Front matter (continued 2)
Reading edition
Ο κ. Λάκης. Έρχεται, Ασπασία! έρχεται! . . .
Η κ. Λάκη. Ο Αλέκος;
Ο κ. Λάκης. Ναι! ο Αλέκος . . . Έρχεται! Τον είδα, που έστριβε το στενό και κύταζε απάνου. Τα μάτια μας αντικρύστικαν. Εκείνος τα χαμήλοσε και προχωρεί . . . Εδώ έρχεται· πάω ναν τονέ φέρω ίσα εδώ . . .
Η κ. Λάκη. Έρχεται! . . . (σηκόνεται).
Ο κ. Λάκης. Είμαι συγκινημένος (φέβγει).
Η κ. Λάκη (πλησιάζει στο παράθυρο). Έρχεται!. .
(Περνάει κάμποσο. Ύστερα μπαίνουν ο κ. ΛΑΚΗΣ και σιγά ο ΑΛΕΚΟΣ).
Η κ. Λάκη. Αλέκο!
Αλέκος. Μητέρα μου! (της φιλεί το χέρι)
Ο κ. Λάκης. Διές, Ασπασία, το κακό παιδί . . . Δεν ήθελε νανέβει . . . Κοντοστεκόταν στο δρόμο, κι' εγώ που δεν έβλεπα νανεβαίνει, κατέβηκα ως την πόρτα και τον έφερα απάνου με το στανιό . . . Να σε πω μάλιστα; Α δεν κατέβαινα δε θαρχόταν. Είταν έτοιμος να φύγει. .
Αλέκος. Τι να σας το κρύψω; και τόρα δε μαπαντάει εδώ ο τόπος, σεβαστέ μου πατέρα . . .
Ο κ. Λάκης. Φαντάσου, Ασπασία . . . ναν του γράφεις . . . ναν τον παρακαλείς ναρθεί για εσπλαχνία στο τέλος κι' ενώ εσύ πια τον καρτεράς μανοιχτές αγκάλες, αφτός έρχεται ως την πόρτα σου και κάνει βόλτα, μόνο βόλτα, γιατί σε βεβαιόνω δε θανέβαινε, α δεν τον έφερνα εγώ . . .
Αλέκος. Ποιος μέγραψε;
Ο κ. Λάκης. Εγώ! Το γράμα, που σου 'δοκε ο Διαμαντίδης εγώ δεν τόχα γραμένο;
Αλέκος. Ποιο γράμα;
Ο κ. Λάκης. Ποιο γράμα;! . . . Μα τι; δεν τόλαβες ακόμα;
Αλέκος. Δεν έλαβα τίποτα.
Ο κ. Λάκης. Δεν τόλαβες λοιπόν ακόμα. Τόρα πια δεν πειράζει . . . Νά! Σου 'γραφα ναρθείς . . .
Αλέκος. Μπαμπά, μου γράφατε ναρθώ; Κι' είταν ανάγκη να μου το γράψετε;
Ο κ. Λάκης. Πώς; Αφού τόσον καιρό σε περιμέναμε; αφού με καρδιοχτύπι καρτερούσαμε την άλλη μέρα, άμα πέρναγε η μια και συ δε φαινόσουν; . . .
Αλέκος. Πώς να φανώ . . . μπροστά σας; . . . μπροστά της; . . . Μπαμπά, μαμά, συμπαθείστε με . . . Σας το ζητώ για χάρη, αφείστε με να φύγω . . .
Η κ. Λάκη. Γιατί Αλέκο; Μα τι τρέχει πια μεταξύ μας; Τ' είνε αφτό, που κάνει τους πιο αγαπημένους να μη θέλουν να ειδοθούν μεταξύ τους; . . .
Αλέκος. Συλοηστείτε αν παρουσιαστεί άξαφνα εδώ; . . .
Ο κ. Λάκης. Κάθησε. Σου το υπόσκουμαι να μην παρουσιαστεί α δεν το θελήσεις.
Αλέκος. Θε μου! Τ' είνε τόντις αφτή μας η ψυχολογική κατάσταση. Ξέρετε, μπαμπά . . . Με είπατε, πως με στείλατε γράμα ναρθώ . . . Δεν το έλαβα ακόμα . . . και σεις θαπορήσατε να με διείτε νάρθω ως την πόρτα σας . . .
Η κ. Λάκη. Εμείς; . . .
Αλέκος. Κι' όμως, δεν είνε η πρώτη κι' η δέφτερη φορά, που έφτασα ως εκεί . . . Το στενό εκείνο, που σήμερα μαντικρύσατε και κάματε να μη μπορέσω να κρυφτώ χιλιάδες φορές το γυρίζω μη τολμώντας ναν το περάσω και να μπω στο δρόμο του σπητιού σας. Στο δρόμο, που βρίσκεται ο μαγνήτης, που τραβάει την ψυχή μου . . . Μόνο τη νύχτα με τάστρα το διαβαίνω ελέφτερα . .
Ο κ. Λάκης. Και να μην ανεβαίνεις απάνω; . . .
Η κ. Λάκη Ακούτε καλέ! . . .
Αλέκος. Φανταστείτε, πως βγήκε μια γενική διάδοση: ο Κιάρας, που χώρισε με τη γυναίκα του της παίζει τόρα κόρτε . .
Ο κ. Λάκης. Λόγια . . .
Η κ. Λάκη. Λόγια . . .
Αλέκος (σε λίγο) Και τόρα γιατί δε με μιλείτε γι' αφτή; γιατί δε με λέτε ολοένα τόνομά της ναν τ' ακούσω; Σημειόστε, πως μόνη μου απόλαψη μού 'μεινε η γλυκειά συντροφιά του εφτυχισμένου εκείνου ζεβγαριού· του Νίκου και της Λέλας . . . Εκεί, πια, τύρανος εγώ, δεν αφίνω άλλη ομιλία από τη δική της . . . Κι' εκείνοι οι τόσο εβγενικοί όλο και για την Όλγα με μιλούν . . .
Ο κ. Λάκης. Η Όλγα μας , Αλέκο , είνε πιο χειρότερα απ' όλους μας. Η ανορεξιά εκείνη, καθώς θα ξέρεις, της ξανάρθε, όχι με τα στίγματα τα τότε, μα όπως δήποτε εγώ τη φοβάμαι ως το τέλος. Μα δεν υποφέρει κι' από αφτό τόσο, όσο από τη δική σου τη στέρηση . . .
Αλέκος. Από τη δική μου τη στέρηση! . . . Θε μου!
Ο κ. Λάκης. Πες του, Ασπασία, πώς περνάει η Όλγα μας, γιατί αφτά δεν τα ξέρει κανείς και κανείς δεν του τάχει πομένα . . .
Αλέκος. Ναι, μαμά . . . Πέτε τα μου . . . Σας παρακαλώ .
Η κ. Λάκη. Θέλεις να στα πω; — Ας σε πω μόνο μερικά από τα χτεσινά. — Όλες οι ημέρες της περνούν ίδιες . . .
Αλέκος. Όπως θέλετε.
Η κ. Λάκη. Χτες ταπόγιομα πέρασε η συνηθισμένη ώρα, που η Όλγα έπρεπε νάρθει στην κάμερά μου να με φιλήσει . . . Εγώ ανησύχησα και πήγα τότες στη δική της να διώ μην της συνέβηκε τίποτις . . . Τη βρήκα σκυμένη απάνου στο τραπεζάκι της . . . Είχε ακουμπισμένο το κεφάλι της στα δυο της χέρια και σκέπαζε μ' αφτά ένα χαρτί. . Της λέω: «Όλγα, τι κάνεις εκεί;» Σήκοσε τότες τα μάτια της και τα είδα δακρυσμένα και με είπε: «Είσαι συ, μαμά;» « Εγώ, ναι! κι' ήρθα να σε μαλόσω, που με ξέχασες σήμερα. Ακούς πεντέμιση η ώρα και να μην έρθεις να με φιλήσεις; . . . » «Τι λες, μαμά; πεντέμιση η ώρα;! τόσο αργά;» «Τι έκανες εσύ, την ερώτησα, κοιμήθηκες;» «Όχι, μαμά μου, δεν κοιμήθηκα.» «Μα τι έκανες το λοιπόν;» «Μαμά μου, νά, τι έκανα χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα. Άμα σηκοθήκαμε από το τραπέζι κι εμπήκα στην κάμερά μου, ήρθα εδώ στο τραπεζάκι μου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου να σκεφτώ. Και τότες, μαμά, πέρασαν όλα από μπροστά μου, από τότες που είμουνα μικρούλα, τόση δα . . . Με φαινόταν, πως ο Αλέκος είταν εδώ, κοντά μου, και με μιλούσε. Άκουγα τη μιλιά του σταφτιά μου. Δεν ξέρεις, μαμά, τι εφτυχισμένη, που είμουν. Μα ξάφνου συνήρθα κι είδα πως είμουν μονάχη κι' εκείνος μακρά μου. Μου ήρθαν έτσι, κλάματα και μια σκέψη, που τόσες φορές τη σκέφτηκα μα δεν την έκαμα. Ναν του γράψω: Αλέκο μου, γιατί μας απαρνήθηκες; Έλα, να ζεις, γλήγορα κοντά μου. Εσύ το ξέρεις, πως εμείς δε μπορούμε να ζήσουμε χωρίς εσένα. Έλα κι' ο Θεός θα στο ανταποδόσει . . . »
Αλέκος. Όλγα μου!
Ο κ. Λάκης. Τέτια μέλεγε, Αλέκο . . .
Αλέκος. Όλγα μου.
Ο κ. Λάκης. Και γιατί δεν του 'γραφε τότες;
Η κ. Λάκη. Τι τα θέλεις; . . .
Αλέκος. Σας παρακαλώ, μαμά . . .
Η κ. Λάκη. Να σας το πω κι' αφτό . . .
Αλέκος. Θα με υποχρεόστε.
Η κ. Λάκη «Μα κει, με λέει, που του 'γραφα φανερόθηκε 'μπρός μου ο αλιότικος Αλέκος κι' η πένα μού 'πεσε από τα χέρια . . . κι' εγώ άρχισα τα κλάματα . . . Ύστερα μπήκες εσύ, μαμά· και θα με παρηγορήσεις . . . Ε; . . . »
Αλέκος. Ω! Θε μου! . . .
Η κ. Λάκη. Τη νύχτα, κοντά τα μεσάνυχτα πάλε, που περνάω από το κρεβάτι της να διώ, πώς είνε, πέρασα κι' άκουγα την αναπνοήτσα της τη σιγανή. Πήγα κοντά της και ξαφνιάστηκα στη γλύκα, πούχε το πρόσωπό της. Τα χειλάκια της κουνιόνταν, σα να 'διναν αγκελικά φιλιά και ψιθύριζαν τόνομά σου, Αλέκο . . .
Ο κ. Λάκης. Και την ημέρα και τη νύχτα σένα έχει στα όνειρά της.
Αλέκος (πολύ συγκινημένος και κλαίοντας). Όλγα μου! αγάπη μου, ψυχή μου! Και σεις, αγαπημένη μου μητέρα, γιατί σωπήσατε; γιατί δεν ξαναρχίζετε πάλε ναν τα ξαναπείτε; Πώς κατορθόσατε να δόστε τόσα μάγια στα λόγια σας; Ε; μητέρα; . . .
Ο κ. Λάκης (με συγκίνηση). Αλέκο, παιδί μου, κάτσε φρόνιμα . . . Θυμήσου, πως εμείς είμαστε γέροι και δεν αντέχουμε πολύ . . .
Αλέκος. Τακούσατε, μπαμπά . . . Τακούσατε . . . Είδε τον αλιότικον Αλέκο . . . (κλαίει) Θε μου! Θε μου, ποια εφτυχία έχασα από τον εμαφτό μου . . .
Ο κ. Λάκης. Αλέκο . . αν είταν δυνατό να μου 'λεγες τέλος, πώς συνέβηκαν αφτά όλα . . . το γιατί τους; Όσα κι α φαντάζουμαι δε μπορώ ναν τα καταλάβω. Την Όλγα μήτε μπορώ και μήτε θέλω ναν τη ρωτήσω. Κι' εσένα μόνο, σε παρακαλώ να με τα πεις, α σου είνε έφκολο κι' α θέλεις. Γιατί στο τέλος να τραβάμε όλα αφτά; . . .
Αλέκος (με ησυχία). Δε θα δυσκολεβόμουν να σας τάλεγα όλα κι' όλη μου την αποχτήνωση, γιατί θέλω πια κι' έναν άθρωπο ναν του ξεμυστηρεφτώ . . . Κι ως τόρα σε κανένα δεν τόλμησα ναν του πω τίποτις, μήτε και στη μαμά μου, που κι' εκείνη τόσο πάσκει εξ αιτίας μου . . . Μα τι να σας πω . . . μπρος στη σεβαστή μου μητέρα με είνε αδύνατο . . .
Ο κ. Λάκης. Α! η Ασπασία θα μας κάμει αφτή τη χάρη να μας αφίσει για λίγο. Ε; Ασπασία; Έπειτα θα πάει να κάμει συντροφιά της Όλγας . . .
Η κ. Λάκη. Σωστό.
Αλέκος. Μαμά μου . . . Θα πάτε; . . . μην της πείτε, πως με είδατε . . . Φιλείστε τη μόνο μυστικά για μένα. . Μα όχι δε μου πρέπει, μαμά, δε μου πρέπει μήτε αφτό . . .
Ο κ. Λάκης. Η Ασπασία, Αλέκο, ξέρει τι θα κάμει . . .
(Ο Αλέκος σηκόνεται και της φιλεί το χέρι· η κ. ΑΛΚΗ τονέ φιλεί στο πρόσωπο. Ύστερα φέβγει κι' ο ΑΛΕΚΟΣ την κυτάζει ως ότου βγαίνει από την πόρτα)
Αλέκος. Θέλετε ναν τα μάθετε; Όλα θα σας τα πω . . .
Ο κ. Λάκης (σύχρονα), Ας καθήσουμε . . . Κάθησε, Αλέκο . . . (κάθεται).
Αλέκος (κάθεται). Θυμηθείτε πρώτα πρώτα τη ζωή μας την τότε . . . Τον παράδεισο, που μας είχε ανοιγμένο ο άγκελός μας . . . τους εφτά εκείνους μήνες, που εκάμαμε αρεβωνιασμένοι . . . Θυμηθείτε και τι είπαμε την ημέρα, που έτσι έξαφνα, μας αρεβωνιάσατε . . . Σε μένα δε δόθηκε στιγμή ναν τα θυμηθώ όλο εκείνο τον καιρό των εφτά μηνών . . . ακόμα, να σας πω, έρχονταν στιγμές, που περνούσαν από τη σκέψη μου κι' όλους διόλου ιδέες αποχτηνωτικές . . . Την ώρα μάλιστα, που μας στεφανόνανε, που η Όλγα εφόργε το κάτασπρό της φόρεμα το νυφιάτικο με τα λουλούδια στο κεφάλι κι' από τα ντεκολτέ της ξεχώριζαν τα λιμπίσματα της σάρκας . . . την ώρα εκείνη μου πέρασε μια ξαφνική σκέψη, που έκαμε τις αθρώσες μου να σιγοτρίξουν κι' ετάχυνε την κυκλοφορία στις φλέβες μου και . . . συλοήστικα ποια γήινη απόλαψη με περιμένει . . . πως ύστερα από λίγην ώρα, μέσα στο φουφουδάτο κρεβατάκι της το παρθενικό, στις θαμπερές αχτίδες του καντιλιού, που κρεμιόταν στο κόνισμα της . . . μέσα εκεί, οι δυο μας μονάχα . . . μέσα εκεί θα είχα πια το δικαίομα να ζητήσω ό,τι μου ανήκε . . . Δε συλογίζομουν ο άθλιος, πως δυο εφκές του παπά, δε μπορούν απότομα να πετάξουν μια τέτια παρθενιά . . . Κι’ η καταραμένη εκείνη ώρα έφτασε. Μια πόρτα ξεχώριζε την κάμερά της από τη δική μου . . . Μπήκαμε ο καθένας στη δική του. Κάθισα στο κρεβάτι μου απάνου . . . Το κορμί μου πετούσε φλόγες! τα γόνατά μου τρέμαν! . . . Το σάλιο μου ανατάρεβε στη γλώσα μου, καινούργιο σημείο, που με φανερονόταν . . . Όλη μου η προσοχή κι' η φαντασία είταν προσηλωμένη στη διπλανή κάμερα . . . Λογάριασα την κατάληλη στιγμή κι' άνοιξα την πόρτα της σιγά σιγά και μπήκα σε κείνη την εκλησιά ο γιερόσυλος, στον αληθινό εκείνο Παρθενώνα, με τη γνωστή πρόθεση και που ο κόσμος την περνάει για τόσο φυσική . . .
Ο κ. Λάκης. Α! . . .
Αλέκος Συμπαθείστε με, μπαμπά, για τάπρεπα, λόγια, που θα σας πω . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένε! . .
Αλέκος. Η Όλγα είταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Μ' ανοιχτά τα μάτια ονειρεβόταν. Φανταστείτε: δε με κατάλαβε αμέσως. Πηγαίνω και κάθουμαι σε μιαν ακρούλα του κρεβατιού της. Σκύφτω το κεφάλι μου στο κεφαλάκι της και τη φιλιώ στο στόμα και της λέω: «Δεν κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου;» Ξαφνιάστηκε . . . Με είδε . . . Με γνώρισε και μου χαμογέλασε: «όχι· με λέει, δεν κοιμήθηκα ακόμα. Σένα συλογίζομουν, γιατί έτσι πάντα σε συλοήζουμαι προτού κοιμηθώ, για να σέχω κοντά μου και στον ύπνο μου». Κι' εγώ της λέω: « Από σήμερα, αγαπημένη μου γυναικούλα θα είμαι στ' αληθινά κοντά σου. Ήθελες να σέκανα συντροφιά;» Και μαζύ με τα λόγια μου την αγκάλιασα. Μπαμπά, εκείνη δα την intuition (6) την πιστέβετε και μήτε μπορείτε ναρνηθείτε, πως δεν οδήγησε αφτή και μόνη την Όλγα να νιόσει τι ζητούσα . . . Σηκώθηκε και κάθισε η Όλγα κι' η κουβέρτα της ξέφυγε . . . Σκεπάστηκε βιαστικά βιαστικά και με λέει: « Αλέκο . . . φοβάμαι! . . . » την είπα, πως δεν κάνει καλά να φοβάται. Μα κείνη φαινόταν τόντις πολύ τρομασμένη και με παρακαλούσε ναν την αφίσω . . . Καταλαβαίνετε, μπαμπά; . . .
Ο κ. Λάκης. Τόρα καταλαβαίνω . . .
Αλέκος. Ένιοσα, πως το καλίτερο, που είχα να κάμω είταν αφτό . . . Ξαναμπήκα στην κάμερά μου. Εκεί με 'πιασε παράπονο· ένιοσα την αθρώπινή μου αδυναμία και γονάτισα ακουμπώντας το κεφάλι μου στα προυσκέφαλα . . . Ύστερα από πολλήν ώρα σύχασα λίγο, μα κι' οι πρώτες αχτίδες της αβγής με βρήκαν ακόμα ξύπνιο . . . Τότες μόνο με πήρε ένας ύπνος . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένο παιδί . . .
Αλέκος. Σαν ξύπνησα και ντύθηκα, ήσυχος πια κι' ετοιμασμένος, μπαίνω στην κάμερα της Όλγας, μα δεν είταν εκεί. Τη ζητώ· είταν στης μαμάς της την κάμερα και είχε πάει από τη νύχτα. Δοκιμάζω να μπω κι' αφτή φέβγει . . . Όλη την ημέρα μ' απόφεβγε, καθώς θυμόσαστε . . . Τη νύχτα δε θέλησε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της. Και την άλλη μέρα τα ίδια . . . θυμόσαστε: με ζητούσε, σαν τρελή . . . μα μόλις ένιοθε να πλησιάζω στη στιγμή έφεβγε . . . Τότες κι' εγώ φαντάστηκα, πως ένα ταξιδάκι θα είταν πολύ πρόσφορο κι έφυγα από την Αθήνα . . . Ο κόσμος ξιπάστηκε και διαδόθηκε πως χωρίσαμε . . .
Ο κ. Λάκης. Τα λόγια του κόσμου τα συνηθισμένα . . .
Αλέκος. Σαν ήρθα δεν τόλμησα να σας ενοχλήσω και ναν την ενοχλήσω . . . Γιατί; δε μπορώ ναν το ξεχωρίσω. Είνε δυο μήνες τόρα· σωστοί δυο μήνες. Μόνο, όπως σας είπα, ερχόμουν ως εκείνο το στενό και καμιά φορά δειλά, σαν κλέφτης, περνούσα κι' από τα παράθυρά σας, όπως σήμερα, που μανεβάσατε . . .
Ο κ. Λάκης. Η πρόνοια ίσως τόφερε . . .
