← Table of contents
Οθέλλος

Front matter (continued 2)

Demetrios Vikelas translation

ΟΘΕΛΛΟΣ Σημάδι της απάτης της, που να φωνάζη, θέλω!

ΙΑΓΟΣ Α! τούτο το υπούργημα διόλου δεν μ' αρέσει. Αλλ' όμως αφού έγεινε κ' έως εδώ εμβήκα, από ανοησίαν μου κι' από πολλήν φιλίαν, ας ήναι. — Με τον Κάσιον επλάγιασα εσχάτως· αλλ' επειδή πονόδοντος φρικτός μ' ετυραννούσε, ολόνυκτα 'ς το πλάγι του δεν έκλεισα το 'μάτι. Είν' άνθρωποι που την ψυχήν τόσον ρηχά την έχουν, πού ό,τι έχουν εις τον νουν, 'ς τον ύπνον το φωνάζουν. Ο Κάσιος είν' απ' αυτούς. Εκεί πού εκοιμάτο τον ήκουσα που έλεγε: «Γλυκειά μου Δυσδαιμόνα! τον έρωτά μας πρόσεχε κανείς να μη τον 'νοιώση.» Και ύστερα μου ήρπασε και μ' έσφιγγε το χέρι κ' εφώναζε: Αγάπη μου! — και μ' εθερμοφιλούσε, 'σάν νάθελ' απ' τα χείλη μου φιλιά να ξερριζώση. Κ' εκεί μ' εσφικταγκάλιασε κ' εστέναξε, και είπε: Κατηραμέν' η Μοίρα σου που σ' έδωκε 'ς τον Μαύρον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω φρίκη, φρίκη!

ΙΑΓΟΣ Πλην αυτό εις τ' όνειρόν του ήτο.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλλ' όμως είν' ενθύμησις πραγμάτων περασμένων, κι' ας ήναι όνειρον. Πολύ, πάρα πολύ σημαίνει.

ΙΑΓΟΣ Και ίσως κι' άλλα πράγματα μ' αυτό ξεκκαθαρίσουν, που τώρα φαίνονται θολά.

ΟΘΕΛΛΟΣ Θα την καταξεσχίσω!

ΙΑΓΟΣ Μη! Έχε γνώσιν. Τίποτε δεν είδαμεν ακόμη, και ίσως δεν σου έπταισεν εκείνη. — Δεν μου λέγεις, είδες ποτέ σου να κρατή 'ς το χέρι της μαντίλι, που έχει χαμοκέρασα 'ς ταις άκραις κεντημένα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Της το εχάρισα εγώ. Το πρώτον χάρισμά μου.

ΙΑΓΟΣ Αυτό δεν το εγνώριζα· πλην με μαντίλι τέτοιον (και είμαι βεβαιότατος της γυναικός σου ήτο), τον Κάσιον τα γένεια του τον είδα να σκουπίζη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν ήν' αυτό!…

ΙΑΓΟΣ Αν ήν' αυτό ή άλλο ιδικόν της, τότ' εναντίον της λαλεί κι' αυτό κοντά εις τ' άλλα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Διατί χίλιαις ζωαίς ο σκύλος να μην έχη! Η μία μόνη δεν αρκεί εις την εκδίκησίν μου! Α! Τώρα την αλήθειαν την βλέπω, Ιάγο!…Ιάγο, ιδέ με· εις τον άνεμον πετώ τον ερωτά μου. Επέρασε. — Απ' τα βαθειά του άδου έλα τώρα μαύρη Εκδίκησις! Και συ Αγάπη, εις το Μίσος παράδοσε τα στέφανα και το θρονί που είχες εις την καρδιάν μου. Φούσκωσε και συ βαρύ μου στήθος, κ' είσαι γεμάτον έχιδναις!

ΙΑΓΟΣ Ησύχασε ολίγον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! αίμα! αίμα! αίματα!

ΙΑΓΟΣ Ησύχασε ολίγον. Ίσως αλλάξ' η γνώμη σου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ποτέ! ποτέ μου, Ιάγο! Ωσάν του Πόντου το γοργόν και παγωμένον ρεύμα, οπού αιώνια κυλά 'ς την Προποντίδα κάτω κ' εις τον Ελλήσποντον, χωρίς να οπισθοδρομήση, και η 'δική μου η οργή παρόμοια θα τρέξη χωρίς ποτέ της να σταθή κι' οπίσω να κυττάξη, χωρίς ποτέ να ξαναϊδή του έρωτος γαλήνην! Ποτέ, — ως που την δίψαν της βαθειά να την χορτάση με φοβεράν εκδίκησιν!

(Γονατίζει).

Ιδού οπού τ' ομνύω, κ' οι μαρμαρένιοι Ουρανοί επάνω 'κει ας ήναι οι μάρτυρες του όρκου μου.

ΙΑΓΟΣ (γονατίζων). Μη σηκωθής ακόμη. — Ω φώτα, σεις που λάμπετε αιώνια επάνω, και σεις ολόγυρα 'ς την γην αόρατα στοιχεία, να ήσθε μάρτυρες! Ιδού, εδώ αφιερόνει ο Ιάγος σώμα και ψυχήν, νουν και καρδιάν και χέρι εις του Οθέλλου την τιμήν κ' εις την εκδίκησίν του! Ας διατάξη! πρόθυμος εγώ θα υπακούσω, ό,τι κι' αν ήν' η προσταγή· και σκοτωμός να ήναι!

ΟΘΕΛΛΟΣ Την θέλω την αγάπην σου· και το ευχαριστώ μου δεν είναι λόγια. Δέχομαι το φιλικόν σου τάγμα, κι' αμέσως τώρα σου ζητώ να μου το ξεπληρώσης. Εις τρεις ημέραις απ' εδώ, ν' ακούσω να μου λέγης ότι ο Κάσιος δεν ζη.

ΙΑΓΟΣ Θα γείνη όπως θέλεις· απέθανε ο φίλος μου· αλλά - ας ζη εκείνη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Η βρώμα, η αναίσχυντη! Κατάρα να την εύρη! Έλα μαζή μου. Ήθελα τρόπον ταχύν να εύρω τον δαίμονα τον εύμορφον αυτόν να τον σκοτώσω. Έλα· πηγαίνωμεν. Εσύ εις το εξής θα ήσαι υπασπιστής μου.

ΙΑΓΟΣ Εις ζωήν και θάνατον 'δικός σου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Δ' .

Η αυτή σκηνογραφία. (Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, η ΑΙΜΙΛΙΑ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ηξεύρεις του λόγου σου που καταλύει ο υπασπιστής, ο Κάσιος;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Δεν τολμώ να σου ειπώ πού καταλεί, Κυρά μου. (25)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και διατί, άνθρωπε;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Διότι αυτός είναι αξιωματικός, και αν μάθη, ότι λέγω πως καταλεί, θ' αρπάξω κατακεφαλιαίς.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Έλα, έλα· πού κατοικεί;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Ό,τι σου ειπώ σε γελώ, αφού δεν ηξεύρω πού κατοικεί.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πήγαινε, κ' ερώτησε να το μάθης.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Θα κάμω ερωταποκρίσεις, καθώς τον παππάν εις την κατήχησιν.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εύρε τον και ειπέ του να έλθη εδώ. Ειπέ του, ότι ωμίλησα του ανδρός μου, και ελπίζω όλα να διορθωθούν.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αυτά πού λέγεις τώρα τα χωρεί νους ανθρώπου, και θα κάμω τα δυνατά μου να σου τα καταφέρω.

(Εξέρχεται).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πού τάχα να το έχασα νομίζεις το μαντίλι;

ΑΙΜΙΛΙΑ Κ' εγώ δεν 'ξεύρω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πίστευσε, να χάσω το πουγγί μου είχα καλλίτερα πολύ, όλον φλωριά γεμάτον Καλά οπού ο άνδρας μου κακόν 'ς τον νουν δεν βάζει, ούτε το έχει φυσικόν 'ς την ζήλειαν να ξεπέφτη· ειδέ θα είχεν αφορμήν να έμβη 'ς υποψίαν.

ΑΙΜΙΛΙΑ Τι; δεν ζηλεύει;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος; αυτός; Μου φαίνεται ο Ήλιος, εκεί που εγεννήθηκε, του 'ρούφησ' από μέσα κάθε χυμόν τέτοιας λογής.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να· έρχεται. Ιδέ τον.

(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν τον αφίνω ήσυχον εάν δεν προσκαλέση τώρα τον Κάσιον εδώ. — Αυθέντα μου, πώς είσαι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά, γυναίκα μου. Και συ πώς είσαι, Δυσδαιμόνα; (Δεν ημπορώ να κρύπτωμαι!)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πολύ καλά, Οθέλλε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δος μου το χέρι σου εδώ. — Τι απαλόν που είναι.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν είδ' ακόμη γηρατειά και λύπην δεν γνωρίζει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτό θα 'πή, καλή καρδιά και απλοχεροσύνη. Ζεστόν ζεστόν, και απαλόν, κ' υγρόν. Το χέρι τούτο θέλει ταπείνωσιν ψυχής, μετάνοιαν, νηστείαν, και κάκωσιν του σώματος, και συντριβήν καρδίας· διότι ένας δαίμονας ιδροπερεχυμένος είν' εδώ μέσα, και ζητεί να επαναστατήση. Καλόκαρδον και ανοικτόν το χέρι τούτο είναι.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τούτο 'μπορείς να το ειπής, διότι την καρδιάν μου το χέρι σου την έδωκεν αυτό.

ΟΘΕΛΛΟΣ Γενναίον χέρι! Ήτο καιρός που την καρδιάν την έδιδε το χέρι. Το πράγμα τώρα ήλλαξε· καρδιαίς δεν έχει, χέρια!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ αυτά δεν έχω τι να 'πώ· δεν τα καταλαμβάνω. Ειπέ μου, τι μου έταξες;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι σ' έταξα, πουλί μου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμήνυσα τον Κάσιον να έλθη να τα 'πήτε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μία κακή καταρροή με καταβασανίζει. Μου δίδεις το μαντίλι σου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ιδού, καλέ μου άνδρα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνο που σ' εχάρισα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Επάνω μου δεν το' χω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν το 'χεις;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι, άνδρα μου, αλήθεια δεν το έχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτό δεν το 'καμες καλά. Εκείνο το μαντίλι μια γύφτισσα την μάναν μου το έχει χαρισμένον. Μάγισσα ήτο, κ' ήξευρε σχεδόν ν' αναγινώσκη κάθε κρυμμένον λογισμόν και είπε της μητρός μου, ότι ενόσω το κρατεί, θα ήν' αγαπημένη και θα' χη τον πατέρα μου εις τα θελήματά της υποταγμένον κι' αν ποτέ το χάση ή το χαρίση, αμέσως θα την σιχαθούν τα 'μάτια του πατρός μου. και νέους έρωτας αλλού εκείνος θα ζητήση. Κ' εκείνη όταν 'πέθανε μου το 'δωσε και μ' είπε, όταν θελήσ' η Μοίρα μου γυναίκα ν' αποκτήσω να το χαρίσω εις αυτήν. Το έδωσα εσένα, και έχε το πολύτιμον ωσάν τα δυο σου 'μάτια! Εάν το χάσης, ή αλλού το δώσης, είναι κρίμα που μεγαλείτερον ποτέ δεν γίνεται!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι λέγεις!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλήθεια! Εις το ύφασμα εκείνο έχει μάγια. Μία Σιβύλλα, που 'ς την γην εμέτρησε τον Ήλιον διακόσια γυρίσματα να κάμη 'ς την ζωήν της, εις έξαψιν προφητικήν το έχει κεντημένον. Από σκουλήκια ιερά εβγήκε το μετάξι, και η βαφή από καρδιαίς παρθένων μουμιασμέναις.(26)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι λέγεις; Είναι δυνατόν;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά σου λέγω· να το προσέχης το λοιπόν καλά.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μακάρι τότε να μη το είχα ιδεί ποτέ!

ΟΘΕΛΛΟΣ Και διατί;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι έχεις, και μου λαλείς τόσον σκληρά κι' απότομα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εχάθη; Ομίλει· τι το έκαμες; τι έγεινε; πού είναι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ελέησόν με ο Θεός!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είπες;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν εχάθη· αλλά και αν εχάνετο;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Λέγω δεν εχάθη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να μου το δείξης! Φέρε το!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Μπορώ, πλην όχι τώρα.- Τα κάμνεις εξεπίτηδες ν' αλλάξης ομιλίαν. Την θέσιν του 'ς τον Κάσιον ξανάδοσέ την πάλιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φέρης το μαντίλι σου! — Κάτι κακόν θα γείνη!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω έλα, κι' άλλον 'σάν αυτόν δεν θαύρης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Παρακαλώ, τον Κάσιον ειπέ μου…

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτόν που 'ς την αγάπην σου την τύχην του βασίζει, και τόσον εκινδύνευσε μαζή σου..

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλήθεια, το παράκαμες.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φύγης απ' εμπρός μου!

(Αναχωρεί βιαίως).

ΑΙΜΙΛΙΑ Αυτός ο άνδρας θα μου 'πής ζηλιάρης πως δεν είναι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτό ποτέ άλλην φοράν, ποτέ μου, δεν το είδα! Πρέπει να είχε μαγικό τω όντι το μαντίλι, και ήτο δυστυχία μου μεγάλη να το χάσω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ούτ' ένας χρόνος ούτε δυο τον άνδρα δεν τον δείχνουν. Οι άνδρες όλ' είναι κοιλιά, κι' όλαις ημείς τροφή των· μας τρώγουν όσον που πεινούν· μας διώχνουν αν χορτάσουν. Ο άνδρας μου κι' ο Κάσιος. (27)

(Εισέρχονται ο ΙΑΓΟΣ κι' ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Δεν έχει άλλον τρόπον· εκείνη μόνον ημπορεί… Ιδού! τι ευτυχία! Ομίλησέ της· πήγαινε, ειπέ της τα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι κάμνεις; Τι νέα έχεις, Κάσιε;

ΚΑΣΙΟΣ Κυρία μου, και πάλιν τα ίδια έχω να ειπώ και να παρακαλέσω. Βοήθησέ με την ζωήν την πρώτην μου να εύρω, και ν' αποκτήσω από σε την παλαιάν αγάπην εκείνου, οπού σέβομαι με όλην την ψυχήν μου. Μ' εσκότωσ' η αναβολή. — Εάν το πταίσιμόν μου τόσον το έχη τρομερόν και τόσον μέγα, ώστε ούτ' εκδουλεύσεις παλαιαί, ούτε παρούσα λύπη, ούτ' ο σκοπός μου 'ς το εξής καλλίτερος να γείνω, την εύνοιάν του δεν 'μπορούν να την εξαγοράσουν, ας το γνωρίζω τούτο καν. — Κέρδος κι' αυτό θα ήναι, διότι την απόφασιν τουλάχιστον θα πάρω, κ' εις άλλους δρόμους θα ζητώ να μ' ελεήσ' η Τύχη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον ω Κάσιε, καλέ και τρις καλέ μου, δεν έχει τώρα πέρασιν η μεσολάβησίς μου· ο κύριός μου σήμερα δεν είναι κύριός μου, και ούτε θα εγνώριζα πως είν' αυτός ο ίδιος, αν με την γνώμην του μαζή του ήλλαζε κ' η όψις. Να μην ιδώ απ' τον Θεόν καλόν, εάν δεν είπα ό,τι ημπορούσα διά σε, και αν δεν είπα τόσα, ώστ' εναντίον μου σκληρά εξέσπασ' η οργή του. Έχε ακόμ' υπομονήν ό,τι ημπορώ θα κάμω· θα κάμω περισσότερον παρά που θα' τολμούσα και δι' εμένα. Με αυτό λοιπόν ευχαριστήσου.

ΙΑΓΟΣ Ο στρατηγός εθύμωσε;

ΑΙΜΙΛΙΑ Έφυγε μόλις τώρα, και άνω κάτω έφυγε και καταθυμωμένος.

ΙΑΓΟΣ Εθύμωσε! Πώς γίνεται; Τον είδα, το κανόνι να του σκορπά 'ς τον άνεμον κομμάτια τους στρατούς του, και μέσ' από τα χέρια του 'σαν Δαίμονας ν' αρπάζη τον αδελφόν του! Πώς! Αυτός να ήναι θυμωμένος; Κάτι θα τρέχη σοβαρόν. Να τον ιδώ πηγαίνω. Κάτι θα ήναι φοβερόν, αν ήναι θυμωμένος.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, πήγαινε, παρακαλώ.

(Απέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

Ναι τίποτε του Κράτους θα ήναι, — είτε είδησις από την Βενετίαν, ή θ' ανεκάλυψεν εδώ κρυφήν συνωμοσίαν, και τούτο θα εθόλωσε τον νουν του. Και καθένας αν τον βαρύνουν συλλογαίς εις τα μικρά ξεσπάνει· διότι αν το δάκτυλον ολίγον μας πονέση, και τ' άλλα μέλη τα γερά αισθάνονται τον πόνον. (28) Δεν είν' οι άνθρωποι Θεοί, ας μη το λησμονούμεν· κι' ούτε κανένας απαιτεί τους άνδρας να τους βλέπη να ήναι πάντα πρόσχαροι, καθώς εις ταις χαραίς των. Αλήθεια, μάλωμα πολύ μου πρέπει, Αιμιλία· είχα παράπονον κρυφόν εις την ψυχήν μου μέσα, (τι στρατιώτης απειθής και άτακτος που είμαι), ότι μ' εφέρθηκε κακά· αλλά το βλέπω τώρα, ότι τον ψευδομαρτυρώ αν τον κατηγορήσω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Μακάρι να τον 'τάραξεν υπόθεσις του Κράτους, κι' όχ' υποψία του καμμιά ή ζήλεια δι' εσένα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον, τι αφορμήν του έδωσα ποτέ μου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Δεν συλλογίζετ' απ' αυτά διόλου ο ζηλιάρης· δεν του χρειάζετ' αφορμή κ' αιτία να ζηλεύση. Ζηλεύει μόνον, επειδή το έχει να ζηλεύη. Να μη το έχη μέσα του! Η ζήλεια είναι τέρας, οπού γεννάται μοναχόν και μόνον μεγαλόνει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! του Οθέλλου την ψυχήν από αυτό το τέρας να την φυλάγη ο Θεός!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αμήν, αμήν, Κυρία.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πηγαίνω μέσα. — Κάσιε, εδώ περίμενέ με· εάν τον εύρω ήσυχον θα του ξαναμιλήσω, καθώς μ' επαρεκάλεσες. Θα κάμω δι' εσένα ό,τι ημπορέσω.

ΚΑΣΙΟΣ Ταπεινώς σ' ευχαριστώ, Κυρία.

(Απέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ ) (Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ.)

ΒΙΑΓΚΑ Καλώς σε ηύρα, Κάσιε.

ΚΑΣΙΟΣ Συ είσαι; τι γυρεύεις έξω εδώ; τι γίνεσαι αγαπητή μου Βιάγκα; Τώρα ηρχόμην να σ' ιδώ, αγάπη μου, — αλήθεια.

ΒΙΑΓΚΑ Κ' εγώ ηρχόμην να' σ' ιδώ, εσένα, Κάσιέ μου. Επτά 'μερόνυκτα σωστά να με ιδής δεν ήλθες! Μιαν εβδομάδα! Εκατόν εξήντα τόσαις ώραις! και φαίνονται χίλιαις φοραίς μακρύτεραις αι ώραις, όταν δεν έχωμεν κοντά εκείνον π' αγαπούμεν· όχι, δεν έχουν μετρημόν!

ΚΑΣΙΟΣ Συμπάθησέ με, Βιάγκα· είχα μεγάλαις συλλογαίς αυτήν την εβδομάδα. Αλλά θα εύρω τον καιρόν να σου ταις ξεπληρώσω ταις ώραις οπού έλειψα. Να ζης, γλυκειά μου Βιάγκα, αντίγραψε το σχέδιον αυτό.

(Τη δίδει το χειρόμακτρον της Δυσδαιμόνας.)

ΒΙΑΓΚΑ Και πού το ηύρες; Είν' από χέρι, Κάσιε, από αγάπην νέαν. Τώρα το βλέπω διατί τόσον καιρόν δεν ήλθες. Α! μ' εβαρέθηκες; Καλά!

ΚΑΣΙΟΣ Έλα, γυναίκα, έλα· πέταξ' αυτούς τους στοχασμούς 'ς τα δόντια του διαβόλου, εκεί απ' οπού σ' έρχονται. Θα με ζηλεύσης τώρα, πως είναι τούτο χάρισμα απ' αγαπητικήν μου; Όχι, αλήθεια, Βιάγκα μου.

ΒΙΑΓΚΑ Λοιπόν, και τίνος είναι;

ΚΑΣΙΟΣ Ούτε ηξεύρω να σου' πώ. 'Σ το σπίτι μου το ηύρα· μου ήρεσε το κέντημα, και πριν μου το ζητήσουν (καθώς πιστεύω θα συμβή), να τ' αντιγράψω θέλω. Πάρε λοιπόν και βγάλε το. Και τώρα — άφησέ με.

ΒΙΑΓΚΑ Πώς να σ' αφήσω; διατί;

ΚΑΣΙΟΣ Διότι περιμένω τον στρατηγόν, και σύστασις δεν είναι δι' εμένα γυναικωμένον να μ' ιδή.

ΒΙΑΓΚΑ Και διατί, να ζήσης;

ΚΑΣΙΟΣ Όχι πως δεν σε αγαπώ.

ΒΙΑΓΚΑ Αλλ' ότι δεν με θέλεις. Έλα μαζή, παρακαλώ· συντρόφευσέ μ' ολίγον, κ' ειπέ μου αν θα σε ιδώ, πλην ενωρίς, απόψε;

ΚΑΣΙΟΣ Πολύ μακράν δεν ημπορώ νάλθω μαζή σου τώρα· εδώ να μείνω χρεωστώ. Θα σε ιδώ απόψε.

ΒΙΑΓΚΑ Αφού δεν γίνεται αλληώς, ας γείνη όπως θέλεις.

(Εξέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α' .

Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Λοιπόν νομίζεις, στρατηγέ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν το νομίζω, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Τι; ένα μυστικόν φιλί;

ΟΘΕΛΛΟΣ Φιλί της ανομίας!

ΙΑΓΟΣ Ή με τον φίλον της γυμνή να ήναι 'ς το κρεββάτι μιαν ώραν ή πλειότερον, χωρίς κακόν 'ς τον νουν των;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εις το κρεββάτι, και γυμνοί, χωρίς κακόν 'ς τον νουν των; Είναι ψευτιά! Τον διάβολον μ' αυτά θα τον γελάσουν; Εκείνοι πώχουν αρετήν και κάμνουν τέτοιον πράγμα, τους σκανδαλίζει ο Σατανάς την αρετήν που έχουν, και σκανδαλίζουν τον Θεόν με τα καμώματά των!

ΙΑΓΟΣ Εάν δεν κάμουν τίποτε, είναι μικρόν το κρίμα. αλλ' αν εις την γυναίκα μου ένα μαντίλι δώσω …

ΟΘΕΛΛΟΣ Αι, τι;

ΙΑΓΟΣ Της το εχάρισα, κι' αφού είν' ιδικόν της, εις όποιον θέλει δύναται κ' εκείνη να το δώση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και την τιμήν 'ς το χέρι της την έχει. Να την δώση κ' εκείνην;

ΙΑΓΟΣ Είναι η τιμή αόρατος ουσία· πολλοί οπού την έχασαν περνούν ότι την έχουν. Πλην το μαντίλι…

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Θεέ! ας το ελησμονούσα! Μου είπες…(Επανέρχεται εις την ενθύμησίν μου 'σαν κόρακας που έρχεται εις σπίτι μολυσμένον, σημάδι της καταστροφής!) (29) Μου είπες, το μαντίλι το είδες εις τα χέρια του;

ΙΑΓΟΣ Το είπα! τι με τούτο;

ΟΘΕΛΛΟΣ Είναι κακόν!

ΙΑΓΟΣ Κι' αν έλεγα πως είδα να σου κάμη το άδικον; Κι' αν έλεγα πως ήκουσα να λέγη… Υπάρχουν και παληάνθρωποι, που αν το καταφέρουν, (ή με κυνήγημα πολύ, ή και ξελόγιασμά της), και απατήσουν και χαρούν την αγαπητικήν των, το θεωρούν 'σαν τίποτε να φλυαρούν κατόπιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Σου είπε τίποτε αυτός;

ΙΑΓΟΣ Και βέβαια μου είπε· αλ' όμως θα σου ορκισθή, ότι δεν είπε λέξιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είπε;

ΙΑΓΟΣ Ότι έκαμε… Τι έκαμε δεν 'ξεύρω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι; τι;

ΙΑΓΟΣ Ότι εχάρηκε…

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνην; Αι;

ΙΑΓΟΣ Εκείνην, — μ' εκείνην, — όπως αγαπάς.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εχάρηκε μ' εκείνην! Εχάρηκεν εκείνην! Εχάρηκε μ' εκείνην, θα ειπή εδιασκέδασε. Την εχάρηκε. Φρίκη! Το μαντίλι! Να το ομολογήση! Το μαντίλι!… Να τον κάμω να το ομολογήση και κρέμασμα! Πρώτα κρέμασμα και έπειτα ας το ομολογήση! Ανατριχιάζω να το συλλογίζωμαι! Δεν είναι φυσικόν να βλέπη κανείς εις τ' όνειρόν του την σκιάν, χωρίς να υπάρχη το πράγμα. Δεν είναι λόγια οπού με κάμνουν άνω κάτω… Πιστ!… Μύταις, αυτιά, και χείλη!… Πώς γίνεται; Το μαντίλι!.. Να το ομολογήση!… Το μαντίλι!… Ω διάβολε!

(Πίπτει καταγής λειποθυμισμένος.)

ΙΑΓΟΣ Φαρμάκι, δούλευε! Ιδού, πώς οι κουτοί γελιούνται. Ιδού ο τρόπος να χαθή μιας γυναικός τιμίας και όνομα κ' υπόληψις, χωρίς αυτή να πταίη. — Δεν με ακούεις, στρατηγέ; Ω στρατηγέ! Οθέλλε!

(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Αι, Κάσιε!

ΚΑΣΙΟΣ Τι έπαθε;

ΙΑΓΟΣ Επιληψίαν έχει. Είναι δευτέρα προσβολή· και χθες του ήλθεν άλλη.

ΚΑΣΙΟΣ Δεν τρίβεις τα μηλίγγια του;

ΙΑΓΟΣ Μη τον ταράξης. Όχι. Καλλίτερα το βύθος του τον δρόμον του να κάμη. Αν ταραχθή, το στόμα του αφρίζει, και κατόπιν μία μανία φοβερά του έρχεται… Σαλεύει. Απομακρύνσου μιαν στιγμήν. Αμέσως θα συνέλθη. Και όταν φύγη απ' εδώ να σου μιλήσω έχω κάτι πολύ σημαντικόν.

(Αποσύρεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

Πώς είσαι, στρατηγέ μου; Εκτύπησες την κεφαλήν; πονεί;

ΟΘΕΛΛΟΣ Με περιπαίζεις;

ΙΑΓΟΣ Να περιπαίξω; ποιος; εγώ; Μα την ζωήν μου, όχι! Να υποφέρης σ' ήθελα την τύχην σου 'σαν άνδρας.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο άνδρας πώχει κέρατα ζώον και τέρας είναι.

ΙΑΓΟΣ Γεμάτη τέρατα λοιπόν η κάθε χώρα είναι, γεμάτη ζώα λογικά.

ΟΘΕΛΛΟΣ Το εξωμολογήθη;

ΙΑΓΟΣ Σε θέλω άνδρα, στρατηγέ. Δεν συλλογείσαι, ότι όποιος γενάτος εμπλεχθή εις τον ζυγόν του γάμου, 'μπορεί σκυμμένος να τράβα ζευγαρωτά μ' εσένα; Πόσαις χιλιάδες άνθρωποι πλαγιάζουν κάθε βράδυ εις μολυσμένα στρώματα, και τα θαρρούν 'δικά των! Πάλιν καλλίτερα εσύ! — Είναι διαβόλου πλάνη, περίγελως του Σατανά, να σφίγγης μίαν βρώμαν εις αγκαλιάν συζυγικήν, κι' αγνήν να την νομίζης! Όχι· ας 'ξεύρω κάθε τι. Κι' αν 'ξεύρω τι μου κάμνει, τότε κ' εγώ θα' ξεύρω καν τι πρέπει κ' εις εκείνην.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εσύ 'σαι άνδρας γνωστικός, αληθινά.

ΙΑΓΟΣ Αν θέλης κρύψου εδώ· πλην κύτταξε υπομονήν να έχης. Ενώ εσύ εκείτεσο 'ς την λύπην βυθισμένος, (πραγμ' άτοπον κι' αταίριαστον εις άνδρα 'σάν εσένα,) ήλθεν ο Κάσιος εδώ. Τον έδιωξα αμέσως, με τρόπον του εξήγησα το λιγοθύμισμά σου, και τον επαρακάλεσα να επιστρέψη πάλιν να του λαλήσω. Μ' έταξε, ότι θα έλθη. Κρύψου, και βλέπε τον 'ς το πρόσωπον, τι μορφασμούς θα κάμη, τι νεύματα, τι σχήματα. Διότι θα τον βάλω να ξαναπή απ' την αρχήν την ιστορίαν όλην, το πώς, και πού, πόσαις φοραίς, και πότε, κι' από πότε με την γυναίκα σου μαζή τα 'ταίριαξε, και πότε θα ξαναρχίση. Κύτταζε το κάθε κίνημά του. Αλλά, να ζης, υπομονή! Αλλέως θα με κάμης να λέγω πως τα έχασες κι' ότι δεν είσαι άνδρας.

ΟΘΕΛΛΟΣ Άκουσε, Ιάγο· θα μ' ιδής· υπομονή δεν λείπει, πλην κ' αιμοβόρον θα μ' ιδής. Ακούεις;

ΙΑΓΟΣ Δεν πειράζει· πλην 'ς τον καιρόν του κάθε τι. Αν αγαπάς τραβήξου.

(Αποσύρεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και κρύπτεται)

ΙΑΓΟΣ Θα φέρω εις τον Κάσιον την ομιλίαν τώρα της Βιάγκας. Η κυρά αυτή πουλεί την ευμορφιάν της και αγοράζει το ψωμί και τα φορέματά της. Αλλά διά τον Κάσιον τρελλαίνετ' η αθλία, καθώς αυτών των γυναικών το 'χει συχνά η Μοίρα· πολλοί τα χάνουν δι' αυταίς, κι' αυταίς δι' ένα μόνον. Κι' ο Κάσιος κάθε φοράν π' ακούση τ' όνομά της δεν ημπορεί να κρατηθή από τα γέλοια. — Νάτος

(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

Το κάθε του χαμόγελον τον Μαύρον θα τρελλαίνη, κ' η τυφλωμένη ζήλεια του στραβά θα εκλαμβάνη κάθε του νεύμα ή ματιάν. — Υπασπιστά πώς είσαι;

ΚΑΣΙΟΣ Καλά να ήμαι ημπορώ ενώ μ' αυτόν τον τίτλον με χαιρετάς; Μ' εσκότωσε η στέρησίς του, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Τον έχεις, αν με το καλόν την Δυσδαιμόνας πιάσης.

(Χαμηλή τη φωνή.)

Αν ήτο εις της Βιάγκας σου το χέρι να τον λάβης, τελειωμένην την δουλειάν την είχες.

ΚΑΣΙΟΣ (γελών). Η καϋμένη!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Ήρχισε κι' όλα να γελά.

ΙΑΓΟΣ Δεν μ' έτυχε ποτέ μου γυναίκα τόσον ν' αγαπά, όσον αυτή εσένα.

ΚΑΣΙΟΣ Η κατεργάρα! Μ' αγαπά τω όντι· το πιστεύω.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Δεν το αρνείται, και γελά.

ΙΑΓΟΣ Ακούεις, Κάσιέ μου.

(Συνομιλεί μετ' αυτού κρυφίως).

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Του λέγει τώρα να τα 'πή. Εμπρός, εμπρός! Ωραία!

ΙΑΓΟΣ Κηρύττει και διαλαλεί πως θα στεφανωθήτε. Σκοπόν το έχεις;

ΚΑΣΙΟΣ (γελών). Χα! χα! χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Σ' αρέσει; Αι; σ' αρέσει!

ΚΑΣΙΟΣ Να την στεφανωθώ! Μίαν νυκτογυρίστραν! Μη μ' έχης δα, ότι τα έχω χαμένα όλως διόλου. Χα, χα, χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Ω βέβαια! ω βέβαια! Γελά όποιος κερδίζει.

ΙΑΓΟΣ Αλήθεια σου λέγω· εβγήκε λόγος, ότι την στεφανόνεσαι.

ΚΑΣΙΟΣ Ομίλει με τα σωστά σου, παρακαλώ.

ΙΑΓΟΣ Να μην ήμαι άνθρωπος, αν δεν το ήκουσα.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Κ' εμένα μ' εξεβγάλετε; Καλά!

ΚΑΣΙΟΣ Η μαϊμού τα έβγαλεν αυτά! Η αγάπη της την επλάνεσε και θαρρεί, ότι θα την πάρω γυναίκα μου· όχι βέβαια ιδική μου υπόσχεσις.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Ο Ιάγος νεύμα μ' έκαμε· Θ' αρχίση να τα λέγη.

ΚΑΣΙΟΣ Τώρα ήτον εδώ. Όπου ευρεθώ, νά σου την κατόπιν μου! Προχθές ήμουν εις την ακρογιαλιάν με μερικούς Βενετούς, και έξαφνα παρουσιάζεται η λωλή και χύνεται επάνω μου…

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Και κράζει: ω αγάπη μου! αυτό λέγει η έκφρασίς του.

ΚΑΣΙΟΣ Και μ' αγκαλιάζει, σειστή και κουνιστή, και αρχίζει τα κλαύματα, και με τραβά και με σκουντά … Χα, χα, χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Τώρα λέγει, πώς τον έσυρε εις το κρεββάτι μου. Ά! την μύτην σου την βλέπω, αλλά πού είναι ο σκύλος εις τον οποίον θα την πετάξω;

ΚΑΣΙΟΣ Μα την αλήθειαν, πρέπει πλέον να την παραιτήσω.

ΙΑΓΟΣ Κύτταξ' εμπρός μου. Να την κ' έρχεται.

(Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ).

ΚΑΣΙΟΣ Τέτοια Αλωπού μοσχομυρωδάτη!… Τι θέλεις και με κυνηγάς;

ΒΙΑΓΚΑ Να σε κυνηγήση ο Διάβολος και η μάνα του! Τι μαντίλι ήτον εκείνο που μου έδωσες; Ανόητη εγώ να το πάρω! Να σου αντιγράψω το σχέδιον! Ποίον τα πουλείς, ότι το ηύρες εις το σπίτι σου, και ότι δεν ηξεύρεις ποίος το άφησεν εκεί; Σου το εχάρισε καμμία βρώμα, και μου το δίδεις εμένα να σου το αντιγράψω! Να, δος το εις την φιληνάδα σου. Όπου κι' αν το ηύρες, σχέδιον εγώ δεν σου βγάζω!

ΚΑΣΙΟΣ Τι είν' αυτά Βιάγκα μου γλυκειά; Τι είν' αυτά; Τι είν' αυτά;

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Μα τον Θεόν! Το μαντίλι μου είναι τούτο.

ΒΙΑΓΚΑ Αν σου αρέση να δειπνήσης απόψε μαζή μου, κόπιασε. Αν δεν σου αρέση, έλα όταν αγαπάς.

(Αναχωρεί).

ΙΑΓΟΣ Το κατόπιν της! Το κατόπιν της!

ΚΑΣΙΟΣ Δεν ημπορώ να κάμω διαφορετικά. Ειδέ, δεν το έχει τίποτε να βάλη ταις φωναίς μέσα εις τους δρόμους.

ΙΑΓΟΣ Θα δειπνήσης μαζή της;

ΚΑΣΙΟΣ Το έχω σκοπόν.

ΙΑΓΟΣ Καλά. Ίσως έλθω κ' εγώ να σ' εύρω εκεί· διότι έχω να σου 'μιλήσω.

ΚΑΣΙΟΣ Έλα σε παρακαλώ. Έρχεσαι;

ΙΑΓΟΣ Πήγαινε, πήγαινε. Καλά!

(Αναχωρεί ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΟΘΕΛΛΟΣ (προχωρών επί της σκηνής.) Πώς να τον σκοτώσω, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Τον είδες πώς έπαιρνε εις το αστείον την αισχρότητά του;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Ιάγο!

ΙΑΓΟΣ Και το μαντίλι το είδες;

ΟΘΕΛΛΟΣ Το ιδικόν μου ήτο;

ΙΑΓΟΣ Το ιδικόν σου, μα το χέρι τούτο! Και ιδέ πώς την έχει την ανόητην την γυναίκα σου. Του χαρίζει το μαντίλι της, και αυτός το δίδει εις την λεγάμενήν του.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ήθελα να τον έχω εννέα χρόνους να τον σκοτόνω. — Τέτοια εύμορφη γυναίκα, τέτοια νόστιμη, τέτοια γλυκειά γυναίκα!

ΙΑΓΟΣ Αυτά να τα λησμονήσης τώρα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι! Να σαπίση και να χαθή και να κολασθή — απόψε! Δεν έχει ζωήν! Όχι! Η καρδιά μου έγεινε πέτρα· την κτυπώ και μου πονεί το χέρι. — Ω! Δεν έχει ο κόσμος πλάσμα γλυκύτερον. Της ήξιζε να κάθηται εις ενός βασιλέως πλευρόν και να προστάζη!

ΙΑΓΟΣ Αυτά δεν είναι λόγια δι' εσένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να χαθή! Λέγω μόνον το τι είναι. Τόσον επιτήδεια εις το κέντημα! Και πώς ετραγωδούσε! Ω! Και αρκούδαις ημέρονε το τραγούδημά της. Και τόσον ξυπνητή και προκομμένη!

ΙΑΓΟΣ Τόσον χειρότερα, λοιπόν, δι' εκείνην.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, χίλιαις, χίλιαις φοραίς χειρότερα! Και τόσον γλυκειά συμπεριφορά.

ΙΑΓΟΣ Γλυκειά με το παρεπάνω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Έχεις δίκαιον. Και όμως τι κρίμα, Ιάγο! Ω Ιάγο, τι κρίμα!

ΙΑΓΟΣ Αν σου αρέση η ανομία της, δος της την άδειαν να εξακολουθήση. Αφού εσένα δεν σε πειράζει, ποίος έχει να παραπονεθή;

ΟΘΕΛΛΟΣ Θα την κάμω κομμάτια! Να με κερατώση εμένα!

ΙΑΓΟΣ Εντροπή της!

ΟΘΕΛΛΟΣ Και με ποίον; με τον αξιωματικόν μου!

ΙΑΓΟΣ Ακόμη μεγαλειτέρα εντροπή της!

ΟΘΕΛΛΟΣ Εύρε μου φαρμάκι, Ιάγο, — απόψε …Δεν θ' αλλάξω λόγια μαζή της, μήπως μου γυρίση και πάλιν την γνώμην το κορμί της και η ευμορφιά της… Απόψε, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Μη με φαρμάκι. Πνίξε την εις το κρεββάτι της· το κρεββάτι το οποίον σου εμόλυνε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά, καλά! Μου έρχεται αυτή η δικαιοσύνη. Πολύ καλά!

ΙΑΓΟΣ Διά τον Κάσιον, εγώ επάνω μου τον παίρνω. Κοντά εις τα μεσάνυκτα έχεις ν' ακούσης κι' άλλα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εξαίρετα! πολύ καλά!

(Σάλπιγγες έξωθεν).

Τι σάλπιγγες σημαίνουν;

ΙΑΓΟΣ Της Βενετίας τίποτε…Ο Λοδοβίκος είναι· του Δόγη φέρνει μήνυμα· μαζή κ' η Δυσδαιμόνα.

(Εισέρχονται ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και συνοδεία).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Καλώς σε ηύρα, στρατηγέ γενναίε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλώς ήλθες.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ο Δόγης και οι άρχοντες χαιρετισμούς σου στέλλουν.

(Τω εγχειρίζει φάκελλον)

ΟΘΕΛΛΟΣ Τον υψηλόν των ορισμόν ασπάζομαι με σέβας.

(Ανοίγει τον φάκελλον και αναγινώσκει).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι νέα; Λέγ' εξάδελφε, καλέ μου Λοδοβίκε.

ΙΑΓΟΣ Αυθέντα μου σε χαιρετώ. Μετά χαράς σε βλέπω· 'ς την Κύπρον καλώς ώρισες.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ευχαριστώ σε, Ιάγο, Τι κάμνει ο υπασπιστής, ο Κάσιος;

ΙΑΓΟΣ Υπάρχει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εξάδελφέ μου, μεταξύ αυτού και του ανδρός μου Έγεινε χάλασμα κακόν. Εσύ θα τους το 'σιάσης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Είσαι βεβαία δι' αυτό;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ (αναγινώσκων). «Και πρέπει να πράξης ό,τι γράφομεν αφεύκτως, εάν θέλης»…

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Εσένα δεν ωμίλησε. Τα γράμματα διαβάζει. Ο Κάσιος κι' ο άνδρας σου τα έχουν χαλασμένα;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ναι, δυστυχώς. Και ήθελα παραπολύ, — διότι τον Κάσιον τον αγαπώ, — να τους συμφιλιώσω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Φωτιά και λαύρα!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Άνδρα μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ τα λογικά σου είσαι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, (προς τον Λοδοβίκον). Εθύμωσε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Τα γράμματα φοβούμαι τον συγχύζουν, διότι φέρνουν προσταγήν οπίσω να γυρίση, και εις την θέσιν του εδώ τον Κάσιον ν' αφήση.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! πίστευσε, το χαίρομαι…

ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα:

ΟΘΕΛΛΟΣ Χαίρομαι που 'σαι παλαβή!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Οθέλλε μου, τί έχεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Σατανά!

(Την ραπίζει)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν τ' άξιζα!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ω! Δεν θα το πιστεύσουν 'ς την Βενετίαν, κι' αν ειπώ με όρκους πως το είδα! Ήτο πολύ. Συγχώρησιν να της ζητήσης. Κλαίει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα δάκρυα σου, Σατανά, 'ς την γην εάν φυτρόνουν, κάθε που πέφτει σταλαγμός, κροκόδειλος γεννάται! Να μη σε ιδούν τα μάτια μου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αν σε πειράζω φεύγω.

(Αποσύρεται).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αληθινά υπήκοη γυναίκα! Στρατηγέ μου, παρακαλώ σε, κάμε με την χάριν να την κράξης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εδώ, κυρά.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ (επιστρέφουσα.) Αυθέντα μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ (προς τον Λοδοβίκον.) Τι θέλεις να την κάμης;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ποίος; εγώ;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εζήτησες οπίσω να γυρίση. Ω! να γυρίση δύναται, και πάλιν να γυρίση, και να πηγαίνη 'ς τα εμπρός, και να ξαναγυρίση. Ω! και να κλαίη δύναται, να κλαίη· κι' όπως είπες είναι υπήκοη πολύ, υπήκοη γυναίκα! Πολύ υπήκοη! — Εμπρός· το κλαύσιμον μη παύης. — Ως προς αυτό… — Καμόνεται καλά την λυπημένην! — Οι άρχοντες με προσκαλούν 'ς την Βενετίαν. — Φύγε· Όταν σε θέλω σε μηνώ. — 'Σ τους ορισμούς των κλίνω, και όσον το ταχύτερον αναχωρώ. — Κρημνίσου!

(Αναχωρεί η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ.)

Ο Κάσιος την θέσιν μου θα λάβη. Πλην απόψε παρακαλώ, αν αγαπάς, μαζή μου να δειπνήσης. 'Σ την Κύπρον καλώς ώρισες. — Ω! πίθηκοι και τράγοι! (30)

(Εξέρχεται)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αυτός ο άνθρωπος εδώ είν' ο γενναίος Μαύρος, που καύχημα και στήριγμα τον έχ' η Βενετία; Αυτή εδώ είν' η ψυχή που δεν καταπονείται; Αυτό είναι τ' αδάμαστον το στήθος, το οποίον ούτε κλονίζει συμφορά ούτε πληγόνει τύχη;

ΙΑΓΟΣ Δεν είν' ο ίδιος άνθρωπος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αλλ' είναι 'ς τα σωστά του; Μη του εσάλευσε ο νους;

ΙΑΓΟΣ Είναι αυτός που είναι. Φωνήν δεν έχω να ειπώ το τι φρονώ. Μακάρι να ήτον όπως έπρεπε… αν δεν ήν' όπως πρέπει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Να δείρη την γυναίκα του!

ΙΑΓΟΣ Μα την αλήθειαν, τούτο δεν ήτο κάμωμα σωστόν. Και όμως ας 'μπορούσα να σου ειπώ, πως απ' αυτό χειρότερα δεν έχει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Του έγεινε συνήθεια; Ή μήπως εξ αιτίας του γράμματος που έλαβε του ήναψε το αίμα;

ΙΑΓΟΣ Αλλοίμονον, αλλοίμονον! 'Σ εμένα δεν αρμόζει και ούτε πρέπει να ειπώ τι είδα και τι 'ξεύρω. Θα τον ιδής, και περιττά τα λόγια τα 'δικά μου. Τα ίδια του καμώματα θα σου τον μαρτυρήσουν· Φθάνει να δώσης προσοχήν και θα ιδής τι κάμνει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Πολύ λυπούμαι εις αυτόν να έβγω γελασμένος.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Β' .

Θάλαμος εν τω φρουρίω (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Λοιπόν δεν είδες τίποτε;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ούτ' ήκουσα, ούτ' είδα, ούτ' υπωπτεύθηκα ποτέ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι, πλην μαζή τους είδες, εκείνην και τον Κάσιον.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλά κακόν δεν είδα, κ' ήκουσα κάθε συλλαβήν και κάθ' αναπνοήν των.

ΟΘΕΛΛΟΣ Κρυφά δεν εψιθύρισαν ποτέ;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ, αυθέντα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και δεν σε έστειλαν ποτέ να μακρυνθής;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ των!

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φέρης τα χειρόφτια της, ή φυσερόν, ή άλλο;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ, ποτέ!

ΟΘΕΛΛΟΣ Παράδοξον!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αυθέντα, βεβαιώσου είν' η γυναίκα σου πιστή. Την παίρνω 'ς την ψυχήν μου. Αν άλλο υποπτεύεσαι, από τον νουν σου βγάλ' το και άδικα κολάζεσαι. Αν το 'βαλε 'ς τον νουν σου κανένας άνθρωπος κακός, κατάρα να τον εύρη! Ναι, η κατάρα πώδωσε ο Πλάστης εις τον όφιν! Αν τιμημένη και σεμνή δεν ήν' αυτή, ποιος άνδρας θα λογισθή καλότυχος; Και ποιαν σεμνήν γυναίκα δεν θα λερώση διαβολή;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Πέ της εδώ να έλθη. Πήγαινε.

(Εξέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

Είπεν αρκετά. Αλλ' όμως ποια μαυλίστρα τα ίδια δεν θα έλεγε; Εξεύρει την δουλειάν της η πόρνη, — τα αισχρά κρυφά να κλειδομανταλόνη. Και κάμνει ταις μετάνοιαίς της, και κάμνει τον σταυρόν της! Την είδα να καμόνεται!

(Επιστρέφει η ΑΙΜΙΛΙΑ μετά της ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑΣ).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα μου, τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Έλα, πουλάκι μου, εδώ.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι είν' ο ορισμός σου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Θέλω τα 'μάτια σου να ιδώ. 'Σ το πρόσωπον ιδέ με.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι φαντασία σου φρικτή;

ΟΘΕΛΛΟΣ (προς την Αιμιλίαν.) Να 'πας εις την δουλειάν σου, εσύ κυρά, και άφινε μονάχα τα ζευγάρια. Κλείσε την θύραν. — Κράξε χμ, ή βήξε όποιος έλθη. Την τέχνην σου! την τέχνην σου! Με ήκουσες; Να φεύγης!

(Εξέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ τα γόνατά μου σου ζητώ να μου ειπής τι έχεις; Μίαν μανίαν εννοώ 'ς τα λόγια οπού λέγεις, αλλ' όμως δεν τα εννοώ τα λόγια.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν μου λέγεις ποια είσαι συ;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΟΑ Αυθέντα μου, η σύζυγός σου είμαι· η σύζυγός σου η πιστή και αφοσιωμένη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Έλα, ορκίσου το λοιπόν ορκίσου και κολάσου, μη γελασθούν οι δαίμονες, που 'μοιάζεις τους αγγέλους, και να σ' αρπάξουν φοβηθούν 'ς την Κόλασιν. Ορκίσου, διά να διπλοκολασθής, πως είσαι τιμημένη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! το ηξεύρει ο Θεός!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι, ο Θεός το 'ξεύρει, πως είσαι 'σαν την Κόλασιν και άπιστη και ψεύτρα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Με ποιόν είμ' άπιστη; με ποιον; Πώς; Άπιστη πώς είμαι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αχ, Δυσδαιμόνα, άφες με' φύγ' απ' εμένα· φύγε!

(Κλαίει.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον! Ώρα κακή που είν' αυτή! Τι κλαίεις; Μην είμ' εγώ η αφορμή διά τα δάκρυά σου; Αν τύχη κ' υποπτεύεσαι πως την ανάκλησίν σου την έκαμ' ο πατέρας μου, εγώ 'ς αυτό τι πταίω; Εσύ αν δεν τον αγαπάς, δεν θέλω να τον 'ξεύρω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν την ψυχήν μου ήθελε να μου την δοκιμάση ο Ουρανός με βάσανα, αν ήθελε να βρέξη εις την γυμνήν μου κεφαλήν καθ' εντροπήν και πίκραν, να με βυθίση αν ήθελε 'ς την πτώχειαν ως τα χείλη, κ' εμέ και τας ελπίδας μου εις την σκλαβιάν να θάψη, κάπου, 'ς τα βάθη της ψυχής, θα είχα πού να εύρω σταλαγματιάν υπομονής. Αλλά να καταντήσω τώρα εγώ, (ω συμφορά!) το σταθερόν σημάδι, οπού η καταφρόνησις το χέρι θα σηκόνη να δείχνη, με το δάχτυλον το αργοκινημένον!… Πλην το υπέφερα κι' αυτό! Ας ήναι, — ναι, ας ήναι! Αλλά, εκεί που έβαλα να τρέφετ' η καρδιά μου, έχει απ' όπου προσδοκώ να ζω ή ν' αποθάνω, την βρύσιν όθεν χύνεται το ρεύμα της ζωής μου, ή που στειρεύει, — απ' εκεί να με αποτινάξουν! Ή στέρναν να την έχω 'γώ διά βρωμοβατράχους να ζευγαρόνωνται εκεί και να γεννοβολούνται!… Ω! Άλλαξε την όψιν σου, υπομονή, και γίνου από αφράτον Χερουβήμ με δροσερά χειλάκια, γίνου αγριοπρόσωπη και μαύρη 'σάν τον Άδην!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ελπίζω ο αυθέντης μου διά τιμίαν μ' έχει

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, ναι· 'σάν μυίγαν μακελειού 'ς το καλοκαίρι μέσα, που μόνον με το φύσημα γγαστρόνεται… Ω άνθος, χαριτωμένον κ' εύμορφον και γλυκομυρωδάτον, τόσον που αν σε μυρισθή κανείς 'λιγοψυχίζει, ω! να μην είχες γεννηθή ποτέ, ποτέ!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Η μαύρη, τι κρίμα είναι πώκαμα, χωρίς να το γνωρίζω;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ αυτό το κάτασπρον χαρτί, το εύμορφον βιβλίον πώς έγεινε νάχη κανείς να γράψη μέσα: «πόρνη»! Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Τι κρίμα! — Δημοσία! Θα μ' άναπταν τα μάγουλα 'σάν φλογερά καμίνια να καύσουν κάθε εντροπήν και να την κάμουν στάκτην, αν είχα στόμα να ειπώ τι έκαμες! Τι κρίμα; Κρίμα, που τα ρουθούνια του ο Ουρανός τα φράζει, και η Σελήνη κρύπτεται, κι' ο ασελγής Αέρας που ό,τι απαντά φιλεί, εχώθη εντροπιασμένος μέσα 'ς τα τάρταρα της γης, μη τύχη και τ' ακούση! Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Ξεντροπιασμένη πόρνη!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μα τον Θεόν με αδικείς!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι; μη δεν ήσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! Να μην ήμαι χριστιανή αν ήμαι τέτοιον πράγμα! Εάν διά τον άνδρα μου αυτό εδώ το σκεύος να το κρατώ αμόλυντον κι' ανέγγικτον, — αν τούτο πόρνη δεν λέγεται, κ' εγώ δεν είμαι τέτοια! Όχι!

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν είσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι, ή — να μη σωθή η ψυχή μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ Συμπάθησέ με το λοιπόν σ' επήρα δι' εκείνην την βρώμαν την παμπόνηρην από την Βενετίαν, που του Οθέλλου έγεινε γυναίκα.

(Προς την ΑΙΜΙΛΙΑΝ εισερχομένην.)

Συ κυρία, που κάμνεις την αντίθετην δουλειάν τ' Αγίου Πέτρου, και που φυλάγεις τα κλειδιά του Άδου, — 'σένα λέγω· ιδού διά τον κόπον σου· 'τελείωσ' η δουλειά μας· γύρισε τώρα το κλειδί και… λέξιν να μη' βγάλης!

(Εξέρχεται.)

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον, τι είν' αυτά; τι έχει μέσ' τον νουν του;- Τι έπαθες Κυρία μου! Τι έπαθες Κυρία!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μισοκοιμούμαι· τίποτε.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κυρία μου, τι έχει ο κύριός μου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος σου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο κύριός μου λέγω,

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και ποιον έχεις κύριον;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποιον; τον ιδικόν σου, γλυκειά κυρία μου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εγώ δεν έχω ιδικόν μου. Μη, Αιμιλία, μου λαλείς. Δεν ημπορώ να κλαύσω, και όμως άλλην δεν 'μπορώ απόκρισιν να δώσω, παρά με μόνον δάκρυα. — Παρακαλώ, απόψε τα νυμφικά σεντόνια μου να στρώσης. Μη ξεχάσης. Και κράξε μου τον άνδρα σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να αλλαγή, αλήθεια!

(Εξέρχεται)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μ' αυτόν τον τρόπον να φερθή τ' αξίζω· ναι, τ' αξίζω. Ω! πώς εστραβοπάτησα και έδωσα αιτίαν να του περάση απ' τον νουν πως ημπορώ να πταίω;

(Επανέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ μετά τον ΙΑΓΟΝ.)

ΙΑΓΟΣ Τι αγαπάς, Κυρία μου; Τι έχεις;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν ηξεύρω. Όταν κανείς μωρόν παιδί να δασκαλεύση έχει, με εύκολα μαθήματα, με το καλόν αρχίζει. Κ' εμένα ας μ' εμάλονε με το καλόν διότι είμαι 'ς το μάλωμα παιδί.

ΙΑΓΟΣ Τι έτρεξε, Κυρία;

ΑΙΜΙΛΙΑ Καλέ, την εξεντρόπιασε, την είπε πόρνην, Ιάγο! (31) Τόσαις της έρριξε 'βρυσιαίς και τόσα χονδρά λόγια, που μια ευαίσθητη ψυχή ποτέ δεν υποφέρει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μ' αξίζει, Ιάγο, τ' όνομα;

ΙΑΓΟΣ Τι όνομα, Κυρία;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτό, που η γυναίκα σου σού λέγει πως με είπε ο άνδρας μου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Να την ειπή μιαν πόρνην! Τέτοιον λόγον δεν θα 'λεγε ς' το ταίρι του ζητιάνος μεθυσμένος.

ΙΑΓΟΣ Και διατί να το ειπή;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν ξεύρω· πλην δεν είμαι τέτοια γυναίκα βέβαια!

ΙΑΓΟΣ Μη κλαίης, ω! μη κλαίης. Αλλοίμονον!

ΑΙΜΙΛΙΑ Παραίτησε τόσους που την 'ζητούσαν, αφήκε τον πατέρα της και φίλους και πατρίδα, διά να εξυβρίζεται! …Πώς θέλεις να μην κλαίη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ήτον της Μοίρας μου κι' αυτό!

ΙΑΓΟΣ Θα το μεταννοήση! Πλην πώς του εκαταίβηκε;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αχ, ο Θεός το 'ξεύρει.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κακόν να μ' έλθη αν κανείς αχρείος κατεργάρης, κανένας επιτήδειος εις το να βάζη λόγια, κανένας ασυνείδητος κ' αισχρός δεν εφευρήκε αυτήν την βρωμοδιαβολήν διά σκοπούς 'δικούς του. Αν δεν ήν' έτσι, να χαθώ!

ΙΑΓΟΣ Πώς γίνεται; Δεν έχει 'ς τον κόσμον τέτοιον άνθρωπον. Αδύνατον!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αν ήναι τέτοιος κανείς, απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη!

ΑΙΜΙΛΙΑ Κρεμάλ' αντί συγχώρησιν! Και να του καταφάγη τα κόκκαλα η κόλασις! Πώς να την κράξη πόρνην; Ποιος είν' ο φίλος της; Πού; πώς; πού 'φάνηκε; ποιον ['μοιάζει; Τον Μαύρον τον εγέλασε κανένας κατεργάρης· κανείς βρωμάνθρωπος κακός και κνώδαλον αχρείον! Τέτοιους ανθρώπους, ω Θεέ, πώς δεν τους ξεσκεπάζεις; Κ' εις κάθε χέρι τίμιον πώς βούνευρον δεν βάζεις, να τους ξυλίζουν 'σάν σκυλιά, ολόγυμνους 'ς τους [δρόμους, 'ς τα τετραπέρατα της γης, 'ς Ανατολήν και Δύσιν;

ΙΑΓΟΣ Λέγε τα μέσα σου αυτά.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κατάρα να τους εύρη! Κανένας τέτοιος σύμβουλος περίφημος, κ' εσένα σου 'γύρισε ανάποδα τον νουν, τα μέσα έξω, οπόταν υποπτεύθηκες εμένα με τον Μαύρον.

ΙΑΓΟΣ Τα 'χεις χαμένα; Σώπαινε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον, ω Ιάγο, πώς ημπορώ τον άνδρα μου να τον ξανακερδίσω; Πήγαινε, φίλε, κ' εύρε τον. Ναι, μα το φως που βλέπω, δεν 'ξεύρω πώς τον έχασα. Ιδέ με· γονατίζω. Εάν εις την αγάπην του ημάρτησα ποτέ μου, εάν ποτέ με στοχασμόν, εάν ποτέ με πράξιν, αν με τα 'μάτια μου, τ' αυτιά, με πάσαν αίσθησίν μου ηύρα ποτέ μου ηδονήν 'ς άλλην μορφήν ανθρώπου, ή αν και τώρα, ή και πριν, κι' όσον ακόμη ζήσω, (και αν να με ξεφορτωθή θελήση, και με ρίψη 'ς την συμφοράν του χωρισμού), αν 'ς όλην την ζωήν μου δεν τον ηγάπησα πιστά και μ' όλην την καρδιάν μου, τότ' ο Θεός παρηγοριάν κ' ελπίδα μη μου δώση! Ω! η σκληρότης ημπορεί παραπολύ να κάμη, και η σκληρότης του 'μπορεί να κόψη την ζωήν μου, πλην την αγάπην μου ποτέ δεν θα μου την αλλάξη! Την λέξιν π ό ρ ν η δεν 'μπορώ να την προφέρω. Φρίκην, φρίκην μου φέρνει μοναχά και να την λέγω τώρα! Αλλά, να κάμω το κακόν διά να την αξίζω… όχι, δι' όλα τα καλά τα μάταια του κόσμου!

ΙΑΓΟΣ Ησύχασε, παρακαλώ· Θα ήτον συγχυσμένος. Θα του ετάραξαν τον νουν τα πράγματα του κράτους, κ' εξέσπασεν επάνω σου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτό να ήτο μόνον!

ΙΑΓΟΣ Αυτό είν', είμαι βέβαιος.

(Σάλπιγγες έξωθεν).

Ακούεις, που σημαίνει του γεύματος η πρόσκλησις; Θα σε προσμένουν τώρα 'ς την τράπεζαν οι άρχοντες από την Βενετίαν. Πήγαινε μέσα· μη θρηνείς, και διορθόνοντ' όλα.

(Εξέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ.) (32) (Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

ΙΑΓΟΣ Τι γίνεσαι, Ροδερίκε;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Δεν μου φαίνεται να μου φαίρνεσαι καλά, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Και τι κακόν σου έκαμα;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Με τραβάς εμπρός από ημέραν εις ημέραν, πότε με το ένα και πότε με το άλλο. Και από ό,τι εκατάλαβα, αντί να μου πληθαίνης τας ελπίδας μου, μου ολιγοστεύεις το έχειν μου. Αλλά μου φθάνει έως εδώ. Και ακόμη δεν το απεφάσισα, αν πρέπη να καθίσω ήσυχος, ύστερον από όσα εξ αιτίας σου υπέφερα, σαν κουτός.

ΙΑΓΟΣ Θέλεις να με ακούσης, Ροδερίκε;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Σε ήκουσα με το παρεπάνω· και τα λόγια σου δεν είναι εξαδέλφια με τα έργα σου.

ΙΑΓΟΣ Έχεις άδικον να με κατηγορής.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Σου λέγω εκείνο οπού είναι. Εξωδεύθηκα περισσότερον από τα μέσα μου. Τα διαμαντικά, τα οποία μου επήρες να τα δώσης της Δυσδαιμόνας, ήσαν καλά να πλανέσουν και μίαν ασκήτριαν. Μου είπες, ότι τα εκαλοδέχθηκε και ότι μου λέγει να παρηγορούμαι και να ελπίζω, ότι θα με καλοδεχθή κ' εμένα. Πού είναι όλα αυτά; δεν τα βλέπω.

ΙΑΓΟΣ Καλά· πολύ καλά· εξακολούθει.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Πολύ καλά! Εξακολούθει! — Δεν ημπορώ να εξακολουθώ, άνθρωπε, και δεν είναι καθόλου π ο λ ύ κ α λ ά. Εξ εναντίας, πολύ βρώμικα τα βλέπω, και αρχίζω να καταλαμβάνω, ότι με παίζεις.

ΙΑΓΟΣ Πολύ καλά.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Σου λέγω, ότι δεν είναι πολύ καλά! Θα 'πάγω να την ιδώ, την Δυσδαιμόναν. Αν μου δώση οπίσω τα διαμαντικά μου, θα παραιτηθώ από το κυνήγημά της και θα μετανοήσω, ότι έβαλα κακόν εις τον νουν μου. Αν όχι, ήξευρέ το καλά, ότι θα λογαριασθώ μαζή σου.

ΙΑΓΟΣ Τα είπες όλα;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Μάλιστα· και δεν είπα τίποτε, το οποίον να μην ήμαι αποφασισμένος και να κάμω.

ΙΑΓΟΣ Α! Τώρα το βλέπω, ότι δεν σου λείπει νεύρον, και από αυτήν την στιγμήν σε παίρνω εις υπόληψιν, περισσότερον από πριν. Δος μου το χέρι σου, Ροδερίκε. Είχες δίκαιον να τα βάλης μαζή μου, και όμως σου ορκίζομαι, ότι την δουλειάν σου την εκύτταξα καλά.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αυτό δεν εφάνηκε διόλου.

ΙΑΓΟΣ Τ' ομολογώ, ότι δεν εφάνηκε. Και η υποψία σου έχει τον λόγον της. Αλλά, Ροδερίκε, αν έχης μέσα σου εκείνο, το οποίον μου έδωσες τώρα περισσότερον από πριν αφορμήν να πιστεύω, ότι το έχεις, — αν έχης απόφασιν, θάρρος και ανδρείαν, — απόδειξέ το απόψε, και αν αύριον δεν την χαρής την Δυσδαιμόναν, ξεπάστρευσέ με από τον κόσμον, και σοφίσου πώς να μου κόψης την ζωήν.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και τι έχει να γείνη; Είναι πράγμα, οπού έρχεται εις τον λογαριασμόν;

ΙΑΓΟΣ Ήλθε προσταγή από την Βενετίαν να λάβη ο Κάσιος την θέσιν του Οθέλλου.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Αλήθεια; Λοιπόν θα γυρίσουν εις την Βενετίαν ο Οθέλλος και η Δυσδαιμόνα;

ΙΑΓΟΣ Όχι· πηγαίνει εις την Μαυριτανίαν ο Μαύρος, και παίρνει μαζή του την ωραίαν Δυσδαιμόναν εκτός εάν συμβή τίποτε και εμποδισθή. Και τι εμπόδιον καλλίτερον, παρά να έβγη από την μέσην ο Κάσιος;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Τι λογής να έβγη από την μέσην;

ΙΑΓΟΣ Εις τρόπον ώστε να μην ημπορή να πάρη την θέσιν του Οθέλλου. Να ξεπατωθή!

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Και θέλεις εγώ να το κάμω;

ΙΑΓΟΣ Εσύ, αν έχης την καρδιάν να εύρης με μιαν και το δίκαιόν σου και το κέρδος σου. — Απόψε δειπνά με μίαν προκομένην, και θα υπάγω κ' εγώ να τον σμίξω. Ακόμη δεν έμαθε τον προβιβασμόν του. Αν τον παραμονεύσης όταν φεύγη απ' εκεί, (και θα καταφέρω να φύγη από τα μεσάνυκτα έως την μίαν), ημπορείς εύκολα εύκολα να τον διορθώσης. Θα ήμαι εκεί κοντά να σε βοηθήσω, και οι δύο μας μαζή σου τον τελειόνομεν. Έλα· μη στέκεσαι και χάσκεις. Έλα μαζή μου και θα σε καταπείσω τόσον, ότι πρέπει ν' αποθάνη, ώστε θα το ιδής και συ, ότι είναι χρέος σου να τον σκοτώσης. Κοντεύει η ώρα του δείπνου, και η νύκτα περνά. Μη χάνωμεν καιρόν.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Πρέπει να μου ειπής και άλλα διά να καταπεισθώ.

ΙΑΓΟΣ Θα σε καταπείσω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Γ' .

Ετέρα αίθουσα εν τω φρουρίω. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, η ΑΙΜΙΛΙΑ και συνοδεία.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Παρακαλώ, αυθέντα μου, μακρύτερα μην έλθης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, άφησε· με ωφελεί περίπατος ολίγος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ευχαριστώ σε ταπεινώς, Κυρία· καλήν νύκτα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλώς μας ώρισες εδώ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Λοιπόν περιπατούμεν; — Αι, Δυσδαιμόνα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πρόσταξε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Πήγαινε να πλαγιάσης ευθύς. Τώρα θα γυρίσω. Να διώξης την παραστεκάμενήν σου αυτήν. Κύτταξε να κάμης ό,τι σου λέγω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ορισμός σου, αυθέντα μου.

(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ και η συνοδεία).

ΑΙΜΙΛΙΑ Πώς τα πηγαίνει; φαίνεται ημερωμένος τώρα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μου είπεν, ότι γρήγορα οπίσω θα γυρίση, κι' αμέσως 'ς το κρεββάτι μου να 'πάγω να πλαγιάσω, κ' εσένα με διέταξε να διώξω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να με διώξης;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μου το επρόσταξε. Λοιπόν, καλή μου Αιμιλία, τα νυκτικά μου δόσε μου και πήγαινε. Δεν πρέπει αιτίαν να του δώσωμεν δυσαρεσκείας τώρα.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να μη τον είχες 'δει ποτέ!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! Δεν το λέγω τούτο, διότι η αγάπη μου τον στέργει καθώς είναι. Ως κ' εις το πείσμα, 'ς τον θυμόν, και 'ς τα μαλώματά του (ξεκάρφωσέ μ' εδώ να ζης·) εις όλα του μ' αρέσει.

ΑΙΜΙΛΙΑ Καθώς μου είπες έστρωσα εκείνα τα σεντόνια.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και τι εβγήκε απ' αυτό; Αλήθεια, τι κεφάλια ανόητα που έχομεν! — Αν τύχη κι' αποθάνω πριν απ' εσέ, μ' έν απ' αυτά τα ίδια τα σεντόνια σαβάνωσέ μ' αν μ' αγαπάς.

ΑΙΜΙΛΙΑ Τι λόγια! Έλα, έλα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μιαν δούλαν είχ' η μάνα μου· την έλεγαν Βαρβάραν. Ηγάπησε, κι' απίστησεν ο αγαπητικός της και την 'παραίτησε. Αυτή συνείθιζε να λέγη ένα τραγούδι της ιτιάς, — παμπάλαιον τραγούδι, πλην έλεγε τον πόνον της. Κι' απέθαν' η καϋμένη μ' εκείνο εις το στόμα της. Δεν 'ξεύρω πώς απόψε δεν μου εβγαίνει απ' τον νουν διόλου, κι' όλον θέλω να γείρω το κεφάλι μου, και να το τραγουδήσω 'σάν την Βαρβάραν την πτωχήν… Πλην μην αργής, να [ζήσης.

ΑΙΜΙΛΙΑ Το νυκτικόν σου φόρεμα να σου το φέρω;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι. Ξεκάρφωσέ μου το αυτό. Αυτός ο Λοδοβίκος τι καθώς πρέπει άνθρωπος.

ΑΙΜΙΛΙΑ Και τι ωραίος νέος!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι νόστιμα που ομιλεί.

ΑΙΜΙΛΙΑ Γνωρίζω μίαν αρχόντισσαν εις την Βενετίαν· θα επήγαινε γυμνοπόδι εις την Παλαιστίνην, διά ν' αξιωθή να του εγγίση τα χείλη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ (άδει). (33)

Α’.

«Η αθλία ψυχή καθήμενη σε χόρτο, σε λουλούδι, »με μια φωνή νεκρώσιμη αρχίναε το τραγούδι. »Ελάτε, τραγουδήσετε την πράσινην ιτιά. »Ακίνητο το χέρι της εις την καρδιά βαστάει, »την κεφαλήν 'ς τα γόνατα τ' αδύνατ' ακουμπάει. »κι' ο ρύαξ εκεί 'ς τα πόδια της εφλοίσβιζε τερπνά.

(Δίδει εις την ΑΙΜΙΛΙΑΝ κοσμήματά της τινά.)

Κρύψε μου τα αυτά.

»Ελάτε τραγουδήσετε την πράσινην ιτιά.

Κάμε γρήγορα, σε παρακαλώ. Θα έλθη όπου και αν ήναι.

»Όλοι, όλοι τραγουδήσετε ιτιά, ιτιά, ιτιά.

Β’.

»Έως που 'μιλεί το χείλι μου δεν φταίει θε να φωνάζη.

Όχι· δεν έρχεται αυτός ο στίχος τώρα. — Ακούεις; ποίος κτυπά;

ΑΙΜΙΛΙΑ Αέρας ήτον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ »Μια 'μέρα εγώ του 'κλαύθηκα πως πέφτει 'ς άλλα στήθη, »κ' εμένα με παράτησε· κ' εκείνος απεκρίθη, »μιμήσου με κι' αγάπησε άλλη και συ αγκαλιά.»

Πλην φύγε· Καλήν νύκτα σου. Τα 'μάτια μου με τρώγουν. Αυτό σημαίνει δάκρυα;

ΑΙΜΙΛΙΑ Μήδ' άλλο, μήτε τούτο.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Κάπου το ήκουσα θαρρώ. — Οι άνδρες, ω! οι άνδρες!.. Νομίζεις, — εις την πίστιν σου, ειπέ μου, Αιμιλία, — είναι γυναίκες πού γελούν ξεντροπιασμένα τόσον τους άνδρας των;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω, βέβαια! Ευρίσκονται και τέτοιαις.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Πέ μου, το έκαμνες εσύ, διά τον κόσμον όλον.

ΑΙΜΙΛΙΑ Συ δεν το έκαμνες;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποτέ, μα τ' Ουρανού την λάμψιν.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κ' εγώ 'ς την λάμψιν τ' Ουρανού δεν το 'καμνα ποτέ μου. 'Σ τα σκοτεινά καλλίτερα 'μπορούσα να το κάμω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ημπορούσες να κάμης τέτοιον πράγμα, δι' όλον τον κόσμον;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο κόσμος είναι θεώρατον πράγμα. Θα ήτο μεγάλη η πληρωμή διά τόσον μικρόν κρίμα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αληθινά, πιστεύω ότι δεν το έκαμνες.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αληθινά, πιστεύω, ότι το έκαμνα, …διά να το ξεκάμω έπειτα. Δεν σου λέγω, — δεν το έκαμνα ούτε δι' ένα δακτυλίδι, ούτε δι' ένα κομμάτι πανί, ούτε διά φορέματα, ή φούσταις, ή σκούφιαις, ούτε διά μικρά στολίδια, αλλά… δι' όλον τον κόσμον!… Καλέ, ποία είναι εκείνη, οπού δεν έβαζε κέρατα του ανδρός της, αν ήτο να του βάλη και μίαν κορώναν μαζή! Διά τόσον κέρδος, εγώ έτρεχα την τύχην να μην ιδώ τον παράδεισον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να μην έχω καλόν αν έκαμνα εγώ αυτό το άδικον, διά τον κόσμον όλον;

ΑΙΜΙΛΙΑ Το άδικον θα ήναι άδικον μέσα εις τον κόσμον. Όταν έχης όμως ιδικόν σου τον κόσμον, το άδικον θα γίνεται μέσα εις τον ιδικόν σου κόσμον, και εύκολα το διορθόνεις.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τέτοια γυναίκα εις την γην εγώ θαρρρώ δεν έχει.

ΑΙΜΙΛΙΑ Έχει καμμιά δωδεκαριά, και όσαις παρεπάνω χωρεί ο κόσμος σου αυτός, αν πληρωμήν τον βάλης. Πλην, να σου 'πώ την γνώμην μου; Αν σφάλουν αι γυναίκες πταίουν οι άνδρες των. — Εάν μας αμελούν εκείνοι, εάν εις ξέναις αγκαλιαίς σκορπούν τον θησαυρόν μας, με ζήλειαν χωρίς νόημα εάν μας βασανίζουν, και κλειδωμέναις μας κρατούν, ή αν σηκώσουν χέρι, ή αν από το πείσμα των 'ς το έξοδον μας σφίξουν, χολήν δεν έχομεν κ' ημείς; Η γλύκα δεν μας λείπει, πλην έχομεν κ' εκδίκησιν. — Οι άνδρες ας το' ξεύρουν, πως έχουν αι γυναίκες των καθώς αυτούς αισθήσεις. Μυρίζομεν, και βλέπομεν, και νοιώθομεν την γεύσιν και του ξυνού και του γλυκού, το ίδιον με τους άνδρας. — Και όταν άλλαις κυνηγούν εκείνοι, τι γυρεύουν; Γυρεύουν διασκέδασιν; Αυτό νομίζω θέλουν. Και ποία είν' η αφορμή; Η κλίσις των νομίζω. Και η αδυναμία των τους σπρώχνει; Έτσι λέγουν. — — Κλίσεις δεν έχομεν κ' ημείς, κ' ημείς αδυναμίας, κ' ημάς η διασκέδασις δεν μας αρέσει τάχα; Ας μας μεταχειρίζωνται καλά, και ας το μάθουν πως αν τους αδικήσωμεν, αυτοί μας δασκαλεύουν.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Καλήν σου νύκτα! Του Θεού την χάριν την γυρεύω να μην ξεπέφτω 'ς το κακόν, πλην να καλλιτερεύω.

(Εξέρχονται.)

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Οδός εν Κύπρω. (Εισέρχονται ο ΙΑΓΟΣ και ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

ΙΑΓΟΣ Κρύψου οπίσω απ' εδώ. Να έλθη δεν θ' αργήση. Βάστα το ξίφος σου γυμνόν, και χώσ' το καθώς πρέπει. Εμπρός, εμπρός! Μη φοβηθής· θα ήμαι 'ς το πλευρόν σου. Μ' αυτό ή εχαθήκαμεν ή θα σωθούμεν, ώστε να πάρης την απόφασιν, και σφίξε την καρδιάν σου.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Κοντά να ήσαι. Ημπορώ να μη τον επιτύχω.

ΙΑΓΟΣ θα ήμ' εδώ, 'ς το πλάγι σου, Καρδιά! Και ετοιμάσου.

(Απομακρύνεται ολίγον.)

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Διά το επιχείρημα πολύ ζεστός δεν είμαι· και όμως μου απέδειξε πως πρέπει να το κάμω. Αι! Ένας ολιγώτερος 'ς την γην! Σπαθί μου έξω!

(Κρύπτεται.)

ΙΑΓΟΣ (καθ' εαυτόν.) Τον έτριψα ως το κόκκαλον εκεί που επονούσε, και τον ερέθισα καλά. — Είτε αυτός σκοτώση τον Κάσιον, είτε αυτόν ο Κάσιος σκοτώση, είτε κ' οι δύο σκοτωθούν, θα έβγω κερδισμένος. Ο Ροδερίκος ζωντανός, θα μου γυρεύη 'πίσω διαμαντικά και χρήματα, που έχω σουφρωμένα να τα προσφέρω απ' αυτόν 'ς την Δυσδαιμόναν δώρα. Δεν μου συμφέρει. — Αλλ' εάν ο άλλος απομείνη, μια αιωνία ευμορφιά θα ήναι η ζωή του, που θα με κάμνη άσχημον εμένα! Κ' εκτός τούτου ο Μαύρος έξαφνα 'μπορεί να του τα ξεσκεπάση, και τότε τρέχω κίνδυνον μεγάλον. Όχι, όχι! Πρέπει αυτός να σκοτωθή. — Σιμόνει. Τον ακούω.

(Κρύπτεται).

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Το πάτημά του· -Είν' αυτός. — Σ' εσκότωσα, αχρείε!

(Εφορμά κατά του ΚΑΣΙΟΥ και τον πληγόνει).

ΚΑΣΙΟΣ Α! Η σπαθιά σου μ' έτρωγε τω όντι, αν δεν είχα τον θώρακα καλλίτερον απ' ό,τι εθαρρούσες. Τον ιδικόν σου να ιδώ.

(Πληγόνει τον Ροδερίκον).

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω! Είμ' αποθαμένος!

(Ο ΙΑΓΟΣ ορμά, πληγόνει όπισθεν τον ΚΑΣΙΟΝ εις τον μηρόν, και φεύγει.)

ΚΑΣΙΟΣ Βοήθεια! Μ' εκολόβωσαν! ω! Φονικόν! Βοήθεια!

(Ο ΟΘΕΛΛΟΣ εισέρχεται μακρόθεν).

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο Κάσιος! Τον λόγον του εφύλαξεν ο Ιάγος.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω! κακορρίζικος εγώ!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλήθεια είναι τούτο.

ΚΑΣΙΟΣ Βοήθεια! Αι! Φέρετε φως! Ένα ιατρόν! Βοήθεια!

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνος είναι. — Δίκαιε, πιστέ, γενναίε Ιάγο, που τ' άδικον του φίλου σου επάνω σου το 'πήρες. Μου δίδεις το παράδειγμα. — Ο αγαπητικός σου να τος, ω άπιστη, νεκρός! Η μαύρη σου η Μοίρα σε κυνηγά. Επλάκωσεν η ώρα! — Ήλθα, πόρνη! Ιδού! Τα εξερρίζωσα τα μάγια της καρδιάς μου, τα 'μάτια σου! Την κλίνην σου, που 'λέρωσ' ανομία, με τ' άνομον το αίμα σου απόψε θα την βάψω!

(Εξέρχεται).

ΚΑΣΙΟΣ Εδώ! Τι έγειν' η φρουρά; ποιος είν' εκεί; Βοήθεια!

(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ και ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ.)

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Κάποιος 'κακόπαθε· ακούς; Κραυγαί απελπισίας.

ΚΑΣΙΟΣ Εδώ! Βοήθεια!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ηχούσες;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω! κακομοιριασμένος!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Δύο ή τρεις βογγούν εδώ. Είναι βαθύ σκοτάδι· μην ήναι παραμόνευμα; Της γνώσεως δεν είναι να πολυπλησιάσωμεν πριν έλθη κανείς άλλος.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ποιος είν' εκεί; Το αίμα μου το έχασα.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ακούεις;

(Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ άνευ επενδύτου, κρατών δαυλόν και ξιφήρης.)

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Να ένας χωρίς φόρεμα· δαυλόν κρατεί και όπλα.

ΙΑΓΟΣ Ποιος είν' εκεί; Ποιος φονικόν φωνάζει και βοήθεια;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Δεν 'ξεύρω

ΙΑΓΟΣ Δεν ηκούσατε να κράζουν εδώ κάτω;

ΚΑΣΙΟΣ Εδώ δι' όνομα Θεού! Εδώ. Βοήθησέ με.

ΙΑΓΟΣ Τι έτρεξε;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (προς τον Λοδοβίκον). Είν' άνθρωπος νομίζω του Οθέλλου.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Είν' ο σημαιοφόρος του. Γενναίον παλλικάρι!

ΙΑΓΟΣ Εσύ ποιος είσαι, που εκεί με τόσον πόνον κράζεις;

ΚΑΣΙΟΣ Ω Ιάγο, έλα· μ' έσφαξαν, μ' αφάνισαν κακούργοι. Βοήθησέ με·

ΙΑΓΟΣ Συμφορά! Εσύ, υπασπιστά μου! Ποιος σου το έκαμεν αυτό;

ΚΑΣΙΟΣ Εδώ νομίζω κάπου είναι ο ένας απ' αυτούς, και δεν 'μπορεί να φύγη.

ΙΑΓΟΣ Ω τους προδότας!

(Προς τον ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ και τον ΓΡΑΤΙΑΝΟΝ).

Αι, εσείς, ελάτε, βοηθήτε.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Εδώ, βοήθεια!

ΚΑΣΙΟΣ Να! Αυτός είν' ένας απ' εκείνους.

ΙΑΓΟΣ Μαχαιροβγάλτη, μιαρέ!

(Πληγόνει δι' εγχειριδίου τον ΡΟΔΕΡΙΚΟΝ.)

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ Ω Ιάγο κολασμένε, ω σκύλε άπιστε!

ΙΑΓΟΣ Ακούς! Τον κόσμον να σκοτόνουν 'ς τα σκοτεινά! — Τι έγειναν, πού είν' οι σύντροφοί του; — 'Σ όλην την χώραν σιωπή! — Αι, φονικόν! Σκοτόνουν!

(Προς τον ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ και τον ΓΡΑΤΙΑΝΟΝ).

Ποιοι είσθε σεις; Καλοί; κακοί; Τι είσθε; τι ζητείτε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Δοκίμασέ μας να ιδής.

ΙΑΓΟΣ Συ είσαι, Λοδοβίκε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Εγώ.

ΙΑΓΟΣ Συμπάθειον ζητώ. — Επλήγωσαν κακούργοι τον Κάσιον.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Τον Κάσιον!

ΙΑΓΟΣ (προς τον Κάσιον.) Πώς είσαι, αδελφέ μου;

ΚΑΣΙΟΣ Μου έκοψαν το πόδι μου. (34)

ΙΑΓΟΣ Θεός φυλάξοι! — Φίλοι, το φως εδώ. — Το δένω 'γώ με το 'ποκάμισόν μου.

(Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ.)

ΒΙΑΓΚΑ Τι είναι τούτο το κακόν; Τι τρέχει; ποιος φωνάζει;

ΙΑΓΟΣ Ποιος φωνάζει;

ΒΙΑΓΚΑ (αναγνωρίζουσα τον Κάσιον.) Κάσιε! Ω Κάσιε, ζωή μου! Γλυκέ μου Κάσιε, εσύ; Κάσιε, Κάσιέ μου!

ΙΑΓΟΣ Α! Σκρόφα συ πασίγνωστη! — Δεν έχεις υποψίαν ποιοι τάχα σ' εμαχαίρωσαν, ω Κάσιέ μου;

ΚΑΣΙΟΣ Όχι.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Με κακοφαίνεται πολύ εδώ να σ' απαντήσω ς αυτήν την θέσιν, Κάσιε. Να σ' εύρω εζητούσα.

ΙΑΓΟΣ Μιαν καλτζοδέταν δότε μου. Καλά. — Ω! μιαν καθέκλαν να τον σηκώσωμεν σιγά και χωρίς να πονέση.

ΒΙΑΓΚΑ Αλλοίμονον! Λιγοθυμά! — Ω Κάσιε, ψυχή μου!

ΙΑΓΟΣ Αυθένται, υποπτεύομαι αυτήν την σιχαμένην, ότι 'ς αυτό το φονικόν είν' ανακατωμένη. — Υπομονή, ω Κάσιε! — Ελάτ' εδώ, ελάτε.

(Πλησιάζει προς το πτώμα του ΡΟΔΕΡΙΚΟΥ).

Δότε μου φως. Ποιος είν' αυτός; Τον 'ξεύρομεν, ή όχι; Αλλοί! Ο συντοπίτης μου και ο καλός μου φίλος, ο Ροδερίκος! Όχι, — ναι! — Ο Ροδερίκος είναι!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Ο Βενετός;

ΙΑΓΟΣ Εκείνος· ναι. Τον 'ξεύρεις;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Αν τον 'ξεύρω!

ΙΑΓΟΣ Ο Γρατιάνος! Σου ζητώ συμπάθειον αυθέντα, αν με αυτά τα φονικά εφάνηκα χωριάτης, και δεν σε παρετήρησα.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Δεν βλάπτει. Καλώς σ' ηύρα.

ΙΑΓΟΣ Πώς είσαι τώρα, Κάσιε; — Ω! δότε μιαν καθέκλαν.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Ο Ροδερίκος!

ΙΑΓΟΣ Ναι· αυτός! — Ω! Ήλθεν η καθέκλα.

(Την φέρουν επί της σκηνής.)

Ας έχη δόξαν ο Θεός! — Καλά μου παλλικάρια σηκώσατέ τον απ' εδώ με προσοχήν… αγάλια. Εγώ θα τρέξω τον ιατρόν του στρατηγού να φέρω.

(Προς την Βιάγκαν).

Εσύ, Κυρά, τον κόπον σου τον χάνεις. — Κάσιέ μου, αυτός που κείτεται νεκρός πιστός μου φίλος ήτο. Πώς εμαλώσατε μαζύ; η αφορμή ποια ήτο.

ΚΑΣΙΟΣ Ούτε γνωρίζω αφορμήν, ούτε αυτόν τον 'ξεύρω.

ΙΑΓΟΣ (προς την Βιάγκαν). Τι εκιτρίνισες εσύ; — Ω, δότε του αέρα!

(Μεταφέρονται έξω της σκηνής ο ΚΑΣΙΟΣ και ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)

Σεις, άρχοντές μου, μείνατε. — Κυρά, τι κιτρινίζεις; - Κυττάξετε το 'μάτι της πώς είναι θολωμένον. — Κάτι θα 'ξεύρης βέβαια, διά να τρέμης τόσον. — Παρατηρείτε την καλά· ιδέτε την, αυθένται. Την είδατε; Έχει φωνήν το κρίμα και φωνάζει, και αν ακόμ' ήναι βωβή και σιωπά η γλώσσα!

(Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον, ω άνδρα μου, τι έγεινε; τι τρέχει;

ΙΑΓΟΣ 'Σ τα σκοτεινά τον Κάσιον ο Ροδερίκος, μ' άλλους που 'ξέφυγαν, τον 'κτύπησε. Μισοθανατωμένος έμείν' ο Κάσιος. Νεκρός ο Ροδερίκος είναι.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αχ! Τον καλόν τον Κάσιον! Κρίμα 'ς τον νέον, κρίμα!

ΙΑΓΟΣ Να της πορνείας οι καρποί! — Προσπάθησ', Αιμιλία, να μάθης πού εδείπνησεν ο Κάσιος απόψε.

(Προς την Βιάγκαν).

Εσύ τι τρέμεις εις αυτό;

ΒΙΑΓΚΑ Εδείπνησε μαζή μου, αλλά δεν είναι δι' αυτό που τρέμω.

ΙΑΓΟΣ Α! Μαζή σου; Τότ' ακολούθει με λοιπόν.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω εντροπή σου, βρώμα!

ΒΙΑΓΚΑ Βρώμα δεν είμαι. Ζω κ' εγώ εξ ίσου τιμημένα μ' εσένα, που με ύβρισες.

ΑΙΜΙΛΙΑ Μ' εμένα; εντροπή σου!

ΙΑΓΟΣ Αυθένται, να φροντίσωμεν τον Κάσιον ελάτε. — Εσύ, κυρά, έλα μαζή να μας ειπής και άλλα. — Συ, Αιμιλία, πήγαινε κ' ειπέ του στρατηγού μας και της κυρίας σου αυτά. Εμπρός! (Αυτήν την νύκτα ή γίνεται η τύχη μου, ή η καταστροφή μου!)

(Εξέρχονται πάντες).

ΣΚΗΝΗ Β'.

(Ο κοιτών της ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑΣ, ήτις κοιμάται επί της κλίνης. Παρ' αυτήν λαμπάς καίουσα. Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ).

ΟΘΕΛΛΟΣ Το αίτιον! Το αίτιον! Αυτό είν', ω ψυχή μου! (35) Ω άστρα σεις εντροπαλά, ας μη σας τ' ονομάσω! Είναι το αίτιον! Αλλά, το αίμα δεν της χύνω, και το κορμί δεν της χαλνώ, το άσπρον 'σάν το χιόνι, τ' αφράτον και υαλιστερόν 'σάν μαρμαροκολώνα!

(Αποθέτει το ξίφος).

Πλην ν' αποθάνη! Ή αλληώς και άλλους θα προδώση. — Το φως να σβύσω, κ' έπειτα… το φως αυτό να σβύσω! Συ φωτοδότη λειτουργέ, αν τώρα σε φυσήσω, την λάμψιν πάλιν ημπορώ να σου την ξαναδώσω, αν μεταννοιώσω. Αλλ' εάν σου πάρω μιαν το φως σου, σε, που η φύσις σ' έπλασε την τέχνην της να δείξη, ποιος Προμηθεύς θα δυνηθή την φλόγα να μου φέρη να ξανανάψω τέτοιον φως! Το ρόδον αν το κόψω, δεν ημπορώ την βλάστησιν και πάλιν να του δώσω. Θα μαραθή! — Εις το κλαδί επάνω ας σε μυρίσω.

(Την φιλεί).

Ω συ, μοσχάτη αναπνοή, που την δικαιοσύνην την μισοπείθεις το σπαθί να σπάση, — έν ακόμη· ακόμη έν. Παρόμοια κ' αποθαμένη μείνε, να σ' αγαπώ και ύστερα…. αφού σε θανατώσω. Ακόμη ένα, και αυτό να ήναι τελευταίον. Δεν εξανάγεινε ποτέ τόσον γλυκειά η πίκρα! Πρέπει να κλαύσω. Πλην σκληρά τα δάκρυά μου είναι· είναι ωσάν τον Ουρανόν και η 'δική μου λύπη· παιδεύει όπου αγαπά. — Εξύπνησε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος είναι; Ποιος είν' εκεί; Οθέλλε μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εγώ 'μαι, Δυσδαιμόνα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα μου, επιθυμείς να έλθης να πλαγιάσης;

ΟΘΕΛΛΟΣ Την προσευχήν σου σήμερα την είπες, Δυσδαιμόνα;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Την είπα, ω αυθέντα μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν έχης να ζητήσης από τον Θεόν συγχώρησιν διά κανένα κρίμα που σου βαραίνει την ψυχήν, αμέσως προσευχήσου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον! Τι είν' αυτά τα λόγια;

ΟΘΕΛΛΟΣ Προσευχήσου, και σύντομα. Περιπατώ έως να τελειώσης. Δεν θέλω ανετοίμαστην να πάρω την ψυχήν σου. Και την ψυχήν σου δεν ζητώ να σου την θανατώσω. Να με φυλάξη ο Θεός!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Να θανατώσης είπες;

ΟΘΕΛΛΟΣ Το είπα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τότε ο Θεός λοιπόν να μ' ελεήση!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αμήν εκ βάθους της ψυχής!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αφού το λέγης τούτο, να με σκοτώσης το λοιπόν ελπίζω δεν σκοπεύεις.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Κι' όμως είσαι φοβερός! Τι άγριος που είσαι! Είναι τα 'μάτια σου θολά! Δεν 'ξεύρω τι φοβούμαι, αφού δεν 'ξεύρω ένοχη να ήμ' εγώ, και όμως φοβούμαι· το αισθάνομαι.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα κρίματά σου σκέψου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ότι σ' αγάπησα πολύ. Δεν έχω άλλο κρίμα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και θ' αποθάνης δι' αυτό.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Η φύσις δεν το θέλει να θανατόνεται κανείς διά πολλήν αγάπην. Αλλοίμονον! Τα χείλη σου τι τα δαγκάνεις έτσι; Σου τρέμει όλον το κορμί από φρικτήν μανίαν! Κακά σημάδια είν' αυτά. Ελπίζω πλην, ελπίζω, ότι αν έρχεται κακόν δεν είναι δι' εμένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ησύχασε και σώπαινε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ησύχασα. Τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνο το μαντίλι μου, που τόσον αγαπούσα και που σ' εχάρισα εγώ, το έχεις χαρισμένον 'ς τον Κάσιον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μα την ζωήν και την ψυχήν μου, όχι! Κράξ' τον εδώ κ' ερώτησε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ψυχίτσα μου, φυλάξου, μη κάμης όρκον ψεύτικον, και θάνατος προσμένει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Η ώρα του θανάτου μου δεν ήλθε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι· αμέσως. Λοιπόν την αμαρτίαν σου εξομολόγησέ την ειλικρινώς. Το ν' αρνηθής τα πράγματα με όρκους δεν πνίγει, ούτε αφαιρεί την βεβαιότητά μου, που μου θερίζει μέσα μου τα σπλάγχνα. Θ' αποθάνης!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ελέησέ με ο Θεός, την μαύρην!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αμήν, είπα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και συ ελέησε, και συ! Διότι 'ς την ζωήν μου δεν σε αδίκησα, ποτέ! Τον Κάσιον ποτέ μου δεν τον ηγάπησα, ποτέ, εκτός μ' αγάπην τόσην, όσην το θέλει κι' ο Θεός και η συνείδησίς μου· αλλά ποτέ του χάρισμα δεν έλαβ' απ' εμένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μα τον Θεόν, 'ς τα χέρια του το είδα το μαντίλι! Το είδα, ω επίορκη! Πετρόνεις την καρδιάν μου! κ' εκείνο πώχω εις τον νουν, με θέλεις να το κάμω ως φονικόν, ενώ εγώ το είχα ως θυσίαν! (36) Το είδα το μαντίλι σου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τότε λοιπόν το ηύρε· δεν του το έδωσα ποτέ. Κράξ' τον εδώ να έλθη, κ' εμπρός μου την αλήθειαν ας την ομολογήση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα ωμολόγησεν αυτός.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι πράγμα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ότι… ότι σ' εχάρηκε …

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμένα!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν θα το 'πή ποτέ του!

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν θα το' πή. Το στόμα του είναι κλεισμένον τώρα. Τα μέτρα του τα έλαβε ο τιμημένος Ιάγος.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμάντευσεν ο φόβος μου! Αποθαμένος είναι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εάν η κάθε τρίχα του και μια ζωή του ήτο, δεν θα του άφινα εγώ ζωήν!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω δυστυχία! Αδικημένος είν' αυτός, κ' εγώ αφανισμένη!

ΟΘΕΛΛΟΣ Πόρνη! Δεν έχεις εντροπήν; Εμπρός μου θα τον κλαύσης;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! διώξέ με, αυθέντα μου, αλλά μη με σκοτώσης!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αχρεία! πέσε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αύριον, αν θέλης, σκότωσέ με· απόψε όμως άφησε να ζήσω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν παλεύης …

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ολίγον μόνον…

ΟΘΕΛΛΟΣ Έγεινε· αναβολήν δεν έχει!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μόνον να 'πώ μιαν προσευχήν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν είναι πλέον ώρα!

(Την πνίγει διά του προσκεφαλαίου αυτής).

ΑΙΜΙΛΙΑ, (έξωθεν). Αυθέντα μου, αυθέντα μου! Ω! άνοιξε αυθέντα!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είν' ο θόρυβος αυτός; — Ακόμη ζη; Ακόμη; Εγώ, ο άγριος εγώ, θα δείξω ευσπλαγχνίαν. Ιδού την αγωνίαν σου δεν σου την προμακρύνω. Να, να!

(Την μαχαιρώνει.) (37)

ΑΙΜΙΛΙΑ (έξωθεν). Αυθέντα, άκουσε· αυθέντα!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ποιος είναι;

ΑΙΜΙΛΙΑ (Έξωθεν). Εγώ, αυθέντα μου καλέ· να σου 'μιλήσω θέλω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Η Αιμιλία. — Αι, καλά· ευθύς. — Αποθαμένη… Θα ήλθεν ίσως να μου 'πή τον φόνον του Κασίου· έγεινε θόρυβος πολύς. — Α! δεν σαλεύει πλέον… Ωσάν τον τάφον ήσυχη. — Να την αφήσω τώρα να έμβη; — Α! μου φαίνεται, ότι σαλεύει πάλιν. Όχι .. . — Τι είναι το σωστόν; Αν έμβη, θα 'μιλήση της γυναικός μου… Γυναικός; Ποιας γυναικός; Γυναίκα εγώ δεν έχω. Τι φρικτόν! Ω! Δεν το υποφέρω! Ώρα βαρειά! Μου φαίνεται μια έκλειψις μεγάλη θα γείνη τώρα, να χαθή και Ήλιος και Σελήνη, κ' εδώ κ' εκεί να κουτουλά η τρομασμένη Σφαίρα!

ΑΙΜΙΛΙΑ (έξωθεν). Αυθέντα μου, παρακαλώ, να σου 'μιλήσω θέλω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εσένα σ' ελησμόνησα. — Σ' ανοίγω, Αιμιλία. — Σιγά. — Αμέσως έρχομαι. — Να κρύψω το κρεββάτι.

(Καταβιβάζει τα παραπετάσματα της κλίνης. Ανοίγει την θύραν. Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

ΟΘΕΛΛΟΣ Πού είσαι; Αι; τι έπαθες; τι θέλεις;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω αυθέντα, έγεινε κάτω φονικόν φρικτόν!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι πράγμα; τώρα;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ναι, τώρα, ω αυθέντα μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα έχασ' η Σελήνη· ήλθε σιμώτερα 'ς την γην απ' ό,τι συνειθίζει, και τους ανθρώπους 'τρέλλανε.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο Κάσιος, αυθέντα, εσκότωσ' ένα Βενετόν, που λέγουν Ροδερίκον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τον Ροδερίκον! Και αυτός επίσης σκοτωμένος;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο Κάσιος εγλύτωσε· δεν είναι σκοτωμένος.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο Κάσιος εγλύτωσε! Τότ' η δολοφονία έχει χαμένα τα νερά, και η εκδίκησίς μου παραστρατίζει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Άδικα, ω, άδικ' αποθνήσκω!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον! Αυτ' η φωνή…

ΟΘΕΛΛΟΣ Ποία φωνή; Τι είναι;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω! της Κυρίας μου φωνή ήτον αυτή. Βοήθεια! Βοήθεια! Ω! τι συμφορά! Ομίλησε ακόμη, Κυρία, Δυσδαιμόνα μου, Κυρία μου γλυκειά μου, ομίλησέ με, λέγε μου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αθώα αποθνήσκω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποίος το έκαμεν αυτό;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Κανείς. Εγώ μονάχη. Να 'πής πολλά υπέρ εμού εις τον καλόν μου άνδρα. (38)

(Αποθνήσκει).

ΟΘΕΛΛΟΣ Πώς τάχα εσκοτώθηκε;

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον! Ποιος 'ξεύρει;

ΟΘΕΛΛΟΣ Την ήκουσες; Μονάχη της· όχι εγώ. Το είπε.

ΑΙΜΙΛΙΑ Το είπε. Την αλήθειαν να μαρτυρήσω πρέπει.

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ την φλογισμένην Κόλασιν 'σάν ψεύτρα οπού ήτο πηγαίνει. Την εσκότωσα εγώ!

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω! Τότ' εκείνη ακόμη πλέον άγγελος, κι' ακόμη πλέον μαύρος εσύ, ω μαύρε Σατανά!

ΟΘΕΛΛΟΣ Εγύρισε 'ς την τρέλλαν κ' έγεινε πόρνη.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ψεύματα, ω κολασμένε!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ήτον 'ς την απιστίαν θάλασσα.

ΑΙΜΙΛΙΑ Είσαι φωτιά και φλόγα, εάν την λέγης άπιστην εκείνην, οπού ήτον πιστή ωσάν τον Ουρανόν!

ΟΘΕΛΛΟΣ Την είχεν ιδικήν του ο Κάσιος. Καλλίτερα τον άνδρα σου ερώτα. Θα μ' ήξιζεν η Κόλασις και τα βαθύτερά της, εάν δεν είχα δίκαιον εγώ να καταντήσω έως εδώ. Ο άνδρας σου εγνώριζε τα πάντα.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο άνδρας σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ότι 'ς τα στέφανά της αυτή απίστησεν;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτή σου λέγω με τον Κάσιον. Ω! Εάν έμενε πιστή!… Και ένα νέον κόσμον να μου εχάριζ' ο Θεός, και όλον ζυμωμένον από χρυσάφι καθαρόν, μ' αυτόν τον νέον κόσμον ποτέ μου δεν την ήλλαζα!

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνος μου είπεν όλ' απ' την αρχήν. Είν' άνδρας τιμημένος εκείνος, κι' αποστρέφεται την λάσπην, οπού σέρνουν τα βρωμερά καμώματα.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είναι η επανάληψις αυτή, γυναίκα; Σου το είπα· ο άνδρας σου!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον! Κυρία, την αγάπην την έπαιξ' η κατεργαριά! — Ο άνδρας μου σου είπε, πως ήτον άπιστη;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός, γυναίκα· σου το είπα, ο άνδρας σου! Δεν εννοείς η λέξις τι σημαίνει; Ο φίλος μου, ο άνδρας σου, ο τιμημένος Ιάγος!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αν το 'πε, η παμπόνηρη ψυχή του να σαπίζη σπυρί σπυρί κάθε στιγμήν! Ψεύδος αισχρόν σου είπε! Ηγάπησε παραπολύ τ' ακάθαρτόν της ταίρι!

ΟΘΕΛΛΟΣ (απειλών αυτήν.) Α!

ΑΙΜΙΛΙΑ Κάμε ό,τι αγαπάς. Το κάμωμά σου τούτο αξίζει τον παράδεισον, όσον εσύ εκείνην!

ΟΘΕΛΛΟΣ Διά καλόν σου σώπαινε.

ΑΙΜΙΛΙΑ 'Σ το χέρι σου δεν είναι ούτε το ήμισυ κακόν εμένα να μου κάμης, από εκείνο πού 'μπορώ να υποφέρω τώρα. Κουτέ! Βρωμοαπάτητε! Το κάμωμά σου είναι… Δεν σου φοβούμαι το σπαθί. Ω! θα σε καταδώσω, κι' ας είχα είκοσι ζωαίς να χάσω! Ω, βοήθεια! Εδώ! βοήθεια! φονικόν! βοήθεια! Την κυράν μου ο Μαύρος την εσκότωσε. Ω! φονικόν! βοήθεια!

(Εισέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ, ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, και ο ΙΑΓΟΣ.)

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι τρέχει; τι ακολουθεί, ω στρατηγέ,

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω Ιάγο, έλα. Τι έκαμες εσύ, και τα εγκλήματά των τα ρίχνουν εις την ράχην σου οι άλλοι;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Τι συνέβη;

ΑΙΜΙΛΙΑ Τον ασυνειδήτον αυτόν απόδειξέ τον ψεύτην, αν ήσαι άνδρας. Μ' έλεγεν, ότι εσύ του είπες, πως ήτον η γυναίκα του μια άτιμη. Το 'ξεύρω, συ δεν το είπες, επειδή τόσον πολύ αχρείος δεν είσαι! 'Πέ μου, κ' η καρδιά μου ξεχειλίζει πλέον!

ΙΑΓΟΣ Του είπα ό,τι 'πίστευα· και άλλο δεν του είπα παρ' ό,τι μόνος του αυτός και ήκουσε και είδε.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλά πως ήτον άπιστη ποτέ σου του το είπες;

ΙΑΓΟΣ Το είπα.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ήτο ψεύμα σου· αισχρόν και μαύρον ψεύμα! Μα την ψυχήν μου, ψεύματα! ξεντροπιασμένον ψεύμα! Εκείνη με τον Κάσιον! Τον Κάσιον; Το είπες;

ΙΑΓΟΣ Το είπα· με τον Κάσιον. Την γλώσσαν δεν μαζεύεις;

ΑΙΜΙΛΙΑ Να ομιλήσω χρεωστώ. Την γλώσσαν δεν μαζεύω. Εκεί, εις το κρεββάτι της επάνω, σκοτωμένη είν' η κυρία μου, εκεί!

ΠΑΝΤΕΣ Θεός να μας φυλάξη!

ΑΙΜΙΛΙΑ Κ' αιτία του θανάτου της, τα ιδικά σου λόγια!

ΟΘΕΛΛΟΣ Μη, άρχοντες, 'ξιππάζεσθε. Σας λέγει την αλήθειαν.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Μαύρη αλήθεια και φρικτή.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Τι πράξις τερατώδης!

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω, προδοσία έγεινε, Θεέ μου! προδοσία! Τώρα το βλέπω η τυφλή· το βλέπω. Προδοσία! Μ' είχε περάσει απ' τον νουν! Θα με σκοτώση η λύπη! Ω! προδοσία!

ΙΑΓΟΣ Τα 'χασες; 'ς το σπίτι! Σε προστάζω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Καλοί μου άρχοντες εσείς, αφήτε να λαλήσω. Του χρεωστώ υποταγήν, αλλ' όμως όχι τώρα. Ίσως ς' το σπίτι μου ποτέ δεν θα γυρίσω, Ιάγο.

ΟΘΕΛΛΟΣ (πίπτων επί της κλίνης)· Ω! Ω! Ω! Ω!

ΑΙΜΙΛΙΑ Ναι, πέσ' εκεί και μούγγριζε, θηρίον, αφού το εθανάτωσες το πλάσμα το αθώον, οπού γλυκύτερον ποτέ ο Ουρανός δεν είδε.

ΟΘΕΛΛΟΣ (εγειρόμενος). Ω! έγεινε σιχαμερή!

(Προς τον Γρατιάνον).

Μόλις σε βλέπω, θείε. Η ανεψιά σου είν' εκεί. Ναι, την αναπνοήν της την εσταμάτησαν αυτά τα χέρια οπού βλέπεις. Το κάμωμά μου φοβερόν σου φαίνεται· το 'ξεύρω.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Η Δυσδαιμόνα η πτωχή! Ω! Τον Θεόν δοξάζω που ο πατέρας σου δεν ζη. Ο γάμος σου του ήτο θανατηφόρος, κ' έκοψε το νήμα της ζωής του το γέρικον η λύπη του. Εάν εζούσε τώρα, θα τον απέλπιζεν αυτό το θέαμα, και ίσως τον αγαθόν του άγγελον θα τον εβλασφημούσε και η αθλία του ψυχή θα 'πήγαινε 'ς τον Άδην.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι· είν' αξιοδάκρυτον. Αλλά ο Ιάγος 'ξεύρει πως με τον Κάσιον αύτη της εντροπής την πράξιν χίλιαις φοραίς την έκαμε. Το εξωμολογήθη ο Κάσιος. Κ' επλήρωσε αυτή τους έρωτάς του μ' εκείνο το τεκμήριον και δώρον της αγάπης, που της επρωτοχάρισα· 'ς τα χέρια του το είδα· ένα μαντίλι κεντητόν, ενθύμημα αρχαίον που έδωσ' ο πατέρας μου 'ς την μάναν μου.

ΑΙΜΙΛΙΑ Θεέ μου, Θεέ μου παντοδύναμε!

ΙΑΓΟΣ Σιώπησε σου λέγω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Θα τα ειπώ, θα τα ειπώ. Να σιωπήσω; Όχι! Ελεύθερη 'σάν τον Βορειάν θα πεταχθή η φωνή μου! Κι' ο Ουρανός, κ' οι άνθρωποι, κ' οι διάβολοι, τα πάντα, κι' αν κράζουν όλα εντροπή 'ς εμένα, θα λαλήσω!

ΙΑΓΟΣ Σου λέγω, έσο γνωστική και πήγαινε 'ς το σπίτι.

ΑΙΜΙΛΙΑ Δεν σε ακούω.

(Ο Ιάγος την απειλεί σύρων το ξίφος).

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Εντροπή! Σπαθί, εις μιαν γυναίκα!

ΑΙΜΙΛΙΑ Ω Μαύρε συ ανόητε! Εκείνο το μαντίλι το ηύρα κατά σύμπτωσιν και το 'δωσα τ' ανδρός μου, αφού αυτός πολλαίς φοραίς, μ' επιμονήν μεγάλην που τέτοιον πράγμ' ασήμαντον δεν ήξιζε βεβαίως, μ' εθερμοπαρακάλεσε να της το κλέψω.

ΙΑΓΟΣ Βρώμα!

ΑΙΜΙΛΙΑ Εκείνη εις τον Κάσιον να το χαρίση! Όχι! Το ηύρα' γώ, ώρα κακή! και το 'δωσα τ' ανδρός μου.

ΙΑΓΟΣ Ω βρώμα, λέγεις ψεύματα!

ΑΙΜΙΑΙΑ Μα τον Θεόν δεν λέγω, μα τον Θεόν μου, ψεύματα δεν λέγω, άρχοντές μου! Ω συ, ανόητε φονηά! Τι ήθελε να πάρη ένα μωρόν ωσάν κ' εσέ τέτοια καλή γυναίκα!

(Ο ΙΑΓΟΣ πληγόνει την ΑΙΜΙΛΙΑΝ και φεύγει δρομαίος).

ΟΘΕΛΛΟΣ Πώς τώρα δεν πετροβολεί εδώ τους κεραυνούς του ο Ουρανός! Παμπόνηρε!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, (δεικνύων την Αιμιλίαν). Κλονίζεται· θα πέση· Ιδέτε! Την γυναίκα του εσκότωσ' ο αχρείος!

ΑΙΜΙΛΙΑ 'Σ το πλάγι της Κυρίας μου ξαπλώσατε κ' εμένα.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Την 'σκότωσε κ' εξέφυγε!

ΜΟΝΤΑΝΟΣ Αισχρός κακούργος είναι! Το ξίφος τούτο φύλαξε· το 'πήρ' από τον Μαύρον. Απ' έξω έλα, φύλαγε την θύραν. Πρόσεχέ τον. Μη τον αφήσης ζωντανόν από εδώ να φύγη. Τον άλλον δαίμονα εγώ να κυνηγήσω τρέχω.

(Εξέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ και ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ).

ΟΘΕΛΛΟΣ Ούτε ανδρείος είμαι καν, και μέσ' από τα χέρια το πρώτον σάψαλον 'μπορεί να πάρη το σπαθί μου! Πλην αφού πάγ' η αρετή και η τιμή ας πάγη, και όλα!

ΑΙΜΙΛΙΑ Τι επρόλεγεν εκείνο το τραγούδι; Μ' ακούεις, ω Κυρία μου; 'Μπορείς να με ακούσης; Ιδού· κ' εγώ με μουσικήν να ξεψυχήσω θέλω, 'σάν κύκνος. Ω! ι τ ι ά, ι τ ι ά! — Αγνή, ω Μαύρε, ήτο. Μαύρε σκληρέ, ηγάπησεν εσένα κι' όχι άλλον. Να μην ιδώ παράδεισον, αν δεν σου λέγω αλήθειαν. Ό,τι πιστεύω σου λαλώ με την ψυχήν 'ς το στόμα.

(Αποθνήσκει).

ΟΘΕΛΛΟΣ Ακόμη μου ευρίσκεται έν όπλον εδώ μέσα· ένα σπαθί Ισπανικόν, 'ς το κρύσταλλον βαμμένον. Το ηύρα· να το. — Άνοιξε. Θέλω να έβγω, θείε.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (Έξωθεν). Θα το πληρώσης ακριβά εάν το δοκιμάσης. Δεν έχεις όπλον πρόσεχε και ίσως κακοπάθης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Έμβα λοιπόν να με ιδής και να σου ομιλήσω· ή και γυμνός και άοπλος επάνω σου θα πέσω!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (Εισερχόμενος). Τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Κύτταξέ μ' εδώ. Κρατώ σπαθί 'ς το χέρι 'ς την μέσην του δεν έζωσε ποτέ του στρατιώτης καλλίτερον. Ήτο καιρός και είδα την ημέραν, που το καλόν αυτό σπαθί 'ς αυτό το μικρόν χέρι εμπόδια θα έκοπτε τον δρόμον να μ' ανοίξη, μεγάλα είκοσι φοραίς 'σαν το εμπόδιόν σου! Πλην, μάταια καυχήματα! Την Μοίραν ποιος ορίζει; Δεν είμαι τώρα τίποτε. Να φοβηθής δεν έχεις, και ας κρατώ και το σπαθί ολόγυμνον 'ς το χέρι. Του ταξειδιού μου είν' εδώ το τέλος και η άκρη· εδώ, εδώ το ύστερον πανί μου αρμενίζει! Τι 'πίσω ετραβήχθηκες; Ο φόβος σου του κάκου. Καμώσου ότι χύνεσαι 'ς το στήθος του Οθέλλου· θα τον ιδής να τραβηχθή. Ο Μαύρος πού να' πάγη;

(Προς το πτώμα της Δυσδαιμόνας.)

Να σε ιδώ πώς φαίνεσαι; Δυστυχισμένη νέα! Ωσάν το σάβανον χλωμή! Όταν ενταμωθώμεν 'ς την κρίσιν μας την ύστερην, αυτή σου η χλωμάδα θα μου κρημνίση την ψυχήν απ' τ' Ουρανού τα ύψη να την αρπάξουν Δαίμονες! Κόρη μου! Κρύα, κρύα! Ωσάν το μάρμαρον αγνή και κρύα!… Κολασμένε! Ω! διώξατέ με, Δαίμονες, με ξύλα, με μαχαίρια, κ' εβγάλετέ με απ' αυτήν την ουρανίαν θέαν! Ω! ρίξετέ με να χαθώ εις την ανεμοζάλην! 'ς του θειαφιού ολόγυμνον ταις φλόγαις ψήσατέ με! Βουτήξατέ μ' εις πέλαγος από φωτιάν λυωμένην! Ω Δυσδαιμόνα μου! Νεκρά, νεκρά — ω Δυσδαιμόνα!

(Εισέρχονται ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ, ο ΚΑΣΙΟΣ επί φορείου, και αξιωματικοί συνοδεύοντες τον ΙΑΓΟΝ αλυσσόδετον.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Πού είναι ο ταλαίπωρος αυτός ο μανιώδης;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός που ήτο μιαν φοράν Οθέλλος; Εδώ είμαι.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Πού είν' εκείν' η έχιδνα; Πού είναι ο κακούργος;

(Ο ΙΑΓΟΣ φέρεται έμπροσθεν της σκηνής).

ΟΘΕΛΛΟΣ Θέλω τα πόδια σου να ιδώ… πλην είναι παραμύθια. (39) Δεν ημπορώ, ο Σατανάς αν ήσαι, να σε σφάξω.

(Εφορμά και πληγόνει τον ΙΑΓΟΝ.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Α! πάρετέ του το σπαθί!

ΙΑΓΟΣ Τα αίματά μου τρέχουν, αλλά δεν μ' εθανάτωσε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν το λυπούμαι· όχι· έχω καλλίτερα να ζης· 'ς την γνώμην την 'δικήν μου ο θάνατος ευτύχημα μου φαίνεται.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Οθέλλε, εσύ, που ήσουν μιαν φοράν τόσον καλός, και τώρα 'ς τα δίκτυα έπεσες ενός κατηραμένου σκύλου, τι περιμένεις να σε 'πή ο κόσμος;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ό,τι θέλει· και δολοφόνον ας με 'πούν, πλην έντιμον, διότι τα πάντα χάριν της τιμής και όχι από έχθραν (40) τα έκαμα.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ο άθλιος αυτός μας είπεν, ότι εσυμφωνήσατε μαζή τον φόνον του Κασίου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι.

ΚΑΣΙΟΣ Δεν σου έδωκ' αφορμήν ποτέ, ω στρατηγέ μου,

ΟΘΕΛΛΟΣ Και σου ζητώ συγχώρησιν, διότι σε πιστεύω…

(Προς τον Λοδοβίκον).

Παρακαλώ, τον δαίμονα ερώτησέ τον τούτον, να παγιδεύση διατί και σώμα και ψυχήν μου;

ΙΑΓΟΣ Μη μ' ερωτήσης τίποτε. Ηξεύρεις ό,τι 'ξεύρεις· διότι απ' εδώ κ' εμπρός δεν θα προφέρω λέξιν.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Τι; ούτε να προσευχηθής;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Το στόμα θα σ' ανοίξουν τα βάσανα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλλίτερα να κάμης όπως λέγεις.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Να σ' εξηγήσω χρεωστώ πώς κάθε τι συνέβη, που δεν τα 'ξεύρεις βέβαια. Αυτό εδώ το γράμμα 'ς του Ροδερίκου του νεκρού το φόρεμα ευρέθη, καθώς κι' αυτό το γράμμα του. Το πρώτον φανερόνει, ότι επήρ' επάνω του τον φόνον του Κασίου ο Ροδερίκος.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μιαρέ!

ΚΑΣΙΟΣ Τι μαύρη προδοσία!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ιδού και τ' άλλο γράμμα του, παράπονα γεμάτον. Ήτο επάνω του κι' αυτό. Ο Ροδερίκος τούτο εσκόπευεν ως φαίνεται 'ς τον Ιάγον να το στείλη, αλλ' εις το αναμεταξύ επρόκαμεν εκείνος και τον μετέπεισε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω συ, φαρμακερέ κακούργε! Πλην το μαντίλι, Κάσιε, της γυναικός μου ήτο. Πώς έτυχε 'ς τα χέρια σου;

ΚΑΣΙΟΣ 'Σ το σπίτι μου το ηύρα. Και μας το εμαρτύρησεν ο ίδιος προ ολίγου, πως τ' άφησεν επίτηδες εκεί διά σκοπούς του, και ότι του επέτυχε καθώς επεθυμούσε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μωρός εγώ! Μωρός, μωρός!

ΚΑΣΙΟΣ Και εις το ίδιον γράμμα 'ς τον Ιάγον με παράπονον ο Ροδερίκος γράφει, πως να τον βάλη 'ς την φρουράν μαζή μου να μαλώση τότε που έγειν' αφορμή να χάσω τον βαθμόν μου. Κ' ενώ τον ενομίζαμεν νεκρόν τον Ροδερίκον, πριν ξεψυχήση 'μίλησε: τον έβαλεν ο Ιάγος να με σκοτώση, και αυτόν τον 'σκότωσεν ο Ιάγος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ (προς τον Οθέλλον.) Πρέπει να φύγης απ' εδώ και να μας συνοδεύσης. Σου αφαιρείται η αρχή και το αξίωμά σου, και εις την Κύπρον 'ς το εξής ο Κάσιος ορίζει. Ως προς τον άνομον αυτόν, ό,τ' η σκληρότης 'ξεύρει ό,τ' ημπορεί πλειότερον να καταβασανίζη και ζωντανόν να τον κρατή, θα έχη να το πάθη.

(Προς τον Οθέλλον.)

Θα μείνης εις τα σίδερα φυλακισμένος, έως το έγκλημά σου να κριθή από την εξουσίαν της Βενετίας. Πήγαινε. — Σεις οδηγήσατέ τον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Σιγά. Προτού να φύγετε θέλω να' πώ δυο λέξεις. Κάπως εδούλευσα εγώ το Κράτος, και το 'ξεύρει. Ας ήναι. — Σας παρακαλώ, 'ς τα γράμματά σας τώρα, που θ' αναφέρετε αυτά τα θλιβερά συμβάντα, περί εμού παρακαλώ να γράψετε ως είμαι· μη τίποτε μικραίνετε, αλλά και εις κακίαν μη τίποτ' αποδώσετε. Να γράψετε δι' ένα οπού ηγάπησε πολύ, αν όχι και με γνώσιν δι' ένα, οπού εύκολα δεν 'ζήλευεν, αλλ' όμως αφού ν' ανάψη έτυχεν, επήγεν ως την άκρην δι' ένα, που 'τυφλώθηκε και 'σάν τον Ιουδαίον επέταξ' απ' το χέρι του ένα μαργαριτάρι, που ήξιζε πλειότερον απ' όλην την φυλήν του· (41) δι' ένα, που τα 'μάτια του πεσμέν' από την λύπην, αν ίσως κι' ασυνείθιστα ως τώρα να βουρκόνουν, σταλάζουν δάκρυα πικρά, καθώς της Αραβίας το δένδρον στάζει τον χυμόν, που ταις πληγαίς ιατρεύει. Αυτά να γράψετε, αυτά. Και να ειπήτ' ακόμη, ότι οπόταν μιαν φοράν εις το Χαλέπι μέσα μου έτυχ' ένας άπιστος σαρικωμένος Τούρκος, κ' εκτύπησ' ένα Βενετόν κ' επρόσβαλε το Κράτος, απ' τον λαιμόν τον ήρπασα τον βρωμισμένον σκύλον κ' ιδού πώς τον 'μαχαίρωσα.

(Αυτοχειριάζεται).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ημέρα των αιμάτων!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ Χαμένοι λόγοι ό,τι 'πή κανείς.

ΟΘΕΛΛΟΣ Πριν σε σκοτώσω, σ' εφίλησα, γυναίκα μου. Θα σε ξαναφιλήσω, κ' επάνω εις τα χείλη σου κ' εγώ ας ξεψυχήσω.

(Αποθνήσκει επί της κλίνης).

ΚΑΣΙΟΣ Αυτό το επερίμενα. Αλλ' όμως εθαρρούσα πως ήτον άοπλος. Καρδιάν, καρδιάν μεγάλην είχε!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ (προς τον Ιάγον). Ω σκύλε ασυνείδητε! Ανήμερον θηρίον, (42) χειρότερον κι' από φωτιάν και θάλασσαν και πείναν! Ιδέ αυτού του κρεββατιού το τραγικόν φορτίον. Είναι τα έργα σου αυτά! Τα 'μάτια φαρμακεύει η θέα. Ας την κρύψωμεν. —

(Σύρονται τα παραπετάσματα της κλίνης).

Και τώρα, Γρατιάνε, κλείσε το σπίτι. Φύλαξε τα πράγματα του Μαύρου και την περιουσίαν του, διότι σου ανήκουν. — Και εις εσέ, διοικητά, να τιμωρήσης μένει αυτόν τον καταχθόνιον. Την ώραν να ορίσης, το μέρος, και τα βάσανα· φρικτά να του τα κάμης! Κ' εγώ ευθύς αναχωρώ, 'ς το Κράτος ν' αναφέρω το πράγμα τούτο το βαρύ με την βαρειάν καρδιάν μου.

(Απέρχονται).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Η τραγωδία του Οθέλλου, εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το 1622 μ.Χ., αλλά κατά τας εικασίας των νεωτέρων σχολιαστών εγράφη περί το 1602 ή το 1604. Τινές θεωρούσι αυτήν κατά τινα έτη μεταγενεστέραν. Όπως δήποτε εγράφη δέκα τουλάχιστον έτη μετά την τραγωδίαν «του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας,» ο εστί κατά την ακμήν της ποιητικής του Σαικσπείρου ενεργείας· θεωρείται δε δικαίως ως έν των αριστουργημάτων του Άγγλου ποιητού. «Εξ απάντων αυτού των δραμάτων, ως λέγει ο Γερβίνος, ουδέν τοσούτον εξεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστου ή του θεατού, όσον ο Οθέλλος· τούτο δε, διότι η μεν πλοκή δεν είναι ουδαμώς περιπεπλεγμένη, η δ' έννοια είναι απλή και η πράξις περιστρέφεται περί έν και μόνον μέγα πάθος, ούτινος την αρχήν, την ανάπτυξιν, και τας περιπετείας ακολουθούμεν άνευ διακοπής, καθ' όλην αυτού την διάρκειαν.»

Και ταύτης δε της τραγωδίας η υπόθεσις ελήφθη εξ ιταλικής πηγής, εκ των εκατομμύθων, (Hekatomithi) του Giraldi Cinthio. Επειδή δε ουδεμία Αγγλική μετάφρασις του Ιταλού τούτου μυθογράφου περιεσώθη, εικάζεται, ότι ο Σαικσπείρος ανέγνωσε αυτόν εν πρωτοτύπω. Αλλά και εξ ετέρων τεκμηρίων εξάγουσί τινες το συμπέρασμα, ότι κατείχεν ο μέγας δραματουργός την γνώσιν της Ιταλικής.

(2) Αι πρώται του Οθέλλου εκδόσεις φέρουσι το πρώτον της τραγωδίας ημιστίχιον ως εξής: «Never tell me.» Εις τας μετά ταύτα εκδόσεις προσετέθη η λέξις Tush, και ούτω τινές των νεωτέρων εκδόσεων φέρουσι: Tush, never tell me. Τούτο ο πρώτος Γάλλος μεταφραστής Letourmeur εξήγησε: ne m' en parlez jammais. Μετ' αυτόν δε ο F.V. Hugo (ως και ο Alfred de Vigny εις την έμμετρον αυτού μετάφρασιν), εξήγησαν κατά τον αυτόν τρόπον το χωρίον τούτο. Ούτω και ο Γερμανός μεταφραστής («Sag' mir nur nichts») και οι Ιταλοί Leoni και Valetta, την αυτήν σημασίαν έδωκαν εις τας πρώτας ταύτας του Ροδερίκου λέξεις. Αλλ' αι τρεις αύται λέξεις επιδέχονται και διάφορον εξήγησιν, παραφραζόμεναι Αγγλιστί ως εξής: «never to have told me.» Τούτο ήθελον εκφράσει οι Γάλλοι γράφοντες parler εν απαρεμφάτω αντί της προστακτικής: Ne m' en parler jammais! όπερ έχει πάντη αλλοίαν έννοιαν του «ne m'en parlez jammais.

Εθεώρησα αναγκαίαν την επεξήγησιν ταύτην προς διεκδίκησιν της μεταφράσεώς μου απέναντι των προτιθεμένων να παραβάλωσι αυτήν προς ετέρας μεταφράσεις, όπως πείσω αυτούς, ότι δεν προέβην άνευ κόπου και μελέτης εις την εξελλήνισιν των δυσκόλων του ποιητού χωρίων. Αλλά δεν επαγγέλομαι, ότι επέτυχον πάντοτε και παντού εις την κατάληψιν αυτών. Η δε δυσκολία περί την μεθερμήνευσιν των τριών τούτων μονοσυλλάβων λέξεων, έστω ελάχιστον δείγμα των δυσκολιών, προς ας ο μεταφραστής έχει να παλαίση, προς δε και δικαιολόγησίς του, αν πού κατεβλήθη υπ' αυτών. Άλλως τε εις την μετάφρασιν των τριών τούτων τραγωδιών η προσπάθειά μου ήτο, να μεταφράσω ακριβώς την έννοιαν του κειμένου, αλλ' αποκαθιστών αυτό καταληπτόν εις τον Έλληνα αναγνώστην. Ίσως δε χάριν του δευτέρου, διεκινδύνευσεν εστίν ότε του πρώτου η επίτευξις. Αλλά περί τούτου άλλοι θα κρίνωσι.

(3) Ως προς την συγκάλυψιν ή μετρίασιν των βωμολοχιών του Αγγλικού κειμένου, παραπέμπω τον αναγνώστην εις την σημείωσιν (4) της προλαβούσης τραγωδίας.

(4) Οι Τούρκοι κατέκτησαν την Κύπρον από των Βενετών το 1571 μ.Χ, ήτοι 30 περίπου έτη προ της εποχής, καθ' ην ο Σαικσπείρος έγραφε τον Οθέλλον. Ώστε κατά την παιδικήν αυτού ηλικίαν ήκουσε βεβαίως ο ποιητής αντηχούσαν εν Αγγλία την φήμην της αλώσεως της χριστιανικής εκείνης νήσου.

(5) Sagitary Αγγλιστί. Κατά τους σχολιαστάς τούτο ήτο παράρτημα του εν Βενετία ναυστάθμου, χρησιμεύον ως κατάλυμα αξιωματικών. Επί της θύρας δ' αυτού υπήρχε ξόανον τοξότου. Ένθεν η ονομασία του οικοδομήματος. Ίσως το «Ναυαρχείον» ευλόγως θεωρηθή ως ελευθέρα μάλλον της λέξεως μετάφρασις.

(6) Επί Σαικσπείρου η μαγεία ήτο έγκλημα τιμωρούμενον υπό του νόμου. Μετά την πρώτην έτι παράστασιν του Οθέλλου, ο της Αγγλίας βασιλεύς Ιάκωβος Α' εξέδοτο νομοθέτημα, καθ' ο οι αναδεικνυόμενοι ένοχοι χρήσεως φίλτρων ή μαγείας προς έμπνευσιν έρωτος παρανόμου, ετιμωρούντο κατά πρώτον διά φυλακίσεως. Η δ' επανάληψις του εγκλήματος ηδύνατο να επιφέρη εις τον ένοχον και θανάτου ποινήν. Ώστε, η κατηγορία του Βραβαντίου είχεν ως προς τους πρώτους της τραγωδίας θεατάς σημασίαν, την οποίαν την σήμερον δεν καταλαμβάνομεν. Και εν Βενετία δε ο νόμος προέβλεπε και ετιμώρει την χρήσιν φίλτρων ερωτικών, «maleficii amatorii».

(7) Ο Δόγης και οι γερουσιασταί δεν ηδύναντο να λησμονήσωσιν, ότι η Ρόδος ήτον ήδη Τουρκική, καθ' ην εποχήν εκινδύνευον οι Βενετοί ν' απολέσωσι την Κύπρον. Η Ρόδος ηλώθη τω 1522 μ.Χ. υπό των Τούρκων. Έκτοτε δε οι μεν ιππόται εγκατέστησαν εν Μελίτη, οι δε Τούρκοι ανενοχλήτως κυριεύουσιν αυτής. Τοιούτου είδους λάθη δεν είναι δύσκολον ν' ανεύρη τις εις τα έργα του Σαικσπείρου. Αλλά το προτέρημα αυτών δεν είναι η ιστορική ακρίβεια, όσον η ζωή, την οποίαν ανευρίσκει τις εις παν ό,τι η δημιουργός φαντασία του μεγάλου ποιητού εκυοφόρησε. Τις αναγινώσκων τον Οθέλλον δεν φαντάζεται, ότι θα ανεύρη εν Κύπρω τα ίχνη της διαβάσεως αυτού, και την παράδοσιν της τραγικής της Δυσδαιμόνας ιστορίας;

(8) «Μarcus Luccicos, κατά τας πρώτας του κειμένου εκδόσεις. Το όνομα τούτο εκδόται τινές ηθέλησαν να μεταβάλωσιν εις Μarcus Luchese, επί λόγω, ότι η κατάληξις icos δεν είναι Ιταλική. Αλλά τις άραγε είναι ο υπό του Δόγη ζητούμενος; Κατά πάσαν πιθανότητα Έλλην τις εκ Κύπρου οπλαρχηγός (Estradiote), δυνάμενος, καθ' ό εντόπιος, να δώση χρησίμους περί των της νήσου πληροφορίας. Είναι δ' επάναγκες μήπως να φέρη Ιταλικόν ο Έλλην όνομα; Και δεν συντελεί η κατάληξις αυτή του ονόματος προς μεθερμήνευσιν του αληθούς του ποιητού διανοήματος, κατά την προκειμένην περίστασιν;» Ταύτα επιφέρει Άγγλος σχολιαστής περί του Μάρκου Λουκίκου, ή μάλλον ίσως Λουτσίκου.

(9) Περιγραφαί τοιούτων τεράτων απαντώνται εις τας αφηγήσεις των περιηγητών της εποχής εκείνης. Ιδίως αναφέρουσιν οι σχολιασταί, ως πηγήν των περί τούτου του κεφαλαίου γνώσεων του Σαικσπείρου, την κατά το 1595 δημοσιευθείσαν υπό του Sir W. Raleigh περιήγησιν εις Γουιάναν, εν η αναφέρονται και περιγράφονται ανθρωποφάγοι, αμαζόνες και ακέφαλοι άνθρωποι. Ώστε του Οθέλλου η αφήγησις δεν εθεωρείτο ως πάντη μυθώδης υπό των συγχρόνων του ποιητού, μολονότι ο δύσπιστος Ιάγος έχει τας αμφιβολίας του και αποκαλεί βραδύτερον «παραμύθια» τας διηγήσεις του ταύτας.

(10) Παραθέτω και ενταύθα περιεργείας χάριν την εις αρχαίαν Ελληνικήν έμμετρον του χωρίου τούτου μετάφρασιν, ποιηθείσαν μεν υπό του Άγγλου W. Barham, βραβευθείσαν δε εν τω του έτους 1824 διαγωνισμώ, εν τω Πανεπιστημίω της Κανταβριγίας. (Ίδε Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge from 1814 to 1837).

0ΘΕΛΛΩΝ. ΤΑΓΟΣ ΕΝΕΤΩΝ.

Οθ. Εν τώδε δ' , ώσπερ και θεοίς αεί λέγω όσ', ιμέρου πλάναισιν, εξαμαρτάνω, ούτω τα τούδ' έρωτος, ως κόρη τ' εμού εμοί τ' εκείνης ήλθε, πάνθ' υμίν φράσω.

ΤΑΓ. μάλιστ', Όθελλον, ειπέ ταύθ' όπως έχει.

Οθ. εμοί πατήρ ο της δ' ετύγχανεν φίλος γεγώς· καλεί δε πολλάκις προς δώματα, και του βίου με ξυμφοράς ανιστορεί, μάχας θ', όσων μετέσχον, αστέων τ' αεί χρήζων ακούειν δυσμενείς προσεδρίας. Άπαντα δ' αυτώ τον λόγον διέρχομαι, και παιδός, ως ην, μέχρι της τόθ' ημέρας. Ενταύθα δ' ηύδων τλημονεστάτας τύχας, και πήματ' οικτρά, ναυσί καπί γης πέδου· χώπως επ' άτης εσχάτοισι σώζομαι όροισι, τειχέων θανασίμοις εν εισβολαίς· χώπως υπ' ανδρών πολεμίων αλίσκομαι, βίον τ' έχω δούλειον· είτ' ελεύθερος πολλήν θάλασσαν γην τ' εποίχομαι πλάνης. κανταύθ', (οράτε μηχανάς) λέγειν παρήν μέγιστα τ' άντρα, καβάτους ερημίας, κρημνούς, πέτρας τε, καξισούμεν' ουρανώ ορέων κάρηνα· και τον ωμηστήν λεών, ανθρωποφάγους, δάπτοντας αλλήλων κρέα, και τους υπ' ώμοις τον πελώριον βρωτούς κράτ' αυξάνοντας. Ταύτ' άρ' εξηγουμένου κράτ' ην πρόθυμος Δεσδεμώνη μου κλύειν. ου μην τα γ' οίκου των δε λιμπάνει χάριν, αεί δε, πορσύνασα κείν' όσον τάχος, πάλιν στραφείσ' άπληστον ους παρείχε μοι. α 'γώ νοήσας, καιρίαν αυτήν ποτε λαβών, πόρον τιν' εύρον άψασθαι φρενών, ώστ' εκ προθύμου καρδίας μ' αιτείν κόρην τέλειον ειπείν της εμής πλάνης λόγον, ης ην εκείνη βραχέα μεν πεπυσμένη, αλλ' ουκ ακριβώς, γ', ώσθ' άπασαν ειδέναι. Καγώ μεν ουν επήνεσ', η δε πολλάκις τέγγει κλύουσα δακρύοις παρηίδα, εμού τι σημαίνοντος ων νέος πότ' ων εδυστύχησα. Πάντα δ' ως ειρημέν' ην, μισθόν δίδωσι μυρία στενάγματα· ως ταύτ' αληθώς, φήσι, θαύματος πλέα, ως δ' οίκτρ' έλεξας, και ποθείν' οδύρμασιν. και μην πεπύσθαι μηδέν ηύχετ', αλλ' όμως ίσον λαβείν θεών ηύχετ' άνδρα· και χάριν τώνδ' έσχεν· είπε δ' , είτιν' οίδα που φίλον αυτής ερώντα, τονδ', άπερ καγώ, λέγειν πάντ' εκδιδάξαι, τάλλα δ' ην πεπεισμένα. Προς ταύτα, τάμ' εξείπον· ηράσθη δε πως εμού μεν αύτη, των δ' έκατι συμφορών, κείνης δ' ανήρ όδ', οίκτον ως είδον φρενών· τοιοίς δ' έγωγε φαρμάκοις εχρησάμην· αύτη δ' ελέγξουσ' ήδε ταύτ' εγγύς γυνή.

(11) Ο Σαικσπείρος δεν ορίζει εις οποίαν της Κύπρου πόλιν διαδραματίζονται τα συμβεβηκότα των τεσσάρων τελευταίων πράξεων του Οθέλλου. Πιθανώς αι γνώσεις αυτού ως προς την γεωγραφίαν της νήσου περιωρίζοντο εις μόνον το όνομα αυτής. Αλλά τι προς τούτο; Μη διά λεπτομερεστέρας γεωγραφικής ακριβείας ηδύνατο να εμφυσήση πλειοτέραν εις το προϊόν της γονίμου φαντασίας αυτού ζωήν; Ή, εάν έθετε την σκηνήν εν Αμμοχώστω αντί αορίστως εν Κύπρω, ήθελε πλειότερον διά τούτου συγκινήσει τους αναγνώστας ή τους θεατάς, οίτινες επί δύο ήδη εκατονταετηρίδας και ημίσειαν εδάκρυσαν και δακρύουσιν επί της σκληράς μοίρας της εναρέτου Δυσδαιμόνας;

(12) Η ουρά του σολομού είχε πολλήν παρά τοις γαστριμάργοις υπόληψιν. Κατά τον Pope, η σημασία του αρχαίου τούτου Αγγλικού ρητού είναι, ότι ο φρόνιμος προκρίνει πρωτοκαθεδρίαν εν ταπεινώ κοινωνικώ κύκλω, ή την δευτέραν θέσιν εν υψηλοτέρα περιωπή.

(13) Ιδού τι περί του διαλόγου τούτου λέγει ο Ιταλός μεταφραστής Μ. Leoni. «Μολονότι η καταφορά αύτη του Ιάγου κατά του ωραίου φύλου φαίνεται κατά πρώτην έποψιν απρεπής και άκαιρος, ανάγκη όμως να ομολογήσωμεν, ότι διαφαίνεται καθ' όλον τον διάλογον τούτον πολλή τέχνη δραματική. Εν πρώτοις, αντί να θέση εις το στόμα της Δυσδαιμόνας κοινάς εκφράσεις θλίψεως και οδυρμούς επί της κινδύνοις του θαλασσοπορούντος Οθέλλου, παριστά αυτήν ο ποιητής ως προσπαθούσαν να διασκεδάση την ανησυχίαν και την ανυπομονησίαν και να υποκρύψη την αδημονίαν αυτής. Και ερωτά ούτω τον Ιάγον τι περί γυναικών φρονεί. Ο δε Ιάγος αποκρίνεται μετά παρρησίας δήθεν και ειλικρινείας, επί σκοπώ να εξαπατήση την Δυσδαιμόναν και τον Κάσιον ως προς το ύπουλον του δολίου αυτού χαρακτήρος. Προσλαμβάνει λοιπόν ύφος στρατιωτικόν δήθεν και εκφράζεται μετά πάσης αυθαδείας, ωσεί μη δυνάμενος να υποκριθή λέγων άλλα ή όσα ενδομύχως σκέπτεται. Οι πρώτοι κατά της Αιμιλίας υπαινιγμοί είναι προοίμιον των γενικωτέρων κατά του ωραίου φύλου προσβλητικών αυτού εκφράσεων. Φαίνεται ωσεί αποστρεφόμενος παν ό,τι επαινετικόν, και προκειμένου περί εκφράσεως της ιδίας αυτού γνώμης αρνείται ευθύς εξ υπαρχής πάσαν αρετήν εις τας γυναίκας. Ούτω δε και ο Κάσιος αυτός εξαπατάται ως προς τον χαρακτήρα του Ιάγου. Η δε Δυσδαιμόνα, όσω ενάρετος και αν υποτεθή, είναι όμως γυνή. Καίτοι ανήσυχος ως εκ της μη αφίξεως του συζύγου αυτής, δεν δύναται να περιστείλη την φυσικήν αυτής επιθυμίαν του ν' ακούση την περιγραφήν αυτής, έστω και εκ χειλέων τοιούτων γενομένην, επί τη ελπίδι, ότι θ' ακούση ίσως εαυτήν υπερυψουμένην. Αλλ' εξαπατηθείσα δεν απελπίζεται, και επιμένει ζητούσα τουλάχιστον εγκώμιόν τι υπέρ της αρετής. Και παρεκτός δε τούτων πάντων, δεν είναι ουδαμώς άτεχνος η αναβολή της επί της σκηνής παρουσιάσεως του Οθέλλου. Ούτως η προσδοκία της εμφανίσεως αυτού υπεκκαίεται, δίδεται δε μεγαλειτέρα εις την άφιξιν αυτού επισημότης.» Ταύτα μεν ο Ιταλός. Ως προς δε το κυνικόν του Ιάγου συμπέρασμα (to suckle fools and chronicle small beer), αγνοώ κατά πόσον πολλοί των Σαικσπειριστών θα παραδεχθώσι την παράφρασίν μου.

(14) Την αυτήν ιδέαν εκφράζει και ο Κορνάρος εν τω Ερωτοκρίτω.

Γροικήσετε του Έρωτος θαυμάσματα που κάνει, εισέ θανάτους εκατόν τους αγαπούν τους βάνει….. Κάνει τον ακριβό 'φθηνό, τον άσχημο ερωτάρη, και κάνει τον ανήμπορον άνδρα και παλλικάρι, τον φοβιτσιάρην άφοβον, πρόθυμον τον οκνιάρη, κάνει και τον ακάτεχον να ξεύρη κάθε χάρι.

(15) If this poor trash of Venice whom I trash κ.τ.λ. Την σημασίαν των κυνηγετικών τούτων όρων ο αναγνώστης δύναται να ίδη εις τας σημειώσεις των Αγγλικών εκδόσεων. Και ενταύθα, ως και εις έτερα τινα τοιαύτα χωρία επροσπάθησα μόνον να διατηρήσω, το κατά δύναμιν, την εικόνα του Άγγλου ποιητού, καίτοι μη ευρίσκων όρους ακριβώς αντιστοιχούντας προς τους του κειμένου.

(16) Τα άσματα, άτινα ο Σαικσπείρος παρενθέτει συχνάκις εις τα δράματα αυτού, δεν είναι πάντοτε ίδια αυτού ποιήματα, αλλά δημοτικά στιχουργήματα, γνωστά ήδη εις τους ακροατάς, χάριν των οποίων έγραφε τα δράματά του εκείνα. Αι δύο στροφαί, την ετέραν μόνον των οποίων μετέφρασα ενταύθα, ελήφθησαν εκ τοιούτου ποιήματος, περισωθέντος υπό του Percy εν τη συλλογή αυτού: Relics of ancient English Poetry. Ούτω και το άσμα της Δυσδαιμόνης εν τη τελευταία σκηνή της Δης πράξεως.

(17) Συνειθίζεται εισέτι, κατ' Άγγλον σχολιαστήν, είς τινας των αρκτικών της Αγγλίας επαρχιών κατά τας νυκτερινάς συναυλίας (waits), αφού οι μουσικοί παιανίσωσι, ν' ανακράζωσι «Καλή ημέρα κύριε ή κυρία δείνα.» Εις δε το επιφώνημα τούτο προσθέτουσι και την ώραν, και οποίος είναι ο καιρός. Φαίνεται, ότι και έκτοτε επεκράτει η συνήθεια αύτη εις την πατρίδα του ποιητού. Μετεχειρίζοντο δε τότε εις τας τοιαύτας συναυλίας αυλούς (hautboys), όργανα άτινα «φυσούν αέρα.»

(18) Ενταύθα γίνεται λογοπαίγνιον επί των λέξεων tale και tail, μη μεταφράσιμον και τούτο.

(19) which doth make the meat it feeds on.

Ότι ο ζηλότυπος εφευρίσκει αφορμάς προς ζηλοτυπίαν.

(20) «Οι συλλογισμοί ούτοι του Ιάγου είναι άξιοι παρατηρήσεως. Το ψεύδος και ο δόλος όσω και αν κατά το φαινόμενον παράσχωσιν ωφέλειαν επί τινα καιρόν, επί τέλους αντί να προάξωσι παρεμποδίζουσι την ευτυχίαν του προσφεύγοντος εις ταύτα. Αυτοί οι εκ του ψεύδους ωφελούμενοι δυσπιστούσι προς τον ψευδόμενον, το δε ψεύδος καταστρέφει την εμπιστοσύνην και ότε είναι τούτο αγάπης απόρροια και απόδειξις. Τούτο δ' εφαρμόζεται εν μέρει και επί συνοικεσίων αναρμόστων, άτινα γίνονται εξ απερισκέπτου γενναιοφροσύνης. Αφού παρέλθη η πρώτη του έρωτος ορμή, επέρχεται η υποψία. Αι δε ορμητικαί εκείναι ροπαί, αφ' ων το πρώτον επήγασε σφάλμα, φέρουσιν εις νέα λάθη, και οι δείξαντες ότι δεν έχουσι την απαιτουμένην φρόνησιν προς χαλίνωσιν των παθών αυτών θα υποπέσωσιν εις την κατηγορίαν, ότι δεν έχουσι και την απαιτουμένην αρετήν, όπως νικήσωσι τα πάθη ταύτα. » Johnson.

(21) Eνταύθα η παρομοίωσις του κειμένου βασίζεται επί εκφράσεων και όρων αναγομένων εις την ιερακοτροφίαν. Η ακριβολογία περί την μετάφρασιν του χωρίου τούτου, δεν ήθελε βοηθήσει τον Έλληνα αναγνώστην προς κατάληψιν της ιδέας του ποιητού, όστις συχνάκις ποιείται χρήσιν τοιούτων εικόνων. Ούτω και η Ιουλιέτα ήθελε να έχη την φωνήν του ιερακοτρόφου, όπως προσκαλέση οπίσω τον ωραίον αυτής ιέρακα. Και οι ημέτεροι δε ποιηταί, οι γράψαντες καθ' ην εποχήν η διά των ιεράκων θήρα ήτο εν χρήσει, συχνάκις αναφέρουσι τους ιέρακας εις τα στιχουργήματα αυτών. Ούτως ο Ερωτόκριτος εξέρχεται

κάθε αυγή και κάθ' αργά 'ς τ' άλογο καβαλλάρης, και με γεράκια και σκυλιά, σαν νάτον κυνηγάρης.

Και εν τη Βυζαντινή δ' εποποιία του Διγενούς Ακρίτα, τη εσχάτως εν Παρισίοις υπό των κ. κ. Σάθα και Legrand δημοσιευθείση, ο πενθερός του Ακρίτα τω προσφέρει μεταξύ άλλων δώρων και «ιέρακας καν δώδεκα μουτάτους.» (στ : 1,395). Άλλως τε εις τους Βυζαντινούς οφείλεται και τούτο το συμπλήρωμα του μεσαιωνικού της Δύσεως πολιτισμού. Ο Jean de Francières ο κατά τον 15ον αιώνα πρώτος γράψας γαλλιστί συστηματικόν ιερακοσόφιον, ομολογεί εν προοιμίω, ότι συνέγραψε τούτο επί τη βάσει του Ελληνικού ιερακοσοφίου του Αγαπητού Κασσιανού. Ο Ρόδιος ούτος διετέλεσε ιερακοτρόφος των μεγάλων Μαγίστρων του εν τη πατρίδι αυτού άρχοντος τότε τάγματος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. (Ίδε Σάθα, Νεοελληνικήν φιλολογίαν, σελ: 109.) Δεν είναι δε, ως φαίνεται, ο Κασσιανός ο μόνος συγγραφεύς ιερακοσοφίων Έλλην. Παρά του Κου Σάθα πληροφορούμαι, ότι διεσώθησαν πολλά χειρόγραφα Βυζαντινών τοιούτων ιερακοσοφίων, άτινα ούτε εδημοσιεύθησαν, ούτε εξητάσθησαν μέχρις ώρας.

(22) Πολλά εγράφησαν περί του χρώματος του Οθέλλου. Το επίθετον χειλάς (thick-lips), διά του οποίου χαρακτηρίζει αυτόν ο Ροδερίκος, ενισχύει προ πάντων τους θέλοντας να παραστήσωσι αυτόν ως καθ' εαυτό Αιθίοπα. Εξ άλλου, η λέξις Μoor, Μαύρος, ισοδύναμος προς το Άραψ ή Μαυριτανός, υποβοηθεί τους διεκδικούντας την καλαισθησίαν της Δυσδαιμόνας και μη ανεχομένους, ότι ο τοσούτον εις εκείνην εμπνεύσας έρωτα ηδύνατο να έχη γνησίαν Αιθίοπος μορφήν. Μεταξύ των τελευταίων τούτων συγκαταριθμείται ο Γάλλος μεταφραστής Francois Victor Hugo, όστις ανακράζει μετ' αγανακτήσεως:

«Όχι! Ό,τι και αν λέγωσιν οι επικριταί εν »Γερμανία και εν Αμερική, δεν ήτο Αιθίοψ ο εραστής της »θυγατρός των Δογών. Επί της ευγενούς του Οθέλλου όψεως »ο Σαικσπείρος επέρριψε το χρώμα της δείλης, ουχί το της »νυκτός!»

(23) Η έλλειψις ιδίας λέξεως εν τη κοινή (ή η άγνοιά μου λέξεως τοιαύτης) προς διάκρισιν του φρύνου από του βατράχου, έστω η δικαιολόγησίς μου δια την ληφθείσαν ενταύθα ελευθερίαν, του να μεταβάλω εις σαύραν τον φρύνον.

(24) Το όνομά μου. Αι πλείσται των νεωτέρων εκδόσεων (λέγει Άγγλος σχολιαστής) φέρουσι: το όνομά της: her name. Αλλ' η τοιαύτη του κειμένου γραφή αντίκειται εις την αληθή του χαρακτήρος του Οθέλλου αντίληψιν. Το αίσθημα της τιμής τω αποκαθιστά αφόρητον την υποψίαν, ότι η σύζυγος αυτού είναι ένοχος. Ουχί της Δυσδαιμόνας το όνομα, αλλά το ιδικόν του αμαυρούται και εξευτελίζεται. Το αίσθημα τούτο, πρώτον ήδη ενταύθα υποδεικνύμενον, επικρατεί μέχρι τέλους, ότε αληθώς λέγει, ότι ουδέν έπραξεν εκ μίσους αλλά τα πάντα υπέρ της τιμής.

For nought I did in hate, but all in honour.

Αναλογιζόμενος ότι το άσπιλον αυτoύ όνομα εμολύνθη, παραφέρεται υπό ακρατήτου μανίας. Εζήτει απόδειξιν. Ότε δε πείθεται, ότι ητιμάσθη, γίνεται άλλος εξ άλλου..

If there be cords, or knives, poison, or fire, or suffocating streams, I' ll not endure it.

(25) Ατυχής και αύτη απόπειρα προς διατήρησιν του ύφους του κειμένου, όπου ο διάλογος βασίζεται επί σειράς λογοπαιγνίων επί της λέξεως lies; he lies= μένει, κατοικεί. Lies = ψεύδη και he lies πάλιν = ψεύδεται.

(26) Το αποστάζον εκ των μωμιών εκχύλισμα εθεωρείτο ως φάρμακον κατά της επιληψίας. Καίτοι απωλέσαν την φήμην της τοιαύτης ιδιότητος, το μυθολογικον τούτο υγρόν, λέγει Άγγλος σχολιαστής, πωλείται όμως εισέτι είς τινα φαρμακεία, οι δε ζωγράφοι εκτιμώσιν αυτό προς χρωματισμόν σκιών.

(27) Ούτω και το δημοτικόν δίστιχον:

«Εσείς οι νέοι τόχετε, το δένδρον ν' αγαπάτε, κι' απόντες φάτε τον καρπόν, το δένδρον λησμονάτε.» (Passow. Disticha Νο 321.)

(28) Ούτω και εν Ερωτοκρίτω (σελ: 241).

«Αν και βαρής 'ς την χέρα σου τόνα δαχτύλι μόνον, γροικάς εις όλον το κορμί το βάρος και τον πόνον.»

(29) Κατ' αρχαίαν Αγγλικήν πρόληψιν, οι κόρακες περιίπταντο άνωθι των οικιών, ένθα μόλυσμά τι υπήρχε.

(30) «Το επιφώνημα τούτο του Οθέλλου μαρτυρεί την δραματικήν του Σαικσπείρου τέχνην. Ότε πρώτον ο Ιάγος (εν σκηνή Γ' της τρίτης πράξεως) προσπαθεί να εξάψη την ζηλοτυπίαν του Οθέλλου, ούτος δε ζητεί αποδείξεις, ο Ιάγος αποκρίνεται, ότι είναι δύσκολον να τω φέρη απόδειξιν οίαν ζητεί, και αν έτι οι δύο ερωμένοι ήσαν

«Ωσάν τους τράγους βιαστικοί, ζεστοί 'σάν τους πιθήκους.»

Αι λέξεις εκείναι αντηχούσιν έτι εις τα ώτα του Οθέλλου, όστις πεπεισμένος ήδη περί της απιστίας της συζύγου αυτού, απέρχεται άλλος εξ άλλου, εκφωνών τας λέξεις ταύτας ωσεί έλεγε: Είχε δίκαιον ο Ιάγος· το βλέπω τώρα, ότι είναι ωσάν πίθηκοι και τράγοι!» Malone.

(31) Η Αιμιλία έχει, ως φαίνεται, την κακήν του ωτακουστείν συνήθειαν. Άλλως θα ηγνόει οποίας λέξεις απηύθυνε προς την ατυχή αυτού σύζυγον ο Οθέλλος.

(32) Εις τας Αγγλικάς εκδόσεις δεν σημειούται ενταύθα νέα σκηνή, ούτε μεταβολή σκηνογραφίας. Αλλ' ο Ιάγος και ο Ροδερίκος δεν ηδύναντο ευκόλως να συναντηθώσιν εντός της κατοικίας αυτής του Οθέλλου, όπως κατ' αυτού συνομόσωσι. Καθ' α παρατηρεί ο Γάλλος μεταφραστής Fr. V. Hugo, η μεταβολή σκηνής διορθοί την δυσκολίαν ταύτην. Δεν ετόλμησα όμως να παραδεχθώ την τοιαύτην διόρθωσιν και να διχοτομήσω την σκηνήν, εναντίον της γενικής των Άγγλων εκδοτών παραδόσεως.

(33) Παρενθέτω ενταύθα τους στίχους του Σολωμού. Διά της μεταφράσεώς του ο μέγας της Ζακύνθου ποιητής έδωκε δια παντός την Ελληνικήν αυτού μορφήν εις το άσμα της Δυσδαιμόνας.

(34) Ο Ιάγος επλήγωσεν εκ προθέσεως τον Κάσιον κατά τον μηρόν, αφού ήκουσεν αυτού λέγοντος, ότι έχει άτρωτον τον θώρακα.

(35) «Ο μονόλογος ούτος αποκαθίσταται σκοτεινός ως εκ της συντομίας αυτού. Η έννοια, νομίζω, είναι η εξής: Ιδού εγώ ενταύθα, λέγει ο Οθέλλος καθ' εαυτόν, καταβεβλημένος υπό φρίκης. Τις ο λόγος της ταραχής μου; Ο δισταγμός μου προς τιμωρίαν της ενόχου; ή ο φόβος μη χύσω αίμα; Ουχί. Δεν με καταβάλλει η πράξις αύτη, αλλά το αίτιον ένεκα του οποίου διαπράττεται!» Johnson. Είς των επιτυχεστέρων κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους διερμηνευτών του προσώπου του Οθέλλου επί της Αγγλικής σκηνής έδιδε, καθ' α πληροφορούμαι, ετέραν εις το χωρίον τούτο εξήγησιν. Εισήρχετο εν τω θαλάμω της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας κρατών κάτοπτρον ανά χείρας. Βλέπων δ' εν αυτώ το μέλαν πρόσωπόν του ανέκραζε: «Το αίτιον! Τούτο είναι το αίτιον!» Επαναλαμβάνων δ' εν τω τρίτω στίχω τας λέξεις ταύτας έρριπτε μετ' απελπισίας το κάτοπτρον κατά γης και συνέτριβεν αυτό.

(36) Αποσπώ την εξής περικοπήν εκ της του Γερβίνου φιλοσοφικωτάτης του όλου δράματος αναλύσεως. «Ο Οθέλλος αποφασίζει τον φόνον της συζύγου του, μεθ' όσης αταραξίας ήθελε καταδικάσει αυτήν εις θάνατον, εάν επείχε θέσιν απλώς δικαστού. Αλλά τούτο δεν καταπνίγει εν αυτώ τα αισθήματα του ανδρός, του συζύγου· ουδέ σμικρύνει την συναίσθησιν της γενομένης εις την τιμήν και εις τον έρωτα αυτού προσβολής. Όπως υπό την ιδίαν αυτού έποψιν εννοήσωμεν τους λόγους της αποφάσεώς του, ανάγκη να αναπολήσωμεν μεθ' οπόσης αυστηρότητος εξετέλει τα προς την εν Βενετία αρχήν καθήκοντα αυτού και μεθ' οπόσης πειθαρχικής αμεροληψίας ετιμώρησε του Κασίου το ατόπημα… Ηθέλησε να παραδειγματίση τον Κάσιον ουχί υπό της οργής κινούμενος, αλλ' υπό της φρονήσεως και υπό του αισθήματος του καθήκοντος. Κατ' εκείνην την περίστασιν, ότε η ψυχή αυτού ούτε υπό έρωτος ούτε υπό ζηλοτυπίας επηρεάζεται, τιμωρεί τον Κάσιον, ως ήδη τιμωρεί την Δυσδαιμόναν. Ναι μεν και τότε και ήδη παροργίζεται. Ήδη πιστεύει, ότι έχει αποδείξεις της συζυγικής της Δυσδαιμόνας απιστίας. Αλλά το καθήκον ουχί η οργή κινεί την τιμωρόν αυτού χείρα. Δεν τον ωθεί, λέγει εν τω μονολόγω αυτού το πάθος, αλλά το αίτιον. Ουδέ τον αναχαιτίζει η σκέψις μη μετανοήση αφού φονεύση αυτήν. Η θέα του κάλλους της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας συγκινεί αυτόν μέχρι δακρύων, αλλά δεν κλονίζει την απόφασίν του. Γοητεύεται υπό ηδυπαθείας ασπαζόμενος αυτήν και αισθανόμενος την ευώδη αναπνοήν, ήτις πείθει σχεδόν αυτόν να θραύση το ξίφος της Δικαιοσύνης, αλλά μένει ακλόνητος. Υψηλή τις Δικαιοσύνη ενυπάρχει εις τα σκληρά αυτού δάκρυα. Η λύπη του είναι καθώς ο Ουρανός· παιδεύει όπου αγαπά.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries. σελ. 542).

(37) Ο Οθέλλος έρχεται με την απόφασιν να μη χύση το αίμα της συζύγου αυτού και πνίγει αυτήν διά του προσκεφαλαίου, διά του οποίου κρύπτει συγχρόνως και το πρόσωπον αυτής, όπως μη το βλέπη και κλονισθή. Αλλά διά να μη προμακρύνηται η αγωνία αυτής, καθόσον δεν είχεν εντελώς θανατωθή διά της ασφυξίας, προσφεύγει εις την μάχαιραν αυτού και την πληγόνει θανασίμως. Αι πληγαί αύται αποκαθιστώσι πιθανήν την προφοράν των λέξεων, τας οποίας προ του θανάτου αυτής λέγει. Άλλως, εάν η πρώτη του προσκεφαλαίου απόπειρα επετύγχανε, δεν ηδύνατο να λαλήση πλέον. Εις τας Αγγλικάς του κειμένου εκδόσεις ουδεμία συνήθως προστίθεται προς τον ηθοποιόν οδηγία μετά τους στίχους τούτους του Οθέλλου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings