← Table of contents
Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις

Front matter

Agathoklis Konstantinidis translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been transferred at the end of the book.// Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Πρώτη σελίδα
Πρώτη σελίδα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΚΚΡΙΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΞΕΝΩΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ Κ.Κ ΣΠ. ΒΑΣΗ (Καθ. εν τω Πανεπ.), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ — Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ), Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. της φιλ.), ΣΠΥΡ. Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Μ. ΛΑΠΠΑ (δ. φ.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ (δ.φ). Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), — Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. γυμν.), Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ. φ.). Ε. ΡΟΪΔΟΥ δ. ν.) Σ. Κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Ι. ΣΒΟΡΩΝΟΥ (διευθ. νομισμ. μουσ.), Γ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (γυμνασιάρχ.), ΧΡ. ΤΣΟΥΝΤΑ (εφ. τ. αρχ.), Δ. ΦΙΛΙΟΥ (εφ. τ. αρχ.), Γ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (καθ. εν τω Πανεπ.) και άλλων λογίων. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΕ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡ. 12. Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΝΤΣΙΝΣΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Ν. ΓΟΓΟΛ ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΚΩΜΩΔIΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑI ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ ΥΠΟ ΑΓΑΘ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1901

Δεύτερη σελίδα
Δεύτερη σελίδα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ

Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ

ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ν. ΓΟΓΟΛ

ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕIΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ ΥΠΟ

ΑΓΑΘΟΚΛ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1901

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΠΙΟΤΡ ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΙΤΣ ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ, εύπορος γαιοκτήμων του Γιαροσλάβ, κάτοικος χωρίου, ετών εξήκοντα. ΛΥΔΟΤΣΚΑ, θυγάτηρ του. ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΒΝΑ ΑΤΟΥΓΕΦ, ηλικιωμένη γυνή. ΒΛΑΔΗΜΙΡ ΔΜΗΤΡΙΤΣ ΝΕΛΚΗΝ, γαιοκτήμων, γείτων των Μούρομσκη, νέος, υπηρετήσας εις τον στρατόν. Φέρει μύστακας. ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΙΤΣ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ, ωραίος ανήρ, — κανονική, και ουχί συνήθης φυσιογνωμία, πυκναί παραγναθίδες· δεν φέρει μύστακας· τεσσαρακοντούτης περίπου. ΙΒΑΝ ΑΝΤΩΝΙΤΣ ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ, μικροκαμωμένος, αλλά στιβαρός ανθρωπίσκος, πεντηκοντούτης περίπου. ΝΙΚΑΝΩΡ ΣΑΒΒΙΤΣ ΜΠΕΚ, τοκογλύφος. ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ, έμπορος. ΘΟΔΩΡΟΣ, θαλαμηπόλος του Κρετσίνσκη. ΤΙΣΣΚΑΣ, θυρωρός εν τη οικία των Μούρομσκη. Αστυνομικός υπάλληλος. Υπηρέται.

Η σκηνή εν Μόσχα.

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

Πρωία. Αίθουσα υποδοχής εν τη οικία των Μούρομσκη. Ευθέως απέναντι του θεατού μεγάλη θύρα προς την μεγάλην κλίμακα· δεξιά — θύρα του κοιτώνος του Μούρομσκη, αριστερά — των δωματίων της Ατούγεφ και Λύδοτσκας· επί της παρά το διβάνιον τραπέζης ευρίσκονται τα διά τεϊοποσίαν χρήσιμα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΑΤΟΥΓΕΦ

(Εξέρχεται εκ της αριστεράς θύρας, παρατηρεί το δωμάτιον και ανοίγει την προς την μεγάλην κλίμακα θύραν).

Τίσσκα! αι, Τίσσκα!

ΤΙΣΣΚΑΣ (όπισθεν των παρασκηνίων).

Αμέσως.

(Εισέρχεται εν στολή, με πλατείαν κιτρίνην ταινίαν, ακτένιστος και ολίγον οινοβαρής).

ΑΤΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί πολύ).

Κύτταξε μούτρα!. . . (Σιγή). Γιατί δεν εκτενίσθης;

ΤΙΣΣΚΑΣ

Όχι με συγχωρείτε, Άννα Αντώνοβνα, εχτενίσθηκα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και τη μούρη σου δεν την έπλυνες.

ΤΙΣΣΚΑΣ

Όχι, με συγχωρείτε, την έπλυνα· μάλιστα, την έπλυνα. Αφότου επροστάξατε να τήνε πλένω, από τότε πάντα τήνε πλένω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έφερε ο γερμανός το κουδούνι;

ΤΙΣΣΚΑΣ

Το έφερε, κυρία, μάλιστα, το έφερε.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δόσε μου το, και φέρε την σκάλα. (Ο Τίσσκας φέρει τον κωδωνίσκον και την κλίμακα). Άκουσε λοιπόν τώρα. Μα εσύ είσαι βλάκας· δεν θα καταλάβης τίποτε.

ΤΙΣΣΚΑΣ

Τι λέτε, κυρία, γιατί δε θα καταλάβω: εγώ, ό,τι μου λέγει η ευγένεια σας τα καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αν έλθη κυρία, κτυπάς το κουδούνι δυο φοραίς.

ΤΙΣΣΚΑΣ

Πολύ καλά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αν είνε κύριος, — κτυπάς μια φορά!

ΤΙΣΣΚΑΣ

Πολύ καλά,

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αν είνε κανένας πραγματευτής ή έμπορος, να μη κτυπήσης.

ΤΙΣΣΚΑΣ

Κι' αυτό γίνεται, Άννα Αντώνοβνα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εκατάλαβες;

ΤΙΣΣΚΑΣ

Εκατάλαβα, κυρία, καλά το εκατάλαβα . . . Αμέ νάρθω να σας το πω — δε χρειάζεται;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς να μη μου το πης; Χωρίς άλλο νάρθης να το πης.

ΤΙΣΣΚΑΣ

Πρώτα, το λοιπόν, προστάζετε να κτυπήσω το κουδούνι, κ' έπειτα νάρθω να σας το πω;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι βλάκας! Είδες εκεί, βλάκας! Πώς είνε δυνατόν, βρε ανόητε, να κτυπήσης πρώτα και έπειτα να το αναγγείλης!

ΤΙΣΣΚΑΣ

Μάλιστα.

ΑΤΟΥΓΕΦ Ανέβα λοιπόν να το καρφώσης.

(Ο Τίσσκας κρατών σφυρίον και τον κώδωνα ανέρχεται την κλίμακα)

ΑΤΟΥΓΕΦ

Στάσου . . . Έτσι.

ΤΙΣΣΚΑΣ, (τοποθετών το καρφίον μετά του κώδωνος)

Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πιο ψηλά.

ΤΙΣΣΚΑΣ (ανερχόμενος ακόμη)

Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ψηλότερα σου λέγω.

ΤΙΣΣΚΑΣ (εκτείνων την χείρα προς τα άνω)

Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά σπουδής) Στάσου, στάσου . . . πού πας; . . . πιο

κάτω!

ΤΙΣΣΚΑΣ (καταβιβάζων χαμηλότερα την χείρα)

Έτσι;

ΑΤΟΥΓΕΦ (οργιζομένη)

Τώρα ψηλότερα! Χαμηλότερα!! Ψηλότερα!!! Χαμηλότερα!! . . . Αχ, Θεέ μου! Μα τι διάβολο, δεν καταλαβαίνεις ρωμαίικα, βλάκα; . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ

Πώς δεν καταλαβαίνω! . . . καταλαβαίνω, πολύ καλά καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ (με ανυπομονησίαν)

Τι κάθεσαι και μουρμουρίζεις εκεί; . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ

(αποσπά τον κώδωνα εντελώς εκ της θέσεώς του και στρέφεται προς την Ατούγεφ)

Εγώ, κυρία, λέγω, γι' αυτό πού είπατε, πως τάχα δεν καταλαβαίνω, θέλω να 'πώ, πως καταλαβαίνω, κυρία, πολύ καλά καταλαβαίνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι θα κάμης λοιπόν, θα το καρφώσης ή όχι;

ΤΙΣΣΚΑΣ

Όπως με προστάξετε, κυρία.

ΑΤΟΥΓΕΦ (χάνουσα την υπομονήν της)

Άααάχ, Θεέ μου! Εδώ, χάνει κανένας πια την υπομονή του, μαζύ σου! . . Είσαι μεθυσμένος!!! . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ

Ήμαρτον Κύριε! Εγώ μονάχα, κυρία, σας λέγω, που είχατε ειπεί, πως δεν καταλαβαίνω, κ' εγώ, κυρία καταλαβαίνω την ευγενεία σας πολύ καλά.

ΑΤΟΥΓΕΦ (σταυρώνουσα τας χείρας)

Δε μου λες, κακούργο, παιγνίδι θες να παίξης μαζύ μου; . . . Επίτηδες ανέβηκες εκεί απάνω ν' ανοίξης κουβέντα; . . . Κάρφωνε γλήγωρα! . . .

ΤΙΣΣΚΑΣ

Πού θέλει η ευγενεία . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

(εκτός εαυτής εντελώς κτυπά το έδαφος δια του ποδός)

Κάρφωνε, κακούργε, κάρφωνε όπου θέλεις . . έννοια σου, μεθύστακα, κ' εγώ θα σε διορθώσω.

ΤΙΣΣΚΑΣ

(τοποθετεί αμέσως το καρφίον εκεί που και κτυπά αυτό με όλην του την δύναμιν).

Καταλαβαίνω . . . εγώ πολύ καλά νοιώθω . . . Κυρά . . . κυρ . . . ου . . . ου . . . ουχ!!!

(ανατρέπεται. Η κλίμαξ πίπτει. Θόρυβος . . . Προστρέχουσιν υπηρέται)

ΑΤΟΥΓΕΦ (κραυγάζει)

Χριστέ και Παναγία!! Θα σκοτωθή.

ΤΙΣΣΚΑΣ (ανωρθούμενος μειδιά)

Όχι, κυρία, δεν εσκοτώθηκα.

(Οι υπηρέται τοποθετούσι την κλίμακα και καρφόνουν τον κώδωνα).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Οι άνω και Μούρομσκης με κοιτωνίτην και πίπαν, εμφανίζεται εις την θύραν δεξιά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι συμβαίνει; Τι κάμνετ' εκεί;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τίποτε δεν κάμνομε. Νά, ο Τίσσκας είνε πάλι μεθυσμένος.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μεθυσμένος;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι. Κύτταξέ τον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· είνε στουπί από το μεθύσι.

ΤΙΣΣΚΑ

Κύριε ελέησον, αφέντη Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Η ευγενεία της λέει πως είμαι μεθυσμένος. Εγώ μεθυσμένος; Αν ήμουνα εγώ μεθυσμένος και εκουτρουβαλούσα από τη θεόρατη εκείνη σκάλα, θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου; Άρχισα, αφέντη, να μπήγω το καρφί, επαραξάμωσα και μ' εγύρισε έτσι δα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον παρατηρεί κινών την κεφαλήν).

Σ' εγύρισε, σ' εγύρισε! . . Κρεμήσου στη θέσι σου, είδωλο.

(Ο Τίσσκας εξέρχεται μετ' άκρας προφυλάξεως· οι υπηρέται αποφέρουν την κλίμακα).

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Μούρομσκης και Ατούγεφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (Ακολουθών διά του βλέμματος τον απερχόμενον Τίσσκαν)

Βέβαια είνε μεθυσμένος . . . Μα τι φασαρίαις είχατε εδώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εβάζαμε κουδούνι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).

Πάλι κουδούνι; Πού είνε; Τί συμβαίνει; . . . (ιδών τον κρεμάμενον κώδωνα). Τι είν' αυτό; Εδώ; μέσα εις την αίθουσαν; . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα τι, τον κώδωνα του κίνδυνου θα κτυπάτ' εδώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Σήμερα παντού είνε έτσι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Έλα Χριστέ και Παναγιά! Μα αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε πάλι από τ' άγραφα!... Στο διάβολο — βαρέθηκα! . . . (Βαδίζει). Εδώ πα να χάση κάνεις το νου του . . . Εδώ κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκεις το μπελά σου! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Καλέ, τί είν' αυτά που κάθεσαι και λες! Γιατί θαύρης το μπελά σου; Σε παρακαλώ να μ' αφήσης να τακτοποιήσω εγώ το σπήτι όπως ξεύρω. (Σιγή. Ο Μούρομσκης βαδίζει εν τη αιθούση. Η Ατούγεφ πίνει τέιον). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, είνε ανάγκη να δώσωμεν εσπερίδα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ιστάμενος απέναντι της Ατούγεφ).

Εσπερίδα; Τι εσπερίδα; Δια ποίαν εσπερίδα ομιλείς;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εννοείται, από ταις συνηθισμέναις. Σαν να μη ξέρεις! Νά, κανένα χορουδάκι . . . έτσι, όπως την άλλη φορά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα δεν μου είχες ειπή, νομίζω, πως εκείνη ήτον η τελευταία και πως άλλην δεν θα δώσωμε;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, δεν γίνεται, η ευπρέπεια, βλέπεις, ο κόσμος το απαιτεί.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καλός είν' ο κόσμος σας — το απαιτεί! . . . Δεν πηγαίνει να χαθή στα τάρταρα . . . το απαιτεί . . από ποιόν; από μένα τάχα το απαιτεί; Άφησε της περιφάνειες, σε παρακαλώ! Νομίζει κανείς πως εχάσατε το νου σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εγώ έχασα το νου μου! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μάλιστα! Μ' εκουβαλήσατε στη Μόσχα: αρχίσετε τις φαντασίαις, χορούς απ' εδώ, χορούς απ' εκεί, έξοδα λογής λογής, γνωριμίες . . . φασαρίες, θόρυβος! . . . Μου εφέρετε το σπίτι μου άνω κάτω· τον υπηρέτη μου τον Πετρούσκα — τι καλό παιδί που ήτον — μου τον ενδύσατε σαν χιλιδόνι. Αυτόν τον βλάκα τον Τίσσκα, τον τσαγκάρη, τον επροβιβάσατε εις θυρωρόν, επιάσετε και του φορέσατε στολή· νά, (δεικνύων τον κώδωνα) εκρεμάσετε και κουδούνια! όλο το σπίτι βοΐζει! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εννοείται, βοΐζει. Σου λέγω, πως όλοι οι άνθρωποι τάχουν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα, κυρά μου! Οι άνθρωποι έχουν πολλά δαιμόνια — ποιόν να πρωτοπροφθάσης! . . . Αμ' εδώ τι εβάλατε; (δεικνύων το δοχείον με τα επισκεπτήρια) τι κουτί δι' ελεημοσύνας είν' αυτό; τι καλά συνάζετε;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αυτό είνε . . επισκεπτήρια.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κινών την κεφαλήν του).

Ονομαστικός κατάλογος φαφλατάδων . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ποια; τα επισκεπτήρια;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Βαγαπόντισσες, κατεργάριδες με τώνομα, ανθρώπους, οι οποίοι, σαν ατσίγκανοι, γυρίζουν όλη την ημέρα από σπίτι, σε σπίτι και κουβαλούν κάθε λογής βρώμες όχι πια με τα παπούτσια αλλά με την γλώσσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ποιοι, αυτοί, οι καθώς πρέπει άνθρωποι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτοί, μάλιστα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Χα-χα-χά! Να γελά κανείς και να κλαίη! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι! να κλαίη!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μα τάχα μπορείς να πης τώρα πως ξέρεις και συ τον κόσμο;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ούτε να τόνε ξέρω θέλω!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μα συ όλη σου τη ζωή την έκαμες εις το κτήμα, εις το Στρέσσνιεβο.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Την έκαμα, μάλιστα, την έκαμα, κυρία μου. Σ' αυτό δεν πρέπει νάχετε παράπονο· για να κάμω εγώ εκεί τη ζωή μου, κάμνετε σεις εδώ τους μπάλους.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αυτό, κύριε, είνε χρέος σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ποιο; — να κάμνωμε μπάλους;!!!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έχετε κόρη της παντρειάς!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Να προσκαλώ ανθρώπους. (Χειρονομεί). Εδώ! Εδώ! . . . Κ' εκείνοι βέβαια, να έρχωνται, να τρων, να πίνουν να περιδρομιάζουν κ' ύστερα να μας κοροϊδεύουν κιόλας! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τότε καλείτερα νάχη να κάμη κανείς με μουζίκους!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καλείτερα. Όταν έχω να κάμω με μουζίκους, ή εγώ θα οφεληθώ ή αυτός, καμμιά φορά και οι δυο. Μα από τα κουδούνια σας τι κέρδος ειμπορεί να προκύψη;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και όλο για το κέρδος θα ζη κανείς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μάλιστα! . . . πρέπει!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ημείς δεν είμεθα της ελεημοσύνης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Θα γίνομεν! (Χειρονομών). Κάθομαι και κουβεντιάζω μαζύ σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τότε πήγαινε λοιπόν να κρυφθής σε καμμιά γωνιά και να σαπίσης μες στο βούρκο με τίποτε παράξενους μαζύ!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αι, κυρά μου, τέτοιοι παράξενοι σαν και λόγου μας . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αυτό δεν το ξέρομε. Δεν υπέφερα και λίγα βάσανα μ' αυτούς στον περασμένο μας χορό! Η Στεπανίδα Πετρόβνα σας, πού 'πήγε και την ευρήκε εκείνη τη σκουφέτα . . . κ' είνε δα και χονδρή η ευλογημένη, κ' επήγε και εθρονιάσθηκε μες στη μέση του καναπέ και τον έπιασε όλο. Άμα γύρισα και την είδα, επιάστηκε η καρδιά μου! . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και τι τάχα, κακοντυμένη ήτον; αυτή είνε καλή γυναίκα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι βγαίνει, μάτια μου, πως είνε καλή; Ποιος σ' ερωτά γι' αυτό; . . Καλοντυμένη ήτον μα καθένας θα ρωτήση: τι πράμα είν' αυτή; Να σου πω, να ήμουνα εγώ, θα επροτιμούσα να μ' εκατάπινε η γη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και τι άσχημο βρίσκεις, κι' αν ερωτήσουν, τι πράγμα είνε αυτή; εγώ δε βρίσκω κανένα άσχημο. Το μόνο άσχημο για μια νέα κόρη είνε το τι θα μάθη απ' αυτά; τι θ' ακούση; Βγαίνει σταις δώδεκα από την κάμαρά της — πάη να μοιράση επισκεπτήρια . . . Νά ενασχόλησις μια φορά! Έπειτα — σύρτα φέρτα στους δρόμους, στα θέατρα, στους χορούς. Δε μου λες ζωή είν' αυτή; Γιατί την ετοιμάζετε; Τι τήνε μαθαίνετε; αι; ανεμοδούρα θα την καταντήσετε; άρες-μάρες και κομάν πορτέ βου;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και πώς ορίζετε σεις να τήνε σπουδάσωμε; Τι να τήνε μάθωμε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δουλειά, κυρία μου, τάξι.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τότε πάρετέ της μια γερμανίδα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Η ενασχόλησις μέσα στο σπήτι . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Επαρχιώτισσα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Η οικονομία . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Οικονόμα! . . γυρίστρα!! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ανατείνων τας χείρας)

Έλεος, κυρία! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι, σου βαρειοφάνηκε; . . . αμ' τι θαρρείς; . . Το καλείτερον είνε να μου πήτε ωρισμένως, θα δώσωμε εσπερίδα ή όχι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δε θέλω!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τότε θα δώσω εγώ με έξοδά μου: Περιουσία έχω ιδική μου!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δώσε! ποιος σ' εμποδίζει;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Νά η ώρα, που για της ιδιοτροπίαις ταις δικαίς σου θα κάθεται το κορίτσι στη γωνιά, χωρίς καβαλιέρους. Συ μοναχά αυτό ξεύρεις — έξοδα να μη γείνουν. Μα χωρίς έξοδα, φίλε μου, το κορίτσι δεν το παντρεύεις

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Άκου 'κεί! . . Αυτονών τους μπήκε και καλά στο κεφάλι, πως χωρίς έξοδα ένα κορίτσι δεν παντρεύεται! Κυρία! Όταν ξεύρουν, ότι η κόρη είνε φρόνιμη, από καλό σπίτι, και έχει και προίκα, κάθε άνθρωπος καθώς πρέπει τήνε πέρνει· με τα έξοδα όμως, με τα συρταφέρτα σας και ξέρω 'γώ, τήνε παντρεύεις, μα θάρθη καιρός να το μετανοιώσης.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ώστε, κατά την ιδέα σου, ας πάρη κανένα βλαχοδήμαρχο;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι βλαχοδήμαρχο, κυρία μου, αλλά άνθρωπο γερό . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ (διακόπτουσα).

Ναι, κι' αυτός ο γερός να πάη να τήνε θάψη στο χωριό! . . Τότενες, πάντρεψέ την δια της βίας, δέσε την χειροπόδαρα . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καλέ δεν ανασαίνεις και λιγάκι

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αέρα, λέγω, αέρα να πάρης! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι είν αυτά, κύριε . . .

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Οι άνω και Λύδοτσκα, παραφορτωμένη στολισμούς, πλησιάζει προς τον πατέρα της.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Καλημέρα μπαμπάκα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φαιδρυνθείς).

Α, να την και η βασιλοπούλα μου! (Την λαμβάνει εκ της κεφαλής την φιλεί). Χαϊδεμένη μου!

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (πλησιάζει προς την θείαν της).

Καλημέρα θείτσα!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αι, τι έκαμες λοιπόν, με ποιόν εχόρεψες χθες;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, μπαμπάκα, εχόρευσα πολύ!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μαζούρκα με τον Μιχαήλ Βασίλειεβιτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Με τον Κρετσίνσκη;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, μπαμπά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι λες, κυρά μου! Αυτός, καιρός είνε πια να τ' αφήση αυτά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και γιατί;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Γιατί είνε άνθρωπος περασμένος πια· αυτός θα είνε σαρανταρίτης.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι λόγια είν' αυτά που λες; Τα τριάντα τάχει δεν τάχει.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Και τι ωραία που χορεύει! . . . Τρέλλα! μάλιστα το βαλς.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Καλέ είνε παληκαράκι!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δε ξέρω τι του βρίσκετε αυτού του Κρετσίνσκη. Δε λέγω, — άνδρας παρουσιαστικός, ευχάριστος άνθρωπος, μα να τον 'δήτε, λένε, όταν παίζη χαρτιά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Νά η ώρα ν' ακούς τι λέγει ο ένας και ο άλλος. Αυτά είνε όλο λόγια του δικού σου του Νέλκην. Και πού πηγαίνει αυτός; και πού τ' ακούει; Ποιος δεν παίζει σήμερα; Σήμερα όλοι παίζουν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Παιγνίδι από παιγνίδι διαφέρει. Νά ο Νέλκην, ποτέ δεν πιάνει στο χέρι του χαρτιά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τώπιασες τώρα με τον Νέλκην σου. Αν τον έβλεπες πώς φέρεται στον κόσμον, θαρρώ, πως δεν θα τάλεγες αυτά. Είνε μια ντροπή! Νά, χθες κατόρθωσα να του στείλη πρόσκλησιν η πριγκηπέσσα — τον έφερα στο χορό. Ήλθε. Τι νομίζεις; εχώθηκε σε μια γωνιά κι' από 'κεί έβλεπε σαν κανένα αγρίμι: κανένα δεν ξέρει. Νά τι θα ειπή να ζη κανείς στο χωριό!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι να γείνη! ντροπαλός είνε, λίγο κόσμο είδε. Αυτό δεν είνε ελάττωμα.

ΑΤΟΥΤΕΦ

Δε λέγω κ' εγώ πως είναι ελάττωμα, αλλά σε υψηλή κοινωνία δεν πρέπει να πηγαίνη. Δεν τώχει τίποτε να πιάση τη Λύδοτσκα να τη χορέψη βαλς; Και χορεύει ελεεινά, τήνε τρέχη, να ιδής, σαν σίφουνας — το ντροπιάζει το κορίτσι!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εξαπτόμενος).

Γιατί, βλέπεις, σεις πηγαίνετε πίσω . . . Επήρετε και σεις δρόμο, που δεν σας πιάνει κανείς!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Λάθος έχετε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποσυρόμενος).

Να μην πατήσετε στη λάσπη, μέσα στην υψηλή κοινωνία σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν πατώ εγώ στη λάσπη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φεύγει).

Δεν το ξέρομε.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν πατώ . . . δεν πατώ . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Οι άνω εκτός του Μούρομσκη.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Γιατί, θείτσα, να θυμόνετε πάντοτε τον πατέρα;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δε μπορώ, δε μπορώ. Μας εφορτώθηκε με τον Νέλκην! (σιγή). Λύδα! Δε μου λες, τι εμιλούσατε με τον Κρετσίνσκη όταν εχορεύατε μαζούρκα; έβλεπα πως εμιλούσατε πολύ.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (ενδοιάζουσα).

Νά έτσι, θείτσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Γαλλικά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Γαλλικά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τρελλαίνομαι γι' αυτή τη γλώσσα, Αν και δεν τα καλοξέρω, τ' αγαπώ όμως φοβερά. Αμ' εσύ πως τα μιλής; Καλά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, καλά, θείτσα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αμ' αυτός — έχει καλή προφορά;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, πολύ καλή.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι επιτηδειότητα, καλέ, που την έχει, και τα 'μιλεί τόσο ωραία που θαρρείς πως τρέχει μέλι από το στόμα του! Αμ' όταν λέγει αυτό — parbleu — τι ωραία! Γιατί εσύ, Λύδοτσκα, δεν λες ποτέ: parbleu;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, θείτσα, το λέγω καμμιά φορά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Είνε πολύ ωραίο! Μα γιατί είσαι έτσι μελαγχολική;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θείτσα! Αλήθεια, νά, δεν ηξεύρω, πως να σας το πω . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι, αγάπη μου, τι;

ΛΥΔΟΣΤΚΑ

Θείτσα! Νά, μ' εζήτησε χθες.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ποιος; ο Κρετσίνσκης; Και τι σου είπε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ντρέπομαι, θείτσα μου, αλήθεια . . . μου είπε μοναχά πως τόσο μ' αγαπά! . . .

(Διακόπτεται).

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, και συ τι του είπες;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, θείτσα μου, εγώ δε μπόρεσα να πω τίποτε . . τον ηρώτησα μοναχά αν είν' αλήθεια πως μ' αγαπά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Άλλο τίποτε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Εγώ τίποτε άλλο δεν ημπόρεσα να 'πώ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αμ' έβλεπα εγώ, πως όλο εστριφογύριζες στα δάκτυλά σου μια κορδέλα. Λοιπόν; Τίποτε άλλο δεν του είπες; Μα δε σου είπα εγώ πώς έπρεπε να μιλήσης;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ.

Ναι, θείτσα μου, εγώ του είπα: parlez a ma tante et a papa.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έτσι βέβαια. Καλά έκαμες, Λύδοτσκα.

(Σιγή).

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, θείτσα μου, μου έρχεται να κλάψω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Να κλάψης; Και γιατί; Τι, μήπως δεν σου αρέσει;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, θείτσα, πολύ μου αρέσει. (Ρίπτεται εις τον τράχηλόν της και κλαίει)· Θείτσα μου, καλή μου θείτσα! τον αγαπώ! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έλα, αγάπη μου, φθάνει! (της απομάσσει τα δάκρυα). Και τι τάχα; Είνε λαμπρός άνθρωπος . . . έχει πολλάς γνωριμίας . . όλο τον κόσμο τόνε ξέρει.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όλους, θείτσα, όλους· με όλους είνε γνωρισμένος: εις το χορό όλους τους ήξευρε . . . Εγώ φοβούμαι μονάχα από τον πατέρα: δεν τον αγαπά. Λέγει πάντοτε πως θα με παντρέψη με τον Νέλκην.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δε βαρύνεσαι, όλα αυτά είνε λόγια. Ο πατέρας σου, βλέπεις, θέλει τον Νέλκην, γιατί, νά, είνε γείτονάς του, κατοικεί στο χωριό, τα κτήματά των είνε κολλητά, που λέγει ο λόγος ένα αυλάκι τους χωρίζει: Νά, γιατί τον θέλει τον Νέλκην.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ο μπαμπάς λέγει, πως είνε πολύ καλός άνθρωπος.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι λόγος! Αι, κόρη μου, έτσι είνε στον κόσμο: όποιος είνε βλάκας είνε και καλός· οποίος δεν έχει δόντια να δαγκάση, εκείνος κουνεί την ουρά του . . . Αν όμως πάρης τον Κρετσίνσκη — θα ιδής πως θα συγυρίση το σπίτι μας, τι φίλους θα αποκτήσωμε! . . . Είνε άνθρωπος με πολύ γούστο . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, θείτσα, πολύ! . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς μετεσκεύασε το δακτυλίδι μας το μονόπετρο — τρέλλα! Το είχε κλειδωμένο ο πατέρας σου μέσα στο κουτί του· τώρα όμως ποιος θα το ιδή και δε θα θαυμάση . . . Εγώ, έννοιά σου, θα μιλήσω με τον πατέρα σου.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Εμένα μου έλεγε πως έχει ανάγκη να φύγη από τη Μόσχα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πότε, γλήγορα;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αυταίς ταις ημέραις.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Για πολύν καιρό;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Δε ξέρω, θείτσα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ώστε λοιπόν πρέπει να του δώση απήντησιν;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (στενάζουσα).

Ναι, χωρίς άλλο πρέπει.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Λοιπόν, εγώ θα 'μιλήσω με τον πατέρα σου.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θείτσα! Δεν είνε καλήτερα να με ζητήση αυτός ο ίδιος; Σεις ξεύρετε, πόσον είνε επιτήδειος, έξυπνος, αξιέραστος . . (συλλογίζεται).

ΑΤΟΥΓΕΦ (προσβληθείσα).

Λοιπόν, κάμε, όπως θέλεις. Μήπως εγώ είμαι μάνα σου;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, θείτσα μου, τι λέγετε; Μη μ' αφήσετε έτσι. Σεις είσθε μητέρα μου, σεις — αδελφή μου, σεις τα πάντα. Σεις ξέρετε πως τον αγαπώ . . . (την φιλεί) πόσον τον αγαπώ . . . (διακόπτεται)· Αχ, θείτσα μου, τι λέξις που είνε αυτή — αγαπώ!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, καλά, καλά.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Εγώ δεν ηξεύρω και τι συμβαίνει μαζύ μου. Κτυπά η καρδιά μου, κτυπά κ' έξαφνα παύει. Δε ξέρω τι πράγμα είν' αυτό.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν είνε τίποτε, κόρη μου, θα περάση . . . Θαρρώ πως έρχεται ο πατέρας σου. Πρέπει αμέσως να του μιλήσω.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Αι άνω και Μούρομσκης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αι, τι κάμνετε σεις εδώ; Νά, με τραβά ο Μιχαήλ Βασίλειεβίτς σας να πάμε εις τους ιππικούς αγώνας. Τι είν' εμένα η δουλειά μου εκεί; Εμένα αυτά δε μ' αρέσουν.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Θα ιδής ανθρώπους τουλάχιστον.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι ανθρώπους κάθεσαι και λες — άλογα θα πάμε να ιδούμε, άλογα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τίποτε δεν ξέρετε! εκεί τώρα είνε όλος ο μ π ο μ ό ν τ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Στην οργή του θεού αυτός σας ο μπομ . . . {δυνατόν χτύπημα του κώδωνος) Άι! . . Να πάρ' ο διάβολος! Τι ευχή! Αυτού του Τίσσκα θα του σπάσω τα χέρια: είνε φοβερόν. Κυρά μου, σας λέγω (δεικνύων τον κώδωνα) να μου κάμετε τη χάρι να βγάλετε αυτά τα κουδούνια απ' εκεί.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, όπως θέλετε, δεν γίνεται: 'σ όλα τα σπίτια είν' έτσι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κραυγάζει).

Μα τι είν' αυτά, αλήθεια κι' απ' αλήθεια; Δε το θέλω κ' εξεμπέρδεψε!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Καλέ τι φωνάζεις έτσι; Έλα θεέ μου! (δεικνύουσα την θύραν ηρέμα), Δε 'ντρέπεσαι τουλάχιστον τους ξένους ανθρώπους;

(Ο Μούρομσκης προσβλέπει).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και θλίβει την χείρα του Μούρομσκη).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι εγινήκατε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς; ήρχισα να ανηχυχώ για σας.

ΝΕΛΚΗΝ

Ναι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· (κάμνει χειρονομίαν) το έρριξα όξω κι' όξω: όλο χοροί . . . (προσβλέπει προς την θύραν). Να σας πω, Άννα Αντώνοβνα, πολύ βροντερό το κουδούνι σας . . . ωό!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Βλέπετε λοιπόν; δεν το λέγω μόνω εγώ·

ΝΕΛΚΗΝ

Αλήθεια, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — δεν σας είπα, στον χορόν της πριγκηπίσσης, τα ίδια (συστρέφει την κεφαλήν) . . . μόλις άρχισα ν' αναβαίνω τη σκάλα . . . φώτα, που λέτε, σα μέρα· το ξέρω το σπίτι· υπηρέται πλήθος, — όλο και με σειρίτια χρυσά . . . ανεβαίνω, που λέτε στη σκάλα και κυττάζω: πού το δικό σας! Καθώς δίνει μια μέσα στ' αυτί μου — θαρείς και με περίχυσες με θερμό! Δεν εκατάλαβα πως μ' έσυραν τα πόδια μου στη σάλα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Για τούτο και δεν σας έσυραν τόσο καλά . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διακόπτων).

Εσείς, κυρά μου, σας λέγω, πως έχετε σκοπό μ' αυταίς ταις καμπάναις να με διώξετε από το σπίτι.

ΝΕΛΚΗΝ

Δεν ετοιμάζεσθαι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς για το Στρέσνεβο;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Διόλου δεν ετοιμαζόμαστε, κύριέ μου! Ίσως μετά τις αποκρηές, προτήτερα όμως — τι να πα να κάνουμε στο χωριό;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Βλέπεις; τι να κάμουμε στο χωριό; Πήγαινε μίλιε με δ' αύτους! . . Πρέπει, κυρά μου, να πα να δώσωμε διαταγάς για το καλοκαίρι, — να σηκώσουν την κοπριά: χωρίς την κοπριά χορό δεν ειμπορείς να δώσης.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και ο Ιβάν Σίδωρωφ τι κάνει εκεί; Τι, και την κοπριά δεν είν' άξιος να φορτώση στ' αμάξι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δε μπορεί.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δε ξέρω — περίεργο αλήθεια . . . Και πρέπει λοιπόν ο ίδιος ο νοικοκύρης να φορτώση την κοπριά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ο ίδιος.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ωραία ενασχόλησις!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δι' αυτό και μας πήρε όλους ο διάβολος.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Από την κοπριά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ναι, από την κοπριά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Χα, χα χα! Αυτό σε ξένους μην το ξαναπήτε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — γιατί θα γελάσουν μαζύ σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτό, κυρά μου, λίγο με μέλει, πως . . (παρόμοιος κωδωνισμός. Πάντες ανασκιρτώσιν. Ο Μούρομσκης οπισθοχωρεί και κραυγάζει ισχυρότερον ή πριν). Άι! . . Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! Κι' αυτό μου ξερίζωσε τα μέσα. Εγώ έτσι δε μπορώ να ζήσω . . . (πλησιάζει προς την Ατούγεφ). Καταλαμβάνετε, κυρά μου, πως εγώ έτσι δεν ειμπορώ να ζήσω! Τι, να με σκοτώσετε, θέλετε; . .

ΣΚΗΝΗ Η'.

Οι άνω και Κρετσίνσκης, (εισέρχεται θαρραλέος, ενδεδυμένος κομψώς, με ράβδον, με κίτρινα χειρόκτια και λουστρίνια υποδήματα χαμηλά).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, καλημέρα σας! (Στρέφεται προς τας κυρίας και υποκλίνεται) Mesdames! (πηγαίνει και θλίβει την χείρα των).

ΝΕΛΚΗΝ (ίσταται μεμακρυσμένως, κατ' ιδίαν).

Δε τον! από την αυγή του Θεού, πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις εδώ μέσα. (Ο Κρετσίνσκης διηγείται κάτι, χειρονομεί και σύρει τους πόδας του). Τζουτζές, σωστός Τζουτζές. Τι να κάμης; τας διασκεδάζει, αρέσει . . . . (αι κυρίαι γελούν). Νά! Ω, γυναίκες! Τι επιθυμούν αι γυναίκες; — κίτρινα χειρόκτια, λουστρίνια παπούτσια, μπαρμπετόνια που να εξέχουν πέρα και περισσότερο τρίξιμον! (Ο Κρετσίνσκης πηγαίνει εις την γωνίαν, τοποθετεί την ράβδον και τον πίλον του, εξάγει τα χειρόκτια του και χαιρετά σιωπηλώς τον Νέλκην). Αχ, Λυδία, Λυδία! (Στενάζει).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων τον κώδωνα)

Άννα Αντώνοβνα! Τι κώδων της Βουλής είνε αυτός που εκρεμάσατε εκεί;

ΑΤΟΥΓΕΦ (δειλώς).

Της Βουλής; . . . Πώς — της Βουλής;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Βροντόφωνος θέλω να ειπώ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

(πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκη και τον λαμβάνει εκ της χειρός).

Σ' ευχαριστώ, αδελφέ, Μιχάηλο Βασίλιτς, πολύ σ' ευχαριστώ, (προς την Ατούγεφ). Αι, τι λέγεις τώρα, Άννα Αντώνοβνα, αι; Μα κ' εγώ, αδελφέ, το καταλαβαίνω πως είνε παραφύσιν,

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι πράγμα;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι πράγμα, λέγει; Μα να, αυτό το καταχθόνιο κουδούνι! Αρρώστησα, βρε αδελφέ! Πράγματι κώδων της Βουλής. Νά, εδώ θαρρείς πως συνεδριάζει η Βουλή.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(βαίνων προς τον κώδωνα· όλοι τον ακολουθούν και παρατηρούν).

Ναι, είνε μεγάλος, πράγματι, είνε μεγάλος . . . . Α! μα αυτός έχει ελατήριον, a marteau . . . . ξεύρω, ξεύρω! . . .

ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν).

Εσύ και δεν θα ξεύρεις τα κουδούνια· εσένα αυτή είνε η δουλειά σου.

ΑΤΟΥΓΕΦ (πειστικώς)

Αυτό μας το έκαμε ο γερμανός.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, είνε ωραίος κώδων αλλά πρέπει να τον βάλετε κάτω εις την σκάλαν . . . κάτω πρέπει.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α — Αχ! σαν να 'φυγε κάτι τι από το στήθος μου . . . (ανοίγει την προς την κλίμακα θύραν). Αι, Τίσσκα, τρουβά, καντυλανάφτη! έλα δώ! (Εμφανίζεται ο Τίσσκας). Έλα 'δώ! Βγάλ' τον απ' εδώ αυτόν τον Πιλάτον!

(Ο Τίσσκας αφαιρεί τον κώδωνα και απέρχεται).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λίαν ραθύμως)

Δεσποσύνη, εξεκουράσθητε από τον χθεσινόν χορόν;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αισθάνομαι κάπως μικρόν κεφαλόπονον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Επεράσαμεν, αλήθεια, πολύ εύθυμα.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, τι εύθυμα, ναι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (θαρραλέως)

Πόσον ήτον ωραία η Λυδία Πετρόβνα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, και πόσον δροσερά, και πόσον αξιέραστος . . . αλήθεια για καμάρωμα.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (κάπως ταραχθείσα)

Μηχάηλο Βασίλιτς! τι λέγετε! Διά τον εαυτόν σας όμως δεν ομιλείτε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πώς, διά τον εαυτό του; Κύτταξέ την! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Εννοείται, μπαμπά! Όλη μου η τουαλέτα ήτον με την γνώμην του Μηχάηλο Βασίλειτς. Εγώ και η θεία μου εζητήσαμε την γνώμην του.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δα! Κύτταξε καλέ! Και έχετε καιρόν δι' αυτά τα πράγματα; Και ξεύρετε κι' από τέτοια;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι να κάμης, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! ιδιοφυία, βλέπετε. Και τώρα δεν αγαπάτε να κοπιάσετε εις την αυλήν διά να κρίνετε και την ιδιοφυίαν μου εις άλλο είδος;

(λαμβάνων τον Μούρομσκην της χειρός).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι, τι τρέχει; Τι να κάμωμεν στην αυλή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαριεντιζόμενος)

Εξεχάσατε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αληθινά, δε θυμούμαι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εγώ όμως, αν δίδω γνώμην διά τουαλέτας — δεν λησμονώ. Και το μοσχάρι το εξεχάσατε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α, να! — ναι, μάλιστα! Αι, λοιπόν; Σας το έφεραν από το κτήμα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, είν' εδώ πλέον. Είνε μισή ώρα τώρα που χαλά τον κόσμο στην αυλήν σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνων τον πίλον του)

Είμαι περίεργος να το ιδώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Mesdames! εφθάσαμεν.

(λαμβάνει νωχελώς τον βραχίονα του Μούρομσκη και τον οδηγεί έξω).

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Ατούγεφ, Λύδοτσκα και Νέλκην.

ΑΤΟΥΓΕΦ

(δεικνύουσα τον αναχωρούντα Κρετσίνσκην) Νά, τι θα πη άνθρωπος του κόσμου, Βλαδήμιρ Δμήτριτς! . . . . Charmant, charmant.

ΝΕΛΚΗΝ

Ναι, είνε άνθρωπος, αυτό . . . ζωηρός, εύθυμος . . . ολίγα καλά όμως ακούει κανείς γι' αυτόν.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και πού να σε χαρώ, ακούονται; σε καμμιά σπηληά ακούονται;

ΝΕΛΚΗΝ

Είνε, λέγουν, φοβερός χαρτοπαίκτης.

ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά δυσφορίας)

Αι, και σεις, μ' εσκοτίσετε με τα λόγια σας — και να με συμπαθάτε. Άλλο από κουτσομπολιές δεν ακούει κανείς από το στόμα σας. Εσείς τη Μόσχα δεν τήνε ξέρετε και ό τι ακούσετε από τον πρώτον τυχόντα μας το κουβαλάτε. Έτσι, φίλε μου, δεν ζούνε μες στας πόλεις. Είσθε νέος άνθρωπος και πρέπει να μιλήτε με προσοχή και να διαλέγετε καλείτερα ταις γνωριμίαις σας. Ποιος ήταν εκείνος που εκαθόσαστε μαζύ της προάλλαις εις το θέατρο; ποιος ήταν;

ΝΕΛΚΗΝ

Ήτον ένας έμπορος απ' εδώ, Άννα Αντώνοβνα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έμπορος;!! Ορίστε, με τον έμπορο επήγε κ' έκαμε γνωριμία!

ΝΕΛΚΗΝ

Καλέ τι λέγετε, Άννα Αντώνοβνα! Αυτός είνε ένας πολύ πλούσιος έμπορος . . . έχει ένα τέτοιο σπίτι! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και τι, τι έχει να κάνη το σπίτι; Και ο αστός έχει σπίτι. Και μήπως σας ταιριάζει ο έμπορος; Όποιος από την υψηλή κοινωνία σας ιδή μ' αυτόν δεν θα σας δεχθή στο σπίτι του.

ΝΕΛΚΗΝ

Και μήπως εγώ, Άννα Αντώνοβνα, πάγω γυρεύοντας;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εξαπτομένη)

Γιατί τα λέγετε αυτά; Μήπως πηγαίνομε 'μείς γυρεύοντας;

ΝΕΛΚΗΝ (υπολαμβάνων)

Λυδία Πετρόβνα! παρακαλώ: εγώ, σας βεβαιώ, δεν ήθελα να ειπώ ένα τέτοιο πράγμα . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, καλά, καλά! Ο Θεός μαζύ σας. Θα κάμετε καλά όμως να μην κακολογείτε τους ανθρώπους· έτσι είν' ο κόσμος, φίλε μου: αν είσαι καλός, θα σε ειπούν βλάκα· αν είσαι πλούσιος — έκτρωμα· αν είσαι γνωστικός — θα σε πουν ελεεινόν υποκείμενον ή κάτι χειρότερο. Τέτοιος είν' ο κόσμος. Ο Θεός ας τους ελεήση! ό,τι είνε ο άνθρωπος είνε.

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Οι άνω, Κρετσίνσκης και Μούρομσκης (εισέρχονται ταχέως).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Φίλτατέ μου Μιχάηλο Βασίλειτς! (τον λαμβάνει εκ της χειρός). Ευχαριστώ, ευχαριστώ! Μα . . . . να σας πω, με φέρνετε εις δύσκολον θέσιν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Παρακαλώ . . . παρακαλώ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αλήθεια, είνε ντροπή . . . Τι θαπή . . . Λύδα, Λύδοτσκα! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Τι, μπαμπά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Για κύτταξε, ο Μιχάηλο Βασίλειτς μου εχάρισε ένα μοσχάρι . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (περιποιουμένη τον πατέρα της)

Είναι ωραίο, μπαμπάκα;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (καμμύει τους οφθαλμούς).

Αρι-στούρ-γημα . . . Φαντάσου: κεφαλή, μάτια, μούρη, κερατάκια! . . . (καμμύει και πάλιν τους οφθαλμούς). Αριστούργημα . . . Και είνε από το κτήμα που έχετε στο Σιμπήρσκ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, ναι, από το κτήμα μου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Κ' έχετε λοιπόν κτήμα στο Σιμπήρσκ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Κτήμα, ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και έχετε καλήν κτηνοτροφίαν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Βεβαίως, εξαίρετον.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και σας αρέσουν και τα ζώα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μ' αρέσουν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ω Θεέ μου! ώστε και η οικονομία πάει να 'πή . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μειδιών)

Και αυτό, πάει να πή.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Το χωριό όμως, μου φαίνεται όχι τόσο . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετά θέρμης)

Πώς να σας πω; Εγώ λατρεύω το χωριό . . . Το καλοκαίρι το χωριό είνε παράδεισος. Αέρας καθαρός, ησυχία, ανάπαυσις! . . . Βγαίνεις εις τον κήπον, εις τον κάμπον, εις το δάσος — είσαι παντού νοικοκύρης, είνε όλα δικά σου. Και το κυανούν άπειρον και εκείνο είνε ιδικόν σου! Λαμπρά! θεία!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα, έτσι κ' εγώ τα αισθάνομαι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Σηκόνεσαι ενωρίς και μια και δυο στον κάμπο. Παντού χλιαρότης, όλα μοσχοβολούν . . . Εκεί εις τους σταύλους, εις το θερμοκήπιον, εις τον λαχανόκηπον . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αμή στ' αλώνι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Και στ' αλώνι . . . Παντού ζωή, παντού εργασία, η ήρεμος, η ειρηνική εργασία.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά στεναγμού)

Πράγματι ήρεμος ειρηνική εργασία . . . Είδες, Άννα Βασίλειεβνα, πώς 'μιλούν οι φρόνιμοι άνθρωποι!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έκαμες την εργασίαν σου, περιήλθες το νοικοκυριό σου, έκαμες όρεξιν — και μια και δυο στο σπίτι! . . Εδώ τώρα τι χρειάζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, αι; ειπέτε μου, τι άλλο χρειάζεται;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ευθύμως)

Τσάι, χωρίς άλλο τσάι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Όχι, όχι τσάι: καλείτερο από το τσάι, υψηλότερον από το τσάι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (απορών)

Δεν ηξεύρω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! σεις δεν ξεύρετε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (σκεπτόμενος)

Αληθινά δε ξεύρω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Η σύζυγος χρειάζεται!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παραφερόμενος)

Αλήθεια! πράγματι!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθών)

Και τι σύζυγος; (παρατηρεί την Λύδοτσκαν). Καλοκαμωμένη, ξανθή, ήσυχος νοικοκυρά, άκακος. Ήλθες στο σπίτι, την έπιασες από το κεφάλι, την εφίλησες και από τα δύο μάγουλα . . . «Καλημερούδια σου, γυναίκα! της λες, φέρε, γυναίκα, τσάι! . . .»

ΑΤΟΥΓΕΦ

Καλέ τι λέγετε! Χαρά ςτον τρόπο! Μ' αυτόν τον τρόπον η γυναίκα ούτε να κτενισθή δεν θα μπορή.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, Άννα Αντώνοβνα! Αι γυναίκες δεν θυμώνουν, όταν οι άνδρες τους χαλούν τη κτενισιά των· όταν δεν την χαλούν — τότε τους κακοφαίνεται· (ο Μούρομσκης γελά). Και το σαμοβάρι πια βράζει. Νά και ο γερο-πατέρας που μπαίνει· είναι άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του σαν το μπαμπάκι, κι' ακουμπάει στο δεκανίκι του, ευλογεί την γυναίκα σου. Να και ο κατεργαράκος ο εγγονός, που χώνεται κοντά του, — φοβείται τη μητέρα του και κολλιέται στον παππού του. Αυτή είνε η ζωή κατ' εμέ! Αυτή είνε η ζωή στο χωριό . . . (Στρεφόμενος προς την Λυδίαν). Τι λέγετε σεις, Λυδία Πετρόβνα — σας αρέσει το χωριό;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Πολύ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και πότε σου άρεσε σένα το χωριό;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, θείτσα, μου αρέσει. Εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, πολύ αγαπώ τα περιστέρια. Εγώ τα ταγίζω μόνη μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Και τα άνθη σας αρέσουν;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, μου αρέσουν και τα άνθη.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αχ, Θεέ μου! Τώρα όλα της αρέσουν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εν τούτοις εφλυαρήσαμεν αρκετά (παρατηρεί την ώραν). Μία η ώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε καιρός, θ' αργήσωμεν. Μα σεις πρέπει ν' αλλάξετε: θα είνε κόσμος πολύς.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εύθυμος)

Γιατί; . . . Αι, ας είνε, ας πάμε να θυμηθούμε τη ζωή του χωριού, Ν' αρνηθή κανείς μια τέτοια φιλόφρονα πρόσκλησιν δεν πηγαίνει.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (σπεύδουσα προς τον πατέρα της)

Και τωόντι, αλλάξετε, μπαμπάκα μου, αλήθεια, αλλάξετε. Τι τάχα, σάματι σας επήρανε τα χρόνια; . . . Χρυσέ μου, μπαμπάκα (τον φιλεί) . . . πάμε . . . χρυσέ μου (τον φιλεί και πάλιν) . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σχεδόν ταυτοχρόνως)

Εύγε, Λυδία Πετρόβνα, εύγε! Έτσι δα, καλά του κάμνετε . . . δόστε του, δόστε του . . . Αμ' μα την αλήθεια . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελά και θωπεύει την Λύδιαν)

Τάριξα σύξυλα, αι; . . . Α, κατεργάρα! . . . (Η Λύδοτσκα τον συνοδεύει. Ο Νέλκην εξέρχεται κατόπιν των εις τον θάλαμον του Μούρομσκη).

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

Ατούγεφ και Κρετσίνσκης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρεί γύρω)

Πώς σας εφάνη, Άννα Αντώνοβνα, η εικών μου περί της ζωής εις το χωρίον;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αληθινά, αγαπάτε το χωριό;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ποίος; Εγώ; Τι λέτε! Επίτηδες τα έλεγα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς επίτηδες;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Γιατί να μην ευχαριστήσωμεν τον γέροντα;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, ευχαριστείται τόσον πολύ, όταν του εκθειάζουν το χωριό . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Είδατε λοιπόν; Εγώ επιθυμούσα, Άννα Αντώνοβνα, να μάθετε όλην την αληθή αφορμήν των λόγων μου.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ποια αφορμή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Άννα Αντώνοβνα! Ποιος να μη σας εκτιμήση, ποίος να μη εκτιμήση την ανατροφήν που εδώσατε εις την Λυδίαν Πετρόβναν;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και μ' όλα ταύτα, Μιχάηλο Βασίλειεβιτς, φαντασθήτε, ο Πιοτρ Κωνσταντίνιτς με μαλώνει πάντοτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ποιος; ο γέρος; Αι, Άννα Αντώνοβνα, γι αυτό είνε συχωρεμένος· είνε βλέπετε νοικοκύρης· κι' αυτοί οι νοικοκύριδες τίποτε άλλο από τους σταύλους και τα κοπρίσματα δεν βλέπουν.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, πραγματικώς, σήμερα το πρωί μου έλεγε, πως όλοι οι νοικοκυρέοι κατεστράφησαν, διότι δεν φροντίζουν για την κοπριά.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έτσι είνε, βέβαια! Βλέπετε πώς σκέπτονται! Τώρα, να ειπούμε, το σπίτι σας είνε λαμπρό σπίτι. Όλα τα έχει· ένα πράγμα μονάχα δεν έχει — άνδρα. Αν είχατε τώρα ένα άνδρα, έτσι . . . επιτήδειον, άνδρα του κόσμου, καθ' όλα comme il faut, — το σπίτι σας θα ήτον το πρώτον εδώ πέρα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μήπως δεν το σκέπτομαι αυτό κ' εγώ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εγώ πολύν καιρόν έζησα εις τον κόσμο και ξεύρω πώς ζουν. Η πραγματική ευτυχία είνε να εύρη κανείς ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι και να μοιρασθή μαζύ του όλα. Άννα Αντώνοβνα! πολύ σας παρακαλώ . . . δόσετέ μου αυτήν την ευτυχίαν . . . η τύχη μου είνε εις τα χέρια σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ (διαθρυπτομένη)

Με τι τρόπον; Δεν σας καταλαμβάνω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ζητώ την χείρα της ανεψιάς σας, Λυδίας Πετρόβνας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν έχω άλλο στον κόσμο ακριβώτερο από την ευτυχία της Λύδοτσκας. Εγώ είμαι βεβαία, πως μαζύ σας θα είνε ευτυχής.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών τας χείρας της Ατούγεφ)

Άννα Αντώνοβνα! Πόσον σας είμαι ευγνώμων!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν ωμιλήσατε ακόμη με τον Πιοτρ Κωνσταννίνιτς;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ακόμη δεν ωμίλησα.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Η συγκατάθεσίς του είνε αναγκαία.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ξεύρω, ξεύρω. (κατ' ιδίαν) Τώρα τα προκόψαμε . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς είπατε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λέγω, πως . . . η πατρική ευλογία είνε . . . είνε . . . πώς να πω; είνε λίθος, επί του οποίου οικοδομούνται τα πάντα . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, αυτό είνε αλήθεια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς να τα καταφέρωμεν λοιπόν μαζύ του;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Εγώ, τι να σας πω . . . το συλλογίζομαι . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ιδού τι να κάμωμεν: τώρα, νομίζω είνε κατάλληλος η στιγμή· εγώ αμέσως πηγαίνω εις το ιπποδρόμιον εκεί τώρα με περιμένει όλη η κοινωνία. Έχω με τον πρίγκηπα Βλαδήμιρον Βέλσκην μεγάλο στοίχημα. Εσείς κρατήσετέ τον εδώ και ανοίξετέ του ομιλίαν. Ειπήτε του πως εγώ έφυγα, διότι εφοβήθην να μην αργήσω, πως εκεί όλοι με περιμένουν. Και μαζύ μ' αυτά κάμετέ του λόγον διά την πρότασίν μου. (λαμβάνει τον πίλον του).

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πολύ καλά, εννοώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (της θλίβει την χείρα)

Χαίρετε, σας εμπιστεύομαι την ευτυχίαν μου.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μείνατε ήσυχος, όλα θα γείνουν. Χαίρετε! (φεύγει)

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.

Κρετσίνσκης μόνος είτα Νέλκην.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σκέπτεται)

Μωρέ δουλειά! Να δουλειά! Ολόκληρο εκατομμύριο στο χέρι. Εκατομμύριο! Μωρέ δύναμις! Να σηκώσω τη μύτη ή να μην την σηκώσω; — ιδού το ζήτημα! (Σκέπτεται και ανοίγει τας χείρας του): Άβυσσος, Τράπεζα! Έχομεν εδώ πολλάς πιθανότητας επιτυχίας. Και ποίαι είνε εδώ αι πιθανότητες; Έχομεν εναντίον μας: τον μπαμπά — έναν· αν και κουτούτσικος, αλλά έχει και πολλάς αδυναμίας. Τον Νέλκην — δύο· αυτός, που λέγει ο λόγος ούτε κρύο μας κάνει ούτε ζέστη. Τώρα υπέρ ημών έχομεν: αυτόν εδώ τον κώδωνα της Βουλής — ένα· την Λύδοτσκα — δύο και . . . α, ναι! το μοσχάρι μου — τρία, Ω, το μοσχαράκι — θα κάμη καλή δουλειά! Αυτό ηθικώς επενήργησε λαμπρά. (Ο Νέλκην εξέρχεται εκ της πλαγίας Θύρας και σταματά· ο Κρετσίνσκης φορεί τον πίλον του). Αφού έχομεν δύο προς τρία, χμ! πρέπει να ελπίσωμεν ότι θα παντρευθώ . . . (μετά βεβαιότητος) θα παντρευθώ! (φεύγει)

ΝΕΛΚΗΝ (κατάπληκτος)

Θα παντρευθώ;!! Θεέ μου! Μήπως βλέπω όνειρον; Ποίαν; την Λυδίαν Πετρόβναν . . . Α, όχι. Καλό κομμάτι, αλλά δεν είνε για τα δόντια σου . . . Τώρριξε το λογάκι του . . . «Γυναίκα, λέγει, γυναίκα χρειάζεται», κ' ένα σωρό άλλα ερρητόρευσε. Ευφυολόγος! τολμηρός! θρασύτης π' ανάθεμά την; . . . Ο γέρος όμως δεν γελοιέται κ' έννοια σου; Τάχει τετρακόσια· θα τον βοηθήσω κ' εγώ· και δε θα του μπης στη μύτη. Τι μας έδειξες την καλή όψι — να σε ιδούμε κι' από την ανάποδη. Παιδί της χώρας — από πάνω κόκκινο κι' από κάτω κόσκινο. Στάσου, στάσου κ' εγώ θα σε ξεκουμπήσω απ' εδώ! Έχεις τα κουσουράκια σου, μου τα είπανε πια στη λέσχη, πως έχεις . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (έσωθεν των παρασκηνίων)

Γράψε, αμέσως γράψε!

ΝΕΛΚΗΝ (φεύγων)

Δηλαδή θα εξετάσω να μάθω όλα τα μυστύρια και τότε μια και δυο στο γέρο: τι κάθεσαι, θα του πω, κύριε, και κυττάζεις; Φυλάξου κ' εχάθηκες!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εμφανίζεται εις την θύραν)

Βλαδήμιρ Δμήτριτς! Μαζύ μας θα γευματίσης σήμερα;

ΝΕΛΚΗΝ (εκ της θύρας)

Μαζύ σας, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μαζύ σας (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.

Μούρομσκης, με φράκον, με τον πίλον ανά χείρας εισέρχεται ταχέως, έμφροντις· είτα Ατούγεφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τους ξέρω 'γώ: τους εκακοσυνήθισες μια φορά — λεπτό πια ύστερα δεν σου πληρώνουν, (πηγαίνει εις την θύραν και φωνάζει). Κονδράτιε! ακούεις; έτσι να γράψης: όλοι να πιάσουν δουλειά! Μιχαήλ Βασίλειτς! Πού πήγε; Αμ' εγώ τώξερα αυτό· (πηγαίνει πάλιν εις την θύραν). Να γράψης στον Ακείμ. Κι' αυτόν θα τονε στρώσω στη δουλειά. Τι κάθεται και κυττάζει; παχαίνει η κοιλιά του! Πολλή κοιλιά και λίγη δουλειά — τα ξέρομε αυτά! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! (εισέρχεται η Ατούγεφ). Αυτά έχει, κυρά μου, οποίος ζη μέσα στη Μόσχα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι είνε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Να, επτά χιλιάδες ρούβλια καθυστερούμενα από το χωριό Γολόφκοβο!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αργυρά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αμέ! αργυρά! (φωνάζει) τι διάβολο! Όλως διόλου τάχετε πια χαμένα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μα τι κάνει λοιπόν αυτός ο Ιβάν Σίδωρωφ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πάρε το δρόμο και πήγαινε να τον ερωτήσης: (με οξείαν φωνήν): τι είν' αυτά που κάνεις, Ιβάν Σίδωρωφ; . . . Αι και συ!! (Στρέφεται) Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα πού είνε λοιπόν;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έφυγε· εβιάσθηκε, λέγει, να μην αργήση.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Επήγε στο ιπποδρόμιον;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, στο ιπποδρόμιον. Τον περιμένουν εκεί όλοι: τα άλογα, τα μέλη. Έχει κάποιο στοίχημα . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τον ευρίσκω εκεί.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έχω να μιλήσωμε μαζύ κάτι τι: μη φύγης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Άκου κει! Μη φύγης, λέει. Μα δε μου λες, για παιγνίδι με πέρνεται: πότε φύγε και πότε μείνε;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έχω για κάποιαν υπόθεσιν να σου μιλήσω.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Υπόθεσιν; τι υπόθεσιν; Τιποτένια πράγματα θα είνε πάλι.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Θα ιδής. Άφησε το καπέλο σου. Είχα προ ολίγου διεξοδικήν ομιλίαν με τον Μιχαήλ Βασίλειτς Κρετσίνσκην.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα συ κάθε 'μέρα έχεις μαζύ του διεξοδικάς ομιλίας που ποτέ δεν τελειώνουν.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έχεις λάθος. Εγώ απορώ μονάχα, πώς δεν καταλαμβάνεις τίποτε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Διάβολο δεν καταλαμβάνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και μολαταύτα ο άνθρωπος έρχεται κάθε 'μέρα . . . λαμπρός άνθρωπος, του κόσμου, γνωριμίαις μεγάλαις . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Να ταις χαίρεται.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έχεις κόρη, κύριε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί εις την οροφήν)

Είνε είκοσι χρόνια τώρα που το ξέρω· καλείτερα το ξέρω εγώ από σένα.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και δεν καταλαμβάνετε τίποτε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τίποτε δεν καταλαμβάνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αχ, Θεέ μου!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (υπολαμβάνων).

Τι τρέχει; μήπως είνε τίποτε προξενειές;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι, τάχα δεν της ταιριάζει της Λύδας;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα αυτός είνε ηλικιωμένος.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, βέβαια, δεν είνε παιδαρέλι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα η Λύδοτσκα δεν θα τον επάρη.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αν δεν τον θέλη — δεν την πανδρεύομε· αν τόνε θέλει όμως τότε τι θα πης;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ποιος; εγώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Θα πω . . . (την παρατηρεί και ταχέως) ταραντά!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι είν' αυτό το ταραντά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Θα ειπή κουταμάραις· ανοησίαις, κυρία μου.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Δεν είνε κουταμάραις, κύριε, εγώ σ' ερωτώ πράγματα σωστά.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αφού μ' ερωτάς πράγματα σωστά, πρέπει να σκέπτεσαι και σωστά.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι την κάμης εδώ τη σκέψι; Με τη σκέψι θα παντρέψης την κόρη σου;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αμέ πώς; έτσι απλώς και ως έτυχε να πιάσωμε τον τυχόντα να του την κρεμάσωμε στο λαιμό του; Πρέπει να μάθωμε τι άνθρωπος είνε, τι περιουσίαν έχει . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Νά η ώρα, να του ζητήσωμε και το πασσαπόρτι του.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι πασσαπόρτι, αλλά να μάθωμε πρέπει . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και δεν τόνε ξέρεις; ένα ολόκληρο χειμώνα έρχεται ο άνθρωπος στο σπίτι μας, και δεν τον έμαθες ακόμη τι άνθρωπος είνε; πράγμα που φαίνεται: παντού τον δέχονται . . . είνε γνωρισμένος με όλους . . . πρίγκηπες και κόντιδες είνε φίλοι του.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι περιουσίαν έχει;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μα τώρα, προ ολίγου δεν σου έλεγε, πως έχει κτήμα στο Σιμπίρσκ, και σου χάρισε κ' ένα μοσχάρι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι κτήμα; κτήμα από κτήμα διαφέρει.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Φαίνεται, πως είνε καλό κτήμα. Νά που σήμερα, μια ολόκληρη συντροφιά τον περιμένει. Αν δεν είχε κτήμα θα τον επερίμενε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Συ το λες — όχι εγώ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μα εσύ τι λέγεις;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι κτήμα έχει;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μα δε μου λες — γιατί με φορτώνεσαι, κύριε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αμ' εσύ, γιατί με φορτώνεσαι;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Καλέ, μα τι φωνάζεις έτσι; Κουφή είμαι; Επί τέλους, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τι θέλεις; . . . θέλεις πλούτος; . . . Μήπως, τάχα η Λύδοτσκα 'λίγα έχει; Καλέ τι απληστία είνε αυτή που έχεις; όλο θησαυρίζεις κι' όλο 'λίγα είνε. Φθάνει ο άνθρωπος νάνε καλός.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα είνε καλός να ιδούμε;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μπορώ να σου πω, πως είνε λαμπρός άνθρωπος.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Λαμπρός άνθρωπος! Μα ν' ακούσης που λέγουν, πως παίζει χαρτιά, πως κυλιέται μέσα στις λέσχαις, πως έχει χρέη . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Μπορεί· μα ποιος δεν τάχει αυτά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Με χρέη εγώ γαμπρό δεν κάνω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αλήθεια; Αι, ψάξε λοιπόν να τον εύρης.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι να γείνη! θα ψάξω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Να ψάξης μόνος σου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μόνος μου θα ψάξω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Την κόρη σου όμως θα την έχης στο ράφι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι να γείνη — ας κάθεται. Σε παραλυμένο άνθρωπο δε θα τήνε δώσω.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Αι, και παραλυμένος είνε ο Μηχάηλο Βασίλειτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πάρε, κυρά μου, την αναπνοή σου.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι-ι-ί;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Την αναπνοή σου, λέγω, την αναπνοή σου πάρε.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι είν' αυτά, κύριε! Με κοροϊδεύεις; Αυτά που λες εγώ δεν τ' ακούω . . . και!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δεν τ' ακούς; . . . αυτά που λέγω εγώ δεν τ' ακούς; Άκουσε λοιπόν να σου πω: εσένα σου αρέσει, και της Λύδοτσκας της αρέσει, εμένα όμως δεν μου αρέσει — και δεν θα γείνη.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Έτσι λοιπόν! Δεν τώλεγες τόση ώρα; αυτό είνε λοιπόν! Ώστε με ταις ιδιοτροπίαις σου θα κάμης δυστυχισμένο το κορίτσι σου! Νά πατέρας! είσαι λοιπόν εχθρός του παιδιού σου;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ποιος είν' εχθρός; . . . εγώ είμ' εχθρός; . . . εγώ;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, συ, συ! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, συ είσαι! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Όχι, συ! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, συ! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Όχι, συ! . . . με δείχνεις με το δάκτυλό σου;

ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.

Οι άνω και Λύδοτσκα (εισέρχεται δρομέως).

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θείτσα, Θείτσα! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά της ιδίας ορμής)

Δεν υποφέρω, δεν υποφέρω πια! Κάμε, κόρη μου, όπως θες.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Τι είνε; τι τρέχει, μπαμπάκα;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πραϋνθείς)

Τίποτε, παιδάκι μου, να, με τη θεία σου μιλούσαμε . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ (με νέαν ορμήν)

Τι παιδάκι, μου κάθεσαι και λες; τι παιδάκι μου. Να πης στο παιδάκι σου τι έλεγες. . . . τι τα κατέβασες; . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Εγώ, κυρά μου, δεν τα κατέβασα; δεν έχω να κατεβάσω.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! σας παρακαλώ! . . .

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι με παρακαλείς, κυρά μου; Εγώ δεν είμαι καμμιά ανόητη . . . Τι στάθηκες λοιπόν, κύριε; Ερώτησέ την! Δε ξέρεις πως εκείνος περιμένει απάντησιν;

(Η Λύδοτσκα παρατηρεί και τους δύο και αρχίζει να κλαίη).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καλά· να την ερωτήσω: 'πέμου, Λύδα, θα παντρευθής χωρίς τη θέλησί μου;

ΛΥΔΟΣΤΚΑ

Εγώ, μπαμπάκα; Όχι! . . . Όχι! . . . ποτέ! . . . (ρίπτεται εις τον τράχηλον της Ατούγεφ). Θείτσα! βλέπετε; . . . (μέσω των δακρύων της). Εγώ, θείτσα, θα μπω σε μοναστήρι . . . θα πάγω στη γιαγιά μου . . . εκεί θα είμαι πιο καλείτερα . . . (κλαίει).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Στο μοναστήρι; Κύριε ελέησον! . . . τι έπαθες; . . . (την περιποιείται). Μα περίμενε, λοιπόν, θα σκεφθούμε . . . (της σπογγίζει τα δάκρυα). Μην κλαις . . . θα σκεφθούμε . . . Έλα, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! τι έπαθες! . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.

Οι άνω και Κρετσίνσκης (εισέρχεται ταχέως).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ωχ, Θεέ μου! Ο Μηχάηλο Βασίλειτς!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφελώς)

Λοιπόν, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, εχάσαμε το ιπποδρόμιον . . . (Διακόπτεται. Ο Μούρομσκης ψιθυρίζει τι εις την Λύδοτσκαν. Σιγά τη Ατούγεφ). Τι τρέχει;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Νά, όλο λέγει, πως θέλει να σκεφθή.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Και σεις εθυμώσατε; ΑΤΟΥΓΕΦ (διορθώνει τον κεφαλόδεσμόν της)

Όχι, δεν είνε τίποτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! Δεν μου λέγετε, τι συμβαίνει; . . . Επιτρέψατέ μου να σας ομιλήσω ειλικρινώς· αυτό είνε το καλείτερον. Εγώ είμαι ευθύς άνθρωπος· το πράγμα θα εξηγηθή απλούστερα και εις κανένα μας δεν θα κακοφανή. Άλλως τε ό,τι ειπήτε σεις εκείνο και θα γείνη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α, — κάτι είχαμε μεταξύ μας· για κάτι άλλο πράγμα είχαμεν ομιλίαν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών όλους)

Δι' άλλο πράγμα; α, δεν το πιστεύω . . . Εγώ φρονώ, ότι ο ευθύς δρόμος είνε και ο καλείτερος. Αυτός είνε ο κανών μου: εγώ ενεργώ απ' ευθείας. Χθες έκαμα πρότασιν εις την θυγατέρα σας, σήμερον το είπα εις την Άνναν Αντώνοβναν και τώρα ευρίσκομαι ενώπιόν σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα τούτο είνε τόσο δύσκολον, παρουσιάζει τόσας δυσκολίας, ώστε θα σας παρακαλέσω να μας δώσετε ολίγον καιρόν να σκεφθώμεν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Κ' εγώ υπέθετα, ότι είχατε καιρόν να σκεφθήτε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, τώρα μόλις η Άννα Αντώνοβνα μου ανήγγειλε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα εγώ δεν ομιλώ περί αυτού· εγώ, είνε τώρα τόσοι μήνες που έρχομαι εις το σπήτι σας, — και είχετε καιρόν να σκεφθήτε . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, εγώ τίποτε δεν εσκέφθηκα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Το σφάλμα δεν είνε ιδικόν μου, είνε ιδικόν σας· είσθε ελεύθερος να μη σκέπτεσθε, όταν ξεύρετε, ότι χωρίς κανένα ιδιαίτερον σκοπόν δεν ημπορεί ένας ευγενής άνθρωπος να πηγαίνη εις ένα σπήτι και να εκθέτη μίαν κόρην.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ναι, βέβαια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Διά τούτο θα σας παρακαλέσω να μη αναβάλλητε την απόφασίν σας. Κατ' αυτάς μου είνε απαραίτητον να αναχωρήσω. Περί τούτου έκαμα λόγον εις την Λυδίαν Πετρόβναν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποφασιστικώς)

Πώς να γείνη, αλήθεια δεν ηξεύρω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι σας δυσκολεύει; η περιουσία μου;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ας πούμε και η περιουσία σας . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ!

Μα σεις την βλέπετε: εγώ δεν ζω εις τα σπήλαια. Σταθήτε, εγώ θα φερθώ διαφορετικά: περί της προικός της θυγατρός σας δεν εξετάζω.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι να γίνεται λόγος για την προίκα της! εγώ μια κόρη την έχω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Κ' εγώ μόνος μου είμαι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτά όλα τα παραδέχομαι, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά, ξεύρετε εις όλας αυτάς τας υποθέσεις χρειάζεται, να ειπούμεν, θετικότης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Να σας 'πώ και περί της θετικότητος: έχω αρκετά ιδικά μου η κόρη σας επίσης έχει αρκετά· αν προσθέσετε τα δυο αυτά αρκετά, το άθροισμα δεν ημπορεί ποτέ να είνε ανάγκη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, βέβαια, όχι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν δεν ζητείτε πλούτη;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, εγώ πλούτη δεν ζητώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τότε τι λοιπόν; Μήπως ηκούσατε ότι αι υποθέσεις μου δεν πηγαίνουν καλά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Σας ομολογώ, ότι έγεινε τέτοιος λόγος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Και τίνος υποθέσεις, από όσους ζώμεν εδώ εις την Μόσχαν πηγαίνουν καλά; Τι περιουσίαν, παρακαλώ, εκάματε σεις ο ίδιος, αφ' ότου κατοικείτε εδώ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Βλαστήματα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πράγματι. Δι' ημάς τους νοικοκυρέους δεν υπάρχει χειρότερον πράγμα από το να ζώμεν εις τας πόλεις.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Είπατε μίαν μεγάλην αλήθειαν: δεν είνε χειρότερον από τας πόλεις.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εγώ φεύγω από την Μόσχαν.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πηγαίνετε στο κτήμα σας μήπως;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Στο χωριό, ναι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και σας αρέσει το χωριό μήπως; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χειρονομών)

Αι, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς. Έχετε το καλείτερον μέσον να κάμετε όλους που είνε γύρω σας να αγαπήσουν το χωριό! (λαμβάνει την Λύδοτσκαν εκ της χειρός). Αγαπώμεν ο ένας τον άλλον, πολύ αγαπώμεθα και το χωριό λοιπόν θα το αγαπήσωμεν. Θα μένωμεν μαζύ σας, δεν θα σας αφήσωμεν ούτε στιγμήν θα φροντίζωμεν μαζύ και θα ζώμεν ηνωμένοι.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Μπαμπάκα μου! αγαπημένε μου μπαμπά! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ενθυμείσθε τι σας έλεγα προ ολίγου; — ο γέρος ο ασπρομάλλης με τον έγκονον — αι, λοιπόν εκείνος ο γέρος είσθε σεις. . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Μπαμπάκα μου, μπαμπάκα μου, — σεις είσθε. . . . (βαίνουσι προς αυτόν).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (οπισθοχωρών)

Α, όχι, όχι, σταθήτε δα! Πώς είνε δυνατόν; . . . σταθήτε . . . εγώ δεν εσκέφθηκα . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τίποτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, δεν έχετε πια να σκεφθήτε· αυτό ήτον της τύχης, το θέλημα του Θεού! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών όλους και στενάζων)

Ειμπορεί, πράγματι, να είνε θέλημα του Θεού! Αι, λοιπόν, ευλογητός ο Θεός! Ιδού, Μιχάηλο-Βασίλειτς, να το χέρι της, αλλά κυττάξετε καλά! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Θα κρατήσετε το λόγο σας για τον ασπρομάλλη το γέρο;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οδηγών προς αυτόν την Λύδοτσκα)

Ιδού η εγγύησις. Αι, πιστεύετε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Να δώση ο Θεός!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Άννα Αντώνοβνα! (οδηγεί προς αυτήν την Λύδοτσκαν). Ευλογήσετέ μας και σεις.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Νά που δεν μ' εξέχασε κ' εμένα. (Πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκην και την Λύδοτσκαν). Παιδιά μου! να είσθε ευτυχισμένοι.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (την φιλεί)

Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! Θεέ μου! Πώς κτυπά η καρδιά μου . .

ΑΤΟΥΓΈΦ

Τώρα δεν είνε τίποτε, παιδί μου! είνε για καλό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πλησιάζει προς την Λύδοτσκα και την θωπεύει)

Δεν θα κλαίης πια, αγάπη μου; αι;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αχ, μπαμπάκα! πόσον είμαι ευτυχής!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Να ιδήτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, τι κτηνοτροφίαν θα κάμωμεν εις το Στρέσσνιεβο· θα ιδήτε πόσον θα καταγίνω.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά φαιδρότητος)

Τι μου λέτε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Σας βεβαιώ! Να μου θυμάσθε (ομιλεί δήθεν μυστικώ τω τρόπω)· Θα φέρωμεν ζώα από όλα τα μέρη, αγελάδες, βώδια . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.

Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και σταματά εις την θύραν έκθαμβος)

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ναι, μα το βώδι του εξωτερικού δεν αντέχει εις το κλίμα μας είνε πολύ λεπτοφυές.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών την χείρα της Λύδοτσκας)

Όχι, δεν είνε λεπτοφυές.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αλήθεια, είνε λεπτοφυές.

ΝΕΛΚΗΝ (πλησιάζων εν σπουδή)

Τι; Ποιο; ποιο είνε λεπτοφυές;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρέφεται προς τον Νέλκην)

Το βώδι!

(Καταπίπτει η αυλαία).

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Το οίκημα του Κρετσίνσκη.

Πρωί. Σπουδαστήριον πολυτελώς διεσκευασμένον αλλ' εν μεγάλη αταξία· τράπεζαι, ορειχάλκινα σκεύη. Ένθεν της σκηνής γραφείον, εστραμμένον προς τους θεατάς· ένθεν δε τράπεζα. Ο Θόδωρος διευθετεί τα εν τω θαλάμω βραδέως.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Έ-ε-ε! καϋμένα παιδιά! (Στενάζει βαθέως και βραδέως). Είδες εκεί πράματα . . . ακούς, μωρ' εκεί πράματα . . . ποιος να το πιστέψη; Πάνε τώρα τέσσαρες ημέραις που δεν ανάψαμε φωτιά· κ' έχουμε τις κάμαραις κρύαις, αι, τι να γείνη· νά, που δεν ανάβομε . . . (μετά τινα σιωπήν) Και όμως σαν εζούσαμε στην Πετρούπολι, Χριστέ και Παναγίτσα μου! — πού βρίσκονταν εκείνα τα χρήματα. Τι τζόγος που γινότανε! . . . Μα αυτός 'ς ούλη τη ζωή τέτοιος δα ήτανε: οι παράδες γι' αυτόν ήταν άχυρα, σκύβαλα. Από την εποχή ακόμη που ήταν φοιτητής εγλεντούσε δυνατά, και άμα βγήκε από το πανεπιστήμιο, τότε δα ήτανε που πήρε δρόμο· πήρε δρόμο σαν ανεμοστρόβιλος! Γνωριμίαις, κόντιδες, πρίγκηπες, φίλοι, ξεφαντώματα, τζόγος. Και χωρίς αυτόν ούλη η νεολαία δε μπορούσε τίποτε να κάνη. Τώρα, με τις γυναίκες — τα ίδια πάλι . . . Τόσαις χιλιάδες πέρασαν από τα χέρια του που χάνει κανείς το νου του να ταις λογαριάση! τι διάβολο του βρίσκουν δε μπορώ να καταλάβω· μα δεν τον αφίνουν, αδερφέ, ήσυχο. Η μια με γράμμα, η άλλη με ραβασάκι, η άλλη με κάθε λογής μπιλιετάκια, κι' άλλαις έρχονται η ίδιαις αυτοπροσώπως. Και γίνεται πια του Κουτρούλη το πανηγύρι· άλλαις τον ζητούνε, άλλαις τον ερωτεύονται, άλλαις τον ζηλεύουνε κι' άλλαις τον οχτρεύονται. Και ήτανε μια τέτοια, — μα τι πράμα ήτανε. — Είχε παρά με ουρά και, μπορώ να πω, από ταις πιο ώμορφαις· ακούς, μια ώρα να στέκεται μπροστά του γονατιστή, ναι, μα το Θεό! και πλούσια; . . . και να του φιλεί τα χέρια σαν νάταν καμμιά σκλάβα. Ό,τι ήθελε την έκανε. Η κακομοίρα! Και χρήματα; . . . μα μπορούσε να του ζυγίση τρεις φορές τον εαυτό της με χρυσάφι! Όχι, λέει, εγώ τα γυναικεία χρήματα δεν τα θέλω· αυτά τα χρήματα, λέει, εμένα δε μου χρειάζονται. Σφίγγει το γρόθο του — δυνατός άνθρωπος — εγώ, λέει, θ' αποκτήσω χρήματα· εγώ, λέει, θέλω να γλεντίσω! και του δίνει δρόμο! Μαζεύει-μαζεύει, κ' έπειτα πέρνει δρόμο το γλέντι, που βλέπεις και σε πιάνει τρόμος· τα ξοδεύει ίσα με το τελευταίο του λεπτό . . . Εχτίκιασε η κακομοίρα και πάει στο καλό, μα το ναι. Είπανε, πως πέθανε στην Ευρώπη. Είχε, είχε, μάτια μου, και τι δεν είχε . . . Και τώρα — τι να πης; . . Και κτήμα είχε μα — φιου! πάει — πάει. Πουλήσαμε τ' άλογά μας, τ' ασημικό το δώσαμε προ πολλού· και σε μερικά ρούχα πια εβάλαμε χέρι . . . Σωστή καταβόθρα, βρε αδερφέ! μας πήρε και μας εσήκωσε. Ούλοι οι καλοί σύντροφοι, 'κείνοι που 'παιζαν άφοβα, ετραβήχθηκαν και μας φορτώθηκε στο σβέρκο αυτός ο Ρασπλιούγεφ. Και τι μπορεί να βγη απ' αυτόν; που λέγει ο λόγος, αυτός ούτε δυο γαϊδάρων άχερα δε ξέρει να μεράση . . . (Κτύπος κώδωνος). Νά! πρωί τόνε θες, βράδυ τόνε θες· τάγιζέ τονε, ετοίμαζέ του τις τράπουλες, σαν να νοιώθη τάχα. «Εγώ, φίλε μου, δε μπορώ, εγώ, λέει, παίζω σε τέτοια συντροφιά». Και τι συντροφιά; . . . Εχτές επήγε κάπου, επήρε δύο τράπουλαις, δηλαδή τις πιο διαλεγμέναις . . . Αι, ίσως να δούλεψαν . . . Να δώση ο Θεός! . . . (Κτύπος κώδωνος). Αΐχ, εχ, εχ, εχ! Ας πα να του ανοίξω.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Ρασπλιούγεφ και Θόδωρος.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(ατημέλητος, τεταραγμένος, φορών τσαλακωμένον πίλον)

Τι, ούτε μέσα δε θέλεις να μ' αφήσης πια να μπω;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Με συγχωρείς, Ιβάν Αντώνιτς, δεν άκουσα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(βαίνει κατ' ευθείαν εις το προσκήνιον και σταματά σύννους)

Αι, ζωή κι αυτή!

ΘΟΔΩΡΟΣ (κατ' ιδίαν)

Δεν έχει κέφι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αι, Θεέ μου, Θεέ μου! τι ήταν εκείνο; Μωρέ τι ήταν εκείνο;! Το κεφάλι μου, πιστεύετε; Νά-ά . . . (δεικνύει με τας χείρας του). Χρήματα . . χαρτιά . . . τύχη . . . κέρδη . . . ένα φοβερό ντελίριο! . . . Ζωή . . . Ήτανε καιρός που είχα κ' εγώ το δικό μου, μα μου τώφαγαν 'πανάθεμά τους . . . μ' ερήμαξαν . . . Τώρα . . πτωχός και πένης ειμί εγώ! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ)

Τι έγεινε, Ιβάν Αντώνιτς, επαίξατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί μακρόν)

Επαίξαμε, — αι, ας πούμε πως επαίξαμε! . . . (κάθηται) ώωώχ, άι, άι, άι! Θεέ μου Θεέ μου! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι επάθατε; Μήπως συνέβη τίποτε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(παρατηρήσας αυτόν εις τους οφθαλμούς και πτύσας)

Τφου! . . . νά, αυτό συνέβη! (σιγώσι). Αι, τι να γείνη! Εγώ φταίγω. . . . άλλαξα την τράπουλα . . . μ' ετσάκωσαν . . . Αι, α, ω, ω κ' επήρε δρόμο! . . . Και τούτη σου' χω, και 'κείνη σου χαρίζω . . . Αι, πάρε της χρονιάς σου δα και τράβα! . . . Τι ήταν εκείνο; Με αναισθησία! Βλέπω, πως εδώ είν' άσχημη δουλειά: οι φίλοι άρχισαν να θυμώνουν, να σπρώχνουν τότε κ' εγώ το κόβω λάσπη . . . τον Σεμιπάδωφ τόνε ξέρεις; . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Δεν τόνε καλοθυμούμαι!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μια θεοήλατη, τόση δα μούρη, (δεικνύει θεοήλατη μούρη) Και μήπως έπαιζε; . . Και νά σου τον και σηκόνεται τεντωμένος από το τραπέζι και ανασκουμπόνεται. «Σταθήτε, λέει, να τον αρχίσω στις γροθιές» Κ' ένας γρόθος τέτοιος δα! (δεικνύει τον όγκον του γρόνθου του). Και καθώς πέρνει δρόμο! Θεέ και Κύριε, τι ήταν εκείνο! . . . «Εγώ, λέει, να σου τόνε κάνω τ' αλατιού», (ανατείνει τας χείρας του) Και μ' εδιόρθωσε . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (συμβουλευτικώς)

Κυρ-Γιάννη! Κυρ-Γιάννη! Τα χαρτιά πρέπει να μάθετε πρώτα να τα παίζετε. Είδες που την επάθετε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Και τάμαθα . . . Δεν υπάρχει σκυλί που να μπόρεσε να υποφέρη τέτοιο ξύλο· αυτό πια δεν είνε μάθημα· — αυτό είνε κακούργημα μέρα μεσημέρι.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Χμ . . . μέρα μεσημέρι; . . . Χώνεστε μέσα στ' αλλουνού την τσέπη και θέλετε να μη σας τις βρέξουν: όποιος και νάνε θα σας τις βρέξη . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μωρέ μα τι δύναμι ήταν εκείνη! Ε-ε! . . . Έτυχε να βρεθώ άλλοτε μέσα σε τέτοιαις μπερδεψοδουλειαίς μα, να σου πω, τέτοιο ξύλο δεν το περίμενα. Καμμιά φορά μπορούσες κ' έδινες και ρέστα κ' έπεφτες και με τη μούρη, γιατί η μούρη είνε το πρώτο πράγμα που βρίσκει κάτω! . . . Χθες όμως ήταν διαφορετικά τα πράγματα! (Εκ της πλαγίας, θύρας φορών κοιτωνίτην, αναφαίνεται ο Κρετσίνσκης. Ο Ρασπλιούγεφ δεν τον παρατηρεί).

Αυτός, φαίνεται, πως έχει δικό του τρόπο· δε χτυπά ταις γροθιαίς κατεβαταίς, π' ανάθεμά τονε, αλλά μπιχταίς, κατ' ευθείαν μες στη μούρη . . . Μα έννοια σου και σ' αυτό δε με πιάνεις, σ' αυτό εγώ είμαι μάνα· εγώ πολλαίς φοραίς και δέκα 'μέραις εκαθόμουνα με τη μούρη χωμένη στη γωνιά, χωρίς δουλειά και χωρίς τον επιούσιον με κάτι φανάρια, να . . . (Δεικνύει τους οφθαλμούς του) ώστε αυτή τη δουλειά τήνε ξέρω . . .

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Οι άνω, και Κρετσίνσκης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ και τον παρατηρεί επισταμένως).

Έχασες πάλι;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ποιος — εγώ; πού το καταλάβετε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Το ακούω. Μη μου κάνεις τον έξυπνο, κλούβιο κεφάλι!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Γιατί είμαι κλούβιο κεφάλι; Γιατί με βρίζετε κάθε μέρα; Θεέ μου, τι ζωή είν' αυτή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ανάξιε άνθρωπε, χαμένο κορμί! Στο γουδί αέρα κοπανίζεις, (μετά τινα σιωπήν) Δεν αξίζεις ούτε το ψωμί που τρως! Έβγαλες το ψωμί σου, αι; κτήνος! Μπας και θαρρείς πως σε διατηρώ από φιλανθρωπία; Μήπως σου πέρασε η ιδέα, πως είμαι μέλος καμμιάς φιλανθρωπικής εταιρίας; Εγώ, για το ψωμί που τρως θέλω χρήματα τ' ακούς; Φέρε μου λοιπόν! Διάβολε! καταλαβαίνεις; Τι μου κρέμασες τα μούτρα σου; Πες μου, πού ήσουνα χθες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα-α-α λίστα! εγώ . . . πώς . . να εδώ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Χρήματα έφερες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όχι, δεν έφερα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δόσε μου λοιπόν, τι επήρες προχθές για το παιγνίδι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ανοίγων τας χείρας του)

Τάχασα, όλα τάχασα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς τάχασες!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μου τα πήραν, όλα μου τα πήρανε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακόπτων)

Βλάκα! . . . το βλέπω, και τα χρήματα σου πήραν και σου τις έβρεξαν! (Θυμωμένος) Αχ! να σ' αρπάξη κανείς και να σε ζγουρίση σα χταπόδι.

(Περιπατεί ανήσυχος εις το δωμάτιον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με παράπονον)

Μην ανησυχείτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, και μ' έχουνε ζγουρισμένον για καλά! Φθάνει αυτό! Μωρέ δύναμι που σου την έχει! Εγώ, λέει, με μποξ τόνε διορθόνω! . . . Χμ! . . . με μποξ! (Ο Κρετσίνσκης περιπατεί σύννους. Σιγή). Δε μου λέτε αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, τι είνε αυτό το μποξ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Συ πρέπει να το ξέρης. Νά, (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) αυτό είνε το μποξ, Ιβάν Αντώνιτς . . αγγλική εφεύρεσις.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομών)

Αυτό λοιπόν είνε το μποξ! . . . αγγλική εφεύρεσις! . . Αχ, Θεέ μου! (κινών την κεφαλήν του). Ακούς εκεί; . . . Και οι άγγλοι είνε πολιτισμένος λαός, δεινοί θαλασσοπόροι . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πρέπει νάβρω χρήματα! Χωρίς άλλο, με κάθε τρόπο, πρέπει νάβρω χρήματα και χρήματα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (απαθώς) Εγώ δε ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, εγώ ούτε έχω

χρήματα ούτε μπορώ ναύρω. (Σκέπτεται, αίφνης ανατείνει την κεφαλήν του). Αυτό δεν το επερίμενα!. . . . (σηκώνει τον δάκτυλόν του) Οι Εγγλέζοι . . . . πολιτισμένος λαός . . . θαλασσοπόροι . . αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθεί βαδίζων)

Πώς είπες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Λέγω, πολιτισμένος λαός, οι Εγγλέζοι! αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα συ βλέπω τάχεις ολότελα χαμένα. Του 'μιλείς για δουλειά, κι' αυτός, ποιος διάβολος ξέρει τι κάθεται και ψάλλει! Άκουσε! είμαι έως εδώ, ως το λαιμό· θέλω χρήματα, χρήματα, μ' ακούς; Πήγαινε να μούβρης, όπως 'μπορέσης. Όλον μου το μέλλον, όλη η ζωή μου, όλα, όλα κρέμονται από τρεις χιλιάδες ρούβλια. Πήγαινε να μου φέρης. Ακούς; πώλησε τη ψυχή σου . . . τι λέγω ψυχή . . . κλέψε και φέρε μου!! Πήγαινε στου Μπεκ, στου Συρέγγελ, στου Στάρωφ, 'ς όλους τους εβραίους: δόσε τόκο όσο θέλεις . . . βάλε και για εκατό ακόμη χιλιάδες, φέρε μου όμως χρήματα! και κύτταξε καλά, με αδειανά χέρια να μη φανής εμπρός μου, γιατί θα σε πνίξω σαν τη κόττα . . . Να βρεθούν . . . Ιδού περί τίνος πρόκειται· παντρεύομαι την κόρη του Μούρομσκη . . . ξέρεις! Νύφη πλουσία. Χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας γίνονται οι γάμοι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (έκθαμβος)

Μιχ . . Μιχ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Καλέ τι λέτε; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έχω στα χέρια μου χίλιους πεντακόσους δούλους· — και τούτο ισοδυναμεί με ενάμισυ εκατομμύριο, — και διακόσες χιλιάδες καθαρώτατο κεφάλαιο. Μ' αυτό το ποσόν μπορεί να κερδίση κανείς δύο εκατομμύρια! και θα κερδίσω, — θα τα κερδίσω χωρίς άλλο θα κάμω κολοσσαίαν περιουσίαν κ' ετελείωσε· ησυχία, σπίτι, κουτή γυναίκα και ήσυχα και καλά γηρατειά. Εσένα θα σου δώσω διακόσες χιλιάδες . . . περιουσία για πάντα, ζωή χαρισάμενη, γεύματα, τιμαίς, γνωριμίαις, όλα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(υποκλίνεται, τρίβει τας χείρας του και γελά).

Διακόσες χιλιάδες . . . γεύματα . . . Ε-ε-ε . . . Μιχ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αλλά γιαυτά χρειάζονται χρήματα· πρέπει να τραβήξωμε το σχοινί μας καμμιά δεκαριά 'μέραις ακόμη. Χωρίς τας τρεις χιλιάδας εγώ αύριον ρίχνω το κανόνι! Ο Στσέπνιεφ, ο Γαλτ θα μου κοινοποιήσουν αγωγήν, θα το ειπούν στη λέσχη, θα γραφή τώνομά μου στον πίνακα, — και τότε χάνεται το παν! . . . εκατάλαβες; . . . (τον αρπάζει λυσσαλέως εκ του περιλαιμίου) εκατάλαβες τι σφίξι, τι δίψα έχω γι' αυτά τα χρήματα; Σώσε με! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μιχάηλο Βασίλειτς! Μάτια μου! Μ' αυτά σου μοναχά τα λόγια δυνάμωσαν τα κόκκαλά μου . . Πάω, πάω . . άι-άι-άι . . . (Αρπάζει την κεφαλήν του.) Παναγία μου . . . (Φεύγει.)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(Μόνος, περιπατών εν τω δωματίω).

Αι! νομίζω πως αυτή τη δουλειά θα την τελειώση· εις αυτά, μπορώ να πω, είνε επιτήδειος — μπορεί να φέρη άνω κάτω όλην την πόλιν. Αυτοί οι αλιτήριοι εμένα με ξεύρουν . . Είνε δυνατόν να μην εύρη; αι; . . . Θεέ μου! πόσον είναι αναγκαία καμμιά φορά τα χρήματα! . . . (Κινεί τους δακτύλους του.) Υπάρχουν κάποτε κάτι στιγμαί εις τον βίον, που εντελώς όλα, εννοείς . . . (Σκέπτεται.) Και αν δεν ευρεθούν; αν ο Ρασπλιούγεφ δεν φέρη ούτε λεπτόν; αι; αν αυτό το χορταστικό εκατομύριο μου ξεφύγη από το αγγίστρι για ένα τέτοιο τιποτένιο ποσόν τριών χιλιάδων ρουβλίων, αφού όλα πια είνε καμωμένα, ψημένα, τηγανισμένα . . που δεν μένει άλλο παρά ν' ανοίξης το στόμα να τα χάψης . . Λιγόνει η καρδιά τ' ανθρώπου . . . (Σκέπτεται.) Άσχημα έκαμα, που τώρα τελευταίως έμπλεξα με ένα τέτοιον παληάνθρωπο· απ' αυτόν εκτός από αηδίας και δυσαρεσκείας τίποτε άλλο δεν πρέπει να περιμένη κανείς. Να σου πω όμως άνθρωποι δα κι' αυτοί οι ξιπασμένοι μεγαλοαφεντάδες· άρχησαν να μ' αποφεύγουν χμ, φαίνεται πως το μυρίσθηκαν! . . . Είνε καιρός πλέον να τελειώση ή ν' αλλάξη αυτή η σκηνογραφία . . . Και νά, θαρρείς πως επίτηδες εβγήκε 'μπρός μου αυτή η ευλογημένη οικογένεια του Μούρομσκη. Ένας μωρός γύρος βαλς συνδέει την πλέον αχρειοτέραν ερωτοτροπίαν. Η υπόθεσις διεξήχθη με αρκετήν τόλμην· χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας είμαι παντρεμένος! Κάμνω, καθώς λέγουν, καλό γάμο! Έχω σπίτι, θέσιν εις την κοινωνίαν, φίλους και θαυμαστάς — ένα σωρό . . . (Περιχαρής). Αλλά τι τζόγος έχει να γείνει, τι τζόγος! Με διακόσαις χιλιάδες μπορώ να κερδήσω βουνό χρυσάφι! . . . Τι; δεν ημπορώ; Βέβαια 'μπορώ! Θε να 'γδύσω κυριολεκτικώς όλους αυτούς τους χορτασμένους! Στο σπίτι όμως αυτού του γέρο ξεκουτιάρη δεν έχω σκοπό να κατοικήσω. Ευχαριστώ πολύ! Την Λύδοτσκαν πρέπει να την περιλάβω δυνατώτερα στα χέρια μου, να της κάμω, που λέγουν, καλό δασκάλεμα, να την τυλίξω σαν κουβάρι, που να μη βγάζη άχνη· γιατί αυταίς η άχναις εμένα . . . δεν μ' αρέσουν τόσο . . . Ας είνε, αυτό δεν είνε και δύσκολο πράγμα. Κι' αυτή η Λύδοτσκα, δε ξεύρεις τι διάβολο είνε! μια νερόβραστη γογγύλα, ένα μηδέν! . . . κ' εγώ τραβώ για την Πετρούπολι! Εκεί είνε ο τζόγος! Εδώ τι παίζουν; ευτελή, μηδαμινά πράγματα . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται).

Μιχάηλο Βασίλειτς! ο έμπορος Στσέμπνιεφ . . . Προστάζετε να τον αφήσω νάμπη μέσα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Νά και η πραγματικότης! Κουτέ! ας του έλεγες πως δεν είμαι σπίτι.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Δε 'μπορώ, Μιχάηλο Βασίλειτς! Δεν τους ξέρετε τι άνθρωποι είνε αυτοί; — 'μπορεί να καθίση να περιμένη με την ησυχία του στην πόρτα οκτώ ώραις, — γι' αυτόν το ίδιο είνε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Καλά, ας έλθη.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Στσέμπνιεφ και Κρετσίνσκης.

(Ο Στσέμπνιεφ είν' ενδεδυμένος κατά τον συρμόν, με παχυτάτην άλυσιν ωρολογίου, με βελούδινον δικτυωτόν γελέκον και πανταλόνι καρέ).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ραθύμως)

Καλημέρα, Τιμοφέη Τυχομίριτς!

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Τα σεβάσματά μου, Μιχαήλο Βασίλειτς; είσθε καλά;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Κάποια μικρά αδιαθεσία . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Κανένα μικρό κρυολογηματάκι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Φαίνεται . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Από το χθεσινό τζόγο έχω ένα μικρό λογαριασμουδάκι· αν έχετε την ευχαρίστησι να μου το πληρώσετε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα δεν σας είπα χθες πως θα τα φέρω ο ίδιος;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Ναι, έχετε δίκηο, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά ξεύρετε έχω ανάγκην από χρήματα. Κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αλήθεια, στην τιμή μου, σας λέγω, τώρα χρήματα δεν έχω. Περιμένω από στιγμής εις στιγμήν και θα σας τα φέρω χωρίς άλλο, μείνατε ήσυχος. (Σιγή). Αι, τι γίνεται στη λέσχη;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα . . . τίποτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ποιος έπαιξε ύστερ' από 'μένα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα . . . όλο και οι ίδιοι. Λοιπόν, δεν μου κάμνετε την χάρι, Μιχάηλο Βασίλειτς.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα είσθε περίεργος άνθρωπος· πήτε μου, στο Θεό σας, ημπορώ να σας πληρώσω αφού δεν έχω χρήματα; Σας λέγω, πως δεν έχω. Από τον τοίχο θενά τα κόψω;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Πάει καλά . . όπως αγαπάτε . . . όπως αγαπάτε . . λοιπόν να μη σας κακοφανή, Μιχάηλο Βασίλειτς αν σήμερον . . . δηλαδή . . . στη λέσχη . . καταχωρήσουμε στο βιβλίο . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς εις το βιβλίον; δηλαδή εις το βιβλίον θα το καταχωρήσετε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μάλιστα . . . Μα αυτό πλέον έτσι γίνεται συνήθως.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πώς συνήθως; Δηλαδή να καταισχύνετε έναν άνθρωπον, να τον εξοντόσετε . . Μα αυτό θα το μάθη σήμερον όλη η λέσχη, και αύριον όλη η πόλις! . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Μα βέβαια. Είνε πράγμα συνηθισμένον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Συνηθισμένον διά σας, όχι όμως και δι' εμέ. Εγώ πάντοτε ήμην τίμιος και ακριβής εις την πληρωμήν των χρεών μου, και από σας, μάλιστα, από σας, κύριε, είχα να λαμβάνω τόσες φοραίς και επερίμενα και τρεις μήνας χρήματα. Ενθυμείσθε;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Δεν λέγω όχι. Εμείς σας είμεθα πάντοτε ευγνώμονες. Τώρα όμως μην ταράττεσθε και κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε. Διαφορετικά . . . τι να γείνη; η ανάγκη . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι ανάγκη; Σταθήτε . . . μήπως θα χάσετε το δικαίωμα να με γράψετε εις το βιβλίον αύριον ή μεθαύριον; Δεν το χάνετε . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Αυτό βέβαια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τότε λοιπόν γιατί σώνει και καλά σήμερα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Αυτό, βλέπετε, απαιτεί η τάξις: όποιος δεν πληρώνει — εγγράφεται εις το βιβλίον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι είν' αυτά, βρε αδελφέ; Μήπως αρνούμαι εγώ να πληρώσω; Εγώ σας παρακαλώ μονάχα να μου κάμετε την χάριν να περιμένετε δύο — τρεις ημέραις. Μήπως κ' εγώ δεν σας επερίμενα τρεις μήνες.

ΣΤΣΕΣΜΠΝΙΕΦ

Αυτό είν' αλήθεια . . πράγματι αυτό έτσι είνε, τώρα όμως Μιχάηλο Βασίλειτς, αλήθεια, προστάξετε να σας παρουσιάσω τον λογαριασμόν. Έχω ανάγκην, σας βεβαιώ!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μα τι διάβολο λοιπόν — πέτρα είσθε; Ήλθατε επίτηδες να μου κάμετε τον παλαβό και δε μπορώ να σας χώσω στην κεφαλή σας, ότι τώρα, αυτή τη στιγμή, χρήματα δεν έχω και να σας πληρώσω δεν ημπορώ! . . . Είνε αδύνατον! (πλησιάζων προς τον Στσέμπνιεφ) Εκαταλάβατε; . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Γιατί ερεθίζεσθε, Μιχάηλο Βασίλειτς; Αυτά είνε συνηθισμένα πράγματα . . . (υποκλίνεται). Όπως αγαπάτε . . . (σιωπήσας, αποχαιρετίζει και αποσύρεται προς την θύραν). Δούλος σας! . . . Εντούτοις απόψε που θα πηγαίνω στη λέσχη, θα περάσω απ' εδώ, και σεις πια κάμετέ μου τη χάρι να τα ετοιμάσετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι να ετοιμάσω;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Δηλαδή, λέγω τάχα για τα χρήματα. Δούλος σας. (Θέλει να φύγη).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΛΗΣ (τον λαμβάνει ταχέως εκ της χειρός)

Σταθήτε! Έτσι δα δεν κάνουν. Εγώ εκάθησα να παίξω μαζύ σας, με την ιδέαν πως έχω να κάμω με ένα άνθρωπον καθώς πρέπει. Ο καθώς πρέπει άνθρωπος, κύριέ μου, χωρίς ανάγκη δεν πνίγει τον άλλον, χωρίς μεγάλη ανάγκη δε σκοτώνουν, αδελφέ τον άλλον. Γιατί λοιπόν σεις με πνίγετε; γιατί; Τι σας έκαμα; λέγετε λοιπόν, τι σας έκαμα;

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Όπως αγαπάτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γλυκέως) Ακούσατέ μου. Μα αν δεν είχατε και σεις

χρήματα όπως εγώ — αι τότε θα άλλαζε το πράγμα· σεις όμως, σεις είσθε, κεφαλαιούχος, σεις τοκίζετε χρήματα· σεις τώρα δεν έχετε απ' αυτά ανάγκη· μήπως εγώ σας έκαμα ποτέ τίποτε; κ' εγώ είχα να λάβω άλλοτε από σας, τότε που σεις τα ετοκίζατε.

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Καλέ τι λέτε! μπα . . μπα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δεν πρόκειται τώρα περί αυτού, αλλά γιατί με στενοχωρείτε έτσι αλύπητα! μου κτυπάτε κατακέφαλα . . . γιατί; . . .

ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ

Τα ημέτερα σεβάσματα, Μιχάηλο Βασίλειτς

(Στενάζει, υποκλίνεται και διολισθαίνει ηρέμα).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οπίσω του)

Τσιφούτη! (μετά μικρόν). Θα με γράψη! Δεν τώχει τίποτε να με γράψη· θα γράψη με τα τσιφούτικά του χέρια τώνομά μου στο βιβλίο και θα βροντήξη σαν κανονιά μέσα στη Μόσχα η είδησις! και τετέλεσται, το παν τετέλεσται! Ο γάμος μου ματαιόνεται κι' απ' αυτό το καταραμένον εκατομμύριον θα μείνη στάχτη και καπνός, η καρηβαρία της μέθης και η μανία . . ναι, η μανία! . . (σταυρόνων τας χείρας του) Αι, ομολογώ, δεν θα εσυμβούλευα εγώ . . . (κάμνει χειρονομίαν αδιαφορίας) Μωρολογήματα και μικρολογήματα! . . . Να μην ευρεθώ εις θέσιν να πάρω τα μπαγάγια μου στον ώμο και το κόψω λάσπη από 'δώ για να προλάβω την απόχη του δικαστικού κλητήρος . . . (συλλαμβάνει το περιλαίμιόν του, μετά μικράν σιγήν). Αγύρτης, αι; φου! . . . ανυπόφορον!! . . . (εκβάλλει τον κοιτωνίτην του) πνίγομαι! . . . (άρχεται βαδίζων τεταραγμένος). Το παν, εξαρτάται τώρα από τον Ρασπλιούγεφ . . αι; . . (κάθηται εις το γραφείον, λαμβάνει φύλλον χάρτου και γράφει δια μολυβδίδος). Ας λογαριάσω, τι και τι μας χρειάζεται; . . Εκεινού χίλια πεντακόσια, καλά· εκεινού (δεικνύων προς την θύραν) — χίλια διακόσια. Τώρα εκείνου του λύκου — χωρίς άλλο χίλια: να μπουκωθή το πεινασμένο του λαρύγγι, γιατί, βλέπεις, γαυγίζει . . . χα-χα! Να-ά ένα λαρύγγι . . . έπειτα κάτι μικρά — καμμιά πεντακοσαριά . . εξακοσαριά (λογαριάζει). Κ' εδώ, μάτια μου, χρειάζονται χρήματα και χρήματα.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εις την θύραν)

Μιχάηλο Βασίλειτς, ο αμαξάς ήλθε! θέλει, λέει, χρήματα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ζβερκιαίς! . . . (εξακολουθεί λογαριάζων) δηλαδή, με άλλους λόγους, τρεις χιλιάδες ρούβλια — σαν να μην είνε τίποτε: σταγών εν τω ωκεανώ . . . Και ο γάμος, ο γάμος! Και πώς θα τον κάμω τον γάμον, που εδώ χρειάζονται έξοδα, αναπόφευκτα έξοδα! . . . Σε κάθε βλάκα να δίνης δώρα· κάθε ζώο τετράποδο σου ζητεί φιλοδώρημα. Έρχονται έπειτα τα μπουκέτα, τα κουφέτα, κάθε λογής κουταμάρες, κάτι ανόητα κάνιστρα . . μια ατελείωτη μωρία . . . και όλο χρήματα, όλο χρήματα! . . . (σκεφθείς) Χρήματα.

ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται)

Μιχάηλο Βααίλειτς, η πλύστρα ήλθε: θέλει χρήματα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λογαριάζων)

Ζβερκιαίς!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς, νά κι' ο ξυλάς, στέκει κι' αυτός δύο ώραις

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγείρων την κεφαλήν του)

Μα δε μου λες — ετρελλάθης, αι; Δε νοιώθης; Τι έρχεσαι και με ενοχλής για τιποτένια πράγματα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Όπως αγαπάτε! Μάλιστα, άλλα μέσα δεν υπάρχουν . . Εγώ πια με κάθε τρόπο . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγειρόμενος εκ της καθέκλας)

Λοιπόν!

(Ο Θόδωρος εξαφανίζεται. Εις τον προθάλαμον ακούεται θόρυβος φωνών, τα πατήματα ολονέν παύουν. Σιγή).

ΣΚΗΝΗ Η'.

Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται, στρέφεται κατ' ευθείαν προς την γωνίαν, αποθέτει τον πίλον του και εξάγει τα χειρόκτιά του).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(Εγείρεται, τον παρατηρεί μετά προσοχής, ακολούθως στρέφεται βραδέως, σταυρόνει τας χείρας του και βλέπει εις την πλατείαν).

Νά! . . . Αμ' εγώ τώξευρα! (Κύπτει την κεφαλήν). Ορίστε! . . . (ανορθεί την κόμην του). Ορίστε! . . .

(Πλησιάζει βραδέως τον Ρασπλιούγεφ με συνεσφιγμένους γρόνθους· εκείνος οπισθοχωρεί προς τα παρασκήνια, ο Κρετσίνσκης τον συλλαμβάνει εκ του περιλαιμίου δι' αμφοτέρων των χειρών).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (δειλιάσας)

Μιχάηλο Βασίλειτς, σταθήτε . . . ζητούν ενέχυρον . . . ενέχυ . . .

(Ο Κρετσίνσκης αρχίζει να τον σείη εμπρός οπίσω).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακεκομμένως)

Μα . . . δε σου είπα εγώ . . . να μούβρης . . . χρήματα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ενέχυρο . . . ενέχυρο . . (συστέλλεται η αναπνοή του). Μιχ . . . Μιχ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δε σου είπα, κακούργε, δε σου είπα να πα να κλέψης . . . (οργίλως) να ληστέψης!!! (τον σφίγγει) και να μου φέρης χρήματα! . . .

(Ο Ρασπλιούγεφ φωνάζει· ο Κρετσίνσκης τον σπρώχνει επί του καναπέ και σταματά με παρηλλαγμένον πρόσωπον εις την γωνίαν της σκηνής). Ακούς εκεί; . . . δεν ηύρε λέγει, χρήματα! ψέματα λέγει! . . . Εις όλα τα σπίτια υπάρχουν χρήματα! χωρίς άλλο υπάρχουν . . . αρκεί να μάθη κανείς πού τάχουν . . πού να ψάξη . . . (διαλογίζεται και κινεί τα δάκτυλα του) χμ! πού τάχουν κρυμμένα . . . πού είνε κρυμμένα . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(εγείρεται βραδέως εις τους πόδας του και εξετάζει τον επενδύτην του).

Ορίστε! . . . (αναζητεί επί του δαπέδου το κομβίον του). Ώστε κατά τα φαινόμενα σε εικοσιτέσσαρες ώραις μέσα — δυο ξυλοφορτώματα. Αυτή δεν είνε ζωή (εγείρει το κομβίον), έτσι δα ούτε σκυλί δε μπορεί να σταθή εδώ μέσα . . . (εγείρει άλλο κομβίον) να τώρα, ο σγουρομάλλης, ας πούμε, είνε πιστό σκυλί, αι, κι' αυτό θα πάρη δρόμο να φύγη. (αναζητεί πάλιν). Αι, εκείνο, πια, ας πούμε ήτανε μποξ, — εγγλέζικο . . . αμ' αυτό, τι λογής είνε; αυτό, πια θαρρώ πως είνε δική του εφεύρεσις.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κτυπών το μέτωπόν του)

Α!!!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ιδών ακόμη έν κομβίον)

Α, α, α!!! (πηγαίνει και το σηκώνει). Για 'δέ το, που κατρακύλισε! (το θέτει εις το θυλάκιόν του). Ακούς εκεί, μωρ' αδερφέ, θυμό! . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι να κάμω . . . τι να κάμω;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Η πρώτη δουλειά που θα κάμης είνε — να μη κτυπάς . . . .

(ο Κρετσίνσκης κάθηται παρά το γραφείον, ο δε Ρασπλιούγεφ εις το άλλο άκρον της σκηνής ανερευνά δια τα κομβία. Σιωπή).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θεέ μου! υπάρχουν άνθρωποι, που γεννώνται μέσα στην ευτυχία, μέσα στην αφθονία, μέσα εις όλα τα αγαθά της ζωής, και ζουν, ειμπορώ να πώ, γλεντίζοντας. Γεννιώνται όμως και κάμποσα τούμπανα, που τα χτυπούν από την αυγή του Θεού ως τη μαύρη νύκτα! . . Καλή ώρα! (ίσταται ενώπιον του κοινού) Αν ετύχαινε να γεννηθώ κανένας αδύνατος, ψιλοκαμωμένος, ντελικάτος . . . πού θα μπορούσα να βαστάξω; . . . μπα! μπα! δε θα βαστούσα! . . . Ξέρω και λέω, πως αν ήτον άλλος στη θέσι μου, από το ξυλοφόρτωμα που μούδωσαν χθες — ο διάβολος να με πάρη — αν θα μπορούσε να βαστάξη· αμ' από την ενοχλητική εκείνη ιστορία, δεν μου λέτε παρακαλώ, ποιος ειμπορούσε να κρατήση; Αμ' εδώ και τρία χρόνια στο Κουρσκ, ύστερ' από το μεθύσι εκείνο που τραβούσα — μπορούσε κανείς να κρατήση; μπα,- μπα! αδύνατον . . και όμως νά, ζω και βασιλεύω και να σας πω, φθάνει μονάχα να την τυλώσω καλά, και να πάρω ένα ηρωικό ύπνο από κείνους που λέγει ο λόγος . . . και είμαι πάλι φρέσκος φρέσκος . . . (σταματά και παρατηρεί τον Κρετσίνσκην, ο οποίος ανοίγει έν συρτάριον του γραφείου). Και όμως, χρήματα δεν υπάρχουν . . . (ο Κρετσίνσκης ανοίγει άλλο) κ' εδώ δεν υπάρχουν . . (ανοίγει τρίτον συρτάριον) μα δεν υπάρχουν . . και όμως κτυπάς! . . τι εκέρδισες; (ο Κρετσίνσκης ανερευνά εν αυτώ). Τι κάθεται και ψάχνει; τι ψάχνει μέσα στα σκουπίδια; χρήματα ναύρη; τον καϋμένο! εγώ ξέρω τι έχει εκεί μέσα· εκεί μέσα δεν έχει τίποτε· παλαιά χρεωστικά, απλήρωτοι λογαριασμοί. (Ο Κρετσίνσκης εξάγει καρφίδα ικανού μεγέθους). Να, τωύρε το ψεύτικο μπιχλιμπίδι . . . δεν θα αξίζει παραπάνω από πενήντα λεπτά . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αναφωνεί αίφνης)

Μπα-α! Εύρηκα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ωω! (συσπειρούται προς τον τοίχον) τον έπιασε . . φαίνεται· φοβούμαι . . . (στενάζει) η ανάγκη τι δεν κάνει;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών εις χείρας του την καρφίδα). Εύρηκα! . . .

εύρηκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χριστέ και Παναγία μου! αυτός τάχασε! . . . μα το ναι, τάχει χαμένα . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(αίφνης σκέπτεται και ομιλεί βραδέως)

Εύρηκα . . . ελληνικά, θα ειπή — βρήκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ελληνικά;! . . . φυ-ού (κινεί την κεφαλήν του). Τώρα πια εδέσαμε το γάιδαρό μας . . . Τον καϋμένο! Τον έχω που τον έχω για το φρενοκομείο (σείει και πάλιν την κεφαλήν του). Κ' έτσι που λες, εδέσαμε το γάιδαρό μας. (ο Κρετσίνσκης είνε βαθέως συλλογισμένος, κάμνει χειρονομίας, φέρει τον δάκτυλον εδώ κ' εκεί και ομιλεί ακαταλήπτως. Ο Ρασπλιούγεφ τον παρακολουθεί). Άσχημαις . . . άσχημαις δουλειαίς . . . κι' αυτός έτσι δα που κάνει το δάκτυλό του, μπορεί να μου πετάξη το μάτι . . . εγώ πια την είδα την τύχη μου. Ας κάμω πως τραβιέμαι απ' εδώ . . . ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια (λαμβάνει τον πίλον του και χωρεί προς την θύραν ακροποδητί . . . Βόηθα, Παναγία μου! . . . (φεύγει).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έτσι είνε; . . . είνε σωστό; . . . (τρίβει το μέτωπόν του) Δεν έχω τάχα λάθος; (πάλιν σκέπτεται).

(Ο Ρασπλιούγεφ μετά του Θοδώρου εμφανίζονται εις την θύραν)

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κύτταξε να ιδής τι δουλειαίς σκαρόνει.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έτσι, έτσι κ' έτσι . . . (αναπηδά) μπράβο!. ουρά! το βρήκα τελείως το βρήκα! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κρυφθείς όπισθεν της θύρας).

Μωρε-ε-έ! . . . Μωρέ δουλειά! . . Μα δε σου τώλεγα εγώ; — πάει, τάχασε τα μυαλά του, όλως διόλου τάχασε! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει δειλώς και τεταραγμένος)

Αφέντη, Μιχάηλο Βασίλειτς! τι έχετε; Πιήτε ένα ποτήρι νερό. Τι επάθατε, αφέντη; Μη θέλετε να σας φέρω λοδεκολόν; Αφέντη! εμάς μας έτυχαν χειρότερα απ' αυτά . . . θα περάσουν και τούτα . . . Ένα λόγο 'πήτε, και πέρνω απάνω μου το βάρος . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ακούσας, θωπευτικώς)

Τι είνε, Θόδωρε, τι είνε; εγώ δεν έχω τίποτε . . . (δυνατά) Αι, Ρασπλιούγεφ! (ο Ρασπλιούγεφ αναπηδά σύσωμος)· Πήγαινε, ξέρεις, σ' εκείνον . . . πώς τόνε λένε; . . τον Θώμην, — που είνε εις την οδόν Πέτρου, και παράγγειλέ του αμέσως μίαν ανθοδέσμην χορού, την καλείτερη, να είνε όλη από άσπρες καμέλιες . . καταλαμβάνεις; μόνον από άσπρες. Πήγαινε και να μου τήνε φέρης στη στιγμή.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(λυπητερά δεικνύων εις τον Θόδωρον τον Κρετσίνσκην).

Δε σου τάλεγα, Θόδωρε; αι; δεν έχει παρά τσακιστό και παραγγέλλει μπουκέτο πενήντα ρουβλιών! (περιπατεί εμπρός οπίσω). Ωχ, ωχ, ωχ! Μάνα μου μανούλα μου! Τι θα κάμουμε, Θόδωρε μου; τι θα γίνομε οι ορφανεμένοι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (περιπατών σταματά)

Αι, λοιπόν; ακόμη εδώ είσαι; Μήπως εστούπωσαν τ' αυτιά σου; Να σου τα ξεφτυλίσω! Άκουσες; . . . (προχωρεί κατ' αυτού) άκουσες τι σου είπα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (οπισθοχωρών προς τον τοίχον)

Μ . . Μ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Περίεργο πράγμα! μα με τι χρήματα; Εγώ δεν έχω λεπτό. Με τι θα σας αγοράσω το μπουκέτο;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πηγαίνετε, Ιβάν Αντώνιτς, πηγαίνετε! ακούσατε τι σας επρόσταξε ο αφέντης; πηγαίνετε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα με τι να τ' αγοράσω; πού είνε τα χρήματα; εγώ δεν έχω λεπτό.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(λαμβάνει εκ της τραπέζης το ωρολόγιόν του μετά της αλύσσου).

Νά χρήματα . . . Κύτταξε καλά, μετά μισή ώρα να βρεθή επάνω εδώ στο τραπέζι. Άκουσες; Λοιπόν; . . . (ο Ρασπλιούγεφ φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Οι άνω εκτός του Ρασπλιούγεφ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα, τώρα, ναι, τώρα πρέπει να κάμω ένα γράμμα της Λύδοτσκας, να το έχω έτοιμον. Ο καιρός επείγει· εις έργον! (κάθηται και άρχεται γράφων παρά το γραφείον).

ΘΟΔΩΡΟΣ

(κατ' ιδίαν, παρατηρών λοξώς τον Κρετσίνσκην).

Ψέματα λέγει ο Ιβάν Αντώνιτς· δεν τάχει χαμένα ο αφέντης κάθεται γερός και δυνατός ο αφέντης, όχι ετρελλάθη (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Κρετσίνσκης μόνος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφει επιστολήν σταματά).

Όχι! (Σχίζει το χαρτίον και γράφει πάλιν). Δεν είναι εκείνο που πρέπει να 'πώ. (σχίζει ακόμη, γράφει πάλιν). Άει στο διάβολο! πρέπει να γραφή ένα τέτοιο γράμμα, που να κάμη και νεκρά ν' ανατριχιάση· Με πάθος. Άλλως τε, το πάθος προκαλεί πάθος. Αχ, πάθος, πάθος! πού είσαι; (μειδιά) Το πάθος μου, ο έρως μου . . . ψύλους στάχυρα γυρεύω . . . αι, αι, αι! Και πρέπει, χωρίς άλλο, πρέπει . . . (συντάσσει την επιστολήν, την αναγινώσκει, απαλείφει και πάλιν γράφει). Νά δουλειά· ίδρως μ' έκοψε, (απομάσσει το πρόσωπόν του και διατρέχει την επιστολήν). Μμ . . μ . μ . . μ . . Γλυκέ μου άγγελε . . . προσφιλεστάτη της οικογενείας εστία . . μ . . μ . . μ . . αβρέ μου αστερισμέ . . ανοησίαις του διαβόλου! αέρας κοπανιστός . . . κολοκύθια με τη ρήγανη, και τα λοιπά (σφραγίζει και επιγράφει την επιστολήν). Ιδού λοιπόν. Γλυκέ μου άγγελε! Πέμψατέ μου μίαν εκ των πτερύγων σας, την καρφίδα σας με τον μονόπετρον αδάμαντα (παρωδών), εις τον οποίον κατοπρίζεται η στιλβηδών της ουρανίας πατρίδος σας. Πρέπει να εξοπλήσωμεν ακάτιον, το οποίον, βοηθούμενον υπό τεσσάρων ανέμων, του καρώ, του σπαθιού, του πίκα και του κούπα, θα μας φέρη εις το τρικυμιώδες πέλαγος του βίου. Εγώ θα κρατώ το τιμόνι, ο Ρασπλιούγεφ θα είνε εις τα πανιά και σεις θα μας χρησιμεύσετε ως σαβούρα! . . . Κι' αυτός ο Ρασπλιούγεφ δεν έρχεται . . . α — διάβολε . . .

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α . . . νάτον! . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(με την ανθοδέσμην ανά χείρας. Την κομίζει μετά προφυλάξεως· προς τους θεατάς, δεικνύων την ανθοδέσμην).

Εικοσιπέντε ρούβλια αργυρά, για μια σκούπα! φτου!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, εδώ, δείξε μου το. (την παρατηρεί) Καλό είνε, λαμπρά! Πόσα ρέστα έφερες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά κατανύξεως)

Ρέστα; πενήντα ρούβλια (τω δίδει τα χρήματα).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα άκουσε και κάμε, καϋμένε, μάτια τέσσαρα! πρόκειται περί λεπτής υποθέσεως. Κύτταξε λοιπόν, αυτό το γράμμα θα το πας της μνηστής μου, της Λυδίας Πετρόβνας Μούρομσκη, νά, εδώ κοντά στη δενδροστοιχία . . . ξέρεις; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αναζωογονούμενος)

Ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, ξέρω. Άμα στρέψης τη γωνιά, μια μεγάλη, άσπρη σπιτάρα με εξώθυρα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, ναι. Τώρα θα είνε μία η ώρα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(πηδά και παρατηρεί το ωρολόγιον)

Μία παρά τέταρτον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν· τώρα ο γέρος δεν είνε στο σπίτι· αυτή την ώρα πάντοτε γυρίζει μέσα στην πόλιν, καλπάζων με τα ψοφίμια που έφερε από το κτήμα του. Πήγαινε και δόσε το μπουκέτο αυτό εις τα χέρια της Λυδίας Πετρόβνας. Χαιρέτισέ την εκ μέρους μου, έτσι με περισσοτέραν επιδεξιότητα, με περισσοτέραν σοβαρότητα, συστήσου μόνος σου . . καταλαμβάνεις; Και συγυρίσου καλείτερα. Φόρεσε το σουρτούκο μου . . Θόδωρε! (εισέρχεται ο Θόδωρος) Δόσε του το σουρτούκο μου! . . . Αν ο γέρος είνε στο σπίτι, το μπουκέτο το δίνεις, το γράμμα όμως, κύτταξε καλά μην το δώσης. Της γράφω, μέσα στ' άλλα να μου στείλη το μονόπετρο διαμάντι της, που το μετεσχημάτισα εις καρφίτσαν . . το θυμάσαι; (ο Θόδωρος εγχειρίζει εις τον Ρασπλιούγεφ το σουρτούκον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (το φορεί και απέρχεται).

Ξέρω, θυμούμαι είκοσι καρατιώ — αξίζει 30 χιλιάδες.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Της γράφω, πως χθες εσυζητούσαμεν περί αυτού με τον πρίγκηπα Βέλσκην, και εβάλαμεν δι' αυτό μεγάλο στοίχημα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τς-τς-τς. τς . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πάρε το και να μου το φέρης με μεγάλην προφύλαξιν (τον απειλεί). Γι' αυτό το στοίχημα μπορείς και συ να πης κανένα ψέμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ακούς εκεί, ό,τι θέλεις μπορώ να πω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ή όχι, μην 'πής τίποτε. Εσύ πάντα στα ψέματα τα μπερδεύεις. Τρέξε κι' άμα το πάρης πέταξε! Φυλάξου από το γέρο· τα επίλοιπα θα έλθουν βολικά . . Εκατάλαβες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ημιφώνως)

Εκατάλαβα, Μιχάηλο Βασίλειτς, (ανασπών τας οφρύς και υψών τον δάκτυλον εμφαντικώς) εκατάλαβα! πετώ! . . . (φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.

Κρετσίνσκης (μόνος).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εκατάλαβα, εκατάλαβα . . . τίποτε ο βλάκας δεν εκατάλαβε. Αυτός νομίζει, πως εγώ θέλω να κλέψω, ότι είμαι κλέπτης. Όχι αδελφέ· την τιμή μας την φυλάττομεν ακόμη· μέσα εις αυτό εδώ το θυλάκιον (δεικνύει την κεφαλήν του) έχομεν ακόμη πόρους. Τώρα εις έργον! (κραυγάζει) Θόδωρε! αι Θόδωρε! (ο Θόδωρος εισορμά). Τι κάνεις; κοιμάσαι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τώρα μόλις, αφέντη . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν. Τα δυο σου πόδια είνε λίγα, βάλε και τρίτο! . . Νά, πάρε χρήματα. Πρώτα πρώτα ν' ανάψης να ζεσταθή το δωμάτιον. Κύτταξε όμως να μη το κάμης καμίνι από τη χαρά σου· αλλ' αυτό ακόμη είνε νωρίς. Δεύτερον, θα δώσωμε απόψε το τσάι εις έξ πρόσωπα· η νύμφη με τους συγγενείς της, ο κ. Νέλκην και ίσως ακόμη κανένας άλλος. Να είνε όλα πρώτης . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά. Να πάρω γλυκά;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Να είνε όλα καθώς πρέπει. Άναψε τους λύχνους, τα μεγάλα κανδυλέρια να μην αναφθούν· να συγυρισθούν τα δωμάτια· να καπνίσης μυρωδιές. Τρανσπαράν παντού· υποδοχή στας επτά. . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Θα φορέσω στολή;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Στολή δεν χρειάζεται. Η υπηρεσία — με μαύρα φράκα· λαιμοδέταις και γελέκια άσπρα· να κατεβασθούν η κουρτίνες, — η κουρτίνες να κατεβασθούν. Γιατί εσείς ή καθώς πρέπει άνθρωπος δίνει εσπερίδα ή πραγματευτής παντρεύεται — το ίδιο τώχετε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά. (απέρχεται σπεύδων).

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.

Κρετσίνσκης (μόνος)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τώρα μου χρειάζονται δύο τέτοια χαρτάκια που να είνε απαράλλακτα. Στάσου, στάσου! (αναζητεί εντός του γραφείου του), Τα, τα, τα. Χρεωστικαί αποδείξεις! Καλείτερα δεν ειμπορεί να γείνη! (θέτει αυτάς την μίαν επί της άλλης και δια ψαλλίδος τας κόπτει καταμεσής). Περίφημα! (τραγουδεί εκ του Μαγευμένου Βέλους).

Αν δεν ήταν το κρασί, η ζωή γεμάτη λύπαις και με θλίψι θα περνούσε

Ωραίο τραγουδάκι αυτό, μα το δικό μου είνε καλείτερο:

αν δεν είχαμε μυαλό η ζωή γεμάτη λύπαις και με γύμνια θα περνούσε.

Με αυτό (δηλαδή με το μυαλό) η δυστυχία

είναι ψέμα φοβερό! αν η τσέπη είν' άδεια τώρα αύριον πλουτούμεν. (δις)

(τελειώνει με ένα απίστευτον λαρυγγισμόν).

Κι' όταν φθάσωμεν να γενούμεν πλούσιοι, τότε ό,τι τραγούδι θέλεις λέγε, όσαις ανοησίαις θέλεις 'πέ· όλα θα είνε καλά, όλα άξια . . . όλο νους, παντού νους! Στον κόσμο νους, στον έρωτα νους, στο παιγνίδι νους, στην κλεψιά — νους! . . . Ναι, ναι! αυτό είνε, νά που εφάνη και η φιλοσοφία, Όταν όμως έσυρα τον Ρασπλιούγεφ τότε φιλοσοφία δεν υπήρχε· φαίνεται πως και αυτή η κόρη του Σωκράτους, αγαπά να στηρίζεται καλά . . . Αλλά . . να μη μου τα μπερδέψη αυτός ο Ρασπλιούγεφ; 'πέρασε πια μισή ώρα, αν όχι περισσότερο . . . τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή την μεγάλη στιγμή διερχόμεθα τον Ρουβίκωνα, και ή διαπερεούμεθα εις την αντίπεραν όχθην ή βουλιάζομε! . . . Ναι, αυτή είνε, αυτή είνε η αποφασιστική, η κρίσιμος στιγμή!

(Ακούεται θόρυβος, ο Ρασπλιούγεφ εισορμά με την γούναν, ασθμαίνων. Ο Κρεντσίνσκης αναπηδά και τρέχει να τον υποδεχθή).

ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.

Ρασπλιούγεφ ακολουθούμενος υπό του Θεοδώρου, όστις του εκβάλλει την γούναν. ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, Ρασπλιούγεφ, νίκη;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νίκη, Μιχάηλο Βασίλειτς, νίκη! Νάτηνε, επιάσθηκε στ' αγγίστρι!

(κρατεί υψηλά την καρφίδα και του την εγχειρίζει).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φαιδρώς)

Αι, Ρασπλιούγεφ, τον επεράσαμε τον Ρουβίκωνα! ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τον επεράσαμε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τον Ρουβίκωνα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τον Ρουβίκωνα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Γελοίε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Γελ . . . γελοίε; εγώ γελοίος; με συγχωρείς, Μιχάηλο Βασίλειτς! Τα εκατάφερα που λέτε μια χαρά. Φθάνω . . . φθάνω κ' ερωτώ: είνε μέσα ο κύριος; όχι, μου λένε, δεν είν' εδώ· η δεσποσύνη είνε στο σπίτι; στο σπίτι μου λένε, πού είνε, λέγω; Στην κάμαρή της, μου λένε, του λέγω, ανάγγειλέ με· μου λέ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, αυτό πια φαίνεται· μεγαλοφυέστατον! . . . (Βαίνει προς το γραφείον. Ο Ρασπλιούγεφ πλησιάζει τον Θόδωρον και του ομιλεί χειρονομών. Ο Κρετσίνσκης εξετάζει αμφοτέρας τας καρφίδας). Απαράλλακτες! (Τας περιτιλύσσει κάθε μίαν χωριστά εντός χαρτίων). Δε μου ξεγλυστρά! (Τας θέτει εις το πορτοφόλι του. Προς τον Ρασπλιούγεφ). Αι, Ρασπλιούγεφ! Τώρα δρόμο . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (στρεφόμενος ταχέως προς αυτόν).

Δρόμο;!! τι τάχα; Εγώ είμ' έτοιμος για δρόμο . . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πάρε άρπαξε ό,τι μπορείς. Γρήγορα ζβέλτα — (Προς τον Θεόδωρον) Δόσε μου να ντυθώ!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχει εντός του δωματίου)

Θόδωρε! πάρε, άρπαξε, φίλε μου, ό,τι μπορείς. Ζβέλτα. (αρπάζει πράγματά τινα, τρέχει παρά τον Κρετσίνσκην και πίπτει)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ενδύεται) Γλήγορα, γλήγορα, φίλε μου! Τη βαλίζα δόσε

μου δω, τη βαλίζα! (Ο Ρασπλιούγεφ τρέχει εις το άλλο δωμάτιον και φέρει την βαλίζαν). Στάσου! Δε γίνεται! (Ρασπλιούγεφ σταματά ως απολιθωμένος). Αν στείλουν να μας καταδιώξουν θα μας προφθάσουν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ποιος; Να μας καταδιώξουν; Αμ τότε μας πιάνουν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μας τσακώνουν κ' ύστερα — Σιβηρία.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' αν μας τσακώσουν — βέβαια Σιβηρία.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τότε τι να την κάμωμε λοιπόν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ναι, Μιχάηλο — Βασίλειτς, τι να τήνε κάμωμε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Θόδωρε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θόδωρε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Δόσε μου τη γούνα μου!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Δόσε μας τις γούνες μας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φορών ταχέως την γούναν του)

Αι, φίλε μου, συ, δίκαιον είνε να φορέσης όχι γούνα, αλλά τον μανδύαν των καταδίκων με τον άσσο καρρώ στην πλάτη! (Φεύγει εκ της θύρας προς τον Θόδωρον) Να μην τον αφήσης να βγη από 'δώ μέσα, ακούς;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πολύ καλά, αφέντη! (Στέκεται παρά την θύραν και την κλείει κατά πρόσωπον του Ρασπλιούγεφ).

ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ίσταται ως απολιθωθείς).

Σταθήτε! τι κάνετε σεις; Μιχάηλο Βασίλειτς! . . (Με όλην του την φωνήν) Μιχάηλο Βασίλειτς! . . Μα πού επήγε; Στάσου! Άφησε, άφησε σου λένε! Μα τι είν' αυτό; (ωθεί τον Θόδωρον εκ της θύρας). Τι κάνεις εσύ;!

ΘΟΔΩΡΟΣ (απομακρύνων αυτόν διά της χειρός).

Παρακαλώ, Κύριε, να μείνετε στη θέσι σας. Δεν ακούσατε; έτσι με διέταξαν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αλλόφρων).

Πώς;! Μα αυτό είνε . . . αυτό θα πη, ληστεία! . . . προδοσία! άι, προδοσία!!! (προχωρεί πάλιν εις την θύραν και τον σπρώχνει). Άφησέ με, άφησέ με, κακούργε! άφησέ με σου λέγω! . . (Ο Θόδωρος κλειδόνει την θύραν). Αχ, Χριστέ μου και Παναγία μου! Φονικό! ωχ, φονικό! Βοήθεια! Βοή . . . (κατευνάζεται). Σ-σ . . . τι κάνω 'γώ; Είμαι στα λογικά μου; τώρα μας κουβαλιούνται οι αστυφύλακες . . . (Πραΰνεται). Άφησέ με, Θοδωράκη μου! Άφησέ με, ψυχή μου! Για σένα, βλέπεις, το ίδιο είνε· τι θα καταλάβης να με πάρης στο λαιμό σου; Θάρθη, βλέπεις, αμέσως η αστυνομία, αμέσως θα πιαστούμε! Άμα έρθη ο γέρος, ευθύς θα πιαστούμε. Ποιος ήρθε θα ειπούνε; ήρθε θα ειπούνε ο Ιβάν Αντώνιτς. Τσακόσετέ τον, θα ειπούνε τον μπιρμπάντε. Ο κύριος είνε μεγάλος και πλούσιος· και νά σου τον τον καλό σου από 'δώ . . (συλλαμβάνει ο ίδιος το περιλαίμιόν του) και τράβηγμα ίσια στο Γενικό διοικητή, και στο δικαστήριο κι' απ' εκεί εις την οδόν Σιβηρίας! ωχ, ωχ, ωχ, ωχ! (Κάθηται επί του μαρσίπου και κλαίει). Θοδωράκη . . Θοδωράκη! Δε μου λες, τι θα καταλάβης, τι θα κερδίσης, αν εμένα με μαστιγώσουν εκεί που ξέρεις; . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Έλα Χριστέ και Παναγία ευπατρίδην σαν και λόγου σας θα μαστιγώσουν; Καλέ τι λέτε;! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ποιος; Εγώ ευπατρίδης; Κουρουφέξαλα . . ψευτιαίς! Κ' η κοσκινού τον άνδρα της! . . . σε μένα πάει. Θόδωρε, αι Θόδωρε! άφησέ με, αδελφέ! Γι' αγάπη του Χριστού κάμε το κι' άφησέ με! Έχω βλέπεις κ' εγώ τη φωλίτσα μου· από μένα περιμένουν να τους πάγω να φάνε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλέ τι λέτε, Ιβάν Αντώνιτς; Τι φωλίτσα είν' αυτή;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Δηλαδή, να, πουλάκια· μικρά παιδάκια· τα κακόμοιρα θ' αποθάνουν από το κρύο κι' από την πείνα· θα τα ρίξουν μες στο δρόμο σαν τα ψωρόσκυλα· τα παιδάκια τα καϋμένα — το αίμα μας!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι είν' αυτά, Ιβάν Αντώνιτς, γιατί ανησυχήτε έτσι; πού μπορεί να πάη ο αφέντης;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς πού; Ξέρω κ' εγώ; στους τέσσερους ανέμους.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Και είν' εκείνος τέτοιος άνθρωπος που να φύγη; Δε φεύγει κι' έννοια σου. Για κάποια δουλειά θα πήγε — όχι έφυγε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όχι, έφυγε, χωρίς άλλο έφυγε. Νά η ώρα τώρα να συλλογισθή εμάς. Λένε, πως αυτό το πράγμα αξίζει σαράντα χιλιάδες — νά πράγμα μια φορά! Και τι νομίζεις. Κ' εμένα τον ίδιο, όταν εμπήκα στ' αμάξι με το κατηραμένο αυτό κόσμημα κ' εμύρισα καθαρό αέρα, έτσι και μ' ετραβούσε! Και το μόνο που μ' έκαμε να κρατηθώ είνε που εσκέφθηκα: βρε τι θέλω τι γυρεύω εγώ από τέτοια πράγματα; αυτός είνε θηρίο και αν πέση κατ' επάνω μου — εχάθηκα! . . . Τι τόνε μέλει αυτόν τώρα; Γι' αυτόν τώρα παντού ο δρόμος είν' ανοικτός, παντού είνε ζεστά. Πάει — δουλειά του . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι συμφέρον έχει να φύγη, και μάλιστα με κλεμμένο πράγμα. Αν ήταν κανένας ανόητος, μάλιστα, μα αυτός . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ώστε κατά τη γνώμη σου, είνε καλείτερα να τώχει μαζύ του και να γυρίζη μέσα στην πόλι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μα τι, μήπως είνε κλεμμένο;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα δεν απατήσαμε τους Μούρομσκη και τους το 'πήραμε; Τι άλλο ήθελες να κάμη; τώκοψε λάσπη και πάει λέοντας!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Αι . . . θα 'πήγε να το βάλη ενέχυρο.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ενέχυρο; Αμέ που πρέπει να το επιστρέψη απόψε; διαφορετικά θα το ζητήσουν μέσον της Αστυνομίας και σε καθίζουν στο φρέσκο. Κι' αυτό εκεινού δεν του αρέσει καθόλου. Όχι, αδελφέ, έφυγε, ναι, είνε φευγάτος! Θόδωρε, πάμε να φύγωμε κ' εμείς.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Εμένα τι με μέλει; Εγώ καλά κάθουμ' εδώ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Θ' αποθάνης στη φυλακή, κακομοίρη!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Και γιατί; εγώ τίποτε δεν ξεύρω· σκουπίζω το δωμάτιο, καθαρίζω τα ποδήματα, ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτε· νά τι θα πω. Κ' έπειτα, αυτή είνε δουλειά σκοτεινή· 'μπορεί ο Μιχάηλο Βασίλειτς να πήγε και πουθενά. Ποιος το ξέρει;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Να πήγε πουθενά;, ώστε θα 'πή, έφυγε;!! (Αρπάζει την κεφαλήν του και τρέχει εις τα δωμάτιον). Ωχ, ωχ, ωχ! (Σταματά και αναπνέει). Να το 'δής, Θόδωρε, που θα σε ανακρίνουν κ' εσένα: μήπως δεν είδες και συ που του τώδωσα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τι πράμα, λέι; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φωνάζει)

Λέγω, πως είδες πως εδώ, σ' αυτή τη θέσι, έδωσα την καρφίτσα σ' εκείνον τον κακούργο, τον αφέντη σου.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Α! Ιβάν Αντώνιτς, μου κάνετε τη χάρι, σ' αυτή την υπόθεσι εμένα να μη μ' ανακατεύετε. Εγώ, κύριέ μου, δε ξέρω τίποτε· εγώ καθαρίζω ποδήματα, σκουπίζω την κάμαρα, και από τις δουλειαίς τις δικές σας τίποτε δε ξέρω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά φρίκης)

Ιούδα! . . Πώς δε ξέρεις; Βρε τώρα, αυτή τη στιγμή, εμπρός στα μάτια σου δεν του την έδωσα;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλέ τι λέτε; Πώς μπορώ να ξέρω εγώ τι του εδώσατε σεις; Μήπως μου είπατε τι του εδώσατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αχ κακούργε! φονιά! (Κτυπά τα μέτωπόν του). Μ' εσκότωσες!! Άαα! Διαβόλου συμμορία! βλέπω, βλέπω . . . θέλετε να με τσουβαλιάσετε . . . Α, όχι, στάσου! (Επιτίθεται κατ' αυτού μεθ' ορμής). Άφησέ με, σου λέγω, άφησέ με, ασυνείδητε! (επιτίθεται) Ακούς τι σου λέω; άφησέ με! (Ρίπτεται εναντίον του· συμπλέκονται σιγώντες και πνευστιώσι. Ο Θόδωρος καταβάλλει τον Ρασπλιούγεφ).

ΘΟΔΩΡΟΣ

Αι, Ιβάν Αντώνιτς, αυτά δεν περνούνε, τ' αδέρφι, σε μένα! Μη στριφογυρίζεις, στάσου, στάσου . . (τον πιέζει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ασθμαίνων βαρέως)

Ωχ, ωχ, ωχ! Άφησέ με! πεθαίνω . . . πεθαίνω! . . . άφησέ με . . . βοήθεια . . . μάνα μου! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (πιέζων τον Ρασπλιούγεφ)

Αφού έχω τέτοια διαταγή, κάθου λοιπόν ήσυχα . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(αποσπάται, αποσύρεται προς την σκηνήν και διορθώνεται).

Τφου, να πάρ' ο διάβολος! α! (προς το κοινόν). Τι θαρρείτε, πως τώχει τίποτε ο βλάκας αυτός να με πνίξη; (σκέπτεται). Κ' είνε τρίτο ξύλο αυτό, μάλιστα τρίτο! (δένει τας χείρας του) Τύχη! (δυνατά) Τύχη! Γιατί με κατατρέχεις; Γιατί με καταδ . . . (παρατηρήσας τον Θόδωρον). Όχι, είδες ο καλικάντζαρος! Δες μούτρα, κύτταξε μούτρα! Στάθηκε πάλι στην πόρτα σαν κανένας στύλος· τι ανάγκη έχει; (ο Θόδωρος τον κυττάζει με αδιαφορίαν, ο Ρασπλιούγεφ παρατηρεί δεξιά αριστερά). Ωχ, ωχ, ωχ! και ο καιρός περνά! Και μπορεί πια νάρχονται. Κ' εγώ έπεσα στην παγίδα! είμαι υποχρεωμένος να μη μιλώ και να περιμένω τη συμφορά! τη φυλακή!! Να περιμένω την τιμωρία και να μη 'μιλώ!! Χριστέ μου! πώς μου σφίγγεται η καρδιά! . . . πώς λιγόνω! Νά, εδώ έχω πόνο, με πνίγει!!! Παιδάκια μου! γυμνά, νηστικά . . . θα σας ιδώ τάχα; . . . Γιαννάκι μου, παιδί μου! (Κλαίει. Κτυπά ο κώδων). Άι! . . . Νά τους! . . . Νά τους! Η αστυνομία ήρθε, η αστυνομία!! (τρέχει εντός του δωματίου. Ο κώδων και πάλιν κτυπά. Ο Θόδωρος πηγαίνει ν' ανοίξη). Έρχονται!! ωχ, ωχ!

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings