← Table of contents
Ο Γάμος του Κρεντσίνσκη, Κωμωδία εις τρεις πράξεις - Πανδρολογήματα, Κωμωδία εις δύο πράξεις

Front matter (continued 2)

Agathoklis Konstantinidis translation

(Ρίπτεται άπελπις επί του μαρσίπου).

ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.

Οι άνω, και Κρετσίνσκης.

(εισέρχεται ταχέως· ο Θόδωρος τον ακολουθεί και τω ομιλεί χαμηλοφώνως).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εύθυμος)

Χα, χα, χα! Πολύ καλά έκαμες, (τω Ρασπλιούγεφ). Αι, λοιπόν; θαρρώ, πως εζεσταθήκατε με το Θόδωρο. Δεν πειράζει, παρά να κάθεστε χωρίς δουλειά . . . Το κακό μοναχά είνε, που βιάζεσαι πολύ, Ιβάν Αντώνιτς· όλα, φίλε μου, θα έλθουν με τον καιρό τους· αυτοί είνε οι νόμοι της φύσεως· και η αστυνομία θα έλθη και τη Σιβηρία δεν θα την αποφύγης, όλα θα γείνουν με τον καιρό· μην ανησυχής γι' αυτό. (Πλησιάζει προς το γραφείον και εκτυλίσσει δέμα). Τώρα πάρε αυτά και προς το παρόν πιάσε τη δουλειά σου (τω δίδει δέσμην χρημάτων). Μέτρησε αυτά τα χρήματα και χώρισέ τα εις σωρούς. Πρέπει να τα δώσωμεν, αυτό είνε υποχρέωσίς μου, ιερόν καθήκον. Και την καρφίτσα (την θέτει επί της τραπέζης), πρέπει να την επιστρέψωμεν απόψε εις εκείνον που ανήκει. Έτσι κάμνουν οι τίμιοι άνθρωποι. Τα είδες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(εντελώς αλλόφρων πλησιάζει προς την τράπεζαν).

Δηλαδή, δεν βλέπω τίποτε (τρίβει το μέτωπόν του): κάτι παρδαλά πράγματα. (Κάμνει χειρονομίαν). Ου! χρήματα . . . είνε χρήματα . . . αμ' αυτό; — η καρφίτσα . . . πράγματι . . . η καρφίτσα! (λαμβάνει τα χρήματα και αρχίζει να μετρά)· εκατό . . . διακόσα . . . τετρακόσα . . . εννηακόσα . . , δεκατέσσερα . . , τφου! (Τ' αποθέτει και αρχίζει πάλιν να τα μετρά επί της τραπέζης· προς το κοινόν). Μια φορά κ' έναν καιρό ήταν εδώ στη Μόσχα (στενάζει) ο καθηγητής της φυσικής μαγείας και των αιγυπτιακών μυστηρίων κύριος Μπόσκος: έβγαζε από το καπέλο του κρασί μαύρο κι' άσπρο (αναρροφά), εγέμιζε το πιστόλι με καναρίνια· έβγαζε από το γρόθο του μπουκέτα και τα εμοίραζε · — λοιπόν, σας ορκίζομαι, να μην ιδώ Θεού πρόσωπο, πως τέτοια τερτίπια δεν θα 'μπορούσε να τα κάμη· όπου αποδεικνύεται ότι ο Μπόσκος εμπρός εις τον Μιχάηλο Βασίλειτς ήτον ένας μπόσικος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφων παρά την τράπεζαν).

Αι, φθάνει! μέτρα! Γιατί εσένα σου αρέσει να κοπανίζης αέρα. Έχει αυτός ο άνθρωπος μια κάποια υπερευαισθησία: ενώ φαίνεται πως είνε κούτσουρο, αμέσως μαλακόνει.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάσει).

Χριστέ και Παναγία μου! Πώς αναγαλλιάζει η καρδιά μου, τι μυρωδιές με λούζουν απ' όλα τα μέρη! κάτι γιασεμιά μυρίζουν και πρέπει να συμπεράνω πως τώρα τέτοιαις ανοησίαις κάθουμαι και κοπανίζω που ύστερα θα 'ντρέπομαι τον εαυτό μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Χα, χα, χα! Το πιστεύω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Γελάτε, γελάτε! Τι σας μέλει σας; Εσείς ξέρετε και τα μπαλόνετε, όλους τους τυλίγετε, τους πέρνετε τον αέρα! Αν σας είχα όμως στη θέσι μου — τότε θα εβλέπαμε: Μάλιστα! Ερωτήσετε το Θόδωρο να σας πη. Όταν ελείπατε τα είχα χάσει όλως διόλου· ο νους μου εσκοτίσθηκε· εκαθόμουνα εδώ να . . . (δεικνύει τον μάρσιπον) και έσκουζα σαν το σκυλί.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Άκουσ' εδώ, εγώ περιμένω . . . έτσι δεν θα τελειώσωμε ποτέ!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα τι, Μιχάηλο Βασίλειτς, ούτε να χαρώ πια δεν 'πορώ: (διαλέγει τα χρήματα). Νά τα, νά τα, τα φίλτατα! Τα πουλάκιά μου, τα χελιδονάκιά μου! Αυτό εδώ ένα μάτσο παρδαλόψαρα, κι' άλλο, κι' άλλο . . . να κι' άλλα μελιντζανιά: άλλο μάτσο, κι' άλλο και τρρρίτο και τέταρρρτο . . . χα, χα, χα! χι-χι-χι! Χριστέ και Παναγία μου! Και τι δε θα 'μπορούσα να κάμω, τι δε θα 'μπορούσα να σκαρώσω με αυτά τα αγαθά! . . . (Κάθεται και μετρά. Σιγή).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(φορέσας τον πίλον και την γούναν του, πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ).

Λοιπόν, τεκνίον, ετελείωσες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (σπεύδων).

Τώρα . . . τώρα . . . αμέσως . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει έν δέμα).

Αυτά τα χρήματα θα τα πάγω μόνος μου· κι' αυτά (τω δίδει τα υπόλοιπα χρήματα) πήγαινέ τα συ και εξαγόρασε το ωρολόγι. Να και σημείωσιν πού και πόσα πρέπει να δώσης. Κύτταξε να γίνουν όλα τακτικά.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(λαμβάνει τα χρήματα και τα περιτυλίσσει μετά προφυλάξεως εντός χαρτίου).

Μιχάηλο Βασίλειτς . . . μα πώς . . αυτά τα χρήματα τα πήρες από τον Μπεκ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ναι, από τον Μπεκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' η καρφίτσα . . . Σταθήτε . . . (παρατηρεί την καρφίδα) Α, μα αυτή είνε η βαφτιστικιά μου! είνε αυτή η ίδια, που πήρα από την Λυδίαν Πετρόβνα; αι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εννοείται· πρέπει να την επιστρέψωμεν απόψε της Λυδίας Πετρόβνας. (Λαμβάνει την καρφίδα εκ των χειρών του Ρασπλιούγεφ και την κλειδόνει εις το γραφείον).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνει τον πίλον του)

Πώς; Διάβολο δεν καταλαμβάνω! Μα πώς γίνεται αυτό; αι; και χρήματα, και καρφίτσα; (ο Θόδωρος τω ρίπτει επί των ώμων του την γούναν).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Είσαι κυνηγάρικο σκυλί, καϋμένε Ρασπλιούγεφ, μα μυρωδιά δεν πέρνεις . . Κρίμα σ' εσένα . . .

(Καταπίπτει η αυλαία).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

Κατοικία Κρετσίνσκη. Εσπέρα. Τα πάντα κατάφωτα και ευπρεπισμένα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

Ο Θόδωρος φορών μέλαν φράκον, λαιμοδέτην, γελέκον και χειρόκτια λευκά, αποθέτει τας λυχνίας και ξεσκονίζει τα έπιπλα. Ο Ρασπλιούγεφ εισέρχεται βοστρυχωμένος και φορών φράκον και λευκά χειρόκτια.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χα, χα, χα! . . . Δε βαστώ! . . . (Αποθέτει τον πίλον του). Σα φαντασθώ αυτό το σιχαμένο μούτρο, που εκαθότανε ο αλιτήριος με το γυαλί· το φυλάγει, το φρουρεί ο Ιούδας με εφτά κλειδαριαίς, ένα κομμάτι κρύσταλλο εκεί και είκοσι λεπτών μπακίρι . . μα μου έρχεται . . χα, χα, χα! . . . και με πιάνει . . . φου . . . (διορθώνεται). Και θα τρίβει τα χέρια από τη χαρά του· έξη χιλιάδες ρούβλια έδωσε· δεν είνε και λίγα! Αυτός θα σκέπτεται: ο Κρετσίνσκης τάχα θα ψοφήσει και το μονόπετρο θα μου μείνη . . . Αι Θόδωρε! Δεν είνε Ναπολέων ο Μιχάηλο-Βασίλειτς; Δόσε μου ένα μολυβοκόνδυλο . . (Ο Θόδωρος τω δίδει μολυβδοκόνδυλον). Στάσου, θα το σημειώσω! λοιπόν εύρηκα ή έδρηκα — πώς τώπε;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Εύρηκα, θαρρώ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ας είνε λοιπόν εύρηκα. Το πρώτο ζαγάρι που θα μου τύχη θα το βγάλω εύρηκα. Ωιού! αι, συ, εύρηκα! καλά, δεν πειράζει. Θυμάσαι, Θόδωρε που 'φώναζε πως βρήκε; αι, λοιπόν, πράγματι ευρήκε.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Τα είδατε λοιπόν, Ιβάν Αντώνιτς! και σεις πια είσθε έτοιμος να τόνε πάρετε και να τον πάτε στη φυλακή.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ύστερ' απ' αυτό, τι να σου 'πώ, αδελφέ, πάω πάσσο. Έμαθες όμως πώς τα κατάφερε;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Πού να το 'ξέρω εγώ; Κανένας κουτός, να σου πω, δεν είμαι, μα σ' αυτό εδώ, πα να χάσω το νου μου· το σκέπτομαι κι' έτσι, το σκέπτομαι κι' αλλοιώς — τίποτε: δεν το χωρεί ο νους μου κι' ετελείωσε.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νά, όμως εγώ που το μαντεύω, αδελφέ, το μαα-ντεύ ω . . . κύτταξε όμως . . . είνε μυστικό.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μπα! Θεός φυλάξει!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Άκουσε λοιπόν . . . (Διορθώνει το φράκον του και κάμνει χειρονομίαν δια των δακτύλων). Άμα συνέλαβε στο νου του αυτό το σχέδιο, άμα το συνέλαβε, τώφερε απ' εδώ, τώφερε απ' εκεί . . . Αι, Ρασπλιούγεφ, μου λέγει, βοήθησέ με. Εγώ, του λέγω, είμαι πρόθυμος, Μιχάηλο Βασίλειτς, και εις πυρ και εις θάνατον. Ιδού, λέγει, περί τίνος πρόκειται: σφίξε, λέγει, Ρασπλιούγεφ, τη συνήδεισί σου και πήγαινε να μου φέρης από του Μούρομσκη το μονόπετρό του δακτυλίδι, που το περασμένο φθινόπωρο τους το είχα μετασχηματίσει εις καρφίτσα· θυμάσαι, λέγει, κατά το σχέδιο εκείνης της καρφίτσας που είνε πεταμένη μέσα εις το συρτάρι μου. Εγώ άρχησα νά το σκέπτωμαι καλά.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Ποιος — σεις;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ, αμέ; Σα δύσκολο μου φαίνεται, του λέγω, σα δύσκολο. Και όμως φεύγω και πετώ σαν πουλί και μετά ένα τέταρτο σου το φέρνω: νά το, του λέγω! Αυτός, που λες, το πέρνει, και πέρνει και το υπόδειγμα . . τ' ακούς; το υπόδειγμα, εις το οποίον απάνω την έκαμαν . . και ταις χώνει και ταις δυο μέσα στο πορτοφόλι του.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Στο πορτοφόλι του! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Στο πορτοφόλι του! Κατεργάρης, βλέπεις, και τη ψεύτικη δεν την επέταξε . . αι; πως σου φαίνεται; αυτή λοιπόν τάκαμε όλα. Τις πέρνει λοιπόν και μια και δυο κατ' ευθείαν εις του Μπεκ! Χρήματα, του λέγει, τσιφούτη, χρήματα δος μου. Χρήματα; Τι χρήματα; χρήματα δεν έχει. Αμ' με ενέχυρο έχει; Με ενέχυρο, λέει, έχει. Και πόσα, παραδείγματος χάριν, μου δίνεις, τσιφούτη, απάνω σ' αυτό το διαμαντένιο βουνό; . . Εκείνος άμα την είδε — τάχασε κι' άνοιξε το στόμα του, άστραψαν τα μάτια του και τον έπιασαν κρυάδες. Από 'δώ, απ' εκεί, την εξετάζει με τη λούπα, τήνε ζυγίζει, τήνε γυρίζει στα χέρια του, τήνε δοκιμάζει . . είδε πως είνε πράγμα πρώτης . . Τέσσερις! . . . Τέσσερις! . . . Παληάνθρωπε, του λέγει, και κοστίζει δέκα . . . αι; Μωρέ τον κουτό μου κάνεις; Δόσε μου τηνε πίσω· δε θέλω! . . . Εκεινού ανάψανε τα αίματά του, δε 'μπορεί να του την αφήση· τήνε πέρνει και τήνε βάζει πάλι στο πορτοφόλι του. Δίνεις επτά; (Με κλαυθμηράν φωνήν:) Όχι δε 'μπορώ, δε 'μπορώ πέντε! — θέλω επτά! — άκα! — αι, ας είνε έξη! — άκα! — αι, αντίο, μα θα το μετανοιώσης· ο Συρέγγελ θα μου δώση οκτώ. Τρέμει ο τσιφούτης, σπαρταρίζει και ουρλιάζει σα λύκος . . . Κλέ-έ-έφτης! Ουφ! . . . πάρε τις, λέει. Σύμφωνος λοιπόν; Σύμφωνος! . . . Δόσε, του λέγει ένα κουτάκι και το βουλοκέρι. Τι κουτάκι; Τι κουτάκι — νά, ένα κουτάκι. Θα το βάλω εκεί μέσα ιδιοχείρως, θα βάλω τη βούλα μου κέτσι θα είνε ασφαλισμένο το πουλάκι μου. Εγώ τέτοιο θησαυρό στα χέρια σου δεν τον αφίνω, ακούς; . . . ω . . χ . . ώ! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ

Έτσι μπράβο! (νεύει την κεφαλήν).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εξακολουθεί).

Τρέχει στα τέσσαρα για να φέρη το κουτάκι· φέρε, λέγει, και τον παρά . . φέρνει και τον παρά. Νά, του λέει, κύτταξε! Τι κάνει; — βγάζει από το πορτοφόλι του όχι την καλή αλλά την άλλη, το υπόδειγμα . . . Πώς σου φαίνεται; του την στρέφει μέσα στα μάτια του . . . ολάκερη Βραζιλία . . . αι; . . Χολκόνδα . . . αι;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Ω, Θεέ μου!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με ορμήν).

Εκεινού τα μάτια είχαν σκοτισθή από το αίμα! Μία . . . δυο . . . το χώνουν μες στο κουτί, το βουλόνουν . . . εκείνος του δίνει τον παρά . . αυτός το κουτί . . Γυρίζει πίσω . . . κι' άμα μου ρίχνει απάνω στο τραπέζι ένα τέτοιο πάκο! . . . Νά, μου λέει, πάρε, και θυμού το Μιχάηλο Βασίλειτς! . . .

ΘΟΔΩΡΟΣ (σταυρώνων τας χείρας του).

Αχ, θεέ μου!

(ίστανται αμφότεροι εν κατανύξει. Σιγή).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάκτω φαιδρότητι).

Ναπολέων, σου λέγω, Ναπολέων! Μέγας ήρως, μάγος και γόης. Μωρέ, πώς τα κατάφερε! Ακούς να βάλη τα γυαλιά τ' ανθρώπου! . . Τι λέγω ανθρώπου; έβαλε τα γυαλιά ενός τοκογλύφου, που θα το ενθυμούνται για χρόνια.

ΘΟΔΩΡΟΣ (θαυμάζων)

Και τω όντις, πώς τα κατάφερε. Έλα Θεέ μου! Έτσι τα καταφέρνουν!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' πώς θαρρείς! Φρίκη! Κ' έχομε και τον παρά, έχομε και το μονόπετρο. Κι' απόψε εμείς το γυρίζομε πίσω και λέμε κ' ένα ευχαριστώ . . . (αυταρέσκως). Κάτω από επτά βούλες και με επτά κλειδαριαίς κοίτεται το γιαλί, κι' ο εβραίος κάθεται απάνω του με το αλάδωτο κορμί του και το φυλάγει. Και ούτε ίχνος! ούτε ίχνος! Και μορφοπληρόνει το χρέος του στη λέσχη, μορφοκάνει το γάμο του, πέρνει το εκατομμύριο και σου σηκόνει, δηλαδή θα σηκόση ένα βουνό από χρυσάφι και θα γίνη μέγας και πολύς και μας δε θα μας λησμονήση, Θόδωρε, αι; . . . δε θα μας λησμονήση . . τι λες;.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλά θα είνε να μη μας λησμονήση.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εμένα μου υπεσχέθη διακόσες χιλιάδες.

ΘΟΔΩΡΟΣ

Καλά, αφού σου υποσχέθηκε. Οι χαχόλοι λένε: πως όταν ο αφέντης σου υποσχεθή γούνα, ο λόγος του σε ζεσταίνει.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι λέει; Πού την ευρήκες αυτή την παροιμία; Υπεσχέθη, εννοείται, υπεσχέθη (κωδωνισμός). Νά! μην είνε . . μην εκόπιασε ο Μιχάηλο Βασίλειτς; . . . εκείνος είνε (ανυψοί μετά κατανύξεως τας χείρας). Μεγάλε ήρωα, μάγε και γόη!

(Βαίνει μετά σεβασμού εις προϋπάντησίν του).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Οι άνω και Κρετσίνσκης.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εισέρχεται και αποθέτει τον πίλον του).

Τι ημέρα! . . . αι; . . . Φέρε μου μια καρέγλα. Θόδωρε: εκουράσθηκα! . . . Πρώτη φορά στη ζωή μου που 'κουράσθηκα: γεράματα . . . Αι, τα έχετε εδώ όλα εν τάξει;

(Κάθηται. Ο Ρασπλιούγεφ και ο Θόδωρος στέκονται εμπρός του).

ΘΟΔΩΡΟΣ

Όλα είνε εν τάξει, Μιχάηλο Βασίλειτς, όπως επροστάξατε, όλα είνε εν τάξει.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξετάζων την αίθουσαν). Τα βλέπω. Καλά. Βάλε εδώ

ακόμη ένα λύχνο. Τι λαμπρό απαρτμάν· αξίζει για κάθε γαμβρό. (Προς τον Ρασπλιούγεφ αυστηρώς). Συ τα εξετέλεσες όλα, όσα σου είπα;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όλα, Μιχάηλο Βασίλειτς, όλα, όπως μ' επροστάξατε, έως το τελευταίο. Θέλετε να σας δώσω την απόδειξιν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εννοείται· άμε πώς; επί καλή τη πίστει; (λαμβάνει παρ' αυτού την απόδειξιν και αναγινώσκει). Χμ! . . καλά . . Θόδωρε! . . . Νά, κλείσε την στο γραφείο . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Νά και τ' ωρολόγι σας, Μιχάηλο Βασίλειτς, και η αλυσσίδα. Όλα είν' εδώ (τω τα εγχειρίζει). Ορίστε, ιδήτε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει το ωρολόγιον)

Καλά! Φου, εκουράσθηκα! . . . (περνά επάνω του τ' ωρολόγιον). Στη λέσχη εγευμάτισα εξαίρετα. Προ πολλού δεν είχα τέτοιαν όρεξι. Ήταν εκεί κι' ο βλάκας αυτός ο Νέλκην. Είχε στυλώσει επάνω μου τα μάτια του σαν κουκουβάγια. Δεν πας να κυττάζης· έφαγες τη χυλόπητα, τώρα μη μου γουρλώνης τα μάτια σου· από 'μένα, φίλε μου δεν έχεις να πάρης να δίνης· είμαι θεριό; . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κι' εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, καθώς επροστάξατε, επέρασα από το ρεστοράν . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α-α, δεν το ελησμόνησες;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς είνε δυνατόν; . . Μπαίνω, που λέτε, έτσι, έκατσα στη μέση του καναπέ, ακούμπησα, έτσι δα! . . . Χμ! λέω: δόσε μου ψαρόσουπα, δυο κομμάτια κρεατόπητα, λέω· γουρουνόπουλο με υπόληψι. Δεν πιστεύω τον ίδιο τον εαυτόν μου: εγώ είμαι — ή δεν είμ' εγώ;. . . Μου έφεραν μια σούπα αριστούργημα. Τα κομματάκια μέσα θαρρείς πως ήταν κεχριμπάρι. Δεν είχα βάλει στο στόμα την πρώτη κουταλιά, που θυμήθηκα το Μπεκ· μου καθίζει στο λαρύγγι και γού-ού! . . όλ' απάνω μου . . . καταλερώθηκα, ελέρωσα και το γιλέκο μου . . . να πάρ' ο διάβολος . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, καλά, καλά! . . Άκουσε· όταν έλθουν οι προσκεκλημένοι, εσύ κύτταξε να πιάσης κουβέντα με το γέρο· λέγε του ό,τι σου κατέβη, κι' εγώ θα μείνω με τις γυναίκες, και θα καταφέρω να γίνη ο γάμος σε δυο 'μέρες. Κύτταξε καλά να μη σου ξεφύγη καμμιά ανοησία γιατί εσύ το συνηθίζεις.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά παραπόνου).

Πώς το συνηθίζω; γιατί το συνηθίζω; Εγώ πάντοτε κάνω το καθήκον μου και όμως ποτέ δε μου 'πετε ένα ευχαριστώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α τώρα. Θέλεις να σου πουν κι' ευχαριστώ! Άλλο τώρα βγήκε στη μέση! (συλλογίζεται) Για στάσου . . είσαι ντυμένος καθώς πρέπει;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ Μιχάηλο Βασίλειτς από το ρεστοράν εγύρισα στο γαλλικό κουρείο κ' εκτενίστηκα αλλά μουζίκ . . . ιδέτε, ιδέτε χειρόκτια, ενάμισυ καρμπόβονο έδωσα, άσπρα, κάτασπρα είνε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ήτον όλως διόλου περιττά.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ τι λέτε; Πώς περιττά! χωρίς άσπρα γάντια δε γίνεται· και τώρα, νά, εφόρεσα το φράκο σας . . . κυττάξετε.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Χα, χα, χα! καλός είσαι, πολύ καλός. Για ιδέτον! έγεινε μεγάλο υποκείμενο (τον συστρέφει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα γιατί, Μιχάηλο Βασίλειτς, γιατί να μην είμαι μεγάλο υποκείμενο; όλα τα χρήματα τα κάνουν με το να μην έχω παράδες κάμνω το δούλο και τρέχω· αν είχα όμως χρήματα θάστελνα εγώ άλλους και θα τους εξέφραζα και τη δυσαρέσκειά μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι, καλά, καλά! Τώρα σηκωθήτε γλήγορα! Θόδωρε! (Ο Θόδωρος προσπεύδει). Κύτταξε να γίνουν όλα καλά, καθώς πρέπει, να μην κάμνουν οι υπηρέται θόρυβον και να μην κάνετε καραμπόλαις με τη μύτη σας· δυο υπηρέται με στολήν εις την είσοδον· εδώ ακόμη ένα λύχνον το πράσινο τραπέζι εδώ νά. (Παρατηρεί τα ωρολόγιον). Τώρα θα έλθουν οι προσκεκλημένοι! Το τέλος ας στεφανώση το έργον! Στάσου, στάσου! Αι, Θόδωρε! Εκεί εις το κοριδόρ είνε το πορτρέτο ενός στρατηγού της Μεγάλης Αικατερίνης . . . Μια μούρη τέτοια (κάμνει μορφασμόν). Σκούπισέ το αμέσως, φέρετο εδώ και κρέμασέ το από πάνω από το γραφείο μου. Είνε διά την γενεαλογίαν. (Κομίζουσι τον λύχνον, την τράπεζαν, την εικόνα· τα τοποθετούσι και κρεμώσι την εικόνα. Κρότος κώδωνος). Νά τους. Πηγαίνω να τους υποδεχθώ· συ, Ρασπλιούγεφ, κάθησε εδώ νά, στον καναπέ, έτσι ολίγο ξαπλωμένος πάρε μια εφημερίδα . . εφημερίδα πάρε, βλάκα . . . ξάπλωσε! . . κούτσουρο! . . (Φεύγει).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Λοιπόν, νά, βλέπετε; πάλι άρχησε να με μαλώνη· και έπειτα σου λέει, καλός. Μου υποσχέθης πως θα μου δώσης διακόσες χιλιάδες, φίλε μου. Μάλιστα!

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Μούρομσκης, Ατούγεφ, Λύδοτσκα, Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.

(υποκλίνονται και σφίγγουν αλλήλων τας χείρας).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών).

Τι ωραίο είνε το σπίτι σας.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ναι, ωραίο, ωραίο σπίτι! Τι γούστο που σου το έχει! . . εις όλα, εις όλα . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, πολύ ωραίο.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Το κατ' εμέ, Mesdames, μόνον απ' αυτής της στιγμής παρατηρώ ό,τι έγινε ωραίον. (φιλεί την χείρα της Λύδοτσκας).

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι χαριτωμένα που απαντά πάντοτε! Τι αξιαγάπητος άνθρωπος αλήθεια . . . Ξεύρετε τι, Μιχάηλο Βασίλειτς; εγώ δι' ένα πράγμα μόνον λυπούμαι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ευγενώς).

Περί τίνος, Άννα Αντώνοβνα;

ΑΤΟΥΓΕΦ

Που δεν είμαι νέα· αλήθεια, 'μπορούσα να ερωτευθώ μαζύ σας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Όχι, δα! ώστε εγώ πρέπει να λυπούμαι, διότι δεν είμαι γέρων.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Αλλά τούτο δεν κολακεύει εμέ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Λύδοτσκα! τι, ζηλεύεις;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(λαμβάνει την χείρα της Λύδοτσκας και την φιλεί).

Διά να είσθε ζηλιάρα, σας φιλώ το χεράκι σας· είνε κακόν όμως να είσθε άδικος.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Διατί είμαι άδικος;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Εγώ είπα, ότι πρέπει να λυπούμαι· εντοσούτω από το τι πρέπει και τι είναι υπάρχει μεγάλη διαφορά.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

(αποσύρεται κατά μέρος και νεύει προς τον Κρετσίνσκην).

Μιχάηλο Βασίλειτς! ηκούσατε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι είνε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ένα μυστικόν, (τον σύρει κατά μέρος). Με αγαπάτε;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Σας αγαπώ.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Πολύ;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πολύ.

ΛΥΔΟΣΤΚΑ

Ακούσατε, Μισσέλ: εγώ θέλω να μ' αγαπάτε παραπολύ . . . απεριορίστως, τρελλά (ημιφώνως), όπως σας αγαπώ εγώ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει αμφοτέρας τας χείρας της).

Εξ όλης ψυχής και καρδίας.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, εγώ θέλω με την καρδιά σας.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατ' ιδίαν)

Τι αξιέραστος πεταλούδα θα γείνη!

ΑΤΟΥΓΕΦ (πλησιάζουσα λάθρα προς αυτούς).

Τι ομιλίας έχετε σεις εδώ;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Κάτι λέμε.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Στοιχηματίζω, πως μιλείτε για φορέματα.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θα χάσετε, το στοίχημα, θείτσα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Ώστε, περί τίνος πρόκειται λοιπόν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων την καρδίαν).

Περί εκείνου, που είνε κάτω από το φόρεμα, Άννα Αντώνοβνα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πώς, από κάτω από το φόρεμα; (Απομακρυνομένη μετά της Λύδοτσκας). Καλέ τι είν' αυτά, παιδί μου, γι' ασπρόρρουχα του μιλείς;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (γελώσα).

Όχι, θείτσα, όχι δι' ασπρόρρουχα (τη ομιλή εις το αυτί).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (προστρέχει προς τον Μούρομσκην).

Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! μα διατί δεν κάθεσθε; σας παρακαλώ! Τι καρέκλα σας αρέσει; με υψηλήν ή με χαμηλήν ράχιν; Την πολυθρόνα, Ιβάν Αντώνιτς, την πολυθρόνα! (ο Ρασπλιούγεφ σύρει την πολυθρόναν).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι, θα καθίσω εδώ στο διβάνι· εδώ είνε καλά. (Κάθηται).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Επιτρέψατε να σας παρουσιάσω τον καλόν φίλον και γείτονά μου, Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αφίνει την πολυθρόναν και υποκλίνεται, μετά

συστολής). Έχω . . έχω . . . την τιμήν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγερθείς).

Α, έχω ευχαρίστησιν.

(Θλίβει την χείρα του Ρασπλιούγεφ και κάθηται επί του διβανίου. Ο Ρασπλιούγεφ λαμβάνει κάθισμα και κάθηται εις το άκρον αυτού πλησίον του Μούρομσκη, ο Κρετσίνσκης ίσταται εις το άλλο μέρος της σκηνής μετά των κυριών. Κομίζουσι το τέιον. Σιγή)·

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνει κυάθιον).

Υπηρετείτε εις τον στρατόν ή εις δημοσίαν υπηρεσίαν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνων κυάθιον)

Εις δημοσ . . . εις δημ . . . . εις τον στρ . . . . εις δημοσίαν . . μάλιστα, εις δημοσίαν . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λίαν ευγενώς).

Και κατοικείται εις Μόσχαν ή εις το χωρίον;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις την Μόσχαν, μάλιστα, εις την Μόσχαν, δηλαδή κάποτε . . . περισσότερον όμως εις το χωριό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και εις ποιον κυβερνείον είνε τα κτήματά σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις το Σιμπίρσκ, εις το Σιμπίρσκ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και εις ποίαν επαρχίαν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εις ποίαν επαρχίαν!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κατανεύων την κεφαλήν).

Μάλιστα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πώς την λέγουν; (Κύπτει και σκέπτεται), αυτό . . . δηλαδή . . . ωχ . . . πώς την λέγουν; . . . (Κατ' ιδίαν). Μέσα σ' αυτό εδώ το παράμερο μέρος εγώ καμμιά επαρχία δε ξέρω. (Φανερά, κροτεί τον δάκτυλον). Απάνω στη γλώσσα μου γυρίζει . . . Αχ, Θεέ μου . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Ποία είνε η επαρχία;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τι επαρχία;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ η ιδική μας επαρχία.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α! Αρδάτοφ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(κάμνει χειρονομίαν εις τον Μούρομσκην).

Ναι αυτή! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αρδάτοφ;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(ροφά τα τέιον και νεύει την κεφαλήν επιβεβαιωτικώς).

Κυβερνείον Σιμπίρσκ, επαρχία Αρδάτοφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φυσών εις το κυάθιον).

Εις το Νιζεγορόδ; Πώς εις το Νιζεγορόδ; χα-χα-χα-χα! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι είν' αυτό; Ο κύριος Μούρομσκης λέγει, ότι η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ . . . μα το ναι! χα-χα-χα-χα! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανυπομόνως).

Μα όχι! είνε δύο· η μία Αρδάτοφ εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ, η άλλη εις το Σιμπίρσκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(κάμνει χειρονομίαν τω Μούρομσκη)

Είδατε λοιπόν! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κάμνει χειρονομίαν).

Ναι, πράγματι: μία Αρδάτοφ εις το Νιζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομεί επίσης).

Μία Αρδάτοφ εις το Νεζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ.

(Συνέρχεται).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Συγγνώμην, συγγνώμην, έχετε δίκαιον. (Σιγή). Και ποίον έχετε πρόεδρον εκεί;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αι; (κατ' ιδίαν) Το βλάκα, με παραφορτώθηκε. Πού θα πάη αυτή η δουλειά; (δυσφορεί) ωχ, αδελφέ! . . . (φανερά) Κούτσουροφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πώς είπατε;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κούτσουροφ!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δεν τόνε ξεύρω . . . δεν έχω την τιμήν να τον γνωρίζω . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).

Κι' εγώ νομίζω, πως δεν τον γνωρίζει.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και είνε καλός άνθρωπος;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αξιόλογος άνθρωπος! ούτε της μύγας δε θέλει κακό.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτό εις τας ημέρας μας είναι σπάνιον πράγμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χμ! Σπάνιον λέγει! Όχι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πουθενά!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και μολαταύτα . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά θέρμης)

Σας βεβαιώ δεν υπάρχουν. Ψάξετε! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά ενδιαφέροντος)

Καθώς φαίνεται, θα εδοκιμάσατε πολλάς πικρίας εις τον βίον σας από τους ανθρώπους.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μάλιστα! (διορθόνων το φράκον του) Έχω δοκιμάσει στη ζωή μου τόσαις πίκραις, που αν ήτον κανένας άλλος . . . δεν θα ημπορούσε να ανθέξη και όμως εγώ, δόξασ' ο Θεός . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (στενάζων)

Πολλά συμβαίνουν εις την ζωήν του ανθρώπου . . . Και τι είδους είναι αι γαίαι σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι γαίαι;! καλούτσικαις.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Σεις εκεί πρέπει να έχετε μαυρόχωμα βέβαια, άλλως τε το κυβερνείον του Σιμπίρσκ είνε όλο μαυρόχωμα.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ναι, ναι, ναι, βέβαια, μαυρόχωμα, — περίφημο μαυρόχωμα, δηλαδή μαύρο, μαύρο . . να, τέτοιο δα! (δεικνύει το φόρεμά του).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και αι εσοδείαι βέβαια θα είν' εκεί εξαίρετοι.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εσοδείαι; μα σαυτό εδώ το παράμερο μέρος σιτάρι να συνάξω (γελά) . . . μα το Θεό δε μπορώ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αλήθεια δε μπορώ. Τι να' το κάμω; ούτε με μέλει γι' αυτό . . . (γελά)

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελών ωσαύτως)

Και οι γαιοκτήμονές σας τι λογής είνε; δεν μου λέτε, αλήθεια: το άλεσμα πώς γίνεται σε σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).

Μα αυτός το κάνει επίτηδες . . . (εγείρων τους οφθαλμούς). Χριστέ μου, αυτό που θα καταντήση; . . (απομάσσει τον ιδρώτα του). Για το άλεσμα δεν είμαι εις θέσιν να σας 'πώ τίποτε, γιατί . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρεφόμενος)

Μα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τι τον ερωτάτε; Αυτός εις τον κάμπο μόνο με τα σκυλιά επήγαινε· αυτός από νυκοκυριό δεν νοιόθει τίποτε . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δεν μου λέτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, το κτήμα σας είνε εις το κυβερνείον του Σιμπίρσκ, και οι συγγενείς σας μένουν εις το κυβερνείον του Μογιλιόφ.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ

Εις το Σιμπίρσκ είνε τα κτήματα της μητέρας μου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α! καταλαμβάνω. Και ποίας οικογενείας είνε η μητέρα σας;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατεταμένος)

Κολχόβσκη.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α, αρχαία οικογένεια.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ιδού η εικών του πάππου μου, δηλαδή του πατέρα της μητρός μου.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί την εικόνα).

Α, ναι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Νά, ο Ιβάν Αντώνιτς τον εγνώριζε, διότι ήσαν γείτονες. (Κάμνει νεύμα τω Ρασπλιούγεφ και εξέρχεται μετά των κυριών εκ της πλαγίας θύρας).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Ρασπλιούγεφ και Μούροσκης.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Α . . . ναι, ναι, βέβαια, πώς; ήμουνα μικρός . . . σαν να τον βλέπω: ήτον αγαθός γέρων, σεβάσμιος, — και ήτον τέτοιος δα, ξεύρετε — παχύς και απαράλλακτος όπως στο πορτρέτο του. (μετά στεναγμού). Αχ, αχ, αχ . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Είνε ποθαμένος;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Καλέ τι λέτε! αυτός . . . (δεικνύων το πορτρέτον) ναι, αυτός προ πολλού απέθανε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά τινα σιγήν).

Α, όχι φίλε μου, δοκιμάσατε να κάμετε γεωργικάς εργασίας εις το δικό μας το κυβερνείον, του Γιαρσολάβ, και θα ιδήτε ότι θα ελαμβάνατε άλλην ιδέαν: έχομεν ανάγκην αγρονομίας, χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Έτσι αι; λοιπόν χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα κρίνετε και σεις ο ίδιος: αι γαίαι μας, φίλε μου είνε άσπραι, λεπταί, χωρίς κόπρισμα σιτάρι δεν παράγουν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετ' ευχαριστήσεως).

Έτσι αι; ώστε λοιπόν σιτάρι δεν παράγουν; Μα γιατί;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα νά, δεν δίνουν. Είσαι λοιπόν αναγκασμένος θέλεις δεν θέλεις να μεταχειρισθής όλα τα μέσα διά να τας καλειτερεύσης· και έπειτα βλέπεις εις τας εφημερίδας που γράφουν, πως οι άγγλοι έκαμαν τέτοια εσοδεία.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Οι άγγλοι! χε, χε, χε! Καλέ τι λέτε; Ποιος σας το είπε αυτό; Τι αγρονομίαν έχουν αυτοί; Όλοι ψοφούν της πείνας με όλη την αγρονομία τους. Το μισώ, κύριέ μου, αυτό το έθνος . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Όταν ενθυμηθώ κάτι τι χαλά η καρδιά μου . . Κρίνετε ο ίδιος: κάθε ένας απ' αυτούς είνε μαθημένος εις το μποξ. Και ξεύρετε κύριέ μου τι εστί μποξ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Όχι δεν ηξεύρω.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ όμως το ξεύρω . . Μάλιστα! αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμμιά ηθική! καμμιά αγάπην προς τον πλησίον . . . χμ, χμ, δεν έχουν, αφού από μικρά παιδιά μαθαίνουν αυτό (κάμνει χειρονομίαν), τέτοιον πλησίον δε 'μπορείς ποτέ να τον αγαπήσης (διορθώνει το φράκον του). Όχι, εδώ αγάπη δεν εισχωρεί· είνε όμως συχωρεμένοι· αυτοί έγειναν τέτοιοι, βλέπεις, γιατί η χώρα των είνε στενή, δεν μπορούν αδελφέ, ν' αναπνεύσουν, γην δεν έχουν, ούτε μια πήχυ στον καθένα δεν πέφτει, ώστε θέλοντας και μη ξυλοφορτώνονται μεταξύ τους.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και όμως όλαι αι εφευρέσεις . . . τώρα έγειναν εργοστάσια, μηχαναί, ατμόπλοια . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Τι λέτε, καλέ! αυτό είναι πείνα, αυτό, κύριέ μου, είνε πείνα: η πείνα τι δεν κάνει; . . Δεν κοπιάζετε να κλείσετε τον ανοητότερο άνθρωπο μέσα σε άδειο κελάρι και να τον αφίσητε νηστικό — να ιδήτε τι εφευρέσεις μπορεί να κάμη. Πιοτρ- Κωνσταντίνιτς! κυττάξετε και σεις ο ίδιος, μα χωρίς πάθος, κύριέ μου, χωρίς πάθος. Αυτό που τρώγουν η δικές μας αγελάδες, η βρώμη δηλαδή, αυτοί το κάνουν σούπα . . . Μα το θεό! Τώρα αυτό . . .

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Οι άνω και ο Νέλκην (λίαν τεταραγμένος, εισέρχεται ταχέως και παρατηρεί).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α! Βλαδήμιρ Δμήτριτς, φίλε μου αγαπητέ. Επί τέλους! (Τω Ρασπλιούγεφ) Λαμβάνω την τιμήν να σας παρουσιάσω: Βλαδήμιρος Δμήτριτς Νέλκην, καλός γείτων και φίλος του σπιτιού μας. (Στρεφόμενος προς τον Νέλκην) Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ. (Υποκλήσεις).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Εγώ είχα πλέον την τιμήν . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Είχα κ' εγώ αυτήν την τιμήν . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Διατί, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, ήλθατε τόσον αργά;

ΝΕΛΚΗΝ

Κάποια υπόθεσις μ' εμπόδισε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα τώρα! Στας οκτώ της νυκτός τι υπόθεσις ημπορεί να είνε;!.

ΝΕΛΚΗΝ

Είνε μια υπόθεσις, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, που ανάβει (παρατηρεί) που καίει — τέτοια υπόθεσις είνε!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ναι, το βλέπω, ο Βλαδήμιρος Δμήτριτς είνε δραστήριος άνθρωπος· και ο δραστήριος άνθρωπος είνε το ίδιο σαν τον υδράργυρο.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Νακούσετε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, πώς λούζει τους Εγγλέζους ο Ιβάν Αντώνιτς . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Κακεντρεχές, κακεντρεχές έθνος, καμμία ευγένεια, καμμία . .

ΝΕΛΚΗΝ

Σεις; σεις το νομίζετε;

ΡΑΣΠΛΟΥΓΕΦ (φαιδρώς)

Το νομίζω, το πιστεύω.

ΝΕΛΚΗΝ

Χα, χα, χα!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Χα, χα, χα, χα! Σας βεβαιώ! . . . χα, χα, χα!

ΝΕΛΚΗΝ

Πώς σας λέγουν;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ιβάν Αντώνιτς

ΝΕΛΚΗΝ

Το επίθετόν σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Ρασπλιούγεφ.

ΝΕΛΚΗΝ

(πλησιάζει προς αυτόν και τον λαμβάνει εκ του κομβίου)

Πού δεν υπάρχει το κακόν, κύριε Ρασπλιούγεφ; πού δεν υπάρχει;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Α, όχι! εγώ δεν είμαι αυτής της γνώμης· το κακόν πρέπει να εκριζωθή, πρέπει, χωρίς άλλο πρέπει.

ΝΕΛΚΗΝ (μη προσέχων)

Πού και ποίον κακόν ιδού το ζήτημα. Ιδού, παραδείγματος χάριν, η φαυλότης και η αγυρτεία εις τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας δεν είνε επικίνδυνοι τόσον όσον είνε φρικώδες όταν η φαυλότης είνε εις εκείνους που φορούν φράκα . . . άσπρα γάντια . . . που χορταίνουν με τα ξένα αγαθά . . . που τρέχουν με πολυτελή αμάξια, που έχουν γνωριμίας εις την κοινωνίαν, που εμβαίνουν εις έντιμον σπίτι, που καταστρέφουν άνευ αιτίας την τιμήν . . . την ησυχίαν!. . . τα πάντα . . Αυτό είνε το φοβερόν! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Αμ' τι νομίζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, πράγματι, αυτά που λέγει ο κύριος είνε πολύ σωστά, σας βεβαιώ! Μπορώ μάλιστα, κύριέ μου, να σας πω ένα παράδειγμα . .

ΝΕΛΚΗΝ

Παραδείγματα είνε πολλά! Αυτό είνε το φοβερόν! Το να υπάρχη κάτω από το σκουτί λερωμένο ποκάμισο, δεν είνε και τίποτε! μα κάτω από το φράκο (δεικνύων το φράκον του Ρασπλιούγεφ) λερωμένο πουκάμισο . . λάσπη . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).

Τι θέλει να πη αυτός; όλο με το φράκο τάχει . . . (διορθώνει το φράκον τον μέ τινα ταραχήν.) . . . Αμ' τέτοιοι κατεργάριδες σαν κι' αυτούς, μας έχουν κάμει κι' εμάς πολλά . . . Παληάνθρωπος κύριε, φεύγει από την πατρίδα του και χωρίς να ξεύρωμεν από πού βαστά η σκούφια του μας παρουσιάζεται, — και μας πουλεί φούμαρα και κρατεί μια πόζα . . .

ΝΕΛΚΗΝ (τον παρατηρεί εκστατικώς).

Κρατεί πόζα αι;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μάλιστα.

ΝΕΛΚΗΝ (δακτυλοδεικτεί αυτόν).

Ο κατεργάρης κρατεί πόζα. Χα, χα, χα! (Ο Μούρομσκης γελά μετά φαιδρότητος).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (προσπαθεί να γελάση).

Ναι, φαντασθήτε, κατεργάρης και να κρατή πόζα — είνε να γελά κανείς, (κατ' ιδίαν, σφίγγων τα χείλη). Μούρχεται να τον σχίσω σαν σαρδέλα . . . (ανατεινάσεται).

ΝΕΛΚΗΝ (ομιλών βραδέως).

Ναι, λέγουν πως συμβαίνει τούτο. Και είνε ακόμη φοβερώτερον, Πιοτρ

Κωνσταντίνιτς, όταν μέσα στον τόπο μας αχρείοι, από τους δικούς μας κλέπτουν και ληστεύουν αυτούς τους αδελφούς των ως να ήσαν Τούρκοι . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτό είνε το ζήτημα! Μωρέ πώς τους λούζει τους εγγλέζους!

ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν).

Μα τι έπαθε αυτός ο άνθρωπος; ετυφλώθη όλως διόλου! Τι να γείνη; (Προς τον Μούρομσκην δι' αποφασιστικού ύφους). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε ανάγκη να σας 'πώ δυο λέξεις.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγείρεται).

Τι τρέχει, καλέ, τι τρέχει; (αποσύρεται κατά μέρος).

ΝΕΛΚΗΝ

Πού ευρίσκεσθε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι ι-ί; δεν άκουσα καλά.

ΝΕΛΚΗΝ

Σας ερωτώ — πού ευρίσκεσθε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πώς — πού ευρίσκομαι; εδώ αι — να, εδώ.

ΝΕΛΚΗΝ

Πού εδώ;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (θυμωθείς).

Διάβολε — αλήθεια! εδώ! Μα τι έπαθες, βρε αδελφέ, και δεν ησυχάζεις; Δε ξέρεις τάχα, πως ευρισκόμεθα εις του Κρετσίνσκη, εις του Μιχάηλο Βασίλειτς, εις το σπίτι του . . . λοιπόν;

ΝΕΛΚΗΝ

Ευρίσκεσθε μέσα σε σπίτι κλεπτών!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ω, ω! τάχεις χαμένα . . . παρεφρόνησες! . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Εγώ δεν παρεφρόνησα, σεις ετυφλώθητε! . . . Σας κλέπτουν την κόρην σας· δεν το βλέπετε — αι! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον σύρει κατά μέρος).

Άκουσ' εδώ, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, αυτά τα λόγια δεν πρέπει να τα λέγης: περί του μέλλοντος γαμβρού μου τα λέγεις αυτά; Έλα στα λογικά σου, φίλε μου!

ΝΕΛΚΗΝ

Να έλθετε στα λογικά σας σεις! Ξεύρετε, ότι στέκεσθε εις το χείλος της αβύσσου; ανοίξετε τα μάτια σας· σας απατούν! σας κλέπτουν την κόρην σας! . . . εις την οικογένειάν σας, εις την έντιμον οικογένειάν σας, σαν φείδι, γλυστρά ένας χαρτοπαίκτης, ένας κατεστραμμένος δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροασθείς).

Δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! μήπως λέει για μας;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ακούσατε, εν τούτοις, κύριε! Τι δικαίωμα έχετε σεις;.

ΝΕΛΚΗΝ

Βεβαίως έχω . . . ακούσατέ μου . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι;

ΝΕΛΚΗΝ

Πού είνε το μονόπετρόν σας;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ποιο μονόπετρο; Η καρφίτσα της Λύδοτσκας;

ΝΕΛΚΗΝ

Αυτή, μάλιστα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Εκείνη την έχει.

ΝΕΛΚΗΝ

Το ξεύρετε καλά;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μάλιστα.

ΝΕΛΚΗΝ

Λοιπόν, η κόρη σας δεν την έχει.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Α! αυτό είνε ψευδέστατον.

ΝΕΛΚΗΝ

Σταθήτε Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, σταθήτε! σας λέγω, ότι το μονόπετρό σας διαμάντι, δεν είνε εις το σπίτι σας, είνε εις άλλα χέρια.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και πού είνε;

ΝΕΛΚΗΝ

Εδόθη ως ενέχυρον! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ανοησίαις . . . Τι λέγετε! . . . εγώ χθες ακόμη το είδα . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Χθες — όχι σήμερα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Άκουσε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς . . .

ΝΕΛΚΗΝ (διακόπτων).

Κι' εγώ σας λέγω, πως το μονόπετρό σας το έβαλε ενέχυρον ο Κρετσίνσκης! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροώμενος).

Άσχημα, άσχημα, πράματα! Να πάη να του το πη κανείς στ' αυτί . . . (φεύγει).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Και πώς έτυχε εις τα χέρια του Κρετσίνσκη;

ΝΕΛΚΗΝ

Μα μήπως δεν ξεύρετε, ότι σήμερα το πρωί το επήρε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Το 'πήρε; . . . Πώς το 'πήρε; . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Να, αυτός (δεικνύων τον Ρασπλιούγεφ) επήγε και το 'πήρε.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ποιος; ο Ρασπλιούγεφ;

ΝΕΛΚΗΝ

Ναι, ο Ρασπλιούγεφ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Πώς;

ΝΕΛΚΗΝ

Σήμερα το πρωί που ήλθα στο σπίτι σας τον ευρήκα εκεί, που εκάθητο με την Άννα Αντώνοβνα. Κυττάζω και βλέπω την Λυδίαν Πετρόβναν που του το έδινε. Κάτι μυρίσθηκα . . Μπα! είπα, μήπως είν' εδώ καμμιά κατεργαριά; ποια η ανάγκη να ζητήσουν ένα τέτοιο πράγμα; εμένα μου φαίνεται πως ούτε στα χέρια μου δεν θα τώπιανα . . . Το πέρνει ο καλός σου και καθίζει στ' αμάξι . . εγώ απ' οπίσω . . . απ' εδώ, απ' εκεί . . εγύρισα όλην την πόλιν . . . έως αυτήν την στιγμή . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αι, αι . . . λοιπόν;

ΝΕΛΚΗΝ

Λοιπόν δεν σας το είπα; την έβαλε ενέχυρον εις του Μπεκ.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αδύνατον κάτι άλλο θα συμβαίνει.

ΝΕΛΚΗΝ

Μα εγώ τώρα μόλις ήμουν εκεί.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Εις του ενεχυροδανειστού;

ΝΕΛΚΗΝ

Μάλιστα. Θέλετε να πάμε; θα μας τα ειπή όλα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τεταραγμένος)

Μα τι είνε αυτό; . . . Θεέ μου! . . Τι είν' αυτό; Λύδα! Λύδα! Λύδοτσκα!

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

(προστρέχει εκ του παρακειμένου δωματίου κρατούσα στέκαν μπιλιάρδου).

Α, μπαμπά, τι θέλετε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Έλα 'δώ! (ταπεινοφρώνως) Ειπέ μου, Λύδα, το μονόπετρό σου το έχεις; αι;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Το έχω, μπαμπά, το έχω. Α, μπαμπά, μα γίνεται αυτό; γιατί με διεκόψατε από την παρτίδα. Εγώ παίζω με τον Μισσέλ και όλο τον κερδίζω . . . Τι ωραία που είνε, τι ευχάριστα.

ΝΕΛΚΗΝ

Λανθάνεσθε, Λύδια Πετρόβνα· είνε χαμένο! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Πώς χαμένο;

ΝΕΛΚΗΝ

Δεν του το εδώσατε; . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Και τι με τούτο; (τον παρατηρεί έκπληκτος) Το πρωί, μπαμπά, το έστειλα του Μισσέλ. Είχε βάλει στοίχημα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Τι; Τι;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Είχε βάλει στοίχημα με τον πρίγκηπα Βέλσκην, περί του πόσων καρατιών είνε — δε ξεύρω τι.

ΝΕΛΚΗΝ (τω Μούρομσκη).

Ψέματα!

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Θεέ μου! μα το έχει ο ίδιος· τώρα μου έλεγε, ότι το έχει ο ίδιος . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).

Λοιπόν;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Λοιπόν τι, μπαμπά; θα μου το δώση.

ΝΕΛΚΗΝ

Χμ . . . δεν το πιστεύω . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εν εξάψει).

Τι είν' αυτά που λέγετε; Πώς σεις, κύριε, ειμπορείτε . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Λυδία Πετρόβνα! Προς Θεού, μη οργίζεσθε εναντίον μου. Τι έπρεπε να κάμω; πταίω εγώ; εγώ είμαι πρόθυμος ναποθάνω προς χάριν σας . . . να υποστώ βασανιστήρια . . . οφείλω όμως, σας ορκίζομαι εις την τιμήν μου, οφείλω! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (έντρομος).

Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Μπαμπάκα μου! εγώ τρομάζω! (Συσπειρούται παρά τω Μούρομσκη). Μπαμπά, μπαμπάκα μου!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Έννοιά σου, παιδί μου, έννοιά σου! Κι' εγώ δε ξεύρω τι συμβαίνει.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Οι άνω, Ατούγεφ, κατόπιν Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ.

ΑΤΟΥΓΕΦ

Τι έχεις, παιδάκι μου; τι έχεις; τι τρέχει; (τω Νέλκην). Σεις είσθε κύριε; Τι μπερδέματα έχετε πάλι; Τι εκαταφέρατε; Πάλι μηχανορραφίαις και κακογλωσσιαίς;

(Σιγή. Όλοι ταράσσονται αμηχανούντες. Ο Κρετσίνσκης παρατηρεί όλους μετά προσοχής).

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διστακτικώς).

Παρακαλώ, Μιχάηλο Βασίλειτς — δηλαδή . . . θέλομεν να ομιλήσωμεν οικογενειακώς, μίαν στιγμήν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Οικογενειακώς; Τι τάχα; ορίστε: εγώ δεν είμαι ξένος.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αυτό, βέβαια· αλλά εγώ θα σας παρακαλούσα . . .

ΝΕΛΚΗΝ

Μα τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! 'πήτε το καθαρά και ξάστερα: αξιότιμε κύριε! ομιλούμεν διά το μονόπετρον διαμάντι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Διά ποίον μονόπετρον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καλέ διά το μονόπετρο εκείνο, που μας μετεσχηματίσατε εις καρφίτσαν . . . το επήρατε σήμερα από την κόρην μου;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Το επήρα. Μα δεν σας το είπε, ότι το επήρα;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Λοιπόν το έχετε αυτό τώρα ή όχι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α! . . . αυτό λοιπόν; . . . (προσβλέπει πάντας και παρατηρεί διαρκώς τον Νέλκην, ακολούθως στρέφεται προς τον Μούρομσκην). Αυτό είνε λοιπόν! Ειπήτε μου, με ποίους είμαι και πού είμαι; . . Ειπήτε μου, ποίος βλαξ, ποιος ψεύστης . . ή ποίος αχρείος . . . (θόρυβος) είχε την τόλμην . . .

(Ο Νέλκην θέλει να ορμήση κατά του Κρετσίνσκη. Η Ατούγεφ τον αναχαιτίζει).

Μακράν, σας λέγω, — θα σας βγάλω το λαρύγγι . . .

ΝΕΛΚΗΝ (κραυγάζων).

Όχι, εγώ θα σου το βγάλω . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(κάμνει ταχείαν κίνησιν προς τον Νέλκην και αίφνης αναχαιτίζεται· τρέμει η φωνή του).

Πιοτρ Κωνσταντίνιτς . . . το μονόπετρον της Λυδίας το έχω εγώ . . . καταλαμβάνετε; το έχω έ-ε-γώ! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μα εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήλθε όμως αυτός και μου λέγει, ότι πνίγω την κόρη μου, ότι σεις μας απατάτε, ότι το διαμάντι το επήρατε σεις και το εβάλατε ενέχυρον . . . λοιπόν κρίνατε και σεις ο ίδιος . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Α! . . . τώρα καταλαμβάνω . . . Και αν λέγη ψεύματα . . τότε; και αν αυτός σαν αχρ . . . συγγνώμην . . . εψεύσθη αναιδώς;! . . τότε; . . (Ο Μούρομσκης κινεί τας χείρας του, τεταραγμένος) . . . τότε: θέλω . . . ακούετε; θέλω! . . . να τον διώξητε με ταις κλωτσαίς από το σπίτι . . . μου δίδετε τον λόγον σας δι' αυτό; . . αι; . . . Λάβετέ την λοιπόν, (λαμβάνει εκ του γραφείου την καρφίδα) λάβετέ την! (δίδει την καρφίδα εις την Λύδοτσκα και τείνει την άλλην χείρα προς τον Μούρομσκην) Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τώρα τον λόγον σας.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (απωθεί την καρφίδα).

Όχι, . . . όχι εις εμέ . . .

(Την καρφίδα την λαμβάνει η Ατούγεφ. Όλοι πλησιάζουν διά να παρατηρήσουν. Γενικός ψίθυρος, θόρυβος. Πάντες ομιλούν σχεδόν ταυτοχρόνως).

ΝΕΛΚΗΝ

Τι σημαίνει τούτο; είνε αδύνατον! σας λέγω, είν' αδύνατον!

ΑΤΟΥΓΕΦ

(δεικνύουσα την καρφίδα εις τον Νέλκην).

Νά τηνε! Βλέπετε, κύριε; νά την! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τον λόγον σας είπα· το απαιτώ, το θέλω! . . .

(συγκεχυμένως, ανοίγει τας χείρας του).

Σας τον δίδω! (τω Νέλκην) Να, κύριε, τι κάμουν τα ψεύματα! (παρατηρεί την καρφίδα) δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτή είνε!

ΝΕΛΚΗΝ (ως να συνήλθε).

Θεέ μου! πού ευρίσκομαι; Τι μου παίζουν; (πλησιάζει προς την Λύδοτσκαν και την λαμβάνει εκ της περιχειρίδος). Λυδία Πετρόβνα! ακούσατε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Μη! (τινάζει την εσθήτα της Λύδοτσκας) την λερώνεις! . . .

ΝΕΛΚΗΝ (αρπάζει την κεφαλήν του).

Θεέ μου! τι είνε τούτο; Θεέ μου! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην).

Μα ποιος σας είπε αυτάς τας ανοησίας; πού τας ακούσατε . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τον διακόπτει).

Παρακαλώ, παρακαλώ! Τώρα πλέον αι ερωτήσεις δεν έχουν τον τόπον των. Κάθε ομιλία ετελείωσε. Εδώ, κύριέ μου, δεν πρόκειται περί λόγων αλλά περί έργων . . . είνε ιδικόν σας το κόσμημα αυτό;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς)

Δικό μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύει την θύραν εις τον Νέλκην)

Έξω! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην)

Τι δουλειά έχετε πλέον εδώ; Φύγετ' απ' εδώ.

ΝΕΛΚΗΝ

(λαμβάνει τον πίλον του και πλησιάζει τον Κρετσίνσκην).

Είμαι εις τας διαταγάς σας . . .

(ο Κρετσίνσκης δεικνύει την θύραν. Ο Νέλκην πλησιάζει αυτόν εγγύτερον και κραυγάζει)·

«Αμέσως . . . και μέχρι θανάτου! . . .»

(Θόρυβος. Ο Μούρομσκης, η Λύδοτσκα, η Ατούγεφ, ο Ρασπλιούγεφ περιστοιχίζουσι τον Κρετσίνσκην. Ο Νέλκην ίσταται μόνος. Ομιλούσι σχεδόν μαζύ).

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Όχι, όχι, ποτέ! δεν το θέλω. (τω Νέλκη) Πηγαίνετε, πηγαίνετε!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Πηγαίνετε, κύριε, πηγαίνετε, ο Θεός μαζύ σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αφήσατε, κύριοι, σας παρακαλώ!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(εξέρχεται του ομίλου) Τι-ι-ί; (σταυρόνων τας χείρας του). Έτσι λοιπόν! . . Ικανοποίησιν . . . Τι ικανοποίησιν; Διά τι; σας ερωτώ . . . θέλετε να κτυπηθήτε μαζύ μου . . . χα-χα-χα-χα . . . Σεις με προσεβάλατε και θέλετε και να με φονεύσετε; . . . αλλ' ας είνε, με μίαν όμως συμφωνίαν εις κάθε σας πυροβολισμόν εγώ θα σας πτύω εις το πρόσωπον. Ιδού οι όροι μου. Αν θέλετε αύριον — έστω· σήμερον όμως . . . έι! ποίος είνε εκεί;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Έι! ποίος είν' εκεί; αυτό είνε το καλείτερο.

(εισέρχεται ο Θόδωρος και είτα δύο υπηρέται)

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πάρετέ τον από τις πλάταις και γρεμήσετέ τον έξω!

ΝΕΛΚΗΝ

Θεέ μου! ονειρεύομαι; είμαι ζωντανός; (ψαύει το σώμα του, μετά πικρίας). Αλήθεια, αλήθεια! πού είνε η δύναμίς σου; (έξαλλος εξέρχεται).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

(κλείων όπισθεν του Νέλκην την θύραν).

Αντιέ!! χι-χι-χι! είδες τον τι εγύρεψε (αποσύρεται κατά μέρος). Ακούς εκεί! Αμ' έτσι δα, φίλε μου, ψοφάς της πείνας! Αμέ ναύρης τώρα την αλήθεια· νέος είσαι ακόμη, φίλε μου, ψάξε να την εύρης!

(Σιγή. Ο Μούρομσκης είνε τεθορυβημένος· η Λύδοτσκα ίσταται ακίνητος· η Ατούγεφ παρατηρεί τον Μούρομσκην οργίλως).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Οι άνω εκτός του Νέλκην

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατόπιν μικράς σιωπής.)

Αι, είσθε ευχαριστημένος, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Καθ' όλα, καθ' όλα ευχαριστημένος. Ακούτ' εκεί, καλέ! 'πήγα να χάσω τον νου μου.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Λοιπόν κι' εγώ είμ' ευχαριστημένος, Αι, τι λέγετε — δεν τελειόνομεν τώρα και 'μείς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διαπορών).

Πώς να τελειόσωμεν;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Όπως τελειόνουν. Μεταξύ μας συνέβησαν αρκετά σκανδαλώδη πράγματα. Εγώ θεωρώ τον εαυτόν μου εκ μέρους σας προσβεβλημμένον. Με αυτήν την κηλίδα τι σύζυγος είμ' εγώ της κόρης σας; Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! εγώ οφείλω να σας δώσ' οπίσω τον λόγον σας, εις σας δε, Λυδία Πετρόβνα — την καρδίαν σας. Λάβετέ την, εστέ ευτυχείς και. . . λησμονήσατέ με.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Τι θέλετε να ειπήτε; . . . Μισσέλ! τι λέγετε; Δεν σας εννοώ. Η καρδία οπίσω δεν δίδεται· η καρδία μου είνε ιδική σας . . . Μπαμπάκα! γιατί σιωπάτε; προς Θεού! γιατί σιωπάτε; πταίομεν ημείς! (εν απελπισία). Μπαμπάκα, ημείς πταίομεν! . . .

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς).

Ναι, εγώ . . Μιχάηλο Βασίλειτς, μα τι είν' αυτά; Εγώ ουδέποτε . . αυτός είνε ένας ανόητος· αξίζει να δίνη κανείς προσοχήν εις τα λόγιά του;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Σεις όμως πώς φέρεσθε; αι; Αφού αυτός ο κακόγλωσσος ειμπόρεσε να με προσβάλη, ξεύρετε πόσον και σεις ο ίδιος με προσεβάλατε; Αύριον ειμπορεί να έλθουν να σας 'πούν, πως εγώ είμαι ένας χαρτοπαίκτης, πως είμαι ένας απατεών, και σεις θα τον πιστεύσετε και θ' αρχίσετε να ζητήτε πληροφορίας!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι λέγετε τώρα!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τις ξεύρω εγώ αυταίς τις χωριάτικες συνήθειαις. Αλλά μάθετε, ότι η υπερηφάνειά μου αυτά δεν τα επιτρέπει. Εγώ ή έχω πεποίθησιν εις ένα άνθρωπον ή δεν έχω· μέσος όρος δεν χωρεί. Εγώ ούτε το μονόπετρόν σας, ούτε τα χρήματά σας έχω ανάγκην. Τα χρήματά σας εγώ ειμπορώ να τα πετάξω εις τα μούτρα του καθενός.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (τον λαμβάνει της χειρός).

Μισσέλ! Δι όνομα Θεού! σας παρακαλώ, συγχωρήσατέ μου, συγχωρήσατέ μου, σας παρακαλώ . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διαλογίζεται, κατ' ιδίαν).

Αυτός θα έτρεξε τώρα εις του Μπεκ.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Δεν ομιλείτε; προσεβλήθητε; Εγώ ξεύρω, μέσα εις την καρδιά σας δεν υπάρχει ούτε συγγνώμη, ούτε οίκτος . . Τι θέλετε λοιπόν; είμεθα εις όλα πρόθυμοι . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει ζωηρώς την χείρα της).

Τι καρδίαν που την έχετε, Λυδία! τι χρυσή καρδιά! . . . Και είμαι εγώ άξιος αυτής; . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Μισσέλ! Πόσον αμαρτάνετε! . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Έστω, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! δόσετε την χείρα σας.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Έτσι δα βέβαια! (τω θλίβει την χείρα). Έτσι δα λοιπόν.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Ακούσατε: να γίνη αύριον ο γάμος διά να λείψουν όλα αυτά τα σκάνδαλα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ας είνε κι' αύριον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Και αμέσως φεύγομεν εις το κτήμα.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ναι, τωόντι, εις το κτήμα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τον Νέλκην με κανένα λόγον δεν πρέπει να τον δεχθήτε πλέον.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ας πάη στην ευχήν του Θεού! τι να τον κάμω τώρα;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τον λόγον σας, μου το ορκίζεσθε;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Είμαι σύμφωνος εις ό,τι θέλετε. Έγεινε τέτοιο το κεφάλι μου (διαγράφει περί την κεφαλήν του κύκλον). Ένα μονάχα . . . εκείνη . . (με ηλλοιωμένην φωνήν), ήθελα μονάχα . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρήσας το ωρολόγιον)

Εν τούτοις είνε δέκα η ώρα: καιρός να επιστρέψετε εις το σπίτι σας (προς την Λύδοτσκαν). Λυδία, είσθε ταραγμένη!

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Δεν πειράζει (λαμβάνει την χείρα του). Τα ελησμονήσατε όλα . . . αι; 'πήτε μου — ναι;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών της χείρα της)

Ναι, εκατό φοράς ναι. Όλα τα ελησμόνησα . . . ένα μόνον ενθυμούμαι — ότι μου ανήκετε· αύριον θα είσθε ιδική μου . . . κτήμα μου! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Ναι, ιδική σας. Μισσέλ ιδική σας! Πήτε μου ακόμη μια φορά ότι με αγαπάτε!

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών αυτήν)

Δεν πιστεύετε;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Δεν πρόκειται περί τούτου· θέλω ν' ακούσω ακόμη μίαν φοράν αυτήν την λέξιν εις την λέξιν αυτήν υπάρχει κάτι τι ιδιαίτερον! . . . δεν ηξεύρω . . . κάποιος πόνος, κάποιος φόβος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας)

Πόνος! . . . Και διατί;

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

Μη φοβείσθε . . . αυτόν τον πόνον δεν τον αλλάζω εγώ με όλας τας χαράς του κόσμου. Λοιπόν δεν μου λέτε: μ' αγαπάτε; . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαμηλοφώνως)

Σας αγαπώ . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

(τον λαμβάνει της χειρός και διά της ετέρας καλύπτει τους οφθαλμούς της).

Ξεύρετε, Μισσέλ έχει παγώσει ολότελα η καρδιά μου . . . δεν κτυπά. Πήτε μου: είνε έρως αυτό;

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Όχι, άγγελε μου, είνε το ήμισυ αυτού.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (μειδιώσα)

Το ήμισυ; . . . Τι απατεών που είσθε . . ενώ εγώ τώρα είμαι έτοιμος να δώσω προς χάριν του τα πάντα . . (ο Κρετσίνσκης φιλεί την χείρα της). Ναι, το παν, το παν . . . (χαμηλοφώνως) όλον τον κόσμον.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(αφού φιλήση την χείρα της Λύδοτσκας, τω Μούρομσκη).

Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! καιρός για το σπίτι.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Ναι, και τώρα μάλιστα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πηγαίνετε, πηγαίνετε, και σας παρακαλώ να βάλετε την Λύδοτσκα να πλαγιάση έχει ανάγκην αναπαύσεως. Λυδία, αύριον θα είσθε δροσερά, κόκκινη, ωραία, σαν νύμφη . . (σκεφθείς) Ή, όχι· καλείτερα να σας συνοδεύσω ο ίδιος διά να επιστατήσω να γίνουν όλα.

(Ο Μούρομσκης η Ατούγεφ και η Λύδοτσκα ετοιμάζονται).

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τω Κρετσίνσκη)

Αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, καλείτερα να πάτε ο ίδιος.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(σύρει κατά μέρος τον Ρασπλιούγεφ).

Κύτταξε συ, μείν' εδώ. Κι' αν τύχη και σου κουβαληθή εδώ αυτός ο Νέλκην, δέξου τον και σπάσε του το κεφάλι . . . εννοείς; . . . Και ως να επιστρέψω μην τον αφήσης να φύγη . . . κύτταξε! . . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μείνατε ήσυχος, μείνατε ήσυχος, εγώ τόνε διορθόνω.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Τ' άλλα όλα είνε εις το χέρι μου. Εις του Μούρομσκη δεν τον δέχονται. Αυτά θα τα τακτοποιήσω πλέον ο ίδιος· εκεί δεν εισχωρεί.

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Αι, Μιχάηλο Βασίλειτς, πάμε· έτοιμοι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Πηγαίνομεν, πηγαίνομεν. (λαμβάνει ταχέως τον πίλον του. Βίαιος κτύπος του κώδωνος· όλοι σταματούν κατάπληκτοι). Αι; τι είνε; αι; (κραυγάζει) Αι, σεις!

Ποιος είνε; Να μη δεχθήτε κανένα . . . ακούτε;

(Θόρυβος, έτερος κτύπος του κώδωνος. Φωναί).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

Αι; . . . (εισέρχεται υπηρέτης) Τι τρέχει; ποίος είνε;

ΘΟΔΩΡΟΣ

Ο κύριος Νέλκην!!! είνε και κάποιος άλλος μαζύ του. Φωνάζει να του ανοίξωμε την πόρτα. (Φωναί «Ανοίξετε την θύραν! ανοίξετε την θύραν! . .» κτύποι τινες ακόμη του κώδωνος).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (με ορμήν)

Θέλει λοιπόν να τον αφήσω στον τόπο; (θραύει μίαν καθέκλαν και λαμβάνει έν τεμάχιον. Ο Μούρομσκης και η Λύδοτσκα του κρατούν τας χείρας).

ΛΥΔΟΣΤΚΑ

Μισσέλ! Μισσέλ!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς, δι' όνομα Θεού, ησυχάσατε! Τι είν' αυτά!

(Περιστοιχίζουν τον Κρετσίνσκην).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τω Ρασπλιούγεφ)

Πήγαινε, διώξε τον με τις κλωτσιαίς!

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχων προς την θύραν).

Αμέσως! (επιστρέφει εκ της θύρας προς τον Κρετσίνσκην). Μιχάηλο Βασίλειτς! αυτός ίσως έχει κι' άλλους τέσσερις μαζύ του! θα είνε ίσως πέντε νομάτοι.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ορμά κατ' αυτού)

Γκρεμήσου! 'πόθανε, αφού σε προστάζουν.

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Πόθανε . . 'πόθανε! Μιχάηλο Βασίλειτς! Κύριε ελέησον! εύκολο πράγμα είνε ν' αποθάνη κανείς; (Ο θόρυβος εξακολουθεί. Ακούονται φωναί:) «Ανοίξατε την θύραν! σπάσετέ την!.»

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(αποσπώμενος του Μούρομσκη και της Λύδοτσκας, τρέχει προς την θύραν).

Αφήσατέ με: βλέπω πως χωρίς εμένα αυτό δεν θα τελειώση (σφίγγων τους οδόντας) θα τον σκοτώσω σαν σκύλο!

ΘΟΔΩΡΟΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς! ο αστυνόμος μας διατάσσει ν' ανοίξωμε την πόρτα.

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφηρημένος)

Στάσου, μην ανοίξετε!! Ο πρώτος που θα κινηθή, θα του ανοίξω το κεφάλι! (Κρατεί εις χείρας το ξύλον, σταματά) Η αστυνομία! (δι' υποκώφου φωνής). Α! (Ρίπτει εις την γωνίαν τον πόδα της καθέκλας). Ετελείωσε!!! (αποσύρεται κατά μέρος). Ανοίξατε . . . (Θόρυβος. Ανοίγουσι την θύραν).

ΣΚΗΝΗ Η'.

Οι άνω και Νέλκην εισορμά και ρίπτεται προς την Λύδοτσκαν· ο Μπεκ εισορμά κατόπιν του φορών γούναν, αναζητεί διά των οφθαλμών τον Κρετσίνσκην, τρέχει προς αυτόν, και σταματά απέναντί του με προτεταμένους τους βραχίονας. Εις την θύραν εμφανίζεται αστυνομικός υπάλληλος.

ΜΠΕΚ

Νά τος ο κακούργος! ο κακούργος! α, κακούργε! Γιαλί μου έδωκες δι' ενέχυρον! διά το γιαλί μου πήρες τα χρήματα, ληστή! (Τρέχει. Ο Κρετσίνσκης ίσταται μ' εσταυρωμένας χείρας). Συλλάβετέ τον, αυτός είνε! συλλάβετέ τον, συλλάβετέ τον λοιπόν.

ΛΥΔΟΤΣΚΑ (βάλλουσα διάτορον κραυγήν).

Α!!! (Ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ ορμώσι προς αυτήν. Ο Κρετσίνσκης πειράται να πλησιάση ωσαύτως).

ΜΠΕΚ

Στάσου στάσου! Πού πας, ληστή; α, κακούργε!

(Ο Ρασπλιούγεφ κρύπτεται όπισθεν του Κρετσίνσκη).

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Κύριε Μπεκ! ησυχάσατε, κάμετε μου την χάριν, ησυχάσατε! (τω Κρετσίνσκη). Επιτρέψατε να μάθω το όνομα και τον επίθετόν σας.

ΚΡΕΤΙΝΣΚΗΣ

Μιχάηλο Βασίλειτς Κρετσίνσκης.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (τω Ρασπλιούγεφ).

Το όνομα και το επίθετόν σας;

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εντελώς σαστισμένος). Μ . . . ι . . . χάηλο Βα . . .

τσ . . . αι; Μιχάηλο Βασίλειτς . . . αι; (Ο Κρετσίνσκης τον παρατηρεί εις τους οφθαλμούς). Εγώ . . εγώ . . . εγώ δεν έχω . . . δεν έχω επίθετον . . έτσι . . είμαι . . . χωρίς επίθετον . . .

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Σας ερωτώ: το όνομα και το επίθετόν σας . .

ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ

Μα . . . αφού δεν έχω . . .

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ησύχως)

Ονομάζεται Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ.

(Ο αστυνομικός υπάλληλος αποσύρεται προς τον έτερον όμιλον και ομιλεί ταπεινοφώνως μετά του Μούρομσκη σχεδόν μέχρι τέλους της πράξεως. Ο Κρετσίνσκης κάμνει κίνησιν).

ΜΠΕΚ (κραυγάζει).

Στάσου, στάσου! Πιάσ' τον, πιάσ' τον Άι! Άι! πιάσ' τον!

(ίσταται προ αυτού με ανοικτούς βραχίονας).

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Κύριε Μπεκ! σας παρακαλώ να ησυχάσετε!

ΜΠΕΚ (κραυγάζει).

Μα ξεύρετε τι θηρίον είνε! είνε θηρίον! θα φύγη! Σύλλαβέ τον! Έξη χιλιάδες μου 'πήρε για ένα γυαλί, για μια ψεύτικη καρφίτσα! . . . Αυτό είνε απάτη! . . . Στη φυλακή βάλτε τον, στη φυλακή! . . .

ΛΥΔΟΤΣΚΑ

(αποχωρίζεται του ομίλου, διέρχεται όλην την σκηνήν και πλησιάζει προς τον Μπεκ).

Αξιότιμε κύριε! αφήσατέ τον! . . . ιδού η καρφίτσα, η οποία έπρεπε να ενεχειριασθή! πάρετέ την . . . είχε (ένδακρυς) είχε γείνει λάθος!

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ και ΑΤΟΥΓΕΦ

Λύδοτσκα, τι κάμνεις; Λύδοτσκα!

ΜΠΕΚ

Πώς; τι, κυρία; (παρατηρεί την καρφίδα). Αυτή, αυτή είνε! αι; Θεέ μου! Τι κόρη! ουρανία αγαθότης! αγγελική πραότης . .

(Η Λύδοτσκα καλύπτει διά των χειρών το πρόσωπον και θρηνεί).

ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ

(κατ' ιδίαν προς το κοινόν).

Αυτό είνε καλόν! (θέτει την χείρα εις το μέτωπόν του). Πάλιν η γυναίκα!

ΑΤΟΥΓΕΦ

Και τι θα κάμωμε 'μείς τώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς;

ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ

Δρόμο, κυρά μου, δρόμο! Σε τέτοιαις 'ντροπαίς ο κόσμος πέρνει δρόμο!

(Η Λύδοτσκα εξέρχεται με ορμήν, κατόπιν δ' αυτής ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ).

Καταπίπτει η αυλαία.

ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ (ΟΛΩΣ ΑΠIΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ) ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ. ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ, θεία της. ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ, προξενήτρια. ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, αυλικός σύμβουλος, υπάλληλος. ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ, φίλος του. ΓΙΑΪΤΣΝΙΤΣΑ (ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ). ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του πεζικού. ΖΕΒΑΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού. ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ, παιδίσκη. ΣΤΑΡΗΚΩΦ, έμπορος υφασμάτων. ΣΤΕΠΑΝ, υπηρέτης του Ποτκαλιόσην.

ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ (ΟΛΩΣ ΑΠΙΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ)

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Θάλαμος αγάμου. Ο Ποτκαλιόσην μόνος, κεκλιμένος επί ανακλιντήρος και κρατών πίπαν.

Νά, όταν αρχίσης έτσι δα με την ησυχία σου να σκέπτεσαι, πείθεσαι επί τέλους, ότι, πράγματι, πρέπει να πανδρευθής. Και τι, μα την αλήθεια· ζη κανείς σ' αυτόν τον κόσμο και επιτέλους αηδιάζει τη ζωή· άφησα πάλι και πέρασαν η αποκρηαίς. Μολαταύτα όλα είναι έτοιμα. Τρεις μήνες πάνε τώρα που η προξενήτρα πάει κ' έρχεται. — Αλήθεια· σαν πως αρχίζω πια να ντρέπομαι κ' εγώ ο ίδιος. Αι, Στεπάν!

ΣΚΗΝΗ Β'.

Ποτκαλιόσην και Στεπάν.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ήλθε η προξενήτρα;

ΣΤΕΠΑΝ

Όγεσκαι.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ήσουνα στο ράπτη;

ΣΤΕΠΑΝ

Ήμουνα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αι, το ράπτει το φράκο;

ΣΤΕΠΑΝ

Το ράβει.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Έχει πολύ ραμένο;

ΣΤΕΠΑΝ

Κάμποσο έρραψε. Άρχισε πεια τις κουμπότρυπες.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τι λες;

ΣΤΕΠΑΝ

Λέγω, πως ράβει τις κουμπότρυπες.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και δεν σ' ερώτησε, διατί τάχα το θέλει ο αφέντης σου το φράκο;

ΣΤΕΠΑΝ

Όχι, δε μ' ερώτησε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μήπως είπε: δεν σκοπεύει τάχα ο αφέντης σου να παντρευθή;

ΣΤΕΠΑΝ

Όχι, τίποτε δεν είπε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Θα είδες βέβαια εκεί και άλλα φράκα. Θα ράπτει βέβαια και δι' άλλους.

ΣΤΕΠΑΝ

Ναίσκαι, πολλά φράκα είδα εκεί κρεμασμένα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μου φαίνεται όμως, πως εκεινών η τσόχα δεν θα είναι σαν του ιδικού μου.

ΣΤΕΠΑΝ

Ναίσκαι, το 'δικό σας θα είνε πιο φανταχτερό.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τι λέγεις;

ΣΤΕΠΑΝ

Λέγω, πως το δικό σας τάχατες είνε πιο φανταχτερό.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Καλά. Μα δεν σ' ερώτησε, γιατί τάχα ο αφέντης κάμνει φράκον από τέτοια λεπτή τσόχα;

ΣΤΕΠΑΝ

Όγεσκαι

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Δεν είπε τίποτε, πως τάχα, μήπως παντρεύεται, 'σάν να 'πούμε, ο αφέντης σου;

ΣΤΕΠΑΝ

Όχι, δεν μου είπε τέτοιο πράγμα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Συ όμως δα του είπες τον βαθμόν μου πού υπηρετώ;

ΣΤΕΠΑΝ

Τα είπα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Καλά, και εκείνος τι σου είπε, απάνω σ' αυτό;

ΣΤΕΠΑΝ

Είπε πως θα βάλη όλα του τα δυνατά.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Καλά, τώρα πήγαινε.

(Ο Στεπάν φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μόνος)

Είμαι της ιδέας, ότι το μαύρο φράκο είνε κάπως σοβαρώτερον. Τα χρωματιστά αρμόζουν μάλλον εις υπαλλήλους κατωτέρου βαθμού — είνε κάπως παιδίστικα. Εκείνοι οι οποίοι έχουν ανωτέρους βαθμούς πρέπει να φυλάττουν περισσότερον την . . . . πώς την λέγουν; την . . . διάβολε, ελησμόνησα την λέξιν! Πόσον ωραία λέξις και να την λησμονήσω! Ναι, φίλε μου, αλλά ό,τι και να πης ο τίτλος του αυλικού συμβούλου αντιστοιχεί με βαθμόν συνταγματάρχου, μόνον που η στολή δεν έχει επωμίδας. — Αι, Στεπάν!

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Ποτκαλιόσην και Στεπάν

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αγόρασες μπογιά των παπουτσιών;

ΣΤΕΠΑΝ

Αγόρασα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Από πού την αγόρασες; από εκείνο το μαγαζάκι, που σου είπα, που είνε εις την οδόν Βοζνιεσένσκη;

ΣΤΕΠΑΝ

Ναίσκαι, από το ίδιο.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και είνε καλή;

ΣΤΕΠΑΝ

Καλή είνε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Έβαψες με αυτήν τα υποδήματα;

ΣΤΕΠΑΝ

Τα έβαψα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αι, γυαλίζει;

ΣΤΕΠΑΝ

Όσο για να γυαλίζει — καλά γυαλίζει.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και όταν σου έδιδε τη μπογιά δεν σ' ερώτησε, τι την θέλει τάχα ο αφέντης σου τέτοια μπογιά;

ΣΤΕΠΑΝ

Όγεσκαι.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μην τύχη και σ' ερώτησε, μήπως τάχα ο αφέντης σου έχει στο νου του να παντρευτή;

ΣΤΕΠΑΝ

Όγεσκαι, τίποτε δε μου 'πε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Καλά λοιπόν, πήγαινε στο καλό!

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, μόνος.

Τώρα τι είνε τα υποδήματα — τιποτένιο πράγμα, και μολαταύτα, αν είνε κακορραμμένα και η μπογιά κοκκινωπή, μέσα εις μίαν καλήν συναναστροφήν δεν σ' εκτιμά ο άλλος. Όπως και να είνε . . . . . δεν πηγαίνει. Αμέ να έχης και κάλους — αηδέστατον!. Μπορώ να έχω δεν ξεύρω τι, μα όχι κάλους — Αι Στεπάν!

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Ποτκαλιόσην και Στεπάν

ΣΤΕΠΑΝ

Τι ορίζετε;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Είπες του Τσαγκάρη να μη μου κάμη κάλους;

ΣΤΕΠΑΝ

Το είπα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Κ' εκείνος τι σου είπε;

ΣΤΕΠΑΝ

Καλά — λέγει.

(Ο Στεπάν φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Ποτκαλιόσην, είτα Στεπάν

Διάβολε, ωστόσο πολλαίς φροντίδες έχει η παντρειά! Και τούτο, κ' εκείνο, κι' αυτό, και όλα πρέπει να είνε εν τάξει. Το πήρ' ο διάβολος! δεν είνε τόσο εύκολο πράγμα όπως έχουν να πουν. Αι, Στεπάν! (Ο Στεπάν εισέρχεται): Ήθελα να σου ειπώ ακόμη κάτι τι . . . . .

ΣΤΕΠΑΝ

Η γρηά ήλθε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Α, ήλθε; 'πέ της να έλθη εδώ (Ο Στεπάν φεύγει). Μάλιστα, είνε . . . δύσκολον . . . δύσκολον . . . πολύ δύσκολον πράγμα.

ΣΚΗΝΗ Η'.

Ποτκαλιόσην και Φέκλα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ω, καλημέρα, Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, λοιπόν, τι; πώς; Πάρε κάθισμα, κάθισε και λέγε. Αι, λοιπόν, πώς; λέγε λοιπόν, τι κάμνει η . . . πώς την λέγουν; η Μελάνια! . . . .

ΦΕΚΛΑ

Η Αγάφια Τύχωνοβνα;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ναι, ναι, η Αγάφια Τύχωνοβνα· χωρίς άλλο θα είνε κανένα σαρανταχρονιάρικο κοριτσάκι, αι;

ΦΕΚΛΑ

Με συγχωρείτε, όχι· δηλαδή, όταν θα τήνε παντρευθήτε θα ιδήτε πως κάθε μέρα δα μ' εγκωμιάζετε και θα μ' ευγνωμονήτε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Θαρρώ πως λέγεις ψεύματα, Φέκλα Ιβάνοβνα!

ΦΕΚΛΑ

Είμαι γρηά γυναίκα και ψέματα δεν λέγω· ο εξαπεδώ μονάχα λέγει τα ψέμματα!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και η προίκα, η προίκα; Για ξαναπέμου τα.

ΦΕΚΛΑ

Η προίκα της είνε: σπίτι πέτρινο με δύο πατώματα με αρκετά στρογγυλό εισόδημα: ένας αλευράς της δίνει επτακόσια ρούβλια για το μαγαζί· η μπυραρία — το υπόγειο, δεν αδειάζει από το πρωί ως το βράδυ: δύο ξύλινα σπίτια μες την αυλή — το ένα όλο από ξύλο, και το άλλο με πέτρινα θεμέλια, και το καθένα της δίνει εισόδημα από τετρακόσια ρούβλια, έχει ακόμη και ένα λαχανόκηπο προς το μέρος του Βύμπορου· τρία τώρα χρόνια είνε που το νοικιάζει σ' ένα μανάβη που το φυτεύει λάχανο, ένας μανάβης και τι μανάβης, το κρασί ποτέ στο στόμα δεν το βάζει· έχει και τρεις γιους — τους δύο τους επάντρεψε, ο τρίτος, — είνε νέος, λέει, ακόμη, ας καθίση στο μαγαζί, για να βοηθή τον πατέρα του σ' το εμπόριο· είμαι ποια γέρος, λέει, και ας καθίση ο γιος μου να με ξελαφρόνη λιγάκι.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και πώς είνε; εύμορφη είνε;

ΦΕΚΛΑ

Άγγελος! Άσπρη, κόκκινη, σαν το αίμα με το γάλα. . . . Γλυκειά, — που δεν 'μπορώ να σας πω! θα ευχαριστηθήτε ως εδώ. . . . (δεικνύει τον λαιμόν της), δηλαδή θα μου 'πής: «Μωρέ μπράβο σου, Φέκλα Ιβάνοβνα»!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ναι, αλλά βλέπεις αυτή δεν είνε κόρη ανωτέρου αξιωματικού.

ΦΕΚΛΑ

Είνε κόρη εμπόρου τρίτης τάξεως. Αλλά αυτή ειμπορεί να κάμη τιμή και σε στρατηγό ακόμη. Πραματευτή δεν θέλει ούτε να τον ακούση· εγώ, λέγει, θέλω να πάρω άνδρα ευγενή, και ας μην είνε και τόσο ώμορφος. Είδες λεπτότη που σου την έχει! Και σαν φορέση την Κυριακή το μεταξωτό της φουστάνι, να, μα το Χριστό, φέξε ήλιε! Μια πριγκηπέσσα!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μα για τούτο εγώ σ' ερώτησα — γιατί εγώ είμαι, ξέρεις, αυλικός σύμβουλος, λοιπόν . . . καταλαμβάνεις;

ΦΕΚΛΑ

Αμ' και βέβαια, καταλαβαίνω. Μας την εζήτησε και ένας αυλικός σύμβουλος αλλά δεν εδεχθήκαμε· δεν της άρεσε· είχε κι' αυτός, ο ευλογημένος ένα παράξενο φυσικό, που δεν έλεγε ποτέ αλήθεια· και ήτανε τι παρουσιαστικός άνθρωπος. Τι να σου κάμη κι' αυτός, έτσι τον έκαμε η φύσις· κι' αυτός δεν το ήθελε, αλλά δεν ημπορούσε να πη αλήθεια· ήτον από Θεού.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Και καμμία άλλη εκτός αυτής δεν υπάρχει;

ΦΕΚΛΑ

Και τι να την κάμετε την άλλην; αυτή είνε η ποιο καλλίτερη.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Να είνε τάχα, λες, καλλίτερη;

ΦΕΚΛΑ

Στη γη στην οικουμένη 'σάν αυτήν δεν βρίσκεται.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Θα σκεφθούμεν, θα σκεφθούμεν, κυρά μου. Έλα μεθαύριον και πάλιν τα ξαναλέμε, εγώ έτσι δα πλαγιαστός και συ θα μου τα διηγήσαι . .

ΦΕΚΛΑ

Καλέ τι κάθεσαι και λες; πάνε τώρα τρεις μήνες που πάγω κι' έρχομαι, κι' ακόμη τίποτε βέβαιο δεν άκουσα από το στόμα σου! Κάθετ' εκεί τυλιγμένος μες τη ρόμπα του και δος του και καπνίζει με την πίπα του!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αμ' πως, ενόμισες, ότι ο γάμος είνε το ίδιο, σαν να φωνάξης «Αι Στεπάν, δόσε μου τα παπούτσια», να τα περάσης εις τα πόδια σου και να πάρης δρόμο; Αυτό, κυρά μου, πρέπει να το καλοσκεφθής, πρέπει να το καλομελετήσης . . . να το παρατηρήσης . .

ΦΕΚΛΑ

Και τι τάχα; αφού θες να παρατηρήσης γιατί δεν πηγαίνης να την ιδής; Το πράμα που θα πάρη κανείς, βέβαια, πρέπει και να το ιδή. Πρόσταξε να σου δώσουν το ρούχο σου και πήγαινε τώρα. Η καλή δουλειά γίνεται το πρωί.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τώρα; Δεν βλέπεις που συννέφιασε; Πάω, κ' έξαφνα με πειάνει η βροχή . . . . .

ΦΕΚΛΑ

Τόσο το χειρότερο για σένα. Νά, άρχισαν πια ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου, και γλήγορα δεν θ' αξίζεις πια για παντρειά! Μεγάλο πράμα τάχατες αυλικός σύμβουλος! Μπορούμε 'μείς να διαλέξωμε τέτοιους γαμβρούς, που εσένα ούτε γυρίζουμε να σε ιδούμε.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τι κουταμάρες κάθεσαι και λες; Πού τα είδες τα άσπρα μαλλιά;

(ψηλαφεί την κόμην του).

ΦΕΚΛΑ

Ένας άνθρωπος που ζη σ' τον κόσμο δε μπορεί παρά ν' ασπρίσουν και τα μαλλιά του. Άκουσε που σου λέγω· αν αυτή δεν σου αρέση, καμμία δεν θα σ' αρέση. Έχω εγώ στο μάτι ένα κάποιο πλοίαρχο, που συ ούτε σ' τον ώμο του δεν τόνε φθάνεις· κ' έχει μια φωνή σαν μιλή, που νομίζεις πως είνε σάλπιγγα· έχει θέσι σ' το ναυαρχείο.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ψεύτρα! θα κυττάξω σ' τον καθρέπτη, — που σ' το διάβολο τα ηύρε τα άσπρα μαλλιά! Αι, Στεπάν, φέρε τον καθρέπτη! Ή όχι, στάσου, πηγαίνω ο ίδιος. Ακούς εκεί! Ο Θεός να φυλάξη! τούτο είνε χειρότερο από 'βλογιά (απέρχεται εις το παρακείμενον δωμάτιον).

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Φέκλα και Κοτσκαριώφ.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, Ποτκαλιόσην! . . . (βλέπων την Φέκλαν). Συ, εδώ; Μπα, που να σε . . . Γιατί διάβολο μ' επάντρεψες; αι;

ΦΕΚΛΑ

Και τι κακό βρίσκεις σ' αυτό; Νόμιμο πράμα!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Νόμιμο, πράγμα! τάχα, πήρα γυναίκα! Μήπως και χωρίς αυτήν δεν ημπορούσα να κάμω!

ΦΕΚΛΑ

Και καλά, συ ο ίδιος δεν μ' εφορτονόσουσα: πάντρεψέ με, κυρά, πάντρεψέ με κυρά!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Α, γρηά ποντίκα! . . . Καλά, αμ' εδώ τι θέλεις; Μήπως ο Ποτκαλιόσην σκοπεύει να . . .

ΦΕΚΛΑ

Και τι τάχα; η ώρα η καλή.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Όχι δα! Βρε τον παληάνθρωπο, και να μη μου ειπή τίποτε. Τι άνθρωπος! είδες τον, μυστικά τάχει!

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Οι αυτοί και ο Ποτκαλιόσην, κρατών καθρέπτην εν ώ κατοπτρίζεται μετά πολλής προσοχής.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

(Κρύπτεται όπισθεν αυτού και τον τρομάζει)

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

(Αναφωνεί και ρίπτει τον καθρέπτην) Δαιμονισμένε! τι είνε αυτά. γιατί . . . τι ανοησίαι είν' αυταί! Μ' ετρόμαξες αλήθεια, έσπασε η χολή μου!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Δεν πειράζει, εχωράτεψα.

ΠΟΤΑΚΛΙΟΣΗΝ

Τι αστεία είνε αυτά! ακόμη δεν ειμπορώ να συνέλθω από τον τρόμον. Νά, έσπασα και τον καθρέπτη! εγώ χάρισμα δεν τον επήρα: τον αγόρασα από το Αγγλικό μαγαζί.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ.

Έλα τώρα, μεγάλη δουλειά! εγώ σου πέρνω άλλον καθρέπτη.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ναι, θα μου πάρης· τέτοιον καθρέπτην δεν τον βρίσκεις. Ξεύρω εγώ αυτούς τους άλλους καθρέπτας, που σε κάνουν δέκα ολόκληρα χρόνια πιο γέρο και με μια μούρη τόση δα, σαν καλαπόδι.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Άκουσ' εδώ, εγώ πρέπει να είμαι περισσότερο θυμωμένος εναντίον σου: συ, από εμένα, τον φίλον σου κρύπτεις τα πάντα. Σκοπεύεις να παντρευθής.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Κουταμάραις! ούτε το εσκέφθηκα!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Νά και η απόδειξις (Δεικνύει την Φέκλαν) Νά την, που στέκετ' εκεί, γνωστή — σαν κάλπικος παράς. Ας είνε, δεν πειράζει: εδώ ας πούμε δεν είνε και τίποτε κακό — πράξις χριστιανική και μάλιστα αναγκαία διά την πατρίδα. Ορίστε λοιπόν, ορίστε, εγώ τα πέρνω επάνω μου όλα. (τη Φέκλα) Λοιπόν, λέγε, συ, πως και τι και τα λοιπά — είνε κόρη ευγενούς, υπαλλήλου, ή ανήκει εις την τάξιν των εμπόρων και πώς είνε τώνομά της;

ΦΕΚΛΑ

Αγάφια Τύχωνοβνα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αγάφια Τύχωνοβνα Βρανδαχλίστοφ;

ΦΕΚΛΑ

Όχι, όχι — Κουπεργγιάγην.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πού κατοικεί — στα προάστεια;

ΦΕΚΛΑ

Με συγχωρείς, κάθεται εδώ κοντά, στα σαπουνάδικα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ναι, στα σαπουνάδικα, δίπλα στο μαγαζάκι, ένα ξύλινο σπίτι;

ΦΕΚΛΑ

Με συγχωρείς, δεν είνε δίπλα στο μαγαζάκι, αλλά στην μπυραρία.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πώς δίπλα σ' τη μπυραρία, αυτό δεν το ξεύρω.

ΦΕΚΛΑ

Ναι, άμα γυρίσης το δρόμο, θα ιδής αντίκρυ μια παράγκα και άμα περάσης την παράγκα γυρίζεις ζερβά, και θα ιδής 'μπρός στα μάτια σου, δηλαδή νά, έτσι, μπρος στα 'μμάτια σου ένα ξύλινο σπίτι που κάθεται μια ράφτρα, αμέσως όμως θα ιδής δεύτερο σπίτι πέτρινο και αυτό το σπίτι είνε το δικό της, δηλαδή εις αυτό το οποίον κάθεται η Αγάφια Τύχωνοβνα, η νύφη.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Καλά, καλά, τώρα εγώ όλα αυτά τα διορθώνω· συ τώρα πήγαινε, περισσότερο δε σ' έχομε ανάγκη.

ΦΕΚΛΑ

Πώς; Μήπως μόνος σου θέλεις να κάμης το γάμο;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Μόνος μου, μόνος μου, συ μοναχά μην ανακατεύεσαι.

ΦΕΚΛΑ

Αχ, αδιάντροπε! Και είνε δουλειά των αντρών αυτή; Μην ανακατευθής, αφέντη, αλήθεια.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πήγαινε, πήγαινε! σε δουλειά που δεν καταλαβαίνεις, μη ανακατεύεσαι. Κάθε κατεργάρης στο μπάγκο του. Μαρς!

ΦΕΚΛΑ

Μόνο για να κόβετε το ψωμί των ανθρώπωνε, αθεόφοβε! εγώ φταίω που ανακατεύθηκα με τέτοιαις βρώμαις. Αν ηύξευρα, δεν θα έλεγα τίποτε! (Φεύγει αγανακτισμένη).

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, φίλε μου, αυτή η δουλειά δεν επιδέχεται αναβολήν, πηγαίνομεν.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μα εγώ τίποτε ακόμη δεν απεφάσισα· εσκέφθηκα μοναχά πως . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μόνο να μη σου κακοφανή! εγώ θα σε παντρέψω έτσι, που ούτε είδησι θα το πάρης. Θα πάμε τώρα αμέσως εις της νύμφης, και θα ιδής τι έξαφνα . . Το γοργό και χάριν έχει!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αυτό μας έλειπε . . . να πάμε και αμέσως.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Και γιατί τάχα, όχι αμέσως. Δεν βλέπω τι σ' εμποδίζει . . Κύτταξε και συ ο ίδιος· τι κερδίζεις που δεν είσαι παντρευμένος; Κύτταξε την κάμαρά σου: Κατάστασις είνε αυτή; Νά, εκεί στέκει ένα ακαθάριστο υπόδημα, νά η λεκάνη του νυπτήρος, νά ένας ολόκληρος σωρός καπνού επάνω στο τραπέζι. Και συ πλαγιασμένος εκεί 'σάν φασκιωμένο μωρό, όλη μέρα δίπλα.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αυτό είν' αλήθεια . . . το ξέρω κ' εγώ πως δεν έχω καμμία τάξι.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Λοιπόν, όταν πάρης γυναίκα θα ιδής, πως ούτε τον εαυτό σου ούτε τίποτε θα αναγνωρίζης· εδώ θα τεθή ένας καναπές, θα έχετε ένα σκυλάκι, κανένα καναράκι σ' το κλωβί, εργόχειρα . . Και φαντάσου, να κάθεσαι σ' τον καναπέ και έξαφνα να έρχεται να καθίζει κοντά σου η γυναικούλα σου, μία ομορφούλα . . . και με το χεράκι της . . .

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Διάβολε, αλήθεια να φαντασθή κανείς, πως υπάρχουν πράγματι, κάτι χεράκια, μα βρε αδελφέ, σαν το γάλα!

ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ

Και που να ιδής ακόμη! Μήπως μονάχα τα χεράκια τους είνε; . έχουν φίλε μου, αυταίς . . . και πού να σου τα λέγω; . . έχουν . . . και τι δεν έχουν! . . .

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Να σου 'πώ την αλήθεια, πολύ, μ' αρέσει όταν έχω σιμά μου έμορφη γυναίκα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Το βλέπεις λοιπόν, πως επιάσθηκες μοναχός; Τώρα δεν μένει άλλο παρά να τα καταφέρωμεν . . Εσένα μη σε μέλει διά τίποτε. Το γεύμα του γάμου και τα λοιπά άφησε τα επάνω μου . . Σαμπάνια, βέβαια, όχι ολιγώτερον από μία ντουζίνα, φίλε μου, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει! Μαδέρα — μισή ντουζίνα χωρίς άλλο. Η νύμφη θα έχει βέβαια ένα σωρό θειαίς και κουμπάραις, και ξεύρεις αυταίς δεν χορατεύουν! Αμέ άσπρο του Ρήνου; σ' το διάβολο, δεν χρειάζεται, αι, τι λες; Όσο δε διά το γεύμα, έχω εγώ, φίλε μου. ένα εργολάβο, που είνε ικανός, — το σκυλί να σε κάμη να μη 'μπορής να σηκωθής από το τραπέζι.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μα, βρε αδελφέ, εσύ το πέρνης τόσο ζεστά το πράγμα, που θαρρείς πως ευθύς πια κι' ο γάμος.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Και γιατί όχι; Γιατί ν' αναβάλωμεν; μήπως δεν είσαι σύμφωνος;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ποιος εγώ; όχι δα, εγώ καλά-καλά ακόμη δεν είμαι σύμφωνος.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Νά τα μας! Και καλά, τώρα ακόμη δε εδήλωσες πως θέλεις;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Εγώ είπα μοναχά πως δεν θα ήτον άσχημα!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Τι λες, βρε αδελφέ; Μα εμείς δεν τα είχαμε τώρα τελειωμένα όλως διόλου; . . . Μα τι — μήπως δεν σ' αρέσει τάχα η συζυγική ζωή;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Όχι, μου αρέσει.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, λοιπόν, γιατί έμεινεν η δουλειά;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Η δουλειά, ας πούμε, δεν έμεινε, αλλά νά, ξεύρω κ' εγώ, μου φαίνεται σαν παράξενο . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Και τι σου φαίνεται παράξενο;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Πώς να μην μου φανή, αδελφέ, παράξενον, ίσα με τώρα να είμαι ανύπανδρος και να βρεθώ έξαφνα παντρεμένος.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Έλα, έλα, σαν δεν εντρέπεσαι να τα λέγης! Όχι, εγώ βλέπω ότι πρέπει να σου μιλήσω σοβαρά. Θα σου ομιλήσω λοιπόν ειλικρινώς ως πατέρας προς το παιδί του. Παρατήρησε, παρατήρησε τον εαυτό σου με προσοχήν. Νά, παραδείγματος χάριν, έτσι, όπως κυττάζεις εμένα τώρα. Τι νομίζεις πως είσαι; ένα κούτσουρο εκεί, χωρίς καμμία σημασία. Και δε μου λες, γιατί, γιατί ζης σ' τον κόσμο. Κύτταξε σ' τον καθρέπτη να ιδής τα μούτρα σου — τι βλέπεις εκεί μέσα; ένα βλάκικο μούτρο και τίποτε περισσότερο. Φαντάσου τώρα να κάμης παιδάκια και όχι δύο και τρία αλλά πέντε και έξη και να είνε απαράλλακτα με σένα όλα· είσαι τώρα μόνος και είσαι αυλικός σύμβουλος διεκπεραιωτής ή τμηματάρχης ποιος ξεύρει τελοσπάντων τι διάβολο είσαι; Τότε όμως φαντάσου, θα έχης τόσα διεκπεραιωτάκια, τόσα, μικρά τμηματαρχάκια και κανένας μάλιστα απ' αυτά μπερμπαντάκος θ' απλώνη τα χεράκια του και θα σου τραβά τις φαβορίταις σου και συ θα κάμνης μονάχα σαν το σκυλί: γαβ, γαβ, γαβ! Αι, υπάρχει άλλο ωραιότερο απ' αυτό; Πε και συ ο ίδιος.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τι άτακτα όμως, τα βρώμικα που θα είνε: όλα τα πράγματα θα μου τα χαλούν, θα μου σκορπίζουν τα χαρτιά . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ας ατακτούν όσο θέλουν, αλλά έλα δα πάλιν που θα σου 'μοιάζουν όλα! αυτό να ιδής.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Πράγματι, είνε αστείο να πάρη ο διάβολος, μια πομπή εκεί, ένα κουταβάκι — και να σου 'μοιάζη!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πώς δεν είν' αστείο, βέβαια είνε αστείο· πάμε λοιπόν!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Ας πάμε.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, Στεπάν! βοήθησε γλήγορα τον αφέντη σου να φορέση τα ρούχα του.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

(Ενδυόμενος προ του καθρέπτου). Εγώ νομίζω, ότι δεν δα ήτον άσχημα να φορέσω το άσπρο μου γελέκο.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Δεν βαρύνεσαι . . . το ίδιον είνε!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

(Φορών την τραχηλιάν). Η αναθεματισμένη η πλύστρα άσχημα μου εσιδέρωσε το κολάρο και δεν στέκει καλά. Να της ειπής, Στεπάν, της ανόητης, πως άλλοτε αν μου τα σιδερώση έτσι άσχημα, θα την αλλάξω. Φαίνεται πως της επήραν τα μυαλά οι αγαπητικοί και δεν έχει τον νουν της εις το σιδέρωμα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, κάμε δα, αδελφέ, πειο γρήγορα. Πώς αγαπάς να πασπατεύης!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Τώρα αμέσως! (φορεί το φράκο και κάθηται) Άκουσε, Κοτσκαριώφ, ξεύρεις τι; δεν πηγαίνεις καλλίτερα μοναχός σου;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Άλλο τούτο πάλιν! Μήπως ετρελλάθης; εγώ να πάγω; Και ποιος θα παντρευθή συ ή εγώ;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Να σου πω την αλήθεια, σαν να μην έχω διάθεσιν. Δεν αφίνομε καλλίτερα αύριον;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Κ' έχεις ένα σπυρί μυαλό σ' το κεφάλι σου; Τι χωριάτης άνθρωπος είσαι συ! ετοιμάσθη καλά, — καλά κ' έξαφνα, λέει, δεν έχω διάθεσιν! Πε μου σ' το Θεό σου, ύστερ' απ' αυτά δεν είσαι ένας χοίρος, ένας μασκαράς;

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Μα τι με 'βρίζεις βρε αδελφέ; Γιατί; Τι σου έκαμα;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ηλίθιε, κουτέντιε, ανόητε, ανοητότατε, ας είσαι και διεκπεραιωτής. Και για ποιόν εγώ φροντίζω; Για σένα! Για το συμφέρον σου! Από το στόμα σου θα σου το πάρουν το καμμάτι. Όλο και ξάπλα, κακοχρονονάχη! Μα 'πέ μου σε παρακαλώ σαν τι 'μοιάζεις; Ου να μου χαθής, τιποτένιε, γομάρι· θα σου λεγα εγώ ακόμη ένα λόγο, αλλά είνε ντροπή να τον ειπώ. Μια μπαμπόγρηα εκεί, χειρότερος κι' από γρηά!

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (χαμηλοφώνως).

Έννοια σου και συ δεν είσαι καλλίτερος! (δυνατά). Δεν είσαι με τα καλά σου! Κάθεται κ' 'βρίζει εμπρός εις τον υπηρέτην και ακόμη με συχαμένα λόγια. Δεν ηύρες άλλο μέρος; . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πώς θέλεις να μη σε 'βρίσω: Πε μου, σ' τον Θεό σου — ποιος αντέχει να μη σε βρίση; Απεφάσισε να παντρευτή σαν καθώς πρέπει άνθρωπος, ηκολούθησε την φωνήν της φρονήσεως, κ' έξαφνα, το κούτσουρο, θαρρείς πως τον εκαβαλλίκεψε ο διάβολος . . .

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ

Αι, καλά, βρε αδελφέ, πηγαίνω, που μ' εξεκούφανες με τις φωναίς σου!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πηγαίνω! Και βέβαια, τι άλλο 'μπορείς να κάμης παρά να πας! (τω Σεπτάν) Δος του το καπέλλο και το επανοφόρι του.

ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (παρά την θύραν).

Τι περίεργος άνθρωπος. Δύσκολα ξεμπερδεύεις μαζύ του· σε 'βρίζει εκεί διά το τίποτε και κανένα καλό τρόπο δεν ηξεύρει.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Τώρα ετελείωσε: δε 'βρίζω πια (αμφότεροι εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.

Θάλαμος εν τη οικία της Αγάφιας Τύχωνοβνας.

Η Αγάφια Τύχωνοβνα απλώνει παιγνιόχαρτα επί της τραπέζης· όπισθεν αυτής βλέπει η θεία Αρήνα Παντελεημόνοβνα.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και πάλιν δρόμος θεία! Ενδιαφέρεται κάποιος ρήγας καρρό, δάκρυα, ερωτική επιστολή. Αριστερά ο ρήγας σπαθί ενδιαφέρεται πολύ, αλλά κάποια κακούργα τον εμποδίζει.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και σαν ποιος να ήνε, λέει, ο ρήγας σπαθί;

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Ποιος ξεύρει.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Εγώ όμως τόνε ξεύρω.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Ποίος είνε;

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Εκείνος ο καλός πραματευτής, που είνε στα τσοχαντζίδικα, ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ Σταρηκώφ.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Είμαι βεβαία, πως δεν είν' αυτός. Στοιχηματίζω, πως δεν είν' αυτός!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Μη φιλονικείς, Αγάφια Τύχωνοβνα, είν' εκείνος με τα ξανθά μαλλιά, άλλος από τον ρήγα σπαθί δεν είνε.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και μολαταύτα δεν είνε· ο ρήγας σπαθί εδώ, εννοεί ευγενή. Του εμπόρου δεν του τεριάζει ο ρήγας σπαθί.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Αι, Αγάφια Τύχωνοβνα, αν εζούσεν ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ο Τύχων Παντελεημόνοβιτζ δεν θα τάλεγες αυτά. Καμμιά φορά σαν εκτυπούσε με το γρόθο του το τραπέζι κ' έκοβε την φωνή: «να φτύσω» λέει «εκείνον που 'ντρέπεται να είνε πραματευτής, και δεν θα δώσω» λέει «την κόρη μου και σε συνταγματάρχη. Ας τους κάμουν γαμπρούς οι άλλοι! Και τον γυό μου, λέει, δεν θέλω να τον κάμω στρατιωτικό. Τι; λέει, μήπως ο πραματευτής δεν δουλεύει τον βασιλέα όπως κάθε ένας;» Και δος του, να κτυπά με το γρόθο του το τραπέζι. Κ' είχε κ' ένα γρόθο ο μακαρίτης σαν ένα κουβά μεγάλο — φόβος και τρόμος! Να πούμε όμως και τη μαύρη αλήθεια, εκείνος έστειλε και τη μητέρα σου σ' τον άλλο κόσμο· διαφορετικά θα εζούσε περισσότερο!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Νά η ώρα να πάρω κ' εγώ ένα τέτοιον άνδρα! Να ξεύρω και τι, δεν πέρνω έμπορον!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ όμως δεν είνε τέτοιος.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε θέλω! έχει γένεια ό,τι τρώγει θα πέφτει απάνω, όχι, όχι, δεν τόνε θέλω!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και πού θα εύρης ευγενή καλό; Μες στο δρόμο δε θα τον εύρης.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Η Φέκλα Ιβάνοβνα θα τον εύρη. Αυτή μου υπεσχέθη πως θ' αύρη τον καλλίτερο.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Μη την πιστεύεις μμάτια μου, αυτή είνε ψεύτρα.

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.

Αι άνω και Φέκλα Ιβάνοβνα.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, κρίμα είνε να με συκοφαντής άδικα.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Α! Η Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, για λέγε: αι, βρήκες;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Βρήκα, βρήκα· στάσου πρώτα να πάρω την αναπνοή μου — έκαμα τόσον κόπο! Κατά την παραγγελία που μου 'δωσες, δεν άφησα ούτε γραφείο, ούτε υπουργείο, ούτε φυλακείο . . . Ξεύρεις, παιδί μου, κόντεψα να φάγω και ξύλο, μα τον Θεό! Με ηύρε εκείνη η γρηά, που έκαμε τον γάμο του Αφέρωφ και τόσο με φορτώθηκε που και τι δεν μου 'ψαλλε: Πείσα-δείξα, μου λέγει, μόνο για να μου κόβης το ψωμί είσαι. Να πας στη γειτονιά σου λέει. Μα εγώ της είπα ορθά κοφτά πως εγώ για την κυρία μου, και μη προς βάρος σου, είμαι έτοιμη να θυσιασθώ. Για τούτο δα και σου επρομήθεψα τους πειο διαλεκτούς γαμπρούς. Δηλαδή στη γη στην οικουμένη ούτε βρεθήκανε ποτέ τέτοιοι ούτε θα γείνουν. Σήμερα θα έλθουν μερικοί. Επέρασα απ' εδώ επίτηδες να σε προειδοποιήσω.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Πώς, σήμερα; Φέκλα Ιβάνοβνα, ψυχή μου, εγώ φοβούμαι.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Μην τρομάζεις μάνα μου; πράματα του κόσμου! θα έρθουν, θα ιδούν, και τίποτε άλλο, θα τους ιδής και συ· αν δεν σου αρέσουν, — φεύγουν.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και θα ηύρες καλούς, βέβαια!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και πόσοι είνε, — πολλοί;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Έξ τους έχω πια!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).

Α!

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Γιατί παιδί μου ξαφνίστηκες έτσι; Καλλίτερα να διαλέξης· αν δεν σ' αρέση ο ένας θα σ' αρέση ο άλλος.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και τι είνε — ευγενείς;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Όλοι διαλεκτοί — ένας κ' ένας· τέτοιοι ευγενείς, δεν εμεταγίνηκαν.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Πώς είνε λοιπόν, πώς;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Καλοί, ώμορφοι, όλοι καθώς πρέπει. Ο πρώτος, ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτζ Ζεβάκην: είνε τόσο καλός, . . . υπηρετεί στο ναυτικό — σου τεροιάζει μια χαρά! λέγει πως θέλει τη νύφη να είνε σαρκωμένη, η ξηρακινές, λέει, δεν του αρέσουν. Ο Ιβάν Παύλοβιτς πάλι είνε πρωτοκολλητής και τόσο σοβαρός άνθρωπος που δεν ημπορείς να τον πλησιάσης. Παρουσιαστικός, παχύς, και σαν μου βάλη τη φωνή «Μη μου λέγεις άρες-μάρες, πως η νύφη είνε τέτοια και τέτοια· να μου πης καθαρά και ξάστερα, πόσα είνε τα κινητά και τα ακίνητά της;» — τόσα και τόσα αφέντη μου! «Ψέμματα λες, διαβόλου κόρη!» Κι' ακόμη, μάνα μου, μου ξεφούρνησε μια τέτοια λογάρα, που είνε ντροπή και να σου την ξεστομίσω· εγώ αμέσως εκατάλαβα πως αυτός πρέπει νάνε σπουδαίος άνθρωπος!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Άλλος ποιος είν' ακόμη;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Είνε ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς Ανούτσκην, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, να ιδής τα χείλη του, μάτια μου, βύσινο, καθ' εαυτό βύσινο — λαμπρός άνθρωπος! «εγώ», λέει, «θέλω τη νύφη να ήνε ωραία, να ήνε μορφωμένη και να ξεύρη να μιλή και γαλλικά». Ναι, λεπτής ανατροφής άνθρωπος, γερμανομαθημένος, κ' έχει κάτι ποδαράκια λεπτά — λεπτά!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Α! όχι, να σου ειπώ, αυτοί οι λεπτοκαμωμένοι κάπως δεν μου έρχονται δεν ηξεύρω, αλλά δεν τους βρίσκω τίποτε.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αν θέλης δυνατώτερο, τότε πάρε τον Ιβάν Παύλοβιτς. Καλλίτερο από αυτόν δεν θα βρης· εκείνος, δεν μπορείς να πης τίποτε, είνε καθ' εαυτό αφεντάνθρωπος: χωρεί δεν χωρεί απ' αυτήν εδώ την πόρτα! λαμπρός άνθρωπος.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και ποίας ηλικίας είνε;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Νέος είν' ακόμη: τα πενήντα τάχει δεν τάχει.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και πώς είνε το επίθετόν του;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Το παράνομά του; Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αυτό είνε το επίθετόν του;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Το επίθετό του!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Ω, Θεέ μου, τι επίθετον! άκουσε, Φέκλα μου, δε μου λες, σε παρακαλώ, αν τύχη και πάρω άνδρα αυτόν θα με λέγουν: Κυρίαν Σφογγάτου; Τι πράγμα είνε αυτό! . . .

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αι μάννα μου, ακούει κανείς εδώ τέτοια παρανόματα, που να τ' ακούσης — σου έρχεται να φτύσης και να σταυροκοπηθής! Αφού όμως δεν σου αρέσει το παράνομα, πάρε τότε τον Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην — περίφημος γαμβρός!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Και τι μαλλιά έχει αυτός;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Ωραία μαλλιά!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αμ' η μύτη του;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αι . . . . . . και η μύτη του καλή είνε· — όλα τάχει στη θέσι τους, και είνε και καλός άνθρωπος. Αλλά μη προς βάρος σου, στο σπίτι του άλλο πράγμα δεν έχει από την πίπα του· ούτε το παραμικρό έπιπλο.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Άλλος ποιος είνε;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Είνε ο Ακίνφ Στεπάνοβιτς Παντελέγεφ, υπάλληλος, επίτιμος σύμβουλος· ψευδίζει λιγάκι αλλά είνε πολύ σεμνός άνθρωπος.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Εβαρέθηκα πια ν' ακούω όλο υπαλλήλους και υπαλλήλους. Δεν μας είπες όμως και το ουσιωδέστερο. Τάχα αυτός ο υπάλληλος δεν αγαπά νά το τσούζη; αυτό να μας ειπής!

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Το τσούζει, δεν σου λέγω, το τσούζει, αλλά τι να κάμης που είνε βλέπεις, επίτιμος σύμβουλος! Είνε όμως μαλακός άνθρωπος και τον κάνεις όπως τον θες.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Α, όχι, εγώ δεν θέλω να είνε ο άνδρας μου μέθυσος.

ΦΕΚΛΑ

Όπως θέλεις, μάννα μου! Δεν θέλεις τον ένα — πάρε τον άλλον. Έπειτα τι πειράζει αν καμμιά φορά πιή κανένα παραπάνω; Όλη δα την εβδομάδα δεν θα ήνε μεθυσμένος, θα βρεθή και καμμιά μέρα να είνε νηστικός.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Άλλος ποιος είνε;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Είνε ακόμη ένας, αλλά αυτός . . . ας πάη στο καλό· αυτοί είνε οι καλλίτεροι.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Ποίος είνε αυτός;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Δεν ήθελα να σου τον αναφέρω· είνε να 'πώ την αλήθεια αυλικός σύμβουλος, κ' έχει και παράσημο, αλλά είνε πολύ βαρύς άνθρωπος· με δυσκολία τον εβγάζεις από το σπίτι.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Ακόμη ποίος είνε; είνε άλλος; συ μόνον πέντε μου ανέφερες, ενώ είπες ότι είνε έξ.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Μήπως είνε λίγοι αυτοί; είδες πώς εξεθάρρεψες; Και στην αρχή, μολαταύτα, είχες τρομάξει.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και τι είνε αυτοί οι ευγενείς σου; Όλοι τους και οι έξ δεν αξίζουν όσον αξίζει ένας πραματευτής.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Α, όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, ο ευγενής είνε ποιο σεβάσμιος.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Τι να τον κάμης το σεβασμό; Να ο Αλεξέι Δμήτριεβιτς μ' εκείνο το καλπάκι από γούνα, που σαν βγη με το έλκυθρο . . .

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Και ο ευγενής με τες σπαλέταις του θα περάση και θα του ειπή: «Αι, συ πραματευτάκο, παραμέρισε να περάσω!» ή «δείξε μου, πραματευτάκο το καλλίτερό σου βελούδο!» και ο πραματευτής: «ορίστε, αφέντη!» «Βγάλε το καπέλλο σου, χωριάτη!» Να τι θα του ειπή ο ευγενής.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και ο πραματευτής, σαν δεν θέλει πάλι, δεν του δίνει τσόχα, και ο ευγενής σου θα μείνη γυμνός και δεν θα έχη τι να φορέση.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Και ο ευγενής θα κόψη με το σπαθί του τον πραγματευτήν.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και ο πραματευτής θ' αναφερθή σ' την αστυνομία.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Κι' ο ευγενής θ' αναφερθή σ' τον Άρειο Πάγο.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και ο πραγματευτής στο Νομάρχη.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Κι' ο ευγενής . . .

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Έχεις λάθος, έχεις λάθος! Ο Νομάρχης, είνε ανώτερος από τον Αρειοπαγίτην. Εδαιμονίστηκες με τον ευγενή σου! Κι' ο ευγενής εις άλλη περίστασι βγάζει το καπέλλο του . . . (ακούεται ο κώδων της θύρας) Κάποιος κτυπά.

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αχ, θαρρώ πως είν' εκείνοι!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Ποιοι;

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Εκείνοι, καλέ . . . κανένας από τους γαμπρούς.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).

Α!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Άγιοι μάρτυρες, ελεήσατέ μας τους αμαρτωλούς! Η κάμαρα είνε ασυγύριστη (αρπάζει ό,τι υπάρχει επί της τραπέζης και τρέχει εντός του θαλάμου). Η πετσέτα, η πετσέτα απάνω στο τραπέζι καταλερωμένη. Δουνιάσκα, Δουνιάσκα! (εισέρχεται η Δουνιάσκα). Γλήγορα καθαρή πετσέτα (Σύρει το χειρόμακτρον και περιτρέχει το δωμάτιον).

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αχ, θεία μου, πώς να κάμω; είμαι σχεδόν γυμνή!

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αχ, μάννα μου, τρέξε να ενδυθής ογλήγορα (τρέχει ωσαύτως εντός του θαλάμου. Η Δουνιάσκα φέρει χειρόμακτρον· αντηχεί εκ νέου ο κώδων) πήγαινε, τρέξε, φώναξε «αμέσως» (η Δουνιάσκα κραυγάζει μακρόθεν «αμέσως»).

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Θεία, το φόρεμά μου δεν είνε σιδερωμένο.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Αχ, θεέ μου μεγαλοδύναμε, σώσε μας! Βάλε άλλο!

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ (προσπεύδουσα).

Τι βλέπετε; Αγάφια Τύχωνοβνα, κάνε ποιο γρήγορα, κυρά μου! (ακούεται ο κώδων) Βοή μου! Κ' εκείνος κάθεται και περιμένει!

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Δουνιάσκα, φέρε τον εδώ και παρακάλεσέ τον να περιμένη. (η Δουνιάσκα τρέχει εις τον προθάλαμον και ανοίγει την θύραν· ακούονται φωναί· «εδώ είνε; — εδώ, ορίστε μέσα». (άπασαι μετά περιεργείας προσπαθούσι να παρατηρήσωσι διά της οπής του κλείθρου).

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Πώ, πω! Τι χονδρός!

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Έρχεται· έρχεται! (άπασαι τρέχουσιν εν αταξία).

ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.

Ιβάν Παύλοβιτς, Σφογγάτος και Δουνιάσκα.

ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ

Περιμείνετε εδώ (φεύγει).

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Να περιμείνωμεν, έστω, ας περιμείνωμεν αρκεί να μην αργήσω μόνον. Απουσίασα, άλλως τε, διά μίαν στιγμήν από το Υπουργείον. Και αν έξαφνα ερωτήση ο προϊστάμενος: «Και πού υπήγεν ο πρωτοκολλητής;» Επήγε να ιδή την νύφη. . . . Να μην ψάλλει το αναβαλλόμενον της νύφης . . . . Και όμως, ας παρατηρήσω μια φορά ακόμη την σημείωσιν. (αναγινώσκει) λιθίνη διώροφος οικία (ανατείνει τους οφθαλμούς και περιεργάζεται τον θάλαμον). Μάλιστα! (εξακολουθεί αναγινώσκων).

«Δύο οικίσκοι — παραρτήματα: οικίσκος με πέτρινα θεμέλια, οικίσκος ξύλινος . . . Ο ξύλινος δεν είνε και τίποτε ξεχωριστόν· άμαξα, έλκυθρον με γλυφάς, διά δύο άλογα· με δύο καλλύματα — μικρό και μεγάλο· θα είνε τέτοια, που μόνο για τη φωτιά θ' αξίζουν. Η γρηά μόλα ταύτα βεβαιοί, ότι είνε πρώτης ποιότητος· καλά, ας είνε και πρώτης ποιότητος. «Δύο δωδεκάδες αργυρά χουλιάρια . . . .» Βέβαια τα ασημένια κουτάλια χρειάζονται στο σπίτι «δύο γούνες από αλουπόδερμα . .» Χμ! «τέσσαρα στρώματα μεγάλα με πούπουλο και δύο μικρά» (σφίγγει εμφαντικώς τα χείλη). «Έξ φορέματα μεταξωτά και έξ τσιτένια, δύο νυκτικά καπότα, δύο . .» Αυτά είνε τιποτένια πράγματα! «ασπρόρρουχα, πετσέταις . .» απ' αυτά ας έχει όσα θέλει! αυτά όμως πρέπει και να τα επαληθεύσωμεν. Τώρα που υπόσχονται πολλά, και σπίτι και αμάξια, όταν όμως πανδρευθής, δεν βρίσκεις άλλο από στρώμματα και μαξιλάρια (ακούεται ο κώδων. Η Δουνιάσκα τρέχει ακροποδητί διά του θαλάμου και ανοίγει την θύραν ακούονται φωναί: εδώ είνε; — εδώ;)

ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.

Ο άνω και Ανούτσκην.

ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ

Περιμείνετε εδώ, τώρα έρχονται (εξέρχεται. Ο Ανούτσκην χαιρετίζει τον Σφογγάτον και αντιχαιρετίζεται).

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Τα σεβάσματά μου!

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Έχω ίσως την τιμήν να ομιλώ μετά του πατρός της ωραίας οικοδεσποίνης;

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Καθόλου, κύριε! εγώ δεν είμαι πατέρας. Εγώ μάλιστα δεν απέκτησα ακόμη τέκνα

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Α! Συγγνώμην, συγγνώμην!

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν).

Η μούρη του ανθρώπου αυτού μου φαίνεται κάπως ύποπτος. Δεν είνε παράδοξον να ήλθε κι' αυτός διά την ιδίαν ως κι' εγώ υπόθεσιν! (Δυνατά) έχετε ίσως καμμίαν υπόθεσιν με την οικοδέσποιναν;

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Όχι . . καμμίαν υπόθεσιν· ήμην εις τον περίπατον κι' επέρασα απ' εδώ έτσι . . .

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν). Ψέμματα, ψέμματα λέγει! . . . στον

περίπατον! παντρειά θέλει ο μασκαράς! (ακούεται ο κώδων· η Δουνιάσκα τρέχει πάλιν ν' ανοίγη την θύραν. Εις τον προθάλαμον ακούονται αι λέξεις: εδώ είνε; — εδώ).

ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.

Οι άνω και Ζεβάκην συνοδευόμενος υπό της Δουνιάσκας.

ΖΕΒΑΚΗΝ (προς την Δουνιάσκαν).

Σε παρακαλώ, μικρά μου, καθάρισέ με· έξω έχει σκόνη που είνε φρίκη! Βγάλε, σε παρακαλώ, εκείνην εκεί την αράχνην. (Στρέφεται) Αξιόλογα! ευχαριστώ, ψυχίτσα μου. Κύτταξε ακόμη εκεί, περιπατεί, νομίζω μία αράχνη. Τα τακούνιά μου, κύτταξε, δεν έχουν τίποτε; ευχαριστώ, παιδί μου! Να εδώ, νομίζω, έχει ακόμη κάτι τι. (Καθαρίζει διά της χειρός την περιχειρίδα του φράκου του και προσβλέπει τον Ανούτσκην και Σφογγάτον). Τσόχα αγγλική, βλέπεις! την αγόρασα εις τα 95, όταν η ναυτική μοίρα μας ήτον εις Σικελίαν τότε ήμην ακόμη δόκιμος και την έρραψα στολήν· Εις τα 801 επί αυτοκράτορος Παύλου Πετρόβιτς, επροβιβάσθην εις υποπλοίαρχον· η τσόχα ήτον όλως διόλου καινούργια. Κατά το 814 έκαμα την περιήγησιν της γης, και μόνον αι ραφαί ετρίφθησαν ολίγον. Εις τα 815 επήρα την αποστρατείαν μου, αλλά την εγύρισα μέσα έξω· από τότε επέρασαν δέκα χρόνια, που την φορώ κι' είνε ακόμη σχεδόν καινούργια. Ευχαριστώ, κορίτσι μου . . . (την χαιρετά διά της χειρός και πλησιάζων προς τον καθρέπτην αναμοχλεύει ελαφρώς την κόμην του).

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Πώς είπατε; επιτρέψατε να μάθωμεν . . . Σικελία . . . είπατε, νομίζω περί Σικελίας; είνε ωραίος τόπος η Σικελία;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ω, ωραιότατος! εμείναμεν εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας. Θέα, να σας ορίσω θαυμασία! εκείνα τα βουνά, εκείναις η ροδιαίς με τα ρόδα (1) . Και παντού ιταλίδες σαν τα κρύα νερά 'που σου έρχεται να τας φιλήσης.

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Και είνε μορφωμέναι;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Εξαίρετα! τέτοιαν μόρφωσιν μόνον αι ιδικαί μας κόμησσαι την έχουν. Ετύχαινε στο δρόμο, αι, ρώσσος υποπλοίαρχος! φυσικά, εδώ επωμίδες (δεικνύει επί των ώμων) χρυσά κεντήματα, και βλέπεις πλέον ταις ωραίαις μαυρομάταις. — Σε κάθε σπίτι έχουν, βλέπετε, και εξώστην και τα πατώματα είνε νά, σαν αυτό εδώ — χαμηλά, — κυττάζεις να ιδής λοιπόν και εις κάθε εξώστη βλέπεις και ένα τριανταφυλλάκι . . λοιπόν, φυσικά, διά να μη θεωρηθής αγροίκος . . . (χαιρετά και κινεί την χείρα) κι' εκείναις κάμνουν όλο έτσι . . . (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) φυσικά, φορεί εδώ κανένα μεταξωτό μανδύλι, κανένα κορδόνι, διάφορα γυναικεία κοσμήματα . . με ένα λόγον, ορεκτικό κομματάκι.

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Και εις ποίαν, επιτρέψατε να σας κάμωμεν μίαν ερώτησιν, εις ποίαν διάλεκτον συνεννοούνται εις Σικελίαν;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ω, φυσικά — όλοι εις την γαλλικήν.

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Εν γένει όλαι αι δεσποινίδες ομιλούσι την γαλλικήν;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Όλαι γενικώς. Ίσως μάλιστα δεν θα πιστεύσετε, ό,τι θα σας ορίσω: εμείναμεν εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας, και καθ' όλον αυτό το διάστημα, δεν ήκουσα από το στόμα των ούτε μίαν λέξιν ρωσσικήν.

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Ούτε μίαν λέξιν;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ούτε μίαν! Δεν λέγω πλέον περί των ευγενών και λοιπών σινιόρων, δηλαδή περί των διαφόρων αξιωματικών των· λάβετε όμως ως παράδειγμα ένα από τους εντοπίους απλούς χωρικούς, ο οποίος σηκόνει εις την ράχην του κάθε είδους ακαθαρσίας, δοκιμάσατε και ειπέτε του: Δόσε μου, αδελφέ, ψωμί — δεν θα σε εννοήση, μα τον Θεόν, δεν θα σ' εννοήση, είπε του γαλλικά: «Dateci del pane» ή «portate vino» — αμέσως σ' εννοεί και τρέχει πράγματι να σου φέρη!

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Περίεργος τόπος μολαταύτα, ως βλέπω, θα είνε αυτή η Σικελία. Είπατε νομίζω περί χωρικών; πώς είνε εκεί οι χωρικοί; ομοιάζουν με τους ρώσσους χωρικούς, είνε εύρωστοι; καλλιεργούν ή όχι την γην;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Δεν ειμπορώ να σας ειπώ: δεν παρετήρησα αν καλλιεργούν την γην ή όχι· να σας ειπώ όμως όσον αφορά τον ταμβάκον, και σας ορίζω, πως εκεί, όχι μόνον όλοι τον τραβούν, αλλά και τον μασούν. Ή μεταφορά εντός της πόλεως επίσης είνε πολύ ευθυνής εκεί σχεδόν είνε παντού νερά και γόνδολαι . . . φυσικά, κάθεται μέσα και μία τέτοια ιταλίς, σαν το τριαντάφυλλο, και φορεί καμμιά τραχηλιά ή κανένα μανδυλάκι! . . Ήσαν μαζύ μας και άγγλοι αξιωματικοί, αλλά και αυτοί, ως και οι ιδικοί μας, — του ναυτικού . . . . Και κατ' αρχάς ήτον πολύ περίεργον, δεν ημπορούσαμε να συνεννοηθούμεν· ύστερα όμως, όταν εγνωρίσθημεν καλά, αρχίσαμεν να εννοούμεν ελεύθερα. Του έδειχνες, παραδείγματος χάριν, μποτίλια ή ποτήρι, κ' εννοούσε παρευθύς, ότι τούτο θα ειπή να πιούμεν· έφερες έτσι τον γρόνθον σου εις το στόμα κ' έκαμνες μόνον με τα χείλη σου: παφ, παφ κ' εννοούσε την πίπαν. Εν γένει να σας ορίσω, γλώσσα πολύ εύκολος, οι ναύται μας, εις ένα διάστημα όχι περισσότερον των τριών ημερών ήρχησαν πλέον να καταλαμβάνουν ο ένας τον άλλον.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Πολύ ενδιαφέρουσα θα είνε η ζωή, ως βλέπω εις τα ξένα μέρη. Μεγάλως θα ηυχαριστούμην αν είχον σχέσεις με άνθρωπον κσσμογυρισμένον. Επιτρέψατέ μοι να μάθω: με ποίον έχω την τιμήν να ομιλώ.

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ζεβάκην — απόστρατος υποπλοίαρχος. Επιτρέψατέ μοι ωσαύτως να ερωτήσω: προς ποίον έχω την τιμήν να συνομιλώ;

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Ανώτερος υπάλληλος, Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος!

ΖΕΡΒΑΚΗΝ (Μη ακούσας καλώς)

Σφογγάτο; Ναι, κ' εγώ έφαγα κάτι τι! τους δρόμους βλέπετε τους ξεύρω, έχω να κάμω ακόμη πολύ δρόμο, κάμνει και ολίγον ψύχος, λοιπόν επήρα ένα μεζεδάκι μίαν σαρδέλαν με ψωμάκι . . .

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Όχι, νομίζω δεν εννοήσατε καλά: το επίθετόν μου είνε Σφογγάτος!

ΖΕΒΑΚΗΝ (υποκλινόμενος)

Α, με συγχωρείται, βαρυακούω ολίγον! εγώ αληθινά ενόμισα ότι είπατε πως εφάγατε σφογγάτο.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Τι να κάμης! εγώ ήθελα να παρακαλέσω τον προϊστάμενον, να μου επιτρέψη να μετονομασθώ Σφογγύλης, αλλά δεν με άφισαν οι φίλοι· λέγουν ότι τότε θα μοιάζω με γογγύλην!

ΖΕΒΑΚΗΝ

Αυτό συμβαίνει· εις την Μοίραν μας, όλοι οι αξιωματικοί και ναύται, όλοι είχον παραδοξότατα επίθετα: ήκουες λόγου χάριν επίθετα: Νεροπλυματάς, Αφρισμένος, και Πυρωμένος υποπλοίαρχος. Ενός δε δοκίμου, και καλού δοκίμου, το επίθετον είναι απλώς, Τρύπα. Και ο πλοίαρχος καμμιά φορά: «Τρύπα, έλα εδώ!» και πολλαίς φοραίς εχοράτευε μαζύ του, «μα είσαι μία Τρύπα!» του έλεγε (ακούεται εις τον προθάλαμον ο κώδων. Η Φέκλα διά του Θαλάμου τρέχει ν' ανοίξη)

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Α! καλημέρα κυρά.

ΖΕΒΑΚΗΝ

Καλημέρα, τι κάμνεις είσαι καλά, ψυχή μου;

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Καλημέρα, κυρά Φέκλα Ιβάνοβνα!

ΦΕΚΛΑ (τρέχουσα ακροποδητεί)

Σας ευχαριστώ, αφεντάδες, καλά είμαι (ανοίγει την θύραν· εις τον προθάλαμον ακούονται φωναί: «Εδώ είναι; — εδώ» είτα λέξεις τινές μόλις ακουόμεναι; εις ας η Φέκλα αποκρίνεται μετ' αγανακτήσεως; Καλέ τον είδες εκεί!)

ΣΚΗΝΗ ΙΖ'.

Οι άνω, Κοτσκαριώφ, Ποτκαλιόσην και Φέκλα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλιόσην)

Ενθυμού τους λόγους μου, θάρρος, θάρρος, και τίποτε περισσότερον. (Παρατηρεί και χαιρετίζων με έκπληξίν τινά κατ' ιδίαν). Τι θέλει εδώ τόσος κόσμος! τι σημαίνει τούτο; μήπως είναι γαμβροί; (ωθεί την Φέκλαν και λέγει αυτή ταπεινοφώνως). Από ποιο κονάκι ήρθαν οι κοράκοι; πού τους βρήκες; αι;

ΦΕΚΛΑ (χαμηλοφώνως)

Δεν είναι κοράκοι είναι όλοι τίμιοι άνθρωποι.

ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ (Τη Φέκλα)

Είναι πολλοί οι ξένοι, μα είνε μαδημένοι.

ΦΕΚΛΑ

Να κυττάξης τα δικά σου και να μην παινεύεσαι που δεν έχεις τι να φας κι' όλο κοκορεύεσαι.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Έννοια σου κ' οι δικοί σου οι πλούσιοι έχουν τσέπαις τρυπυμέναις. (δυνατά) Τι κάμνει λοιπόν τώρα μέσα; Η πόρτα αυτή, βέβαια δα πηγαίνη στην κάμμαρή της; (Πλησιάζει προς την θύραν).

ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ

Αδιάντροπε! σου λένε ντύνεται ακόμη!

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Μωρέ δουλειά! Και τι πειράζει εγώ μονάχα δα κυττάξω, και τίποτε άλλο. (Παρατηρεί διά της οπής του κλείθρου).

ΖΕΒΑΚΗΝ

Επιτρέψατε, παρακαλώ, να παρατηρήσω κ' εγώ

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Επιτρέψατε και εις εμέ να παρατηρήσω μόνο μια φορά.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί παρατηρών).

Μα τίποτε δεν φαίνεται, κύριοι! Κάτι ασπρίζει — μα γυναίκα είνε, δεν διακρίνεται (πάντες μολαταύτα συνωστίζονται προς την θύραν και προσπαθούν να παρατηρήσωσι).

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Αι, αι, . . κάποιος έρχεται (πάντες αποσκιρτώσι).

ΣΚΗΝΗ ΙΗ'.

Οι άνω Αρήνα Παντελεημόνοβιτς και Αγάφια Τύχωνοβνα

(πάντες υποκλίνονται).

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και ποία αφορμή σας έκαμε να μας τιμήσητε με την παρουσίαν σας.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Εγώ, κυρία, έμαθον από τας εφημερίδας, ότι επιθυμείτε ν' αναλάβητε την εργολαβίαν της προμηθείας καυσοξύλων, και επειδή είμαι υπάλληλος εις το υπουργείον, ήλθα να μάθω το είδος των ξύλων, το ποσόν και την εποχήν που ειμπορείτε να τα παραδώσητε.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Αν και δεν κάμνομεν ποτέ εργολαβίαις χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Το επίθετό σας παρακαλώ;

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Κολλεγιακός πάρεδρος (2), Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Ζεβάκην και παρατηρεί αυτόν) επιτρέψατε παρακαλώ . . .

ΖΕΒΑΚΗΝ

Κ' εγώ επίσης ξεύρετε βλέπω μίαν ειδοποίησιν διά κάτι; Ας υπάγω, είπα· ο καιρός μου εφάνη ωραίος εις τους δρόμους χορταράκι . . .

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και το επίθετόν σας;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Απόστρατος υποπλοίαρχος Βαλταζάρ-Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην, δεύτερος. Είχομεν κ' ένα άλλον Ζεβάκην, αλλ' εκείνος ετέθη πριν από εμέ εις αποστρατείαν. Είχε πληγωθεί, κυρά μου, κάτω από το γόνατον και με ένα τέτοιον παράδοξον τρόπον· η σφαίρα του ετρύπησε το πόδι πέρα πέρα, έτσι που το γόνατον μεν δεν το έβλαψε, αλλά του ετρύπησε το νεύρο σαν βελόνα και συμβαίνει τώρα όταν στέκεσαι κοντά του να νομίζης πως θέλει να σε κτυπήση από πίσω με το γόνατο.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Σας παρακαλώ πολύ καθίσατε, (αποτείνεται προς τον Ανούτσην). Επιτρέψατε, παρακαλώ, να μάθωμεν την αφορμήν της επισκέψεώς σας;

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Από γειτωνικόν χρέος κυρία . . . . . Κατοικώ τόσον πλησίον . . . .

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Δεν κατοικείτε, νομίζω, εις το σπίτι εκείνης της γυναικός του εμπόρου Τουλούμπωφ εδώ αντικρύ;

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Όχι, προς το παρόν κατοικώ ακόμη εις την συνοικίαν Πεσκή, σκοπεύω όμως και αυτάς να περάσω εδώ κοντά εις αυτήν την γειτονιά.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Κοτσκαριώφ). Επιτρέψατε να μάθω.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζετε; (Προς την Αγάφιαν). Και σεις επίσης κυρία;

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αν δεν απατώμαι, μου φαίνεται, ότι ποτέ δεν σας είδα.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Και όμως προσπαθήσατε να ενθυμηθήτε κάπου με έχετε ιδεί.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αληθινά, δεν ηξεύρω. Μήπως εκ της Βεριούσκην;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ακριβώς εκεί.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Αχ, δεν ηξεύρετε τι έπαθεν η καϋμένη . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Το γνωρίζω, — υπανδρεύθη.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Όχι, τούτο δα δεν είνε και άσχημον πράγμα, αλλά έπεσε κ' έσπασε το πόδι της.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και το έσπασε πολύ άσχημα: επέστρεφε πολύ αργά εις το σπίτι ο αμαξάς ήτον μεθυσμένος, και την αναποδογύρισε από το αμάξι.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Μάλιστα, νομίζω ότι ενθυμούμαι ένα τέτοιο πράγμα, ή πως έσπασε το πόδι της.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και το επίθετόν σας; . . . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Πώς;. . . . Ηλίας Φωμίτζ Κοτσκαριώφ, έχομεν μάλιστα και κάποια συγγένειαν, η σύζυγός μου δεν παύει να μου λέγη ότι . . . . παρακαλώ, παρακαλώ, (λαμβάνει της χειρός τον Ποτκαλιόσην και τον παρουσιάζει) ο φίλος μου Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, αυλικός σύμβουλος, διεκπεραιωτής, μόνος του εκτελεί όλην την υπηρεσίαν, και ετελειοποίησεν αξιόλογα το τμήμα του.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Και το επίθετόν του . . . . ,

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, Ποτκαλιόσην, ο τμηματάρχης είνε μόνον διά τ' όνομα, αλλά όλας τας υπηρεσίας τας εκτελεί αυτός ο Ιβάν Κουσμίτζ Ποτκαλιόσην.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Μάλιστα, λοιπόν καθίσατε, παρακαλώ.

ΣΚΗΝΗ ΙΘ'.

Οι άνω και Σταρηκώφ.

ΣΤΑΡΗΚΩΦ

(υποκλίνων μετά ταχύτητος και ζωηρότητος).

Καλημέρα κυρά Αρήνα Παντελεημόνοβνα! άκουσα από τα παιδιά στα πραματευτάδικα πως πουλείτε μαλλιά!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

(αποστρέφει το πρόσωπον μετά περιφρονήσεως και λέγει χαμηλοφώνως μεν αλλ' ούτως ώστε ν' ακουσθή παρ' αυτού).

Εδώ δεν είνε πραματευτάδικο.

ΣΤΑΡΗΚΩΦ

Νάτην! θαρρώ πως δεν ήρθαμε στην ώρα και χωρίς εμάς ταχουν πια ψημένα.

ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ

Παρακαλώ, παρακαλώ, Αλεξέι Δμήτριεβιτς· αν και δεν πωλούμεν μαλλιά, χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Καθίσατε σας παρακαλώ

(Κάθηνται πάντες. Σιωπή).

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Τι αλλόκοτος καιρός σήμερα: Το πρωί ενόμιζε κανείς πως θα βρέξη και τώρα σαν να εκαθάρισε ο ουρανός.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Μάλιστα, αλλόκοτος καιρός: πότε καθαρός ουρανός και πότε όλως διόλου βροχερός. Πολύ δυσάρεστον πράγμα.

ΖΕΒΑΚΗΝ

Εις την Σικελίαν, κυρία, είμεθα με την Μοίραν εν καιρώ ανοίξεως, σαν να ειπούμεν τον Φεβρουάριον καθ' ημάς. Βγαίνεις λοιπόν, καμμιά φορά από το σπίτι με λιακάδα, έπειτα βλέπεις πως αρχίζει να βρέχη και είνε πραγματικώς βροχή.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Το μάλλον δυσάρεστον — να είνε κανείς μόνος με αυτόν τον καιρόν. Διά τους παντρεμένους όμως αλλάζει τα πράγμα· αυτοί δεν στενοχωρούνται . . . όταν όμως είνε κανείς μόνος είνε φοβερόν! . . .

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ω, είνε φοβερόν, φοβερόν!

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Μάλιστα ειμπορεί κάνεις να . . .

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Τι λέγεις, αδελφέ! Φρίκη! Βαρύνεται κάνεις την ζωήν του. Ο Θεός να με φυλάξη από τέτοιο κακό.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Δεν μου λέγετε, δεσποσύνη, άν ποτε εσκέπτεσθε να εκλέξετε συζύγον, — επιτρέψατε να μάθωμεν το γούστο σας. Συγγνώμην, διότι σας ερωτώ χωρίς περιστροφάς: ποία υπηρεσία θα ενομίζατε ότι θα ήτον ευπρεπεστέρα διά τον σύζυγόν σας;

ΖΕΒΑΚΗΝ

Θέλετε, δεσποσύνη να λάβετε σύζυγον άνδρα δοκιμασμένον εις τας τρικυμίας του πελάγους;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Όχι, όχι ο καλλίτερος κατά την γνώμην μου σύζυγος είνε . . . ιδού ανήρ ο όποιος μόνος διευθύνει ολόκληρον τμήμα του υπουργείου.

ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ

Διατί προλαμβάνεται; διατί θέλετε να δείξετε περιφρόνησιν προς άνδρα, ο οποίος γνωρίζει επίσης τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας;

ΣΦΟΓΓΤΑΟΣ

Δεσποσύνη, αποφασίσατε σεις.

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (Σιωπά)

ΦΕΚΛΑ

Αποκρίσου, μάννα μου, ειπέ τους κάτι τι.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Λοιπόν, δεσποσύνη;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Ποίας γνώμης είσθε, Αγάφια Τύχωνοβνα;

ΦΕΚΛΑ (ταπεινοφώνως προς αυτήν)

Μίλησε λοιπόν, μίλησε, 'πέ τους «ευχαριστώ» τάχα, «με μεγάλη ευχαρίστησι» . . δεν είνε καλό να κάθεσαι έτσι δα!

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ

Εντρέπομαι αληθινά, εντρέπομαι· θα φύγω αλήθεια θα φύγω, θεία, μείνατε σεις, εγώ θα φύγω.

ΦΕΚΛΑ

Αχ μη κάμης αυτή την 'ντροπή μη φύγης, θα ντροπιασθής όλως διόλου. Ποιος ηξεύρει τι θα υποθέσουν;

ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινοφώνως)

Όχι, αληθινά, θα φύγω, θα φύγω. θα φύγω! (φεύγει, η Φέκλα και η Αρήνα Παντελεημόνοβνα την ακολουθούν).

ΣΚΗΝΗ Κ'.

Οι άνω εκτός των απελθόντων.

ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ

Νά τα! έφυγαν όλαις! . . . Τι θα ειπή αυτό;

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Κάτι θα συνέβη, χωρίς άλλο.

ΖΕΒΑΚΗΝ

Ίσως επήγε να συμπληρώση τον καλλωπισμόν της . . . Να επιδιορθώση την τραχηλιάν της . . . ή κάτι να καρφώση . . . (εισέρχεται η Φέκλα. Πάντες τρέχουν εις προϋπάντησίν της, ερωτώντες): «τι, τι συνέβη;»

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Συνέβη τίποτε;

ΦΕΚΛΑ

Καλέ τι θα συμβή; Μα τον Θεό, τίποτε δεν συνέβη.

ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ

Τότε λοιπόν γιατί έφυγε;

ΦΕΚΛΑ

Να, γιατί την εντροπιάσατε· για τούτο έφυγε· τόσο πολύ την εντροπιάσατε, που δεν μπορούσε πια να καθήση στη θέσι της. Παρακαλεί να τήνε συχωρέσετε, και το βράδυ, τάχατες, να κοπιάσετε στο τσάι (φεύγει).

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings