← Table of contents
Ο Σινάνης

Front matter

Reading edition

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Certain printing peculiarities such as the possessive pronouns μου, σου, του that were joined with the previous word, have been separated. Also, the letter ς has been converted to στ.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Μερικές ιδιομορφίες στο τύπωμα, όπως πχ οι κτητικές αντωνυμίες μου, σου, του που ήταν κολλημένες στην προηγούμενη λέξη, έχουν διαχωριστεί. Επίσης, το ς έχει αποτυπωθεί ως στ.

Ο Σ I Ν Α Ν Η Σ,

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΠΕΝΤΕ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣΑ ΠΑΡΑ Δ. Κ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.

Omne tulit punctum qui miscuit utile dulci Lectorem delectande pariterque monendo.

Horace

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ Ν. ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. ΟΔΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣ ΑΡΙΘ. 45 1838.

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΟΝΤΑΣ.

ΚΑΘ' ην έδωκα υπόσχεσιν εις το προοίμιον της εκδοθείσης Κωμωδίας μου, η Βαβυλωνία, εξέδωκα ήδη την παρούσαν Κωμωδίαν, ο Σινάνης, ήτις, ελπίζω, ότι θέλει φανή ευάρεστος.

Δεν επροοιμίασα εις αυτήν ουδέν τι, καθότι η υπόθεσις εξ αυτού του ιδίου δράματος διαδηλούται.

Παρακαλώ τους αναγινώσκοντας να μοι παρέξωσι συγγνώμην δια τας ελλείψεις της, υπισχνούμενος να τους ευχαριστήσω έτι μάλλον με άλλας ακολούθως εκδοθησομένας αστειοτέρας Κωμωδίας.

Ο Συγγραφεύς Δ. Κ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ.

Τ Α Π Ρ Ο Σ Ω Π Α Τ Ο Υ Δ Ρ Α Μ Α Τ Ο Σ

ΣΙΝΑΝΗΣ, γέρων πλούσιος και φιλάργυρος. ΜΟΥΖΑΝΑΣ, υπηρέτης του Σινάνη. ΡΟΔΑΝΗΣ, εμπορομεσίτης ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΣ, τραπεζίτης. ΦΟΝΤΑΝΕΛΛΗΣ, ιατρός. ΑΝΘΗ, νέα άσωτος, και σύζυγος του Σινάνη. ΧΑΪΔΩ, υπηρέτρια της Ανθής. ΒΙΤΩΡΙΑ, αδελφή της Ανθής. ΓΙΟΡΔΑΝΗΣ, αδελφός της Ανθής. ΜΠΑΛΑΣΗΣ, θείος της Ανθής. ΝΑΡΚΙΣΣΙΔΗΣ, εραστής της Βιτώριας. Φαρμακοπώλης, μπαρπέρης, και τέκτων (έξωθεν)

Φίλαι της Ανθής έξωθεν. ΕΛΕΝΗ. ΑIΚΑΤΕΡΙΝΑ. ΜΑΡΩ. ΧΡΥΣΗ. ΑΡΓΥΡΩ. ΤΖΑΤΖΑ ΚΑΣΣΟΥ.

Φίλοι της Ανθής έξωθεν. ΜΑΧΙΔΗΣ. ΑΝΤΙΟΧΙΔΗΣ. ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ. ΧΑΙΡΕΙΑΔΗΣ. ΠΑΤΖΙΔΗΣ.

Η σκηνή εν Σοπολίοις των Αθηνών.

Π Ρ Α Ξ I Σ Α'.

Σ Κ Η Ν Η Α'.

(Ο Σινάνης λογαριάζει την κατάστασίν του).

Ο Σινάνης μόνος.

Σιν. Τόσα χρόνια πολεμώ απάνου κάτου για να καζαντήσω πέντε παράδες· ό,τι μπόρεσα έκαμα, άμμα λογαριασμό ακόμα δεν είδα πόσο βιος έχω· τώρα πγια αλισβερίσι κόπηκε, κανένας ντεν έρχεται να πάρη δανεικά, και να γυρέψη κιόλας ποιος τ δίνει, γιατί δίνει με χέργια του και πέρνει με ποδάργια του …. απ' έκει πρέπει να τρέξη στα δικαστήρια, να γυρεύη συνηγόρους μηνηγόρους, και για να πάρη δέκα, πρέπει να ξοδιάση εκατό…..όχι, όχι.. πγια δε δανείζω· θα κυττάξω λογαριασμό μου, να δγιω πού περπατώ· (λογαριάζει·)

Βενέτικα ….. 400,000 Μαντζάρικα …. 150,000 Ντοπλόνια …. 20,000 Τάλλαρα …..60,000

Λουίτζια, Μουίτζια. Σοφορίνια Μοφορίνια, Ρουπιέδες Μαχμουτιέδες τάλαρα, φηλάν φαλάν, ουφάκ τεφέκια, έμεν έν μιλιούνι βενέτικα κοντεύει … έχ' ο Τεός … ακόμη τα καζαντήσουμε…. άμμα κάτα άτρωπο δε δανείζω πγια, να σκάση…..

Σ Κ Η Ν Η Β'.

(Ο Μουζάνας ακούων όλα αυτά έξωθεν, κτυπά την θύραν με βίαν)

Μουζάνας και ο Σινάνης.

Μουζ. (κτυπών την θύραν) αφέντη, αφέντη!!

Σιν. Κάρναξι κιοπόγλου…..

Μουζ. Αφέντη αφέντη, άνοιξαι ….

Συν. Έι μπρε, τι τέλεις; (ανοίγει·)

Μουζ. Δεν τρώτε σήμερα τίποτες;

Σιν. Εγώ τρεις μέραις τώρα νηστεύω· δε ξέρεις εσύ;

Μουζ. Το ξεύρω αφέντη· μα γιατί νηστεύτε;

Σιν. Μισέ Ροδάνη τα κάμη εμένα σήμερα ζιαφέτι … ντεν ήρτε ακόμα; έχει εκατό λογιού φαγιά, εγώ μαξούς νηστεύω τρεις μέραις για να φάγω, που να μην πεινάσω δεκατρείς.

Μουζ. (Καθ' εαυτόν) κακός περίδρομος να σε κόψη μπρε διαβόλου φιλάργυρε …. μα αφέντη εγώ πεινώ, τρεις ημέραις δεν έφαγα κι εγώ,

Σιν. Αμέ ξερά ψωμιά ήτανε ζεμπίλι μέσα, τι γενήκανε για;

Μουζ. Τ' άφαγα.

Σιν. Ούλα; καλά που δεν έσκασες ….

Μουζ. Εκείνα δυο κομματάκια ήτανε μουλχιασμένα …. πεινώ αφέντη, πεινώ ….

Σιν. Ένα σουρί ψωμιά έφαγες, κ' ακόμα πεινάς; να δυο παράδες να πάρης ενού παρά ψωμί, κ' ενού παρά τυρί να φας.

Μουζ. Αφέντη δε με φτάνει….

Σιν. Έι, τέλεις να φας κ' εμένα; άιδε πήγαινε ….

Μουζ. Η πόρτα χτυπάει ….

Σιν. Ανοιξε να δγιούμε ποιος είναι ….

Μουζ. Ο μισέ Ροδάνης ….

Σιν. Φέρε μπινίσι μου γλίγορα…..

Σ Κ Η Ν Η Γ'.

Ο Ροδάνης, ο Σινάνης, και ο Μουζάνας.

Ροδ. Δούλος σας αφέντη ….

Σιν. Δούλος σας, μισέ Ροδάνη …

Ροδ. Ξέρετεν ίντ' άρτα να σας πω;

Σιν. Όγιεσκαι….

Ροδ. Θυμούστεν π' ούπαμεν την προχθές να φάμεν σήμερις αντάμα;

Σιν. Έι!!

Ροδ. Κι έν ηξέρετεν ….

Σιν. Τι;

Ροδ. Σήμερις το πουρνό η σκλάβα σας ανημπόρεψεν, κι απόμεινεν το τραπέζι… κ' ίντα φαγιά σας είχα να σας χαρώ … ίντα πράματα, που στη ζήσι σας έν τα φάγετεν.

Σιν. Έι ύστερα; τώρα άρρωστη είναι νοικοκαιρά σου;

Ροδ. Άρρωστη, κι άρρωστη …

Σιν. Ντε φώναζες ένα γιατρό; άδαμ…..

Ροδ. Κι έν ήφερα τρεις, κ' έν ήκαμαν τίποτις;

Σιν. Δικό μας γιατρό να στείλουμε .. μουσιού Φουντανέλα, μάνη μάνη να γιατρέψη …

Ροδ. Έν είν πράμα …. έν ηξέρει τίποτις …. και τούτη έν είν' αρρώστια από εκείναις που ξέρετεν …

Σιν. Και τώρα ντε τα φάμε σήμερα;

Ροδ. Όσκαι … άλλη καμμία μέρα να δγιούμεν.

Σιν. Κρίμας και γώ κάτουμαι νηστικό τρεις μέραις, και καρτερώ ζιαφέτι …. τώρα αρτίκ τ' όπατα που τ' όπατα … έι .. τίποτες φαγιά μισοψημένα μισοφκιασμένα ντεν είναι να φκιάσουμε εδώ;

Ροδ. Όσκαι να σας χαρώ .. σαν ανημπόρεψεν πλια η σκλάβα σας, πομείνανε όλα έρημα….

Σιν. Ας κουρεύεται πγια, τι τα κάμουμε τώρα για;

Ροδ. Ας πομείνη γι άλλη μέρα … δούλος σας (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Δ'.

Ο Σινάνης και ο Μουζάνας.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Μισέ Ροδάνη έφκιασε παιχνίδι …. τρεις μέραις άφηκε νηστικό …. πέτανα πγια απέ την πείνα …. τρίω μερώ φαγί μια κοπανιά τα φάγω τώρα …. χάιδε πγια, γένηκε που γένηκε …….(προς τον Μουζάναν) Μουζάνα!

Μουζ. Τι ορίζετε;

Σιν. Τρέχα να πάρης γλήγορα δυω παραδιώ πατζά και δυων παραδώ ντζιγιέρι τηγανητό, γιατί πέτανα απέ την πείνα … τρέχα …

Μουζ. Δόμτε παράδες ….

Σιν. Αίδε τώρα βερεσιέ πάρε, δεν έχω χαλασμένα …. ακόμη, εδώ είσαι;

Μουζ. Δε με δίνουν, αφέντη …. (καθ' εαυτόν) του διαβόλου ο φιλάργυρος· ποτέ δεν τον είδα να χαλάση γερά.. προσμένει να τον φέρουν ψιλούς παράδες από τα διάφορα να ξοδεύση … να, να πάρ' ο διάβολος τη φιλαργυρία σου!!!…. (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Ε'.

Ο Σινάνης μόνος.

Σιν. Τι καλό είναι να τρώη κανείς χάρισμα!! .. άμα τώρα γένηκε αρτίκ … όχι άλλο … (περιπατών πλησιάζει εις ένα παλαιόν καθρέπτην) όλαν !!! μουστάκια μου γένεια μου παμπάκι κοπήκανε …. πότε ασπρίσανε για; εγώ ταρούσα νιός είμαι ακόμα … μπρε μπρε, μπρε ούλα άσπρα είναι, αδάμ .. μια τρίχα μπιλέμ μαύρη δεν έχω …ύστερα; (πόρτα χτυπάει .. . Μουζάνα είναι .. πατζά έφερε …)

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Ο Σινάνης ο Καλαμπάκος, και ο Μουζάνας.

Καλ. Αφέντη σας προσκυνώ.

Σιν. Βάι κύριο Καλαμπάκο … Άδαμ, τι γένηκες; πολύν καιρό έχω να σε δγιω ..

Καλ. Είχαμαν παραδέρματα αυταίς της μέραις, τρέχαμαν απάν κάτ' και χαλεύγαμαν τζουρούτκα, κ' ήρτα να δγιω μπα και ν' άχαταν καμπόσα να μας δόσεταν

Σιν. Τι τα πη τζουρούκικα; σάπια πράματα;

Καλ. Όγιεσκαι … γρόσια κάλπικα, φλουργιά ξίκκικα, σαν τέτοια …

Σιν. Εγώ ούλα σωστά φλουργιά έχω, κάλπικο ντεν έχω … ούλα γερά είναι …

Καλ. Γερά δε θέλω … αλήθεια, αφέντη …. θα σας ρωτήσω χωρίς να σας κακοφανή;

Σιν. Ορίστε …

Καλ. Κάτ' στον καθρέφτ' εκυττάζαταν … τι τρέχει;

Σιν. Κύτταξα τρίχες μου βαμπάκι κοπήκανε μια κοπανιά, και με φάνηκε παράξενο που γέρασα άξαιφνα …

Καλ. Και πόσω χρονών είστε;

Σιν. Τριάντα πέντε, εχ, εχ, τριανταέξη …

Καλ. (χωρίς τα καλοκαίρια) Τι λέτε; εγώ σας θυμούμαι π' ουρχέστανε στον παραφέντη μ', και είχαταν άσπραις τρίχες, κι' εγώ είμνα πδι …

Σιν. Γιαγνίσι έχεις ….

Καλ. ας είναι δα … θα σας ρωτήσω ακόμα ένα…

Σιν. Ρώταμε, (καθ' εαυτόν) πέτανα απ' την πείνα …

Μουζάνα δε φάνηκε· στα μάτια έκαμα σαν άλογο..

Καλ. Δεν παντρευτήκαταν ακόμα;

Σιν. Όχι …

Καλ. Αμ γιατί;

Σιν. Έτζι … (καθ' εαυτόν) πείνασα, κιαυτός παντρειά με λέγει ..

Καλ. Και δε θα παντρευτήτε;

Σιν. Αν εύρω νοικοκαιρά …

Καλ. Και χάθηκ' ο κόσμος;

Σιν. Δε χάθηκε, άμμα εκείνο που τέλω γω, ντε βρίσκω..

Καλ. και πως την θέλεταν;

Σιν. Όμορφη σαν το μάλαμα, ζαρίφισσα, αρχόντισσα, νοικοκαιρά, έναν παρά δέκα να κάμη ..

Καλ. Και δε σας εφέρανε ως τώρα καμμιά τέτοια;

Σιν. Ου!! πολλαίς!!! εγώ ντεν ετέλησα … (καθ' εαυτόν) έτζι ιψέματα το λέω …

Καλ. Εγώ να σας βρω καμμία καλή, την πέρνεταν;

Σιν. (βλέπει τον Μουζάναν ερχόμενον) Ιστέκα να φάω πρώτα, γιατί πεινώ σα σκυλί.

Μουζ. Αφέντη πατζά δεν ηύρα, και σας πήρα σκιεμπέ ..

Σιν. Καλό είναι … φέρε τώρα φέρε ….

Καλ. Την ομιλίαν μας ….

Σιν. Ιστέκα να φάω πρώτα, κ' ύστερα …

Καλ. Τώρα πηγένω κ' έρχομαι μάτα … δούλος σας …

(αναχωρεί …)

Σιν. Στο καλό … αύριο καρτερώ …

Σ Κ Η Ν Η Ζ'.

Ο Σινάνης μόνος ε σ θ ί ω ν .

Σιν. Μπρε τούτος καλά λέει να πανδρευτώ …αμέ που τ' αύρη γυναίκα σαν εκείνη που τέλω γω; τούτος κόσμο γυρίζει ούλη μέρα, έλμπετ' κάτι τ' αύρη … αν εύρη καμμιά καλή, αρτίκ παντρεύουμαι, κι ό,τι γέν' ας γένη … ένα κακό μοναχά, π' ούναι τρίχες μου άσπραις κατάσπραις …. άτζαμπα να μπογιαδίσω δεν γένεται; … μπογιά ποιος να φκιάση για; … χαχ .. ήρτε στο νου μου … γιατρό δικό μου σινιόρ Φουτανέλλα, τζαρές ντεν είναι, τα ξέρει μπέλκιμ, να φωνάξω … (προς τον Μουζάναν) Μουζάνα!

Μουζ. Ορίστε;

Σιν. Πήγενε να φωνάξης γιατρό δικό μας ν' άρτη τώρα έμεν γλίγωρα·

Μουζ. Και τι έχετε! σε καλό· είστε άρρωστος;

Σιν. Έμεν φέρτονα εσύ, κι ό,τι τέλεις πέστονα άιδε τώρα …. τρέχα …

Μουζ. Ευθύς τώρα … (αναχωρεί.) καθ' εαυτόν τι διάβολο έπαθε τούτος; αυτός είναι σαν γουρούνι· τον ιατρόν τι τον θέλει; φαίνεται κανένας κολυκόπονος τον έπιασε από την νηστείαν, άφευκτα άφευκτα · τούτο είναι …

Σ Κ Η Ν Η Η'.

(Ο Μουζάνας εξερχόμενος απαντά τον Φοντανέλλην·)

Μουζάνας και ο Φοντανέλλης.

Μουζ. Εξοχώτατε, σας προσκυνώ …

Φον. ω φίλο δικό μου Μουζάνα, και πώς; και πώς; έκω πολύ καιρό κε ντεν είδα εσένα!! — τι κάνει; καλά;

Μουζ. Καλά είμαι, μόνον ο αφέντης μου δεν μπορεί, και σας ζητεί να κοπιάσετε να τον ιδήτε.

Φον. Και ποιο είναι αφέντη δικό σου τώρα;

Μουζ. Ο Χωτζά Σινάνης ο σαράφης…

Φον. Ου, εκείνο το αβάρο ντιάβολο ακόμα κε είναι αφέντη ντικό σου; για κείνο και ντεν έχει εσένα φίλο δικό μου, νιάνκα ένα καμίζα, νιάνκα ένα πανταλόνε … κε τι έκει αφέντη δικό σου;

Μουζ. Δε ξέρω … έτρωγε, και στο φαγί επάνω μ' εφώναξε με βίαν, και με είπε να σας πάρω να πάμε …

Φον. α … κατάλαβα, κόλπο και έπεσε αφέντη δικό σου..

Μουζ. Μακάρι, δεν ξέρω εξοχώτατε, γιατί είχε να φάγη τρεις μέραις.

Φον. Τρία μέραις κε δεν έφαγε; δούνκε είναι άρρωστο καλά ….

Μουζ. Όχι … δεν έφαγε τρεις ημέραις διότι τον είχαν καλεσμένον να τον κάμουν το γεύμα και δεν έφαγε.

Φον. Α τώρα κατάλαβα … έφαγε πολύ, κε ντεν ευγήκε δι κόρπο τρία μέραις; ε δούνκε είναι κακά … ε και να φωνάζης ένα σπετζιάλε να το πέρνη ένα σερβιτζιάλε, κι ένα μπαρμπιέρο να το πέρνη είκοσι αβδέλλα και το λαντζέτα .. κε πρέπει να πάρουμε μαζή, φίλο δικό μου, κε αφέντη δικό σου δεν παγαίνει καλά.

Μουζ. Ορισμός σας· εγώ πηγαίνω να ετοιμάσω αυτά, κ' η εξοχότης σας κοπιάστε στο σπίτη. (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Θ'.

(Ο ιατρός εισέρχεται εις επίσκεψιν) Φοντανέλλης και ο Σινάνης

Φον. Αδίο αφέντη δικό μου, κωτζά Σινάνη, τι κάνει; καλά;

Σιν. Βάι, βάι, σινιόρ Φουντανέλλα, εξοχώτατε, καλώς ορίσετε, καλώς ορίσετε.

Φον. (καθ' εαυτόν) Και πολύ κομπλιμέντι, πολύ κατεργαρία είναι … τούτο αβάρο διάβολο σάνκε έκει μπιζόνιο όλο είναι γιομάτο κομπλιμέντι … (προς τον Σινάνη) ω φίλο δικό μου, ύστερα κε ένα κρόνο κε δε γλέπω εσένα, είναι καλά;

Σιν. Καλά, καλά …

Φον. (Καθ' εαυτόν) ε κε διάβολο … τούτο βεραμέντε κε δεν έκει τίποτες, είναι σαν κε σίδερο … κοσπέτο δι πάκκο … ώ πέρ διάνα … κι εγώ ορδινάρισα σερβιτσιάλε, και μπαρμπιέρο … ντε σέρω τι να πω σαν και έρτη τώρα … μπιζόνιο να το αραντζάρω το δουλειά … (προς τον Σινάνην) ε δούνκουε αφέντη δικό μου, τι έκει ούνα βόλτα κε δεν είναι άρρωστο;

Σιν. Σε τέλω να με δώκης μια πογιά, να βάψω μουστάκια μου που ασπρίσανε μια κοπανιά…

Φον. α τέλει δούνκουε κολόρο, κε να κάμη μουστάτζιο δικό σου νέρο;

Σιν. Ναίσκε.

Φον. Και τώρα τυμήτηκε φίλο δικό μου σάνκε το γέρασε πολύ πολύ; βάρδα και τα παντρεύεται φίλο δικό μου;

Σιν. Ένα τέτοιο πράμα …

Φον. Ω εγώ και να το κάμνω ένα κολόρο να γένεται μουστάτζιο δικό σου σαν παλλικάρι· μα πόι κοστάρει· πολύ το κολόρο …

Σιν. Ως πόσα;

Φον. Εικοσιπέντε τζικίνια βενετζιάνικο …

Σιν. Ω πολύ, πολύ!!

Φον. Ε δούνκουε σαν και τα τέλει να γένεται τζοβενότο, μπιζόνια και να σοδιάζη τζικίνια … [καθ' εαυτόν] τώρα είναι καιρό και να κάνω φουρτούνα απέ τούτο το αβάρο διάβολο …

Σιν. Με δυο βενέτικα δε γένεται;

Φον. Δίο γκουάρδι ….

Σιν. Αμέ με πόσα το κάτου κάτου;

Φον. Σάνκε τέλει μια φορά, για κατήρι δικό σου, είκοσι τζικίνια παρακάτου δε γένετε …

Σιν. Φκιάστο δα, και να δγιούμε …

Φον. Και να το δίνη τζικίνια, και να το φκιάνω πόι …

Σιν. Να πέντε βενέτικα, και πάλαι …

Φον. Αλμένο, αλμένο δέκα τζικίνια να το δίνη καπάρο και τ' άλλα ύστερα …

Σιν. [καθ' εαυτόν] Ωχ!! πολύ ακριβά γυρεύει ο διάβολος!!! .. άμα τι να κάμω; τα δώσω δέκα, ύστερα δε δίνω τίποτες … [προς τον ιατρόν] ορίστε σινιόρ Φουντανέλλα δέκα βενέτικα, άμμα να σε δγιω πγια τι μπογιά τα με φκιάσης ..

Φον. Ω μη σε κόφτει αφέντη δικό μου, και να το φκιάνω ένα κολόρο σαν και καρπόνε … αδίο [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η Ι'.

(Ο Μουζάνας εισέρχεται συνωδευμένος με τον φαρμακοπώλην, και τον μπαρμπέρην)

Μουζάνας, Σινάνης, Φαρμακοπώλης, και ο Μπαρπέρης

Μουζ. Σταθήτε εδώ να δγιω αν ήναι έτοιμος … [προς τον Σινάνην] αφέντη, είσθε έτοιμος;

Σιν. Τι; να φάγω κι άλλο;

Μουζ. Όχι· να σας βάνουμαι το σερβιτζάλι, και της αβδέλαις που παράγγειλεν ο ιατρός.

Σιν. Τι λες μπρε κιοπόγλου; τι σερβιτζιάλι, και αβδέλες με λες;

Φαρ. [παρουσιάζεται με το σερβιτζιάλι εις τας χείρας] Εκρύωσε το σερβετζάλι αφέντη, ετοιμαστήτε …

Σιν. Όξου, όξου … εγώ ντεν έχω σφίξι να με βάνης γλυστήρι …

Φαρ. Ο ιατρός σας έτζι επρόσταξε …

Σιν. Φεύγ' απ' εδώ λέω … [προς τον Μουζάναν] μπρε ήτ' ογλού, εγώ γλυστήρι σε παράγγειλα να φέρης, γιόξαμ γιατρό να φωνάξης;

Μουζ. Έτζι με είπε ο γιατρός …

Μπαρ. [παρουσιάζεται με τας αβδέλλας εις τας χείρας] Κοντεύουν να ψοφίσουν η αβδέλλαις, έλα, ποιανού θα της κολλήσουμε; βιάζουμαι, γιατί τ' αργαστήρι μου τ' άφηκα μονάχο …

Σιν. Τούτος τι είναι πάλαι; εσύ τι τέλεις μπρε;

Μπαρ. Να σας βάλω της αβδέλλαις όπου είπεν ο γιατρός σας …

Σιν. Ποιόνα να της βάνης;

Μπαρ. Της αφεντιάς σου …

Σιν. Εγώ είμαι καλά … όξου, όξου, βάι κιοπόγλου Μουζάνα … ούλα εσύ τα κάμεις … [προς τον Φαρμακοπώλην και Μπαρμπέρην] άιδε τζάνουμ … κόπιασε στο καλό, εγώ καλά είμαι, σαν το ρεπάνι γερός είμαι .. μηδέ γλυστήρι τέλω, μηδέ αβδέλαις … άιδε στο καλό …

Φαρ. ) Μπαρ.) Πληρώστε μας…

Σιν. Εγώ δε σας φώναξα· [προς τον Μουζάναν] βρε κιοπόγλου ντε μιλάς; ντε βγάνεις όξου; τι κυττάζεις σα βόδι;

Μουζ. Πληρωμή θέλουνε ….

Σιν. Πλέρωσε ντε … απ' τη σακκούλα σου τα πλερώσης.

Μουζ. [Καθ' εαυτόν] από τα πολλά που με δίνεις … [προς τους δύο] κοπιάστε και τώρα έρχομαι στα εργαστήρια σας …

Φαρ. Εγώ πίσω δεν το πηγαίνω το σερβιτζιάλι … εδώ θα το χύσω … [σφίγγει την σύριγγα].

Σιν. Όξου, όξου … εφ … βρώμισες κόσμο, βάι!! γιατί έχυσες άδαμ; εφ …. ούλα Μουζάνας έκαμε τούτα …έννοια σου κιοπόγλου .. εγώ σε φκιάνω·

Μπαρ. Κι εγώ της αβδέλαις πίσω δεν της πηγαίνω…..

[τας χύνει.]

Σιν. Μη, μη, μη … τον κόσμο τα πιάσουνε τώρα … μάζωξε τζανούμ, μάζωξε ..

Μπαρ. Με πλερώνεις;

Σιν. Αμάν, μάζωξε, πλερόνω … να να να, μια στα ποδάργια μου κοντά περπατεί· [φεύγει ολίγον] πιάσαι πιάσαι· να ένα γρόσι, πιάσαι και την άλλη …

Μπαρ. Ε τώρα της μαζώνω [τας συνάζει.]

Σιν. Κοπιάστε στο καλό, φταίξιμο ντικό σας ντεν είναι … εγώ ηξέρω ποιος φταίει … μπελά μου ηύρα σήμερα … [προς τον Μουζάναν] βρε Μουζάνα, φύγανε;

Μουζ. Φύγανε, φύγανε …

Σιν. Βρε μασκαρά, εγώ γιατρό σε είπα να φέρης, γιόξαμ Σπετζιάρη, Μπερμπέρη, συρίγγες αβδέλλαις; έννοια σου κιοπόγλου κιοπέκ!

Μουζ. Εγώ δε φταίγω … ο γιατρός σας.

Σιν. Διάβολος να πάρη και σένα και γιατρό μαζή …. άιδε γκρεμίσου, να μη δγιούνε μάτια μου εσένα πγια.

Μουζ. Ορισμός σας αφέντη [αναχωρεί].

Σ Κ Η Ν Η ΙΑ'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Καλαμπάκος.

Σιν. Κεφάλι μου καζάνι κόπηκε .. Μπερπέρι, Σπετζιάρη έφερε Μουζάνας· έδιωχνα εγώ τώρα, άμμα πιο φτεινό δούλο δε βρίσκω … τώρα μπογιά παράγγειλα .. κομμάτι ακριβό είναι αμά τι τα κάμω πγια .. άλλα γρόσια δε δίνω γιατρό.

Καλ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Αυθέντα δούλος σας.

Σιν. Πολύ άργησες άδαμ, τι γένηκες; μάτγια μου στο δρόμο απομείνανε.

Καλ. Παράδερνα χαλεύωντας για να σ' ούβρω γυναίκα.

Σιν. Ηύρες; άφεριμ. λέγε να δγιω.

Καλ. Σ' ούβρικα μια καλή, όμορφη, φτωχούλα.

Σιν. Όχι όχι.. φτωχή δε τέλω, συκόνει μύτη της απάνου.

Καλ. Άλλη μια αρχοντοπούλα εύμορφη μα ψύχα, ψύχα της πονούν τα μάτια.

Σιν. Σακίν μπας κ' είναι τζιμπλού; ντε τέλω.

Καλ. Άλλη μια καλή, μα ψύχα μεγάλη.

Σιν. Πόσω χρονώ είναι;

Καλ. Σαράντα πέντε απ' αύτου κι απ' αύτου:

Σιν. Γριά είναι άδαμ .. όχι τζάνουμ. όχι! τέλω νια, όμορφη, νοικοκαιρά, αρχόντισσα

Καλ. Αμ άφκε να παραδείρω κι αλλού σιά κείθε κατά τον αρχοντομαχλά

Σιν. Χα … ναι εκεί που είναι ούλο ψιλολογιά.

Καλ. Πάγω τώρα… άμ' δε μ' δίνεις ψίχα ψλούρα;

Σιν. Τι τα πη ψιλούρα;

Καλ. Παράδες.

Σιν. Σαν εύρης γυναίκα κ' ύστερα, δίνω

Καλ. [καθ' εαυτόν] Αι βρε διαβόλου τζιμπούρ … χαντάκωμα π' ούθελες να σε ξεράχιαζε κανείς κείθε κατά τα μέρη μας, να σ' κάμ' να δγης τ' άστρ' ανάποδα· (προς τον Σινάνην) δούλος σας αφέντη … και ταχιά σ' ούρχομαι. (αναχωρεί·)

Σιν. Στο καλό, στο καλό.

Σ Κ Η Ν Η ΙΒ'.

Ο Σινάνης μόνος έπειτα ο Ροδάνης

Σιν. Καλαμπάκος γυναίκα ντε τα μ' εύρη .. άλλη πόρτα να χτυπήσω· τέτοιαις δουλειαίς γυναίκες της κάμουνε … εγώ γυναίκα καμμιά τέτοια δε γνωρίζω .. τι να κάμω αρτίκ; πγια ό,τι είναι κισμέτι τα γένει.

Ροδ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Κ' έν ιξέρω τι ώρα ν' άναι για να σας χαιρετήσω.

Σιν. Μεσημέρι κοντεύει.

Ροδ. Επεινάσετεν μοιάζει.

Σιν. Πείνασα για!!! δικό σου ζιαφέτι πότε τα φάμε; .. να Μουζάνα κάκιωσε, ντεν έρχεται πγια.

Ροδ. Μπα και τον διώξετεν;

Σιν. Ντεν έδιωξα, μάλωσα κομμάτι.

Ροδ. Και τον έχετεν πολύν καιρό;

Σιν. Τριάντα δύω χρόνια.

Ροδ. Γέρασεν ο κακόσορτος να σας δουλεύγη.

Σιν. Εγώ έστειλα γιατρό να φωνάξη Φουντανέλλα, εκείνος έφερε Σπετζιάρη με συρίγγα, Μπερπέρη με αβδέλλαις … λοής κοπής μασκαραλίκια έκαμε σήμερα.

Ροδ. Κ' ήσασταν άρρωστος άματις;

Σιν. Όχι.

Σοδ. Αμ' ίντα τον εθέλατεν το γιατρό;

Σιν. Αλλο πράμα ήτελα.

Ροδ. Κι έμου το λέτεν;

Σιν. Σε το λέω (με χαμηλωτέραν φωνήν) άδαμ, κομμάτι μπογιά παράγγειλα που βάφουνε μουστάκια.

Ροδ. Και θα βάφτεν τώρη τα μουστάκια σας;

Σιν. Ασπρίσανε … ντε γλέπεις;

Ροδ. Μπα κ' ηβάλετεν στο νου σας να βλογηθήτεν καμμιά;

Σιν. Ένα τέτοιο πράμα.

Ροδ. Ελάστεν στο νου σας .. τώρη πλια θα παντρευτήτεν;

Σιν. Αμέ τι να κάμω; ακόμα νιος είμαι … τι κυττάζεις; μουστάκια μου ασπρίσανε; σόι μας τ' όχει.

Ροδ. Κι είστεν πολλώ χρονώ;

Σιν. Ως τριανταπέντε.

Ροδ. Τριώ χρονών ήσαστε μαθές όντας πήρετεν το Μουζάνα;

Σιν. (καθ' εαυτόν) Μ' έπιασε χιώτη … (προς τον Ροδάνην) τι τέλεις τώρα ψιλό λογαριασμό! τριάντα πέντε χρονώ είμαι, Μουζάνα ξεμουζάνα πότε πήρα μη γυρεύης αρτίκ.

Ροδ. Ας κουυρεύγιεται δα τώρη!!! έχετεν καμμιά στο χέρι;

Σιν. Δεν έχω, άμμα κοντεύω ν' αύρω.

Ροδ. Και που κυττάξετεν;

Σιν. Ένας φίλος έταξε να μ' εύρη μια κατώς τη τέλω.

Ροδ. Και πώς τη θέτεν; νια, γρα, μεσόκοπη;

Σιν. Όχι γριγιά!!! τέλω νια, όμορφη, αρχοντοπούλα, νοικοκαιρά.

Ροδ. Κι εγώ πήρα φάλλος … να με συμπαθήστεν! και πρέπει σας στην πίστι μου τέτοια νια σαν τον ήλιο, καθώς είστεν κι εσείς, κι αρχοντοπούλα, και νοικοκιουρά … και ξέρετεν ίντα πράμα θ' άστεν; ο κόσμος εσάς θα κυττάζει για θάμα … να χαρώ την τζάτζα μου … θέτεν άματις να κυττάξω κι εγώ μπα και σας βρω καμμιάν από τέτοια σόρτε;

Σιν. Τι σόρτε;

Ροδ. Απ' εκείνην π' ούπατεν … νια, γυαλιστήρα, αρχόντισσα, και νοικοκιουρά … ε μ' ούπετεν έτζι μαθές;

Σιν. Ναίσκε …. αμμά κομμάτι γλίγωρα … κι άλλος φίλος τα κυττάξει, να ντγιούμε ποιανού τε ν' άναι καλήτερη.

Ροδ. Έννοια σας, κι εγώ θα βάλω τα γυαλλιά μου να σας βρω 'ναν πράμα που να μην τ' όδατε ποτέ σας.

Σιν. Καλό; ε!

Ροδ. Ίντα λέτεν καλέ; και να δγήτεν που μ' όρχεται στο νου μου ένα … [συλλογίζεται ολίγον] ένοια σας .. αφήτεν .. και πάγω τώρη ίσα κει· έχετε για. |αναχωρεί βιαίως].

Σιν. Να σε δγιω μισέ Ροδάνη … να μη κάμη σα ζιαφέτι, κ' άφηκες τρεις μέραις νηστικό, κ' ύστερα βγήκε κούφιο!!!

Ροδ. [κινών την χείρα] Όσκαι … άλλ' ον τούτο, κι άλλ' ον 'κείνο.

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Ροδάνης μόνος

Ροδ. [καθ' εαυτόν] Καλέ γλέπετεν μια βολά του διαβόντρου το γέρω Σινάνη που θε να παντρευτή, και γυρεύγει και νια, και γυαλιστήρα κι αρχόντισσα; για τα γαρούφαλα τον έχω … κ' ίντα όμορφα που θα του τα φορεί!!! έν ηξέρω πού να του βρω καμμιά που να του φα και το βιος, να του πιπιλήση και το νου!!! τούτος κουζουλλάθηκεν, πρέπει ν' άναι και ογδόντα εννιά χρονώ … ε γλέπετεν; γυρεύγει και μπογιά να βάψη τα μουστάκια του … εδώ 'ναι δουλειά να φα κανείς όσα θε, μα που να του τη βρη; πάγω άματις να γυρίσω μια βόλτα, μπα και λάχει στη σόρτε μου καμμιά λουλούδα … έλα Χριστάκι μου, ν' ανοίξ' η σόρτε των παιδιώ μου. (αναχωρεί.)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Α'. ΠΡΑΞΕΩΣ.

Π Ρ Α Ξ Ι Σ Β'.

Σ Κ Η Ν Η Α'.

(Η Ανθή εξυπνώσα από τον ύπνον περί την μεσημβρίαν· έπειτα η Χάιδω.)

Ανθ. (Καθ' εαυτήν· ξύουσα ενίοτε την κεφαλήν, και ενίοτε το σώμα της·) Ω καϊμένη εγώ… μεσημέρι γένηκε.. για τούτο πείνασα… και τι να φάγω σήμερα; παραδάκι δε φυσώ… πώς θα γένει το χάλι μου δεν μπορώ να καταλάβω… καταχρεωστώ τον κόσμον… δεν μ' έμεινε άλλο τίποτε, ειμή μόνον αυτό το ρημάδι το σπήτι… αν το πουλήσω και αυτό, θα έλθω ίσια ίσια με το χρέος μου, και ίσως δεν θα με φθάση… έπειτα το κακόν είναι, που δεν το ορίζω μονάχη μου, είναι το μισό εκείνης της καρακάξας της αδελφής μου, και πού να στρέξη εκείνη να το πουλήσουμε; (συλλογίζεται ολίγον) ε… ό,τι γέν' ας γένη… θα σκάσω τώρα; εγώ δύω ώραις να τα συλλογισθώ αυτά, χτικιάζω και ξεμπερδεύω· τη δουλειά μου… το ζεύκι μου… τοις μόδαις μου… κ' έννοια μου· ότι θέλ' η τύχη μου ας κάμη… έπειτα μήπως με γυρεύει και κανείς πλούσιος να παντρευτώ, για ν' αλωνίζω όπως θέλω, και να μην τραβώ αυτά τα βάσανα; με τρογυρίζουν κάτι ψειριδινδίνιδες με ταις μόδαις τους, κ' είναι κι' εκείνοι πνιγμένοι ως το λαιμό ς' το χρέος… ψόφιαις ψείραις, χειρότερα απ' εμένα, κ' η τζέπαις τους είναι γεμάταις τζαγανοπόδαρα… ωφ!!. ας κουρεύωνται αυτά…τώρα 'πού πεινώ, τίνα φάγω; (κτυπώσα τας χείρας κράζει.) Χάιδω, ε, Χάιδω… (κουφάθηκε…) Χάιδω…

Χάι. Ορίστ', τώρα για.

Ανθ. Έλα δα καϊμένη, μεσημέρι γένηκε…

Χάι. Μηγάρ 'γώ σ' γείπα να σκωθής τώρ' απέ το γύπνο;

Ανθ. Πολύ εκαθήσαμε απόψε…

Χάι. Αμ' κείν' τα διαβλόχαρτα, κ' η μπριλίνες, τα γέλοια, και τα σφαλίκια πού σας 'φίνουν να κοιμθήτε; γώ μοναχά κάθουμ' ούλ' τη νύχτα και μαργώνω σαν το σκλ'… σεις τι ντέρτ' εχέτε!..

Ανθ. Άφησαί τα τώρ' αυτά… πεινώ… τι μ' έχεις να φάγω;

Χάι. Τίπτα….

Ανθ. Ύστερα;

Χάι. Ύστρα σαν και πρώτα… φέρ' τάλλαρ' να σ' φέρ' να φας…

Ανθ. Παραδάκι δεν έχω καϊμένη, μόνε πάρε τίποτε βερεσιέ..

Χάι. Δεν πάγ' να σ' φέρ πγια βιρισγιέ, βιρισγιέ… δε μ' δίν' πγια κανείς… και πάσα γένας γυρεύ' το δκό του.

Ανθ. Έλα τώρα, πήγαινε να με πάρης μισή οκά μπογάτζα, και εκατό δράμια ζάχαρι, και πες τους αύριο τους πληρόνω…

Χάι, Ωχ…. δε μ' δίνουν…. για γώ παγαίν'…

Ανθ. Πήγαινε Χάιδω μου, να σε χαρώ…

Χάι. Τι να μ' χαρής, και να σ' χαρώ; μ' έφκιασες ρόιδο, 'φτά χρόνια τώρ'…

Ανθ. Αίδε τώρα, κ' έχει ο Θεός…

Χάι. Έχ' άμ' τάχ' για λόγ' του. (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Β'.

(Η Ανθή μόνη, έπειτα ο μισέ Ροδάνης και η Χάιδω.)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τι δυστυχία!!! ορίστε! ως και η δούλα μου μ' εσήκωσε την υπόληψι· δεν έχει και δίκιο; τι να την κάμω; έχω και δεν την δίνω;.. τώρα να την δώσω ένα μαντήλι για να την καλοπιάσω… ποιος ν' άναι έξω;

Ροδ. (εισέρχεται·) Κι' εφοβούστεν καλέ μπα κ' έρτη και σας κλέψη κανείς;

Ανδ. Ω μισέ Ροδάνη .. καλώς ορίσετε… και πώς; η πόρτα ήτον ανοιχτή; (καθ' εαυτήν) ω την αναθεματισμένη την Χάιδω! άφησε την πόρτα ανοιχτή, κ' ήρθε κι ο ξένος άνθρωπος, και με ηύρε σε τέτοια χάλια… όχι άλλο τώρα… (προς τον Ροδάνην) με συγχωρείτε οπού είμαι με τα νυχτικά μου.

Ροδ. Καλέ και τώρη ξυπνάτεν;

Ανθ. Τώρα ξύπνησα, γιατί δεν 'μπορούσα λιγάκι… κρυολόγησα φαίνεται, και δεν είμαι τόσο καλά σήμερα…

Ροδ. Κι' όλο κρυολογάτεν εσείς; κι' όποτ' ήρτα, ηύρα σας να κοιμούστεν…

Ανθ. Έτζι τόχει η κράσις μου…

Ροδ. Ε με λέτεν καλέ, πότε θα με πλερώστε; ξέρετεν τώρη πόσα μου χρωστείτεν;

Ανθ. Τα ξέρω μισέ Ροδάνη μου, αμέ τι να κάμω;

Ροδ. Κ' ε με λέγετεν που θα σας έρτουνε γρόσα αφ' το μπάγκο της Βιένας, κι απού πού αλλού; πούντα μαθές; τρία χρόνια τώρη με γελάτεν με το σήμερη, και αύριο, κ' ε βγαίνει πλια στο κεφάλι!!! έν είν' δικά μου τα γρόσα, είναι ξένα… έν το ξέρετεν εσείς πούμαι μεσίτης, κ' έν έχω δικά μου καπιτάλλια;

Ανθ. Το ξέρω, μα τι να κάμω; απ' το μισό σπίτι κι' άλλο τίποτες δεν έχω…

Ροδ. Κ' έν έχετεν πράμα αφ' το σπίτι κι' άλλο;

Ανθ: Όχι! ..

Ροδ. Κι εσείς εσβύσετεν άματις, γιατί χρουστείτεν κι' αλλωνών…

Ανθ. Χρουστώ, και χρουστώ…

Ροδ. Κ' ίντα θα κάμετεν τώρη;

Ανθ. Κι' εγώ δε ξέρω…

Ροδ. (καθ' εαυτόν.) Να καιρός να της πω να παντρευτή, και να της προξενέψω το γέρο Σινάνη… (προς την Ανθήν·)κι' έν παντρευούσαστεν άματις; τι καρτερείτεν πλια; ν' αύγουν τα δόντια σας τα κοσάρια;

Ανθ. (γελώσα·) Χα, χα, χα, να μη σώση το κακό σου μισέ Ροδάνη μου. ·. μ' έκαμες και γέλασα με την καρδιά μου…

Ροδ. Κι' αμέ στην πίστι μου! ε σας λέγω καλά μαθές;

Ανθ. Καλά με λες… αμέ ποιός με πέρνει; και με τι;

Ροδ. Κι' εσείς γρωνίζετεν τόσους π' όρχουνται και σας κάμουνε βεγκέραις… έν 'μπορείτεν να κάτζετεν κανεί στο χέρι;

Ανθ. Ω… το σκότωσες… και τι άνθρωποι είναι αυτοί!

Ροδ. Λογιών τω λογιώ λογιώτατοι, γραμματικοί, αρχοντόπουλα… έν πέρνετεν κάνα απ' αυτουνούς;

Ανθ. Αυτοί όπου γλέπεις είναι ψόφιαις ψείραις· ή σε ξιπάζουν τα φορέματά τους, η λεβάνταις, και τα μεταξωτά τους μαντήλια;

Ροδ. Κι' ε φυσούνε μαθές;

Ανθ. Μήτε φυσούνε, μήτε ξεφυσούνε… ένα μιστό πέρνουνε· κι' όσο να γυρίσης να δγης, παράς δεν τους απομένει… μάλιστα χρουστούνε οι περισσότεροι… κι' ύστερα, ύστερα, άλλος σε γυρεύει τρεις χιλιάδες τάλλαρα προίκα και μετρητά, άλλος πέντε, ο πλιο παρακατινός, χίλια… εγώ που να τ' αύρω;

Ροδ. Τάξετέν τα και μην τα δίνετεν…

Ανθ. Ναι!!! τα θέλουνε στο χέρι… ακούς και σε λένε «εν τη απαλάμη και ούτω βοήσωμεν »…

Ροδ. Κι' ίντα θα πη τούτο;

Ανθ. Τάχατες πρώτα στο χέρι τα γρόσια, κ' ύστερα την κουλούρα στο κεφάλι…

Ροδ. Κι' έν είν' κανείς να σας πάρη χωρίς προικιά;

Ανθ. Ακόμη δεν εγεννήθηκε…

Ροδ. Κι' άμ' αν βρεθή κανένας τον θέτεν; τον πέρνετεν;

Ανθ. Αμέ τον αφίνω; στιγμή δε χάνω… ακούς εκεί; ξέρεις πώς είν' το μάτι μου; μπακίρι…

Ροδ. Αμ' αν ήν' και 'κείνος φτωχός;

Ανθ. Ά.!! α.!! ας στέκετ' η δουλειά μπερδεμένη!!! όξ από φτώχιαις…

Ροδ. Αμ' αν ήν' άρχοντας και γέρος, τον θέτεν;

Ανθ. Δεν με κόφτει αν ήναι και με μισό δόντι… να φυσάη μοναχά…

Ροδ. Έννοια σας… να φυσά, και να ξεφυσά…

Ανθ. Έχεις κανένα τέτοιον στο χέρι; ντε, τι στέκεσαι; φκιάστα μιαν ώρα προτήτερα…

Ροδ. Κ' ίντα θα με δώσετεν άματις;

Ανθ. (με χαράν·) Ό,τι θέλεις, αδελφό σε κάμνω…

Ροδ. Κι' ε βγαίνει τίποτις να με κάμετεν αδερφό, μονιούς μονιούς… με δίνετεν κ' εμένα αφ' τα βενέτικα και της δούπιαις που θάχετεν στα χέργια σας;

Ανθ. Όλα νάναι στα χέργια σου… μα δεν το πιστεύω… με περιπαίζης.

Ροδ. Να σας χαρώ με τα σωστά μου σας το λέγω… μοναχά στρεχτήτεν, κι' έννοια σας…

Ανθ. Ό,τι με πης στρέγω… δε με λέτε ποιός είναι;

Ροδ. Σα ματάρθω…

Ανθ. Εγώ δεν μπορώ να βαστάξω… πότε θε ν' άρθετε;

Ροδ. Το βράδυ…

Ανθ. Ωχ! θα σκάσω ως το βράδυ.

Ροδ. Και βαστάτεν την καρδιά σας μη σφιγκόσαστε·

Χάι. (εισέρχεται με την μπογάτζαν·) Τρανό κακό γυιέ μ' να τς' εύρη… δε μ' δίναν τη μπγάτζα κι' άφκα το γιεμνί μ' αμανάτ'… κόπγιασ' τώρα κυρά μ' να φας και μηδέ βράδ' μηδέ ταχιά έχεις τίπτα φαγί, γιατί δε νταγιαντώ πγια τα παραδέρματα…

Ανθ. Έλα καϊμένη.. σώθηκαν πγια τα κακά μας…

Ροδ. Κι' έν έχετεν άλλο τίποτις να φάτεν;

Ανθ. Δε με ρωτάς αν έχω παραδάκι; δεν ακούς τι λέγ' η δούλα μου;

Ροδ. Θέτεν άματις να σας φέρω καμμιά δεκαριά τάλλαρα;

Ανθ. Μακάρι… θα σας το γνωρίσω μεγάλη χάρι… κι' εκείνο που ξέρεις αν ήν' αληθινό…

Ροδ. Κ' ε σας είπα που δεν σας χορατεύγω;… φάτεν τώρη με την καρδιά σας, κι' έννοια σας… (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Γ'.

Η Ανθή και η Χάιδω.

Ανθ. Είδες καϊμένη Χάιδω, ο Θεός πώς ανοίγη την τύχη του καθ' ενός καλά το λένε… «εγώ κάθουμαι, κ' η μοίρα μου δουλεύει·», είδες; είδες;

Χάι. Τι γείδα; τίπτα δε γείδα… για, σήμρα περπατώ ξεκούτρουλ' γιατ' έβανα το γεμνίμ' αμανέτ, κείνο γείδα για, 'που μαργών' το κεφάλ' μου…

Ανθ. Εγώ σε δίνω ένα μανδήλι καινούργιο…

Χάι. Δόμ' ντε!!!

Ανθ. (τη δίδει έν μανδήλιον) Να το φορέσης ς' την υγιά του γαμπρού…

Χάι. Ποινού γαμπρού; έχουμε κανεί γαμπρό;

Ανθ. Δεν έχουμε, μα θα κάμουμε…

Χάι. Νια ήμνα και γέρασα!!! ωχ κυρά μ', κάμ' τη δλειά σ'· κι' αν παντχαίνης απ' αυτνούς τους γιαλελίδες π' ουρχένται, και σου σιένται και σ' λιγιένται, αλοίμνο!! και τούτ' σαν κι’ μας είναι ψώρα και τω γνέγων · παρά τήραξ να πάρς τίπτα ψλούρα, να πληρώσης και το ντουνιά που μας πνίξαν, να μ' δώκης κ' ημέν τίπτα απ' τη ρόγα μ' για να καμ' ένα σκτί που μ' έφαγ' η ψείρα κ' η λήγδα με τούτ' για (δεικνύει το φόρεμά της.)

Ανθ. Ω καϊμένη Χάιδω, είσαι τρελή … σε κάμποσαις μέραις γλέπεις τα βενέτικα και της δούπιαις.

Χάι. Οπού πνα ψωμιά θωρεί κι ο διψασμένος βρύσαις … θωρεί κι ο αξπόλτος παπούτζια με της μύταις … μπα και τα γείδες στο γύπνο σ';

Ανθ. Αυτά λέγε συ κι αύριο γλέπεις.

Χάι. Μακάρ … μα ντεϊμεντέ, λεν σ' τον τόπ' μας … άφκε με κ' εμένα κομάτ' μπγάτζα·

Ανθ. Να, φάγε, και συγύρισε ως που να κάμω την ντουαλέτα μου (αναχωρεί).

Χάι. Ω καϊμέν' 'γώ!! (αναχωρεί).

Σ Κ Η Ν Η Δ'.

Ο Σινάνης, ο Ροδάνης και ο Μουζάνας.

Σιν. [καθ' εαυτόν] Μήτε Καλαμπάκος φάνηκε, μήτε Ροδάνης μήτε Φουντανέλλας .. εκείνος πήρε φλουργιά να κάμη μπογιά, άλλα αλέμ έφαγε φλουργιά, και μηδέ μπογιά μηδέ τίποτα…. Καλαμπάκος περπατεί να εύρη καμμιά τζιμπλού, καμμιά γριγιά πάλαι, Ροδάνης τρέχει απάνου κάτου, αμμά εκείνο χιώτη είναι, τα κάμει δουλειά…..(προς τον Μουζάνα·) Μουζάνα….

Μουζ. Ορίστε….

Σιν. Καλαμπάκο μαλαμπάκο, Ροδάνη μοδάνη, Φουντανέλλα μουντανέλλα, ήρτε κανένα;

Μουζ. (με θυμόν) Δεν ήρτε κανείς, όχι….

Σιν. Δεν πας να δγης τι γενήκανε;

Μουζ. Στο γιατρό δεν πηγαίνω…

Σιν. Γιατί μπρε;

Μουζ. Γιατί πλέρωσα πέντε γροσάκια· ίσια ίσια ένα μηνιάτικο πάει στο διάβολο…

Ροδ (εισέρχεται ασθμαίνων.) Έφαγα την μπίστι μου τόσαις μέραις, απάνου κάτου για σας…

Σιν. Τι παιδί έκαμες; σερνικό, γιόξαμ τηλυκό;

Ροδ. Σερνικό, κ' ε θε και ρώτημα … μόν' αφήτε με να ξεκουραστώ… ε μου φέρνετεν μια λεμονάδα 'που ήσκασα αφ' την κάψα;

Σιν. Δίκιο έχεις, αμμά λεμόνια ντεν έχουμε.

Ροδ. Αφ' τον καφφενέ φέρτε μια…

Σιν. Μην πίνης καφφενέ λεμονάδα, έχει σκούληκαις… έι πες με τώρα τι έκαμες;

Ροδ. Ήκαμά σας πράμα που θα μ' ευκιούσαστε για πάντα σας.

Σιν. Αν αγαπάς το τεό;!!! αμάν λέγε.

Ροδ. Ήσκασα ως που ν' αύρω έναν πωρικό που στον κόσμο έν είν' άλλο…

Σιν. Αμάν, τζάνουμ…

Ροδ. Βρήκα σας μίαν κοπελλιά που στην μπίστι μου μηδέ στο Παρίσι, μηδέ στη Βενετιά, μηδέ στης Χίντιαις δε βρίσκεται… όμορφη σαν τον ήλιο…

Σιν. Ωχ, ωχ, ωχ, αμάν μισέ Ροδάνη, λέγε.

Ροδ. Προκομμένη 'που η δουλειά αφ' τα χέργια της έν πέφτει μέρα νύχτα…

Σιν. Ωχ!! άφεριμ μισέ Ροδάνη…

Ροδ. Νοικοκιουρά, όσον μπορεί να βάν' ο νους σας· όλα τα κάμει μονάχη της, και παρά πούπετις ε δίνει…

Σιν. Είναι αρχόντισσα;

Ροδ. Και ποιά άλλη έχει τα καλά της; απ' ούλα τα πράματα έχει αμπάρι· αν μπήτεν γρόσα, ε μπένουνε στο κοντήλι… να μπήτεν στο σπήτι της, στουπίρ ο νους σας τι να δήτεν!..

Σιν. Μουζάνα.

Ροδ. Με φωνάζετε αφέντη;

Σιν. Ναι, τρέχα Φουντανέλλα γιατρό γλίγωρα να πης ν' άρτη… άιντε… ακόμα εδώ είσαι;

Ροδ. Κ' ίντα πάθετεν; μπα και σας ήρτε λιγοθυμιά γι' αυτά π' ακούτεν;

Σιν. Όχι, μόνε τέλω… αλητεία λες ούλα τούτα; γιόξαμ χορατεύεις! ..

Ροδ. Να με δήτεν με τ' όνα, α σας γελώ…

Σιν. Μην κάμης όρκο, άνταμ, πίστεψα… αμέ τι φορεί για;

Ροδ. Καπελίνο της μόδας, και βέσταις αλλά φράγκα…

Σιν. Σαν κοκόναις που γλέπω όξου;

Ροδ. Κι' αμέ;

Σιν. Ωχ! τέτοια τέλω κ' εγώ!.. μάνα, κύρη έχει;

Ροδ. Όσκαι… μιαν αδρεφή, κ' έναν αδρεφό… άμ' αυτοί τρώνε χώργια τως, και κοιμούνται χώργια τως…

Σιν. Ταμάμ, κ' εγώ εκείνο τέλω, να μην έχουμε μπελάδες….

Ροδ. Τίποτις να σας χαρώ… εσείς τα πασουμάκια σας μόνε να βγάλτεν, και να μπήτεν στο σπήτι μέσα… τίποτις έξοδα θα μην κάμετεν, κι' όλα ότοιμα θα τα βρήτεν.

Σιν. Κι' εγώ αυτό τέλω… πότε τα πάμε να την δγιω;

Ροδ. Την κυριακή…

Σιν. Πολύ είναι… την πέφτη.

Ροδ. Καλό, μόνε νάστεν ότοιμος, να μπαρμπεριστήτεν, και να βάλετεν τα σκολλιάτικά σας, για νάστεν όμορφος…

Σιν. Έλμπετ… ζαχέρ!.. αμ' έτζ τα πάγω; τα φορέσω καλά μου ρούχα…

Ροδ. Ναι, ναι· να μη με ντροπιάστεν να σας χαρώ… ε με δίνετεν τώρη τίποτις να πάγω της νύφης, για να καταλάβη 'πούν' αλήθεια, να δγη π' ούμαστεν κι' άρχοντες;

Σιν. Τι να δώκω για;

Ροδ. Καμμιάν κοσαργιά δούπιαις.

Σιν. Είναι πολλαίς… τι λες άνταμ;

Ροδ. Κάμτέ της πέντε, κι' έννοια σας… εκείναις πάλι είν' δικαίς σας… εν ταις χαλνάει…

Σιν. Σαν είπες π' ούναι νοικοκαιρά, ζαέρ δεν χαλνάει…

Ροδ. (καθ' εαυτόν) έλα Χριστάκι μου κι' άγια Κιουρά μου, να βγουν τ' αποκράτικα· [προς τον Σινάνην] καλέ ίντα θα πη; νοικοκιουρά, και νοικοκιουρά… οχωνούς εκείνη στο διάφορο να της βάνη θε …

Σιν. [φέρει πέντε δούπιαις] Να, δώσεταις στο χέρι της. κύτταξαι καλά, γιατί θα ρωτήξω…

Ροδ. Κι' ε με πιστευγούστεν μαθές;

Σιν. Σε πιστεύω… έτζη χορατά είπα…

Ροδ. Αμ' εμένα ε με δίνετεν καμμιά;

Σιν. Την πέφτη που τα πάμε στη νύφη…

Ροδ. Και δόμουτεν τώρη, και την πέφτη μη μου δίνετεν.

Σιν. Αφεντιά σου να δώκω αρτίκ ένα βενέτικο… κόπο έκαμες… και πάλαι σα δγιω νύφη, τότες αρτίκ δίνω ένα ντοπλόνι. [τω δίδει έν βενέτικον.]

Ροδ. Ας ην πλια κι' ένα βενέτικο [το λαμβάνει] ετοιμαστήτεν για τη πέφτη.

Σιν. Σε καρτερώ.

Ροδ. Έννοια σας, [αναχωρεί]

Σ Κ Η Ν Η Ε'.

Ο Ροδάνης μόνος καθ' οδόν.

Ροδ. Ηύγαλα τ' αποκράτικα… απ' εκείνη τη παράλυτη τη σκορποπαραδού θα βγάλω τίποτις, κι' απέ τούτος είναι ακριβοτζάτζαλος.. βράδιασεν· πάγω να τη βρω να της πιπιλήσω το νου… ο Θιός μου την ήφεξεν αυτήν τη δουλειά… ε και να την τέλειωνα μίαν ώρα μπροστήτερις· πάγω, πάγω…

Σ Κ Η Ν Η ΣΤ'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Μουζάνας, και τελευταίον ο Φουντανέλλης.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Χιώτη, και πάλαι χιώτη! ατζανούμ άντρωπο είναι… δουλειά του κυττάζει σάγικα… τρέχει απάνου κάτου… ντεν είναι σαν Καλαμπάκο κεφάλι ψημένο… ιστέ άντρωπος, μάνη μάνη ηύρε όμορφη, νοικοκαιρά, αρχόντισσα, ούλα τα καλά… Καλαμπάκο, όχι ένα είναι τζιμπλού, άλλο είναι μιμπλού, άλλο γρια, άλλο φτωχή… μισέ Ροδάνη ένα ηύρε και καλό… άφεριμ μισέ Ροδάνη, χαλάλι να γένη βενέτικο π' όδωκα, σα μάνας μου γάλα… αρτίκ πγια λακιρντί τε τέλει… μόνε αρραβώνα και χαρά… αρραβώνα και χαρά… αρραβώνα και χαρά…. (σηκώνεται όρθιος και πηδά) αρραβώνα (πηδά) χαρά (πηδά)

Μουζ. (εισέρχεται αιφνιδίως·) Έρχεται ο ιατρός αφέντη.

Σιν. Αρραβώνα και χαρά [πηδά· προς τον Μουζάναν] πήδα ντε και συ κιοπόγλου…

Μουζ. Γιατί;

Σιν. Αρραβώνα και χαρά, ητ ογλού ήτ…

Μουζ. Πότε;

Σιν. Την πέφτη, πήδα ντε;

Μουζ. Έι… στάσου… αρραβώνα και χαρά ητ ογλού, την πέφτη…

Σιν. Όχι μπρε…

Μουζ. Αμέ πώς;

Σιν. Αρραβώνα και χαρά. [πηδά·]

Φοντ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Ε, και τι καλά μπαλλάρει αφέντη 'δικό μου…

Σιν. Αρραβώνα και χαρά, πήδα κ' εσύ ντετόρο μου;

Φον. Ε, κε δεν έκω γκούστο, κε να σπάνω ποδάρι μου… ε κε γιατί μπαλλάρει;

Σιν. Ηύρα νύφη… έφερες μπογιά;

Φον. Το έκω στο πουριφικατζιόνε…

Σιν. Ντεν έφκιασες ακόμα;

Φον. Έφκιασα επόι τ' όβανα κε να πουριφικάρη..

Σιν. Άνταμ… φικάρει μικάρει, τι τα πη; μπογιά έφκιασες;

Φον. Να καταρίση…

Σιν. Ωχ!.. ας μη καταρίση άνταμ… έτζι φέρτο … αρραβώνα και χαρά· πέφτη τέλω;

Φον. Τρελλάτηκε αφέντη δικό μου, όλο σαλτάρει, αρραβώνα και καρά… τι έκει; κάτζε και να μην έρκεται, κανένα κόλπο απέ το καρά σου…

Σιν. [κάθεται] Καλά με λες ντετόρο μου,.. έι μπογιά; σακίν τέλεις κι' άλλα βενέτικα;

Φον. [καθ' εαυτόν] Κάσπιτα!!! τούτο αβάρο διάβολο για το γυναίκα κε γένεται τζενερόζο… τώρα να πάρω, γιατί έκει δελίριο… [προς τον Σινάνη] Τέλω, τέλω, κε έκω μπιζόνιο.

Σιν. (τω δίδει άλλα πέντε βενέτικα) Να ντετόρο μου; πάρτα με γεια σου, με χαρά σου…

Φον. Κολόρο πότε κε να το φέρνω;

Σιν. Πέφτη χωρίς άλλο καρτερώ.

Φον. Δούνκε μπον ώρα, κε φέρνω, και κολορίρουμαι μουστάτζιο δικό σου…

Σιν. Ναι ντετόρο μου…

Φον. Κε να έρκουμαι· αδίο. [αναχωρεί]

Σ Κ Η Ν Η Ζ'.

Ο Μουζάνας μόνος.

Μουζ. [καθ' εαυτόν] Τον βλέπεις του διαβόλου τον φιλάργυρο; μια βούκα ψωμάκι κανενός δε δίνει, και για τη μπογιά τα πέταξε τα βενέτικα· ένα να του γύρευε κανείς, δεν τον έδινε αν τον έβλεπε στο σκοινί να κρεμαστή, για την γυναίκα όμως ευθύς τ' άδωκε χωρίς ακόμι να την ιδή… να ο διάβολος πώς τους έχει βουλωμένους αυτούς τους φιλάργυρους… κύτταξε τον αναθεματισμένο τόσα χρόνια τον δουλεύω, και μ' έχει χωρίς πουκάμισο και χωρίς βρακί, και ποτέ δεν είπε να μου δώση ένα βενέτικο… αχ! ο διάβολος να μου τον έριχνε σε καμμιά σκορπαλευρού να τον κάμη σ' ένα χρόνο σαν κ' εμένα… εγώ όμως θα καλοπεράσω, γιατί αυταίς η σκορπαλευρούδαις βγαίνουν και σπλαγχνικαίς…. αχ! και να την ήξευρα, να πάγω να την εύρω… το Ροδάνη θα πιάσω από κοντά να με την μάθη… πάγω να τον εύρω… [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η Η'.

Ο Ροδάνης, η Ανθή, έπειτα η Χάιδω.

Ροδ. (εισέρχεται εις τον κοιτώνα της Ανθής·) Καλέ π' ούσεν κοκονίτζα;

Ανθ. Εδώ…

Ροδ. Είναι σκοτάδι… κι' έν άφτετεν ένα φως;

Ανθ. Πάει να φέρ' η Χάιδω…

Ροδ. Έννοια σας τώρη πλια, η σόρτα σας ήνοιξεν· κ' εγελάτεν; έν ακούτεν; (κτυπά τας δούπιας·)

Ανθ. Τι είν' εκείνα;

Ροδ. Δούπιαις, δούπιαις.

Ανθ. Με περιπαίζεις…

Ροδ. Τώρη που να φέρη το φως της γλέπετεν.

Ανθ. Καλέ με τα σωστά σας το λέτε; με τα όλα σας;

Ροδ. Κι' αμέ;

Χάι. (Εισέρχεται με το φως εις τας χείρας.)

Ροδ. [δείχνει τας δούπιας·] Ορίστε… δγήτεν ταις, το πιστέψετεν τώρη;

Ανθ. Λέγετε λοιπόν…

Ροδ. [καθ' εαυτόν] Εδώ χρειάζεται μαργιολιά τώρη, να την καταφέρω να στρέξη να πάρη το γέρω Σινάνη… [προς την Ανθήν] Να σας πω… εγώ ήγλεπά σας που δυστυχούσετεν, και καιγούνταν η καρδιά μου, κ' έν ήξερα ίντα να κάμω για να μη σας γλέπω έτζι… και σα μ' ούπετεν πως παντρευγούσαστε, σα να μ' ούπεν κανείς κ' ηύρα σας ένα γαμπρό 'που για λόγου σας είν' καλός… μα έν ηξέρω τη γνώμη σας αν τον θέτενε, γιατ' είν' κομμάτι γέρως.

Ανθ. Τόσο πολύ γέρως είναι; ως πόσω χρονών;

Ροδ. Αν τον ρωτήξετεν, είναι τριάντα πέντε, μα τ' αληθινό είναι αφ' της ογδόντα κι' απάνου…

Ανθ. Καλά! τα χρόνια του τα μάθαμε… από κατάστασι τι μαντάτα;

Ροδ. Σας κάμω όρκο π' όχει απάν' αφ' το μιλλιούνι βενέτικα…

Ανθ. Πολύ χοντρό τ' όκοψες….

Ροδ. Στην πίστι μου, ε σας χορατεύγω, και θα το δγήτεν… Δόστε μου το λόγο σας πως τον πέρνετεν, κι' εγυρίζετεν το λόγο σας πίσου…

Ανθ. Με τόση κατάστασι, καθώς με λέτε, τον πέρνω, ας ήναι και εκατόν ογδόντα χρονών, και στη ψυχή της νενές μου, δε γυρίζω το λόγο μου…

Ροδ. Είναι ο χωντζά Σινάνης ο σαράφης…

Ανθ. Τον ξέρω, τον ξέρω… εκείνος είναι φιλάργυρος! και πώς θα ζήσω μαζή του; ω δυστυχία μου…

Ροδ. κι' έν ηξέρετεν εσείς πάλι να τον παίξετεν;

Ανθ. Φθάνει ν' άχω τα γρόσια του στο χέρι μου, κι' εγώ είμαι καλή να τον κάμω να με προσκυνάη…

Ροδ. (καθ' εαυτόν) Καλόβολη είναι· [προς την Ανθήν] Αυτό στέκεται στη μαργιολιά σας να τον καταφέρετεν μόνε πήτεν τώρη το ναι…

Ανθ. Ναι, τον πέρνω! μόνε τα γρόσια του στα χέργια μου…

Ροδ. Είπα σας το, σταθήτεν καλή να τον κάμετεν όπως θέτεν… πάρτεν τώρη της δούπιαις που μ' ούδωκε να σας δώκω.(τη δίδει τρεις μόνον.)

Ανθ. Αμέ της άλλαις δύω;

Ροδ. Της κράτησα για τη σιμσαριά μου.

Ανθ. Πολλαίς είναι δα! κρατήστε τη μία, και πάλαι… σαν πάρω το Σινάνη, σας δίνω πολλαίς…

Ροδ. Στεκούσαστεν στο λόγο σας;

Ανθ. Να με κόψ' η πανούκλα, αν σας γελάσω… μόνε να γέν' κείνο που θέλω…

Ροδ. Έννοια σας γένεται· μόν' όσο μπορείτεν μαργιολιά· την πέφτη θ' άρτη να σας δγη, και να σας δω πλια πώς θα του πιπιλίστεν το νου του, γιατ είναι ούριος.

Ανθ. Μπρε να μη τον αφίσω μυαλό! έννοια σου· μοναχά το κακό είναι οπού δεν έχω μόμπιλα, και καλά φορέματα..

Ροδ. Μόμπιλα 'γώ φέρνω σας· κι' έν έχετεν εσείς φορέματα;

Ανθ. Π' ούντα; όλα τα χάλασα..

Ροδ. Κι' εμέ λέτεν πως είστεν παράλυτη; και πότε της χαλάστεν τόσαις φορεσιαίς π' ούχετεν;

Ανθ. Ε! απ' αυτό το φουστανάκι που φορώ μηδ' άλλο, μηδ' άλλο …

Ροδ. Κόφτεν άματις μια φορεσιά…

Ανθ. Έτζι θα κάμω … φέρτε μου έναν καλό κρουαζέ, ένα σπαλέτο, μια φάσα, φιούμπα, κάλτζαις τρυπηταίς, παπούτζια της Φράντζας, γκάντια, κ' ένα καπελίνο της μόδας.

Ροδ. Δότε μου άματις της δούπιας να πα να σας τα φέρω.

Αν. [τω δίδει δύω·] Ορίστε δύω …

Ροδ. Ε σώνουνε … δόμτε και της άλλαις;

Ανθ. Μια να σας δώσω, γιατί την άλλη την θέλω. [τω δίδει άλλην μίαν.]

Ροδ. Την αυγή φέρνω σας τα όλα.

Ανθ. Δεν θα κοιμηθώ απόψε.

Ροδ. Έννοια σας· (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Θ'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα η Χάιδω.

Ανθ. [καθ' εαυτήν] Ωχ Θε μου! άνοιξ η τύχη μου… μα πώς είναι γέρως τι πειράζει; δούπιαις, τάλλαρα, βενέτικα, να τρώγω καλά, να πίνω καλά, να φορώ καλά, και ας είναι μακάρι κούφταλο· δεν γλέπεις όσαις έχουνε νοιους; η περισσότεραις ψοφούνε απ' την πείνα· εγώ τότες θα κάμω φορεσιαίς στης φορεσιαίς, μόδαις στης μόδαις, διαμαντικά, λαχούρια, ασημικά, τι ναι, και τι όχι … το κακόν είναι που είναι φιλάργυρος ο διάβολος.. μολαταύτα τον καταφέρνω· εγώ είμαι καλή να γελάσω και τον διάβολο με την υποκρισία μου· στην αρχή θα καμωθώ που είμαι πγιο φιλάργυρη, ως που να με πιστευθή να με δώση το βιος του στα χέργια μου, κι' ύστερα τον φκιάνω καλά· ας αφίσουμε τώρα αυτό, είναι υστερινή δουλειά· απόψε θ' άχω κανένα σουαρέ άφευκτα· να φροντίσω λοιπόν τίποτις για φαγί· Χάιδω! ε Χάιδω!

Χάι. Ορίστ'.

Ανθ. Να, πάρ' αυτή τη δούπια, και πήγαινε να την χαλάσης .. έχει δεκάξη ρεγγίναις.

Χάι. Τι δούπλα; τούτ' είν' κάλπικο τάλλαρο.

Ανθ. Τον κακό σου τον καιρό … της είχες πιστεύω και στον τόπο σου! χωριάτισσα!! πήγαινε να την χαλάσης!

Χάι. Φέρτη.

Ανθ. Να, και γλίγωρα [τη δίδει την δούπιαν]

Χάι. Όσ' να κάμς' φτού, έφταξα. (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Ι'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Γιορδάνης.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τη γλέπεις τη χωριάτισσα που δε γνωρίζει την δούπια; αγκαλά τι να κάμη; που της είδε η κακομοίρα … ε, ας έλθουμε στον τζελεπή Σινάνη … ακούς ν' άχη ένα μιλλιούνι βενέτικα ο κερατάς; τι βιος! τι κακό! σαν πόσα σεντούκια θ' άχη γεμάτα!! ε και να πέφτανε στα χεράκια μου μια φορά… θα κάμω πράγματα που να θαμάξ ο κόσμος … τότες να δγιούνε μερικαίς που κορδόνουνται τώρα .. μπρε καμμιά σαν κ' εμένα δε θε ν' άναι.

Γιορ. (εισέρχεται κρυφίως ακούων την αδελφήν του ομιλούσαν μόνην) Κα κα κα λέ, καλέ τρε τρε τρε τρελάθηκες και λαλείς μο μο μο μονάχη σου, μονάχη σου;

Ανθ. Δεν τρελλάθηκα Γιορδάνη μου … κάτζαι να σε πω να χαρής.

Γιορ. Τι τι τί; τι, τί;

Ανθ. Παντρεύουμαι!! το ξέρεις;

Γιορ. Και και και, και με ποιόνα με ποιόνα!

Ανθ. Να μην το πης κανενού.

Γιορ. Τρε τρε τρε, τρελλάθηκα, τρελλάθηκα;

Ανθ. Με τον τζελεμπή Σινανάκη τον σαράφη.

Γιορ. (με θυμόν) Το γε γε γε γε σι σι σι σι σι, το γέρω Σινάνη; το κου κου κού, το κούφταλο; που που που που πού τον ψου ψου ψου ψου ψού, τον ψούνισες.

Ανθ. Καλά τον ψούνησα …. μεθαύριο να δγης βίος με τα σεντούκια.

Γιορ. Π, π, π, π, ποιος έκαμε της προ προ προ προ της προξενιαίς;

Ανθ. Ο μισέ Ροδάνης.

Γιορ. Ό ο ο ο, όφκαιραις κανάταις, πορδαίς γιο γιο γιο γιομάταις … ο Σι σι σι σι Σινάνης δεν παντρεύεται.

Ανθ. Θα παντρευτή και να το δγης, και την πέμτη θάρθη εδώ να με κάμη το ραντεβού.

Γιορ. Του του του του, τούτην την πε πε πε την πέφτη;

Ανθ. Ναι μεθαύριο.

Γιορ. Να να να να να το δγιω, και να μην το πι πι πι πιστέψω.

Ανθ. Βάστα την καρδιά σου, και την πέμπτη γλέπης.

Χάι. (εισέρχεται φέρουσα τα τάλλαρα εις τας χείρας) Κυρά πάρ' τα τάλλαρα.

Ανθ. Αι, πάρε τέσσερα τάλλαρα, και να πάρης δυω τρεις όρνιθες, ένα δυω πέρδικες, αν εύρης ψάρια μεγάλα, βούτυρο, ρύζι, μέλι, πισκότα … να, άλλα δυω, να πάρης μαντολάτο, καταΐφι, φρούτα, γιατί έχω απόψα μουσαφιρέους· γλίγωρα Χάιδω μου .. εγώ θα σε παντρέψω πγια.

Χάι. Παντρέψ' δα πρώτα γι' ευγενίγια σ', κ' ας μείνω γώ: … (αναχωρεί)

Γιορ. Να κα κα, να κάτζω κι εγώ να φα φα φα να φάγω;

Ανθ. Κάτζαι.

Γιορ. Πα πα πα, πάγω κι έρχουμαι .. (αναχωρεί)

Ανθ. Ας πάγω κι εγώ να ετοιμαστώ για το σουαρέ (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΑ'. Ο Ροδάνης έπειτα ο Μουζάνας.

Ροδ. (καθ' εαυτόν) όπου πορπατεί κατ' ηύρεν κ' ήφα, κι όπου κάθεται κατής τον ήφα … ήφεξέ μου καλά .. κι ακόμη θα μου φέξη θε … κατάφερά τη του διαβόντρου την τζαρταλλούδα να πάρη το γέρω… κι άμ' αν έλειπαν οι στραβοί αφ' τον κόσμο, κείνοι π' όχουν μάτια πώς θε να ζούσανε; μερικοί βρίσκουν βίος κάτ' αφ' τη γης, εγώ απάν' αφ' τη γης τ' όβρα, έννοια μου, γλίγωρις γένουμ' εγώ Σινάνης, αν πέση το βιος του στα χέργια της παράλυτης εκείνης, έτζι θεν τούτοι.

Μουζ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Καλή σπέρα σας

Ροδ. Ω μισέ Μουζάνα, και πώς ήταν και τούτο, και μας θυμηθήκετεν;

Μουζ. Ήλθα να σας πω τον πόνον μου, να σας ξεμολογηθώ σαν αδελφός την καρδιά μου, τι περνώ απ' εκείνον, τον αλιτήριο, το βερζεβούλη, το σατανά, το διάβολο των διαβόλων, τον αφεντικό μου .. δεν ψοφά ο καταραμένος, ο θεοήλατος, ο βρωμισμένος, για να γλυτώσω κι εγώ κι ο κόσμος από ένα τέτοιο σκυλλοπέτζι γεμάτο φλουρί, κι αχαΐρευτο!!!

Ροδ. Κ' ίντα σας κάμει;

Μουζ. Τριάντα πέντε χρόνια, τον δουλεύω τον θεοκατάρατο, φαγί δε βλέπω, φόρεμα δεν έχω, δυω παράδες την ημέρα με δίνει να τρώγω ψωμότυρο, πέντε γρόσια τον μήνα, τι να με κάμουνε!! βλέπω τα καλά του κόσμου, και τα λαχταρώ.

Ροδ. Και γιατί έν τον αφίνετεν, να βρήτεν άλλονε;

Μουζ. Με τάζει να με κάμη τζιράκι, και καρτερώ τόσα χρόνια … τώρα γέρασα, πού να πάγω πγια; (κλαίει)

Ροδ. Έννοια σας μισέ Μουζάνα, κ' η τύχη σας τώρη ν' αλλάξη θε… αυτός θα βλογηθή, και πέρνει μιαν καλή κοπελλιά, και θα καλοπεράστεν, μόνε να την έχετεν καλά, κι ό,τι σας λέγει να κάμνετεν.

Μουζ. Ναι το έμαθα … μα που δεν την ξέρω.

Ροδ. Εγώ πάγω σας και τη γλέπετεν καμμίαν άλλη ώρα..

Μουζ. Σας παρακαλώ … δούλος σας (αναχωρεί).

Σ Κ Η Ν Η ΙΒ'.

Η Βιτώρια η Ανθή και η Χάιδω, έπειτα ο Γιορδάνης

Βιτ. Στη ψυχή της νενές, ότι γλύτωσα απ' τη δουλειά … τώρα τ' άφηκα το βελόνι απ' τα χέρια μου. . . καταζαλίστηκα σήμερα μ' εκείναις της μπιμπίλαις.

Ανθ. Πώς να το μπαλώσης που δεν ήρτες να με δγης σήμερα, κ' ηύρες πρόφασι της μπιμπίλαις … ας της έπερνες στο χέρι σου, κι ας ερχόσουνα μιαν ωρίτζα να με δγης … αγκαλά η αφεντιά σου πολλά ολίγον ζαλίζεσαι διά εμένα.

Βιτ. Όσο ζαλίζεσαι κι η ευγενία σου … κάτι βλέπω συγυρίσματα, τι τρέχει;

Ανθ. Ναι, καμώσου το πως δεν τ' όμαθες, ή πως δεν το κατάλαβες!

Βιτ. Δεν έχω είδησιν, να με κόψη ο Θεός.

Ανθ. Και δε σε είπε κανείς τίποτες;

Βιτ. Μα σαν τι;

Ανθ. Πως αρραβωνιάστηκα.

Βιτ. (γελώσα) Ο Γιορδάνης με είπε κάτι, μα δεν επίστεψα, γιατί εκείνος τα κόβγει τα ψέματα χωρίς κουμέρκι.

Ανθ. Και τι σε είπε;

Βιτ. Πως θ' αρραβωνιασθής την πέμπτη με τον Σινάνη τον σαράφη …αληθινά;

Ανθ. (με χαράν) Αληθέστατα.

Βιτ. Και εις τα τέλεια. (γελώσα)

Ανθ. Με περιπαίζεις;

Βιτ. Τι τεργιάζει καιρά μου! είναι κανένα παράξενον;

Ανθ. Σε γλέπω που γελάς.

Βιτ. Γελώ διά το ατέργιαστο.

Ανθ. Και δε με τεργιάζει καιρά μου, να πάρω ένα τέτοιον πλούσιον; ή ζούλεψες και σε τούτο!!!

Βιτ. Όχι αδελφή, δεν εζούλεψα… αλλά είπα ατέργιαστο διότι αυτός είναι πολλά γέρως, κ' η ευγενία σου πολλά νέα … έπειτα τι με μέλλει!!! ό,τι αγαπάς κάμε.

Ανθ. (με θυμόν) Και πως είναι ολίγον περασμένος τι πειράζει; δε βλέπεις εσύ οπού κυττάζεις να πάρης παλλικαράκι; να δγιω της προκοπαίς σου … πάρ' τον να μην έχ' η τζέπη του, για να δουλεύης να τον θρέφης, και να τον ντύνης … άμ' ο τζελεμπή Σινανάκης έχει μιλλιούνια … δεν είναι ψόφια ψείρα .. όχι.

Βιτ. Χα χα χα. (γελώσα) πώς τον είπες; τζελεμπή Σινανάκη; χα χα χα.

Ανθ. Ναίσκε καιρά μου, πώς σε φαίνεται; και τζελεμπής είναι και Σινανάκης, και.

Βιτ. Άλλος τόσος αν ήτον … δε λες κωτζά μου Σινάναρος χοντροειδέστατος ανατολίτης, βάρβαρος, γέρως, σαλιάρης, μυξής, φαφούτης, μόνε τον έκαμες και τζελεμπή και Σινανάκη;

Ανθ. Ακόμα τι θα πης; (με θυμόν) να ξέρης καιρά μου, και τζελεμπής είναι, και ευγενής, κι ακόμ' ακόμα κι απ' τα εφτά σκαμνιά της Πόλις … έχει βενέτικα με της ουραίς, δούπιαις, και τάλλαρα να κουκουλώση τους δικούς σου τους ευγενείς ψειρίδες… καλά το λέγω ζούλεψες.

Βιτ. Τι θα ζουλέψω; καθ' ένας με την τύχη του, τα υστερνά να δγιούμε … σε ξέρω .. μη ξιπάσθηκες από τα πλούτη του, γιατί η ευγενία σου είσαι καλή να πελεκήσης κάστρα, και να φκαιρώσης βασιλικούς χαζνέδες κατά το χεράκι π' όχεις … ω!!! γλήγωρα θα τον κάμεις τον Σινανάκη σου σουγλί παλληκάρι.

Χάι. Κυρά κοκόνα.

Ανθ. (με θυμόν) Τι είναι μωρή;

Χάι. Τώρα για φέραν κατ' ψάργια μγάλα σαν πδιά, και τα χαλεύνε δυω τάλλαρα τη ζγή, τι μ' λες; να παρ;

Ανθ. Και στέκεσαι; τρέχα γλήγωρα, πριχού τ' αρπάξουνε … να, δυω τάλλαρα.

Χάι. Για, πάγ' για (αναχωρεί)

Ανθ. (προς την Βιτώριαν) Κ' έτζι καιρά μου, ζουλεύεις ζουλεύεις .. σκάσαι, σκάσαι. (κτυπώσα τας χείρας της.)

Γιορ. (εισέρχεται αιφνηδίως) Δα δα δα δα δαρτήτε, και και και και μη μαλόνετε.

Ανθ. (με θυμόν) Καλέ δεν τη γλέπεις τη ζουλιαρόκατα, την καρακάξα; αντίς να χαρή, να με ζουλεύη, και να λέγη τόσα κακά για τον τζελεμπή Σινανάκη; όλα όσα κάμω εγώ ανάποδα της φαίνονται… τα δικά της είναι καλά … [προς την Βιτώριαν] Έννοια σου αδερφή, ό,τι θέλω θα κάμω … τον εαυτόν σου κύτταξε.

Γιορ. (προς την Βιτώριαν) Κα κα κα, καλά σε λέγει ζου ζου ζου ζουλεύεις, ζουλεύεις.

Βιτ. Δεν πας να ξύνης κοιλιαίς και συ βρε χοβαρδά, σαρδανάπαλε … έως εχθές το βράδυ έλεγες τόσα εναντίον της, τώρα τα γύρισες… άκουσες τα βενέτικα, και ξιππάσθηκες … τα υστερνά σας ν' άν' καλά· (αναχωρεί γελώσα)

Γιορ. Γέ γέ γέ γέλα, γέλα … απού μακρυά θα θα θα θα γλέπης

Ανθ. Τη γλέπεις την καρακάξα ζούλια; μπα! το χάρω μου όλπιζα, κι αυτό δεν τ' όλπιζα.

Γιορ. Μη χο χο χο μη χολοσκάνης … πα πα πα παγαίνω και γυ γυ γυ, γυρίζω … (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Ροδάνης και η Ανθή.

Ροδ. (εισέρχεται ασθμαίνων) Κι εγώ ήλεγα μπα και κοιμούστεν, κι έν πρόφταινα να σας μιλήσω.

Ανθ. (έντρομος) Τι τρέχεις μπας και χάλασ' η αρραβώνα;

Ροδ. Όσκαι δα και σεις… κάτι πράμα αστόχησα να σας πω, και τώρη π' ότρωγα το θυμήθηκα, κ' ήτρεχα να σας προφτάξω.

Ανθ. Πες με το, γιατί θα λειγοθυμήσω τώρα … υστερικό μ' έπιασε … σπασμοί με πιάνουνε .. (τρέμει.)

Ροδ. Και μην κάμετεν έτζι .. βαστάτεν να σας το πω.. έχετεν δαχτυλίδι για να δώκουμ' αρραβώνα;

Ανθ. Αυτό ήτανε; ωχ!! έσκασα … η καρδιά μου τρέμει τρόμαξα να μην εχάλασ' η αρραβώνα!! δεν έχω δαχτυλίδι κανένα, μόνε φροντίσετε ένα καλό.

Ροδ. Ως πόσω ταλλάρω ν' άναι

Ανθ. Ως πεντακόσιων.

Ροδ. Πολύ είναι … ως διακοσίων είναι καλό… κι έχει ένας … πα να το πάρω με διωρία .. έχετεν καλή νύχτα [αναχωρεί].

Σ Κ Η Ν Η ΙΔ'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα η Χάιδω.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τι θεότρελλος … δεν μπορούσε να με το πη το πουρνό, μόνε ήρτε σούρτου σούρτου τα μεσάνυκτα να με κάμη να παραλογιάσω … κόπηκ' η καρδιά μου … κόντεψα να τρελλαθώ … ακόμα τρέμω … κόντεψε να με κατέβη ταμλάς, μπας και χάλασε η αρραβώνα, και τι ήθελα να γένω η καϋμένη … τα λόγια του κόσμου ήθελα να υποφέρω, και το μασκαραλίκι, ή εκείνης της καρακάξας της αδελφής μου τα περιγέλοια … έπρεπε ν' αφήσω τον κόσμο, και να πάρω τα βουνά.

Χάι. (εισέρχεται αιφνιδίως) Κυρά, όλα χαζήρ είναι, να βαν τραπέζ;

Ανθ. Όχι …ακόμη..δεν ήρτε καμμιά απόψε;

Χάι. Τι της θέλς ν' αρχιέντ εκείναις η παστρικαίς και να σ' τρων, και να βγαίν να σ' πομπολογάν; δεν κάθσαι πγια μοναχούλα σ' να φας το φαγάκ' σου, και να μάσης το νου σ' στο κεφάλ σ'; για πως σε κάμαν κείναις γ' η καλοπλυμέναις!! μηγάρ ερχένται για καλό;

Ανθ. Σώπα και κάποιος έρχεται.

Χάι. (Στρέφουσα προς την θύραν) Για που της πθύμησες … για ερχένται … (με θαυμασμόν) μπα τρανό κακό!! τούταις ερχένται κοπάδ … η Λεν, η Κατρίνη, η Μάρ…για για … φέρνε και την Τζάτζα Κασσού·

Ανθ. Τρέχα να βάνης τραπέζι μέσα.

Χάι. Παγ … (καθ' εαυτήν αναχωρούσα) να, βογή να σας γ' εύρ' για καλό δεν ερχέστε . . . να γιομίστε την παραδαρμέν σας, και να βγαίνετ να λετ χίλια πομπολογήματα όξ στο ντουνιά … (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΕ'.

Ελένη, Αικατερίνα, Μάρω, Χρυσή, Αργύρω, Σταμάτα, Τζάτζα Κασσού και η Ανθή.

Όλαι [εισέρχονται] Καλή σπέρα σας κοκονίτζα!!

Ανθ. Καλώς ορίσετε … πολύ αργήσετε απόψα;

Ελ. Έτζι καιρά μου, μονάχη σας είχατε σκοπό να φάτε κείνα τα φοβερά τα ψάρια;

Αικα. Και τι χρεία μας είχε; μήπως είχαμε καμμιά συντροφιά μαζή;

Μάρ. Όχι δα! όλα κι όλα, η κοκονίτζα δεν είναι μοναχοφαγού.

Χρυ. Εγώ πάντα έλεγα, τώρα θα μας καλέση.

Αργ. Εγώ αφ' ου έπεσε το κανόνι απελπίσθηκα πγια, κι ότι ήθελα να πλαγιάσω ήρτε η Τζατζά Κασσού, και με βούρλισε.

Σταμ. Τώρα πγια μην καμώνεστε .. εγώ θα πω την αλήθεια … η Τζατζά Κασσού ήρτε και μας είπε π' όχετε κάτι ψάρια δεσποτικά, και μαζωχτήκαμε όλαις για να σας πατήσουμαι άξαιφνα ..

Ανθ. Και μόνε ψάργια; έχω τόσα καλά, και που τα είδε η Τζατζά Κασσού τα ψάρια;

Κασ. Αμ' εγώ παιδάκι μου είμαι το κουδούνι της γειτονιάς ό,τι γένεται κι ό,τι δε γένεται το μαθαίνω …. ποια παντρεύεται, ποια χωρίζει τον άνδρα της, ποια αγοράζει, ποια πουλεί, ποια μαλόνει με τον αγαπητικό της, ποια βάνει φκιασίδι, τι τρώει, τι πίνει πάσα μια, και πότε κοιμούνται ακόμα, το ξέρω κι εκείνο.

Ανθ. Και δε με λες που πρέπει να σε φοβούμαστε;

Κασ. Και κοτάτε να μη με φοβάστε, που σας κάμω ρεζίλι; ξέρεις πώς με λέγανε εμένα μια φορά;

Ανθ. Πώς;

Κασ. Με λέγανε (με συχώρεσι τριαντάφυλλα στα μουτζουνά σας) .. Χουλιάρα .. κουδούνι του μαχαλά· μ' ελέγανε Σουσουράδα, και Κάργα Ζαρίφα .. αμ' εγώ ανακάτωνα τον κόσμο .. όπου καυγάς κι εγώ μέσα, μέρα νύχτα στου κόσμου τα σπήτια ν' ανακατώνω τη μια με την άλλη… πέντε φοραίς μ' εδείρανε στην κολόνα, εφτά φοραίς με καθίσανε στο γαϊδούρι, με φυλακόνανε όλη μέρα· τρεις φοραίς μ' εξορίσανε, ως που είδε πγια ο άντρας μου ο συχωρεμένος το κακό το μεγάλο, και με εχώρισε.

Σταμ. (καθ' αυτήν) Τρομάρα να σ' έρτη· μήπως και τώρα δεν κάμεις τα ίδια; (προς την Κασσού) Τώρα τι κάμεις;

Κασ. Τώρα γέρασα πγια· δεν είμ' η πρώτη… μοναχά εδώ τρουγύρου ό,τι γένεται όλα τα μαθαίνω .. ε καμμιά φορά κάμω και τίποτες ψυχικό.

Σταμ. Σαν τι ψυχικό.

Κασ. Προξενιαίς παιδάκι μου …παντρεύω καμμιά φτωχοπούλα … εχ .. τι να κάμω;

Ανθ. Ας τ' αφίσουμαι αυτά· πάμε να φάμε, και να παίξουμε τη μπερλίνα ..

Όλαι Ορισμός σας … (εισέρχονται όπου η τράπεζα.)

Π Ρ Α Ξ Ι Σ Γ'.

Σ Κ Η Ν Η Α'.

Βιτώρια μόνη της λυπουμένη, και κλαίουσα, έπειτα ο Μπαλάσης.

Βιτ. [καθ' εαυτήν] Αχ πόσον δεινόν πράγμα είναι το να μη γνωρίζωνται τα αισθήματα των ευγενών ανθρώπων, αλλά να καταφρονώνται μάλλον από ανόητα και αναίσθητα όντα!!! πόσον βαρύ και λυπηρόν είναι το να υπάρχη μεταξύ δύω αδελφών μία ανομοιότης ηθικής εκ διαμέτρου εναντία!!! εγώ η δυστυχής σεβομένη την αυταδέλφην μου, και επιθυμούσα ανέκαθεν την ευτυχίαν της, πολλάκις (μ' όλον ότι μικροτέρα αυτής εις την ηλικίαν) την ενουθέτησα όσον εμπόρεσα, επεχειρίσθην να την αποσπάσω από τόσα και τόσα φυσικά και επείσακτα ελαττώματα, και πολύ περισσότερον από το σκαιόν και ολέθριον ελάττωμα της ασωτίας, αλλ' εστάθη αδύνατον να την μετατρέψω από αυτό, το οποίον εστάθη αίτιον να φθαρή τόση πατρική μας περιουσία … Αντί να λάβουν πρόοδον κι συμβουλαί μου, εξ' εναντίας μισούμαι απ' αυτήν, εξυβρίζομαι, και το χείριστον υποβλέπομαι πάντοτε ως φθονούσα την ευτυχίαν της … και αφού η σκληρά αδελφή με μετεχειρίσθη πολλάκις με τους πλέον βαρβάρους και θηριώδεις τρόπους, εσχάτως με είπεν ότι την φθονώ διά την ελπιζομένην ευτυχίαν της από την μετά του Σινάνη συζυγίαν αυτής … εγώ; εγώ φθονώ την αδελφή μου; ω Θεέ!!! (κλαίει).

Μπαλ. (εισέρχεται και ευρίσκει κλαίουσαν την Βιτωρίαν) Γιατί κλαις Βιτωρίτζα μου; τι έπαθες πάλαι;

Βιτ. Ωχ θείε μου, επιθυμούσα σήμερον τον θάνατόν μου παρά όσα ήκουσα.

Μπαλ. Τι έπαθες;

Βιτ. Επεπλήχθην και υβρίσθην σήμερον τόσον σκληρά από την αδελφήν μου ως φθονούσα την ευτυχίαν της.

Μπα. Και τι ευτυχίαις έχει και ταις φθονείς; εκείνη από την ασωτίαν της εκατάντησε να μην έχη πουκαμισάκι να φορέση … Και πώς ελογοφέρατε;

Βιτ. Αχ! τι να σας ειπώ … την καρδιάν μου την έχει καϋμένην εις πολλά … και καταντώ να φύγω πλέον από το σπίτι, διότι δεν υποφέρω πλέον . . . ποίον να ειπώ, και ποίον ν' αφίσω … τας ασωτίας της; τας αχρείας συναναστροφάς, τας οποίας έχει κάθε εσπέρας με γυναίκας μηδαμινάς, τας νυχτερινάς διασκεδάσεις διαφόρων διεφθαρμένων νέων, οίτινες την κατεδυσφήμησαν πανταχού ως να ήτον η πλέον αναίσχυντος ..; αφ' ού δι όλα αυτά την ενουθέτησα να παύση πλέον, και δεν εκατόρθωσα τίποτε, τελευταίον σήμερον υπήγα να την επισκεφθώ ολίγον, και με ανέφερεν, ότι θα υπανδρευθή τον γέρω Σινάνη, τον πλούσιον εκείνον και φυλάργυρον σαράφην· εγώ την είπα, διατί να πάρη ένα γέροντα τοιούτον με ανομοίαν όλως δι όλου ηθικήν; αλλ' αυτή ενόμισεν, ότι την φθονώ, και με επεσώρευσε τα εξ αμάξης. —

Μπα. Και τω όντι καλά την είπες … εχάθηκαν τόσοι νέοι ευγενείς, πεπαιδευμένοι, (και μάλιστα τώρα όπου ο κόσμος είναι γεμάτος), μόνε πήγε και διάλεξε το παλιό κούρταλο, π' ούναι και τα δυω του ποδάρια μεσ' το λάκο; τι ζωή θα κάμει με κείνον που τρέμει για έναν παρά; τον είδες καμμιά φορά;

Βιτ. Ποτέ μου.

Μπα. Για τον δγης, θα φτύσης τον κόρφο σου … ας αφίσουμε τα γεράματά του, και τα λοιπά, αμέ η αδελφή σου είναι σκορποχέρα, θέλει να τρώγη εκατό λογιού φαγιά, πωρικά, χαλβάδες, ραχάτ λοκούμια, θέλει να φορή μόδαις στης μόδαις, ό,τι δγη το μάτι της το θέλει, και που θα την χαριτώνει εκείνος παρά; καλά, αν κάμη παιδί, και ψοφήσ' εκείνος, υπομονή, θα υποφέρη ολίγον αλήθεια, έπειτα όμως τον κληρονομή … αμ' αν ψοφήση άτεκνος, πώς θα τα ξεμπερδεύσει μ' εκείνους τους ταγκαλάκιδες τους συγγενείς του; τι θα γένει το χάλι της;

Βιτ. Αυτά προβλέπω και εγώ· δια τούτο την είπα να πάρη ένα άνδρα νέον, ολίγον πλούσιον, και να έχη τας αναπαύσεις της με μετριότητα, παρά να περάση την πλέον βδελυράν ζωήν μ' ένα σαπογέροντα εις το άνθος της ηλικίας της, και ύστερον από ολίγον καιρόν αι πικρίαι να την απομείνουν κέρδος … μα όταν δεν αισθάνεται μόνη της, και την ετύφλωσε τόσον η ασωτία με την ιδέαν, ότι θα εξοδεύει τον πλούτον του Σινάνη αυτή, χωρίς να γνωρίζη ότι οι φιλάργυροι υστερούνται τα πάντα, οι φιλάργυροι ούτε καν γάταν δεν τρέφουν εις τας οικίας των, τι να την ειπή άλλος; αλλ' εγώ ολίγον ζαλίζομαι εις ό,τι την συμβή και ό,τι αγαπά ας κάμη .. το χρέος μου το έκαμα.

Μπα. Η ευγενεία σου είσαι γνωστική, και κύτταξε τη δουλειά σου, κι άφισ' την εκείνην γιατί είναι και κομμάτι τρελλούτζικη, να μη μας κάμη τα χειρότερα .. εγώ θα πάγω να τήνε δγιω, και να καταλάβω τα νουμερά της …(αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Μουζάνας

Σιν. (καθ' εαυτόν) Αποψεσινή νύχτα ένας χρόνος μ' εφάνηκε. … μεγάλος άστρος δεν ήτανε βγαλμένος όντας ξύπνησα …μετά τζεγκέλια τα τραβήξω την πέφτη. …. τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. [εισέρχεται] Σε καλό αφέντη· πολύ νύχτα σηκώθηκες … τι ώρα είναι;

Σιν. Ώρα ντε τέλω να ξέρω … τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. Τρίτη.

Σιν. Τετράδη, κιοπόγλου!!

Μουζ. Όχι αφέντη … τρίτη.

Σιν. Τετράδη μπρε!!

Μουζ. Τρίτη.

Σιν. Εγώ τέλω τετράδη!! ακόμα τι τα πης!!!

Μουζ. Σαν το θέλεις έτζι, ας είναι … οι φράγκοι λένε, λέγκα ιλ πατρόνε δόβε βουόλε λ' άζινο.

Σιν. Και τα πη αυτό!!

Μουζ. (με ταχύτητα) Δέσαι τον αφέντη εκεί που θέλ' ο γάιδαρος, τάχα ό,τι σου ειπή ο αφέντης σου, εκείνο κάμε.

Σιν. Ζαέρ έτζι είναι … φράγκοι έχουνε γνώσι πολλή .. εγώ τετράδη λέω είναι σήμερα, και συ τετράδη πες, τι σε κόφτει; παράδες δε θα δώκης για !!!

Μουζ. Βέβαια.

Σιν. Ροδάνης μοδάνης, τίποτα δεν εφάνηκε;

Μουζ. Νύχτα είν ακόμα, πήγαινε να κοιμηθής.

Σιν. Πάγω, άμμα κουκούτζι ύπνο ντεν έχω (αναχωρεί.)

Μουζ. Κι εγώ θα πάγω να πέσ' ακόμα (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Γ'.

(Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Ροδάνης)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Εξημέρωσε… ας σηκωθώ να ετοιμασθώ … τώρα θ' άρτη ο μισέ Ροδάνης να φέρη τα πράγματα που τον παράγγειλα .. ως τόσο, καλά εγλεντίσαμε απόψα … έτζι θα τ' άχω κάθε βράδυ όντας θα παντρευτώ… αχ! πότε θα στεφανωθώ!!! είχα δεν είχα τ' όκρυψα απ' της κυρίαις … εκείνη η πετζομένη η Τζάτζα Κασσού το μυρίστηκε, κι όλο πετριαίς μ' έριχνε … τίποτης δεν την γλυτόνει· όλα τα μαθαίνει· κακή σουσουράδα είναι τω όντι ..

Ροδ. (εισέρχεται) Έν έχετεν πλια να πήτεν τίποτις! ήφερα σας τα ούλα… μόνε καλοροίζικα και στα βλογήματα.

Ανθ. Να ζήσης μισέ Ροδάνη μου … ωχ τι ωραίος κρουαζές!!!

Ροδ. Της υστερινής μόδας … και καμμία έν ήκοψεν ακόμη.

Ανθ. Τι ωραίο καπελίνο!!

Ροδ. Ένα καράβι αφ' το Τριέστι έφερε χτες δύο χιλλιάδες, κι αυτότανε μοναχά απέ τούτην την σόρτε…. αφήτεντα κείνα· δέστεν το δαχτυλίδι.

Ανθ. Ω χαράστο .. Μπιρλάντι είναι;

Ροδ. Όσκαι … φατζέτα φιαμέγκικη … ιδέτεν πράμα;

Ανθ. [θεωρούσα εις τας χείρας της το δακτυλίδι] Είδα πολλά, μα τέτοιο δεν είχα ιδή … τι φκιάσι!!! πώς στράφτει!! και πόσα έχει;

Ροδ. Πεντακόσια τάλλαρα πήρα σας το με χίλλια στανιά.

Ανθ. Τ' αχρήζει αληθινά.

Ροδ. Και γυρίστεν το στον ήλιο, να δγήτεν ίντα φωτιαίς πετά.

Ανθ. Ωραίο .. ωραίο· τα λογαριάσετε όλα;

Ροδ. Έννοια σας, κι' έγραψάτα στο κατάστιχο … μόνε με για [καθ' εαυτόν] Αν πάμεν έτζι διαβόντρου λουλούδα, ως του χρόνου γένουμ' εγώ Σινάνης .. (προς την Ανθήν) Το βράδυ φέρνω σας και τα μόμπιλα (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Δ'.

Η Ανθή και ο Γιορδάνης.

Γιορ. (θεωρών τα φορέματα) Κρου, κρου κρου, κρουαζές είναι αυτός; τι τι τι τι θα τόνε κά κά κά κάμεις;

Ανθ. Βέστα.

Γιορ. Θα θα θα, θα με κόψεις κι εμένα ένα α α α αντερί απέ του του του, απέ τούτο;

Ανθ. Κομμάτι παρακάτου μάτια μου.

Γιορ. (θεωρών το καπελίνον) Αμ' ε του του του τούτο το κα κα κα το καπελίνο, τι όμορφο είναι; να δγιω με πια πια πια, με πιάνει; (το φορεί.)

Ανθ. Βγάλτο και θα με το ψειριάσης.

Γιορ. Ψει ψει ψει, ψείραις δεν έχω … να να νά ξυ ξυ ξυ, ξυπασμένη, τ' όβγαλα … σι σι σι σικιάρι εγώ φ φ φ φκιάνω καλήτερο.

Ανθ. Ναίσκε μπουταλά, που θα φκιάσης καλήτερο.

Γιορ. Πε πε πε πέρνω μια μπονέτα, βά βά βα βα βάνω και τζανφέσι και κο κο κο κορδέλαις, και γένεται καλήτερο.

Ανθ. Γκρεμίσου ζεβζέκι, χάχα … τον γλέπεις με τι το παράμοιαξε ο μπουταλάς; φεύγα να μη σε δγιουν τα μάτια μου.

Γιορ. Σε σε σε χορατεύω … τε τε τε τέρας είναι τέρας … πο πο πο πότε θα φάμε της αρραβώναις;

Ανθ. Γκρεμίσου σε λέγω.

Γιορ. Φε φε φε φεύγω σαν εκα κα κα κά κιοσες [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η Ε'.

Η Ανθή μόνη με θυμόν.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τι μπουταλάς!!! τι ζευζέκης!!! τι ανόητος!!! ακούς εκεί τον μασκαρά να παρομοιάζη τα καπελλίνα με της μπονέταις; .. τα καπελλίνα, που όποια τα φορεί μοιάζει σαν άγγελος; έννοια του. και να τον δείξω τον ανόητο … ας πάγω να ετοιμάσω τώρα, να φέρω και τη μοδίστρα να μου κόψη τη βέστα. [αναχωρεί].

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Μουζάνας, χωρίς να φαίνωνται.

Σιν. [καθ’ εαυτόν] Ωχ! ξημέρωσε … αμάν, ούλη νύχτα απόψα ντεν κοιμήτηκα … πέφτη, πέφτη, ήρτε και πέφτη … «τζάμπα να μην τύχη και δεν είναι και σήμερα πέφτη; ιστέκα να ρωτήξουμε Μουζάνα … (προς τον Μουζάνα) Ολάν Μουζάνα! Μουζάνα, ω Μουζάνα, μπρε!!! ντεν ακούς; άι κιοπόγλου, σαν άλογο ψόφιο κοιμάται … Μουζάνα λέω.

Μουζ. (αφανής) Ορίστε.

Σιν. Τρεις ώραις φωνάζω, δε ξυπνάς πγια;

Μουζ. Αφέντη είναι νύχτα.

Σιν. Ξημέρωσε … να, σαλεπτζής φωνάζει … τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. Πέμπτη.

Σιν. Αλήτεια;

Μουζ. Και δε θυμάστε οπού φάγεται εχτές το βράδυ ψωμί ελιαίς, και σκόρδο;

Σιν. Ναι, καλά λες … άιδε να φέρης Μπερπέρη μου, να οτοιμάσης καλά μου ρούχα, γιατί τ' αλλάξω σήμερα.

Μουζ. Ο Μπαρπέρης ακόμα δεν άνοιξε … τα ρούχα σας να ετοιμάσω; ποια φορέματα θέλετε;

Σιν. Τα καλά μου.

Μουζ. Δεν τα γνωρίζω.

Σιν. Όλαν!! αντερί μου σαμ αλατζά .. τζιουπέ μου μπαρουτί, κοντογούνη μου γκιοτζένι, τζασκίρι μου τζοχένιο, παμπρί μου ζουνάρι να δέσω κεφάλι μου, χασέ μαύρο να δέσω ζουνάρι.

Μουζ. Αφέντη, ο τζουμπέ σας είναι κόσκινο …. τον έφαγ' η βοτρίδα.

Σιν. Τριάντα εφτά χρόνια τον έχω, νισάφι.

Μουζ. Και τ' αντερί σας είναι καταλυομένο.

Σιν. Μαζή τ' άκοψα.

Μουζ. Και το τζαχτζίρι σας σε κακό χάλι.

Σιν. Ντε φαίνεται .. αντερί μου σκεπάζει.

Μουζ. Και το παμπρί σας σκισμένο.

Σιν. Τυλίζω μέσα, και ντε φαίνεται.

Μουζ. Κι ο χασές που λέτε για ζουνάρι, είναι κομμάτια κομμάτια.

Σιν. Σα βάλω στη μέση μου, δε γνωρίζεται.

Μουζ. Όλα λοιπόν είναι έτοιμα.

Σιν. Τρέχα να φέρης Μπερμπέρη.

Μουζ. Ευθύς τώρα.

Σ Κ Η Ν Η Ζ'.

Η Ανθή και ο Ροδάνης [παρρησία.]

Ανθ. Πολύ αργήσετε, μισέ Ροδάνη!!

Ροδ. Ίντα να σας κάμω, που έν ηύρα μόμπιλα της χρήσις, κ' ήφερά σας πλια αυτά, ως που να κάμουμεν καλήτερα.

Ανθ. Όχι για αυτό, μόνε που πέρασ' η ώρα, και πότε θα συγυρίσω .. πιστεύω τώρα τώρα θ' άρτη ο τζελεμπή Σινανάκης.

Ροδ. Έννοια σας κι εγώ τον αργοπορώ λιγάκι, ώστε που να συγυριστήτεν.

Ανθ. Κράτησαί τον πίσω κομμάτι, να ζης.

Ροδ. Ορισμός σας … εγώ πάγω κι εσείς συγυριστήτεν .. να σας δω πλια ίντα θα κάμετεν … εσείς αφ' τη μια πάντα, κι εγ' αφ' την άλλη, να μην τ' αφίσουμε μυαλό· σα θάρτουμε, να μην ήστεν μέσ' την κάμαρά σας.

Ανθ. [τον αποκόπτει] Έννοια σου … . άφσαι να κάμω, από τέτοια δα, μη σε μέλλει.

Ροδ. Πάγω … (αναχωρεί.)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) ο μισέ Ροδάνης ζητεί να με μάθη τέχναις, και δεν ξέρει οπού εγώ είμαι τετραπέρατη, ξεσκολισμένη … (αναχωρεί·)

Σ Κ Η Ν Η Η'.

Ο Σινάνης μόνος έπειτα ο μισέ Ροδάνης και ο Μουζάνας

Σιν. (καθ' εαυτόν) Εγώ μπερπερίστηκα, άλλαξα, στολίστικα, ακόμα μισέ Ροδάνη δεν εφάνηκε … βράδιασε … πότε τα πάμε; ωφ σφίχτηκα …. αμάν μισέ Ροδάνη, αν θε ν' άρτης, έλα… έριφ .. νάτος νάτος (προς τον Ροδάνην) Έλα άδαμ, έλα … στα μάτια έκαμα …

Ροδ. Κ' ίντα; άλογον είστε μαθές που κάμετεν στα μάτια;

Σιν. Γάιδαρος μπιλέμ κοντεύω να γένω … σεβτάς είναι τούτος, δεν είναι τζιορμπάς . .

Ροδ. Κι έχετε σεβτά πουθενά;

Σιν. Στην κοκονίτζα που τα πάμε τώρα.

Ροδ. Κι εσείς ακόμη έν την είδετεν.

Σιν. Ούλη νύχτα στον ύπνο μου την έβλεπα.

Ροδ. Στον ύπνο σας την είδετεν και κουζουλαθήκετεν … αμ' αν την δήτε και στο ξύπνο σας, ίντα θα κάμετε;

Σιν. Τότες αρτίκ τα τρελλατώ.

Ροδ. Έχετεν κανένα φυλαχτό; πάρτε το μαζή σας να μην πάθετεν τίποτις, και σας χάσουμε.

Σιν. Πάμε τώρα.

Ροδ. Κι έν αλλάζετεν να βάλετεν τα σκολλιατικά σας; μ' αυτά θα πάτεν;

Σιν. Αυτά είναι τα καλήτερά μου.

Ροδ. Κι έν έχετεν άλλα;

Σιν. Όχι,.. και τι έχουνε αυτά;

Ροδ. Αυτά 'ναι αφ' του κατά Λουκά τον καιρό· και μ' αυτά τα πασούμια θα πάτεν;

Σιν. Τι είναι πασούμια;

Ροδ. Παπούτσια που λέτεν εσείς.

Σιν. Με τούτα ζαέρ.

Ροδ. Κ' έν έχετεν τζαγκιά;

Σιν. Τι τα πη τζαγκιά;

Ροδ. Στιβάλλια, ποδήματα.

Σιν. Έχω, εκείνα να βάνω; Μουζάνα! φέρε τζιζμέδια μου.

Μουζ. Μηδέ βρέχει, μηδέ λάσπες είναι έξω … έπειτα εκείνα είναι καταμπαλωμένα, και τρύπια πάλαι.

Σιν. Εσύ φέρτα, τι σε κόφτει; εγώ προχθές εμπάλωσα.

Μουζ. Εχτές; είναι ένας χρόνος αφέντη, τι λέτε; (φέρει τα υποδήματα γελών) ορίστ' αφέντη.

Ροδ. Κι' έν έχετεν άλλα πλιο παλιά απέ τούτα;

Σιν. Όχι … ούλα αυτά είναι.

Ροδ. (καθ' εαυτόν) Στην πίστι μου μηδ' οι οβριγοί του μπαλατά ε φορούνε τέτοια τζαγκιά διαβόντρου ακριβοτζάντζαλε· έννοια σου δα, και γλίγωρις θα δης θες τ' άστρη [προς τον Σινάνη] Πα να σας φέρω άματις τα δικά μου ; .. (αναχωρεί.)

Σιν. Έχεις; τρέχα … γλίγωρα … καρτερώ.

Σ Κ Η Ν Η Θ'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα, ο Μουζάνας, και ο Φοντανέλλης.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Φτου! είδες εκεί πέρα ντουλειά π' όπατα; γιατρός ξέχασε να φέρη μπογιά… ύστερα; μασκαραλίκια άδαμ .. σαν παμπάκι είναι τρίχες μου μαύρη πούπετα ντεν έχω … ωφ! τι να κάμω για; (προς τον Μουζάναν) Μουζάνα! τρέχα να φωνάξης γιατρό γλίγωρα, να φέρη μπογιά ..εγώ πεσίνι πλέρωσα … μασκαραλίκια.

Μουζ. Αφέντη, τώρα τον είδα στο δρόμο κι ερχότανε ο γιατρός.

Σιν. Εσύ προφήτη είσαι, και ξέρεις που τ' άρτη εδώ πέρα; τρέχα λέω, γιατί όλα του κάκου είναι … τίποτα δε τα κάμουμαι.

Μουζ. Να, έφθασε ο γιατρός σας.

Σιν. Πούντος ήρτε;

Φον. Ω. αφέντη δικό μου, σέκασα και είναι σήμερα πέφτη μα ιντάτο κε έφερα κολόρο.

Σιν. Άφεριμ σινιόρ Φουντανέλα, άφεριμ … έλα, εξοχότη σου να βάψης.

Φον. (βάφει τας τρίχας του Σινάνη) Ε και αφέντη ντικό μου, και γένηκε σαν το καρπόνε … (τον δίδει ένα μικρόν καθρέπτην) έκο, να το γλέπη.

Σιν. (βλέπων εις τον καθρέπτην) Ωχ, ωχ, ωχ,. άλειψαι και φρίδια μου κομμάτι.

Φον. (βάφει τα οφρύδια του Σινάνη πλατειά) έκο και φρύδια νέρο νέρο.

Σιν. Ωχ, ωχ, ωχ, ωχ, σαμούρι κόπηκε πια μουστάκια μου άφεριμ …

Φον. Ε δούνκουε, αδίο … (αναχωρεί.)

Σιν. Στο καλό, στο καλό.

Σ Κ Η Ν Η Ι'.

Ο Ροδάνης, ο Μουζάνας, και ο Σινάνης

Ροδ. (με έν ζευγάρι υποδήματα εις τας χείρας) Καλέ σεις Μουζάνα, έν είν τούτος αφέντης σας;

Μουζ. Όλος όλος.

Ροδ. Και ποιος τον ήκαμε σα μουντζαλωμένο γάτη; εσείς διαβόντρου γυιέ του τα κάμετεν τούτα τα μουσκαραλίκια …

Μουζ. Όχι. ο γιατρός ο Φοντανέλλης.

Σιν. Ήρτες μισέ Ροδάνη;

Ροδ. Ήρτα και σας ήφερα τα τζαγκιά, κι έ σας γρώνισα .. κι εσείς αλλάξετεν τα μούτρα σας, εσείς γενήκετεν παλλικαράκη … ήθελα ν' άμπω, κι απέ ήλεγα σα ποιος ν' άν αυτός, σα ποιος ν' άν αυτός … και σαν είδα το κεφάλι σας, κοπαννιά σας γρώνισα.

Σιν. (τρίβων το μουστάκι του) Είδες; Φουντανέλλα γιατρό έφκιασε έτζι, άμμα έδωκα δεκαπέντε βενέτικα.

Ροδ. Ας παν σαν παν … εσείς ν' άστεν καλά .. κι ίντ' αχρήζει π' ούστεν τώρη νιος!!! να σας δη η κοκονίτζα, να κατουρηθή θέν πάνου της.

Σιν. Έι, πάμε πγια.

Ροδ. Πάμε… (οδεύουν.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΑ'.

Καλαμπάκος, Σινάνης, και ο Ροδάνης (καθ' οδόν.)

Καλ. (καθ' εαυτόν) Δεν είν κείνος ο Σινάνης; κείνος είναι έβαψε τα μουστάκια του και τα φρύδια του, και μοιάζει σα διάβολος ξυδάτος … που να παγαίνουν!! να τους χαιρετήσω .. άρχοντες ώραις καλαίς.

Σιν. Πολλά τα έτη … (προς τον Ροδάνην) τρέχα.

Καλ. Αφέντη σας εύρηκα ένα καλό κουμάσι.

Σιν. Αλλουνού πούλησ' το .. δικό σου κουμάσι ξέρω εγώ.

Καλ. Μα δε ξέρετε.

Σιν. Ξέρω … τζιμπλού μιμπλού, γριγιά μιγιά.

Καλ. Όχι αφέντη.

Σιν. Όχι μόχι δεν έχει… δουλειά μου μπίτισε πγια .. μάτια της να ήναι μπιλέμ μεγάλα σα βόδι, ντε τέλω.

Καλ. Να μη μετανοήσετε!!!

Σιν. Όχι, όχι, τίποτα τίποτα … (προς τον Ροδάνην) περπάτειε άδαμ να φύγουμαι· ώρα πέρασε.

Καλ. Δούλος σας.

Σιν. Δούλος σας.

Ροδ. Τι τρέχει; ε με λέτεν; ίντα κουμάσια σας λέγει;

Σιν. Άφσ' το άδαμ, ας λέη … πάμε.

Ροδ. Φυλαχτήτεν μπα και σας μπλέξη σε καμμιά λασπιά, κ' ύστερα έν ξελασπονούστεν πλια.

Σιν. Μη φοβάσαι … πάμε .. πάμε.

Σ Κ Η Ν Η ΙΒ'.

Η Ανθή και η Χαίδω.

Χάι. Κυρά κοκόνα, κυρά κοκόνα.

Ανθ. Τι είναι; (εξέρχεται).

Χάι. Ο Ροδάνης έρχεται και φέρν' κι ένα μασκαρά.

Ανθ. Γκρεμίσου βρώμα … εκείνος είν' ο αφέντης σου.

Χάι. Κείνος είν' ο γαμπρός; τρανό κακό … σα μασκαράς με φάνκε που γενούνται τς' απόκριγιαις.

Ανθ. Γκρεμίσου σε λέγω … έβγα μπροστά τους και πες τους να έμβουν στη μεγάλη σάλα … κι αν σε ρωτήσουν π' ούναι η καιρά σου, πες τους, αλλάζει … τ' άκουσες; [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Σινάνης, ο Ροδάνης, η Χαίδω, και η Ανθή.

Σιν. [εισέρχεται εις την οικίαν της Ανθής] Αυτό είναι σπήτι της;

Ροδ. Ναίσκε.

Σιν. Και τι όμορφο.

Ροδ. Και τ' είδετεν ακόμι; να στουπίρη θε ο νους σας ακόμ' ακόμι.

Σιν. (βλέπων την Χαίδω) Τούτη είναι η κοκονίτζα;

Ροδ. Όσκαι· τούτη είναι η κοπέλλα της.

Σιν. Κοπέλλα είναι έτζι, αμέ καιρά τι λογιά είναι για;

Ροδ. Σαν την δήτεν, γλέπετεν .. (προς την Χάιδω) π'ουν' η κυρά σου;

Χάι. Μέσα για ς' τον ντάτης .. ντένεται, ορίστ' δω μέσα.

Σιν. [θαυμάζων τον στολισμόν] Μπρε, μπρε, μπρε… τι πράματα είν' αυτά; τούτο σαμ σαφί Παρίσι κόπηκε .. έι μισέ Ροδάνη; τι λες;

Ροδ. Κι ε σας τ' όλεγα μαθές; κ' ίντ' άδετεν ακόμι, αμέ να δήτε κι εκείνη;

Σιν. Π' ουν τηνε για;

Ροδ. Τώρ' άρχεται.

Σ Κ Η Ν Η ΙΔ'.

(Η Ανθή πάρουσιάζεται μακρόθεν ερχομένη προς αυτούς). Ο Σινάνης Ροδάνης και η Ανθή.

Ροδ. Δήτεν, δήτεν τη … έρχεται.

Σιν. Τούτη είναι;

Ροδ. Ναίσκε.

Σιν. Αμάν αμάν αμάν!!! μισέ Ροδάνη!!! χέργια μου ποδάρια μου τρέμουνε ήπατά μου κοπήκανε …. κρύωσα, πάγωσα, μπούζι κόπηκα .. αμάν, πγιάσαι με, τα πέσω κάτου … τα λειγοτυμήσω … καρδιά μου σα ρωλόι εγκλέζικο χτυπάει … τούτη είναι σαν άγγελος … τούτη είναι σαν είδωλο στα καράβια βάνουνε … αμάν αμάν αμάν .. παραξυμός μ' έπιασε.

Ροδ. Και μην κάμνετεν δα έτζι … εδώ κανείς ν' άχη θε καρδιά σιδερέννια.

Σιν. Όσο έρχεται πγιο κοντά, δε ξέρω πώς γένουμαι . . . Ιστεκα κοντά μου τζάνουμ … ήρτε … τώρα τι να κάμω; [τρέμων].

Ροδ. Σηκώστεν πάνου.

Σιν. (σηκώνεται όρθιος και την χαιρετά με διάφορα σχήματα κατά το τουρκικόν έθος, διπλώνων τα κράσπεδα των φορεμάτων του) [προς τον Ροδάνην μυστικά] Τι να κάμω ακόμα;

Ροδ. Αφήτεν να σας χαιρετήση πρώτα.

Ανθ. Δούλος σας.

Σιν. Δού .. [ξηροκαταπίνει] Δού …Δούλος σας κοκονίτζα μου. [κάμων σχήματα διά της χειρός του]

Ανθ. Καλώς ορίσετε.

Σιν. Πολλά τα (ξηροκαταπίνει) τα έτη.

Ανθ. Σ' την υγίαν σας.

Σιν. Δόξα σοι ο Τεός, καλά είμαστε . .. ευγενία σας τι κάμετε;

Ανθ. Προσκυνώ σας .. με συγχωρείτε οπού άργησα, διότι ήμουνα απ' το πουρνό νεγκλιζέ.

Σιν. Έχετε νεζιλέ, καταρροή; κομμάτι ζάχαρι καπνιστήτε, μάνι μάνι περνάει … κατήστε.

Ανθ. Δεν κάθουμαι τζελεμπί μου, διότι χαλνώ τα φορέματά μου.

Σιν. Κι ούλο ολόρτη στέκεστε;

Ανθ. Όγεσκαι .. κάθουμαι, μα σηκόνω τα φορέματά μου.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Ταμάμ νοικοκαιρά . .. εγώ τόσω χρονώ γένηκα, τούτο ντεν ήξερα . .. (προς την Ανθή) Κατήστε, κι' όπως τέλετε κατήστε.

Ανθ. (σηκόνει το φόρεμά της όπισθεν, και κάθεται) Τι νέα έχετε;

Σιν. Τίποτα … εχτές το βράδυ γένηκε γιανγκίνι και καΰκανε πέντε σπήτια, και είκοσι αγραστήρια οβρέκα·

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τον ηύρα τον μπουταλά .. (προς τον Σινάνην) Ναίσκε, το άκουσα .. πώς περνάτε;

Σιν. Απάνου κάτου τυραγνιούμαστε .. κόσμος έτσι είναι . .. ευγενία σας τι δουλειά κάμετε για;

Ανθ. Εγώ; όλη μέρα κι' όλη νύχτα δεν αδειάζω .. ράφτω, κεντώ, μπιμπίλαις φκιάνω, έχω και τον μπελά που λογαριάζω τα διάφορα που μας χρουστούνε.

Σιν. Κι όλα τούτα μια κοπανιά τα κάμετε;

Ανθ. Όλα· (καθ' εαυτήν) Ωχ καϋμένε, ν' άξερες τεμπελιά που δουλεύει; όλη μέρα φαγί, ύπνος, γέλοια, τραγούδια, της νύχταις σουαρέδες, χαρτιά, μπερλίναις, όχι ρόκαις, και ραψίματα, και κουρέματα και ψαλλίδια . .. (προς τον Σινάνη) η ευγενεία σας;

Σιν. Σαραφλίκι.

Ανθ. Εγώ τον ένα τον παρά, αν ήτανε τρόπος, τον έκαμνα εκατό.

Σιν. (προς τον Ροδάνην μυστικά) Κατά πως τα τέλω νοικοκαιρά . .. ωχ.

Ροδ. (προς τον Σινάνην μυστικά) Κι' έ σας τ' όλεγα εγώ ψόματα θαρείτεν που σας ήλεγα;

Σιν. Πιστεύω τώρα.

Ανθ. Γιατί δε φορείτε φράγκικα;

Σιν. Φράγκικα τέλουνε πολλά πράματα.

Ανθ. Σαν τι;

Σιν. Μαλιά.

Ανθ. Περούκα.

Σιν. Τζακίσματα.

Ανθ. Τα κάμετε.

Σιν. Ντε ξέρω.

Ανθ. Μαθαίνετε.

Σιν. Ποιος να με μάτη για; με ματαίνετε ευγενία σας;

Ανθ. Μάλιστα . .. και χορό ακόμη.

Σιν. Ναίσκε . .. ό,τι τέλετε ματαίνω.

Ανθ. Μοναχός σας είστε;

Σιν. Εγώ και δούλος μου.

Ανθ. Έχετε κανένα καλόν δούλον;

Σιν. Έτζι κι' έτζι, κομμάτι γουρσούζι είναι.

Ανθ. Και πόσα τον δίνετε;

Σιν. Πέντε γρόσια τον μήνα .. παπούτζια, μπερμπεριστικά·

Ανθ. Καλέ τι λέτε; πολλά πολλά . .. εγώ τη δούλα π' όχω, την εστοίχησα χίλια γρόσια για εκατό χρόνια … τα φορέματα που φορεί της εορταίς και της βίζιταις είναι δικά μου .. της άλλαις ημέραις σιχαινόσαστε να φτύσετε απάνου της.

Ροδ. (καθ' εαυτόν) Του διαβόντρου η λουλούδα, ήκατζέν τόνε στα βρόχια.

Σιν. (προς την Ανθήν) Είστε πολύ νοικοκαιρά.

Ανθ. Σας ευχαριστώ .. είστε πολλά ζαντί.

Σιν. (προς τον Ροδάνην μυστικά) Τι τα πη ζαντί;

Ροδ. Είναι φραντζέζικο, κι' έν το ξέρω.

Σιν. Και ιξέρει φραντζέζικα;

Ροδ. Και φραντζέζικα, και ταλλιάνικα, κι' ίντα έν ιξέρει ως και τα κορακιστικά ακόμη ξέρει τα.

Σιν. Κορακιστικά τι είναι; πουλιού γλώσσα;

Ροδ. Ναίσκε.

Σιν. Ωχ ωχ ωχ! δραγουμάνο ντε τέλουμε αρτίκ.

Ροδ. Ίντα ρωτάτεν πλια, ε θε πολύ λεμόνι· πέρνετεν γυναίκα, που σ' τον κόσμο έν είν' άλλη. (καθ' εαυτόν) Κ' έν είν κι' όλας άλλη παράλυτη στην πίστι μου.

Σιν. Στην εκκλησιά παγαίνετε καμμιά φορά, κοκονίτζα μου;

Ανθ. Από λαμπρή σε λαμπρή.

Σιν. Γιατί;

Ανθ. Απ' τους πολλούς δίσκους, και τους ζητιάνους.

Σιν. Ευγενία σου χρόνια έχεις λίγα, αμμά εβδομήντα χρονού ανθρώπου γνώσι έχεις . .. εγώ πάσα κυριακή παγαίνω, και ταμάμ που θ' αύγουνε δίσκοι, το κόφτω παραλίκι.. (γελά) Χα χα χα! δεν κάμω καλά;

Ανθ. Αξιόλογα …

Σιν. Λουτρό παγαίνεις;

Ανθ. Ποτέ μου σπήτι λούγουμαι . ..(καθ' εαυτήν) Ω καϋμένε μπουταλά, κάθε δύω ημέραις κοπάδι πηγαίνουμε. (προς τον Σινάνη) Η ευγενία σας πάτε;

Σιν. Κάτα μεγάλο σαββάτω τη νύχτα, και δίνω είκοσι παράδες ούλο ούλο.

Ανθ. Ακριβά… η γυναίκες δίνουνε πέντε παράδες το κεφάλι, και πάλαι δεν πάγω.

Σιν. Εγώ πολύ σας άρεσα.

Ανθ. Και εγώ ομοίως.

Ροδ. Δότεν άματις τα δακτυλίδια, να τελείωση η δουλλειά.

Σιν. (τη δίδει έν δακτυλλίδιον) Ορίστε.

Ανθ. (τω δίδει ομοίως) Ορίστε.

Ροδ. Και πότες έχουμε τα βλογήματα;

Σιν. Όποτε τέλει η κοκονίτζα.

Ανθ. Όποτε η ευγενία σας.

Σιν. Εγώ μακάρι τώρα.

Ροδ. Πα να φέρω τον παπά;

Σιν. Άφστο την Κυργιακή.

Ανθ. Τούτην, ή την άλλη;

Σιν. Όποια τέλετε.

Ανθ. Την άλλην καλήτερα.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Εμένα και τώρα καρντιά μου ήτελε αμμά ας κουρεύεται .. ως που ν' άρτη άλλη Κυργιακή η ψυχή μου τ' αύγει.

Ροδ. Πάμεν πλια.

Ανθ. Καθίστε ολίγον .. (κτυπά τας χείρας) Χάιδω.

Χάι. (Παρουσιάζει γλυκό και καφφέ).

Σιν. Τι τα ήτελε; να ξοδιάζεσαι;

Ανθ. Τίποτα έξοδα … το γλυκό είναι από της αρραβώναις της γιαγιάς μου, και της νενές μου, τώρα αρρεβωνιάζουμαι κι' εγώ, κι' ακόμα και τα εγκόνια μας ν' αρραβωνιαστούνε.

Σιν. (τρώγων το γλυκό) Αμήν.

Ανθ. Τον καφφέ τον έχω απ' του παπού μου τον καιρό.

Σιν. Καλά βάσταξε τόσα χρόνια;

Ανθ. Η νενέ μου μ' έμαθε, και έβανα κομμάτι σαπούνι, και βάσταξε.

Σιν. Τεός σχωρέστηνα … (καθ' εαυτόν) Ούλαις σόι τους νοικοκαιραίς είναι.

Ροδ. Πάμεν τώρη.

Σιν. (σηκώνεται όρθιος· προς την Ανθήν) Σ' αφίνω για, πολλά τα έτη, δούλος σας.

Ανθ. Προσκυνώ σας . .. (προς τον Ροδάνην κυφίως) Γύρισε τώρα σε ολίγον.

Σ Κ Η Ν Η ΙΕ'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Μπαλάσης

Ανθ. (πηδώσα) Λαμπάδες, παράκλησες .. το κατόρθωσα .. ό,τι γέν' ας γένη .. για δέσιμο τον έχω τον καϋμένο το γέρω .. τώρα τι θα γένη; φορεσιαίς, μόδαις, φλουριά, τάλλαρα, δούπιαις, μα πως είναι γέρος τι πειράζει; ξέρεις δα … εκείναις π' όχουν τους νέους κ' είναι ψώραις και των γονέων; εγώ θα περνώ καλά, θα κάμω καμπόσαις καρακάξαις να σκάσουνε, και σ' το μάτι τους, αν θα λένε τον άνδρα μου γέρω.

Μπα. (ακούων αρκετήν ώραν έξωθεν την ομιλίαν της Ανθής εισέρχεται) Καλέ με ποιόν ελαλούσες τόση ώρα;

Ανθ. Μανάχη μου.

Μπα. Και κάτι χαρούμενη; τι τρέχει;

Ανθ. Αρραβωνιάστηκα.

Μπαλ. Και εις τα τέλεια … με ποιόνα;

Ανθ. Με τον Τζελεπή Σινανάκη π' όχει τα φλουργιά με το φυκιάρη.

Μπαλ. Το γέρω Χωτζά Σινάνη να μη λες; το φιλάργυρο;

Ανθ. (με θυμόν) Καλέ, τι κακό είν' αυτό με σας; γιατί τον λέτε γέρω τον άνδρα μου; τι σας κόφτει; εσείς θα τον στεφανωθήτε;

Μπαλ. Μη θυμώνης παιδάκι μου .. άκουσαι και τους μεγαλητέρους σου.

Ανθ. Τίποτα τίποτα …κανένα κανένα δεν ακούω σε τούτο.

Μπα. Και χάθηκε τόσος κόσμος, μόνε θα πάρης τον παπού σου;_

Ανθ. Ας ήναι μακάρι και προσπάπους μου … εκείνον θα πάρω … δείξαι με άλλον καλήτερον ντε!!

Μπαλ. Έναν Γραμματικό, ένα Διοικητή, ένα Επίτροπον.

Ανθ. Το διόρθωσες ….σώπα σώπα .. αμ' αυτοί που λες τι έχουνε απ' ένα μισθό ξερό ξερό ….. έπειτα σαν τους βγάλουν από τας θέσεις των, ξύνουνται απ' τους τοίχους, και ρίχνουνε τ' αυτιά τους σαν της βρεμμέναις γάταις.

Μπαλ. Ένα Στρατιωτικό.

Ανθ. Το σκότωσες … κι' εκείνοι το ίδιο είναι, ή σε ξυπάζουν τα σπαθιά, τα γαλλόνια, και τα χρυσά κουμπιά!!! ο μισθός ίσια ίσια δεν τους φθάνει .. τίποτε, οι υπάλληλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί όλοι είναι πτωχοί με μίαν ξερήν επιφάνειαν.

Μπαλ. Έναν πραματευτή πάρε.

Ανθ. Αν μουφλουζέψη, τι να κάμω;

Μπαλ. Έναν τεχνίτη.

Ανθ. Ό,τι βγάζει την ημέρα ίσια ίσια δε σώνουνε για το βράδυ.

Μπαλ. Έναν Γιατρό.

Ανθ. Αν είναι ο κόσμος άρρωστος .. αμ' αν δεν έχη κούραις; … έπειτα τώρα οι γιατροί δεν έχουν υπόληψιν σαν και πρώτα.

Μπαλ. Έναν Συνήγορο πάρε.

Ανθ. Όσο έχουνε τα κριτήρια δουλειαίς πάει καλά κάτι ψωροπερνούνε .. αύριο μεθαύριο σαν παύσουν η κρίσες; τίποτα … κι' εκείνοι σαν τους άλλους και χειρότερα … μάλιστα αυτοί που κυνηγούν αέρα… τίποτις θείε μου, τίποτις .. καλά τον διάλεξα εγώ, και κανένας άλλος δε με χορταίνει, παρά ο τζελεπή Σινανάκης, για να χορτάσω φαγιά, φορέματα, διαμαντικά, κι' ό,τι θέλω και δε θέλω.

Μπαλ. Μα π' ούναι φιλάργυρος, πώς θα κάμης;

Ανθ. Εγώ τον καταφέρνω και πέρνω το βίος του στο χέρι μου, και να το δγης.

Μπαλ. Μακάρι … και κανένας άλλος πγια δε σ' αρέσει;

Ανθ. Εγώ όλους σ' τους αράδιασα .. οι μπακάλιδες απομείνανε, οι ψωμάδες, οι χαμάλιδες .. θέλεις να πάρω κανένα τέτοιον;

Μπαλ. Όχι … να ήτανε κομμάτι νιος έμοιαζε.

Ανθ. (με θυμόν) Κουριόζο πράμα … τι σας κόφτει π' ούναι γέρως; μην το κάμης κι' η ευγενία σου σαν την αδελφή μου την καρακάξα που πάει να σκάση απ' τη ζούλια της.

Μπαλ. Όχι δα την τζαμένη, την αδικάς· εκείνη σ' αγαπά.

Ανθ. Σαν το χιόνι στον κόρφο.

Μπαλ. Και πότε θα στεφανωθής;

Ανθ. Την ερχομένη κυριακή.

Μπαλ. Καλοροίζικα, κι' ό,τι είναι της μοίρας σου (αναχωρεί)

Ανθ. (μόνη) Και συ δεν πας να φας χαλβά και κουρκούτη μπρε ζεβζέκι!!! (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Ις'.

Μαχίδης, Αντιοχίδης, Λαμπρίδης, Χαιρειάδης, και Πατζίδης.

Μαχ. Εμάθετε τα νέα;

Αντ. Όχι … τι;

Μαχ. Καμώνεστε.

Λαμ. Όχι τη αληθεία.

Μαχ. Η δική μας δα, η παστρικοθοδώ … χα χα χα χα (γελά)

Πατ. Μη γελάς δα.

Χαιρ. Εκείνος έτζι το συνειθίζει.

Μαχ. Η παστρικοθοδώρα μας δα, αρραβωνιάστηκε.

Λαμ. Καλέ η Ανθή;

Μαχ. Ναι.

Λαμ. Και ποίον πέρνει;

Μαχ. Το, χα χα χα χα (θα σκάσ' απ τα γέλοια) το γέρω Σινάνη.

Όλοι Χα χα χα χα χα χα χα.

Χαιρ. Μπρε τη βρωμούσα.

Αντ. Γιατί; εκείνος της αρέσει … τι σας κόφτει;

Μαχ. Ωχ! σιώπα δα και συ .. εκείνον το γέρω, το σαλιάρη, τον ματούρη, τον τενεκέ; χάθηκαν οι άνδρες;

Χαιρ. Καλά σας λέγει….. να εψοφούσα απέ την πείνα τέτοιον μασκαρά δεν τον έπερνα.

Πατ. Ου να χαθή η παραλυμένη … πώς θα τον βλέπη … εγώ συχαίνουμαι όταν τον απαντώ στον δρόμον, και γυρίζω άλλο σοκάκι

Παχ. Πάμε να την χαιρετήσουμε;

Όλοι Αφού τον πάρη, να πάμε.

Όλοι Όλοι μαζή;

Παχ. Βέβαια! και που ν' ανταμωθώμεν;

Όλοι Στο συνειθισμένον μέρος.

Μαχ. Α παρόλ δ' ονόρ;

Όλοι Μάλιστα, μάλιστα … αδιού . . (αναχωρούν.

ΠΡΑΞΙΣ Δ'.

Σ Κ Η Ν Η Α'.

Η Ανθή μόνη έπειτα η Χάιδω

Ανθ. Πέντε μέραις έμειναν ακόμη έως την κυριακήν, και τίποτε δεν έχω έτοιμον … ο μισέ Ροδάνης με είπε ότι ο γαμπρός θα με στείλει γρόσια, και έως τώρα τίποτα δεν είδα … θα μείνω εντροπιασμένη εις τους καλεσμένους, και δε με νοιάζει για τους άνδρας, όσο με καίει που θα με περιγελούν εκείναις η καρακάξαις … ο Ροδάνης δεν εφάνηκε, και πάγω να χάσω το νου μου· ας στείλω να τον μιλήσω .. Χάιδω πήγαινε να φωνάξης το Ροδάνη.

Χάι. Ούλη μέρα το Ροδάν, το Ροδάν, το Ροδάν; τι τον θέλεις το Ροδάν;

Ανθ. Πήγαινε συ και τι σε κόφτει;

Χάι. Γώ πάγ' για μα δεν έρχεται … (αναχωρεί.)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Όταν δεν είναι χρήματα και οι δούλοι βαρετοί γένουνται.

Σ Κ Η Ν Η Β'.

Η Ανθή και ο Ροδάνης

Ανθ. Στα μάτια έκαμα μισέ Ροδάνη.

Ροδ. Κι εγώ γλέπω σας κ' είστεν καλά.

Ανθ. Καλά είμαι, μα.

Ροδ. Ίντα μα, και ξεμά; βάλτεν τη σκούφια σας στραβά.

Ανθ. Καλέ τι λες; των φρονίμων τα παιδιά πριχού πεινάσουν μαγερεύουνε … η ημέραις φτάξανε και τίποτα δεν έχω έτοιμα .. θα μείνω με τα μαύρα μούτζουνα.

Ροδ. Μη λυπούστεν, κι' εγώ σας τα κάμω όλα ότοιμα …

Ανθ. Στο λαιμό σας κρέμουμαι.

Ροδ. Συγυρίστεν το σπήτι και τώρη γλέπετεν (αναχωρεί.)

Ανθ. Πάγω να συγυρίσω το σπήτι, τι κάθουμαι; (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Γ'.

Ο Ροδάνης ο Σινάνης έπειτα ο Μουζάνας

Σιν. Κυργιακή κοντεύει .. σφίχτηκα .. κάτα μια μέρα ένα χρόνο με φαίνεται.

Ροδ. (με βίαν) Καλέ ίντα καθούστενε μαθές; κι' έ στέρνετεν τα πράματά σας στο σπήτι της νύφης πλια! τι καρτερείτεν;

Σιν. Τι πράματα να στείλω για;

Ροδ. Ό,τ' έχετεν, κι' ό,τι έν έχετεν· την ώραν που θα βλογηθήτεν θα στέρνετεν κασέλαις και στρώματα;

Σιν. Να στείλω και κασέλαις με γρόσια;

Ροδ. Κι αμέ; Ίντα τα φυλάτεν εδώ; ε φοβούστεν να μη σας τα κλέψουν κι' όλας;

Σιν. Καλά λες … έκει κοκονίτζα φυλάει καλά, κόσμος είναι σπήτι της, παζάρι κοντά είναι, κλέφτη κολάι κολάι ντεν παγαίνει.

Ροδ. Έτζι κάμετεν, να σας χαρώ.

Σιν. Να πάγω κι' εγώ μαζή με χαμάλιδες, να κάμω τεσλίμη κασέλαις μου κοκονίτζας χέργια, και να γυρίσω;

Ροδ. Έτζ' είν' καλά, κ' είστεν πλιο σίγουρος.

Σιν. (φωνάζει τον Μουζάνα) Μουζάνα πάνε να φέρης χαμάλιδες να κουβανίσουμε πράματά μας ούλα κοκονίτζας ισπήτι.

Μουζ. Ορισμός σας … (καθ' εαυτόν) Τώρα σε διορθώσανε διαβόλου φιλάργυρε … η γυναίκα θα σε κάμει σουγλί παλληκάρι. (αναχωρεί)

Σιν. Άιδε να φορτώσουμε, και να πάμε μαζή, σακίν χαμάλιδες να μην κάμουνε χουνέρι.

Ροδ. Πάμεν. (αναχωρούν)

Σ Κ Η Ν Η Δ'.

Η Βιτώρια μόνη, έπειτα ο Μπαλάσης.

Βιτ. (καθ' εαυτήν) Η αδελφή μου έχασε τον νουν της πλέον … ετοιμάζει το σπήτι χωρίς να έχη τίποτε να το στρώση … δεν ημπορώ να καταλάβω τι τρόπον ζωής ακολουθεί, και ποίον δρόμον τρέχει …. είμαι περίεργη να ιδώ το τέλος αυτής της σκηνής … αγκαλά αι τοιαύται γυναίκες ξεύρουν και τα ευγάνουν εις το κεφάλι … και βέβαια όταν συστολή δεν υπάρχη, όταν κρίσις δεν υπάρχη, όταν μόνη η θέλησις φθάση να κινή την μηχανήν ενός ανθρώπου, όλα ευκολύνονται, και ουδέν αισχρόν κατά την παροιμίαν. Αχ!!! πόσον θα μετανοήσει η τρισαθλία! όσον πλούτον και αν έχη, ο γέρω Σινάνης, αυτή είναι καλή εντός ολίγου διαστήματος να τον κάμη γυαλιά καρφιά, και πάλιν να υποπέση εις την ιδίαν δυστυχίαν, ίσως και χειροτέραν, διότι τότε θα έχει τον γέρω διάβολον εμπρός της κάθε στιγμήν, θα χάσει την ελευθερίαν της, και κύριος οίδεν, εις πόσα ατοπήματα θα εξωκείλει … αχ!!! πόσον πικρόν και λυπηρόν είναι εις μίαν γυναίκα το να μην έχη εις τον εαυτόν της φιλοτιμίαν!! αν εσυλλογίζετο ολίγον η δυστυχής, αν εμετρούσε τα εναντία, αν έφερεν εις τον νουν της τα παρελθόντα, όσην πατρικήν περιουσίαν μας έφθειρε, και εις ποίαν περίστασιν έφθασεν ένεκα της ασωτίας της, βέβαια ήθελε φέρεται εις το εξής με περισσοτέραν μετριότητα, τώρα μάλιστα όταν πρόκηται έμπροσθέν της μία τοιαύτη τύχη, με την διαφοράν μόνην, ότι διά την τύχην αυτήν (την οποίαν προκαλεί η ασωτία της) θυσιάζει την τρυφερότητα και το άνθος της ηλικίας της εις την χρήσιν ενός πλουσίου βαρβάρου, ενός γέροντος φιλαργύρου, ενός τέλος πάντων βδελυρού όντος … τι κόσμος παράξενος!!! τι κόσμος μηδαμινός!!! υπομονή δι όλα τ' άλλα … τουλάχιστον ας είχε και ολίγην πρόνοιαν διά τα μέλλοντα … αλλά και τούτο (βλέπω) είναι μακράν από του να το συλλογισθή .. ας κάμη ό,τι θέλει, εγώ είμαι αμέτοχος, εγώ έχω καθαράν την συνείδησίν μου· αδιαφορώ πλέον … το ήμισυ του οσπητίου με ανήκει, το εκτιμώμεν, και αφού πλουτήσει, το αγοράζει, τότε και εγώ διαθέτω την ζωήν μου εις τάξιν, και με την οποίαν έχω ολίγην χρηματικήν κατάστασιν ζω ευτυχής, εάν η τύχη αποφασίση να συζευχθώ με τον σωφρονέστατον εραστήν μου … ο πλούτος είναι φύσει ευόλισθον πράγμα, και μάλιστα όταν πέση εις ασώτους χείρας, τότε γίνεται ευολισθώτερος … δεν επιθυμώ πλούτον ασώτως δαπανώμενον … αρκεί η κατάστασίς μου να με ζήση ησύχως, τις εστίν ο πλούσιος ο εν τω «ολίγω αναπαυόμενος»

Μπαλ. (ακούσας τους τελευταίους λόγους, εισέρχεται) Εύγε σου!!! εύγε σου, φρονιμωτάτη μου ανεψιά!!! μακάρι να είχα και εγώ τη γνώσι σου, τι έχεις πάλαι; να μην εμάλωσες με την αδελφή σου;

Βιτ. Όχι Θείε μου! μόνη μου κάμω διαφόρους συμπερασμούς, και εσυλλογίσθην πώς να διαθέσω τον εαυτόν μου, επειδή βλέπω την ηθικήν κατάστασιν της αδελφής μου πολλά ασύμφωνον με την ιδικήν μου, και απεφάσισα να ζήσω μακράν από αυτήν.

Μπαλ. Καλά το συλλογίστηκες …. αμέ το σπήτι;

Βιτ. Το εκτιμώμεν, και με πληρόνει το αναλογόν μου .. Αυτή θα πλουτήσει αύριον.

Μπαλ. Εύγε σου!!! φρόνιμα .. μόνε μιαν ώρα προτήτερα, πριχού τα κάμει πάστρα τα γρόσια του γέρω Σινάνη.

Βιτ. Μετά τρεις ημέραις αφού στεφανωθή, θα το προτείνω αυτό … πλην σας παρακαλώ να με συδράμετε αν προκύψη περίστασις.

Μπαλ. Τι λόγος … είμαι έτοιμος.

Βιτ. Σας ευχαριστώ .. υπάγω μήπως έλθη και μας εύρει, και αρχίσει τα συνειθισμένα της. [αναχωρεί]

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Σινάνης, ο Ροδάνης, και η Ανθή

Σιν. [προς τους βαστάζους] Εδώ, εδώ… σ' αυτό ισπήτι.

Ανθ. [καθ' εαυτήν] Τα γρόσια φέρνουνε [τρέχει προς τον Σινάνην] Εδώ τζελεμπή μου, εδώ στο γκιαυγκίρι·

Σιν. Ισπήτι σας έχει γκιαυγκίρι;

Ανθ. Μάλιστα.

Σιν. Δε φοβάται γιαγκίνι … σίγουρα τα βάνουμαι σεντούκια μας μέσα.

Ανθ. Τι τεργιάζει! και αμφιβάλλετε;

Σιν. Ούλα ούλα σεντούκια ογδόντα δυω είναι.. απάνου γραμμένο πάσα ένα τι έχει μέσα.

Ανθ. Πολλά καλά … τα κλειδιά τους τα έχετε;

Σιν. Ένα κλειδί ανοίγει ούλα.

Ανθ. [καθ' εαυτήν] Τόσο καλύτερα, δε θα χρειαστώ πολλά αντικλείδια … [κλείει την θύραν, και δίδει το κλειδί εις τον Σινάνη] Ορίστε τζελεμπή μου το κλειδί του γκιαυγκιριού.

Σιν. Ας στέκεται στα χέργια σας.

Ροδ. Όσκαι δα, πάρτεν το εσείς, και σα βλογηθήτεν της το δίνετεν.

Σιν. Καλά λες, ας πάρω … [το λαμβάνει]

Ροδ. [προς τον Σινάνην μυστικά] Κι έν της δίνετεν άματις τίποτις έξοδα για τη χαρά;

Σιν. [μυστικά] Αφεντιά σου δεν είπες να βγάνω παπούτζια μου ν' άμπω μέσα;

Ροδ. Ναι… είπα δα … σα δε θέτεν, ας λείψη· έν έχ' εκείνη ανάγκη αφ' τα δικά της, ας ην καλά τα δικά σας.

Σιν. Τι είπες;

Ροδ. Φαλλάρισα … έν έχ εκείνη ανάγκη αφ' τα δικά σας, ας ην καλά τα δικά της που έν έχει να σας χώση .. ίντα θαρείτεν καλέ; εγώ σας τ' όπα για να φανήτεν γαλαντόρμπος σα δε θέτεν πάλι, ας στέκ' η δουλλειά μπερδεμένη.

Σιν. Όχι, παζάρι μας έτζι είναι.

Ροδ. Συμπαθήστε με αστόχησα … πάμεν τώρη .. . . δούλος σας.

Σιν. Δούλος σας κοκονίτζα μου.

Ανθ. Σας προσκυνώ τζελεπή μου … στο καλό μισέ Ροδανη .. σε καρτερώ.

Ροδ. Έρχουμαι. (αναχωρούν)

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Ροδάνης.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τα γρόσια τ' άχουμε στο χέρι (πηδά). Θε μου! να ψοφήσ' απόψα .. να του κατέβη αποπληξία … λαμπάδες θ' ανάψω … ογδόντα δυω κασέλαις, δεν είναι πέξαι γέλασαι … θα πετάξω απ' τη χαρά μου … (πηδά)

Ροδ. (εισέρχεται αιφνιδίως) Τώρη σαρτέρνετεν! το ξέρω κι' εγώ … η δουλλειά σας μπίτισε ίντα ντέρτι έχετεν … το βιος του Σινάνη στο σπήτι σας τ' όχετεν τώρη …

Ανθ. Έλα να σε φιλήσω μισέ Ροδάνη μου.

Ροδ. Ε θέλω γώ φιλλιά, μοννιούς μοννιούς να δούμεν τώρη.

Ανθ. Να, τ' αντικλείδι τ' όχω έτοιμο, την νύχτα θα τ' ανοίξω τρέξε τώρα για τα χρειαζούμενα του γάμου.

Ροδ. Ότοιμα τ' άχω, και το βραδύ βραδύ φέρνω σας τα. [αναχωρεί] (μόνος καθ' οδόν) Έννοια σου διαβόντρου λούλουδα, και θα φας και να πγης θες.

Ανθ. Πάγω κι' εγώ να προετοιμασθώ, (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Ζ'.

Ο Σινάνης και ο Μουζάνας.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Έι ούλα αρτίκ γενήκανε, την κυργιακή χαρά … εγώ κανένα ντεν εκάλεσα για; ποιόνα να καλέσω, ποιόνα να καλέσω!!! α… χανούμ ογλού, ένα, χουρμούζ ογλού, δυω, χατζή μουράτ' ογλού, τρια .. αραϊτζ' όγλου, τέσσερα, χαδούμ ογλού, πέντε, δουμ δουμ ογλού έξη … φτάνουνε … πολλοί είναι μπιλέμ.

Μουζ. (ακούων τον Σινάνη) Αφέντη;

Σιν. Τι είναι μπρε;

Μουζ. Αμέ τον καϊμένο τον Εσκιτζή Κασπάρη που σε μπαλόνει τα παπούτζια, κάθε μέρα, τον πατζατζή Μικιρδίτζι που πέρνουμε πατζά, τον τζοπτζή Μαρτυρόζη που μας σηκόνει τα σκουπίδια, αυτούς δε θα τους καλέσεις.

Σιν. Αυτοί είναι κιουλχανίδες μπρε … χιτζ τετοιανούς ανθρώπους καλνούνε;

Μουζ. Κιουλχανίδες, αμμά σε δουλεύουνε τόσα χρόνια.

Σιν. Άιδε γκρεμίσου, κοκονίτζα ντε τέλει.

Μουζ. Αμ εγώ με τι ρούχα ν' άρθω στο γάμο;

Σιν. Μ' εκείνα π' όχεις.

Μουζ. Είναι παλιά.

Σιν. Τηγάρις δικά μου καινούρια είναι; γιόξαμ εσύ τα γένης καλήτερο απ' εμένα, κόσμος να ταρή που είσαι γαμπρό εσύ; ρούχα σου καλά είναι.

Μουζ. Αμ' ετοιμάστηκες;

Σιν. Ούλα ότοιμα είναι …. έμεν παπουτζάκια μου τα βγάνω ν' άμπω μέσα .. έτζι είπε μισέ Ροδάνη.

Μουζ. (καθ' εαυτόν) Τρομάρα στα βρακιά σου .. . σε λίγαις ημέραις θα δγης τον ήλιο ανάποδα.

Σιν. Τι μουρμουρίζεις, μπρε;

Μουζ. Τίποτες αφέντη, ζουλεύω την τύχη σου.

Σιν. Ζουλεύεις για; αμέ τι ταρείς; αντρώπου κισμέτι στα υστερνά έρχεται.

Μουζ. Ναι αφέντη, ναι .. να σε χαρώ τούμπανο.

Σιν. Άιτε τώρα κεφάλι μου ζάλισες … εγώ κοκονίτζα συλλογιούμαι τώρα.

Μουζ. Την κυργιακή την πέρνεις πγια, και γλέπεις τη μοίρα σου. (αναχωρεί)

Σιν. ( καθ' εαυτόν ) Ζούλεψε Μουζάνα, ζούλεψε … δίκιο έχει … καρδιά του παντριά τέλει .. δούλα να δώκω αρτίκ, να κάμω τζιράκι κακόμοιρο Μουζάνα.

Σ Κ Η Ν Η Η'.

Ο Σινάνης και ο Ροδάνης

Ροδ. Είστεν ότοιμος; παράγγειλα του παπά Τρέχα να σας βλογήση την κυργιακή, και ν' άστεν κ' οι δυω σας στην Εκκλησά.

Σιν. Τ' άρτη και κοκονίτζα;

Ροδ. Κι αμέ μοναχός σας θα βλογηθήτεν; είπα της το κι' εκείνης ν' άν' ότοιμη … πρέπει ν' άστεν καλά στολισμένος παστρεμένος, α θέτεν να βάλτε και κομμάτι σουλουμά, και κοκκινάδι για να γυαλίζετεν, να σας δώσω … (τον δίδει δύω μικρά αγγεία)

Σιν. Τ' είν' αυτά;

Ροδ. Τ' άσπρο αλείφετέν το στη μουσούδα σας, και το κόκκινο στα μάγουλά σας.

Σιν. Και γένουμαι όμορφος;

Ροδ. Σαν τον ήλιο, και σαν τ' άστρη της αυγής, . (καθ' εαυτόν) Ήστρεξέν τα … ουγού … κι' ε θα φαίνεται σα διάβολος μαρινάτος; (προς τον Σινάνη) Πα φύγω τώρη. (αναχωρεί)

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings