← Table of contents
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

O ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ (continued 4)

Reading edition

Κατά την εβδόμην ώραν της πρωίας το μικρόν σώμα επανέλαβε την προς ανατολάς πορείαν, διατηρούν την αυτήν της προτεραίας τάξιν.

Ήτο πάντοτε το δάσος. Επί του παρθένου εκείνου εδάφους, επί του οποίου το θάλπος και η υγρασία συνεφώνουν όπως εξεγείρωσι την βλάστησιν, έπρεπε να σκεφθή τις ότι το φυσικόν βασίλειον θα ενεφανίζετο εν όλη αυτού τη μεγαλειότητι. Ο παράλληλος του ευρέος εκείνου οροπεδίου συνεχέετο σχεδόν μετά των τροπικών πλατών, και επί τινας μήνας του θέρους ο ήλιος, διερχόμενος το ζενίθ, ηκόντιζε τας ακτίνας του καθέτως. Υπήρχε λοιπόν άπειρος ποσότης θερμότητος αποτεταμιευμένη εις τα εδάφη εκείνα, ων το υπέρδαφος διετηρείτο υγρόν. Τούτου ένεκα ουδέν μεγαλοπρεπέστερον της διαδοχής εκείνης των δασών, ή μάλλον του απεράντου εκείνου δάσους.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ παρετήρησεν ότι κατά τον Χάρρην ευρίσκοντο εν τη χώρα των πάμπας. Πάμπα δε εν τη γλώσση των ιθαγενών σημαίνει πεδιάς. Και εάν αι αναμνήσεις του δεν τον ηπάτων, ενόμιζε να ενθυμείτο ότι αι πεδιάδες αύται παρουσιάζουσι τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: στέρησιν ύδατος, έλλειψιν δένδρων, έλλειψιν πετρών, πλουσίαν αφθονίαν σκολύμων κατά την εποχήν των βροχών, οίτινες επερχομένης της θερμής εποχής γίνονται σχεδόν θαμνία και σχηματίζουσι τότε αδιαπέραστα φυλλώματα· είτα ωσαύτως, δένδρα νανοφυή, θαμνία ακανθώδη· πάντα δε ταύτα δίδοντα εις τας πεδιάδας εκείνας θέαν μάλλον άγονον και αιχμηράν.

Αλλά το πράγμα δεν είχεν ούτω αφότου το μικρόν σώμα, οδηγούμενον υπό του Αμερικανού, είχεν εγκαταλίπει την παραλίαν. Το δάσος δεν έπαυσε να εκτείνεται μέχρι των ορίων του ορίζοντος. Όχι, εκεί δεν ήτο η πάμπα εκείνη οίαν εφαντάζετο αυτήν ο νεαρός δόκιμος. Μήπως η φύσις, ως είπεν ο Χάρρης, ηθέλησε να καταστήση το οροπέδιον εκείνο της Αταμάκας χώραν όλως ιδιαιτέραν, περί ης ουδέν άλλο εγίνωσκεν ειμή ότι εσχημάτιζε μίαν των ευρυτάτων ερήμων της Νοτίου Αμερικής, μεταξύ των Άνδεων και του Ειρηνικού Ωκεανού;

Την ημέραν εκείνην ο Δικ Σανδ απέτεινεν ερωτήσεις τινάς περί του αντικειμένου τούτου και εξέφρασεν εις τον Αμερικανόν την έκπληξιν ην τω επροξένει η αλλόκοτος εκείνη θέα της πάμπας.

Αλλ' εξήχθη ταχέως εκ της απάτης υπό του Χάρρη, όστις τω παρέσχε περί του μέρους εκείνου της Βολιβίας ακριβεστάτας πληροφορίας, μαρτυρούσας τοιουτοτρόπως την βαθείαν γνώσιν ην είχε του τόπου.

— Έχετε δίκαιον, νέε μου φίλε, είπε προς τον δόκιμον. Η αληθής πάμπα είναι τοιαύτη οίαν περιέγραψαν οι περιηγηταί, ήτοι πεδιάς άγονος της οποίας η διάβασις είναι πολλάκις δυσχερής. Ενθυμίζει τους λειμώνας της Βορείου Αμερικής, με μόνην την διαφοράν ότι ούτοι είναι μάλλον τελματώδεις. Ναι, τοιαύτη είναι η πάμπα του Ρίου Κολοράδου, του Ορενόκου και της Βενεζουέλας. Αλλ' ενταύθα ευρισκόμεθα εις χώραν, της οποίας η θέα εκπλήττει και εμέ αυτόν. Είναι μεν αληθές ότι πρώτην φοράν ακολουθώ την οδόν ταύτην διά μέσου του οροπεδίου, οδόν ήτις έχει το πλεονέκτημα να συντέμνη την πορείαν ημών· αλλ' εάν δεν την είδον εισέτι, ηξεύρω ότι έχει μεγάλην διαφοράν προς την αληθή πάμπαν. Τοιαύτην θα ευρίσκετε ουχί μεταξύ της δυτικής Κορδελλιέρας και της υψηλής οροσειράς των Άνδεων, αλλά πέραν των ορέων, επί του ανατολικού εκείνου μέρους της ηπείρου, όπερ εκτείνεται μέχρι του Ατλαντικού.

— Πρέπει λοιπόν να υπερβώμεν τας Άνδεις; ηρώτησε ζωηρώς ο Δικ Σανδ.

— Όχι, νέε μου φίλε, όχι, απεκρίθη μειδιών ο Αμερικανός. Τούτου ένεκα είπον ότι θα την ευρίσκετε, και όχι θα την εύρετε. Ησυχάσατε, δεν θα εγκαταλείψωμεν το οροπέδιον τούτο, του οποίου το μέγιστον ύψος δεν υπερβαίνει τους χιλίους πεντακοσίους πόδας. Α! εάν ήτο ανάγκη να διέλθωμεν τας Κορδελλιέρας μετά των μεταφορικών μέσων τα οποία έχομεν, ποτέ δεν θα σας παρέσυρον εις τοιαύτην ριψοκίνδυνον απόπειραν.

— Τωόντι, είπεν ο Δικ Σανδ, προτιμότερον θα ήτο να ανέλθωμεν ή να κατέλθωμεν την ακτήν·

— Ω! εκατοντάκις προτιμότερον! απεκρίθη ο Χάρρης. Αλλ' η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς κείται εντεύθεν της Κορδελλιέρας. Ώστε η οδοιπορία ημών, μήτε κατά την πρώτην μήτε κατά την δευτέραν περίπτωσιν θα παρουσιάση πραγματικήν τινα δυσκολίαν. — Και δεν φοβείσθε μήπως αποπλανηθήτε εις τα δάση ταύτα, τα οποία διέρχεσθε κατά πρώτην φοράν; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ. — Όχι, νέε μου φίλε, όχι απεκρίθη ο Χάρρης. Ηξεύρω καλώς ότι το δάσος τούτο είναι ως απέραντος θάλασσα, ή μάλλον, πυθμήν θαλάσσης του οποίου και αυτός ο ναυτικός δεν δύναται να καταμετρήση το βάθος και να εξακριβώση την θέσι του. Αλλά, συνηθισμένος να δασοπορώ, δύναμαι να εύρω τον δρόμον μου εκ της απλής διευθετήσεως δένδρων τινών, εκ της διευθύνσεως των φύλλων των, εκ της κινήσεως ή της συστάσεως του εδάφους, εκ μυρίων άλλων λεπτομερειών αίτινες διαφεύγουσιν υμάς. Έστε βέβαιος, θα οδηγήσω υμάς και τους υμετέρους, όπου πρέπει να μεταβήτε. Πάντα ταύτα ελέχθησαν καθαρώς υπό του Χάρρη. Ο Δικ Σανδ και αυτός, προπορευόμενοι της συνοδείας, συνδιελέγοντο συχνάκις, χωρίς να αναμιγνύεται άλλος τις εις την συνομιλίαν των. Εάν ο δόκιμος ησθάνετο ανησυχίας τινάς, τας οποίας ο Αμερικανός δεν κατώρθου πάντοτε να διαλύη, προτίμα να τας διατηρή δι' εαυτόν μόνον. Αι 8, 9, 11 και 12 Απριλίου παρήλθον τοιουτοτρόπως χωρίς να επέλθη δυσάρεστόν τι εν τη πορεία. Δεν διήνυον ανά παν δωδεκάωρον διάστημα πλειότερον των οκτώ μέχρις εννέα μιλίων. Αι στιγμαί αι αφιερούμεναι διά τα γεύματα και την ανάπαυσιν διεδέχοντο αλλήλας τακτικώς, και μολονότι ο κάματος ήρχησεν ήδη να γίνεται ολίγον επαισθητός, η υγιεινή κατάστασις ήτο έτι λίαν ευχάριστος. Ο μικρός Ζακ ήρχιζε να υποφέρη ολίγον εκ του βίου εκείνου των δασών, εις ον δεν ήτο συνηθισμένος και καθίστατο λίαν μονότονος δι' αυτόν. Και έπειτα, δεν είχον τηρήσει όλας τας προς αυτόν δοθείσας υποσχέσεις. Τα εκ καουτσού νευρόσπαστα, τα κολίβρια, πάντα ταύτα εφαίνοντο ακαταπαύστως οπισθοχωρούντα. Είχε γίνει ωσαύτως λόγος να τω δείξωσι τους μάλλον ωραίους ψιττακούς του κόσμου, και τοιούτοι δεν έπρεπε να λείπωσιν εκ των πλουσίων εκείνων δασών. Πού ήσαν λοιπόν οι παπαγάλοι εκείνοι με το πράσινον πτέρωμα, όλοι σχεδόν αυτόχθονες των χωρών εκείνων, οι αράς οι γυμνοπάρειοι, με τας μακράς και οξείας ουράς, με τα ζωηρά χρώματα, των οποίων οι πόδες ουδέποτε πατούσιν επί της γης, και οι καμίνδαι οίτινες είναι ειδικώτεροι εις τας τροπικάς χώρας, και οι πολυχρώματοι ψιττακοί, με το πολύπτερον πρόσωπον, και τέλος όλα εκείνα τα φλύαρα πτηνά άτινα, κατά το λέγειν των Ινδών, λαλούσιν έτι την γλώσσαν των εκλειψασών φυλών; Προκειμένου περί ψιττακών, ο μικρός Ζακ δεν έβλεπεν άλλο ειμή ψιττακίδιά τινα φαιοτεφρόχροα, με ουράν ερυθράν, άτινα έβριθον υπό τα δένδρα. Αλλά τα ψιττακίδια εκείνα δεν ήσαν νέα δι' αυτόν. Τα έχουσι μεταφέρει εις όλα τα μέρη του κόσμου. Επί των δύο ηπείρων, πληρούσι τας οικίας διά της αφορήτου φλυαρίας των, και εξ όλης της ομοιογενείας οι ψιττακίσκοι ούτοι διδάσκονται ευκολώτεροι να ομιλώσι. Δέον να είπωμεν ότι, πλην του Ζακ, και ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ήτο ευχαριστημένος. Τον είχον μεν αφήσει να τρέχη δεξιά και αριστερά κατά την οδοιπορίαν, αλλ' ουδέν έντομον εύρισκεν άξιον να πλουτίση την συλλογήν του. Την εσπέραν και αυτά τα πυροφόρα ηρνούντο επιμόνως να εμφανισθώσιν εις αυτόν και να τον ελκύσωσι διά του φωσφορίζοντος θώρακός των. Η φύσις εφαίνετο αληθώς μυκτηρίζουσα τον δυστυχή εντομολόγον, του οποίου η δυσθημία επετείνετο.

Επί τέσσαρας έτι ημέρας, η προς τα βορειοανατολικά πορεία εξηκολούθησεν υπό τας αυτάς συνθήκας. Την 16 Απριλίου υπελόγισαν ότι είχον διανύσει περί τα εκατόν μίλια. Εάν ο Χάρρης δεν απεπλανήθη — και εβεβαίου τούτο αδιστάκτως — η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς δεν απήχε πλέον ειμή είκοσι μίλια από του τελευταίου αυτών σταθμού. Πριν δε παρέλθωσι τεσσαράκοντα και οκτώ ώραι, το μικρόν σώμα θα είχε καλόν καταφύγιον, εν τω οποίω θα ηδύνατο τέλος να αναπαυθή εκ των κόπων της οδοιπορίας.

— Εν τούτοις, ει και διήλθον όλον σχεδόν το οροπέδιον και το μεσαίον αυτού μέρος, ουδένα ιθαγενή, ουδένα νομάδα συνήντησαν υπό το απέραντον δάσος.

Ο Δικ Σανδ πολλάκις ελυπήθη, χωρίς όμως να είπη τι, ότι δεν εξώκειλεν εις το άλλο μέρος της παραλίας. Νοτιώτερον ή βορειότερον, δεν θα έλειπον χωρία, κώμαι ή φυτείαι, και προ πολλού ήδη η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής θα είχον άσυλον.

Αλλά, εάν η χώρα εφαίνετο εγκαταλελειμμένη υπό του ανθρώπου, τα ζώα ενεφανίζοντο συχνότερα κατά τας τελευταίας ημέρας. Ηκούοντο ενίοτε είδος μακράς θρηνώδους, κραυγής ην ο Χάρρης απέδιδεν εις χονδρά τινα βραδυπόρα ζώα φωλεύοντα εις τα δασώδη εκείνα μέρη καλούμενα άις. Την ημέραν εκείνην, κατά την μεσημβρινήν στάθμευσιν, συριγμός τις ηκούσθη εις τον αέρα, όστις διά το παράδοξον αυτού επροξένησεν ανησυχίαν τινα εις την κυρίαν Βέλδων.

— Τι είναι; ηρώτησεν αύτη αναγειρομένη ταχέως.

— Είναι όφις! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, δραμών μετά του όπλου του προ της κυρίας Βέλδων.

Τωόντι υπήρχε φόβος μήπως ερπετόν τι ωλίσθησεν εις τα χόρτα μέχρι του μέρους της σταθμεύσεως. Ουδόλως παράδοξον εάν ήτο μέγας τις σούκουρος, είδος βόα, του οποίου το μήκος είναι ενίοτε τεσσαράκοντα ποδών.

Αλλ' ο Χάρρης ανεκάλεσεν αμέσως τον Δικ Σανδ, τον οποίον οι μαύροι ηκολούθουν ήδη και καθησύχασε την κυρία Βέλδων.

Κατ' αυτόν, το σύριγμα εκείνο δεν προήλθεν από σούκουρον, καθότι ο όφις ούτος δεν συρίζει· αλλ' εμαρτύρει την παρουσίαν αβλαβών τίνων τετραπόδων, πολυαρίθμων εν εκείνη τη χώρα.

— Ησυχάσατε λοιπόν, είπε, και μη κάμετε κίνημά τι δυνάμενον να φοβήση τα ζώα ταύτα.

— Αλλά τι ζώα είναι; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, όστις ενόμιζε καθήκον συνειδήσεως να ερωτά και να αναγκάζη τον Αμερικανόν να ομιλή, όστις άλλως τε δεν είχεν ανάγκην παρακλήσεων, όπως αποκρίνεται.

— Είναι αντιλόπαι, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης·

— Ω! πώς ήθελα να τας έβλεπα! ανέκραξεν ο Ζακ.

— Είναι πολύ δύσκολον, μικρόν μου ανθρωπάκι απήντησεν ο Αμερικανός, πολύ δύσκολον.

— Ίσως ειμπορούμεν να τας πλησιάσωμεν αυτάς τας συριγούσας αντιλόπας, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ.

— Ω τρία μόνον βήματα εάν προχωρήσετε, απεκρίθη ο Αμερικανός, σείων την κεφαλήν, όλη η αγέλη θα φύγη. Σας προτρέπω λοιπόν να μη ενοχληθήτε. — Αλλ' ο Δικ Σανδ είχε τους λόγους του να είναι περίεργος. Ηθέλησε να ίδη, και κρατών το όπλον του εισέδυσεν εις τα χόρτα. Πάραυτα, δωδεκάς χαριεστάτων κεμάδων μετά μικρών και οξέων κεράτων διήλθον με ταχύτητα σίφωνος. Το τρίχωμα αυτών, ζωηρού πυρρού χρώματος, διέγραψε νέφος πύρινον υπό τα υψηλά φυλλώματα του δάσους.

— Σας είχον προειδοποιήση, είπεν ο Χάρρης όταν ο δόκιμος επέστρεψεν εις την θέσιν του.

Εάν τας ταχύποδας εκείνας αντιλόπας δεν ηδυνήθησαν ούτοι να διακρίνωσι, τας διέκρινον όμως άλλαι αγέλαι ζώων αίτινες ενεφανίσθησαν κατά την αυτήν ημέραν. Τα ζώα εκείνα ηδυνήθησαν να τα ίδωσιν, αμυδρώς μεν είναι αληθές, αλλ' η εμφάνισις αυτών επέφερε παράδοξον φιλονικίαν μεταξύ του Χάρρη καί τινων εκ των οπαδών του.

Το μικρόν σώμα, περί την τετάρτην ώραν της εσπέρας, εστάθη επί τινας στιγμάς πλησίον ανοικτού τινος μέρους, ότε τρία ή τέσσαρα ζώα ευμεγέθη εξήλθον έκ τινος λόχμης, εκατόν βήματα περίπου μακράν και έφυγον μετά μεγάλης ταχύτητος.

Μεθ' όλας τας συστάσεις του Αμερικανού, την φοράν ταύτην ο δόκιμος, στηρίξας το όπλον επί του ώμου, επυροβόλησε καθ' ενός των ζώων εκείνων. Αλλά καθ' ήν στιγμήν το βλήμα ερρίπτετο, ο Χάρρης απώθησε ζωηρώς το όπλον, ο δε Δικ Σανδ όσον και αν ήτο δεξιός σκοπευτής απέτυχε του σκοπού του. — Μη πυροβολισμούς! είπεν ο Αμερικανός.

— Ε δα! αλλ' είναι καμηλοπαρδάλεις! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, χωρίς να δώση άλλην απάντησιν εις την παρατήρησιν του Χάρρη.

— Καμηλοπαρδάλεις! είπεν ο Ζακ ανορθούμενος επί του εφιππίου. Πού είναι αυτά τα μεγάλα ζώα;

— Καμηλοπαρδάλεις! απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Απατάσαι, φίλτατε Δικ. Δεν υπάρχουσι καμηλοπαρδάλεις εν Αμερική.

— Τωόντι, είπεν ο Χάρρης, όστις εφαίνετο καταπεπληγμένος, δεν είναι δυνατόν να υπάρχωσι καμηλοπαρδάλεις ενταύθα.

— Αλλά τότε; . . . είπεν ο Δικ Σανδ. — Δεν ηξεύρω αληθώς τι να σκεφθώ, είπεν ο Χάρρης. Μήπως νέε μου φίλε, σας ηπάτησαν οι οφθαλμοί σας, και τα ζώα ταύτα είναι στρουθοκάμηλοι;

— Στρουθοκάμηλοι! επανέλαβεν ο Δικ Σανδ και η κυρία Βέλδων παρατηρούντες αλλήλους έκθαμβοι

— Ναι, απλαί στρουθοκάμηλοι, επανέλαβεν ο Χάρρης.

— Αλλ' αι στρουθοκάμηλοι, είναι πτηνά, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και επομένως έχουσι δύο μόνον πόδας.

— Λοιπόν, απεκρίθη ο Χάρρης, ακριβώς ενόμισα ότι τα ζώα ταύτα τα οποία έφυγον τόσω ταχέως ήσαν δίποδα.

— Δίποδα! είπεν ο δόκιμος.

— Νομίζω ότι διέκρινα καλώς ζώα τετράποδα, είπε τότε η κυρία Βέλδων.

— Και εγώ ωσαύτως, προσέθηκεν ο γέρων Τωμ, του οποίου τους λόγους εβεβαίωσαν ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος.

— Στρουθοκάμηλοι με τέσσαρας πόδας! ανέκραξεν ο Χάρρης ανακαγχάζων. Τούτο θα ήτο πολύ αστείον!

— Λοιπόν επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, ενομίσαμεν ότι ήσαν καμηλοπαρδάλεις, και ουχί στρουθοκάμηλοι.

— Όχι, νέε μου φίλε, όχι, είπεν ο Χάρρης, Βεβαίως δεν είδετε καλώς. Τούτο εξηγείται εκ της ταχύτητος μεθ' ής έφυγον τα ζώα ταύτα. Άλλως τε δε πολλάκις συνέβη εις κυνηγούς ν' απατηθώσιν ως υμείς και καλή τη πίστει μάλιστα.

Ό,τι, έλεγεν ο Αμερικανός ήτο λίαν πιθανόν. Μεταξύ ευσώμου στρουθοκαμήλου και μεσαίου αναστήματος καμηλοπαρδάλεως, εάν τας βλέπη τις έκ τινος αποστάσεως, δύναται ευκόλως ν' απατηθή. Είτε πρόκειται περί ράμφους, είτε πρόκειται περί ρύγχους, αμφότερα ταύτα προσκεκολλημένα εις το άκρον μακρού λαιμού ανεστραμμένου προς τα οπίσω, και επί τέλους δύναταί τις να είπη ότι η στρουθοκάμηλος ουδέν άλλο είναι ή ημικαμηλοπάρδαλις.

Δεν ελλείπουσιν απ' αυτής ειμή οι οπίσθιοι πόδες. Λοιπόν το δίπουν τούτο και το τετράπουν τούτο, διερχόμενα ταχέως και απροσδοκήτως, δύνανται εν μεγάλη ανάγκη να εκληφθώσι το έν αντί του άλλου. Άλλως τε δε, η καλλιτέρα απόδειξις ότι η κυρία Βέλδων και οι άλλοι ηπατώντο, είναι ότι δεν υπάρχουσι καμηλοπαρδάλεις εν Αμερική·

Ο Δικ Σανδ εποίησε τότε την εξής σκέψιν:

— Αλλ' ενόμιζον ότι μήτε στρουθοκάμηλοι μήτε καμηλοπαρδάλεις ευρίσκοντο εις τον Νέον Κόσμον.

— Μάλιστα, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης, και ακριβώς η Νότιος Αμερική κέκτηται ιδιαίτερόν τι είδος. Εις το είδος τούτο ανήκει ο νανδού, τον οποίον είδετε προ ολίγου. Ο Χάρρης έλεγε την αλήθειαν. Ο νανδού είναι ιμαντόπους κοινότατος ες τας πεδιάδας της Νοτίου Αμερικής, και το κρέας αυτού, όταν είναι νέος, είναι καλόν εις γεύσιν.

Το ισχυρόν τούτο ζώον, του οποίου το ανάστημα υπερβαίνει ενίοτε τα δύο μέτρα, έχει το ράμφος ευθύ, τας πτέρυγας μακράς και εσχηματισμένας εκ πτερών πυκνών χρώματος υποκυάνου, οι δε πόδες αυτού σχηματίζονται εκ τριών δακτύλων ωπλισμένων δι' ονύχων, — τούθ' όπερ το διακρίνει ουσιωδώς από των στρουθοκαμήλων της Αφρικής.

Αι ακριβέσταται αύται λεπτομέρειαι εδόθησαν υπό του Χάρρη, όστις εφαίνετο λίαν ειδήμων των έξεων του νανδού. Η δε κ. Βέλδων και οι μετ' αυτής εδέησε να ομολογήσωμεν ότι είχον απατηθή.

— Άλλως τε δε, προσέθηκεν ο Χάρρης, πιθανόν να συναντήσωμεν και άλλην αγέλην εκ τούτων των στρουθοκαμήλων. Λοιπόν, την φοράν ταύτην παρατηρήσατε καλλίτερον, και μη υποπέσετε πάλιν εις την απάτην να εκλάβετε τα πτηνά ως τετράποδα. Προ πάντων όμως, νέε μου φίλε, μη λησμονήτε τας συστάσεις μου, και μη πυροβολήτε κατ' ουδενός ζώου. Δεν έχομεν ανάγκην να θηρεύωμεν διά να προμηθευώμεθα ζωοτροφίας, και, το επαναλαμβάνω, δεν πρέπει έκρηξις πυροβόλου να αναγγείλη την παρουσίαν ημών εις το δάσος τούτο.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ έμενε σκεπτικός. Έτι άπαξ, αμφιβολία τις εγένετο εν τω πνεύματι αυτού. Την επιούσαν, 17 Απριλίου, η πορεία επανελήφθη, και ο Αμερικανός εβεβαίωσεν ότι μετά παρέλευσιν είκοσι και τεσσάρων ωρών η μικρά συνοδεία θα ευρίσκετο εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς.

— Εκεί, κυρία Βέλδων, θα λάβετε όλας τας απαιτουμένας εις την θέσιν σας περιποιήσεις, και ημέραι τινές αναπαύσεως θα σας αναζωογονήσωσι καθ' ολοκληρίαν. Ίσως δεν θα εύρετε εις την έπαυλιν εκείνην την πολυτέλειαν εις ην έχετε συνηθίσει εις την εν Αγίω Φραγκίσκω κατοικίαν σας, αλλά θα ιδήτε ότι αι καλλιεργητικοί ημών εργασίαι δεν είναι πτωχαί, και ότι δεν ήμεθα εντελώς άγριοι.

— Κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, εάν δεν έχομεν άλλο να σας προσφέρωμεν ειμή ευχαριστίας διά την γενναίαν υμών συνδρομήν, τουλάχιστον σας προσφέρομεν αυτάς εξ όλης καρδίας. Ναι! ήτο καιρός πλέον να φθάσωμεν.

— Εκουράσθητε πολύ, κυρία Βέλδων;

— Εγώ, αδιάφορον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά βλέπω ότι ο μικρός μου Ζακ εξαντλείται ολίγον κατ' ολίγον. Κατά τινας ώρας αρχίζει να τον καταλαμβάνη ο πυρετός. — Ναι, είπεν ο Χάρρης, και μολονότι το κλίμα του οροπεδίου τούτου είναι υγιεινότατον, πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι κατά τον Μάρτιον και τον Απρίλιον επικρατούσι διαλείποντες πυρετοί.

— Βεβαίως, είπεν τότε ο Δικ Σανδ, αλλ' ωσαύτως η φύσις, ήτις πάντοτε και πανταχού είναι προνοητική, έθεσε το φάρμακον πλησίον του κακού.

— Και πώς τούτο, νέε μου φίλε; ηρώτησεν ο Χάρρης, όστις εφαίνετο μη εννοών. — Δεν ευρισκόμεθα λοιπόν εις την χώραν των κιγκινών; απεκρίθη ο Δικ Σανδ. — Τωόντι, είπεν ο Χάρρης, έχετε εντελώς δίκαιον. Τα δένδρα τα παράγοντα τον πολύτιμον αντιπυρετικόν φλοιόν εδώ έχουσι την πατρίδα των.

— Εκπλήττομαι μάλιστα, προσέθετο ο Δικ Σανδ, πώς δεν είδομεν έτι μήτε έν. — Α! νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης, τα δένδρα ταύτα δεν διακρίνονται ευκόλως. Καίτοι έχουσιν ύψος πολύ, φύλλα μεγάλα και άνθη ρόδινα και ευώδη, δεν τα ανακαλύπτει τις ευκόλως. Σπάνιον είναι να ευρεθώσι συμπεπυκνωμένα. Μάλλον είναι διεσπαρμένα εις τα δάση, και οι Ινδοί, οίτινες συλλέγουσι την κιγκίναν, δεν δύνανται να τα διακρίνωσιν ειμή εκ του πρασίνου φυλλώμματός των.

— Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, εάν ιδήτε δένδρον τι εξ αυτών, να με το δείξητε. — Βεβαίως, κυρία Βέλδων, αλλ' εις την έπαυλιν θα εύρετε θιεικήν κινίνην. Αυτή είναι πολύ προτιμωτέρα ή ο απλούς φλοιός προς θεραπείαν του πυρετού (14) .

Η τελευταία εκείνη ημέρα της οδοιπορίας παρήλθεν άνευ συμβάντος τινός. Ήλθεν η εσπέρα και η νυκτερινή στάθμευσις διωργανώθη ως το σύνηθες. Μέχρι τότε, δεν είχε βρέξει, αλλ' ο καιρός έτεινε να μεταβληθή, καθότι θερμή αναθυμίασις υψώθη από του εδάφους και μετ' ολίγον εσχημάτισε πυκνήν ομίχλην.

Πράγματι επλησίαζεν η εποχή των βροχών. Ευτυχώς την επιούσαν, άνετον καταφύγιον θα προσεφέρετο φιλοξένως εις την μικράν συνοδείαν. Ολίγισται ώραι έμενον να παρέλθωσιν.

Ει και κατά τον Χάρρην, όστις έκαμε τους υπολογισμούς του επί τη βάσει του χρόνου καθ' όν διήρκεσεν η οδοιπορία, δεν απείχον της επαύλεως πλειότερον των έξ μιλίων, ελήφθησαν όμως διά την νύκτα αι συνήθεις προφυλάξεις. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του έπρεπε να φρουρώσι διαδοχικώς. Ο Δικ Σανδ επέμεινε να μη επέλθη ουδεμία μεταβολή. Πλειότερον ή άλλοτε ήθελε να διατηρήση την συνήθη φρόνησίν του, καθότι τρομερά υπόνοια εγεννήθη εις το πνεύμα του· δεν ήθελεν όμως έτι να είπη τι.

Η κατάκλισις εγένετο παρά τας ρίζας συστάδος μεγάλων δένδρων. Ένεκα του καμάτου, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εκοιμώντο ήδη, ότε αφυπνίσθησαν υπό φοβεράς κραυγής.

— Τι είναι; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, πρώτος πάντων αναπηδήσας όρθιος.

— Εγώ! εγώ εφώναξα! είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

— Και τι έχετε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Εδαγκάσθην.

— Υπό όφεως; . . . ηρώτησεν έντρομος η κυρία Βέλδων.

— Όχι, όχι! Δεν είναι όφις, αλλ' έντομον, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Α! το κρατώ! το κρατώ!

— Λοιπόν, φονεύσατε το έντομόν σας, είπεν ο Χάρρης, και αφήσατέ μας να κοιμηθώμεν κύριε Βενέδικτε.

— Να φονεύσω έντομον! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ποτέ, ποτέ! Πρέπει να ίδω τι είναι!

— Θα είναι κώνωψ, είπεν ο Χάρρης, υψών τους ώμους.

— Διόλου! Είναι μυία, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, και μυία ήτις θα είναι πολύ περίεργος.

Ο Δικ Σανδ ήναψε τον μικρόν φορητόν φανόν και τον επλησίασεν εις τον εξάδελφον Βενέδικτον.

— Ω θεία αγαθότης! ανέκραξεν ούτος. Ιδού τι με παρηγορεί διά τας τόσας αποτυχίας μου. Έκαμα τέλος μίαν ανακάλυψιν!

Ο αγαθός ανήρ παρεφρόνει εκ της χαράς. Παρετήρει την μυίαν του ως θριαμβεύων, και ευχαρίστως θα την εφίλει. — Αλλά τι είναι; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Δίπτερον, εξαδέλφη, περίφημον δίπτερον!

Και ο εξάδελφος Βενέδικτος έδειξε μυίαν μικροτέραν μελίσσης, χρώματος αμαυρού με γραμμάς κιτρίνας εις το κατώτερον μέρος του σώματός της. — Δεν είναι φαρμακερή η μυία αύτη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Όχι, εξαδέλφη, όχι, διά τον άνθρωπον τουλάχιστον. Αλλά διά τα ζώα, δι' αντιλόπας, διά βουβάλους, και δι' αυτούς τους ελέφαντας, το πράγμα διαφέρει. Αχ! τι αξιολάτρευτον έντομον!

— Τέλος, ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, θα μας ειπήτε, κύριε Βενέδικτε τι είναι αυτή η μυία;

— Αυτή η μυία, απεκρίθη ο εντομολόγος, αυτή η μυία την οποίαν κρατώ εις τα δάκτυλά μου, αυτή η μυία . . . είναι «τσετσέ». Είναι το περίφημον εκείνο δίπτερον το οποίον είναι η τιμή ενός τόπου, και μέχρι της σήμερον ουδέποτε ευρέθη «τσετσέ» εις την Αμερικήν.

Ο Δικ Σανδ δεν ετόλμησε να ερωτήση τον εξάδελφον Βενέδικτον, εις ποίον μέρος του κόσμου ευρίσκετο αποκλειστικώς το φοβερόν εκείνο «τσετσέ».

Και όταν οι σύντροφοι του μετά το επεισόδιον τούτο, επανέλαβον τον διακοπέντα ύπνον των, ο Δικ Σανδ, μεθ' όλον τον καταβαρύνοντα κάματον, δεν έκλεισε πλέον τους οφθαλμούς δι' όλης της νυκτός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Η ΤΡΟΜΕΡΑ ΛΕΞΙΣ

Καιρός ήτο να φθάσωσι. Τελεία κόπωσις έφερε την κυρίαν Βέλδων εις κατάστασιν να μη δύναται πλέον να εξακολουθήση οδοιπορίαν γινομένην υπό τοιαύτας συνθήκας.

Το μικρόν τέκνον της, ερυθρότατον κατά τας προσβολάς του πυρετού, ωχρότατον κατά τας διαλείψεις, ήτο οικτρόν την θέαν.

Η μήτηρ αυτού, εις άκρον ανήσυχος, δεν ηθέλησε να εγκαταλίπη τον Ζακ, έστω και εις τας φροντίδας της αγαθής Ναν. Τον εκράτει ημικατακεκλιμένον εις τας αγκάλας της.

Ναι, ήτο καιρός να φθάσωσι. Κατά τας διαβεβαιώσεις δε του Αμερικανού, το εσπέρας της ανατελλούσης εκείνης ημέρας, το εσπέρας της 18 Απριλίου, η μικρά συνοδεία θα ήτο τέλος υπό την σκέπην της επαύλεως του Αγίου Ευτυχούς.

Δώδεκα ημερών οδοιπορία, δώδεκα νυκτών στάθμευσις εν υπαίθρω, ήτο αδύνατον να μη καταβάλωσι μίαν γυναίκα, όσον γενναία και αν ήναι. Άλλως τε δε η θέα του ασθενούς Ζακ, από του οποίου έλειπον αι στοιχειωδέστεραι περιποιήσεις, ήρκει διά να κατασυντρίψη την κυρίαν Βέλδων.

Αλλ' ο Χάρρης εφαίνετο εξοικειωμένος προς τας δοκιμασίας των μακρών εκείνων διά των δασών οδοιποριών, και ο κάματος δεν κατέβαλεν αυτόν. Καθ' όσον όμως επλησίαζον προς την έπαυλιν, ο Δικ Σανδ παρετήρησεν ότι ήτο μάλλον περίφροντις και τα διαβήματά του δεν ήσαν τόσον ειλικρινή όσον πρότερον. Το εναντίον θα ήτο φυσικώτερον.

Αυτή τουλάχιστον η ιδέα του νεαρού δοκίμου, όστις εγένετο μάλλον δύσπιστος προς τον Αμερικανόν. Και εν τούτοις τι συμφέρον είχεν άρα γε ο Χάρρης να τους απατήση;

— Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να το εξηγήση, αλλ' επετήρει εκ του σύνεγγυς τον οδηγόν των.

Ο Αμερικανός ησθάνθη πιθανώς ότι υπεβλέπετο υπό του Δικ Σανδ, και βεβαίως η δυσπιστία εκείνη, καθίστα αυτόν σιωπηλότερον προς τον «νέον φίλον του».

Η πορεία επανελήφθη.

Εν τω δάσει, ολιγώτερον πυκνώ, τα δένδρα διεσκορπίζοντο κατ' αθροίσματα, και δεν εσχημάτιζον πλέον αδιαπεράστους μάζας. Ήτο λοιπόν η αληθής πάμπα, περί ης είχεν ομιλήσει ο Χάρρης;

Κατά τας πρώτας ώρας της ημέρας, ουδέν συμβάν επεδείνωσε τας ανησυχίας του Δικ Σανδ. Δύο όμως γεγονότα είλκυσαν την προσοχήν αυτού.

Ίσως δεν είχον μεγάλην σπουδαιότητα, αλλ' υπό τας περιστάσεις εκείνας ουδεμία λεπτομέρεια έπρεπε να παραμελήται.

Το πρώτον ήτο τα κινήματα του Δίγγου, όστις ευθύς εξ αρχής επέσυρε μάλλον ιδιαιτέρως την προσοχήν του νεαρού δοκίμου.

Τωόντι ο κύων όστις καθ' όλην εκείνην την οδοιπορίαν εφαίνετο ωσεί ακολουθών ίχνη, εγένετο αλλοίος, και τούτο, σχεδόν αιφνιδίως.

Μέχρι τότε, την ρίνα έχων ως επί το πλείστον εις το έδαφος, οσφραινόμενος τα χόρτα ή τους θάμνους, ή εσιώπα ή εξέφερεν είδος τι θρηνώδους υλακής, ως εάν ήτο έκφρασις λύπης ή πόθου.

Την ημέραν όμως εκείνην αι υλακαί του παραδόξου ζώου εγένοντο ισχυραί, ενίοτε μανιώδεις, τοιαύται οίαι ήσαν άλλοτε, ότε ο Νεγορός ενεφανίζετο επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Υπόνοιά τις διήλθε του πνεύματος του Δικ Σανδ, και την υπόνοιαν εκείνην ενίσχυσεν ο Τωμ ειπών. — Πολύ παράδοξον πράγμα, κύριε Δικ. Ο Δίγγος δεν οσφραίνεται πλέον το έδαφος ως έπραττε μέχρι της χθες. Έχει την ρίνα εις τον αέρα, είναι τεταραγμένος, αι τρίχες του ορθούνται. Θα έλεγέ τις μυρίζει μακρόθεν . . .

— Τον Νεγορόν, δεν είναι αλήθεια; απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αρπάσας τον βραχίονα του γέροντος μαύρου και ποιήσας αυτώ σημείον να ομιλή χαμηλή τη φωνή. — Τον Νεγορόν, κύριε Δικ. Δεν είναι τάχα δυνατόν να ηκολούθησε τα ίχνη μας;

— Ναι, Τωμ, και κατ' αυτήν μάλιστα την στιγμήν να μη είναι πολύ μακράν;

— Αλλά . . . διατί; είπεν ο Τωμ.

— Ή ο Νεγορός δεν εγνώριζεν αυτόν τον τόπον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και τότε είχε παν συμφέρον να μη μας χάση . . .

— Ή; . . . . είπεν ο Τωμ βλέπων μετ' αγωνίας τον δόκιμον.

— Ή, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ τον εγνώριζεν και τότε . . . .

— Αλλά πώς ο Νεγορός να γνωρίζη την χώραν ταύτην, αφού ουδέποτε ήλθεν εδώ;

— Ουδέποτε ήλθεν; εψιθύρισεν ο Δικ Σανδ. Τέλος αδιαφιλονείκητον γεγονός είναι ότι ο Δίγγος φέρεται, ως εάν ήτο πλησίον ημών ο άνθρωπος τον οποίον απεχθάνεται.

Είτα διακόπτων την ομιλίαν όπως καλέση τον Δίγγον, όστις μετά τινα δισταγμόν ήλθε προς αυτόν·

— Ε! είπεν, ο Νεγορός! ο Νεγορός!

Μανιώδης υλακή υπήρξεν η απάντησις του Δίγγου. Το όνομα εκείνο παρήγαγεν επ' αυτού το σύνηθες αποτέλεσμα, και ώρμησεν εμπρός, ως ει ο Νεγορός ήτο κεκρυμμένος όπισθεν θάμνων.

Ο Χάρρης είδεν όλην εκείνην την σκηνήν. Με τα χείλη δε συνεσφιγμένα επλησίασε τον δόκιμον. — Τι ζητείτε λοιπόν από τον Δίγγον; ηρώτησεν.

— Ω! σχεδόν τίποτε, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ αστειευόμενος. Τω εζητούμεν ειδήσεις περί τινος συνεπιβάτου, τον οποίον εχάσαμεν.

— Α! είπεν ο Αμερικανός, περί του Πορτογάλου εκείνου; του μαγείρου του πλοίου περί του οποίου μοι ομιλήσατε ήδη;

— Μάλιστα, απεκρίθη ο Τωμ. Ακούων τις τον Δίγγον, θα υπέθετεν ότι ο Νεγορός είναι εδώ πλησίον.

— Πώς ηδυνήθη να φθάση έως εδώ; απεκρίθη ο Χάρρης. Καθ' όσον γνωρίζω, ουδέποτε ήλθεν εις τον τόπον τούτον. — Εκτός εάν μας το έκρυψεν; απεκρίθη ο Τωμ. Θα ήτο παράδοξον τούτο, είπεν ο Χάρρης. Αλλ' εάν θέλετε να εξετάσωμεν τα περίχωρα. Πιθανόν ο δυστυχής αυτός να έχη ανάγκην συνδρομής, να στερήται των πάντων.

— Είναι περιττόν, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Εάν ο Νεγορός ηδυνήθη να έλθη έως εδώ, θα ηδυνήθη να υπάγη και πλέον μακράν. Είναι άνθρωπος ο οποίος ηξεύρει να υπερνικά τας δυσκολίας. — Όπως επιθυμείτε, απεκρίθη ο Χάρρης.

— Εμπρός, Δίγγε, σιώπα, προσέθηκε τραχέως ο Δικ Σανδ διά να παύση την ομιλίαν.

Η δευτέρα παρατήρησις η γενομένη παρά του δοκίμου εσχετίζετο προς τον ίππον του Αμερικανού.

Δεν εφαίνετο ούτος ότι «ωσφραίνετο τον σταύλον», ως πράττουσι τα ζώα του είδους του.

Δεν ερρόφα τον αέρα, δεν έσπευδε τα βήματά του, δεν διέστελλε τους ρώθωνάς του, δεν εξέφερε χρεμετισμούς μαρτυρούντας το τέλος της οδοιπορίας. Εάν τις τον παρετήρει καλώς, εφαίνετο επίσης αδιάφορος ή εάν η έπαυλις εις την οποίαν εν τούτοις είχε μεταβή πολλάκις και ην ώφειλε να γνωρίζη, ήτο εκατοστύας έτι μιλίων μακράν.

— Δεν είναι ίππος φθάνων εις το τέρμα της πορείας του, εσκέφθη ο νεαρός δόκιμος.

Και εν τούτοις, κατά τους λόγους του Χάρρη της προτεραίας, μόλις έμενον να διανυθώσιν εξ μίλια και εκ των έξ εκείνων μιλίων, κατά την πέμπτην ώραν της εσπέρας, τα τέσσαρα είχον βεβαίως διανυθή.

Εάν λοιπόν ο ίππος δεν ωσφραίνετο σταύλον, του οποίου βεβαίως θα είχε μεγάλην ανάγκην, ουδέν ωσαύτως ανήγγελε την προσέγγισιν μεγάλου κτήματος, οίον έπρεπε να είναι η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς. Η κυρία Βέλδων, όσον και εάν ήτο αδιάφορος τότε προς παν άλλο ή το τέκνον της, εξεπλάγη βλέπουσα έτι την χώραν τόσον έρημον. Πώς! μήτε είς ιθαγενής μήτε είς των θεραπόντων της επαύλεως, εις τόσον μετρίαν απόστασιν; Μήπως ο Χάρρης είχεν αποπλανηθή; Όχι! Απεδίωξε την ιδέαν ταύτην. Νέα βραδύτης θα ήτο ο θάνατος του μικρού Ζακ.

Εν τούτοις ο Χάρρης ώδευε πάντοτε προς τα πρόσω! αλλ' εφαίνετο ερευνών τα βάθη του δάσους και έβλεπε δεξιά και αριστερά, ως άνθρωπος όστις δεν είναι βέβαιος περί εαυτού . . . ή περί της οδού. Η κυρία Βέλδων έκλεισε τους οφθαλμούς ίνα μη τον βλέπη πλέον.

Μετά ευρείαν πεδιάδα ενός μιλίου, το δάσος, χωρίς να είναι τόσω πυκνόν όσω προς δυσμάς, ανεφανίσθη πάλιν, και η μικρά συνοδεία εβυθίσθη εκ νέου υπό τα μεγάλα δένδρα.

Κατά την έκτην ώραν της εσπέρας έφθασαν πλησίον πυκνώματός τινος, διά του οποίου εφαίνετο ότι προσφάτως είχε διέλθει αγέλη μεγάλων ζώων.

Ο Δικ Σανδ παρετήρησε λίαν προσεκτικώς περί εαυτόν.

Εις ύψος τι μη υπερβαίνον κατά πολύ το ανάστημα του ανθρώπου, οι κλάδοι ήσαν απεσπασμένοι ή συντετριμμένοι.

Συγχρόνως δε τα χόρτα, βιαίως αποχωρισθέντα, άφινον να φαίνωνται επί του έλώδους ολίγον εδάφους ίχνη βημάτων άτινα αδύνατον να ήσαν θωών ή κουγουάρων.

Ήσαν άρα γε άις ή άλλα βραδυπόρα ζώα, των οποίων οι πόδες απετυπώθησαν ούτως επί του εδάφους;

Αλλά πώς να εξηγηθή τότε η θραύσις των κλάδων εις τοσούτον ύψος;

Βεβαίως ελέφαντες θα ηδύναντο να αφήσωσι τοιαύτα ίχνη, να αποτυπώσωσι τοιαύτα ευρέα πατήματα, να ανοίξωσι τοιαύτην δίοδον εις την αδιαπέραστον λόχμην. Αλλά τοιούτοι ελέφαντες δεν ευρίσκονται εν Αμερική.

Τα υπερμεγέθη ταύτα παχύδερμα δεν είναι αυτόχθονα του Νέου Κόσμου, ουδέ ενεκλιματίσθησάν ποτε εκεί. Η εικασία λοιπόν ότι θα διέβησαν ελέφαντες, ήτο εντελώς απαράδεκτος.

Όπως δήποτε, ο Δικ Σανδ δεν κατέστησε γνωστάς τας σκέψεις του επί του ανεξηγήτου εκείνου γεγονότος. Ουδέ αυτόν τον Αμερικανόν ηρώτησε περί τούτου, διότι τι ηδύνατό τις να περιμένη παρ' ανθρώπου, όστις ηθέλησε να παραστήση τας καμηλοπαρδάλεις ως στρουθοκαμήλους;

Ο Χάρρης θα έδιδε και τότε εξήγησίν τινα κατά το μάλλον και ήττον φαντασιώδη, ήτις ουδόλως θα ηδύνατο να μεταβάλη την κατάστασιν.

Όπως δήποτε ο Δικ Σανδ εσχημάτισε την γνώμην του περί του Χάρρη. Εννόησεν ότι ήτο προδότης. Περίπτωσιν κατάλληλον μόνον περιέμενεν ίνα καταστήση καταφανή την ατιμίαν του και να δικαιολογηθή η γνώμη του, τα πάντα δε τω έλεγον ότι η περίπτωσις εκείνη προσήγγιζεν.

Αλλά τις ηδύνατο να είναι ο μυστικός σκοπός του Χάρρη; Ποίον μέλλον λοιπόν περιέμενε τους ναυαγούς του «Πίλγριμ»;

Ο Δικ Σανδ επανελάμβανε καθ' εαυτόν ότι η ευθύνη του δεν έπαυσε μετά του ναυαγίου, ώφειλε, πλειότερον ή άλλοτε, να μεριμνήση περί της σωτηρίας εκείνων, οίτινες μετά το ναυάγιον έπεσαν επί της ακτής εκείνης. Την γυναίκα εκείνην, το νεαρόν εκείνο παιδίον, τους μαύρους εκείνους όλους τους εν δυστυχία συντρόφους του, αυτός μόνος ώφειλε να σώση.

Αλλ' εάν ηδύνατο να πράξη τι εντός του πλοίου, θα ηδύνατο να ενεργήση ως ναυτικός, ενταύθα όμως, εν τω μέσω των τρομερών δοκιμασιών τας οποίας διέβλεπε, ποίαν απόφασιν να σχηματίση;

Ο Δικ Σανδ δεν ηθέλησε να κλείση τους οφθαλμούς προ της φοβεράς πραγματικότητος, ην πάσα στιγμή καθίστα αδιαφιλονείκητον. Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος του «Πίλγριμ», ανελάμβανε τα αυτά καθήκοντα και εις τας παρούσας περιστάσεις.

Αλλά δεν ηθέλησε να είπη τι δυνάμενον να λυπήση την δυστυχή μητέρα πριν ή έλθη η στιγμή της δράσεως. Δεν είπε τι ουδέ όταν, φθάσας προ των οχθών ευρέος ρύακος, ότε προηγείτο της μικράς συνοδείας κατά εκατόν βήματα, παρετήρησεν υπερμεγέθη ζώα ορμώντα υπό τα υψηλά χόρτα.

— Ιπποπόταμοι! ιπποπόταμοι! έμελλε ν' αναφωνήση.

Τωόντι ήσαν εκ των παχυδέρμων εκείνων των εχόντων μεγάλην κεφαλήν, εξωγκωμένον ρύγχος, οδόντας εξερχομένους του στόματος κατά ένα πόδα, κνήμας βραχείας και των οποίων το άτριχον δέρμα έχει χρώμα πυρρόν. Ιπποπόταμοι εν Αμερική!

Εξηκολούθησαν να οδεύωσιν επί όλην την ημέραν, αλλ' επιπόνως.

Ο κάματος ήρχιζε να καταβάλη και τους ευρωστοτέρους. Αληθώς ήτο καιρός να φθάσωσιν, άλλως θα ηναγκάζοντο να σταματήσωσιν.

Η κυρία Βέλδων, αποκλειστικώς ενασχολουμένη εις τον μικρόν της Ζακ, δεν ησθάνετο ίσως τον κάματον, αλλ' αι δυνάμεις αυτής ήσαν εξηντλημέναι. Άπαντες, κατά το μάλλον και ήττον, είχον καταβληθή. Ο Δικ Σανδ ανθίστατο δι' υπερτάτης ηθικής ενεργείας, πηγαζούσης εκ του αισθήματος του καθήκοντος.

Περί την τετάρτην ώραν της εσπέρας ο γέρων Τωμ εύρεν εις τα χόρτα αντικείμενόν τι, όπερ είλκυσε την προσοχήν του. Ήτο όπλον, είδος τι μαχαιρίου ιδιαιτέρου σχήματος, εσχηματισμένου εκ πλατείας κεκυρτωμένης λεπίδος μετά χειρίδος εκ τετραγώνου ελεφαντοστού βαναύσως πεποικιλμένου.

Ο Τωμ έφερε την μάχαιραν εκείνην εις τον Δικ Σανδ, όστις την έλαβε, την εξήτασε και επί τέλους την έδειξεν εις τον Αμερικανόν λέγων. — Βεβαίως οι ιθαγενείς δεν είναι μακράν.

— Πράγματι, απεκρίθη ο Χάρρης, και εν τούτοις . . .

— Εν τούτοις; . . . επανέλαβεν ο Δικ Σανδ παρατηρών τον Χάρρην εις τους οφθαλμούς.

— Έπρεπε να ήμεθα πολύ πλησίον της επαύλεως, επανέλαβεν ο Χάρρης διστάζων, και δεν αναγνωρίζω.

— Μήπως παρεπλανήθητε; ηρώτησε ζωηρώς ο Δικ Σανδ.

— Παρεπλανήθην . . . όχι. Η έπαυλις δεν είναι δυνατόν να απέχη περισσότερον των τριών μιλίων. Αλλ' ηθέλησα να λάβω την συντομωτέραν οδόν διά του δάσους, και ίσως είχον άδικον. — Ίσως, απήντησεν ο Δικ Σανδ.

— Νομίζω ότι θα πράξω καλώς να προπορευθώ, είπεν ο Χάρρης.

— Όχι, κύριε Χάρρη, μη χωρισθώμεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ επιτακτικώς.

— Όπως θέλετε, είπεν ο Αμερικανός. Αλλά την νύκτα θα με είναι δύσκολον να σας οδηγήσω.

Μη φροντίζετε περί τούτου, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Θα σταματήσωμεν. Η κυρία Βέλδων θα συγκατατεθή να διέλθη μίαν τελευταίαν νύκτα υπό τα δένδρα, και αύριον, όταν εξημερώση καλά, θα αρχίσωμεν πάλιν να οδοιπορώμεν. Δύο ή τρία μίλια έτι δύνανται να διανυθώσιν εις μίαν ώραν.

— Έστω, είπεν ο Χάρρης.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος εξέφερε μανιώδεις υλακάς.

— Εδώ, Δίγγε, εδώ! έκραξεν ο Δικ Σανδ. Ηξεύρεις καλώς ότι δεν είναι κανείς, και ότι ευρισκόμεθα εις την έρημον.

Απεφασίσθη λοιπόν ο τελευταίος εκείνος σταθμός. Η κυρία Βέλδων άφησε τους μετ' αυτής να πράξωσι κατά την αρέσκειάν των, χωρίς ούτε λέξιν να προφέρη. Ο μικρός της Ζακ, καταβληθείς υπό του πυρετού, ανεπαύετο εις τας αγκάλας της.

Ανεζήτησαν την καταλληλοτέραν θέσιν, όπως διέλθωσι την νύκτα.

Ο Δικ Σανδ εσκέφθη καλόν να κατακλιθώσι κάτωθεν ευρέος συμπλέγματος δένδρων, αλλ' ο γέρων Θωμάς όστις ενησχολείτο μετ' αυτού εις τας προετοιμασίας εκείνας, τον εσταμάτησεν αίφνης ανακράζων.

— Κύριε Δικ! Ιδέτε! Ιδέτε!

— Τι είναι, γηραιέ μου Θωμά; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ μετ' ηρεμίας ανθρώπου περιμένοντος τα πάντα.

— Εκεί . . . εκεί . . . . είπεν ο Τωμ . . . . υπό τα δένδρα εκείνα . . . κηλίδες αίματος! . . . Και κατά γης . . . μέλη ηκρωτηριασμένα! . . .

Ο Δικ Σανδ ώρμησε προς το μέρος όπερ εδείκνυεν ο γέρων Τωμ. Είτα, επιστρέψας προς αυτόν.

— Σιώπα, Τωμ, σιώπα, είπε . .

Τωόντι υπήρχον εκεί, επί του εδάφους, χείρες κεκομμέναι, και πλησίον των ανθρωπίνων τούτων λειψάνων δίκρανα τινά τεθραυσμένα και άλυσις συντετριμμένη.

Ευτυχώς η κυρία Βέλδων ουδέν είδεν εκ του φρικώδους εκείνου θεάματος. Ο Χάρρης έμενε κατά μέρος, και εάν τις τον παρετήρει κατ' εκείνην την στιγμήν θα εξεπλήσσετο διά την επελθούσαν εις αυτόν αλλοίωσιν. Η μορφή αυτού είχε τι το θηριώδες.

Ο Δίγγος ήλθε και αυτός πλησίον του Δικ Σανδ, και ενώπιον των αιματοφύρτων εκείνων μελών υλάκτει λυσσωδώς.

Ο δόκιμος πολύν κόπον κατέβαλεν όπως τον αποδιώξη.

Εν τούτοις ο γέρων Τωμ, εις την θέαν των δικράνων εκείνων και της συντετριμμένης εκείνης αλύσεως, έμενεν ακίνητος, ως ει οι πόδες του ερριζώθησαν εν τω εδάφει. Με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, με χείρας συνεσφιγμένας, παρετήρει, ψιθυρίζων τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις.

— Είδον . . . είδον . . . αυτά τα δίκρανα . . . πολύ μικρός . . . είδον! . . .

— Σιώπα, Τωμ, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ. Χάριν της κυρίας Βέλδων, χάριν όλων ημών, σιώπα.

Και ο δόκιμος παρέσυρεν εκείθεν τον γέροντα μαύρον.

Έτερον μέρος σταθμεύσεως εξελέχθη, ολίγον απωτέρω, και τα πάντα διετέθησαν διά την νύκτα.

Το δείπνον ητοιμάσθη, αλλά μόλις το ήγγισαν. Ο κάματος ήτο υπέρτερος της πείνης. Πάντες διετέλουν υπό την εντύπωσιν απεριγράπτου ανησυχίας προσεγγιζούσης εις τον τρόμον. Το σκότος επήλθε μικρόν κατά μικρόν. Μετ' ολίγον εγένετο βαθύ. Ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος υπό μεγάλων θυελλωδών νεφών. Μεταξύ των δένδρων, προς τον δυτικόν ορίζοντα, εφαίνετο ανάπτουσαι αστραπαί τινες θερμότητος. Πεσόντος του ανέμου, ουδέν φύλλον εσείετο εις τα δένδρα. Εντελής σιωπή διεδέχετο τους θορύβους της ημέρας, και ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η βαρεία ατμόσφαιρα, κορεσθείσα ηλεκτρισμού, καθίστατο ακατάλληλος προς μετάδοσιν των ήχων.

Ο Δικ Σανδ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος ηγρύπνουν ομού. Προσεπάθουν να ίδωσι, ν' ακούσωσιν, εν τη βαθεία εκείνη σκοτία, μήπως φως τι οίον δήποτε ή θόρυβός τις ύποπτος θα προσέβαλλε τους οφθαλμούς ή τα ώτα αυτών. Αλλ' ουδέν ετάραττε την ησυχίαν ή την σκοτίαν του δάσους.

Ο Τωμ, ουχί κοιμώμενος, αλλά βεβυθισμένος εις σκέψεις, την κεφαλήν έχων κεκλιμένην, έμενεν ακίνητος, ωσεί προσβληθείς υπό αιφνιδίου τινός κτυπήματος.

Η κυρία Βέλδων ελίκνιζε το τέκνον της εις τας αγκάλας της και αυτό μόνον εσκέπτετο. Μόνος ο εξάδελφος Βενέδικτος εκοιμάτο ίσως, καθότι αυτός μόνος δεν υφίστατο την κοινήν εντύπωσιν. Η δύναμις του προαισθάνεσθαι δεν ήτο ανεπτυγμένη εν αυτώ.

Αίφνης, περί την ενδεκάτην ώραν, ηκούσθη παρατεταμένος και βαρύς βρυχηθμός, αναμεμιγμένος μετά τινος οξυτέρου φρυαγμού.

Ο Τωμ ανεπήδησεν όρθιος και έτεινε την χείρα προς πυκνήν τινα λόχμην απέχουσαν το πολύ έν μίλιον.

Ο Δικ Σανδ έδραξε τον βραχίονά του, αλλά δεν ηδυνήθη να εμποδίση τον Τωμ να κράξη μεγάλη τη φωνή.

— Ο λέων! ο λέων!

Τον βρυχηθμόν εκείνον, τον οποίον πολλάκις είχεν ακούσει κατά την παιδικήν του ηλικίαν, ο γέρων μαύρος τον ανεγνώρισεν

— Ο λέων! επανέλαβεν.

Ο Δικ Σανδ, αδυνατών να συγκρατήση εαυτόν περισσότερον, ώρμησε με την μάχαιραν εις την χείρα προς το μέρος όπου ήτο ο Χάρρης.

Αλλ' ο Χάρρης δεν ήτο πλέον εκεί, μετ' αυτού δε εγένετο άφαντος και ο ίππος του.

Είδος τι αναστατώσεως εγένετο εις το πνεύμα του Δικ Σανδ . . Δεν ήτο εις το μέρος όπου ενόμιζεν ότι ήτο.

Λοιπόν το Πίλγριμ δεν έπεσεν επί της αμερικανικής ακτής. Η νήσος της οποίας ο δόκιμος είχε καθορίσει την θέσιν εν τη θαλάσση δεν ήτο του Πάσχα, αλλά άλλη τις νήσος, κειμένη ακριβώς προς δυσμάς της ηπείρου τούτης, ως η νήσος του Πάσχα κείται προς δυσμάς, της Αμερικής.

Η πυξίς τον είχεν απατήσει επί διάστημά τι του ταξειδίου, και γνωρίζομεν διατί. Παρασυρθείς υπό της τρικυμίας εις σφαλεράν διεύθυνσιν, θα παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν, και από του Ειρηνικού Ωκεανού μετέβη εις τον Ατλαντικόν! Η ταχύτης του πλοίου του, την οποίαν ατελώς μόνον ηδύνατο να υπολογίζη, είχε διαπλασιασθή εν αγνοία του ως εκ της δυνάμεως του ανέμου.

Ιδού διατί τα δένδρα του καουτσού, αι κιγκίνοι, τα προϊόντα της Νοτίου Αμερικής έλειπον εκ της χώρας ταύτης, ήτις δεν ήτο μήτε το οροπέδιον της Ατακάμας, μήτε η βολιβιανή πάμπα.

Ναι, καμηλοπαρδάλεις και ουχί στρουθουκάμηλοι έφυγον εκ του αδένδρου μέρους. Ελέφαντες είχον διέλθει την πυκνήν λόχμην. Ιπποπόταμοι ήσαν εκείνοι των οποίων ο Δικ Σανδ είχε διαταράξει την ησυχίαν υπό τα υψηλά χόρτα. Το δίπτερον το οποίον συνέλαβεν ο Βενέδικτος ήτο το τσετσέ, το φοβερόν εκείνο τσετσέ, του οποίου τα νύγματα θανατώνουσι τα ζώα των συνοδειών.

Τέλος ο ακουσθείς βρυχηθμός εν τω δάσει ήτο βρυχηθμός λέοντος. Και τα δίκρανα εκείνα, αι αλύσεις εκείναι, η παραδόξου σχήματος εκείνη μάχαιρα, ήσαν τα εργαλεία του δουλεμπόρου. Αι ηκρωτηριασμέναι χείρες ήσαν χείρες αιχμαλώτων. Ο Πορτογάλος Νεγορός και ο Αμερικανός Χάρρης ήσαν συνεννοημένοι.

Και αι τρομεραί αύται λέξεις, αι μαντευθείσαι υπό του Δικ Σανδ, διέφυγον τα χείλη του.

Η Αφρική! Η ισημερινή Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Η ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΕΙΑ

Η σωματεμπορεία! Ουδείς αγνοεί την έννοιαν της λέξεως ταύτης, ήτις ουδέποτε έπρεπε να εύρη την θέσιν εν τη ανθρωπίνη γλώσση. Το αποτρόπαιον τούτο εμπόριον, επί πολύν χρόνον διαπραττόμενον προς όφελος των ευρωπαϊκών εθνών των κεκτημένων υπερωκεανείους αποικίας, απηγορεύθη προ πολλών ήδη ετών. Εν τούτοις ενεργείται πάντοτε επί μεγάλης κλίμακος, και κυρίως εν τη κεντρική Αφρική. Εν μεσούντι δεκάτω εννάτω αιώνι, η υπογραφή Κρατών τινων εκ των λεγομένων χριστιανικών, λείπει εκ της καταργούσης την δουλείαν συνθήκης.

Ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η σωματεμπορεία δεν ενεργείται πλέον, ότι η αγοραπωλησία ανθρωπίνων πλασμάτων έπαυσεν! Αλλά δεν συμβαίνει ούτω, και τούτο πρέπει να γινώσκη ο αναγνώστης, εάν θέλη να αισθανθή μείζον ενδιαφέρον εις το δεύτερον μέρος της ιστορίας ταύτης.

Πρέπει να μάθη τι είναι και νυν τα ανθρωποκυνήγια ταύτα, άτινα απειλούσι να εξερημώσωσιν ολόκληρον ήπειρον χάριν της συντηρήσεως αποικιών τινων, πού και πώς εκτελούνται αι βάρβαροι αύται αρπαγαί, πόσον αίμα στοιχίζουσι, πόσας προκαλούσι πυρκαϊάς και λεηλασίας, τέλος προς όφελος τίνων γίνονται.

Κατά την ΙΕ' εκατονταετηρίδα βλέπομεν διά πρώτην φοράν εξασκουμένην την σωματεμπορείαν των μαύρων και ιδού υπό τίνας περιστάσεις έλαβε την αρχήν της.

Οι Μουσουλμάνοι, αφού εδιώχθησαν εκ της Ισπανίας, κατέφυγον πέραν του στενού επί της αφρικανικής ακτής. Οι Πορτογάλλοι, οίτινες κατείχον τότε τα παράλια εκείνα μέρη, κατεδίωξαν αυτούς λυσσωδώς. Αριθμός τις φυγάδων εκείνων ηχμαλωτίσθη και μετεφέρθη εις Πορτογαλλίαν. Περιελθόντες ούτοι εις δουλείαν, απετέλεσαν τον πρώτον πυρήνα αφρικανικών δούλων, όστις εσχηματίσθη εν τη δυτική Ευρώπη από της χριστιανικής εποχής.

Αλλ οι Μουσουλμάνοι εκείνοι ανήκον κατά το πλείστον εις πλουσίας οικογενείας, αίτινες ηθέλησαν να τους εξαγοράσωσιν αντί μεγάλης τιμής. Οι Πορτογάλοι ηρνήθησαν να δεχθώσι λύτρα, καθότι δεν είχον ανάγκην χρημάτων. Εκείνο όπερ εχρειάζοντο ήτο βραχίονες απαραίτητοι εις την εργασίαν των αρτισυστάτων αποικιών, και συντόμως ειπείν βραχίονες δούλων.

Τότε αι μουσουλμανικαί οικογένειαι, μη δυνάμεναι να εξαγοράσωσι τους αιχμαλώτους συγγενείς των, προσέφερον να τους ανταλλάξωσι διά μεγαλειτέρου αριθμού αφρικανών μαύρων, τους οποίους ευκόλως ηδύναντο να συλλάβωσιν. Η προσφορά εγένετο δεκτή υπό των Πορτογάλων, οίτινες εύρισκον ωφέλειαν εις την τοιαύτην ανταλλαγήν, και τοιουτοτρόπως η σωματεμπορία εγκαθιδρύθη εν Ευρώπη. Περί τα τέλη της ΙΣΤ' εκατονταετηρίδος η μυσαρά αύτη εμπορεία είχε γίνει γενικώς αποδεκτή, και τα εισέτι βάρβαρα ήθη δεν απετροπιάζοντο αυτήν. Πάντα τα κράτη επροστάτευον αυτήν διά να κατορθώσωσι ταχύτερον και ασφαλέστερον να αποικίσωσι τας Νήσους του Νέου Κόσμου. Τωόντι οι αιθιοπικής καταγωγής δούλοι ηδύναντο ν' ανθέξωσιν εκεί ένθα οι λευκοί, μη εξοικειωμένοι μετά του κλίματος και αδυνατούντες εισέτι να υποφέρωσι την θερμότητα των τροπικών χωρών, θα απέθνησκον κατά χιλιάδας. Η μεταφορά των μαύρων εις τας αποικίας της Αμερικής εγίνετο λοιπόν τακτικώς δι' ειδικών πλοίων, και ο κλάδος ούτος του υπερωκεανείου εμπορίου επέφερε την σύστασιν σπουδαίων γραφείων εις διάφορα μέρη της αφρικανικής ακτής. Το «εμπόρευμα» ήτο εφθηνόν εν τω τόπω της παραγωγής και τα κέρδη ήσαν μεγάλα.

Αλλ' όσον και αν ήτο αναγκαία υπό όλας τας επόψεις η ίδρυσις υπερθαλασσίων αποικιών, δεν ηδύνατο να δικαιολογήση τας αγοράς ταύτας ανθρωπινής σαρκός. Γενναίοι φωναί ηκούσθησαν μετ' ολίγον, αίτινες διεμαρτυρήθησαν κατά της εμπορείας των μαύρων και εζήτησαν παρά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ψηφίσωσι την κατάργησιν αυτής εν ονόματι των αρχών της φιλανθρωπίας.

Τω 1751, οι Κουάκεροι ετέθησαν επικεφαλής της καταργητικής εξεγέρσεως εν αυτώ τω κέντρω της βορείου εκείνης Αμερικής, ένθα μετά εκατόν έτη έμελλε να εκραγή ο εμφύλιος πόλεμος, εις ον ουδόλως ήτο ξένον το ζήτημα τούτο της δουλείας.

Διάφορα κράτη της βορείου Αμερικής, η Βιργινία, η Κοννεκτικούτη, η Μασαχουσέτη, η Πενσιλβανία εψήφισαν την κατάργησιν της σωματεμπορείας και απηλευθέρωσαν τους διά μεγάλων δαπανών μεταφερθέντας εις τας γαίας των δούλους.

Αλλ' η εκστρατεία, αρξαμένη από των Κουακέρων, δεν περιωρίσθη εις τας βορείους επαρχίας του Νέου Κόσμου. Οι δουλοκάτοχοι προσεβλήθησαν ζωηρώς μέχρι και πέραν του Ατλαντικού.

Η Γαλλία και η Αγγλία, μάλλον ιδιαιτέρως, εστρατολόγησαν οπαδούς υπέρ της δικαίας ταύτης υποθέσεως:

«Ας χαθώσι μάλλον αι αποικίαι ή μία αρχή!» τοιούτον υπήρξε το γενναίον σύνθημα, όπερ αντήχησεν εν όλω τω παλαιώ κόσμω, και μεθ' όλα τα εις το ζήτημα περιπεπλεγμένα πολιτικά και εμπορικά συμφέροντα, το σύνθημα εκείνο μετεδόθη αποτελεσματικώς εις όλην την Ευρώπην.

Η ώθησις είχε δοθή. Τω 1807, η Αγγλία κατήργησε την σωματεμπορείαν εις τας αποικίας αυτής και τω 1814 ηκολούθησε το παράδειγμα αυτής και η Γαλλία.

Τα δύο ισχυρά έθνη αντήλαξαν επί του αντικειμένου τούτου συνθήκην, ην επεκύρωσεν ο Ναπολέων κατά την εποχήν των Εκατών Ημερών.

Εν τούτοις μέχρι της εποχής εκείνης έτι, ουδέν άλλο ήτο ειμή διακήρυξις καθαρώς θεωριτική. Τα μεταγωγικά των δουλεμπόρων πλοία δεν έπαυον να κενώσι τα «εβένινα φορτία των» εις τους αποικιακούς λιμένας.

Εδέησε λοιπόν να ληφθώσι πρακτικώτερα μέτρα, όπως τεθή τέρμα εις το εμπόριον τούτο. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι τω 1820 εκήρυξαν την σωματεμπορείαν ως πειρατείαν, ως πειράτας δε τους εξασκούντας αυτήν. Ως τοιούτοι διέτρεχον την ποινήν του θανάτου, και κατεδιώκοντο αμειλίκτως. Η Γαλλία προσεχώρησεν αμέσως εις την νέαν ταύτην συνθήκην.

Αλλ' αι πολιτείαι της νοτίας Αμερικής, αι Ισπανικαί και αι πορτογαλικαί αποικίαι δεν ανεμίχθησαν εις την συνθήκην της καταργήσεως και η εξαγωγή των μαύρων εξηκολούθησε προς όφελός των, μεθ' όλων το γενικώς αναγνωρισθέν δικαίωμα επισκέψεως, όπερ περιωρίζετο εις την επαλήθευσιν της σημαίας των υπόπτων πλοίων.

Εν τούτοις ο νέος περί κατεργήσεως νόμος δεν έσχε δύναμιν αναδρομικήν. Ναι μεν δεν εγίνοντο νέοι δούλοι, αλλ' οι αρχαίοι δεν ανέκτησαν εισέτι την ελευθερίαν των.

Εν ταις περιστάσεσιν ταύταις η Αγγλία έδωκε το παράδειγμα. Τη 14 Μαΐου 1833, γενική διακήρυξις απηλευθέρωσεν όλους τους μαύρους των αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, και κατ' Αύγουστον του 1838 εξακόσιαι εβδομήκοντα χιλιάδες δούλοι εκηρύχθησαν ελεύθεροι.

Μετά δέκα έτη, τω 1818, η δημοκρατία απηλευθέρου τους δούλους των Γαλλικών αποικιών, ήτοι διακοσίας εξήκοντα χιλιάδες μαύρων.

Τω 1850, ο εκραγείς μεταξύ των ανθενωτικών και των ομοσπονδιακών πόλεμος, συμπληρών το της απελευθερώσεως έργον, επεξέτεινεν αυτό καθ' όλην την Βόρειον Αμερικήν.

Αι τρεις λοιπόν μεγάλαι δυνάμεις είχον εκπληρώσει το φιλάνθρωπον τούτο έργον. Ταύτην την στιγμήν, η σωματεμπορεία δεν εξασκείται πλέον ειμή προς όφελος των ισπανικών ή πορτογαλικών αποικιών, και χάριν των αναγκών των πληθυσμών της Ανατολής, τουρκικών ή αραβικών. Η Βραζιλία, εάν δεν απέδωκεν εισέτι την ελευθερίαν εις τους αρχαίους αυτής δούλους, τουλάχιστον δεν δέχεται πλέον νέους, και τα τέκνα των μαύρων γεννώνται εκεί ελεύθερα.

Εις τα ενδότερα της Αφρικής, ένεκα των αιματηρών εκείνων πολέμων τους οποίους οι αφρικανοί αρχηγοί διεξάγουσι προς αλλήλους χάριν του ανθρωποκυνηγίου τούτου, φυλαί ολόκληραι περιήλθον εις κατάστασιν δουλείας. Δύο αντίθετοι διευθύνσεις εδόθησαν τότε εις τας συνοδείας, η μεν προς δυσμάς, προς την πορτογαλικήν αποικίαν της Αγγόλας, η δε προς ανατολάς, προς την Μοζαμβίκην. Εκ των δυστυχών εκείνων πλασμάτων, των οποίων ελάχιστον μόνον μέρος φθάνει εις τον προς ον όρον, άλλα μεν αποστέλλοντο είτε εις Κούβαν, είτε εις Μαδαγασκάρην, άλλα δε εις τας αραβικάς ή τουρκικάς επαρχίας της Ασίας, εις την Μέκκαν ή εις την Μασκάτην. Τα αγγλικά και τα γαλλικά καταδρομικά δεν δύνανται ειμή εν ασθενεστέρω μέτρω να παρακωλύσωσι το εμπόριον τούτο, τοσούτον δυσχερής είναι η αποτελεσματική επιτήρησις των απεράντων εκείνων παραλίων.

Αλλ' είναι άρα γε εισέτι μέγας ο αριθμός των μυσαρών τούτων εξαγωγών;

Ναι! Υπολογίζεται ότι ογδοήκοντα χιλιάδες δούλοι φθάνουσιν εις το παράλιον, και ο αριθμός ούτος, ως φαίνεται δεν παριστά ειμή το δέκατον των φονευομένων ιθαγενών.

Μετά τας φρικώδεις ταύτας σφαγάς, οι λεηλατηθέντες αγροί μένουσιν έρημοι, αι πυρποληθείσαι κώμαι μένουσαι κεναί κατοίκων, οι ποταμοί κυλίουσι πτώματα, τα άγρια θηρία νέμονται την χώραν. Ο Λίβιγγστων, την επιούσαν των ανθρωποκυνηγίων τούτων, δεν ανεγνώριζε πλέον τας επαρχίας τας οποίας είχεν επισκεφθή πρό τινων μηνών.

τα άγρια θηρία νέμονται την χώραν
τα άγρια θηρία νέμονται την χώραν

Τα αυτά λέγουσι και πάντες οι άλλοι περιηγηταί, ο Γραντ, ο Σπέκε, ο Βούρτων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ, περί του δασώδους εκείνου οροπεδίου της κεντρικής Αφρικής, κυρίου θεάτρου των προς αλλήλους πολέμων των αρχηγών.

Εν τη ζώνη των μεγάλων λιμνών, επί όλης της ευρείας εκείνης χώρας ήτις τροφοδοτεί την αγοράν της Ζανζιβάρης, εν τω Βορνού και Φεζάν νοτιώτερον, επί των οχθών του Νυάσα και του Ζαμβέση δυτικώτερον, εν τοις διαμερίσμασι του άνω Ζαΐρου, το όποια διήλθε προ ολίγου ο τολμηρός Στάνλεϋ, το αυτό θέαμα, καταστροφαί, σφαγαί, ερημώσεις.

Δεν θα τελειώση λοιπόν η αιχμαλωσία εν τη Αφρική ειμή μετά της εξαφανίσεως της μελαίνης φυλής, και θα πάθη αύτη ό,τι έπαθεν η αυστραλιακή φυλή εν τη Νέα Ολλανδία!

Αλλ' η αγορά των ισπανικών και των πορτογαλλικών αποικιών θα κλείση ημέραν τινά, ο ποταμός ούτος θα στειρεύση· πεπολιτισμένοι λαοί δεν δύνανται πλέον ν' ανέχωνται την σωματεμπορείαν!

Ναι, βεβαίως, και το έτος τούτο μάλιστα, 1878, πρέπει να ίδη την απελευθέρωσιν όλων των κατεχομένων εισέτι υπό των χριστιανικών κρατών δούλων.

Εν τούτοις επί πολλά εισέτι έτη, τα μουσουλμανικά έθνη θα διατηρώσι το εμπόριον τούτο το εξερημούν την αφρικανικήν ήπειρον.

Τωόντι προς αυτά διευθύνεται η σπουδαιοτέρα μετανάστευσις μαύρων, αφού ο αριθμός των ιθαγενών των αποσπωμένων εκ των επαρχιών των και διευθυνομένων προς την ανατολικήν ακτήν, υπερβαίνει κατ' έτος τας τεσσαράκοντα χιλιάδας.

Πολύ προ της εκστρατείας εις Αίγυπτον, οι μαύροι του Σεναάρ επωλούντο κατά χιλιάδας εις τους μαύρους του Δαρφούρ, και τανάπαλιν.

Ο στρατηγός Βοναπάρτης ηδυνήθη μάλιστα ν' αγοράση μέγαν αριθμόν εκ των μαύρων τούτων, τους οποίους διωργάνωσεν ως στρατιώτας κατά τον τρόπον των μαμελούκων.

Έκτοτε, κατά την εκατοενταετηρίδα ταύτην της οποίας διέρρευσαν ήδη τα τέσσαρα πέμπτα, το εμπόριον των δούλων δεν ηλαττώθη εν Αφρική. Εξ εναντίας.

Και τωόντι, ο ισλαμισμός είναι εύνους προς την σωματεμπορείαν. Εδέησεν όπως ο μαύρος δούλος αντικαταστήση εν ταις μουσουλμανικαίς επαρχίαις τον άλλοτε λευκόν δούλον. Τούτου ένεκα οι πάσης προελεύσεως δουλέμποροι εξασκούσιν εν εκτάσει την αποτρόπαιον ταύτην συναλλαγήν και συμπληρούσι τας φυλάς ταύτας, αίτινες σβένυνται και θα εξαφανισθώσιν ημέραν τινά, επειδή δεν αναγεννώνται εκ της εργασίας. Οι δούλοι ούτοι, ως και κατά την εποχήν του Βοναπάρτου, γίνονται πολλάκις στρατιώται. Παρά τισι λαοίς του άνω Νίγειρος, απαρτίζουσι κατά το ήμισυ τους στρατούς των αφρικανών ηγεμόνων. Υπό τας συνθήκας ταύτας, η τύχη αυτών δεν είναι επαισθητώς κατωτέρα της των ελευθέρων ανδρών.

Άλλως τε δε όταν ο δούλος δεν είναι στρατιώτης, είναι νόμισμα όπερ κυκλοφορεί και εν αυτή τη Αιγύπτω και εν τω Βορνού, αξιωματικοί δε και υπάλληλοι πληρώνονται διά του νομίσματος τούτου. Ο Γουλιέλμος Λεζάν το είδε και το είπε.

Τοιαύτη λοιπόν η παρούσα κατάστασις της σωματεμπορείας.

Πρέπει άρα γε να προσθέσωμεν ότι πολλοί πράκτορες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν αισχύνονται να δεικνύωσι προς το εμπόριον τούτο λυπηράν επιείκειαν; Εν τούτοις ουδέν αληθέστερον, και ενώ τα καταδρομικά επιτηρούσι τας ακτάς του Ατλαντικού και του Ινδικού ωκεανού, η συναλλαγή εκτελείται κανονικώς εν τω εσωτερικώ, αι συνοδείαι οδεύουσιν υπό τα όμματα υπαλλήλων τινών, αι σφαγαί καθ' ας δέκα μαύροι απόλλυνται, όπως προμηθεύσωσιν ένα δούλον εκτελούνται καθ' ωρισμένας εποχάς!

Ούτω δύναταί τις τώρα να εννοήση ποίαν τρομεράν σημασίαν ενείχον αι λέξεις ας επρόφερεν ο Δικ Σανδ:

— Η Αφρική! η τροπική Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!

Δεν ηπατάτο. Ήτο η Αφρική μεθ' όλων αυτής των κινδύνων διά τους συντρόφους του και δι' αυτόν.

Αλλ' εις ποίον μέρος της αφρικανικής ηπείρου ανεξήγητον πεπρωμένον τον ηνάγκασε να ριφθή; Προδήλως εις την δυτικήν ακτήν, και επιβαρυντική περίπτωσις, ο νέος δόκιμος ώφειλε να σκεφθή ότι το «Πίλγριμ» εξώκειλεν ακριβώς επί της παραλίας της Αγγόλας, ένθα αφικνούνται αι συνοδείαι αι υπηρετούσαι όλον εκείνο το μέρος της Αφρικής.

Εκεί ήτο τωόντι. Ήτο η χώρα εκείνη ην ο Καμερών προς νότον και ο Στάνλεϋ προς άρκτον έμελλον να διέλθωσι μετά τινα έτη μετά πολλού κινδύνου. Εκ της ευρυτάτης εκείνης γης, ήτις απαρτίζεται εκ τριών επαρχιών, της Βενεγουέλας, του Κόγγου και της Αγγόλας, τότε μόνον η παραλία ήτο γνωστή. Εκτείνεται δε αύτη από της Νούρσης μεσημβρινώς μέχρι του Ζαΐρου αρκτικώς, και δύο πόλεις σχηματίζουσιν εκεί δύο λιμένας, η Βενεγουέλα και ο Άγιος Παύλος της Λοάνδας, προτεύουσα της αποικίας, ήτις ανήκει εις την Πορτογαλίαν.

Εις τα ενδότερα, η χώρα ήτο τότε σχεδόν άγνωστος. Ολίγιστοι περιηγηταί ετόλμησαν να ριψοκινδυνεύσωσιν εις αυτήν.

Κλίμα λοιμώδες, γαίαι θερμαί και υγραί γεννώσαι πυρετούς, ιθαγενείς βάρβαροι ών τινες είναι εισέτι ανθρωποφάγοι, ο αδιάκοπος πόλεμος μεταξύ των φυλών, η δυσπιστία των δουλεμπόρων προς πάντα ξένον θέλοντα να εισδύση εις τα μυστικά του ατίμου εμπορίου των, τοιαύται αι δυσχέρειαι ας οφείλει τις να υπερπηδήση, τοιούτοι οι κίνδυνοι τους οποίους οφείλει να κατανικήση εν τη επαρχία ταύτη της Αγγόλας, μια των πλέον επικινδύνων της ισημερινής Αφρικής.

Ο Τούκεϋ, τω 1876, είχεν αναπλεύσει τον Κόγγον μέχρι πέραν των καταρακτών του Υελλάλα, αλλ' επί περιφερείας διακοσίων μόλις μιλίων.

Η μικρά αύτη εκδρομή δεν ηδύνατο να παράσχη σπουδαίαν γνώσιν της χώρας, και εν τούτοις επέφερε τον θάνατον των πλείστων επιστημόνων και αξιωματικών, των αποτελούντων την αποστολήν.

Μετά τριάκοντα και επτά έτη ο δόκτωρ Λίβιγγστων επροχώρησεν από του ευέλπιδος ακρωτηρίου μέχρι του άνω Ζαμβέση.

Εκείθεν, κατά μήνα Νοέμβριον του 1853, μετά τόλμης απαραδειγματίστου διέσχισε την Αφρικήν από νότου προς τα βορειοδυτικά, υπερέβη τον Κοάγγον, ένα των ομόρρων του Κόγγου, και έφθασε την 31 Μαΐου 1854 εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας.

Τότε εγένετο η πρώτη είσοδος εν τω αγνώστω της μεγάλης πορτογαλικής αποικίας.

Μετά δεκαοκτώ έτη, δύο τολμηροί εξερευνηταί έμελλον να διέλθωσι την Αφρικήν απ' ανατολών προς δυσμάς και να εξέλθωσι, ο μεν προς νότον, ο δε προς βορράν της Αγγόλας, διατρέχοντες ανηκούστους δυσχερείας.

Ο πρώτος χρονολογικώς είναι ο υποπλοίαρχος του αγγλικού ναυτικού Βέρνεϋ Χόβετ Καμερών. Τω 1872 είχον λόγους να πιστεύωσιν ότι η εκστρατεία του Αμερικανού Στάνλεϋ, εκπεμφθείσα προς αναζήτησιν του Λιβιγγστώνος εν τη χώρα των μεγάλων λιμνών, είχε τα μέγιστα διακινδυνεύσει.

Ο υποπλοίαρχος Καμερών προσεφέρθη να ανακαλύψη τα ίχνη αυτού. Η προσφορά εγένετο δεκτή. Ο Καμερών, συνοδευόμενος υπό του ιατρού Διλλών, του υποπλοιάρχου Κεκιλίου Μούρφη και του Ροβέρτου Μόφατ, ανεψιού του Λιβιγγστώνος, ανεχώρησεν εκ Ζανζιβάρης.

Αφού διήλθε το Ούγογον, συνήντησε το σώμα του Λιβιγγστώνος όπερ οι πιστοί αυτού υπηρέται επανέφερον εις την ανατολικήν ακτήν. Εξακολουθών τότε την προς δυσμάς πορείαν του μετά της ακλονήτου θελήσεως να μεταβή από της μιας παραλίας εις την άλλην, διήλθε την Ουνυανυεμβέ, την Ουγούνδαν, την Ταχουλέ ένθα συνέλεξε τα έγγραφα του μεγάλου περιηγητού, και υπερέβη την Ταγκανίκαν, τα όρη του Βαμβαρέ, τον Λουαλάβαν του οποίου δεν ηδυνήθη να καταπλεύση το ρεύμα. Αφού δε επεσκέφθη όλας εκείνας τας υπό του πολέμου καταστραφείσας και υπό της σωματεμπορείας ερημωθείσας επαρχίας, την Κιλέμβαν, την Ουρούαν, τας πηγάς του Λομανέ, την Ουλούδαν, και την Λοβαλέ, αφού διήλθε την Κοάνζαν και τα απέραντα αυτής δάση, εν οις ο Χάρρης παρεπλάνησε τον Δικ Σανδ και τους συνοδούς αυτού, ο δραστήριος Καμερών είδε τέλος τον Ατλαντικόν ωκεανόν και έφθασεν εις Άγιον Φίλιππον της Βενεγουέλας. Η περιοδεία αύτη διήρκεσε τρία έτη και τέσσαρες μήνας, απέθανον δε κατ' αυτήν δύο των συντρόφων του, ο ιατρός Διλλών και ο Ροβέρτος Μόφατ.

Τον Άγγλον Καμερών έμελλεν αμέσως σχεδόν να διαδεχθή ο Αμερικανός Ερρίκος Μόρελανδ Στάνλεϋ εν τη οδώ ταύτη των ανακαλύψεων.

Είναι γνωστόν ότι ο ακάματος ούτος ανταποκριτής του Κήρυκος της Νέας Υόρκης, αποσταλείς προς αναζήτησιν του Λιβιγγιστώνος, τον επανεύρε τη 30 Οκτωβρίου 1871 εις Ουζιζί παρά τας όχθας της λίμνης Ταγκανίκας.

Αλλ' ότι τοσούτον επιτυχώς εξετέλεσεν υπό έποψιν φιλανθρωπίας, ο Στάνλεϋ ηθέλησε να το επαναλάβη και προς το συμφέρον της γεωγραφικής επιστήμης. Σκοπός αυτού τότε ήτο η τελεία εξερεύνησις του Λουαλάβα, ον μόλις είχεν ίδει πρότερον. Ο Καμερών περιεπλανάτο εισέτι εις τας επαρχίας της κεντρώας Αφρικής, ότε ο Στάνλεϋ κατά Νοέμβριον του 1874, κατελίμπανε το Βαγαμόγιον επί της ανατολικής ακτής, ανεχώρει μετά είκοσι και ένα μήνα, τη 24 Αυγούστου 1876, εκ του Ουζιζί, δεκατισθέντος εκ της επιδημίας της ευλογίας, εξετέλει εις εβδομήκοντα και τέσσαρας ημέρας τον διάπλουν της λίμνης Νυανγουέ, μεγάλης αγοράς δούλων ην είχον ήδη επισκεφθή ο Λίβιγγστων και ο Καμερών, και παρίστατο εις τας φρικώδεις σκηνάς των αρπαγών των ανθρώπων εκτελουμένων εν τη χώρα του Μαρουγγού και των Μανυεμά υπό των αξιωματικών του σουλτάνου της Ζανζιβάρης.

Ο Στάνλεϋ ηδυνήθη τότε να εξακριβώση το ρεύμα του Λουαλάβα και να κατέλθη αυτόν μέχρι των εκβολών του.

Εκατόν τεσσαράκοντα φορείς, μισθωθέντες εις Νυανγουέ, και δεκαεννέα πλοία απετέλουν το υλικόν και το προσωπικόν της εκστρατείας του. Ευθύς εξ αρχής εδέησε να πολεμήσωσι τους ανθρωποφάγους του Ουκουζού, και ευθύς εξ αρχής να μετακομίσωσι φορηδόν τας λέμβους ίνα παρακάμψωσιν αδιαβάτους καταρράκτας.

Υπό τον ισημερινόν, εις το μέρος ένθα ο Λουαλάβας στρέφεται προς το βορειανατολικόν, πεντήκοντα τέσσαρες λέμβοι επιβαινόμεναι υπό πολλών εκατοστύων ιθαγενών προσέβαλον τον στολίσκον του Στάνλεϋ, όστις κατώρθωσε να τους τρέψη εις φυγήν.

Έπειτα ο γενναίος Αμερικανός ανελθών μέχρι της δευτέρας μοίρας βορείου πλάτους, εβεβαιώθη ότι ο Λουαλάβας δεν ήτο ειμή ο άνω Ζαΐρος ή Κόγγος, και ότι ακολουθών το ρεύμα αυτού, θα κατέβαινε κατ' ευθείαν εις την θάλασσαν.

Τούτο και έπραξε, πολεμών σχεδόν καθ' ημέραν κατά των παραποταμίων φυλών. Τη 3 Ιουνίου 1877, διερχόμενος τους καταρράκτας του Μασάσα, απώλεσεν ένα των μετ' αυτού, τον Φραγκίσκον Ποκόκ, αυτός δε ο ίδιος, τη 18 Ιουλίου, παρεσύρθη μετά της λέμβου του υπό των καταρρακτών του Μπέλου, και μόλις εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.

Τέλος τη 9 Αυγούστου ο Ερρίκος Στάνλεϋ έφθασεν εις το χωρίον Νισάνδα, τέσσαρας ημέρας απέχον της παραλίας.

Μετά δύο ημέρας εις την Βάνζαν Μπούκο εύρε τας υπό δύο εμπόρων της Εμβόκας αποσταλείσας ζωοτροφίας, και ανεπαύθη τέλος εν τη μικρά εκείνη παραλία πόλει, γηράσας εν τριακονταετεί ηλικία υπό των κόπων και των στερήσεων, αφού εις διάστημα δύο ετών και εννέα μηνών διήλθεν άπασαν την αφρικανικήν ήπειρον. Αλλά το ρεύμα του Λουαλάβα είχεν ανακαλυφθή μέχρι του Ατλαντικού, και εάν ο Νείλος είναι η μεγάλη αρτηρία του βορρά, εάν ο Ζαμβέσης είναι η μεγάλη αρτηρία της ανατολής, γινώσκομεν σήμερον ότι η Αφρική κέκτηται προσέτι προς δυσμάς τον τρίτον των μεγίστων ποταμών του κόσμου, εκείνον όστις, ρέων επί διαστήματος δύο χιλιάδων εννεακοσίων μιλίων (15) υπό τα ονόματα Λαουλάβα, Ζαΐρου και Κόγγου, συνάπτει την χώραν των λιμνών μετά του Ατλαντικού ωκεανού.

Εν τούτοις, μεταξύ των δύο τούτων δρομολογίων, του Στάνλεϋ και του Καμερών, η επαρχία της Αγγόλας ήτο σχεδόν άγνωστος κατά το έτος εκείνο 1873, καθ' ήν εποχήν το «Πίλγριμ» εξώκειλεν εις την αφρικανικήν παραλίαν. Γνωστόν ήτο μόνον ότι ήτο το θέατρον του δυτικού σωματεμπορείου, χάρις εις τας σπουδαίας αγοράς του Βιχέ, της Κασάγγης και του Κοζονδέ. Και εν τη χώρα ταύτη παρεσύρθη ο Δικ Σανδ, διακόσια μίλια μακράν της παραλίας μετά μιας γυναικός εξηντλημένης υπό του κόπου και της οδύνης, μεθ' ενός παιδιού ημιθανούς και μετά συντρόφων μαύρων την καταγωγήν, ετοίμου λείας εις την απληστείαν των δουλεμπόρων.

Ναι, ήτο η Αφρική, και ουχί η Αφρική εκείνη ένθα μήτε οι ιθαγενείς, μήτε τα θηρία, μήτε το κλίμα είναι αληθώς επίφοβα. Δεν ήτο η ευδαίμων εκείνη χώρα, η κειμένη μεταξύ των Κορδελλιέρων και της ακτής, ένθα οι ναυαγοί θα εύρισκον πάσαν ευκολίαν προς παλινόστησιν.

Ήτο η τρομερά Αγγόλα, και ουχί το μέρος εκείνο της ακτής το αμέσως επιτηρούμενον υπό των πορτογαλικών αρχών, αλλά τα ενδότερα αυτά της αποικίας, την οποίαν διασχίζουσι τα καραβάνια των δούλων υπό την μάστιγα των χαλβιδάρων.

Τι εγνώριζεν ο Δικ Σανδ περί του τόπου εκείνου ένθα τον έρριψεν η προδοσία; Ολίγιστα πράγματα, όσα δηλαδή εγνώριζον οι ιεραπόστολοι του ΙΣΤ' και του ΙΖ' αιώνος, οι πορτογάλοι έμποροι οι διερχόμενοι την οδόν από του αγίου Παύλου της Λοάνδας μέχρι του Ζαΐρου διά του Σαν Σαλβατόρ, όσα είχε διηγηθή ο Δόκτωρ Λίβιγγστων κατά την περιήγησιν του 1853, και ταύτα ήρκουν να καταβάλωσι ψυχήν ολιγώτερον ισχυράν της ιδικής του.

Τη αληθεία η θέσις των ήτο τρομερά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’.

Ο ΧΑΡΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΓΟΡΟΣ

Την επιούσαν της ημέρας καθ' ήν ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού έστησαν το τελευταίον αυτών άσυλον εν τω δάσει, δύο άνδρες συνηντώντο εις απόστασιν τριών μιλίων εκείθεν, ως είχε προηγουμένως συμφωνηθή μεταξύ αυτών.

Οι δύο εκείνοι άνδρες ήσαν ο Χάρρης και ο Νεγορός, και θα ίδωμεν κατωτέρω κατά πόσον συνετέλεσεν η τύχη, ώστε να συναντηθώσιν εις την Αγγόλαν ο εκ Νέας Ζηλανδίας ελθών Πορτογάλλος και ο Αμερικανός τον οποίον το δουλεμπορικόν επάγγελμά του υπεχρέου να διατρέχη πολλάκις την επαρχίαν εκείνην της δυτικής Αφρικής.

Ο Χάρρης και ο Νεγορός εκαθέσθησαν παρά την ρίζαν υπερμεγέθους βανιάνας, επί της όχθης χειμαρρώδους ρυακίου ρέοντος μεταξύ διπλής σειράς παπύρων.

Η συνομιλία ήρχησε, καθότι ο Πορτογάλος και ο Αμερικανός συνηντήθησαν προ ολίγου αμέσως, και ευθύς εξ αρχής η συνομιλία περιεστράφη εις τα γεγονότα όσα συνέβησαν κατά τας τελευταίας εκείνας ώρας.

— Λοιπόν, Χάρρη, είπεν ο Νεγορός, δεν ηδυνήθης να παρασύρης μακρότερον εις την Αγγόλαν το μικρόν στράτευμα του πλοιάρχου Σανδ, ως καλούσιν τον δεκαπενταετή τούτον δόκιμον;

— Όχι, σύντροφε, απήντησεν ο Χάρρης, και μάλιστα απορώ πώς κατώρθωσα να τους φέρω εκατόν μίλια τουλάχιστον μακράν της ακτής. Από πολλών ημερών ο νεαρός φίλος μου Δικ Σανδ με έβλεπε διά βλέμματος ανησύχου, αι υπόνοιαί του μετεβάλλοντο ολίγον κατ' ολίγον εις βεβαιότητας, και μα την αλήθειαν . . .

— Εκατόν μίλια ακόμη, Χάρρη, και οι άνθρωποι αυτοί θα ήσαν έτι ασφαλέστερον εις τας χείρας μας. Εν τούτοις δεν πρέπει να μας διαφύγωσι.

— Ε! και πώς θα διαφύγωσιν; απεκρίθη ο Χάρρης υψών τους ώμους. Σοι το επαναλαμβάνω, Νεγορέ, καιρός ήτο πλέον να τους εγκαταλείψω. Διέκρινα εις τους οφθαλμούς του, ότι ο νεαρός φίλος μου είχε διάθεσιν να μου στείλη εις το μέσον του στήθους μίαν σφαίραν, και έχω πολύ κακόν στόμαχον όπως χωνεύσω τα δαμάσκηνα ταύτα τα δώδεκα εις την λίτραν. — Καλά! είπεν ο Νεγορός. Αλλά και εγώ ωσαύτως έχω να εκκαθαρίσω λογαριασμόν τινα μετά του δοκίμου εκείνου . . .

— Και θα τον εκκαθαρίσης ευκόλως και με τόκους, σύντροφε. Το κατ' εμέ, κατά τας πρώτας ημέρας της οδοιπορίας, κατώρθωσα να τον πείσω να νομίση ότι η επαρχία αύτη είναι η έρημος Ατακάμα, την οποίαν άλλοτε επεσκέφθην· αλλά το παιδίον εζήτει καουτσού, μυιοτροχίλους, αλλ' η μήτηρ εζήτει κινήνην, αλλ' ο εξάδελφος εζήτει κουκούγιους . . .

Τη αληθεία, έχασα όλον το εφευρετικόν πνεύμα μου, και αφού μετά μεγάλης δυσκολίας τους έδωκα να φάγωσι τας καμηλοπαρδάλεις ως στρουθοκαμήλους, δεν ήξευρον πλέον τι να εφεύρω. Άλλως τε δε έβλεπον καλώς, ότι ο νεαρός φίλος μου δεν παρεδέχετο πλέον τας εξηγήσεις μου. Έπειτα επέσαμεν εις τα ίχνη ελεφάντων. Έπειτα έλαβον μέρος οι ιπποπόταμοι. Και γνωρίζεις, Νεγορέ, ότι οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες είναι ό,τι οι τίμιοι άνθρωποι εις τα σωφρονιστήρια της Βεγγουέλας . . . Τέλος προς συμπλήρωσιν της ατυχίας μου, ο γέρων μαύρος ανεκάλυψεν εις την ρίζαν δένδρου δίκρανα και αλύσεις, τας οποίας δούλοι τινες είχον θραύσει διά να φύγωσι. Κατά την αυτήν στιγμήν ηκούσθη λέοντος βρυχηθμός, τον οποίον δύσκολον θα ήτο να εκλάβη τις ως αβλαβές νιαούρισμα γαλής. Μόλις λοιπόν επρόφθασα να καββαλικεύσω τον ίππον μου και να τρέξω έως εδώ.

— Εννοώ, απήντησεν ο Νεγορός. Εν τούτοις, επεθύμουν να τους είχον εκατόν μίλια ενδότερον της επαρχίας.

— Πράττει τις ό,τι δύναται, σύντροφε, απεκρίθη ο Χάρρης. Συ όμως όστις παρηκολούθεις την συνοδείαν ημών από της ακτής, καλώς έπραξες να μένης μακράν. Σε ησθάνοντο εκεί. Υπάρχει Δίγγος τις, όστις δεν φαίνεται να σε αγαπά. Τι έκαμες λοιπόν εις αυτό το ζώον!

— Τίποτε, είπεν ο Νεγορός, αλλά μετ' ολίγον θα λάβη μίαν σφαίραν εις την κεφαλήν.

— Ως θα ελάμβανες και συ μίαν υπό του Δικ Σανδ, εάν ολίγον τι εδείκνυες το άτομόν σου εις απόστασιν διακοσίων μέτρων από του πυροβόλου του. Α! σκοπεύει άριστα ο νεαρός φίλος μου, και, μεταξύ μας, είμαι ηναγκασμένος να ομολογήσω ότι εις το είδος του, είναι αξιόλογος νέος.

— Όσον και αν είναι αξιόλογος, Χάρρη, θα με πληρώση ακριβά τας αυθαδείας του, απεκρίθη ο Νεγορός του οποίου η φυσιογνωμία εξέφρασεν αμείλικτον θηριωδίαν.

— Καλά, εψιθύρισεν ο Χάρρης, ο σύντροφός μου έμεινεν ο αυτός ως τον εγνώρισα πάντοτε! Αι περιηγήσεις δεν τον μετέβαλον.

Έπειτα, μετά τινας στιγμάς σιωπής·

— Λοιπόν, Νεγορέ, επανέλαβεν, όταν απροσδοκήτως σε συνήντησα εκεί κάτω, εις τον τόπον του ναυαγίου, εις το στόμιον του Κόγγου, μόλις έλαβες καιρόν να μοι συστήσης τους καλούς εκείνους ανθρώπους, παρακαλών με να τους οδηγήσω όσω το δυνατόν απώτερον διά μέσου της υποθετικής ταύτης Βολιβίας, αλλά δεν με είπες τι έπραξες από δύο ετών. Δύο έτη εν τη περιπετειώδει ημών υπάρξει, σύντροφε, είναι πολύ. Μίαν ημέραν, αφού ανέλαβες την οδηγίαν συνοδείας δούλων διά λογαριασμόν του γέροντος Αλβέζ, του οποίου είμεθα ταπεινότατοι πράκτορες, κατέλιπες την Κασσάγγαν και δεν εγένετο πλέον λόγος περί σου. Ενόμισα ότι σοι συνέβη δυσάρεστόν τι εκ μέρους των αγγλικών καταδρομικών και ότι εκρεμάσθης.

— Ολίγον έλειψε Χάρρη . . .

— Θα γείνη τούτο Νεγορέ.

— Ευχαριστώ.

— Τι τα θέλεις, απήντησεν ο Χάρρης μετ' αδιαφορίας φιλοσοφικωτάτης, τούτο είναι μία εκ των ελπίδων του επαγγέλματος. Δεν εκτελεί τις την σωματεμπορίαν επί της αφρικανικής ακτής, χωρίς να ριψοκινδυνεύση την ζωήν του αλλαχού ή επί της κλίνης. Τέλος συνελήφθης;

— Ναι.

— Υπό των Άγγλων!

— Όχι! Υπό των Πορτογάλων.

— Προ ή μετά την παράδοσιν του φορτίου σου; ηρώτησεν ο Χάρρης·

— Μετά . . . απήντησεν ο Νεγορός, όστις εδίστασεν ολίγον να αποκριθή. Αυτοί οι Πορτογάλοι κάμνουν τώρα τους δυσκόλους! Δεν θέλουν την δουλείαν, αν και επί τόσον καιρόν την μετεχειρίσθησαν προς όφελός των. Κατηγγέλθην, επιτηρήθην. Με συνέλαβαν . . .

— Και σε κατεδίκασαν;

— Να τελειώσω τας ημέρας μου εις το σωφρονιστήριον του Αγίου Παύλου της Λοάνδας.

— Διάβολε! ανέκραξεν ο Χάρρης. Σωφρονιστήριον! Ιδού τόπος ανθυγιεινός δι' ανθρώπους συνηθίσαντας ως ημείς να ζώσιν εις τον ελεύθερον αέρα. Εγώ, θα προετίμων να κρεμασθώ.

— Εκ της αγχόνης δεν δύναταί τις να διαφύγη, απεκρίθη ο Νεγορός, αλλ' εκ της ειρκτής . . .

— Κατώρθωσες να αποδράσης;

— Ναι, Χάρρη. Δεκαπέντε ημέρας μόνον μετά την φυλάκισίν μου εις τα κάτεργα, ηδυνήθην να κρυφθώ εις το κύτος ενός αγγλικού ατμοπλοίου αναχωρούντος διά την Ωκλάνδην της Νέας Ζηλανδίας. Βαρέλιον ύδατος, κιβώτιον διατετηρημένον τροφών, μεταξύ των οποίων ήμην κεχωσμένος, μοι επρομήθευσαν φαγητόν και ποτόν καθ' όλον τον διάπλουν. Ω! τρομερά υπέφερον μη θέλων να εμφανισθώ, ότε ευρισκόμεθα εις την θάλασσαν. Αλλ' εάν είχον την αφροσύνην να πράξω τούτο, θα με έρριπτον πάλιν εις το βάθος του κύτους και είτε εκουσίως είτε ακουσίως η βάσανος θα ήτο η αυτή. Πλην τούτου, κατά την εις Ωκλάνδην άφιξίν μου, θα με παρέδιδον εις τας αγγλικάς αρχάς, αίτινες θα με επανέφερον εις το σωφρονιστήριον της Λοάνδας, ή θα με εκρέμων ίσως, ως λέγεις. Ιδού διατί προετίμησα να ταξειδεύσω άγνωστος.

— Και χωρίς να πληρώσης ναύλον! ανέκραξεν ο Χάρρης γελών. Α! δεν είσαι αβρόφρων, σύντροφε! Να τραφής και να μεταφερθής δωρεάν!

— Ναι, επανέλαβεν ο Νεγορός, αλλά τριάκοντα ημέραι διάπλου εις το βάθος πυθμένος!

— Τέλος, έγινε Νεγορέ. Ιδού ότι ανεχώρησες διά την Νέαν Ζηλανδίαν, εις την χώραν των Μαορή. Αλλ' επέστρεψες εκείθεν. Μήπως και η επιστροφή έγινεν υπό τους αυτούς όρους;

— Όχι Χάρρη. Εννοείς ότι εκεί κάτω μίαν μόνην είχον σκέψιν· να επανέλθω εις την Αγγόλαν και να επαναλάβω το δουλεμπορικόν επάγγελμά μου. — Ναι, απήντησεν ο Χάρρης, αγαπά τις το επάγγελμά του . . . εκ συνηθείας!

— Επί δεκαοκτώ μήνας . . .

Ειπών τας τελευταίας ταύτας λέξεις ο Νεγορός εσιώπησεν αποτόμως. Ήρπασε τον βραχίονα του συνεταίρου του και ηκροάζετο. — Χάρρη, είπε ταπεινών την φωνήν· δεν νομίζεις ότι έγινε θόρυβος εις τον θαμνώνα εκείνον των παπύρων;

— Πράγματι, απεκρίθη ο Χάρρης, δράξας το πυροβόλον του και έτοιμος πάντοτε να πυροβολήση. Ο Νεγορός και αυτός ηγέρθησαν, παρετήρησαν τριγύρω και ηκροάσθησαν μετά μεγίστης προσοχής. — Δεν είναι τίποτε, είπε μετ' ολίγον ο Χάρρης. Εκείνο το ρυάκιον εξογκωθέν υπό της θυέλλης ρέει θορυβωδέστερον. Από δύο ετών, σύντροφε, έχασες την έξιν των θορύβων του δάσους, αλλά θα συνηθίσης πάλιν. Εξακολούθησον λοιπόν την διήγησιν των συμβάντων σου. Αφού μάθω καλώς το παρελθόν, θα συνομιλήσωμεν περί του μέλλοντος.

Ο Νεγορός και ο Χάρρης επανέλαβον την θέσιν των εις την ρίζαν της βανιάνας. Ο Πορτογάλλος εξηκολούθησεν ως εξής.

— Επί δεκαοκτώ μήνας εφυτοβίωσα εις την Ωκλάνδην. Άμα έφθασεν εκεί το ατμόπλοιον, κατώρθωσα να εξέλθω απαρατήρητος· αλλά δεν είχον μήτε γρόσιον μήτε έν δολλάριον εις το θυλάκιόν μου, και διά να ζήσω ηναγκάσθην να μετέλθω όλα τα επαγγέλματα.

— Και αυτό το επάγγελμα τιμίου ανθρώπου, Νεγορέ;

— Ως λέγεις, Χάρρη.

— Πτωχέ νέε!

— Περιέμενον λοιπόν πάντοτε ευκαιρίαν τινά, ήτις δεν εβράδυνε να παρουσιασθή, ότε το φαλαινοθηρευτικόν «Πίλγριμ» έφθασεν εις τον λιμένα της Ωκλάνδης. — Αυτό είναι το πλοίον το οποίον εξώκειλεν εις την παραλίαν της Αγγόλας;

— Αυτό τούτο Χάρρη, και επί του οποίου έμελλον να επιβώσιν η κυρία Βέλδων, το τέκνον της και ο εξάδελφός της. Καθό αρχαίος ναυτικός, υπηρετήσας μάλιστα ως υποπλοίαρχος εντός πλοίου δουλεμπορικού, δεν εδυσκολευόμην να επαναλάβω υπηρεσίαν εις άλλο πλοίον . . . Επαρουσιάσθην λοιπόν εις τον πλοίαρχον του «Πίλγριμ» αλλά το πλήρωμα ήτο πλήρες. Ευτυχώς δι' εμέ, ο μάγειρος του βρικίου ελιποτάκτησε. Και επειδή ουδείς ναυτικός γνωρίζει μαγειρικήν, προσεφέρθην ως μάγειρος· ελλείψει άλλου καλλιτέρου με εδέχθησαν, και μετά τινας ημέρας το «Πίλγριμ» απεμακρύνθη της Νέας Ζηλανδίας.

— Αλλά, ηρώτησεν ο Χάρρης, εξ όσων με διηγήθη ο νεαρός φίλος μου, το «Πίλγριμ» δεν κατευθύνετο πλησιέστερον προς τας ακτάς της Αφρικής. Πώς λοιπόν έφθασεν εδώ;

— Ο Δικ Σανδ δεν το εννοεί ακόμη και ίσως ουδέποτε θα το εννοήση, απήντησεν ο Νεγορός· αλλά θα σοι εξηγήσω, Χάρρη, τι συνέβη· θα δυνηθής να το επαναλάβης εις τον νεαρόν φίλον σου, εάν τούτο σε ευχαριστή.

— Πώς λοιπόν! απεκρίθη ο Χάρρης. Λέγε, σύντροφε, λέγε.

— Το «Πίλγριμ», επανέλαβεν ο Νεγορός, κατηυθύνετο προς το Βαλπαραΐζον. Ότε επεβιβάσθην, ενόμιζα ότι θα μετέβαινον εις το Χιλί. Τοιουτοτρόπως συνέτεμνα το ήμισυ της οδού μεταξύ της Νέας Ζηλανδίας και της Αγγόλας, και επλησίαζον κατά πολλάς χιλιάδας μίλια την αφρικανικήν ακτήν. Αλλά συνέβη τούτο, ότι τρεις εβδομάδας μετά την αναχώρησιν εξ Ωκλάνδης, ο κυβερνών το «Πίλγριμ» πλοίαρχος Χουλ έγεινεν άφαντος μεθ' όλου του πληρώματος, θηρεύων φάλαιναν. Την ημέραν εκείνην, δεν έμειναν πλέον εις το πλοίον ειμή δύο μόνον ναυτικοί, ο δόκιμος και ο μάγειρος Νεγορός. Και ανέλαβες την διοίκησιν του πλοίου; ηρώτησεν ο Χάρρης.

— Συνέλαβον κατ' αρχάς την ιδέαν ταύτην αλλ' έβλεπον ότι εδυσπίστουν προς εμέ. Υπήρχον εις το πλοίον πέντε δυνατοί και ελεύθεροι μαύροι. Δεν θα ηδυνάμην να γίνω κύριός των, και σκεφθείς καλώς, έμεινα ό,τι ήμην κατά την αναχώρησιν, μάγειρος του «Πίλγριμ».

— Λοιπόν η τύχη ωδήγησε το πλοίον εκείνο εις την αφρικανικήν ακτήν;

— Όχι, Χάρρη, απήντησεν ο Νεγορός, δεν υπάρχει άλλη τύχη εις όλα ταύτα τα συμβάντα, ειμή ότι σε συνήντησα κατά τινα των σωματεμπορικών πορειών σου, ακριβώς εις το μέρος της παραλίας όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ». Όσον δ' αφορά την άφιξίν μου εις την Αγγόλαν, τούτο εγένετο κατά θέλησίν μου, κατά μυστικήν θέλησίν μου. Ο νεαρός φίλος σου πολύ αρχάριος έτι περί τα ναυτικά, δεν ηδύνατο να προσδιορίση την θέσιν του ειμή διά του δρομομέτρου και της πυξίδος. Λοιπόν ημέραν τινά το δρομόμετρον έμεινεν εις το βάθος της θαλάσσης. Νύκτα τινά η πυξίς παρεξέκλινε, το δε «Πίλγριμ», ωθούμενον υπό σφοδράς τρικυμίας, εξετράπη της πορείας του. Η μακρότης του διάπλου, ανεξήγητος διά τον Δικ Σανδ, θα ήτο η αυτή και διά τον μάλλον πεπειραμένον ναυτικόν. Χωρίς ο δόκιμος να εννοήση το παραμικρόν, ούτε καν να το υποπτεύση, παρεκάμψαμεν το ακρωτήριον Χορν· αλλ' εγώ, Χάρρη, το διέκρινα εν τω μέσω της ομίχλης. Τότε η βελόνη της πυξίδος, χάρις εις εμέ, επανέλαβε την αληθή διεύθυνσίν της, και το πλοίον, παρασυρόμενον βορειανατολικώς υπό της φρικώδους εκείνης λαίλαπος, ερρίφθη εις τας ακτάς της Αφρικής, ακριβώς εις την γην της Αγγόλας εις την οποίαν ήθελα να φθάσω.

— Και κατά την ιδίαν στιγμήν, Νεγορέ, απεκρίθη ο Χάρρης, η τύχη με έφερεν εκεί διά να σε υποδεχθώ και να οδηγήσω τους καλούς εκείνους ανθρώπους εις το εσωτερικόν. Επίστευον, και δεν ηδύναντο ειμή να πιστεύωσιν ότι ήσαν εις την Αμερικήν, και ευκόλως τοις παρέστησα ότι η επαρχία αύτη είναι η Κάτω Βολιβία, μετά της οποίος έχει ακριβώς ομοιότητά τινα.

— Ναι το επίστευσαν, ως ο νεαρός φίλος σου είχε πιστεύσει ότι ανεγνώρισε την νήσον του Πάσχα, ότε διήρχοντο απέναντι του Τριστάν Δακούνχα. — Και πας άλλος θα ηπατάτο, Νεγορέ.

— Το ηξεύρω Χάρρη, και εσκόπουν να εκμεταλλευθώ την απάτην εκείνην. Τέλος, ιδού η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εκατόν μίλια εν τω εσωτερικώ της Αφρικής ταύτης όπου ήθελα να τους παρασύρω. — Αλλά, απήντησεν ο Χάρρης, ηξεύρουσι τώρα πού ευρίσκονται.

— Ε! τι πειράζει τώρα! ανέκραξεν ο Νεγορός.

— Και τι θα πράξης; ηρώτησεν ο Χάρρης.

— Τι θα πράξω! απεκρίθη ο Νεγορός. Πριν σε το είπω, Χάρρη, δος με ειδήσεις περί του κυρίου μας του δουλεμπόρου Αλβέζ, τον οποίον δεν είδον από δύο ετών.

— Ω! ο γεροκατεργάρης έχει θαυμάσια εις την υγείαν του! απήντησεν ο Χάρρης, και θα ευχαριστηθή πολύ να σε επανίδη. — Είναι εις την αγοράν του Βιχέ; ηρώτησεν ο Νεγορός.

— Όχι, σύντροφε, από ενός ήδη έτους είναι εις το εν Καζονδέ κατάστημά του.

— Και αι υποθέσεις ευδοκιμούσι;

— Πολύ μάλιστα! ανέκραξεν ο Χάρρης, αν και η δουλεμπορεία αποβαίνη επί μάλλον δύσκολος, τουλάχιστον εις τα μέρη ταύτα. Αι Πορτογαλικαί αρχαί αφ' ενός και αφ' ετέρου τα αγγλικά καταδρομικά ενοχλούσι πολύ τας εξαγωγάς. Μόνον εις τα πέριξ του Μουσαμεδέ, προς νότον της Αγγόλας, η επιβίβασις των μαύρων δύναται τώρα να εκτελήται μετ' ελπίδος τινός επιτυχίας. Προς το παρόν τα μανδρίσματα είναι πλήρη δούλων και περιμένουσι τα πλοία τα οποία θα τους φορτώσωσι διά τας ισπανικάς αποικίας. Αλλ' είναι εντελώς αδύνατον να διέλθωσι διά της Βεγγουέλας ή του Αγίου Παύλου της Λοάνδας. Οι διοικηταί δεν δέχονται τίποτε. Είναι λοιπόν ανάγκη να περιστρεφώμεθα εις τα πρακτορεία του εσωτερικού, και τούτο σκοπεύει να πράξη ο γέρων Αλβέζ. Θα υπάγη προς το μέρος της Νυαγγουέ και της Ταγγανίκας, να ανταλλάξη υφάσματα αντί ελαφαντοστού και δούλων. Αι υποθέσεις είναι πάντοτε επικερδείς μετά της άνω Αιγύπτου και των ακτών της Μοζαμβίκης, ήτις προμηθεύει όλην την Μαδαγασκάρην. Αλλά φοβούμαι ότι πλησιάζει η ημέρα καθ' ήν η σωματεμπορεία δεν θα δύναται πλέον να ενεργήται. Οι Άγγλοι ποιούσι μεγάλας προόδους εις το εσωτερικόν της Αφρικής. Οι ιεραπόστολοι προχωρούσι και βαδίζουσι καθ' ημών! Ο Λίβιγγστων, εκείνος ο διάβολος να τον πάρη! αφού εξηρεύνησε την χώραν των λιμνών, σκοπεύει ως λέγεται, να διευθυνθή προς την Αγγόλαν. Έπειτα γίνεται λόγος και περί τινος Καμερών, όστις προτίθεται να διέλθη την ήπειρον εξ ανατολών προς δυσμάς. Υπάρχει προσέτι φόβος ότι ο Αμερικανός Στάνλεϋ θα πράξη τα αυτά. Όλαι αύται αι επισκέψεις θα καταλήξωσιν εις το να βλάψωσι τας εργασίας μας, Νεγορέ, και εάν έχωμεν συναίσθησιν των συμφερόντων μας, δεν πρέπει ουδέ είς των περιηγητών τούτων να επανέλθη εις την Ευρώπην και να διηγηθή ό,τι είχε την αδιακρισίαν να ίδη εις την Αφρικήν.

Ακούων τις τους αθλίους εκείνους δεν θα ενόμιζεν ότι ωμίλουν ως τίμιοι έμποροι, των όποιων τα συμφέροντα υπέφερον προσωρινώς έκ τινος εμπορικής κρίσεως; Τις θα επίστευεν ότι αντί σάκκων καφέ ή κιβωτίων σακχάρεως επρόκειτο περί ανθρωπίνων όντων, τα οποία έμελλον να αποστέλλωνται ως εμπορεύματα;

Οι σωματέμποροι ούτοι ουδέν έχουσι πλέον αίσθημα του δικαίου ή του αδίκου. Η ηθική κρίσις ελλείπει απ' αυτών ολοτελώς, αλλά και αν είχον θα την έχανον ταχέως, εν τω μέσω των φρικαλαιοτήτων της αφρικανικής σωματεμπορείας.

Αλλ' ο Χάρρης είχε δίκαιον, όταν έλεγεν ότι ο πολιτισμός εισέδυεν ολίγον κατ' ολίγον εις τας αγρίας εκείνας χώρας κατόπιν της επισκέψεως των τολμηρών εκείνων περιηγητών, των οποίων το όνομα συνδέεται αδιαρρήκτως μετά των ανακαλύψεων της ισημερινής Αφρικής.

Πρώτος ο Δαβίδ Λίβιγγστων, μετ' αυτόν δε ο Γραν, ο Σκέπε, ο Βούρτων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ, οι ήρωες ούτοι θα αφήσωσι φήμην ανεξάλειπτον ως ευεργέται της ανθρωπότητος. Όταν η συνδιάλεξις έφθασεν εις το σημείον τούτο, ο Χάρρης εγίνωσκε τα κατά τα δύο παρελθόντα έτη συμβάντα του βίου του Νεγορού. Ο αρχαίος πράκτωρ του σωματεμπόρου Αλβέζ, ο δραπέτης του σωφρονιστηρίου της Λοάνδας, επανευρίσκετο οίος ήτο πάντοτε, ήτοι έτοιμος να πράξη τα πάντα.

Αλλά ποίους σκοπούς είχε περί των ναυαγών του «Πίλγριμ», ο Χάρρης δεν εγίνωσκεν εισέτι και ηρώτησε περί τούτου τον συνέταιρόν του. — Και τώρα, είπε, τι θα κάμης αυτούς τους ανθρώπους;

— Θα τους χωρίσω εις δύο, απεκρίθη ο Νεγορός, ως άνθρωπος όστις προ πολλού εσχημάτισε το σχέδιόν του, τους μεν θα πωλήσω ως δούλους, και τους άλλους . . . Ο Πορτογάλος δεν ετελείωσε την φράσιν του, αλλ' η αγρία φυσιογνωμία του ωμίλει αρκούντος αντ' αυτού.

— Ποίους θα πωλήσης; ηρώτησεν ο Χάρρης

— Τους μαύρους εκείνους οι οποίοι συνοδεύουσι την κυρίαν Βέλδων, απεκρίθη ο Νεγορός. Ο γέρων Τωμ δεν έχει ίσως μεγάλην αξίαν, αλλ' οι άλλοι τέσσαρες είναι εύρωστοι άνδρες, οι οποίοι θα πωληθούν ακριβά εις την αγοράν του Καζονδέ.

— Το πιστεύω, Νεγορέ, απεκρίθη ο Χάρρης. Τέσσαρες μαύροι καλώς συνγκεκροτημένοι και συνηθισμένοι εις την εργασίαν, μη ομοιάζοντες προς τα κτήνη εκείνα τα οποία μας έρχονται από το εσωτερικόν! Βεβαίως θα τους πωλήσης ακριβά, σύντροφε. Δούλοι, γεννηθέντες εις την Αμερικήν και αποσταλέντες εις τας αγοράς της Αγγόλας, είναι σπάνιον εμπόρευμα. — Αλλά, προσέθηκεν ο Αμερικανός, δεν με είπες υπήρχον χρήματα εντός του «Πίλγριμ»;

— Ω! Ολίγαι μόνον εκατοντάδες δολλαρίων τας οποίας διέσωσα. Ευτυχώς, έχω τας ελπίδας μου εις άλλας προσόδους.

— Ποίας λοιπόν, σύντροφε; ηρώτησε περιέργως ο Χάρρης.

— Τίποτε! απεκρίθη ο Νεγορός όστις εφάνη μεταμελούμενος διότι είπε περισσότερα παρ' όσα ήθελε.

— Μένει τώρα να γίνωμεν κύριοι όλου αυτού του βαρυτίμου εμπορεύματος, είπεν ο Χάρρης.

— Μήπως είναι πολύ δύσκολον; ηρώτησεν ο Νεγορός.

— Όχι σύντροφε. Δέκα μίλια μακράν εντεύθεν, επί του Κοάνζα, είναι εστρατοπεδευμένη συνοδεία δούλων, οδηγούμενη υπό του άραβος Ιβν Χαμή, όστις περιμένει την επιστροφήν μου διά να διευθυνθή προς το Καζονδέ. Υπάρχουσιν εκεί περισσότεροι ιθαγενείς στρατιώται, παρ' όσοι απαιτούνται διά να αιχμαλωτίσωσι τον Δικ και τους μετ' αυτού. Αρκεί λοιπόν ο νεαρός φίλος μου να συλλάβη την ιδέαν να διευθυνθή προς τον Κοάνζαν.

— Αλλ' άρα γε θα τω επέλθη αυτή η ιδέα; ηρώτησεν ο Νεγορός.

— Βεβαίως, απήντησεν ο Χάρρης, επειδή είναι νοήμων και δεν ειμπορεί να υποπτεύση τον κίνδυνον όστις τον περιμένει. Ο Δικ Σανδ δεν θα σκεφθή να επανέλθη εις την παραλίαν διά της αυτής οδού, ην ηκολουθήσαμεν ομού, καθότι θα πλανηθή τότε εν τω μέσω των απεράντων εκείνων δασών. Είμαι βέβαιος, λοιπόν ότι θα ζητήση να φθάση είς τινα των ποταμών οίτινες ρέουσι προς την παραλίαν, ώστε να κατέλθη το ρεύμα του επί σχεδίας. Δεν ειμπορεί να πράξη άλλως, και το γνωρίζω, τούτο θα πράξη.

— Ναι . . . ίσως . . . ! . . απήντησεν ο Νεγορός σκεπτικός.

— Δεν πρέπει να λέγης ίσως, αλλά βεβαίως επανέλαβεν ο Χάρρης. Βλέπεις, Νεγορέ, είναι ως εάν έδιδον συνέντευξιν εις το νεαρόν φίλον μου επί των οχθών του Κοάνζα·

— Λοιπόν, είπεν ο Νεγορός, δρόμον. Γνωρίζω τον Δικ Σανδ. Δεν θα βραδύνη μήτε επί μίαν ώραν, και πρέπει να τον προλάβωμεν.

— Δρόμον λοιπόν, σύντροφε.

Ο Χάρρης και ο Νεγορός ηγείροντο αμφότεροι, ότε ο θόρυβος όστις είχε διεγείρει την προσοχήν του Πορτογάλου επανελήφθη. Εγένετο κίνησίς τις των κλάδων μεταξύ των υψηλών παπύρων.

Ο Νεγορός έστη και ήρπασε την χείρα του Χάρρη.

Αίφνης, υπόκωφος υλακή ηκούσθη. Κύων ενεφανίσθη κάτωθι της όχθης, το στόμα έχων ανοικτόν και έτοιμος να ορμήση. — Ο Δίγγος! έκραξεν ο Χάρρης.

— Α! αυτήν την φοράν δεν θα μου διαφύγη! είπεν ο Νεγορός.

Ο Δίγγος έμελλε να ορμήση κατ' αυτού, ότε ο Νεγορός, αρπάσας το πυροβόλον του Χάρρη, εσταμάτησε ταχέως και επυροβόλησε. Μακρά ωρυγή οδύνης απήντησεν εις την εκπυρσοκρότησιν, και ο Δίγγος εξηφανίσθη μεταξύ της διπλής σειράς της περιχειλούσης τον ρύακα.

Ο Νεγορός κατήλθεν αμέσως εις την όχθην.

Ρανίδες αίματος έστιζον κλάδους τινάς παπύρων, και μακρά γραμμή ερυθρά εφαίνετο επί των χαλίκων του ρύακος.

— Τέλος, το κατηραμένον εκείνο ζώον έλαβε τα αντίποινά του! έκραξεν ο Νεγορός.

Ο Χάρρης χωρίς να προφέρη λέξιν, παρέστη, εις όλην εκείνην την σκηνήν.

— Ε Νεγορέ, είπεν, είχε λοιπόν ιδιαιτέραν απέχθειαν προς σε ο κύων ούτος;

— Φαίνεται, Χάρρη, αλλά δεν έχη πλέον.

— Και διατί σε εμίσει τόσον, σύντροφε;

— Ω! είναι παλαιά υπόθεσις η οποία έπρεπε να τακτοποιηθή μεταξύ αυτού και εμού. — Παλαιά υπόθεσις; . . . είπεν ο Χάρρης.

Ο Νεγορός δεν είπε περισσότερα, και ο Χάρρης συνεπέρανεν ότι ο Πορτογάλλος τω απέκρυπτε συμβάν τι του παρελθόντος του, αλλά δεν επέμεινε να το μάθη.

Μετά τινας στιγμάς αμφότεροι, καταβάντες την διεύθυνσιν του ρεύματος, διευθύνθησαν προς τον Κοάνζαν διά μέσου του δάσους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ.

Η Αφρική! Το τοσούτον τρομερόν όνομα κατά τας παρούσας περιστάσεις, το όνομα τούτο όπερ έμελλε τέλος ν' αντικατασταθή εις το μέρος της Αμερικής, δεν ηδύνατο να εξαλειφθή ουδ' επί στιγμήν εκ της σκέψεως του Δικ Σανδ. Όταν ο νεαρός δόκιμος ανήρχετο εις την εξέτασιν προηγουμένων τινών εβδομάδων, εσκέπτετο πώς το «Πίλγριμ» προσήγγισεν επί τέλους εις το επικίνδυνον εκείνο παράλιον, πώς παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν και διήλθεν από του ενός ωκεανού εις τον άλλον. Βεβαίως, τώρα εννόει διατί, μεθ' όλην την ταχείαν πορείαν του πλοίου του, η γη τοσούτον βραδέως εφάνη, αφού το μήκος της περιστροφής, ην επρόκειτο να εκτελέση όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν είχε διπλασιασθή εν αγνοία του.

— Η Αφρική! η Αφρική! επανελάμβανεν ο Δικ Σανδ.

Είτα αίφνης, ενώ ανεπόλει μετ' επιμονής τα συμβάντα του ανεξηγήτου εκείνου διάπλου, τω επήλθεν η ιδέα ότι η πυξίς είχε διαταραχθή. Ενθυμήθη ωσαύτως ότι ο πρώτος διαβήτης είχε θραυσθή, ότι η γραμμή του δρομομέτρου είχε κοπή, και τούτων πάντων ένεκα δεν ηδύνατο να καταμετρήση την ταχύτητα του «Πίλγριμ».

— Ναι, εσκέπτετο, δεν έμενε πλέον ειμή μία μόνη πυξίς εν τω πλοίω, μία μόνη της οποίας δεν ηδυνάμην να εξακριβώσω τας υποδείξεις . . . Νύκτα τινά αφυπνήσθην υπό της κραυγής του γέροντος Τωμ . . . Ο Νεγορός ήτο εκεί, εις την πρύμνην . . . Τι εζήτει εκεί, μήπως ήθελε να την παραπλανήση;

Φως τι διεχέετο επί του πνεύματος του Δικ Σανδ. Ήπτετο της αληθείας διά του δακτύλου. εννόει τέλος παν το ύποπτον εν τη διαγωγή του Νεγορού. Έβλεπε την χείρα του εις όλην εκείνην την σειράν των γεγονότων, όσα επέφερον την καταστροφήν του «Πίλγριμ» και εξέθεσαν εις φοβερούς κινδύνους τους επιβάτας αυτού.

Αλλά τι ήτο ο άθλιος εκείνος; Υπήρξεν άρα γε ναυτικός και το απέκρυπτε πάντοτε; Ήτο ικανός να συνδυάση τοιαύτην αποτρόπαιον μηχανορραφίαν μέλλουσαν να ρίψη το πλοίον εις την αφρικανικήν ακτήν;

Όπως δήποτε, εάν έμενον εισέτι σκοτεινά τινα σημεία εις το παρελθόν, δεν ηδύνατο πλέον να παρουσιάζη τοιαύτα το παρόν. Ο νεαρός δόκιμος εγίνωσκε κάλλιστα ότι ευρίσκετο εν τη Αφρική, και λίαν πιθανώς εν τη απαισία εκείνη επαρχία της Αγγόλας, πλέον ή εκατόν μίλια μακράν της ακτής. Εγίνωσκεν ωσαύτως ότι η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να τεθή υπό αμφιβολίαν. Εκ τούτου δε λογικώς συνεπέρανεν ότι παλαιά γνωριμία υπήρχεν μεταξύ του Αμερικανού και του Πορτογάλλου, ότι απαισία σύμπτωσις συνήνωσεν αυτούς επί της χώρας εκείνης και ότι συνεφωνήθη μεταξύ των σχέδιόν τι, του οποίου το αποτέλεσμα θα απέβαινεν ολέθριον εις τους ναυαγούς του «Πίλγριμ».

Αλλά προς τι αι μοχθηραί εκείναι ενέργειαι; Ότι ο Νεγορός ήθελε να γίνη κύριος του Τωμ και των συντρόφων του διά να τους πωλήση ως δούλους εν τω τόπω εκείνω της σωματεμπορείας, ηδύνατο να το παραδεχθή. Ότι ο Πορτογάλλος, κινούμενος εξ αισθήματος έχθρας, εζήτει να εκδικηθή κατ' αυτού, και τούτο ήτο ευνόητον . . . Αλλά την κυρίαν Βέλδων, το μικρόν εκείνο παιδίον, πώς ήθελε να μεταχειρισθή ο άθλιος εκείνος!

Εάν ο Δικ Σανδ ηδύνατο να ακούση ολίγας λέξεις εκ της συνομιλίας του Χάρρη και του Νεγορού, θα εγνώριζε πού να βασισθή και τίνες κίνδυνοι ηπείλουν την κυρίαν Βέλδων, μαύρους και αυτόν!

Η θέσις ήτο φρικώδης, αλλ ο νεαρός δόκιμος δεν εδειλίασε. Πλοίαρχος εν τω πλοίω, θα έμενε πλοίαρχος και εν τη ξηρά. Εις αυτόν απέκειτο τα σώση την κυρίαν Βέλδων, τον μικρόν Ζακ, όλους εκείνους των οποίων την τύχην έθεσεν ο ουρανός εις χείρας του. Το νέον του έργον μόλις ήρχιζε. Θα το εξετέλει μέχρι τέλους.

Μετά δύο ή τρεις ώρας καθ' ας το παρόν και το μέλλον συνώψισαν εις το πνεύμα του όλας τας καλάς και τας κακάς απόψεις — αι τελευταίαι δε αύται ήσαν δυστυχώς πολυαριθμότεραι — ο Δικ Σανδ ανηγέρθη σταθερός, αποφασιστικός.

Αι πρώται φαύσεις της ημέρας εφώτιζον τότε τας υψηλάς κορυφάς του δάσους. Εξαιρέσει του δοκίμου και του Τωμ, πάντες εκοιμώντο. Ο Δικ Σανδ επλησίασε τον γέροντα μαύρον.

— Τωμ, τω είπε χαμηλή τη φωνή, εννοήσατε τους βρυχηθμούς του λέοντος, εννοήσατε τας μηχανορραφίας του δουλεμπόρου, ηξεύρετε ότι ήμεθα εις την Αφρικήν;

— Μάλιστα, κύριε Δικ, το ηξεύρω.

— Λοιπόν, Τωμ, ούτε λέξιν περί τούτου, μήτε εις την κυρίαν Βέλδων, μήτε εις τους συντρόφους σας. Πρέπει ημείς μόνοι να το ηξεύρωμεν, ημείς μόνοι να φοβώμεθα!

— Μόνοι . . . πράγματι . . . είναι ανάγκη . . . απεκρίθη ο Τωμ.

— Τωμ, επανέλαβεν ο δόκιμος, πρέπει να επαγρυπνώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Είμεθα εις τόπον εχθρών! και ποίων εχθρών και ποίον τόπον! Αρκεί μόνον να είπωμεν εις τους συντρόφους μας ότι επροδόθημεν υπό του Χάρρη διά να προφυλάττωνται. Θα εννοήσωσιν ότι πρέπει να φοβώμεθα επίθεσίν τινα των νομάδων Ινδών και τούτο αρκεί. — Δύνασθε να έχετε πλήρη βεβαιότητα επί της γενναιότητος και της αφοσιώσεως αυτών, κύριε Δικ.

— Το ηξεύρω, ως έχω και επί της συνέσεως και της πείρας σας. Θα με βοηθήτε, γέρον Τωμ;

— Εις όλα και πανταχού, κύριε Δικ.

Το σχέδιον όπερ ο Δικ Σανδ συνέλαβεν, επεδοκιμάσθη υπό του γηραιού μαύρου. Εάν ο Χάρρις συνελήφθη επ' αυτοφώρω προδίδων, πριν της ώρας τας ενεργείας τουλάχιστον, ο νεαρός δόκιμος και οι μετ' αυτού δεν διέτρεχον άμεσόν τινα κίνδυνον. Τωόντι, μόνη η συνάντησις των υπό τινων δούλων εγκαταλελειμμένων αλύσεων, μόνος ο απροσδόκητος βρυχηθμός του λέοντος προυκάλεσαν την αιφνηδίαν εξαφάνισιν του Αμερικανού.

Ησθάνθη ότι ανεκαλύφθη, και έφυγε, πιθανώς πριν ή η μικρά συνοδεία την οποίαν ωδήγει φθάση εις το μέρος όπου ήθελε προσβληθή. Ο δε Νεγορός, του οποίου ο Δίγγος βεβαίως ανεγνώρισε την παρουσίαν κατά τας τελευταίας ημέρας της οδοιπορίας, φαίνεται ότι συνηνώθη μετά του Χάρρη όπως συνεννοηθώσιν από κοινού. Εν πάση περιπτώσει, ώραι τινες θα παρήρχοντο βεβαίως πριν ή ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού προσβληθώσι και έδει να ωφεληθώσιν εκ του χρόνου εκείνου.

Το μοναδικό σχέδιον ήτο να επανακάμψωσιν όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την παραλίαν. Η παραλία εκείνη, ως είχε πάντα λόγον να πιστεύη ο νεαρός δόκιμος θα ήτο η της Αγγόλας. Άμα τη εκεί αφίξει, ο Δικ Σανδ θα προσεπάθει είτε προς βορράν είτε προς νότον να φθάση εις τα πορτογαλλικά ιδρύματα, ένθα οι σύντροφοί του θα ηδύναντο να περιμένωσιν εν ασφαλεία μέσον να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα των.

Αλλ' όπως εκτελέσωσι την επάνοδον ταύτην εις την παραλίαν, έπρεπεν άρα γε να επαναλάβωσι την οδόν ην είχον διατρέξει; Ο Δικ Σανδ δεν εσκέπτετο τούτο, διότι θα συνηντάτο μετά του Χάρρη, όστις είχεν εννοήσει σαφώς ότι αι περιστάσεις θα ηνάγκαζον τον νεαρόν δόκιμον να λάβη την συντομωτέραν οδόν.

Τωόντι θα ήτο δυσχερές, ίνα μη είπωμεν ασύνετον ν' αρχίση πάλιν την διά μέσου του δάσους πορείαν, ήτις άλλως τε δεν θα απέληγεν ειμή εις το να ευρεθή εις το αυτό σημείον εξ ου ανεχώρησεν. Επίσης δε θα επέτρεπεν ούτω εις τους συνενόχους του Νεγορού να ακολουθήσωσι βέβαια ίχνη. Το μόνον λοιπόν μέσον όπερ παρουσιάζετο ήτο να διέλθωσι τον ποταμόν, του οποίου θα κατήρχοντο πάλιν βραδύτερον το ρεύμα, συγχρόνως δε ου μόνον αι προσβολαί των αγρίων θηρίων, άτινα μέχρι τότε ευτυχώς έμενον εις αρκετήν απόστασιν, θα ήσαν ολιγώτερον επίφοβοι, αλλά και αυταί αι επιθέσεις των ιθαγενών υπό τοιαύτας περιστάσεις παρουσίαζον ωσαύτως ολιγωτέραν σπουδαιότητα.

Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού άπαξ επιβαίνοντες στερεάς τίνος σχεδίας, καλώς οπλισμένοι, θα ευρίσκοντο υπό καλλιτέρας συνθήκας όπως αμυνθώσιν. Το παν λοιπόν ήτο πώς να εύρωσι το ύδωρ. Δέον ωσαύτως να προσθέσωμεν ότι λαμβανομένης υπ' όψιν της καταστάσεως της κυρίας Βέλδων και του μικρού Ζακ, ο τρόπος ούτος της μεταφοράς ήρμοζε κάλλιον. Χείρες βεβαίως δεν έλειπον όπως βαστάσωσι το ασθενές παιδίον.

Εν ελλείψει του ίππου του Χάρρη, ηδύναντο μάλιστα να κατασκευάσωσι φορείον εκ κλάδων, επί του οποίου θα ανεβιβάζετο η κυρία Βέλδων.

Αλλά διά του τρόπου τούτου της μεταφοράς ήθελον απασχολήσει δύο εκ των μαύρων, ο δε Δικ Σανδ ήθελεν ευλόγως όλοι οι σύντροφοί του να είναι ελεύθεροι εις τας κινήσεις των διά πάσαν ενδεχομένην αιφνιδίαν προσβολήν.

Είτα δε, κατά την κάθοδον του ρεύματος, ο νεαρός δόκιμος θα ευρίσκετο πάλιν εις το στοιχείον του.

Το ζήτημα λοιπόν περιωρίζετο να μάθωσιν εάν υπήρχεν εις τα πέριξ ρυάκιόν τι δυνάμενον να χρησιμοποιηθή.

Ο Δικ Σανδ εφρόνει τούτο δυνατόν, και ιδού διατί.

Ο ποταμός όστις εξέβαλλεν εις τον Ατλαντικόν, εις το μέρος όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ», δεν ηδύνατο να ανέρχηται πολύ προς βορράν, μήτε πολύ προς ανατολάς της επαρχίας, αφού οροσειρά πλησιεστάτη — αύτη εκείνη την οποίαν εξέλαβον ως τας Κορδελλιέρας — έκλειε τον ορίζοντα εκατέρωθεν.

Λοιπόν, ή ο ποταμός κατήρχετο εκ των ύψεων εκείνων, ή έκαμπτε προς νότον, και κατά αμφοτέρας τας περιπτώσεις ο Δικ Σανδ ηδύνατο να βραδύνη μέχρις ου εύρη την διεύθυνσιν αυτού.

Ίσως μάλιστα, πριν του ποταμού εκείνου, — καθότι είχε δικαίωμα να καλήται ούτω ως εκβάλων κατ' ευθείαν εις τον Ωκεανόν, — θα παρουσιάζετο ομόρρους τις αυτού, όστις θα ήρκει εις την μεταφοράν της μικράς συνοδείας. Εν πάση περιπτώσει, οίος δήποτε ρύαξ δεν θα ήτο μακράν.

Πράγματι, κατά τα τελευταία μίλια της οδοιπορίας, η φύσις του εδάφους είχε μεταβληθή.

Αι κλιτύες εχαμηλούντο και καθίσταντο υγραί. Εδώ και εκεί έρρεον στενά ρυάκια, μαρτυρούντα ότι το υπέδαφος περιείχε δίκτυον υδατώδες. Κατά την τελευταίαν ημέραν της πορείας, η συνοδεία παρέπλευσεν ένα των ρυάκων εκείνων των οποίων τα ύδατα, ερυθραθέντα υπό του σιδηρούχου οξειδίου, έψαυον τας ανωμάλους όχθας του.

Να επανεύρωσιν αυτόν μήτε μακρόν μήτε δύσκολον ήτο.

Προδήλως δεν θα ηδύνατο να κατέλθωσιν το χειμαρρώδες ρεύμα του, αλλά θα ήτο εύκολον να παρακολουθήσωσιν αυτόν μέχρι της εκβολής του είς τινα ομόρρουν μεγαλείτερον και ως εκ τούτου μάλλον πλευστόν.

Τοιούτον υπήρξε το απλούστατον σχέδιον όπερ εσχημάτισεν ο Δικ Σανδ, αφού συνεσκέφθη μετά του γέροντος Τωμ.

Eλθούσης της ημέρας, όλοι οι σύντροφοί των αφυπνίσθησαν ολίγον κατ' ολίγον.

Η κυρία Βέλδων απέθεσε τον μικρόν της Ζακ, νυσταλέον έτι, εις τους βραχίονας της Ναν.

Το παιδίον, αλλοιωθέν εκ του διαλείποντος πυρετού, επροξένει οίκτον εις τους βλέποντας.

Η κυρία Βέλδων επλησίασε τον Δικ Σανδ.

— Δικ, ηρώτησεν αφού τον παρετήρησεν, πού είναι ο Χάρρης; Δεν τον βλέπω.

Ο νεαρός δόκιμος εσκέφθη ότι αφίνων τους συντρόφους του να νομίζωσιν ότι επάτουν το έδαφος της Βολιβίας, δεν έπρεπε να τοις κρύψη την προδοσίαν του Αμερικανού.

Χωρίς λοιπόν να διστάση.

— Ο Χάρρης, είπε, δεν είναι πλέον εδώ.

— Μήπως επροχώρησεν εμπρός; ηρώτησε ζωηρώς η κυρία Βέλδων.

— Έφυγε, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο Δικ Σανδ. Ο Χάρρης εκείνος είναι προδότης, και είναι σύμφωνος μετά του Νεγορού όστις μας παρέσυρε μέχρις εδώ.

— Προς ποίον σκοπόν;

— Δεν ηξεύρω, αλλ' ό,τι ηξεύρω είναι ότι πρέπει να επανέλθωμεν όσον τάχος εις την παραλίαν.

— Εκείνος ο άνθρωπος . . . προδότης! επανέλαβεν η κυρία Βέλδων. Το προησθανόμην. Και νομίζεις, Δικ, ότι είναι σύμφορος μετά του Νεγορού;

— Ούτω πρέπει να είναι, κυρία Βέλδων. Ο άθλιος εκείνος εις τα ίχνη μας. Η τύχη συνήνωσε τους δύο τούτους αχρείους και . . .

— Και ελπίζω ότι δεν θα χωρισθώσιν, όταν τους επανεύρω, είπεν ο Ηρακλής. Θα σπάσω την κεφαλήν του ενός με την κεφαλήν του άλλου! προσέθηκεν ο γίγας εκτείνων τους δύο φοβερούς γρόνθους.

— Αλλά το τέκνον μου! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων. Αι περιποιήσεις τας οποίας ήλπιζον να τω παρέξω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς!

— 0 Ζακ θα αναλάβη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ, όταν πλησιάση εις το υγεινότερον μέρος της χώρας.

— Δικ, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, είσαι βέβαιος ότι ο Χάρρης μας επρόδωσε;

— Βεβαιότατος, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος όστις επεθύμει να αποφύγη πάσαν εξήγησιν επί του αντικειμένου τούτου.

— Τούτου ένεκα έσπευσε να προσθέση, παρατηρών τον γέροντα μαύρον.

— Αυτήν την νύκτα, ο Τωμ και εγώ, ανεκαλύψαμεν την προδοσίαν του, και εάν δεν έφευγε πηδών επί του ίππου του, θα τον εφόνευον!

— Λοιπόν η έπαυλις εκείνη; . . .

— Δεν υπάρχει εις τα πέριξ μήτε έπαυλις, μήτε χωρίον, μήτε κώμη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, ότι πρέπει να επανέλθωμεν εις την παραλίαν.

— Διά της ιδίας οδού, Δικ;

— Όχι, κυρία Βέλδων, αλλά θα ακολουθήσωμεν ρεύμα τι το οποίον θα μας επαναφέρη ακόπως και ακινδύνως εις την θάλασσαν. Ακόμη ολίγα μίλια πεζή, και δεν αμφιβάλλω . . .

— Ω! είμαι ισχυρά, Δικ! απεκρίθη η κυρία Βέλδων προσπαθούσα να καταβάλη την αδυναμίαν της. Θα περιπατήσω! Θα βαστάζω το τέκνον μου! . . . — Είμεθα εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος, και θα βαστάσωμεν και υμάς.

— Ναι, ναι . . . προσέθηκεν ο Αυγουστίνος. Δύο κλάδοι δένδρου, φύλλα επ' αυτών . . .

— Ευχαριστώ, φίλοι μου, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά θέλω να περιπατήσω . . . Θα περιπατήσω. Εμπρός λοιπόν!

— Εμπρός! είπεν ο νεαρός δόκιμος.

— Δότε μοι τον Ζακ, είπεν ο Ηρακλής αρπάσας το παιδίον από τας αγκάλας της Ναν. Όταν δεν κρατώ τι κουράζομαι.

Και ο αγαθός μαύρος έλαβε προσεκτικώς εις τας ευρώστους χείρας του το μικρόν κοιμώμενον παιδίον, όπερ ούτε αφυπνίσθη.

Τα όπλα επιθεωρήθησαν μετά προσοχής. Όσαι έμενον ζωοτροφίαι συνηθροίσθησαν εις έν μόνον δέμα, εις τρόπον ώστε να δύναται να το βαστάζη είς. Ο Ακτέων το εφορτώθη εις τους ώμους του, και οι σύντροφοί του έμειναν τοιουτοτρόπως ελεύθεροι εις τας κινήσεις των.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος, του οποίου οι μακροί χαλύβδυνοι πόδες περιεφρόνουν πάντα κάματον, ήτο έτοιμος προς αναχώρησιν.

Είχεν άρα γε παρατηρήσει την εξαφάνησιν του Χάρρη; Αδύνατον να βεβαιώσωμεν. Ολίγον τον έμελεν.

Άλλως τε δε ευρίσκετο υπό το βάρος τρομεράς καταστροφής επελθούσης αυτώ. Τωόντι, σπουδαία ζημία, ο εξάδελφος Βενέδικτος έχασε το μικροσκόπιον και τας διόπτρας του.

Ευτυχώς, ο Βαρθολομαίος εύρε τα δύο εκείνα πολύτιμα εργαλεία εν μέσω των μεγάλων χόρτων της στρωμνής του· αλλά, κατά την συμβουλήν του Δικ Σανδ, τα είχε φυλλάξει.

Διά του τρόπου τούτου θα ήσαν βέβαιοι ότι το μεγάλον παιδίον θα έμενεν ήσυχον κατά την πορείαν, αφού ως ελέγετο δεν έβλεπε πέραν της άκρας της ρινός του.

Τεθείς μεταξύ του Ακτέωνος και του Αυγουστίνου, μετά της ρητής διαταγής να μη τους εγκαταλείψη, ο αξιολύπητος Βενέδικτος ουδεμίαν αντίρρησιν έφερε, και ηκολούθησε την τάξιν του, ως τυφλός αγόμενος διά σχοινίου.

Η μικρά συνοδεία δεν είχε προχωρήσει πεντήκοντα βήματα, ότε ο γέρων Τωμ την εσταμάτησεν αίφνης διά μιας λέξεως.

— Ο Δίγγος; είπε.

— Τωόντι ο Δίγγος δεν είναι εδώ, απεκρίθη ο Ηρακλής.

Και διά της ισχυράς φωνής του εκάλεσε τον κύνα επανειλημένως. Ουδεμία υλακή απήντησεν.

Ο Δικ Σανδ έμεινε σιωπηλός. Η απουσία του κυνός τον ελύπει, διότι θα προεφύλαττε την μικράν συνοδείαν από πάσης αιφνιδίας επιθέσεως.

— Μήπως ο Δίγγος ηκολούθησεν τον Χάρρην; ηρώτησεν ο Τωμ. — Τον Χάρρην . . όχι απήντησεν ο Δικ Σανδ, αλλά θα κατώρθωσε να ορμήση κατά τα ίχνη του Νεγορού. Τον εμυρίσθη εδώ πλησίον.

— Ο απαίσιος εκείνος μάγειρος δεν θα αργήση να λάβη μίαν σφαίραν! ανέκραξεν ο Ηρακλής.

— Εκτός εάν ο Δίγκος προφθάσει και τον πνίξη, απήντησεν ο Βαρθολομαίος.

— Ίσως, είπεν ο νεαρός δόκιμος. Αλλά δεν δυνάμεθα να περιμένωμε την επιστροφήν του Δίγγου. Άλλως τε δε εάν ζη είναι αρκετά νοήμων ώστε να μας επανεύρη. Εμπρός λοιπόν!

Ο καιρός ήτο θερμότατος. Ευθύς από της αυγής μεγάλα νέφη εκάλυπτον τον ορίζοντα. Ηπειλείτο θύελλα εν τω αέρι. Πιθανώς η ημέρα δεν θα ετελείωνε άνευ βροχής. Ευτυχώς το δάσος, αν και ολιγώτερον πυκνόν, διετήρει ολίγην δρόσον εις την επιφάνειαν του εδάφους. Εδώ και εκεί, υψίκομα δένδρα περιεκύκλουν λειμώνας κεκαλειμμένους υπό χόρτων υψηλών και πυκνών. Είς τινα μέρη, γιγανταίοι κορμοί, απηνθρακωμένοι ήδη, έκειντο κατά γης, — σημείον υπάρξεως γηπέδων ανθρακούχων, οία συναντά τις συχνάκις επί της αφρικανικής ηπείρου. Έπειτα, εις τα ανοικτά μέρη, των οποίων ο χλοερός τάπης ανεμιγνύετο μετά τίνων ροδίνων κλωνίων, τα άνθη εποίκιλλον τα χρώματά των, ζιγγιβέρεις κίτριναι ή κυαναί, λοβηλίαι ωχραί, ορχεοειδή ερυθρά, ακαταπαύστως επισκεπτόμενα υπό των γονιμοποιούντων αυτά εντόμων.

Τα δένδρα δεν εσχημάτιζον πλέον τότε αδιαπεράστους συστάδας, αλλά τα είδη αυτών ήσαν ποικιλώτερα.

Ήσαν ελαίαι, είδος φοινίκων, παρεχόντων έλαιον επιζήτητον εν Αφρική, βαμβακιαί, σχηματίζουσαι θάμνους υψηλούς οκτώ μέχρι δέκα ποδών, των οποίων τα ινώδη στελέχη παρήγον βάμβακα μακρόινον, σχεδόν ανάλογον προς τον του Φερναμπούκου.

Εκεί κοπάλια εκκρίνοντα διά των υπό τινων εντόμων σχηματιζομένων οπών ευώδην ρητίνην, ρέουσαν μέχρι του εδάφους, ένθα εναπεθηκεύετο διά τας ανάγκας των ιθαγενών.

Αλλαχού λεμονέαι, ροιαί εν αγρία καταστάσει και είκοσιν άλλα δενδροειδή φυτά, μαρτυρούντα την θαυμασίαν γονιμότητα του οροπεδίου εκείνου της κεντρικής Αφρικής.

Εις πολλά μέρη ωσαύτως η όσφρησις προσεβάλλετο ευαρέστως υπό λεπτής τίνος οσμής βανίλλης, χωρίς να δύναταί τις να ανακαλύψη ποίον θαμνίον ανέδιδεν αυτήν

Το σύνολον τούτο των δένδρων και φυτών εχλόαζεν αν και ήτο η ξηρά εποχή του έτους, και σπάνιαι θύελλαι επότιζον τα πλούσια εκείνα εδάφη.

Ήτο λοιπόν η εποχή των πυρετών αλλά ως παρετήρησεν ο Λίβιγγστων, δύναταί τις εν γένει ν' απαλλαγή αυτών, φεύγων εκ του μέρους εις το οποίον προσεβλήθη υπ' αυτών.

Ο Δικ Σανδ εγίνωσκε την παρατήρησιν ταύτην του μεγάλου περιηγητού και ήλπιζεν ότι ο μικρός Ζακ δεν θα την διέψευδε.

Το είπε δε προς την κυρίαν Βέλδων, αφού παρετήρησεν ότι η περιοδική προσβολή δεν επανήλθεν ως εφοβούντο, και το παιδίον ανεπαύετο ησύχως εις τας αγκάλας του Ηρακλέους.

Τοιουτοτρόπως εβάδιζον συνετώς και ταχέως. Ενίοτε εφαίνοντο πρόσφατα ίχνη διελεύσεως ανθρώπων ή ζώων. Οι κλάδοι των θάμνων και των βάτων αποκεχωρισμένοι ή τεθραυσμένοι επέτρεπον τότε να οδεύωσι μετ' ίσου βήματος.

Αλλά, το πλείστον του χρόνου, πολλαπλά κωλύματα άτινα έπρεπε να υπερνικήσωσιν επεβράδυνον την πορείαν της μικράς συνοδείας προς μεγάλην δυσαρέσκειαν του Δικ Σανδ. Ήσαν λιάναι συμπεπλεγμέναι, τας οποίας δικαίως ηδύνατό τις να παραβάλη προς άτακτον εξαρτισμόν πλοίου, κληματίδες τινές όμοιοι προς δαμασκηνά ξίφη επίκυρτα, των οποίων η λεπίς θα ήτο πεποικιλμένη διά μακρών ακανθών, φυτικοί όφεις, μακροί πεντήκοντα μέχρις εξήκοντα ποδών, οίτινες είχον την ιδιότητα να στρέφωνται, όπως κεντώσι τον διαβάτην διά των οξέων κέντρων των.

Οι μαύροι με τον πέλεκυν ανά χείρας, έκοπτον αφειδώς, αλλ' αι λιάναι εκείναι ανεφύοντο ακαταπαύστως από της επιφανείας του εδάφους μέχρι της κορυφής των υψηλοτάτων δένδρων, τα οποία περιέστεφον.

Το ζωικόν βασίλειον δεν ήτο ολιγώτερον περίεργον του φυτικού βασιλείου εν τω μέρει εκείνω της επαρχίας.

Τα πτηνά περιίπταντο απειράριθμα υπό την άφθονον εκείνην διακλάδωσιν, αλλ' εννοείται ότι ουδένα πυροβολισμόν είχον να φοβηθώσιν εκ μέρους ανθρώπων, οίτινες ουδέν άλλο εζήτουν ειμή να διέλθωσι κρυφίως και ταχέως.

Υπήρχον εκεί μυριάδες μελεαγρίδων, ατταγάδες διαφόρων ειδών, δυσκόλως πλησιαζόμενοι, καί τινα των πτηνών εκείνων άτινα οι βόρειοι Αμερικανοί αποκαλούσι κατ' ονοματοποιίαν «βιπ πούαρ γουόλ» τριών δηλαδή συλλαβών παριστωσών ακριβώς τας κραυγάς των.

Ο Δικ Σανδ και ο Τωμ ηδύναντο αληθώς να νομίσωσιν ότι ευρίσκοντο είς τινα επαρχίαν της νέας ηπείρου.

Αλλά φευ! εγνώριζον πού ήσαν.

Μέχρι τότε τα άγρια θηρία τοσούτον επικίνδυνα εν αφρική δεν είχον πλησιάσει την μικράν συνοδείαν. Είδον εις τον πρώτον εκείνον σταθμόν καμηλοπαρδάλεις τας οποίας ο Χάρρης θα υπεδείκνυε βεβαίως ως στρουθοκαμήλους — αλλ' εις μάτην την φοράν ταύτην.

Τα ταχύποδα εκείνα ζώα διήρχοντο ταχέως, πτοηθέντα εκ της εμφανήσεως ανθρώπων εις τα σπανίως συχναζόμενα εκείνα δάση.

Μακράν, εις την άκραν των λειμώνων υψούτο ενίοτε πυκνόν νέφος κονιορτού.

Ήτο αγέλη βουβάλων καλπαζόντων μετά κρότου αμαξίων βαρέως φορτωμένων.

Επί δύο μίλια, ο Δικ Σανδ ηκολούθησε τοιουτοτρόπως το ρεύμα του ρυακίου, όπερ ώφειλε να καταλήξη είς τινα σπουδαιότερον ποταμόν.

Επεθύμει πολύ να εμπιστευθή τους συντρόφους του εις το ταχύ ρεύμα ενός των ποταμών της χώρας, φρονών ότι τοιουτοτρόπως οι κίνδυνοι και οι κόποι θα ήσαν ολιγώτεροι.

Περί την μεταμεσημβρίαν, τρία μίλια είχον διανυθή άνευ δυσαρέστου τινός συναντήσεως. Ουδέν ίχνος Χάρρη ή Νεγορού. Ο Δίγγος δεν ανεφάνη.

Έπρεπε να σταθμεύσωσιν όπως αναπαυθώσι και λάβωσιν ολίγην τροφήν.

Η κατασκήνωσις εγένετο εντός λόχμης ινδοκαλάμων, ήτις εστέγασε καθ' ολοκληρίαν την μικράν συνοδείαν.

Ολίγα είδον διαρκούντος του γεύματος. Η κυρία Βέλδων ανέλαβε πάλιν το μικρόν τέκνον της εις τας αγκάλας της· δεν απέσπα απ' αυτού τα βλέμματά της· δεν ηδύνατο να φάγη.

— Πρέπει να λάβητε ολίγην τροφήν, κυρία Βέλδων, τη επανέλαβε πολλάκις ο Δικ Σανδ. Τι θα γίνετε εάν σας λείψουν αι δυνάμεις; Φάγετε, φάγετε! Μετ' ολίγον θα αρχίσωμεν πάλιν την πορείαν μας και έν καλόν ρεύμα θα μας φέρη ακόπως εις την παραλίαν.

Η κυρία Βέλδων παρετήρει ασκαρδαμυκτί τον Δικ Σανδ ενώ τη ωμίλει τοιουτοτρόπως.

Οι φλογεροί οφθαλμοί του νεαρού δοκίμου εξέφραζον όλον το θάρρος υπό του οποίου κατείχετο.

Βλέπουσα αυτόν τοιούτον, παρατηρούσα τους αγαθούς εκείνους μαύρους, γυνή ούσα και μήτηρ, δεν ήθελεν να απελπισθή εισέτι. Άλλως τε δε διατί να απελπισθή;

Δεν ενόμιζεν ότι ευρίσκεται επί φιλοξένου γης;

Κατ' αυτήν, η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να έχη σοβαράς συνεπείας.

Ο Δικ Σανδ εμάντευε τους διαλογισμούς αυτής και έκλινε την κεφαλήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

ΑΙ ΚΑΚΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΑΓΓΟΛΑΣ

Κατ' εκείνην την στιγμήν, ο μικρός Ζακ αφιπνίσθη και επέρασε τους βραχίονάς του εις τον τράχηλον της μητρός του. Οι οφθαλμοί του ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν. Ο πυρετός δεν είχεν επανέλθει.

Είσαι καλλίτερα αγάπη μου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων θλίβουσα το πάσχον τέκνον επί της καρδίας της.

— Ναι, μήτερ, απεκρίθη ο Ζακ, αλλά διψώ ολίγον. Δεν ηδυνήθησαν να δώσωσιν εις το παιδίον ειμή ύδωρ δροσερόν, εκ του οποίου έπιεν ευχαρίστως ολίγας σταγόνας.

— Και ο φίλος μου Δικ; ηρώτησεν.

— Εδώ είμαι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ πλησιάσας και λαβών την χείρα του παιδίου. — Και ο φίλος μου Ηρακλής . .

— Παρών ο Ηρακλής, κύριε Ζακ, απήντησεν ο γίγας πλησιάζων το αγαθόν του πρόσωπον.

— Και ο ίππος; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.

— Ο ίππος; Ανεχώρησε, κύριε Ζακ, απεκρίθη ο Ηρακλής. Τώρα εγώ είμαι ο ίππος! Εγώ σας φέρω. Μήπως ευρίσκετε το κάλπασμα δυνατόν;

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings