← Table of contents
Ο Βελισάριος

Front matter (continued 2)

Alexandros Pangalos translation

Α! αι διδασκαλίαι σου, τον είπεν ο Τιβέριος, εγχαράττονται εις την ψυχήν μου με φλογώδεις χαρακτήρας. Είθε να εγενόμην και εγώ άξιος να τας εγχαράξω εις την ψυχήν των βασιλέων!

Βλέπεις λοιπόν καλώς, υπέλαβεν ο Βελισάριος, ότι η μεγαλειότης των, η δύναμίς των θεμελιούται εις την δικαιοσύνην, ότι η αγαθότης αυξάνει αυτήν, και ότι ο πλέον απόλυτος μονάρχης είναι ο μάλλον αγαπώμενος. Βλέπω, είπεν ο νέος, ότι η ορθή πολιτική δεν είναι άλλο παρ' ο υγιής νους, και ότι η βασιλική τέχνη συνίσταται εις το ν' ακολουθή τις την κίνησιν του ορθού λόγου και της αγαθής καρδίας. Το οποίον είναι το απλούστατον, το ευκολώτατον και ασφαλέστατον, είπεν ο Βελισάριος. Αγαθός τις χωρικός της Ιλλυρίας ο Ιουστίνος, κατέστησε την βασιλείαν του αγαπητήν. Ήτο τάχα έμπειρος πολιτικός; Όχι· αλλ' ο Θεός τον είχε προικίσει με ακεραιότητα νοός και αγαθήν ψυχήν. Εάν εγώ ήμην βασιλεύς, αυτόν ήθελα πασχίσει να μιμηθώ. Σύνεσις μη ευθεία και στρεβλή επιτυγχάνει ενίοτε, αλλά πάντοτε βαδίζει διά μέσου σκοπέλων και κρημνών.

Ο βασιλεύς ο λησμονών εαυτόν, διά να ενασχολήται εις την ευδαιμονίαν του κόσμου, ήθελε χιλιάκις ολιγώτερον ριψοκινδυνεύσει παρά τον πλέον ανήσυχον, τον πλέον ύποπτον τον πλέον πανούργον τύραννον. Αλλά τον φοβίζουν· τον τρομάζουν, παραστένουν εις αυτόν τον λαόν του ως εχθρόν, τον οποίον πρέπει να φοβήται· ούτος δε ο φόβος πραγματοποιεί τον κίνδυνον, τον οποίον τον κάμνουν να προβλέψη, διότι ο φόβος γεννά την δυσπιστίαν, ήτις παρακολουθεί την έχθραν. Είδες, ότι εις τον βασιλέα αι του ιδιώτου χρείαι καταντώσιν εις ολίγα τινά πράγματα, ότι ημπορεί ν' απολαύση με ολίγας δαπάνας όλα της ζωής τ' αληθή αγαθά, ότι ο κύκλος είναι εις αυτόν ωρισμένος, και ότι πέραν αυτού δεν είναι πλην ματαιότης, φαντασία και φρεναπάτη. Αλλ' ενώ η φύσις νομοδοτεί να ήναι εγκρατής, όλα τα περί αυτόν τον αναγκάζουσι να ήναι άπληστος.

Σύμφωνος ων με τον λαόν, δεν ήθελεν έχει άλλο συμφέρον, άλλο κόμμα, ειμή το της πολιτείας· μεταξύ των ενσπείρουν υποψίαν. Καταπείθουν τον ηγεμόνα να φυλάττεται από πλήθος απειθές, ταραχοποιόν και στασιώδες· τον πιστοποιούν, ότι πρέπει να έχη δυνάμεις κατ' αυτού. Όθεν εξοπλίζεται κατά του λαού του. Ηγεμών του κόμματός του είναι η φιλοδοξία και η πλεονεξία, και, διά να χορτάση την άπληστον ταύτην ύδραν, νομίζει, ότι χρεωστεί να επιφυλάττεται μέσα εις αυτόν μόνον ανήκοντα, τοιαύτη είναι η αιτία της διαιρέσεως της μεταξύ των επαρχιών του λαού και των επαρχιών του Καίσαρος, της μεταξύ του κοινού καλού και του καλού του μονάρχου, την οποίαν είδαμεν εις την Αυτοκρατορίαν. Όθεν άμα ο ηγεμών προσβάλλεται από την ιδέαν της ιδιοκτησίας, και αποδίδει εις αυτήν την ασφάλειαν του διαδήματος και της ζωής του, κατά φυσικόν λόγον γίνεται φειδωλός εκείνου, το οποίον ονομάζει κτήμα του, νομίζει, ότι πλουτεί από τους υπηκόους του, και ότι κερδαίνει ό,τι απ' αυτούς αρπάζει, ευρίσκει, ότι εξασθενών αυτούς δύναται να τους υποδουλώση. Εκ τούτου οι δόλοι και αι απάται, όσα μεταχειρίζεται προς γύμνωσίν των. Εκ τούτου οι στεναγμοί, αι μεμψιμοιρίαι και οι γογγυσμοί των. Εκ τούτου ο εμφύλιος εκείνος και υπόκρυφος πόλεμος, όστις, ως κεκρυμμένον πυρ, υποθαλπόμενος εις τον κόλπον της πολιτείας, αναφαίνεται εδώ και εκεί δι' εκρήξεων αιφνιδίων. Ο ηγεμών τότε αισθάνεται χρείαν βοηθείας, την οποίαν επρομηθεύθη, νομίζει, ότι ήτο προβλεπτικός, και δεν καταλαμβάνει, ότι, αν ήτο δίκαιος, δεν ήθελεν έχει χρείαν των δειλών τούτων προφυλάξεων, και ότι τα δουλοπρεπή και σκληρά πάθη, τα υπομίσθιά του, ήθελαν είσθαι εις αυτόν ανωφελή, εάν είχεν αρετάς. Τούτο, Τιβέριε, ο νέος ηγεμών χρεωστεί ν' ακούη από το στόμα σου. Καταπεισθείς άπαξ εντελώς, ότι η πολιτεία και αυτός είναι έν, και ότι αυτή η ενότης συγκροτεί την δύναμιν του, ότι είναι βάσις της μεγαλειότητός του, της αναπαύσεως και της δόξης του, θέλει θεωρεί την ιδιοκτησίαν ως ανάξιον του διαδήματος προνόμιον, και, μη λογιζόμενος ως αληθή αγαθά άλλα, παρ' όσα χορηγεί εις τον λαόν του (3), θέλει είσθαι δίκαιος προς συμφέρον του, μετριόφρων εκ φιλοδοξίας, και ευεργετικός εκ φιλαυτίας. Ιδού, κατά ποίαν έννοιαν, φίλε μου, η αλήθεια είναι μήτηρ της αρετής.

Αναμφιβόλως χρειάζεται γενναιότης, διά ν' αρχίση τις από αυτήν με τους βασιλείς· και ότι δουλοπρεπείς κόλακες τους κατέπεισαν, ότι βασιλεύουν διά τον εαυτόν των, ότι η ανεξαρτησία των συνίσταται εις το να θέλωσιν ό,τι τους αρέσκει, ότι αι φαντασιοκοπίαι των είναι νόμοι, υπό τους οποίους τα πάντα χρεωστούν να υποκύπτωσιν. Ο ειλικρινής και γενναίος φίλος το πρώτον δεν επιτυγχάνει εις την διάλυσιν του αθεμελιώτου συστήματος. Αλλ' αν άπαξ τον ακούσωσι, δεν θέλουν πλέον ακούει άλλους ειμή αυτόν· άμα δε η πρώτη αλήθεια δοκιμασθή, τότε αι λοιπαί έρχονται παμπληθεί, και θέλουν έχει ελευθέραν είσοδον, ο δε ηγεμών όχι μόνον δεν θέλει τας αποφεύγει, αλλά θέλει υπάγει εις προϋπάντησίν των. Η αλήθεια θέλει τον κινήσει ν' αγαπήση την αρετήν, η δε αρετή θέλει καταστήσει εις αυτόν την αλήθειαν προσφιλή. διότι η προς το άγνωστον αγαθόν ροπή δεν είναι άλλο τι, ειμή αυτοματισμός συγκεχυμένος και αόριστος. Ο επιθυμών να ήναι ωφέλιμος εις τους ανθρώπους επιθυμεί να ήναι συγχρόνως έμπειρος. Αλλ' η αλήθεια, την οποίαν χρεωστεί να ζητή ο ηγεμών, είναι η γνώσις των συνδεουσών την ανθρωπότητα σχέσεων. Δι' αυτόν αληθές είναι το δίκαιον και το ωφέλιμον, ο εις την κοινωνίαν κύκλος των χρειών, η σειρά των καθηκόντων, η αρμονία των συμφερόντων, το συνάλλαγμα των βοηθειών, και η δικαιοτάτη μεταξύ των εργαζομένων το καλόν διανομή αυτού.

Εις ταύτα οφείλει να ενασχολήται δι' όλης της ζωής του, να μελετά εαυτόν, να μελετά τους ανθρώπους, να προσπαθή να διακρίνη την ενδόμυχον διάθεσίν των, την έξιν, τον χαρακτήρα, την επιρροήν της γνώμης των, το ισχυρόν και το ασθενές μέρος του νοός και της ψυχής, να σπουδάζη όχι με κενόσπουδον και εφήμερον περιέργειαν, αλλά με θέλησιν σταθεράν και σοβαράν ως προς τους κόλακας, τα ήθη, την ευφυίαν, τους βιομηχανικούς πόρους των υπηκόων του, και την διαγωγήν των όσους διορίζει κυβερνήτας. Διά να διδάσκεται δε καλήτερα, να δώση πανταχόθεν ελευθέραν είσοδον εις το φως· αποστρεφόμενος δε την συκοφαντίαν, να ενθαρρύνη, να προστατεύη τους όσοι τον αναγγέλουν καθαρώς τας καταχρήσεις τας εις το όνομά του γινομένας. Ιδού τι ονομάζω φιλαλήθειαν. Και τοιουτοτρόπως θέλει την αγαπά, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, ηγεμών ο πεπεισμένος, ότι δεν δύναται να ήναι μέγας, ειμή μόνον καθόσον θέλει είσθαι δίκαιος. Συ θέλεις τον διδάξει να ήναι ανεξάρτητος και ελεύθερος εν τω μέσω της αυλής του. Τώρα δε εις την ελευθερίαν του αυτήν πρέπει να δυσπιστή, και κατ' αυτής σε φέρω εις πάλην· και εδώ έτι έχει χρείαν ο ζήλος σου να ήναι γενναίος. Θέλει δε είσθαι τοιούτος, είπεν ο νέος· μόνον οδήγει τον· ταύτα ειπόντες, απεχωρίσθησαν.

Παράξενον, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι παντού και πάντοτε οι φίλοι του λαού εμισήθησαν από τους κατ' επάγγελμα πατέρας του λαού. Το μόνον αμάρτημα του ήρωος τούτου είναι, ότι ήτο δημοτικός. Εκ τούτου έδωκε λαβήν εις τας συκοφαντίας της αυλής μου, ίσως και εις την ζυλοτυπίαν μου. Φευ! Με τον παρέστεναν επίφοβον! Ήθελα καλήτερα κάμει, αν τον εμιμούμην.

Κεφάλαιον Ι'

Την επαύριον την ίδιαν ώραν, ο Βελισάριος τους επερίμενεν επί την οδού, υπό παλαιάν τινα δρυν, όπου την προτεραίαν εκάθηντο, και έλεγε καθ' εαυτόν· είμαι πολύ ευδαίμων εις την δυστυχίαν μου, ευρών εναρέτους άνδρας, οίτινες καταδέχονται να έρχωνται, διά να με διασκεδάζωσι και να συνδιαλέγωνται μετ' εμού περί των μεγάλων της ανθρωπότητος αντικειμένων! πόσον μεγάλην δύναμιν έχουν αυτά τα συμφέροντα επί την ψυχής! Με προξενούν λήθην των δυστυχιών μου. Μόνη η ιδέα του, ότι ημπορώ να έχω επιρροήν επί της τύχης των εθνών με παρακινεί να υπάρχω έξω εμαυτού, να υψόνωμαι υπέρ τον ίδιον εμαυτόν, και καταλαμβάνω, πως διά της εις ολόκληρον λαόν γινομένης ευεργεσίας πλησιάζει ο άνθρωπος εις την θεότητα.

Ο Ιουστινιανός και ο Τιβέριος, προχωρούντες, ηχούσαν τας τελευταίας ταύτας λέξεις. Επαινείς την ευεργεσίαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, και τωόντι, από όλας τους αρετάς δεν είναι άλλη, έχουσα πλειοτέρας χάριτας. Ευδαίμων ο δυνάμενος ελευθέρως να παραδοθή εις την γλυκείαν ταύτην έφεσιν. Αλλά φευ! πρέπει να την μετριάση, είπεν ο ήρως, και εάν δεν ήναι μετά λόγου, εάν δεν διευθύνεται κατά το δίκαιον, εξοκείλει μετ' αυτής ανεπαισθήτως εις κακίαν, πάντη εναντίαν. Άκουσέ με, νέε, επρόσθεσεν αποτείνας τον λόγον προς τον Τιβέριον.

Εις τον βασιλέα η ηδυτέρα άσκησις της υπερτάτης εξουσίας είναι να διανέμη κατ' αρέσκειάν του τας τιμάς και τας χάριτας. Η προς τούτο φέρουσα κλίσις έχει τόσον πλειότερα θέλγητρα, καθ' όσον ομοιάζει την ευεργεσίαν· και ο καλήτερος ηγεμών ήθελεν απατηθή, εάν δεν επροφυλάττετο κατά της κολακείας. Βλέπει εκείνο μόνον, το οποίον τον πλησιάζει, και παν ό,τι τον πλησιάζει, τον λέγει ακαταπαύστως, ότι η μεγαλειότης του όλη ευρίσκεται εις την αυλήν του, ότι η μεγαλοπρέπειά του λαμβάνει όλην αυτής την λάμψιν από τον περί αυτόν όγκον, και ότι δεν απολαύει αλλέως τα δίκαιά του, και το κάλλιστον προνόμιόν του ειμή διά των δωρεών, τας οποίας διαχύνει, και τας οποίας ονομάζουν ευεργεσίας του . . . . . ευεργεσίας του, ω δίκαιε Θεέ! την τροφήν του λαού! η κολακεία, η χάρις, η πλάνη, τον περιστοιχίζουν. Η μετά προσκαρτερήσεως κολακεία, η έξις τον κυριεύουν χωρίς να το αισθανθή. Δεν βλέπει ποσώς τα δάκρυα, δεν ακούει τας κραυγάς του διά την πολυτέλειαν γογγίζοντος πτωχού· βλέπει την χαράν, ακούει τας ευχάς του εγκωμιάζοντος αυτήν αυλικού, συνειθίζει να πιστεύη, ότι τούτο είναι αρετή. Χωρίς δε να εξετάση την πηγήν του πλούτου, τον διασκορπίζει ασώτως ως ίδιόν του κτήμα. . Αι! εάν ήξευρε, πόσον ακριβώς αγοράζει τούτο, και πόσους δυστυχείς καταστένει, χάριν ολίγων αχαρίστων! Θέλει το μάθει, αγαπητέ μου Τιβέριε, εάν ποτε έχη αληθή φίλον. Θέλει μάθει, ότι η ευεργεσία συνίσταται ολιγώτερον εις το να καταδαπανά παρά εις το να φείδεται· ότι όλα, όσα δίδει εις τον ευνοούμενον, τ' αφαιρεί από τον άξιον, και ότι αύτη είναι η πηγή των μεγίστων δεινών, υπό των οποίων το κράτος καταθλίβεται.

Βλέπεις την εύνοιαν με όμμα ολίγον αυστηρόν, είπεν ο νέος. Την βλέπω τοιαύτην, οποία είναι, είπεν ο γέρων, ως προτίμησιν ατομικήν, ήτις εις την εκλογήν και χρήσιν των ανθρώπων ανατρέπει την τάξιν της δικαιοσύνης, της φύσεως και τον ορθού λόγου. Και τωόντι η δικαιοσύνη απονέμει τας τιμάς εις την αρετήν, τας ανταμοιβάς εις τας υπηρεσίας· η φύσις αποδίδει τα μεγάλα αξιώματα εις τα μεγάλα προτερήματα· ο δε ορθός λόγος θέλει να μεταχειριζώμεθα τους ανθρώπους, όσον το δυνατόν, αρμοδιώτερον. Η εύνοια δίδει εις την εράσμιον κακίαν το ανήκον εις την αρετήν, προτιμά την αρέσκειαν παρά τον ζήλον, την κολακείαν παρά την αλήθειαν, την χαμέρπειαν παρά των μεγαλοφροσύνην· και ως να ήτο το δώρον του αρέσκειν ισότιμον, ή ενέχυρον όλων των δώρων, ο αποκτών αυτό δύναται να επιθυμή τα πάντα. Ούτως, η εύνοια είναι οιωνός κακής βασιλείας, και ο ηγεμών ο παραδίδων εις τους ευνοϊκούς του την φροντίδα της δόξης του και των υπηκόων του την τύχην, δίδει υπόνοιαν εις έν εκ των δύο τούτων, ή ότι μικρόν νομίζει, το οποίον τους εμπιστεύεται, ή ότι αποδίδει εις την εκλογήν του την δύναμιν του μεταμορφόνειν τας ψυχάς και καταστένειν συνετόν, έμφρονα και ήρωα τον γέροντα δούλον, ή τον κουφόν νέον.

Τούτο ήθελεν είσθαι ανόητος οίησις, είπεν ο Τιβέριος· αλλ' είναι εις την πολιτείαν μυρία χρέη, τα οποία όλοι οι άνθρωποι δύνανται να εκπληρώσιν. Ουδέν, είπεν ο Βελισάριος, το οποίον να μη απαιτή, αν όχι επιτήδειον, τουλάχιστον χρηστόν άνδρα, η δε εύνοια αναζητεί τόσον ολίγον τον ένα, όσον και τον άλλον. Και όχι μόνον τους παραμελεί, αλλά και τους ρίπτει εις αθυμίαν, και διά τούτο αφανίζει σύρριζα τα προτερήματα και τας αρετάς. Η άμιλλα προξενεί ζωήν, η δε εύνοια, θάνατον. Η πολιτεία, όπου επικρατεί αύτη, ομοιάζει τας ερήμους πεδιάδας, όπου αυτομάτως τινά ωφέλιμα φυτά συμπνίγονται από βάτους. Αλλά με τούτο δεν λέγω ικανά· διότι εδώ τας μεν βάτους καλλιεργούσι, τα δε ιαματικά φυτά εκριζόνουν και καταπατούν.

Υποθέτεις, είπεν ο Τιβέριος, ότι η εύνοια δεν είναι ποτέ δικαία, και δεν κάμνει ποτέ καλάς εκλογάς. Σπανιώτατα, είπεν ο Βελισάριος, και αι διά κλήρου γινόμεναι αρχαιρεσίαι απατώσι πολύ ολιγώτερον. Η έννοια προσκολλάται εις τον θηρεύοντα μόνον αυτήν, η δε αξία δεν καταδέχεται να την ζητή. Είναι λοιπόν βέβαιον, ότι λησμονεί τον ωφέλιμον άνδρα, τον αμελούντα αυτήν, και προτιμά βεβαίως τον φιλόδοξον, τον θηρεύοντα αυτήν. Ποίαν δε πλησίασεν ο σοφός, ή ο ήρως ημπορεί προς αυτήν να έχη; Είναι ικανός να υποφέρη τους εξευτελισμούς, τους οποίους απαιτεί από τους δούλους του ο ευνοών; Η άκαμπτός του ψυχή θέλει υποταχθή εις τας μηχανουργίας της αυλής; Εάν διά το γένος του ήναι πλησίον του ηγεμόνος, και εις τον κύκλον των ευνοουμένων, οποίας δολιότητας ήθελεν εφεύρει η ειλικρίνειά του, η ακεραιότης και η χρηστότης του; Ούτος τάχα απατά και κολακεύει καλήτερον; μελετά επιμελέστερον τας κλίσεις και τας απεχθείας του δεσπότου; ηξεύρει να προσποιήται και να υποκρίνεται επιδεξιώτερα; να σιωπά και να μεταμορφόνη ό,τι προσκρούει, να λέγη ό,τι μόνον αρέσκει; Ημπορεί τις χίλια προς έν να θέση ενέχυρον, ότι ο ευνοούμενος υπό του ηγεμόνος αναξίως ευνοείται. Ο ευνοούμενος υπό ειδήμονος, δικαίου και σοφού ηγεμόνος, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι πάντοτε ανήρ χρηστός.

Ο ειδήμων, ο δίκαιος, ο σοφός ηγεμών, είπεν ο Βελισάριος, δεν έχει κανένα υπό την εύνοιάν του. Είναι άξιος να έχη φίλους, και έχει· η εύνοιά του δεν κάμνει τίποτε προς χάριν των. Ούτοι δε ήθελαν ερυθριάσει, λαμβάνοντες παρ' αυτής τι. Ο Τραϊανός είχε τον Λογγίνον άξιον φίλον, οποίος ποτέ ίσως δεν υπήρξεν. Ο φίλος ούτος ηχμαλωτίσθη από τους Δάκας. Ο βασιλεύς αυτών εμήνυσεν εις τον αυτοκράτορα, ότι, αν δεν ήθελε δεχθή την οποίαν τον επρόβαλαν ειρήνην, ήθελε θανατώσει τον αιχμάλωτόν του. Ηξεύρεις, οποία ήτο του Τραϊανού η απόκρισις; Έκαμεν εις τον Λογγίνον την τιμήν να εκφωνήση δι' αυτόν ό,τι ο Ρήγουλος είχεν εκφωνήσει δι' εαυτόν. Ιδού άνδρες, οποίους θέλω· το να ήναι δέ τις τοιούτου ηγεμόνος φίλος είναι ένδοξον. Ούτως ο Λογγίνος έπιε το κώνειον τάχιστα, διά να μη αφήση τον αυτοκράτορα να κινηθή εις οίκτον.

Με καταθλίβεις, είπεν ο Τιβέριος. Ναι, αισθάνομαι, ότι, όταν το κοινόν συμφέρον κινδυνεύη, δεν συγχωρεί τίποτε εις την εύνοιαν του ηγεμόνος. Ημπορεί ενίοτε να έχη προτιμήσεις ιδίας, αφορώσας μόνον το συμφέρον.

Καμμίαν δεν ημπορεί να δείξη, είπεν ο Βελισάριος, εις την οποίαν να μη ενέχεται και το συμφέρον της πολιτείας. Τίποτε δεν εξέρχεται εξ αυτού χωρίς συμφέρον. Και χρεωστεί να ηξεύρη ως και αυτάς της υποδοχής του τας φιλοφροσύνας να διανέμη. Νομίζουν τινές, ότι η εύνοια είναι μικρόν κακόν εις τα μικρά πράγματα· αλλ' η ελευθερία του διανέμει χάριτας· έχει τόσα θέλγητρα, και η έξις αυτού είναι τόσον ηδεία, ώστε δεν κρατείται πλέον ο άνθρωπος, αφού γίνη έκδοτος εις τούτο. Ο κύκλος της ευνοίας εκτείνεται, η ελπίς του να προχωρήσωμεν δίδει χώραν εις μηχανουργίας· του δε προχώματος τούτου διασπασθέντος άπαξ, αφαιρείται το μέσον, το οποίον η ψυχή του ηγεμόνος αντιτάσσει εις την ώθησιν των παθών και συμφερόντων της αυλής του; Το πρόχωμα τούτο, αγαπητέ μου Τιβέριε, το οποίον δεν πρέπει να διαπερά η σκευωρία, είναι η επιθυμία του καλού. Ο ηγεμών, ο έχων εις την εκλογήν των ανθρώπων κανόνα μόνον την επιείκειαν, δεν αφίνει ελπίδα εις ουδέν άλλο, ειμή την αξίαν. Αι αρεταί, τα προτερήματα, αι υπηρεσίαι, είναι τα μόνα δεκτά εις αυτόν προνόμια· και όποιος ποθεί τιμάς είναι ηναγκασμένος να γίνη άξιος τούτων. Τότε η σκευωρία αθυμήσασα παραχωρεί τον τόπον αυτής εις την άμιλλαν· η δε τρομερά προσδοκία αθεραπεύτου δυσαρεσκείας απαγορεύει εις τους φιλοδόξους τας μηχανάς και τους δόλους. Αλλ' επί του ηγεμόνος, όστις αποφασίζει κινούμενος από προσωπικάς κλίσεις, έκαστος έχει το δίκαιον να ζητή όλα, επιτυγχάνει δε όστις ηξεύρει καλήτερα να κλέπτη την εύνοιάν του, να ελκύη προς το μέρος του τους δούλους των δούλων του, και κατ' ολίγον να υψωθή έρπων. Ο επιδέξιος και γόης προχωρεί· ο δε επαιρόμενος εις την αρετήν του ανήρ απομακρύνεται και μένει εις λήθην. Εάν υπηρεσία τις αξιόλογος τον καταστένη επίσημον μεταξύ του πλήθους, εάν η ανάγκη, την οποίαν έχουν απ' αυτόν, κάμη να τον μεταχειρισθώσι κατ' αξίαν, όλαι αι φατρίαι, εκ των οποίων καμμία δεν είναι ιδική του, συνομνύουν προς αφανισμόν του· και είναι ηναγκασμένος, ή να ταπεινωθή, αντιτάσσων ραδιουργίαν, ή να παραδοθή χωρίς υπεράσπισιν εις των φθονερών την μανίαν. Όταν η αυλή ήναι πολυπράγμων, είναι χάος παθών, και νομίζω, ότι ουδέ αυτή η σοφία δύναται να διακρίνη εις αυτό την αλήθειαν. Το κοινόν όφελος δεν είναι πλέον τίποτε· η προσωποληψία αποφασίζει και τον ψόγον και τον έπαινον. Ο δε ηγεμών, ο υπό του ψεύδους κατακρατούμενος, βεβαρυμένος από την αμφιβολίαν και την δυσπιστίαν, δεν εξέρχεται πολλάκις δι' άλλο από την απορίαν, ειμή διά να πέση εις την πλάνην. Δια τι να μη πιστεύη τας πράξεις των; υπέλαβεν ο Τιβέριος· αύται ομιλούν μεγαλοφώνως.

Αι πράξεις, είπεν ο γέρων, και αυταί αι πράξεις αλλοιούνται και αλλάσσουν μορφήν, αλλάττουσαι αυτόπτας μάρτυρας. Κατά την έκβασιν κρίνονται αι επιχειρήσεις. Αλλά ποσάκις αι ανόητοι επιχειρήσεις έλαβαν καλήν έκβασιν, αι δε φρόνιμοι κακήν; Ο άνθρωπος είναι ενίοτε πλέον ευτυχής παρά σοφός, άλλοτε δε πλέον σοφός παρ' ευτυχής· και εις αυτήν και εις την άλλην τύχην, είναι πολύ δύσκολον να εκτιμήση τις τους ανθρώπους, προ πάντων δε ηγεμών παραδεδομένος εις την γνώμην της αυλής του.

Ο Ιουστινιανός εις το γήρας του είναι απόδειξις τούτου, είπεν ο αυτοκράτωρ· ηπατήθη σκληρώς.

Αι! ποίος ηξεύρει καλήτερα από εμέ, είπεν ο Βελισάριος, πόσον οι ψευδείς φίλοι του κατεχράσθησαν την εύνοιάν του, και όλα, όσα η διαβολή έκαμε διά να τον απατήση! Υπ' αυτής ο Ναρσής επέμφθη εις Ιταλίαν, διά να διακόψη τας σειράς των νικών μου. Ο αυτοκράτωρ δεν είχε σκοπόν ν' αντιτάξη εις εμέ ανταγωνιστήν τον ταμίαν του. Αλλ' ο Ναρσής είχε τους ιδικούς του εις την αυλήν, απέκτησεν ιδικούς του εις το στράτευμα. Η διχόνοια εισεχώρησεν εις αυτό· και απωλέσθησαν τα Μεδιόλανα, το προπύργιον της Ιταλίας. Ο Ναρσής ανεκλήθη· δεν ήτον όμως πλέον καιρός. Τα Μεδιόλανα εκυριεύθησαν, ο λαός όλος εσφάγη, και η Λιγυρία απεσπάσθη από την εξουσίαν των όπλων μας. Χαίρω, ότι ο Ναρσής εύρε χάριν παρά τω αυτοκράτορι. Χρεωστούμεν δε εις την παράλυσιν της πειθαρχίας την σωτηρίαν της ζωής τούτου του μεγάλου ανδρός. Αλλ' επί της δημοκρατίας ο Ναρσής ήθελε καταδικασθή εις θάνατον διά το έγκλημά του, ότι απεχώρισεν απ' εμέ μέρος του στρατού μου, και ότι με παρήκουσεν. Ανεκλήθην και εγώ, και, διά να στρατηγώσιν αντ' εμού, νέα τις μηχανορραφία ενήργησε να εκλεχθώσιν ένδεκα στρατηγοί, όλοι φθονούντες αλλήλους, οίτινες διαφωνούντες ενικήθησαν. Εξ αιτίας τούτου απωλέσαμεν ολόκληρον την Ιταλίαν. Αλλ' αποστέλλομαι πάλιν εκεί, χωρίς όμως στράτευμα. Διατρέχω την Θράκην και την Ιλλυρίαν προς στρατολογίαν· συλλέγω μόλις ολίγους, και αυτούς γυμνούς. Φθάνω εις Ιταλίαν με τους αθλίους τούτους χωρίς ίππους, χωρίς όπλα, χωρίς ζωοτροφίας. Τι ηδυνάμην να κάμω εις την κατάστασιν ταύτην; Εδυσκολεύθην μεγάλως να σώσω την Ρώμην. Εν τοσούτω οι εχθροί μου εθριάμβευαν εις την αυλήν, και έλεγαν προς αλλήλους, «όλα υπάγουν καλά, διότι εκείνος είναι εις τα λοίσθια, και μέλλομεν να τον ιδώμεν πεσόντα.» Δεν έβλεπαν εις τα κοινά πράγματα άλλον παρά εμέ, και ήσαν ευχαριστημένοι, αν μόνον η απώλειά των εδύνατο να επιφέρη την ιδικήν μου. Εζητούσα στρατεύματα, και εστάλθη η ανάκλησίς μου· διάδοχόν μου δε έστειλαν τον Ναρσήν στρατηγούντα ισχυρόν στράτευμα. Ο Ναρσής εδικαίωσε την εκλογήν του· και ήτον ίσως ευτυχία ο αντ' εμού διορισμός αυτού. Αλλά, διά να με βλάψωσιν, έπρεπε να βλάψωσι την ευτυχίαν των όπλων μου· και ηγόραζον την απώλειάν μου με ζημίαν του κράτους. Ιδού τι η ραδιουργία έχει τωόντι ολέθριον. Προς ανύψωσιν ή απώλειαν ενός θυσιάζει στράτευμα, έν κράτος, αν η χρεία το καλέση.

Αι! με διδάσκεις, ανεβόησεν ο Ιουστινιανός, όλα, όσα έγιναν προς αμαύρωσιν της δόξης σου. Οποία του αυτοκράτορος αδυναμία, ώστε να πιστεύση περί σου τους εχθρούς σου! Γείτον, τον είπεν ο Βελισάριος, δεν ηξεύρεις, πόσον η του βλάπτειν τέχνη είναι λεπτουργημένη εις την αυλήν· πόσον η σκευωρία είναι επίμονος, δραστηρία, επιδεξία, καταπειστική. Προσέχει καλώς μη προσκρούση εις την γνώμην του ηγεμόνος, ή την θέλησίν του, την κλονίζει κατ' ολίγον, και, ως το διά του προχώματος διηθούν ύδωρ, την υποσκάπτει ανεπαισθήτως, και τέλος την ανατρέπει. Έχει τόσον περισσοτέραν υπεροχήν, όσον ο καταπολεμούμενος απ' αυτήν χρηστός ανήρ είναι ανύποπτος και απροφύλακτος, και έχων υπέρ αυτού τας πράξεις του, τας οποίας παραμορφόνουν, και την φήμην, της οποίας η φωνή συμπνίγεται εις τας πύλας των ανακτόρων. Εκεί ο φθόνος ομιλεί· και ουαί εις τον απόντα άνθρωπον τον οποίον απεφάσισε να καταλύση! Δεν είναι δυνατόν, ώστε εις τας ευτυχίας να μη εδοκίμασε και αποτυχίας, ευθύς κατηγορείται δι' αυτάς, και ότε μάλιστα πράττει το κάλλιστον, ονειδίζεται, ότι δεν έπραξε καλήτερα· άλλος πάσχει χειρότερον, χάνει τα προτερήματά του. Εξ ενός μέρους το κακόν αυξάνει, εκ του άλλου το καλόν σμικρύνεται, και, του όλου ισοσταθμιζομένου, ο χρησιμώτατος άνθρωπος γίνεται επικίνδυνος. Αλλά μεγαλήτερον παρά την πτώσιν του κακόν είναι η ύψωσις εκείνου, τον οποίον η διαβολή θέτει εις τον τόπον του, και ο οποίος κοινώς δεν είναι άξιος ταύτης. Τοιαύτην εντύπωσιν κάμνει το παράδειγμα αδίκου δυστυχίας και αναξίας ευημερίας. Εκ τούτου η ελάττωσις του όλου, η λήθη των καθηκόντων, η ευτολμία της αισχύνης, η προπέτεια του πταίσματος, και όλαι αι υπό της ακολασίας συγχωρημέναι καταχρήσεις. Τοιαύτη είναι η της ευνοίας βασιλεία. Κρίνε, πόσον μέλλει αυτή να ταχύνη της αυτοκρατορίας την πτώσιν. Αναμφιβόλως. Ω! τούτο είναι εις τον ηγεμόνα ολεθρία αδυναμία, είπεν ο αυτοκράτωρ· αλλ' ίσως συγχωρητέα εις γέροντα απαυδήσαντα να βλέπη εαυτόν τριάκοντα έτη παλαίοντα ματαίως κατά της ειμαρμένης, και, ότι μ' όλους τους αγώνας του το πλοίον του κράτους συντριφθέν υπό των τρικυμιών, μέλλει ευθύς να καταποντισθή. Διότι τέλος πάντων ας μη ελπίζωμεν· αυτή εκείνη η μεγαλειότης και η διάρκεια της αυτοκρατορίας είναι αι αιτίαι της καταστροφής της. Εδέχθη τον νόμον, τον οποίον προ αυτής η απέραντος αυτοκρατορία του Βήλου και η του Κύρου εδέχθη· ως εκείναι ήκμασε· μέλλει να παρακμάση ως εκείναι.

Δεν έχω πίστιν, είπεν ο Βελισάριος, εις την ειμαρμένην τούτων των μεταβολών. Με τούτο μεταβάλλεται εις σύστημα η αθυμία, και στενάζω βλέπων, ότι περιεπέσαμεν εις αυτήν. Όλα απολύονται, και αι πολιτείαι αυταί, το ηξεύρω, δεν πιστεύω όμως ποσώς, ότι η φύσις εχάραξε τον κύκλον της υπάρξεώς των.

Είναι ηλικία, καθ' ήν ο άνθρωπος είναι ηναγκασμένος ν' απαρνηθή την ζωήν και ν' αποφασίση ν' αποθάνη· δεν υπάρχει όμως καιρός, εις τον οποίον να ήναι συγχωρημένον να παραιτηθή τις την σωτηρίαν του βασιλείου. Η πολιτεία αναμφιβόλως είναι υποκειμένη εις σπασμούς κλονούντας αυτήν, εις ασθένειαν, ήτις την φθείρει, εις προσβολάς, αι οποίαι από την χαράν την ρίπτουσιν εις την βαρυθυμίαν. Η εργασία φθείρει τα ελατήριά της, η ανάπαυσις τα παραλύει, η διχόνοια τα συντρίβει· αλλά κανέν από τα δεινά τούτων δεν είναι θανατηφόρον. Εφάνησαν έθνη εγερθέντα από τας τρομερωτάτας πτώσεις, αναλαβόντα από την πλέον απηλπισμένην κατάστασιν, και, μετά τας βιαιοτάτας πολιτικής νόσου κρίσεις, επανορθωθέντα με περισσοτέραν δύναμιν και ευρωστίαν παρά ποτέ. Όθεν η παρακμή των δεν είναι προσδιωρισμένη, ως εις ημάς η της ηλικίας παρακμή. Το γήρας αυτών είναι ανύπαρκτον πλάσμα, η δε ελπίς η βοηθούσα την ευψυχίαν ημπορεί να εκταθή, όσον μακράν θέλει τις. Η αυτοκρατορία αύτη είναι ασθενής, ή μάλλον εκνευρισμένη· αλλά το αντιφάρμακον και η νόσος είναι εις την φύσιν των πραγμάτων· ημείς δε πρέπει να το ζητήσωμεν εις αυτήν. Λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, καταδέξου να κάμης με ημάς την παραμυθητικήν ταύτην έρευναν και, πριν φθάσωμεν εις την θεραπείαν, ας εξετάσωμεν τας αρχάς της νόσου. Πολλά καλά, είπεν ο Βελισάριος. Τούτο θέλει είσθαι πολλάκις της συνομιλίας μας η υπόθεσις.

Κεφάλαιον ΙΑ'.

Ο Ιουστινιανός υπεράλλοτε ανυπόμονος να ιδή πάλιν τον Βελισάριον, ήλθε την ακόλουθον ημέραν, διά να τον αναγκάση να διαρρήξη το κάλυμμα, το οποίον τόσον καιρόν εκάλυπτε τα δεινά της αυτοκρατορίας. Ο Βελισάριος δεν ανέτρεξεν ανώτερον της εποχής του Κωνσταντίνου. Οποία ζημία είπεν, ο με τόσην σταθερότητα, τόλμην και δραστηριότητα μεγαλοφυέστατος ανήρ απέτυχεν εις τους σκοπούς του, και εμεταχειρίσθη πλειοτέρους αγώνας εις το ν' ανατρέψη την αυτοκρατορίαν παρ' όσας εχρειάζετο εις το να ανακαινίση την λαμπρότητά της! Οι νέοι του θεσμοί είναι αριστούργημα νοός. Οι Πραιτωριανοί καταλυθέντες, οι παίδες των πτωχών υιοθετηθέντες από την πολιτείαν (4), η εξουσία του επάρχου διαιρεθείσα και περισταλθείσα, οι απόμαχοι στρατιώται κατατεθέντες κύριοι και φύλακες των συνόρων, όλα ταύτα είναι έμφρονα και μεγάλα. Διατί δεν περιωρίζετο εις τόσον απλά μέσα; Δεν ησθάνθη, ή δεν ήθελε να αισθανθή, ότι, μεταθέτων την καθέδραν της αυτοκτατορίας, εκλόνιζε και φυσικώς και ηθικώς τα στερεώτατα αυτής θεμέλια. Ματαίως ηθέλησε να ήναι η πόλις του δευτέρα Ρώμη, εγύμνωσε την παλαιάν από τα πλουσιώτερά της καλλωπίσματα προς στολισμόν της νέας. Τούτο ωμοίαζε θεατρικήν υπόκρισιν και θέαμα μάταιον και ολιγοχρόνιον.

Παράξενα λέγεις, υπέλαβεν ο Τιβέριος, και η μητρόπολις του κόσμου μ' εφαίνετο πολύ αξιώτερον, πολύ αρμοδιώτερον κειμένη επί του Βοσπόρου, εν τω μέσω δύω θαλασσών και μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, παρά εις το μεσόγειον της Ιταλίας, παρά το χείλος του ρύακος του μόλις από λέμβους πλωτού.

Ο Κωνσταντίνος εστοχάσθη ως συ, είπεν ο Βελισάριος, και ηπατήθη. Η επικράτεια, η ηναγκασμένη να διασκορπίζη τας δυνάμεις της έξω, χρεωστεί εις το εσωτερικόν ευκόλως να κυβερνάται, να περιστέλλεται και να προστατεύεται. Τοιούτον ήτο της Ιταλίας το προτέρημα. Η φύσις αυτή εφαίνετο, ότι κατέστησεν αυτήν καθέδραν των κοσμοκρατόρων. Τα όρη και αι θάλασσαι, τα περικαλύπτοντα αυτήν, την προφυλάττουν ολιγοδαπάνως από τας προσβολάς των γειτόνων των. Και η Ρώμη, προς ασφάλειάν της, μόνον τας Άλπεις είχε να φυλάττη. Εάν εχθρός ισχυρός και τολμηρός υπερέβαινε τούτους τους φραγμούς, τα Απεννίνα ήθελαν κατασταθή καταφύγιον των Ρωμαίων, και προτείχισμα του ημίσεος της Ιταλίας. Εκεί ο Κάμιλλος ενίκησε τους Γαλάτας, και εις αυτόν τον ίδιον τόπον ο Ναρσής ενίκησε τον Τοτίλαν τόσον λαμπράν νίκην.

Εδώ ημείς έχομεν σταθεράν και αμετάβλητον στάσιν. Το ελατήριον της κυβερνήσεως είναι υποκείμενον εις την προσβολήν όλων των ατυχημάτων. Ερώτησε τους Σκύθας, τους Σαρμάτας, τους Σλάβους, αν ο Έβρος, ο Δούναβις, ο Τάναϊς είναι φραγμός, προξενούντες εις αυτούς φόβον. Το Βυζάντιον είναι το μόνον κατ' αυτών καταφύγιόν μας. Ό,τι δε περισσότερον με λυπεί, δεν είναι τα αδύνατα τείχη του. Εις την Ρώμην οι εσωτερικώς επικρατούντες νόμοι εδύναντο να εκτείνωσι κατ' ολίγον την επιμέλειαν και ενέργειάν των από το μέσον της πολιτείας έως εις τας εσχατιάς. Η Ιταλία ήτο υπό τους οφθαλμούς και τας διευθυνούσας χείρας των. Ούτοι ερρύθμιζον τα κοινά ήθη, τα δε ήθη ανταπέδιδον εις αυτούς πιστούς διανομείς. Εδώ έχομεν τους αυτούς νόμους· αλλ' όλα είναι μεμακρυσμένα, τίποτε δεν είναι σύμφωνον, τίποτε δεν είναι αρμονικόν. Η εθνική γνώμη δεν είναι ευσταθής. Η πατρίς ουδέ όνομα έχει. Η Ιταλία εγέννα άνδρας πνέοντας εκ γενετής φιλοπατρίαν και αυξάνοντας εις το πεδίον του Άρεως. Εδώ ποία είναι η κοιτίς, ποίον το διδασκαλείον των πολεμικών. Οι Δαλματοί, οι Ιλλυριοί, οι Θράκες, είναι ξένοι δι' υμάς, καθώς και οι Νομάδες και οι Αιθίοπες. Κανέν κοινόν συμφέρον δεν τους συνδέει, καμμία δοξασία πολιτική και συστηματική δεν τους διεγείρει, ουδέ τους κινεί εις ενέργειαν. Ενθυμηθείτε, ότι είσθε Ρωμαίοι, έλεγεν εις τους στρατιώτας του στρατηγός τις της αρχαίας Ρώμης, και αύτη η δημηγορία τους κατέστενεν ακαμάτους εις τους κόπους και ατρομήτους εις τας μάχας. Τώρα δε τι θέλομεν ειπεί εις τα στρατεύματά μας, διά να τα εμπνεώσωμεν ευτολμίαν· Ενθυμήθητε, ότι είσθε Αρμένιοι, Νομάδες, ή Δαλματοί; Η επικράτεια δεν είναι έν σώμα· τούτο είναι η αρχή της αδυναμίας της· και δεν εσυλλογίσθησαν, ότι εχρειάζοντο αιώνες, διά ν' αποκασταθή εις αυτήν η ενότης εκείνη, η οποία ονομάζεται πατρίς, και ήτις είναι αποτέλεσμα ανεπαίσθητον και βραδύ της έξεως και της κοινής γνώμης. Ο Κωνσταντίνος εστόλισε την πόλιν του με τα αγάλματα των ηρώων της Ρώμης· μάταιον στρατήγημα· φευ! αι εικόνες αύται ήσαν έμψυχοι εις το Καπιτώλιον· αλλ' η ψυχή η ζωογονούσα αυτάς δεν επέβη τα πλοία μας· αυτά διεκόμισαν μόνον μάρμαρα. Οι Παύλοι Αιμίλιοι, οι Σκηπίωνες, οι Κάτωνες είναι εις ημάς άλαλοι· το Βυζάντιον είναι εις αυτούς ξένον. Αλλ' εις την Ρώμην ούτοι ωμίλουν προς τον λαόν, ο δε λαός τους ενόει.

Δεν βλέπω, είπεν ο Ιουστινιανός, αν εις την Ρώμην η αυτοκρατορία ήτον ησυχωτέρα και ευτυχεστέρα προ πολλού. Ο λαός εξευτελίσθη εκεί, η Γερουσία έτι περισσότερον. Η αυτοκρατορία είναι αδύνατος και δυστυχής πανταχού, είπεν ο Βελισάριος, όταν ήναι εις χείρας κακάς. Αλλ' εις την Ρώμην δεν εχρειάζετο άλλο, ειμή καλή βασιλεία προς μεταρρύθμισιν των πραγμάτων. Παρατήρησε, από ποίαν ταπείνωσιν ανηγέρθη πολιτεία επί Αδριανού, και εις πόσην δόξαν και μεγαλοπρέπειαν έφθασεν επί Μάρκου Αυρηλίου. Η Ρωμαϊκή αρετή εξέλειπε χωρίς να σβεσθή. Ο άξιος να την αναζωπυρήση ηγεμών εύρισκε τον βλαστόν αυτής εις τας ψυχάς. Ο βλαστός ούτος απωλέσθη εις το Βυζάντιον, και πρέπει να σπαρθή πάλιν· τούτο δε μέλλει να ήναι το μέγα έργον βασιλείας δικαίας κ' επιεικούς. Χωρίς το τερατούργημα τούτο τα πάντα αφανίζονται. Και αι πρόοδοι αυταί των όπλων μας είναι καταστροφή της πολιτείας. Η αυτοκρατορία έχει καθ' εαυτής εκατόν εχθρούς, έχοντας ένα και μόνον εχθρόν. Ελπίζουν να τας αφανίσωσι, και εκείνοι αναγεννώνται, διαδέχονται αλλήλους, και διά ταχέων περισπασμών λαμβάνουσι παρ' αυτών καιρόν ν' ανεγείρωνται. Εντοσούτω ο κοινός εχθρός των αδυνατεί, στασιάζων· αι καταδρομαί του τον καταστρέφουν, οι κόποι του τον αφανίζουν· αι νίκαι του αυταί είναι εις αυτόν πληγαί, αίτινες δεν έχουν καιρόν να κλείσουν, και, μετ' ανηκούστους αγώνας προς στερέωσιν της δυνάμεώς του, μία μόνη ημέρα κλονεί και ανατρέπει τας ευτυχεστάτας πολυετείς πράξεις. Ποσάκις επί την βασιλείας ταύτης αι σημαίαι μας διέπτησαν από τον Τίβεριν εις τον Ευφράτην, από τον Ευφράτην εις τον Δούναβιν; Όλοι δε οι αγώνες των στρατευσάντων υπό τον Μούνδον, Γερμανόν, Σολομώντα, Ναρσήν και εμέ, αν τολμώ να ονομάσω εμαυτόν, όλοι ούτοι κατήντησαν να μας φέρωσι την επιταχθείσαν ειρήνην.

Τούτο είναι επάναγκες, είπεν ο αυτοκράτωρ, επειδή ο πόλεμος μας καταπιέζει. Τρόπος αποφυγής του πολέμου, είπεν ο γέρων, δεν είναι η αγορά της ειρήνης, Οι βάρβαροι της άρκτου δεν ζητούν άλλο παρά λείαν, και, όσον φαίνεται μάλλον ευάλωτος, τόσον μάλλον είναι βέβαιοι, ότι θέλουσι την αρπάξει. Οι Πέρσαι ουδέν αξιολογώτερον έχουσιν, ειμή, ερχόμενοι ένοπλοι κατ' έτος, να λεηλατώσι τας εις την Ασίαν επαρχίας μας. Και τους αποπέμπουσι με χρυσίον! Οποίος τρόπος απομακρύνσεως αυτών, η προσφορά δολώματος, το οποίον τους ελκύει! Αυτά ταύτα τα λύτρα της ειρήνης γίνονται τροφή του πολέμου. Οι δε αυτοκράτορές μας, εξασθενούντες τους υπηκόους των δεν κάμνουν άλλο, παρά καταστένουσι τους εχθρούς των απληστοτέρους και ισχυροτέρους.

Με λυπείς, είπεν ο Ιουστινιανός. Ποίον λοιπόν φραγμόν θέλεις ν' αντιτάξωσιν εις αυτούς; Καλά στρατεύματα, είπεν ο Βελισάριος, και εξαιρέτως ευτυχείς υπηκόους. Όταν οι βάρβαροι διασπείρωνται εις τας επαρχίας μας, διά λείαν μόνον το κάμνουν. Ολίγον τους μέλει, ότι αφίνουσι, μετά την αναχώρησίν των, την ερήμωσιν και το μίσος, αρκεί μόνον ν' αφήσωσι τον τρόμον. Δεν είναι το αυτό εις αυτοκρατορίαν θέλουσαν να φυλάξη ό,τι έχει· αν δεν κάμνη ν' αγαπάται η δυναστεία της, πρέπει να την παραιτήση. Η επί του φόβου θεμελιουμένη εξουσία εξασθενεί και χάνεται εις την μεγάλην έκτασιν. Είναι αδύνατον να βασιλεύη τις διά της βίας από τον Ταύρον μέχρι των Άλπεων, από του Καυκάσου έως εις τους πρόποδας του Άτλαντος. Τωόντι, τι διάφορον εις τους δυστυχείς, των οποίων εκπιέζουσι τον ιδρώτα, να έχωσι τυράννους τους Ρωμαίους, ή τους Πέρσας; Κακώς υπερασπίζονται την εξουσίαν, υπό της οποίας αυτοί οι ίδιοι καταθλίβονται· και αν δεν τολμούν ν' απαλλαχθώσι απ' αυτήν, τουλάχιστον αφίνονται εις άλλους να τους ελευθερώσουν. Η φιλανθρωπία, η ευεργεσία, η ευθύτης, η ειλικρίνεια, η άγρυπνος επιμέλεια διά την ευδαιμονίαν των λαών, τους οποίους υπέταξαν, ταύτα τους προσκολλούν εις ημάς. Τότε η καρδία της πολιτείας είναι πανταχού, και εις πάσαν επαρχίαν συρρέει η δραστηριότης, η δύναμις και ισχύς.

Θέλω σε ομιλεί συχνάκις περί εμαυτού, νεανίσκε, επρόσθεσε, και με δίδεις το δικαίωμα, συμβουλευόμενος την πείραν μου. Όταν εστράτευσα εις την Αφρικήν, ήρχισα να περιποιώμαι ταύτας τας χώρας ως πατρίδα μου. Η πειθαρχία συσταθείσα εις το στράτευμά μου έφερεν αυτού την αφθονίαν, και εντός ολίγου μ' ευχαρίστησιν είδον τους πέριξ λαούς, έχοντας το στρατόπεδόν μου ως καταφύγιον, και συμπαρατασσομένους με τους στρατιώτας μου.

Την ημέραν, καθ' ήν εισήλθον εις Καρχηδόνα, στρατηγός τροπαιούχου στρατού, δεν ηκούσθη ουδείς γογγυσμός· ούτε η εργασία, ούτε η ησυχία των πολιτών εταράχθη· βλέπων το εμπόριον και την βιομηχανίαν ενεργούμενα, ενόμιζέ τις, ότι ήτο εις το μέσον εντελούς ειρήνης, ώστε από εμέ εκρέματο να βασιλεύσω, εις λαόν καλούντα με πατέρα του. Παρομοίως και εις την Ιταλίαν είδον τους εγχωρίους ερχομένους παμπληθεί και ενουμένους με ημάς, και τους Γότθους εις Ραβένναν ικετεύοντας τον νικητήν να γίνη βασιλεύς των. Τοιαύτη είναι της επιεικείας η δύναμις. Και μη νομίσης, ότι μεγαλαυχώ διά τούτο· ηκολούθησα μόνον, όσα μ' εδίδασκον οι βάρβαροι. Ναι, οι βάρβαροι έχουσιν, ως ημείς, Μάρκον Αυρήλιον και Τίτον. Ο Θεοδώρικος και ο Τοτίλλας έγιναν άξιοι της αγάπης του κόσμου. Ω πόλεις της Ιταλίας! ανεβόησεν ο γέρων, οποίαν σύγκρισιν των βαρβάρων εκάμετε προς ημάς! Είδον εις Νεάπολιν σφαζομένους έμπροσθεν των οφθαλμών μου τας γυναίκας, τα βρέφη, τους γέροντας. Έτρεχα, απέσπων τα αθώα ταύτα θύματα από τας χείρας των στρατιωτών μου· αλλ' ήμην μόνος· αι φωναί μου δεν εισηκούοντο· όσοι δε έπρεπε να με βοηθήσωσι ενησχολούντο εις τας διαρπαγάς. Αύτη εκείνη η πόλις εκυριεύθη από τον γενναίον Τοττίλαν! Ευτυχής ηγεμών! ενδόξως ευτύχησε να την σώση από την μανίαν των στρατιωτών του. Και η εν αυτή διαγωγή του ήτο φιλοστόργου πατρός εις το μέσον της οικογενείας του. Δεν υπάρχει εις την ανθρωπότητα κατανυκτικώτερον παρά τας φροντίδας, όσας κατέβαλεν υπέρ της σωτηρίας του λαού εκείνου, όστις είχεν εκουσίως παραδοθή εις αυτόν. Παρομοία ήτο η διαγωγή εις την Ρώμην, εις την Ρώμην εκείνην, όπου οι αρχηγοί μας είχαν προ ολίγου πράξει εις το μέσον φρικτού λιμού, το φοβερώτατον μονοπώλιον. Ιδού πώς οι εχθροί μας ήξευραν να ελκύσωσι προς εαυτούς τας ψυχάς των λαών. Η δικαιοσύνη και η πραότης του μας έβλαψαν περισσότερον παρά η ανδρία των.

Αλλ' ό,τι μεγάλως τους ωφέλησεν ήτον η φιλαργυρία, η σκληρότης, η τυραννία των στρατηγών μας. Μόλις ανεχώρησαν εκ της Ιταλίας αυτοί εκείνοι οι Γότθοι, των οποίων το διάδημα είχα προ ολίγου αποποιηθή, και δυσαρεστούμενοι από τα κακά εκείνων, οι οποίοι με διεδέχθησαν, απεφάσισαν ν' αποσείσωσι τον ζυγόν. Εκ τούτου προήλθεν η βασιλεία του Τοτίλλα, και αι δυστυχίαι μας εις Ιταλίαν. Αφού ενίκησα τους Βανδάλους εις την Αφρικήν, κατέπεισα τους Αιθίοπας να ζώσιν ειρηνικώς με ημάς. Αλλ' όταν ανεχώρησα, οι περιφανείς λησταί μας, οι άσωτοι και αρπαξίβιοι άνδρες μας, όχι μόνον δεν εφέρθησαν προς αυτούς φιλικώς, αλλ' έπραξαν ανεμποδίστως εις τας πόλεις και τους αγρούς των τα δεινότατα κακά. Οι Αιθίοπες απεφάσισαν να εκδικηθώσιν απηλπισμένοι· και το αίμα μας επλημμύρησεν εις τας επαρχίας μας. Τοιουτοτρόπως η τυραννία παροξύνει την στάσιν, ήτις διασπά όλους τους θεσμούς της ειρήνης.

Τα αυτά είναι και εις το εσωτερικόν· έπαρχοι αμελείς, ανθύπατοι άπληστοι, απόλυτοι και άσπλαχνοι τύραννοι των επαρχιών και των πόλεων. Ταύτα είδα πανταχού. Διά μέσου αυτών τα δημόσια υπουργήματα έγιναν τόσον βαρέα, ώστε, διά να κρατώσιν υπό το βάρος τους κορυφαίους πολίτας, έπρεπε να τους απαγορεύωσι τα πολεμικά, την ιερατείαν και αυτήν των κτημάτων των την πώλησιν, και, το οποίον ποτέ δεν θέλει τις πιστεύσει, την εθελοδουλείαν. Πώς θέλεις, ώστε υπήκοοι τόσον απανθρώπως βασανιζόμενοι ν' αγαπώσι τον ζυγόν, υπό του οποίου καταπιέζονται; Δύνανται να νομίσωσιν εαυτούς συνδεδεμένους με τόσον σκληρούς τυράννους, ή διά του συμφέροντος, ή διά του καθήκοντος; Εις τον πρώτον γογγυσμόν τον εκ της αθλιότητος και απελπισίας προελθόντα φωνάζουν, αποστασία, απιστία· στέλλουσιν εις τας επαρχίας στρατεύματα, τα οποία τας ερημόνουσι. Θλιβερόν και σκληρόν μέσον του καθυποτάσσειν ανθρώπους διά της ερημώσεως! Και τι να κάμη τις λαόν καταβεβλημένον υπό της ασθένειας; Πρέπει να ήναι ευπειθής και ισχυρός. Θέλει είσθαι και το έν και το άλλο, εάν δεν ήναι αποκαμωμένος από τους υπαλλήλους αυτούς τυράννους, τους καταστένοντας πολλάκις αφόρητον την βασιλείαν δικαίου και πράου ηγεμόνος.

Από τους κατέχοντας την εξουσίαν τούτους εξαρτάται το ν' αγαπάται ή να μισήται αύτη. Όθεν εις αυτούς πρέπει το άγρυπνον και αυστηρόν του ηγεμόνος όμμα να προσηλόνεται. Δεν έχει εχθρούς ούτε επικινδυνοτέρους, ούτε σκληροτέρους· διότι τον εκθέτουν εις το μίσος του κοινού· τούτο δε είναι ως προς αυτόν το μέγιστον των κακών. Παν ό,τι τους διδάσκει η υπερηφάνεια, η πλεονεξία, η ιδιογνωμοσύνη το ονομάζουν βούλησίν του. Κατά τους λόγους των, δεν κάμνουν άλλο, ειμή να υπακούωσι, κάμνοντες τας καταχρήσεις των. Εξ αιτίας τούτων ο ηγεμών είναι χωρίς να το ηξεύρη η μάστιξ των υπηκόων, τους οποίους αγαπά. Τιβέριε, επρόσθεσεν ο ήρως, εάν κατ' ευτυχίαν ηγεμών τις σε έχη φίλον του, ειπέ τον να μη αφήση χαλαράς ποτέ τας ηνίας της κυβερνήσεως, και όλοι, όσοι υπάλληλοι διαχειρίζουν αυτήν, ας αισθάνωνται τον χαλινόν της δικαιοσύνης του. Διότι όλαι, όσαι καταχρήσεις εις τ' όνομά του γίνωσι, δυσφημούσι την βασιλείαν του, και γίνονται αιτίαι ν' αντανακλώνται επ' αυτού τα δάκρυα του πιεζομένου αδυνάτου· οπότε, αν οι υπήκοοι ηξεύρωσιν, ότι τους προστατεύει και τους εκδικείται, θέλουν προσκλαυθή εις αυτόν, χωρίς να προσκλαίωνται κατ' αυτού. Το δε κοινόν μίσος προσαπτόμενον εις τους αιτίους των δημοσίων δεινών, θέλει αφήσει τον δίκαιον ηγεμόνα κύριον της καρδίας των υπηκόων του.

Ουδέν λαμπρότερον εις την περί πολιτικών θεωρίων, είπεν ο Ιουστινιανός, παρά τον προσεκτικόν και παρόντα εις όλα τα εις την επικράτειάν του γινόμενα, ηγεμόνα. Αλλά τα κατά μέρος αυτής είναι αναρίθμητα, και, αν πρέπει ν' ακούη τους γογγυσμούς των υπηκόων του, ας τα εξετάζη, ας τα κρίνη, δεν θέλει ποτέ εξαρκέσει.

Με ταύτα των δυσκολιών τα φάσματα τους τρομάζουν, είπεν ο Βελισάριος, αλλά γίνονται άφαντα εγγύθεν θεωρούμενα. Θέλεις δε ιδεί αύριον, ότι η του κυβερνάν τέχνη είναι ολιγώτερον πολύπλοκος παρ' όσον νομίζεται. Υγιαίνετε, φίλοι μου. Βλέπετε, ότι αφ' εαυτού μου εκτείνομαι μακρύτερα παρ' όσον ήθελα. Την προς το βασιλεύειν μανίαν πάσχουν οι πλειότεροι των ανθρώπων, και ολίγοι είναι, όσοι εις τας ονειροπολήσεις των δεν τέρπονται, ως εγώ, διατάττοντες την τύχην των πολιτειών. Τούτο είναι παραφροσύνη του χυδαίου, είπεν ο Ιουστινιανός, αλλ' αξιωτάτη του σοφού μελέτη.

Ο αυτοκράτωρ ανεχώρησεν εκπεπληγμένος από όλα, όσα ήδη ήκουσε. Το αυτό εσπέρας δειπνών, άκουσε τους αυλικούς του λέγοντας, ότι ποτέ η αυτοκρατορία δεν ήτον πλέον ακμάζουσα και ευτυχής. Αναμφιβόλως, τους είπεν, η αυτοκρατορία ακμάζει, και σεις κολυμβάτε εις την αφθονίαν· είναι ευτυχής, διότι σεις ζήτε εις την τρυφήν και αργίαν. Εδώ οι υπήκοοι, ως συ, ουδέν λογίζονται, και η αυλή είναι διά σας η αυτοκρατορία. Αι λέξεις αύται τους έκαμαν να κλίνωσιν εις την γην τους οφθαλμούς. Δεν αμφίβαλαν, ότι η μελαγχολία, εις την οποίαν ήτο βυθισμένος ο αυτοκράτωρ, δεν ήτον αποτέλεσμα των μετά του Τιβερίου συνδιαλέξεών του. Ο Τιβέριος, έλεγαν, είναι νέοι ενθουσιών, μαινόμενος υπό φιλανθρωπίας. Τίποτε επικινδυνότερον ενταύθα παρά τον τοιούτου χαρακτήρος άνθρωπον· ας πασχίσωμεν κατ' ανάγκην να τον απομακρύνωμεν.

Κεφάλαιον ΙΒ'.

Την επαύριον, ενώ εις την ραδιουργίαν ταύτην ενησχολείτο η αυλή, ο καλός τυφλός και οι δύο ξένοι του ήρχισαν πάλιν την συνομιλίαν των.

Ο ηγεμών, ο θέλων μόνος του να βασιλεύη, τους έλεγε, πρέπει να ηξεύρη να κάμνη όλα απλά. Η πρώτη του φροντίς είναι να γνωρίση καλώς, τι είναι το ωφέλιμον εις τους υπηκόους του, και τι προσμένουσιν ούτοι απ' αυτόν. Τούτο μόνον είναι σπουδή απέραντος. Είναι απλουστάτη, είπεν ο ήρως, διότι αι χρείαι ενός είναι χρείαι πολλών, και έκαστος ημών γνωρίζει, τι είναι ωφέλιμον εις τον άνθρωπον. Παραδείγματος χάριν, είπεν, ερωτών τον νέον, εάν ήτο γεωργός, τι ήθελεν ελπίζει από την αγαθότητα του ηγεμόνος; Να μ' ασφαλίση τους καρπούς του κόπου μου, είπεν ούτος, να μ' αφίνη να τους απολαύω, αφού λάβη τον φόρον του, με τα τέκνα και την γυναίκα μου, να υπερασπίζεται την κληρονομίαν μου κατά του δόλου και της δυναστείας. Αυτά είναι όλα! είπεν ο Βελισάριος, και έκαστος πολίτης εις το επάγγελμά του, δεν απαιτεί περισσότερα απ' αυτά. Ο ηγεμών δε, εξηκολούθησεν ο γέρων, τι απαιτεί και αυτός από τους υπηκόους του; Την υπακοήν, τον φόρον και τας δυνάμεις προς διατήρησιν των νόμων του. Τούτο είναι έτι απλούν και δίκαιον, είπεν ο Βελισάριος. Των δε υπηκόων τα αμοιβαία χρέη ποία είναι; Να ζώσιν ειρηνικώς, να μη βλάπτουν αλλήλους, ν' αφίνωσι εις έκαστον το ίδιόν του και να διατηρώσιν εις την συναναστροφήν των την ομόνοιαν και ειλικρίνειαν. Ιδού, φίλε, είπεν ο γέρων, εν συντόμω η ευδαιμονία του κόσμου και διά τούτο, βλέπεις καλά, ότι δεν χρειάζεται πολύτομος νομοθεσία. Ήτο ποτε καιρός, ότε οι νόμοι της Ρώμης ήσαν γραμμένοι εις δώδεκα πίνακας· ο καιρός εκείνος ήτο πολύ καλήτερος παρά τούτον. Το δίκαιον δεν είναι άλλο, ειμή η στάθμη του ωφελίμου, και το μέτρον του επιβαίνοντος μέρους εις έκαστον από του κοινού αγαθού. Η δικαιοσύνη μόνον ας παρεδρεύη εις τον μερισμόν τούτον, και ο κώδηξ των δεν θέλει είσθαι ογκώδης.

Ό,τι δε τους καταστένει πολυπλόκους και ογκώδεις, είναι η μικρόλογος φαντασιοκοπία αυθαιρέτου θελήσεως, ταττούσης αντί νόμων τας φαντασίας της, δια των οποίων μεταβάλει το παν κατά πάσαν στιγμήν· ο μικρόψυχος φόβος μήπως δεν δώσωσιν εις την ελευθερίαν πολλούς δεσμούς, προς δέσμευσιν· η ζηλότυπος αλαζονεία του δεσπόζειν, ήτις ποτέ δεν πιστεύει, ότι κάμνει να αισθάνωνται οι άλλοι αρκούντως τα δίκαιά της· η μανία του να θέλουν να διατάσσουν μυρίας λεπτομερείας, αίτινες αφ' εαυτών ικανώς και πολύ καλήτερα διατάσσονται. Επί της βασιλείας ταύτης, έγινε μεγάλη συλλογή διαταγμάτων και ενταλμάτων αναριθμήτων· αλλ' αύτη είναι διδασκαλείον των νομικών, και όχι του λαού. Όθεν τον λαόν είναι ο λόγος να διδάξωμεν τα χρέη και τα δικαιώματά του. Καθείς οφείλει να ήναι ο πρώτος του εαυτού του δικαστής· καθείς λοιπόν οφείλει να ηξεύρη, τι είναι διωρισμένον, απηγορευμένον και συγχωρημένον από τον νόμον.

Διά τούτο είναι χρεία νόμων απλών, σαφών, ευλήπτων, ολιγαρίθμων, και ευπροσαρμόστων. Τούτο δε μάλιστα θέλει συντέμει το πολύπλοκον της κυβερνήσεως. Διότι, άμα ο λαός ηξεύρει, τι χρεωστεί, και τι τον χρεωστούν, φρονηματίζεται διά την ασφάλειάν του, και ευχαριστείται διά την υποταγήν του. Βλέπει το εκ των θυσιών του όφελος, και θεωρών το κοινόν συμφέρον ως ίδιόν του, σέβεται την εξουσίαν, ήτις ενεργεί, ώστε να συντρέχη το έν εις το άλλο. Διά τι φαίνεται τόσον συχνά ωργισμένος κατά του ζυγού των νόμων; Διότι η αυστηρότης όλη είναι προς το μέρος των απαγορευόντων νόμων, η δε μαλθακότης και ραθυμία προς το των βοηθούντων αυτόν νόμων και οφειλόντων να τον προστατεύουν. Η απλότης λοιπόν δημοτικού κώδικος ήθελε θεραπεύσει την κατάχρησιν ταύτην. Διότι οι δικασταί, βλέποντες τον λαόν ικανώς ειδήμονα, ώστε να τους κρίνη διά μέσου αυτών εκείνων, και δυνάμενον να επικαλεσθή κατ' αυτών νόμον ακριβή και βέβαιον, δεν ήθελαν τολμήσει να κάμψουν τον κανόνα, ουδέ ν' αλλάξουν την στάθμην κατ' αρέσκειάν των.

Οι καταχρηστικώτεροι νόμοι είναι οι δίδοντες λαβήν εις τα κτήματα. Δεν επιβουλεύονται ούτε την ζωήν ούτε την ελευθερίαν των υπηκόων, αλλ' όταν δένουν τας χείρας αυτών, τούτο βέβαια γίνεται, διά να τους γυμνώσουν. Ώστε εκ των μυρίων κακών, όσα κάμνουσιν οι κατέχοντες την εξουσίαν, μόλις υπάρχει έν μόνον, το οποίον δεν είναι έργον της φιλαργυρίας. Εδώ λοιπόν χρεωστεί ο ηγεμών να φέρη τον λύχνον, και, από τούτον αρχόμενος, να παρατηρήση εναργώς την φορολογίαν.

Ενόσω ο φόρος θέλει είσθαι πολυπλασιασμένος, απροσδιόριστος και πολύπλοκος, ως είναι τώρα, η διοίκησίς του, ό,τι και αν κάμη τις, θέλει είναι συγκεχυμένη και απατηλή. Πρέπει λοιπόν να τον κάμουν απλούν. Ο νόμος δε, όστις θέλει τον διδάξει, ας ήναι ακριβής και αμετάθετος· και ο φόρος αυτός, αυτή η ανάγκη της πολιτείας, ας ήναι ίσος, εύκολος, φυσικός, ας ήναι είς, επιβεβλημένος εις κτήματα πραγματικά και ακίνητα, τεταγμένος κατά την τιμήν των, και ο αυτός πανταχού. Ο φόρος, παραδείγματος χάριν, τον οποίον επλήρονε μετά χαράς η ευδαίμων Σικελία προς τους Ρωμαίους, εκείνος, του οποίου η μετριότης έκαμε τον Καίσαρα να λατρεύεται εις τας επαρχίας της Ασίας. Ο δόλος δεν θέλει πλέον δύνασθαι να καταφεύγη εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον διαταγμάτων αλόγων και γελοίων (5)· αυτή μάλιστα του δικαίου η σαφήνεια θέλει προσδιορίσει τα όρια αυτού· και παύουσα από το να ήναι απόλυτα, θέλει παύσει από το να ήναι βδελυκτός.

Ηξεύρεις, είπεν ο αυτοκράτωρ, τι αντιτάττουν εις τους κανόνας σου; Κάμνων τις απλούν, τον φόρον ήθελε τον σμικρύνει. Το ελπίζω, είπεν ο ήρως. Και έπειτα, επρόσθεσεν ο αυτοκράτωρ, εάν ο λαός ευπορή μεγάλως, θέλει είσθαι, λέγουν, αμελής υπερήφανος, ταραχοποιός, δυσμεταχείριστος. Ω Θεέ! ανεβόησεν ο Βελισάριος, οποίον μέσον μεταχειρίζονται, διά να καταστήσουν ράθυμον τον λαόν, αντί ν' ασφαλίσωσι τους καρπούς των κόπων του! Οποίον μέσον διά να τον καταστήσουν απειθή και στασιώδη, αντί να τον καταστήσωσιν ευτυχέστερον! Φοβούνται, μη γίνη αλαζών.

Αι! ηξεύρω κάλλιστα, ότι θέλουν να τρέμη, ως δούλος από τον φόβον του ραβδισμού· αλλ' ενώπιον τίνος χρεωστεί να τρέμη, όταν ήναι αθώος και άμεμπτος; Εις ποίαν άλλην εξουσίαν χρεωστεί να υποτάσσεται παρά εις την των νόμων και του νομίμου κυριάρχου; Ποίον κράτος θέλει είσθαι ποτέ βεβαιότερον περί της υποταγής αυτού, παρά το οποίον διά των αγαθοεργιών της ευγνωμοσύνης και της αγάπης απέκτησεν όλα της πατρικής εξουσίας τα δίκαια; Πίστευσέ με, εγώ γνωρίζω τον λαόν· δεν είναι τοιούτος, οποίον σε τον περιγράφουν. Εκείνο, το οποίον τον εκνευρίζει, και από το οποίον απαυδά, είναι η πτωχεία και αθλιότης· εκείνο δε, το οποίον τον παροξύνει, τον διεγείρει εις αποστασίαν, είναι η προερχομένη εκ του ότι αποκτά αδιαλείπτως και ποτέ δεν έχει. Ιδού το αληθές· και το ηξεύρουν πολλά καλά, αλλά το κρύπτουν. Έκαμαν μεταξύ των σύστημα, το οποίον συναγωνίζονται να υποστήσουν. Το σύστημα τούτο των μεγάλων είναι, ότι, το ανθρώπινον γένος ζη ιδίως δι' ολίγους ανθρώπους, και ότι ο κόσμος έγινε δι' αυτούς. Τούτο είναι υπερηφάνεια ακατανόητος, είπεν ο αυτοκράτωρ· είναι όμως βέβαιον, ότι υπάρχει εις πολλάς ψυχάς. Όχι, είπεν ο Βελισάριος, είναι καθ' υπόκρισιν, δεν ήτο ποτέ ειλικρινής. Ουδείς άνθρωπος με ορθόν λόγον υπάρχει, όστις, όσον μέγας και αν ήναι, παραβάλλων εαυτόν μυστικώς προς τον λαόν, ο οποίος τον τρέφει, τον υπερασπίζει, τον προστατεύει, δεν συναισθάνεται ταπείνωσιν ενδομύχως· διότι αισθάνεται καλώς, ότι είναι αδύνατος, ότι εξαρτάται, και ότι έχει χρείαν. Η μεγαλειότης του δεν είναι άλλο, παρά πρόσωπον, το οποίον υποκρίνεται διά να καταπλήττη· αλλά το κακόν είναι, ότι καταπλήττει και κατορθόνει να πείση.

Ο Θεός, φίλτατε Τιβέριε, να φυλάξη τον φίλον σου από το να εμπέση εις την παράλογον ταύτην πλάνην! Κατόρθωσε να επιβλέψη εις την αρχέγονον κοινωνίαν, και θέλει την ιδεί διηρημένην εις τρεις τάξεις, και τας τρεις δε καταγινομένας εις την αμοιβαίαν συμβοήθειαν, την μίαν εις το να εκβάλλη από τον κόλπον της γης τα προς το ζην αναγκαία, την άλλην εις το να δίδη εις τα προϊόντα ταύτης την μορφήν και τας ποιότητας τας αναλόγους εις την χρήσιν των, και την τρίτην εις την διοίκησιν και υπεράσπισιν του κοινού αγαθού. Εις την κατάστασιν ταύτην ουδείς αργός, ανωφελής· αι αμοιβαίαι βοήθειαι εκπληρούνται· έκαστος το κατά δύναμιν συνεισφέρει ενδελεχώς· δυνάμεις, βιομηχανία, περίνοια, γνώσεις, ευφυία, αρεταί, τα πάντα χρησιμεύουν, τα πάντα συντελούν· εις αυτήν δε μόνην την τάξιν την τόσον απλήν, την τόσον φυσικήν, την τόσον κανονικήν, καταντά η οικονομία δικαίας κυβερνήσεως. Βλέπεις δε, ότι ήθελεν είσθαι ανόητον να καταφρονή η μία των τάξεων τούτων τας συντρόφους της· ότι όλαι εξίσου είναι ωφέλιμοι, εξίσου υποκείμεναι και, ότι, αν υποθέσωμεν μάλιστα, ότι υπάρχει μεταξύ αυτών υπεροχή τις, αύτη ήθελεν είσθαι εις την των γεωργών· διότι, αν η πρώτη χρεία ήναι το ζην, η τρέφουσα τους ανθρώπους τέχνη είναι η πρώτη των τεχνών. Αλλ' επειδή είναι εύκολος και στερεά, δεν εκθέτει τον άνθρωπον εις κίνδυνον, ουδ' απαιτεί παρ' αυτού, ειμή τας συνηθεστέρας δυνάμεις· είναι καλόν και αι τέχναι αι χρήσιμοι και απαιτούσαι ευφυίαν, αρετάς, σπανιώτερα προτερήματα, να ενθαρρύνωνται ομοίως περισσότερον. Ώστε αι χρειωδέσταται τέχναι δεν θέλουν είσθαι αι επισημότεραι, και ουδέ το απαιτούν. Αλλ' όσον ήθελεν είσθαι περιττόν το ν' απονέμωνται εις αυτάς προτιμήσεις μάταιαι, τοσούτον ήθελεν είσθαι άδικον και απάνθρωπον το να προσάπτεται εις αυτάς σκληρά καταφρόνησις. Ο φίλος σου λοιπόν, φίλτατε Τιβέριε, ας φυλάττεται απ' αυτήν την ανόητον καταφρόνησιν, ας περιποιήται, ως τροφόν του εαυτού του και της πολιτείας, την μερίδα ταύτην της ανθρωπότητος, την τόσον ωφέλιμον και τόσον καταφρονουμένην. Είναι δίκαιον να εστιάζεται ο λαός διά τας τάξεις τας βοηθούσας αυτούς, και να συντρέχη ομού με αυτάς εις την διατήρησιν της εξουσίας, ήτις τους ασφαλίζει. Της γης είναι το να τρέφη τους ανθρώπους. Αλλ' οι πρώτοι, τους οποίους χρεωστεί να τρέφη, είναι οι καταστένοντες αυτήν γόνιμον· δεν έχουσι δε δικαίωμα ν' απαιτώσιν απ' αυτούς άλλο, ειμή το περισσεύον από τας χρείας των (6). Εάν δεν επορίζοντο διά της σκληροτάτης και χρονιωτάτης εργασίας άλλο τι, ειμή ζωής μόνον πόρον πενιχρόν, δεν ήθελαν είναι πλέον εις την πολιτείαν κοινωνοί, αλλά δούλοι. Το επιτήδευμά των ήθελε γίνει εις αυτούς βδελυρόν και ανυπόφορον· ήθελαν το παραιτήσει, αλλάξει τάξιν, ή παύσει από το να διαδίδωσι το γένος και να διαιωνίζωσι την τάξιν των.

Είναι αληθές, είπεν ο Ιουστινιανός, ότι καθ' υπερβολήν τους στενοχωρούσιν, αλλά κατ' ευτυχίαν τόσον ολίγων χρείαν έχουσι τούτο το είδος των σκληραγωγημένων εις τον κόπον ανθρώπων! Η φιλοδοξία των δεν υπερβαίνει τας πρώτας της ζωής χρείας· ας έχωσιν άρτον, και ευχαριστούνται.

Τωόντι, γείτον, είπεν ο Βελισάριος, ημπορεί να είπη τις, ότι έζησες όλην την ζωήν σου εις την αυλήν· τόσον καλά γνωρίζεις την διάλεκτον αυτής. Ταύτα λέγουσιν αυτού ακαταπαύστως, διά να καταπείσωσι τον ηγεμόνα να γυμνόνη τους υπηκόους του, να τους καταπιέζη ασυνειδήτως. Ναι, σύμφημι, ότι δεν έχει τας ανοήτους της πολυτελείας χρείας. Αλλ' όσον η ζωή των είναι λιτή και σώφρων, όσον τους νομίζουν νηφαλίους και υπομονητικούς, τόσον περισσότερον είναι βέβαιον, ότι οι άνθρωποι, μεμψιμοιρούντες, κάμνουσι τούτο ευλόγως. Εις την διάλεκτον της αυλής, η έλλειψις των αναγκαίων σημαίνει έλλειψιν διατροφής παμπόλλων αχρήστων ίππων, καμήλων, αργών υπηρετών. Εις την διάλεκτον τον γεωργού σημαίνει έλλειψιν πόρου διατροφής του υπεργήρου πατρός του, των τέκνων του, των οποίων αι ασθενείς χείρες δεν δύνανται να τον βοηθήσωσι, και της γυναικός του της εγκυμονούσης ή γαλουχούσης νέον υπήκοον της πολιτείας· σημαίνει έλλειψιν πόρων διά προκαταβολάς εις την γην, όσας αυτή απαιτεί· πόρων διά ν' ανθέξη εις ενιαυτόν άπορον διά την χάλαζαν, ή διά την ακαρπίαν πόρων διά να προμηθευθή δι' εαυτόν ή τους οικείους του εν καιρώ γήρατος ή νόσου, τας ανακουφίσεις, τας βοηθείας, όσων η φύσις έχει χρείαν. Όθεν, φίλοι μου, και ερωτώ, αν αύτη η πρώτη χρήσις των της γεωργίας προϊόντων δεν ήναι αγία και απαραβίαστος μάλλον, παρ' όσον έπρεπε να ήναι ο θησαυρός του Ιουστινιανού.

Φευ! είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι καιροί συμφοράς, οπόταν δεν δύναταί τις να αποφύγη από το να την βλάψη.

Πρέπει διά τούτο, είπεν ο Βελισάριος, να εξαντληθούν αι πηγαί όλαι των περιττών, και να μη μένη πλέον άλλος πόρος εις σωτηρίαν του λαού, παρά ο της ερημώσεως, δεν είδα ποτε αυτούς τους καιρούς. Αλλ' ας ομιλήσωμεν αληθώς (7)· ηξεύρεις, τι καταπιέζει την φιλόπονον και πάσχουσαν τάξιν της πολιτείας; Το βάρος, το οποίον ρίπτει επ' αυτήν η αργή και τρυφώσα τάξις. Όσοι διά του πλούτου των μετέχουν περισσότερον από τας ωφελείας την κοινωνίας, ούτοι είναι οι ολιγώτερον συνεισφέροντες εις τας δαπάνας την διοικήσεως και της υπερασπίσεώς της. Φαίνεται, ότι η αχρηστία είναι δι' αυτούς προνόμιον. Κατόρθωσε να παύση αύτη η κατάστασις· να διανέμωνται κατά τας δυνάμεις και τας ιδιότητας εκάστου το βάρος των δημοσίων εξόδων, και το βάρος τούτο θέλει είσθαι ελαφρόν δι' όλους.

Τι έκαμαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, διά να στερεώσωσι την επιθυμητήν ταύτην ισότητα; Δεν κατεδίκασαν εις το πυρ τους απίστους δεκαδάρχους, οίτινες, επιβάλλοντες τον φόρον της πόλεώς των, υπερεβάρυνάν τινας, διά ν' απαλλάξωσιν απ' αυτόν τους άλλους; Φευ! ηξεύρω, είπεν ο Βελισάριος, ότι δεν κάμνουν χάριν εις τους ταλαιπώρους τούτους. Επειδή δεν κατεδυνάστευσαν πολύ σκληρά τον λαόν, τον δεσμεύουν, τον πληγόνουν με ραβδισμούς, τον φέρουσιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να φθονήση την κατάστασιν των δούλων. Αλλ' είναι ραβδισμοί, δεσμωτήρια, κολαστήρια, διά τους επιστάτας σας, τους ανθυπάτους και τους επάρχους σας; Και αν ήθελαν είσθαι, τι αχρηστότερον, όταν κλείσωσι των υπηκόων το στόμα, και αποπνίξωσι τας κραυγάς των; Δότε εις αυτούς νόμους ολιγώτερον αυστηρούς, και την πληρεξουσιότητα να καταδιώκωσι τους παραβάτας αυτών.

Καθ' όλους τους καιρούς, είπεν ο Ιουστινιανός, ήτο συγχωρημένον εις τους υπηκόους να προσκλαίωνται. Ναι, επανέλαβεν ο Βελισάριος, εάν μόνον οι τύραννοι των ευδοκήσωσι να τους δώσωσι την άδειαν τούτου.

Δεν απήτησαν την προσκόλλησιν των προέδρων και των επάρχων, διά να ημπορώσιν αι πόλεις και αι επαρχίαι να μηνύωσιν εις την αυλήν τα κακά, των οποίων πρωταίτιοι, ή συναίτιοι είναι αυτοί εκείνοι; Και ήτο άρα γε βεβαιότερον μέσον του ν' ασφαλίσωσι την ατιμωρησίαν αυτών; Οι νόμοι προστάσσουσιν εις τους φύλακάς των να εναντιόνωνται εις τας κακώσεις· αυτοί δε είναι οι πράττοντες αυτάς. Οι νόμοι καθιστώσιν εις αυτούς ιερόν χρέος το προφυλάττειν τον ασθενή από του ισχυρού τας ύβρεις· εις δε τας χείρας των είναι η δύναμις και το δικαίωμα να την καταχρώνται. Οι νόμοι προσδιορίζουν το σύνολον του φόρου, αλλ' οι έπαρχοι, οι ανθύπατοι, οι πρόεδροι τον διανέμουν, και πάντοτε ευρίσκουν προφάσεις να τον μεγαλύνωσιν. Οι νόμοι συγχωρούσι να εγκαλώσι τους πελάτας του επάρχου εις το δικαστήριον αυτού τούτου του επάρχου· αλλ' αγορεύουν την από τούτο το δικαστήριον εις το του ηγεμόνος έφεσιν, επί λόγω, ως λέγουν, ότι ο ηγεμών υψόνει εις την αξίαν, όχι άλλους, ειμή άνδρας δεδοκιμασμένους διά την ευθύτητα και φρόνησιν. Δεν ημπορεί λοιπόν ποτέ ν' απατηθή εις την εκλογήν του; Οποία αφροσύνη το να ριψοκινδυνή η τύχη ενός λαού εις την εμπιστοσύνην ενός μόνου ανθρώπου! Ο Ιουστινιανός ενόησε την κατάχρησιν τούτου. Ούτος αποκατέστησε τους πράκτορας, τους νέους του λαού καταδυνάστας έχοντας το δικαίωμα ν' αντιστέκωνται εις τας κλοπάς των επάρχων. Η εις τας επαρχίας διατριβή των διέδωκεν εντός ολίγου τον μολυσμόν, και, από επιτηρητάς γενόμενοι συγκακούργοι, δεν έκαμαν άλλο, ειμή αύξησαν τον αριθμόν των τυράννων. Ιδού πόθεν προέρχεται να μένωσιν ατιμώρητοι τόσαι καταχρήσεις και άχρηστοι τόσοι καλοί νόμοι. Τι ήθελες κάμει συ; τον είπεν ο αυτοκράτωρ. Ήθελα εισακούσει την κραυγήν των αδυνάτων, είπεν ο Βελισάριος· ο δε άδικος και ισχυρός ήθελε τρέμει.

Αναμεταξύ εις τας θεσμοθεσίας των αυτοκρατόρων μας είναι και μία, την οποίαν σέβομαι και επιθυμώ ενθέρμως να ιδώ πάλιν εν ενεργεία. Ότε, αναμέσον των πολυπληθών της υπερτάτης εξουσίας φυλάκων, εύρον πράκτορας, η φροντίς των οποίων ήτο να απέρχωνται εις τας επαρχίας διά να δέχωνται του λαού τα παράπονα, και να τα αναγγέλλωσιν εις τον αυτοκράτορα, συνησθάνθην την ψυχήν μου ανοιγομένην και φιλανθρωπίαν πνέουσαν εντός μου· εύχομαι δε να δώση καλός ηγεμών εις ταύτην την αξίαν την πρέπουσαν σεμνότητα· να διορίζη εις ταύτην τους εναρετωτάτους, τους πιστοτάτους, τους οικειοτάτους του φίλους, να δέχεται μετά πασιφανούς και σεμνοτάτης πομπής, ενώπιον του βωμού, τον όρκον, τον οποίον θέλουν κάμει εις το όνομα του θεού, των υπηκόων του και εαυτού, ότι δεν θέλουν ποτέ προδώσει του ασθενούς τα συμφέροντα, χαριζόμενοι εις τον ισχυρόν· να τους πέμπη κατ' έτος εις τους υπηκόους του, έχοντας το ιερόν όνομα επίτροποι, και να τους ανακαλή προς αυτόν, άμα εκπληρώσωσι το επιτεταγμένον, διά να μη τους παραδώση εις την διαφθοράν. Οποίαν ενέργειαν δεν θέλει προξενεί και η παρουσία και η προσδοκία των! Ιδέ κατά την άφιξη του δικαίου ανδρός εις τας επαρχίας, πώς η ελευθερία υψούται με ατάραχον μέτωπον, η δε ακολασία και η τυραννία κλίνουσαι κάτω τους οφθαλμούς τρέμουσιν. Ιδέ τους επάρχους σου, τους προέδρους σου, τους ανθυπάτους σου, και τους επιστατούντας υπαλλήλους, πώς ωχρίωσι, πώς τρέμουσιν ενώπιον του κριτού των, τους δε υπηκόους, πώς τον περιστοιχίζουν, ως πατέρα και εκδικητήν των. Οι μονάρχαι κλαίονται, ότι η αλήθεια φεύγει απ' αυτούς! Αι! φίλοι, αυτή τους ζητεί μάλιστα διά μέσου λογχών και ξιφών.

Πόσον ευκολώτερον ήθελε τας πλησιάζει, εάν άφιναν ελευθέραν εις αυτόν πρόσοδον! Όχι η κραυγή όχλου στασιώδους, αλλ' η ταπεινή φωνή συνετού και εναρέτου ανδρός ήθελε φέρει ενώπιον του θρόνου τα παράπονα της ανθρωπότητος. Ω! πόσον αι καταχρήσεις, αι αδικίαι αι γινόμεναι εις όνομα του ηγεμόνος, ήθελαν είσθαι πολύ σπανιώτεραι, εάν έμελλαν να διέρχωνται καθ' έκαστον έτος υπό τους προσεκτικούς και αυστηρούς της δικαιοσύνης οφθαλμούς, και εάν η ρομφαία του από το ύψος του θρόνου εκτείνετο διά να τους τιμωρήση!

Από όλα τα επιτηδεύματα, το πολεμικόν αναντιρρήτως είναι εκείνο, εις το οποίον η ακολασία και η αταξία φαίνεται, ότι μέλλουν να επικρατώσι μάλλον ατιμωρήτως. Αλλ' ας αποδώσωσιν εις την πειθαρχίαν την αυστηρότητα και την ισχύν της· ας μη εμβαίνη ποσώς ευνοίας ενέργεια εις το μέσον, διά να πραΰνη τους αυστηρούς νόμους αυτής· καί τινα παραδείγματα, ως το οποίον ο Ιουστινιανός έδωκεν εις τον κόσμον, θέλουν εντός ολίγου εμπνεύσει φόβον και εις τους θρασυτάτους. Και ποίον είναι τούτο το παράδειγμα; ερώτησεν ο αυτοκράτωρ. Ιδού ποίον, απεκρίθη ο Βελισάριος. Τούτο, κατά την γνώμην μου, είναι η καλλίστη στιγμή της βασιλείας του Ιουστινιανού. Οι στρατηγοί του εις την Κολχίδα εμίαναν τας χείρας των εις το αίμα του βασιλέως των Λαζών, του συμμάχου του. Έστειλεν αυτού άνδρα, αδιάφθορον (8), με πληρεξουσιότητα να κρίνη και να τιμωρήση, αφού ακούση την κατηγορίαν του έθνους των Λαζών και την απολογίαν των κατηγορουμένων. Ο υπέρτατος και φοβερός ούτος κριτής έδωκεν εις ταύτην την μεγάλην δίκην όλην την πομπήν, ίσης ήτο αξία. Έκλεξε δικαστήριον λόφον τινά του Καυκάσου, και εκεί ενώπιον του στρατεύματος των Λαζών επρόσταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους φονείς του βασιλέως των. Αλλ' όλα ταύτα απαιτούν τουλάχιστον άνδρας αδωροδοκήτους, και κατά δυστυχίαν οι τοιούτοι είναι σπάνιοι, μάλιστα αφού η γερουσία εταπεινώθη και εξευτελίσθη.

Τι! είπεν ο Τιβέριος, ποθείς τους τυράννους εκείνους της ελευθερίας, τους δούλους της τυραννίας;

Ποθώ την γερουσίαν, είπεν ο ήρως, όχι οποία ήτο, αλλ' οποία ημπορεί να ήναι. Πάσα δεσποτεία κλίνει προς την τυραννίαν διότι φύσει ο άνθρωπος θέλει να γίνεται το θέλημά του νόμος. Η προς τον λαόν σκληρότης της γερουσίας και η άκαμπτος υψηλοφροσύνη αυτής παρεκίνησαν αυτόν να προτιμήση παρά την βασιλείαν της την του δεσπότου, τον οποίον ήλπιζον να εύρωσι δικαιότερον και πραότερον. Ο δεσπότης ούτος επιθυμών να βασιλεύη απολύτως, ενήργησε να καταβληθή ο τύφος της γερουσίας υπό τον ζυγόν! Η δε γερουσία καταληφθείσα υπό του φόβου, έγινε ταπεινοτέρα και ουτιδανωτέρα παρ' όσον ο δεσπότης αυτής ήθελεν. Ο Τιβέριος αυτός εκείνος ηγανάκτει δι' αυτό. Αλλ' είναι εύκολον να καταλάβωμεν, ότι παύουσα από το να ήναι επικίνδυνος η γερουσία, εγίνετο ωφέλιμος· ότι έδιδεν εις την εξουσίαν χαρακτήρα σοβαρώτερον, και ότι, γενομένη διαλλάκτης του λαού μετά του ηγεμόνος, ήθελεν είσθαι το στήριγμα όλων των δυνάμεων του κράτους. Μολοντούτο δεν θεωρώ την γερουσίαν κατά ταύτην την εποπτείαν. Επιθυμώ να ήναι αυτή φυτώριον ανδρών γυμνασθέντων να κρατώσι το ξίφος και την στάθμην, ανατραφέντων εις τα βουλευτήρια και εις τας μάχας, εμπείρων της τέχνης του κυβερνάν και διά των νόμων και διά των όπλων. Από ταύτην την τάξιν των πολιτών, περικρατουμένην εις δικαίους όρους και τιμωμένην, ως έπρεπε να τιμάται, ήθελε λαμβάνει ο αυτοκράτωρ τους στρατηγούς του, τους υπουργούς, τους επάρχους, και τους άρχοντάς του. Την σήμερον, αν έχη τις χρείαν ανδρός επιτηδείου, εναρέτου, φρονίμου· πού έγινε γνωστός διά των πράξεών του; προς δοκιμήν ήθελαν τάχα τον δώσει την δύναμιν ν' αποφασίση την τύχην λαού τινος; Αλλ' εις τ' αφανή τάχα έργα του της αυλής τάγματος (9) γυμνάζονται οι Ρήγουλοι, οι Φάβιοι, οι Σκηπίωνες. Αντί σταδίου, όπου αι ψυχαί ασκούνται, όπου αι φυσικαί αρεταί αμιλλώνται, όπου η ευφυία ανελίσσεται, όπου αι γνώσεις και αι αρεταί διασχίζουν το πλήθος και διαλάμπουν, απέδωκαν σχεδόν τα πάντα εις την τύχην της γεννήσεως, εις την φαντασιοκοπίαν της ευνοίας. Τοιουτοτρόπως συσσωρεύονται τα κακά, από τα οποία καταπίπτει η πολιτεία.

Τι θέλεις; είπεν ο αυτοκράτωρ· όταν οι άνθρωποι εξέπεσαν από την πρώτην κατάστασίν των, όταν το γένος αυτών διεφθάρη, και μ' όλην την επιμέλειαν δεν δύναταί τις εξ αυτών να κάμη κακήν εκλογήν, πρέπει ν' απελπισθή, ν' αποκάμη εκλέγων.

Όχι, είπεν ο Βελισάριος, ποτέ δεν πρέπει ν' απελπίζεται. Η διαφθορά δεν είναι ποτε ολική. Εις όλα τα μέρη είναι άνδρες αγαθοί· και αν λείπουν, ενεργούν να γεννήσωσιν αυτοί. Αρκεί μόνον ο ηγεμών να τους αγαπά, και να ηξεύρη, πώς να τους διακρίνη. Υγιαίνετε, φίλοι. Τούτο θέλομεν έχει ημείς αύριον παραμυθητικήν συνδιάλεξιν. Διότι ημπορεί σαφώς να καταλάβη τις ότι, διά να θεραπευθή η δεινοτάτη των πραγμάτων κατάστασις, ένας μόνος άνθρωπος αρκεί να θελήση.

Ο Βελισάριος αποδίδει την ύπαρξιν πάντων εις την ασθενή θέλησίν μας, είπεν ο Ιουστινιανός προς τον Τιβέριον. Αλλά δύναταί τις να επιφορτισθή την διάκρισιν και την εκλογήν των ανθρώπων; Και δεν ηξεύρει πόσον ούτοι υποκρίνονται προς ημάς. Ό,τι δεν δύναμαι να εννοήσω, είπεν ο Τιβέριος, είναι, ότι φρονεί τους ανθρώπους γεννωμένους οποίους τους θέλεις, ως να υπέκειτο εις εσέ η φύσις. Εντοσούτω ο Βελισάριος είναι φρόνιμος· η ηλικία, η δυστυχία τον εδίδαξαν· είναι άξιος ακροάσεως.

Κεφάλαιον ΙΓ'.

Την επιούσαν φθάσαντες, εύρηκαν αυτόν καλλιεργούντα τον κήπον του ομού με τον Παυλίνον τον κηπωρόν του. Αν ήρχεσθε, προ ολίγου, τας είπεν, ηθέλετε διδαχθή, ως εγώ, μάθημα καλόν της περί το άρχειν επιστήμης. Διότι τίποτε δεν παρομοιάζει τόσον την των ανθρώπων κυβέρνησιν, όσον η των φυτών. Ο δε κηπωρός μου ούτος κρίνει περί αυτής, ως Σόλων.

Τότε, ενώ ο Αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος συνεπεριπάτουν με τον ήρωα, ο νέος τον επρόβαλε τας σκέψεις, τας οποίας είχαν κάμει, και τας αιτίας, διά τας οποίας εφοβούντο, μη πλανηθή.

Ναι, τον είπεν, ο εις το βάθος των ανακτόρων του περικυκλούμενος από πυκνόν πλήθος αυλικών και κολάκων ολίγον γνωρίζει αναμφιβόλως τους ανθρώπους· αλλά ποίος τον εμποδίζει να φυγαδεύεται από το στενόν του δεσμωτήριον, να συναναστρέφεται, να γίνεται ευπρόσιτος; η ευπροσηγορία του ηγεμόνος είναι της αληθείας μαγνήτης. Οι δούλοι του την κρύπτουσιν, αλλ' ο ιδιώτης, ο γεωργός, ο απότομος και ειλικρινής γέρων στρατιώτης, δεν θέλουν του την κρύπτει. Θέλει ακούει την κοινήν φωνήν· αυτή είναι των βασιλέων ο χρησμός, ο ακεραιότατος της αξίας και αρετής κριτής· και πάντοτε γίνεται καλή η εκλογή, όταν αποφασίζεται δι' αυτής. Έπειτα αι εκλογαί του μονάρχου εκτείνονται μόνον εις δύο τινά, εις τους συμβούλους και εις τους υπουργούς· εάν εκλέξη καλώς τους πρώτους, εγώ εγγυώμαι διά την εκλογήν των άλλων. Το παν συνίσταται να έχη παρ' αυτώ φίλους τινάς αξίους της φιλίας του. Ο Θεοδώρικος είχε μόνον ένα, τον ενάρετον Κασσιόδωρον· και ο κόσμος ηξεύρει, πόσον φρονίμως και ενδόξως εβασίλευσεν. Όθεν είναι σημεία βέβαια, κατά τα οποία δύναται και εις την αυλήν αύτην να εκλέξη τους συμβούλους και τους οδηγούς του. Η των ηθών αυστηρότης, κ' αφιλοκέρδεια, η ευθύτης, η φιλαλήθεια, η προθυμία προς υπεράσπισιν του αδυνάτου και αθώου, η της φιλίας σταθερότης, δεδοκιμασμένη εις τας δυστυχίας, η προς το αγαθόν κλίσις, την οποίαν ουδέν εμπόδιον παρατρέπει, η στερεά προσκόλλησις εις τους νόμους της δικαιοσύνης, ταύτα είναι τα χαρακτηριστικά, διά των οποίων ο ηγεμών δύναται να διακρίνη τους καλούς καγαθούς άνδρας, και να εκλέγη αληθείς φίλους. Τα αίτια της εξαιρέσεως με φαίνονται επαισθητότερα· διότι η αρετή ημπορεί να ήναι προσποιητή, αλλ' η κακία ποσώς καθ' υπόκρισιν. Άμα φανερωθή, ημπορεί τις να την πιστεύση. Παραδείγματος χάριν, εάν εγώ ήμην βασιλεύς, όποιος άπαξ ήθελε με ομιλήσει περί των υπηκόων μου καταφρονητικώς, περί των χρεών μου κούφως, ή περί της καταχρήσεως της εξουσίας μου με δουλοπρεπή και ευτελή φιλαρέσκειαν, ούτος ήθελεν εξαιρεθή διά παντός από τον αριθμόν των φίλων μου. Όθεν ουδέν άλλο ευκολώτερον, ειμή, παρατηρών τους ανθρώπους, να εκκλέψη, χωρίς να το αισθανθώσι, τα χαρακτηριστικά των σημεία, τα οποία εξελέγουσι και ανακαλύπτουσι και αυτούς τους κρυψινουστάτους. Ήκουσα πολλά λεγόμενα περί εκείνης της μεγάλης υποκρίσεως, της εις τους αυλικούς αποδιδομένης. Εξ αυτών ουδείς, όστις δεν φημίζεται, ως ών αυτή εκείνη η ειλικρίνεια. Και αν ο ηγεμών σφάλλη εις τούτο, η κοινή φωνή θέλει τον διδάξει την αλήθειαν. Εις αυτόν λοιπόν μόνον ανήκει να παραδώση αξίως την υπόληψιν και την εμπιστοσύνην του. Η δε αρετή, η αλήθεια άμα εμφιλοχωρήσουσιν εις τας βουλάς του, δύναται ν' αναθέση εις αυτάς την φροντίδα του να τον φωτίζωσι περί όλων των άλλων εκλογών αυτού.

Αλλά συλλογίζεσαι, είπεν ο αυτοκράτωρ, περί του πλήθους των εναρέτων και σοφών ανδρών, όσων θέλει έχει χρείαν, διά να διανέμουν τους νόμους και ν' ασκώσι την εξουσίαν του; Πόθεν να τους λάβη; Από την φύσιν, είπεν ο Βελισάριος, ήτις γεννά τοιούτους, όταν ηξεύρη τις καλώς να την διευθύνη. — Διά να την διευθύνη δε, έχει άλλα μέσα παρά νόμους δικαίους και αυστηρούς; — Τούτο είναι πολύ, τούτο δεν είναι ικανόν, υπέλαβεν ο Βελισάριος, και τα ήθη δεν ανήκουσιν εις τους νόμους.

Τι θέλει λοιπόν κάμει, διά να μεταβάλη τα προ τόσου και του διαφθαρέντα ήθη; ηρώτησεν ο Ιουστινιανός.

Ο κηπωρός μου θέλει σε το διδάξει, είπε ο Βελισάριος, και τον εφώναξεν. Άκουσε, Παυλίνε, τον είπεν· όταν φυτρόνη χόρτον άγριον μεταξύ των φυτών σου, τι κάμνεις; Το εκριζόνω, είπεν ο απλούς άνθρωπος. — Αντί να το εκριζώσης, διατί δεν το κόπτεις; — Ήθελεν αναβλαστάνει αδιακόπως και ποτέ δεν ήθελε τελειώσει. Κ' έπειτα, καλέ μου αυθέντα, διά της ρίζης το φυτόν ροφά της γης τους χυμούς· και τούτο πρέπει να εμποδίση τις. Τον ακούετε, είπεν ο Βελισάριος. Αυτό είναι επίκρισις των νόμων σας. Ούτοι αποσπώσιν, όσον δύνανται, τα της κοινωνίας εγκλήματα, αλλ' αφίνουσι να υπάρχωσιν αι κακίαι, τας οποίας έπρεπε να εκριζόνωσιν. Αλλά τούτο δεν είναι αδύνατον· διότι όλαι σχεδόν αι κακίαι, τουλάχιστον αι της αυλής, έχουν μίαν κοινήν ρίζαν. Και ποία είναι; τον ηρώτησεν ο Τιβέριος. Η πλεονεξία, απεκρίθη ο γέρων. Ναι, διά του ονόματος τούτου, είτε η επιθυμία του σωρεύειν πλούτη νοείται, είτε η του απολαύειν, δεν υπάρχει τι ανάξιον και χαμερπές, το οποίον η πλεονεξία να μη γεννά. Η σκληρότης, η αχαριστία, η απιστία, η αδικία, ο φθόνος και αυτή η ωμότης είναι κλάδοι τούτου του απλήστου, του σκληρού και χαμερπούς πάθους.

Εκ της άγρας της προσέτι τρέφει την χαυνότητα, την ηδυπάθειαν, την διαφθοράν, την ασωτείαν, και την χαύνην εκείνην αργίαν, ήτις τα περιθάλπει εις τον κόλπον της. Ούτω τα ήθη όλα διαφθείρονται διά της φιλοπλουτίας. Εάν διεγείρη την φιλοτιμίαν, θέλει την καταστήσει επίβουλον και αισχράν. Εάν παρεισδύη εις την ανδρίαν, την ατιμάζει διά των δεινοτάτων αυτής κακών. Διά της δωροδοκίας καταστένει επονείδιστα τα εντιμότατα προτερήματα· η δε ψυχή, ήτις είναι δούλη αυτής, πωλείται εις τον πλειοδοτούντα.

Εντεύθεν όλα τα δημόσια ανοσιουργήματα, όσα εργάζονται διά να πλουτήσουν. Και της τυραννίας ταύτης, υπό της οποίας στενάζουσιν οι άνθρωποι, μήτηρ είναι η πολυτέλεια· διότι αύτη γεννά τας χρείας· αύται δε γεννώσι την φιλαργυρίαν· η δε φιλαργυρία, διά να κορεσθή, προστρέχει εις την τυραννίαν. Την πολυτέλειαν λοιπόν πρέπει να καταπολεμήση τις. Εξ αυτής πρέπει ν' αρχίση την των ηθών μεταρρύθμισιν.

Ο δε κατά της πολυτελείας πόλεμος ομοιάζει τον της ύδρας, είπεν ο αυτοκράτωρ· διότι κόπτεις μίαν κεφαλήν αυτής, και αναφύονται μυρίαι. Ή μάλλον, είναι, ως ο Πρωτεύς, όστις κατά μυρίας διαφόρους μορφάς, εκφεύγει τον θέλοντα να τον δεσμεύση, θέλω ειπεί πολύ περισσότερα, επρόσθεσε. Τα αίτια της πολυτελείας, και αι επιρροαί της, αι σχέσεις και αι συγκοινωνίαι της συστένουσι μίγμα αγαθών και κακών, τόσον συγκεχυμένον, ώστε, υποθέτων, ότι ήτο δυνατόν να την δεσμεύση, ή να την εξολοθρεύση τις, ήθελα αμφιβάλει, αν το πρώτον ήθελεν είσθαι συγχωρημένον και το άλλο ωφέλιμον.

— Ναι, συμφωνώ, είπεν ο Βελισάριος, ότι η πολυτέλεια είναι εις την πολιτείαν, ως οι άτιμοι εκείνοι άνθρωποι, όσοι έκαμαν εξ επιγαμίας συγγένειαν με μεγάλους· κολακεύουν αυτούς χαριζόμενοι εις τους συγγενείς των, αλλά τέλος τους κλείουν εις την φυλακήν. Δεν εκτείνομαι μακρότερον. Ας αρχίσωμεν από τα έργα, τα οποία είδα πραχθέντα δι' εμού αυτού. Λέγεται, ότι η πολυτέλεια συμφέρει εις τας πόλεις. Δυσκόλως το πιστεύω· αλλ' είμαι πολλά βέβαιος, ότι είναι ολεθρία εις τα στρατεύματα. Ο Πομπήιος βλέπων τους στρατιώτας του Καίσαρος τρεφομένους με αγρίας ρίζας, έλεγεν, «ούτοι είναι θηρία»· έπρεπε να είπη, «ούτοι είναι άνθρωποι». Η πρώτη του πολεμικού καρτερία είναι να ριψοκινδυνεύη· η δευτέρα ν' αρκήται εις μόνας της φύσεως τας χρείας. Τούτο δε είναι το επιπονώτερον διά τον τρυφηλώς ζήσαντα. Ο λαός ο θέλων ν' απολαύη εις τον πόλεμον τας τρυφάς της ειρήνης, δεν είναι ικανός να υπομένη ούτε τας ευτυχίας, ούτε τας δυστυχίας. Η νίκη είναι ολίγον δι' αυτόν, ζητεί την αφθονίαν· άμα δε του λείψη η αφθονία, ή επαπειλή να τον εγκαταλείψη, η άλλη ματαίως ήθελε τον προσκαλεί. Το νηφάλιον στράτευμα έχει πτέρυγας· η δε πολυτέλεια εκνευρίζει και καταβάλλει τον στρατόν, εις τον οποίον ευρίσκεται· η λιτότης φείδεται και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς πόρους. Η δε ασωτεία τους εξαντλεί, και δεν αφίνει τίποτε εις καιρόν ανάγκης· επιφέρει την ερήμωσιν, τον λιμόν, τον τρόμον και την αισχράν φυγήν. Όλα είναι επίπονα εις ανθρώπους χαύνως ανατραφέντας. Η ανδρία τους μένει, αλλά δυνάμεις δεν έχουν. Ο εχθρός, όστις ηξεύρει να τους αδυνατίση με τους κόπους, δεν έχει χρείαν να τους νικήση, και τας βραδύτητας του πολέμου θεωρεί επωφελώς δι' αυτόν ως μάχας. Αλλ' η πολυτέλεια όχι μόνον εκνευρίζει και χαυνόνει τα σώματα, αλλά και τας ψυχάς εκθηλύνει και διαφθείρει. Ο πλούσιος, ο φέρων μεθ' εαυτού την πολυτέλειαν εις το στρατόπεδον, κινεί την άμιλλαν του πένητος, όστις προς αποφυγήν της ταπεινώσεώς του, ότι τον υπερέχει ο όμοιός του, ζητεί τρόπους και εις αυτάς τας αισχρουργίας. Η τιμή προσκολλάται εις τους πλουσίους, η υπόληψις εις την μεγαλοπρέπειαν, η περιφρόνησις εις την πενίαν, το γελοίον εις την μετριόφρονα και αφιλοκερδή αρετήν, και τότε τα πάντα ηφανίσθησαν. Ταύτα είναι τα εκ της πολυτελείας κακά.

Ηξεύρω, ότι την εξώρισες από τα στρατεύματά σου, είπεν ο Τιβέριος. Πώς δε το κατώρθωσες; ευκολώτατα, είπεν ο γέρων. Την απεδίωξα από την σκηνήν μου, την κατέστησα περιφρονητήν. Η περιφρόνησις είναι δραστήριον κατά της φαρμακεράς υπερηφανείας αντιφάρμακον. Έμαθα, ότι νέος τις εκ της Ασίας έφερεν εις το στρατόπεδόν μου τας τρυφάς της πατρίδος του, ότι εκοιμάτο εις πορφυράν σκηνήν, ότι έπινε με χρυσά ποτήρια, ότι εμεταχειρίζετο εις την τράπεζάν του τα καλήτερα είδη του οίνου και τα σπανιώτερα εδέσματα. Τον εκάλεσα λοιπόν εις το γεύμα, και, έμπροσθεν των συστρατιωτών του, τον είπα. Βλέπεις, νεανίσκε, ότι εδώ μεταχειρίζονται ευτελή τροφήν· ενίοτε δε ακόμη χειροτέραν· και πρέπει να προσμένωμεν τούτο· διότι οι θηρεύοντες την δόξαν κινδυνεύουν να μη έχουν άρτον. Πίστευσέ με, η τρυφηλότης σου μέλλει πολλά να υπομένη, διά τον οποίον βίον μέλλομεν να διδάξωμεν. Σε συμβουλεύω να μη μας ακολουθήσης. Η επίπληξις αύτη ενήργησεν εις αυτόν· ζητεί συγγνώμην, και την λαμβάνει· αλλ' απέστειλε την αποσκευήν του. Και αυτή η συμβουλή ήρκεσε; τον ηρώτησεν ο νεανίσκος. Ναι, αναμφιβόλως, είπεν ο ήρως, διότι το παράδειγμά μου εστήριζεν αυτήν, και με ήξευραν σταθερόν εις την γνώμην μου. Έπρεπε να διήγειρες σφοδρά παράπονα.

Όταν ο νόμος ήναι ίσος και αναγκαίος, κανείς δεν προσκλαίεται κατ' αυτού. — Όχι· αλλ' είναι σκληρόν εις τον πλούσιον να ήναι ισότιμος του πένητος. — αλλά διά τούτο είναι ηδύ εις τον πένητα να ήναι ίσος με τον πλούσιον, και πανταχού οι πένητες είναι οι περισσότεροι. — Αλλ' οι πλούσιοι είναι εις την αυλήν οι ισχυρότεροι, και μάλλον εισακούονται. — Διά τούτο και επέτυχαν να με βλάψουν. Αλλ' ό,τι έκαμα, δεν θέλω το παύσει· διότι η ρώμη της ψυχής, ως και η του σώματος, είναι καρπός της εγκρατείας. Άνευ αυτής ουδεμία αφιλοκέρδεια, άνευ δε αφιλοκερδείας ουδεμία αρετή υπάρχει. Ηρώτησα ποιμένα τινά, διά τι οι κύνες του ήσαν τόσον πιστοί· διότι, με είπε, ζώσι με άρτον μόνον. Εάν τους έτρεφα με κρέας, ήθελαν είσθαι λύκοι. Εξεπλάγην διά την απόκρισίν του. Γενικώς, φίλοι μου, ο ασφαλέστερος τρόπος του καταστέλλειν τα κακά είναι η περιόρισις των χρειών. Ταύτα πάντα είναι δυνατά εις στράτευμα, είπεν ο αυτοκράτωρ· αλλά δυσκατόρθωτα εις επικράτειαν. Οι πολιτικοί νόμοι δεν ομοιάζουν τους στρατιωτικούς. Ούτοι περιστέλλουν την ελευθερίαν εις κύκλον στενώτερον. Νόμος ουδείς δύναται να εμποδίση τον πολίτην από του να πλουτήση διά τιμίου τρόπου, ουδείς δύναται να εμποδίση αυτόν από του να διαθέση τα πλούτη του και να τ' απολαύη ειρηνικώς. Θεωρείται ως αποκτήσας αυτά διά των κόπων, της βιομηχανίας, των προτερημάτων, της αξίας αυτού, ή των γονέων του. Έχει το δικαίωμα να τα διασκορπίση, ως και να τα καταθάψη εις την γην. Συμφωνώ κατά τούτο, είπεν ο Βελισάριος. Προχωρώ δε και περαιτέρω, είπεν ο αυτοκράτωρ· εάν τα πλούτη της πολιτείας ευρίσκωνται συσσωρευμένα εις χείρας ενός τινος τάγματος ανθρώπων, καλόν είναι να διαδοθώσι, και η φιλοπονία μετά της βιομηχανίας να τα εκβάλλουν από τας χείρας της αργίας. Και εις τούτο συμφωνώ, είπεν ο ήρως. Προσθέτω, εξακολούθησεν ο Ιουστινιανός, ότι η τρυφηλότης, η ηδυπάθεια, η επίδειξις, η μεγαλοπρέπεια, αι της φιλοκαλίας και της καινοτομίας φαντασιοκοπίαι, η επιτετηδευμένη τρυφή και η ματαιότης είναι λεπτολογίαι εκφεύγουσαι την αυστηροτάτην αστυνομικήν κυβέρνησιν, και περί των οποίων οι νόμοι δεν δύνανται να λάβωσι φροντίδα, ειδέ μη, ενεργούσιν είδος τυραννίας. Μη γένοιτο, είπεν ο γέρων, να θελήσω, ώστε οι νόμοι να λαμβάνωσι φροντίδα τινά περί τούτων! Ιδού λοιπόν πώς η πολυτέλεια προστατεύεται από όλα τα πλέον απαραβίαστα παρά τοις ανθρώποις, ήγουν την ελευθερίαν, την ιδιοκτησίαν, και απ' αυτό ίσως το καινωφελές. Εις όλα συμφωνώ, εκτός τούτου του τελευταίου, είπεν ο Βελισάριος. Αλλά τέλος πάντων, είπεν ο ηγεμών, θέλεις ομολογήσει, ότι η πολυτέλεια εμψυχόνει και γίνεται αιτία ν' ακμάζωσιν αι τέχναι, ότι καταστένει τους ανθρώπους βιομηχάνους, δραστηρίους, κινεί αυτούς εις άμιλλαν, αντιτάσσει εις την ραθυμίαν και εις την προς την οκνηρίαν κλίσιν των το κέντρον των νέων χρειών και την επιθυμίαν των ηδονών.

Συμφωνώ, είπεν ο Βελισάριος, ότι η πολυτέλεια είναι ηδεία εις τους απολαύοντας αυτήν και κερδαλέα εις τους όσοι τους προμηθεύουν τα μέσα της απολαύσεώς της, και ότι οι νόμοι χρεωστούν ν' αφίνωσι τούτο το εμπόριον ελεύθερον και ήσυχον. Τούτο δεν θέλεις;

Περισσότερον θέλω, επανέλαβεν ο αυτοκράτωρ· αξιώ, ότι ολίγον κατ' ολίγον η επιρροή αύτη διαδίδεται εις όλας της πολιτείας τας τάξεις, και εις την των γεωργών αυτών, εις την οποίαν χορηγεί ευκολωτέραν και συμφερωτέραν πώλησιν των καρπών των κόπων αυτών.

Εδώ, είπεν ο Βελισάριος, το φαινόμενον σε απατά. Επειδή ό,τι όφελος έρχεται εις την τάξιν των γεωργών από τας ασωτεύσεις την πολυτελείας, ελήφθη ήδη εξ αυτής. Όλοι δε οι άνθρωποι, τους οποίους η πολυτέλεια μεταχειρίζεται, είναι ξένοι, τους οποίους δίδει εις αυτήν την τάξιν να τους τρέφη.

Ανακάλεσε εις την μνήμην σου την ιδέαν, την οποίαν εδέχθημεν περί της πρωτοπλάστου κοινωνίας. Ποίον είναι το τέλος αυτής; Δεν είναι να καταστήσω τον άνθρωπον ωφέλιμον εις τον άνθρωπον; Και εις ταύτην την τάξιν το δικαίωμα του ενός επί του εργοχείρου του άλλου δεν είναι το δικαίωμα την ανταλλαγής; Εάν λοιπόν είς άνθρωπος ενασχολή μυρίους εις τας πολυπλασιασθείσας χρείας του, μη συνεισφέρων αυτός εις τας χρείας μηδέ ενός, δεν είναι ως φυτόν άκαρπον και αδηφάγον εις το μέσον του θέρους; Τοιούτος είναι ο αργός πλούσιος εις τας αγκάλας της πολυτελείας και της τρυφής. Ων πάντοτε το αντικείμενον των φροντίδων και την εργασίας της κοινωνίας, δέχεται ραθύμως τον φόρον ως απλήν προσφοράν. Προς ευχαρίστησιν μόνον των ορέξεών του, προς εκπλήρωσιν των επιθυμιών του μόνον, η φύσις ασχολείται· δι' αυτόν αι ώραι παράγουσι τους γλυκυτάτους καρπούς των· τα στοιχεία προσφέρουν τα ήδιστα εδέσματα· αι τέχναι τα σπανιώτερα αριστουργήματα. Απολαύει όλα, δεν συνεισφέρει εις ουδέν, αφαιρεί από την κοινωνίαν πλήθος ωφελίμων ανθρώπων, δεν εκπληροί ουδενός το επιβάλλον έργον, και αποθνήσκει, άλλο κενόν μη αφίνων, παρά το κενόν των υπ' αυτόν καταδαπανηθέντων κτημάτων.

Δεν ηξεύρω, είπεν ο Τιβέριος, πλην μοι φαίνεται ολιγώτερον επιζήμιος, ολιγώτερον ανωφελής παρ' όσον τον στοχάζεσαι. Διότι, εάν εις το σύνολον των κοινών κτημάτων δεν προσφέρη τον καρπόν των προτερημάτων, της δραστηριότητος και της ευμηχανίας του, προσφέρει το αργύριόν του, και τούτο είναι το αυτό.

Αι, φίλε μου, είπεν ο γέρων, τα χρήματα δεν είναι άλλο παρά το σημείον των κτημάτων, τα οποία τις παραχωρεί και το ενέχυρον της αποδόσεώς των. Εις την ληψοδοσίαν τούτων των κτημάτων ταύτα φανερόνουν την τιμήν των. Αλλ' όστις εις την ληψοδοσίαν ταύτην παρουσιάζει μόνον το σημείον, και ποτέ το αληθές πράγμα, καταχράται οφθαλμοφανώς το μέσον της ανταλλαγής, διά να λαμβάνη ακαταπαύστως ό,τι ποτέ δεν αποδίδει. Ο μεταβλητός εγγυητής, τον οποίον δίδει, τον απαλλάσσει από όλα, αντί να τον υποχρεόνη. Ας αγρυπνή ο άρχων, ας μάχεται ο στρατιώτης, ας εργάζεται ο γεωργός και ο τεχνίτης αδιακόπως δι' αυτόν, τα αποκτηθέντα εις τας υπηρεσίας των δικαιώματά του επικυρούνται κατ' έτος, και το προνόμιον, το οποίον έχει να ζη άχρηστος, είναι εγχαραγμένον επί χρυσών ελασμάτων.

Ούτω λοιπόν η ευπορία κρατεί τον κόσμον υπομίσθιόν του· είπεν ο νέος. Ναι, φίλε, είπεν ο γέρων, χωρίς να προξενήση τούτο εις τον πλούσιον άλλον κόπον και άλλην φροντίδα, ειμή ν' αποδώση λεπτομερώς εις την κοινωνίαν τας συνθήκας της δουλείας, την οποίαν έκαμε με αυτόν. Και διά τι αύτη η δουλεία; ηρώτησεν ο Τιβέριος, Διά τι πλούσιοι εις την πολιτείαν; Διότι οι νόμοι, είπεν ο ήρως, διατηρούσιν εις έκαστον ό,τι απέκτησε· διότι τίποτε δεν είναι καλήτερον αποκτημένον παρά τον καρπόν του κόπου, της βιομηχανίας και της διανοίας· διότι η ελευθερία του αποκτάν συμπεριλαμβάνει και την ελευθερίαν του θησαυρίζειν· και διότι η ιδιοκτησία, ως η ελευθερία, πρέπει να ήναι δικαίωμα απαραβίαστον (10)

Κακόν είναι βέβαια το να υπάρχωσιν άνθρωποι δυνάμενοι να επιφορτίσωσιν εις την κοινωνίαν όλα τα έξοδα την υπάρξεώς των και πολλών άλλων ανθρώπων, τους οποίας μεταχειρίζονται μόνον προς όφελός των· αλλ' ήθελεν είσθαι μεγαλήτερον κακόν το ν' αφαιρεθή από την άμιλλαν, την εργασίαν και την βιομηχανίαν, η ελπίς του αποκτάν, και η ασφάλεια του απολαύειν τα αποκτηθέντα. Μη θλίβεσαι λοιπόν διά το άφευκτον κακόν. Ενόσω υπάρχουσιν εις αυτήν άνθρωποι δραστηστιώτεροι, βιομηχανικώτεροι, φειδωλότεροι, ευτυχέστεροι παρ' άλλους, θέλει υπάρχει ανισότης εις τον μερισμόν των κτημάτων. Η ανισότης αύτη θέλει είσθαι μάλιστα υπερβολική εις τας ακμαζούσας πολιτείας, χωρίς να έχη τις το δίκαιον να την εξαλείψη.

Ομολόγησε λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι η πολυτέλεια είναι καλόν κατά τι, διότι αυτή διά των δαπανών της σμικρύνει και εξολοθρεύει την ανισότητα ταύτην. Ήγουν η πολυτέλεια είναι καλή εις το να εξαντλή τας πηγάς της πολυτελείας. Το ομολογώ, είπεν ο Βελισάριος, και δέχομαι ν' αφήσωσιν εις τα πλούτη όλα τα μέσα της αναλώσεώς των. Εγώ δεν νωώ να υποχρεώσωσι τον έχοντα να τα καταχώση εις την γην, ουδέ να διορίσωσιν εις αυτόν την χρήσιν αυτών. Οι νόμοι, σε το είπα, δεν χρεωστούν να ενέχωνται εις άλλο, ειμή εις το να επιβάλλωσι το φορτίον των δημοσίων χρειών· εις τα κοινά κτήματα, αφίνοντες άθικτον και ιεράν την μερίδα της τροφής, και εγγίζοντες μόνον το περισσεύον της ευπορίας πάσης καταστάσεως. Η κοινή δόξα θέλει κάμει το λοιπόν. Η κοινή δόξα! είπεν ο αυτοκράτωρ. Ναι, αύτη, είπεν ο Βελισάριος, αστενοχωρήτως και αβιάστως αποκαθιστά παν πράγμα εις τον οικείον τόπον. Απ' αυτήν πρέπει να προσμένωμεν των ηθών την μεταρρύθμισιν. Η μεταρρύθμισις αύτη σε φαίνεται δύσκολος· εξαρτάται από την θέλησιν και το παράδειγμα του κυριάρχου. Άμα ο άνθρωπος, ο έχων μεν την αυτήν αξίαν με άλλους, αλλά κοσμιώτατος και απλούστατος κατά τα ήθη, αξιωθή παρά του άνακτος καλλίστην υποδοχήν, άμα δείξη καταφρόνησιν προς τας κατ' επίδειξιν δαπάνας και την γυναικώδη πολυτέλειαν, άμα ρίψη βλέμμα περιφρονητικόν εις τους δούλους της μαλθακότητος, και προσηλώση όμμα αρεσκείας και αιδούς εις τα θύματα του κοινού συμφέροντος, η αυλή ευθύς θέλει λάβει κλίσιν προς την ευγενή απλότητα και την έμφρονα φειδώ. Η μεγαλοπρέπεια όχι μόνον δεν θέλει τιμάσθαι εκεί, αλλά μάλιστα θέλει είσθαι και απρεπής. Ήθη καθαρά και αυστηρά θέλουν αντικατασταθή αντί των ακολάστων και ματαιοσπούδων. Όλαι αι τιμαί θέλουν αποδίδεσθαι εις την προσωπικήν αξίαν, και αφήσει την ματαιοφροσύνην και την πολυτέλειαν να θαυμάζωνται μόναι και να συναρέσκωνται. Ω! φίλοι, με πόσην ορμήν πίπτον ηθέλαμεν βλέπει το κράτος των! Ηξεύρετε, πόσον η πόλις είναι προσεκτική, ευπειθής και πρόθυμος ν' ακολουθή το παράδειγμα της αυλής. Ό,τι δε είναι εις τιμήν μεταβαίνει εντός ολίγου εις χρήσιν. Η αρχαία λιτότης, αποκατασταθείσα, ήθελε γεννήσει την αφιλοκέρδειαν· αύτη δε τα ηρωικά ήθη. Ο ικανός να γίνη ωφέλιμος άνθρωπος, μη έχων ήδη εις τα σεμνά ήθη ουδεμίαν αιτίαν πλεονεξίας, και ελευθερωθείς από την δουλείαν των εξουθενητικών χρειών της τρυφής, ήθελεν αισθανθή εις εαυτόν αναπτυσσόμενον τον βλαστόν των τιμίων φρονημάτων. Η φιλοπατρία, η φιλοδοξία ήθελαν κυριεύσει ψυχήν ελευθέραν και επαιρομένην διά την ελευθερίαν. Όλαι αι δυνάμεις της ευγενούς αμίλλης ήθελαν αναπτυχθή συγχρόνως. Α! εάν ο ηγεμών ήξευρεν, οποίαν επιρροήν έχει εις τας ψυχάς, και πώς ημπορεί να τας συγκινή ακαταναγκάστως και αβιάστως! Αύτη είναι η πλέον ακαταμάχητος δύναμίς του· και ταύτην μόνον δεν γνωρίζει.

Ποία δε δύναμις, είπεν ο Ιουστινιανός, δύναται ν' αντισηκώση την φιληδονίαν, το θέλγητρον των τέρψεων, την επιθυμίαν του αποκτάν το αντίτιμον όλων των αγαθών; Τι μέλει τον άνθρωπον, τον δι' όλων των αισθητηρίων μεθυσκόμενον υπό της τρυφής, αν η αυλή τον κακολογή, ή τον επαινή; Δύναται ο βασιλεύς να εμποδίση, ώστε ο άνθρωπος ούτος, αυτός καθ' εαυτόν, να μη διαθέτη κατά την φαντασίαν του λαόν βιομήχανον, πρόθυμον να τον υπηρετή, ώστε να μη τον περικυκλόνωσιν αι ηδοναί, να μη τον υποτάσσωνται αι τέχναι; Όχι, είπεν ο Βελισάριος, αλλ', εάν θέλη, δύναται να προσάψη αίσχος μεν εις την μαλθακότητα, καταφρόνησιν δε εις την αργίαν· δύναται ν' αφαιρέση από τα πλούτη το δικαίωμα του να υψόνουν εις τα πρώτα αξιώματα της πολιτείας την οκνηρίαν, την κακίαν και την ανικανότητα· δύναται να κάμη, ώστε αι επαισθητότεραι απoλαύσεις, αι ηδύτεραι του βίου ευφροσύναι να συνάπτωνται με την από του κοινού τιμήν και να υπάγουν ομού με αυτήν προς συναπάντησιν της αξίας· δύναται τουλάχιστον να εξουθενήση την πολυτέλειαν και να της αφαιρέση τον τύφον. Τούτο αρκεί· η πολυτέλεια ταπεινωθείσα δεν θέλει πλέον ταπεινώσει την πενίαν, δεν θέλει πλέον αμαυρόνει την αρετήν. Θέλουν είσθαι αγαθά, το αντίτιμον των οποίων δεν θέλουν είσθαι πλέον τα πλούτη. Η πίστις και η κοινή υπόληψις, αι τιμαί και τα αξιώματα θέλουν απόκεισθαι εις την αξίαν. Ο χρυσός δεν θέλει πλέον εξαλείφει τας κηλίδας του ψόγου και του αίσχους, η δε χαμέρπεια της ψυχής δεν θέλει κρύπτεσθαι πλέον υπό την λάμψιν αλαζονικής μεγαλοπρεπείας.

Πιστεύσατέ με, φίλοι, ότι η πολυτέλεια έχει ολίγας απολαύσεις ανεξαρτήτους από την υπερηφάνειαν. Αι πλέον λεπτουργημέναι επιθυμίαι της είναι πλασταί· η δε γνώμη, η προσαπτομένη εις τας ματαίας και ευμεταβλήτους ηδονάς της, είναι το ευαρεστότερόν των· Εξαλείψατε την γνώμην ταύτην, και θέλετε φέρει τα πλούτη εις την κυρίαν και αληθινήν των τιμήν. Τότε δε, όστις θέλει τα έχει, αν θέλη να τιμηθή και να τα εξευγενίση, θέλει κάμει καλητέραν χρήσιν αυτών. Η πολυτέλεια καθιστά τον πλούσιον να μη δύναται να ήναι γενναίος· αι χρείαι τον καταστένουν φιλάργυρον· και η φιλαργυρία του είναι μίγμα όλων των παθών, τα οποία ευχαριστεί με χρυσίον. Αλλ' αν τα ορμητικώτερα τούτων των παθών, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία, αυτός ο έρως, διότι ακολουθεί την δόξαν, δεν αναφέρονται πλέον εις τα της πολυτελείας, παρατηρήσατε, πόσον αυτής το θέλγητρον και της φιλαργυρίας η δύναμις ελαττούται.

Τα αληθή πλεονεκτήματα του πλούτου, η ευπορία, αι ευκολίαι, αι της αφθονίας τρυφαί, η ανεξαρτησία, και η ανάπαυσις, τέλος το κράτος, το οποίον ο πλούσιος ενεργεί επάνω εις πλήθος ανθρώπων ασχολουμένων εις τα περί αυτόν· όλα ταύτα, λέγω, είναι ικανώτατα να συγκινήσωσι τους μικροψύχους. Και ποσώς δεν ελπίζω, ουδέ φοβούμαι την ολικήν καταστροφήν των τεχνών, τας οποίας υποτρέφει ο πλούτος. Αλλ' εάν αι τιμαί δεν απονέμωνται εις αυτόν, αι ψυχαί, εις όσας η φύσις έδωκεν ενέργειαν και ύψος, αι ψυχαί αι δεκτικαί παθών ευγενών και αρετών μεγάλων, θέλουν καταφρονήσει τας ματαιοτήτας ταύτας και θέλουν ζητήσει αλλαχού τον έπαινον και την δόξαν.

Ποτέ δεν θέλει είσθαι, είπεν ο Τιβέριος, εις επικράτειαν πλουσίαν τούτο, ήγουν η άγονος λαμπρότης των τιμών να αμαυρώση την λαμπρότητα του πλούτου. Μόνον η λάμψις του πλούτου θαμβόνει τον λαόν, και αι τιμαί, η μεγαλειότης αυτή έχουν χρείαν αυτού, διά να εμπνέωσι σέβας εις τον λαόν.

Ποίος από τους δύο κατά την γνώμην σου, τον ηρώτησεν ο γέρων, αυξάνει την σεμνότητα, την μεγαλειότητα της Ρωμαϊκής Γερουσίας, ο πλούσιος Λεύκουλλος ή ο πτωχός Κάτων; Η ερώτησις αύτη ετάραξε τον Τιβέριον. Σας ομιλώ περί καιρού πολυτελείας, υπέλαβεν ο ήρως· και κατ' εκείνον έτι τον καιρόν με οποίον σέβας το υγιέστερον μίσος της πολιτείας, ο λαός, δεν ανεπόλει καθ' εαυτόν τας λαμπράς ημέρας της ελευθέρας, της εναρέτου και πτωχής Ρώμης, τους αιώνας, κατά τους οποίους η μικρά της χώρα εκαλλιεργείτο από χείρας νικηφόρους και κατά τους οποίους το υνίον ήτο δαφνοστεφές; Δότε περισσοτέραν αξίαν εις τον λαόν, και πιστεύσατε, ότι μονάρχης σοφός, περικυκλούμενος από πολεμιστάς και υπουργούς, μη έχοντας τύφον, αλλά φορτωμένους τιμάς και έτη, θέλει προσφέρει θέαμα χιλιάκις σεμνότερον παρά τρυφηλός ηγεμών περικυκλωμένος από αυλικούς. Οι εν τέλει, όσοι θέλουν να τιμώνται χωρίς να δαπανήσωσιν εις τούτο τίποτε, δεν παύουν λέγοντες, ότι το αξίωμά των, διά να εμπνέη σέβας, πρέπει να ήναι περιβεβλημένον πομπήν και μεγαλοπρέπειαν. Και τωόντι, ταύτα είναι ως περιβόλαιον, το μέγεθος του οποίου κρύπτει τα ελαττώματα του σώματος· αλλά τούτο είναι απόδειξις μεγαλητέρα, ότι πρέπει ν' απομακρυνθή αύτη η εξωτερική λαμπρότης, ήτις μετασχηματίζει και συγχέει τους ανθρώπους. Όταν η αρετή παρουσιασθή εις τας πρώτας τιμάς, ως ο αθλητής εις το στάδιον, θέλει διακρίνεσθαι πολύ καλήτερον από την ισχύν και την καλλονήν της. Εάν δε η κακία, η χαμέρπεια, η αναξιότης φανώσιν εκεί, θέλουν πολύ περισσότερον καταισχυνθή.

Άλλο πλεονέκτημα των απλοϊκών ηθών, εις τα μεγαλεία είναι, ότι επικουφίζει την πολιτείαν από τας ολεθρίας δαπάνας των παρασήμων, σμικρύνει την αξίαν των αμοιβών. Αι καλώς απονεμόμεναι τιμαί επέχουν τόπον πλουσιωτάτων βραβείων· ο δε ηγεμών, όστις θέλει είσθαι φειδωλός διανομεύς αυτών, θέλει είσθαι και του αγαθού των υπηκόων του. Τούτο είναι το κυριώτερον. Δεν πρόκειται λόγος να εμποδισθώσιν οι πλούσιοι από την πολυτέλειαν· αύτη είναι πυρ, καταναλίσκον και αυτό μετ' ολίγον την τροφήν του. Πρόκειται να προφυλαχθώσιν από την επιθυμίαν της πολυτελείας, και από την δίψαν του πλούτου εκείνοι, οίτινες έχοντες μόνον προτερήματα, γνώσεις και αρετάς, ήθελον τολμήσει να τα μισθώσωσι. Διά τούτο πρέπει ν' αποδίδωνται εις αυτούς τιμαί, τας οποίας τίποτε δεν αμαυρόνει, και αι οποίαι ποτέ δεν βεβηλούνται. Υπηρέτησα τον βασιλέα μου με προθυμίαν και ικανήν ευτυχίαν· και ηξεύρω αφ' εαυτού μου, πόσον ο χρυσός είναι αγενής ως προς την δρυν και την δάφνην, όταν αυτά ήναι μισθός της τιμής και της ευγνωμοσύνης του βασιλέως. Ουδέν την τιμήν ταύτην, την τόσον θελκτικήν, ότε είναι σύμφωνος με του λαού την γνώμην, ο ηγεμών έχει το δικαίωμα να την απονέμη μόνον εις το ωφέλιμον και επαινετόν, μη δίδων αυτήν εις άλλο, παρ' ότι είναι μάταιον, κενόσπουδον και επικίνδυνον. Ιδού η μεγάλη του οικονομία. Αλλ' όλα ταύτα απαιτούσι γενναίαν και ακλόνητον απόφασιν, επιείκειαν αδιακόπως προφυλαττομένην κατά της απάτης και του δόλου, σταθεράν βούλησιν, ήτις ποτέ δεν αλλοιούται, και ήτις αφαιρεί ως και την ελπίδα του να φανή μαλακιζομένη, ή μεταβαλλομένη. Θέλει δε είσθαι τοιαύτη, εάν φωτίζεται και υποστηρίζεται από την προς το αγαθόν αγάπην· και τότε η γνώμη του ηγεμόνος θέλει σχηματίσει την κοινήν γνώμην, το δε παράδειγμά του τον εθνικόν χαρακτήρα.

Να σε ομολογήσω, είπεν ο Τιβέριος, ανησυχίαν τινά, ήτις με μένει; Η αυλή αύτη, εκ της οποίας να εξορίσης θέλεις την εύνοιαν, την ραδιουργίαν και την πολυτέλειαν, θέλει είσθαι ίσως σοβαρά· και νέος ηγεμών . . . . . Καταλαμβάνω, φοβείσαι, μην αηδιάση· αλλά, φίλε μου, δεν σε είπον, ότι το βασιλεύειν ήτο τέρψις και διατριβή καιρού. Μ' όλον τούτο ίσως, εις το μέσον των μόχθων του, θέλει έχει στιγμάς γλυκυτάτας. Υπουργός τις, γεωργίας θέλει τον αναγγείλει τας προόδους της γεωργίας εις επαρχίας, αίτινες ήσαν ακαλλιέργητοι, και ούτος θέλει ειπεί καθ' εαυτόν· μία πράξις της θελήσεώς μου έκαμεν εκατόν χιλιάδας ευτυχείς. Οι άρχοντές του θέλουν τον γνωστοποιήσει, ότι είς των νόμων του θέλει σώσει την κληρονομίαν του ορφανού από τας χείρας του απλήστου άρπαγος· αυτός δε θέλει ειπεί· ευλογητός ο θεός! ο αδύνατος προστατεύεται από εμέ. Οι πολεμισταί του δεν θέλουν τον δώσει παραμυθίας τόσον καθαράς. Αλλ' όταν διηγηθώσι προς αυτόν, με ποίον ζήλον και προθυμίαν οι πιστοί του υπήκοοι θέλουν χύσει το αίμα των υπέρ του ηγεμόνος και της πατρίδος των, το έλεος, ο εκ της στερήσεως των πόθος θέλουν αναμιχθή με αγάπην και ευγνωμοσύνην, ήτις θέλει βρέξει τους οφθαλμούς του με δάκρυα. Τέλος αι ευχαί και οι έπαινοι του ευτυχούς αιώνος, επί του οποίου ζη, και η την οποίαν προαισθάνεται απόλαυσις των ευχών του μέλλοντος, τοιαύται είναι του μονάρχου αι ηδοναί. Εάν δε, διά να τον απαλλάξωσιν από την αηδίαν, δεν είναι ταύτα ικανά, θέλει περιέλθει, ως οι αρχαίοι της Περσίας βασιλείς, επισκεπτόμενος τας επαρχίας, διανέμων αμοιβάς εις εκείνον, όστις θέλει ενεργήσει καλήτερον ν' ανθήσωσιν η γεωργία και η βιομηχανία, η αφθονία και η πολυανθρωπία, καθαιρών εκείνους, των οποίων η υπερηφάνεια, η αμέλεια, ή η σκληρότης θέλουν προξενήσει τα εναντία κακά. Εις το Βυζάντιον, ως εις την Ρώμην, οι αυτοκράτορες ανεδέχθησαν να επισκέπτωνται τους δημοσίους σιτοβολώνας, Ήθελεν είσθαι τάχα αναξιώτερον αυτών να υπάγουν εις τας άγρας, διά να ιδούν, εάν ο υπό την ταπεινήν στέγην του γεωργός έχη άρτον διά τα τέκνα του; Ω! πόσον ολίγον γνωρίζει ο ηγεμών τα συμφέροντα και τα καθήκοντά του, αν συγχωρή να τον πλησιάζη η αηδία. Μ' όλον τούτο μη νομίσετε, ότι εις τας ολίγας ησύχους στιγμάς, τας οποίας το αξίωμά του ημπορεί να τον αφήση, η μεγαλειότης δεν δέχεται τας θελκτικάς μετ' οικειότητος συνομιλίας της εμπιστοσύνης και της φιλίας. Θέλει έχει φίλους. Ούτοι θέλουν κατορθώσει ν' απολαύση το θέλγητρον των ευαισθήτων ψυχών. Οι χρηστοί άνδρες, αρκούμενοι εις ολίγον, έχουν εις την ενάρετόν των συνομιλίαν γαλήνην φαιδράν, ήτις πηγάζει από την ειρήνην της ψυχής, και την οποίαν ο τύφος, στενοχωρημένος από χρείας, και η κακία, περιεστοιχισμένη από ελέγχους της συνειδήσεως δεν γνωρίζουσιν. Η εκπλήρωσις των καθηκόντων του εν τέλει τιμίου ανδρός ολίγον καιρόν αναμφιβόλως τον αφίνουν να έχη, αλλ' αι στιγμαί αυτού είναι ηδείαι. Ούτε η μέμψις, ούτε ο φόβος, ούτε η φιλοτιμία τας ταράττει· η δε αυλή ηγεμόνος, με τον οποίον η αθωότης, η ευθύτης, η αλήθεια, ο γενναίος υπέρ του καλού ζήλος δεν θέλουν έχει αιτίαν ν' αποφύγουν καμμίαν παγίδα, να προϊδούν καμμία έκπτωσίν των, να φοβηθούν καμμίαν μεταβολήν, αυτή δεν θέλει είσθαι η λαμπροτάτη αυλή, αλλ' η ευδαιμονεστάτη του κόσμου. Θέλει είσθαι ολιγάριθμος, είπεν ο αυτοκράτωρ. Διά τι; είπεν ο Βελισάριος. Τινές φιλόδοξοι, άνθρωποι αργοί, τινές άνανδροι ηδυπαθείς θέλουν απομακρυνθή. Αλλ' αντ' αυτών οι χρηστοί άνδρες, οι τίμιοι θέλουν προσέλθει εις αυτήν παμπληθεί. Λέγω, φίλτατε Τιβέριε, παμπληθεί, και το λέγω προς έπαινον της ανθρωπότητος. Όταν η αρετή τιμάται, τότε φύεται εις όλας τας ψυχάς. Η κοινή υπόληψις είναι, ως ο ήλιος, όστις την κάμνει ν' ανοίγη και να βλαστάνη με μεγαλωτάτην δύναμιν. Μη κρίνετε περί τούτου κατά την αδρανή και εκνενευρισμένην κατάστασιν, εις την οποίαν είναι αι ψυχαί. Πώς θέλετε, ο υιός, προς τον οποίον ο πατήρ του δεν επαίνεσε ποτέ άλλο παρά το αργύριον, ο οποίος ποτέ δεν ήκουσε να εγκωμιάζεται, και να ήναι επιθυμητόν άλλο παρά η ευπορία, όστις εις τας πόλεις και εις τους αγρούς ουδέν άλλο είδε παιδιόθεν καταφρονούμενον παρά την βιομηχανίαν και την εργασίαν, όστις ηξεύρει, ότι η μεγαλειότης ταπεινούται, ότι η αυστηρότης των νόμων κάμπτεται, ότι αι προς τας τιμάς φέρουσαι οδοί εξομαλύνονται, ότι αι θύραι της ευνοίας ανοίγονται έμπροσθεν του πλούτου, ότι δι' αυτού, και μόνον δι' αυτού αποφεύγει τις την βίαν, και την μεταχειρίζεται ατιμωρήτως, ότι ούτος στολίζει και αυτήν την κακίαν, ότι εξευγενίζει και αυτήν την χαμέρπειαν, ότι επέχει τόπον προτερημάτων, γνώσεων και αρετών· πώς θέλετε, ο άνθρωπος, ποτισμένος από τας ιδέας ταύτας, να διακρίνη το τίμιον από το ωφέλιμον; Αλλ' ας μεταβληθή η γνώμη, ας δώση το παράδειγμα ο κύριος των ηθών, ο ηγεμών, ας καταστήσωσιν η ανατροφή και η έξις πρώτην εις τον άνθρωπον χρείαν την ιδίαν εαυτού υπόληψιν και την των ομοίων του· ας συνηθίσουν την ψυχήν να εξορμά έξω εαυτής, διά να συνάγη τους επαίνους της παρούσης εποχής και της μελλούσης· ας ήναι δι' αυτόν η φήμη και η μνήμη του, μετά την αρετήν, το τιμαλφέστερον των αγαθών όλων· ας καταστήση εις αυτόν η ηθική του αύτη ύπαρξις την τιμήν προσφιλεστέραν της ζωής και το αίσχος τρομερώτερον, βδελυρώτερον παρά το μηδέν, και τότε θέλει φανή, πόσον ολίγην ισχύν θέλουν έχει επ' αυτού αι χαμερπείς επιθυμίαι. Αι! φίλοι, τι άλλο ήσαν οι Δέκιοι, οι Ρήγουλοι, και οι Κάτωνες, ειμή άνδρες, των οποίων η ενθουσιώσα ψυχή έζη εκ της δόξης και αρετής. Αλλ' αύτη η αγωγή απαιτεί ενισχύσεις πραγματικάς. Εις μάτην ήθελον προστάζει εις τους γονείς ν' ανατρέφωσι τους παίδας των εις την αρετήν, εάν η αρετή εγκατελείπετο εις λήθην, η δε κακία, μόνη τιμωμένη, είχε το δικαίωμα να την εξυβρίζη. Πρέπει λοιπόν, προς αποκατάστασιν της ευταξίας, να ενωθή το καλόν με το καλόν, το κακόν με το κακόν, το χρήσιμον με το δίκαιον και τίμιον. Αφού δε αποκατασταθή η ευταξία αύτη, προβλέπετε ευκόλως, πώς τα ήθη ήθελον βοηθεί τους νόμους, και πώς η κοινή γνώμη ήθελεν επικουφίζει την δύναμιν. Αι ελπίδες και οι φόβοι, αι αμοιβαί και αι ποιναί, αι απολαύσεις και αι στερήσεις, ταύτα είναι το βάρος, το οποίον η πολιτική πρέπει να ηξεύρη αρμοδίως να επιθέτη εις την στάθμην την ελευθερίας. Διά τούτου είναι βεβαία, ότι θέλει διοικεί κατ' αρέσκειάν της τον κόσμον. Αλλ' επανέρχομαι εις το προκείμενον. Τα αλαζονικά ήθη των μεγάλων καταστένουν αυτούς απλήστους και αδίκους· ήθη απλούστερα ήθελον τους καταστήσει μετριοπαθείς, φιλανθρώπους, γενναίους· του δε μεγαλητέρου συμφέροντος της κακίας μεταβάντος εις την αρετήν, η αυτή ροπή, ήτις τους έφερε προς το πρώτον, ήθελε τους επανάξει προς το άλλο. Ιδού ωραίον όνειρον! είπεν ο Ιουστινιανός. Δεν είναι όνειρον, είπεν ο Βελισάριος, το να θέλη τις να κυβερνά τους ανθρώπους διά της φιλαυτίας και του συμφέροντος. Ενθυμήσου, πώς εσχηματίσθη εις την γεννωμένην δημοκρατίαν, η γερουσία εκείνη, όπου τόση αρετή, τόσος ηρωισμός διέλαμπε. Τούτο δε, διότι εις την Ρώμην τότε τίποτε δεν ήτο ανώτερον της μεγαλοψυχίας· διότι η κοινή υπόληψις επροσκολλάτο εις τα χρηστά ήθη, το σέβας εις τα ενάρετα, η δόξα εις τα ηρωικά. Τοιαύτα υπήρξαν καθ' όλους τους χρόνους τα ισχυρά της ανθρωπίνης ψυχής ελατήρια.

Ηξεύρω, ότι η πολυχρόνιος έξις, και μάλιστα η του αυθαιρέτου, δεν υποχωρεί χωρίς αντίσταση και εις αυτάς τας ισχυροτάτας αιτίας. Αλλά δι' άνθρωπον άδικον και βίαιον, όστις ήθελε τραχύνεσθαι κατά του φόβου της δυσφημίας, της δυσμενείας, και της περιφρονήσεως, μυρίοι τοιούτοι είναι, τους οποίους ο χαλινός ούτος, συνδεόμενος με το κέντρον της δόξης, ήθελεν οδηγήσει εις την ευθείαν της τιμής και της αρετής ατραπόν. Εξακολουθών λοιπόν, υποθέτω άνδρας χρηστούς αρχηγούς των λαών. Τότε εγγυώμαι με την ζωήν μου διά την υποταγήν, την πίστιν, τον ζήλον του πλήθους των ανθρώπων, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον καταδυναστεύεσθαι, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον κακούσθαι, και των οποίων η ζωή, η ελευθερία, τα υπάρχοντα θέλουν προστατεύεσθαι από τους νόμους. Τότε η αυτοκρατορία ανεγείρεται, τα διεσπαρμένα της μέλη συνέρχονται πάλιν· το σχέδιον του Κωνσταντίνου, κτισθέν επί της άμμου, λαμβάνει θεμέλια στερεά· και εκ του μέσου της κοινής ευδαιμονίας βλέπω αναγεννωμένην την ευψυχίαν, την άμιλλαν, την δύναμιν, το φιλόπατρι, και μετ' αυτού την πρώην εκείνην της Ρώμης επιρροήν επί της οικουμένης.

Ενώ δε ο Βελισάριος ωμίλει ούτω, ο Ιουστινιανός εθαύμαζε, σιωπών, τον ενθουσιασμόν του γηραιού εκείνου, όστις, λησμονήσας την ηλικίαν, την αθλιότητά του, και την σκληροτάτην κατάστασιν, εις την οποίαν κατήντησεν, ήτον εν θριάμβω, διανοούμενος μόνον το να αποκαταστήση την πατρίδα ευδαίμονα και ακμάζουσαν. Ωραίον πράγμα, τον είπεν, είναι να φροντίζη τις τόσον σπουδαίως περί αχαρίστων. Φίλοι, είπεν ο ήρως, η ευδαιμονεστάτη την ζωής μου ημέρα ήθελεν είσθαι εκείνη, εις την οποίαν ήθελον με ειπεί· Βελισάριε, μέλλουν να σε ανοίξωσι τας φλέβας, και διά την χύσεως του αίματός σου αι ευχαί σου θέλουσι πληρωθή.

Ταύτα ειπόντος, η επέραστος αυτού θυγάτηρ Ευδοξία ήλθε να αναγγείλει, ότι το δείπνον ήτον έτοιμον. Εμβήκε λοιπόν και εκάθησεν εις την τράπεζαν. Η Ευδοξία, χαριτόβρυτος και κοσμιότητα ευγενή έχουσα, έφερε φαγητόν όσπρια, και εκάθησεν εις το πλάγιόν του. Τι! τούτο είναι το δείπνον σας; είπεν ο αυτοκράτωρ τεταραγμένος από αισχύνην. Μάλιστα, είπεν ο Βελισάριος, Τούτο ήτο το δείπνον του Φαβρικίου, και ο Φαβρίκιος ήτο πολύ ανώτερός μου. Ας υπάγωμεν, είπεν ο Ιουστινιανός προς τον Τιβέριον· ο άνθρωπος ούτος με καταισχύνει.

Η αυλή του ελπίζουσα να τον διασκεδάση, ητοίμασε πανήγυριν· αλλ' ούτος δεν κατεδέχθη να υπάγη. Εις την τράπεζαν μόνον περί του δείπνου του Βελισαρίου ωμίλει. Εμβάς δε εις το ταμείον του, είπε καθ' εαυτόν είναι ολιγώτερον δυστυχής παρ' εμέ, διότι εκοιμήθη μη ελεγχόμενος υπό της συνειδήσεως.

Κεφάλαιον ΙΔ'.

Μακράν αυτού δεν δύναμαι να ζήσω πλέον, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, την επαύριον επανερχόμενος προς τον ήρωα. Η γαλήνη και η ησυχία της ψυχής του μεταδίδονται εις την ιδικήν μου. Αλλ' αμ' απέλθω απ' αυτού, τα νέφη, τα οποία διεσκέδασε, συναθροίζονται πάλιν, και τα πάντα σκοτίζονται εκ νέου. Χθες ενόμιζον, ότι έβλεπα εις το σχέδιόν του την εικόνα της δημοσίου ευημερίας· τώρα δε έμπροσθεν των οφθαλμών μου μόνον πλήθος δυσκολιών είναι. Πώς, π. χ., να δυνηθή τις με τας απείρους δαπάνας, από τας οποίας η αυτοκρατορία αύτη είναι επιφορτισμένη, να επικουφίση τους υπηκόους! Πώς ν' ανανεώση τις τα στρατεύματα, τα οποία πολυχρόνιοι πόλεμοι εμφάνισαν, και να περιστείλη όλας τας εισφοράς εις απλούν και ελαφρόν φόρον! Όλα τα προείδεν, είπεν ο Τιβέριος· και όλα θέλει τα ευκολύνει. Πρόβαλέ τον τους διαλογισμούς σου. Εντεύθεν λοιπόν ήρχισαν την ομιλίαν των.

Ήξευρα, είπεν ο γέρων, αφού τον ήκουσεν, ότι ήθελα σας αφήσει απορίας· αλλ' ελπίζω να τας διαλύσω.

Αι δαπάναι της αυλής ηλαττώθησαν· εξωρίσαμεν απ' αυτήν την πολυτέλειαν και τας προς τους ευνοουμένους χάριτας. Ας έλθωμεν εις την πόλιν, και ειπέτε με, διά τι λαός αργός και πολυάριθμος επιβαρύνει την πολιτείαν; Ο εις αυτόν διανεμόμενος σίτος (11) ήθελε θρέψει πολλούς λεγεώνας. Ο Κωνσταντίνος επεφορτίσθη την ολεθρίαν ταύτην δαπάνην μόνον διά να κάμη πολυάνθρωπον την πόλιν του, και διά να μιμηθή την Ρώμην. Αλλά με ποίον δίκαιον λαός αργός, όστις δεν είναι ούτε βασιλεύς, ούτε στρατιώτης, είναι εις βάρος του κοινού; Ο Ρωμαϊκός λαός, όλος στρατιωτικός, είχε το δίκαιον να τρέφεται και εις τελειοτάτην ειρήνην από τους καρπούς των κατακτήσεών του. Και ακόμη εις τας λαμπροτέρας ημέρας της δόξης του, δεν εζήτει άλλο ειμή γαίας διά να γεωργή. Όταν δε η πολιτεία τας εχορήγει, ηξεύρετε, με τόσην χαράν διεσπείρετο εις τους αγρούς. Ενταύθα δε εις τι μεταχειριζόμεθα ημείς τον πεινώντα τούτον λαόν τον περικυκλούντα τας πύλας των ανακτόρων; Με τούτον τάχα εδίωξα τους Ούνους λεηλατούντας την Θράκην; Ας κρατήσωσιν εξ αυτών μόνον, όσους η βιομηχανία ημπορεί να ενασχολή και να τρέφη, από τους λοιπούς δε ας συστήσωσιν ευδαίμονας αποικίας· αύται πάλιν θέλουν κατοικίσει την επικράτειαν, και θέλουν ζη από τον καρπόν των κόπων των. Η γεωργία είναι μήτηρ της στρατιωτικής. Και οι καλοί στρατιώται σχηματίζονται όχι εις τας αγκάλας της αργίας και ακηδίας.

Αφού όλοι οι νόμοι γίνωσιν απλοί, ιδίως δε ο του φόρου, το παλατίνον τάγμα πίπτει αφ' εαυτού, ως εκ της ιδίας αυτού αχρηστίας· και ηξεύρετε από πόσας απείρους δαπάνας επικουφιζόμεθα διά τούτου. Η τρομερωτέρα δαπάνη, ήτις μας μένει, είναι η των στρατευμάτων· αλλ' αύτη περιορίζεται εις μόνους τους λεγεώνας. Αι αποικίαι των απομάχων στρατιωτών, αι κατοικισθείσαι επί των συνόρων, ζώσιν από τους κόπους των· η δε ατέλειαι αυτών είναι αντί μισθού. Αι αποικίαι αύται, το αριστούργημα της μεγαλοφυίας του Κωνσταντίνου, εισέτι δεν εξέλιπον, και διά να τας ιδή τις αναζωογονουμένας, αρκεί να θελήση· τοσούτοι ανδρείοι στρατιώται, τους οποίους αφίνετε εκνευριζομένους εις την ταλαιπωρίαν και την αργίαν, δεν ζητούν άλλο παρά να υπάγωσι να γεωργούν και να φυλάττουν το πεδίον της νίκης των. Το αυτό συμβαίνει και, εις τα στρατεύματα τα διεσκορπισμένα εις τας όχθας των ποταμών (12) αι όχθαι αύται, τας οποίας κάμνουν καρποφόρους, τρέφουν τους γεωργούς των.

Σμήνη βαρβάρων προσέρχονται ζητούντες να τους δεχθώμεν εις τας επαρχίας μας. Τους εδέχθημεν ενίοτε με ολιγωτάτην προφύλαξιν (13)· αλλ' ο κίνδυνος είναι μόνον εις τον αριθμόν. Ας τους διασκορπίζωσι, και ας τους δίδωσι γαίας ακατοικήτους και αγεωργήτους, οποίας έχετε πολλάς, φευ! και διοίκησις ήμερος και σταθερά ήθελε κάμει τούτους υπηκόους πιστούς και στρατιώτας πειθαρχικούς.

Μόνον λοιπόν οι λεγεώνες μένουν να ήναι υπομίσθιοι του ηγεμόνος, και ο φόρος μόνος της Αιγύπτου, της Αφρικής και της Σικελίας ήθελε θρέψει τριπλασίους, όσων ποτέ η αυτοκρατορία είχεν (14). Οικονομία λοιπόν πρέπει να γίνη όχι εις αυτούς, και η πολιτεία χρεωστεί να μεριμνά όχι διά την συντήρησιν αυτών, αλλά διά την είσαξίν των (15). Ήτο ποτε καιρός, καθ' όν η τιμή του να εισαχθή τις εις αυτούς, απέκειτο εις τους πολίτας (16)· και οι εκλεκτότεροι νέοι διημιλλώντο περί της απολαύσεώς του. Ο καιρός εκείνος δεν υπάρχει πλέον· πρέπει να τον επαναγάγωμεν πάλιν. Τι δε δεν κατασταίνει τις τους ανθρώπους έχων τιμήν και άρτον!

Οι άνθρωποι δεν είναι πλέον οι αυτοί, είπεν ο αυτοκράτωρ. Τίποτε δεν μετεβλήθη, είπεν ο Βελισάριος, πλην της διοικούσης τα ήθη γνώμης· και δεν χρειάζεται άλλο, ειμή η ψυχή ενός μόνου, ειμή το πνεύμα, και το παράδειγμά του, διά να ελκύση προς εαυτόν όλα τα πνεύματα. Εκ μυρίων πράξεων, αι οποίαι με το αποδεικνύουσιν, ιδού μία, την οποίαν νομίζω αξίαν των λαμπροτέρων της δημοκρατίας ημερών, και η οποία δεικνύει, ότι καθ' όλους τους καιρούς οι άνθρωποι αξίζουν ό,τι τους κάμνει τις ν' αξίζουν. Η Ρώμη εκυριεύθη από τον Τοτίλαν. Είς των ανδρείων στρατηγών, Παύλος ονομαζόμενος, ταξίαρχος μικρού στίφους ανδρών, διέφυγεν από την πόλιν, και ωχυρώθη εις ύψωμα, όπου ο εχθρός τον περιεκύκλωσε. Δεν αμφίβαλλαν, ότι η πείνα θέλει τον καταναγκάσει να παραδοθή· και τωόντι εστερείτο όλα. Καταντήσας εις την εσχάτην έλλειψιν, ωμίλησε προς τον στρατόν του τα εξής. «Φίλοι, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ή να υποδουλωθώμεν. Αναμφιβόλως δεν θέλετε διστάσει· αλλά το παν δεν είναι ν' αποθάνωμεν, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ως άνδρες. Των ανάνδρων μόνον είναι ίδιον να καταφθείρωνται υπό της πείνας, και να κατατήκωνται, αναμένοντες θάνατον οδυνηρόν και βραδύν. Ημείς, οίτινες, ανατραφέντες εις τας μάχας, ηξεύρομεν να μεταχειριζώμεθα τα όπλα μας, ας ζητήσωμεν θάνατον ένδοξον. Ας αποθάνωμεν, αλλ' όχι ανεκδικήτως, ας αποθάνωμεν καταβρεγμένοι από των εχθρών μας το αίμα· αντί εξυβριστικού μειδιάματος, ας προξενήση εις αυτούς ο θάνατός μας δάκρυα. Τι ήθελε μας ωφελήσει το ν' ατιμάσωμεν εαυτούς, διά να ζήσωμεν ολίγα ακόμη έτη; διότι και ούτως εντός ολίγου έπρεπε ν' αποθάνωμεν. Η δόξα δύναται να εκτείνη τα όρια της ζωής· η φύσις όμως όχι».

Notes in this chapter

Note 1 · Ο Τραϊανός παρωμοίαζε τον θησαυρόν του ηγεμόνος με τον σπλήνα, του οποίου το οίδημα προξενεί αδυναμίαν εις όλον το σώμα. ↩Note 2 · Άμα πατήρ τις εκήρυττεν, ότι δεν εδύνατο να τρέφη τον παίδα του, η πολιτεία τον ανεδέχετο. Ο παις έπρεπε να τραφή, και να παιδευθή διά δημοσNote 3 · Οι αυτοκράτορες έθεσαν φόρον εις το ούρον, την κόνιν, τας ακαθαρσίας, τα πτώματα, τον καπνόν, τον αέρα και την σκιάν· Ήσαν φόροι λειμώνος, πNote 4 · Τούτο ήτο δόγμα Ερρίκου του Δ' και όλων των καλών βασιλέων· ↩Note 5 · Ο Μάρκος Αυρήλιος εις κατεπείγουσάν τινα ανάγκην επροτίμησε να πωλήση τα έπιπλα των ανακτόρων, παρά να επιφορτίση τον λαόν με φόρους. ↩Note 6 · Τον Αθανάσιον ένα των πρώτων της γερουσίας.↩Note 7 · Το πλαστόν τούτο τάγμα συνεκροτείτο εκ της αστυνομίας και εκ της οικονομίας των κοινών προσόδων. Η πολιτική των αυτοκρατόρων είχε περιστείλεNote 8 · Φιλόσοφός τις εις Αθήνας, ευρών θησαυρόν εις τον αγρόν του, έγραψε προς τον Τραϊανόν, «εύρον θησαυρόν.» Ο δε Τραϊανός τον απεκρίθη, έχε τον Note 9 · Τέσσαρες χιλιάδες μεδίμνων καθ' εκάστην. Ο μέδιμνος ήτο το πλάτος ενός ποδός τετραγώνου, το δε ύψος τεσσάρων δακτύλων. Ο Ρωμαϊκός πους ήτο δNote 10 · Ωνομάζοντο οχθοφύλακες. Αλέξανδρος ο Σευήρος τους εσύστησεν.↩Note 11 · Ως τους Γότθους επί του αυτοκράτορος Ουάλεντος. ↩Note 12 · Η Σικελία έδιδε φόρον εις τους Ρωμαίους 7,200,000 μεδίμνους σίτου. Η Αίγυπτος 21,600,000 Η Αφρική 43,200,00Ο Εις έξ ανθρώπους ανά μέδιμνον· Note 13 · Ο μισθός του στρατιώτου ήτο τον μήνα 400 ασάρια αξίζοντα 25 αργυρά δηνάρια, τα οποία άξιζαν έν χρυσούν δηνάριον. Το δηνάριον ήτο μία ουγγία Note 14 · Και εις τους εκ των επαρχιών έχοντας δικαίωμα πολίτου εις την Ρώμην.↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings