια κόρη τόσον ευτυχής και τρυφερά κι' ωραία, που 'πανδρειάν δεν ήθελε, και ούτε είχε 'μάτια να ιδή τους πλέον εκλεκτούς γαμβρούς της Βενετίας, τον γενικόν περίγελων του κόσμου θ' αψηφούσε, και θ' άφινε την σκέπην της την πατρικήν, να τρέξη 'ς ταις μαύραις αγκαλιαίς ενός καθώς εσέ, που φρίκην εμπνέεις, όχι έρωτα! Ο κόσμος ας το κρίνη αν φως δεν ήναι φανερόν, πως με φρικώδη μάγια, με βότανα και μέταλλα, που εξυπνούν την σάρκα και την νεότητα πλανούν, εμάγευσες την νέαν! Το πράγμα θα εξετασθή· αλλ' όποιος εξετάση θα το πεισθή χειροπιαστά! Λοιπόν σε συλλαμβάνω ως πλάνον, που μ' αθέμιτα κ' εμποδισμένα μέσα γελάς τον κόσμον! Πιάσετε τον πλάνον. Πιάσετέ τον! (6) κι' αν τύχη κι' αντιστέκεται κακόν της κεφαλής του!
ΟΘΕΛΛΟΣ Τα χέρια κάτω όλοι σας, κ' οι φίλοι μου κ' οι άλλοι! Σκοπόν αν είχα με σπαθιαίς απόκρισιν να δώσω, ανάγκην άλλος να το 'πη δεν είχα. — Πού να 'πάγω εις την κατηγορίαν σου απόκρισιν να δώσω;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ 'ς την φυλακήν! 'ς την φυλακήν, ως που να έλθη ώρα 'ς αρμόδιον κριτήριον ο Νόμος να σε κρίνη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Και αν σ' ακούσω, τι θα' πη ο Δόγης, οπού θέλει δι' υποθέσεις σοβαράς να με ιδή του Κράτους, και οι αποσταλμένοι του προσμένουν 'ς το πλευρόν μου;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Αληθινά, συμβούλιον ο Δόγης έχει τώρα.
ΟΘΕΛΛΟΣ Βεβαίως θα εμήνυσε κ' εσένα, ω αυθέντα.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Μεσάνυκτα συμβούλιον! Κι' αυτός εκεί ας έλθη! Αυτό που έπαθα εγώ μικρόν δεν είναι πράγμα. Ως ιδικήν του προσβολήν κι' ο Δόγης θα το πάρη, κ' οι άλλοι μου συνάδελφοι, οι άρχοντες του Κράτους. Αν μένουν ατιμώρητα καμώματα τοιούτα, εις χέρια δούλων και ληστών θα πέση η Πολιτεία.
(Απέρχονται)
ΣΚΗΝΗ Γ.
Το συμβούλιον του Δόγη.
(Ο ΔΟΓΗΣ και ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ κάθηνται. Αξιωματικοί ίστανται όπισθεν αυτών.)
ΔΟΓΗΣ Αλλά τα νέα ως εδώ δεν συμφωνούν διόλου και φαίνονται απίστευτα.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Τω όντι διαφέρουν. Τα πλοία εκατόν επτά εμένα με τα γράφουν.
ΔΟΓΗΣ Σαράντα κ' εκατόν εμέ·
Β’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Κ' εμένα διακόσια Αλλά και αν 'ς τον αριθμόν διαφορά υπάρχη, (και θα υπάρχη, επειδή συμπερασμούς μας γράφουν), απ' όλα τα μηνύματα εξάγετ' εκ συμφώνου πως ένας στόλος Τουρκικός κατά την Κύπρον πλέει.
ΔΟΓΗΣ Ναι τούτο είναι πιθανόν και έρχεται 'ς τον λόγον. Των αριθμών τ' ασύμφωνον δεν με καθησυχάζει, αλλά τον βλέπω φανερά τον κίνδυνον εμπρός μου.
(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ συνοδεύων ΝΑΥΤΗΝ.)
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Από τον στόλον μήνυμα.
ΔΟΓΗΣ Τι νέα; τι μας φέρνεις;
ΝΑΥΤΗΣ Οι Τούρκοι έκαμαν πανιά προς τα νερά της Ρόδου. Ο ναύαρχός σας μ' έστειλε την είδησιν να φέρω.
ΔΟΓΗΣ Περί αυτής της αλλαγής τι λέγετε, αυθένται;
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Αδύνατον μου φαίνεται, κι' ούτε χωρεί 'ς τον νουν μου· των Τούρκων είναι τέχνασμα διά να μας γελάσουν. Αν λογαριάσωμεν 'ς αυτούς η Κύπρος τι σημαίνει, και πόσον περισσότερον την θέλουν απ' την Ρόδον, και πόσον ευκολώτερον τους είναι να την πάρουν, διότι και τα φρούρια της Ρόδου δεν τα έχει, και ούτε τόσην δύναμιν και προετοιμασίαν, αν τα ζυγίσωμεν αυτά, πιστεύω θα μας πείσουν ότι ο Τούρκος δεν 'μπορεί να κάμη τόσον λάθος, το πρώτον του και κύριον 'ς το τέλος να το κάμη, εκείνο δε που εύκολα μας παίρνει, να τ' αφήση, και ν' αψηφά και να ζητή ανωφελείς κινδύνους. (7)
ΔΟΓΗΣ Δεν το πιστεύω ούτ' εγώ 'ς την Ρόδον να πηγαίνη.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Ιδού και άλλο μήνυμα.
(Εισέρχεται έτερος Ναύτης.)
Β’. ΝΑΥΤΗΣ Αυθένται σεβαστοί μου, οι Τούρκοι, οπού έπλεαν προς τα νερά της Ρόδου, ενώθηκαν 'ς το πέλαγος με' τ' άλλα των τα πλοία.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ
Δεν σας το έλεγα εγώ; — Ως πόσα πλοία είναι;
Β’. ΝΑΥΤΗΣ Τριάντα πλοία· κ' ήλλαξαν τον δρόμον ενωμένοι οι δύο στόλοι, και μαζή πηγαίνουν προς την Κύπρον. Και ο Μοντάνος, ο πιστός κι' ανδρείος στρατηγός σας με ταπεινούς προσκυνισμούς την είδησιν σας στέλνει, και πίστιν να του δώσετε παρακαλεί, αυθένται.
ΔΟΓΗΣ Λοιπόν, 'ς την Κύπρον βέβαια πηγαίνουν! Ποιος ηξεύρει εάν εδώ ευρίσκεται ο Μάρκος ο Λουκίκος; (8)
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ 'Σ την Φλωρεντίαν είν' αυτός ακόμη.
ΔΟΓΗΣ Γράψετέ του ότι εδώ επιθυμώ αμέσως να γυρίση.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Ιδού και ο Βραβάντιος και ο γενναίος Μαύρος.
(Εισέρχονται ο ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ, ο ΟΘΕΛΛΟΣ, ο ΙΑΓΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ, και έτεροι αξιωματικοί).
ΔΟΓΗΣ Έλα, γενναίε στρατηγέ, και σ' έχομεν ανάγκην 'ς τον Τούρκον να σε στείλωμεν, τον γενικόν εχθρόν μας.
(Προς τον Βραβάντιον).
Α! δεν σ' επαρατήρησα, ω άρχον, καλώς ήλθες· η γνώμη σου μας έλειπε και η βοήθειά σου.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Εγώ, αυθένται μου, εγώ την ιδικήν σας θέλω. Ούτε τα νέα του εχθρού, ούτε τ' αξίωμά μου δεν μ' έκαμαν την κλίνην μου ν' αφήσω. Δεν με μέλει διά συμφέροντα κοινά. Η λύπη η δική μου μου πλημμυρίζει την καρδιάν και ξεχειλίζει τόσον, που κάθε άλλην συλλογήν και λύπην καταπνίγει!
ΔΟΓΗΣ Τι έπαθες;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Η κόρη μου! Η κόρη μου, αυθέντα!
ΔΟΓΗΣ Απέθανε;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Απέθανε αλήθεια δι' εμένα! Την 'πλάνεσαν, την έκλεψαν, την 'χάλασαν με μάγια, με μάγια και με βότανα οπού πουλούν αγύρται! Διότι τόσον τρομερά να πλανηθή εκείνη, ενώ δεν είν' ούτε τυφλή, ούτε ο νους της λείπει, ποτέ δεν ήτο δυνατόν χωρίς να την μαγεύσουν…
ΔΟΓΗΣ Όποιος κι' αν ήναι, που μ' αυτόν τον άνομον τον τρόπον επλάνεσε την κόρην σου από τον εαυτόν της κι' απ' τον πατέρα της, ιδού του Νόμου το βιβλίον γραμμένον μ' αίμα. Την πικρήν σελίδα διάβασέ την κ' εξήγησέ την μόνος σου, κ' εάν αυτός ο υιός μου ήναι ο πταίστης!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Ταπεινώς σ' ευχαριστώ, αυθέντα. Ιδού ο πταίστης! Είν' αυτός, ο Μαύρος, οπού τώρα εδώ τον επροσκάλεσες, καθώς πληροφορούμαι, διά συμφέροντα κοινά.
ΔΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ Αυτός; Πολύ λυπούμαι!
ΔΟΓΗΣ Δεν έχεις τι ν' αποκριθής προς υπεράσπισίν σου 'ς αυτά που λέγει;
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Τίποτε, παρά πως είν' αλήθεια!
ΟΘΕΛΛΟΣ Μεγάλοι, παντοδύναμοι και σεβαστοί αυθένται, σεις όλοι, ευγενέστατοι και φίλοι άρχοντές μου, την έκλεψα του γέροντος αυτού την θυγατέρα, και την εστεφανώθηκα· αυτό είν' η αλήθεια· το έγκλημά μου είν' αυτό· αυτό και όχι άλλο! Χονδρά τα λέγω· εύμορφα να ομιλώ δεν 'ξεύρω· 'ς ειρήνης γλυκομίλημα δεν είμαι γυμνασμένος. Απ' τον καιρόν που έκαμαν αυτά εδώ τα χέρια μόνον επτά ετών μυαλόν, ως προ μηνών εννέα, δουλεύουν εις τον πόλεμον και παίζουν με τα όπλα, κι' από τον κόσμον άλλο τι δεν 'ξεύρω τον μεγάλον παρά πολέμων πράγματα και των μαχών συμβάντα· ώστε κακά θα στολισθή η υπεράσπισίς μου εάν την κάμω μόνος μου. Αλλά, με άδειάν σας, μ' ολίγα λόγια στρογγυλά κι' αστόλιστα σας λέγω πώς ήλθε η αγάπη μας· τι βότανα, τι μάγια, (αφού ως μάγος σήμερα εδώ κατηγορούμαι), επλάνεσαν την κόρην του.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Μια κόρη σεμνοτάτη, και ήσυχη, κ' εντροπαλή, που ως και την σκιάν της εντρέπετο! Και γίνεται τα πάντα ν' αψηφήση, την ηλικίαν, την τιμήν, τον τόπον της, την φύσιν, και τώρα να ερωτευθή μ' αυτόν, που εφοβείτο να τον ιδή; Πρέπει κανείς ή να μην έχη κρίσιν, ή να την έχη παλαβήν, διά να το πιστεύση, ότ' ημπορεί τους νόμους της η φύσις να πατήση, και τόσον να παρεκτραπή απ' την εντέλειάν της, εάν δεν ήναι Σατανά ενέργεια 'ς την μέσην, οπού να κάμη το κακόν! Λοιπόν και πάλιν λέγω, ότι αυτός με βότανα που ενεργούν 'ς το αίμα, με δύναμιν σατανικήν και φίλτρα μαγευμένα την 'πλάνεσε!
ΔΟΓΗΣ Ο λόγος σου απόδειξις δεν είναι. Αντί με πιθανότητας και με συμπερασμούς σου, πρέπει εδώ με ασφαλείς, γνησίας αποδείξεις να έλθης εναντίον του.
Α’. ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Δεν ομιλείς, Οθέλλε; Ειπέ μας αν μ' αφύσικα κ' εντροπιασμένα μέσα 'φαρμάκευσες κ' εκέρδισες της κόρης την αγάπην, ή με πειθώ και με γλυκά και τιμημένα λόγια οπού ενόνουν δυο καρδιαίς;
ΟΘΕΛΛΟΣ Παρακαλώ, αυθένται, 'ς το Ναυαρχείον στείλετε να φέρετε την νέαν, κ' εμπρός εις τον πατέρα της η ίδια ας λαλήση. Αν ένοχον με κρίνετε απ' τα 'δικά της λόγια, τότ' όχι μόνον τον βαθμόν και την υπόληψίν μου να με καταδικάσετε να χάσω, αλλ' ακόμη και την ζωήν μου·
ΔΟΓΗΣ Φέρετε εδώ την Δυσδαιμόναν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Οδήγησέ τους, Ιάγο μου· συ 'ξεύρεις πού την έχω.
(Εξέρχεται ο ΙΑΓΟΣ).
Κι' ως που να έλθη, καθαρά 'σάν να ξεμολογούμαι 'ς την παρουσίαν του Θεού τα κρίματα που έχω, με τόσην ειλικρίνειαν εμπρός σας θα εκθέσω πώς έγινε κ' εκέρδισα της νέας την αγάπην, και πώς κι' αυτή εκέρδισε την ιδικήν μου.
ΔΟΓΗΣ Λέγε
ΟΘΕΛΛΟΣ Με αγαπούσ' ο γέροντας· συχνά μ' επροσκαλούσε· την ιστορίαν μ' έβαζε να λέγω της ζωής μου· τας μάχας, τους πολέμους μου και τας πολιορκίας, τον δρόμον οπού πέρασα. Και του εδιηγούμην από τα παιδιακίσια μου τα χρόνια την ζωήν μου, ως την στιγμήν που 'κάθητο και μ' ήκουε να λέγω. Και έλεγα την τύχην μου, τους φοβερούς κινδύνους, τα τρομερά συμβάντα μου 'ς τον κάμπον ή 'ς το κύμα, τους παρά τρίχα γλυτωμούς 'ς εφόδους και καρτέρια, πώς έπεσα εις του εχθρού τ' αγριευμένα χέρια και σκλάβος επωλήθηκα· την ελευθέρωσίν μου, και τα ταξείδια τα πολλά που έκαμα κατόπιν. Τα σπήλαια τ' απέραντα και τας ξηράς ερήμους, τους βράχους, τα 'ψηλά βουνά που φθάνουν ως τα νέφη· αυτά του επερίγραφα, και τους ανθρωποφάγους, και τους αγρίους τους φρικτούς, και τέρατα που έχουν την κεφαλήν ανάμεσα 'ς ταις πλάταις φυτρωμένην. (9) Η Δυσδαιμόνα ήρχετο περίεργη ν' ακούη, αλλ' αι φροντίδες του σπιτιού την έκαμναν να φεύγη, και βιαστική επήγαινε τα χρέη της να κάμη, κ' επέστρεφε, τα λόγια μου ν' ακούση διψασμένη. Κ' εγώ το παρετήρησα και ηύρα ευκαιρίαν, και ηύρα τρόπον μόνη της να μου ξεμυστερεύση τον πόθον τον εγκάρδιον, να της εξιστορήσω καταλεπτώς τον βίον μου απ' την αρχήν 'ς το τέλος, που άκραις μέσαις ήξευρεν απ' όσα είχ' ακούσει. Της είπα όλα· και συχνά της 'δάκρυσε το 'μάτι, ενώ της πρώτης μου ζωής της έλεγα τα πάθη· και όταν ετελείωσα, μ' επλήρωσε τον κόπον με ένα κόσμον δάκρυα και αναστεναγμούς της. Μου είπε πως εθαύμασε, εθαύμασε εις άκρον, ότι λυπάται δι' εμέ, κατάκαρδα λυπάται, πως ήθελε καλλίτερα να μη τα είχ' ακούσει, κι' όμως μακάρι και αυτή να λάβη τέτοιον άνδρα. Μου είπε πως μ' ευχαριστεί, κι' ανίσως έχω φίλον, οπού την ερωτεύεται και θέλει την καρδιάν της, να τον διδάξω να της' πη όσα εγώ της είπα. 'Σ αυτήν την νύξιν της κ' εγώ ανοίχθηκα μαζή της. Δι' όσα εκινδύνευσα μ' ηγάπησεν εκείνη, και την ηγάπησα εγώ, διότι μ' ελυπήθη. Τα μάγια που της έκαμα είναι αυτά και μόνα. Ιδού, η νέα έρχεται και ας το μαρτυρήση. (10)
(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΙΑΓΟΣ, και υπηρέται).
ΔΟΓΗΣ Νομίζω και την κόρην μου αυτά θα επλανούσαν. Ω αγαθέ Βραβάντιε, μη τα παραξεσχίζης, αλλ' όπως πλέον ημπορείς εξοικονόμησέ τα. Κάλλια σπασμένα τ' άρματα, παρά γυμνά τα χέρια.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Παρακαλώ, αφήσετε να ομιλήση πρώτα. Αν 'πή ότι τον ήθελε και τον ενοστιμεύθη, η κεφαλή μου να κοπή εάν κατηγορήσω εις το εξής τον άνθρωπον. — Πλησίασε, Κυρία· 'ς αυτήν εδώ την ευγενή ομήγυριν που βλέπεις, που χρεωστείς υποταγήν προ πάντων. Αποκρίσου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω σεβαστέ πατέρα μου, το βλέπω πως εις δύο μοιράζεται το χρέος μου· διότι εις εσένα και την ζωήν μου χρεωστώ και την ανατροφήν μου. Κι' ανατροφή μου και ζωή μ' εδίδαξαν πως πρέπει να σε τιμώ. Ο κύριος του χρέους μου συ είσαι· είσαι πατέρας μου· αλλά, ιδού ο σύζυγός μου. Την ίδιαν την υποταγήν οπού σου είχε δείξει η μάνα μου, κ' επρόκρινε κι' από γονείς εσένα, τώρα κ' εγώ την χρεωστώ 'ς τον άνδρα μου, τον Μαύρον.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αρκεί· μαζή σου ο Θεός! 'τελείωσα· — Αυθέντα, αν αγαπάς, ας έλθωμεν 'ς τα πράγματα του κράτους. — Παρά παιδί, καλλίτερα να είχα ψυχοπαίδι! — Άκουσε, Μαύρε· πάρε την με όλην την καρδιάν μου, καθώς επίσης ήθελα με όλην την καρδιάν μου να μη την δώσω εις εσέ, αν δεν την είχες πάρει. Ως προς εσένα, χαίρομαι π' άλλα παιδιά δεν έχω, διότι τύραννον 'ς αυτά θα μ' έκαμν' η φυγή σου, να τα κρατώ 'ς τα σίδερα! — 'τελείωσα, Αυθέντα.
ΔΟΓΗΣ Ας ομιλήσω και εγώ και ας ειπώ μιαν γνώμην, που ίσως χρήσιμη σταθή εις τούτο το ζευγάρι, ως σκαλοπάτι ν' αναιβούν 'ς την εύνοιάν σου πάλιν. Άμα που γίνη το κακόν κι' ούτ' έχει θεραπείαν, αν πάρης την απόφασιν ο πόνος τελειόνει. Το να θρηνής ένα κακόν που πέρασε και 'πάγει, είναι ο τρόπος να ζητής νέον κακόν να φέρης. Ό,τι δεν έχει γλυτωμόν αν σου το πάρ' η τύχη, την τύχην την περιγελάς, υπομονήν αν δείξης. Ένας κλεμμένος που γελά κάτι απ' τον κλέπτην κλέπτει· αν όμως κλαίη του κακού, τον εαυτόν του κλέπτει.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Την Κύπρον τώρα το λοιπόν ο Τούρκος ας την πάρη. Όσω γελούμεν, βέβαια χαμένη δεν θα είναι. Τα γνωμικά είναι καλά 'ς εκείνον οπού θέλει ν' ακούη ανακούφισιν και άλλο δεν τον μέλει. Αλλ' όποιος έχει τον καϋμόν δεν θέλει να του λέγουν υπομονήν να δανεισθή, την λύπην να πληρώση! Τα γνωμικά, είτε χολή ή μέλι, δεν αξίζουν· έχουν εξήγησιν διπλήν. Τα λόγια είναι λόγια, και δεν τρυπάτ' από τ' αυτί μία καρδιά καμμένη. — Παρακαλώ ας έλθωμεν 'ς τα πράγματα του Κράτους.
ΔΟΓΗΣ Ο Τούρκος εκστρατεύει με μεγάλην δύναμιν εναντίον της Κύπρου. Εσύ, Οθέλλε, γνωρίζεις από κάθε άλλον καλλίτερα πού στέκει η δύναμίς της. Και μολονότι έχομεν εκεί άξιον τοπορητήν, η κοινή όμως γνώμη, ο μέγας αυτός Κυβερνήτης των πραγμάτων, αποζητεί εσένα διά μεγαλειτέραν ασφάλειαν. Ανάγκη λοιπόν να σκιάσης την λάμψιν της νέας σου ευτυχίας, με αυτής της εκστρατείας την ανεμοζάλην.
ΟΘΕΛΛΟΣ Αυθένται μου, ο τύραννος, που λέγεται Συνήθεια, μου κάμνει απαλώτατον, 'σαν πουπουλένιον στρώμα, το σιδερένιον των μαχών ή λίθινον κρεββάτι. Τ' ομολογώ· εις την ζωήν την σκληραγωγημένην την φυσικήν μου την ορμήν κ' ενέργειαν ευρίσκω. Μετά χαράς τον δέχομαι κ' επάνω μου τον παίρνω τον νέον πόλεμον αυτόν κατά των Μουσουλμάνων! 'Σ τους ορισμούς σας ταπεινώς την κεφαλήν μου κλίνω και μόνον τούτο σας ζητώ: να έχη η σύζυγός μου την πρέπουσαν περίθαλψιν, και ό,τι λάβη χρείαν διά να ζη ανάλογα με το αξίωμά μου και με το γένος της.
ΔΟΓΗΣ Ας ζη, αν θέλης, 'ς του πατρός της.
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Εγώ δεν θέλω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ούτ' εγώ.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και ούτ' εγώ δεν θέλω, να μ' έχη ο πατέρας μου εμπρός του, να με βλέπη, και να θυμόνη. Το αυτί 'ς την δέησίν μου κλίνε, ω Δόγη κραταιότατε, και άφες με να εύρω από την προστασίαν σου κι' από την δύναμίν σου την φύλαξιν και σκέπην μου.
ΔΟΓΗΣ Τι θέλεις, Δυσδαιμόνα;
ΔΥΣΔΑΙΜΌΝΑ Ότι τον Μαύρον αγαπώ διά να ζω μαζί του, τ' ορμητικόν μου κίνημα κι' αυτή η παραζάλη τρανά το διελάλησαν 'ς τον κόσμον. Την καρδιάν μου εγώ την αφιέρωσα 'ς την τύχην του ανδρός μου. Εις του ΟΘέλλου την ψυχήν το πρόσωπόν του είδα, και επιστεύθηκα το παν, και βίον και ψυχήν μου εις την 'δικήν του την τιμήν και την παλλικαριάν του. Κι' αν απομείνω 'γώ εδώ, ειρήνης πεταλούδα, ενώ, αυθένται μου, αυτός πηγαίνει 'ς τους πολέμους θα μου φανή πως αφαιρούν από τον έρωτά μου τα δίκαιά του, κ' η ζωή βαρεία θα μου ήναι χωρίς εκείνον. — Άφησε μαζή του να με πάρη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω άρχοντες, αφήσατε παρακαλώ να γείνη το θέλημά της. Δεν ζητώ εγώ αυτήν την χάριν, διά να θρέψω μ' ηδονήν το ιδικόν μου πάθος, και ούτε της αγάπης μου την φλόγα να χορτάσω, πλην μόνον επειδή ποθώ να γείνη όπως θέλει. Και να φυλάξη ο θεός, 'ς τον νουν σας μη περάση πως θ' αστοχήσω σοβαρά κ' επίσημά μου χρέη, διότι θάχω 'ς το πλευρόν εκείνην. Εάν ήναι του Έρωτος του πτερωτού τα ελαφρά παιγνίδια να μου θολώσουν και τον νουν και την ενέργειάν μου ή να χαλάσουν ηδοναί την τέχνην της ζωής μου, τότε αγγείον μαγειρειού ας κάμουν αι γυναίκες την περικεφαλαίαν μου, και την υπόληψίν μου του κόσμου καταφρόνησις ας την καταμαυρίση!
ΔΟΓΗΣ Εσείς αποφασίσετε· ας μείνη ή ας φύγη. Το πράγμα είναι βιαστικόν κι' αναβολήν δεν θέλει.
Α’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Απόψε φεύγεις απ' εδώ.
ΟΘΕΛΛΟΣ Με όλην την καρδιάν μου!
ΔΟΓΗΣ (προς τους Γερουσιαστάς). Εις τας εννέα την αυγήν εδώ σας περιμένω. —
(Προς τον Οθέλλον).
Εδώ κανένας ας σταθή αξιωματικός σου, και με αυτόν σου στέλλομεν και τον διορισμόν σου και ό,τι άλλο χρειασθή να σου σταλθή ακόμη.
ΟΘΕΛΛΟΣ Να ο σημαιοφόρος μου, αν ήναι ορισμός σας. Είν' άνθρωπος ενάρετος και της εμπιστοσύνης. Εις τούτον την γυναίκα μου θ' αφήσω να μου φέρη, και ό,τι η εκλαμπρότης σου νομίση αναγκαίον.
ΔΟΓΗΣ Πολύ καλά. Σας εύχομαι εις όλους καλήν νύκτα.
(Προς τον Βραβάντιον.)
Και, άρχον ευγενέστατε, εάν δεν ήναι ψεύμα, ότι δεν έχει ευμορφιάς η αρετή ανάγκην, τότ' ο γαμβρός σου κάτασπρος και όχι μαύρος είναι.
Α’ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ Χαίρε, κι' αγάπα την καλά, γενναίε Μαύρε· χαίρε!
ΒΡΑΒΑΝΤΙΟΣ Αν έχης 'μάτια κύτταζε, ω Μαύρε. Πρόσεχέ την· καθώς εμένα 'γέλασε, 'μπορεί να σε γελάση.
ΟΘΕΛΛΟΣ Την παίρνω 'ς την ψυχήν μου! Ναι!
(Απέρχονται, ο ΔΟΓΗΣ, οι ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΑΙ, ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ κ.τ.λ.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Τώρα, πιστέ μου Ιάγο, την Δυσδαιμόναν μου εγώ 'ς εσένα την αφίνω· να βάλης την γυναίκα σου, παρακαλώ, κοντά της, κι' όπως καλλίτερα 'μπορείς 'ς την Κύπρον να τας φέρης. Έλα· μια ώρα μοναχή μου μένει, Δυσδαιμόνα, μια ώρα έννοιας κ' έρωτος μαζή σου να περάσω. Είμεθα σκλάβοι του καιρού.
(Απέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ).
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ιάγο!
ΙΑΓΟΣ Τι λέγεις, παλλικαρά μου.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ηξεύρεις τι θα 'πάγω να κάμω τώρα;
ΙΑΓΟΣ Να πλαγιάσης και να κοιμηθής.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα 'πάγω ίσα να πνιγώ!
ΙΑΓΟΣ Αν το κάμης, δεν θα σε αγαπώ ύστερα. Τι ανοησία είναι αυτή;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ανοησία είναι να ζη κανείς, όταν η ζωή καταντήση βάσανον. Το μόνον ιατρικόν είναι ο θάνατος, όταν γείνη ιατρός μας ο Χάρος.
ΙΑΓΟΣ Ω τον άνανδρον! Τον κόσμον τον είδα τέσσαραις φοραίς επτά χρόνους· και αφότου έμαθα να ξεχωρίζω τι θα ειπή φίλος και τι θα ειπή εχθρός, ακόμη δεν ηύρα τον άνθρωπον, ο οποίος να ηξεύρη ν' αγαπά τον εαυτόν του! Καλλίτερα να γείνω πίθηκος, παρά να καταντήσω να βάλω εις τον νουν μου να πνιγώ διά την αγάπην ενός χηνοπούλου!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τι θέλεις να κάμω; Το ηξεύρω κ' εγώ ότι είναι εντροπή να ήμαι τόσον ερωτευμένος, αλλά δεν είναι εις την εξουσίαν μου ν' αλλάξω.
ΙΑΓΟΣ Δεν είναι εις την εξουσίαν σου! Κολοκύθια! Μόνοι μας γινόμεθα τούτο ή εκείνο. Το σώμα μας είναι περιβόλι, και περιβολάρης η θέλησίς μας. Θέλεις τσουκνίδα να φυτεύσης, ή μαρούλι; Θέλεις να σπείρης ύσσωπον, ή να φυτρώση θυμάρι; Θέλεις να έχης ένα μόνον είδος χόρτου, ή λογής λογής βότανα; Θέλεις να το ερημώσης με την ακαμωσιάν, ή να το κοπρίσης με τον ιδρώτα σου; Εις την θέλησίν σου στέκει ό,τι θέλεις να το κάμης. — Εάν η ζυγαριά της ζωής δεν είχε το βάρος του λογικού, ν' αντιζυγίζη τα αισθητήριά μας, αλλοίμονον πού θα μας εκουτρουβαλούσε το αίμα μας και η σιχαμένη η φύσις μας! Αλλά το λογικόν το έχομεν διά να μας δροσίζη τα αναμμένα αισθήματά μας, τας σαρκικάς ορέξεις μας, τα αχαλίνωτα πάθη μας. Εκείνο λοιπόν, οποίον εσύ ονομάζεις έρωτα, εγώ το ονομάζω φέλιασμα και παραβλάσταρον.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Άλλ' αντ' άλλων!
ΙΑΓΟΣ Ο έρωτας είναι ασωτεία του αίματος και χαλάρωσις της θελήσεως, σου λέγω. Έλα· σε θέλω άνδρα! Ακούς εκεί, να πνιγής! Πνίξιμον ταις γάταις και τα τυφλά γατόπουλα! Εγώ σου έταξα φιλίαν και εδέθηκα μαζή σου με σχοινιά σφιχτά και δυνατά. Αλλά δεν ημπορούσα ποτέ να σου σταθώ τόσον χρήσιμος, καθώς τώρα. Βάλε αργύριον εις το πουγγί σου, πήγαινε κατόπιν από το στράτευμα, κρύψε τα κάλλη σου με γένεια ψεύτικα. Σου λέγω βάλε αργύριον εις το πουγγί σου! Δεν είναι δυνατόν να βαστάξη πολύν καιρόν η αγάπη της Δυσδαιμόνας διά τον Μαύρον· — βάλε αργύριον εις το πουγγί σου· — ούτε η ιδική του δι' εκείνην. Ήρχισαν ορμητικά, και με τον ίδιον τρόπον θα τελειώσουν. Θα το ιδής! Βάλε αργύριον εις το πουγγί σου μόνον. Αυτοί οι Μαύροι αλλάζουν γνώμην εύκολα. — Παραγέμισε το πουγγί σου. — Η τροφή οπού τώρα του φαίνεται γλυκειά ωσάν ξυλοκέρατον, θα του φανή εις ολίγον άνοστη ωσάν ξυλάγγουρον. Κ' εκείνη θ' αλλάξη, επειδή είναι τόσον νέα. Αφού τον χορτάση τον Μαύρον της, θα ιδή ότι η εκλογή της ήτο στραβή. — Βάλε λοιπόν αργύριον εις το πουγγί σου. — Αν θέλης και καλά να κολασθής, εύρε κανένα τρόπον καλλίτερον από το πνίξιμον. — Μάζευσε όσα περισσότερα χρήματα ημπορείς. — Αν η ευλογία ενός παππά, και ένας όρκος οπού επέρασε μεταξύ ενός βαρβάρου τυχοδιώκτου, και μιας πονηράς Βενετής, δεν είναι με το παρεπάνω δυνατά διά το μυαλόν μου και δι' όλα τα δαιμόνια της Κολάσεως, θα την απολαύσης! Λοιπόν, εύρε χρήματα. Να πάρη η ζάλη το πνίξιμον! Δεν είναι δουλειά σου να πνιγής. Κύτταξε καλλίτερα να κρεμασθής αφού χαρής τον πόθον σου, παρά να πνιγής πριν το καταφέρης.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και αν προσκολληθώ εις αυτήν την ελπίδα, θα μου παρασταθής πιστά;
ΙΑΓΟΣ Μην έχης φόβον δι' εμένα. Πήγαινε να εύρης χρήματα. Σου το είπα πολλαίς φοραίς και σου το ξαναλέγω! Τον Μαύρον τον μισώ. Έχω λόγους να τον μισώ με την καρδιάν μου. Δεν πηγαίνεις και συ παρακάτω. Ας γείνωμεν και οι δύο μας ένα εις την εκδίκησίν μας. Αν κατορθώσης να τον κερατώσης, εσύ θα το χαρής, και εγώ θα το διασκεδάσω. Ο Καιρός είναι εγγαστρωμένος με πολλά περιστατικά, και θα τα ξεγεννήση! Εμπρός! Πήγαινε να εύρης χρήματα. Αύριον τα ξαναλέγομεν. Ώρα καλή.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Πού θα σ' εύρω την αυγήν;
ΙΑΓΟΣ Εις το κατάλυμά μου.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Θα έλθω πρωί πρωί.
ΙΑΓΟΣ Καλά· ώρα σου καλή. — Ακούεις, Ροδερίκε;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τι είπες;
ΙΑΓΟΣ Δεν έχει πνίξιμον πλέον. Ακούεις;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ήλλαξα γνώμην. Πηγαίνω να πωλήσω τα χωράφια μου.
ΙΑΓΟΣ Καλά. Παραγέμισε το πουγγί σου.
(Απέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ)
ΙΑΓΟΣ Ας χρησιμεύη ο κουτός πουγγί μου να τον έχω. Θα ήτο κρίμα, κ' εντροπή 'ς την πείραν και 'ς τον νουν μου, να χάνω 'γώ την ώραν μου μ' αυτήν την καλοιακούδαν, χωρίς ή διασκέδασις ή κέρδος να μου μένη. Αλλά τον Μαύρον τον μισώ. Και τρέχει λόγος έξω πως έλαβε την θέσιν μου εις τα 'παπλώματά μου. Αν ήν' αλήθεια τ' αγνοώ· πλην κ' υποψία μόνη μου φθάνει, ώστε να φερθώ ωσάν να ήν' αλήθεια! Μ' έχει αυτός περί πολλού. Θα βοηθήση τούτο να γείνουν ευκολώτερα κοντά του οι σκοποί μου. — Ο Κάσιος είν' εύμορφος και νέος. Πώς να γείνη; Να πάρω και την θέσιν του και την εκδίκησίν μου με μιαν διπλήν κατεργαριάν. — Πλην πώς; Πώς να το [κάμω; — Με τον καιρόν εις το αυτί του Μαύρου να σφυρίξω, πως τάχα ξεθαρρεύονται πολύ, η Δυσδαιμόνα κι' ο Κάσιος. Το πρόσωπον, οι νόστιμοί του τρόποι 'ς την υποψίαν έρχονται. Σου έχει ίσα ίσα εκείνα που χρειάζονται γυναίκας να πλανέση. Ο δε Οθέλλος είν' απλός, με την καρδιάν 'ς το χέρι, κι' όποιον ως τίμιος περνά και τίμιον τον παίρνει. Από την μύτην εύκολα 'σάν γάιδαρος τραβιέται. Το ηύρα! Το κοιλοπονώ! Η Κόλασις κ' η Νύκτα το τέρας τούτο εις το φως θα μου το ξεγεννήσουν!
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΣΚΗΝΗ Α' . Λιμήν εν Κύπρω (11) παρά τον αιγιαλόν. Εισέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ και δύο άρχοντες ΚΥΠΡΙΟΙ.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι φαίνεται 'ς το πέλαγος από το ακρωτήρι;
Α’. ΚΥΠΡΙΟΣ Δεν διακρίνω τίποτε. Βουνόν το κάθε κύμα· δεν ξεχωρίζω μεταξύ συννέφων και θαλάσσης ούτε πανί.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εις την ξηράν ο άνεμος μουγκρίζει. Τόσον πολύ τους πύργους μας δεν έσεισε ποτέ του. Εάν και εις το πέλαγος φυσά με τόσην λύσσαν, ποια τάχα ξύλινα πλευρά θα δυνηθούν ν' ανθέξουν εις τα βουνά οπού βουτούν! Να ιδούμεν τι θα γείνη;
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Θα γείνη μέγας σκορπισμός του τουρκικού του στόλου. Αν ημπορέσης να σταθής εις του 'γιαλού την άκρην, θα ιδής τα νέφη να κτυπά μ' αφρούς το κάθε κύμα. Η θάλασσ' ανεμόδαρτη, με χαίτην ορθωμένην, να καταβρέξη προσπαθεί τ' αστέρια, και να σβύση 'ς τον Ουρανόν τους φύλακας του ακινήτου πόλου. Ποτέ μου τόσην ταραχήν 'ς το πέλαγος δεν είδα!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εάν ο στόλος των εχθρών δεν ήναι αραγμένος 'ς απανεμιάν, δεν θα σωθή· τον έχω και πνιγμένον. Των αδυνάτων να βαστά 'ς ανεμοζάλην τόσην
(Εισέρχεται τρίτος Κύπριος.)
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Νέα, παιδιά! Ο πόλεμος τελειωμένος είναι. Τους Τούρκους τους επρόκοψεν αυτή η τρικυμία, και τους χαλνά τα σχέδια. Βενέτικον καράβι απήντησε τα τουρκικά και είδε την ζημίαν και την φρικτήν καταστροφήν όλου σχεδόν του στόλου.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αληθινά;
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Ναι· είν' εδώ αγκυροβολημένον. Ο Μιχαήλ ο Κάσιος, του Μαύρου του Οθέλλου υπασπιστής, ήλθε μ' αυτό. Κι' ο Μαύρος ταξειδεύει και έρχεται διοικητής και στρατηγός της Κύπρου.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Πολύ το χαίρομαι. Καλόν διοικητήν μας στέλνουν.
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Αλλά ο Κάσιος αυτός, ενώ παρηγορίαν μας φέρνει με την είδησιν πως 'χάθηκαν οι Τούρκοι, είναι ανήσυχος πολύ και καταλυπημένος, και τον Θεόν παρακαλεί να σώση τον Οθέλλον, διότι τους εχώρισε φρικτή ανεμοζάλη.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Να τον φυλάγη ο Θεός! Εδούλευσα μαζή του και είν' ανδρείος στρατηγός, αλήθεια παλλικάρι! Ελάτε 'ς την ακρογιαλιάν τον Κάσιον να ιδούμεν, και εις τον ίδιον καιρόν να ρίξωμεν το 'μάτι έως εκεί που θάλασσα κ' αιθέρας δεν χωρίζουν, με την ελπίδα μη φανή το πλοίον του Οθέλλου.
Γ’. ΚΥΠΡΙΟΣ Και άλλο ίσως φθάσιμον κάθε στιγμή μας φέρη. Ελάτε!
(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ ακολουθούμενος υπό Κυπρίων.)
ΚΑΣΙΟΣ Σας ευχαριστώ, της Κύπρου παλλικάρια, που τόσον καλοδέχεσθε το όνομα του Μαύρου. Παρακαλείτε τον Θεόν να τον κατευοδώση, διότι 'χωρισθήκαμεν εις κίνδυνον μεγάλον.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Είναι το πλοίον του καλόν;
ΚΑΣΙΟΣ Γερόν το σκάφος είναι, και ο πιλότος του γνωστός, και άνθρωπος της τέχνης· εις τούτο την ελπίδα μου στηρίζω μέχρι τέλους.
(Φωναί έξωθεν.)
Ένα πανί! Ένα πανί.
ΚΑΣΙΟΣ Τι θόρυβος; τι τρέχει;
Δ'. ΚΥΠΡΙΟΣ Η πόλις όλη άδειασε· 'ς την άκρην της θαλάσσης ο κόσμος εσωρεύθηκε, κ' έ ν α π α ν ί φωνάζουν.
ΚΑΣΙΟΣ Κάτι μου λέγει πως αυτό του στρατηγού θα ήναι το πλοίον.
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Κανονοβολούν χαιρετισμόν 'ς το Κάστρον Φθάσιμον φίλου είν' αυτό.
ΚΑΣΙΟΣ Παρακαλώ πηγαίνεις να μάθης ποίος έφθασε; κ' ειπέ μας το.
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Πηγαίνω.
(Εξέρχεται.)
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Κι' ο στρατηγός, υπασπιστά, στεφανωμένος είναι;
ΚΑΣΙΟΣ Διά την ευτυχίαν του! Επέτυχε μιαν νέαν, που ξεπερνά περιγραφάς, κι' ό,τι κι' αν 'πή η φήμη, κι' ό,τι να γράψη ημπορεί εξακουστόν κονδύλι. Χαριτωμένη και καλή κι' ωραία…
(Επιστρέφει ο Β' . ΚΥΠΡΙΟΣ).
Ποίος ήλθε;
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ Σημαιοφόρος είν' αυτός του Μαύρου· κάποιος Ιάγος.
ΚΑΣΙΟΣ Κατευοδώθη γρήγορα με την καλήν την ώραν! Και πέλαγος, και κύματα, και η ανεμοζάλη, βράχοι που βράζει το νερόν, και άμμοι σωριασμένοι, προδόται που το άκακον παραμονεύουν σκάφος, τα πάντα, 'σάν να ήξευραν τι κάλλος διαβαίνει, την αγριάδα έχασαν που είναι φυσική των κ' επέρασεν απείρακτη η θεία Δυσδαιμόνα!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Και ποία είναι;
ΚΑΣΙΟΣ Είν' αυτή που σ' έλεγα, ω φίλε· του στρατηγού ο στρατηγός! Ο Ιάγος ο γενναίος την εσυνόδευσεν εδώ. Αλλά το φθάσιμόν της επρόλαβε τους πόθους μας κατά επτά ημέρας. Θεέ μεγάλε, φύλαγε και σώσε τον Οθέλλον εις τ' άρμενά του ας φυσά η δυνατή πνοή σου! Αξίωσέ τον εις αυτόν ν' αράξη τον λιμένα, της Δυσδαιμόνας την γλυκειάν αγκάλην ν' απολαύση, εις το σβυσμένον θάρρος μας νέαν φωτιάν να δώση, κι' όλον της Κύπρου το νησί να το παρηγορήση!
(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, η ΑΙΜΙΛΙΑ, ο ΙΑΓΟΣ, ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ και συνοδεία.)
ΚΑΣΙΟΣ Ιδού, κατέβη 'ς την ξηράν ο θησαυρός του πλοίου! Της Κύπρου άνδρες, πέσατε 'ς τα γόνατα εμπρός της. Κυρία, καλώς ώρισες. Η χάρις του Υψίστου εμπρός, οπίσ' , από παντού να σε περικυκλόνη!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ευχαριστώ σε, Κάσιε γενναίε. Του ανδρός μου τι νέα έχεις να μου 'πής;
ΚΑΣΙΟΣ Δεν έφθασεν ακόμη, αλλά τον άφησα καλά, κ' ελπίζω δεν θ' αργήση.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Φοβούμαι όμως… Διατί δεν ήλθετε συγχρόνως;
ΚΑΣΙΟΣ Η Θάλασσα κι' ο Ουρανός επιάσθηκαν εις μάχην κ' εχώρισαν τον δρόμον μας 'ς το πέλαγος… Ακούεις; Ένα πανί!
(Φωναί έξωθεν).
Ένα πανί! Ένα πανί!
Β’. ΚΥΠΡΙΟΣ 'Σ το Κάστρον το χαιρετούν με κανονιαίς. Και τώρα φίλος είναι.
ΚΑΣΙΟΣ Ιδέ τι τρέχει.
(Εξέρχεται ο Κύπριος.) (Πρoς τον Ιάγον.)
Είσαι συ; Καλώς μας ήλθες, Ιάγο.
(Προς την Αιμιλίαν.)
Κυρά μου, καλώς ώρισες.
(Την φιλεί.)
Μη σε πειράζει, Ιάγο, αν ξεθαρρεύωμαι πολύ. Οι τρόποι μου το έχουν να ήμαι μάλλον τολμηρός εις την φιλοφροσύνην.
ΙΑΓΟΣ Αν τόσον σου εχάριζε κ' εσένα με τα χείλη, όσον η γλώσσα της συχνά 'ς εμένα χαριτόνει, θα σου εφαίνετο πολύ.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλέ, φωνήν δεν έχει.
ΙΑΓΟΣ Ω! έχει, μα την πίστιν μου, και με το παρεπάνω! Εγώ το' ξεύρω πώς λαλεί όταν μου έρχετ' ύπνος. Εμπρός 'ς την ευγενείαν σου την γλώσσαν, εννοείται, την συμμαζεύει 'ς την καρδιάν, και μέσα της γρυνιάζει.
ΑΙΜΙΛΙΑ Αυτά να λέγης αφορμήν δεν έχεις.
ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα· σεις όλαις εικονίσματα είσθ' έξω απ' το σπίτι, πλην μέσα αγριόγατοι, κ' η γλώσσα σας καμπάνα· όταν πειράζετ' άγιοι, διαβόλοι αν σας πειράζουν, και ακαμάτραις 'ς την δουλειάν, δουλεύτραις 'ς το κρεββάτι.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! Εντροπή, κακόγλωσσε.
ΙΑΓΟΣ Αν σε γελώ τουρκεύω! 'ς τον ύπνον σας δουλεύετε, και παίζετε 'ς τον ξύπνον.
ΑΙΜΙΛΙΑ Δεν σ' έβαλα εγκώμιον να γράψης.
ΙΑΓΟΣ Μη με βάλης.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι θάγραφες, εγκώμιον αν είχες να μου κάμης;
ΙΑΓΟΣ Παρακαλώ, Κυρία μου, μη μου ζητής επαίνους, και δεν αξίζω τίποτε εάν δεν ψεγαδιάζω.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμπρός. Δοκίμασε. — Κανείς επήγε 'ς τον λιμένα;
ΙΑΓΟΣ Επήγε· ναι, Κυρία μου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Διάθεσιν δεν έχω· τον εαυτόν μου απατώ την εύθυμην αν κάμω. Ας ήναι. — Λέγε μας λοιπόν· πώς θα μ' εγκωμιάσης;
ΙΑΓΟΣ Κοντεύω. Αλλ' η έμπνευσις 'βγαίνει απ' το καύκαλόν μου, καθώς εβγαίνει ο ιξός απ' την προβιάν που πιάση· μου ξεκολνά και τα μυαλά και κάθε τι. Εν τούτοις η Μούσα μου κοιλοπονά. Να το ξεγέννημά της: Η κάτασπρη και γνωστική έχει ευμορφιάν και γνώσιν· το ένα είναι χρήσιμον το άλλο κάμνει χρήσιν.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλόν εγκώμιον αυτό. Κ' η γνωστική και μαύρη;
ΙΑΓΟΣ Αν ήναι μαύρη κ' έχη νουν, κ' εκείνη δίχως άλλο θα εύρη την μαυρίλαν της με άσπρον να ταιριάξη.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Κακά τα πηγαίνομεν.
ΑΙΜΙΛΙΑ Και η κουτή και ωραία;
ΙΑΓΟΣ Ποτέ κουτή δεν ημπορεί να ήναι η ωραία, αφού κ' η κουταμάδα της θα φέρη κληρονόμον.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτά είναι παραδοξολογίαις να ταις ακούουν οι βλάκες εις το καπηλειόν και να γελούν. Και τι κακορρίζικον εγκώμιον έχεις να ειπής δι' εκείνην, η οποία είναι και κουτή και άσχημη;
ΙΑΓΟΣ Κουτή γυναίκα κι' άσχημη δεν έχει, που δεν κάμνει τα ίδια τα καμώματα με ξυπνηταίς κι' ωραίαις.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, τι χονδρή αμάθεια! Το καλλίτερόν σου εγκώμιον είναι διά την χειροτέραν γυναίκα! Και τι θα έλεγες δι' εκείνην, η οποία πραγματικώς αξίζει, και δεν έχει να φοβηθή ούτε την κακογλωσσιάν;
ΙΑΓΟΣ Εκείνη που είν' εύμορφη και όμως δεν το 'ξεύρει, που έχει γλώσσαν και φωνήν και όμως δεν φωνάζει, που δεν της λείπουν χρήματα αλλά δεν τα σκορπίζει, που λέγ' είν' εις το χέρι μου και όμως δεν το κάμνει, που αν και την επείραξαν δεν τιμωρεί, κι' αφίνει να φύγ' η δυσαρέσκεια και τ' άδικον να μείνη, που έχει γνώσιν, και τον νουν δεν έχασε ν' αλλάξη διά ουράν του σολομού κεφάλι της μουρούνας, (12) που της περνούν συλλογισμοί πλην 'ξεύρει να τους [κρύπτη, που αν κανείς την κυνηγά το νοιώθει, πλην δεν στρέφει, τέτοια γυναίκα, αν ποτέ υπήρξε τέτοια, πρέπει…
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να κάμη τι;
ΙΑΓΟΣ 'ς τους παλαβούς να δίδη το βυζί της, και να πωλή 'ς το καπηλειόν κρασί με το ποτήρι. (13)
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, τι μισερόν και ανούσιον συμπέρασμα! Μη τον ακούης, Αιμιλία, και ας ήναι και άνδρας σου. Τι λέγεις Κάσιε; Δεν είναι αδιάντροπα τα γνωμικά του;
ΚΑΣΙΟΣ Τα λέγει ξάστερα, Κυρία μου· είναι καλλίτερος διά στρατιώτης παρά διά λογιώτατος.
(Συνομιλεί μετά της Δυσδαιμόνας).
ΙΑΓΟΣ Την παίρνει από το χέρι… Μάλιστα! Λέγε τα σιγαλά. Με αυτήν την μικρήν αραχνιάν θα πιάσω εγώ μίαν μυίγαν μεγάλην μεγάλην, οπού την λέγουν Κάσιον! — Βέβαια, χαμογέλα, θα σε μαγκώσω με ταις νοστιμάδαις σου. — Τω όντι! Ωραία τα λέγεις! Αν με αυτά σου τα τσακίσματα σε κάμω να χάσης τον βαθμόν σου, καλά θα ήτο να μην είχες φιλήσει τόσαις φοραίς τα τρία σου δάκτυλα, καθώς ετοιμάζεσαι να ξανακάμης διά να μας δείξης την χάριν σου… Περίφημα! ωραίος ασπασμός! Χαριέστατος χαιρετισμός! Ωραία, μα την αλήθειαν!… Τι; πάλιν τα δάκτυλα εις τα χείλη; Καλλίτερα δι' εσένα να ήσαν τόσα μασούρια γλυστηριού τα δάκτυλά σου….
(Σάλπιγγες έξωθεν).
Ο Μαύρος! Γνωρίζω την σάλπιγγά του.
ΚΑΣΙΟΣ Αλήθεια!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να τον προϋπαντήσωμεν, να τον δεχθώμεν!
ΚΑΣΙΟΣ Ιδού! έρχεται.
(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ μετά της συνοδείας του).
ΟΘΕΛΛΟΣ Ωραία ηρωίνα μου!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αγαπητέ Οθέλλε!
ΟΘΕΛΛΟΣ Μεγάλος είν' ο θαυμασμός, μεγάλη κ' η χαρά μου εδώ να σ' εύρω προ εμού φθασμένην, ω ψυχή μου! Αν κάθ' ανεμοστρόβιλος τέτοιαν γαλήνην φέρνη, μην παύης τότε να φυσάς αέρα, έως ότου απ' τον βαθύν τον ύπνον του τον Χάρον να 'ξυπνήσης κι' ας κουρασθή το σκάφος μου ν' αναιβοκαταιβαίνη εις του πελάγους τα βουνά, κι' από την κορυφήν των, ωσάν τον Όλυμπον 'ψηλά, να πέφτη — 'σαν να πέφτη 'ς τον Άδην απ' τον Ουρανόν! Αν ήτο ν' αποθάνω, απέθνησκα μετά χαράς αυτήν την ώραν! Τόσον είν' η ψυχή μου ήσυχη κι' αναπαυμένη τώρα, ώστε φοβούμαι μη ποτέ η άγνωστή μου Μοίρα τόσην χαράν και ηδονήν δεν μου ξαναχαρίση!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να δώση πάντα ο Θεός ν' αυξάνουν με τα χρόνια κ' οι έρωτές μας κ' η χαρά!
ΟΘΕΛΛΟΣ Αμήν, αγαπητή μου! Δεν έχω λόγια να ειπώ την ευχαρίστησίν μου! Είν' η χαρά τόσον πολλή, που πνίγει τον λαιμόν μου. Κι' αυτό, κι' αυτό…
(Την ασπάζεται επανειλημμένως).
Ω! πάντοτε αυτήν την αρμονίαν να κάμνουν αι καρδίαι μας!
ΙΑΓΟΣ (καθ' εαυτόν). Καλά τα 'πάτε τώρα· όμως αυτήν την μουσικήν εγώ θα την χαλάσω, ή να μην ήμαι άνθρωπος!
ΟΘΕΛΛΟΣ Πηγαίνωμεν 'ς το Κάστρον. 'Τελείωσεν ο πόλεμος· επνίγησαν οι Τούρκοι. — Τι γίνονται οι φίλοι μου οι παλαιοί της Κύπρου; — Εσύ θα γείνης του νησιού η χαδευμένη τώρα. Έχω πολλούς, που μ' αγαπούν εδώ, γλυκό μου μέλι. Απ' την χαράν μωρολογώ και λέγω αλλ' αντ' άλλων. Παρακαλώ σε, Ιάγο μου, καταίβα 'ς τον λιμένα, ξεφόρτωσε τα πράγματα, και φέρε μου 'ς το Κάστρον τον πλοίαρχον· πάσα τιμή και έπαινος του πρέπει· είν' άξιος θαλασσινός. — Ω Δυσδαιμόνα, έλα· και πάλιν καλώς ώρισες, αγάπη μου, 'ς την Κύπρον.
(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και αι συνοδείαι των).
ΙΑΓΟΣ Έλα να μ' ενταμώσης αμέσως κάτω εις τον λιμένα. Έλα εδώ. Αν ήσαι παλλικάρι — (αφού το λέγει ο λόγος ότι, όταν κανείς ερωτευθή γίνεται καλλίτερος από ό,τι είναι το φυσικόν του (14)), άκουσέ με. Απόψε ο υπασπιστής φρουρεί εις την αυλήν του Κάστρου. Πρώτα και αρχή όμως πρέπει να σου ειπώ το εξής: η Δυσδαιμόνα είναι ερωτευμένη μαζή του.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Μαζή του! Εκείνη; Αδύνατον!
ΙΑΓΟΣ Βάλε το δάκτυλόν σου εις τα χείλη και άκουε να μάθης. Ενθυμήσου πόσον ορμητικά ερωτεύθηκεν απ' αρχής, μόνον και μόνον από τα καυχήματα και τα παραμύθια οπού της έλεγεν ο Μαύρος. Και θέλεις να εξακολουθή ακόμη να τον αγαπά διά τα φλυαρήματά του; Αν έχης άσπρου γνώσιν δεν θα το πιστεύσης αυτό. Το 'μάτι της θέλει να χορτάση. Και τι ευχαρίστησιν θα έχη να βλέπη εμπρός της τον Διάβολον; Αφού το αίμα κορεσθή και ησυχάση, πρέπει να ελκυσθή από τίποτε θέλγητρον διά να ξανανάψη και να του ανοίξη πάλιν η όρεξις· πρέπει να εύρη κάποιαν συμπάθειαν εις την ευμορφιάν, εις τους τρόπους, εις την ηλικίαν. Αλλά ο Μαύρος τίποτε από αυτά δεν έχει. Αφού λοιπόν του λείπουν όλα τα συστατικά διά να ευχαριστήση την τρυφερότητά της, είναι φυσικόν να της έλθη αναγούλα, να τον σιχαθή και να τον μισήση τον Μαύρον. Η φύσις θα την δασκαλεύση και θα την σπρώξη να κάμη νέαν εκλογήν. Λοιπόν, Κύριέ μου, αν τα παραδέχεσαι αυτά, — και είναι όλα σωστά και αναμάρτητα, — ποίος άλλος θαρρείς ότι θα ωφεληθή από την περίστασιν, παρά ο Κάσιος; ο ευλύγιστος αυτός κατεργάρης, ο οποίος καμόνεται τον ευγενικόν και τον φρόνιμον, μόνον και μόνον διά να καταφέρη καλλίτερα τον ασελγή και μυστικόν σκοπόν του; — Κανείς άλλος, κανείς! Αυτός μόνον, ο επιτήδειος κατεργάρης, οπού ηξεύρει πώς να ωφεληθή από την ευκαιρίαν, και έχει την τέχνην να προσποιήται κάθε αρετήν, αν και αρετήν δεν έχη. Διάβολο-κατεργάρης! Και εκτός τούτου είναι και εύμορφος ο κατεργάρης, είναι νέος και σου έχει όλα τα συστατικά οπού αρέσουν τα ανόητα και κλούβια κεφάλια. Πανούκλα να τον εύρη τον κατεργάρην! Τον ηύρεν όμως προτήτερα η ευγενεία της.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Δεν το πιστεύω απ' αυτήν· είναι τόσον καθώς πρέπει νέα.
ΙΑΓΟΣ Κολοκύθια καθώς πρέπει! Το κρασί οπού πίνει είναι καμωμένον από σταφύλι. Αν ήτο τόσον καθώς πρέπει δεν θα έκαμνε την αγάπην με τον Μαύρον. Καθώς πρέπει, λέγει! Δεν την είδες πώς έπαιζε με το χέρι του Κασίου; Την παρετήρησες;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Την είδα· και τι μ' αυτό; Ήτον απλή ευγένεια.
ΙΑΓΟΣ Αν δεν ήτο λαγνεία, να μου κόπτης το χέρι. Ήτον ο κρυφός πρόλογος, η αρχή των αισχρών στοχασμών και της ασελγείας. Τα στόματά των εσίμωσαν τόσον, ώστε ανεκατώθησαν αι αναπνοαί των. Σιχαμένοι στοχασμοί, Ροδερίκε! Όταν αυτά τα ξεθαρρεύματα ανοίξουν μίαν φοράν τον δρόμον, δεν αργεί να έλθη και η κυρία υπόθεσις, το συσσωματωμένον συμπέρασμα. Πιςτ! Αλλά κάμε ό,τι σου λέγω εγώ· εγώ οπού σ' έφερα εδώ από την Βενετίαν. Απόψε να έλθης εις την φρουράν το σύνθημά σου το δίδω εγώ· ο Κάσιος δεν σε γνωρίζει· εγώ θα ήμαι κοντά σου· κύτταξε να εύρης αφορμήν να τον θυμώσης· είτε φώναζε δυνατά, είτε απείθησε εις την διαταγήν του, είτε όπως η περίστασις το φέρει.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Καλά.
ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος είναι αψύς και οξύθυμος. Ίσως σε κτυπήση. Κύτταξε να τον θυμώσης, ώστε να σε κτυπήση. Από το κτύπημα τούτο εγώ θα κάμω να σηκωθή η Κύπρος εις το ποδάρι, και να μην έχη ησυχίαν ενόσω δεν τον πετάξουν απ' εδώ τον Κάσιον. Και τότε θα σου εύρω τρόπον να συντομεύσης τον δρόμον του πόθου σου, φθάνει να έβγη από την μέσην το εμπόδιον αυτό.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ θα κάμω καθώς μου λέγεις, αν μου το φέρης βολικά.
ΙΑΓΟΣ Σου το υπόσχομαι. Έλα εις ολίγον να μ' εύρης εις το Κάστρον. Τώρα πηγαίνω να ξεφορτώσω τα πράγματά του. Ώρα καλή.
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Έχε υγείαν.
(Απέρχεται)
ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος την αγαπά· αυτό δεν τ' αμφιβάλλω. Ότι κι' αυτή τον αγαπά, απίθανον δεν 'μοιάζει. Ο Μαύρος, — πρέπει να το 'πώ και αν δεν τον χωνεύω, — είν' άνθρωπος ειλικρινής, κ' ευαίσθητος, και ίσιος, κι' άνδρα πιστόν και ακριβόν η Δυσδαιμόνα έχει. Αλλά κ' εγώ την αγαπώ· κ' εγώ, μα την αλήθειαν! Όχι με πόθον σαρκικόν μονάχα· (μολονότι δεν είμαι αναμάρτητος και απ' αυτό το κρίμα·) αλλά διά να κορεσθή και η εκδίκησίς μου. Διότι φόβος μου περνά ότι ο λάγνος Μαύρος εις το θρονί μου 'κάθησε· κ' εκείν' η υποψία μου τρώγει τα εντόσθια και μου τα φαρμακεύει, και ησυχίαν 'ς την ψυχήν ποτέ μου δεν θα έχω, πριν ίσα κ' ίσα γίνωμεν γυναίκα με γυναίκα! Ή, αν δεν γίνεται αυτό, τουλάχιστον να χώσω μιαν ζήλειαν τόσον δυνατήν εις την ψυχήν του Μαύρου, που ιατρικόν να μη χωρή! Διά να επιτύχω, (εάν αυτός, οπού τραβώ 'σαν σκύλον 'ς το κυνήγι όπου του δείξω μυρισθή και τρέξη όσον θέλω), (15) πρέπει τον Κάσιον καλά 'ς το χέρι να τον βάλω, και να τον κάμω μισητόν 'ς τα 'μάτια του Οθέλλου. Διότι και ο Κάσιος τον νυκτικόν μου σκούφον φοβούμαι τον εφόρεσε. Κ' ενώ θα καταστρέφω μ' αυτά του Μαύρου και ζωήν, και νουν, και ησυχίαν, και τον τρελλαίνω εξ ενός, εξ άλλου θα τον έχω να μ' αγαπά, να με τιμά και να με ανταμείβη. Τα έχω μέσα εις τον νουν, αλλά συγκεχυμένα. Η πονηριά τα μούτρα της δεν θα τα ξεσκεπάση, παρ' όταν έλθη 'ς την στιγμήν το πράγμα να ξεσπάση.
(Εξέρχεται)
ΣΚΗΝΗ Β' .
Πλατεία εν Κύπρω. (Εισέρχεται Κήρυξ αναγινώσχων προκήρυξιν, ακολουθούμενος δε υπό του πλήθους.)
ΚΗΡΥΞ Ο ευγενής και γενναίος στρατηγός μας Οθέλλος θέλει και ορίζει να δείξη ο καθένας την χαράν του, διά την καλήν είδησιν, ότι εχάθηκε ο στόλος των Τούρκων. Χορεύσετε, ανάψατε φωτιαίς, χαρήτε και ξεφαντώσετε, ο καθένας κατά την προαίρεσίν του. Διότι εκτός της καλής αυτής ειδήσεως, ο στρατηγός εορτάζει και τους γάμους του σήμερα. Είναι θέλημα του στρατηγού να κηρύξω αυτά. Τα μαγειρειά του κάστρου είναι ανοικτά, και όποιος αγαπά ας ορίση να φάγη και να πιη από τώρα πέντε η ώρα, έως να σημάνη η καμπάνα τας ένδεκα. Ζήτω η Κύπρος και ο στρατηγός Οθέλλος! Πολλά τα έτη του!
(Απέρχονται πάντες.)
ΣΚΗΝΗ Γ' .
Αυλή εν τω φρουρίω. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ μετά συνοδείας, και ο ΚΑΣΙΟΣ)
ΟΘΕΛΛΟΣ Έχε τον νουν σου 'ς την φρουράν απόψε, Κάσιέ μου, και πρόσεχε να μείνωμεν έως εκεί που πρέπει· να μη το παρακάμωμεν εις το ξεφάντωμά μας.
ΚΑΣΙΟΣ Τον Ιάγον τον ωδήγησα τι χρεωστεί να κάμη· αλλά και με τα 'μάτια μου ο ίδιος θα προσέχω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ο Ιάγος είναι άξιος. Μιχάλη, καλήν νύκτα, και αύριον πρωί πρωί να σου 'μιλήσω έχω. — Έλα, γυναίκα μου γλυκειά. Εκείνος π' αγοράση, της αγοράς του τον καρπόν τον χαίρεται κατόπιν, κ' είναι ανοικτοί λογαριασμοί ακόμη μεταξύ μας. — Καλή σας νύκτα.
(Απέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η συνοδεία των.) (Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)
ΚΑΣΙΟΣ Καλώς τον Ιάγον! Ώρα διά την φρουράν.
ΙΑΓΟΣ Όχι από τώρα, υπασπιστά. Δεν είναι ακόμη δέκα η ώρα. Ο στρατηγός μας εξεφορτώθη από τώρα διά την αγάπην της Δυσδαιμόνας του. Ας τον συμπαθήσωμεν, διότι ακόμη δεν εχάρηκε νύκτα μαζή της· και είναι κομμάτι διά τον Δία αυτή!
ΚΑΣΙΟΣ Δεν έχει ταίρι!
ΙΑΓΟΣ Και γεμάτη παιγνίδι, να ήσαι βέβαιος.
ΚΑΣΙΟΣ Νόστιμον και τρυφερόν πλάσμα, τω όντι.
ΙΑΓΟΣ Σου έχει ένα 'μάτι· φωνάζει «έλα εδώ».
ΚΑΣΙΟΣ Ελκυστικόν 'μάτι, αλλ' εις τον ίδιον καιρόν και σεμνότατον.
ΙΑΓΟΣ Και όταν λαλή, δεν είναι ωσάν σήμαντρον του έρωτος η φωνή της;
ΚΑΣΙΟΣ Μα την αλήθειαν, είναι εντέλεια!
ΙΑΓΟΣ Ας ήναι. Μακαρίζω τα σεντόνια των. — Ορίζεις, υπασπιστά; Έχω εδώ μίαν λαγήναν κρασάκι· και απ' έξω περιμένουν δύο τρία παλλικάρια της Κύπρου, και νοστιμεύονται να σφίξουν μίαν εις την υγείαν του Μαύρου Οθέλλου.
ΚΑΣΙΟΣ Όχι απόψε, καλέ μου Ιάγο. Το μυαλόν μου είναι αδύνατον και δεν αντέχει εις το κρασί. Καλά θα ήτο να εφευρίσκετο κανένας άλλος τρόπος να φιλεύωνται οι άνθρωποι, και όχι με το πιοτόν.
ΙΑΓΟΣ Είναι φίλοι αυτοί εδώ. Ένα ποτηράκι. Το πίνω εγώ δι' εσένα.
ΚΑΣΙΟΣ Επήρα προτήτερα ένα ποτήρι, κ' εκείνο νερωμένον. Και όμως βλέπεις τι αλλαγήν μου έφερεν εδώ. Έχω την ατυχίαν να ήναι αδύνατον το κεφάλι μου, και δεν τολμώ να το βάλω εις μεγαλείτερον πειρασμόν.
ΙΑΓΟΣ Έλα, άνθρωπε! Απόψε είναι ξεφάντωσις. Έλα· θα υποχρεώσης τους φίλους μου.
ΚΑΣΙΟΣ Πού είναι;
ΙΑΓΟΣ Εδώ απ' έξω. Φέρε τους μέσα, να ζης.
ΚΑΣΙΟΣ Καλά· ας έλθουν. Αλλά δεν μου έρχεται το πράγμα.
(Εξέρχεται).
ΙΑΓΟΣ Αν του καθίσω μέσα του και δεύτερον ποτήρι, κοντά 'ς το άλλο το κρασί που 'πήρε προ ολίγου, θα σου τον κάμω 'σάν σκυλί να γείνη χαδευμένον, όλος θυμός και μάλωμα! Ο δε κυρ Ροδερίκος, που ο πολύς ο έρωτας τον έχει άνω κάτω, κανάταις εκεράσθηκεν απόψε 'ς την υγείαν της Δυσδαιμόνας· και αυτός εις την φρουράν θα ήναι. Και τρεις λεβένταις του νησιού, κεφάλια αναμμένα, πώχουν το χέρι εύκολον και υψηλά την μύτην, απόψε τους εζέσταινα μ' επανωτά ποτήρια· κι' αυτοί θα ήναι 'ς την φρουράν. 'Σ αυτό το μεθοκόπι τον Κάσιον εις κάμωμα κανένα θα τον σπρώξω, που το νησί να ταραχθή. — Αλλά, ιδού που ήλθαν. Αν όσα ονειρεύωμαι καθώς τα θέλω έλθουν, με φουσκωμένα τα πανιά τότ' αρμενίζω πρύμα!
(Επιστρέφει ο ΚΑΣΙΟΣ μετά του ΜΟΝΤΑΝΌΥ και ετέρων αξιωματικών).
ΚΑΣΙΟΣ Μα τον Θεόν! Ηθέλησαν και καλά να με κεράσουν.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Μικρόν πράγμα, μα την πίστιν μου. Να μην ήμαι στρατιώτης αν ήτο περισσότερον από ένα ποτήρι.
ΙΑΓΟΣ Αι! φέρετέ μας κρασί.
(Ψάλλει)
Κλιγκ, κλιγκ, παιδιά μου· η πλώσκ' ας γυρίση Μη άνδρας δεν είναι κι' ο στρατιώτης; 'σάν αστραπή θα περάσ' η νεότης· ο στρατιώτης λοιπόν ας μεθύση!
Κρασί, παιδιά!
ΚΑΣΙΟΣ Μα τον Θεόν! ωραίον τραγούδι.
ΙΑΓΟΣ Το έμαθα εις την Αγγλίαν. Εκεί δα οι άνθρωποι δεν την φοβούνται την κρασοκανάταν. Ο Δανός σου, και ο Γερμανός σου, και ο κοιλάς ο Ολλανδός σου δεν αξίζουν τίποτε εμπρός εις τον Άγγλον μου.
ΚΑΣΙΟΣ Τόσον παλλικαρίσια πίνει ο Άγγλος σου;
ΙΑΓΟΣ Σου καταπίνει ολάκαιρον τον Δανόν, ψόφιον από το μεθύσι. Σου αναποδογυρίζει τον Γερμανόν πριν ιδρώση η μύτη του. Και σου κάμνει τον Ολλανδόν να εμέση, ενώ αυτός ξαναγεμίζει το ποτήρι του.
ΚΑΣΙΟΣ Εις την υγείαν του στρατηγού μας!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Κ' εγώ μαζή σου, υπασπιστά! Ως τον πάτον!
ΙΑΓΟΣ Ω γλυκειά μου Αγγλία!
Ένα καιρόν ο Στέφανος εκεί 'φορούσε το βασιλικόν στεφάνι Μίαν φοράν παρήγγειλε βρακί, πλην ακριβόν παρά πολύ του 'φάνη. ο ράπτης του 'ζητούσεν ένα γρόσι· του έκοψεν αυτός ένα παρά. Να βασιλέας οπού είχε γνώσιν! Να βασιληάς καλός μίαν φοράν! (16)
Φέρετέ μας κρασί! Αι!
ΚΑΣΙΟΣ Αυτό σου το τραγούδι μου αρέσει περισσότερον από τ' άλλο.
ΙΑΓΟΣ Να σου το ξαναπώ;
ΚΑΣΙΟΣ Όχι· διότι όποιος κάμνει τέτοια πράγματα δεν είναι άξιος διά την θέσιν του. Ο Ουρανός είναι επάνω από όλον τον κόσμον και μερικαί ψυχαί θα σωθούν, και άλλαι δεν θα σωθούν.
ΙΑΓΟΣ Καλά λέγεις υπασπιστά μου
ΚΑΣΙΟΣ Όσον δι' εμένα, — μη προς βάρος του στρατηγού, ούτε κανενός άλλου άρχοντος, — ελπίζω να σωθή η ψυχή μου.
ΙΑΓΟΣ Και η 'δική μου, υπασπιστά.
ΚΑΣΙΟΣ Καλά· αλλά, με συμπάθειον, ύστερα από την ιδικήν μου. Πρώτα ο υπασπιστής και έπειτα ο σημαιοφόρος. — Φθάνουν αυτά. Πηγαίνωμεν εις την δουλειάν μας. — Άφες ημίν τας αμαρτίας ημών. — Κύριοι, να κυττάξωμεν την δουλειάν μας. — Μη νομίζετε, Κύριοι, ότι είμαι μεθυσμένος. Να, αυτός είναι ο σημαιοφόρος. Να το δεξί μου χέρι - να το αριστερόν. Δεν είμαι μεθυσμένος. Στέκομαι 'ς τα πόδια μου και ηξεύρω τι μου γίνεται.
ΠΑΝΤΕΣ Και βέβαια, και βέβαια.
ΚΑΣΙΟΣ 'Πάγει καλά· λοιπόν μη με θαρρήτε μεθυσμένον.
(Εξέρχεται).
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εις τον προμαχώνα Κύριοι. Ώρα αλλαγής.
ΙΑΓΟΣ Ιδέ τον άνθρωπον αυτόν που 'βγήκε τώρα έξω· είν' άξιος να στέκεται 'ς του Καίσαρος το πλάγι και να προστάζη. Αλλ' ιδέ και το ελάττωμά του! Του κάμνει 'ς την αξίαν του σωστήν ισημερίαν, και είναι ίσα και τα δυο: ελάττωμα κι' αξία. Κρίμα 'ς τον νέον, κρίμα 'ς τον! Φοβούμαι καμμιάν ώραν, καθώς του έχει τα πιστά ο στρατηγός μας, μήπως αναστατώση το νησί.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αλλά το συνειθίζει;
ΙΑΓΟΣ Ο πρόλογός του είν' αυτός ο τακτικός του ύπνου. Κ' είν' άξιος 'μερόνυκτον σωστόν να ξαγρυπνήση, εάν του λείψη το πιοτόν διά νανούρισμά του.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Πλην έπρεπεν ο στρατηγός να το γνωρίζη τούτο. Δεν θα το παρετήρησε. Ή μήπως η καρδιά του η αγαθή τας αρετάς κυττάζει του Κασίου χωρίς να θέλη να ιδή τα ελαττώματά του;
(Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)
ΙΑΓΟΣ (κρυφίως προς τον Ροδερίκον.) Εδώ τι θέλεις; Πήγαινε. Τον Κάσιον κηνύγα.
(Εξέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αλλ' είναι κρίμα, και πολύ, ο ευγενής Οθέλλος να εμπιστεύεται αυτήν την υψηλήν την θέσιν εις άνθρωπον με φυσικόν παραλυμένον τόσον. Σωστόν θα ήτο να το 'πή κανείς εις τον Οθέλλον.
ΙΑΓΟΣ Όχι εγώ, κι' ολάκαιρην την Κύπρον να μου δώσης. Τον αγαπώ τον Κάσιον πολύ, κ' επιθυμούσα να ιάτρευα το πάθος του… Αλλ' άκουσε. — Τι κρότος!
(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ κυνηγών τον ΡΟΔΕΡΙΚΟΝ).
ΚΑΣΙΟΣ Α κατεργάρη! Κνώδαλον!
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι τρέχ' υπασπιστά μου.
ΚΑΣΙΟΣ Το κάθαρμα! Τα χρέη μου εμένα θα μου μάθη! Ακούς εκεί! Το κνώδαλον! Θα τον ξυλοφορτώσω!
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ξύλον εμένα!
ΚΑΣΙΟΣ Φλυαρείς ακόμη;
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Έλα, έλα. Παρακαλώ, υπασπιστά, χαμήλωσε το χέρι.
ΚΑΣΙΟΣ (προς τον Μοντάνον). Φύγ' απ' εμπρός μου ειδεμή το καύκαλόν σου σπάνω.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Ησύχασε, ησύχασε και είσαι μεθυσμένος.
ΚΑΣΙΟΣ Τι! μεθυσμένος!
(ο ΚΑΣΙΟΣ και ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ σύρουσι τα ξίφη και μάχονται.)
ΙΑΓΟΣ (κρυφίως προς τον Ροδερίκον) Γρήγορα, τρέξε και κράξε «στάσις!»
(Προς τους μαχομένους).
Μη, μη καλέ υπασπιστά. Αλλοίμονον! Ω φίλοι! Βοήθεια! Ω υπασπιστά καλέ μου! Ω Μοντάνε! Βοήθεια! Να τι φοβερή φρουρά, μα την αλήθειαν! Σταθήτε! Ποίος διάβολος σημαίνει ταις καμπάναις; Θα εξυπνήση το νησί. Υπασπιστά μου, στάσου. Θ' ατιμασθής επί ζωής!
(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ μετά συνοδείας.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι τρέχει εδώ κάτω;
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Μ' επλήγωσε θανάσιμα. Τα αίματά μου τρέχουν.
(Εφορμά κατά του Κασίου)
ΟΘΕΛΛΟΣ Σταθήτε, ή μα τον Θεόν!…
ΙΑΓΟΣ Ακούσατε, σταθήτε! Υπασπιστά μου, — Κάσιε, — Μοντάνε, — Κύριοί μου! Εχάσατε καθ' αίσθημα του χρέους, του βαθμού σας; Ο στρατηγός σας ομιλεί. Σταθήτε. Εντροπή σας!
(Χωρίζονται επί τέλους οι μαχόμενοι).
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είν' αυτό; Τι έτρεξε, και πώς συνέβη τούτο; Μη Τούρκοι εγενήκαμεν, και κάμνομεν μονάχοι όσα δεν θέλει ο Θεός οι Τούρκοι να μας κάμουν; Αφήτ', αν ήσθε χριστιανοί, το μαλοκόπημά σας! Όποιος τολμήση από σας το χέρι να σηκώση ζωήν δεν έχει! Έσφαξα εκείνον που σαλεύση! Παύσατ' αυτήν την τρομερήν καμπάναν που ταράζει την ησυχίαν του νησιού! — Τι έγεινε; τι τρέχει; Αι Ιάγο; συ που φαίνεσαι νεκρός από την λύπην, ειπέ μου, ποιος πρωτάρχισε; — Αν μ' αγαπάς ομίλει.
ΙΑΓΟΣ Δεν 'ξεύρω. Είμεθα εδώ αγαπημένοι όλοι, φίλοι, 'σαν νύμφη και γαμβρός που 'πάν εις το κρεββάτι. Κ' εκεί, 'σαν να 'ξεμυάλισαν τα άστρα τους ανθρώπους, αμέσως έξω τα σπαθιά και δος του ένας τ' άλλου! Κ' εγώ δεν 'ξεύρω να ειπώ ποιος ήρχισεν ο πρώτος. Καλλίτερα 'ς τον πόλεμον χαμένα να τα είχα τα πόδια αυτά μου, που εδώ με έφεραν κ' εμένα!
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Κάσιε, πώς έγεινε να ξεχασθής; Ειπέ μου.
ΚΑΣΙΟΣ Συμπάθησέ με στρατηγέ. Τι να ειπώ δεν έχω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Και συ, Μοντάνε; Άξιον και γνωστικόν σε ξεύρω· τον τρόπον σου τον ήσυχον, τα φρόνιμά σου νειάτα ο κόσμος όλος επαινεί, κ' οι γέροι τ' όνομά σου το φέρνουν ως παράδειγμα 'ς τους νέους. Πώς συνέβη αυτήν σου την υπόληψιν να ριψοκινδυνεύσης, και τ' όνομά σου το καλόν να χάσης, και να γείνης μαχαιροβγάλτης καπηλειού; Ν' αποκριθής προσμένω.
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Οθέλλε, το αισθάνομαι· βαρειά είν' η πληγή μου. 'ς τον Ιάγον έχεις τα πιστά, κι' ας σου ειπή εκείνος (διότι τώρα τα πολλά τα λόγια με πειράζουν), όσα θα είχα να σου 'πώ. Αλλ' όμως δεν ηξεύρω να είπα ή να έκαμα τι άτοπον απόψε, εκτός εάν το ν' αγαπά κανείς τον εαυτόν του, ή να υπερασπίζεται οπόταν τον προσβάλλουν, είν' άτοπον ή έγκλημα.
ΟΘΕΛΛΟΣ Μα τον Θεόν, αρχίζει το αίμα μου την φρόνησιν να κυριεύη τώρα, και να θολόνη ο θυμός τον καθαρόν τον νουν μου, και να με σπρώχνη 'ς τα εμπρός! Αν μιαν φοράν κουνήση, αν σηκωθή το χέρι μου, και τον καλλίτερόν σας θέλει τον πάρει η οργή! Ειπήτε μου να μάθω πώς ήρχισε το μάλωμα; Ποιος ήτον η αιτία; Και όποιος κι' αν φανερωθή πως έπταισεν ο πρώτος, και αδελφός μου δίδυμος να ήναι, θα με χάση. Ακούς εκεί! Εις φρούριον ακόμη άνω κάτω, με των κατοίκων την καρδιάν γεμάτην από φόβους, να γίνωνται μαλώματα, και τα σπαθιά να βγαίνουν 'ς του φρουραρχείου την αυλήν, εις την φρουράν, την νύκτα! Τι φρίκη και τι εντροπή! Ποιος ήτον πρώτος, Ιάγο;
ΜΟΝΤΑΝΟΣ Εάν από συμπάθειαν ή φιλοπροσωπίαν, ή 'πης ή κρύψης τίποτε, δεν σ' έχω στρατιώτην.
ΙΑΓΟΣ Μη με τα λόγια σου αυτά κατάκαρδα μ' εγγίζης. Καλλίτερα να μ' έκοπταν την γλώσσαν απ' το στόμα, παρά να 'πώ μιαν συλλαβήν προς βλάβην του Κασίου. Αλλ' όμως, είμαι βέβαιος, δεν θα τον αδικήσω αν την αλήθειαν ειπώ. — Ιδού, ω στρατηγέ μου. Ενώ συνωμιλούσαμεν, εγώ και ο Μοντάνος, Βλέπομεν ένα και ορμά κ' εφώναζε Βοήθεια! Κι' ο Κάσιος κατόπιν του με το σπαθί 'ς το χέρι να τον κτυπήση προσπαθεί. Αμέσως ο Μοντάνος πηγαίνει προς τον Κάσιον να τον καθησύχαση, ενώ τον άλλον κυνηγώ εγώ να τον προφθάσω μη τύχη (καθώς έτυχε), και τα ξεφωνητά του παραζαλίσουν το νησί. Πλην έτρεχεν εκείνος και μου εξέφυγε. Κ' εγώ εγύρισα τρεχάτος εδώ, που ήκουα σπαθιά να σμίγουν να κτυπιούνται, και του Κασίου ταις φωναίς, και λόγια τα οποία δεν ήκουσ' απ' το στόμα του άλλην φοράν ποτέ μου. Γυρίζω, — και δεν ήργησα, — κ' ευρίσκω και τους δύο πιασμένους εις το μάλωμα και να σπαθοκοπούνται, εκεί που ήλθες, στρατηγέ, και συ να τους χωρίσης. Τίποτε άλλο να ειπώ δεν έχω, ούτε 'ξεύρω. Πλην όλοι άνθρωποι είμεθα. Καμμιάν φοράν ξεχνιέται κι' ο πλέον αξιέπαινος. Και τώρα, μολονότι κάπως εφέρθηκε κακά προς τον Μοντάνον ίσως, (εις τον θυμόν κτυπά κανείς κ' εκείνον που λατρεύει,) πλην βέβαια ο Κάσιος θα ήκουσε πιστεύω από εκείνον πώφυγε κανένα τέτοιον λόγον, οπού κανείς υπομονήν δεν έχει να χωνεύση.
ΟΘΕΛΛΟΣ Το βλέπω, Ιάγο, προσπαθείς 'σαν φίλος τιμημένος να ελαφρώσης το κακόν. — Κάσιε, σ' έχω φίλον, αλλ' όχι απ' εδώ κ' εμπρός αξιωματικόν μου.
(Εισέρχεται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ μετά θεραπαινίδων.)
Ιδέτε, κ' η αγάπη μου εξύπνησε.
(Προς τον Κάσιον)
Θα γείνη το πάθημά σου μάθημα 'ς τους άλλους.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι συμβαίνει;
ΟΘΕΛΛΟΣ Όλα ησύχασαν, γλυκειά. Έλα να κοιμηθούμεν.
(Προς τον Μοντάνον)
Μη την πληγήν σου φοβηθής. Εγώ θα σε ιατρεύσω. Σηκώσατέ τον.
(Μεταφέρεται ο Μοντάνος έξω της σκηνής.)
Πήγαινε 'ς την πόλιν μέσα, Ιάγο, και κύτταξ' αν ετρόμαξαν, κ' ησύχασε τον κόσμον. Έλα, καλή μου· η ζωή του στρατιώτου το 'χει, μαλώματα του ύπνου του την γλύκαν να ταράζουν
(Εξέρχονται πάντες εκτός του ΙΑΓΟΥ και του ΚΑΣΙΟΥ)
ΙΑΓΟΣ Είσαι πληγωμένος, υπασπιστά;
ΚΑΣΙΟΣ Πληγωμένος οπού δεν έχει θεραπείαν.
ΙΑΓΟΣ Θεός να φυλάγη!
ΚΑΣΙΟΣ Υπόληψις! υπόληψις! υπόληψις! Ω! έχασα την υπόληψίν μου! Έχασα ό,τι είχα αθάνατον μέσα μου, και τώρα δεν μου μένει παρά το κτήνος! Την υπόληψίν μου, Ιάγο, την υπόληψίν μου!
ΙΑΓΟΣ Να μην ήμαι τίμιος άνθρωπος αν δεν επίστευα, ότι έχεις αληθινήν πληγήν εις το κορμί σου. Εκείνο πονεί περισσότερον από την υπόληψιν. Η υπόληψις είναι πρόληψις, ψευτιά και ματαιότης. Συχνά κανείς την αποκτά χωρίς να την αξίζη, και την χάνει χωρίς να πταίη. Την υπόληψίν σου δεν την έχεις χαμένην, εκτός εάν σου περάση από την φαντασίαν ότι την έχασες. Έλα, άνθρωπε, και θα ευρεθή ο τρόπος να φιλιωθής πάλιν με τον στρατηγόν. Σου κάμνει τώρα τον ωργισμένον και σε παιδεύει από πολιτικήν, όχι από κακίαν, καθώς κτυπά κανείς έν απείρακτον σκυλί διά να τρομάξη κανένα φοβερόν λέοντα. Καλόπιασέ τον και θα τον έχης πάλιν ιδικόν σου.
ΚΑΣΙΟΣ Καλλίτερα να έχω την καταφρόνησίν του, παρά να τον καλοπιάσω ένα τέτοιον καλόν αρχηγόν, διά να πάρη κοντά του ένα αξιωματικόν ανίκανον, ελαφρόμυαλον και μεθύστακα! Μεθυσμένος, εγώ; και να παπαγαλίζω, και να μαλοκοπώ; και να υβρίζω, και να βλασφημώ; και να πιάνωμαι με τον ίσκιον μου; Ω αόρατον πνεύμα του κρασιού, αν δεν έχης άλλο όνομα, σου αξίζει να σε ονομάσουν διάβολον!
ΙΑΓΟΣ Ποιον εκυνηγούσες ξεσπαθωμένος;
ΚΑΣΙΟΣ Δεν γνωρίζω.
ΙΑΓΟΣ Πώς γίνεται;
ΚΑΣΙΟΣ Ενθυμούμαι ένα σωρόν πράγματα, όλα ανακατωμένα· ένα μάλωμα, αλλ' αφορμήν… τίποτε. Ω! τι βάζουν οι άνθρωποι μέσα εις το στόμα των τον εχθρόν, διά να τους κλέπτη τα μυαλά; Και το έχομεν χαράν μας και ηδονήν και ξεφάντωμα να γινώμεθα μόνοι μας κτήνη!
ΙΑΓΟΣ Και όμως τώρα είσαι αξιόλογα. Πώς έκαμες και συνήλθες;
ΚΑΣΙΟΣ Ο ένας διάβολος, η Μέθη, έδωκε τόπον εις τον άλλον διάβολον, την οργήν. Το ένα ελάττωμα μου δείχνει το άλλο, διά να σιχαθώ τον εαυτόν μου ολότελα.
ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα· μην το παρακάμης. Καθώς ήλθαν τα πράγματα, — η ώρα, ο τόπος, η κατάστασις της χώρας, καλλίτερα ήτο να μη εγίνετο ό,τι έγεινε. Αλλ' αφού έγεινε πλέον, κύτταξε τώρα να το διορθώσης.
ΚΑΣΙΟΣ Αν του ξαναζητήσω τον βαθμόν μου, θα μου ειπή ότι είμαι ένας κρασοπότης. Και όλα τα στόματα της Λερναίας Ύδρας να τα είχα, θα με απεστόμονε η απόκρισίς του! — Να ήναι κανείς εις τα σωστά του, και διά μιας να τα χάνη, και να γίνεται κτήνος! Τι πράγμα! Κάθε ποτήρι περισσότερον οπού πίνει κανείς είναι κατηραμένον, και έχει τον διάβολον μέσα του!
ΙΑΓΟΣ Έλα, έλα! Το κρασί είναι καλός φίλος, όταν κανείς του φέρνεται καλά. Μη φωνάζης εναντίον του, και άκουσε εμένα τι σου λέγω. Πιστεύω να πιστεύης ότι σ' αγαπώ, υπασπιστά.
ΚΑΣΙΟΣ Μου το απέδειξες αρκετά, φίλε μου. — Εγώ μεθυσμένος!
ΙΑΓΟΣ Και συ και κάθε άλλος άνθρωπος ημπορεί να μεθύση μίαν φοράν εις την ζωήν του, άνθρωπε! Άκουσε τώρα τι να κάμης. Η γυναίκα του στρατηγού μας είναι τώρα ο στρατηγός. Αυτό ημπορεί κανείς να το λέγη, αφού είναι δοσμένος και αφιερωμένος εις το να κυττάζη, να θαυμάζη και να λογαριάζη τα προτερήματα και ταις χάραις της. Ειπέ της ελεύθερα τον πόνον σου. Παρακάλεσέ την να σε βοηθήση διά να ξαναλάβης τον βαθμόν σου. Είναι τόσον καλοδιάθετη, τόσον υποχρεωτική, τόσον αγαθή, ώστε το έχει αμαρτίαν να μη κάμη περισσότερον από ό,τι της ζητεί κανείς. Παρακάλεσέ την λοιπόν να διορθώση εκείνη αυτήν την χαλασμένην κλείδωσιν μεταξύ σου και του ανδρός της. Και σου στοιχηματίζω — την τύχην μου με ό,τι θέλεις, — ότι ύστερον από το χάλασμα τούτο, η φιλία σας θα ξαναγείνη γερή περισσότερον από πριν.
ΚΑΣΙΟΣ Καλά με συμβουλεύεις.
ΙΑΓΟΣ Σου ομιλώ ως φίλος σου ειλικρινής και καλοθελητής σου.
ΚΑΣΙΟΣ Το γνωρίζω, φίλε μου. Και αύριον πρωί πρωί θα παρακαλέσω την ενάρετην Δυσδαιμόναν να μεσιτεύση δι' εμένα. Αν αποτύχω εκεί, απελπισία τότε!
ΙΑΓΟΣ Αυτό είναι το σωστόν. Καλήν νύκτα, υπασπιστά. Πρέπει να 'πάγω εις την φρουράν.
ΚΑΣΙΟΣ Καλήν νύχτα, τίμιε Ιάγο.
(Απέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ)
ΙΑΓΟΣ Και ποίος τώρα θα μου 'πή πως είμαι κατεργάρης, ενώ του δίδω συμβουλήν σωστήν και τιμημένην, που έρχεται εις την πειθώ και είν' ο μόνος τρόπος να ξανακάμη φίλον του τον χολωμένον Μαύρον; Διότι ευκολόπιαστη η Δυσδαιμόνα είναι, άμα κανείς διά καλόν ζητεί την συνδρομήν της· έχει γενναίαν την καρδιάν και ανοικτόν το χέρι. Και έπειτα τον άνδρα της τον κάμνει ό,τι θέλει· κι' αν του ζητήση ν' αρνηθή ως και το βάπτισμά του και όλα τα μυστήρια της θείας Σωτηρίας, τον έχει 'ς την αγάππν της σφικτοδεμένον τόσον, ώστε τα πάντα ημπορεί να κάμη, να ξεκάμη, κι' ό,τι 'ς τον νουν της καταιβή, 'μπορεί να τ' απολαύση απ' την αδυναμίαν του. — Πώς είμαι κατεργάρης λοιπόν, αφού τον Κάσιον του έδειξα τον δρόμον διά να φθάση ασφαλώς εις την επιτυχίαν; Έχει κ' η Κόλασις Θεόν! Όταν εβγάζουν έξω οι Δαίμονες τα κρίματα τα πλέον σκοτεινά των, με χρώματα ουράνια να τα στολίζουν 'ξεύρουν. Αυτό κατώρθωσα κ' εγώ. Διότι ενώ τώρα αυτός ο τίμιος κουτός από την Δυσδαιμόναν την συνδρομήν της θα ζητή και θα την καλοπιάνη, κ' εκείνη θα φορτόνεται προς χάριν του τον Μαύρον, εγώ 'ς τ' ανδρός της το αυτί θα στάζω το φαρμάκι ότι αυτή επιθυμεί τον Κάσιον κοντά της δι' όρεξίν της σαρκικήν και όσον επιμένει να του ζητή την χάριν του και την συγχώρησίν του, τόσον ο Μαύρος δι' αυτήν θα παίρνη υποψίαν, και τόσον θα του φαίνεται η αρετή της πίσα. Από την καλοσύνην της δίχτυ εγώ θα πλέξω, και θα τους πιάσω όλους των!
(Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).
Τι θέλεις Ροδερίκε;
ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Είμαι εδώ, όχι ωσάν λαγωνικόν εις το κυνήγι, αλλ' ωσάν σκύλος οπού δεν ηξεύρει άλλο παρά να γαυγίζη. Τα χρήματά μου κοντεύω να τα ξεπατώσω, απόψε ταις έφαγα όχι και καλλίτερα· και άλλο δεν βλέπω εμπρός μου παρά ότι τα παθήματα θα μου γείνουν μαθήματα, και ότι θα επιστρέψω εις την Βενετίαν χωρίς γρόσι, αλλά με κάτι περισσοτέραν γνώσιν.
ΙΑΓΟΣ Όποιος δεν έχ' υπομονήν τι πτώχειαν που την έχει! Και ποια πληγή να ιατρευθή δεν παίρνει τον καιρόν της; Ημείς δουλεύομεν με νουν, και όχι με τα μάγια, κι' ο νους χρειάζεται καιρόν. Και τι παραπονείσαι; Μη δεν πηγαίνομεν καλά; Έφαγες ξύλον, λέγεις· πλην παύεται ο Κάσιος διά το ξύλον τούτο. Έχει φυτά που γρήγορα 'ς τον Ήλιον μεγαλόνουν· αλλ' ό,τι πρωτοάνθησε και πρωτοωριμάζει. Έχε λοιπόν υπομονήν. — Να! 'ξημερόνει κι' όλα! Με την χαράν ή την δουλειάν πώς ξεγλιστρά η ώρα! Τραβήξου τώρα· πήγαινε εις το κατάλυμά σου· τραβήξου· περισσότερα θα μάθης μετ' ολίγον. Ώρα καλή.
(Απέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).
Δυο πράγματα έχω να κάμω τώρα. Θα βάλω την γυναίκα μου το μέρος του Κασίου κοντά εις την κυρίαν της να πάρη. Και συγχρόνως εγώ τον Μαύρον απ' εκεί θα τον απομακρύνω, και θα τον φέρω έξαφνα, τον Κάσιον να εύρη μαζή με την γυναίκα του, ενώ θα της γυρεύη την προστασίαν της αυτός. Ιδού τα σχέδιά μου. Μη τύχη κ' η αναβολή μου τα κρυολογήση!
ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α' .
Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ μετά ΜΟΥΣΙΚΩΝ).
ΚΑΣΙΟΣ Παίζετ' εδώ, καλά παιδιά, και θα σας το πληρώσω. Όχι πολύ· 'ς τον στρατηγόν ειπήτε καλή 'μέρα. (17)
(Η μουσική παιανίζει. Εισέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αι, παιδιά, από την Νεάπολιν έρχονται τα όργανα και λαλούν με την μύτην;
Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Τι, κύριε; τι;
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αέρα φυσούν τα όργανα αυτά;
Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Μάλιστα, κύριε· μάλιστα.
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Εδώ έχουν την ουράν; (18)
Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Πού είδες ουράν, Κύριε;
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Πού! εις πολλά όργανα οπού φυσούν αέρα. Να, παιδιά μου, χρήματα. Ο στρατηγός τόσον αρέσει την μουσικήν σας, ώστε σας παρακαλεί και καλά να την αφήσετε ήσυχην.
Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ
Πολύ καλά· παύομεν.
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αν έχετε μουσικήν να μην ακούεται, εμπρός παιδιά. Αλλά την μουσικήν οπού ακούεται, δεν την πολυνοστιμεύεται ο στρατηγός.
Α’. ΜΟΥΣΙΚΟΣ Δεν την ηξεύρομεν τέτοιαν μουσικήν, Κύριε.
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Τότε λοιπόν, την φλογέραν 'ς το σακκί, και σας εχαιρέτησα! Πηγαίνετε 'ς τον άνεμον! Κατευόδιόν σας!
(Εξέρχονται οι Μουσικοί.)
ΚΑΣΙΟΣ Ακούεις, καλό παιδί;
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Δεν ακούω Καλό παιδί. Εσένα ακούω.
ΚΑΣΙΟΣ Άφησε να ζης ταις νοστιμάδες. Πάρε αυτό το χρυσόν κομματάκι· αν εξύπνησε η κυρά, η οποία υπηρετεί την αρχόντισσαν του στρατηγού, ειπέ της, ότι ένας κάποιος Κάσιος παρακαλεί να της ειπή δύο λογάκια. Μου κάμνεις την χάριν;
ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Εξύπνησε, Κύριε. Αν θέλη να κοπιάση εδώ, ίσως της το ειπώ.
ΚΑΣΙΟΣ Ειπέ της το, καλό παιδί.
(Εξέρχεται ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)
ΚΑΣΙΟΣ Καλώς σε ηύρα, Ιάγο.
ΙΑΓΟΣ Και κάτι; δεν επλάγιασες λοιπόν απόψε;
ΚΑΣΙΟΣ Όχι. Εχάραζ' όταν έφευγες . — 'Πήρα το θάρρος, Ιάγο, να στείλω 'ς την γυναίκα σου. Θα την παρακαλέσω, αν ήναι τρόπος κ' ημπορή, να με παρουσιάση 'ς την Δυσδαιμόναν την καλήν.
ΙΑΓΟΣ Ευθύς να σου την στείλω. Και εις τον ίδιον καιρόν εγώ θα προσπαθήσω να τραβηχθή ο στρατηγός, διά να ημπορέσης με την ελευθερίαν σου μαζή της να 'μιλήσης.
ΚΑΣΙΟΣ Με υπεχρέωσες πολύ.
(Εξέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)
Ποτέ 'ς την Φλωρεντίαν δεν ηύρα φίλον 'σαν αυτόν, καλόν και τιμημένον.
(Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)
ΑΙΜΙΛΙΑ Καλή σου' μέρα, Κάσιε καλέ μου. Πώς λυπούμαι μ' αυτά οπού σου έτυχαν. Αλλά θα 'σιάσουν όλα. Ο Μαύρος κ' η γυναίκα του 'μιλούσαν δι' εσένα. Αυτή σ' εδιαφέντευε· και έλεγεν ο Μαύρος, ότι κ' υπόληψιν πολλήν και συγγενείς 'ς την Κύπρον έχει αυτός που 'πλήγωσες, και γνωστικόν δεν είναι να μείνης ατιμώρητος· αλλ' ότι σ' έχει φίλον, και ότι δεν χρειάζεσαι καλλίτερον μεσίτην απ' την καλήν του θέλησιν, εις πρώτην ευκαιρίαν τον παλαιόν σου τον βαθμόν και πάλιν να σου δώση.
ΚΑΣΙΟΣ Αλλ' όμως σε παρακαλώ, εάν εσύ νομίζης, ότι δεν είν' αταίρειαστον κι' ότι ημπορεί να γείνη, κατάφερέ μου μοναχήν να ιδώ την Δυσδαιμόναν κι' ολίγα λόγια να της πω.
ΑΙΜΙΛΙΑ Αν θέλης έλα μέσα, κ' εγώ σου τα οικονομώ διά να της 'μιλήσης ελεύθερα.
ΚΑΣΙΟΣ Σ' ευχαριστώ, καλή μου Αιμιλία.
(Απέρχονται.)
ΣΚΗΝΗ Β' .
Θάλαμος εν τω φρουρίω. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ ο ΙΑΓΟΣ και ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Τα γράμματά μου δόσε τα εις τον πιλότον, Ιάγο, και ας ειπή 'ς τους άρχοντας τα προσκυνήματά μου. Έλα να μ' εύρης έπειτα 'ς τα τείχη.
ΙΑΓΟΣ Ορισμός σου.
ΟΘΕΛΛΟΣ Λοιπόν, αυθένται, θέλετε τα τείχη να ιδούμεν;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ Ακολουθούμεν, στρατηγέ, την γενναιότητά σου.
(Απέρχονται).
ΣΚΗΝΗ Γ' .
Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΚΑΣΙΟΣ και η ΑΙΜΙΛΙΑ)
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να ήσαι βεβαιότατος, ω Κάσιε, θα κάμω ό,τι μου είναι δυνατόν προς χάριν ιδικήν σου.
ΑΙΜΙΛΙΑ Προσπάθησε, Κυρία μου. Ο Ιάγος το επήρε κατάκαρδα, ωσάν αυτός ο ίδιος να επαύθη.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι άνθρωπος εξαίρετος που είν' αυτός! — Σου λέγω ότι τον άνδρα μου εγώ, κ' εσένα, θα σας κάμω και πάλιν φίλους καθώς πριν.
ΚΑΣΙΟΣ Καλότατη Κυρία, ο Μιχαήλ ο Κάσιος, ό,τι και αν του τύχη, θα ήναι πάντα, όσο ζη, πιστότατός σου δούλος.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Το 'ξεύρω και σ' ευχαριστώ. Τον άνδρα μου γνωρίζεις· φίλος του είσαι παλαιός· να ήσαι πεπεισμένος πως η ψυχρότης του με σε θα διαρκέση μόνον ενόσω η πολιτική το απαιτεί.
ΚΑΣΙΟΣ Αλλ' όμως αν ίσως η πολιτική αυτή πολυχρονίση, εάν εις μάκρος τραβηχθή το πράγμα και παληώση, και λείψω 'γώ, κι' άλλος κανείς με αντικαταστήση, μη κ' εκδουλεύσεις ξεχασθούν και παλαιά φιλία;
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ησύχασε και μη φοβού. Εμπρός 'ς την Αιμιλίαν εγώ σου το υπόσχομαι· δεν χάνεις, τον βαθμόν σου. Αν τάξω πράγμα μιαν φοράν εις φίλον, το πληρόνω. Ω! ήσυχον τον άνδρα μου ούτε στιγμήν θ' αφήσω· θα χάση και τον ύπνον του και την υπομονήν του· νυστάζει θα καλαναρχώ, πεινά θα 'ξαγορεύω· εις κάθε ομιλίαν του, εις κάθε πάτημά του θα χώνω και τον Κάσιον. Λοιπόν παρηγορήσου, αφού ο δικηγόρος σου καλλίτερ' αποθνήσκει, ή την υπόθεσιν αυτήν να μη σου την κερδίση.
(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΟΘΕΛΛΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.)
ΑΙΜΙΛΙΑ Κυρία, να ο στρατηγός.
ΚΑΣΙΟΣ Κυρία μου πηγαίνω.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μείνε, ν' ακούσης τι θα 'πώ.
ΚΑΣΙΟΣ Κυρία, όχι τώρα· είμ' άνω κάτω· δεν τολμώ· τι να ειπώ δεν' ξεύρω.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ας ήναι· όπως αγαπάς.
(Αναχωρεί ο ΚΑΣΙΟΣ.)
ΙΑΓΟΣ Α! τούτο δεν μ' αρέσει.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι λέγεις, Ιάγο;
ΙΑΓΟΣ Τίποτε. Ή, αν… Κ' εγώ δεν 'ξεύρω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός, που τώρα έφευγε, ο Κάσιος δεν ήτο;
ΙΑΓΟΣ Ο Κάσιος, αυθέντα μου! Α! όχι· δεν πιστεύω, ότι θα έφευγε κρυφά εκείνος, ωσάν κλέπτης, άμα σε είδε να φανής.
ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός θαρρώ πως ήτο.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλώς τον άνδρα μου! Εδώ με ωμιλούσε κάποιος, οπού την χάριν του ζητεί, και είν' απελπισμένος διότι εψυχράθηκες μαζή του.
ΟΘΕΛΛΟΣ Και ποιος ήτο;
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος ήτον; Ο υπασπιστής, ο Κάσιος! Καλέ μου, αν μ' αγαπάς, κι' ο λόγος μου έχη εμπρός σου χάριν, συγχώρησε το σφάλμα του και συμφιλιωθήτε. Διότι, αν δεν σ' αγαπά ειλικρινώς εκείνος, και αν αυτό που έτυχε δεν έγειν' άθελά του, δεν 'ξεύρω ποιος είν' ο καλός κι' ο τίμιος ποιος είναι. Παρακαλώ σε, κράξε τον οπίσω να γυρίση.
ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνος έφευγ' απ' εδώ την ώραν οπού ήλθα;
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εκείνος, βεβαιότατα· και τόσον πικραμένος, οπού εκόλλησα κ' εγώ απ' την 'δικήν του λύπην, και τον πονώ. Αγάπη μου, να έλθη μήνυσέ του.
ΟΘΕΛΛΟΣ Άλλην φοράν, γυναίκα μου γλυκειά μου· όχι τώρα.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πλην γρήγορα;
ΟΘΕΛΛΟΣ Όσον 'μπορώ, αφού εσύ το θέλεις.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Απόψε εις το δείπνον μας;
ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι απόψε, όχι.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ το γεύμα τότε, αύριον;
ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν θα γευθώ μαζή σου· 'ς το Κάστρον έχω να δεχθώ αξιωματικούς μου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Λοιπόν το βράδυ αύριον; ή την αυγήν την Τρίτην; το μεσημέρι, ή αργά την Τρίτην; την Τετάρτην; Την ώραν προσδιόρισε, παρακαλώ· πλην όχι απ' την Τετάρτην ύστερα. Μετάνοιωσ' ο καϋμένος. Αλλά η αμαρτία του, όσον χωρεί ο νους μου, (εκτός οπού 'ς τον πόλεμον είναι ανάγκη, λέγουν, να γίνωνται παράδειγμα και οι καλλίτεροί μας), σφάλμα μου φαίνετ' ελαφρόν, και που αξίζει μόλις μίαν επίπληξιν κρυφήν. Πότε λοιπόν να έλθη; Λέγε, Οθέλλε. — Απορώ, κ' εντός μου εξετάζω, αν ήναι πράγμα, που εγώ να σ' αρνηθώ 'μπορούσα, ή καν να έχω δισταγμόν; Τι; τον Μιχάλην Κάσιον, που ήτο φίλος σου πιστός και ήρχετο μαζή σου 'ς του έρωτός σου τον καιρόν, κι' αν σ' εκακολογούσα εκείνος πάντα έπαιρνε το μέρος σου; Και τώρα διά να έλθη να σ' ιδή να θέλη τόσον κόπον; Και ημπορούσα, πίστευσε…
ΟΘΕΛΛΟΣ Παρακαλώ σε, φθάνει και δεν θ' αρνούμαι τίποτε. Ας έλθη όταν θέλη.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μήπως μ' αυτό που σου ζητώ κάμνεις 'ς εμένα χάριν; Είναι ωσάν να γύρευα να μη κρυολογήσης, να βάλης το χειρόφτι σου, κάτι καλόν να φάγης, να κάμης κάτι δι' εσέ που θα σε ωφελήση. Εάν ποτέ ζητήσω τι διά να δοκιμάσω αλήθεια την αγάπην σου, θα σου ζητήσω πράγμα πολύ βαρύ και φοβερόν και μέγα να μου κάμης.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ποτέ μου δεν θα σ' αρνηθώ. Πλην κάμε μου την χάριν να με αφήσης μοναχόν, παρακαλώ, ολίγον.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι να 'πώ; δεν γίνεται. Οθέλλε μου, πηγαίνω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ώρα καλή, γυναίκα μου. Τώρα θα έλθω μέσα.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όταν και όπως αγαπάς· 'ς τους ορισμούς σου είμαι εις ό,τι κι' αν επιθυμής. — Ω Αιμιλία, έλα.
(Απέρχεται μετά της ΑΙΜΙΛΙΑΣ).
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω πλάσμα μου εξαίσιον! Να κολασθή η ψυχή μου, εάν εγώ δεν σ' αγαπώ! Το παν θα ήναι χάος, αν η αγάπη μου ποτέ περάση.
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι λέγεις, Ιάγο;
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, ο Μιχαήλ ο Κάσιος, 'ς του έρωτός σας τον καιρόν, πριν να στεφανωθήτε, τα ήξευρε τα πράγματα;
ΟΘΕΛΛΟΣ Απ' την αρχήν 'ς το τέλος· τα πάντα τα εγνώριζε. Πλην το ερώτημά σου προς τι;
ΙΑΓΟΣ Προς ευχαρίστησιν απλώς των στοχασμών μου.
ΟΘΕΛΛΟΣ Των στοχασμών σου; διατί; τι στοχασμών σου, Ιάγο;
ΙΑΓΟΣ Δεν ήξευρα ο Κάσιος πριν να στεφανωθήτε, αν την εγνώριζε.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, ναι! Και αναμεταξύ μας μας εχρησίμευσεν αυτός πολλαίς φοραίς.
ΙΑΓΟΣ Αλήθεια!
ΟΘΕΛΛΟΣ Αλήθεια! Ναι, αληθινά. Εις όλ' αυτά τι βλέπεις; Μη δεν τον έχεις τίμιον;
ΙΑΓΟΣ Τίμιον, στρατηγέ μου;
ΟΘΕΛΛΟΣ Τίμιον! Ναίσκε, τίμιον!
ΙΑΓΟΣ Απ' όσον τον γνωρίζω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ειπέ μου, τι στοχάζεσαι;
ΙΑΓΟΣ Στοχάζομαι, αυθέντα;
ΟΘΕΛΛΟΣ Στοχάζομαι! — (Μα τον Θεόν, κατήντησε ηχώ μου, ωσάν να κρύπτη μέσα του κανέν φρικώδες τέρας, οπού να δείξη δεν τολμά!) — Τι έχεις εις τον νουν σου Τώρα σε ήκουσα εδώ να λέγης, «Δεν μ' αρέσει», που έφευγεν ο Κάσιος. Τι πράγμα δεν σ' αρέσει; Κι' όταν σου είπα πως αυτόν τον είχα σύμβουλόν μου 'ς του έρωτός μου τον καιρόν, Εφώναξες, «Αλήθεια!» κ' εσήκωσες το μέτωπον, κ' εσούφρωσες τα φρύδια, ωσάν να κρυφοέκλειες εις το μυαλόν σου μέσα καμμιάν ιδέαν τρομεράν! Αν θέλης το καλόν μου, τους στοχασμούς σου δείξε μου.
ΙΑΓΟΣ Αυθέντα μου, το 'ξεύρεις αν σ' αγαπώ.
ΟΘΕΛΛΟΣ Με αγαπάς· ναι, Ιάγο, το πιστεύω. Και επειδή σε θεωρώ και τίμιον και φίλον, κ' ηξεύρ' ότι τα λόγια σου ζυγίζεις πριν λαλήσης, τρομάζω περισσότερον μ' αυτούς τους δισταγμούς σου. Εις ένα ψεύτην ποταπόν θα ήτο φυσικόν του αυτά τα πράγματα. Αλλά, όταν τα λέγη ένας, οπού γνωρίζει το σωστόν, είναι κατηγορίαι που να κρατήση δεν 'μπορεί κι' απ' την καρδιάν του 'βγαίνουν.
ΙΑΓΟΣ Ως προς τον Κάσιον, εγώ τον όρκον μου τον παίρνω πως τον νομίζω τίμιον.
ΟΘΕΛΛΟΣ Κ' εγώ αυτό νομίζω.
ΙΑΓΟΣ Μακάρι όπως φαίνονται οι άνθρωποι να ήσαν, ή να μη φαίνεται κανείς εκείνο που δεν είναι.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι· ό,τι φαίνεται κανείς και έπρεπε να ήναι.
ΙΑΓΟΣ Λοιπόν νομίζω τίμιος κι' ο Κάσιος να ήναι.
ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι. Τα λόγια σου αυτά μου κρύπτουν κάτι άλλο. Ομίλει όπως ομιλείς 'ς τον λογισμόν σου μέσα· ειπέ μου ό,τι σου περνά από τον νουν, και δόσε 'ς τους χειροτέρους στοχασμούς τας χειροτέρας λέξεις.
ΙΑΓΟΣ Αγαπητέ μου στρατηγέ, 'ς αυτό συμπάθησέ με. Σου χρεωστώ υποταγήν εις κάθε τι, πλην όχι 'ς εκείνο που ελεύθερος κι' ο κάθε σκλάβος είναι. Τους στοχασμούς μου να ειπώ; Καλά· και πού ηξεύρεις αν δεν ήν' άτοποι κ' αισχροί; Πού είναι το παλάτι, ειπέ μου, όπου κάποτε δεν χώνονται και λέραις; Ποια είν' η τόσον καθαρά καρδιά, οπού ποτέ της σκέψεις δεν κρύπτει βρωμεράς κι' αδίκους υποψίας, κοντά 'ς τους πλέον καθαρούς κ' εντίμους λογισμούς της;
ΟΘΕΛΛΟΣ Τον αδικείς τον φίλον σου, ω Ιάγο, αν νομίζης πως άδικον τού έγεινε, και τους συλλογισμούς σου δεν του ξεμυστηρεύεσαι.
ΙΑΓΟΣ Θερμοπαρακαλώ σε!…. Ο νους μου ίσως άδικα εις το κακόν πηγαίνει, διότι σου τ' ομολογώ, το φυσικόν μου είναι να ψεγαδιάζω πάντοτε, και κάποτε να θέλω ανύπαρκτα πταισίματα να βλέπω…. Σ' εξορκίζω να μη πιστεύης ό,τι' πη ένας, που συνειθίζει να συμπεραίνη 'ς τα τυφλά· κι' από παρατηρήσεις, που έκαμα εδώ κ' εκεί αστόχαστα, μη πλάσης το βάσανόν σου μόνος σου. Δεν πρέπει, δεν αρμόζει ούτε 'ς την ευτυχίαν σου κ' εις την ανάπαυσίν σου, ούτε 'ς την τιμιότητα και εις την φρόνησίν μου τους λογισμούς μου να σου' πώ.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι έχεις εις τον νουν σου;
ΙΑΓΟΣ Αυθέντα, όνομα καλόν, εις άνδρα ή γυναίκα, είναι το μόνον της ψυχής ατίμητον διαμάντι. Όποιος μου κλέψει το πουγγί, πράγμα μικρόν μου κλέπτει· κάτ' είναι, είναι τίποτε· το είχα, μου το πήραν εις χίλια χέρια 'πέρασε και θα ξαναπεράση. Πλην τ' όνομά μου το καλόν κανείς αν μου το κλέψη, μου παίρνει πράγμα, που αυτόν, τον κλέπτην, δεν [πλουτίζει, και με αφίνει πάμπτωχον εμένα, τον κλεμμένον.
ΟΘΕΛΛΟΣ Από τον νουν τι σου περνά θέλω να μάθω.
ΙΑΓΟΣ Όχι· δεν ημπορείς, 'ς το χέρι σου κι' αν είχες την καρδιάν μου· κι' ούτε ποτέ θα δυνηθής, όσον εγώ την έχω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Α!
ΙΑΓΟΣ Από ζήλειαν στρατηγέ, Θεός να σε φυλάγη! Αυτ' είναι η δρακόντισα η πρασινοματούσα, που μέσα εις τα σπλάγχνα της ευρίσκει την τροφήν της(19). Ευτυχισμένην ζη ζωήν ο γελασμένος άνδρας, που την κυράν δεν αγαπά, κ' ηξεύρει τι παθαίνει. Αλλά τι κόλασιν περνά εκείνος, ο οποίος έχ' υποψίαν κι' αγαπά, λατρεύει κι' αμφιβάλλει.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω συμφορά!
ΙΑΓΟΣ Ο πάμπτωχος αλλ' ευχαριστημένος, βαθύπλουτος, υπέρπλουτος εκείνος είναι. Όμως τα πλούτη τ' αναρίθμητα πτώχεια και πάγος είναι, 'ς εκείνον που αιώνια φοβείται μη πτωχεύση. Να με φυλάγη ο Θεός, και όλην την φυλήν μου, από την ζήλειαν!
ΟΘΕΛΛΟΣ Πλην προς τι, προς τι μου λέγεις τούτα; Νομίζεις ότι δύναμαι να ζήσω με την ζήλειαν; με καθ' αλλαξοφεγγαριάν να έχω νέους φόβους; Α! όχι. Φθάνει μιαν φοράν να λάβω υποψίαν, κι' αμέσως εσχημάτισα και την απόφασίν μου. Ειπέ με τράγον, αν μ' ιδής να τρέφω την ψυχήν μου μ' αυτάς τας υποψίας σου τας παραφουσκωμένας και με τους φόβους σου. Εγώ δεν γίνομαι ζηλιάρης αν ήναι η γυναίκα μου ωραία, ή αν βλέπω πως αγαπά την συντροφιάν και τας διασκεδάσεις, ότι χορεύει, τραγουδεί, κι' αρέσει ομιλίας. Αυτά είν' όλα αρεταί 'ς ενάρετην γυναίκα. Πλην και τα ελαττώματα που έχω δεν με κάμνουν να φοβηθώ μην ήλλαξε· διότι 'μάτια είχε και μ' είδε, και μ' εδιάλεξε. Α! Όχι, Ιάγο. Θέλω πριν αμφιβάλω να ιδώ· αν αμφιβάλω, θέλω απόδειξιν και αν πεισθώ, τότε μου φθάνει τούτο! Εις το καλόν διά μιας και ζήλεια και αγάπη!
ΙΑΓΟΣ Τώρα σ' αρέσω. Κ' ημπορώ να σ' αποδείξω τώρα, χωρίς διόλου δισταγμόν, τι σέβας και φιλίαν τρέφω προς σε, ω στρατηγέ. Λοιπόν, αφού το θέλεις σου λέγω ό,τι μου περνά. — Απόδειξιν δεν έχω, πλην βλέπε την γυναίκα σου. Να την παρατηρήσης πώς είναι με τον Κάσιον. Έχ' ανοικτά τα 'μάτια, μη διά ζήλειαν έτοιμα, πλην ούτε ξεννοιασμένα. Δεν θέλω η ευγενική κ' ειλικρινής ψυχή σου απ' άκραν καλοσύνην σου να γελασθή. — Φυλάξου! Εσπούδασα πολύ καλά του τόπου μας τα ήθη. Τα κρύπτουν απ' τον άνδρα των, κι' ο κόσμος ας τα βλέπη, τ' αναίσχυντα καμώματα· η δε μεγάλη τέχνη είν' όχι να μη γίνωνται, αλλά πώς να τα κρύπτουν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Νομίζεις;
ΙΑΓΟΣ Τον πατέρα της 'γελούσε και σ' επήρε· κι' απ' ένα μέρος έκαμνε, ότι σε τρέμει τάχα, ότι φοβείται να σ' ιδή, κι' απ' τ' άλλο σ' αγαπούσε.
ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά· το έκαμνε.
ΙΑΓΟΣ Λοιπόν, τι περιμένεις; Αν να καμόνεται αυτά 'μπορούσε, τόσον νέα, και του πατρός της ήξευρε τα 'μάτια να τα κλείση τόσον καλά… ενόμιζε πως ήσαν όλα μάγια… (20) Πλην είμαι ασυγχώρητος, και να με συμπαθήσης διά την αφοσίωσιν που σ' έχω.
ΟΘΕΛΛΟΣ Διά βίου σου είμ' υπόχρεως.
ΙΑΓΟΣ Τον νουν σ' ετάραξα ολίγον.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ούτ' ένα ιώτα· τίποτε.
ΙΑΓΟΣ Σ' ετάραξα φοβούμαι. Ελπίζω να ενόησες, ότι αυτά τα λέγω μόνον διότι σ' αγαπώ. Πλην είσαι συγχυσμένος· το βλέπω. Χρέος θεωρώ να σε παρακαλέσω τα λόγια μου εις κίνημα κανέν να μη σε φέρουν· μη λησμονής, ότι αυτά δεν είναι τίποτ' άλλο πλην μόνον υποψίαι μου.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! έννοια σου.
ΙΑΓΟΣ Αλλέως, θα έχουν αποτέλεσμα κακόν και σιχαμένον, που δεν το έβαζα 'ς τον νουν. Είναι καλός μου φίλος ο Κάσιος. — Αυθέντα μου, σε βλέπω συγχυσμένον.
ΟΘΕΛΛΟΣ Όχι, δεν εσυγχύσθηκα πολύ. Δεν το πιστεύω, ότι πιστή κ' ενάρετη δεν είν' η Δυσδαιμόνα.
ΙΑΓΟΣ Χρόνους πολλούς να ζη πιστή, και συ να το πιστεύης.
ΟΘΕΛΛΟΣ Και όμως, πώς παραστρατεί η φύσις!
ΙΑΓΟΣ Να ο φόβος! Αυτό δα είναι το κακόν! Διότι, μη προς βάρος, το ν' αρνηθή τόσους γαμβρούς οπού την εζητούσαν του τόπου της, του γένους της, της καταστάσεώς της, πράγματα όλα ταιριαστά και που τα θέλ' η φύσις,… φούχι! Αυτό σιχαμεραίς ορέξεις μου μυρίζει κ' αισχρά επιθυμήματα, και στοχασμούς ατόπους… Πλην σου ζητώ συμπάθειον· δεν λέγω δι' εκείνην ότι θα κάμη και καλά τα ίδια· μολονότι ο φόβος είναι μη στραφή 'ς τα παλαιά ο νους της, και με τους συντοπίτας της αρχίση να συγκρίνη τον άνδρα που εδιάλεξε, και να μετανοήση.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ώρα καλή. Να μου ειπής εάν ιδής και άλλο. Και βάλε την γυναίκα σου να την παραμονεύη. Τώρ' άφησέ με.
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ, 'ς τους ορισμούς σου είμαι.
(Αποσύρεται).
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι την εστεφανώθηκα; Ω! το καταλαμβάνω, αυτός ο νέος ο καλός και είδε και ηξεύρει πολλά, και περισσότερα από αυτά που λέγει.
ΙΑΓΟΣ (επιστρέφων). Να σ' εξορκίσω, στρατηγέ, τολμώ, αυτό το πράγμα να μείνη τώρα ως εδώ. Μη το παρασκαλίζης. Περίμενε και πρόσεχε. Μη βία. Αν και πρέπη την θέσιν του ο Κάσιος και πάλιν να την λάβη, — διότι είναι ικανός κι' αξίζει να την έχη, — αν αγαπάς, μου φαίνεται καλόν να τ' αναβάλης, ώστε να λάβης αφορμήν να τον παρατήρησης κ' εκείνον και τους τρόπους του. Την προσοχήν σου έχε· αν η γυναίκα σου ζητή να λάβη τον βαθμόν του, με ζωηρότητα πολλήν κι' ανυπομονησίαν, από αυτό θα φωτισθής πολύ. Αλλ' εντοσούτω, μη βάζης βάσιν, στρατηγέ, 'ς τους ιδικούς μου φόβους, καθώς ελπίζω 'ς τον Θεόν ότι δεν έχουν βάσιν, και άφησέ την ήσυχην εκείνην. Σ' εξορκίζω!
ΟΘΕΛΛΟΣ Ησύχασε· θα κρατηθώ.
ΙΑΓΟΣ Σε προσκυνώ και πάλιν.
(Αναχωρεί.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός ο άνθρωπος πιστός και τιμημένος είναι, κ' ηξεύρει να παρατηρή με γυμνασμένον 'μάτι τ' ανθρώπινα καμώματα. — Εάν την πιάσω ψεύτραν, την αλυσίδα που μ' αυτήν με δένει θα την κόψω, κι' αν μου κοπή και η καρδιά μαζή, και θα την 'ρίξω εις τ' ανεμογυρίσματα της Τύχης! (21) Μήπως είναι διά το μαύρον χρώμα μου; (22) Ή επειδή μου λείπει η γλώσσα και το φέρσιμον των δουλομαθημένων; Ή επειδή κατηφορώ 'ς των χρόνων την κοιλάδα; Κι' αρκεί αυτό; Με απατά! Και άλλο δεν μου μένει, παρά να την σιχαίνωμαι! Ω βάσανον του γάμου! Αυτά τα πλάσματα κανείς να τα θαρρή 'δικά του, και όμως η αγάπη των 'δική του να μην ήναι! Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να ήμουν μολυντήρι (23) κ' εις τα υγρά μιάσματα μιας φυλακής να 'ζούσα, παρά εις ό,τι αγαπώ, εγώ ν' αφίνω άλλον και μίαν τρίχα να χαρή! Ιδού· αυτά παθαίνουν οι άρχοντες! Καλλίτερα περνούν οι τιποτένιοι. Αλλά την Μοίραν δεν 'μπορεί κανείς να την ξεφύγη. Τα κέρατα 'ς το μέτωπον εκείνη μας χαράζει από την πρώτην μας στιγμήν!… Ιδού η Δυσδαιμόνα.
(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ)
Αν μ' απατά!.. . Τότ' ο Θεός γελά τον εαυτόν του! Δεν το πιστεύω!
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Άνδρα μου, τι έγεινες; Το γεύμα και οι προσκαλεσμένοι σου νησιώται σε προσμένουν.
ΟΘΕΛΛΟΣ Πταίω εγώ.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι έπαθες; τι τρέμει η φωνή σου; Καλά δεν είσαι;
ΟΘΕΛΛΟΣ Με πονεί εδώ, — το μέτωπόν μου.
ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Είναι διότι 'ξαγρυπνάς. Θα σου περάση τώρα. Να σου το δέσω άφησε σφικτά. Θα σε περάση αμέσως.
(Προτείνει να του δέση την κεφαλήν.)
ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι σου είναι μικρόν δεν φθάνει.
(Το ρίπτει καταγής.)
Παραίτησέ το· έννοια σου. Έλα μαζή μου μέσα.
(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ. Η ΑΙΜΙΛΙΑ λαμβάνει εις χείρας το πεσόν χειρόμακτρον.)
ΑΙΜΙΛΙΑ Καλά οπού μου έτυχε να εύρω το μαντίλι· το πρώτον δώρον είν' αυτό που έλαβ' απ' τον Μαύρον. Ο άνδρας μ' ο παράξενος χίλιαις φοραίς μου είπε να της το κλέψω και καλά. Πλην τ' αγαπά εκείνη, διότι της εσύστησε ποτέ να μη το χάση· το αγαπά και πάντοτε επάνω της το έχει, και το φιλεί, και του λαλεί. Το σχέδιον θα πάρω, να κάμω απαράλλακτον μ' αυτό, να του το δώσω. Τι να το θέλη; Ο Θεός (κι' όχι εγώ) το ξεύρει. Αλλά την φαντασίαν του ας την ευχαριστήσω.
(Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)
ΙΑΓΟΣ Α! είσαι συ; Τι γίνεσαι; Κάτι εδώ μονάχη;
ΑΙΜΙΛΙΑ Μη γρύναις σε παρακαλώ, και θα σου δώσω κάτι…
ΙΑΓΟΣ Εσύ εμένα; Από σε δεν περιμένω άλλο παρά. ..
ΑΙΜΙΛΙΑ Παρά;
ΙΑΓΟΣ Λόγια κουτά.
ΑΙΜΙΛΙΑ Έχεις να' πης και άλλο; Τι δίδεις, αν σου έφερα εκείνο το μαντίλι …
ΙΑΓΟΣ Ποίον μαντίλι;
ΑΙΜΙΛΙΑ Ποίον, αι; Εκείνο το μαντίλι, το πρώτον πρώτον χάρισμα που έδωσε ο Μαύρος 'ς την Δυσδαιμόναν, και που συ τόσαις φοραίς μου είπες να της το κλέψω.
ΙΑΓΟΣ Το 'κλεψες;
ΑΙΜΙΛΙΑ Το άφησε να πέση, κ' εκεί ευρέθηκα κοντά και το επήρα. Να το· το βλέπεις;
ΙΑΓΟΣ Δος μου το εδώ. Ιδού καλή γυναίκα!
ΑΙΜΙΛΙΑ Τι θα το κάμης; Διατί τόσον πολύ το θέλεις, που να το κλέψω μ' έβαζες;
ΙΑΓΟΣ Δος μου το.
(Το αρπάζει εκ των χειρών αυτής.)
Τι σε μέλει;
ΑΙΜΙΛΙΑ. Εάν δεν ήναι σοβαρός ο λόγος που το θέλεις, δος μου το 'πίσω. Η πτωχή! Ο νους της θα της φύγη όταν ιδή πως το 'χασε.
ΙΑΓΟΣ Να κάμης πως δεν 'ξεύρεις πού είναι. Μου χρειάζεται. Τραβήξου. Άφησέ με.
(Απέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)
ΙΑΓΟΣ Θα' πάγω εις τον Κάσιον ν' αφήσω να μου πέση, και να το εύρη έπειτα εκείνος το μαντίλι. Του ψύλλου τα πηδήματα 'ς εκείνον που ζηλεύει του φαίνοντ' ευαγγέλια, τεκμήρια τα έχει. Κάτι θα έβγη απ' αυτό. Εις την ψυχήν του Μαύρου δουλεύει το φαρμάκι μου κ' έγεινε άλλος τώρα. Είναι οι μαύροι στοχασμοί αληθινόν φαρμάκι· Όποιος το πίνει, 'ς την αρχήν την πίκραν δεν την νοιώθει· πλην όταν φθάση και χυθή 'ς το αίμα του ανθρώπου, ωσάν θειάφι την καρδιάν την καίει. — Δεν το είπα;
(Έρχεται μακρόθεν ο ΟΘΕΛΛΟΣ.)
Έρχεται. — Ούτ' η θερειακή, ούτε ο μανδραγόρας, ούτ' όλα τα υπνωτικά και ιατρικά του κόσμου δεν ημπορούν πλέον ποτέ τον ύπνον να σου δώσουν, που χθες γλυκοκοιμήθηκες.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Άπιστη 'ς εμένα!
ΙΑΓΟΣ Μη, στρατηγέ· ησύχασε και άφησέ τα τώρα.
ΟΘΕΛΛΟΣ Τραβήξου! Φύγε! Μ' έβαλες 'ς τον φάλαγγα επάνω! Καλλίτερα κανείς πολύ να ήν' απατημένος, παρά να υποπτεύεται ολίγον.
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου!
ΟΘΕΛΛΟΣ Τι μ' έμελαν οι έρωτες που μ' έκλεπτεν εμένα; Δεν έβλεπα, δεν ήξευρα, αλλά και δεν 'πονούσα. Καλά 'κοιμούμουν, έτρωγα, 'γελούσα, κ' ευθυμούσα. Εκείνος που τον έκλεψαν, ενόσω δεν γνωρίζει ότι του έγεινε κλοπή, κλεμμένος δεν λογιέται.
ΙΑΓΟΣ Πολύ με κακοφαίνεται ν' ακούω τέτοια λόγια.
ΟΘΕΛΛΟΣ Μακάρι όλη η φρουρά κ' οι στρατιώται όλοι το εύμορφόν της το κορμί να είχαν δοκιμάσει, κ' εγώ να μη το ήξευρα μονάχα! — Τώρα 'πάγει, 'πάγει ο ήσυχός μου νους και η ανάπαυσίς μου, και των πολέμων η βοή, και των σπαθιών η λάμψις, και όσα κάμνουν αρετήν τον έρωτα της δόξης! 'Παν τ' άλογα που χλημηντρούν, κι' ο ήχος των σαλπίγγων, τα τύμπανα οπού καρδιάν 'ς τους στρατιώτας δίδουν, και το παγιαύλι που τ' αυτιά ξεσχίζει, κ' αι σημαίαι, κι' όλ' η χαρά, και η πομπή, κ' η δόξα του πολέμου! Και σεις θανάτου μηχαναί που με τον λάρυγγά σας του αθανάτου του Διός τους κεραυνούς μιμείσθε! 'Παν όλα! Τώρα τίποτε δεν μέλει τον Οθέλλον!
ΙΑΓΟΣ Τι λέγεις; Είναι δυνατόν, ω στρατηγέ;
ΟΘΕΛΛΟΣ Αχρείε! Σε θέλω την γυναίκα μου να μου την δείξης πόρνην! Θέλω απόδειξιν να ιδούν τα 'μάτια μου! Ακούεις;
(Τον αρπάζει από τον λαιμόν).
Αλλέως, μα την άπλαστην ψυχήν μου, θα σε κάμω να προτιμάς καλλίτερα να ήσουν ένας σκύλος, ή 'ς την οργήν που 'ξύπνησες νάχης να δώσης λόγον!
ΙΑΓΟΣ Εις τούτο κατηντήσαμεν λοιπόν;
ΟΘΕΛΛΟΣ Να μου το δείξης! Κι' αν δεν το ιδώ, τουλάχιστον απόδειξιν να φέρης, αλλά χωρίς χαραγματιάν, ή άνοιγμα, ή τρύπαν απ' την οποίαν να χωρή καμμιά αμφιβολία! Ακούεις; ή άλλοίμονον 'ς εσένα!
ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου!
ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνην αν συκοφαντής κ' εμένα βασανίζης, μη κάμης πλέον προσευχήν, συνείδησιν μην έχης, ταις φρίκαις όλαις σώρευσε 'ς την κεφαλήν της φρίκης κάμε την γην να 'ξιππασθή, τον ουρανόν να κλαίη, διότι τότε ξεπερνάς τον Άδην, κολασμένε!
(Απολύει τον ΙΑΓΟΝ απωθών αυτόν.)
ΙΑΓΟΣ Καλέ! Θεέ μου φύλαγε! Τι πράγμα! Άνδρας είσαι; Ψυχήν δεν έχεις, ούτε νουν; Α! ο Θεός μαζή σου. Να σε δουλεύω έπαυσα. — Ανόητος που είμαι! Να! Έχε τιμιότητα, να σου την κάμνουν κρίμα. Ο κόσμος είν' αλλόκοτος! Ο κόσμος ας το μάθη, δεν ωφελεί να ήναι τις και τίμιος και ίσιος. Το μάθημα μ' ωφέλησε. Δεν θέλω πλέον φίλον, αφού με τόσην προσβολήν πληρόνετ' η φιλία.
ΟΘΕΛΛΟΣ Μη φεύγης. Όχι. Τίμιος πρέπει να ήσαι, Ιάγο.
ΙΑΓΟΣ Θα ήμαι μόνον γνωστικός. Η τιμιότης τρέλλα, και χάνεται ο κόπος της.
ΟΘΕΛΛΟΣ Μα τον Θεόν, πιστεύω πως είναι η γυναίκα μου πιστή, και πως δεν είναι. Πιστεύω τίμιος εσύ πως είσαι, και δεν είσαι. Θέλω σημάδι να ιδώ! — Το όνομά μου ήτον (24) λευκόν 'σάν της Αρτέμιδος την όψιν, κ' είναι τώρα κατάμαυρον και σκοτεινόν ωσάν το πρόσωπόν μου! — Σκοινί αν έχη, ή φωτιάν, μαχαίρι ή φαρμάκι, ή ποταμούς και πνίξιμον, δεν θα το υποφέρω! Θέλω να το βεβαιωθώ.
ΙΑΓΟΣ Σε τρώγ' η ζήλεια βλέπω. Πολύ λυπούμαι, στρατηγέ, αν σ' έδωσα αιτίαν. Ήθελες να βεβαιωθής.
ΟΘΕΛΛΟΣ Ήθελα; Όχι. Θέλω!
ΙΑΓΟΣ Και ημπορείς. Άλλ' όμως πώς; πώς να σε βεβαιώσω; Τι θέλεις; Απ' επάνω των να βλέπης και να χάσκης; Να τους ιδής να…
ΟΘΕΛΛΟΣ Θάνατος και Κόλασις!
ΙΑΓΟΣ Νομίζω ότι θα ήναι δύσκολον αυτό να σου το δείξω. Τι διάβολον! Πώς γίνεται ν' αφήσουν άλλα 'μάτια τα μυστικά των να ιδούν και τα καμώματά των; Λοιπόν τι θέλεις; Τι να 'πώ; Πώς να σε καταπείσω; Είναι αδύνατον αυτό να το ιδής, κι' αν ήσαν ωσάν τους τράγους βιαστικοί, ζεστοί 'σάν τους πιθήκους, ή λυσασμένοι κι' άγριοι 'σάν λύκοι, ή κι' αν ήσαν κτήνη χονδρά, 'σάν άνθρωπον κουτόν αφού μεθύση. Αν όμως συμπεράσματα και πειστικά σημάδια που οδηγούν ολόισια 'ς την θύραν της αλήθειας είν' αρκετά, τότ' ημπορώ αυτά να σου τα δείξω.