← Table of contents
Μυστικό του Γάμου - Φάρσα της Ζωής

Front matter

Reading edition

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Εξώφυλλο
Εξώφυλλο

ΓΙΑΝΝΗ Α. ΚΑΜΠΥΣΗ

ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ / ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. . Augustus Caesar.

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ,, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΑΣ . . .

ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Στην Καλαμάτα τα φτωχά κορίτσια όλες τις καθεμερνές εργάζουνται τον αργαλειό και το μετάξι. Πολλά απ' αφτά, μόνα τους συντηράνε τα σπήτια τους. Μα τις κυργιακάδες μαζέβουνται, πότε στης μιας και πότε στης άλλης το σπήτι οι γειτονοπούλες, και διασκεδάζουν. Χορέβουν τους Καλαματιανούς με τραγούδια δικά τους. Τραγούδια άγραφα, που τα ξέρουν όλες, που τα μαθαίνουν η μια από την άλλη, χωρίς να θυμούνται και ποια τα πρωτόβγαλε . . . . Τραγούδια κάθε τόσο καινούργια. Από τα τραγούδια εκείνα θα σας πω ένα, που μέκαμε εντύπωση ξεχωριστή . . . . Του Χάινε η μελαχολική χάρη ωμορφότερα δε θα μπορούσε ναν το πει . . . . Σ' ένα στίχο αλάκερη του Χάρτμαν φιλοσοφία . . . .

Το μήλο πούνε στη μηλιά το παραγιναμένο δεν πέφτει δε μαραίνεται κι' ούτε πουλιά το τρώνε! . . . Το τρων τα λάφια και ψοφούν ταρκούδια κι' ημερόνουν κι' άμα το φάνε οι νιόπαντρες ποτές τους δε γεννάνε! Αχέ το φάει κι' η μάνα μου να μη με κάμει εμένα! . . .

Τα κορίτσια της Καλαμάτας σε σύνολο, είνε ένας Κρυστάλλης . . . . Είνε κι' αφτά, που με δυναμόνουν την αγάπη της γλώσας μου! . . . Τα κορίτσια της Καλαμάτας — τα τραγούδια τους, νά! μια από τις αρμονίες του milieu. Του milieu, που ζητάνε με τέτιον πόθο κείνοι, που στα τρυφερά τους όνειρα, παρουσιάζεται αγαπητικιά πεντάμορφη η Τέχνη η φεβγάτη! . . .

Και λαός, που έκαμε τα δημοτικά μας τραγούδια δεν είνε αιώνια καταδικασμένος να διώχνει την Τέχνη! . . . Ο δασκαλισμός, εβδομήντα τόρα χρόνια, αρώστεια μας είνε περαστική . . . Μετά τον Τούρκο ο δάσκαλος. . . . Είταν κι' αφτό γραφτό μας! . . . Όμως θα φύγει κι' αφτός σιγά-σιγά! . . .

Αθήνα 20 Αυγούστου 1895.

«Βεβαιώθηκα, πως αποφάσισες πια να τυπόσεις δυο δράματα και σου γράφω. Μα μην υποθέσεις, πως το γράμμα αυτό, που θα λάβεις, έχει σκοπό να σε στομόσει. Όχι! θα σου δείξει μόνο αυτό κ' εκείνο και συ πια είσαι ελεύτερος να κάμεις ό,τι θελήσεις.

Σκέφτουμαι πρώτα-πρώτα, ποια είνε η αφορμή, που σέκαμε να γράψεις· αλλ' όχι! αυτό είνε πολύ: που σέκαμε ναποφασίσεις να δημοσιέψεις. Έγραψες τίποτα έξοχο; τίποτα πρωτότυπο; καινούργιο πράμα; ή, ας πούμε κι' α δεν έγραψες καινούργιο πράμα, εκείνο, πώγραψες, είνε χωρίς λάθη τεχνικά, λάθη τέτια, που να μη σκοντάφτουνε τη γλυκειάν απόλαψη, που αιστάνεται ο καλλιτέχνης αναγνώστης, άμα ρουφάει το έργο του καλλιτέχνη ποιητή; Γιάννη, εδώ δε σου ρίχνω δίκιο. Βιάστηκες πολύ! παραπολύ! Μήτε τα χρόνια σε βάραιναν δα, μήτε κι' η απογοήτεψη σε κυρίεψε τόσο! (1) Δε σε ξέρω τόσο καλά; . . . Όμως για να διούμε τι θα δημοσιέψεις . . .

Το «μυστικό του γάμου» σε πράξες τρεις. Θέλεις να σε πω τα καλά του ή τα κακά του; Θα σε πω κι' από τα δυο, γιατί κι' από τα δυο έχει. Οι χαραχτήρες των προσώπω δεν είνε πολύ άτεχνοι. Της Όλγας μάλιστα είνε και κάμποσο αληθινός. Μόνο, που ζουγραφιέται χλιαρά λίγο. Είνε τόντις υπόδειγμα υστερικής κόρης, και νιόθω ζωντανά μοντέλα να είχες, άμα την εσύλαβες. Και λέγω μοντέλα, γιατί δε φαίνεται να είχες ένα μόνο· μα και δυο και τρία, αν ένοσες στην Όλγα, τα μισοκατάφερες. Της έπλασες χαραχτήρα πιτυχημένο. Τα υστερικά στίγματα πέφτουνε το ένα απάνου στάλλο και το φτωχό κορίτσι τραβάει ταντίποινα της αρώστειάς του με πολλήν αλήθεια.

Όσο όμως πίτυχες στο χαραχτήρα της Όλγας δεν πίτυχες στο χαραχτήρα τ' Αλέκου. Τονέ θέλεις πνευματιστή και θεόσοφο. Καλά! Τονέ θέλεις όμως και δυνατό πνεύμα πρωρισμένο να κάμει τίποτα μεγάλο; . . . Έτσι τουλάχιστο μισοφαίνεται. Εγώ δε λέω: ο θεοσοφισμός κι' ο άκρατος μυστικισμός ακόμα, μπορεί να προσβάλουνε την ψυχή αθρώπου, που σκέφτεται κι' ερευνά. Μπορεί ναν τονέ κρατήσουνε αιχμάλωτό τους και ναν τον κάμουνε και φανατικό. Μ' ανίσως τ' αθρώπου αυτού η ανωμαλία είνε heureuse που θέλει ο Λομπρόζος, θα περάσει από τα παλάτια της θεοσοφίας και του μυστικισμού ο άθρωπος αυτός και δε θα μείνει για πάντα. Δεν είνε δυνατό, πνεύμα, που τραβιέται στην αποκάλυψη των κρυμένω, να μην το τραβήξουν και τα θέλγητρα τ' αντίθετου κόσμου του θετικού, να θελήσει ναν τα βυζάξει! Μη νομίσεις, πως είνε δύναμη θέλησης να μνίσκει κανείς σταθερός σ' ωρισμένη ιδέα, στο τέλος παθολογική. Αδυναμία ψυχική είνε· και προληφτικός κατανταίνει ο άθρωπος, που θέλεις εσύ με δυνατή θέληση. Σε παρακαλώ εδώ να μη με νομίσεις φανατισμένη με θεωρίες, όπως εκείνη του Munk.

Καημένε! αφού από την πρώτη πράξη ως την τρίτη περνάει τόσος καιρός· αφού τ' Αλέκου του γίνουνται τόσα· αφού κι αυτό το milieu, υποτίθεται, που τον εστρίμωξε στις ιδέες του εκείνες, άλλαξε πια, γιατί αυτός να μνίσκει ακόμη σε τόσο φανατισμό;!

Μ' αρέσει ο κ. Λάκης. Έχει τη μόρφωση της εποχής, και την ιδιότητά του, ως υπέρτερου κάθε πρόληψης τη δείχνει κάθε τόσο. Κι' όμως, επιτρέπεται σ' ένα σοφό τέτιο να μην εφαρμόζει της επιστήμης τα μέσα από μόνο το λόγο της στοργής στην κόρη του; Μεγάλο πράμα η στοργή, δε λέω . . . δεν ξέρω κιόλα! . . . Παιδιά εγώ δεν έχω! , . .

Τ' άλλα πρόσωπα, γιναμένα να φιγουράρουν το πλαίσιο της όλης εικόνας, δε μας μέλλει ναν τα εξετάσουμε βαθιά· ας πούμε πως είνε καλούτσικα φτιασμένα.

Κι’ έτσι με την ανάλυση τω χαραχτήρων ας μπούμε στην υπόθεση. Η σύλληψη μιας υπόθεσης τέτιας, είνε αρκετά καλή· ίσως όχι πολύ πρωτότυπη, μ' αυτό δε βλάφτει. Βέβαια! θέλησες το θεόσοφον Αλέκο ναν τον απατήσεις, θέλησες ναν τονέ κάμεις να συντύχει την υστερική Όλγα και ναν την περάσει για το εξιδανικεμένο πρόσωπο, που η εξέλιξη, κατά τις ιδέες του, θα καταντήσει τον άθρωπο· και γίνουνται, όσα γίνουνται. Ωραία τόντις υπόθεση. Μα δεν την έσφιξες. Χρόνο, περσότερο, κρατάει η διεξαγωγή της· κι' εδώ δείχτεται η αδυναμία του τεχνίτη· η αδυναμία σου. Όχι, γιατί δεν ένοσες, κατά τα κλασικά το χρόνο, άλλα γιατί μακραίνοντάς τον δεν έδειξες στην ψυχή τ' Αλέκου το πέρασμά του και την επίδρασή του. Κι' εδώ θυμάμαι του Schopenhauer τα λόγια: «pour le même motif, on sait que le plus grave defaut d'un auteur dramatique est que ses caractéres ne se soutiennent pas, c'est-à-dire qu'ils ne soient pas tracés d'un bout à l'autre, comme ceux que nous ont représentés les grands poëtes, avec la constance et l'inflexible logique, qui président au développement d une force naturelle» (2). Και μην πάρεις το motif αυτό, πως είνε στο μέρος σου, γιατί ο αθρώπινος χαραχτήρας αν είνε για τρίτο λόγο invariable, κατά Schopenhauer, όμως για δεύτερο είνε empirique. Έπειτα το invariable ή και το le caractére individuel est innè ερμηνεύουνται με τέτιον τρόπο, που δε μπορείς ναν τα επικαλεστείς για να προστατέψεις τον ήρωά σου! . . .

Πώς γίνεται τόρα αυτή η απάτη; ας διούμε. Χωρίζεις το δράμα σου σε τρεις εποχές, δηλαδή σε τρεις πράξες. Καλά! Η πρώτη εποχή αρχίζει, που η Όλγα μαραίνεται από την υστερική ανορεξιά κι' ο Αλέκος φρεσκοφερμένος από τα νοσοκομεία της Nancy κ' ενθουσιασμένος με τη suggestion, παρμένη από πνευματιστική άποψη, και με τις ιδέες του τις γνωστές, έρχεται ναν τη γιατρέψει. Η αρχή της θεραπείας είνε η πρώτη πράξη. Οι σκηνές όμως δεν έρχουνται καλά όλες. Η πρώτη ξάφνου σκηνή του κ. Λάκη με τον Αλέκο είνε λίγο άτεχνη· κι' αν όχι αλάκερη, το μέρος όμως, που δηγείται ο κ. Λάκης πως πρωτοπαρουσιάστηκε η ανορεξία της Όλγας φαίνεται γιναμένο για να ειπωθούν αυτά. Θα με πεις: και πώς αλλιώς πρέπει να μαθευτεί η πυρκαγιά και τα επακόλουθά της; Δεν ξέρω! Εγώ δράματα δε γράφω! Συ, αν ήσουν μεγάλος και γέρος καλλιτέχνης μπορούσες ναν το βρεις μονάχος σου και ναν το φέρεις έτσι τεχνικά, που εγώ, ξάφνου, η παρατηρήτρα να μην παρατηρούσα την τεχνική αυτή ατέλεια. Έχει κι' άλλα λάθη η πρώτη πράξη. Πολύ γλήγορα τελειόνει το σοαρέ· άτεχνα έρχεται η αφορμή που ο Αλέκος διατυπόνει τις ιδέες του και την tèlépathie του κ' είνε περιττές κάμποσες κουβέντες. Ωραίο είνε το τραγούδι της «άγιας πόλης» και κάπως άγαρμπο το τραγούδι του «πουλιού».

Η δεύτερη εποχή είνε δυνατώτερη! Δεν έχει κι αυτή τέχνη πολλή μα και μερικές σκηνές της είνε αρκετά τεχνικές· οι τελευταίες να πω! Είνε η εποχή, που η Όλγα γιατρεμένη πια από τη θεραπεία εκείνη τ' Αλέκου τον αρεβωνιάζεται. Πέφτουν καλούτσικα ο έρωτας κι' η αρεβώνα. Κι ο χαραχτήρας τ' Αλέκου δεν έχει λόγο να είνε αλαγμένος. Η απάτη δεν έχει γίνει ακόμα. Η Illusion του φανταστικού κόσμου παραμένει κι' ο Αλέκος δε εμπήκε ακόμα στην Άγια Πόλη! . . .

Στην τρίτη εποχή όμως τα πράματα άλλαξαν, χωρίς ναλλάξει ο Αλέκος! Σου τη συχορνώ όμως κι' αυτή, γιατί δείχτει την Όλγα καλά· πολύ τεχνικά αναλύεται και με λίγα λόγια, έστωντας και χλιαρά, ο χαραχτήρας της. Ο κ. Λάκης πολυλογάει κάπως — φαίνεται ναν τ' αρέσει τόντις η πολυλογία — στη γυναίκα του· εκείνη, μουγκή πολλές φορές, ανοίγει το στόμα της τώρα κάμποσο· κι' ο Αλέκος, ο αγαθώτατος Αλέκος εδώ δείχτεται πια όλος. Ωραία είνε η σκηνή τω δώρων της Όλγας. Κι' η δήγηση της πρώτης νύχτας του γάμου δεν είνε άσκημη· μήτε κι άσεμνη, αν τη βρουν πολλοί τέτια. Ωραία είνε κι' η λύση του κι' ικανοποιεί πολλούς! Ξαναπέρνουνται! Πώς ζούνε πια; ας το σκεφτεί, όπως θέλει καθένας. Το θέμα είνε, πως ξαναπέρνουνται. Ας πιστέψω εγώ κάνε, πως ο Αλέκος θα γίνει πια άθρωπος, κι' η Όλγα, που από κείνονα πέρνει το είνε της, καθόλου παράδοξο να γίνει κι' αυτή γυναικούλα· και . . . τότες κάθουνται εκείνοι καλά! . . .

Αυτό είνε Το «μυστικό του γάμου» . . . Βγάνω ένα συμπέρασμα: πως η σύλληψη με την εχτέλεση δεν περπάτησαν μέσα σου μ' ίδια βήματα. Μα για να μη με περάσεις κακιά, σου λέω, πως κι' η εχτέλεση μου χαμογελάει. Έπειτα δεν ξεχάνω, πως είνε έργο αυτό παιδιάστικο· δηλαδή τώκαμες παιδί είκοσι-είκοσιενός χρονών, αφού το διάβασα για πρώτη φορά πρόπερσυ το καλοκαίρι. Κι' έχουν να πουν πολύ αυτά· κι απόδειξη η «Φάρσα της Ζωής» έργο που τώκαμες εφέτος το καλοκαίρι. Είνε ασύγκριτη η τεχνική διαφορά της «Φάρσας» από το «μυστικό». Έχει μορφή αυτή! Μα μη νομίσεις πως είνε κι αριστούργημα. Ας εξετάσουμε και τη «Φάρσα» ναν το διείς! . . . Η thèse της «Φάρσας» είνε να δείξει την κακομοιριά της ζωής και μπορούσες να βάλεις μότο αποκάτου τον τίτλο της το στίχο του Dante «tanto è amara che poco è più morte;», όπου το amara κουαλιφικάρει το selva από τους προηγούμενους στίχους της Κόλασης, κι' όπου το selva μπορεί να παρθεί αλληγορικά και για τη ζωή, ή καλίτερα το στίχο του δικού μας του Σολωμού «κι' είνε βάρος του η ζωή» (3) — Τόρα που ανάφερα και θυμήθηκα το Σολωμό, πρέπει να σε πω τη μεγάλη μου χαρά, που αφιερόνεις το πρώτο σου βιβλίο στη σκιά του, στη λάμψη του δηλαδή. Ξέρω, πως δεν τώκαμες γιατί τώπε ο κ. Ψυχάρης προχτές στο «Άστυ» (4). Εσύ με το είπες εδώ και τόσον καιρό και δεν ξεχάνω το γλυκύτατό σου ανοιχτό γράμμα (5), που έγραψες μέσα σ' ένα τριανταφυλένιο μεθύσι από κείνα, που σε ρίχτει η ατέλειωτη και παρθενική ευωδιά, που σκορπάνε οι στίχοι του — .

Της δίνω και συβολισμό εγώ· με κάνει κάνε να σκέφτουμαι κι' έτσι. Κι' η εχτέλεση αυτής της ιδέας δεν έρχεται κακά. Τη διαιρείς τη «Φάρσα» σε τρεις πράξες, που τις χωρίζουνε τη μια από την άλλη ώρες μόνο. Σ' ώρες μόνο γίνεται το δράμα αλάκερο· δράμα αληθινό. Μικρές είνε οι πράξες· μα δεν το νομίζω αυτό ελάτωμα. Αφού μπορείς να πεις ένα πράμα με τόσα λόγια, γιατί ναν το πεις μάλλα τόσα;

Η πρώτη πράξη δεν είνε τόσο καλλιτεχνική. Δεν ξέρω καλά α φαίνεται, όπως φαίνεται, γιατί ακλουθάει η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη, ή γιατί τόντις έχει καλαιστητική ατέλεια, μα δε φαίνεται έτσι ώμορφη. Φαίνεται σαν introduction γιναμένη για την ξεμολόηση τ' Αντρέα. Κι' αυτή η ξεμολόηση σκεπάζει — τεχνικό ελάτωμα — κι' ό,τι άλλο θες να πεις στην πρώτη: δηλαδή το δείξιμο της γενικής νευραστενείας κι' όσων είνε απάνου στη σκηνή κι' όσων δεν είνε: τ' απαραίτητο, για το δέσιμο, γράμμα τ' αδερφού τ' Αντρέα, και μερικά άλλα ακόμα. Μα η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη είνε ώμορφες. Τεχνικές πράξες είνε. Ελατώματα αν έχουν είνε τόσο μικρά που τα σκεπάζει η άλλη ωμορφιά τους. Τα συχαρίκια μου γι' αυτές. Βλέπεις, πως σου λέω τα καλά σου κι' ενθουσιάζουμαι κιόλα; Και δεν έχει μόνο αυτά τα προτερήματα η «Φάρσα». Χαραχτήρες δείχτει ζωντανούς· σπαρταριστά είνε όλα τα πρόσωπα· δεν είνε πλαστό κανένα, σαν τον Αλέκο. Ο Κωστής είνε τέλειο πράμα· ο Γιάνκος· ο Αντρέας το ίδιο. Η οικογένεια της κ. Τριάφτη είνε κινητοσκόπιο. Η Φρόσω μόνο μπορούσε να είχε άλλο χαραχτήρα αφού μάλιστα, όπως την έχεις τόρα, μιάζει πολύ με το χαραχτήρα του Τάσου· κι' όχι γιατί δεν είνε αληθινός και πιτυχημένος ο χαραχτήρας της, αλλά γιατί . . . τι τα θέλεις ό,τι δεν μπλεσάρει γινάμενο από άντρα, από γυναίκα φαίνεται βαρύτερο πάντα. Κι ένα άλλο προτέρημα του έργου σου είνε η δύναμη, που δείχνουν τα πρόσωπα, που δε φαίνουνται· ο Μήτσος, ο κ. Τριάφτης· ο Γεράσιμος. Το μαντολίνο του Γεράσιμου είνε μια καλλιτεχνική παρατήρηση πρώτης δύναμης! Το μαντολίνο νικάει τον Αντρέα. Την κατάπληξη, που δίνουν οι επιληφτικοί ή υστερικοί — υστερικοί· λες κάπου πως το σώμα της έγινε σαν κουλούρα — παροξυσμοί της Κατίνας κι' η πασιεντζομανία της, η αδιαντροπία η παθολογική της Φρόσως, η αναίδεια του Τάσου, κρατάνε στη θέση του τον Αντρέα. Το μαντολίνο όμως τον καταβάλει . . . Αυτό έλειπε . . . ήρθε κι' εκείνο· τελευταίο μάλιστα! . . . Κι' η στερνή σκηνή του Τάσου με τη Βασίλω, είνε όλους διόλου, σε βεβαιόνω, θαυμάσια! . . .

Σε είπα: Το δράμα σου με κάνει ακόμα να συβολίζω και τα πρόσωπα και προσπαθώ ναν τους βρω τη θέση τους του καθενός.

Η «Φάρσα της Ζωής» αξίζει. Αριστούργημα βέβαια δεν είνε! Υπάρχει πού και πού τέτιο πιπίλισμα μα το σύνολο του δεν είνε αριστούργημα. Συ είσαι μικρός ακόμα να κάνεις αριστουργήματα! . . .

Και τόρα γενικότερα πράματα. Γιατί αγκαλιάζεις τόσο την παθολογία; γιατί δε μπορείς να ξεκολήσεις από την hérédité; και τάλλο δράμα σου, — ο Ντίνος μας — που με δηγήθηκες την υπόθεση προχτές από κει είνε βγαλμένο! Τάχα δεν είνε ζητήματα άλλα, όμοια μεγάλα, κοινωνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά; Η hérédité μπορεί να πει κανείς εξαντλήθηκε πια. Είπαν κι' είπαν! Στον τόπο μας, είνε αλήθεια, δε γράφηκε τίποτα, που νανακατόνει ένα τόσο ψηλό ζήτημα· μα τα έργα αυτά, που θες να παρουσιάσεις και με κάπιαν αξίωση — ή όχι; — έχουν σχηματισμό κάπως διεθνότερο και δε θαν τα κρίνει κανείς, μήτε σχετικά με τις Ελληνικές τραγωδίες, μήτε σχετικά με τα λαϊκά δράματα. Κ' εγώ, που στάκρινα, όχι αφτηρά, αλλά δίκια, στάκρινα σχετικά με την τέχνη την απόλυτη και της τεχνοτροπίας την τελευταία εξέλιξη. Κι' αν επρόκειτο, κάνοντας τον κριτικό, να δημοσιέψω μιαν κάπια κρίση στις φημερίδες, να είσαι βέβαιος, πως ποτές δε θα σέκρινα έτσι· δε θα σέκρινα δηλαδή, σα φιλενάδα, που σου λέει μυστικά την κρίση της! Η κρίση μου αυτή από σένα θα διαβαστεί μονάχα· και συ ξέρεις, ποια ιδέα έχω εγώ για άλλα σκηνικά έργα της Ελληνικής παραγωγής, που κίνησαν μάλιστα περσότερο θόρυβο, στην παράσταση τους, τόσο από το κοινό, όσο κι' από την κριτική.

Ο «Βασιλικός » του Μάτεση κι ο «Βουρκόλακας» του Εφταλιώτη δεν παραστάθηκαν, φίλε μου· και πόσοι τους ξέρουν; . . . Αλλά τι έχει να κάνει; . . . Αμ ο «Ψυχοπατέρας» του κ. Ξενοπούλου κι' αν παραστάθηκε και τι; . . . »

* * *

Κι' εγώ πούλαβα αφτό το γράμα απάντησα στη στιμή!

« . . . μήτε αξίωση, έχω πως έγραψα αριστουργήματα, μήτε η κρίση σου με φάνηκε αφτηρή. Ίσως μήτε κι' όσο έπρεπε δίκια . . . Η αγάπη σου ξεχειλίζει πού και πού. Όμως δεν πρέπει ναν την ξέρω μόνος εγώ! . . . Θες δε θες θαν τη βάλω μπρος στο βιβλίο μου . . . Μη φοβάσαι για τις αλήθειες, που λες, πως θα με βλάψουν. Όποιος νιώσει το γράμα σου . . . τέλειωσε! κι' α με κατηγορήσει κι' αν πει πως δεν αξίζω τίποτα κι' α φανταστεί, πως δεν έχω μήτε την ελπίδα καν, πως κάτι μπορεί να φτιάσω με τον καιρό, λόγο του κουτουρού δε θα πει . . . Σκεφτικός θάνε άθρωπος και μακρυσμένος από πρόληψες κι' ό,τι κι' αν πει ωφέλεια θα με δόσει. — Το γράμα σου είνε ο πρόλογος, που πεθυμούσα . . . πώς τον αποθυμούσα! . . . »

ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΜΠΥΣΗΣ.

ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ Σε πράξες τρεις.

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΚΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου. Η κ. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΑΚΗ, γυναίκα του. ΟΛΓΑ, κόρη τους. Ο κ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΑΡΑΣ, βουλεφτής. Η κ. ΜΑΡΓΑ ΚΙΑΡΑ, γυναίκα του. ΑΛΕΚΟΣ, γυιός τους, γιατρός. Η κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ, αδερφή του κ. Λάκη. ΛΕΛΑ, κόρη της. ΝΙΚΟΣ Δ1ΑΜΑΝΤΙΔΗΣ, οικογενειακός φίλος. ΦΟΦΩ, αδερφή του. Ένας άθρωπος. Δυο-τρεις περέτες.

Η σκηνή στην Αθήνα.

ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

(σε πράξες τρεις)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Το σπήτι του κ. ΛΑΚΗ

Η σκηνή παρασταίνει το σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ· πλουσιότατο και καλλιτεχνικότατο. Στο βάθος ένα τραπέζι με ετοιμασία τσαγιού. Απέναντι το πιάνο· δεξιά η θερμάστρα . . . Νύχτα.

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ κι' ο ΑΛΕΚΟΣ).

Αλέκος. Δεν το εξετάζω έτσι το θέμα . . .

Ο κ. Λάκης. Όπως κι' αν το εξετάσεις το συμπέρασμα είνε, πως η Όλγα μας είνε καταδικασμένη.

Αλέκος. Ίσα-ίσα εγώ λέγω, πως πολύ έφκολα την καταδικάζουμε . . .

Ο κ. Λάκης. Αφτοί οι ενθουσιασμοί, Αλέκο, επίτρεψέ μου να σε πω, πως είνε νεανικοί· πως είνε ενθουσιασμοί ενός πρωτόβγαλτου, που στο διάβα του δεν του έτυχαν ακόμα αποτυχίες! . . .

Αλέκος. Σας παρακαλώ . . .

Ο κ. Λάκης. Ύστερα θυμούμαι τη μικρή αδερφή της γυναίκας μου· κι' αφτή τέτια στίγματα υστερικά έδειξε . . . Όμοια . . . Ήμουν κι' εγώ τότες πρωτόβγαλτος κι' είχα τόση πεποίθηση στη θεραπεφτική μου . . . Μα δεν την έσωσα, Αλέκο . . .

Αλέκος. Οι συγκριτικές απόδειξες δεν είνε κι' αξιώματα, κ. Λάκη. Έπειτα θυμηθείτε, πως η επιστήμη πρόδεψε από τότες . . .

Ο κ. Λάκης. Α! Αλέκο . . . ναι! πρόδεψε και το ξέρω πολύ καλά . . . Μη νομίσεις όμως, πως από κείνο το δωμάτιο (δείχτει το δωμάτιό του) δεν παρακολουθώ βήμα βήμα κάθε καινούργια ανακοίνοση και καινούργια θεωρία . . .

Αλέκος. Με συχωρείτε· δεν εννοούσα αφτό . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' η θεραπεφτική της ιδέας δεν είνε σημερνή ανακάλυψη, Αλέκο.

Αλέκος. Αφτό δεν εμποδίζει . . .

Ο κ. Λάκης (σηκόνεται κι' ανάβει τσιγάρο). Που λες, Αλέκο, αφτά είνε ταληθινά ζητήματα . . .

Αλέκος. Κι' όμως ξέρουμε και την αιτιολογία . . .

Ο κ. Λάκης. Την αφετηρία να πεις . . . Αχ! μη με τα θυμίζεις την εποχή εκείνη, γιατί με τύφτει η συνείδησή μου . . . με κάνεις για μόνη φορά να συφωνήσω μαζύ σου και να παραδεχτώ, πως η Όλγα μου δεν είνε παρά του εγωισμού μου η καταδίκη . . .

Αλέκος. Με συχωρείτε, κ. Λάκη . . . Εγώ μήτε εσκέφτηκα ποτές μου . . .

Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Άκου με . . . για τις θεωρίες σου θέλω να πω του εσωτερικού κόσμου . . . Τι τα θέλεις; . . . Τότες . . . (ύστερα από λίγο) Αλέκο, άφισέ με να σου την ξαναπώ την ιστορία . . . και να σε πω για πρώτη φορά το μυστικό, που με βαρένει . . . Η κόρη μου έπαθε κι' εγώ έπαθα! . . . Νά! από πολυλογία! . Γενάρης είτανε και τότες . . . Τέτια εποχή . . . και τότες μαζεβόμαστε εδώ, μα όχι για να διασκεδάζουμε την Όλγα . . . Είχε τελειόσει η συναναστροφή μας . . . Είχε φύγει ο κόσμος και κοιμόμαστε πια . . . Εκεί με ξύπνησε ξάφνου η τρομερή εκείνη βουή . . . Ετίκλονε ένας καπνός· άκουγα ξύλα να τρίζουν. Οι περέτες κάτου έτρεχαν σα δαιμονισμένοι και στο μισοκοιμίσι μου κατάλαβα τι έτρεχε . . . Το κάτου πάτωμα, εκαίγονταν. Οι φλόγες σε λίγο θα μας περικύκλοναν! . . . Τρέχω στη στιμή στην κάμερα της Ασπασίας και της χτυπώ. Τρέχω στης Όλγας και της φωνάζω· κι' ο καπνός πια μ' έπνιγε . . . Η σκάλα είχε πάρει φωτιά . . . Τότες εγώ, αλαφιασμένος και μισοζαλισμένος, απάνου σ' εκείνο τον κίντυνο και στην αιφνήδια προσβολή της ζωής μου τρέχω στη σκάλα να σωθώ . . . Ναι! . . . Αφτά δε στάπα τότες και μήτε τάπα σε κανέναν άλλο. Μα συ και τόσο νέος και τόσο εκκεντρικός έχεις όμως τη δύναμη να δέχεσαι ξεμυστηρέματα και ναν τα φυλάς . .

Αλέκος. Σας εφκαριστώ για την εμπιστοσύνη σας, κ. Λάκη . . .

Ο κ. Λάκης. Τι με είταν τότες η ζωή; Η ίδια η εφτυχία πες . . . Δεν την είχε σκεπάσει ακόμα κανένα σύγνεφο . . . Και σώθηκα . . . βρέθηκα στο δρόμο . . . στον κόσμο τον άπειρο, που τριγύριζε εκεί με φωνές και περιέργεια, χωρίς να δίνει και μεγάλη βοήθεια . . . Τότες, ξεζαλισμένος πια, σωμένος, συλογίζουμαι τη γυναίκα μου και την κόρη μου . . . Τι νάγειναν;! . . . Φωνάζω: «αδέρφια σώστε τες . . . για όνομα του θεού σώστε τες! . . . » Ένας χριστιανός με βεβαίοσε, πως σώθηκαν και πως τις πήγαν στου γαμπρού μου του Θεοφίλου. Εκεί μ' οδήγησαν κι' εμένα. Ανεβαίνω 'γλήγορα γλήγορα τη σκάλα και βλέπω την Ασπασία . . . Σώθης; . . . της φωνάζω! Ο Θεός μέσωσε, μου λέει και πέφτει στην αγκαλιά μου! Μα σου λέω κι' αφτό το μυστικό . . . Εκεί σταληθινό μας αγκάλιασμα ένιοσα, πως η Ασπασία έκαμε ό,τι κι' εγώ και χωρίς να συλοηστώ εκείνη τη στιμή το δικό μου εγωισμό, πικράθηκα λίγο με το δικό της . . Η Όλγα μας; φωνάζω στη γυναίκα μου . . . Εδώ είνε, με λέει και με τραβάει στην κάμερα της Λίλας . . . Εκεί την είχαν ξαπλωμένη! Λιποθυμισμένη η κόρη μου με καημένα τα μαλάκια της και τσουλουφριασμένα! . . . Γονατίζω στο κρεβάτι της ο φτωχός, και με το στανιό ζητούσα ναν της δόσω τη δική μου την πνοή . . . τη δική μου τη ζωή! . . . ω! αγαπημένη μου Όλγα . . . λατρεφτό μου κορίτσι . . . Σώθηκε, Αλέκο! Μ ' από τότες και τα υστερικά αφτά στίγματα την κυρίεψαν . . . Από τότες αηδιάζει κάθε φαΐ και λιόνει . . λιόνει σιγά-σιγά. Τέσερα χρόνια τόρα και τι δεν εδοκίμασα; . . . και πού δεν την πήγα;! . . . Τι ταξίδια δεν της έκαμα;!. . Ποιος γιατρός δεν την είδε; . . . Μα η επιστήμη σταβρόνει τα χέρια της για το κορίτσι μου. Κι' εγώ, που δίνω τη ζωή σε τόσους αρώστους, που διορθώνω οργανισμούς χαλασμένους . . . ω! . . . μπρος της μηδενίζουμαι και δεν αξίζω τίποτα . . τίποτα . .

Αλέκος. Σεβαστέ μου κ. Λάκη, μην απελπιζόσαστε! ., . Εκηρύξατε μόνος σας την ανεπάρκεια της επιστήμης σας . . . Αφίστε να δοκιμάσω κι' εγώ τη δική μου επιστήμη . . .

Ο κ. Λάκης. Ποιά είνε η δική σου επιστήμη, Αλέκο; Έχεις κανά σκέδιο καινούργιο; Έστω . . Μα τα πρώτα πειράματα δεν τα κάνει κανείς στο παιδί του! . . . Ω! η Όλγα μου είνε καταδικασμένη . . . αργά ή γλήγορα θα μου τη σπαράξει την καρδιά μου! . . .

Αλέκος. Ποιά είνε η δική μου επιστήμη; Θα σας περικαλέσω να μη γελάστε . . . Με είπατε προλίγου, πως την πήγατε παντού και σ' όλους τους γιατρούς . . . Στην Τήνο την πήγατε; . . .

Ο κ. Λάκης. Πού;! . . . Στην Τήνο; . . . Αστειέβεσαι δηλαδή; . . .

Αλέκος. Καθόλου! . . . Η πίστη της Όλγα κάνει θάματα . . . Δοκιμάστε . . .

Ο κ. Λάκης. Από τα ίδια άρχησες πάλε! Ξέρεις τι θα πει στη Σαλπετριέρη να κουνήσει το κεφάλι του ο Σαρκώ σε μένα; και να με πει: «κύριε Λάκη, στην κατάσταση της κόρης σου το μόνο φάρμακο, που σε συβουλέβει ο συνάδερφός σου είνε η απομόνοση». Τα καταλαβαίνεις αφτά; . . . Μα ποιος από μας αντέχει σ' αφτό το φάρμακο; . . .

Αλέκος. Κι' όμως αφτά όλα συνηγοράνε σ' ό,τι σας ζητώ . .

Ο κ. Λάκης Δηλαδή; . . .

Αλέκος. Νά μου επιτρέψτε να εφαρμόσω τη δική μου θεραπεία . . . (ο κ. Λάκης κουνάει το κεφάλι) Μα, κ. Λάκη, σας παρακαλώ θερμά . . . σας το ζητώ επί τέλους για χάρη και δεν είνε πολύ σπουδαίο ό,τι σας ζητώ . . . Θέλω μόνο να μ' αφίσετε ελεφτεριά μαζύ της χωρίς να με παρεξηγείστε . . .

Ο κ. Λάκης (με ενδιαφέρο), Α! . . . μ' αφτά τάχεις με το δίκιο σου . . . ipso jure να σου μιλήσω νομικά . . .

Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' επειδή εσύ περιορίζεις τις παράκλησές σου ως εφτού, εγώ θα σου τις ανεβάσω πιο ψηλά . . . Θα σε δόσω όχι πια το δικαίομα , αλλά την υποχρέοση να μην την αφίσεις μονάχη καθόλου . . . . (σε λίγο με χαμόγελο) Μα μην πιστέβεις πως μέπεισε ο ενθουσιασμός σου ο νεανικός για τη θεραπεφτική σου . .

Αλέκος. Οπωςδήποτε . . . Σας εφκαριστώ . . . σας εφκαριστώ . . .

(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)

Η κ. Λάκη. Γιατί κλεισμένοι τόσην ώρα; Ήθελαν νανάψουν καλά τη σόμπα και δεν τολμούσαν . . . Ενιά η ώρα . . .

Ο κ. Λάκης (σηκόνεται). Ενιά η ώρα;! . . Πώς παρασέρνει η κουβέντα . . . Pardon, Αλέκο μια στιγμή!. . πάω να φορέσω τη βαρύτερη μου ρετιγκότα . . . Ασπασία, να πεις νανάψουν καλά τη σόμπα . . . γι' αφτό κρύονα . . Η Όλγα;

Η κ. Λάκη. Είνε στην κάμερά της· όπου νάνε θαρθεί . . .

Ο κ. Λάκης au revoir· (φέβγει).

Η κ. Λάκη. Μα τι λέγατε τόσην ώρα;

Αλέκος. Μας παράσυρε η επιστημονική συζήτηση.

(μπαίνουν περέτες και συγυρίζουν).

Αλέκος. Σήμερα η ματμαζέλ Όλγα κάτι έφαγε. , .

Η κ. Λάκη. Ναι! . . . Ξέρεις πόσον καιρό είχε να φέρει τόσο το πιρούνι στο στόμα;

Αλέκος. Ο κ. Λάκης, κυρία Ασπασία, παρατήρησε, πως, άμα η καλοσύνη σας με παραχωρεί μια θέση στο τραπέζι σας, η ματμαζέλ Όλγα, από αβρότητα, φαίνεται που τόσο την παρακαλώ, πάντοτε κάτι δοκιμάζει . . .

Η κ. Λάκη. Αφτό, Αλέκο, το παρατήρησα κι' εγώ κι' ήθελα ναν το πω! . . . Ναι!. . Φαίνεται η Όλγα έτσι σα να μη θέλει να σου χαλάσει το χατήρι . . . σα ναν τις επιβάλουνται οι δικές σου παράκλησες . . .

Αλέκος. Την παρατήρηση αφτή, κ. Ασπασία, τη συζητήσαμε προλίγου. Κι' εγώ επήρα το θάρος να παρακαλέσω τον κ. Λάκη να μου επιτρέψει να σας ενοχλώ κάπως συχνότερα.

Η κ. Λάκη. Ω! . . . ω! . . . θα πιθυμούσα τέτιες ενόχλησες να μη μας άφιναν καθόλου.

Αλέκος. Πόσο είσαστε καλή (ακούγοννται πατήματα). Α! η μαντμαζέλ Όλγα . . .

(Μπαίνει η ΟΛΓΑ)

Αλέκος. Καλώς ορίσατε . . .

Η κ. Λάκη. Τόρα, που σου αφίνω συντροφιά, Αλέκο, θα μου επιτρέψεις να περάσω κι' εγώ μια στιγμή από την κάμερά μου . . . (φέβγει).

Αλέκος. Και πώς περάσατε μαντμαζέλ;

Όλγα. Πώς να περάσω, κύριε Αλέκο; Καλά.

Αλέκος. Καλά;! . . .

Όλγα. Μονάχα ένα βάρος έχω μέσα μου . . . εδώ, νά! . . . (ο Αλέκος την κυτάζει κατάματα). Μα όχι, κ. Αλέκο, δεν έχω . . . δε θα με μαλόστε . . . ε;! . . . (με χαμόγελο).

Αλέκος. Να σας μαλόσω; εγώ να σας μαλόσω; . . Πιστέψτε, πως η τόλμη μου δε φτάνει ως εκεί . . . Μπορούσα να σας παρακαλέσω . . . μάλιστα . . . να με υποχρεόστε! Μπορούσα να σας έλεγα και κάτι άλλο . . .

Όλγα. Τι άλλο; . . .

Αλέκος. Τι θέλετε ναν το μάθετε, μαντμαζέλ;. . . Αφτό μόνο εμένα ενδιαφέρει . . .

Όλγα. Merci, κ. Αλέκο, ωραία!. . . . Ενδιαφέρει μόνο εσάς: . . . Είσαστε κακός ναν το λέτε, πως ενδιαφέρει μόνο εσάς! . . .

Αλέκος. Pardon. Ξέρω τη μεγάλη σας καρδιά και τη μεγάλη συγκατάβαση, που μούχετε. Θα σας το πω, μαντμαζέλ . . . Νά! . . . Δεν έχετε πια μαζύ μου την αδερφική ελεφτεριά, που είχατε προτού φύγω για την Εβρώπη! . . . Με θεωρείτε έτσι σαν ξένο . . . μα όχι! είνε πολύ! . . . πώς ναν το πω; . . .

Όλγα. Τι;! . . .

Αλέκος. Δε με θεωρείτε πια Αλέκο . . . με θεωρείτε κύριον Αλέκο! . . .

Όλγα (με χαμόγελο) Κύριον Αλέκο; . . . Μα δεν είσαστε κύριος Αλέκος; . . . Τι σας φταίω εγώ; . . . Σεις μόλις ήρθατε κι' ένα μήνα τόρα δε με λέτε: μαντμαζέλ Όλγα; Δε με μιλείτε: σεις; . . .

Αλέκος. Για μένα διαφέρει! . . . Εγώ πάντα ήμουν, είμαι και θα είμαι ο Αλέκος, που η μικρούλα του αδερφή τονέ διάταζε και που εκείνος μόνο την παρακαλούσε . . .

Όλγα. Τα παρακάλια ταδερφού μου δεν είταν κι' αφτά διαταγές για μένα; . .

Αλέκος. (ύστερα από λίγο). Για θυμηθείτε, μαντμαζέλ, τι ώμορφα, που περνούσαμε μικροί . . . Θυμούμαι, μια φορά, που είχαμε πάει εγδρομή στην Πεντέλη . . . Πόσα χρόνια πάνε από τότες; . . . Δε θαν την ξεχάσω εκείνη την εποχή ποτές μου . . . Σεις με πιστέβατε τότες! . . . Θυμούμαι, μαντμαζέλ, που μάζεψα βατόμουρα και σας τάφερα! . . . Σεις τα βλέπατε για πρώτη φορά . . . Σας είπα: «Είνε ωραία, γλυκά . . . φάγε·» και σεις με είπατε: «αρκεί που μου τα δίνεις εσύ! . . . »

Όλγα. Και τόρα θαν τόλεγα.

Αλέκος. Και τόρα;! . . . Α! μαντμαζέλ Όλγα . . . αν ανοίξτε την καρδιά μου θα διείτε, πως κι' αν το λέγατε, δε θαν το κάνατε . . . Μιαν άλλη φορά, που είμαστε στον Πόρο . . . θυμόσαστε; . . . εσείς στην Plage με την γκουβερνάντα σας πετούσατε πετρούλες στην θάλασα . . . Εγώ έκανα βόλτες με πανί στην ακρογιαλιά με μια βαρκούλα . . . Σεις με βλέπατε και τρομάζατε . . . Σας λέω: «μην κάνεις έτσι . . . δεν είνε φόβος! Έλα και συ μαζύ μου να διείς! . . . » και σεις ήρθατε μόνο γιατί σας το ζήτησα εγώ! . . . Νικήσατε το φόβο σας, γιατί με πιστέβατε . . . Τα θυμόσαστε; . . .

Όλγα. Πώς δεν τα θυμάμαι! . . .

Αλέκος. Και τόρα ναλάξετε τόσο;! . . . να με φερνόσαστε έτσι;! . . .

Όλγα. Πώς σας φέρνουμαι, κύριε Αλέκο;

Αλέκος. Ορίστε! . . . Με μιλείτε κύριον Αλέκο! . . . Δε με διατάζετε πια και 'γω, πώς να σας παρακαλώ; . . .

Όλγα. Σας βεβαιόνω, πως δεν έχετε δίκιο. Εγώ δε θα σας ξαναμιλήσω πια κύριον Αλέκο. Μα σεις θα εξακολουθείστε να μη με λέτε μόνο Όλγα;

Αλέκος. Εγώ;!. . μόνο Όλγα θα σε λέω. Νά!. . (πάει κοντά της) Όλγα μου! Αγαπημένη μου αδερφούλα!. . Έτσι θα σου μιλώ πια . . . Σ' αρέσει;

Όλγα. (με μικρό γέλιο) Ω! ναι!. . Τι καλά . . .

(Μπαίνει ο κ. Λάκης)

Ο κ. Λάκης (με γέλιο). Τι σου θύμιζε ο Αλέκος;

Όλγα. Ω! μπαμπά μου ήρθατε; . . . Ο Αλέκος είπατε! Συφωνήσαμε, μπαμπά, με τον Αλέκο να φερνόμαστε, όπως τότες, που είμαστε μικροί . . . θα με λέει Όλγα μονάχα, θαν τονέ λέω Αλέκο . . .

Αλέκος. Θα πηγαίνουμε πάντα μαζύ, όπως τότες . . . Θα κάνουμε excursions . . . Νά! μεθάβριο θα πάμε στο Τατόι με τον Ήλιο . . . Την άνοιξη θα κάνουμε ταξιδάκι στον Πόρο . . . στα Μέθανα. Θα παίζουμε μουσική μαζύ! . . . Θα λέμε ιστορίες! . . .

(Ανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει ο κ. κι' η κ. ΚΙΑΡΑ)

Ο κ. κι' η κ. Κιάρα. Καλή σπέρα σας! . . .

Οι άλλοι. Καλώς ορίσατε· (η κ. Κιάρα φιλεί την Όλγα).

Η κ. Κιάρα. Η Ασπασία;

Ο κ. Λάκης. Τόρα θαρθεί . . . Και γιατί αργήσατε σήμερα; . . .

(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)

Η κ. Λάκη. Α! ήρθατε; . . . (χαιρετιούνται· οι δυο γυναίκες φιλιούνται).

Ο κ. Κιάρας (Στην Όλγα). Η Όλγα μας, πώς πέρασε σήμερα;

Όλγα. Ωραία, κ. Κιάρα· από ταπόγυιομα είχαμε εδώ τον Αλέκο . . .

Η κ. Κιάρα. Σεις κοντέβετε πια να μας τον πάρετε ολότελα . . . Περσότερο τονέ βλέπετε σεις παρά εμείς. .

Ο κ. Λάκης. Που θα πει, πως τον αγαπάμε περσότερο από σας . . .

Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .

(Ξανανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει η κ. Θεοφίλου με τη ΛΕΛΑ).

Η κ. Θεοφίλου κι η Λέλα. Καλή σπέρα σας.

Οι άλλοι. Καλή σπέρα . . . (χαιρετιούνται. Η Λέλα πάει κοντά στην Όλγα. και φιλιούνται. Την ίδια ώρα ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο κ. Διαμαντίδης με τη Φοφώ· χαιρετιούνται κι' αφτοί! . . . Κάθουνται. Ο κ. Λάκης ξαπλωμένος σένα διβάνι καπνίζει. Ο Αλέκος σιγομιλεί με τη Λίλα· η Όλγα με τη Φοφώ και το Νίκο· η κ. Θεοφίλου κάτι λέει μυστικά στην Ασπασία . . .)

Ο κ. Λάκης. (φυσώντας τον καπνό από το στόμα του) Σήμερα δεν έχετε να πείτε τίποτις. Μας έκαμε μια μέρα σπάνιο πράμα . . .

Ο κ. Κιάρας. Τι έξοχος Ήλιος! . . .

Η κ. Κιάρα. Εμείς κατεβήκαμε στο παληό Φάληρο. Τι κόσμος! τριάντα αμάξια . . . κατέβηκαν κι' οι πρίγκηπες! . . . Θαρεί κανείς, πως είνε άνοιξη . . .

Ο κ. Λάκης. Εγώ είχα εξέτασες στο Πανεπιστήμιο, που με κράτησαν αργά και τον εστερήθηκα τον έξοχο αφτό Ήλιο . . . Μα σεις, Κωστάκη, δεν, είχατε βουλή σήμερα, ή δεν πήγες;

Ο κ. Κιάρας. Δεν πήγε κανείς μας . . . Τάχα δεν το ξέρεις; . . .

Ο κ. Λάκης. (με γέλιο) Α! ναι! . . . το ξέχασα! Και δε μου λες πια ε; τι λέτε, θα κατορθόστε τη διάλυση; . . .

Ο κ. Κιάρας. Εγώ δεν το παραπιστέβω . . . Η κυβέρνηση την κάνει την απαρτία μ' όλα αφτά! . . Τους σέρνει, αδερφέ . . . ό,τι τους πει το κάνουν . . .

Ο κ. Λάκης, (γελώντας) Δε θέλω να σε πειράξω, καημένε, αλιώς θα σου 'λεγα, πως όλοι οι αρχηγοί το κατορθόνουν αφτό . . . Σεις τάχα με την κωλυσιεργία σας δεν ακούσατε κανένα;! . . .

Ο κ. Κιάρας. (με λίγο γινάτι) Καημένε! . . . Μη λες, πως δεν ανακατέβεσαι στην πολιτική· πες το ξάστερα, πως είσαι κυβερνητικός . . .

Η κ. Λάκη. (διακόφτοντας την κουβέντα της) Πολιτικά στη μέση; ω, Θε μου! μα επί τέλους, πώς το θέτε! . . . Εμείς δε μπορούμε ναν τακούμε αφτά . . . Κώστα, σε παρακαλώ στο σπήτι μου να ξεχνάς το βουλεφτιλίκι σου! . . .

Η κ. Κιάρα. Αμά, Ασπασία, πες τους τα . . . Εμάλιασε η καρδιά μου μ' αφτή την πολιτική . . .

Ο κ. Κιάρας. Είπαμε πια τον τελεφταίο λόγο. Ε! Χρίστο; . . .

Ο κ. Λάκης (γελάει) . . .

Όλγα. (δυνατά) Λίλα . . . Αλέκο, pardon που σας διακόφτω . . . Έλα λοιπόν να σου συστήσω τον κ. Διαμαντίδη . . .

(Πλησιάζει Ο ΑΛΕΚΟΣ)

Όλγα. Ο κ. Νίκος Διαμαντίδης, ο κ. Αλέκος Κιάρας!

Αλέκος. Χαίρω πολύ. Οι συστάσες της Όλγας κι η γνωριμία της μαντμαζέλ Φοφώς μέκαμαν να επιθυμήσω πολύ τη γνωριμία σας, κ. Διαμαντίδη (δίνουν τα χέρια).

Νίκος. Κι' η δική μου επιθυμία να σας γνωρίσω είταν πολύ μεγάλη, κ. Κιάρα . . .

Όλγα. Τόρα θα γίνετε στενοί φίλοι! . . .

Αλέκος. (στο Νίκο) Λείπατε στην Αλεξάντρεια;. .

Νίκος. Μάλιστα. Χτες ήρθα.

Λέλα. Και το ταξίδι σας, κ. Διαμαντίδη;

Νίνος. Άθλιο, μαντμαζέλ . . . Χειμωνιάτικο ταξίδι. Λίγο έλειψε να πνιγούμε.

Όλγα. Ω! . . . φρίκη! . . .

(Η ΛΕΛΑ κοκινίζει λίγο)

Ο κ. Λάκης, (δυνατά) Έγεινε η γνωριμία;! . . . ωραία! . . . Τόρα Αλέκο, θα σου κάνει μια σουρπρίζ ο κ. Διαμαντίδης. Ξέρεις: είνε ένας βαρύτονος πρώτης — Δεν πιστέβω, κ. Διαμαντίδη να είσαστε κουρασμένος; . . .

Νίκος. Βέβαια . . . όχι! . . . Στο σπήτι σας κι' η μεγαλείτερη κούραση χάνεται . . .

Ο κ. Λάκης. Σ ' αφτό συντείνει κι' η δική σας συντροφιά . . . Λέλα, κάθισε στο πιάνο . . .

(Η ΛΕΛΑ με πολλή της εφκαρίστηση σηκόνεται και κάθεται στο πιάνο).

Ο κ. Λάκης. θα μας τραγουδήσεις το δικό σου τραγούδι . . . Η Λέλα το ξέρει.

Νίκος. Όπως θέλετε . . .

Η κ. Θεοφίλου. (στον κ. Κιάρα) Κώστα . . . Το εκαρτέ μας; Με το χρωστάς . . . Άφισέ τους αφτούς με τις μουσικές τους και πάμε εκεί στη γωνιά ναν το παίξουμε.

Η κ. Λάκη. Μα δε βαριόσαστε τόρα; . . .

Ο κ. Κιάρας. Της το χρωστώ . . είνε ανάγκη . . .

(πάνε σ' ένα τραπεζάκι κοντά στη σόμπα).

(Η ΛΕΛΑ δοκιμάζει τα χέρια της στο πιάνο· έπειτα ο ΝΙΚΟΣ τραγουδάει κι' εκείνη ακομπανιάρει).

Το τραγούδι των πιστών

Στην Άγια Πόλη δυο πιστοί πάνε μαζύ ! . . . ξεκίνησαν να φτάσουνε εκεί πεζοί! . . . Θέλαν της πίστης τους τη δίψα να χορτάσουν, θέλαν τα βάσανα του κόσμου να ξεχάσουν . . . Κι' όσο εγκίζανε κοντά στην Άγια Πόλη τόσο κι' εκείνη η πίστη τους σκιρτούσε όλη . . . Μα ξάφνου είδαν όμοια Πόλη και την Άγια κι' αμέσως και της πίστης τους σβύσαν τα μάγια.

Ο κ. Λάκης (χειροκροτάει κι' οι άλλοι μαζύ του). Ε;! . . Αλέκο, πώς σου φάνηκε;

Αλέκος. Θαυμάσια! . . Είσαστε artiste, κ. Διαμαντίδη! . .

Νίκος. Merci.

Αλέκος. Είνε δική σας η μουσική; . .

Νίκος. Δική μου.

Αλέκος. Μελωδικότατη μουσική . . Και οι στίχοι; Νίκος. Οι στίχοι; . . . Όχι!

Αλέκος. Ασεβείς στίχοι· à propos έχω κι' εγώ ένα τραγούδι . . . Δε θαν το τραγουδήσω βέβαια με τη χάρη τη δική σας, μα 'γω πιστέβω στην καλοσύνη σας και στην επείκειά σας! . . .

Ο κ. Λάκης. Ναν το πεις λοιπόν! . . .

Αλέκος. Θα λυπηθώ, που δε θα μακομπανιάρει η μαντμαζέλ Λέλα . . .

Ο κ. Λάκης. Δεν πειράζει . . . Κάθισε μόνος σου . . .

(Ο ΑΛΕΚΟΣ κάθεται στο πιάνο)

Αλέκος. Ας είνε λοιπόν . . . (τραγουδάει)

Το άπλερο πουλί

Ένα πουλάκι με άπλερο λιγνό κορμί με μικρά φτερά Τρέχει στ' αγέρα την ανίκητην ορμή με μικρά φτερά — Πού πας, πουλάκι αδύνατο, θε να χαθείς με μικρά φτερά Κλαρί δε θάβρεις πουθενά να τσακωθείς! . . . — Στο διάβα μου α δε θάβρω δέντρο να πιαστώ και θα πάω μακρά Αφ' την ορμή τ' αγέρα κι' α δε βγω σωστό και θα πάω μακρά Πάντα θα φτερουγάω στ' άνεμου τη βια και θα πάω μακρά Τι προτιμάω τον κόσμο οχ τα στενά κλουβιά! . . .

Νίκος (χειροκροτάει). Τι αρμονία! . . . Σας αρέσει ο Βάγνερ, κ. Κιάρα;

Αλέκος. Με τρελαίνει . . . εσάς; . . .

Νίκος. Οι αρμονίες του μου περεχούνε την ψυχή! . . . Μα τι να σας πω, δεν εδοκίμασα ποτές μου τέτιου είδους ακόρντα στις φτωχές μου μελωδίες! . . .

Ο κ. Λάκης. Εγώ τι να σας πω, κύριοι μου . . . Τ' αφτί μου απ' αφτές τις ντελικατέντζες δεν παρακαταλαβαίνει . . . Μα 'κείνο, που ξέρω είνε, πως το τραγούδι των πιστών μ' άρεσε πιο πολύ! . . .

Νίκος. Όχι δα! . . . η αρμονία του τραγουδιού του κ. Κιάρα έχει μια συβολικιά όλους διόλου περιπάθεια . . .

Αλέκος. Πολύ ανεβάζετε τη μετριότητά μου! . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' εδώ οι συβολισμοί;! . . . Αμ' αφτό είνε! . . . Εγώ, κύριοι μου, τα σκεπασμένα διαμάντια δεν τα θέλω . . . προτιμώ και το γιαλί απέναντί τους! . . .

Αλέκος. Τι γλυκά, όμως άμα ψάξετε μόνος σας και τα βρείτε! . . .

Ο κ. Λάκης. Πού καιρός για τέτια πράματα! . . .

Αλέκος. Καιρός; . . . πάντα υπάρχει καιρός! . . .

Ο κ. Λάκης (μυστικά στην κ. Κιάρα). Θέλεις ναν τονέ κουρντίσω; Γουστάρισε! . . . (στον Αλέκο) Τι τα θέλεις, Αλέκο, δυο και δυο κάνουν τέσερα. Εμείς οι θετικοί θέλουμε τα πράματα ξάστερα! . . .

Αλέκος. Μα δύσκολα θαν τα βρείτε, κ. Λάκη! . . . Ζητώντας την ξαστεριά πάντοτες δε θαντικρύζετε παρά τον ψέφτικο κόσμο το φαινόμενο! . . .

Ο κ. Λάκης. Το φαινόμενο; Όχι όμως και το φανταστικό! . . .

Αλέκος. Το φανταστικό;! . . . Κι' όμως εκεί βρίσκεται η αλήθεια . . .

Ο κ. Λάκης. Πώς;! . . .

Αλέκος. Φαινόμενο, να πω, είνε η ανατολή και το βασίλεμα του Ήλιου και το τρέξιμό του . . Η αλήθεια όμως, είνε, πως μόνο η κίνηση της γης γύρο της τα κάνει αφτά όλα . . . Θυμούμαι την Όλγα, που μικρή, μια φορά, σα γυρίζαμε με το σιδερόδρομο από το Φάληρο μούλεγε: — Μα γιατί γυρίζουνε τα δέντρα έτσι;! . . .

Όλγα. Πού το θυμήθηκες;! . . .

Αλέκος. Αρκεί που αποβλέπει εσένα για να μην το ξεχάσω ποτές μου . . .

Όλγα. Σ' εφκαριστώ! . . .

Ο κ. Λάκης. Μ' αφτά αποδείχνουνται . . . πού βρίσκεις το φανταστικό σ' αφτά;! . . .

Αλέκος. Και των αλλωνών η απόδειξη θα γενικεφτεί μια μέρα! . . .

Ο κ. Λάκης. Ως τότες εγώ μπορώ να μην τα παραδέχουμαι! . . .

Αλέκος. Είνε δικαίομά σας. Κάθε έρεβνα έχει δικούς της δρόμους . . .

Ο κ. Λάκης. Σωστό! . . .

Αλέκος. Κι' εγώ, όπως ξέρετε, με τη δική μου έρεβνα, τη βρήκα την ύπαρξη αφτού του κόσμου του πνευματικού . . . του φανταστικού όπως τονέ θέλετε σεις! . . .

Ο κ. Λάκης. Εγώ μήτε τονέ φαντάζουμαι! . . .

Αλέκος. Θα ξαναπώ λοιπόν ό,τι σας έγραψα από το Nancy· Ναν τακούσουν κι' όλοι εδώ. . . . Μια νύχτα διάβαζα στην κάμερά μου σκεπασμένος μένα κουβρπιέ· ξεφύλιζα μερικούς τόμους . . . . Ξάφνου με πιάνει στενοχώρια . . . Έφερα τα χέρια μου στο μέτωπό μου, κι' ύστερα έτριψα λίγο τα μάτια μου . . . Τότες είδα την Όλγα να παρουσιαστεί μπροστά μου και να εξαφανιστεί αμέσως . . . Δεν είχα ακόμα συνέρθει, που την ξαναβλέπω και με χαμόγελο στο στόμα . . . Εννοείται, πως τρόμαξα, πως ως την αβγή πέρασα τόσο βασανισμένα και πως γλήγορα την άλλη μέρα έτρεξα στον κ. Μπερχέιμ ναν του δηγηθώ την τελεπάθεια, που είδα . . . Έτυχε να είνε εκεί κι' ο δόχτωρ Λουή, και με είπε να ζητήσω στη στιμή πληροφορίες, γιατί υποψιάστηκε κακό . . . Κι' είταν η νύχτα της πυρκαγιάς η νύχτα εκείνη! . . .

Όλγα (με πολλή προσοχή) Εγώ, Αλέκο, την ώρα, που περνούσα από τις φλόγες, σε συλοήστηκα . . .

Αλέκος. (γλυκά) Αφτό είναι βέβαιο . . .

Ο κ. Λάκης. Και δε μπορεί τάχα η θετική επιστήμη να πει ένα λόγο εδώ; . . .

Ο κ. Κιάρας (από τη θέση του δυνατά). Α! δεν υποφέρνεται πια! . . . Αφτό είταν καταδρομή . . . Κυρία μου, καλά μ' εγδικήθηκες . . . δεν παίζω πια! . . . (σηκόνεται) δεν παίζω! . . . (έρχεται κοντά στους άλλους) Δε θα πιούμε τσάι σήμερα; Ο λάρυγκάς μου στέγνωσε. . Πέσαμε εμείς με το παιχνίδι . . . πέσατε εσείς με της κουβέντες και το ξεχάσαμε! . . .

Η κ. Λάκη. Χτύπησε λοιπόν το κουδούνι, που τόχεις κοντά σου!

Ο κ. Κιάρας. (χτυπώντας το ηλεκτρικό κουδούνι) Βρε αδερφέ, δεν πήρα μήτε μια παρτίδα: Εκείνος ο Ρήγας δε μούρθε μήτε μια φορά! . . .

Ο κ. Λάκης. Ο Ρήγας, Κώστα, δεν εκουτάθηκε ναφίνει τις ντάμες . . .

Ο κ. Κιάρας. Το είδα, φίλε μου . . .

(Μπαίνει ο περέτης)

Η κ. Λάκη. Νικόλα! . . . Τσάι! . . .

(Ο περέτης φέβγει)

Αλέκος (στη Λέλα). Η μαντμαζέλ Λίλα θα μου παραχωρήσει τη θέση της σήμερα; . . .

Λέλα. Σε τι;

Αλέκος. Νά! να ρίξω εγώ τη ζάχαρη και το τσάι στα τασιά! . . . Θα με βοηθήσει κι η Όλγα. Ε! Όλγα; . . . Δηλαδή δε θέλω εσύ να κάμεις τίποτ' άλλο παρά να με λες πόσο να βάνω από το καθένα . . .

Όλγα. Ναι! Ναι! . . . Εμείς θαν το ετοιμάσουμε σήμερα.

(ο περέτης φέρνει το ζεστό νερό)

Ο κ. Λάκης. Νικόλα, βάλε και κανά ξύλο στη σόμπα!

(ο ΑΛΕΚΟΣ κι' ΟΛΓΑ πάνε στη γωνιά, που βρίσκεται η ετοιμασία του τσαγιού. Η ΟΛΓΑ κάθεται μπρός στο τραπεζάκι. Ο ΑΛΕΚΟΣ στέκεται ορθός κοντά της και κάθε τόσο βάνει σβόλους ζάχαρη στα τασιά. Οι άλλοι σιγομιλούν μεταξύ τους).

Αλέκος, (σιγά σιγά) Και με συλοήστηκες τότες αλήθεια; . . . Πώς το κατάλαβα!

Όλγα. Σε συλοήστηκα! Την ώρα, που είπα μέσα μου: πάει πια . . . εσένα συλογίζομουν . . .

Αλέκος. Γι' αφτό κι' εγώ σε είδα τόσο μακρά! . . . Ξέρεις, Όλγα μου, ποια δύναμη νιώθω μαζύ σου; Δεν το φαντάζεσαι! . . . Σε βεβαιόνω, πως α μπορούσες ναν το φανταστείς δε θα μου τη χαλούσες . . .

Όλγα. Δε θα στη χαλούσα; . . .

Αλέκος. Ναι! . . . γιατί θα μου τη χαλάσεις αφτή τη δύναμη! . . . Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ; . Δεν το ξέρεις;! . . .

Όλγα. Πώς δεν το ξέρω . . .

Αλέκος. Και συ δε μ' αγαπάς καμιά στάλα;

Όλγα. Εγώ σαγαπάω περσότερο . . .

Αλέκος. Το πιστέβω, πως μαγαπάς περσότερο, θα μου το δείξεις κιόλας;

Όλγα. Πώς να στο δείξω; . . .

Αλέκος. Θα κάμεις ό,τι θα σε πω;

Όλγα. Και πάντα δεν το κάνω; . . .

Αλέκος. Θα διώ! Νά! εδώ στη μοναξιά μας θα μου κάνεις συντροφιά να πιούμε μαζύ λίγο τσάι με λίγο γάλα; θα βουτήξουμε κι από κείνα τα έξοχα μπισκουί . . .

Όλγα. Αλέκο. . γιατί με βιάζεις σε τέτια;

Αλέκος. Βλέπεις λοιπόν; Δε μ' αγαπάς, όπως φαντάζεσαι . . . Α μ' αγαπούσες και τόσο δα, θα περιόριζες τον εαφτό σου να μακούσει . . . Εσύ μ' αφτό, που σου λέω δε θα πάθεις τόσο κακό, όσο θα πάθω εγώ, α δε μακούσεις! . . .

Όλγα. Ανατριχιάζω, Αλέκο, . . . Λυπήσου με! . . . Ό,τι άλλο θέλεις πες μου . . . θα μέρθει εμετός πάλε! . . .

Αλέκος. Και να λες, πως μαγαπάς! . . . Τι δυστυχισμένος, που είμαι! . . .

Η κ. Λάκη (δυνατά). Κακούς σερβιτόρους έχουμε σήμερα . . . Κενόστε το πια . . . Έγεινε τόσην ώρα . . .

(ο ΑΛΕΚΟΣ ρίχτει το τσάι στα τασιά. Ο ΝΙΚΟΛΑΣ πέρνει ένα-ένα και το πηγαίνει στον καθένα).

Όλγα (στην κ. Θεοφίλου). Θειά! μήπως θέλετε κι' άλλη ζάχαρη; . . .

Η κ. Θεοφίλου. Όχι . . . μερσί! . . .

Όλγα (στο Νικόλα). Δος το κονιάκ στον κ. Κιάρα . . . Φοφώ μου, πάρε μόνη σου μπισκουί! . . .

Η κ. Λάκη. Η Φοφώ σήμερα δε μας είπε τίποτα . . .

Φοφώ. Εγώ ακούω! . . .

(Η κ. ΛΑΚΗ της χαμογελάει).

Όλγα. Κύριε Νίκο κονιάκ θέλετε ή γάλα;

Νίκος. Λίγο κονιάκ, μερσί! . . .

Όλγα. Νικόλα, το κονιάκ στον κ. Διαμαντίδη! . . .

(Πίνουν. Ο ΑΛΕΚΟΣ κι' η ΟΛΓΑ στη γωνιά σιγομιλούν. Ο ΑΛΕΚΟΣ φαίνεται σα να επιμένει και να παρακαλεί και η Όλγα κάθε τόσο καταφέρνεται να πίνει λίγο λίγο)

Η κ. Κιάρα. Ωραίο είταν σήμερα το τσάι . . .

Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . σεις θα μας το ετοιμάζετε από δω και πέρα.

(Χτυπάνε την πόρτα)

Η κ. Λάκη. Αντρέ . . .

(Μπαίνει ο περέτης)

Περέτης. Ένας κύριος ζητάει τον κ. Κιάρα . . .

Ο κ. Κιάρας. Ποιος κύριος; Τέτιαν ώρα!

Περέτης. Πέρασε, λέει, από το σπήτι σας και του είπαν, πως είσαστε εδώ . . . Λέει, πως είνε ανάγκη να σας μιλήσει! . . .

Ο κ. Κιάρας. Ας έρθει εδώ το λοιπόν μια στιγμή! . .

(Ο περέτης φέβγει)

Ο κ. Κιάρας. Τι να τρέχει;! . . .

(Μπαίνει ο άθρωπος)

Άθρωπος. Ο κ. Κιάρας; (βλέποντας τον κ. Κιάρα) Α! παρντόν! . . .

Ο κ. Κιάρας. Εσύ ήσουν;! Τι θέλεις;! . . .

(Ο άθρωπος φαίνεται, σα να μη θέλει να πει φανερά)

Ο κ. Κιάρας. Πες μου τι τρέχει; . . . Δεν πειράζει . . . Εδώ είνε δικοί μας όλοι . . .

Άθρωπος. Ο κ. Πρόεδρος μέστειλε να σας πω να τρέξετε αμέσως στη βουλή. Έκαμαν εκείνοι απαρτία κι' είνε ανάγκη ναν τους ξενυχτήσουμε . . . Ο κ. πρόεδρος σας παρακαλεί να ερθείτε να μιλείστε και σεις . . . .

Ο κ. Κιάρας. Καλά!. .

Άθρωπος. Με συχωρείτε. προσκυνώ . . . (φέβγει).

Ο κ. Κιάρας. Μ' αφτό το κρύο! . . .

Η κ. Λάκη. Μα τι; σκέφτεσαι να πας; Μη χειρότερα!

Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Είνε διαταγή του κ. προέδρου! . . .

Η κ. Κιάρα. Κώστα! Σε παρακαλώ!

Αλέκος. (από τη θέση του) Ένοια σου μαμά, ο μπαμπάς δε θα πάει. Με το έχει υποσκεθεί! . . .

Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Κι' ο κ. πρόεδρος . . . και το κόμμα;! . .

Αλέκος. Ταφίσαμε πια, κ. Λάκη. Τελεία εβάλαμε . . Δεν είνε για μας η πολιτική, καθώς κατάντησε! Ο μπαμπάς μήτε θα ξαναβάλει κάλπη και μήτε θα ξαναπάει στη βουλή! . . .

Ο κ Λάκης (ειρωνικά). Ε; . . . Να το πιστέψω, Κωστάκη; . . .

Ο κ. Κιάρας. Με κατέφερε, αδερφέ, ο γυιός μου

Ο κ. Λάκης. Την παραίτησή σου λοιπόν! . . .

Αλέκος. Α! όχι. Δεν είνε καμιά ανάγκη! . . . Γιατί να δημιουργήσουμε εμείς διαδήλωσες και καβγάδες σ' αφτή τη φανατικότητα; . . .

Ο κ. Λάκης. Έξοχα! . . . Σε συχαίρω, Αλέκο! . . .

Ο κ. Κιάρας. Τέλος πάντων . . . (ύστερα από λίγο) Μου φαίνεται πια, πως είνε καιρός! . . .

Η κ. Λάκη. Όχι δα! . . . Είνε πολύ νωρίς ακόμα . . . Δεν είπαμε σήμερα αινίγματα . . . Κύριε Διαμαντίδη σενέργεια το πνεύμα σας, Αλέκο, Όλγα, ελάτε κοντά . .

(Σωπαίνουν όλοι)

Η κ. Λάκη. Πρέπει να κάμω λοιπόν εγώ την αρχή; Ας είνε . . . «Α φανεροθώ πεθαίνω» εδώ σας θέλω! . . .

Αλέκος. Ομολογώ την αδυναμία μου σ' αφτό το είδος της συντροφιάς . . . Ακόμα δε μπόρεσα να σας φτάσω . . .

(Όλοι σκέφτουνται)

Λέλα. Το βρήκα! . . .

Η κ. Λάκη. Πες το . . .

Λέλα. Το μυστικό! . . .

Η κ. Λάκη. Βέβαια! . . . αφτό είνε . . . μπράβο, Λέλα,

Οι άλλοι. Μπράβο, Λέλα . .

Νίκος. Να σας πω κι εγώ ένα . . . μα προτήτερα θα ζητήσω παρντόν από τον κ. Κιάρα! . . .

Ο κ. Λάκης. Εμπρός! . .

Νίκος. Είμαι σημάδι πληγής κι α μου προστέσεις ένα γράμα, ίσως γίνουμαι, αληθινή πληγή για την Ελλάδα.

(Σκέφτουνται)

Η κ. Κιάρα. Θαρώ, πως το βρήκα . . . Ωραία, κ. Διαμαντίδη!

Όλγα. Το βρήκα κι' εγώ!

Νίκος. Μπορείτε ναν το πείτε . . .

Όλγα. Ουλή-Βουλή . . . Αφτό δεν είνε; . . .

Νίκος. Μάλιστα . . . Επήρα όμως παρντόν από τον κ. Κιάρα . . .

Ο κ. Λάκης. Έξοχο!

Αλέκος. Αριστούργημα, μα την αλήθεια . . .

Ο κ. Κιάρας. Καλά καλά. Άλλη βραδυά τάλλα . . . Είνε ώρα πια . . .

Η κ. Λάκη. Πολύ βιαζόσαστε σήμερα . . .

Ο κ. Λάκης. Ο Κώστας κουρντίστηκε, ως φαίνεται!

Ο κ. Κιάρας. Αφτό έλειπε! . . . Πέρασε η ώρα . . .

Η κ. Θεοφίλου. Αλήθεια· αρκετά κάτσαμε . . . .

(Σηκόνουνται κι' αρχίζουν να ετοιμάζονται. Ύστερα φέβγει ένας ένας χαιρετιώντας. Τελεφταία μνίσκει η οικογένεια του κ. ΚΙΑΡΑ. Κρυφομιλεί λίγο ορθός ο κ. ΚΙΑΡΑΣ με τον κ. ΛΑΚΗ· κι' η κ. ΚΙΑΡΑ με την κ. ΛΑΚΗ)

Αλέκος. (σιγά στην Όλγα ορθός) Σήμερα μανέβασες στον ουρανό· και θα με κρατήσεις εκεί για πάντα. . Δεν είνε αλήθεια, Όλγα μου; . . .

Όλγα. Αλέκο! . . . (τον κυτάζει ατά μάτια).

Αλέκος (της πιάνει το χέρι και το φιλεί). Τούτο τα χεράκι, που γλυκοφιλιώ με τόση αδερφική λαχτάρα, ίσα στον παράδεισο θα μ' οδηγήσει . . .

Όλγα. Μην τα λες αφτά, Αλέκο . . .

Αλέκος. Γλυκειά μου αδερφούλα . . .

(Χαιρετίζουνται και φέβγουν κι' αφτοί)

Ο κ. Λάκης. Τι σου 'λεγε ο Αλέκος, Όλγα; . . .

Όλγα. Πού να σας στα λέω τόρα όλα, μπαμπά! . . .

Ο κ. Λάκης. Είδες τι ωραία, που τα λέει; κι' όλοι τον ακούνε . . . Είδες; κι' ο μπαμπάς του ακόμα! . . . Δε θα ξαναβάλει, ακούς, κάλπη . . . Είνε να μην τον αγαπάει κανείς, Όλγα μου;. . Ε;! . . .

Όλγα. Ναι, μπαμπά, πώς να μην τον αγαπάει κανείς! . . .

Ο κ. Λάκης. Έτσι είνε . . . Έλα ντε να με φιλήσεις τόρα . . .

Όλγα. (πάει κοντά του και τονε φιλεί) Μπαμπά μου!

Η κ. Λάκη. Μη με ξεχάνεις και μένα! . . .

Όλγα. Μαμά μου! . . .

(Στ' αγκάλιασμά τους πέφτει η σκηνή)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ

(Η σκηνή παρασταίνει το ίδιο σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ. Λείπει μόνο η σόμπα).

(Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ)

Ο κ. Λάκης. Έτσι, που λες, Ασπασία. Δε μπορούσε να γίνει αλιώς. Πάντα θα έφτανε εκεί! . . .

Η κ. Λάκη. Μα πού ναν το φαντασθώ εγώ; . . . Απορούσα, που δεν τον έβλεπα πια νάρχεται. Τούκανα παράπονα πάντα, που τον έβλεπα στο σπήτι του ή στον περίπατο. Μα ποτές μου δε φαντάστηκα, πως δεν ερχόταν από ένα τέτιο λόγο . . .

Ο κ. Λάκης. Σεις οι γυναίκες βλέπουτε με δικό σας μικροσκόπιο. Εγώ, Ασπασία, πολύ προτού γίνει η πυρκαγιά, που τάβλεπα να παίζουν μαζύ, που ο Αλέκος οδηγούσε, σα μεγαλήτερος αδερφός την Όλγα καθεμερνά . . . λογάριαζα μέσα μου πάντα, πως μια μέρα θα γίνονταν ένα πολύ τεριασμένο αντρόγενο. Είνε αλήθεια, πως μου κόπηκαν ύστερα αφτές οι σκέψες, γιατί νόμιζα σταληθινά καταδικασμένη . . . χαμένη την Όλγα μας! Όμως προκαλούσα κι' ήθελα την συγκοινωνία τους, γιατί έβλεπα, πως της Όλγας είταν μια απόλαψη τούτο. Τη λίγη της τη ζωή σκεφτόμουνα, πως έπρεπε ναν την περάσει με γλυκές αγάπες! Τόρα πια είνε καλά! . . . ζει! θα ζήσει . . . Το μαγουλάκι της έλαβε χρώμα . . . Τα χειλάκια της κοκίνησαν και μας φιλιούν τόσο γλυκά . . Την έσωσε ο Αλέκος· η αγάπη του η επιμονή του ο νέος κόσμος, που της άνοιξε! Κι η αδερφική εκείνη αγάπη σήμερα παρουσιάζεται έρωτας . . . Πού βρίσκεις το παράξενο; . . Κι' έχεις να ονειρεφτής καλίτερο απ' αφτό για την Όλγα μας;! . . .

Η κ. Λάκη. Αλήθεια, Χρίστο!. . Δεν έχω να ονειρεφτώ καλύτερο τίποτα . . Μα ξαναδιάβασέ μου το γράμα του . . . Δεν τάκουσα καλά προτήτερα . . .

Ο κ. Λάκης. Να στο διαβάσω και να στο ξαναδιαβάσω! . . . Είνε κι' αφτό ιδιότροπο σαν κι' εκείνο . . . Άκου το (διαβάζει το γράμα, που ήταν ανοιχτό απάνω στο τραπεζάκι). «Σεβαστέ μου κι' αγαπημένε, κύριε Λάκη! Μην απορείστε με το γράμα μου. Μα θαν το λάβετε; Δεν είνε το πρώτο και μήτε το δέφτερο, που άρχησα να σας γράφω, χωρίς να φτάσω στο τέλος του. Ποια είνε η τύχη, που περιμένει και τούτο ακόμα δεν το ξέρω! . . . Όμως προχωρώ, ενεργώντας σα μηχανή, που την κινεί αθώρητο ελατήριο· μυστική δύναμη! Σας γράφω ό,τι μου επιβάλει η δύναμη εκείνη, γιατί σα δούλος της δεν ορίζω πια τον εμαφτό μου! . . .

» Αγαπημένε μου κύριε Λάκη! Πολλές φορές η σεβαστή μου κυρία σας με ρώτησε γιατί δε με συχνοβλέπατε πια . . . Της δικαιολογούμουν προφασιζάμενος χίλια δυο . . . Έβρισκα πρόφαση τη δουλειά μου, τη μελέτη μου, τη συνήθεια ακόμα και δεν ξέρω πια τι μου κατέβαινε στο μυαλό. Έλεγα και για τη μαντμαζέλ Όλγα, πως μπήκε στον ταχτικό δρόμο της υγείας και πως η καθεμερνή παρουσία μου δεν είταν τόσο αναγκαία . . . Δεν έλεγα την αλήθεια, σεβαστέ μου! Δεν τολμούσα ναν την πω . . . γιατί δεν τολμούσα και ναν την πιστέψω ακόμα! . . . Πάλεβα με τον εμαφτό μου να ξεχωρίσω τα καινούργια μου αιστήματα, που γενιόνταν μέσα μου. Ναι! . . . Χωρίς λόγο σταματούσα τα βήματά μου, σαν παρουσιάζονταν η Όλγα! . . . Χωρίς λόγο δείλιαζα μπρος της εγώ, που κατόρθοσα με το θάρος μου ναν την κάμω καλά! . . . Ναι! . . . Ταθώο της χαμογέλιο στην καρδιά μου έδινε αλιότικα σκιρτήματα . . . Τι με συνέβαινε το λοιπόν; Τάχα μην είνε αλήθεια; Τάχα μήπως η μαντμαζέλ Όλγα για μένα πέρασε το κατόφλι της αδερφικής αγάπης;! — Θε μου! Θε μου! — Έχω λοιπόν έρωτα μέσα μου; Τότες δεν είμαι πια αγνός! . . . Δεν πρέπει πια να μολύνω την παρθενική εβωδιά της αιθέριας κόρης με τους μυστικούς μου πόθους! . . . Και δε με συχνοβλέπατε από τότες, γιατί ένιοθα να γινόμουν ιερόσυλος, σαν έκλεβα ταθώα και παρθενικά της λόγια, την αγάπη της, τα γέλια της, ταστεία της, χωρίς να μπορώ νανταποδόσω κι' εγώ παρόμοια μαθωότητα! . . . Πόσος καιρός είνε από τότες; Έχουμε Απρίλη τώρα! Τα ρόδα άνοιξαν πια! Η φύση σκορπάει παντού ανοιξιάτικα όνειρα και η νιότη τι άλλο είνε παρά άνοιξη μ' όνειρα; . . . Μα τι σας τα γράφω αφτά; . . . Μήπως μαζύ με την καρδιά μου δεν ορίζω και το νου μου; . . . ή μήπως γιατί ως το τέλος δεν είνε βέβαιο α θαν το λάβετε το γράμα μου; . . .

»Σήμερα σκέφτηκα να φύγω σε μακρυνό ταξίδι! . . . Δεν το είπα ακόμα στο σπήτι! Αφτή τη βδομάδα μάλιστα πρέπει να φύγω κι' εκεί μακρά να ζητήσω τον καθαρισμό μου! . . . Δεν τολμάω μήτε συχώρεση να σας ζητήσω! . . .

» Ω! λυπηθείτε με! . . .

Αλέκος»

Συγκινήθηκες, Ασπασία; . . . Δεν έχεις άδικο . . . Κι εμένα ακόμα αφτό το τρελόπαιδο με συγκίνησε! . . .

Η κ. Λάκη. Πότε τόλαβες το γράμα; . . .

Ο κ. Λάκης. Είνε λίγη ώρα που τόφεραν. Με τόστειλε με το ταχυδρομείο.

Η κ. Λάκη. Και τι θα κάμεις τόρα, Χρίστο;

Ο κ. Λάκης. Τι θα κάμω; . . . και θέλει ρώτημα; Νά! Θα πας να μου φέρεις την Όλγα, χωρίς ναν της πεις εσύ προτήτερα τίποτις! . . . Θαν την ψαρέψω . . . Θαν την κατηχήσω, που είμαι βέβαιος, πως κι' αφτή θα τρελαίνεται γι' αφτόνα, κι' ύστερα θα πάω να φέρω το τρελόπαιδο εδώ, για να πάει από δω σπήτι του αρεβωνισμένο και φιλημένο ακόμα! . . . Σ' αρέσει; . . .

Η κ. Λάκη. Χρίστο μου! . . .

Ο κ. Λάκης. Σημείοσε, Ασπασία, πως όλη αφτή η ιστορία με μάγεψε! Όσο τόρα για τις ιδέες εκείνες του Αλέκου κι' αφτές ωφέλεια δίνουν! . . . Κι' αφτό καλό . . .

Η κ. Λάκη. Καλό! . . .

Ο κ. Λάκης. Βέβαια! . . . Αφτές θαν του δυναμόνουν και θαν του συγκρατούν την αγάπη του . . . Βρήκε, βλέπεις, την ουράνιά του ένοση! . . . Πιστέβεις ένα πράμα, Ασπασία; . . .

Η κ. Λάκη. Τι;

Ο κ. Λάκης. Άμα σόσει κανείς και πιστέψει ταερολογήματα αφτά νιόθει μέσα του εφκαρίστηση, που εγώ ξάφνου δε θαν τη νιόσω ποτές μου. Αδράχνουν την αισιοδοξία! Την καλοδοξιά! Το μέλλο γι' αφτούς είνε η γης της επαγγελίας . . . Έχουν ιδανικό στο τέλος . . .

Η κ. Λάκη. Ναι! . . .

Ο κ. Λάκης. Μα τι τα θέλεις; . . . η αλήθεια . . . Ας είνε τόρα! . . . Κι' ο Αλέκος, να σε πω, θα ήθελα ποτές του να μην αφιβάλει! Ας ζει κει που ζει! . . . Έτσι βρίσκεται πιο κοντά στην Όλγα μας . . . Δε βλέπω και τι θαν τον ωφελήσει η αλήθεια! . . . Άει τόρα, Ασπασία, να μου τη φέρεις . . . Μα κύταξε, δε θέλω συγκίνησες! . . .

Η κ. Λάκη. Ναι! πάω, Χρίστο μου, au revoir.

(φέβγει)

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει κάμποσο· κουνάει κάθε τόσο το κεφάλι του δείχνοντας μ' αφτό τη σκέψι του. Ακούγεται χτύπος στην πόρτα).

Ο κ. Λάκης. Entrez! . . . (ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Νίκος).

Ο κ. Λάκης. Μπα! Συ; . . . πως τόπαθες τέτιαν ώρα;

Νίκος. Ήρθα να σας προσφέρω τα σεβάσματά μου!

Ο κ. Λάκης. Καλώς ώρισες! Μα πώς κατόρθοσες κι' άφηκες τη Λέλα;

Νίκος (με χαμόγελο). Νομίζετε πια, πως όλη την ώρα δεν το κουνώ από το πλεβρό της;

Ο κ. Λάκης Ξέρω κι' εγώ, αδερφέ μου . . . Εγώ όταν είμουν στην ηλικία σου κι' η Ασπασία στην ηλικία της Λέλας κι είμαστε κι' εμείς αρεβωνιασμένοι κι' αγαπημένοι, σαν κι' εσάς, δεν ένιοθα κόσμο μακρά της! Η πείρα με λέει πως κρύβεις την αλήθεια! . . . Μα δεν πειράζει! Η μαντμαζέλ Φοφώ πώς είνε;

Νίκο. Καλά! μερσί . . . (φαίνεται σα να στενοχωριέται).

Ο κ. Λάκης. Μα γιατί δεν κάθεσαι; Κάτσε . . . (του δείχτει ένα κάθισμα).

Νίκος. Παρντόν ήθελα, κάτι να σας έλεγα . . .

Ο κ. Λάκης. Να μ' έλεγες; Τι; . . . Ό,τι κι' α με πεις, το ξέρεις, πως θαν τακούσω με μεγάλη μου εφκαρίστηση . . .

Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . . Μα τόρα εχτελώ παραγκελία . . . (σε λίγο) Κύριε Λάκη μέστειλε ο Αλέκος . . .

Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Πώς είπες; ο Αλέκος; Στάσου μια στιγμή (χτυπάει το κουδούνι) ο Αλέκος; και τι με θέλει ο Αλέκος;! . . .

Νίκος. Θα σας το πω: Εδώ και λίγη ώρα ήρθε ο Αλέκος . . .

(Μπαίνει ο περέτης)

Ο κ. Λάκης (στον περέτη). Να πεις στην κυρία σου να βραδύνει λίγο . . . Έχω, πες, μια κουβέντα τόρα, με τον κ. Διαμαντίδη . . . (Ο περέτης φέβγει. Στο Νίκο). Λέγε μου τόρα.

Νίκος. Εδώ και λίγη ώρα ήρθε σπήτι μου ο Αλέκος με κάπιον ερεθισμό και με είπε: «Νίκο! παραφρόνησα . . . έκαμα . . . μη ρωτάς τι έκαμα στον κ. Λάκη, κι είνε ανάγκη ναν του ζητήσω παρντόν γονατιστός, που λέει ο λόγος. Δεν ξέρω, α θα με δεχτεί! . . . Δε μπορείς, εσύ, Νίκο μου, ναν του το ζητήσης για δική σου χάρη να με δεχτεί για τελεφταία φορά; . . . » Δε με είπε περσότερα, κ. Λάκη, κι' εγώ δεν έλαβα την αδιακρισία ναν τονέ ρωτήσω πιο πολλά . . . Έτρεξα να σας παρακαλέσω . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' έκαμες πολύ καλά! . . .

Νίκος. Είμαι Βέβαιος, κ. Λάκη, πως το έγκλημα, που θα σας έκαμε ο Αλέκος, θα μπορεί να κοσμήσει κάθε τέλειο χαραχτήρα! . . .

Ο κ. Λάκης. Το νομίζεις; . . .

Νίκος. Γι' αφτό ήρθα και μ' όλη μου την προθυμία . . .

Ο κ. Λάκης. Καλά, Νίκο! Έτσι είνε! . . . Δε μπορούσες να νομίζεις διαφορετικά . . . Αφτό το παιδί ο Αλέκος ο εκεντρικός . . . ο θεόσοφος Αλέκος δεν ξέρει μήτε σκέφτεται άλλα εγκλήματα, από ό,τι ένας άγκελος, αν υπάρχει, ξέρει και σκέφτεται! . . .

Νίκος. Είμουν βέβαιος, κ. Λάκη! . . . Γι' αφτό η χαρά μου με τα λόγια σας δε με κυριέβει . . .

Ο κ. Λάκης. Είσαι σπάνιος νέος, Νίκο! . . . Η ανεψιά μου θα εφτυχήση μαζύ σου . . .

Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . .

Ο κ. Λάκης Δε με λες; . . . και τόρα πού είναι ο Αλέκος; . . .

Νίκος. Με περιμένει σπήτι μου . . .

Ο κ. Λάκης. Τόρα, Νίκο, τρέξε και πες του, πως δε με βρήκες . . . μην τον αφήσεις να φύγει ως ότου έρθω να στον πάρω, γιατί θαρθώ αμέσως . . . Ως τόσο παρηγόρα τον. Adieu, φίλε μου, adieu.

Νίκος. Σας επροσκύνησα (φέβγει)

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ χτυπάει το κουδούνι και συργιανάει. Μπαίνει ο περέτης.)

Ο κ. Λάκης. Πες στην κυρία σου, πως την περιμένω . . . Γλήγορα όμως . . . (ο περέτης κάνει να φύγει) άκουσε δω . . . Πες να ετοιμάσουνε και ταμάξι . . . μα γλήγορα κατάλαβες;

(Ο περέτης φέβγει. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασυργιανάει. Σε λίγο μπαίνουν η κ. ΛΑΚΗ κι' η ΟΛΓΑ).

Ο κ. Λάκης. Α! ήρθατε;

Όλγα. (πάει κοντά του και τονέ φιλεί). Καλημέρα, μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Καλό στη . . . Καθείστε . . . έχω να σας πω πολλά και θα σας ζητήσω και τη γνώμη σας . . . (κάθουνται όλοι). Δε μου λες, Όλγα, είνε πολύς καιρός, που έχεις να διείς τον Αλέκο;

Όλγα. Ναι! γιατί δεν έρχεται πια εδώ; Προχτές μόνο τον είδαμε στον περίπατο με τη μαμά από μακρυά . . .

Ο κ. Λάκης. Και πώς; αφτό, που δεν τονέ βλέπεις ταχτικά δε σε ξιπάζει; δε σε κάνει να λυπάσαι;

Όλγα. Ακούτε κει; κι' εγώ δεν ξέρω, μπαμπά, τι να υποθέσω! . . . Μα γιατί δεν έρχεται πια ο Αλέκος; Εσύ μπαμπά, δεν το ξέρεις;

Ο κ. Λάκης. Πώς δεν το ξέρω . . . τόρα μάλιστα θα στο πω . . .

Όλγα. Πες το μου, μπαμπά, να ζεις . . . Τι κακός, που είνε! . . . Κρίμα σ' όσα αποφασίσαμε το χειμώνα . . . Μήτε excursions θα κάμουμε, μήτε τίποτα . . . Μα ποτές ας μην κάμουμε τίποτα απ' αφτά . . . Τον Αλέκο μόνο ας βλέπαμε . . . Πες μου, μπαμπά, γιατί δεν έρχεται; . .

Ο κ. Λάκης. Θα στο πω σιγά-σιγά. Σήμερα τάμαθα κι' εγώ. Μου τάγραψε ο ίδιος . . . Αφού, που λες, Όλγα, μου ζητάει παρντόν, γιατί δεν τονέ βλέπουμε, μου ξηγεί στο τέλος την αιτία . . . Ο Αλέκος, Όλγα, σα νέος κι' αφτός, σα γκαρσόνι, που είνε, έμπλεξε με κάπιαν ώμορφη κι' ερωτέφτηκε . . . Για φαντάσου τον Αλέκο ερωτεμένο; Πώς σου φαίνεται Όλγα;

Όλγα. Πώς να μου φανεί, μπαμπά, κι' αφτό είνε λόγος να μην έρχεται σε μας;

Ο κ. Λάκης. Δεν το ξέρεις; Δεν ξέρεις, πως μακρά από την αγαπημένη του δεν είνε κόσμος για τον Αλέκο; Διές το Νίκο, ξεχωρίζει καθόλου από το πλάι της Λέλας; . . . Ας είνε . . . Λοιπόν, που λες, με παρακαλεί στο γράμα του να μεσητέψω εγώ ο ίδιος στην οικογένειά της ναν την πάρει γυναίκα του . . . Ε; πως σου φαίνεται αφτό;

Όλγα. Μα μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Τέλος πάντων. Εγώ αποφάσισα ναν του κάμω τη χάρη . . . Πρόκειται, βλέπεις, για τον Αλέκο. Δεν έκαμα καλά; . . .

Όλγα. Μ' αφού πρόκειται για τον Αλέκο,

Ο κ. Λάκης. Μπράβο! Έτσι σε θέλω! . . . Προσκαλώ λοιπόν εδώ το Νίκο και του κάνω λόγο. Του φέρνω το ζήτημα έτσι. Να διείς τι ωραία . . . Του λέω: «Για φαντάσου, Νίκο, μια στιγμή, πως είσαι ντεμοαζέλα και πως η τύχη σου είταν τέτια, ώστε να σ' αγαπήσει ένας σαν τον Αλέκο . . . Ο Αλέκος ο ίδιος, ας πούμε, και να θελήσει να σε πάρει . . . Για φαντάσου το καλά . . . Να ζεις σε μιαν εφτυχία, που όμοιες στον κόσμο λίγες είνε. Ναν τον έχεις κοντά σου πάντα στο πλεβρό σου. Νακούς τη γλυκιά του τη λαλιά, σταφτί σου σιμά και να σε μαγέβουν τα λόγια του ταγγελικά. Να μη σας χωρίζει μήτε μια στιγμή . . . » δεν του τόφερα ωραία το ζήτημα, Όλγα;

Όλγα. Μπαμπά μου . . .

Ο κ. Λάκης. Τον έκαμα που λες, το Νίκο να λιόνει από τη μαγεία. Κόντεψε ναν το πιστέψει κι' ο ίδιος, πως τόντις είταν ντεμοαζέλα και τον αγάπαγε ο Αλέκος. Μα να διείς τι μούπε κι' εκείνος . . .

Όλγα. Τι;! . . .

Ο κ. Λάκης. Με λέει: «Θε μου . . . γιατί να μην είμαι σταληθινά ντεμοαζέλα; γιατί να με γητέψεις άδικα με τις κουβέντες σου; Α! α μου είταν γραφτό ένα τέτιο, πως θα γινόμουν όλη αθέρας ναν τον περιλάβω . . . Όλη θαν του ανήκα, γιατί τι πιο πολύ θάχα να ζητήσω σ' αφτό τον κόσμο; . . . » Εσύ, Όλγα, τι θάλεγες αν είσουν στη θέση του; . .

Όλγα. Εγώ, μπαμπά; Δε θάξερα ναν τα πω έτσι. Αφτά είπε μονάχα ο Νίκος;

Ο κ. Λάκης. Είπε πολλά . . . Μα για σκέψου και συ, τι θα πει να έχεις πάντα στο πλεβρό σου τον Αλέκο; . . . Ε; φαντάσου αν είσουν εσύ σε τέτια θέση; . . .

Όλγα. Μπαμπά, μη με τα λες αφτά . . .

Ο κ. Λάκης. Γιατί να μη στα λέω;

Όλγα. Γιατί είνε πολύ για μένα, μπαμπά . . .

Ο κ. Λάκης. Καλά! δε στα λέω . . . Λοιπόν εγώ, άμα άκουσα, όσα με είπε ο Νίκος του κάνω: «Μπράβο, Νίκο! Το περίμενα αφτό. Μα, α δεν ανήκει σε σένα αφτή η εφτυχία, ανήκει όμως σένα πολύ αγαπημένο σου πρόσωπο . . . Η αδερφή σου, του λέω θα εφτυχήσει . . .

Όλγα (μέκληξη). Η Φοφώ, μπαμπά! . . .

Ο κ. Λάκης (ήσυχα) Ναι! η Φοφώ· γιατί; Σε φαίνεται παράξενο; Δεν της αξίζει της Φοφώς μια τέτια εφτυχία; ή την περνάς τόσο μικρή; . . .

Όλγα. Τι λες, μπαμπά; Ποιος είπε τέτιο λόγο, Της Φοφώς;! . . . Ποιος, μπαμπά, δε θέλει την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της φίλης του; . . .

Ο κ. Λάκης. Έχεις δίκιο. Μα να σε πω ένα πράμα, Όλγα;

Όλγα. Τι, μπαμπά;

Ο κ. Λάκης. Όσο και να θέλει κανείς την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της φίλης του, τι να σε πω, είνε κάπιου είδους εφτυχίες, που τον κάνουν ναν τις θέλει για πρώτο λόγο δικές του . . .

Όλγα. Πώς; αφού είνε γι' άλλονα, μπαμπά;

Ο κ. Λάκης. Ξέρω κι' εγώ! . . . Εγώ σε κάτι τέτια είμαι εγωιστής. Μια τέτια εφτυχία ξάφνου θαν την ήθελα για τον εμαφτό μου . . Εσύ δε θαν την ήθελες Όλγα;

Όλγα. Εγώ;! . . . Μα γιατί με τα λες αφτά; (με συγκίνηση) Εγώ; . . . Ω Θε μου!

Ο κ. Λάκης (ήσυχα). Μην κάνεις, έτσι, Όλγα . . . Εδώ μιλάμε ήσυχα . . . Λοιπόν θα ήθελες;

Όλγα. Μη με ρωτάς, μπαμπά. Έχω κι' εγώ κάτι να κάμω.

Ο κ. Λάκης (με περιέργεια). Τι;

Όλγα. Νά! Αφτό, που θα βλέπω τον Αλέκο να εφτυχεί θα με κάνει και μένα εφτυχισμένη. Εγώ, μπαμπά, του χρωστώ τη ζωή μου· του χρωστώ και την ψυχή μου. Δεν ξέρεις, μπαμπά, πως αφτός μάνοιξε ένα νέον κόσμο μπρος μου; που τον πλάθει η αγάπη κι' η αφοσίοση; Με δίδαξε, μπαμπά, πως αφτή η ζωή είνε περαστικό γεφύρι για τον άλλον κόσμο τον αληθινό. Εκεί βρίσκεται η αληθινή εφτυχία και κει ξανασμίγουν για πάντα πια, όσοι ενόθηκαν με πνευματική αγάπη σε τούτο τον κόσμο . . .

Ο κ. Λάκης. Στα είπε αφτά ο Αλέκος, Όλγα μου;

Όλγα. Πολλές φορές. Και τόρα εγώ, μπαμπά, θα καρτερέσω με υπομονή τον καιρό εκείνο. Εδώ η αντανάκλαση της εφτυχίας τ' Αλέκου θα με κάνει και μένα εφτυχισμένη . . .

Ο κ. Λάκης (μαπόφαση). Να σε πω; Ανίσως ο Αλέκος έβρισκε κοντά σε σένα την εφτυχία του κόσμου τούτου θαν τόθολες;

Όλγα. Τι λες, μπαμπά; . . .

Ο κ. Λάκης. Και τι θάκανες εσύ;

Όλγα. Ό,τι ήθελε. Όλα όσα κατέχω . . . ό,τι δήποτις κι' αν ορίζω, που ναν τονέ φκαριστούσε θαν του το αφιέρονα για να μην τονέ διώ μήτε μια στιγμή όξω από τη χαρά του.

Ο κ. Λάκης (συγκινητικά). Όλγα μου, σε τσάκοσα πια. Τον αγαπάς και συ. Τον αγαπάς . . . . Μάθε το λοιπόν. Ο Αλέκος σένα λατρέβει, σένα ονειρέβεται για σύντροφό του . . .

Όλγα (σαν έντρομη). Κι' η Φοφώ, μπαμπά;! . . .

Ο κ. Λάκης. Τον έπλασα εγώ αφτό το μύθο . . Σένα . . . μόνο σένα συλογίζεται ο Αλέκος! . . .

Όλγα. Μπαμπά! . . . μπαμπά! . . . Τ' είνε αφτά, που με λες; . . .

Ο κ. Λάκης (σηκόνεται και την αγκαλιάζει). Όλγα μου! . . . Πάω να στονέ φέρω και να μην τον αφίσεις πια από κοντά σου. Ασπασία, χόρτασέ τηνε μονάχη σου για λίγο . . . Εγώ πάω ναν της φέρω τον αρεβωνιαστικό της . . . (την ξαναφιλεί και φέβγει)

Όλγα (πλησιάζει την κ. Λάκη). Μαμά μου!

Η κ. Λάκη (την αγκαλιάζει). Όλγα μου!

Όλγα. Μαμά! . . .

Η κ. Λάκη. Είσαι εφκαριστημένη, Όλγα μου;

Όλγα. Ω! μαμά μου . . .

Η κ. Λάκη Κάθισε τόρα να με τα πεις. Ξέρω εγώ, πως θέλεις να πεις πολλά . . .

Όλγα. Ναι μαμά, το κατάλαβες, θέλω να πω πολλά, μα δε μπορώ να πω τίποτα. Όσα έχω μέσα μου, στο στόμα μου δεν τάχω. Μόνο, μαμά, α μιλούσε η καρδιά μου, θάκουγες ό,τι θέλω. Να σε πω, μαμά; Λοιπόν θάχω τον Αλέκο πάντα στο πλεβρό μου; θαν του ακούω τη λαλιά του σταφτί μου; θα είμαι γυναίκα του, μαμά; . . .

Η κ. Λάκη. Βέβαια· θα είσαι η αγαπημένη του γυναικούλα.

Όλγα. Μα τότες, μαμά, τι άλλο πιο καλίτερο έχει η ζωή; Μαμά, πώς χτυπάει η καρδιά μου; αλιότικα χτυπάει . . . Γιατί, μαμά, χτυπάει έτσι; Φοβάμαι, μαμά.

Η κ. Λάκη (μέπληξη) Φοβάσαι; . . .

Όλγα. Όχι, μαμά, δε φοβάμαι . . . Μόνο ναν το πω δεν ξέρω, μαμά . . . Νά! μέσα μου γίνεται αλιότικο πράμα . . . Τ' είναι αφτό, μαμά; . . . (Σε λίγο, ησυχότερα) Μα για σκέψου ναν τον έχω κατάδικό μου τον Αλέκο; να μένουμε μαζύ; να τρώμε μαζύ; να είμαστε πάντα μαζύ; Μαμά, η καρδιά μου θαν την χωρέσει τόση χαρά;

Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .

Όλγα. Και δε θα σπάσει, μαμά, η καρδιά μου;

Η κ. Λάκη (με χαμόγελο). Αγαπημένο μου παιδί . . . Μα κύταξε σαφτή τη χαρά σου να μην ξεχνάς και τους άλλους! . . .

Όλγα. Τους άλλους; ποιους άλλους, μαμά; Να σε πω; η αγάπη είνε η ζωή . . . Εγώ, μαμά, κι' όταν είμουν άρωστη, και δεν έτρωγα κι' όλους σας πίκραινα, δεν είμουν μέσα μου δυστυχισμένη. Η αγάπη σας κι' η αγάπη μου κι' η αγάπη τ' Αλέκου, που έλειπε, δε μάφιναν να σκεφτώ, πως είμουν άρωστη . . .

Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .

Όλγα. Έτσι δεν είνε κι' όλοι; Συ; ο μπαμπάς; ο Αλέκος; ο Αλέκος, μαμά; . . . Γιατί με είπες, θα ξεχνώ τους άλλους; Όχι, μαμά, εγώ όλους τους αγαπώ!

Η κ. Λάκη. Ναι, Όλγα μου . . . έχεις δίκιο! . . . Τόρα, άει να ετοιμαστείς λίγο . . . Να σε βρει ο Αλέκος ήσυχη . . .

Όλγα. Καλά λες, μαμά πάω· (φιλεί την κ. Λάκη) au revoir, μαμά (φέβγει).

(Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στο διβάνι και ξεφυλίζει φημερίδες. Μπαίνει ο περέτης).

Περέτης. Ήρθε η κ. Κιάρα, κυρία, και περιμένει όξω . . .

Η κ. Λάκη. Τι είπες; η Μαρή; Γλήγορα λοιπόν πες της νάμπει . . . Είνε ανάγκη να δοποιηθούμε γι' αφτό; . . . (ο περέτης φέβγει). Έχω συντροφιά . . .

(Μπαίνει η κ. ΚΙΑΡΑ ντυμένη με στολή περίπατου).

Η κ. Κιάρα. Καλημέρα, Ασπασία μου . . .

Η κ. Λάκη. Καλημέρα, Μαρή . . . (φιλιούνται) πώς αφτό το έχταχτο; . . .

Η κ. Κιάρα (βγάνοντας τα γάντια της και το καπέλο της) Ασπασία μου . . . Σα νάξερα, πως θα σε 'βρισκα μονάχη. (κάθεται) Ο Χρίστος λείπει; . . .

Η κ. Λάκη. Βγήκε για μια δουλειά.

Η κ. Κιάρα. Η Όλγα;

Η κ. Λάκη. Καλά . . . είνε στην κάμερά της . . . Μα γιατί σε βλέπω έτσι;

Η κ. Κιάρα. Ξέρεις εσύ, Ασπασία, τι θα πει μητέρα . . . Και θα σε πω τον πόνο μου.

Η κ. Λάκη (με προσποίηση). Δεν καταλαβαίνω, Μαρή . . .

Η κ. Κιάρα. Δε βλέπεις το λοιπόν, πως ο Αλέκος μας τόρα τόσον καιρό άλαξε; Αφτό ξάφνου, που παραπονιέσαι, πως δεν έρχεται σπήτι σας . . . άλλα, που κάμνει στο δικό μας . . . το κλείσιμό του στη βιβλιοθήκη του . . . η μοναξιά του, όλα αφτά, Ασπασία, με χαλούν την ησυχία μου. Το γέλιο του, Ασπασία, που προσπαθεί ναν το βάλει στο στόμα του για να με ησυχάσει, πίκρα στάζει . . .

Η κ. Λάκη. Τα παρακάνεις τα πράματα, καημένη . . .

Η κ. Κλάρα. Όχι, Ασπασία, δεν τα παρακάνω! . . . Τα βλέπω μόνο με το μάτι της μητέρας, κι' η μητέρα δεν κάνει λάθος ποτές της, Ασπασία . . . Ο Αλέκος μας κάπιαν αγαπάει· είμαι βέβαιη . . . Του τόπα προχτές: «παιδί μου, του λέω, είσαι νέος και δε σαδικώ. Πες μου αν είνε καμιά, που σ' αρέσει . . . πες μου τη . . . Εγώ, Αλέκο, προτού πεθάνω τόχω όνειρο να σφίξω στην αγκαλιά μου αγκόνια. . είνε και καιρός σου, παιδί μου . . . » Ξέρεις τι μου είπε: «Μαμά, πως σε ήρθε τέτια σκέψη για μένα; Εγώ είμαι παντρεμένος. Είμαι παντρεμένος με την ιδέα . . . αφτή είνε η γυναίκα μου . . . » Μα γω, Ασπασία, δε γελιέμαι . . . Η ζωή, που κάνει το παιδί μου κάμποσο τόρα καιρό, είνε ερωτεμένου ζωή . . .

Η κ. Λάκη (με ησυχία). Καθόλου παράδοξο, Μαρή . . . Και δεν υποψιάζεσαι καμιά;

Η κ. Κιάρα. Πώς; με τι τρόπο; προσπάθησα νανακαλύψω, πού πάει τόρα . . . ποιά τον τραβάει, μα δεν το κατόρθοσα . . .

Η κ. Λάκη. Να σε πω, Μαρή; Ανίσως κιαγαπάει καμιά θα ήθελες ναν την πάρει;

Η κ. Κιάρα. Άκου κουβέντα! . . . Ναν την πάρει λέει; . . . βέβαια ναν την πάρει.

Η κ. Λάκη. Κι' όποια κι' αν είταν;

Η κ. Κιάρα. Μα τι λόγος είν' αφτός, Ασπασία; Λοιπόν εσύ δεν έχεις εμπιστοσύνη στον Αλέκο;

Η κ. Λάκη. Έχεις δίκιο, Μαρή . . . Ο Αλέκος δε μπορεί να πέσει όξω . . .

Η κ. Κιάρα. Τόρα, καημένη, εσύ θα με βοηθήσεις . . . Ήρθε η σειρά σου. Εσύ α θέλεις, μπορείς ναν του αρπάξεις το μυστικό της ταραχής του . . . Σε σέβεται και σαγαπάει τόσο . . . Ό,τι δε μπορεί να κατορθώσει η μητέρα, Ασπασία, το κατορθόνουν οι μπιστεμένοι φίλοι . . . Και συ δεν τον αγαπάς τον Αλέκο μας;

Η κ. Λάκη. Τι λες, Μαρή; Τον Αλέκο μας; Έκαμες καλά, που ήρθες να μαναθέσεις αφτή τη φροντίδα . . . Ή εγώ ή ο Χρίστος ή κι' η Όλγα μας . . . καταλαβαίνεις; η Όλγα μας, που του χρωστεί τη ζωή της . . . κάπιος θα κατορθόσει ναν του γιατρέψει τον πόνο του. Ναι! Αφτή η φροντίδα είνε δική μας πια . . . Τόρα πάμε να φιλήσεις την Όλγα μας . . .

Η κ. Κλάρα. Την Όλγα μας είπες; Κι' εγώ προτήτερα, είπα τον Αλέκο μας. Ω! Θε μου! . . .

Η κ. Λάκη. Μα τι, Μαρή; . . .

Η κ. Κιάρα. Αχ! Ασπασία . . . Ναι! από χρόνια το φανταζόμουνα, πως δε θάταν νύφη για το γυιό μου άλλη από την κόρη σου . . . Και τόρα αν είνε να χαλάσει αφτό τόνειρο . . .

Η κ. Λάκη (διακόφτοντας). Μαρή, αφτά είνε θεϊκά. Πού ξέρεις τι έχει γραμένο του καθενού ο Θεός; . . . Πάμε τόρα να φιλήσεις την Όλγα μας.

Η κ. Λάκη. Ναι . . . πάμε . .(φεύγουνε.)

Η σκηνή μνίσκει αδειανή λίγην ώρα. Ύστερα μπαίνει ο κ. ΛΑΚΗΣ με τον ΑΛΕΚΟ.

Ο κ. Λάκης (γλήγορα-γλήγορα). Ωραία τα κατάφερες . . . Αγκαλά και τι σέμελε εσένα; Αγάπησα, λέει, την Όλγα κι' είμαι κλέφτης ναν της πέρνω την αναπνοή της . . . και ξέρω γω τι άλλα αερολογήματα . . . Κακέ άθρωπε! πούνε ο θεοσοφισμός σου πια; Μα ένια σου κι' η δική μου εγδίκηση θα είνε όπως τη θέλω!. . Γιατί δε μιλάς;

Αλέκος. Τι να σας πω; Εσείς με περιλούζετε με τέτιες λέξες, που εγώ δε βρίσκω παρόμοιες . . . Ποιητής γινήκατε . . . Καιρό δε με δόκατε να σκεφτώ, μήτε να μπορώ να σκεφτώ . . .

Ο κ. Λάκης. Όχι! δεν είνε αφτό . . . Σε τύφτει η συνείδησή σου . . . και καταλαβαίνεις το δίκιο μου . . . Ακούς εκεί να κάμει τόσον καιρό νάρθει σπήτι μου; να μην τονέ νιάζει πια για τίποτις δικό μας . . . Άρα μάρα . . . Ας πάει στο καλό κι' ο Λάκης κι' η Λάκαινα κι' η Όλγα κι' όλοι τους . . . Καλά εμείς . . . μα κι' η Όλγα; Τι κακό σούκαμε; Κι' ανίσως από τη λύπη της τής ξαναρχόταν η ανορεξία; δε θα είσουν εσύ η αφορμή; Ύστερα έλα εδώ κοντά να σε πω κι' ένα άλλο . . . Ξέρεις, πως της χρωστάς και συ πολλά!; περσότερα ακόμα κι' απ' ό,τι σου χρωστάει εκείνη; Ναι! . . . Την έκαμες καλά! . . . της έδοκες ζωή και χαρά μα κι' εκείνη σούδοσε δυο πολύ σπουδαία . . . πολύ μεγάλα . . . τη νίκη και την αγάπη . . . το καταλαβαίνεις;

Αλέκος. Εκείνη δε με χρωστάει τίποτα, κ. Λάκη . . . Έγινε καλά γιατί το θέλησε. Μ' αφείστε με εμένα να πάσχω μόνος μου . . . Η νίκη δεν είνε δική μου . . . δική της είνε . . . Κι' η αγάπη; αφτή μου είνε η μεγάλη τύψη . . . Εγώ δεν έπρεπε ποτές αφτό το λουλούδι της Εδέμ . . αφτή την άτμα του Νιρβάνα ναν την αγαπήσω, όπως την αγάπησα . . . Δεν έπρεπε ναν το σκεφτώ ποτές μου . . . Και σας ορκίζουμαι. κ. Λάκη, πως δεν το σκεφτόμουν, δεν το πρόλεγα. Μια μέρα άξαφνα εκεί, που είταν σκυμένη η Όλγα στο αργόχειρό της, σηκόθηκε άθελά μου το κεφάλι μου και την ξέτασε . . . Εκείνο το κύταμά μου με κατάστρεψε . . . Εκείνο μέριξε στη γης από τα ουράνια . . . Κι' εγώ δεν είμουν πια αγνός . . . Δεν την κύταζα χωρίς να λιμπίζουμαι ό,τι εκείνη δε φανταζόταν . . . ό,τι εκείνη δεν ξέρει . . . Επάλεψα με τον εμαφτό μου πολλές μέρες . . . Κι' είδα πως δεν έπρεπε να ξανάρχομαι εδώ . . . εδώ, που με κάμνει ιερόσυλο η αγάπη . . .

Ο κ. Λάκης. Τι ιερόσυλο και κολοκύθια, βρε αδερφέ; . . . Η κόρη μου σ' αγαπούσε από τότες και σαγαπάει πάντα κι' αφτή . . .

Αλέκος. Η Όλγα; Η Όλγα μαγαπάει, όπως εγώ; Όχι, κ. . Λάκη . . . Η αγάπη που λέμε, δεν είνε γνωστή στον άγκελο εκείνο . . . Στον άγκελο, που η θέση του στη γης είνε πολύ πολύ μεταγενέστερη . . .

Ο κ. Λάκης (με προσποιτό θυμό). Ουφ πια και συ κι' οι ιδέες σου . . . Βάλτα και με τη φύση τόρα . . . Με τους αιώνιους νόμους, που διεφτύνουν τη δημιουργία . . . Έπειτα ξέρεις κι' ένα άλλο; Το παρθενικό όνειρο κάθε κόρης είνε να κάμει παιδιά . . .

Αλέκος. Και λέω εγώ όχι;

Ο κ. Λάκης Μα κ' εγώ δεν ξέρω τι λες . . .

Αλέκος (ήσυχα). Λέω, πως την αγάπη που λέμε δεν ξέρουν αγκέλοι, σαν την Όλγα. Τίποτ' άλλο. Όσο για την παρθενική αποθυμιά, που λέτε . . . αφτή είνε όνειρο και του αγνού νέου, όπως και της αγνής κόρης . . . κι' όνειρο τόσο γλυκό . . . Α! τα παιδιά! . . .

Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; . . .

Αλέκος. Ναι! μα ο τρόπος της κατασκεβής τους όχι μόνο δεν τους είνε όνειρο, αλλά και αφορμή να διόχνουν από τη σκέψη τους και το άλλο . . . το παρθενικό εκείνο . . .

Ο κ. Λάκης. Παιδάκι μου, δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αφτά . . . Εκείνο που σου λέω, σαν πατέρας τ' αγκέλου, που λες, είνε να σε βεβαιόσω, πως ο άγκελός μου, είνε μια κόρη με σάρκες, με αίμα, με λίγη παθολογία, με πόθους, το πολύ άγνωστούς της ακόμα και τίποτ' άλλο . . . (ο Αλέκος κουνάει το κεφάλι). Δε με λες; τι προτιμάς; να είνε η Όλγα ο άγκελός σου ή η κόρη του Λάκη του γιατρού;

Αλέκος. Γιατί με ρίχνετε σε τέτια ζητήματα, που με πληγόνουν; Εγώ τι θέλω νάνε; Μα α θελήσω το δέφτερο, δε γένουμε εγωιστής; . . . Εγωιστής του χειρότερου είδους;

Ο κ. Λάκης. Αμ το ξέρω πως είσαι τρελός . . . Τι αλτρουισμός και εγωισμός . . . Εδώ είνε ένα το ζήτημα : είνε η Όλγα, η κόρη του γιατρού του Λάκη, όπως είνε . . . τέλειωσε . . . τότες την κάνεις εφτυχισμένη, άμα . . . κατάλαβες, πιστέβω; . . .

Αλέκος (κυτάζοντας ψηλά). Ω πνεύμα.! . . .

Ο κ. Λάκης. Στάσου λοιπό να διείς . . . (χτυπάει, το κουδούνι) και να μη λες ό,τι φαντασία αρωστημένη φαντάζεται. (Μπαίνει ο περέτης. Στον περέτη). Πες στις κυρίες σου ναρθούν . . . τόσην ώρα τις περιμένουμε . . . Γλήγορα . . . (φέβγει ο περέτης) Κι' έτσι αρχίζει κι' η εγδίκησή μου. Στυλόσου τόρα καλά να δεχτείς τα χτυπήματά μου . . .

Αλέκος (με φανερή συγκίνηση). Ω! κύριε Λάκη . . . λυπηθείτε με! . . . Αφτή την ώρα, που με τόσο καρδιοχτύπι την περίμενα . . . την τρέμω τόρα . . . Ας βραδύνει ακόμα, κ. Λάκη . . . Γιατί βιαστήκατε; . . .

Ο κ. Λάκης. Για διές νέος! . . . Κι’έχει στο νου του απόφαση, λέει, να χτυπήσει τις πρόληψες και να ρίξει φως στο σκοτάδι! . . . Τρέμει, ακούς! . . Τρέμει, γιατί πρόκειται ναντιμετωπίσει την αρεβωνιαστικιά του . . .

Αλέκος. Ας με είταν δυνατό ναπόφεβγα αφτή τη δοκιμασία . . .

Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Έτσι δεν κερδίζει κανείς τον κόσμο, Αλέκο.! . . . Τόλμη . . .

Αλέκος. Δόστε μου τη αφτή τη στιγμή! . . . Να φύγω (κυτάζει ένα γύρο) απ' αφτό το δωμάτιο (ακούγουνται πατήματα).

Ο κ. Λάκης. Τόρα πια είνε αργά! . . .

(Μπαίνουν η κ. ΚΙΑΡΑ, η κ. ΛΑΚΗ, κι' από πίσω η ΟΛΓΑ. Ο ΑΛΕΚΟΣ παραμερίζει και κυτάζει χάμου).

Ο κ. Λάκης. Μπα! κι' η Μαρή εδώ; . . . Τόσο το καλίτερο. Μας ξεφέβγει το απρόοπτο, μα δεν πειράζει . . .

Η κ. Κιάρα (με χαρά). Τάμαθα όλα και τις πλεχτάνες σας . . . Πολέμησαν οι κυράδες από δω να με τα κρύψουν, μα με τα φανέροσαν χειρότερα . . .

Ο κ. Λάκης. Και δίνεις την εφκή σου;

Η κ. Κιάρα. Μ' όλη μου την ψυχή . . .

Ο κ. Λάκης. Μα βλέπεις τα παιδιά τα καημένα τόρα πρωτοβλέπουνται και φοβούνται το ένα το άλλο . . . Μα, κυρά Μαρή, η Όλγα μου δεν είνε, σαν το γυιόκα σου εκεί . . . Διές τηνε, πώς χαίρεται όλη, πώς πετάει όλη . . . Έλα δω, Όλγα μου. (η Όλγα πλησιάζει). Πες μου, είσαι εφκαριστημένη με το γάμο που σου ετοιμάσαμε;

Όλγα. Μπαμπά μου! . . .

(Ο ΑΛΕΚΟΣ σηκόνει λίγο το κεφάλι του).

Ο κ. Λάκης. Και τον αγαπάς; Έτσι πολύ σαν τον εαφτό σου και περσότερο ακόμα; Θαν τον αγαπάς πάντα; Θαν του χαλάσεις ποτές σου το χατίρι; Ό,τι τον εφκαριστεί δε θαν του παρέχεις; . . .

Όλγα. Μπαμπά . . . τι με ρωτάς; Εσύ τα ξέρεις καλίτερα από μένα . . .

Ο κ. Λάκης. Αφτός όμως ο κύριος εκεί έχει άλλην ιδέα και δειλιάζει . . . Άει, Όλγα μου, ναν του δείξεις, πως δεν ξέρει τι του γίνεται . . . Άει κοντά του και πες του τα . . .

(Η ΟΛΓΑ πάει κοντά στον ΑΛΕΚΟ).

Όλγα. Αλέκο . . . Τόρα εσύ δεν πιστέβεις εμένα;

Αλέκος. (με κάπια ταραχή). Όλγα μου . . .

Ο κ. Λάκης. Φίληστόνε τόρα, Όλγα . . . Εκείνο το φιλί της αρεβώνας . . .

(Η ΟΛΓΑ τονέ φιλεί δειλά).

Αλέκος (πιάνοντες τα χέρια της). Όλγα μου . . . Χρυσή μου Όλγα . . .

Ο κ. Λάκης. Η εγδίκησή μου, παιδί μου, είταν, όπως την περίμενα (στην κ. Κιάρα). Τόρα, κυρά Μαρή, μπορείς να πάρεις το παιδί σου αρεβωνιασμένο και φιλημένο . . . Και συ, τρελόπαιδο, να μην τα βάνεις πάντα με τους γέρους.

Αλέκος. (πηγαίνοντας κοντά τον). Το πεπρωμένο! . . .

Ο κ. Λάκης (αγκαλιάζοντάς τον). Ω . . . ω! . . . καλή αρχή . . . . Το πεπρωμένο είπες; έρχεσαι πια στο νου σου . . .

(Πέφτει η σκηνή).

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

(Το ίδιο σαλόνι, όπως και στη δεύτερη πράξη. Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ. Ο κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει και καθετόσο φτάνει ως το παράθυρο και κυτάζει όξω).

Ο κ. Λάκης. Η υπομονή, Ασπασία, είνε το μόνο μας φάρμακο . . .

Η κ. Λάκη. Πολλές φορές, που κάθουμαι μονάχη και συλογιέμαι τόσα και τόσα, λέω μέσα μου: γιατί να μας ξεγελάσει έτσι η τύχη; . . .

Ο κ. Λάκης. Δε λογαριάζεις το σωστό, Ασπασία. . Σήμερα, βέβαια, ο πόνος μας είνε μεγαλήτερος. Η ελπίδα εκείνη η πρώτη, που ύστερα έγεινε βεβαιότητα και μας εξασφάλισε . . . σήμερα πάλε μας βασανίζει . . . Μα για την Όλγα μας δεν είνε το ίδιο . . . μην το λες, δεν είνε το ίδιο . . . Το βασανισμένο μας το κορίτσι πέρασε, έτσι, μερικές μέρες χαράς . . .

Η κ. Λάκη. Δε μπορώ, Χρίστο . . . Τι να στο κρύψω; Νιόθω, πως αν πάθει τίποτις η Όλγα μας . . . εγώ δε θαν το βγάλω πέρα. Και τόρα ακόμα όλη την ώρα ο πόνος της με δέρνει. Ναι! Χρίστο . . . Έρχουμαι σε στιγμές πονηρές, που βλαστημάω μέσα μου, μα δεν ξεθυμαίνω· και μόνο, άμα γονατίζω μπρος στην Παναγιά και την παρακαλώ . . . μόνο τότες πέρνω λίγη ανάσα . . .

Ο κ. Λάκης. Τότες, Ασπασία, να γονατίζεις, όσο μπορείς περσότερο . . . Σε πιστέβω και δε σαδικώ. Και τόρα η Όλγα μας στην κάμερά της είνε;

Η κ. Λάκη. Ναι! εκεί την άφισα. Με παράσφιξαν τα δάκρια και προτίμησα να φύγω . . . (σηκόνεται και προχωρεί κοντά στον κ. Λάκη και του πιάνει τα χέρια). Χρίστο μου! Γιατί μας παιδέβει τόσο ο Θεός; Τι κακό εκάμαμε τόσο μεγάλο; (κάθεται πάλε στη θέση της και κλαίει).

Ο κ. Λάκης. Ουφ! καημένη Ασπασία . . . μην κάνεις έτσι . . . σε παρακαλώ . . . (πάει κοντά στο παράθυρο και στέκεται λίγο· ύστερα γυρίζει). Ξέρεις, Ασπασία . . . έγραψα στον Αλέκο . . .

Η κ. Λάκη. Έγραψες στον Αλέκο; και τι του 'γραψες;

Ο κ. Λάκης. Ναρθεί . . . Τον παρακαλώ πολύ . . . Τον καθικετέβω και πιστέβω, πως θα μακούσει . . . Είχα το πρωί μια κρυφήν ελπίδα, πως θαν τον έβλεπα στο συβούλιο, μα δεν ήρθε· ίσως, γιατί έμαθε, πως θα είμουν κι' εγώ . . . Νά, Ασπασία, πόνοι μεγαλήτεροι κι' από τους δικούς μας . . . ίσοι τουλάχιστο . . Ξέρεις τι συβούλιο εκάμαμε το πρωί; . . .

Η κ. Λάκη. Όχι . . .

Ο κ. Λάκης. Για το δυστυχισμένο τον Πρινόπλο, που είταν φρίκη ναν τον έβλεπες, μα πιο πολλή νάβλεπες την κακομοίρα τη γυναίκα του και τα δυο του τα παιδιά, εκείνα ταγκελόπλα, που τόσες φορές τα λαχταρούσαμε στον περίπατο.

Η κ. Λάκη. Κι' είνε απελπισία; . . .

Ο κ. Λάκης. Κι' εγώ κι' ο Καρυδιάς τους είπαμε πως είνε ανάγκη ταξιδιού με ξένον οδηγό, αφού δε θέλουνε ναν τον κλείσουνε για λίγον καιρό στο φρενοκομείο . . .

Η κ. Λάκη. Μ' αλήθεια πια . . . ως εκεί; ω, Θε μου! ω, τη δυστυχισμένη την Πιπίτσα . . .

Ο κ. Λάκης. Τη δυστυχισμένη την Πιπίτσα! τα δυστυχισμένα τα παιδιά του! . . . Κι' α σε πω, ποιος λόγος του φανέροσε την τρομερή αφτή αρώστεια τι θα πεις; . . .

Η κ. Λάκη. Ποιος; . . .

Ο κ. Λάκης. Νά! αφτή η Πιπίτσα . . . Τα επακόλουθα του γάμου . .

Η κ. Λάκη. Σώπα δα, καημένε Χρίστο . . .

Ο κ. Λάκης. Και μόλα τάφτα! . . . Η ζωή, Ασπασία, είνε βαρκούλα στον ωκεανό . . . Δεν είνε, βλέπεις, που άμα ξέφυγες το μεγάλο κανάλι και . . . ξέρεις ποιο είνε αφτό; . .

Η κ. Λάκη. Όχι

Ο κ. Λάκης. Η κληρονομικότητα . . . Η τρομερή κληρονομικότητα . . . Και δεν είνε, που άμα την ξέφυγες, γλύτοσες πια . . . Τι σε καρτεράνε στο δρόμο σου . . . Τι σταθμοί, τι προσκόματα . . . Α! κι' ένα από τα φριχτότερα μαρτύρια είνε, που, άμα φτάσεις σένα σταβροδρόμι, δεν ξέρεις καλά-καλά πού να στρίψεις . . . Σούπα τι έπαθα προχτές εγώ στον Πειραιά για να μη στρίψω από την Τερψιθέα . . . Ώρες γύριζα χωρίς να βρίσκω ίχνος Πασαλιμανιού . . . ίδροσα, απόστασα . . . ξεθεόθηκα . . .

Η κ. Λάκη. Καλότυχο και συ . . .

Ο κ. Λάκης. Μάλιστα. Ένα σταβροδρόμι στο διάβα της ζωής είνε η ώρα του γάμου . . . Τι να κάμεις; πού να στρίψεις; Ο κακομοίρης ο Πρινόπλος, άμα ήρθε ως εκεί, γύρισε, κύταξε δώθε, κύταξε κείθε και μπήκε στο γάμο . . . Είδε, βλέπεις, τόσους εφκαριστημένους . . . Τον Κιάρα, εμένα . . . Φτωχέ! δεν ερχόσουν προτήτερα να μας ξεμυστηρέψεις! . . .

Η κ. Λάκη. Μην το λες αφτό, Χρίστο! Σταμάτα ως εφτού. Όσα φαρμάκια κι' αν πιω, ό,τι κι' α με περιμένει ακόμα, ποτές δε θα προτιμούσα νάμνισκα ανύπαντρη. Α, Χρίστο! αν ήθελες να πεις κανά τέτιο είσαι άδικος . . . Εγώ με το γάμο μου γνώρισα δυο αγάπες, που όχι μαφτή τη ζωή δεν τις παραβάνω, μα μήτε και με την άλλη . . . (Σηκόνεται και πάει κοντά του) Ναι, Χρίστο, εσύ κι' η Όλγα είσαστε του γάμου μου καρποί . . .

Ο κ. Λάκης. Ασπασία μου . . . (ξαπλόνεται κι' αφτός σένα κάθισμα).

(Μερική σιωπή. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασηκόνεται)

Ο κ. Λάκης. Που λες, Ασπασία, έγραψα στον Αλέκον ναρθεί! Το φτωχό παιδί πόσο υποφέρει. Μετά το συβούλιο πέρασα από το γραφείο του Διαμαντίδη κι' εκεί του έγραψα. Σε βεβαιόνω, Ασπασία, πως ο Νίκος μέκαμε να δακρίσω. Με δηγήθηκε το μαρτύριο τ' Αλέκου. Το φτωχό τον Αλέκο! . . . Κι' εγώ εχτέλεσα έναν πόθο μου τόσου καιρού. Του γράφω, πως αν υπάρχουν μέσα του ακόμα σημάδια από τις αρχές που πρεσβέβει, πρέπει ναρθεί ναν τονέ διώ· ναρθεί νακούσω τη μιλιά του . . . γιατί έτσι θα δόσει μια μικρή ανακούφιση σ' ένα, που τον αγαπάει τόσο και που τόσα υποφέρει κι αφτός . . .

Η κ. Λάκη. Και θαρθεί;

Ο κ. Λάκης. Θάρθει! . . . Προχτές με τον Κώστα μαζύ κλαίγαμε τη μοίρα μας. Μα τι μπορεί να πει κι' αφτός στο παιδί του; είνε πολύ ντελικάτο το ζήτημα . . . Πάρε τη δική μας τη θέση . . .

Η κ. Λάκη. Ναι! τα ίδια και εμείς λέγαμε με τη Μαρή.

Ο κ. Λάκης. Και να μη μπορέσω ναν τονέ πιτύχω εκεί ποτές . . . μα ποτές.

Η κ. Λάκη. Μήπως η Όλγα δεν κρύβεται στη Μαρή;

(Ο κ. ΛΑΚΗΣ ανάβει τσιγάρο. Προχωρεί στο παράθυρο κι' ακουμπώντας το χέρι του κυτάζει όξω καπνίζοντας. Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στη θέση της συλογισμένη. Ξάφνου ο κ. ΛΑΚΗΣ γυρίζει).

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings