Front matter
Alexandros Pangalos translation
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ,
σύγγραμα του Ακαδημαϊκού
ΜΑΡΜΟΝΤΕΛΛΟΥ,
μεταφρασθέν εκ του Γαλλικού
ΥΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ.
Ου θαυμαστόν μοι δοκεί, είποτε θεάσθαι βούλεται (θεός) των ανδρών τους αρίστως συμφορά τινι προςπαλαίοντας Σενέκ. περί Προν.
Εν Οδυσσώ,
Εκ της τυπογραφίας του Ελληνεμπορικού Σχολείου, διευθυνομένης υπό Αλεξάνδρου Βράουν.
1 8 4 5.

ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩ, Αρχιδιδασκάλω της εν Οδησσώ Ελληνεμπορικής Σχολής, Συνεταίρω της Αρχαιολογικής και Ιστορικής Εταιρείας της αυτής πόλεως και Ιππότη του τάγματος του Αγ. Στανισλάου, την μετάφρασιν ταύτην,
ως απαρχήν των αγώνων αυτού, ανατίθησιν ο μεταφραστής.
ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ!
Η ανά χείρας μετάφρασις, η προ οκτώ ήδη ετών τελειωθείσα, δεν ήτο προσδιωρισμένη διά να ίδη το φως· διότι μεταφράζων αυτήν σκοπόν άλλον δεν είχα, παρά την ιδίαν ωφέλειάν μου, μη νομίζων εμαυτόν ικανόν να ωφελήσω και άλλους. Αλλά μετά τινα έτη αναγνώσαντες αυτήν των φίλων μου τινές, μ' ενεθάρρυναν να την εκδώσω. Διστάσας δε πολύν καιρόν και παλαίσας προς την μετριοφροσύνην, απεφάσισα τέλος την έκδοσίν της, εκτιθέμενος εις τα βέλη της μωμοσκόπου κριτικής. Είμαι δε εύελπις, ότι οι σοφώτεροι και οι υγιέστεροι τον νουν θέλουσι με κρίνει με επιείκειαν, και τότε
«Τι ημίν ούτω της των πολλών δόξης μέλει; οι γαρ επιεκέστατοι, ών μάλλον άξιον φροντίζειν, ηγήσονται αυτά ούτω πεπρά- χθαι ώσπερ αν πραχθή.»
Αφιερόνων δε αυτήν προς Σε, νομίζω, ότι εκπληρώ χρέος ιερόν. Υγίαινε.
Ο μαθητής Σου
Α. Πάγκαλος.
Έγραψα εν Οδησσώ κατά Μάρτιον μήνα του 1844.
ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ.
Κεφάλαιον Α'.
Εις το γήρας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία, εξασθενήσασα από αγώνας πολυχρονίους, προσήγγιζεν εις την παρακμήν της. Όλα τα της διοικήσεως ημελήθησαν· οι νόμοι ήσαν εις λήθην· τα δημόσια εισοδήματα εις διαρπαγήν· η στρατιωτική πειθαρχία εις χαυνότητα. Ο δε αυτοκράτωρ, βαρυνθείς τον πόλεμον, ηγόραζε πανταχόθεν την ειρήνην διά του χρυσίου, και άφινεν αργά τα ολίγα στρατεύματα, τα μείναντα εις αυτόν, ως ανωφελή και εις βάρος της πολιτείας. Οι στρατηγοί των εγκαταλελειμμένων τούτων στρατευμάτων ετρύφων εις τας ηδονάς· το δε κυνήγιον, απεικονίζον εις αυτούς τον πόλεμον, εμετρίαζε την εκ της αργίας πλήξιν των.
Εσπέραν τινά, ενώ τινές εξ αυτών συνεδείπνουν, μετά την γύμνασιν ταύτην, εις αγροκήπιον της Θράκης, έρχονται και τους λέγουν, ότι γέρων τις τυφλός, οδηγούμενος από παιδίον, εζήτει να τον υποδεχθούν. Η νεότης είναι συμπαθητική· είπαν να εμβή ο γέρων. Ήτο φθινόπωρον! και το κρύος, το ήδη επαισθητόν, τον είχε διαπεράσει· τον εκάθισαν λοιπόν πλησίον της εστίας.
Το δείπνον εξακολουθεί· τα πνεύματα εξάπτονται· αρχίζουσι να ομιλώσι περί των δυστυχιών της πολιτείας. Τούτο ήνοιξε μέγα διά την επίκρισιν στάδιον· η δε κενοδοξία, δυσαρεστημένη, έλαβε πάσαν ελευθερίαν. Έκαστος εμεγάλυνε τα όσα έπραξε, και τα όσα ήθελε πράξει εισέτι, εάν αι εκδουλεύσεις και τα προτερήματά του δεν ελησμονούντο. Όλαι της αυτοκρατορίας αι δυστυχίαι προήρχοντο, εάν ήθελέ τις τους πιστεύσει, εκ του, ότι δεν ήξευραν να μεταχειρισθώσιν ανθρώπους, οποίοι ήσαν αυτοί. Εκυβέρνων τον κόσμον πίνοντες, και καθέν νέον ποτήριον οίνου κατέσταινε τας κρίσεις των πλέον αλανθάστους.
Ο γέρων, καθήμενος εις την γωνίαν της εστίας, τους ήκουε και εμειδία συμπαθητικώς. Εξ αυτών τις το επαρατήρησε και τον είπε:
Καλέ άνθρωπε, το πρόσωπόν σου δείχνει, ότι ευρίσκεις γελοία, τα οποία ημείς αυτόν λέγομεν; Γελοία, όχι, ολίγον όμως κούφα, είπεν ο γέρων, ως αρμόζει εις την ηλικίαν σας. Η απόκρισις αύτη τους ετάραξε. Σεις νομίζετε, ότι έχετε δίκαιον να αγανακτήτε, εξακολούθησε, και εγώ νομίζω, ως σεις, ότι αμαρτάνει τις εάν σας αμελή· αλλά τούτο είναι εκ των μικροτάτων κακών. Αγανακτείτε, ότι η αυτοκρατορία δεν έχει πλέον την δύναμιν και την λαμπρότητά της, ότι ο ηγεμών, ηφανισμένος υπό των φροντίδων, των αγρυπνιών, και του γήρατος, είναι ηναγκασμένος, διά να βλέπη και να ενεργή, να μεταχειρίζεται οφθαλμούς και χείρας μη αξιόπιστα. Εις την γενικήν όμως ταύτην συμφοράν, απορώ, πώς συλλογίζεσθε περί του εαυτού σας! Εις τον καιρόν σας λοιπόν, υπέλαβε των συνδείπνων τις, δεν ήτο η συνήθεια του συλλογίζεσθαι περί εαυτού; Η συνήθεια λοιπόν αύτη εισήχθη τώρα, και τούτο όλοι κάμνουν. Τόσον χειρότερον, είπεν ο γέρων, και αν ούτως έχη, αν σας αμελήση τις, δεν σας αδικεί. Προς ατιμασμόν λοιπόν των ανθρώπων, τον είπεν ο αυτός, ζητείται η φιλοξενία; Δεν σας ατιμάζω ποσώς, είπεν ο γέρων, σας ομιλώ ως φίλος, και σας ανταμείβω διά την υποδοχήν, λέγων την αλήθειαν.
Ο νέος Τιβέριος, όστις έπειτα έγεινεν ενάρετος βασιλεύς, ήτο είς εξ αυτών των κυνηγών. Ούτος εξεπλάγη από το σεβαστόν σχήμα του πολιού την κόμην τυφλού τούτου γέροντος. Μας ομιλείς σαφώς, τον είπεν, ολίγον αυστηρώς· και η αφοσίωσις, την οποίαν απαιτείς, είναι αρετή και όχι χρέος. Είναι χρέος του επαγγέλματός σας, επανέλαβεν ο γέρων με φωνήν βεβαιωτικήν, ή μάλλον, βάσις των καθηκόντων σας και πάσης πολεμικής αρετής. Ο αφοσιούμενος εις την πατρίδα του πρέπει να την υποθέτη, ότι δεν θέλει έχει να τον δώση μισθόν· διότι το υπέρ αυτής εις κίνδυνον ριπτόμενον είναι ατίμητον. Πρέπει μάλιστα να ελπίζη, ότι θέλει την ευρείν αχάριστον· διότι αν η θυσία, η προσφερομένη εις αυτήν, δεν είναι γενναία, είναι ανόητος. Η φιλοδοξία μόνον, ο προς την αρετήν ζήλος είναι άξιον να σας οδηγώσι. Και τότε τι σας μέλει, πώς θέλουν δεχθήν τας εκδουλεύσεις σας; Η ανταμοιβή αυτών δεν εξαρτάται από τας φαντασίας των υπουργών και την κρίσιν του βασιλέως. Ο στρατιώτης ας ελκύεται από της λείας το δέλεαρ, ας εκθέτη εις κίνδυνον την ζωήν του, διά να αποκτήση τα προς το ζην, το δέχομαι. Σεις όμως, οίτινες, γεννημένοι εις την αφθονίαν, δεν έχετε άλλην φροντίδα παρά να ζήτε ηδονικώς, αφίνοντα τας τρυφάς χαύνου αργίας, διά να υπάγετε να υποφέρετε τόσους κόπους, να εμβαίνετε εις τόσους κινδύνους, ολίγον εκτιμάτε την ευγενή ταύτην αφοσίωσιν, ώστε να απαιτήτε μισθόν δι' αυτήν; Δεν νομίζετε, ότι με τούτο την εξευτελίζετε; Όστις προσμένει μισθόν είναι δούλος· το μέγεθος της τιμής δεν κάμνει καμμίαν διαφοράν· και η ψυχή η εκτιμωμένη έν τάλαντον είναι επίσης ωνία, ως και η διδόμενη δι' ένα οβολόν. Ο, τι είπα περί του συμφέροντος, το λέγω και περί της φιλοτιμίας· διότι αι τιμαί, τα αξιώματα, η υπόληψις, η εύνοια του ηγεμόνος, όλα ταύτα είναι μισθός, και όςτις τα ζητεί τον λαμβάνει. Πρέπει ή να δοθή τις ή να πωληθή, δεν είναι ποσώς μέσος όρος. Το μεν είναι πράξις ελευθέρου ανδρός, το δε δούλου. Από σας εξαρτάται, να εκλέξετε το οποίον σας συμφέρει. Λοιπόν, καλέ άνθρωπε, χορηγείς εις τους βασιλείς μεγάλην δικαιολογίαν, τον είπαν. Εάν ωμίλουν εις τους βασιλείς, επανέλαβεν ο τυφλός, ήθελα τους ειπείν, ότι, αν το ιδικόν σας χρέος ήναι το να ήσθε γενναίοι, το ιδικόν των είναι, να ήναι δίκαιοι.
Ομολογείς λοιπόν, ότι είναι δίκαιον ν' ανταμείβωνται αι εκδουλεύσεις; Ναι, αλλ' εις τον λαμβάνοντα αυτάς ανήκει να στοχασθή περί τούτου· τόσον χειρότερον εις εκείνον, αν τας λησμονήση. Έπειτα, ποίος από ημάς είναι βέβαιος, ότι σταθμίζων τας ιδικάς του θέλει κρατεί ίσην την στάθμην; Π. χ. εις το επιτήδευμά σας, διά να νομίζη έκαστος εαυτόν θεμένον εις την ανήκουσαν τάξιν, και να ήναι ευχαριστημένος, πρέπει καθείς να προστάζη και κανείς να μη υπακούη· τούτο δε είναι των αδυνάτων. Πιστεύσατέ με, η Κυβέρνησις ενδέχεται ενίοτε να μη έχη φρόνησιν και δικαιοσύνην· όμως είναι δικαιοτέρα και εμπειροτέρα εις τας εκλογάς της, παρά αν επίστευε την οποίαν γνώμην έκαστος από σας έχει περί εαυτού. Και τις είσαι, ώστε να μας ομιλής τοιουτοτρόπως; τον είπε με εντονωτέραν φωνήν ο κύριος του αγροκηπίου, νέος τις. Είμαι ο Βελισάριος, απεκρίθη ο γέρων.
Φαντάσου εις την εκφώνησιν του ονόματος Βελισάριος, εις την εκφώνησιν του ονόματος του ήρωος εκείνου, του τοσάκις θριαμβεύσαντος εις τα τρία μέρη του κόσμου, οποίος ήτον ο θαυμασμός, οποία η ταραχή των νέων τούτων. Η ακινησία, η σιωπή εφανέρωσεν ευθύς το σέβας, από το οποίον εκυριεύθησαν, και λησμονούντες, ότι ο Βελισάριος ήτο τυφλός, ουδείς εξ αυτών ετόλμα να υψώση προς αυτόν τα όμματα.
Ω μέγιστε άνερ! τον είπε τελευταίον ο Τιβέριος, πόσον η τύχη είναι άδικος και σκληρά! Τι! σέ, εις τον οποίον η αυτοκρατορία εχρεώστει εις διάστημα τριάκοντα ετών την δόξαν της, την ευημερίαν της, σέ τολμώσι να κατηγορήσωσιν ως αποστάτην και προδότην, σε έσυραν εις τα δεσμά, σε εστέρησαν του φωτός! αλλά συ είσαι, όστις μας έδωκες μαθήματα καθιερώσεως και ζήλου! Και ποίος θέλετε να σας δώση; είπεν ο Βελισάριος. Οι δουλικώς θηρεύοντες την εύνοιαν; Α! οποία αισχύνη! πόσον μεγάλη αχαριστία! εξακολούθησεν ο Τιβέριος. Οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν το πιστεύσει ποτέ. Τωόντι, είπεν ο Βελισάριος, τούτο μ' εφάνη ολίγον παράξενον· δεν ενόμιζα να κακοποιηθώ τόσον· αλλ' εστοχαζόμην ν' αποθάνω ευεργετών την πολιτείαν αποθαμένος δε, ή τυφλός, είν' έν και το αυτό. Όταν αφιερώθην εις την πατρίδα μου δεν εξαίρεσα τους οφθαλμούς μου· ό,τι με είναι προσφιλέστερον παρά το φως και την ζωήν, η φήμη μου και προ πάντων η αρετή μου δεν είναι εις την εξουσίαν των καταδρομέων μου. Όσα έκαμα, ενδεχόμενον να εξαλειφθώσιν από την μνήμην της αυλής, ποτέ όμως και από την των ανθρώπων, και αν τούτο συμβή, εγώ τα ενθυμούμαι, και τούτο αρκεί.
Οι σύνδειπνοι, καταπεπληγμένοι, επαρακάλεσαν ευθύς τον ήρωα να καθίση εις την τράπεζαν. Όχι, τους είπεν, εις την ηλικίαν μου, ο καλός τόπος είναι η εστία. Ηθέλησαν να τον κάμουν να δεχθή την καλητέραν κλίνην του αγροκηπίου· αυτός όμως ηθέλησε μόνον άχυρον. Εκοιμήθην πολλάκις χειρότερον, είπε. Λάβετε μόνον φροντίδα περί του παιδίου τούτου, το οποίον με οδηγεί, και το οποίον είναι τρυφερώτερον εμού.
Την επαύριον ο Βελισάριος ανεχώρησεν ευθύς, και η ημέρα εφώτισε τον οδηγόν του, και προ της εγέρσεως των ξένων του, οίτινες αποκαμόντες από την θήραν έτι εκοιμώντο. Μαθόντες δε ούτοι, ότι αναχωρεί, ηθέλησαν να τον συνοδεύσουν, και τον επρόσφεραν άρμα ευρύχωρον με όλα τα αναγκαία. Εις μάτην, είπεν ο νέος Τιβέριος, δεν μας κρίνει αξίους τόσον, ώστε να δεχθή τα δώρα μας.
Εις τούτου του νέου την ψυχήν η άκρα αρετή εις την άκραν δυστυχίαν έκαμε την μεγαλητέραν εντύπωσιν. Όχι, είπεν εις φίλον του τινά, όντα εις την εύνοιαν του βασιλέως, όχι ποτέ η εικών, ποτέ οι λόγοι τούτου του γέροντος δεν θέλουν εξαλειφθήν από την ψυχήν μου. Ενώ μ' εταπείνονε, μ' έκαμε να αισθανθώ, πόσα πρέπει να κάμω, αν θέλω να γενώ ποτέ άνθρωπος.
Η διήγησις αύτη ήλθεν εις τα ώτα του Ιουστινιανού, όστις ηθέλησε να ομιλήση τον Τιβέριον.
Ο Τιβέριος, αφού πιστώς παρέδωκεν, όσα συνέβησαν, είναι αδύνατον, επρόσθεσε, τόσον μεγάλη ψυχή να εμιάνθη εις την οποίαν τον κατηγορούν συνωμοσίαν, και ήθελα δώσειν την ζωήν μου εις εγγύησιν, αν η ζωή μου ήναι αξία να γενή της αρετής του εγγυητής. Θέλω να τον ίδω και να τον ακούσω, είπεν ο Ιουστινιανός, χωρίς να γνωρισθώ· και εις την οποίαν κατάστασιν κατήντησεν, τούτο είναι πολλά εύκολον. Αφ' ότου εκβήκεν από την φυλακήν, δεν πρέπει να ήναι πολύ μακράν· ακολούθησε τα ίχνη του, και πάσχισε να τον ελκύσης εις το αγροκήπιόν σου· εγώ δε θέλω υπάγει εκεί κρυφίως. Ο Τιβέριος εδέχθη την προσταγήν μετά χαράς, και ευθύς την ακόλουθον ημέραν εκίνησε προς τον δρόμον, τον οποίον ο Βελισάριος είχεν ακολουθήσει.
Κεφάλαιον Β'.
Εντοσούτω ο Βελισάριος ωδοιπόρει, ζητών έλεος, προς παλαιάν τινά και κρημνισμένην οικοδομήν, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν. Απηγόρευσεν εις τον οδηγόν του να τον ονομάζη καθ' οδόν. Αλλά το ευγενές πρόσωπον και το σεμνόν σώμα του ήσαν ικανά ώστε να κινήσωσι την περιέργειαν. Φθάσαντες το εσπέρας είς τινα κώμην, εστάθησαν εις την θύραν οίκου, ο οποίος, αν και απλούς, είχε καλήν πρόσοψιν.
Ο οικοδεσπότης έμβαινεν έχων σκαπάνην εις την χείρα. Το σχήμα, οι χαρακτήρες του γέροντος τούτου είλκυσαν την προσοχήν του. Τον ηρώτησε, ποίος ήτον; Είμαι γέρων στρατιώτης, απεκρίθη ο Βελισάριος. Στρατιώτης! είπεν ο χωρικός, και ιδού η ανταμοιβή σου! Η μεγίστη του βασιλέως δυστυχία, είπεν ο Βελισάριος, είναι το να μη δύναται ν' ανταμείβη όλον το υπέρ αυτού χυνόμενον αίμα. Κινηθείς από την απόκρισιν ταύτην ο χωρικός, υπεδέχθη εις τον οίκον του τον γέροντα.
Σε παρουσιάζω, είπεν εις την γυναίκα του, άνδρα γενναίον, όστις υποφέρει με καρτερίαν την σκληροτάτην της αρετής δοκιμασίαν. Σύντροφέ μου, είπε, μη αισχύνου διά την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, έμπροσθεν οικογενείας, γνωριζούσης την δυστυχίαν. Αναπαύσου· μετ' ολίγον θέλομεν δειπνήσειν. Εντοσούτω ειπέ με, σε παρακαλώ, εις ποίους πολέμους εστράτευσες. Επολέμησα εις την Ιταλίαν κατά των Γότθων, είπεν ο Βελισάριος, εις την Ασίαν κατά των Περσών, εις την Αφρικήν κατά των Βανδάλων και των Μαυρουσίων.
Τας τελευταίας ταύτας λέξεις ακούσας ο χωρικός, δεν ηδυνήθη να κρατήση βαθύν στεναγμόν. Λοιπόν, είπεν, συ έκαμες όλας του Βελισαρίου τας εκστρατείας! — Ποτέ δεν εχωρίσθημεν. — Ο άριστος ανήρ! οποία σταθερά ψυχή! οποία δικαιοσύνη! οποία μεγαλοψυχία! Ζη; διότι εις την ερημίαν μου είναι υπέρ τα εικοσιπέντε έτη, αφού δεν ακούω να ομιλώσι περί ουδενός! — Ζη — Α! είθε να τον ευλογήση ο Θεός και να τον δώση μακροβιότητα! — Εάν σε ήκουεν, ήθελε πολύ κατανυχθήν από τας οποίας ευχάς υπέρ αυτού εύχεσαι. — Και πώς λέγουν, ότι είναι εις την αυλήν; παντοδύναμος; λατρευόμενος αναμφιβόλως; — Φευ! ηξεύρεις, ότι ο φθόνος προσκολλάται εις την ευτυχίαν. — Α! είθε ο βασιλεύς να προφυλαχθή από το να ακούση τους εχθρούς του μεγάλου τούτου ανδρός. Ούτος είναι ο δαίμων ο προστατεύων και εκδικών την αυτοκρατορίαν του. — Είναι πολλά γέρων! — Δεν βλάπτει· θέλει είσθαι εις τα βουλευτήρια, ό τι ήτον εις τα στρατόπεδα· και η σοφία του, αν τον ακούσωσι, θέλει είσθαι ίσως ωφελιμωτέρα παρά την ανδρείαν του. Πόθεν σε είναι γνωστός; ερώτησεν ο Βελισάριος κατανυχθείς. Ας καθίσωμεν εις την τράπεζαν, είπεν ο χωρικός· εκείνο το οποίον ζητείς θέλει μας φέρειν πολύ μακράν.
Ο Βελισάριος δεν αμφίβαλε ποσώς, ότι ο ξενοδόχος του ήτο ταξίαρχός τις των στρατευμάτων του, ο οποίος ήθελε να καυχηθή δι' αυτόν. Ούτος, ενώ εδείπνουν, τον εζήτησε να τον διηγηθή τους πολέμους της Ιταλίας, και της Ανατολής, χωρίς να τον αναφέρη τους εις την Αφρικήν. Ο Βελισάριος δι' απλών αποκρίσεων τον ευχαρίστησεν εντελώς. Ας πίωμεν, τον είπεν ο ξενοδόχος του, προς το τέλος του δείπνου, ας πίωμεν εις την υγείαν του στρατηγού σου· και είθε ο Θεός να τον δώση τόσον καλόν, όσον κακόν μ' έκαμεν! — Εκείνος! υπέλαβεν ο Βελισάριος, σ' έκαμε κακόν! — Έκαμε το χρέος του, και δεν πρέπει να παραπονεθώ δι' αυτό. Αλλά, φίλε μου, μέλλεις να ιδής, ότι εγώ έπρεπε να μάθω εις την τύχην των δυστυχών να συμπάσχω. Επειδή εστράτευσες εις την Αφρικήν, είδες τον βασιλέα των Βανδάλων, τον δυστυχή Γελίμερον, τον οποίον ο Βελισάριος θριαμβεύων έσυρεν εις Κωνσταντινούπολιν με την γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Γελίμερος εκείνος σε προσφέρει ξενίαν, και με αυτόν εδείπνησες. Συ ο Γελίμερος! εφώναζεν ο Βελισάριος, και ο αυτοκράτωρ δεν σε έθεσεν εις τάξιν πλέον αξίαν σου! Το υπεσχέθη· εφύλαξε τον λόγον του· μ' επρόσφερεν αξιώματα (1), όμως δεν τα ηθέλησα. Όταν τις χρηματίση βασιλεύς και παύση, δεν είναι άλλη θεραπεία παρά την ανάπαυσιν και την από τον κόσμον αναχώρησιν. — Συ ο Γελίμερος! — Ναι! εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος επολιορκήθην, αν το ενθυμήσαι, επί του όρους Παπούα. Υπέφερον εκεί ανήκουστα κακά. Ο χειμών, ο λιμός, το τρομερόν θέαμα ολοκλήρου λαού, καταντήσαντος εις απελπισίαν, και ετοίμου να καταφάγη τα τέκνα και τας γυναίκας του, η άοκνος επιμέλεια του καλού Φαρά, όςτις, ενώ μ' επολιόρκει, δεν έπαυε παρακινών με να ευσπλαγχνισθώ εμαυτόν και τους στρατιώτας μου· τέλος, η εις του στρατηγού σας την αρετήν δικαία μου πίστις με παρεκίνησαν να παραδώσω τα όπλα. Με πόσον απλούν και μετριόφρον ήθος μ' εδέχθη! οποίον σέβας έκαμε να με προσφέρωσιν, οποίαν συστολήν! πόσον ο ίδιος εθεράπευε την δυστυχίαν μου! Εντός ολίγου θέλουν γίνει τριάκοντα έτη, αφού εις ταύτην την ερημίαν κατοικώ· ουδέ στιγμή παρήλθε χωρίς υπέρ αυτού να ευχηθώ.
Εγνώριζα καλώς, είπεν ο Βελισάριος, την φιλοσοφίαν εκείνην, ήτις, επί του όρους, όπου έμελλες τόσα να υποφέρης, σ' έκαμνε να κιθαρωδής τας δυστυχίας, ήτις σ' έκαμνε να μειδιάς καταφρονητικώς, εμφανιζόμενος προς τον Βελισάριον, και την ημέραν του θριάμβου του, να φυλάξης το πρόσωπόν σου τούτο αμετάβλητον, το οποίον ο βασιλεύς εθαύμασε. Φίλε μου, απεκρίθη ο Γελίμερος, η ισχύς και η αδυναμία της ψυχής εξαρτώνται πολύ από τον τρόπον του θεωρείν τα πράγματα. Δεν ησθάνθην εις εμαυτόν την γενναιότητα και την σταθερότητα, παρά αφού ενόμισα όλα ταύτα παίγνιον της τύχης. Ήμην ο τρυφηλότατος των βασιλέων της γης, και από το ανακτόριόν μου, όπου ενετρύφων εις τας ηδονάς, την πολυτέλειαν και την χαυνότητα, μετέβην αίφνης εις των Αιθιόπων τα σπήλαια όπου, κοιμώμενος επί αχύρων, ετρεφόμην από κριθήν κακοτετριμμένην και ημιψημένην υπό θερμοσποδίαν, και εκατήντησα εις τοιαύτην αθλιότητα, ώστε άρτος, σταλθείς εις εμέ από τον εχθρόν δι' έλεος, ήτον δώρον ατίμητον. Εντεύθεν έπεσα εις τα δεσμά και εφέρθην εις θρίαμβον. Μετά τούτο θέλεις ομολογήσει, ότι πρέπει ή να αποθάνη τις, ή να φανή ανώτερος των προσβολών της τύχης. Έχεις εις την φρόνησίν σου, τον είπεν ο Βελισάριος, πολλάς αιτίας παραμυθίας· όμως εγώ σε υπόσχομαι άλλην μίαν, πριν αποχωρισθώμεν. Μετά την ομιλίαν ταύτην υπήγαν να κοιμηθώσιν.
Ο Γελίμερος, άμα εχάραξε, πριν υπάγη να γεωργήση τον κήπον του, υπήγε να ίδη, αν ο γέρων είχε κοιμηθή καλά. Τον ηύρεν όρθιον, με την βακτηρίαν εις την χείρα, και έτοιμον ν' αναχωρήση. Τι! τον είπεν, δεν θέλεις να μείνης ολίγας ημέρας εις τους ξενοδόχους σου; Τούτο είναι αδύνατον, απεκρίθη ο Βελισάριος· έχω γυναίκα και κόρην, αι οποίαι στενάζουσι διά την απουσίαν μου. Υγίαινε· μη κάμης κανένα θόρυβον διά το οποίον μένει να σε είπω. Ούτος ο πτωχός, ο τυφλός ούτος, ο γέρων στρατιώτης, ο Βελισάριος τέλος, δεν θέλει λησμονήσει ποτέ την φιλοξενίαν, την οποίαν από σέ έλαβε. — Τι λέγεις; ποίος; ο Βελισάριος; — Ναι, ο Βελισάριος σε εναγκαλίζεται! — Ω Θεέ δίκαιε! έκραξεν ο Γελίμερος καταπεπληγμένος και ως έξω φρενών γενόμενος· ο Βελισάριος εις το γήρας του, ο Βελισάριος τυφλός και εγκαταλελειμμένος! Έκαμαν κάκιστα, είπεν ο γέρων· παραδίδοντές τον εις το έλεος των ανθρώπων, πρώτον του εξέκοψαν τους οφθαλμούς. Α! είπεν ο Γελίμερος με κραυγήν οδυνηράν και έντρομον, είναι δυνατόν; Ποίοι είναι τα θηρία! . . . . .
Οι φθονεροί, είπεν ο Βελισάριος, μ' εκατηγόρησαν, ότι πασχίζω να λάβω το διάδημα, ενώ ο μόνος μου στοχασμός ήτο ο τάφος. Τους επίστευσαν, μ' έβαλαν εις τα δεσμά. Ο λαός τέλος επανέστη, και εζήτησε την ελευθέρωσίν μου· έπρεπε να ενδώσωσι εις του λαού το ζήτημα· αλλ' αποδίδοντές με την ελευθερίαν, μ' εστέρησαν το φως. — Και ο Ιουστινιανός το επρόσταξε!. — Τούτο ήτον το θλιβερώτερον. Ηξεύρεις με πόσην προθυμίαν και αγάπην τον υπηρέτησα. Τον αγαπώ εισέτι, και λυπούμαι, ότι είναι περικυκλωμένος από κακούς ανθρώπους, ατιμάζοντας το γήρας του. Αλλ' αθυμία μεγίστη διεχύθη εις την ψυχήν μου, όταν έμαθα, ότι αυτός ο ίδιος εψήφισε την καταδίκην μου. Οι μένοντες να την εκτελέσωσι δεν ετόλμων, οι δήμιοί μου έπιπταν εις τους πόδας μου. Τετέλεσται, ολίγος καιρός μ' έμεινε, χάρις τω Θεώ, να ήμαι τυφλός και πτωχός. — Αξίωσον, είπεν ο Γελίμερος, τας τελευταίας ταύτας ημέρας τόσον λαμπράς ζωής να τας περάσης μαζί μου. Τούτο ήθελεν είσθαι εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, γλυκεία παρηγορία· αλλά το χρέος με καλεί εις την οικογένειάν μου, και υπάγω ν' αποθάνω εις τας αγκάλας της. Υγίαινε.
Ο Γελίμερος τον ησπάζετο, τον έβρεχε με τα δάκρυά του, και δεν εδύνατο ν αποχωρισθή απ' αυτόν. Έπρεπε τέλος να τον αφήση ν' αναχωρήση. Ο Γελίμερος τότε ακολουθών αυτόν με τα όμματα· Ω ευημερία, έλεγεν, ευημερία! ποίος λοιπόν ημπορεί να εμπιστευθή εις εσέ; Ο ήρως, ο δίκαιος, ο έμφρων Βελισάριος! . . . . Α! διά τούτο πρέπει να νομίζω εμαυτόν ευδαίμονα, σκάπτων τον κήπον μου. Και ταύτα λέγων ο βασιλεύς των Βανδάλων, έλαβε πάλιν την σκαπάνην του.
Κεφάλαιον Γ'.
Ο Βελισάριος επλησίαζεν εις το καταφύγιον, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν, ότε άλλο τι συμβάν τον εφόβησεν, ότι θ' απομακρυνθή από αυτήν διά παντός. Οι πλησίον της Θράκης κατοικούντες λαοί δεν έπαυον εισβάλλοντες εις αυτήν. Τάγμα Βουλγάρων είχεν ήδη εισβάλει, ότε διεδόθη η φήμη, ότι ο Βελισάριος εκβήκεν από το δεσμωτήριον, εστερημένος της οράσεως, και ζητεύων υπήγαινε να ενταμώση την εξορισθείσαν οικογένειάν του. Ο ηγεμών των Βουλγάρων εκατάλαβε, πόσον ήθελε τον ωφελήσει το να έχη μαζί του τον μέγα τούτον άνδρα, μη αμφιβάλλων ποσώς, ότι, ως λυπημένος, θέλει δράξει τα προς εκδίκησιν μέσα. Μαθών ποίαν οδόν ηκολούθησεν, επρόσταξε των στρατιωτών του τινάς να τον ακολουθήσωσι, και περί την δύσιν του ηλίου ο Βελισάριος ανηρπάσθη.
Έπρεπε να υποχωρήση εις την βίαν και ν' αναβή ίππον μεγαλοπρεπή, τον οποίον έφεραν δι' αυτόν. Δύο εκ των Βουλγάρων τον ωδήγουν, και άλλος τις επήρε τον μικρόν του οδηγόν όπισθεν του ίππου του. Ημπορείς να εμπιστευθής εις ημάς, τον είπαν· ο ανδρείος ηγεμών, ο οποίος μας έστειλε, τιμά τας αρετάς σου, και συμπάσχει διά την δυστυχίαν σου. Και τι θέλει από εμέ; ερώτησεν ο Βελισάριος· θέλει, τον είπον οι βάρβαροι, να σε ποτίση με το αίμα των εχθρών σου! Α! ας με αφήση χωρίς εκδίκησιν, είπεν ο γέρων, το έλεός του είναι σκληρόν δι' εμέ. Εγώ άλλο δεν θέλω πλην ν' αποθάνω ησύχως εις τον κόλπον της οικογενείας μου, και σεις με απομακρύνετε από αυτήν. Πού με οδηγείτε; Απέκαμα, και θέλω ν' αναπαυθώ. Ύπαγε λοιπόν, τον είπαν, ν' αναπαυθής κατ' αρέσκειάν σου, φθάνει μόνον ο του πλησίον αγροπυργίου κύριος να μη προφυλάττεται, και να μη ήναι ισχυρότερος.
Το αγροπύργιον τούτο ήτο αγροκήπιον παλαιού τινός αυλικού, τ' όνομα Βήσσα, όςτις, αφού εδιοίκησεν εις την Ρώμην, όταν επολιορκείτο, και έπραξε τας φοβερωτέρας καταχρήσεις, ανεχώρησε με δέκα χιλιάδας τάλαντα (2). Ο Βελισάριος εζήτησε να τιμωρηθή κατά τους νόμους· αλλ' ο Βήσσας, έχων εις την αυλήν υπέρ εαυτού όλους, όσοι δεν αγαπώσι να εξετάζωνται τα πράγματα με τόσην ακρίβειαν, δεν κατεδιώχθη. Κατεδικάσθη δε μόνον να ζήση εις τα χωρία του εις πάσαν αφθονίαν και αργίαν.
Δυο Βούλγαροι, σταλέντες να κατασκοπεύσωσι τους τόπους, εστράφησαν και είπαν εις τον αρχηγόν των, ότι εις το αγροκήπιον τούτο ήσαν συμπόσια και πανυγύρεις αδιάκοποι, ότι δεν ωμίλουν περί ουδενός άλλου, ειμή μόνον περί της δυστυχίας του Βελισαρίου, και ότι ο Βήσσας ηθέλησε να την εορτάσωσιν ως τιμωρίαν εκ Θεού. Α! ο ουτιδανός! εφώναξαν οι Βούλγαροι, δεν έχει πολύν καιρόν να χαίρη διά την δυστυχίαν του. Ο Βήσσας την στιγμήν, ότε αυτοί έφθασαν, ήτον εις την τράπεζαν, περιστοιχισμένος από τους κόλακάς του· και είς από αυτούς, ψάλλων τα εγκώμιά του, έλεγεν εις τους στίχους του, ότι ο Θεός εφρόντισε να τον δικαιώση, καταδικάσας τον κατήγορον του να μη ίδη ποτέ το φως. Τι προφανέστερον τούτου θαύμα! έλεγεν ο κόλαξ, και οποίος θρίαμβος της αθωότητος!. Ο Θεός είναι δίκαιος, έλεγεν ο Βήσσας, και ταχέως ή αργά οι πονηροί τιμωρούνται. Αληθινά έλεγε. Την αυτήν στιγμήν οι Βούλγαροι ξιφήρεις εμβαίνουσιν εις το αγροκήπιον, αφήσαντες ολίγους στρατιώτας περί τον Βελισάριον, και εισχωρούσι με τρομεράς κραυγάς έως του συμποσίου τον θάλαμον. Ο Βήσσας γίνεται ωχρός, ταράττεται, εκπλήττεται, και καθώς αυτός, όλοι οι συμπόται του κατελήφθησαν από φόβον θανατηφόρον. Αντί να υπερασπισθώσι, πίπτουσι γονυπετείς και παρακαλούσι να μη τους θανατώσωσι. Τους αρπάζουν, τους σύρουν εις τον τόπον, όπου ήτον ο Βελισάριος. Ο Βήσσας διά της λάμψεως των δάδων βλέπει τυφλόν τινα γέροντα έφιππον, τον αναγνωρίζει, εκτείνει προς αυτόν τους βραχίονάς του και τον ζητεί χάριν και έλεος. Ο γέρων κατανυχθείς παρακαλεί τους Βουλγάρους να φεισθώσιν αυτόν και τους συντρόφους του. Ουδεμία χάρις εις τους κακούργους, του απεκρίθη ο αρχηγός. Τούτο ήτο το σημείον της σφαγής. Ο Βήσσας και οι συμπόται του όλοι εσφάγησαν. Προστάξας να λάβωσι παρευθύς τους υπηρέτας των, οι οποίοι ενόμιζαν, ότι υπάγουν εις την καταδίκην, ζήσετε, τους είπεν ο ίδιος, και έλθετε να μας υπηρετήτε· διότι ημείς είμεθα οι δεσπόται σας.
Τότε εκάθησαν εις την τράπεζαν, και έβαλαν τον Βελισάριον να καθήση εις τον τόπον του Βήσσα.
Ο Βελισάριος δεν έπαυσε θαυμάζων τας μεταβολάς της τύχης, αλλά το συμβάν τούτο τον ελύπει. Φίλοι, είπεν εις τους Βουλγάρους, με φέρετε θανατηφόρον θλίψιν, χύνοντες ολόγυρά μου το αίμα των συμπατριωτών μου. Ο Βήσσας ήτον απάνθρωπος, φιλάργυρος· τον είδα εις την Ρώμην να προξενή την πείναν εις τον λαόν και να πωλή τον άρτον αντισταθμίζων αυτόν με χρυσόν, μη ευσπλαχνιζόμενος ουδέ τους δυστυχείς εκείνους, αι οποίοι δεν είχον να πληρώσωσι διά την ζωήν των. Ο Θεός τον ετιμώρησε. Τον λυπούμαι μόνον, ότι έγεινεν άξιος της τύχης του. Η εις όνομά μου όμως γενομένη αύτη σφαγή θέλει αμαυρώσει την δόξαν μου. Ή θανατώσατέ με, ή υποσχέθητέ με, ότι τίποτε παρόμοιον δεν θέλει συμβή, ενόσω θέλω είσθαι μαζί σας. Τον υπεσχέθησαν, ότι θέλουν μόνον φροντίζει διά την ιδίαν των προφύλαξιν. Αλλά το αγροκήπιον του Βήσσα διηρπάχθη. Μείναντες αυτήν την νύκτα οι Βούλγαροι αυτού, ανεχώρησαν την επαύριον με τον Βελισάριον φορτωμένοι λάφυρα. Ο ηγεμών αυτών περιχαρής, βλέπων αυτόν ερχόμενον εις το στρατόπεδόν του, υπάγει εις προϋπάντησίν του, και λαμβάνων αυτόν εις τας αγκάλας του. Ελθέ, πάτερ, τον λέγει, ελθέ να ίδης, αν ημείς ήμεθα βάρβαροι. Όλοι εις την πατρίδα σου σε εγκαταλείπουν αλλά θέλεις ευρεί μεταξύ ημών φίλους και εκδικητάς. Ειπών ταύτα τον ωδήγησεν εκ της χειρός εις την σκηνήν του, τον επαρακάλεσε ν' αναπαυθή εκεί, και επρόσταξεν όλους να προσέχωσι μη τον εξυπνήσωσι. Το εσπέρας, μετά λαμπρόν δείπνον, εις το οποίον του Βελισσαρίου το όνομα υμνήθη από όλους του βαβαρικού στρατοπέδου τους στρατηγούς, ο βασιλεύς κλεισθείς με αυτόν, δεν έχω ανάγκην, τον είπε, να σε κάμω να αισθανθής την δεινότητα της ύβρεως, την οποίαν έλαβες. Το ανοσιούργημα είναι φοβερόν, και η τιμωρία πρέπει να είναι φοβερά! Εκεί υπό τα ερείπια του παλατιού του γέροντός σας τυράννου, υπό τα λείψανα της εμπρηθησομένηε πόλεώς του, εκεί πρέπει να τον καταχώσης με όλους τους συγκακούργους του. Γενού οδηγός μου, δίδαξέ με, ω γενναίε γέρον, να τους νικήσω και να σε εκδικήσω. Δεν σε αφήρεσαν της ψυχής το φως, τους οφθαλμούς της σοφίας· συ ηξεύρεις πώς να επιπίπτης κατ' αυτών και να τους στενοχωρής εντός των τειχών. Ας αποκρούσωμεν πέραν της θαλάσσης της αυτοκρατορίας των τα όρια. Και αν, εις την αυτοκρατορίαν, την οποίαν θέλομεν θεμελιώσει, σε είναι μικρόν το δεύτερον αξίωμα, γενού συμμέτοχος, το στέργω, όλων των τιμών του υπερτάτου αξιώματος και ο τύραννος του Βυζαντίου, πριν εκπνεύση υπό των πληγών μας ας σε ίδη έτι άπαξ εισερχόμενον επί θριαμβικού άρματος. Θέλεις λοιπόν, τον απεκρίθη ο Βελισάριος, σιωπήσας ολίγον, να έχη δίκαιον, διότι μ' ετύφλωσεν. Είναι πολύς καιρός, αφού απέρριψα διαδήματα. Η Καρχηδών και η Ιταλία με είχον προσφέρει τα ιδικά των. Ήμην εις την ηλικίαν της φιλοδοξίας μου· έβλεπα ήδη εμαυτόν κατατρεχόμενον· διά τούτο δεν ήμην ολιγώτερον πιστός εις τον ηγεμόνα, και εις την πατρίδα μου. Το αυτό χρέος, το οποίον με υπεχρέονε, διαρκεί, και τίποτε δεν εδυνήθη να με αποσπάση από αυτό. Δίδων την πίστιν μου εις τον αυτοκράτορα, ήλπιζα, ότι θέλει είσθαι δίκαιος· αλλά δεν εκράτησα το δικαίωμα, εάν δεν ήθελεν είναι τοιούτος, ουδέ του να υπερασπισθώ, ουδέ του να εκδικηθώ εμαυτόν. Μη ελπίζετε από εμέ κατ' αυτού, μήτε αποστασίαν, μήτε προδοσίαν· εις τι δε ήθελα σας ωφελήσει, γενόμενος επίορκος; Οποίαν βοήθειαν δύναται εστερημένος του φωτός γέρων, του οποίου και αυτή η ψυχή έχασε την ισχύν και ενέργειάν της; Η επιχείρησίς σας υπερβαίνει τας δυνάμεις μου, ίσως και αυτάς τας ιδικάς σας. Εις την χαύνωσίν της η αυτοκρατορία σας φαίνεται αδύνατος. Πλην είναι μόνον εκλελυμένη, και διά να εγερθή, διά ν' αναζωογονήση τας δυνάμεις της, ίσως ήθελεν είσθαι επιθυμητόν δι' αυτήν να επιχειρήση τις το οποίον μελετάτε. Η πόλις αύτη, την οποίαν νομίζετε εύκολον να κυριεύσετε, επιπίπτοντες αίφνης, είναι πλήρης λαού γεγυμνασμένου εις τα πολεμικά· ποίους δε προσέτι άνδρας ήθελεν έχει αρχηγούς! Εάν ο γέρων Βελισάριος ήναι εις την τάξιν των αποθαμένων, ο Ναρσής ζη· ο Ναρσής έχει αντιζηλία της δόξης του τον Μούνδον, τον Ερμήν, τον Σολομώντα, και τόσους άλλους φλεγομένους από την προς τας μάχας επιθυμίαν. Όχι, πιστεύσατέ με, από κανένα άλλον, ειμή από τον καιρόν προσμένετε την καταστροφήν την βασιλείας ταύτης· θέλετε κάμει επ' αυτήν πορθήσεις τινάς· αλλ' είναι πόλεμος ληστών τούτο· η ψυχή σας και αξία να συλλάβη φιλοτιμίαν ευγενεστέραν και δικαιοτέραν. Ο Ιουστινιανός δεν ζητεί άλλο παρά φίλους και συμμάχους· δεν είναι βασιλεύς, τον οποίον τα επίθετα ταύτα δεν πρέπει να τιμήσωσι· και κρέμαται από εσέ . . . . Όχι, είπεν ο Βούλγαρος, ποτέ δεν θέλω γενή φίλοι, ουδέ σύμμαχος ανθρώπου, όστις χρεωστών εις εσέ το παν, σ' ετύφλωσε. Θέλεις να συμβασιλεύσης ομού μ' εμέ, να ήσαι η ψυχή των συμβουλίων μου και το πνεύμα των στρατευμάτων μου; Ιδού περί τίνος είναι ο λόγος μας. Η ζωή μου είναι εις τας χείρας σου, είπεν ο Βελισάριος· αλλά τίποτε δεν δύναται να με αποσπάση από τον νόμιμον ηγεμόνα μου, και αν, εις την οποίαν κατάστασιν ευρίσκομαι, ηδυνάμην να τον γίνω χρήσιμος, και κατά σου αυτού, ήθελα το κάμει τόσον πιστώς, όσον και εις τον καιρόν της ευτυχίας μου. Ιδού παράξενος αρετή! είπεν ο Βούλγαρος. Δυστυχής ο λαός, εις τον οποίον φαίνεται παράξενος! είπεν ο Βελισάριος. Και δεν βλέπεις, ότι αυτή είναι κρηπίς πάσης πειθαρχίας, ότι κανείς, εις οποιανδήποτε πολιτείαν, δεν γίνεται κριτής, ουδέ εκδικητής εαυτού· και ότι, αν έκαστος εγίνετο απόλυτος κριτής εις την ιδίαν εαυτού υπόθεσιν, ήθελαν γίνει τόσοι αποστάται, όσοι ήθελαν είσθαι και οι δυσαρεστούμενοι; Συ, όςτις με παρακινείς να τιμωρήσω τον βασιλέα μου, διότι εστάθη άδικος, ήθελες δώσει το δικαίωμα τούτο και εις τους στρατιώτας σου; Να τους το δώσω! είπεν ο Βούλγαρος· το έχουσι χωρίς να τους το δώσω· αλλ' ο φόβος τους κρατεί. Ημάς δε, βασιλεύ, η αρετή κρατεί, είπεν ο Βελισάριος, και τοιαύτη είναι η υπεροχή των ηθών λαού πολιτισμένου ως προς τα του λαού του μη όντος τοιούτου· θέλω σε ομιλήσει με παρρησίαν ανθρώπου μη ελπίζοντος, ουδέ φοβουμένου τίποτε. Ποίους υπηκόους εξουσιάζεις; Ο μόνος της ζωής των πόρος είναι ο πόλεμος· ο πόλεμος δε ούτος, από τον οποίον τρέφονται, τους κάμνει ν' αμελώσιν όλα της ειρήνης τ' αγαθά, να παραιτώσιν όλα του κόπου και της βιομηχανίας τα πλούτη, να καταπατώσιν όλους της φύσεως και της δικαιοσύνης τους νόμους, και να ζητώσιν εις την καταστροφήν τροφήν αβέβαιον. Συλλογίσου με φρίκην, ηγεμών, ότι, διά να ερημώσετε τους αγρούς ημών, πρέπει ν' αφήσετε τους ιδικούς σας χωρίς γεωργούς και χωρίς θέρος, ότι, διά να θρέψετε έν μέρος της ανθρωπότητος, πρέπει να σφάξετε το άλλο, και ότι ο λαός σου αυτός ποτίζει με το αίμα του τας οποίας χώρας ερημόνει. Τι! είπεν ο Βούλγαρος, ο πόλεμος δεν είναι δι' εσάς ο αυτός; Όχι, απεκρίθη ο Βελισάριος, και ο σκοπός των εκστρατειών μας είναι η μετά την νίκην ειρήνη, και η ευδαιμονία ως ενέχυρον της ειρήνης. Είναι εύκολον, είπεν ο Βούλγαρος, να ήναι τις μεγαλόψυχος, όταν νικά. Ας μην ομιλήσωμεν πλέον περί τούτου. Τιμώ, ω ένδοξε και δυστυχές γέρον, ταύτην την πίστιν σου αξίαν άλλης ανταμοιβής. Αναπαύσου πλησίον μου ταύτην την νύκτα, εις την σκηνήν μου. Αύριον θέλεις ειπείς πού θέλεις να παραγγείλω να σε οδηγήσωσιν. Εκεί, όθεν μ' επήραν, είπεν ο Βελισάριος, και απεκοιμήθη ησύχως.
Την επαύριον ο βασιλεύς των Βουλγάρων, αποχαιρετών τον ήρωα, ηθέλησε να τον δώση μεγάλα δώρα. Ταύτα, τα οποία με προσφέρεις, είναι λάφυρα της πατρίδος μου, τον είπεν ο Βελισάριος· συ αυτός ήθελες ερυθριάσει, εάν ήθελα τα δεχθή. Εδέχθη δε μόνον όσον ήρκει προς τροφήν αυτού και του οδηγού του εις τον δρόμον· η αύτη δε συνοδία τον απεκατέστησεν εκεί, όπου τον είχεν απαντήσει.
Κεφάλαιον Δ'.
Έως το αγροπύργιον, όπου η οικογένειά του είχεν αναχωρήσει ήτο μόνον δώδεκα μίλια· αλλ' αποκαμών από μακράν οδοιπορίαν, ηρώτησε τον μικρόν του οδηγόν, εάν δεν έβλεπεν έμπροσθέν του κανέν χωρίον προς ανάπαυσιν. Βλέπω, τον είπεν: είναι όμως μακράν· ειπέ τους να σε οδηγήσωσιν εκεί. Όχι, είπεν ο ήρως, ήθελα το ρίψει εις κίνδυνον του να διαρπαχθή από τούτους· όθεν απέστειλε την συνοδίαν του.
Φθάσας εις το χωρίον, εθαύμασεν ακούων. «Ιδού, αυτός είναι, ο ίδιος είναι.» Τι είναι τούτο; ηρώτησεν· είναι ολόκληρος οικογένεια ερχομένη εις προϋπάντησίν σου, τον απεκρίθη ο οδηγός του. Ταύτην την στιγμήν γέρων τις προχωρεί: Αυθέντα, είπε προς τον Βελισάριον, πλησιάσας αυτόν· ημπορούμεν να μάθωμεν, τις είσαι; Βλέπετε καλά, απεκρίθη ο Βελισάριος, ότι είμαι πτωχός, και όχι αυθέντης. Πτωχός, φευ! αυτό τούτο μας εκπλήττει, επανέλαβεν ο χωρικοί, αν και αληθινόν, καθώς μας είπαν, ότι είσαι ο Βελισάριος. Φίλε μου, είπεν εις αυτόν ο ήρως, ομίλει σιγανώτερα· και αν η ταλαιπωρία μου σε κινή εις οίκτον, πρόσφερέ μοι ξενίαν. Μόλις είπε τας λέξεις ταύτας, και ευθύς ησθάνθη, ότι εναγκαλίζονται τα γόνατά του, αλλά παρευθύς εσήκωσε τον αγαθόν τούτον άνδρα, και τον είπε να τον οδηγήση υπό την ταπεινήν στέγην του.
Τέκνα μου, είπεν ο χωρικός εις τας δύο κόρας του και εις τον υιόν του, προσπέσετε εις τους πόδας τούτου του ήρωος. Ούτος μας έσωσεν από τον όλεθρον των Ούνων. Χωρίς αυτόν, η στέγη, υπό την οποίαν κατοικούμεν, ήθελεν είσθαι αποτεφρωμένη. Χωρίς αυτόν ηθέλετε ιδεί τον πατέρα σας εσφαγμένον και τα τέκνα σας φερόμενα εις δουλείαν. Χωρίς αυτόν, κόραι μου, δεν ηθέλετε τολμήσει ίσως ποτέ να υψώσετε τους οφθαλμούς. Χρεωστείτε εις αυτόν περισσότερον παρά την ζωήν. Σεβάσθητέ τον έτι περισσότερον, βλέποντές τον εις τοιαύτην κατάστασιν· κλαύσατε την πατρίδα σας.
Ο Βελισάριος, συγκινηθείς έως εις το βάθος της ψυχής του, ακούων πέριξ την ευγνώμονα ταύτην οικογένειαν προσφωνούσαν εις αυτόν μυρίας ευλογίας, δεν απεκρίνετο εις ταύτα, αλλ' έσφιγγεν εις τας αγκάλας του πότε τον πατέρα, πότε τα τέκνα. Αυθέντα, τον είπαν αι δυο γυναίκες, δέξου εις τον κόλπον σου και ταύτα τα δύο αθώα τέκνα, των οποίων δεύτερος πατήρ συ είσαι· θέλομεν τα ενθυμίζει αδιαλείπτως την ευτυχίαν, την οποίαν απήλαυσαν, ότι ησπάσθησαν τον σωτήρα των. Ταύτα ειπούσαι εκάστη των μητέρων επρόσφερε τον υιόν της, τον έβαλεν επάνω εις τα γόνατά του. Τα δε δύο ταύτα παιδία προσμειδιώντα εις τον ήρωα, και εκτείνοντα εις αυτόν τας ασθενείς αυτών χείρας, έδειχναν, ότι και αυτά απέδιδαν ευγνωμοσύνην. Α! είπεν ο Βελισάριος εις τους αγαθούς τούτους ανθρώπους, μ' ευρίσκετε έτι άξιον οίκτου, και πιστεύετε, ότι είναι εις τον κόσμον ταύτην την ώραν ευδαιμονέστερος εμού θνητός; Αλλ' ειπέτε με, τις σας ωδήγησε να με γνωρίσετε; Χθες, τον είπεν ο πατήρ της οικογενείας, νέος τις μας ηρώτησεν, αν είδαμεν διαβαίνοντα τον οποίον γέροντα μας περιέγραψεν· ημείς τον απεκρίθημεν, όχι. Προσέχετε λοιπόν εις την διάβασίν του, και ειπέτε τον, ότι φίλος τις τον προσμένει εις τον οποίον μέλλει να υπάγη τόπον. Δεν έχει τίποτε· φροντίσετε, σας παρακαλώ, να τον προμηθεύσετε όλα τ' αναγκαία του. Επιστρέφων θέλω σας ανταμείψει δι' όσα θέλετε κάμει εις αυτόν. Ημείς απεκρίθημεν, ότι έκαστος ημών ησχολείτο ή εις την γεωργίαν ή εις οικειακάς φροντίδας, και ότι δεν είχαμεν καιρόν να παρατηρώμεν τους διαβάτας. Καλήτερα αφήσετε όλα παρά να μη αποδώσετε εις τον γέροντα ό,τι τον χρεωστείτε. Ούτος είναι ο υπερασπιστής σας, ο ελευθερωτής σας, ο Βελισάριος τέλος, τον οποίον σας συσταίνω. Κρίνετε, οποία υπήρξεν η ανυπομονησία μας, όταν ηκούσαμεν το τόσον προσφιλές εις ημάς τούτο όνομα. Ο υιός μου ηγρύπνησεν όλην την νύκτα, προσμένων τον στρατηγόν του, διότι έλαβε την τιμήν να στρατεύση, όταν, στρατηγών ελευθέρωσες την Θράκην· αι κόραι μου από την αυγήν ήσαν εις το κατώφλιον της θύρας. Τέλος πάντων σ' έχομεν. Μεταχειρίσου, κατ' αρέσκειάν σου, ημάς και τα κτήματά μας· ιδικά σου είναι. Ο προσμένων σε νέος θέλει σοι προσφέρει πλειότερα, όχι όμως με καρδίαν καλητέραν παρά ημείς, οίτινες σε προσφέρομεν το ολίγον, το οποίον έχομεν.
Ενώ ο πατήρ ωμίλει ούτως, ο υιός στεκόμενος όρθιος έμπροσθεν του ήρωος, τον παρετήρει σκεπτικώς, με χείρας συμπεπλεγμέναι, με κεφαλήν εσκυμμένην· εις το πρόσωπον, δε ήσαν εγχαραγμένα η κατάπληξις, το έλεος και το σέβας.
Φίλε μου, είπεν ο Βελισάριος εις τον γέροντα, σ' ευχαριστώ διά την προς με προαίρεσίν σου. Έχω αρκετά διά να υπάγω έως το καταφύγιόν μου. Αλλ' ειπέ με, αν ήσαι και ευδαίμων ως και ευεργετικός· ο υιός σου εστράτευσε με εμέ. Θέλω να μάθω περί αυτού· είναι σώφρων; είναι φιλόπονος; είναι αγαθός ανήρ και αγαθός πατήρ; Αυτοί, απεκρίθη κατανυχθείς ο γέρων, είναι η παρηγορία μου και η ευφροσύνη μου. Παρητήθη από τα πολεμικά μετά τον θάνατον του πρεσβυτέρου του αδελφού, κεκαλυμμένος με πληγάς ενδόξους, με ανακουφίζει εις τας εργασίας μου· είναι το στήριγμα του γήρατός μου· ενυμφεύθη την κόρην του φίλου μου. Ο Θεός ευλόγησε το συνοικέσιον τούτο. Αυτός είναι οξύθυμος, η γυνή του όμως πραεία. Η κόρη μου αύτη δεν είναι ολιγώτερον ευδαίμων. Την έδωκα άνδρα νέον, σώφρονα και καλοκάγαθον, τον οποίον αγαπά και υπό του οποίου αγαπάται. Όλοι αυτοί φιλοτίμως εργάζονται, και με κάμνουν εγγόνους, εις τους οποίους βλέπω εμαυτόν αναζωογονούμενον. Πλησιάζω εις τον τάφον μου με ολιγωτέραν λύπην, συλλογιζόμενος, ότι θέλουν με αγαπά έτι και ευλογεί, όταν πλέον δεν θέλω υπάρχει. Α! φίλε μου, τον είπεν ο Βελισάριος, πόσον σε ζηλεύω! εγώ είχα δύο υιούς, οίτινες ήσαν η γλυκυτέρα μου ελπίς, τους είδον εκπνεύσαντας εις το πλάγιόν μου. Εις το γήρας ουδείς άλλος με μένει, εκτός της κόρης μου, ήτις, φευ! παρά πολλά αισθάνεται την δυστυχίαν της και την ιδικήν μου. Αλλά, δόξα τω Θεώ! τα τέκνα μου απέθανον μαχόμενα υπέρ της πατρίδος. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι του ήρωος κατασπάραξαν του ακούοντος αυτόν νέου την ψυχήν.
Έβαλαν τράπεζαν χωρικήν, ο Βελισάριος διέχυσεν υπ' αυτής την χαράν, κάμνων εις τους νέους τούτους να αισθανθώσι του ασήμου μεν, αλλ' ησύχου βίου των την αξίαν. Τούτο είναι το ευδαιμονέστατον επιτήδευμα, έλεγε, και ενταυτώ το ολιγώτερον επίφθονον· τόσον τα αληθή αγαθά είναι ολίγον γνωστά εις τους ανθρώπους!
Ενόσω διήρκει η τράπεζα αύτη, ο υιός του οικοδεσπότου, άλαλος, σύννους, προκατειλημμένος, είχε προσηλωμένα τα ομμάτιά του εις τον Βελισάριον· και όσον τον έβλεπε, τόσον περισσότερον συνεστέλλοντο αι oφρύς του, τα δε βλέμματά του εγίνοντο αγριώτερα. Ιδού ο υιός μου, έλεγεν ο καλός γέρων, αναπολεί τας εκστρατείας σου. Σε βλέπει με φλογερούς οφθαλμούς. Δυσκολεύεται, είπεν ο ήρως, ν' αναγνωρίση τον στρατηγόν του. Έκαμαν, ό,τι ημπόρεσαν, είπεν ο νέος, διά να τον καταστήσωσιν αγνώριστον. Αλλ' οι στρατιώται του τον έχουσι πάντοτε παρόντα, ώστε δεν τον λησμονούσι ποτέ. Όταν ο Βελισάριος απεχαιρέτησε τους ξενοδόχους του, στρατηγέ μου τον είπεν ο αυτός, συγχώρησέ μοι να σε συνοδεύσω ολίγα βήματα μακράν. Μόλις δε εβγήκαν εις την οδόν, και, συγχώρησε, τον είπε, να προχωρήση ολίγον εμπρός ο οδηγός σου, έχω να σε ομιλήσω μυστικά. Αγανακτώ, στρατηγέ μου, διά την ελεεινήν κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφεραν. Τούτο είναι τρομερόν παράδειγμα αχαριστίας και ταπεινώσεως. Με κάμνει να βδελυχθώ την πατρίδα μου· και όσον υπερηφανευόμην, τόσον αισχύνομαι, ότι έχυσα το αίμα μου υπέρ αυτής. Μισώ τον τόπον, όπου εγεννήθην, και οικτείρω τα τέκνα, εις τα οποία έδωκα την ζωήν. Α! φίλε μου, τον είπεν ο ήρως, εις ποίους τόπους δεν βλέπομεν τους αγαθούς άνδρας θύματα των πονηρών; Όχι, είπεν ο χωρικός, τούτο είναι απαραδειγμάτιστον· εις την δυστυχίαν σου είναι ακατανόητόν τι· ειπέ με, ποίος είναι αυτής αίτιος; Έχω γυναίκα και τέκνα, όμως τα συσταίνω εις τον Θεόν, και εις τον πατέρα μου, και εγώ υπάγω να κατασπαράξω την καρδίαν του προδότου, όστις . . . . Ω τέκνον μου, έκραξεν ο Βελισάριος σφίγγων αυτόν εις τας αγκάλας του· το έλεος σε τυφλόνει και σε αποπλανά. Εγώ να κάμω τον γενναίον άνδρα άπιστον! τον καλόν στρατιώτην φονέα! τον πατέρα, τον σύζυγον, τον ενάρετον και ευαίσθητον υιόν, μικρόν, εμμανή! Τότε ήθελα γενή άξιος όλων των κακών, τα οποία μ' έκαμαν. Προς ανακούφισιν του πατρός σου και διατροφήν των τέκνων σου, επαραίτησες την υπεράσπισιν της πατρίδος σου, διά δε γέροντα εκπνέοντα, προς τον οποίον ο ζήλος σου είναι ανωφελής, θέλεις να εγκαταλείψης τον πατέρα και τα τέκνα σου! Ειπέ με, πιστεύεις, ότι, αν μολυνθώ εις το αίμα των εχθρών μου, τούτο θέλει με αποδώσει την νεότητα και την όρασιν; Ήθελα γενή τάχα ολιγώτερον δυστυχής, όταν συ γενής κακούργος; Όχι, τουλάχιστον όμως, είπεν ο νέος, ο τρομερός θάνατος ενός κακούργου θέλει φοβήσει τους ομοίους του· διότι θέλω τον πιάσει, χρείας τυχούσης, πλησίον του θρόνου και των βωμών, εμπήγων το εγχειρίδιον εις τον κόλπον του, θέλω φωνάξει: Τον Βελισάριον εκδικώ. Και με ποίον δικαίωμα ήθελες με εκδικήσει; είπεν ο γέρων με τόνον σοβαρώτερον. Εγώ τάχα σ' έδωκα το δικαίωμα, το οποίον εγώ αυτός δεν έχω; θέλεις να το λάβης με βίαν από τους νόμους; Ας το έχουν, είπεν ο νέος· θέλει αφεθή εις αυτούς η περί τούτου φροντίς. Επειδή όμως εγκαταλείπουν τον ενάρετον αθώον άνδρα, υπερασπίζονται τον ένοχον, και αφίνουν το πταίσμα ατιμώρητον, πρέπει να τους παραβώμεν, να τους ακυρώσωμεν, και να λάβωμεν τα αρχαία δίκαιά μας. Φίλε μου, υπέλαβεν ο Βελισάριος, τούτο είναι πρόφασις ληστών. Ο δίκαιος, ο τίμιος στενάζει βλέπων τους νόμους κλονουμένους, αλλ' ήθελε μάλλον στενάζει, εάν τους έβλεπε καταπατουμένους ακολάστως. Η αδυναμία των είναι κακόν, αλλά κακόν πρόσκαιρον, η κατάλυσίς των όμως συμφορά διαρκής. Συ θέλεις να εκφοβήσης τους κακούς, και μέλλεις να τους δώσης το παράδειγμα! Α! καλέ νέε, θέλεις να καταστήσης μισητόν το ευγενές αίσθημα, το οποίον ηδυνήθην να σε εμπνεύσω; θέλεις να κάμης βδελυρόν εις εμέ το τόσον προφιλές έλεός σου; Ορκίζομαι εις το όνομα της αρετής, την οποίαν αγαπάς, σε παρακαλώ θερμώς να μη την ατιμάσης. Ας μη είπωσιν, ότι ο ζήλος τον ώπλισε και διεύθυνε χείρα μανικού.
Εάν εμέ, είπεν ο στρατιώτης, μετεχειρίζοντο τόσον σκληρώς, ήθελα ίσως ευρεί εις εμαυτόν την καρτερίαν του να το υποφέρω. Αλλ' ένας μέγας ανήρ! Αλλ' ο Βελισάριος!. . . . . Όχι δεν δύναμαι να το συγχωρήσω. Εγώ το συγχωρώ, είπεν ο ήρως. Ποίον άλλο παρά το ιδικόν μου συμφέρον ημπορεί να σε παροξύνη εις εκδίκησίν μου; Και εάν εγώ δεν την δέχωμαι, εις εσέ ανήκει να κάμης το οποίον εγώ δεν θέλω; Μάθε, ότι, αν ήθελα να εκπλύνω την ύβριν μου, λαοί ολόκληροι ήθελαν λάβει τα όπλα, διά να ευχαριστήσωσι την μνησικακίαν μου. Αλλ' εγώ υποτάσσομαι εις την ειμαρμένην μου· μιμήσου εμέ· μη νομίζης, ότι γνωρίζετε καλήτερα παρά τον Βελισάριον ό,τι είναι τίμιον και νόμιμον· εάν δε έχης τόλμην να καταφρονήσης τον θάνατον, φύλαξε αυτήν την αρετήν, διά να ευεργετήσης, όταν είναι χρεία, την πατρίδα και τον βασιλέα σου.
Από τούτους τους λόγους η ορμή του νέου έπεσεν ως κατακεκρατημένη από την έκπληξιν και τον θαυμασμόν. Συγχώρησέ μοι, τον είπε, στρατηγέ μου, διά την οποίαν παραφοράν αισχύνομαι. Τα μεγάλα σου κακά εκίνησαν την ψυχήν μου εις αγανάκτησιν. Καταδικάζων τον ζήλον μου, πρέπει να τον συγχωρήσης. Κάμνω περισσότερον από τούτο, τον τιμώ και τούτο έργον ψυχής ισχυράς και γενναίας. Δος μοι την άδειαν του να τον διευθύνω. Η οικογένειά σου έχει χρείαν από εσέ. Θέλω να ζήσης δι' αυτήν. Αλλ' εις τα τέκνα σου πρέπει να συστήσης τους εχθρούς του Βελισαρίου. Ονόμασέ τους, είπεν ο νεανίσκος προθύμως· σε εγγυώμαι, ότι τα παιδία μου θέλουν τους μισεί νηπιόθεν. Εχθροί μου είναι, είπεν ο ήρως, οι Σκύθαι, οι Ούννοι, οι Βούλγαροι, οι Σλάβοι, οι Πέρσαι, όλοι της πολιτείας οι εχθροί. Ω θαυμάσιε άνερ! ανεβόησεν ο χωρικός, προσπεσών εις τους πόδας του. Υγίαινε, φίλε, τον είπεν ο Βελισάριος, αγκαλιζόμενος αυτόν. Είναι κακά άφευκτα· ό,τι δε δύναται ο δίκαιος είναι το να μη γενή άξιος των ιδίων του. Εάν ποτέ της εξουσίας η κατάχρησις, των νόμων η λήθη, των πονηρών η ευτυχία σε παροργίζη, ενθυμού τον Βελισάριον. Υγίαινε.
Κεφάλαιον Ε'.
Η σταθερότης του μετ' ολίγον εδοκίμασε πολύ επιπονωτέραν δοκιμασίαν. Είναι δε καιρός να είπωμεν τα από τον καιρόν της φυλακώσεώς του.
Την νύκτα, καθ' ήν συνελήφθη και εσύρθη εις τα δεσμά ως επίβουλος της πολιτείας, ο τρόμος και η θλίψις διεχύθησαν εις το παλάτιόν του. Η έγερσις της Αντωνίνης, της γυναικός του, και της Ευδοξίας της κόρης του της μονογενούς, ήτο οικτρότατον λύπης και τρόμου θέαμα, η Αντωνίνη αναλαβούσα τέλος από την παραφροσύνην της, και ενθυμουμένη τας οποίας παρά της αυτοκρατορίσσης ελάμβανε χάριτας, έψεγεν εαυτήν ως δειλήν διά τον τρόμον, τον οποίον έδειξεν. Έχουσα δε οικειοτάτην με την Θεοδώραν φιλίαν, ούσα συμμέτοχος όλων αυτής των ηδονών, ήτο βεβαία περί της βοηθείας της, ή μάλλον, ενόμιζεν, ότι ήτο βεβαία. Υπήγε λοιπόν, εγερθείσα, και, παρόντων όλων των αυλικών, Κυρία, είπε γονυπετής, εάν ο Βελισάριος πολλάκις ευτύχησε να σώση την αυτοκρατορίαν, ζητεί εις ανταμοιβήν, το εις αυτόν προσαπτόμενον ανοσιούργημα να κηρυχθή δημοσίως, και να υποχρεωθώσιν οι εχθροί του να τον κατηγορήσωσι κατά πρόσωπον εις το δικαστήριον του αυτοκράτορος. Η άδεια του να τας εξελέγξη είναι η χάρις η μόνη ανταξία αυτού. Η Θεοδώρα την ένευσε να σηκωθή, και την απεκρίθη ψυχρότατα. Εάν ο Βελισάριος ήναι αθώος, ουδείς φόβος. Εάν δε ήναι ένοχος, γνωρίζει ικανώς του δεσπότου του την επιεικείαν, ώστε ημπορεί να τον εξιλεώση. Ύπαγε, κυρία, δεν θέλω λησμονήσει ποτέ, ότι μετέσχες των ευεργεσιών μου. Η ψυχρά αύτη υποδοχή, το τραχύ αποχαιρέτημα, έφεραν την Αντωνίνην εις αθυμίαν. Ωχρά, και τρέμουσα, απεμακρύνθη, χωρίς να τολμήση κανείς να αναβλέψη προς αυτήν. Και ο Βαρσάμης, τον οποίον απήντησεν ήθελε παρέλθει και αυτός χωρίς να την ίδη, αν αυτή δεν τον επλησίαζεν. Ούτος ήτον, ο ταμίας, ο αγαπημένος της Θεοδώρας ευνοούμενος. Η Αντωνίνη τον παρεκάλεσε να ευδοκήση να την ειπή, ποίον ήτο το ανοσιούργημα, διά το οποίον εκατηγορείτο ο Βελισάριος. Εγώ, κυρία, την είπε. δεν ηξεύρω τίποτε, δεν δύναμαι τίποτε, δεν με μέλει διά τίποτε, εκτός του χρέους μου. Εάν έκαστος έκαμνε τούτο μόνον, όλοι οι άνθρωποι ήθελαν είσθαι ήσυχοι.
Α! η συνωμοσία έγινεν, είπεν αύτη, και ο Βελισάριος απωλέσθη. Περαιτέρω απήντησεν άνθρωπον, ο οποίος εχρεώστει εις αυτόν την ευτυχίαν του, και την προτεραίαν έτι ήτον αφοσιωμένος εις αυτόν. Θέλει να τον ομιλήση, αλλ' ούτος χωρίς να καταδεχθή να την ακροασθή: Ηξεύρω τας δυστυχίας σου, την είπε, λυπάμαι δι' αυτάς αλλά, συγχώρησέ με, σπεύδω χάριν τινά να ζητήσω, δεν έχω ουδέ στιγμήν να χάσω. Υγίαινε, κυρία, κανείς δεν σε αγαπά υπέρ όσον εγώ. Υπήγε να εύρη πάλιν την κόρην της, και μετά μίαν ώραν την ειδοποίησαν, ότι έπρεπε να εκβή από την πόλιν, και να υπάγη εις το παλαιόν τούτο αγροπύργιον, όπου εστάλθησαν εξόριστοι.
Η θέα του ερήμου και κατηδαφισμένου τούτου αγροπυργίου, όπου η Αντωνίνη έβλεπεν εαυτήν ως θαμμένην, την έφερεν εις την εσχάτην αθυμίαν.
Αυτού ως έφθασεν, ησθένησε, και η ευαίσθητος ψυχή της Ευδοξίας διεσπαράχθη, ευρεθείσα μεταξύ του πατρός της, κατηγορηθέντος, δεσμίου, παραδομένου ως κατασπάραγμα εις τους εχθρούς του, και της μητρός, της οποίας η ζωή τηκομένη από την θλίψιν, δεν προεμήνυεν άλλο, πλην θάνατον βραδύν. Τας καλητέρας ημέρας του βίου της η αξιέραστος αύτη κόρη εδαπάνα, την μητέρα της φιλοστόργως θεραπεύασα, τας δε νύκτας της κλαίουσα, και αι στιγμαί, τας οποίας η φύσις έκλεπτεν από την θλίψιν της, διά να τας αφιερώση εις τον ύπνον, εταράττοντο από τρομερά ενύπνια. Η εικών του πατρός της εις τα βάθη του δεσμωτηρίου, καταβεβαρυμένα από αλύσας, την ηκολούθει αδιακόπως και τα ολέθρια περί της μητρός της προαισθήματα ηύξανον έτι τον τρόμον αυτής.
Η μετ' ακριβείας και τρόμου γνώσις, την οποίαν η Αντωνίνη περί της αυλής είχε, την έκαμε να αισθάνεται, ότι το μίσος και η λύσσα κατατρέχουν τον σύζυγόν της. Οποίος θρίαμβος, έλεγεν, όλων εκείνων των αγενών και φθονερών, τους οποίους τόσας χρόνους η ευτυχία εναρέτου ανδρός ταπεινόνει και βασανίζει! Οποία αγαλλίασις εις τους βλέποντας αυτόν πάσχοντα! Φαντάζομαι το μειδίαμα της πονηρίας, το μυστηριώδες σχήμα της συκοφαντίας, ήτις υποκρίνεται, ότι τάχα δεν λέγει όλα, όσα ηξεύρει, και προσποιείται, ότι δεν θέλει να βλάψη τον υπ' αυτής φονευόμενον δυστυχή. Τους χαμερπείς εκείνους κόλακας, τους μηδαμινούς εκείνους φιλαρέσκους, όλους τους βλέπω, τους ακούω χαίροντας διά την καταστροφήν μας. Ω κόρη μου! Εις την δυστυχίαν, συ έχεις καν παρηγορίαν, ότι δεν έχεις σεαυτήν ουδέν να μεμφθής. Εγώ όμως καταισχύνομαι διά την παρελθούσαν ευτυχίαν μου μάλλον παρά διά τας παρούσας συμφοράς μου. Αι συνεταί του πατρός σου νουθεσίαι με ηνώχλουν. Εις μάτην με παρήγγελλε να φεύγω τας παγίδας της αυλής, να νομίζω δόξαν και τιμήν μου τα απλά και χρηστά ήθη, να ζητώ την ειρήνη και την ευδαιμονίαν εντός της οικίας μου, και ν' απέχω από δουλείαν, της οποίας τα επίχειρα ήθελαν είσθαι η αισχύνη. Ωνόμαζον δυστροπίαν την λυπηράν αυτού πρόνοιαν, προσεκλαιόμην εις τους εχθρούς του. Οποία πλάνη!. πόσον φρικώδης η εκ ταύτης επιστροφή! Φωτίζομαι ως από κεραυνού βολήν· βλέπω την άβυσσον, ενώ πίπτω εις αυτήν. Εάν ήξευρε, κόρη μου, πόσον ψυχρώς με απέπεμψεν η αυτοκρατόρισσα εκείνη, εις την οποίαν η ψυχή μου ήτον υποδουλωμένη, εκείνη της οποίας αι φαντασιοκοπίαι ήσαν αι μόναι θελήσεις μου. Η αυλή δε εκείνη, ήτις την προτεραίαν εμειδία τόσον κολακευτικώς! . . . . . σκληροί και επίβουλοι άνθρωποι!. . . . . ουδείς, ως με είδαν εκβαίνουσαν με κεκλιμένους εις την γην και πλήρεις δακρύων οφθαλμούς, ουδείς κατεδέχθη να με πλησιάση. Η δυστυχία είναι εις αυτούς ως λοιμός, όστις τας κάμνει από τον τρόμον να οπισθοδρομώσι.
Τοιαύται ήσαν αι σκέψεις της γυναικός ταύτης, την οποίαν η πτώσις της, διδάσκουσα την αληθινήν της αυλής αξίαν, δεν την απέσπασεν απ' αυτήν, και ήτις ακόμη ηγάπα ό,τι κατεφρόνει.
Ολόκληρον έτος παρήλθεν, και ουδέν έτι εφανερόνετο περί της δίκης του Βελισαρίου. Είχεν ανακαλυφθή συνωμοσία· αυτόν διέβαλλον, ότι την ωργάνισε, η φωνή των εχθρών του, την οποίαν ονόμαζαν κοινήν φωνήν, απέδιδεν εις αυτόν τούτο το ανοσιούργημα. Οι αρχηγοί αυτής, επιμόνως σιωπώντες, απέθαναν βασανιζόμενοι, χωρίς να φανερώσωσι τον πρωτουργόν της συνωμοσίας. Τούτο ήτο το μόνον τεκμήριον, το οποίον είχον περί Βελισαρίου. Όθεν, δι' έλλειψιν απαδείξεως, τον άφιναν να τήκεται εις ταλαιπωρίαν, ελπίζοντες, ότι ο θάνατος ήθελε τους απαλλάξει από την χρείαν των ελέγχων. Εντοσούτω οι παλαιοί στρατιώται του, οι διεσπαρμένοι μεταξύ τα λαού, απήτουν τον στρατηγόν των, και ηγγυώντο περί της αθωότητός του. Διήγειραν το πλήθος εις επανάστασιν, και εφοβέρισαν, ότι θέλουν συντρίψει τας πύλας της φυλακής, εάν δεν τον ελευθερώσουν. Η στάσις αυτή παρώξυνε τον αυτοκράτορα· η δε Θεοδώρα, δράξασα την στιγμήν, καθ' ήν η οργή τον παρεκίνει εις αδικίαν· έστω, είπεν, ας τους αποδοθή αυτός, αλλ' ούτως, ώστε να μη δύναται πλέον να τους οδηγή. Η βδελυρά αύτη συμβουλή υπερίσχυσε, και τούτο υπήρξε του Βελισαρίου η καταδίκη· άμα τον είδε το πλήθος εκβαίνοντα εκ της φυλακής τυφλόν, άρχισαν ευθύς, ως μαινόμενοι, να φωνάζωσιν από την λύπην των. Αλλ' ο Βελισάριος τους κατεπράυνε· Παιδία μου, τους είπεν, ο αυτοκράτωρ ηπατήθη· πας άνθρωπος υπόκειται εις απάτην· πρέπει να τον λυπηθήτε, να τον υπηρετήτε. Η αθωότης μου είναι το μόνον, το οποίον με μένει αγαθόν· αφήσατέ μοι την. Η επανάστασίς σας δεν θέλει με αποδώσει ό,τι απεστερήθην· θέλει με αφαιρέσει και εκείνο, το οποίον με παρηγορεί διά ταύτην την αποστέρησιν. Οι λόγοι ούτοι ημέρωσαν τα πνεύματα. Ο λαός επρόσφερεν εις τον Βελισάριον παν, ό,τι είχεν. Ο Βελισάριος τους ευχαρίστησε. Δότε μοι μόνον, είπε κανένα από τα παιδία σας, διά να με χειραγωγήση, όπου με προσμένει η οικογένειά μου.
Το με τους Βουλγάρους συνάντημά του τον απέτρεψεν από τον δρόμον του. Διά τούτο ο Τιβέριος υπήγε πρότερον. Ο κρότος αμάξης εις την αυλήν του αγροπυργίου έκαμε την Αντωνίνην και την Ευδοξίαν να σκιρτήσωσι. Η Ευδοξία είχε τρέξει με καρδίαν παλαίουσαν, αλλά, φευ! αντί του πατρός της, βλέπουσα νέον τινά μόνον άγνωστον, στρέφει προς την μητέρα της. Δεν είναι εκείνος, είπε στενάξασα.
Παλαιός τις οικέτης, Ανσέλμος τ' όνομα, επλησίασε τον Τιβέριον, όστις τον ηρώτησεν, εάν εκεί ο Βελισάριος απεσύρθη. Εδώ η γυνή και η κόρη του τον προσμένουν, απεκρίθη ο πιστός Ανσέλμος, αλλά καθ' εκάστην ψεύδονται της ελπίδος των. Α! είθε να ήμην ο ίδιος εις τον τόπον του, να τον έβλεπα ελεύθερον! Ελευθερώθη, τον είπεν ο Τιβέριος, έρχεται· εντός ολίγου θέλετε τον ιδεί. Έπρεπε μάλιστα έως τώρα να έλθη — Α! ελθέ λοιπόν, ελθέ να δώσης την καλήν ταύτην αγγελίαν εις την οικογένειάν του. Υπάγω να αναγγείλω, ότι ήλθες. Κυρία, εφώναξε τρέχων προς την Αντωνίνην, χαίρε, ο καλός μου κύριος ζη· είναι ελεύθερος· σε αποδίδεται.
Νέος τις ελθών το βεβαιόνει, και ενόμιζεν ότι θα τον εύρη εδώ. Ακούουσα αυτά η Αντωνίνα, ανέλαβεν όλας τας δυνάμεις της. Πού είναι ο ξένος, ο γενναίος ούτος άνθρωπος, όστις συμπάσχει εις τας δυστυχίας μας; Ας έλθη, α! ας έλθη, είπεν, όχι, έπαυσαν αι δυστυχίαι, εφώναξεν η Ευδοξία πίπτουσα εις την κλίνην της μητρός της, και σφίγξασα αυτήν εις τας αγκάλας της, είπεν. Ο πατήρ ζη, είναι ελεύθερος, θέλομεν τον ιδεί πάλιν. Α! μήτερ, ας λησμονήσωμεν την λύπην μας! Ο Θεός μας αγαπά, μας ενόνει πάλιν;
Με φέρεις πάλιν εις την ζωήν; ηρώτησεν η Αντωνίνη τον Τιβέριον. Είναι αληθές τωόντι, ότι ο σύζυγός μου θριαμβεύει κατά των εχθρών του; Ο νέος καταθλιβόμενος, ότι έμελλε να την χαροποιήση ψευδώς, απεκρίθη, ότι τωόντι ο Βελισάριος ήτον ελεύθερος, ότι τον είδεν, ότι τον ωμίλησε, και ότι, νομίζων, ότι επέστρεψεν εις την οικογένειάν του, ήρχετο να τω προσφέρη την υπηρεσίαν του ως καλός γείτων.
Η Ευδοξία, έχουσα εις τον Τιβέριον προσκολλημένους τους οφθαλμούς, εξεπλάγη διά την σκυθρωπότητά του, την οποίαν αυτός επάσχιζε να κρύψη. Φέρεις, τον είπεν, εις την εξορίαν μας ηδίστην παραμυθίαν, και όχι μόνον δεν χαίρεις διά το καλόν, το οποίον μας κάμνεις, αλλά φαίνεσαι, ότι έχεις ενδόμυχον βαθείαν λύπην· άραγε διά την αθλιότητά μας θλίβεσαι; ω! ας έλθη ο πατήρ μου ας απωδώση την υγείαν εις τούτο το ήμισυ του όντος του συσταίνοντος εαυτόν, και θέλεις ιδεί, αν ήναι χρεία πλούτου διά να ευτυχή τις.
Η φύσις εις τας τοιαύτας στιγμάς είναι αφ' εαυτής τόσον πειστική, ώστε η Ευδοξία δεν εχρειάσθη άλλο, ειμή όσα ησθάνετο, διά να κατανύξη και γοητεύση τον Τιβέριον. Δεν είδε λοιπόν αυτός, εάν ήτον ωραία· αλλά μόνον, ότι ήτον ενάρετος και φιλοπάτωρ θυγάτηρ, την οποίαν η ευτυχία και η φιλοστοργία κατέσταινον ανωτέραν της δυστυχίας. Μη εκλαμβάνης, κυρία, την είπε, το αίσθημα, το οποίον δεν ημπορώ να κρύψω, ως συμπάθειαν εξυβριστικήν. Εις οποιανδήποτε κατάστασιν ο Βελισάριος και η οικογένειά του καταντήσουν, και αυτή των η δυστυχία θέλει είσθαι επίφθονος. Τι ομιλείς περί δυστυχίας; απεκρίθη η μήτηρ· εάν απέδωκαν την ελευθερίαν εις τον σύζυγόν μου, εγνώρισαν την αθωότητά του· πρέπει λοιπόν ν' απέδωκαν εις αυτόν τα αξιώματα και τα κτήματά του.
Κυρία, λέγει ο Τιβέριος, ήθελα σε προξενήσει έκπληξιν σκληροτάτην, εάν σ' επαράσταινα την κατάστασίν του καλήν· εις μόνην την αγάπην του λαού χρεωστεί την ελευθερίαν του· διότι φοβούμενοι επανάστασιν, συγκατένευσαν οι εχθροί του· αλλά συγκατανεύσαντες εις τούτο, τον απέπεμψαν όσον το δυνατόν δυστυχή.
Δεν με μέλει, μήτερ μου, απεκρίθη η Ευδοξία, είναι ζωντανός και φθάνει να μας άφησαν εδώ ολίγην γην να εργαζώμεθα, και δεν θέλομεν είσθαι ελεεινότεροι παρά τούτους τους γεωργούς, τους οποίους βλέπω εις τους αγρούς. Ω Θεέ! εφώναξεν ο νέος, η θυγάτηρ του Βελισαρίου να καταντήση εις την αναξίαν ταύτην κατάστασιν! και διά τι; είπεν εκείνη. Δεν ήτον αναξία των ηρώων της εναρέτου και ελευθέρας Ρώμης. Ο Βελισάριος δεν θέλει ερυθριάσει γενόμενος ίσος του Ρηγούλου. Η μήτηρ μου και εγώ αφότου εξωρίσθημεν, εμάθαμεν τας λεπτομερείς και μικράς εργασίας της οικίας. Ο ένδοξός μου πατήρ θέλει ενδυθή φόρεμα κλωσμένον με τας χείρας μου.
Ο Τιβέριος δεν εδύνατο να κρατήση τα δάκρυα, βλέπων την αγαθήν και αθώαν χαράν της αξιεράστου ταύτης κόρης. Φευ! έλεγε καθ' εαυτόν· οποία τρομερά πληγή μέλλει να την αποσπάση από την γλυκείαν ταύτην φρεναπάτην· και με οφθαλμούς εστηριγμένους εις την γην, έστεκεν έμπροσθέν των, σιγών από την λύπην.
Κεφάλαιον ς'
Αυτήν ταύτην την στιγμήν εμβαίνει ο Βελισάριος εις την αυλήν του αγροπυργίου. Ο πιστός Ανσέλμος τον βλέπει, προχωρεί, αναγνωρίζει τον αυθέντην του, και περιχαρής τρέχει εις απάντησίν του. Αλλ' αίφνης παρατηρήσας, ότι είναι τυφλός, Θεέ μου, είπεν, ω αγαθέ μου αυθέντα! Διά τούτο λοιπόν έζησεν ο ταλαίπωρος Ανσέλμος, διά να σε ιδή εις τοιαύτην κατάστασιν; εκ των λόγων των διακοπτομένων απ' ολολυγμούς αναγνωρίζει ο Βελισάριος τον Ανσέλμον, όστις, προσπεσών εναγκαλίζεται τα γόνατά του. Τον σηκόνει, τον παρακινεί να καταπραΰνη την λύπην του, και, χειραγωγούμενος υπ' αυτού, υπάγει προς την γυναίκα και την θυγατέρα του.
Η Ευδοξία βλέπουσα αυτόν, εκβάλλει μόνον κραυγήν, και πίπτει λειποθυμήσασα. Η Αντωνίνα από βραδύν, ως προείπον, πυρετόν τηκομένη, ως τον είδεν, εξαίφνης κυριεύεται από σφοδροτάτην παραφοράν· εκπηδά από την κλίνην της, ισχυροποιηθείσα από την μανίαν, και αποσπασθείσα από τας χείρας του Τιβερίου και την νοσοκόμα, θέλει να κατακρημνισθή· η Ευδοξία αναζωογονουμένη από την φωνήν της μητρός της, τρέχει, την αρπάζει, και την εναγκαλίζεται. Μήτερ, λέγει, α! μήτερ μου, ευσπλαγχνίσου με. Αφήσατέ με ν' αποθάνω, έκραξεν η παραφρονήσασα αύτη γυνή. Η ζωή δεν ήθελε με χρησιμεύσει, ειμή διά να τον εκδικήσω, και διά να αποσπάσω την καρδίαν του. Τα θηρία! αυτή είναι η ανταμοιβή του! χωρίς αυτόν ποσάκις ήθελαν είσθαι καταχωσμένοι υπό τας τέφρας των ανακτορίων των. Το έγκλημά του είναι, ότι παρέτεινε την μυσαράν τυραννίαν των. . . . . Ετιμωρήθη δι' αυτό· οι λαοί ικανοποιήθησαν. . . . . Ω την θηριωδίας! Ω της φρικτής ποταπότητος! . . . . . Το στήριγμά των! Τον σωτήρα των!. . . . . Σκληρά αυλή! Συνέδριον τίγρεων! Ω Θεέ! αύτη είναι η δικαιοσύνη σου; Ιδέ, ποίους αφίνεις να ευημερώσιν.
Η Αντωνίνη εις την παραφοράν της ποτέ μεν εμάδιζε την κόμην, ποτέ δε εξέσχιζε το πρόσωπον, ποτέ δε εκτείνουσα τους τρέμοντας βραχίονάς της, έτρεχε προς τον σύζυγόν της, τον έσφιγγεν εις τας αγκάλας την, τον κατέβρεχε με τα δάκρυά της, και άλλοτε απωθούσα έντρομος την θυγατέρα της, απόθανε, την έλεγε, εις την ζωήν μόνοι οι κακούργοι, μόνοι οι άτιμοι ευτυχούσιν.
Εκ ταύτης της παραφοράς έπεσεν εις θανάτου χαύνωσιν, και ατονήσασα ολοτελώς από τους σφοδρούς της φύσεως αγώνας, εξέπνευσε μετ' ολίγας ώρας.
Γέρων τετυφλωμένος, γυνή νεκρά, θυγάτηρ απηλπισμένη, δάκρυα, κραυγαί, στεναγμοί, και, κολοφών των κακών, εγκατάλειψις, ερημία, και ένδεια· ιδού η κατάστασις εις την οποίαν παρουσιάζει η τύχη εις τους οφθαλμούς του Τιβερίου οίκον, όστις τριάκοντα έτη υπήρξεν ένδοξος και ευδαίμων! Α! είπεν, ενθυμηθείς τους λόγους σοφού τινος· ιδού λοιπόν το θέαμα, εις το οποίον ο Θεός αρέσκεται, ο δίκαιος παλαίων προς τον καταδιωγμόν της τύχης, και νικών αυτήν διά της μεγαλοψυχίας,
Ο Βελισάριος άφησεν ελευθέραν την θλίψιν της κόρης του, και ο ίδιος παρεδόθη εις όλην την ιδικήν του· αλλ' αφού επλήρωσεν εις την φύσιν τον φόρον ψυχής αισθητικής, συνήλθεν από την αθυμίαν με ρώμην ηρωικήν.
Η Ευδοξία απέπνιγε τους ολολυγμούς της, φοβουμένη, μήπως αυξήση την θλίψιν του πατρός της. Θλίβεσαι, κόρη μου, την είπε, δι' εκείνο, το οποίον μέλλει να μας καταστήση ευσταθείς και ανωτέρους των δυστυχιών. Η μήτηρ σου, αφού ετιμωρήθη διά τας πλάνας της ζωής της, απολαύει αιώνιον ειρήνην· και τώρα αυτή μας λυπείται, διότι είμεθα ηναγκασμένοι να επιζήσωμεν εις αυτήν. Η ψυχρά αύτη ακινησία, εις την οποίαν αφίνει το λείψανόν της, μηνύει την γαλήνην εις την οποίαν εβυθίσθη. Ιδού πώς όλα της ζωής ταύτης τα κακά είναι μάταια. Μία πνοή, μία στιγμή τα διασκεδάζει. Η αυλή και η αυτοκρατορία έγιναν άφαντα από τας οφθαλμούς της μητρός σου· και από τους κόλπους του Θεού βλέπει τον κόσμον τούτον ως στιγμήν τινα εις το άπειρον. Ιδού τι κάμνει εις την δυστυχίαν η παρηγορία η δύναμις του σοφού. — Α! δος μοι την δύναμιν ταύτης, την οποίαν η φύσις μ' απαρνείται, ν' ανθέξω εις τόσα δεινά. Ήθελα υποφέρει την αθλιότητα· αλλά να ιδώ μητέρα λατρευομένην ν' αποθάνη από λύπην εις τας αγκάλας μου! να σε βλέπω, πάτερ μου, εις την τρομεράν ταύτην κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφερε των ανθρώπων η σκληρότης. . . . . Κόρη μου, την είπεν ο ήρως, αφαιρέσαντές μου τας οφθαλμούς, δεν έκαμαν άλλο, ειμή ό,τι το γήρας, ή ο θάνατος έμελλε να κάμωσιν. Όσον δε διά τα πλούτη μου, κακώς ήθελες τα απολαύσει, εάν δεν ήξευρες να ζήσης χωρίς αυτών. Α! μάρτυς μου ο Θεός, είπεν, ότι η λύπη μου δεν προέρχεται από την στέρησιν αυτών. Μη λυπήσαι λοιπόν πλέον διά τίποτε, την απεκρίθη ο πατήρ της, και με την χείρα του εσφόγγισε τα δάκρυά της.
Ο Βελισάριος μαθών, ότι νέος τις άγνωστος επρόσμενε να τον ομιλήση, τον μετεκάλεσε, και τον ηρώτησε, διά τι ήλθε. Δεν είναι τώρα καιρός να σε προσφέρω παραμυθίας, τον είπεν ο Τιβέριος. Ένδοξε και δυστυχές γέρον, σέβομαι την λύπην σου, μετέχω αυτής, και ζητώ από τον Θεόν να με αφήση να την ανακουφίσω. Μέχρι δε τούτου δεν έχω άλλο να κάμνω, παρά να μιγνύω τα δάκρυά μου με όσα βλέπω να χύνης.
Μετ' ολίγον ήλθεν η ώρα ν' αποδοθώσιν εις την Αντωνίνην τα οφειλόμενα της κηδείας, και ο Βελισάριος στηριζόμενος επί της θυγατρός του, συνώδευσε τον νεκρόν της γυναικός του εις τον τάφον. Η λύπη του ήρωος ήτον λύπη σοφού· ήτον μεγάλη, αλλ' ήσυχος, και μεγαλοπρέπειάν τινα έχουσα. Επί του προσώπου του εικονίζετο το πένθος, αλλά σιωπηλόν και εμβριθές. Το υψηλόν του μέτωπον, μη προκαλούν την ειμαρμένην, εφαίνετο εκτεθειμένον εις τας προσβολάς αυτής. Ο Τιβέριος αυτός παρευρέθη εις την θλιβεράν ταύτην προπομπήν· ήτο θεατής του κατανυκτικού πόθου, τον οποίον η Ευδοξία έδειχνε προς την μητέρα της, και επέστρεψε τεθλιμμένος.
Ο Βελισάριος τότε αποτεινόμενος προς αυτόν, είπε. Γενναίε νεανία, συ είσαι, το βλέπω, όστις εφρόντισες να με συστήσης καθ' οδόν· ειπέ, τις είσαι, και τι δύναται να σε κινήση εις την γενναίαν ταύτην προς εμέ προθυμίαν σου. Ονομάζομαι Τιβέριος, απεκρίθη ο νέος· εστράτευσα υπό τον Ναρσήν εις Ιταλίαν, έπειτα ήμην εις τον πόλεμον της Κολχίδος. Είμαι δε είς των θηρευτών εκείνων, εις τους οποίας εζήτησες καταφύγιον, και των οποίων το απερίσκεπτον τόσον συνετώς περιέστειλες. Δεν ηδυνάμην να ησυχάσω κατ' εμαυτόν, εάν δεν ηρχόμην να σε ζητήσω συγγνώμην, και χάριν τινά έτι πολυτιμοτέραν. Είμαι πλούσιος. Ίσως τούτο είναι δυστυχία· αλλ' εάν ήθελες, ημπορούσε να είναι αγαθόν. Εδώ πλησίον έχω αγροκήπιον, και όλη η φιλοδοξία μου ήθελεν είσθαι να το καθιερώσω, καταστένον αυτό καταφύγιον ηρώων.
Το προς εσέ εύστοργον σέβας μου είναι τιμή τόσον απλή, ώστε δεν ήθελα τολμήσει να καυχηθώ δι' αυτήν· αρκεί ν' αγαπά τις την πατρίδα, διά να γίνη μέτοχος της του Βελισαρίου εκπτώσεως, και να επικουφίζη αυτήν. Αλλά πόθος άξιος να σε κινήση εις συμπάθειαν είναι ο ιδικός μου, είναι πόθος νέου επιθυμούντος εμπαθώς να αξιώση την φιλίαν ήρωος, και ν' αρυσθή εκ της ψυχής του, ως εξ αυτής της πηγής, σύνεσιν, δόξαν και αρετήν. Τιμάς υπέρπολυ το γήρας μου, τον απεκρίθη ο Βελισάριος· αλλά παρατηρώ ψυχήν αγαθήν εκ της συμπαθείας, την οποίαν δεικνύεις εις την δυστυχίαν μου. Ταύτην την στιγμήν επιθυμώ να ήμαι μόνος κατ' εμαυτόν. Η κατατεταραγμένη ψυχή μου έχει χρείαν ησυχίας εις την σιωπήν. Αλλ' εις το εξής δέχομαι μέρος εκείνων, τα οποία με προβάλλεις, την ηδονήν του να ζήσωμεν ως καλοί γείτονες, και να έχωμεν σχέση μεταξύ μας. Αγαπώ την νεότητα· η ψυχή νεάζουσα έτι, εις ταύτην την ευδαίμονα ηλικίαν είναι επιδεκτική της του καλού αισθήσεως, φλέγεται και υψόνεται προς το μέγα, και τίποτε εισέτι δεν την κρατεί αιχμάλωτον. Έρχου να με βλέπης· μεγάλην ευχαρίστησιν θέλω λαμβάνει συνομιλών μετά σου.
Εάν με νομίζης άξιον ταύτης της συνομιλίας, επανέλαβεν ο Τιβέριος, διά τι να μην ήμαι και άξιος να σ' έχω ολοτελώς; Οι προπάτορές μου θέλουν τιμάσθαι, βλέποντες την κληρονομίαν των να γίνη κτήμα σου, και την οικίαν των καταφύγιόν σου. Θέλεις εκεί τιμάσθαι και υπηρετείσθαι ευλαβώς παρ' όλων των περί εμέ· μετά σπουδής θέλουν εκπληρόνει το ευσεβές τούτο χρέος κατά το παράδειγμά μου.
Νεανία, τα είπεν ο Βελισάριος, είσαι καλός· αλλ' ας μη κάμωμεν καμμίαν αφροσύνην. Ειπέ με· διότι δέκα έτη είναι, αφού ζω μακράν του κόσμου· ποίον είναι του πατρός σου το επάγγελμα, και ποίους περί σου έχει σκοπούς. Ημείς καταγόμεθα, του είπεν ο Τιβέριος, εκ μιας εκείνων των οικογενειών, τας οποίας ο Κωνσταντίνος εκάλεσεν από την Ρώμην, και προς τας οποίας έκαμε μεγάλας ευεργεσίας. Ο πατήρ μου υπηρέτησεν επί του Ιουστίνου με ικανήν υπόληψιν. Ετιμάτο και ηγαπάτο από τον δεσπότην του. Επί του νέου βασιλέως επροτιμήθησαν άλλοι αντ' αυτού, το οποίον νομίσας άδικον, απεμακρύνθη. Μετενόησεν έπειτα, και έχει δι' εμέ τόσην φιλοτιμίαν, όσην διά τον εαυτόν του δεν είχεν. Αρκεί, τον είπεν ο Βελισάριος. Δεν θέλω να προξενήσω κανέν εμπόδιον εις την προχώρησιν του υιού του. Ακολουθών της καρδίας σου την κίνησιν, δεν αισθάνεσαι άλλο παρά την ηδονήν του να ήσαι γενναίος· και τωόντι τούτο είναι ηδονικόν. Αλλά βλέπω, ότι διά σε είναι επικίνδυνον το να εμπλεχθής εις την δυστυχίαν εξωρισμένου. Φίλε μου, είτε δίκαιον έχει η αυλή, είτε άδικον, δεν διορθόνεται. Λησμονεί τον ένοχον, τον οποίον ετιμώρησεν, αλλά μισεί πάντοτε τον αθώον, τον οποίον εθυσίασε, διότι τ' όνομά του μόνον είναι όνειδος, η δε ύπαρξίς του, θλίβει ως ο έλεγχος της συνειδήσεως τους διώκτας του. Πασχίζω, είπεν ο νέος, να δικαιολογήσω την διαγωγήν μου. Ο αυτοκράτως ενδεχόμενον να ηπατήθη, αλλ' αρκεί να του δείξη τις την αλήθειαν.
Δεν πρέπει ούτε να συλλογισθής περί τούτου, είπεν ο ήρως· το κακόν έγινεν· είθε να το λησμονήση προς ησυχίαν του γήρατός του!
Γενού λοιπόν έτι γενναιότερος, είπεν ο Τιβέριος, απάλλαξέ τον από το αιώνιον όνειδος του, ότι σε άφησε να κατατήκεσαι εις την ταλαιπωρίαν. Η αναξία κατάστασις, εις την οποίαν σε βλέπω, είναι θέαμα άτιμον εις την ανθρωπότητα, αισχρόν εις τον θρόνον, υβριστικόν εις τους χρηστούς άνδρας και φοβερόν εις τους ομοίους σου.
Εκείνοι, τους οποίους θέλει φοβίσει, δεν είναι όμοιοί μου, απεκρίθη. Εγώ νομίζω μάλιστα, ως συ, ότι η κατάστασις μου δύναται να εμπνεύση αγανάκτησιν άμα και έλεος· ο ταλαίπωρος τυφλός δεν ημπορεί να κινήση εις υποψίαν, αλλ' εις συμπάθειαν· όθεν ο σκοπός μου είναι να κρύπτωμαι· εάν δε εφανερώθην εις τους φίλους σου, την αφροσύνην ταύτην μ' έκαμε να πράξω η προς τας αστοχάστους νέους ανυπομονησία μου. Αυτή θέλει είσθαι η τελευταία και καταφύγιόν μου ο τάφος· υγίαινε. Ο αυτοκράτωρ ενδέχεται να μην ηξεύρη, ότι οι Βούλγαροι είναι εις την Θράκην· μη αμελήσης να του το ειδοποιήσης.
Ο νέος ανεχώρησε πολύ λυπημένος, διότι δεν ηδυνήθη να επιτύχη καλήτερα, και ανήγγειλεν εις τον αυτοκράτορα, όσα τον είχεν ειπεί ο Βελισάριος. Ο Ιουστινιανός εξέπεμψε στρατεύματά τινα, και μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη, ότι οι Βούλγαροι εδιώχθησαν. Τώρα, είπεν εις τον Τιβέριον, ημπορούμεν ασφαλώς να ιδώμεν τον δυστυχή εκείνον γέροντα· Εγώ θέλω ονομάζεσθαι πατήρ σου, και πρόσεξε μη ειπής τίποτε, το οποίον να μας προδώση. Εις το ήμισυ του δρόμου, του φέροντος εις το καταφύγιον του Βελισαρίου, ήτο ο τόπος, όπου ο αυτοκράτωρ διαφεύγων των αυλικών τα βλέμματα, υπήγε να τον ίδη την επαύριον.
Κεφάλαιον Ζ'.
Ιδού λοιπόν πού κατοικεί εκείνος, όςτις τοσάκις με κατέστησεν νικητήν· είπεν ο Ιουστινιανός προχωρών υπό στοάν παλαιάν και σεσαθρωμένην. Ο Βελισάριος, όταν έφθασαν αυτού, εσηκώθη να τους υποδεχθή. Ο αυτοκράτωρ, βλέπων, εις ποίαν κατάστασιν έφερε τον σεβάσμιον γέροντα, συνεταράχθη από αίσχος και επιπλήξεις της συνειδήσεως, έκβαλε θλιβεράν κραυγήν, και, στηριζόμενος εις τον Τιβέριον, εκάλυψε τα όμματά του με τας χείρας του, ως ανάξιος να βλέπη το φως, το οποίον ο Βελισάριος δεν έβλεπε πλέον. Οποίαν κραυγή ακούω; ηρώτησεν ο γέρων. Σε φέρω τον πατέρα μου, είπεν ο Τιβέριος, τον οποίον η δυστυχία σου φέρει εις μεγάλην κατάνυξη. Πού είναι; είπεν ο Βελισάριος, εκτείνας τας χείρας του. Ας πλησιάση να τον εναγκαλισθώ, διότι έχει υιόν ενάρετον. Ο Ιουστινιανός ηναγκάσθη να δεχθή τους ασπασμούς του Βελισαρίου· και αισθανθείς, ότι πιέζεται εις τας αγκάλας του, συνεκινήθη τόσον σφοδρώς, ώστε δεν ηδυνήθη να κρατήση τους λυγμούς και τα δάκρυα. Μετρίασε, τον είπεν ο ήρως, την υπερβολικήν ταύτην συμπάθειαν· δεν είμαι ίσως τόσον δυστυχής, όσον σε φαίνομαι. Ας ομιλήσωμεν περί του νέου τούτου, όστις θέλει σε παρηγορεί εις το γήρας σου. Ναι, είπεν ο αυτοκράτωρ, διακοπτόμενος εις πάσαν λέξιν· ναι . . . . εάν με δίδης την άδειαν, ας έρχεται να συλλέγη τον καρπόν των διδασκαλιών σου. Και τι δύναμαι να τον διδάξω περισότερον, παρά το οποίον πατήρ συνετός και χρηστός ανήρ τον εδίδαξε προ εμού; ό,τι ίσως γνωρίζω ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, τούτο είναι η αυλή, ο τόπος, όπου μέλλει να ζήση· προ πολλού δε έχω τόσον ολίγην με τους ανθρώπους συγκοινωνίαν, ώστε ο κόσμος είναι εις εμέ τόσον νέος, όσον εις αυτόν. Αλλά συ, όστις είδες τα πράγματα τόσον ποικιλόμορφα, πόσον θέλεις τον βοηθήσει με τας διδασκαλίας σου! Εάν θέλη να μάθη, πώς να κάμη σταθεράν την τύχην, κακώς ποιών θέλει προσδράμει εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, καθώς βλέπετε. Εάν όμως θέλης να ήναι μόνον χρηστός ανήρ εκτιθέμενος εις πάντα κίνδυνον, από εμέ είναι τις ωφέλεια. Είναι καλών γονέων, το κυριώτερον. Αληθινά, είπεν ο Ιουστινιανός, η ευγένειά του είναι αρχαία. — Δεν εννοώ τούτο· αλλά και τούτο είναι πλεονέκτημα, εάν δεν το καταχράται τις. Ηξεύρεις, ω νέε, εξηκολούθησεν ο Βελισάριος, τι είναι η ευγένεια; Είναι προκαταβολαί, τας οποίας σας δίδει η πατρίς, κατά την υπόσχεσιν των προγόνων σας, ελπίζουσα, ότι θέλετε είσθαι εις κατάστασιν να φυλάξετε την τιμήν των εγγυητών σας. Και αι προκαταβολαί αύται, είπεν ο αυτοκράτωρ, ενίοτε κινδυνεύουσι. Δεν βλάπτει, είπεν ο γέρων· εκ τούτου η διάταξις δεν είναι ολιγώτερον ωφέλιμος. Νομίζω, ότι, όταν βρέφος εξ ευγενών γονέων γεννάται ασθενές, γυμνόν, άπορον, αναίσθητον, ως ο υιός του γεωργού, νομίζω, ότι βλέπω την πατρίδα προσερχομένην να το δεχθή και λέγουσαν προς αυτό· Τέκνον, σε ασπάζομαι, σε, όστις θέλεις αφοσιωθή εις εμέ, σε, όστις θέλεις φανή ανδρείος, γενναίος, μεγάλόψυχος, ως οι γονείς σου. Ούτοι σε άφησαν το παράδειγμά των· εις τούτο εγώ προσθέτω τα προτερήματα και τον βαθμόν των, διπλήν αιτίαν ν' αποκτήσης τας αρετάς των. Ομολόγησε, εξηκολούθησεν ο γέρων, ότι μεταξύ των δημοσιωτάτων τελετών δεν είναι αυτής μεγαλοπρεπεστέρα.
Αυτό είναι πολύ, είπεν ο Ιουστινιανός. Όταν θέλη τις να υψόνη τας ψυχάς, πρέπει να ενεργή μεγαλοπρεπώς. Και έπειτα νομίζεις, ότι δεν υπάρχει οικονομία εις την μεγαλοπρέπειαν ταύτην; Α! εάν αυτή εγεννούσε μόνον δύο ή τρείς μεγάλους άνδρας εις εκάστην γενεάν, η πολιτεία δεν ήθελεν έχει αιτίας παραπόνων, ήθελεν ανταμείβεσθαι καλά! φίλε μου, είπεν, εις τον νέον· πρέπει να ήσαι είς εξ εκείνων, οίτινες ανταμείβουν αυτήν. Τότε αποτεινόμενος προς τον αυτοκράτορα, είπε. «Μ' έδωκες την εξουσίαν να τον ομιλώ ως πατήρ;» Ω! σε παρακαλώ θερμώς, είπεν ο Ιουστινιανός. Πίστευσε λοιπόν, υιέ μου, κατά πρώτον, ότι η ευγένεια είναι φλοξ, ήτις διαδίδεται, αλλά μαραίνεται ευθύς, ως λείψει η τροφή. Ενθυμού τους προγόνους σου, επειδή ούτοι είναι εις σε παραδείγματα, αλλά πρόσεξε, μη νομίσης, ότι η φύσις παρέδωκεν εις εσέ την δόξαν ως κληρονομίαν, την οποίαν χεωστείς ν' απολαύης. Φυλάξου από την ζηλότυπον και ανυπόμονον εκείνην υπερηφάνειαν, ήτις, στηριζομένη εις όνομα απλούν, θέλει να υποκύπτωσιν εις αυτήν τα πάντα, και αγανακτεί διά τας διδομένας εις την αξίαν προτιμήσεις· επειδή η φιλοτιμία έχει ψευδές πρόσχημα ευγενείας, ευκόλως προχωρεί εις την καρδίαν ανθρώπου ευγενούς, αλλά το πάθος τούτο εις τας υπερβολάς του γίνεται χαμερπές, ως και παν άλλο. Νομίζεις σεαυτόν υψηλόν, διότι υποβιβάζεις εις σεαυτόν όλα του χρηστού ανδρός τα καθήκοντα. Εάν δε θέλης να μάθης τι κάμνεις, παρατήρησε αρπακτικόν τι πτηνόν περιπτάμενον εις την πεδιάδα, και εκλέγον με άπληστον όμμα μεταξύ χιλίων τρεμόντων ζώων εκείνο, το οποίον του αρέσει να φάγη· παρομοίως και η φιλοδοξία σκέπτεται, όταν εξυπνισθή, ποίαν αρετήν να θυσιάση. Αι, φίλε μου, η φιλαυτία, τούτο το τόσον φυσικόν πάθος, γίνεται σκληρότατον εις άνθρωπον δημόσιον, άμα καταντήση σφοδρόν. Είδον ανθρώπους, οίτινες, διά να προβιβασθώσιν, ήθελαν εκθέσει εις κινδυνον ολόκληρον στράτευμα και την τύχην ολοκλήρου κράτους. Φθονούντες τα ευτυχήματα τα μη χρεωστούμενα εις αυτούς, φοβούνται πάντοτε μη τους αφαιρέσωσι την τιμήν πράξεώς τινος λαμπράς. Εάν ετόλμων μάλιστα, ήθελαν κάμει να αποτύχωσιν εκείνοι, ως αυτουργοί των οποίων δεν δοξάζονται. Το κοινόν καλόν είναι εις αυτούς δυστυχία, εάν δεν αποδίδεται εις αυτούς. Ούτοι είναι το κινδυνωδέστατον των ανθρώπων είδος, είτε εις τας βουλάς, είτε εις τα στρατεύματα. Ο χρηστός ανήρ εκτελεί το χρέος του μη παρατηρών περί εαυτόν. Ο Θεός και η ψυχή του είναι μάρτυρες, την μαρτυρίαν των οποίων αυτός θέλει αξιωθή. Ειλικρινής προαίρεσις, κατ' επίγνωσιν ευψυχία, ζήλος πρόθυμος εις σύμπραξιν του αγαθού, ταύτα είναι της μεγάλης ψυχής τα σημεία. Ο φθόνος, η ματαιοφροσύνη, η υπερηφάνεια, όλα ταύτα είναι μικρά και ουτιδανά. Όχι μόνον δεν πρέπει ν' απαιτής εκείνο, του οποίου δεν είσαι άξιος, αλλά πρέπει και ν' απαρνήσαι εκείνο, του οποίου είσαι άξιος. Πρέπει να υποθέτης τον κυριάρχην υποκείμενον εις απάτην· διότι είναι άνθρωπος· νόμιζε ως πολλά δυνατόν, ότι η πατρίς σου και οι σύγχρονοί σου σε κρίνουν τόσον κακώς, ως εκείνος, και ότι οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν είσθαι δικαιότεροι. Τότε πρέπει να συμβουλευθής τον εαυτόν σου, και να τον ερωτήσης. Εάν εκαταντούσα εις την κατάστασιν του Βελισαρίου, ήθελα άραγε παρηγορείσθαι διά της αθωότητός μου, και της αναμνήσεώς του, ότι επλήρωσα το χρέος μου; Εάν δεν έχης σταθερώς εκτελεσμένην ταύτην την απόφασιν, ζήσε ζωήν ιδιωτικήν, διότι θέλεις πράξει ανάξια του ονόματός σου.
Αι, παρά πολλά απαιτείς από τους ανθρώπους, είπεν ο Ιουστινιανός στενάξας βαθέως, το δε παράδειγμά σου είναι τρομερόν. Είναι τρομερόν εκ της πρώτης όψεως, είπεν ο γέρων, πολύ όμως ολιγώτερον, όταν τις σκεφθή περί τούτου. Διότι, τέλος πάντων, ας υποθέσωμεν, ότι ο πόλεμος, η νόσος ή το γήρας ήθελαν με στερήσει την όρασιν, τούτο ήθελεν είσθαι δυστύχημα πολλά φυσικόν, το οποίον δεν ήθελε σας εκπλήξει. Τι δε! των ανθρώπων τα ελαττώματα δεν είναι εις την τάξιν των πραγμάτων, ως ο ερημώσας την αυτοκρατορίαν λοιμός; Τι διαφέρει το όργανον, το οποίον η φύσις μεταχειρίζεται προς εξουδένωσιν ημών; Η οργή του αυτοκράτορος, το βέλος του εχθρού, είς κόκκος άμμου, όλα είναι ίσα. Εκτιθέμενοι εις του κόσμου την σκηνήν, πρέπει να προσμένωμεν και τας μεταβολάς της. Συ αυτός διορίζων τον υιόν σου εις τα πολεμικά, δεν έβαλες προ οφθαλμών σου μύρια συμβεβηκότα επικίνδυνα; Λοιπόν συναρίθμησε με αυτά τας προσβολάς του φθόνου, τας ενέδρας της προδοσίας και της συκοφαντίας και εάν ο υιός σου φθάση εις την ηλικίαν μου χωρίς να περιπέση εις αυτά, θέλεις ευρεί, ότι εστάθη ευτυχής. Πάντα εις την ζωήν είναι συγκερασμένα. Με βλέπεις τώρα τυφλόν και πτωχόν, και κατοικούντα εις ερείπια. Αλλ' ενθυμήσου τας εις διάστημα τριάκοντα ετών νίκας και ευτυχίας, και θέλεις ευχηθή εις τον υιόν σον του Βελισαρίου την τύχην. Συ μεν έχεις τας μερίμνας πατρός, αλλ' εγώ νομίζω, ότι ο υιός σου με φθονεί έτι. Βέβαια, έκραξεν ο Τιβέριος. Αλλά πολύ ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, πρέπει να φθονή όχι τόσον τας ευτυχίας σου, όσον την καρτερίαν, με την οποίαν υπομένεις την δυστυχίαν σου. Καρτερία χρειάζεται αναμφιβόλως, είπεν ο Βελισάριος, και δεν αρκεί η προς καταφρόνησιν του θανάτου καρτερία· αυτό είναι ανδρία στρατιώτου. Η του στρατηγού καρτερία συνίσταται εις το να ήναι ανώτερος παντός περιπτώματος. Ηξεύρεις, δι' εμέ ποίος είναι ο γενναιότατος των ανθρώπων; Ο επιμένων εις την εκπλήρωσιν του χρέους του και με της δόξης του τον κίνδυνον αυτόν· ο συνετός εκείνος και σταθερός Φάβιος, όστις αφίνει να ομιλώσι καταφρονητικώς περί της βραδύτητός του, δεν αλλάσσει ποσώς διαγωγήν, και όχι ο αδύνατος και ματαιόφρων Πομπήιος, όστις προτιμά να ρίψη εις κίνδυνον την τύχην της Ρώμης και του κόσμου όλου, παρά να υποφέρη έν σκώμμα. Εις τας πρώτας κατά των Περσών εκστρατείας μου, αι καταλαλιαί των απερισκέπτων του στρατού μου μ' έκαμαν να συγκροτήσω μάχην, την οποίαν μήτ' έπρεπε, μήτ' ήθελα ποτέ να διακινδυνεύσω· ενικήθην. Ποτέ δεν θέλω συγχωρήσει διά τούτο εμαυτόν, όστις αφίνει να εξαρτώνται αι πράξεις του από την γνώμην των άλλων ποτέ δεν δύναται να εμπιστευθή εαυτόν. Και τι ηθέλαμεν γίνει, εάν, διά να ήμεθα καλοκάγαθοι, έπρεπε να προσμένωμεν αιώνα αδέκαστον και ηγεμόνα αναμάρτητον; Προχώρει λοιπόν σταθερώς. Η συκοφαντία και η αχαριστία σε προσμένουν ίσως εις το τέλος του σταδίου σου· αλλ' εκεί ομού με αυτάς είναι η ώρα, και αν δεν ήναι αυτή, η αρετή είναι αντ' αυτής· μη φοβού· αύτη ποτέ δεν θέλει σε λείψει, θέλει σε ακολουθήσει και εις το μέσον αυτό της αθλιότητος και ταπεινώσεως. Α! φίλε μου, εάν ήξευρες πόσον έν μειδίαμα της αρετής είναι ηδύτερον παρ' όλας της τύχης τας φιλοφροσύνας!
Με φέρεις εις κατάνυξιν, είπεν ο Ιουστινιανός, κινηθείς εις οίκτον, και εντραπείς. Πόσον ο υιός μου είναι ευτυχής, δυνάμενος εγκαίρως να διδαχθή τα υψηλά ταύτα μαθήματα! Α! διά τι τούτο το διδασκαλείον να μην ήναι διδασκαλείον των ηγεμόνων!. Ας αφήσωμεν τους βασιλείς, είπεν ο Βελισάριος· είναι πλέον αξιοθρήνητοι παρά ημείς. Είναι αξιοθρήνητοι, είπεν ο Ιουστινιανός, μόνον διότι δεν έχουν παντελώς φίλους, ή έχουν, όχι όμως τόσον συνετούς, τόσον γενναίους, ώστε να χρησιμεύσωσιν ως οδηγοί αυτών. Ο υιός μου εγεννήθη διά να ζήση εις την αυλήν. Ίσως ποτέ, εισαχθείς εις τα βουλευτήρια, ή εις την οικειότητα του βασιλέως, εύρη την περίστασιν να μεταχειρισθή τας διδασκαλίας σου προς ευδαιμονίαν του κόσμου. Μη παραμελήσης να τον καταστήσης μεγαλόψυχον, εκπαιδεύων αυτόν την υψηλήν του βασιλεύειν επιστήμην. Δίδαξέ τον, όπως επεθύμεις να ήναι διδαγμένος ο φίλος μονάρχου. Ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον. Αλλ' ο διάδοχός του, ευτυχέστερος αυτού, θέλει ίσως έχει φίλον του τον μαθητήν του Βελισαρίου. Φευ, είπεν ο γέρων, διά τι να μη δύναμαι άπαξ έτι, πριν αποθάνω, να ωφελήσω την πατρίδα μου! Αλλ' όσα η πείρα και η σκέψις μ' εδίδαξαν, θέλουν νομίζεσθαι του γήρατος ονειροπολήματα. Και τωόντι εις την θεωρίαν όλα κάλλιστα διοικούνται· αι δυσκολίαι εξαλείφονται· αι περιστάσεις έρχονται εις αρμόδιον καιρόν, και συνδυάζονται κατ' ευχήν· κάμνει ό,τι θέλη τις τους ανθρώπους και τα πράγματα· αυτός εκείνος υποθέτει εαυτόν ελεύθερον από πάθη και αδυναμίας· πάντοτε έμπειρον, πάντοτε συνετόν, σταθερόν επίσης και μετριοπαθή. Ηδεία και απατηλή φρεναπάτη, την οποίαν μικρά δοκιμασία ταχέως ήθελεν αφανίσει, εάν λάβη τις εις τας χείρας τας ηνίας της πολιτείας! Και αύτη η φαντασία έχει την ωφέλειάν της, είπεν ο νέος· διότι η περί του ενδεχομένου καλλίστου φαντασία γίνεται παράδειγμα του καλού. Το επιθυμώ, είπεν ο Βελισάριος, αλλά δεν τολμώ να το ελπίσω. Η κακίστη των πραγμάτων κατάστασις ευρίσκει παντού θιασώτας επιθυμούντας διατήρησιν αυτής. Και εγώ σε αποκρίνομαι, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι οι καρποί της σοφίας σου ποτέ δεν θέλουν μείνει ατελεσφόρητοι, εάν τους εμπιστευθής εις του υιού μου τον ζήλον. Είσαι άξιος, είπεν ο ήρως, να σε μιλήσω ειλικρινώς. Αλλ' απαιτώ από σε την υπόσχεσιν να μη κοινοποίησης επί της βασιλείας ταύτης τίποτε αφ' όσα συνομιλούμεν. Διά τι; ηρώτησεν ο Ιουστινιανός. Διά να μη λυπήσω με τας θλιβεράς μου σκέψεις, είπεν ο Βελισάριος, γέροντα αισθανόμενον υπερβολικά τα κακά, τα οποία δεν δύναται να θεραπεύση.
Οποία καταισχύνη, έλεγεν ο αυτοκράτωρ αναχωρών, ότι εφάνην αχάριστος εις τοιούτον άνδρα! Φίλτατε Τιβέριε, ιδού πώς μας απατώσι, πώς μας καταστένωσιν ακουσίως αδίκους.
Την νύκτα, την ακόλουθον ημέραν τίποτε δεν έβλεπεν εις την αυλήν του, ειμή την εικόνα του Βελισαρίου· προς το εσπέρας δε την αυτήν ώραν υπήγε να ανανεώση την λύπην του.
Κεφάλαιον H'
Ο Βελισάριος επεριπάτει με τον οδηγόν του εις την οδόν. Ευθύς ως τον διέκρινεν ο αυτοκράτωρ εκατέβη από την άμαξάν του, και προσελθών προς αυτόν είπε· Μας ευρίσκεις βυθισμένους εις βαθείας σκέψεις. Βλέπων την αδικίαν, την οποίαν να πράξη κατέπεισαν τον δυστυχή γέροντα, όστις σε κατεδίκασεν, εσκεπτόμην με τον υιόν μου περί των κινδύνων της υπερτάτης εξουσίας, και τον έλεγα, ότι ήτο πολύ παράδοξον, πώς πλήθος ανθρώπων ελευθέρων δύναται ομοφώνως να εγχειρίσει την τύχην του εις τας χείρας ενός μόνου ανθρώπου, ασθενούς και φθαρτού ως αυτοί, ευεξαπατήτου και του οποίου η ακαριαία πλάνη δύναται να γίνη τόσον ολεθρία! Και νομίζεις, είπεν ο Βελισάριος, ότι Γερουσία, ότι λαός εν συνελεύσει είναι δικαιότερος και πλέον αλάνθαστος; Μήπως επί της βασιλείας ενός μόνον εξωρίσθησαν οι Κάμιλλοι, οι Θεμιστοκλείς, οι Αριστείδαι; Πολυπλασιάζοντες τα ελατήρια της κυβερνήσεως, πολυπλασιάζομεν τας κακίας· διότι καθείς εισάγει εις αυτήν τας ιδέας του. Δεν επροτίμησαν λοιπόν αλόγως την απλουστέραν. Αι πολιτείαι είτε κατεκτήθησαν, είτε εθεμελιώθησαν, είτε εις την χρηστότητα των νόμων έχουν την ελπίδα των, είτε εις την δύναμιν των όπλων, κατά φυσικόν λόγον, ο σοφώτατος, ο ανδρειότατος, ο εμπειρότατος ανήρ, έλαβε την διαχείρισιν των πραγμάτων διά της πλειοψηφίας. Όθεν θαυμάζω όχι, ότι πλήθος τι εν συνελεύσει ηθέλησε ποτέ να εμπιστευθή εις ένα μόνον την του κυβερνάν το όλον φροντίδα, αλλά ότι είς μόνος ηθέλησέ ποτε ν' αναδεχθή την επίπονον ταύτην φροντίδα. Δεν εννοώ τούτο, είπεν ο Τιβέριος. Διά να το εννοήσης, είπεν ο γέρων, υπόθεσε τον εαυτόν σου εις τον τόπον του λαού και του ηγεμόνος εις ταύτην την υπερτάτην αρχαιρεσίαν. Τι εκθέτομεν εις κίνδυνον; έπρεπε να ειπή ο λαός· τι εκθέτομεν εις κίνδυνον εκλέγοντες βασιλέα; Τα αγαθά όλων των άλλων κάμνομεν ιδικά του· τας δυνάμεις της πολιτείας δυνάμεις του· συνάπτομεν την δόξαν του με την ευημερίαν μας· ως κυριάρχης, θέλει υπάρχει μεθ' ημών και δι' ημών· δεν χρειάζεται λοιπόν άλλο, ειμή ν' αγαπά εαυτόν διά ν' αγαπά τους υπηκόους του, και να αισθάνεται τα συμφέροντά του, διά να ήναι ευεργετικός και δίκαιος. Τοιαύτη ήτο η ευπιστία των. Δεν ελογίσθησαν, είπεν ο Ιουστινιανός, τα πάθη και τας πλάνας, τα οποία ήθελαν περιστοιχίζει του ηγεμόνος την ψυχήν. Τίποτε δεν είδαν, είπεν ο Βελισάριος, παρά την αδιαίρετον μονάδα του συμφέροντος, του μεταξύ μονάρχου και έθνους. Ενόμισαν ως αδύνατον να ήναι ποτέ το έν μέρος μ' ευχαρίστησιν και αταραξίαν ψυχής εχθρός του άλλου. Η τυραννία τους εφάνη είδος αυτοχειρίας, ή παραφοράς, ήτις μόνον δύναται να ήναι αποτέλεσμα παραφροσύνης. Όταν δε ο ηγεμών πέση εις ταύτην την φρενίτιδα, οχυρόνονται από την εσκεμμένην και σοφήν βούλησιν του νομοθέτου, διά να την αντιτάξωσι κατά της τυφλής και προληπτικής βουλήσεως ανθρώπου εχθρού του εαυτού του. Καλά προενόησαν, ότι έπρεπε να φοβώνται πλήθος ανθρώπων φιλοκάκων, αλλά δεν αμφίβαλαν, ότι αυτή η συμμαχία, ήτις πάντοτε συνίσταται από τους ολιγωτέρους, δεν θέλει ευκόλως καταστείλει το καταπληκτικόν πλήθος ανδρών φιλοκάλων, αρχηγός των οποίων ήθελεν είσθαι πάντοτε ο ηγεμών. Και τωόντι, προ της δοκιμασίας, τις ήθελέ ποτε δυνηθή να προβλέψη, ότι ήθελαν υπάρχει βασιλείς τόσον ανόητοι, ώστε ν' αποχωρισθώσιν από τους υπηκόους των και να ενωθώσι με τους εχθρούς των; Τούτο είναι τόσον ακατάληπτος της φύσεως και του ορθού λόγου ανατροπή, ώστε χρεία να το ίδη τις διά να το πιστεύση. Όσον δι' εμέ, ευρίσκω απλούστατον το να μη το ελπίζη τις. Αλλ' η εκλογή ενός μόνου προς διοίκησιν όλων, τούτο εις τον εκλεγόμενον έπρεπε να εμπνέη φόβον. Εάν ο πατήρ, ο έχων πέντε ή έξ παίδας ν' αναθρέψη, να υπανδρεύση, να καταστήση ευτυχείς εις το επάγγελμά των, τόσον δυσκολεύεται να κοιμηθή ήσυχος, τι ήθελεν ακολουθήσει εις πατέρα τοσούτων εκατομμύρων παίδων.
Υπόσχομαι, έπρεπε να είπη καθ' εαυτόν, να ζω μόνον υπέρ του λαού μου· θυσιάζω την ανάπαυσίν μου διά την ησυχίαν του· και υποχρεούμαι να τους δώσω νόμους ωφελίμους και δικαίους, και να μην έχω γνώμην ασύμφωνον με τους νόμους τούτους. Όσον δυνατώτερον με κατασταίνει ο λαός, τόσον ολιγωτέραν ελευθερίαν με αφίνει, όσον δε περισσότερον παραδίδεται εις εμέ, τόσο περισσότερον μ' ελκύει προς εαυτόν· χρεωστώ εις αυτόν λόγον των αδυναμιών, των παθών, των πλανών μου. Δίδω εις αυτόν δικαιώματα εις παν ό,τι είμαι· τέλος απαρνούμαι εμαυτόν, άμα δεχθώ να βασιλεύσω· ο δε ιδιώτης εξουδενούται διά να παραχωρήση εις τον βασιλέα όλην του την ψυχήν. Γνωρίζεις αφοσίωσιν γενναιοτέραν και εντελεστέραν; Ούτως όμως διελογίζετο ο Αντωνίνος, ο Μάρκος Αυρήλιος. Δέν έχω τίποτε ιδικόν μου, έλεγεν ο πρώτος. Και αυτό το ανάκτορον δεν ανήκει εις εμέ, έλεγεν ο άλλος. Και οι όμοιοί των εσυλλογίζοντο ως ούτοι.
Η των χυδαίων ματαιοφροσύνη δεν θεωρεί άλλο εις την υπερτάτην εξουσίαν παρά τας μικράς ηδονάς, αι οποίαι την θέλγουν, και την εμπνέουν φθόνον, ανάκτορα, αυλήν, τιμάς, και την πομπήν εκείνην, την οποίαν ενόμισαν, ότι πρέπει ν' αποδίδωσιν εις την εξουσίαν, διά να την κάμωσι σεβασμιωτέραν. Αλλά μ' όλα ταύτα, πάντοτε σχεδόν είναι άνθρωπος πλήρης φροντίδων· κατατήκεται από ανησυχίας, θύμα των καθηκόντων του, εάν τα εκπληρόνη ακριβώς, και καταφρονούμενος, εάν τ' αμελή, και μισούμενος, εάν τα προδίδη, στενοχωρούμενος, ενοχλούμενος, και εις το αγαθόν και εις το κακόν, έχων εξ ενός μέρους τας κατατηκούσας μερίμνας και τας αφορήτους αγρυπνίας· εξ άλλου δε την προς εαυτόν αηδίαν, και τον κόρον όλων των αγαθών. Ιδού ποία είναι η κατάστασίς του. Καλά έκαμαν ό,τι ημπόρεσαν διά να αξισώσωσι τας ηδονάς του με τους κόπους του· αλλ' οι κόποι του είναι άπειροι, αι δε ηδοναί του περιορίζονται εις τον στενόν των καθηκόντων του κύκλον. Όλη της πολυτελείας η τέχνη δεν δύναται να τον χαρίση νέα αισθητήρια, και ενώ αι ηδοναί τον προσκαλούν πανταχόθεν, η φύσις του τας απαγορέυει, και η αδυναμία του τας φεύγει. Ούτω παν το περί αυτόν περιττεύον είναι ανωφελές δι' αυτόν· το ευρύχωρον ανάκτορον δεν είναι άλλο παρά κενόν απέραντον, όπου αυτός κατέχει μικράν μόνον γωνίαν. Υπό τα πορφυρά παραπετάσματα, και τα χρυσά φατνώματα, ματαίως ζητεί τον εις την καλύβην ηδύν ύπνον του γεωργού· εις την τράπεζάν του ο μονάρχης αηδιάζει άμα ως άνθρωπος χορτάση.
Καταλαμβάνω, είπεν ο Τιβέριος, ότι ο άνθρωπος είναι τόσον αδύνατος, ώστε δεν δύναται ν' απολαύη όλα, οπότε έχει όλα αφθόνως· αλλά δεν ημπορεί τις να εκλέξη από αυτά; Αι νεανίσκε, έκραζεν ο Βελισάριος, δεν γνωρίζεις την νόσον του κόρου· αύτη είναι η ολεθριωτάτη χαύνωσις, εις την οποίαν η ψυχή δύναταί ποτε να πέση. Και εξεύρεις, ποία είναι η αιτία ταύτης; Η εύκολος απόλαυσις πάντων, ήτις κάμνει να μην αισθάνεταί τις τίποτε. Η επιθυμία δεν έχει καιρόν να έλθη, ή ερχομένη συμπνίγεται από την αφθονίαν των αγαθών, τα οποία κουράζουν αυτήν. Η τέχνη μεταχειρίζεται όλα τα ελατήριά της διά να ζωπυρήση τας σβεσθείσας ορέξεις· αλλά της ψυχής η αισθητικότης ημβλύνθη, και μη έχουσα της χρείας το κέντρον, δεν γνωρίζει ούτε το θέλγητρον ούτε την τιμήν της ηδονής.
Αλλοίμονον εις τον έχοντα όλα ως επιθυμεί! η έξις η καταστένουσα τόσον σκληράν της ελλείψεως την αίσθησιν, φέρει εις αηδίαν την ηδύτητα των αγαθών, τα οποία έχει τις.
Θέλεις με ομολογήσει όμως, είπεν ο Τιβέριος, ότι είναι διά τον ηγεμόνα απολαύσεις κομψαί και ηδείαι, τας οποίας ποτέ ο κόρος δεν ακολουθεί. Παραδείγματος χάριν; ηρώτησεν ο γέρων· η δόξα, είπεν ο νέος — Ποία δε; Παν είδος δόξης, η των όπλων πρώτη. — Πολλά καλά. Νομίζεις λοιπόν, ότι η νίκη είναι ηδονή πολλά ευάρεστος; Αι! όταν άφησέ τις εις την γην μυριάδας ανθρώπων εσφαγμένων, δύναται να παραδοθή εις την χαράν; Συγχωρώ τους διατρέξαντας τους κινδύνους της μάχης να χαρώσι, διότι τους διέφυγον. Αλλ' εις ηγεμόνα εκ φύσεως ευαίσθητον, η ημέρα καθ' ήν έρρευσαν ποταμοί αίματος και διά την οποίαν θέλουν ρεύσει ρύακες δακρύων, ποτέ δεν θέλει είσθαι ωραία ημέρα. Επεριπάτησά ποτε εις πεδίον μάχης, επιθύμουν να ίδω Νέρωνά τινα αντ' εμού· ήθελε κλαύσει. Ηξεύρω ότι είναι ηγεμόνες ηδυνόμενοι εις τον πόλεμον, ως ήθελαν ηδύνεσθαι την θήραν, και εκθέτοντες εις κίνδυνον τους υπηκόους των, ως ήθελαν απολύσει τους κύνας των εις την θήραν. Αλλ' η προς τας κατακτήσεις μανία είναι είδος φιλαργυρίας, ήτις τους βασανίζει, και ποτέ δεν έχει κόρον. Η επαρχία, εις την οποίαν εισέβαλον είναι πλησίον της επαρχίας, εις την οποίαν εισέτι δεν εισέβαλον. Ολίγον κατ ολίγον η φιλοδοξία ερεθίζεται. Τώρα, ή ύστερον επέρχεται ατύχημα, το οποίον προξενεί λύπην μεγαλητέραν, παρ' όσην χαράν επροξένησαν όλαι αι ευτυχίαι· και, υποθέτων μάλιστα, ότι όλα θέλουν επιτύχει, υπάγει τις, και ως Αλέξανδρος, έως εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκείνος επιστρέφει αηδιάσας τον κόσμον και εαυτόν, διότι δεν ηξεύρει, τι να κάμη τας απεράντους χώρας, των οποίων πλέθρον έν αρκεί προς διατροφήν τον νικητού, και οργυιά μία προς ενταφιασμόν του. Εις την νεότητά μου είδα τον τάφον του Κύρου· ήτο γεγραμμένον επί του λίθου, «Ω άνθρωπε, όστις ει, και όθεν ήκεις· (ότι μεν γαρ ήξεις, οίδα·) Εγώ Κύρος ειμί, ο Περσών κτησάμενος την αρχήν. Μη ουν της ολίγης ταύτης γης φθονήσης, ή τουμόν σώμα περικαλύπτει.» Φευ! είπα αποστρέψας τους οφθαλμούς μου, τωόντι αξίζει ο κόπος να ήναι τις κατακτητής!
Τον Βελισάριον ακούω; είπεν ο νέος, με θαυμασμόν. — Ο Βελισάριος ηξεύρει παρά πάντα άλλον καλήτερα, ότι ο του πολέμου έρως είναι αγριώτατον τέρας, το οποίον η υπερηφάνειά μας εγέννησεν. Είναι, επανάλαβεν ο Τιβέριος, δόξα ηδυτέρα, την οποίαν ο βασιλεύς δύναται ν' απολαύση, η εκ των ευεργεσιών, την οποίαν λαμβάνει ως αντάλαγμα της κοινής ευδαιμονίας. Α! είπεν ο Βελισάριος, εάν, αναβαίνων τις εις τον θρόνον, ήτο βέβαιος, ότι θέλει ευτυχίσει τους ανθρώπους, ήθελεν είσθαι αναμφιβόλως μεγάλον προτέρημα το να κρατή εις τας χείρας του την τύχην του κράτους, και δεν ήθελα θαυμάσει, εάν ψυχή γενναία θυσιάση την ανάπαυσίν της εις ταύτην την ευγενή φιλοτιμίαν. Αλλ' ερωτήσατε τον σεβάσμιον γέροντα, ο οποίος σας διοικεί, εάν ήναι εύκολος η εκπλήρωσίς της· Είναι δυνατόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, να καταπείση τις τους υπηκόους του, ότι έκαμεν όσα ηδυνήθη, διά να βελτιώση την σκληρότητα της τύχης των, ν' ανακουφίση τα βάσανά των, και να γίνη άξιος της αγάπης αυτών.
Ηγεμόνες τινές αγαθοί, είπεν ο Βελισάριος, ζώντες έλαβον ταύτην την μαρτυρίαν, ήτις υπήρξεν η ανταμοιβή και η ηδίστη των παρηγορία. Αλλ' εκτός αν κανέν μυστικόν συμβάν δεν εβγάλη εις το φανερόν ταύτην των υπηκόων του την αγάπην, και δεν καταστήση πασιφανή ταύτην των καρδιών την προσφοράν, τις ηγεμών θέλει τολμήσει να ελπίση, ότι αύτη είναι ειλικρινής και ομόψηφος; οι αυλικοί του εγγυώνται περί τούτου. Αλλά τις τον εγγυάται διά τους αυλικούς του; ενώ το ανάκτορόν του αντηχεί από άσματα αγαλλιάσεως, ποίος τον βεβαιόνει, ότι εντός των επαρχιών του, ο πρόδομος του ανθυπάτου και η καλύβη του γεωργού δεν αντηχούσιν από στεναγμούς; αι δημόσιοι εορταί είναι σκηναί καθ' υπόκρισιν· τα εγκώμιά των είναι κατά προσταγήν· βλέπει προ αυτού τους ευτελεστάτους ανθρώπους αποθεωμένους, και, ενώ ο τύραννος βυθισμένος εις την τρυφήν μεθύει από των κολάκων του τα εγκώμια, ο ενάρετος, όστις επί του θρόνου διεβίωσεν ευεργετών τον κόσμον, καθ' όσον εξηρτάτο απ' αυτόν, αποθνήσκει λυπημένος, χωρίς να μάθη ποτέ, αν είχε φίλον ειλικρινή. Καταθλίβεται η καρδία μου, όταν συλλογισθώ, ότι ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον, καταπεπεισμένος, ότι τον επρόδωκα, και ότι παντελώς δεν τον ηγάπησα.
Όχι, εφώναξεν ο αυτοκράτωρ περιπαθώς, και διακοπτόμενος αίφνης, όχι, είπε με ολιγωτέραν ζέσιν· ο βασιλεύς δεν είναι τόσον δυστυχής, ώστε να μη μάθη ποτέ, αν αγαπάται.
Έστω, είπεν ο Βελισάριος, το ηξεύρει· αλλά και αύτη η ευτυχία, ήτις ήθελεν είσθαι τόσον ηδεία, είναι συγκερασμένη με πικρίαν. Διότι όσον περισσότερον ο ηγεμών αγαπάται από τους υπηκόους του, τόσον περισσότερον η ευτυχία των γίνεται εις αυτόν προσφιλής, και τότε το καλόν, το οποίον εις αυτούς κάμνει, και τα κακά, από τα οποία τους ανακουφίζει, τον φαίνονται τόσον ουτιδανά, παραβαλλόμενα προς το όλον κοινώς των καλών και των κακών, ώστε φθάσας εις το τέρμα μακρού γήρατος, ερωτά έτι εαυτόν· τι έπραξα; Ηναγκασμένος ν' αντιπαλαίη αδιακόπως προς τον χείμαρρον των δυστυχιών, πόσον πρέπει να λυπήται, μη δυνάμενος ποτέ να τας νικήση, και αισθανόμενος εαυτόν παρασυρόμενον από την φοράν των δυστυχιών. Ποίος ήτον αξιώτερος παρά τον Μάρκον Αυρήλιον να ίδη τον κόσμον ευτυχή υπό τους νόμους του; Όλαι αι συμφοραί, όλαι αι πληγαί συνέρευσαν επί της βασιλείας του. Ήθελεν ειπεί τις, ότι η φύσις όλη επανέστη διά να ματαιώση τους κόπους της συνέσεως και της αγαθότητός του· Και όστις των μοναρχών πρώτος ήγειρε ναόν εις την ευεργεσίαν είναι ίσως ο μόνος ιδών περισσοτέρους δυστυχείς. Αλλά χωρίς να υπάγωμεν προς ζήτησιν παραδείγματος μακράν από ημάς, ποία βασιλεία είναι δραστηριωτέρα, κατά το φαινόμενον, παρά την του Ιουστινιανού; Τριακονταετείς πόλεμοι και νίκαι εις τα τρία μέρη του κόσμου· όλαι αι ζημίαι, όσας η αυτοκρατορία έπαθεν εις διάστημα μιας εκατονταετηρίδος, επανορθωθείσαι δι' ευτυχιών· οι λαοί της άρκτου και της δύσεως αποκρουσθέντες πέραν του Δουνάβεως και των Άλπεων· η ησυχία αποδοθείσα εις την Ασίαν· βασιλείς νικηθέντες και θριαμβευθέντες, αι κακώσεις αι από του λοιμού, των επιδρομών του εχθρού, των σεισμών, εξαλειφθείσαι ως από χείρα αγαθοποιόν εκ του κόσμου, φρούρια και ναοί αναρίθμητα, άλλα μεν ανακαινισθέντα, άλλα δε κτισθέντα με πλειοτέραν λαμπρότητα· τι σεμνότερον και μεγαλοπρεπέστερον! Ύστερον δε από αυτά να ίδη εις το γήρας του την αυτοκρατορίαν του βεβαρυμένην να κλίνη προς την απώλειάν της, χωρίς να δυνηθώσι ποτέ αι νικηφόροι χείρες του να την στηρίξωσιν. Ιδού το τέρμα των μόχθων του και όλοι οι καρποί των μακρών αγρυπνιών του. Μάθε λοιπόν εκ τούτου, φίλτατε Τιβέριε, να θρηνής την τύχην των βασιλέων, και να τους κρίνης με συγκατάβασιν· και προπάντων να μη μισής ποτε τον σεβάσμιον γέροντα, όστις σας διοικεί, διά το κακόν, το οποίον απερισκέπτως έκαμεν, ή διά το καλόν, το οποίον δεν έκαμε.
Με καταπλήττεις, είπεν ο Τιβέριος· η πρώτη δε συμβουλή, την οποίαν ήθελα δώσει εις τον φίλον μου τον φέροντα διάδημα, ήθελεν είσθαι το να το αποθέση. Να το αποθέση! επανέλαβεν ο ήρως. Όχι, φίλε, έχεις γενναιοψυχίαν μεγαλητέραν, και δεν θέλεις συμβουλεύσει άνανδρον έργον. Οι κόποι και οι κίνδυνοι σ' έκαμαν να παραιτήσης τα όπλα; το ξίφος ή το σκήπτρον είναι έν και το αυτό. Πρέπει να εκπληρόνη τις σταθερώς τον προορισμόν και τα καθήκοντά του. Μη κρύψης ποτέ εις τον φίλον σου, ότι θέλει γίνει θύμα των χρεών του, αλλ' ειπέ του συγχρόνως, ότι αυτή η θυσία έχει χάριτας, και αν θέλη να λάβη μισθόν αυτής, ας κυριευθή, ας μεθύση από τον ενθουσιασμόν του κοινού αγαθού, ας παραδοθή αφειδώς εις το γενναίον τούτο αίσθημα, και ας ελπίζη από την αρετήν του την ανταμοιβήν και τον μισθόν των κόπων του. Πού δε είναι ούτος ο μισθός; ερώτησεν ο νέος. Είναι, είπεν ο γέρων, εις την καθαράν συνείδησιν της αγαθότητος, εις την ηδονήν του να φαίνεταί τις φιλάνθρωπος, ευαίσθητος, γενναίος, άξιος τέλος της αγάπης των ανθρώπων και της επιβλέψεως του αϊδίου Θεού. Νομίζεις, ότι ο αγαθός βασιλεύς υπολογίζεται το πρωί το ημερομίσθιόν του; εγέρθητι, λέγει καθ' εαυτόν, και η έγερσίς σου ας ήναι έγερσις δικαιοσύνης και ευπορίας. Άφες τας μικράς ιδιοτελείας της αναπαύσεώς σου και της ζωής σου· δεν ζης διά τον εαυτόν σου. Η ψυχή σου είναι ψυχή μεγάλου λαού· το θέλημά σου είναι η κοινή ευχή. Ο δε νόμος το εκφράζει και το καθιερόνει. Βασίλευε με αυτόν, και ενθυμού, ότι έργον σου είναι η του κόσμου ευδαιμονία. Συνεκινήθης, αγαπητέ μου Τιβέριε, και αισθάνομαι την χείρα σου τρέμουσαν εις την ιδικήν μου. Α! έσο βέβαιος, ότι η αρετή και εδώ εις τας θλίψεις αυτάς έχει ουράνιον θυμηδίαν· δεν ασφαλίζει την ευτυχίαν άμικτον. Αλλ' είναι τοιαύτη εις τον κόσμον; εις τον άχρηστον, εις τον κακόν, εις τον αγενή άνθρωπον τάχα απόκειται; ο καλός ηγεμών χύνει δάκρυα διά τα κακά, τα οποία δεν δύναται ν' ανακουφίση· αλλ' αυτά τα δάκρυά του τα νομίζεις άρα πικρά ως τα του φθόνου; ή τα της αισχύνης και τα των ελέγχων της συνειδήσεως; είναι δάκρυα Τίτου, θρηνούντος διά την απώλειαν μιας ημέρας. Είναι καθαρά, ως η πηγή των. Ανάγγειλε λοιπόν εις τον φίλον σου, ούτως αξιοπρεπώς, ως να ωμίλει θεός τις διά του στόματός σου, ανάγγειλέ του, ότι, αν ήναι ενάρετος, εις οποιανδήποτε κατάστασιν και αν τον καταφέρη η τύχη, δεν θέλει τον συμβή ποτέ να θεωρήση με όμμα φθονερόν τον ευτυχέστατον των κακών. Αλλ' αύτη η πίστις, το στήριγμα της αρετής, δεν συστένεται αφ' εαυτής· πρέπει να προετοιμάση τις προς τούτο την ψυχήν του νέου ηγεμόνος· αύριον θέλομεν ιδεί ομού το, πώς να την προδιαθέση τις προς τούτο. Κάμνει την ψυχήν μου, είπεν ο Τιβέριος προς τον Ιουστινιανόν, ό,τι θέλει· την υψόνει, την ταπεινόνει, την εγείρει κατά την θέλησίν του. Κατασπαράττει την ιδικήν μου, είπεν ο Αυτοκράτωρ· και μετά τους λόγους τούτους, μετά στεναγμού εκφυγόντας, ηκολούθησε μακρά σιωπή. Οι αυλικοί του εις μάτην επροσπάθησαν να διακεδάσωσι την μελαγχολίαν του. Ενωχλήθη από τας προς διασκέδασιν αυτής προσπαθείας των. Την επαύριον δε κοινολογήσας, ότι ήθελε μόνος να υπάγη εις περίπατον, εμβήκεν εις το πλησίον δάσος. Ο Τιβέριος τον επρόσμενεν εκεί. Ανεχώρησαν ομού, και υπήγαν να εύρωσι τον ήρωα. Ο νέος δεν ελησμόνησε να τον ενθυμίση την υπόσχεσίν του, και ο Βελισάριος εξηκολούθησεν ούτω.
Κεφάλαιον Θ'.
Προβάλεται ερώτημα, αν ήναι δυνατόν ν' αγαπά τις την αρετήν δι' αυτήν την ιδίαν. Τούτο είναι ίσως ευγενής αυτοματισμός τινών εξόχων ψυχών. Αλλ' οσάκις ο έρως της αρετής είναι μετά σκέψεως, γίνεται ιδιοτελής. Μη νομίσης, ότι αύτη η ομολογία ατιμάζει την φύσιν· θέλεις ιδεί, ότι το θέλγητρον της αρετής καθαρίζεται και εξευγενίζεται ως και το την φιλίας· Το έν θέλει είσθαι ως παράδειγμα του άλλου.
Η φιλία γεννάται από την ομοιότητα των ηθών, από την ηδονήν και την ωφέλειαν· ανεπαισθήτως το αποτέλεσμα χωρίζεται από την αιτίαν· τα αίτια γίνονται άφαντα, το αίσθημα μένει· εις τούτο ευρίσκομεν άγνωστον θέλγητρον· Αποδίδομεν εις τούτο, εκ συνηθείας την ηδονήν της υπάρξεώς μας. Έκτοτε αι λύπαι εις μάτην λαμβάνουν τον τόπον των ηδονών, τας οποίας ηλπίζαμεν· θυσιάζομεν εις την φιλίαν όλα τ' αγαθά, τα οποία ηλπίζαμεν απ' αυτήν· το αίσθημα δε τούτο, συλληφθέν εις την χαράν, τρέφεται και αυξάνει εις το μέσον των θλίψεων. Το αυτό συμβαίνει και εις την αρετήν. Διά να ελκύση τας καρδίας, πρέπει να προβάλλη τις το δέλεαρ της ηδονής, ή της ωφελείας· διότι, πριν την αγαπήση τις, αγαπάται, και πριν την απολαύσομεν, ζητούμεν εις αυτήν έν άλλο αγαθόν. Όταν ο Ρήγουλος εις την νεότητά του την είδε το πρώτον, ήτο τροπαιούχος και περιστεφής με δόξαν· περιπαθώς την ηγάπησε· και ηξεύρετε, αν την εγκατέλιπεν, όταν τον έδειξε δεσμά και στρεβλώσεις, και πυράς.
Κατά πρώτον λοιπόν μάθε, τι αρέσκει εις τας επιθυμίας του νέου ηγεμόνος. Αύται θα είναι πιθανώς, το να ήναι ελεύθερος, ισχυρός και πλούσιος, να τον υπακούη ο λαός του, να τον σέβωνται οι σύγχρονοί του, και να τον τιμώσιν οι μεταγενέστεροί του. Αποκρίσου τον λοιπόν, ότι από την αρετήν εξαρτώνται τα πλεονεκτήματα ταύτα, και δεν θέλεις τον απατήσει ποτέ.
Το μυστικόν, το οποίον κρύπτεται από τους υπερηφάνους μονάρχας, και το οποίον ο καλός ηγεμών πρέπει να ηξεύρη, είναι, ότι δεν υπάρχει άλλο τι, ειμή η δύναμις των νόμων, και ότι, όστις θέλει να βασιλεύση αυθαιρέτως, είναι δούλος. Ο νόμος είναι συμφωνία όλων των θελήσεων ηνωμένων εις μίαν. Η δύναμίς του λοιπόν είναι συνδρομή όλων των δυνάμεων της πολιτείας, οπότε η θέλησις του ενός, άμα είναι άδικος, έχει καθ' εαυτής αυτάς ταύτας τας δυνάμεις, τας οποίας πρέπει να διαιρέση, να δεσμεύση, να εξουδενώση, ή να πολεμήση. Τότε οι τύραννοι καταφεύγουσι ποτέ μεν εις πανούργους, οίτινες απατώσι τους λαούς, τους εκπλήττουν, τους τρομάζουν και τους προστάζουν να υποταχθώσι· ποτέ δε εις ποταπούς δορυφόρους, οίτινες πωλούσι το αίμα της πατρίδος των, και ξιφηφορούντες, περιέρχονται κόπτοντες τας τον ζυγόν υπερεχούσας κεφαλάς, και τολμούν να επικαλεσθώσι της φύσεως τα δίκαια. Εκ τούτου οι οικείοι πόλεμοι, εις τους οποίους ο αδελφός λέγει εις τον αδελφόν, «απόθανε, ή υπάκουσε εις τον τύραννον, όστις με πληρόνει διά να σε σφάξω.» Επαιρόμενος, ότι βασιλεύει διά της δυνάμεως των όπλων ή διά των τρομερών της δεισιδαιμονίας γοητευμάτων, ο τύραννος αγάλλεται. Αλλ' ας τρέμη, αν παύση μίαν στιγμήν από το να κολακεύη την υπερηφάνειαν, ή να υπερασπίζεται την ακολασίαν των επικινδύνων οπαδών τούτων. Ούτοι δε υπηρετούν ενταυτώ και επαπειλούν αυτόν και ως ανταμοιβήν της υπακοής των απαιτούν την ατιμωρησίαν. Όθεν, διά να ήναι τύραννος ενός μέρους του έθνους, γίνεται δούλος του άλλου, χαμερπής και αχρείος ομού με τους συναιτίους του, καθ' όσον είναι υπερήφανος και σκληρός προς τους λοιπούς υπηκόους του. Ας προσέξη καλά μη στενοχωρήση ή απατήση την ελπίδα των παθών των βοηθούντων αυτόν· ηξεύρει πόσον είναι σκληρά, επειδή διέρρηξαν ως προς τούτο όλους της φύσεως και της ανθρωπότητος τους δεσμούς. Αι τίγρεις, αι υπό του ανθρώπου τρεφόμεναι διά την θήραν, κατατρώγουν τον κύριόν των, αν ούτος λησμονήση να τους δώση μέρος της θήρας. Τοιαύτη είναι η των τυράννων συνθήκη.
Καθ' όσον λοιπόν η εξουσία κλίνει προς την τυραννίαν, ασθενεί και υποτάσσεται εις τους συγκακούργους της. Χρεωστεί δε να αισθανθή τούτο από τας συγκαταβάσεις, τας θεραπείας, την δουλοπρεπή ανοχήν, τα οποία πρέπει να μεταχειρισθή προς αυτούς, από την μεροληψίαν των νόμων, από την χαυνότητα της αδυναμίας των, από τα παράλογα προνόμια, τα οποία χαρίζει εις τους μετ' αυτής, εις παν ό,τι είναι ηναγκασμένη να παραχωρή, να υποκρίνεται, να υποφέρη φοβουμένη μη την εγκαταλείψωσιν.
Αλλ' αν ήναι η εξουσία σύμφωνος με τους νόμους, εις τους νόμους μόνον υποτάσσεται. Είναι θεμελιωμένη επί της θελήσεως και της δυνάμεως ολοκλήρου λαού. Δεν έχει άλλους εχθρούς, ειμή τους κακούς, τους κοινούς εχθρούς. Εις ότινα συμφέρει διατήρησις της κοινής ευταξίας και ησυχίας, ούτος εκ φύσεως είναι υπερασπιστής της προστατευούσης αυτά δυνάμεως, και πας πολίτης θεωρεί τον εχθρόν του ηγεμόνος ως ίδιόν του εχθρόν.
Έκτοτε δεν είναι εις αυτήν πλέον δύο διαμαχόμενα προς άλληλα συμφέροντα· ο βασιλεύς με τον λαόν του σύμμαχος ων, ισχύει και πλουτεί όλα τα πλούτη και όλας τας δυνάμεις της πολιτείας. Τότε είναι ελεύθερος και ημπορεί να ήναι δίκαιος, μη έχων αντιπάλους να φοβηθή, μηδέ φατρίας να κολακεύση. Η δύναμίς του, στερεωμένη εσωτερικώς, είναι διά τούτο τόσω μάλλον επίφοβος και σεβασμία εξωτερικώς· και επειδή μήτε η φιλοδοξία, μήτε η αλαζονία, μήτε η παράλογος επιθυμία δεν εξοπλίζουν ποτέ τας χείρας του, αι υπ' αυτού διατηρούμεναι δυνάμεις έχουν όλην την ισχύν των, ότε η χρεία το καλέση να υπερασπισθή τον λαόν του κατά της δυναστείας των οικείων ή της αρπαγής των ξένων. Ω φίλε, αν η δικαιοσύνη είναι η βάσις της υπερτάτης εξουσίας, η ευγνωμοσύνη είναι η ψυχή και το δραστηριώτατον αυτής ελατήριον. Ο δούλος εμάχεται ακουσίως υπέρ του δεσμωτηρίου και των δεσμών του· ο δε ελεύθερος και ευχαριστημένος πολίτης, ο αγαπών τον ηγεμόνα του και ο υπ' αυτού ανταγαπώμενος, υπερμαχεί διά το σκήπτρον, ως στήριγμά του, διά τον θρόνον ως καταφύγιόν του, και στρατεύων υπέρ πατρίδος, βλέπει παντού την εστίαν του.