O ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ (continued 3)
Reading edition
— Ναι! ναι! γη! είπεν.
Είδος τι κορυφής εφαίνετο εις ανοικτόν μέρος της ομίχλης. Οι εξησκημένοι εις την θάλασσαν οφθαλμοί του δεν ηδύναντο να απατηθώσι.
— Τέλος πάντων! εφώνησε, τέλος πάντων!
Εκρατείτο πυρετωδώς από του παραρρύματος. Η κυρία Βέλδων, υποστηριζομένη υπό του Ηρακλέους, δεν έπαυε παρατηρούσα την σχεδόν ανέλπιστον εκείνην γην.
Η ακτή, σχηματιζομένη υπό της υψηλής εκείνης κορυφής, ανηγείρετο τότε εις απόστασιν δέκα μιλίων υπηνέμως προς τα αριστερά.
Επειδή δε εντελώς ανοικτόν μέρος εγένετο ένεκα διασχίσεως των νεφών, επανείδον αυτήν καθαρώτερον. Ήτο βεβαίως ακρωτήριόν τι της αμερικανικής ηπείρου. Το «Πίλγριμ», άνευ ιστίων, δεν ηδύνατο μεν να κατευθυνθή εκεί, αλλ' όπως δήποτε δεν θα εβράδυνε να πλησιάση εις την ξηράν. Ήτο ζήτημα ωρών τινων μόνον. Τότε δε ήτο ογδόη ώρα της πρωίας. Άρα, βεβαιότατα, προ της μεσημβρίας το «Πίλγριμ» θα ήτο πλησίον της ξηράς.
Εις έν σημείον του Δικ Σανδ, ο Ηρακλής επανέφερε την κυρίαν Βέλδων εις την πρύμνην, καθότι δεν θα ηδύνατο να αντιστή εις την βιαιότητα του προνευστασμού.
Ο δόκιμος έμεινεν επ' ολίγας στιγμάς έτι εις την πρώραν, είτα επανήλθεν εις το πηδάλιον, πλησίον του γέροντος Τωμ.
Έβλεπε λοιπόν τέλος πάντων την παραλίαν εκείνην τοσούτον βραδέως φανείσαν, τοσούτω διαπύρως αναμενομένην! τώρα όμως μετά τινος τρόμου έβλεπεν αυτήν.
Πράγματι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκετο το «Πίλγριμ» ήτοι φεύγον προ της τρικυμίας, η υπήνεμος ξηρά ήτο ρίψιμον μεθ' όλων αυτού των τρομερών συνεπειών.
Δύο ώραι παρήλθον. Το ακρωτήριόν τότε εφαίνετο εκ των πλαγίων του πλοίου.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Νεγορός ανεφανίσθη εις το κατάστρωμα. Την φοράν ταύτην παρετήρησε την ακτήν μετά πολλής προσοχής, εκίνησε την κεφαλήν ως άνθρωπος γνωρίζων τι έβλεπε και κατέβη πάλιν, αφού επρόφερε λέξιν τινά ην ουδείς ηδυνήθη να ακούση. Ο Δικ Σανδ εζήτει να ίδη το μέρος, όπερ εξετείνετο όπισθεν του ακρωτηρίου.
Δύο ώραι διέρρευσαν. Το ακρωτήριον, ωρθούτο όπισθεν αριστερά, αλλ' η παραλία δεν εφαίνετο εισέτι.
Εν τούτοις ο ουρανός εκαθαρίζετο εις τον ορίζοντα, και η υψηλή παραλία, ήτις θα ήτο ακριβώς αμερικανική γη, περιχειλουμένη υπό της γιγαντιαίας σειράς των Άνδεων θα εφαίνετο εξ αποστάσεως είκοσι μιλίων και περισσότερον.
Ο Δικ Σανδ έλαβε το τηλεσκόπιον και το περιέφερε βραδέως εφ' όλου του ανατολικού ορίζοντος.
Ουδέν! ουδέν έβλεπε πλέον.
Κατά την δευτέραν ώραν μετά μεσημβρίαν παν ίχνος, γης εξηφανίσθη όπισθεν του «Πίλγριμ».
Εις τα εμπρός, το τηλεσκόπιον δεν ηδύνατο να αντιληφθή ουδεμίαν κάτοψιν γης υψηλής ή χαμηλής. Η κραυγή διέφυγε τότε τα χείλη του Δικ Σανδ, όστις αφήσας πάραυτα το κατάστρωμα κατέβη ταχέως εις τον κοιτωνίσκον, ένθα έμενεν η κυρία Βέλδων μετά του μικρού Ζακ, της Ναν και του εξαδέλφου Βενεδίκτου. — Νήσος! δεν ήτο άλλο ειμή νήσος, είπε.
— Νήσος, Δικ! αλλά ποία; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων
— Ο χάρτης θα μας το δείξη, απήντησε ο δόκιμος.
Και δραμών εις το φυλάκειον, μετέφερε τον χάρτην του πλοίου.
— Εκεί, κυρία Βέλδων, εκεί, είπεν. Η ξηρά, την οποίαν είδομεν, δεν δύναται να είναι άλλο τι ειμή το σχεδόν αφανές εκείνο σημείον, εν τω μέσω του Ειρηνικού, δεν δύναται να είναι άλλο ειμή η νήσος του Πάσχα. Δεν υπάρχουσιν άλλαι εις τα μέρη ταύτα.
— Και την αφήσαμεν ήδη οπίσω, ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Μάλιστα, πολύ οπίσω.
Η κυρία Βέλδων παρετήρει προσεκτικώς την νήσον του Πάσχα, ήτις εσχημάτιζεν αδιόρατόν τι σημείον επί του χάρτου.
— Και πόσον απέχει η νήσος αύτη από της αμερικανικής παραλίας;
— Τριάκοντα πέντε μοίρας.
— Όπερ σημαίνει; . .
— Περίπου δύο χιλιάδας μίλια.
— Λοιπόν το «Πίλγριμ» δεν επροχώρει, αφού ευρισκόμεθα εισέτι τόσον μεμακρυσμένοι από της ηπείρου;
— Κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, φέρων προς στιγμήν την χείρα επί του μετώπου ωσεί διά να συγκεντρώση τας ιδέας του, δεν ηξεύρω . . . δεν ημπορώ . . . να εξηγήσω την απίστευτον αυτήν βραδύτητα . . . Όχι, δεν ειμπορώ . . . εκτός εάν αι ενδείξεις της πυξίδος ήσαν ψευδείς . . . Αλλ' η νήσος εκείνη δεν δύναται να είναι άλλη ειμή η νήσος του Πάσχα, αφού εφεύγομεν προς τα βορειανατολικά με τον άνεμον όπισθεν, και πρέπει να ευχαριστήσω τον Θεόν επειδή μοι επέτρεψε να καθορίσω την θέσιν ημών. Ναι, είναι η νήσος του Πάσχα. Ναι, απέχει δύο χιλιάδας μίλια από της παραλίας. Ηξεύρω τέλος πού μας ώθησεν η τρικυμία, και εάν κατευνασθή, δυνάμεθα να προσεγγίσωμεν μετά τινων ελπίδων σωτηρίας την αμερικανικήν ήπειρον. Τώρα τουλάχιστον το πλοίον ημών δεν εχάθη πλέον εις το άπειρον του Ειρηνικού.
Την πεποίθησιν ταύτην, ην εμαρτύρει ο Δικ Σανδ, συνεμερίσθησαν όλοι όσοι τον ήκουσαν ομιλούντα. Και αυτή η κυρία Βέλδων κατεπείσθη. Εφαίνετο αληθώς ότι οι δυστυχείς εκείνοι άνθρωποι ήσαν εις το τέρμα των δεινών των, και το «Πίλγριμ», έχον ευνοϊκόν τον άνεμον, δεν θα εβράδυνε να εισέλθη εις τον λιμένα της σωτηρίας.
Η νήσος του Πάσχα — το αληθές όνομα της οποίας είναι ΒάιΧου — ανακαλυφθείσα υπό του Διβίδ τω 1686 και εξερευνηθείσα υπό του Κουκ και του Λαπερούς, κείται υπό την 270 νοτίου πλάτους και την 112ο ανατολικού μήκους. Εάν ο μυοπάρων παρεσύρθη τοιουτοτρόπως περισσότερον των δεκαπέντε μοιρών προς βορράν, τούτο προδήλως ωφείλετο εις την νοτιοδυτικήν εκείνην τρικυμίαν προ της οποίας ηναγκάσθη να φεύγη.
Λοιπόν το «Πίλγριμ» απείχεν έτι δύο χιλιάδας μίλια από της ξηράς. Εν τούτοις υπό την ώθησιν του κεραυνοβόλου εκείνου ανέμου δεν θα εχρειάζετο περισσοτέρας των δέκα ημερών, όπως φθάση εις οίον δήποτε σημείον της Νοτίου Αμερικής.
Αλλ' άρα γε δεν ηδύνατο να ελπίζωσιν, ως το είχεν ειπή ο δόκιμος, ότι ο άνεμος θα κατηυνάζετο ολίγον και θα ηδύναντο να αναπετάσωσιν ιστίον τι, άμα έβλεπον ξηράν;
Αύτη ήτο η ελπίς του Δικ Σανδ. Εσκέπτετο ότι η καταιγίς εκείνη, ήτις από τοσούτων ημερών διήρκει, θα κατέπαυεν ίσως επί τέλους. Και τώρα ότε, χάρις εις την ανακάλυψιν της νήσου του Πάσχα, εγνώριζεν ακριβώς την θέσιν του, ηδύνατο να έχει την πεποίθησιν ότι αποκατασταθείς κύριος του πλοίου του, θα το διηύθυνεν εις μέρος ασφαλές.
Ναι, η ανακάλυψις του μεμονωμένου εκείνου σημείου, γενομένη ωσεί εκ θείας προνοίας, απέδωκε θάρρος εις τον Δικ Σανδ. Εάν εφέρετο κατά τας ιδιοτροπίας της τρικυμίας, της οποίας δεν ηδύνατο να κατισχύση, τουλάχιστον δεν έπλεεν εις τα τυφλά.
Το «Πίλγριμ» άλλως τε στερεώς κατασκευασμένον και κατηρτισμένον δεν υπέφερε πολύ εκ των σκληρών προσβολών της τρικυμίας. Αι ζημίαι του συνίσταντο μόνον εις την απώλειαν του δόλωνος και της αρτεμονίδος απώλεια ήτις ευκόλως ηδύνατο να αναπληρωθή. Ουδεμία σταγών ύδατος διεπέρασε το σκάφος και το κατάστρωμα. Αι αντλίαι ήσαν εντελώς ανέπαφοι. Υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην ουδέν είχον να φοβηθώσιν.
Έμενε λοιπόν η ακατάπαυστος εκείνη καταιγίς, της οποίας την μανίαν ουδέν εφαίνετο ικανόν να καταστείλη. Εάν, έν τινι μέτρω ο Δικ Σανδ ηδύνατο να θέση το πλοίον του εις κατάστασιν να παλαίση κατά της τρικυμίας, δεν ηδύνατο όμως να διατάξη τον άνεμον να κατευνασθή, τα κύματα εκείνα να καταπραϋνθώσι, τον ουρανόν εκείνον να αιθριάση. Εάν εντός του πλοίου ήτο «κύριος μετά τον Θεόν», έξω όμως του πλοίου μόνος ο Θεός εδέσποζε των ανέμων και των κυμάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
ΓΗ! ΓΗ.!
Εν τούτοις η πεποίθησις εκείνη υπό της οποίας επληρούτο ορμεμφύτως η καρδία του Δικ Σανδ, έμελλεν εν μέρει να δικαιολογηθή. Την επιούσαν, 27 Μαρτίου η υδραργυρική στήλη υψώθη εν τω βαρεμετρικώ σωλήνι. Η ταλάντευσις μήτε βιαία, μήτε μεγάλη υπήρξε· γραμμαί τινες μόνον, αλλ' η πρόοδος ήτο συνεχής. Η τρικυμία έμελλε προδήλως να εισέλθη εις την φθίνουσαν αυτής περίοδον και εάν η θάλασσα έμεινεν υπερβολικώς τεταραγμένη, ηδυνήθησαν όμως να βεβαιωθώσιν ότι ο άνεμος ηλαττούτο, ανερχόμενος ελαφρώς προς δυσμάς.
Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο έτι να σκεφθή αναπέτασιν ιστίου τινός, καθότι και το μικρότερον θα ανηρπάζετο αμέσως. Εν τούτοις ήλπιζεν ότι δεν θα παρήχοντο 24 ώραι και θα ηδύνατο να αναπετάση μίαν προτονίδα.
Πράγματι κατά την νύκτα ο άνεμος εχαλαρώθη επαισθητώς, παραβαλλόμενος προς εκείνον όστις έπνεε κατά τας παρελθούσας ημέρας, και το πλοίον εσαλεύετο ολιγώτερον υπό των σφοδρών κτυπημάτων του σάλου, άτινα ηπείλησαν να το εξαθρώσωσιν. Οι επιβάται ήρχισαν να αναβαίνωσιν εις το κατάστρωμα. Δεν εκινδύνευον πλέον ν' αρπαγώσιν υπό τινος κύματος. Πρώτη η κυρία Βέλδων εγκατέλιπε το τετράγωνον, εν τω οποίω ο Δικ χάριν προφυλάξεως την ηνάγκασε να περιορισθή κατά την διάρκειαν της μακράς εκείνης τρικυμίας. Ήλθε να συνομιλήση μετά του δοκίμου, τον οποίον θέλησις αληθώς υπεράνθρωπος είχε καταστήσει ικανόν να αντιστή εις τόσους μόχθους.
Ισχνός, ωχρός υπό το ηλιοκαές του χρώματός του, θα ηδύνατο να εξασθενήση ένεκα της στερήσεώς του ύπνου εκείνου του τοσούτον αναγκαίου εις την ηλικίαν του. Αλλ' όχι· η ισχυρά κράσις του αντείχεν εις όλα. Ίσως βραδύτερον θα επλήρωνεν ακριβά την περίοδον εκείνην των δοκιμασιών.
Αλλ' η στιγμή εκείνη δεν ήτο κατάλληλος να καταβληθή. Ο Δικ Σανδ εσκέπτετο πάντοτε ταύτα, η δε κυρία Βέλδων τον εύρεν επίσης δραστήριον όσον ήτο και πρότερον.
Και έπειτα ο γενναίος εκείνος Σανδ είχε θάρρος, και εάν το θάρρος δεν επιβάλλεται, τουλάχιστον επιβάλλει.
— Δικ, αγαπητόν μου τέκνον, πλοίαρχέ μου είπεν η κυρία Βέλδων, τείνουσα την χείρα προς τον νεαρόν δόκιμον.
— Α! κυρία Βέλδων, ανέκραξεν ο Δικ Σανδ μειδιών, απειθείται εις τον πλοίαρχόν σας! Επανέρχεσθε εις το κατάστρωμα, εγκαταλείπετε τον κοιτωνίσκον σας μεθ' όλας τας παρακλήσεις του. — Ναι, απειθώ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων· αλλ' έχω προαίσθημά τι ότι η τρικυμία καταπαύει ή θα καταπαύση μετ' ολίγον. — Τωόντι καταπαύει, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος. Δεν απατάσθε. Το βαρόμετρον δεν κατήλθεν από της χθες. Ο άνεμος εμετρίασε, και έχω λόγον να πιστεύω, ότι αι σκληρότεραι δοκιμασίαι μας παρήλθον.
— Ο Θεός να σε ακούση, Δικ. Α! πολύ υπέφερες, αγαπητόν μου τέκνον! Έπραξες . .
— Απλώς το καθήκον μου, κυρία Βέλδων.
— Αλλά θα αναπαυθής τέλος ολίγον;
— Ν' αναπαυθώ! είπεν ο δόκιμος. Δεν έχω ανάγκην αναπαύσεως, κυρία Βέλδων. Είμαι κάλλιστα, χάρις τω Θεώ και πρέπει να εκτελέσω το καθήκον μου μέχρι τέλους. Με ωνομάσατε πλοίαρχον, και, θα μένω πλοίαρχος μέχρι της στιγμής καθ' ήν όλοι οι επιβάται θα είναι εν ασφαλεία. — Δικ, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, εγώ και ο σύζυγος μου ουδέποτε θα λησμονήσωμεν τι έπραξες.
— Ο Θεός έπραξε τα πάντα, απεκρίθη ο Δικ, τα πάντα.
— Τέκνον μου, σου επαναλαμβάνω ότι, διά της ηθικής και δραστηριότητός σου, εδείχθης ανήρ άξιος να κυβερνάς και μετ' ολίγον, άμα περαιωθώσιν αι σπουδαί σου, — και ο σύζυγός μου δεν θα με διαψεύση, — θα ήσαι πλοίαρχος παρά τω οίκω Ζαμ Ουίλλιαμ Βέλδων.
— Εγώ! εγώ! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, του οποίου οι οφθαλμοί εκαλύφθησαν υπό δακρύων.
— Δικ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, ήσο ήδη θετός ημών υιός, αλλά τώρα είσαι υιός μας, είσαι ο σωτήρ της μητρός σου και του μικρού αδελφού σου Ζακ. Φίλτατε Δικ, σε ασπάζομαι διά τον σύζυγόν μου και δι' εμέ!
Η γενναία γυνή επεθύμει να μη συγκινηθή θλίβουσα τον νεαρόν δόκιμον εις τας αγκάλας της, αλλ' η καρδία της υπερεξεχείλιζεν. Αλλά ποία γραφίς θα ηδύνατο να περιγράψη τι ησθάνετο ο Δικ Σανδ; Εσκέπτετο εάν ηδύνατο να πράξη τι περισσότερον ή να προσφέρη την ζωήν του υπέρ των ευεργετών του και εδέχετο προκαταβολικώς πάσας τας δοκιμασίας, όσαι θα τω επεβάλλοντο εις το μέλλον. Μετά την συνδιάλεξιν ταύτην ο Δικ Σανδ ησθάνθη εαυτόν ισχυρότερον. Εάν ο άνεμος εγίνετο μετριώτερος και τω επέτρεπε ν' αναπετάση ιστίον τι, δεν αμφέβαλλεν ότι θα ηδύνατο να διευθύνη το πλοίον του πρός τινα λιμένα, ένθα όλοι εκείνοι τους οποίους έφερε θα εύρισκον τέλος την σωτηρίαν.
Τη 29, ελαττωθέντος ολίγον του ανέμου, ο Δικ Σανδ εσκέφθη να αποκαταστήση το ακάτιον και τον δόλωνα και κατ' ακολουθίαν να αυξήση την ταχύτητα του «Πίλγριμ», εξασφαλίζων την διεύθυνσίν του. — Εμπρός, Τωμ! εμπρός, φίλοι μου! Ανέκραξεν, όταν ανέβη εις το κατάστρωμα όρθρου βαθέως. Έλθετε! έχω ανάγκην των βραχιόνων σας. — Είμεθα έτοιμοι, πλοίαρχε Σανδ, απεκρίθη ο γέρων Τωμ.
— Έτοιμοι εις όλα, προσέθηκεν ο Ηρακλής. Κατά την διάρκειαν της τρικυμίας δεν είχον τι να πράξω και ήρχιζα να σκωριάζω.
— Έπρεπε να φυσάς με το μεγάλον στόμα σου, είπεν ο μικρός Ζακ. Στοιχηματίζω ότι θα ήσο τόσον δυνατός όσον ο άνεμος. — Καλή ιδέα, Ζακ! είπεν ο Δικ Σανδ, γελών. Όταν είναι γαλήνη, θα λέγωμεν εις τον Ηρακλέα να φυσά εις τα ιστία. — Εις τας διαταγάς σας, κύριε Δικ, απεκρίθη ο αγαθός μαύρος εξογκών τας παρειάς ως γιγαντιαίος Βορέας.
— Τώρα, φίλοι, επανέλαβεν ο δόκιμος, θα αναρτήσωμεν πρώτον αναπληρωτικόν ιστίον, καθότι ο δόλων ανηρπάγη από του ανέμου. Ίσως είναι δύσκολον, αλλά πρέπει να γίνη.
— Θα γίνη! απεκρίθη ο Ακτέων.
— Ειμπορώ να σας βοηθήσω; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ πάντοτε πρόθυμος να εργασθή. — Ναι, Ζακ μου, απεκρίθη ο δόκιμος. Θα μείνης εις τον τροχόν πλησίον του φίλου μας Βαρθολομαίου, και θα τον βοηθής να κυβερνά. Περιττόν να είπωμεν πόσον υπερηφανεύθη ο μικρός Ζακ γενόμενος βοηθός πηδαλιούχος του «Πίλγριμ».
— Τώρα, εις έργον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και όσω το δυνατόν ας μη εκτιθέμεθα.
Οι μαύροι, βοηθούμενοι υπό του δοκίμου, ήρχισαν την εργασίαν. Η εξάρτησις ενός δόλωνος παρείχε δυσκολίας τινάς εις τον Τωμ και τους συντρόφους του. Πρόκειτο να ανυψώσωσι κατ' αρχάς το περιτετυλιγμένον εφ' εαυτό ιστίον, είτα δε να το στερεώσωσιν επί της κεραίας.
Εν τούτοις ο Δικ Σανδ τόσω καλώς διηύθυνε και τόσω καλώς υπήκουσαν εις αυτόν, ώστε μετά εργασίαν μιας ώρας, το ιστίον εξετυλίχθη, η κεραία ανυψώθη και ο δόλων αποκατέστη καλώς μετά δύο σειρών θηλιών.
Το ακάτιον και ο δεύτερος αρτέμων, άτινα είχον συμπτυχθή προ της τρικυμίας, ανεπτύχθησαν άνευ πολλής δυσκολίας μεθ' όλον τον βίαιον άνεμον.
Τέλος, την ημέραν εκείνην, εις τας δέκα της πρωίας το «Πίλγριμ» έπλεε μετά ακατίου, του δόλωνος και του αρτέμονος.
Ο Δικ Σανδ δεν έκρινε συνετόν να θέση πλειότερα ιστία. Όσα είχεν, ενόσω ο άνεμος δεν εχαλαρούτο, ήρκουν να τω εξασφαλίσωσι ταχύτητα διακοσίων μιλίων τουλάχιστον εις είκοσι τεσσάρας ώρας, και δεν τω εχρειάζετο περισσότερο, όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν προ δέκα ημερών. Ο δόκιμος ευχαριστήθη αληθώς όταν, επανελθών εις το πηδάλιον, επανέλαβε την θέσιν του, ευχαριστήσας των κυρ Ζακ, τον βοηθόν πηδαλιούχον του «Πίλγριμ» Δεν ήτο πλέον εις την διάκρισιν των κυμάτων. Έπλεε καλώς. Η χαρά του δύναται να εννοηθή παρ' όλων εκείνων όσοι είναι πως συνοικειωμένοι προς τα ναυτικά πράγματα.
Την επιούσαν, τα νέφη έτρεχον μεν εισέτι μετά της αυτής ταχύτητος, αλλ' άφινον μεταξύ των μεγάλα κενά, διά των οποίων αι ηλιακαί ακτίνες ηκοντίζοντο μέχρι της επιφανείας των υδάτων. Ενίοτε το «Πίλγριμ» κατεφωτίζετο υπ' αυτών. Ωραίον πράγμα το ζωογόνον τούτο φως! Ενίοτε εσβύνετο όπισθεν ευρείας μάζης ατμών ορμώντων προς ανατολάς, είτα ανεφαίνετο πάλιν, και πάλιν εξηφανίζετο, αλλ' ο καιρός αποκαθίστατο ωραίος.
Οι καθέκται ηνεώχθησαν, όπως αερισθή το εσωτερικόν του πλοίου. Αήρ υγιεινός εισήρχετο εις το κύτος εις το πρυμναίον διαμέρισμα, εις τας θέσεις του πληρώματος. Τα υγρά ιστία εξηπλώθησαν διά να στεγνώσωσιν. Εκαθαρίσθη ωσαύτως το κατάστρωμα. Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να φθάση το πλοίον του εις τον λιμένα χωρίς να είναι ολίγον καλλωπισμένον. Χωρίς να καταπονήται το πλήρωμα, ολίγαι ώραι αφιερούμεναι καθ' εκάστην εις την εργασίαν ταύτην ήρχουν όπως τα πάντα περαιωθώσι καλώς. Καίτοι ο δόκιμος δεν ηδύνατο πλέον να ρίπτη το δρομόμετρον, είχεν όμως αρκούσαν έξιν να υπολογίζη τον ολκόν πλοίου και να ευρίσκη την ταχύτητα αυτού. Δεν αμφέβαλλε λοιπόν ότι πριν ή παρέλθωσιν επτά ημέραι θα έβλεπε ξηράν, την γνώμην δε ταύτην έπεισε και την κυρίαν Βέλδων να παραδεχθή, αφού τη έδειξεν επί του χάρτου την πιθανήν θέσιν του πλοίου.
— Και λοιπόν! εις ποίον μέρος της ακτής θα φθάσωμεν, φίλτατε Δικ; τον ηρώτησεν εκείνη.
— Εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος, δεικνύων την μακράν εκείνην παράλιον ταινίαν ήτις εκτείνεται μεταξύ του Περού και της Χιλής. Δεν δύναμαι να ήμαι ακριβέστερος. Ιδού η νήσος του Πάσχα την οποίαν αφήσαμεν προς δυσμάς, εκ της διευθύνσεως δε του ανέμου, ήτις υπήρξε σταθερά, συμπεραίνω ότι θα ίδωμεν την ξηράν προς ανατολάς. Οι όρμοι είναι πολυάριθμοι επί της ακτής ταύτης, αλλά προς το παρόν δεν δύναμαι να ορίσω ακριβώς το μέρος εις το οποίον θα προσορμισθώμεν.
— Καλά, Δικ, όστις και αν είναι ο λιμήν ούτος, καλώς να έλθη!
— Μάλιστα, κυρία Βέλδων, και θα εύρητε εκεί βεβαίως τα μέσα να επιτρέψηται ταχέως εις Άγιον Φραγκίσκον. Η ατμοπλοϊκή εταιρία του Ειρηνικού έχει κάλλιστα ωργανωμένην την συγκοινωνίαν του μέρους τούτου. Τα ατμόπλοια αυτής προσεγγίζουσιν εις τα κυριώτερα μέρη της παραλίας, και θα σας είναι πολύ εύκολον να επιβιβασθήτε διά την Καλιφορνίαν. — Δεν σκοπεύεις λοιπόν να επαναφέρης το «Πίλγριμ» εις Άγιον Φραγκίσκον; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων. — Μάλιστα, αφού σας αποβιβάσω, κυρία Βέλδων. Εάν δυνηθώμεν να εύρωμεν αξιωματικόν τινα και πλήρωμα. Θα εκφορτώσωμεν εις Βαλπαραΐζον, ως εσκόπευε να πράξη ο πλοίαρχος Χουλ. Έπειτα δε θα επιστρέψωμεν εις τον ορμητήριον λιμένα του πλοίου. Αλλά τούτο θα φέρη πολλήν χρονοτριβήν, και με όλην την θλίψιν την οποίαν έχω, αποχωριζόμενος αφ' υμών . . .
— Καλά, Δικ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Βραδύτερον θα ίδωμεν τι πρέπει να πράξωμεν. — Ειπέ μοι, εφαίνεσο φοβούμενος τους κινδύνους τους οποίους παρουσιάζει η γη;
Τωόντι, είναι επίφοβοι, είπεν ο δόκιμος, αλλ' ελπίζω πάντοτε ότι θα συναντήσω πλοίον τι εις τα μέρη ταύτα, και μάλιστα εκπλήττομαι πώς δεν είδον κανέν. Έν και μόνον εάν διέλθη, θα συνεννοηθώμεν μετ' αυτού, θα μας δώση ακριβείς πληροφορίας πού ευρισκόμεθα, και τούτο θα καταστήση ευκολώτερον την προσέγγισιν ημών εις την ξηράν. — Δεν υπάρχουσι λοιπόν, πλοηγοί εκτελούντες την υπηρεσίαν της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Βεβαίως θα υπάρχωσιν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά πλησιέστερον της ξηράς. Πρέπει λοιπόν να εξακολουθώμεν πλησιάζοντες αυτήν. — Και εάν δεν συναντήσωμεν πλοηγόν! . . . ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, επιμένουσα να μάθη πώς ο νεαρός δόκιμος θα απέτρεπε τους ενδεχομένους κινδύνους.
— Εν τοιαύτη περιπτώσει, κυρία Βέλδων, ή ο καιρός θα είναι καθαρός, ο άνεμος μέτριος, και θα προσπαθήσω να παραπλεύσω την παραλίαν μέχρις ου εύρω καταφύγιον, ή ο άνεμος θα γίνη ισχυρός, και τότε . . .
— Τότε; . . . Τι θα πράξης, Δικ;
— Τότε, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, εις την κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το «Πίλγριμ», εάν άπαξ εξοκείλη, θα είναι πολύ δύσκολον να ανελκυσθή. — Τι θα πράξης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Θα αναγκασθώ να ρίψω το πλοίον μου εις την ξηράν, απεκρίθη ο δόκιμος, του οποίου το μέτωπον εζοφώθη προς στιγμήν. Α! είναι σκληρόν το μέτρον! και ο Θεός να δώση να μη καταφύγωμεν εις την εσχάτην ταύτην ανάγκην! Αλλά σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, η θέα του ουρανού φαίνεται ενθαρρυντική, και δεν είναι δυνατόν πλοίον τι ή ρυμουλκόν να μη συναντήσωμεν. Λοιπόν, καλή ελπίς! Διευθυνόμεθα προς την ξηράν, και θα ίδωμεν εντός ολίγου.
Να ρίπτεις το πλοίον εις την ξηράν είναι η εσχάτη πράξις προ της οποίας και ο θαρραλεώτερος ναυτικός καταλαμβάνεται υπό τρόμου. Τούτου ένεκεν ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να προΐδη την περίπτωσιν ταύτην, ενόσω είχεν ελπίδας τινάς ότι ήθελε την αποφύγει·
Επί τινας ημέρας εγένοντο εις την ατμόσφαιραν μεταβολαί τινες αίτινες ενέβαλον και πάλιν εις τον δόκιμον ανησυχίαν. Ο άνεμος έπνεε πάντοτε σφοδρός και ταλαντεύσεις τινές της βαρομετρικής στήλης εδήλουν ότι έμελλε να γίνη σφοδρότερος.
Ο Δικ Σανδ λοιπόν εσκέπτετο ουχί άνευ φόβου μήπως αναγκασθή και πάλιν να φεύγη άνευ ιστίων. Εν τούτοις είχε τόσον μέγα συμφέρον να διατηρήση τουλάχιστον τον δόλωνά του, ώστε απεφάσισε να τον κρατήση, ενόσω δεν εκινδύνευε να αναρπαγή υπό του ανέμου.
Αλλά, όπως εξασφαλίση την στερεότητα των ιστών, ενέτεινε καλώς και σφοδρώς τα εξάρτια και τους παρατόνους. Προ πάντων δεν έπρεπε να διακινδυνεύση την θέσιν, ήτις θα καθίστατο σπουδαιοτάτη, εάν το «Πίλγριμ» έχανε τους ιστούς του.
Άπαξ ή δις ωσαύτως, ανελθόντος του βαρομέτρου εφοβήθησαν μήπως ο άνεμος γίνη εντελώς αντίθετος, ήτοι μήπως μεταβληθή ανατολικός.
Θα εστενοχωρούντο λοιπόν περισσότερον.
Νέα αγωνία διά τον Δικ Σανδ. Τι θα έπραττε με τον εναντίον εκείνον άνεμον; Να λοξοδρομή;
Αλλ' εάν ηναγκάζετο να καταφύγη εις το μέτρον τούτο, πόσαι νέαι βραδύτητες θα επήρχοντο και πόσοι κίνδυνοι, εάν ερρίπτετο πάλιν εις το πέλαγος!
Ευτυχώς όμως οι φόβοι ούτοι δεν επραγματοποιήθησαν. Ο άνεμος, αφού εποίκιλλεν επί τινας ημέρας, πλέων οτέ μεν βόρειος οτέ δε νότιος, αποκατέστη επί τέλους οριστικώς δυτικός.
Αλλ' ήτο πάντοτε ισχυρός και επίεζε τους ιστούς.
Ήτο η 5 Απριλίου. Ούτω λοιπόν πλειότερον των δύο μηνών είχον παρέλθει ήδη από της ημέρας καθ' ήν το «Πίλγριμ» απέπλευσεν εκ της Νέας Ζηλανδίας. Επί είκοσιν ημέρας, εναντίος άνεμος και μακραί νηνεμίαι είχον επιβραδύνη την πορείαν αυτού. Ακολούθως ευρέθη υπό συνθήκας ευνοϊκάς, όπως φθάση ταχέως εις την ξηράν.
Η ταχύτης μάλιστα αυτού κατά την διάρκειαν της τρικυμίας βεβαίως ήτο μεγάλη. Ο Δικ Σανδ υπελόγιζεν ως μέσον όρον τουλάχιστον διακόσια μίλια την ημέραν! Πώς λοιπόν δεν είδον ακόμη ξηράν;
Έφευγεν άρα γε αύτη προ του «Πίλγριμ»; Τούτο ήτο εντελώς ανεξήγητον. Και εν τούτοις ουδεμία γη εφάνη, ει και είς των μαύρων έμενε διαρκώς φρουρών επί του υψώματος. Πολλάκις ανέβαινεν εκεί αυτός ο Δικ Σανδ, έχων δε το τηλεσκόπιον εις τους οφθαλμούς προσεπάθει να ανακάλυψη ένδειξίν τινα ορέων.
Η σειρά των Άνδεων είναι λίαν υψηλή.
Εις την ζώνην λοιπόν των νεφών έπρεπε να αναζητήση κορυφήν τινα υπερέχουσαν των ατμών του ορίζοντος.
Πολλάκις ο Τωμ και οι μετ' αυτού ηπατήθησαν εκ ψευδών ενδείξεων ξηράς. Ήσαν απλοί ατμοί παραδόξου σχήματος ορθούμενοι εις τον ορίζοντα.
Συνέβη μάλιστα ώστε οι αγαθοί εκείνοι άνδρες να επιμένωσιν ενίοτε εις τας βεβαιώσεις των· αλλά μετά τινα χρόνον ηναγκάζοντο να ομολογήσωσιν ότι είχον γείνη θύματα οπτικής απάτης. Η υποτιθεμένη γη μετετοπίζετο, μετέβαλλε σχήμα και μορφήν και επί τέλους εξηλείφετο εντελώς.
Τη 6 Απριλίου ουδεμία αμφιβολία ήτο δυνατή.
Ήτο ογδόη ώρα της πρωίας, ο Δικ Σανδ είχεν αναβή επί του υψώματος. Κατ' εκείνην την στιγμήν, αι αχλύες διελύθησαν υπό τας πρώτας ηλιακάς ακτίνας, και ο ορίζων εκαθαρίσθη αρκούντως.
Εκ του στόματος του Δικ Σανδ εξέφυγε τέλος η τόσω περιπόθητος κραυγή. — Γη! γη! ενώπιον ημών.
Εις την κραυγήν ταύτην όλοι ώρμησαν εις το κατάστρωμα, ο μικρός Ζακ, περίεργος ως είναι όλα τα παιδία της ηλικίας του, η κυρία Βέλδων, της οποίας τα παθήματα έμελλον να παύσωσι διά της προσορμίσεως, ο Τωμ και οι μετ' αυτού, οίτινες θα απέβαινον τέλος επί της αμερικανικής ηπείρου, και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις ήλπιζε να πλουτίση την συλλογήν του δι' όλως νέων αυτώ εντόμων. Μόνος ο Νεγορός δεν εφάνη.
Έκαστος είδε τότε ό,τι είχεν ιδεί ο Δικ Σανδ, οι μεν ευκρινώς, οι δε πεπειθότες εις την διαβεβαίωσιν των άλλων. Αλλ' ο δόκιμος, εξησκημένος εις την εξερεύνησιν του θαλασσίου ορίζοντος, δεν ηδύνατο να απατηθή, και μετά μίαν ώραν θα ηναγκάζοντο να συνομολογήσωσι τούτο πάντες.
Εις απόστασιν τεσσάρων μιλίων περίπου προς ανατολάς, διεκρίνετο παραλία αρκούντως χαψηλή ή φαινομένη τουλάχιστον ως τοιαύτη. Βεβαίως όπισθεν αυτής θα εξείχεν η υψηλή σειρά των Άνδεων, αλλ' η τελευταία ζώνη των νεφών δεν επέτρεπε να βλέπωσι τας κορυφάς αυτής.
Το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν και ταχέως προς την ακτήν εκείνην, ήτις επλατύνετο εν ριπή οφθαλμού.
Μετά δύο ώρας τρία μόλις μίλια απείχεν απ' αυτής.
Το μέρος εκείνο της ακτής επερατούτο βορειοανατολικώς δι' ακρωτηρίου αρκετά υψηλού καλύπτοντος είδος τι όρμου. Εξ εναντίας, προς τα νοτιοανατολικά, εξετείνετο ως λεπτή γλώσσα γης.
Δένδρα τινα έστεφον σειράν βράχων χαμηλών διακρινομένων τότε. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι, γνωστού όντος του γεωγραφικού χαρακτήρος του τόπου, η υψηλή οροσειρά των Άνδεων εσχημάτιζε το οπίσθιον αυτών σχέδιον.
Ουδεμία όμως ορατή κατοικία, ουδείς λιμήν, ουδέν στόμιον ποταμού δυνάμενον να χρησιμεύση ως καταφύγιον πλοίου.
Κατ' εκείνην την στιγμήν το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν προς την ξηράν.
Μετά των ηλαττωμένων ιστίων, τα οποία διέθετεν, επειδή ο άνεμος το έπληττεν εκ του πλαγίου, ο Δικ Σανδ δεν θα ηδύνατο να το αναστείλη.
Εις τα εμπρός εζωγραφίζετο μακρά σειρά σκοπέλων, επί των οποίων κατάλευκος άφριζεν η θάλασσα. Εφαίνοντο τα κύματα υψούμενα μέχρι του ημίσεως των θαλασσοκρήμνων. Θα υπήρχεν εκεί φοβερά παλίρροια.
Ο Δικ Σανδ, αφού έμεινεν επί του πρωραίου υψώματος παρατηρών την ακτήν, επανήλθεν εις την πρύμνην και χωρίς μήτε λέξιν να προσφέρη έλαβε το πηδάλιον.
Ο άνεμος ηύξανε πάντοτε. Ο μυοπάρων δεν απείχε πλέον από της παραλίας πλειότερον μιλίου.
Ο Δικ Σανδ παρετήρησε τότε είδος τι μικρού κόλπου, εν τω οποίω απεφάσισε να εισέλθη· αλλά, πριν φθάση εκεί, έπρεπε τα διέλθη σειράν σκοπέλων, μεταξύ των οποίων θα ήτο δύσκολον να εύρη δίοδον. Η οπισθόρμησις των υδάτων εδείκνυεν ότι το ύδωρ πανταχού ήτο αβαθές.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος, όστις περιεφέρετο επί του καταστρώματος, ώρμησεν εις την πρώραν, και παρατηρών την γην ήρχισε να υλακτή θρηνωδώς. Ήθελέ τις υποθέσει ότι ο κύων ανεγνώριζε την παραλίαν εκείνην, και ότι το ορμέμφυτον αυτού τω επανέφερε θλιβεράν τινα ανάμνησιν.
Ο Νεγορός τον ήκουε βεβαίως, καθότι ακαταμάχητον τι αίσθημα τον ώθησεν έξω του κοιτωνίσκου του, και μολονότι εφοβείτο τον κύνα, ήλθε σχεδόν αμέσως να επακουμβήση επί του παραρρύματος. Ευτυχώς δι' αυτόν, ο Δίγγος, του οποίου αι θλιβεραί υλακαί απηυθύνοντο πάντοτε προς την γην εκείνην, δεν τον είδεν.
Ο Νεγορός παρετήρει την μανιώδη εκείνην παλίρροιαν, και τούτο δεν εφάνη ότι τον εφόβησεν. Η κυρία Βέλδων, ήτις τον υπέβλεπεν, ενόμισεν ότι είδε το πρόσωπόν του ερυθριάσαν ελαφρώς και ότι προς στιγμήν οι χαρακτήρες του συνεσπάσθησαν. Εγνώριζεν λοιπόν ο Νεγορός το μέρος εκείνο της ηπείρου, όπου ώθησαν το «Πίλγριμ» οι άνεμοι.
Κατά την στιγμήν εκείνην ο Δικ Σανδ εγκατέλειπε τον οίακα εις τας χείρας του γέροντος Τωμ και ήλθε διά τελευταίαν φοράν να παρατήρηση τον μικρόν όρμον όστις ηνοίγετο ολίγον κατ' ολίγον. Είτα δε:
— Κυρία Βέλδων, είπε μετά φωνής σταθεράς, δεν ελπίζω πλέον ότι θα εύρω καταφύγιον. Πριν ή παρέλθη ημίσεια ώρα, μεθ' όλας τας προσπαθείας μου, το «Πίλγριμ» θα πέση επί των σκοπέλων. Δεν θα φέρω το πλοίον εις λιμένα. Αναγκάζομαι να το χάσω διά να σας σώσω. Αλλά μεταξύ της σωτηρίας υμών και αυτού, δεν έχω να διστάσω.
— Έπραξες παν ό,τι εξηρτάτο από σου, Δικ; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Τα πάντα, απήντησεν ο νεαρός δόκιμος. Και αμέσως προετοιμάσθη, όπως εξωκείλη. Εν πρώτοις η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος και η Ναν εζώσθησαν τα σωσίβια. Ο Δικ Σανδ ο Τωμ και οι μαύροι, επιτήδειοι κολυμβηταί, ητοιμάσθησαν και ούτοι να φθάσωσιν εις την ξηράν, εν ή περιπτώσει ήθελον αναγκασθή να πέσωσιν εις την θάλασσαν. Ο Ηρακλής ώφειλεν ιδίως να προσέχη την κυρίαν Βέλδων.
Ο δόκιμος θα εφρόντιζε περί του μικρού Ζακ. Ο εξάδελφος Βενέδικτος, άλλως τε λίαν ήσυχος, ενεφανίσθη επί του καταστρώματος φέρων ανηρτημένον από των ώμων του το εντομολογικόν κιβώτιόν του. Ο δόκιμος τον συνέστησεν εις τον Βαρθολομαίον και τον Αυγουστίνον. Όσον δ' αφορά τον Νεγορόν, η παράδοξος αυτού αταραξία εμαρτύρει αρκούντως ότι ουδενός βοηθού είχεν ανάγκην. Ο Δικ Σανδ, είχεν χάριν τελευταίας προφυλάξεως, διατάξει να αναβιβάσωσιν επί του πρωραίου υψώματος δέκα βαρέλια εκ του φορτίου, άτινα περιείχον έλαιον φαλαίνης.
Το έλαιον τούτο, χυνόμενον εγκαίρως, καθ' ήν στιγμήν το «Πίλγριμ» θα ευρίσκετο επί της παλιρροίας, έμελλε να κατευνάση επί τινας στιγμάς την θάλασσαν, αλείφον ούτως ειπείν τα μόρια του ύδατος, και διά της πράξεως ταύτης θα διηυκολύνετο ίσως η διάβασις του πλοίου μεταξύ των σκοπέλων. Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να παραμελήση ουδέν, εξ όσων ηδύναντο ίσως να εξασφαλίσωσι την κοινήν σωτηρίαν.
Αφού δε ελήφθησαν όλαι αύται αι προφυλάξεις, ο δόκιμος επέστρεψεν εις το πηδάλιον.
Το «Πίλγριμ» απείχε τότε μόλις διακόσια μέτρα, ήτοι σχεδόν ήγγιζε τους σκοπέλους. Η δεξιά αυτού πλευρά ελούετο ήδη εν λευκώ αφρώ της παραλίας. Κατά πάσαν στιγμήν ο δόκιμος επίστευεν ότι η τρόπις του πλοίου έμελλε να προσκρούση επί τινος πέτρας.
Αίφνης ο Δικ Σανδ παρετήρησεν εκ της μεταβολής του χρώματος του ύδατος, ότι δίοδός τις εξετείνετο μεταξύ των σκοπέλων. Έπρεπε λοιπόν, χωρίς να διστάση, να εισέλθη τολμηρώς, όπως πλησιάση όσω το δυνατόν περισσότερον εις την ξηράν.
Ο δόκιμος δεν εδίστασε. Διά μιας κινήσεως του πηδαλίου ώθησε το πλοίον εις την στενήν και ελικοειδή διώρυγα.
Εις το μέρος εκείνο η θάλασσα ήτο πολύ μανιωδεστέρα, τα δε κύματα ανεπήδων μέχρι του καταστρώματος.

Οι μαύροι ίσταντο εις την πρώραν, πλησίον των βαρελίων, περιμένοντες τας διαταγάς του δοκίμου.
— Κενώσατε το έλαιον! Κενώσατε! έκραξεν ο Δικ Σανδ.
Υπό το έλαιον εκείνο όπερ εχύθη ποταμηδόν, η θάλασσα κατηυνάσθη ως διά μαγείας. επιφυλασσομένη να γίνη μανιωδεστέρα μετ' ολίγας στιγμάς.
Το «Πίλγριμ» ωλίσθησε ταχέως επί των ελαιωθέντων εκείνων υδάτων και επροχώρησε κατ' ευθείαν προς το παράλιον.
Αίφνης εγένετο σύρραξις. Το πλοίον, ανυψωθέν υπό τρομερού κύματος, εξώκειλε και οι ιστοί αυτού κατέπεσον χωρίς να πληγώσωσί τινα.
Το σκάφος του «Πίλγριμ» ημιανοιχθέν εκ της συγκρούσεως, κατεπλημμυρίσθη υπό του ύδατος μετά μεγίστης ορμής. Αλλά το παράλιον δεν απείχε πλειότερον των εκατόν μέτρων και σειρά μικρών μελανωπών βράχων επέτρεπε να το φθάσωσιν ευκόλως. Τοιουτοτρόπως μετά δέκα λεπτά όλοι οι επιβάται του «Πίλγριμ» απέβησαν εις τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
ΤΙ ΠΟΙΗΤΕΟΝ
Ούτω λοιπόν, μετά μικρόν ένεκα των νηνεμιών διάπλουν, ακολούθως δε ευνοηθέντα υπό βορειανατολικών και νοτιοδυτικών ανέμων, — διάπλουν διαρκέσαντα ουχί ολιγώτερον των εβδομήκοντα και τεσσάρων ημερών, — το «Πίλγριμ» ερρίφθη επί της ξηράς.
Εν τούτοις η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ηυχαρίστησαν την θείαν Πρόνοιαν, άμα ευρέθησαν εν ασφαλεία. Τωόντι η τρικυμία τους έρριψεν ουχί επί τινος των απαισίων νήσων της Πολυνησίας αλλ' επί ηπείρου.
Η εις τας πατρίδας των επιστροφή, εις οίον δήποτε σημείον της Νοτίου Αμερικής και αν ευρίσκοντο, δεν εφαίνετο παρουσιάζουσα σπουδαίας δυσκολίας.
Το «Πίλγριμ» όμως απώλετο. Δεν ήτο πλέον άλλο τι ειμή σκελετός άνευ αξίας, του οποίου τα λείψανα θα διεσκόρπιζε μετ' ολίγον η παλίρροια.
Θα ήτο αδύνατον να σώσωσί τι εξ αυτού. Αλλ' εάν ο Δικ Σανδ δεν είχε την χαράν εκείνην να επαναφέρη εις τον εφοπλιστήν το πλοίον ανέπαφον, τουλάχιστον χάρις εις αυτόν οι επιβάται του ήσαν σώοι και υγιείς επί τινος φιλοξένου ακτής, μεταξύ δε αυτών η γυνή και το τέκνον του κυρίου Βέλδων.
Ως προς το ζήτημα εις ποίον μέρος της αμερικανικής παραλίας είχεν εξοκείλει το βρίκιον, τούτο ηδύνατο να συζητηθή επί μακρόν. Ήτο άρα γε το παράλιον του Περού, ως υπέθετεν ο Δικ Σανδ;
Ίσως, καθότι εγίνωσκε, μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, ότι το «Πίλγριμ» υπό την ώθησιν των ανέμων ωσαύτως δε και υπό την επιρροήν βεβαίως των ρευμάτων της ισημερινής ζώνης είχε ριφθή προς τα νοτιοανατολικά.
Από της τεσσαρακοστής τρίτης μοίρας πλάτους ηδύνατο μάλλιστα να παρεκκλίνη μέχρι της δεκάτης πέμπτης.
Ήτο λοιπόν σπουδαίον να βεβαιωθή όσον τάχιστα, εις ποιον μέρος ακριβώς της ακτής συνετρίβη το βρίκιον. Δοθέντος ότι η ακτή εκείνη ήτο η του Περού, οι λιμένες, αι κώμαι, τα χωρία δεν θα έλειπον, και κατ' ακολουθίαν θα ήτο εύκολον να φθάσωσιν είς τι μέρος κατοικούμενον. Αλλ' εκείνη η παραλία εφαίνετο έρημος. Ήτο στενή ακτή πλήρης μαύρων βράχων σχηματιζόντων θαλασσόκρημνον μετρίου ύψους, λίαν ακανονίστως διακοπτομένη υπό ευρέων χωνίων οφειλομένων εις την θραύσιν του βράχου. Τήδε κακείσε, ομαλαί τινες κλιτύες έφθανον μέχρι της κορυφής.
Προς Βορράν, έν τέταρτον μιλίου από του μέρους ένθα εξώκειλε το πλοίον, ηνοίγετο το στόμιον ποταμίου, όπερ δεν ηδύνατο να φανή από του πελάγους.
Επί των οχθών αυτού έκλινον απειράριθμα «ριζοφόρα» είδος μαγλίων εντελώς διαφόρων των ινδικών ομογενών των.
Η κορυφή της θαλασσοκρήμνου, — τούτο αμέσως ανεγνωρίσθη — εδεσπόζετο υπό πυκνού δάσους, του οποίου τα χλοερά φυλλώματα εκυμάτιζον υπό το βλέμμα και εξετείνοντο μέχρι των ορέων του οπισθίου σχεδίου.
Εκεί, εάν ο εξάδελφος ήτο βοτανικός, πόσα δένδρα άγνωστα εις αυτόν θα διήγειρον τον θαυμασμόν του!
Ήσαν υψηλά βαοβάβ, — εις τα οποία απεδόθη έκτακτος μακροβιότης, — οποίων ο κορμός ωμοίαζε προς τον αιγυπτιακόν συηνίτην, λατάνιαι λευκόταται, ταμαρινέαι, πεπερέαι ιδιαιτέρου είδους, και εκατόν άλλα φυτά τα οποία ο Αμερικανός δεν είναι συνηθισμένος να βλέπη εις το βόρειον μέρος της νέας ηπείρου.
Αλλά κατά σύμπτωσιν περίεργον, μεταξύ των δασικών εκείνων δένδρων δεν εύρεν ούτε έν μόνον δείγμα της πολυαρίθμου εκείνης οικογενίας των φοινίκων, ήτις αριθμεί πλειότερα των χιλίων ειδών, διεσπαρμένων αφειδώς εφ' όλης σχεδόν της επιφανείας της γης. Άνωθεν της ακτής περιίπτατο μέγας αριθμός φλυάρων πτηνών ανηκόντων κατά το πλείστον εις διαφόρους ποικιλίας χελιδόνων, μελανοπτίλων μετ' ανταυγείας κυανής ως του χάλυβος, αλλά ξανθής και καστανής εις το ανώτερον μέρος της κεφαλής.
Τήδε κακείσε ανίπταντο ωσαύτως πέρδικές τινες, μετά τραχήλου εντελώς ατρίχου και χρώματος φαιού.
Η κυρία Βέλδων και Δικ Σανδ παρετήρησαν ότι τα διάφορα εκείνα πτηνά δεν εφαίνοντο πολύ άγρια. Άφινον να πλησιάζωνται αφόβως. Δεν είχον λοιπόν μάθει να φοβώνται την παρουσίαν του ανθρώπου, και η παραλία εκείνη τοσούτον ήτο εγκαταλελειμμένη ώστε η επυρσοκρότησις πυροβόλου ουδέποτε είχεν ακουσθή;
Εις τα άκρα των βράχων περιεφέροντο πελεκάνες τινες εκ του είδους «πελεκάνος του ελάσσονος», ασχολούμενοι να πληρώσιν εκ μικρών ιχθύων τον σάκκον, ον έφερον κατά την κάτω σιαγόνα.
Λάροι τινές, ελθόντες από του πελάγους, ήρχιζον να περιστρέφωνται περί το «Πίλγριμ».
Αλλά τα πτηνά εκείνα ήσαν τα μόνα έμψυχα όντα, άτινα εφαίνοντο συχνάζοντα εις το μέρος εκείνο της παραλίας, μη λαμβανομένων υπ' όψιν βεβαίως των απειραρίθμων περιέργων εντόμων, τα οποία ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν θα εβράδυνε να ανακαλύψη.
Αλλ' ό,τι και αν έπραξεν ο μικρός Ζακ, δεν ηδύναντο να τα ερωτήσωσι περί του ονόματος του τόπου, διά να μάθωσι δε αυτό έπρεπε να αποταθώσι πρός τινα ιθαγενή.
Τοιούτος όμως δεν υπήρχεν ή τουλάχιστον δεν έβλεπον μήτε ένα. Ουδαμού έβλεπον κατοικίαν καλύβην, ή τρώγλην, ούτε προς βορράν πέραν του ποταμίου, ούτε προς νότον, ούτε τέλος προς το ανώτερον μέρος του θαλασσοκρήμνου εκείνου, εν τω μέσω των δένδρων του πυκνού δάσους. Ουδείς καπνός υψούτο εις τον αέρα. Ουδεμία ένδειξις, ουδέν σημείον, ουδέν ίχνος εμαρτύρει ότι το μέρος εκείνο της ηπείρου επατήθη υπό ανθρώπων. Ο Δικ Σανδ εξεπλήσσετο.
— Πού είμεθα; είναι δυνατόν να είμεθα; εσκέπτετο. Πώς! ουδείς προς τον οποίον να ομιλήσω!
Ουδείς αληθώς, καθότι εάν προσήρχετό τις, ο Δίγγος βεβαίως θα τον ωσφραίνετο και θα τον ανήγγελε δι' υλακής. Ο κύων περιήρχετο την ακτήν έχων την ρίνα προς το έδαφος, την ουράν τεταπεινωμένην, γογγύζων υποκώφως, κινούμενος παραδόξως, μη αναγγέλων όμως την προσέγγισιν μήτε ανθρώπου μήτε ζώου οίου δήποτε.
— Δικ, ιδέ λοιπόν τον Δίγγον! είπεν η κυρία Βέλδων.
— Ναι! παράδοξον πράγμα! απεκρίθη ο δόκιμος. Φαίνεται ως να ζητή να επανεύρη ίχνος τι.
— Πολύ παράδοξον, αληθώς, εψιθύρισεν η κυρία Βέλδων.
Είτα δε επαναλαμβάνουσα.
— Τι πράττει ο Νεγορός; ηρώτησε.
— Πράττει ό,τι πράττει ο Δίγγος, απήντησε ο Δικ. Σανδ.
— Προχωρεί, επιστρέφει . . . Αλλ' εδώ είναι ελεύθερος. Δεν έχω το δικαίωμα να τον διατάσσω. Η υπηρεσία του ετελείωσε μετά την απώλειαν του «Πίλγριμ».
Τωόντι ο Νεγορός ανήρχετο την παραθαλασσίαν, επέστρεφε, παρετήρει την ακτήν και τον θαλασσόκρημνον, ως άνθρωπος ζητών να συναθροίση τας αναμνήσεις του και να τας σταματήση. Μη άραγε εγνώριζε την χώραν εκείνην; Εάν τον ηρώτων, θα ηρνείτο πιθανώς να αποκριθή. Προτιμότερον ήτο και πάλιν να μη δώσωσι προσοχήν εις άνθρωπον τόσω ακοινώνητον. Μετ' ολίγον ο Δικ Σανδ τον είδε διηυθυνόμενον προς το μέρος του ποταμίου, και όταν εγένετο άφαντος στρέψας τον θαλασσόκρημνον, έπαυε πλέον να τον συλλογίζεται.
Ο Δίγγος υλάκτησε μεν, όταν ο μάγειρος έφθασεν εις την ακτήν, αλλ' εσιώπησε σχεδόν αμέσως.
Τώρα έπρεπε να σκεφθώσι περί του μάλλον καταπείγοντος. Το μάλλον δε κατεπείγον ήτο να εύρωσι καταφύγιόν τι, σκέπην τινα οίαν δήποτε, ένθα να εγκαθιδρυθώσι προσωρινώς και να λάβωσιν ολίγην τροφήν.
Ακολούθως θα συνεσκέπτοντο και θα απεφάσιζον τι έπρεπε να πράξωσι.
Περί τροφής δεν είχον να φροντίσωσι, διότι πλην των βοηθημάτων τα οποία ηδύνατο να παρέξη η χώρα, η τροφοδόχη του πλοίου είχε κενωθή προς χρήσιν των επιζησάντων εκ του ναυαγίου. Η παλίρροια είχε ρίψει τήδε κακείσε διάφορα αντικείμενα εν τω μέσω των σκοπέλων. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του είχον ήδη συνάξει βαρέλια τινα διπύρων, κυτία τεταριχευμένων εδωδίμων, κιβώτια απεξηραμένου κρέατος. Το ύδωρ δεν τα είχε βλάψει εισέτι, ώστε η διατροφή της μικράς συνοδείας ήτο εξησφαλισμένη διά πλειότερον χρόνον, παρ' όσον απητείτο βεβαίως όπως φθάσωσιν εις κώμην τινά ή χωρίον. Υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην ουδέν είχον να φοβηθώσι. Πάντα ταύτα τα διάφορα ναυάγια, τεθέντα εις μέρος ασφαλές, δεν ηδύναντο πλέον ν' αναρπαγώσιν υπό της εξογκουμένης θαλάσσης.
Αλλά και το γλυκύ ύδωρ δεν έλειπεν. Ευθύς εξ αρχής ο Δικ Σανδ εφρόντισε να πέμψη τον Ηρακλέα να φέρη εκ του πλησίον ποταμίου ολίγην ποσότητα ύδατος. Αλλ' ο ρωμαλέος μαύρος επανήλθε φέρων επί των ώμων ολόκληρον πίθον πλήρη δροσερού και διαυγούς ύδατος, όπερ η παλίρροια άφινεν εντελώς πόσιμον.
Όσον αφορά το πυρ, εάν ήτο ανάγκη να ανάψωσι, ξηρά ξύλα δεν έλειπον εις τα πέριξ, και αι ρίζαι των γηραιών μαγγλίων θα παρείχον όλην την απαιτουμένην καύσιμον ύλην. Ο γέρων Τωμ, μανιώδης καπνιστής, είχεν εφοδιασθή δι' ικανής ποσότητος ύσκας καλώς διατηρουμένης εν κυτίω αραρότως κεκλεισμένω, και όταν θα ήθελον, θα εκτύπα πυρίτην λίθον έστω και διά χάλικος της ακτής.
Έμενε λοιπόν να εύρωσι την οπήν εν τη οποία θα συνεσπειρούτο η μικρά συνοδεία, εν ή περιπτώσει ήθελεν αναγκασθή να αναπαυθή επί μίαν νύκτα πριν επαναλάβη την οδοιπορίαν αυτής.
Και μα την αλήθειαν ο μικρός Ζακ εύρεν αυτόν τον κοιτώνα. Καλπάζων εις τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου, όπισθεν καμπής τινος του βράχου ανεκάλυψεν εν των λείων και κατακένων εκείνων σπηλαίων, τα οποία αυτή η θάλασσα ορύττει, όταν τα κύματα αυτής εξογκούμενα υπό της τρικυμίας, δέρωσι την ακτήν.
Το μικρόν παιδίον ήτο καταμαγευμένον. Προσεκάλεσε διά κραυγών χαράς την μητέρα του και τη έδειξε θριαμβευτικώς την ανακάλυψίν του.
— Καλά, Ζακ! είπεν η κυρία Βέλδων. Εάν ήμεθα Ροβινσώνες προωρισμένοι να ζήσωμεν πολύν χρόνον εις αυτήν την παραλίαν, δεν θα ελησμονούμεν να δώσωμεν το όνομά σου εις αυτό το σπήλαιον.
Το σπήλαιον είχε δέκα ή δώδεκα ποδών βάθος και τόσων πλάτος, αλλ' εις τους οφθαλμούς του Ζακ εφαίνετο τεράστιον υπόγειον.
Όπως δήποτε ήρκει να περιλάβη τους ναυαγούς, η δε κυρία Βέλδων και η Ναν παρετήρησαν μετ' ευχαριστήσεως ότι ήτο ξηρότατον.
Η σελήνη ευρίσκετο εις το πρώτον αυτής τέταρτον και δεν είχον να φοβηθώσι μήπως η άμπωτις ήθελε προσβάλει τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου, επομένως δε και το σπήλαιον. Δεν εχρειάζοντο λοιπόν πλείον τι όπως αναπαυθώσιν επί τινας ώρας. Μετά δέκα λεπτά της ώρας όλοι είχον κατακλιθή επί τάπητος εκ φυκών. Και αυτός ο Νεγορός ενόμισε καθήκον του να επιστρέψη εις την μικράν συνοδείαν και να λάβη μέρος εις το κοινόν γεύμα.
Βεβαίως δεν είχε κρίνει καλόν να ριψοκινδυνεύση μόνος υπό το πυκνόν εκείνο δάσος, διά του οποίου διήρχετο οφειοειδές ποτάμιον.
Ήτο μία ώρα μετά μεσημβρίαν. Το τεταριχευμένον κρέας, τα δίπυρα, το ύδωρ, αναμιγνυόμενον μετά τινων σταγόνων ρουμίου, του οποίου έν βαρέλιον είχε διασώσει ο Βαρθολομαίος, απετέλεσαν το γεύμα.
Αλλ' εάν ο Νεγορός έλαβε μέρος εις το γεύμα, δεν ανεμίχθη όμως εις την συνομιλίαν, κατά την οποίαν συνεζητήθησαν τα μέτρα άτινα απήτει η θέσις των ναυαγών. Εν τούτοις, χωρίς να φαίνεται ότι προσέχει, ήκουσε και βεβαίως ωφελήθη εξ όσων ήκουσε.
Κατ' εκείνο το διάστημα ο Δίγγος, όστις δεν είχε λησμονηθή, εφύλαττεν έξωθεν του σπηλαίου. Ηδύναντο να μένωσιν ήσυχοι. Ουδέν έμψυχον ον θα ενεφανίζετο εις την ακτήν, χωρίς να αναγγείλη την εμφάνισιν αυτού το πιστόν ζώον.
Η κυρία Βέλδων, κρατούσα τον μικρόν Ζακ ημικεκλιμένον και σχεδόν κοιμώμενον επ' αυτής, ωμίλησε πρώτη.
— Φίλε μου, Δικ, είπεν, εν ονόματι όλων σε ευχαριστώ διά την αφοσίωσιν την οποίαν έδειξες μέχρι τούδε αλλά δεν σε αφίνομεν εισέτι ελεύθερον. Θα ήσαι ο οδηγός ημών κατά ξηράν, ως ήσο εν τω πλοίω πλοίαρχος. Όλη η εμπιστοσύνη ημών σοι ανήκει. Λέγε λοιπόν. Τι πρέπει να πράξωμεν;
Η κυρία Βέλδων, η γραία Ναν, ο Τωμ και οι σύντροφοι αυτού είχον τους οφθαλμούς προσηλωμένους επί του νεαρού δοκίμου. Και αυτός ο Νεγορός τον παρετήρει μετά παραδόξου επιμονής. Προδήλως τον ενδιέφερεν όλως ιδιαιτέρως ό,τι έμελλε να αποκριθή ο Δικ Σανδ.
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη επί τινας στιγμάς. Είτα δε:
— Κυρία Βέλδων, είπε, το σπουδαίον είναι να μάθωμεν πρώτον πού είμεθα. Νομίζω ότι το πλοίον ημών εξώκειλεν εις το μέρος εκείνο της αμερικανικής παραλίας, όπερ σχηματίζει την περουβιανήν ακτήν. . . . Οι άνεμοι και τα ρεύματα θα το έφερον εις το πλάτος τούτο. Αλλά μήπως ευρισκόμεθα εις μεσημβρινήν τινα επαρχίαν του Περού, ήτοι εις μέρος ακατοίκητον συνορεύον προς τας πάμπας; Ίσως. Το πιστεύω έτι μάλλον, βλέπων την έρημον ταύτην παραλίαν ήκιστα ως φαίνεται συχναζομένην. Εν τοιαύτη περιπτώσει δυνατόν να ήμεθα πολύ μακράν από της πλησιεστέρας κώμης, όπερ δυσάρεστον.
— Λοιπόν, τι θα πράξωμεν; επανέλαβεν η κυρίαν Βέλδων.
— Η γνώμη μου είναι, απήντησεν ο Δικ Σανδ, να μη εγκαταλείψωμεν το καταφύγιον τούτο πριν ή βεβαιωθώμεν περί της θέσεώς μας. Αύριον, μετά την ανάπαυσιν μιας νυκτός, δύο εξ ημών δύνανται να μεταβώσι προς κατασκόπευσιν. Χωρίς να μακρυνθώσι πολύ, θα προσπαθήσωσι να συναντήσωσιν ιθαγενείς τινας, να λάβωσι παρ' αυτών πληροφορίας και να επιστρέψωσιν εις το σπήλαιον.
. . . Είναι αδύνατον να μη εύρωσί τινα εις απόστασιν δέκα ή δώδεκα μιλίων. — Να χωρισθώμεν! είπεν η κυρία Βέλδων . . . . . .
— Τούτο με φαίνεται απαραίτητον, απεκρίθη ο δόκιμος. Εάν δεν επιτύχωμεν πληροφορίαν τινά, εάν, όπερ αδύνατον, η χώρα είναι εντελώς έρημος, τότε θα σκεφθώμεν πώς να εξέλθωμεν της δυσχέρειας κατ' άλλον τρόπον.
— Και τις θα μεταβή προς κατασκόπευσιν; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων μετά τινα στιγμήν σκέψεως.
— Τούτο θα αποφασίσωμεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ.
— Εν τούτοις φρονώ ότι υμείς, κυρία Βέλδων, η Ναν, ο Ζακ, ο κύριος Βενέδικτος, δεν πρέπει να εγκαταλείψετε το σπήλαιον τούτο. Ο Βαρθολομαίος, ο Ηρακλής, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος θα μείνωσι πλησίον σας, ενώ ο Τωμ και εγώ θα αναχωρήσωμεν. — Ο Νεγορός βεβαίως θα προτιμήση να μείνη εδώ, προσέθηκεν ο Δικ Σανδ παρατηρών τον μάγειρον.
— Πιθανόν, απήντησεν ο Νεγορός, όστις δεν ήτο άνθρωπος δεσμευόμενος δι' υποσχέσεων.
— Θα λάβωμεν μεθ' ημών τον Δίγγον, επανέλαβεν δόκιμος. Θα μας είναι χρήσιμος εις αυτήν την εξερεύνησιν.
Ο Δίγγος, ακούσας προφερόμενον το όνομά του, εφάνη εις την είσοδον του σπηλαίου και εφαίνετο επιδοκιμάζων διά μικράς υλακής τα σχέδια του Δικ Σανδ.
Αφ' ης στιγμής ο δόκιμος προέτεινε ταύτα, η κυρία Βέλδων εγένετο σκυθρωπή. Ο αποχωρισμός εκείνος, έστω και βραχύς, την ανησύχει πολύ. Πιθανόν, ινδικαί φυλαί συχνάζουσαι εις την παραλίαν εκείνην να εμάνθανον το ναυάγιον του «Πίλγριμ»· εις περίπτωσιν δε καθ' ήν ναυαγιοσυλλέκται τινές ενεφανίζοντο, δεν ήτο προτιμότερον να ευρίσκωνται όλοι εκεί, όπως τους αποκρούσωσιν;
Η παρατήρησις αύτη ήτο αληθώς αξία συζητήσεως.
Αλλά κατέπεσε προ των επιχειρημάτων του Δικ Σανδ όστις παρετήρησεν ότι οι Ινδοί δεν πρέπει να συγχέωνται προς τους αγρίους της Αφρικής και της Πολυνησίας και ότι δεν ήτο πιθανή προσβολή εκ μέρους αυτών. Αλλά να εισχωρίσωσιν εις τον τόπον εκείνον χωρίς μήτε καν να γνωρίζωσι μήτε εις ποίαν απόστασιν ευρίσκετο η πλησιεστέρα κώμη της επαρχίας ταύτης, θα εξετίθεντο εις πολλούς μόχθους. Ο χωρισμός ηδύνατο μεν να έχη ατοπήματα, βεβαίως, αλλά πολύ ολιγώτερα τυφλής πορείας εν τω μέσω δάσους, όπερ εφαίνετο εκτεινόμενον έως τους πρόποδας των ορέων.
— Άλλως τε, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, επιμένων, δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι ο χωρισμός ούτος θα είναι μακροχρόνιος, και βεβαιώ μάλιστα ότι δεν θα είναι.
Μετά δύο ημέρας το πολύ, εάν ο Τωμ και εγώ δεν εύρωμεν μήτε κατοίκημα, μήτε κάτοικον, θα επιστρέψωμεν εις το σπήλαιον. Αλλά τούτο είναι λίαν απίθανον· μόλις δε προχωρήσωμεν είκοσι μίλια εις το εσωτερικόν του τόπου, θα γνωρίσωμεν ακριβώς την γεωγραφικήν αυτού θέσιν. Πιθανόν μεθ' όλα ταύτα να απατώμαι εις τους υπολογισμούς μου, επειδή δεν έχω τα μέσα να προσδιορίσω αυτήν αστρονομικώς, και δεν είναι αδύνατον να ευρισκόμεθα εις πλάτος υψηλότερον ή χαμηλότερον. — Ναι, . . βεβαίως, έχεις δίκαιον, τέκνον μου, απήντησεν η κυρία Βέλδων λίαν ανήσυχος.
— Και υμείς, κύριε Βενέδικτε, ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, τι φρονείτε περί τούτου;
— Εγώ; απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος.
— Μάλιστα, ποία είναι η γνώμη σας;
— Ουδεμίαν γνώμην έχω, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ευρίσκω καλά όσα προτείνονται, και θα πράξω ό,τι θέλουσι. Θέλετε να μείνωμεν εδώ μίαν ή δύο ημέρας; έχει καλώς, και θα μεταχειρισθώ τον καιρόν μου σπουδάζων την παραλίαν ταύτην υπό έποψιν καθαρώς εντομολογικήν. — Πράξον λοιπόν ό,τι θέλεις, είπεν η κυρία Βέλδων προς τον Δικ Σανδ. Θα μείνωμεν εδώ, και θα αναχωρήσης με τον γέροντα Τωμ.
— Είμεθα σύμφωνοι, είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος μετά μεγίστης αταραξίας. Εγώ, θα επισκευθώ τα έντομα της χώρας. — Μη απομακρύνεσθε, κύριε Βενέδικτε, είπεν ο δόκιμος. Πολύ σας συνιστώμεν τούτο.
— Και προ πάντων, μη μας φέρετε πολλούς κώνωπας προσέθηκεν ο γέρων Τωμ.
— Μείνε ήσυχος, παιδί μου.
Μετά τινας στιγμάς ο εντομολόγος, φέρων ανηρτημένον το εκ κασσιτέρου πολύτιμον κιβώτιόν του, εξήλθε του άντρου.
Σχεδόν συγχρόνως ο Νεγορός εξήλθεν ωσαύτως. Εφαίνετο απλούστατον εις τον άνθρωπον εκείνον να μη φροντίζη ειμή περί εαυτού. Αλλ' ενώ ο εξάδελφος Βενέδικτος αναρριχάτο εις τας κλιτύας του θαλαοσοκρημνού, ούτως εξερευνήση την άκραν του δάσους, εκείνος, επιστρέψας προς το ποτάμιον, απεμακρύνετο διά βραδέων βημάτων και εξηφανίζετο εκ δευτέρου ανερχόμενος την όχθην. Ο Ζακ εξηκολούθει να κοιμάται. Η κυρία Βέλδων, αφήσασα αυτόν επί των γονάτων της Ναν, κατέβη τότε προς την παραλίαν.
Ο Δικ Σανδ και οι σύντροφοί του την ηκολούθησαν. Ήθελον να ίδωσιν εάν η θάλασσα επέτρεπε να μεταβώσιν εις το σκάφος του «Πίλγριμ», όπου ευρίσκοντο έτι πολλά αντικείμενα δυνάμενα να είναι χρήσιμα εις αυτούς.
Οι σκόπελοι εφ' ών είχεν εξοκείλει ο μυοπάρων ήσαν νυν ξηροί. Εν τω μέσω των παντοειδών συντριμάτων ωρθούτο ο σκελετός του πλοίου, το οποίον η άμπωτις είχεν εν μέρει καλύψει.
Τούτο εξέπληξε τον Δικ Σανδ καθότι εγίνωσκεν ότι αι πλήμμυραι ήσαν μετριώταται εις την αμερικανικήν παραλίαν του Ειρηνικού. Αλλ' όμως το φαινόμενον τούτο ηδύνατο να εξηγηθή ως εκ της μανίας του ανέμου, όστις έπληττε την ακτήν. Επαναβλέποντες το πλοίον των, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ησθάνθησαν οδυνηράν εντύπωσιν. Εκεί είχον ζήσει πολλάς ημέρας, εκεί είχον υποφέρει. Η θέα του αθλίου εκείνου πλοίου, ημισυντετριμμένου, μη έχοντος πλέον μήτε ιστούς, κεκλιμένου επί της πλευράς ως ον εστερημένον ζωής, έθλιψε ζωηρώς την καρδίαν αυτών. Αλλ' έπρεπε να επισκεφθώσι το σκάφος εκείνο, πριν το αποσυνθέσει εντελώς η θάλασσα.
Ο Δικ Σανδ και οι μαύροι ευκόλως ηδυνήθησαν να εισέλθωσιν εις το εσωτερικόν, αφού ανερριχήθησαν εις το κατάστρωμα διά των σχοινίων των κρεμαμένων εις την πλευράν του «Πίλγριμ». Ενώ δε ο Τωμ, ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος ενησχολούντο να εξάγωσιν εκ της τροφοδόχης παν ό,τι χρήσιμον εκ των εδωδίμων και των ποτών, ο δόκιμος εισήλθεν εις τον θάλαμον του πλοιάρχου. Χάρις τω Θεώ το ύδωρ δεν είχεν εισβάλει έτι εις το μέρος εκείνο του πλοίου, του οποίου η πρύμνη έμενεν έξω της θαλάσσης.
Εκεί, ο Δικ Σανδ εύρε τέσσαρα όπλα εν καλή καταστάσει, — εξαίρετα οπισθογεμή του εργοστασίου Πώρδεϋ και Σας, — ως και εκατοντάδα φυσιγγίων, επιμελώς κεκλεισμένων εις τας φυσιγγιοθήκας των.
Δι' αυτών ηδύνατο να οπλίση τον μικρόν στρατόν του και να τον έχη έτοιμον προς άμυναν κατά πάσης ενδεχομένης επιθέσεως των Ινδών καθ' οδόν. Ο δόκιμος δεν ημέλησε συγχρόνως να λάβη και φανόν τινα του θυλακίου·· αλλ' οι χάρται του πλοίου οι τεθειμένοι εν τω φυλακείω της πρώρας και βλαφθέντες υπό του ύδατος ήσαν άχρηστοι.
Εν τη αποθήκη του «Πίλγριμ», υπήρχον ωσαύτως, τινες μάχαιραι χρησιμεύουσαι εις τον διαμελισμόν της φαλαίνης. Ο Δικ Σανδ εξελέξατο έξ, όπως συμπληρώση τον εξοπλισμόν των συντρόφων του, και το μικρόν αβλαβές όπλον, όπερ ανήκεν εις τον μικρόν Ζακ.
Τα δε άλλα αντικείμενα όσα περιείχεν έτι το πλοίον, ήσαν διασκορπισμένα, ή δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν. Άλλως τε δε ήτο περιττόν να επιβαρυνθή υπέρ το μέτρον διά τας ολίγας ημέρας καθ' ας ήθελε διαρκέσει η οδοιπορεία αυτών· Ζωοτροφίας, όπλα, πολεμοφόδια είχον αρκετά. Εν τούτοις ο Δικ Σανδ, κατά σύστασιν της κυρίας Βέλδων, δεν παρημέλησε να λάβη όλα τα χρήματα όσα ευρίσκοντο εν τω πλοίω, πεντακόσια δολλάρια περίπου.
Τη αληθεία ήσαν ολίγα. Η κυρία Βέλδων είχε περισσότερα, άτινα δεν ευρέθησαν.
Τις λοιπόν, πλην του Νεγορού, μετέβη προ αυτών εις το πλοίον και υπεξήρεσε τα χρήματα του πλοιάρχου Χουλ και της κυρίας Βέλδων; Ουδείς πλην αυτού ήτο ύποπτος
Εν τούτοις ο Δικ Σανδ εδίστασε προς στιγμήν. Ό,τι εγίνωσκε και ό,τι διέβλεπεν εν αυτώ ήτο ότι τα πάντα ώφειλον να φοβώνται εκ του επιφυλακτικού εκείνου χαρακτήρος, όστις εις τα παθήματα των άλλων εμειδία. Ναι ο Νιγορός ήτο ον μοχθηρόν, αλλ' έπρεπεν εκ τούτου να συμπεράνη ότι ήτο και κακούργος; Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να φθάση μέχρι τοιούτου βαθμού υπονοίας. Και εν τούτοις ηδύναντο αι υπόνοιαι να σταματήσωσιν επί άλλου; Όχι! οι αγαθοί εκείνοι μαύροι δεν είχον εγκαταλίπει ουδ' επί μίαν στιγμήν το σπήλαιον, ενώ ο Νεγορός είχε περιπλανηθή επί της παραλίας. Αυτός μόνος έπρεπε να είναι ο ένοχος. Απεφάσισε λοιπόν ο Δικ Σανδ να ερωτήση τον Νεγορόν και εν ανάγκη να διατάξη να ερευνήσωσιν, άμα ήθελον επιστρέψει. Ήθελεν εξ άπαντος να γινώσκη τι άνθρωπος ήτο.
Ο ήλιος τότε έκλινε εις τον ορίζοντα. Κατά τον χρόνον εκείνον δεν είχεν εισέτι διέλθει τον ισημερινόν όπως φέρη το φως και το θάλπος αυτού εις το βόρειον ημισφαίριον, επλησίαζεν όμως.
Έπεσε λοιπόν σχεδόν καθέτως επί της κυκλικής εκείνης γραμμής, ένθα συνεχέετο η θάλασσα μετά του ουρανού.
Το λυκόφως ολίγον διήρκεσεν, η σκοτία επήλθε ταχέως, όπερ ενίσχυσε την ιδέαν του δοκίμου ότι είχεν εξωκείλει εις μέρος κείμενον μεταξύ του τροπικού του Αιγόκαιρω και του ισημερινού.
Η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ και αι μαύροι επέστρεψαν εις το σπήλαιον, όπως αναπαυθώσιν επί τινας ώρας.
— Η νυξ θα είναι αγριωτέρα, παρετήρησεν ο Τωμ δεικνύων τον εκ πυκνών νεφών κεκαλυμμένον ορίζοντα.
— Ναι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, θα φυσήση δυνατός άνεμος. Αλλ' αδιάφορον τώρα! Το δυστυχές ημών πλοίον εχάθη, και η τρικυμία δεν δύναται πλέον να μας φθάση.
— Γεννηθήτω το θέλημα του Θεού, είπεν η κυρία Βέλδων.
Είχε συμφωνηθή ότι κατά την νύκτα εκείνην, ήτις θα ήτο σκοτεινοτάτη, έκαστος των μαύρων θα εφρούρει εξ υπαμοιβής εις την είσοδον του σπηλαίου. Πλην όμως τούτου, ηδύναντο να βασίζωνται και εις την καλήν επαγρύπνησιν του Δίγγου.
Παρετήρησαν τότε ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν είχεν επιστρέψει.
Ο Ηρακλής τον εκάλεσε δι' όλης της δυνάμεως των ισχυρών πνευμόνων του, και σχεδόν αμέσως είδον τον εντομολόγον καταβαίνοντα τας κλιτίας του θαλασσοκρήμνου με κίνδυνον να θραύση την κεφαλήν του.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο κυριολεκτικώς μανιώδης. Ουδέ έν έντομον νέον εύρεν εις το δάσος, όχι, ούτε έν μόνον άξιον να κοσμήση την συλλογήν του! Σκορπίοι, σκολόπερδαι και άλλα μυριάποδα, όσα θέλετε, και άφθονα μάλιστα. Και είναι γνωστόν ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν είχε μεγάλην σχέσιν μετά των μυριαπόδων.
— Δεν ήξιζε τον κόπον, είπε, να διατρέξη τις πεντακισχίλια ή εξακισχίλια μίλια, να αψηφήση την τρικυμίαν και να εξωκείλη εις την παραλίαν, χωρίς να εύρη μήτε έν των αμερικανικών εκείνων εξαπόδων, άτινα είναι τιμή εις εντομολογικόν μουσείον.
Όχι, δεν ήξιζε τον κόπον.
Και ως συμπέρασμα, ο εξάδελφος Βενέδικτος εζήτει να αναχωρήσωσι. Δεν ήθελε να μείνη μήτε μίαν ώραν περισσότερον εις το αποτρόπαιον εκείνο παράλιον. Η κυρία Βέλδων καθησύχασε το μεγάλον παιδίον της. Τω έδωκε την ελπίδα ότι θα ήτο ευτυχέστερος την επιούσαν και όλοι συνεσπειρώθησαν εις το σπήλαιον, όπως κοιμηθώσι μέχρι της ανατολής του ηλίου, ότε ο Τωμ παρετήρησεν ότι ο Νεγορός δεν επέστρεψαν εισέτι, αν και είχε νυκτώσει·
— Πού είναι άρα γε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Τι μας μέλει! είπεν ο Βαρθολομαίος.
— Εξ εναντίας μας μέλει πολύ, απήντησεν η κυρία Βέλδων. Θα επροτίμων να ήτο αυτός ο άνθρωπος εδώ.
— Βεβαίως, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλ' εάν έφυγεν εκουσίως, δεν βλέπω πώς δυνάμεθα να τον αναγκάσωμεν να επανέλθη. Τις οίδεν εάν δεν έχη τους λόγους του να μας αποφύγη διά παντός.
Και λαβών ιδιαιτέρως την κυρίαν Βέλδων, ο Δικ Σανδ τη ανεκοίνωσε τας υπονοίας του. Δεν εξεπλάγη ιδών ότι και αυτή είχε τας αυτάς υπονοίας. Εις έν μόνον σημείον διεφώνουν.
— Εάν ο Νεγορός επιστρέψη, είπεν η κυρία Βέλδων, σημαίνει ότι θα έκρυψεν εις μέρος ασφαλές το προϊόν της κλοπής του. Κατά την γνώμην μου, μη δυνάμενοι να τον αποδείξωμεν ένοχον, προτιμότερον είναι να κρύψωμεν, απ' αυτού τας υποψίας ημών και να τον αφήσωμεν να πιστεύση ότι μας ηπάτησεν.
Η κυρία Βέλδων είχε δίκαιον, και ο Δικ Σανδ παρεδέχθη την γνώμην της. — Εν τούτοις ο Νεγορός προσεκλήθη επανειλημμένως, αλλά, δεν απεκρίθη. Ή ήτο πολύ μακράν ήδη και δεν ήκουεν, ή δεν ήθελε πλέον να επανέλθη.
Οι μαύροι ουδόλως ελυπούντο διότι απηλλάγησαν αυτού, αλλά, ως το είπεν η κυρία Βέλδων, ίσως ήτο μάλλον επίφοβος μακρόθεν ή εγγύθεν. Αλλά πώς να εξηγήσωμεν ότι ο Νεγορός ηθέλησε να ριψοκινδυνεύση μόνος εις την άγνωστον εκείνην χώραν! Απεπλανήθη λοιπόν και κατά την σκοτεινήν εκείνην νύκτα ματαίως εζήτει την προς το σπήλαιον άγουσαν.
Η κυρία Βέλδων και ο Δικ Σανδ δεν ήξευρον τι να υποθέσωσιν. Όπως δήποτε, περιμένοντες τον Νεγορόν, δεν έπρεπε να στερηθώσιν αναπαύσεως αναγκαίας εις άπαντας.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο κύων, όστις έτρεχεν επί της άμμου, υλάκτησε σφοδρώς.
— Τι έχει άρα γε ο Δίγγος; Πρέπει αμέσως να το μάθωμεν, είπεν ο δόκιμος. Ίσως επιστρέφει ο Νεγορός.
Πάραυτα ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος, ο Αυγουστίνος και ο Δικ Σανδ διηυθύνθησαν προς το στόμιον του ποταμίου.
Φθάσαντες όμως εις την όχθην, μήτε είδον τι μήτε ήκουσαν.
Την στιγμήν εκείνην ο Δίγγος εσιώπα. Ο Δικ Σανδ και οι μαύροι επανήλθον εις το σπήλαιον Η καταύλισις ωργανώθη, όσον το δυνατόν καλλίτερον. Έκαστος των μαύρων παρεσκευάσθη να φρουρή εξωθών εξ υπαμοιβής. Αλλ' η κυρία Βέλδων, ανησυχούσα, δεν ηδυνήθη να κοιμηθή.
Τη εφαίνετο ότι η γη εκείνη η τοσούτω διακαώς επιθυμητή δεν τη παρείχεν ό,τι ηδύνατο να ελπίζη, την ασφάλειαν των μετ' αυτής και την ανάπαυσιν εαυτής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Ο ΧΑΡΡΗΣ
Την επιούσαν, 7 Απριλίου ο Αυγουστίνος, όστις εφύλαττε περί την αυγήν, είδε τον Δίγγον τρέχοντα προς το ποτάμιον υλακτούντα. Σχεδόν αμέσως η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ και οι μαύροι εξήλθον του σπηλαίου
Βεβαίως συνέβαινέ τι.
— Ο Δίγγος θα εμυρίσθη ζων τι αντικείμενον, άνθρωπον ή ζώον, είπεν ο δόκιμος.
— Όπως δήποτε, δεν θα είναι ο Νεγορός, παρετήρησεν ο γέρων Τωμ, διότι ο Δίγγος θα υλάκτει μανιωδώς.
— Εάν δεν είναι ο Νεγορός, πού να είναι άρα γε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, ρίπτουσα επί του Δικ Σανδ βλέμμα, όπερ αυτός μόνος εννόησε, και εάν δεν είναι εκείνος, ποίος είναι άρα γε;
— Θα το μάθωμεν αμέσως, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος.
Ακολούθως, απευθυνόμενος προς τον Βαρθολομαίον, τον Αυγουστίνον και τον Ηρακλέα.
— Οπλίσθητε, φίλοι μου, και έλθετε.
Έκαστος των μαύρων έλαβεν έν όπλον και μίαν μάχαιραν, ως έπραξε και ο Δικ Σανδ. Φυσίγγιον ετέθη εις το κοίλωμα των οπισθογεμών, ούτω δε ωπλισμένοι και οι τέσσαρες διηυθύνθησαν προς την όχθην του ποταμίου.
Η κυρία Βέλδων, ο Τωμ και ο Ακτέων, έμειναν εις την είσοδον του σπηλαίου, όπου ο μικρός Ζακ και η Ναν ευρίσκοντο έτι. Ο ήλιος ανέτελλε κατ' εκείνην την στιγμήν. Αι ακτίνες αυτού, διακοπτόμενοι υπό των υψηλών προς ανατολάς ορέων, δεν έφθανον επ' ευθείας εις τον θαλασσόκρημνον αλλά, μέχρι του δυτικού ορίζοντος, η θάλασσα ηκτινοβόλει υπό τα πρώτα φώτα της ημέρας.
Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού ηκολούθουν την αμμώδη παραλίαν, της οποίας η καμπύλη απέληγεν εις το στόμιον του ποταμίου.
Εκεί, ο Δίγγος ακίνητος και ωσεί παραφυλάττων θήραμα, εξηκολούθει να υλακτή. Ήτο πρόδηλον ότι έβλεπεν ή ωσφραίνετο ιθαγενή τινα.
Και τωόντι ο κύων την φοράν ταύτην δεν ωργίζετο κατά του εν τω πλοίω εχθρού του του Νεγορού.
Την στιγμήν εκείνην άνθρωπός τις έστρεφε την τελευταίαν καμπήν του θαλασσοκρήμνου. Επροχώρει προσεκτικώς επί της όχθης, και διά φιλικών χειρονομιών προσεπάθει να καταπραΰνη τον Δίγγον. Ευνόητον είναι ότι δεν ήθελε να περιφρονήση την οργήν του ρωμαλέου ζώου.
— Δεν είναι ο Νεγορός! είπεν ο Ηρακλής.
— Δεν θα χάσωμεν εις την αλλαγήν, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος.
— Όχι, είπεν ο δόκιμος. Θα είναι πιθανώς ιθαγενής τις, όστις θα μας απαλλάξη της ανησυχίας του χωρισμού. Θα μάθωμεν τέλος πού ευρισκόμεθα.
Και οι τέσσαρες δε, θέσαντες τα όπλα επί των ώμων διηυθύνθησαν ταχέως προς τον άγνωστον.
Εκείνος, ιδών αυτούς πλησιάζοντας, έδειξε κατ' αρχάς σημεία ζωηροτάτης εκπλήξεως. Βεβαιότατα, δεν περιέμενε να συναντήση ξένους επί του μέρους εκείνου της ακτής. Πρόδηλον ήτο ωσαύτως, ότι δεν είχεν παρατηρήσει τα συντρίματα του «Πίλγριμ», άλλως η παρουσία ναυαγών θα εξηγείτο φυσικώτατα. Άλλως τε, κατά την νύκτα, η παλίρροια είχε τελείως διαμελίσει τον σκελετόν του πλοίου, και δεν έμενον πλέον εξ αυτού ειμή λείψανά τινα επιπλέοντα εις το πέλαγος. Κατά την πρώτην στιγμήν ο άγνωστος, βλέπων προχωρούντας προς αυτόν τους τέσσαρας εκείνους ωπλισμένους άνδρας, εκινήθη όπως οπισθοχωρήση. Είχε πυροβόλον ανηρτημένον, όπερ έφερε ταχέως εις την χείρα και από της χειρός εις τον ώμον. Φαίνεται ότι εταράχθη.
Ο Δικ Σανδ εποίησε κίνημα χαιρετισμού, όπερ ο άγνωστος δεν εννόησε βεβαίως, καθότι μετά τινα δισταγμόν εξηκολούθησε προχωρών.
Τότε ο Δικ Σανδ ηδυνήθη να τον εξετάση μετά προσοχής.
Ήτο ανήρ εύρωστος, ηλικίας τεσσαράκοντα ετών το πολύ, με όμμα ζωηρόν, κόμην και γένειον υπόλευκα, χρώμα ηλιοκαές, ως νομάδος πάντοτε, ζήσαντος εν τω ανοικτώ αέρι του δάσους ή της πεδιάδος. Είδος τι επιχιτωνίου εκ δέρματος κατειργασμένου, τω εχρησίμευεν ως υπενδύτης, πλατύγυρος πίλος εκάλυπτε την κεφαλήν του, δερμάτινα υποδήματα έφθανον μέχρι των γονάτων του και πτερνιστήρες μετά μεγάλων πλήκτρων αντήχουν επί των υψηλών αυτού πτερνών.
Εκείνο δε το οποίον εξ αρχής εγνώρισεν ο Δικ Σανδ — και το οποίον ήτο τωόντι — είναι ότι είχεν απέναντι αυτού, ουχί ένα των Ινδών εκείνων οίτινες συνήθως διατρέχουσι τας πάμπας, αλλ' ένα των τυχοδιωκτών εκείνων, καταγωγής ξένης, πολλάκις επικινδύνων, οίτινες συνήθως συναντώνται εις τας μεμακρυσμένας εκείνας χώρας. Εκ της ακάμπτου μάλιστα στάσεώς του, εκ του ερυθρωπού χρώματος τριχών τινων της γενειάδος του, εφαίνετο ότι ο άγνωστος εκείνος ανήκεν εις την αγγλοσαξωνικήν φυλήν. Όπως δήποτε δεν ήτο μήτε Ινδός μήτε Ισπανός.
Και τούτο εφάνη βέβαιον, όταν εις τον Δικ Σανδ όστις είπεν αυτώ αγγλιστί «Καλώς ήλθετε», απεκρίθη εν τη αυτή γλώσση, και χωρίς η προφορά του να έχη ξενικόν τινα τόνον.
— Καλώς ήλθετε και ημείς, νέε μου φίλε, είπεν ο άγνωστος προχωρών προς τον δόκιμον και θλίβων την χείρα αυτού. Προς δε τους μαύρους ηρκέσθη να τοις απευθύνη χαιρετισμόν, χωρίς να τοις είπη τι.
— Είσθε Άγγλοι; ηρώτησε τον δόκιμον.
— Αμερικανοί, απεκρίθη ο Δικ Σανδ.
— Της Νοτίου;
— Της Βορείου.
Η απόκρισις αύτη εφάνη ευχαριστήσασα τον άγνωστον, όστις εκίνησε ισχυρότερον την χείρα του δοκίμου, εντελώς αμερικανικώ τω τρόπω την φοράν ταύτην.
— Και δύναμαι να μάθω, νέε μου φίλε, πώς ευρίσκεσθε εις την παραλίαν ταύτην; ηρώτησεν.
Αλλά, κατά την στιγμήν ταύτην, χωρίς να περιμένη την απόκρισιν του δοκίμου εις την ερώτησίν του, ο άγνωστος απεκαλύφθη και εχαιρέτισεν. Η κυρία Βέλδων είχε προχωρήσει προς την όχθην και ευρίσκετο τότε ενώπιόν του.
Αύτη απήντησεν εις την ερώτησίν του·
— Κύριε, είπεν, είμεθα ναυαγοί, των οποίων το πλοίον συνετρίβη χθες επ' αυτών των σκοπέλων.
Αίσθημά τι οίκτου εζωγραφήθη επί της μορφής του άγνωστου, ούτινος τα βλέμματα ανεζήτησαν το εις την ακτήν εξοκείλαν πλοίον. — Δεν έμεινε πλέον τίποτε εκ του πλοίου, προσέθηκεν ο δόκιμος. Η παλίρροια συνεπλήρωσε την καταστροφήν κατ' αυτήν την νύκτα. — Και η πρώτη ημών ερώτησις, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, είναι να σας ερωτήσωμεν πού ευρισκόμεθα.
— Αλλ' είσθε εις την παραλίαν της Νοτίου Αμερικής, απεκρίθη ο άγνωστος, όστις εφάνη απορήσας διά την ερώτησιν. Μήπως είχετε αμφιβολίαν τινά περί τούτου;
— Ναι, κύριε, διότι η τρικυμία ίσως μας παρέσυρε της ευθείας οδού την οποίαν δεν ηδυνάμην να ορίσω μετ' ακριβείας, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Αλλ' επιθυμώ να μάθω ακριβέστερον πού ευρισκόμεθα. Άρα γε εις την παραλίαν του Περού;
— Όχι νέε μου φίλε, όχι. Ολίγον τι μάλλον προς τον νότον. Εξοκείλατε επί της βολιβιανής ακτής.
— Α! εφώνησεν ο Δικ Σανδ.
— Και μάλιστα ευρίσκεσθε επί του μεσημβρινού μέρους της Βολιβίας, όπερ συνορεύει προς το Χιλί.
— Λοιπόν ποία είναι αυτή η άκρα; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ δεικνύων το προς βορράν ακρωτήριον.
— Δεν ηξεύρω να σας είπω τ' όνομά του, απεκρίθη ο άγνωστος, καθότι εάν γνωρίζω ολίγον τι τον τόπον εις τα ενδότερα, ως διατρέξας αυτά πολλάκις, την παραλίαν όμως ταύτην πρώτην φοράν επισκέπτομαι.
Ο Δικ Σανδ εσκέπτετο περί όσων ήκουσε. Δεν εξεπλήσσετο όμως πολύ, καθότι πιθανόν ή μάλλον δυνατόν ήτο να ηπατήθη εις τους υπολογισμούς του ένεκα των ρευμάτων, αλλ' η απάτη δεν ήτο σπουδαία. Τωόντι ενόμιζεν ότι ήτο περίπου μεταξύ της εικοστής εβδόμης και της τριακοστής παραλλήλου μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, και εξώκειλεν επί της εικοστής πέμπτης παραλλήλου.
Ουδόλως αδύνατον να υπέστη το «Πίλγριμ» τοιαύτην ελαχίστην παρέκκλισιν επί τοσούτον μακρόν διάπλουν. Άλλως τε ουδέν διδόμενον είχε να αμφιβάλλη περί των διαβεβαιώσεων του αγνώστου, και αφού η ακτή εκείνη ήτο η της κάτω Βολιβίας, ουδέν άπορον εάν ήτο τόσον έρημος.
— Κύριε, είπε τότε ο Δικ Σανδ, εκ της αποκρίσεώς σας δύναμαι να συμπεράνω ότι ευρισκόμεθα πολύ μακράν της Λίμας. — Ω! η Λίμα είναι μακράν . . . απ' εκεί! εις το βόρειον μέρος.
Η κυρία Βέλδων, ήτις κατ' αρχάς είχε συλλάβει υπονοίας διά την εξαφάνισιν του Νεγορού, παρετήρει τον άγνωστον μετά μεγάλης προσοχής, αλλά μήτε εις την στάσιν του, μήτε εις τας εκφράσεις του ηδυνήθη να εύρη ύποπτον. — Κύριε είπεν, η ερώτησίς μου δεν είναι βεβαίως αδιάκριτος . . . Δεν φαίνεσθε καταγωγής περουβιανής
— Είμαι Αμερικανός ως είσθε υμείς, κυρία; . . . είπεν ο άγνωστος περιμείνας προς στιγμήν όπως η Αμερικανίς τω είπη το όνομά της.
— Κυρία Βέλδων, απεκρίθη αύτη.
— Εγώ ονομάζομαι Χάρρης, και εγεννήθην εις την μεσημβρινήν Καρολίναν. Αλλά παρήλθον είκοσιν έτη αφ' ότου εγκατέλιπον την πατρίδα μου διά να έλθω εις τας πάμπας της Βολιβίας και πολύ ευχαριστούμαι, όταν βλέπω συμπολίτας.
— Κατοικείτε το μέρος τούτο της επαρχίας, κύριε Χάρη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Όχι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Χάρρης, κατοικώ εις το νότιον μέρος, εις τα σύνορα της Χιλής, αλλά την στιγμήν ταύτην μεταβαίνω εις Ατακάμαν, βορειοανατολικά.
— Είμεθα λοιπόν εις το άκρον της ομωνύμου ερήμου; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.
— Ακριβώς, νέε μου φίλε, και η έρημος αύτη εκτείνεται πολύ πέραν των ορέων, τα οποία κλείουσι τον ορίζοντα.
— Η έρημος της Ατακάμας; επανέλαβεν ο Δικ Σανδ.
— Ναι, απεκρίθη ο Χάρρης. Η έρημος αύτη είναι ως ιδιαίτερος τις τόπος εν τη ευρεία ταύτη Νοτίω Αμερική, της οποίας διαφέρει υπό πολλάς απόψεις. Είναι το μάλλον περίεργον και το ολιγώτερον γνωστόν μέρος της ηπείρου ταύτης.
— Και οδοιπορείτε μόνος; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Ω! δεν είναι η πρώτη φορά καθ' ήν πράττω τούτο! απεκρίθη ο Αμερικανός. Διακόσια μίλια μακράν απ' εδώ υπάρχει έπαυλις μεγάλη, η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς, ήτις ανήκει εις ένα των αδελφών μου και εκεί μεταβαίνω χάριν του εμπορίου μου. Εάν θέλετε να με ακολουθήσετε, θα σας υποδεχθώσι καλώς, και θα εύρετε τα μέσα όπως μεταβήτε εις την πόλιν Αταμάκαν: Ο αδελφός μου θα είναι ευτυχής εάν σας παράσχη ταύτα.
Αι προσφοραί αύται, γινόμεναι αυθορμήτως, δεν ηδύνατο ειμί να διαθέσωσι τους ναυαγούς ευνοϊκώς υπέρ του Αμερικανού, όστις επανέλαβεν αμέσως αποτεινόμενος προς την κυρίαν Βέλδων.
— Οι μαύροι αυτοί είναι δούλοι σας;
Και διά της χειρός εδείκνυεν τον Τωμ και τους συντρόφους του. — Δεν έχομεν πλέον δούλους εις τας Ηνωμένας Πολιτείας, απεκρίθη ζωηρώς η κυρία Βέλδων. Οι βόρειοι προ πολλού κατήργησαν την δουλείαν, οι δε νότιοι εδέησε ν' ακολουθήσωσι το παράδειγμα των βορείων.
— Α! ορθόν, απεκρίθη ο Χάρρης. Είχον λησμονήσει ότι ο πόλεμος του 1862 έλυσε το σπουδαίον τούτο ζήτημα. — Ζητώ συγνώμην παρά των καλών τούτων ανδρών, προσέθηκεν ο Χάρρης μετά τινος λεπτής ειρωνείας, χαρακτηριζούσης τους νοτίους Αμερικανούς όταν ομιλώσι προς μαύρους. Αλλά βλέπων τους ευπατρίδας τούτους εις την υπηρεσίαν σας, ενόμισα . . .
— Μήτε είναι μήτε ήσαν ποτέ εις την υπηρεσίαν μου, κύριε, απεκρίθη σοβαρώς η κυρία Βέλδων.
— Θεωρούμεν τιμήν μας να σας υπηρετώμεν, κυρία Βέλδων, είπεν τότε ο γέρων Τωμ. Αλλ' ας μάθη ο κύριος Χάρρης ότι εις ουδένα ανήκομεν. Είναι μεν αληθές ότι εγώ συνελήφθην και επωλήθην ως δούλος εις την Αφρικήν, όταν ήμην έξ ετών· αλλ' ο υιός μου Βαρθολομαίος εγεννήθη εξ απελευθέρου πατρός, οι δε σύντροφοί μου εγεννήθησαν εκ γονέων απελεύθερων. — Σας συγχαίρω, είπεν ο Χάρρης μετά τόνου φωνής, ον η κυρία Βέλδων δεν εύρε σοβαρόν. Άλλως τε επί της γης ταύτης της Βολιβίας δεν έχομεν δούλους. Λοιπόν ουδέν έχετε να φοβηθήτε, και δύνασθε να οδεύητε εδώ τόσον ελευθέρως όσον εις τας πολιτείας της Νέας Αγγλίας. Την στιγμήν εκείνην ο μικρός Ζακ, ακολουθούμενος υπό της Ναν εξήλθε, του σπηλαίου τρίβων τους οφθαλμούς του.
Είτα, ιδών την μητέρα του, έδραμε προς αυτήν. Η κυρία Βέλδων τον ενηγκαλίσθη τρυφερώς.
— Τι χαριτωμένο παιδάκι! Είπεν ο Αμερικανός πλησιάζων τον Ζακ.
— Είναι υιός μου, είπεν η κυρία Βέλδων.
— Ω! κυρία Βέλδων, λοιπόν θα υπεφέρετε διττώς, αφού το παιδίον τούτο εξετέθη εις τόσας δοκιμασίας!
— Ο Θεός το διετήρησε σώον και υγιές, ως και όλους ημάς, κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
— Μοι επιτρέπετε να ασπασθώ τας ωραίας παρειάς του; ηρώτησεν ο Χάρρης.
— Ευχαρίστως, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
Αλλ' η μορφή του «κυρίου Χάρρη» φαίνεται ότι δεν ήρεσεν εις τον μικρόν Ζακ, καθότι συνεσπειρώθη περισσότερον πλησίον της μητρός του.
— Πώς! είπεν ο Χάρρης, δεν θέλετε να σας ασπασθώ! Σας προξενώ λοιπόν φόβον, μικρέ μου φίλε;
— Συγγχωρήσατέ το, κύριε, έσπευσε να είπη η κυρία Βέλδων. Δειλιά.
— Καλά! θα γνωρισθώμεν περισσότερον, απεκρίθη ο Χάρρης. Όταν φθάσωμεν εις την έπαυλιν, θα διασκεδάζη με έν ωραίον αλογάκι το οποίον θα του είπη πολλά πράγματα δι' εμέ.
— Αλλά και η προσφορά αύτη του ωραίου ιππαρίου δεν εδελέασε τον Ζακ.
Η κυρία Βέλδων, αρκετά στενοχωρηθείσα, έσπευσε να στρέψη την συνομιλίαν. Δεν έπρεπε, να δυσαρεστήσωσι άνθρωπον, όστις τοσούτον υποχρεωτικώς είχε προσφέρει τας υπηρεσίας του.
Κατ' εκείνο το διάστημα ο Δικ Σανδ εσκέπτετο την τοσούτον εγκαίρως γενομένην πρότασιν να μεταβώσιν εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Ως είπεν ο Χάρρης, ήτο πορεία πλέον των διακοσίων μιλίων, οτέ μεν διά των δασών, οτέ δε διά πεδιάδων, — πορεία λίαν κοπιώδης, βεβαίως, επειδή υπήρχεν εντελής έλλειψις μέσων μεταφοράς. Ο νεαρός δόκιμος επέφερε λοιπόν παρατηρήσεις τινάς ως προς το αντικείμενον τούτο και περιέμενε την απόκρισιν του Αμερικανού.
— Η οδοιπορία είναι τωόντι ολίγον μακρά, είπεν ο Χάρρης, αλλ' έχω εκεί, ολίγας τινάς εκατοντάδας βημάτων όπισθεν της όχθης, ίππον, τον οποίον σκοπεύω να θέσω εις την διάθεσιν της κυρίας Βέλδων και του υιού της. Δι' ημάς ούτε δύσκολον, ούτε λίαν επίπονον να πορευθώμεν πεζή. Άλλως τε δε όταν είπω διακόσια μίλια, εννόουν να ακολουθήσωμεν την διεύθυνσιν του ποταμίου τούτου, ως το έπραξα ήδη. Αλλ' εάν διασχίσωμεν το δάσος, ο δρόμος μας θα συντομευθή κατά ογδοήκοντα τουλάχιστον μίλια. Λοιπόν, εάν διανύωμεν δέκα μίλια καθ' ημέραν, μοι φαίνεται ότι θα φθάσωμεν εις την έπαυλιν χωρίς πολλούς κόπους.
Η Κυρία Βέλδων ευχαρίστησε τον Αμερικανόν.
— Δεν δύνασθε να με ευχαριστήσετε καλλίτερον, ειμή δεχομένη είπεν ο Χάρρης. Αν και ουδέποτε διήλθον τούτο το δάσος, νομίζω ότι δεν θα δυσκολευθώ να εύρω τον δρόμον, επειδή έχω μεγάλην έξιν της πάμπας. Έν μόνον ζήτημα σπουδαιότερον υπάρχει, το των τροφίμων, διότι εγώ δεν έχω ειμή ακριβώς όσα αρκούσι διά να φθάσω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. — Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, έχομεν ευτυχώς άφθονα τρόφιμα, και θα ήμεθα ευτυχείς να τα μοιρασθώμεν.
— Λοιπόν, κυρία Βέλδων, μοι φαίνεται ότι πάντα έχουσι καλώς και ότι ουδέν άλλο μένει ειμή η αναχώρησις.
Ο Χάρρης διηυθύνετο προς την όχθην σκοπεύων να παραλάβη τον ίππον του εκ του μέρους ένθα τον είχεν αφήσει, ότε ο Δικ Σανδ τον εσταμάτησε πάλιν όπως τω αποτείνη μίαν ερώτησιν.
Εις τον νέον δόκιμον δεν εφαίνετο πολύ φρόνιμον να εγκαταλίπη την παραλίαν και να εισδύση εις το εσωτερικόν της χώρας διά του απεράντου εκείνου δάσους.
Ο ναυτικός ανεφαίνετο πάλιν εν αυτώ, και επροτίμα να ανέρχηται και να κατέρχηται την παραλίαν.
— Κύριε Χάρρη, είπεν, αντί να οδοιπορήσωμεν εκατόν είκοσι μίλια εν τη ερήμω ταύτη της Ατακάμας διατί δεν ακολουθούμεν την παραθαλασσίαν; Απόστασις και ούτως, απόστασις και άλλως. Δεν είναι προτιμότερον να φθάσωμεν την πλησιεστέραν πόλιν είτε προς βορράν είτε προς νότον;
— Αλλά, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης συσπών ελαφρώς τας οφρύς, νομίζω ότι δεν υπάρχει πόλις πλησιέστερον των τριακοσίων ή τετρακοσίων μιλίων από της ακτής ταύτης, την οποίαν να γνωρίζω ακριβώς.
— Προς βορράν μάλιστα, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά προς νότον;.
— Προς νότον, απήντησεν ο Αμερικανός, θα είναι ανάγκη να κατέλθωμεν μέχρι της Χιλής. Λοιπόν το διάστημα είναι σχεδόν επίσης μακρόν, και εις την θέσιν σας δεν θα ήθελον να διέλθω τας πάμπας της αργεντινής Δημοκρατίας. Εγώ δε, μετά μεγάλης μου λύπης, σας ειδοποιώ ότι δεν δύναμαι να σας συνοδεύσω.
— Τα πλοία τα πλέοντα μεταξύ του Περού και Χιλής δεν διέρχονται λοιπόν προ της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Όχι, απεκρίθη ο Χάρρης. Διέρχονται πολύ απώτερον εις το πέλαγος, και βεβαίως δεν συνηντήσατε ουδέν εξ αυτών. — Πράγματι, είπεν η κυρία Βέλδων. — Λοιπόν, Δικ, έχεις άλλην τινά ερώτησιν να απευθύνης προς τον κύριον Χάρρην;
— Μίαν μόνην, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος όστις ησθάνετο δυσκολείαν τινά να ενδώση. Θα ερωτήσω τον κύριον Χάρρην εις ποίον λιμένα νομίζει ότι θα εύρωμεν πλοίον τι διά να επιστρέψωμεν εις Άγιον Φραγκίσκον;
— Μα την αλήθειαν, νέε μου φίλε, δεν ηξεύρω τι να σας είπω, απεκρίθη ο Αμερικανός, Ότι ηξεύρω είναι ότι θα σας παράσχωμεν εις την έπαυλην του Αγίου Ευτυχούς τα μέσα να φθάσετε εις την πόλιν Ατακάμαν και εκείθεν . .
— Κύριε Χάρρη, είπε τότε η κυρία Βέλδων, μη νομίσετε ότι ο Δικ Σανδ διστάζει να δεχθή τας προσφοράς σας.
— Όχι, κυρία Βέλδων όχι βεβαίως δεν διστάζω, είπεν ο νεαρός δόκιμος, αλλά δεν ειμπορώ να μη λυπηθώ διότι δεν επέσαμεν εις παραλίαν μοίρας τινάς βορειότερον ή νοτιώτερον. Θα ευρισκόμεθα τότε πλησίον λιμένος τινός, και η περίπτωσις εκείνη, διευκολύνουσα την παλινόστησιν ημών, θα μας απήλλασε της ανάγκης να ενοχλήσωμεν την προθυμίαν του κυρίου Χάρρη.
— Μη φοβήσθε ότι θα με ενοχλήσετε, κυρία Βέλδων επανέλαβεν ο Χάρρης. Σας επαναλαμβάνω ότι σπανιώτατα λαμβάνω αφορμήν να ευρεθώ απέναντι συμπολιτών μου. Είναι δι' εμέ αληθής ευχαρίστησις να σας υποχρεώσω.
— Δεχόμεθα την προσφοράν σας κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, αλλ' εν τούτοις δεν θέλω να σας στερήσω του ίππου σας. Είμαι καλή πεζοπόρος·
— Και εγώ κάλλιστος πεζοπόρος, απεκρίθη ο Χάρρης προσκλίνων. Συνηθισμένος εις τας μακράς πορείας διά των πεδιάδων, ουδεμίαν θα επιφέρω βραδύτητα εις την συνοδείαν. Όχι, κυρία Βέλδων, υμείς και ο μικρός σας Ζακ θα μεταχειρισθήτε τον ίππον. Άλλως τε δε πιθανόν να συναντήσωμεν καθ' οδόν υπηρέτας τινας της επαύλεως, και επειδή θα είναι έφιπποι, θα μας παραχωρίσωσι τους ίππους των.
Ο Δικ Σανδ εννόησε καλώς ότι εάν απέτεινε και άλλας παρατηρήσεις, θα δυσηρέστει την κυρίαν Βέλδων.
— Κύριε Χάρρη, είπε, πότε θα αναχωρήσωμεν;
— Σήμερον, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Η κακή εποχή άρχεται από του Απριλίου, και πρέπει όσω το δυνατόν να φθάσετε πρότερον εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Επί τέλους, η διά του δάσους οδός είναι η συντομωτέρα και ίσως η ασφαλεστέρα, διότι είναι ολιγώτερον εκτεθειμένη εις τας επιδρομάς των νομάδων Ινδών, οίτινες είναι ακάματοι λησταί.
— Τωμ, φίλοι μου, είπε ο Δικ Σανδ στρεφόμενος προς τους μαύρους, δεν μας μένει πλέον άλλο ειμή να ετοιμασθώμεν προς αναχώρησιν. Ας εκλέξωμεν λοιπόν, εκ των προμηθειών του πλοίου, εκείνας όσαι δύνανται ευκολώτερον να μετακομισθώσι, και ας κατασκευάσωμεν δέματα, τα οποία να διαμοιρασθώμεν.
— Κύριε Δικ, είπεν ο Ηρακλής, εάν θέλετε, τα λαμβάνω εγώ όλα.
— Όχι, καλέ μου Ηράκλεις, απεκρίθη ο δόκιμος. Είναι προτιμότερον να μοιρασθώμεν το βάρος.
— Είσθε εύρωστος σύντροφος, Ηράκλεις, είπε τότε ο Χάρρης, όστις παρετήρει τον μαύρον ως εάν ούτος ήτο προς πώλησιν. Εις τας αγοράς της Αφρικής θα είχετε μεγάλην αξίαν.
— Αξίζω ό,τι αξίζω, είπεν ο Ηρακλής και οι αγορασταί πρέπει πολύ να τρέξωσιν εάν θέλωσι να με συλλάβωσι.
Τα πάντα είχον συμφωνηθή, προς επίσπευσιν δε της αναχωρήσεως, όλοι ήρχισαν να εργάζωνται. Άλλως τε δε δεν είχον να ασχοληθώσι διά την τροφοδοσίαν της μικράς συνοδείας ειμή από της παραλίας μέχρι της επαύλεως, ήτοι διά πορείαν δέκα περίπου ημερών. — Αλλά, πριν αναχωρήσωμεν, κύριε Χάρρη είπεν η κυρία Βέλδων, πριν δεχθώμεν την φιλοξενείαν σας, θα σας παρακαλέσω να δεχθήτε την ημετέραν. Σας προσφέρομεν αυτήν εξ όλης καρδίας.
— Δέχομαι, κυρία Βέλδων. Θα ωφεληθώ εκ των δέκα τούτων στιγμών, όπως φέρω τον ίππον μου εδώ. Εκείνος επρογευμάτησε.
— Θέλετε να σας συνοδεύσω, κύριε; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ τον Αμερικανόν.
— Όπως επιθυμείτε, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Έλθετε. Θα σας δείξω το κάτω ρεύμα του ποταμίου τούτου.
Ανεχώρησαν αμφότεροι.
Κατά το διάστημα τούτο ο Ηρακλής επέμφθη προς αναζήτησιν του εντομολόγου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ολίγον μα την αλήθειαν εφρόντηζε διά τα περί εαυτόν συμβαίνοντα. Περιεπλανάτο τότε επί της κορυφής του θαλασσοκρήμου αναζητών έντομόν τι «ανεύρετον», όπερ άλλως τε δεν εύρισκε.
Ο Ηρακλής τον επανέφερεν εκόντα άκοντα. Η κυρία Βέλδων τω είπεν ότι η αναχώρησις είχεν αποφασισθή και ότι επί δέκα περίπου ημέρας θα εταξίδευον εις το εσωτερικόν της χώρας. Ο εξάδελφος Βενέδικτος απεκρίθη ότι ήτο έτοιμος να αναχωρήση, καθότι δεν εζήτει άλλο καλλίτερον ειμή να διέλθη και ολόκληρον έτι την Αμερικήν, αρκεί να τον αφήνωσι να «συλλέγη» καθ' οδόν.
Η Κυρία Βέλδων, βοηθουμένη υπό της Ναν, ενησχολήθη τότε να παρασκευάση τονωτικόν γεύμα. Καλή προφύλαξις πριν αρχίσωσι την οδοιπορίαν. Εν τούτω τω αναμεταξύ ο Χάρρης, συνοδευόμενος υπό του Δικ Σαν, έστρεψε τον αγκώνα του θαλασσοκρήμνου. Αμφότεροι ηκολούθησαν την όχθην εις διάστημα τριακοσίων βημάτων. Εκεί ίππος προσδεδεμένος εις δένδρον, εχρεμέτησε περιχαρώς εις την προσέγγισιν του κυρίου του. Ήτο ζώον ισχυρόν, έκ τινος είδους όπερ ο Δικ Σανδ δεν ηδυνήθη να αναγνωρήση. Εκ του μακρού όμως αυχένος, των βραχέων μηρών, των μακρών οπισθίων, των ευρέων ώμων και της σχεδόν κυρτής προσόψεως, ο ίππος εκείνος εδείκνυε τα διακριτικά σημεία των γενεών εκείνων, εις ας αποδίδουσιν αραβικήν καταγωγήν. — Βλέπετε, νέε φίλε μου, είπεν ο Χάρρης, ότι είναι δυνατός ίππος, και δύνασθε να ήσθε βέβαιος ότι δεν θα πέση εις τον δρόμον.
Ο Χάρρης έλυσε τον ίππον του, τον έλαβεν εκ του χαλινού και κατήλθε πάλιν την όχθην, προηγούμενος του Δικ Σανδ. Ούτος περιέφερε βλέμμα ταχύ εις το ποτάμιον και εις το δάσος όπερ περιεχείλου τας δύο αυτού όχθας. Αλλ' ουδέν είδε δυνάμενον να διεγείρη την ανησυχίαν του.
Εν τούτοις, άμα έφθασε τον Αμερικανόν, τω απέτεινεν αποτόμως την ακόλουθον ερώτησιν, την οποίαν ούτος ουδόλως περιέμενε.
— Κύριε Χάρρη, ηρώτησε, μήπως συνηντήσατε χθες την νύκτα Πορτογάλον τινά ονομοζόμενον Νεγορόν;
— Νεγορόν; απεκρίθη ο Χάρρης με τόνον φωνής ανθρώπου, όστις δεν εννοεί τι τω λέγουσι. Τι εστί Νεγορός;
— Είναι ο μάγειρος του πλοίου, είπεν ο Δικ Σανδ, και εχάθη.
— Επνίγη ίσως; . . είπεν ο Χάρρης.
— Όχι, όχι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Χθες το εσπέρας ήτο έτι μεθ' ημών αλλά κατά την νύκτα μας εγκατέλειπε και ανήλθε πιθανώς την όχθην του ποταμού τούτου. Διά τούτο σας ηρώτησα μήπως τον συνηντήσατε ενώ ήρχεσθε εξ εκείνου του μέρους.
— Ουδένα συνήντησα, απήντησεν ο Αμερικανός, και εάν ο μάγειρος σας ερριψοκινδύνευσε μόνος εις το δάσος, υπάρχει κίνδυνος μήπως αποπλανηθή. Ίσως όμως τον εύρωμεν καθ' οδόν. — Ναι . . . ίσως! είπεν ο Δικ Σανδ.
Όταν επέστρεψαν αμφότεροι εις το σπήλαιον, το πρόγευμα ήτο έτοιμον. Συνέκειτο δε, ως το γεύμα της προτεραίας, εκ διατετηρημένων εδωδίμων, εκ κρέατος βοείου και διπύρων. Ο Χάρρης ετίμησεν αυτό, ως άνθρωπος τον οποίον η φύσις επροίκησε διά μεγάλης ορέξεως.
— Καλά, είπε, βλέπω ότι δεν θα αποθάνωμεν εκ πείνης καθ' οδόν. Δεν λέγω το αυτό διά τον δυστυχή εκείνον Πορτογάλον περί του οποίου με ωμίλησεν ο νεαρός φίλος μου.
— Α! είπεν η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ σας είπεν ότι δεν επανίδομεν τον Νεγορόν;
— Μάλιστα, κυρία Βέλδων. Επεθύμουν να μάθω εάν τον συνήντησεν ο κύριος Χάρρης.
— Όχι, απεκρίθη ο Χάρρης. Αλλ' ας αφήσωμεν τον λιποτάκτην τούτον εκεί όπου είναι και ας φροντίσωμεν περί της αναχωρήσεως. — Όταν θέλετε κυρία Βέλδων.
Έκαστος έλαβε το δι' αυτόν ορισθέν δέμα. Η δε κυρία Βέλδων, βοηθουμένη υπό του Ηρακλέους, επέβη του ίππου, και ο αχάριστος μικρός Ζακ, έχων ανηρτημένον το όπλον του, εκαθέσθη και ούτος, χωρίς ούτε να σκεφθή να ευχαριστήση εκείνον, όστις έθετεν εις την διάθεσίν του τοιούτο λαμπρόν ζώον.
Ο Ζακ, καθήμενος προ της μητρός του, είπε προς αυτήν ότι δύναται κάλλιστα να οδηγήση τον ίππον του κυρίου.
Τω έδωκαν λοιπόν να κρατή τον χαλινόν, και ενόμιζε μετά πεποιθήσεως ότι αυτός ήτο ο αληθής αρχηγός της συνοδείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
ΚΑΘ' ΟΔΟΝ
Ουχί άνευ φόβου τινός — τον οποίον όμως ουδέν εφαίνετο δυνάμενον να δικαιολογήση — ο Δικ Σανδ, αφού ανήλθε την όχθην του ποταμίου, εισέδυσεν εις το πυκνόν δάσος, του οποίου αυτός και οι σύντροφοι του έμελλον να διατρέξωσι τας δυσχερείς ατραπούς. Εξ εναντίας η κυρία Βέλδων είχε πάσαν πεποίθησίν, ενώ ως γυναίκα και ως μητέρα οι κίνδυνοι έπρεπε να την ανησυχώσι διττώς.
Δύο σπουδαιότατα αίτια συνετέλεσαν εις την καθησύχασιν αυτής· πρώτον διότι η χώρα εκείνη των απεράντων πεδιάδων δεν ήτο επίφοβος ούτε ένεκα των ιθαγενών ούτε ένεκα των θηρίων, δεύτερον, διότι υπό την διεύθυνσιν του Χάρρη, οδηγού τοσούτον ασφαλούς ως εφαίνετο ότι ήτο, δεν ηδύναντο να φοβηθώσιν μήπως αποπλανηθώσιν.
Ιδού δε η τάξις της πορείας, ην όσω το δυνατόν ώφειλον να τηρώσιν:
Ο Δικ Σανδ και ο Χάρρης, αμφότεροι ωπλισμένοι, ο είς διά του μακρού όπλου του και ο έτερος δι' οπισθογεμούς, ήσαν επί κεφαλής του μικρού σώματος. Ήρχοντο κατόπιν ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος, ωπλισμένοι δι' όπλου και μαχαίρας. Όπισθεν αυτών ηκολούθουν η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ έφιπποι· είτα δε η Ναν και ο Τωμ. Όπισθεν, ο Ακέων ωπλισμένος διά τετάρτου όπλου, και ο Ηρακλής, έχων πέλεκυν εις την ζώνην, έκλειον την πορείαν.
Ο Δίγγος εβάδιζεν ατάκτως, και ως παρετήρησεν ο Δικ Σανδ, πάντοτε ως κύων ανήσυχος, αναζητών ίχνη. Οι τρόποι του προδήλως είχον μεταβληθή αφότου το ναυάγιον του «Πίλγριμ» έρριψεν αυτόν εις την ξηράν εκείνην.
Εφαίνετο τεταραγμένος και σχεδόν ακαταπαύστως ερρήγνυεν υπόκωφον γρυλισμόν, θρηνώδη μάλλον ή μανιώδη. Τούτο παρετήρησαν πάντες, αλλ' ουδείς ηδυνήθη να το εξηγήση. Τον δε εξάδελφον Βενέδικτον αδύνατον υπήρξεν, ως και εις τον Δίγκον να ορίσωσι τάξιν πορείας. Μόνον εάν ήτο δεμένος θα ηδύνατο να μείνη εις την θέσιν του. Έχων επί των ώμων το κασσιτέρινον κιβώτιόν του, κρατών εις την χείρα το δίκτυόν του και φέρων ανηρτημένον εκ του τραχήλου το μικροσκόπιόν του, οτέ μεν εμπρός οτέ δε οπίσω, ανεκίνη τα υψηλά χόρτα, ζητών ορθόπτερα ή παν άλλον έντομον λήγον εις «πτερόν» με κίνδυνον να δαγκασθή υπό τινος φαρμακερού όφεως
Κατά τας πρώτας στιγμάς η κυρία Βέλδων, ανησυχούσα, τον προσεκάλεσε πολλάκις. Αλλ' ουδέν το όφελος·
— Εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν αύτη· επί τέλους σας παρακαλώ πολύ σπουδαίως να μη απομακρύνεσθε, και σας συνιστώ να λάβετε υπ' όψιν την σύστασίν μου.
— Εν τούτοις, εξαδέλφη απεκρίθη ο αδυσώπητος εντομολόγος, όταν εύρω έντομόν τι . . .
— Όταν εύρετε έντομόν τι, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, θα ευαρεστηθήτε να το αφήσετε να τρέχη ήσυχον, ή θα με φέρετε εις την ανάγκην να διατάξω να σας αφαιρέσωσι το κιβώτιον. — Να μου αφαιρέσωσι το κιβώτιον! έκραξεν ο εξάδελφός Βενέδικτος, ως εάν επρόκειτο να τω αποσπάσωσι τα εντόσθια. — Και το κιβώτιον και το δίκτυον, προσέθηκεν ανηλεώς η κ. Βέλδων.
— Το δίκτυόν μου, εξαδέλφη! Διατί όχι και τα δίοπτρα μου; Αλλά δεν θα τολμήσετε! Όχι δεν θα τολμήσετε!
— Και τα δίοπτρά σας, τα οποία ελησμόνησα. Σας ευχαριστώ, εξάδελφε Βενέδικτε, διότι μοι ενθυμήσατε ότι είχον το μέσον τούτο να σας καταστήσω τυφλόν, και διά τούτου να σας αναγκάσω να ήσθε φρόνημος. Η τριπλή αύτη απειλή ηνάγκασε τον απειθή εκείνον εξάδελφον να μείνη ήσυχος επί μίαν ώραν περίπου. Είτα, ήρχισε πάλιν να απομακρύνεται, και επειδή θα έπραττε τούτο και άνευ δικτύου και άνευ κιβωτίου και άνευ διόπτρων, τον άφησαν να τρέχη κατά βούλησιν.
Αλλ' ο Ηρακλής επεφορτίσθη ιδιαιτέρως να τον επιτηρή, — όπερ φυσικώτατα ανήγετο εις τον κύκλον των καθηκόντων του, — και συνεφωνήθη να τον μεταχειρίζεται ως αυτός μεταχειρίζετο τα έντομα, δηλαδή να τον συλλαμβάνη εν ανάγκη και να τον φέρη μεθ' όλης της αβρότητος, μεθ' ης και ο άλλος θα εφέρετο προς σπανιώτατόν τι λεπιδόπτερον.
Τούτου κανονισθέντος, δεν ησχολήθησαν πλέον περί του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Το μικρόν εκείνο σώμα, ως είδομεν, ήτο καλώς ωπλισμένον και αυστηρώς φυλαττόμενον. Αλλά ως το επανέλαβεν ο Χάρρης, δεν υπήρχε φόβος άλλης συναντήσεως ειμή των νομάδων Ινδών όπερ και τούτο απίθανον. Όπως δήποτε αι ληφθείσαι προφυλάξεις ήρκουν να τους τηρώσιν εν αποστάσει.
Αι ατραπο,ί αι διά μέσου του πυκνού δάσους διαθέτουσαι, δεν ήσαν άξιαι του ονόματος τούτου. Ήσαν μάλλον δίοδοι ζώων ή δίοδοι ανθρώπων. Δυσκόλως επέτρεπον να προχωρήση τις. Προσδιορίσας λοιπόν ο Χάρρης ότι εν διαστήματι δώδεκα ωρών πορείας ήθελον διανύει κατά μέσον όρον πέντε ή εξ μίλια, είχε καλώς υπολογίσει.
Άλλως τε δε ο καιρός ήτο ωραιότατος. Ο ήλιος ανέβαινε προς τον ορίζοντα, διαχέων τας ακτίνας του σχεδόν καθέτως. Εν τη πεδιάδι ο καύσων ούτος θα ήτο αφόρητος, ως παρετήρησεν ο Χάρρης· αλλ' υπό τας αδιαπεράστους εκείνας διακλαδώσεις, ηδύνατό τις να τον υποφέρη ευκόλως και ατιμωρητί. Τα πλείστα των δένδρων εκείνων ήσαν άγνωστα και εις την κυρίαν Βέλδων και εις τους μετ' αυτής, μαύρους και λευκούς. Εν τούτοις ειδήμων τις θα ηδύνατο να παρατηρήση ότι ήσαν μάλλον αξιοπαρατήρητα διά την ποιότητα ή διά το μέγεθος αυτών.
Εδώ μεν ήτο η βαυχινία, ή σιδηρόξυλον· εκεί δε το μολόμπιον, όμοιον τω περικαρπίω, ξύλον στερεόν και ελαφρόν, κατάλληλον προς κατασκευήν μονοξύλων ή κωπίων, και εκ του κορμού του οποίου εξεκρίνετο άφθονος ρητίνη· απωτέρω φουστέτια, πλήρη βαφικής ύλης, και γαϊκάκια έχοντα περίμετρον μείζονα των δώδεκα ποδών, κατώτερα όμως των κοινών γαϊκακίων κατά την ποιότητα. Ο Δικ Σανδ, ενώ εβάδιζεν, ηρώτα τον Χάρρην περί του ονόματος των διαφόρων εκείνων δένδρων. — Ουδέποτε, λοιπόν ήλθετε εις τα μέρη ταύτα της Νοτίου Αμερικής; τον ηρώτησεν ο Χάρρης πριν ή απαντήση εις την ερώτησίν του.
— Ουδέποτε, απήντησεν ο δόκιμος, ουδέποτε κατά τα ταξείδιά μου έλαβον την ευκαιρίαν να επισκεφθώ τα παράλια ταύτα, και αληθώς ειπείν δεν ενθυμούμαι να μοι ωμίλησε περί αυτών ειδήμων τις.
— Αλλά τουλάχιστον δεν εξηρευνήσατε τα παράλια της Κολομβίας, της Χιλής και της Παταγονίας;
— Όχι, ποτέ.
— Αλλ' η κυρία Βέλδων θα επισκέφθη ίσως το μέρος τούτο της νέας ηπείρου; ηρώτησεν ο Χάρρης. Οι Αμερικανοί δεν φοβούνται τα ταξείδια, και βεβαίως . . .
— Όχι, κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Τα εμπορικά συμφέροντα του συζύγου μου ουδέποτε τον εκάλεσαν πέραν της νέας Ζηλανδίας, και δεν εγένετο ανάγκη να συνοδεύσω αλλαχού. Ουδείς εξ ημών γνωρίζει το μέρος τούτο της κάτω Βολιβίας.
— Λοιπόν κυρία Βέλδων υμείς και οι σύντροφοί σας θα ίδετε παράδοξον τόπον όλως αντίθετον προς χώρας της Περουβίας, της Βραζιλίας ή της Αργεντινής Δημοκρατίας. Τα φυτά και τα ζώα αυτής θα εξέπληττον τον φυσιοδίφην. Α! δύναταί τις να είπη ότι εναυαγήσατε εις καλόν μέρος, και εάν πρέπη τα ευχαριστήσητε την τύχην . . . — Θέλω να πιστεύσω ότι δεν μας έφερεν εδώ η τύχη, κύριε Χάρρη, αλλ' ο Θεός. — Ο Θεός! ναι! ο Θεός! απεκρίθη ο Χάρρης μετά τόνου φωνής ανθρώπου μη παραδεχομένου την θείαν επέμβασιν εις τα κοσμικά πράγματα.
Λοιπόν επειδή ουδείς εκ της συνοδείας εγίνωσκε τον τόπον ή τα προϊόντα αυτού, ο Χάρρης είχε την ευχαρίστησιν να κατονομάζη τα περιεργότερα δένδρα του δάσους.
Τη αληθεία ήτο λυπηρόν ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ήτο και βοτανικός. Εάν δεν εύρεν εισέτι σπάνια τινα ή νέα έντομα, θα έκαμνεν όμως ωραίας βοτανικάς ανακαλύψεις. Υπήρχον εκεί άφθονα φυτά παντός μεγέθους, των οποίων η ύπαρξις δεν είχεν εισέτι παρατηρηθή εις τα τροπικά δάση του νέου Κόσμου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος θα έδιδε βεβαίως το όνομά του είς τινα εξ αυτών. Αλλά δεν ηγάπα την βοτανικήν, ούτε εγίνωσκεν αυτήν. Κατά φυσικόν δε λόγον απεστρέφετο τα άνθη, υπό την πρόφασιν ότι τινά εξ αυτών είχον την αυθάδειαν να περικλείωσιν εις τους κάλυκάς των τα έντομα και να τα δηλητηριάζωσι διά των δηλητηριωδών χυμών των.
Το δάσος καθίστατο ενίοτε ελώδες. Ησθάνετό τις υπό τους πόδας του σύμπλεγμα ρευστών δικτύων, άτινα θα ετροφοδότουν τους ομόρρους του μικρού ποταμού. Τινά των ρυακύων εκείνων, επειδή ήσαν κάπως ευρέα, δεν ηδυνήθησαν να τα διέλθωσιν, ειμή εκλέγοντες διαβατά μέρη. Επί των οχθών των εφύοντο πυκνάδες καλάμων, ους ο Χάρρης ωνόμασε παπύρους. Δεν ηπατάτο, και τα ποώδη εκείνα φυτά εφύοντο αφθόνως εις το βάθος των υγρών οχθών.
Είτα, μετά την διέλευσιν του έλους, πυκνά δένδρα εκάλυπτον εκ νέου τας στενάς οδούς του δάσους.
Ο Χάρρης έδειξεν εις την κυρίαν Βέλδων και τον Δικ Σανδ ωραιοτάτους εβένους, ογκοδεστέρους του κοινού εβένου, οίτινες παρέχουσι ξύλον μελανώτερον και σκληρότερον του εν τω εμπορίω. Είτα υπήρχον μαγγιέραι, απειράριθμοι και αύται, αν και απείχον πολύ από της θαλάσσης. Είδος τι λειχηνώδους περικαλύμματος ανέβαινε μέχρι των κλάδων αυτών. Η πυκνή σκιά των και οι γλυκείς καρποί των καθίστων αυτάς πολύτιμα δένδρα, και εν τούτοις, ως είπεν ο Χάρρης ουδείς ιθαγενής θα ετόλμα να πολλαπλασιάση το είδος. «Όστις φυτεύση μαγγιέραν αποθνήσκει». Τοιαύτη παροιμία δεισιδαίμων επικρατεί εις την χώραν.
Κατά το δεύτερον ήμισυ της πρώτης εκείνης ημέρας της πορείας το μικρόν σώμα, μετά την μεσημβρινήν στάθμευσιν, ήρχισε να αναβαίνη γήλοφον ελαφρώς επικλινή. Δεν ήσαν μεν ακόμη αι κλιτύες των πρώτων ορέων, αλλ' είδος τι οροπεδίου κυματοειδούς συνδέοντος την πεδιάδα μετά του όρους.
Τα δένδρα ενταύθα, ολιγώτερον πυκνά, ενίοτε κατά συστάδας συνηνωμένα, θα καθίστων την πορείαν ευκολωτέραν, εάν το έδαφος δεν ήτο κατακαλυμμένον υπό ποωδών φυτών. Ηδύνατό τις να νομίση τότε, ότι ευρίσκετο εις τα πελάγη της ανατολικής Ινδίας. Η βλάστησις εφαίνετο ολιγότερον πλούσια ή εν τη κάτω κοιλάδι του ποταμίου, αλλά και πάλιν ανωτέρα της των συγκεκερασμένων ζωνών του Αρχαίου ή του Νέου Κόσμου. Το ινδικόν εβλάστανεν εκεί αφθόνως, κατά δε τον Χάρρην, το οσπριώδες τούτο φυτόν εφημίζετο ως το μάλλον διαδιδόμενον εν τη χώρα. Εάν εγκατελείπετο αγρός τις, το πράσινον εκείνο, το τοσούτον περιφρονούμενον ως αι άκανθαι και οι ακαλήφαι, κατελάμβανεν αυτόν αμέσως. Έν όμως δένδρον, όπερ έπρεπε να ήτο πολύ κοινόν εις το μέρος εκείνο της νέας ηπείρου, εφαίνετο ότι έλειπεν εκ του δάσους εκείνου. Το δένδρον τούτο το καουτσού. Πράγματι η «πρινοειδής συκή» η «ελαστική καστιλλόη» η «στικτή κεκρωπία», η «ωφέλιμος κολοφόρος», η «πλατύφυλλος καμεραρία», και προπάντων η «ελαστική συφωνία», αίτινες ανήκουσιν εις διαφόρους ομοιογενείας, βρίθουσι εν ταις επαρχίαις της μεσημβρινής Αμερικής. Και εν τούτοις, πράγμα λίαν παράδοξον, δεν έβλεπέ τις εκεί ούτε μίαν.
Επειδή δε ο Δικ Σανδ είχεν υποσχεθή εις τον φίλον του Ζακ να τω δείξη δένδρα καουτσού, το μικρόν παιδίον, όπερ ενόμιζεν ότι όλα τα εξελαστικού κόμμεως αθύρματα προήρχοντο φυσικώς εκ των δένδρων εκείνων, εψεύσθη εις τας ελπίδας του και παρεπονέθη.
— Υπομονή, μικρέ μου φίλε, τω είπεν ο Χάρρης. Θα εύρωμεν από αυτά τα καουτσού κατά εκατοντάδας εις τα πέριξ της επαύλεως. — Ωραία, πολύ ελαστικά; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.
— Ελαστικώτατα. — Ιδού έως τότε, θέλετε έν οπωρικόν διά να δροσισθήτε;
Και ταύτα λέγων ο Χάρρης έδρεψεν έκ τινος δένδρου οπώρας τινάς, αίτινες εφαίνοντο εύχυμοι ως σύκα.
— Είσθε βέβαιος, κύριε Χάρρη, ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, ότι ο καρπός αυτός δεν δύναται να προξενήση κακόν;
— Κυρία Βέλδων, θα σας το αποδείξω, απεκρίθη ο Αμερικανός, δαγκάσας ισχυρώς ένα των καρπών εκείνων. Είναι μάγγα.
Και ο μικρός Ζακ, χωρίς να παρακληθή περισσότερον, εμιμήθη το παράδειγμα του Χάρρη. Είπεν ότι τα «αχλάδια» εκείνα ήσαν πολύ καλά, και το δένδρον ελεηλατήθη αμέσως.
Αι μαγγιέραι αύται ανήκουσιν εις το είδος του οποίου οι καρποί ωριμάζουσι κατά Μάρτιον και Απρίλιον, ενώ άλλοι ωριμάζουσι κατά τον Σεπτέμβριον. Επομένως οι περί ων ο λόγος ήσαν εις την εποχήν των.
— Ναι, είναι καλόν, καλόν, έλεγεν ο μικρός Ζακ με πλήρες το στόμα. Αλλ' ο φίλος μου Σανδ με υπεσχέθη καουτσού, εάν ήμην φρόνιμος, και θέλω καουτσού.
— Θα το έχης, Ζακ μου, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αφού ο κύριος Χάρρης σε βεβαιοί περί τούτου.
— Αλλά δεν αρκεί τούτο, επανέλαβεν ο Ζακ, ο φίλος μου Δικ με υπεσχέθη και άλλο τι.
— Τι σε υπεσχέθη λοιπόν ο φίλος σου Δικ; ηρώτησεν ο Χάρρης μειδιών. — Μυιοτροχίλους, κύριε.
— Θα έχετε και μυιοτροχίλους, καλόν μου παιδίον, αλλά μακράν . . πολύ μακράν, απεκρίθη ο Χάρρης.
Το βέβαιον είναι ότι ο μικρός Ζακ είχε το δικαίωμα να απαιτή εκ των κολιβρίων εκείνων, καθότι ευρίσκετο εν χώρα, εν ή ταύτα βρίθουσιν. Οι Ινδοί, οίτινες ηξεύρουσι να πλέκουσιν αριστοτεχνικώς τα πτερά των, έδωκαν ποιητικώτατα ονόματα εις τα κοσμήματα ταύτα του πτερωτού γένους. Καλούσιν αυτά «ακτίνας ή κόμην του ηλίου». Εδώ ευρίσκεται ο «μικρός βασιλεύς των ανθέων» εκεί «το ουράνιον άνθος ερχόμενον διά της πτήσεως να θωπεύση το γήινον άνθος». Αλλαχού είναι «η δέσμη των πολυτίμων λίθων, ήτις ακτινοβολεί εις το φως της ημέρας». Δύναταί τις μάλιστα να πιστεύση ότι η φαντασία των απέδωκε νέαν ονομασίαν εις έκαστον των εκατόν πεντήκοντα ειδών, άτινα απαρτίζουσι την θαυμασίαν ταύτην φυλήν των κολιβρίων.
Εν τούτοις, όσον και αν ήσαν πολυάριθμα τα πτηνά ταύτα εις τα δάση της Βολιβίας, ο μικρός Ζακ έπρεπε πάλιν να ευχαριστηθή εκ της υποσχέσεως του Χάρρη. Κατά τον Αμερικανόν, ήσαν έτι πολύ πλησίον της ακτής, και τα κολύβρια δεν ηγάπων τας πλησίον του Ωκεανού ερήμους εκείνας. Η παρουσία του ανθρώπου δεν τα εφόβιζε, και εις την έπαυλιν ηκούετο δι' όλης της ημέρας η φωνή των «τερ, τερ», και ο ήχος των πτερύγων των όμοιος προς τροχόν.
— Α! πώς ήθελον να ήμην εκεί! έκραζεν ο μικρός Ζακ.
Το ασφαλέστερον μέσον όπως φθάσωσιν εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς ήτο να μη σταματώσι καθ' οδόν. Αλλ' η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ίσταντο μόνον όσον ήτο απολύτως αναγκαίον προς ανάπαυσιν.
Το δάσος μετέβαλλεν ήδη θέσιν. Μεταξύ των ολιγοτέρων πυκνών δένδρων υπήρχον ένθεν κακείθεν ευρέα κενά. Το έδαφος, διαπερών τον χλοερόν τάπητα, εδείκνυε τότε την εξ ερυθρού γρανίτου σύστασίν του, ομοίαν προς πλάκας κυάνου. Επί τινων υψωμάτων έβριθεν ο σμίλαξ, φυτόν μετά βολβών σαρκωδών, σχηματίζον αδιαπέραστην περιπλοκήν. Προτιμότερον ήτο πάλιν το δάσος και αι στεναί αυτού ατραποί.
Προ της δύσεως του ηλίου, το μικρόν σώμα ευρίσκετο οκτώ περίπου μίλια μακράν του σημείου της αναχωρήσεως. Η πορεία εκείνη εγένετο άνευ συμβάντος τινός και μάλιστα άνευ μεγάλου καμάτου. Το αληθές είναι ότι ήτο η πρώτη ημέρα της οδοιπορείας και βεβαίως αι ακόλουθοι αποστάσεις θα ήσαν μάλλον τραχείαι.
Εκ κοινής συμφωνίας απεφασίσθη να σταματίσωσιν εις εκείνο το μέρος. Προέκειτο λοιπόν ουχί να ιδρύσωσιν αληθή κατασκήνωσιν, αλλ' απλώς να οργανώσωσι νυκτερινήν ανάπαυσιν. Είς φύλαξ, αντικαθιστάμενος ανά παν δίωρον διάστημα ήρκει να φρουρή κατά την νύκτα, καθότι μήτε οι ιθαγενείς μήτε τα θηρία παρείχον φόβον τινά.
Ως καταφύγιον ουδέν άλλο εύρον καλλίτερον ειμή υπερμεγέθη μαγγιέραν, της οποίας οι πλατείς και πυκνότατοι κλάδοι εσχημάτιζον είδος τι φυσικής καλύβης. Εν ανάγκη ηδύναντο να εμφωλεύσωσιν εις τα φυλλώματα αυτής.
Κατά την άφιξιν όμως της μικράς συνοδείας θορυβώδης συμφωνία υψώθη από της κορυφής του δένδρου.
Η μαγγιέρα εχρησίμευεν ως φωλεά αποικίας λευκοφαίων ψιττακών, φλυάρων, εριστικών, αγρίων πτηνών επιτιθεμένων κατά των ζώντων πτηνών, και εάν ήθελέ τις να τους συγκρίνη προς τους ομογενείς των, τους οποίους εν Ευρώπη κρατούσιν εντός κλωβών, θα ηπατάτο μεγάλως.
Οι ψιττακοί εκείνοι εφλυάρουν τοσούτω θορυβωδώς, ώστε ο Δικ Σανδ εσκέφθη να τοις αποστείλη μίαν σφαίραν πυροβόλου, όπως τους αναγκάση ή να σιωπήσωσιν ή να φύγωσιν· Αλ' ο Χάρρης τον απέτρεψεν επί τη προφάσει ότι εις τας ερημίας εκείνας προτιμώτερον ήτο να μη φανερώνη τις την παρουσίαν του διά πυροβολισμών.
— Ας διέλθωμεν, αθορύβως, είπε, και θα διέλθωμεν ακινδύνως.
Το δείπνον ητοιμάσθη αμέσως, χωρίς ούτε καν να λάβωσιν ανάγκην εψήσεως των φαγητών. Συνέκειτο εκ διατετηρημένων εδωδίμων και διπύρων. Ρυάκιόν τι οφιοειδώς διαρρέον υπό τα χόρτα, παρείχε πόσιμον ύδωρ, όπερ έπιον αναμίξαντες μετά τινων σταγόνων ρουμίου. Όσον αφορά τα επιδόρπια η μαγγιέρα ήτο εκεί με τους ευχύμους καρπούς της, τους οποίους οι ψιττακοί δεν άφησαν να δρέψωσι χωρίς να διαμαρτυρηθώσι δι' αποτροπαίων κραυγών. Κατά το τέλος του δείπνου το σκότος ήρχισε να εκτείνηται. Η σκιά ανέβη βραδέως εκ του εδάφους εις την κορυφήν των δένδρων, ων το φύλλωμα απεικονίσθη μετ' ολίγον ως λεπτόν διάζωμα επί του φωτεινοτέρου βάθους του ουρανού. Τα πρώτα άστρα εφαίνοντο ως αν ήσαν αστράπτοντα άνθη, ακτινοβολούντα εις τας άκρας των τελευταίων κλάδων. Ο άνεμος έπιπτε μετά της νυκτός και δεν έσειε πλέον τα φύλλα. Και αυτοί οι ψιττακοί εσιώπησον. Η φύσις έμελλε να υποκοιμηθή και προσεκάλει παν έμψυχον ον, όπως την παρακολουθήση εις τον βαθύν εκείνον ύπνον.
— Αι προετοιμασίαι της κατακλίσεως εδέησε να γίνωσι στοιχειωδέστατοι.
— Να ανάψωμεν μεγάλην πυράν διά την νύκτα; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ τον Αμερικανόν.
— Προς τι; απεκρίθη ο Χάρρης. Ευτυχώς αι νύκτες δεν είναι ψυχραί, και η γιγαντιαία αυτή μαγγιέρα θα προφυλάξη το έδαφος από πάσης εξατμίσεως. Δεν έχομεν να φοβηθώμεν μήτε την δρόσον μήτε την υγρασίαν. Σας επαναλαμβάνω, νέε μου φίλε, ό,τι σας είπον προ ολίγου. Ας διέλθωμεν απαρατήρητοι. Μήτε πυρ, μήτε πυροβολισμός, εάν είναι δυνατόν.
— Νομίζω, είπε τότε η κυρία Βέλδων, ότι ουδέν έχομεν να φοβηθώμεν εκ μέρους των Ινδών, ή εκ των ληστών των δασών περί των οποίων μας ωμιλήσατε, κύριε Χάρρη. Αλλά δεν υπάρχουσιν άλλοι επιδρομείς τετράποδες, τους οποίους η θέα του πυρός θα συνετέλει εις το να τους απομακρύνη;
— Κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Αμερικανός, μεγάλην τιμήν αποδίδετε εις τα θηρία της χώρας ταύτης. Και όμως πλειότερον φοβούνται τον άνθρωπον ή ο άνθρωπος φοβείται αυτά.
— Ευρισκόμεθα εις δάσος, είπεν ο Ζακ, και πάντοτε υπάρχουσι ζώα εις τα δάση.
— Υπάρχουσι δάση και δάση, καλέ μου άνθρωπε, ως υπάρχουσι ζώα και ζώα! απεκρίθη ο Χάρρης γελών. Φαντασθήτε ότι ευρίσκεσθε εν τω μέσω μεγάλου παραδείσου. Τη αληθεία ευλόγως οι Ινδοί καλούσι τον τόπον τούτον επίγειον παράδεισον. — Υπάρχουσι λοιπόν όφεις; ηρώτησεν ο Ζακ.
— Όχι, καλέ μου Ζακ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, δεν υπάρχουσιν όφεις, και ημπορείς να κοιμηθής ήσυχος.
— Και λέοντες; ηρώτησεν ο Ζακ.
— Ούτε σκιά λεόντων, μικρέ μου άνθρωπε, απήντησεν ο Χάρρης.
— Αλλά τίγρεις;
— Ερωτήσατε την μητέρα σας, εάν ήκουσέ ποτε ότι υπάρχουσι τίγρεις εις την ήπειρον ταύτην.
— Ποτέ, είπεν η κυρία Βέλδων.
— Καλά! είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις κατά τύχην ανεμίχθη εις την συνομιλίαν, εάν δεν υπάρχωσι μήτε τίγρεις μήτε λέοντες εν τω Νέω Κόσμω, όπερ αληθέστατον, ευρίσκονται τουλάχιστον αίλουροι και θώες.
— Είναι κακό ζώα; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.
— Ε! απεκρίθη ο Χάρρης, ο ιθαγενής δεν διστάζει να τα προσβάλη, και ημείς είμεθα αρκετοί προς τούτο.
— Ιδού, μόνος, ο Ηρακλής είναι τόσον δυνατός ώστε να πνίξη δύο θώας συγχρόνως, ανά ένα δι' εκάστης χειρός.
— Να προσέχης καλά, Ηρακλή, είπε τότε ο μικρός Ζακ, μήπως έλθη κανέν ζώον και μας δαγκάση.
— Εγώ θα το δαγκάσω, κύριε Ζακ, απεκρίθη ο Ηρακλής, δεικνύων το στόμα του ωπλισμένον διά φοβερών οδόντων.
— Ναι, θα προσέχετε, Ηράκλεις, είπεν ο δόκιμος, αλλ' οι σύντροφοί σας και εγώ θα σας αντικαθιστώμεν εναλλάξ.
— Όχι, κύριε Δικ, είπεν ο Ακτέων. Ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος, ο Αυγουστίνος και εγώ, αρκούμεν ημείς οι τέσσαρες εις το έργον τούτο. Πρέπει να αναπαυθήτε δι όλης της νυκτός. — Ευχαριστώ, Ακτέων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλ' οφείλω . . — Όχι, αφήσατε αυτούς τους αγαθούς άνδρας, φίλτατε Δικ, είπε τότε η κυρία Βέλδων.
— Και εγώ ωσαύτως θα προσέχω, προσέθηκεν ο Ζακ του οποίου τα βλέφαρα εκλείοντο ήδη. — Ναι, Ζακ, θα φυλάττης και συ, απεκρίθη η μήτηρ του, ήτις δεν ήθελε να τω εναντιούται. — Αλλά, είπε πάλιν το μικρόν παιδίον, εάν δεν υπάρχωσι λέοντες, εάν δεν υπάρχωσι τίγρεις εις το δάσος, υπάρχουσιν όμως λύκοι. — Ω! λύκοι γελείοι! είπεν ο Αμερικανός. Μήτε λύκοι καν δεν είναι, αλλ' είδος τι αλωπεκών, ή μάλλον εξ εκείνων των σκύλων των δασών τους οποίους καλούσιν γουάρας. — Και αυτοί οι γουάρας δαγκάνουσιν; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.
— Πα! ο Δίγγος με έν άνοιγμα του στόματός του ειμπορεί να χάπτη από ένα.
— Αδιάφορον, είπεν ο Ζακ μετά του τελευταίου χασμήματος, οι γουάραι είναι λύκοι, αφού τους ονομάζουσι λύκους.
Και ταύτα ειπών ο Ζακ απεκοιμήθη ησύχως εις τας αγκάλας της Ναν, ήτις εστήριζε τα νώτα εις τον κορμόν της μαγγιέρας. Η κυρία Βέλδων, κατακειμένη πλησίον της, έδωκεν έν τελευταίον φίλημα εις το μικρόν παιδίον της, και οι βεβαρυμένοι οφθαλμοί της δεν εβράδυναν να κλεισθώσι διά την νύκτα.
Μετά τινας στιγμάς ο Ηρακλής επανέφερεν εκεί τον εξάδελφον Βενέδικτον, όστις είχεν απομακρυνθή όπως κυνηγήση πυροφόρα. Ταύτα είναι κοκούγοι, ή φωτειναί μυίαι, τας οποίας αι κομψευόμεναι γυναίκες θέτουσιν εις την κόμην των ως αληθείς πολύτιμους λίθους. Τα έντομα ταύτα, άτινα εκπέμπουσι λάμψιν ζωηράν και κυανωπήν διά δύο κηλίδων ευρισκομένων εις την βάσιν του θώρακός των, είναι πολυαριθμότατα εν τη Νοτίω Αμερική. Εσκόπευε λοιπόν ο εξάδελφος Βενέδικτος να συλλέξη εξ αυτών πολλά· αλλ' ο Ηρακλής δεν τω άφησε καιρόν, και μεθ' όλας τας διαμαρτυρίας του, τον επανέφερεν εις το μέρος του σταθμού. Τούτο δε διότι όταν ο Ηρακλής ελάμβανε διαταγήν τινα, την εξετέλει στρατιωτικώς, — όπερ βεβαίως έσωσεν εκ της εν τω κασσιτερίνω κιβωτίω του εντομολόγου φυλακίσεως μεγάλου αριθμού φωτεινών μυιών.
Μετά τινας στιγμάς, εξαιρέσει του φρουρούντος γίγαντος, πάντες εκοιμώντο βαθέως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
ΕΚΑΤΟΝ ΜΙΛΙΑ ΕΝ ΔΕΚΑ ΗΜΕΡΑΙΣ
Συνήθως οι περιηγηταί ή οι διατρέχοντες τα δάση οι κοιμηθέντες εν υπαίθρω εξεγείρονται υπό ορυγμών ιδιοτρόπων και δυσαρέστων. Τα πάντα υπάρχουσιν εν τη εωθινή εκείνη συμφωνία, κρωγμοί, γρυλλισμοί, κοασμοί, υλακαί και σχεδόν ομιλίαι, εάν θέλη τις να παραδεχθή την λέξιν ταύτην, ήτις συμπληροί την σειράν των διαφόρων τούτων θορύβων.
Είναι πίθηκοι χαιρετίζοντες ωσαύτως την έλευσιν της ημέρας. Εκεί συναντώνται οι μικροί μαρικίνοι, οι ποικιλόχροοι σαγουίνοι, οι λευκόφαιοι μόνοι, των οποίων το δέρμα μεταχειρίζονται οι Ινδοί προς περικάλυψιν των πυρεκβόλων λίθων των όπλων των, οι σαγού γνωριζόμενοι εκ των δύο μακρών δεσμών των πτερών των, και πολλά άλλα είδη της πολυαρίθμου ταύτης ομοιογενείας.
Εκ των διαφόρων εκείνων τετραχείρων, οι σπουδαιότεροι βεβαίως είναι αι γουερίβαι, με ουράν σκαλωτήν και πρόσωπον Βεελζεβούλ. Όταν ανατέλλη ο ήλιος, ο γηραιότερος της αγέλης τονίζει διά φωνής επιβλητικής και απαισίας, μονότονον ψαλμωδίαν. Είναι ο βαρύτονος του θιάσου. Οι νέοι οξύφωνοι επαναλαμβάνουσι μετ' αυτόν την εωθινήν συμφωνίαν. Οι Ινδοί λέγουσι τότε ότι οι γουερίβαι προσεύχονται. Αλλά φαίνεται ότι κατ' εκείνην την ημέραν, οι πίθηκοι δεν προσηυχήθησαν, καθότι δεν ηκούσθησαν, και εν τούτοις η φωνή των ακούεται μακράν, καθότι παράγεται εκ της ταχείας αναπάλσεως οστεώδους τινός τυμπάνου εσχηματισμένου εκ της εξογκώσεως του υοειδούς οστού του λαιμού των.
Εν συντόμω, είτε διά τον ένα λόγον είτε διά τον άλλον, μήτε οι γουερίβαι, μήτε οι σαγού, μήτε άλλα τετράχειρα του απεράντου εκείνου δάσους ετόνισαν την πρωίαν εκείνην την συνήθη αυτών μελωδίαν.
Τούτο δεν ευχαριστεί τους νομάδας Ινδούς. Ουχί διότι οι ιθαγενείς ούτοι αρέσκονται ες το είδος τούτο εν χορώ μουσικής, αλλά διότι ευχαρίστως θηρεύουσι τους πιθήκους, και εάν πράττωσι τούτο, σημαίνει ότι το κρέας του ζώου τούτου, προπάντων όταν ταριχεύεται, είναι εξαίρετον.
Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού δεν εγίνωσκον βεβαίως τας έξεις ταύτας των γουερίβων, καθότι η σιωπή εκείνη θα τους εξέπληττεν. Αφυπνίσθησαν λοιπόν ο είς μετά τον άλλον, και καλώς έχοντες μετά την ανάπαυσιν εκείνην την οποίαν ουδείς θόρυβος ετάραξεν.
Ο μικρός Ζακ δεν αφυπνίσθη εκ των τελευταίων. Η πρώτη αυτού ερώτησις ήτο εάν ο Ηρακλής έφαγε λύκον τινά κατά την νύκτα. Ουδείς λύκος είχεν εμφανισθή και επομένως ο Ηρακλής δεν είχεν έτι προγευματίσει.
Άλλως τε δε όλοι ήσαν νήστεις ως αυτός, και μετά την εωθινήν προσευχήν, η Ναν ενησχολήθη εις την προετοιμασίαν του προγεύματος.
Τα φαγητά ήσαν τα αυτά ως τα της προτεραίας, αλλά μετά της ορέξεως εκείνης ην αυξάνει ο πρωινός αήρ του δάσους, ουδείς εσκέφθη να φανή δύσκολος. Προ παντός άλλου έπρεπε ν' αναλάβωσι δυνάμεις διά μίαν ημέραν πορείας, και ανέλαβον αυτάς. Διά πρώτην φοράν ίσως ο εξάδελφος Βενέδικτος εννόησεν ότι το τρώγειν δεν είναι αδιάφορος η ανωφελής πράξις του βίου. Εκήρυξεν όμως ότι δεν ήλθε διά να περιέρχεται την χώραν με τας χείρας εις τα θυλάκια, και ότι εάν ο Ηρακλής τον εμποδίση πάλιν να κυνηγήση κοκούγιους και άλλας φωτεινάς μυίας, ο Ηρακλής θα είχε κακούς λογαριασμούς μετ' αυτού.
Η απειλή αύτη δεν εφάνη πτοήσασα υπερβαλόντως τον γίγαντα. Εν τούτοις η κυρία Βέλδων τον έλαβε κατά μέρος και τω είπεν ότι ηδύνατο ίσως να αφίνη το μεγάλον παιδίον της να τρέχη δεξιά και αριστερά, αλλ' επί τω όρω να μη το χάνη από τα βλέμματά του. Δεν έπρεπε να αποκόψη εντελώς από τον εξάδελφον Βενέδικτον τας τοσούτον φυσικάς εις την ηλικίαν του ηδονάς εκείνας.