Αλέκος. Η πρόνοια; . . . Σεις;! . . .
Ο κ. Λάκης. Ας είνε τόρα. Σε είπα η πρόνοια, γιατί, Αλέκο, δεν είνε αδύνατο να ξαναφκιάσουμε τα πράματα. Κι' αν όχι από τίποτις άλλο, συ όμως πρέπει να με συντρέξεις σ' αφτό, γιατί συ μόνος μπορείς ναν της ξαναεπιβληθείς και στο στίγμα της της ανορεξιάς . . .
Αλέκος. Μπαμπά, φοβάμαι τη συνάντηση . . . Μα δε σας το κρύβω . . . η δείλια μου είνε πιο μεγάλη κι' από το φόβο μου . . .
Ο κ. Λάκης. Αφτό, Αλέκο, δεν επιτρέπεται σε σένα, όταν μάλιστα πρόκειται για την Όλγα μας . . . που σ' ό,τι κι' αν κάνει, στο τέλος είνε ανέφτυνη . . .
Αλέκος. Ανέφτυνη! . . . Αφτή η τέλεια προσωποποίηση της αιθέριας ζωής; . . . Ποια ερμηνεία δίνετε στη λέξη: ανέφτυνη; . . .
Ο κ. Λάκης. Καημένε Αλέκο, με τις θεωρίες σου. . Δε σε λέω πως δε σε συγκρατάνε, μα και να λες πια και τους υστερισμούς έργα προόδου . . .
Αλέκος. Ιδέες, μπαμπά. Σε μένα, καθώς ξέρετε, οι ιδέες αφτές έσωσαν να γίνουν πίστη και δε θα ξιπαστείτε να σας πω, πως μπορούσα, αν η Πρόνοια τόφερνε να ξαναζήσω μαζύ της, αλάκερη ζωή ναν την περάσω μες στον αγνότερο κόσμο . . .
Ο κ. Λάκης (κουνάει το κεφάλι και κάνει χειρονομία). Ουφ! καημένε! . . .
Αλέκος. Ο πνευματικός κόσμος, μπαμπά . . . η εξέλιξη δεν έχει περιορισμό . . .
Ο κ. Λάκης. Τι τα θέλεις τόρα αφτά . . .
Αλέκος. Η κουβέντα τόφερε . . . Εγώ σας το βεβαιόνω για τον εμαφτό μου . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά . . . καλά! . . . Τόρα όμως είνε πια καιρός να σκεφτούμε έναν τρόπο και ναν τα διορθόσουμε όλα . . .
Αλέκος. Έναν τρόπο; . . .
Ο κ. Λάκης. Βέβαια . . . Ξέρεις τι νομίζω εγώ;
Αλέκος. Τι;
Ο κ. Λάκης. Να παρουσιαστείς μιαν ώρα άξαφνα μπροστά της και να μην της δόσεις καιρό να φύγει . . . Εσύ να βαστάξεις τη συγκίνησή σου και να μη σε νιάσει για τη δική της . . .
Αλέκος. Τι να σας πω, μπαμπά . . . δε με φτάνει το θάρος . . .
Ο κ. Λάκης. Όχι, Αλέκο, μην το λες αφτό. Η δική σου θέληση είνε μεγάλη. Την ορίζεις . . . Μην το λες λοιπόν αφτό . . . Μην το λες . . .
Αλέκος. Μπαμπά; ας αφίσουμε να ενεργήσει μονάχη της η Πρόνοια . . .
Ο κ. Λάκης. Αλέκο! . . .
Αλέκος (πάει κοντά στον κ. Λάκη). Μπαμπά μου, πώς το θέλετε αφτό; Κι' αν η ταραχή της είνε πολύ πολύ μεγάλη;
Ο κ. Λάκης. Δε μαπελπίζει . . .
Αλέκος. Όχι, μπαμπά, ακόμα. (παρακλητικά). Δόστε μου καιρό να ετοιμαστώ και σας το υπόσκουμαι . . .
Ο κ. Λάκης. Όσο γι' αφτό έχεις δίκιο.
Αλέκος (πιάνοντας το χέρι τον κ. Λάκη και παρακλητικά). Μπαμπά μου, θα σας παρακαλέσω τόρα κάτι τις . . .
Ο κ. Λάκης. Τι, Αλέκο;
Αλέκος. Ναν την έβλεπα . . . Ναν την έβλεπα για λίγο χωρίς εκείνη ναν το φαντάζεται. Νά! από κείνη εκεί τη χαραμάδα, πίσω από κείνη την πόρτα . . . Μπαμπά μου . . .
Ο κ. Λάκης. Α! αφτό, παιδί μου, έπρεπε ναν το σκεφτώ εγώ προτήτερις (χτυπάει το κουδούνι). Ναι! εγώ έπρεπε ναν το σκεφτώ . . .
Αλέκος. Μπαμπά μου . . . πόσο είσαστε καλός . . .
Ο κ. Λάκης. Όσο δα για την καλοσύνη, αφτή ανήκει σε σένα . . .
(Μπαίνει ο περέτης)
Ο κ. Λάκης. Να πας μια στιγμή να πεις στην κυρία σου, πως την παρακαλώ ναρθεί μαζύ με την Όλγα να με διούνε. Το επιθυμώ να πεις πολύ . . . (ο περέτης φέβγει). Τόρα θα διείς πια όλα και με τα μάτια σου . . .
Αλέκος. Η καρδιά μου πόσο χτυπάει . . . Ακώ πατήματα, μπαμπά, au revoir . . . δεν αντέχω να μείνω πιο πολύ . . .
Ο κ. Λάκης. Άει, Αλέκο, κρύψου . . . θαν 'την κρατήσω την Όλγα πολύ . . . θαν την κάμω να πει και πολλά! . . Άει . . .
Αλέκος. Πόσο σας εφκαριστώ . . . (φέβγει).
(Ο κ. ΛΑΚΗΣ πηγαίνει στην πόρτα και στέκεται λίγο ορθός κυτάζοντας στο βάθος. Ύστερα οδηγεί την κ. ΛΑΚΗ και την ΟΛΓΑ κρατώντας την από τα χέρια).
Όλγα. Καλημέρα, μπαμπά (τονέ φιλεί).
Ο κ. Λάκης. Καλή-μέρα, Όλγα μου, πώς πέρασες από τα χτες;
Όλγα. Καλά, μπαμπά (πλησιάζει στο τραπέζι, που είνε αραδιασμένα τα δώρα της). Η μαμά με είπε πως ήρθαν όλα . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . Είδες τους χάρτες, Όλγα μου; Τι ωραίοι που είνε . . . ε; σήμερα το πρωί μας τους έφεραν . . . ύστερα από τόσον καιρό . . .
Όλγα. Οι celestes; Τι ωραίοι που είνε, μπαμπά . . . Όλα τάστρα τάχουνε . . .
Ο κ. Λάκης. Βέβαια. Μας έφεραν και τα κομάτια. . Τα είδες; Νά! εκεί στο πιάνο· όλες τις παραγκελίες μας μάς τις έφεραν . . .
Όλγα (πλησιάζει στο πιάνο) Μερσί, μπαμπά . . . Τι καλός, που είσαι . . . (πέρνει τα κομάτια). Η συφωνία του φα του Μπετόβεν . . . ω, μπαμπά, πόσο σ' εφκαριστώ . . . Είνε κείνο το αλεγκρέτο, που μας εσύστησε ο Νίκος . . . Κι' η παστοράλ . . . κι' αφτή στο φα είνε . . . Τι ώμορφα . . . Α! νά . . . κι' η συφωνία του λα· το κομάτι που ο Αλέκος από παστοράλ τόκανε φυνέμπρ . . . Θυμάσαι, μπαμπά; ο Αλέκος όλο μ' αφτό το κομάτι είχε να κάμει . . . Θα χορτάσω, μπαμπά, Μπετόβεν . . .
Ο κ. Λάκης. Αμ τον Πάρσιφαλ δεν τον είδες;
Όλγα. Έφεραν και τον Πάρσιφαλ; πού είνε μπαμπά; Α! νά . . . (τον πέρνει στα χέρια της). Τον Πάρσιφαλ!. . Τούτο το μελόδραμα, μπαμπά, είταν πια, που ο Αλέκος τόξερε απόξω όλο. Θαν το μάθω κι' εγώ . . . Άμα ρωτούσες, μπαμπά, τον Αλέκο, ποια μουσική τάρεσε περσότερο; πάντα τον Πάρσιφαλ έλεγε . . .
Ο κ. Λάκης. Γι' αφτό και συ το λοιπόν ζητούσες με τόση επιμονή όλα αφτά τα κομάτια; . . .
Όλγα. Μπαμπά μου . . . γιατί; . . . Α! νά και τα τραγούδια του Μασσενέ . . .
Ο κ. Λάκης. Θέλω να σε πειράξω, Όλγα μου. Τα βιβλία τα είδες; Είδες τις εικόνες τους;
Όλγα (ξαναπλησιάζει στο τραπέζι). Έφεραν κι' εκείνα, μπαμπά; τις ιλουστρέ έγδοσες; Α! νά η Ουρανία . . . Le planète Mars . . . (τα ξεφυλίζει). Τι τρέλα οι εικόνες του . . . Το Paul et Virginie . . . Νά! κι' ο Λουκής Λάρας στη Γαλλική του έγδοση . . . Μα, μπαμπά, όλα τάφεραν . . . όλα . . . (τρέχει και φιλιούνται) πόσο σ' εφκαριστώ, μπαμπά . . . Τι καλός μπαμπάς, που είσαι . . . ω! Mille merci . . . mille merci . . ,
Ο κ. Λάκης. Εγώ θέλω να βλέπω την κόρη μου χαρούμενη . . Αφτό μόνο θέλω . . . Άστα τόρα αφτά, Όλγα, κι' έλα να με πεις, πώς πέρασες τη νύχτα; κοιμήθηκες καλά; . . .
Όλγα (ξεφυλίζοντας ακόμα τα βιβλία), Ω! μπαμπά . . . Τι ωραία που είνε όλα! . . . (γυρίζει στο μέρος του). Πώς πέρασα, είπες; πώς να περάσω, μπαμπά; . . . και δεν ξέρεις, αλήθεια, τόνειρο, που είδα;
Ο κ. Λάκης. Πού ναν το ξέρω; Είδες πάλε κανά όνειρο;
Όλγα. Βέβαια! Τόπα και της μαμάς προτήτερα. Και θαρχόμουν να στόλεγα από τόσην ώρα . . . Μα η μαμά με είπε, πως είχες δουλειά μόνος σου κι' έπρεπε να σαφίσουμε λίγο ακόμα ναν την τελειόσεις . . . (με κάπιο παράπονο). Σα να σέβλαφτα εγώ καθισμένη εκεί σε μια γωνιά . . .
Ο κ. Λάκης. Όχι. Όλγα μου . . . μα είταν ένας άρωστος, που τον εξέταζα και δεν είταν σωστό να είσαι μπροστά . . . Η μαμά σου είχε δίκιο . . .
Όλγα. Παρντόν, μαμά, που σαδίκησα . . . Δεν ξέρω τι λέω πια . . .
Ο κ. Λάκης. Και τόνειρό σου;
Όλγα. Α! τόνειρό μου; Τόνειρό μου, μπαμπά, μ' έχει μαγεμένη από τη νύχτα . . . Όλα, όσα διάβασα προχτές στην Ουρανία τα είδα στον ύπνο μου. Φαντάσου, μπαμπά, τι είδα . . . Μα συ δεν τηνέ διάβασες την Ουρανία;
Ο κ. Λάκης. Δεν τηνέ διάβασα! . . . δε μου μεινε καιρός . . .
Όλγα. Ναν τηνέ διαβάσεις, μπαμπά! Ναν τηνέ διαβάσεις . . . Τόρα μάλιστα στην έγδοση, που μας έφεραν . . . Δε μπορείς να φανταστείς τι ωραία πράματα, που λέει . . .
Ο κ. Λάκης. Θαν τηνέ διαβάσω, αφού μου λες πια, πως είνε τόσο ώμορφη . . .
Όλγα. Λοιπόν, μπαμπά, είδα, πως βρισκόμουνα στον Άρη τον αστέρα μαζύ με τον Αλέκο! και πως, ακούς, εγώ είμουν στο σώμα του Αλέκου κι' εκείνος στο δικό μου το σώμα! . . . κι' είχαμε και φτερά και φτερουγούσαμε μαζύ από δέντρο σε δέντρο κι' είταν εκεί μουσικές, σαν τον Πάρσιφαλ του Βάγνερ γλυκές κι' ένιοθα να είμαι τόσο εφκαριστημένη . . . Μα είνε αλήθηα, μπαμπά, αφτά όλα, που λέει ο Φλαμαριών; Τι ωραία που είνε! . . . Τόρα και να πεθάνω, μπαμπά, δε με νιάζει . . .
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί τα λες αφτά, Όλγα; Δεν ξέρεις, πως εγώ δε μπορώ ναν τακούω μήτε γι' αστεία;
Όλγα. Παρντόν, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι λοιπόν, Όλγα, πάλε, τον Αλέκο έβλεπες;
Όλγα. Και ποιόν άλλονα θα 'βλεπα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης (άξαφνα) Ξέρεις ένα πράμα, Όλγα, που σκέφτηκα;
Όλγα. Τι, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Να στείλω να προσκαλέσω στο τραπέζι τον Αλέκο . . .
Όλγα. Ναν τονέ προσκαλέσεις στο τραπέζι; . . .
Ο κ. Λάκης. Ναι! Δεν το βρίσκεις σωστό;
Όλγα. Μα δε θάρθει ο Αλέκος, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Γιατί να μην έρθει; Πώς το ξέρεις;. .
Όλγα. Μα, μπαμπά, εκείνος έχει τόσον καιρό να μας θυμηθεί! . . . Αν ήθελε νάρθει θαρχόταν μόνος του . .
Ο κ. Λάκης. Δεν ερχόταν, Όλγα, γιατί νομίζει, πως εσύ δεν ήθελες νάρθει! . . .
Όλγα. Εγώ, μπαμπά; . . .
Ο κ. Λάκης. Έτσι νομίζει . . Εσύ θέλεις νάρθει; Θα στείλω λοιπόν ναν του φωνάξω . . . (πάει τάχα να χτυπήσει το κουδούνι).
Όλγα (τον εμποδίζει). Μπαμπά! . . . Μη, μπαμπά. . να ζεις! . . .
Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; Γιατί δε θέλεις ναν του φονάξω; . , .
Όλγα (με παρακάλι). Μην του φωνάξεις, μπαμπά.
Ο κ. Λάκης. Μα γιατί; Πες μου κάνε να ξέρω το γιατί; . . .
Όλγα. Δεν ξέρω γιατί, μπαμπά . . .
Ο κ. Λάκης. Δεν ξέρεις γιατί . . . πώς γίνεται; (με κάπιαν επιμονή). Όλγα μου, τι καταλαβαίνεις μέσα σου, που δε θέλεις ναν τονέ διείς; Πες μου το και μένα μια φορά. Ο δυστυχής ποτές μου, βλέπεις, δε σε ρώτησα, γιατί πάντα νόμιζα, πως θα με τόλεγες μια μέρα μονάχη σου . . .
Όλγα. Τι να σέλεγα, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Νά! γιατί εκεί, που τόσο την αποθυμείς . . . έχει, που όλη σου η σκέψη είνε σ' αφτόνα . . . εκεί, που λες: γιατί δεν έρχεται επί τέλους, ξάφνου δείχτεις μια τέτιαν αντιπάθεια; . . .
Όλγα. Εγώ αντιπάθεια, μπαμπά;
Ο κ. Λάκης. Μα λοιπόν, πώς ναν τα πω κι' εγώ; δεν ξέρω πια και πώς ναν τα πω . . .
Όλγα. Νά, μπαμπά (του πιάνει το χέρι) . . . εκεί, που λαχταράω γι' αφτόνα, που λέω: Θε μου, γιατί δεν είνε κοντά μου ο Αλέκος σταληθινά; γιατί δεν έρχεται πια ναν του ζητήσω και παρντόν γονατιστή; . . . εκεί, μπαμπά, αλάζει ξάφνου η μορφή τ' Αλέκου και τονέ βλέπω αλιότικο . . . (με συστολή). Δε φταίω, μπαμπά. .
Ο κ. Λάκης (μέπληξη τάχα). Τονέ βλέπεις αλιότικο; Πώς αλιότικο, Όλγα μου; . . .
Όλγα. Μπαμπά . . . Νά! πως έχει τάχα ένα μάτι τόσο . . . Το κορμί του . . .
Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά τόρα . . . καλά. . κατάλαβα . . . Αφτό σου φαίνεται Όλγα μου . . . Αφτό πρέπει να πείσεις τον εαφτό σου να μην το ξαναφαντάζεσαι . . . Είνε αμαρτία, Όλγα μου! . . .
Όλγα. Δε φταίω εγώ, μπαμπά , . . Μονάχο του έρχεται . . .
Ο κ. Λάκης. Ας έρχεται . . . εσύ να προσπαθείς ναν το διόχνεις. Ακούς να βλέπεις έτσι τον Αλέκο; Τον Αλέκο, που ο δυστυχής κοντέβει να μαραζόσει εξ αιτίας μας . . . Ξέρεις, Όλγα μου, τι υποφέρει ο Αλέκος; Μήτε τα μισά δεν υποφέρουμε εμείς όλοι μας . . . Αφτός να σαγαπάει τόσο . . . να ζει για σένα . . . μόνος του σκοπός νάνε η δική σου εφτυχία και τόρα να μην τολμάει μήτε να περάσει από το σπήτι μας . . . Το ξέρεις, πως έρχεται ως το στενό εκεί και κυτάζει τα παράθυρά μας, σαν κλέφτης; Α! . . . είνε αμαρτία, Όλγα. . Είνε αμαρτία ναν τονέ βασανίζουμε πια έτσι . . .
Όλγα (με συγκίνηση αρκετή). Μπαμπά . . . λυπήσου με . . . Μη με τα λες αφτά . . . Μη με τα λες! . . Εσύ το ξέρεις, πως κι' εγώ δε ζω παρά για τον Αλέκο, πως την εφτυχία εκείνου συλογιέμαι καθεμερνά . . . ω . . . μπαμπά, αν είταν ναν του πλέρονα την εφτυχία του, ας του την πλέρονα και με τη ζωή μου ακόμα (τραβιέται λίγο κατά την κάμερα που βρίσκεται ο Αλέκος). Αλέκο μου! Αλέκο μου, όπου κι' αν είσαι μην πιστέψεις ποτές πως η Όλγα σου ζει για τίποτις άλλο στον κόσμο;. . (με συγκίνηση αρκετή) Α! Αλέκο μου! . .
Η κ. Λάκη (σύχρονα τρέχοντας ναν την καθησυχάσει). Καημένε Χρίστο! . . .
Όλγα. Αλέκο μου . . .
(Ανοίγει η πόρτα και φαίνεται ο ΑΛΕΚΟΣ μπρος στην ΟΛΓΑ)
Όλγα (μέπληξη χωρίς ταραχή). Αλέκο;! . . .
Αλέκος (πέφτοντας στα γόνατά της). Όλγα μου;! . . .
Όλγα. Αλέκο μου . . . ω! ήρθες πια; (ο κ. Λάκης βγαίνει σιγά σιγά, η κ. Λάκη παραμερισμένη τους κυτάζει) πόσον καιρό σε καρτέραγα . . . (γέρνει απάνου του)
(Πέφτει με βια η σκηνή)
Τ Ε Λ Ο Σ
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Σε πράξες τρεις.
Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. . Augustus Caesar.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΑΝΤΡΕΑΣ, διεφτυντής του περιοδικού Η ΖΩΗ» (7).
ΓΙΑΝΚΟΣ ) ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΡΤΗΣ) φίλοι του και συνεργάτες στη "ΖΩΗ"
Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ
ΤΑΣΟΣ) ΝΙΚΟΣ) γυιοί της
ΠΙΠΙΤΣΑ) ΚΑΤΙΝΑ ) κόρες της ΦΡΟΣΩ )
ΒΑΣΙΛΩ, περέτρα της Ένα παιδί.
Η σκηνή στην Αθήνα
Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
(Σε πράξες τρεις).
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Η σκηνή παρασταίνει το γραφείο του διεφτυντή του περιοδικού «Η ΖΩΗ». Ο ΑΝΤΡΕΑΣ με αταξία καλιτεχνική κάθεται στο τραπέζι του κι' έχει μπρος του διάφορα χαρτιά, γράματα, έντυπα, βιβλία . . . Απάνου στ' ανακάτομα και την προσοχή τους ανοίγει η πόρτα και μπαίνει πεταχτά ο ΤΑΣΟΣ.
Τάσος. Καλημέρα Αντρέα.
Αντρέας. Καλόστονε. Πώς είτανε κι αφτό να προτιμήσεις σήμερα τα πληχτικά μας γραφεία από το καφενείο;
Τάσος. Σ' αποθύμησα, καλότυχο. Δεν το κατάλαβες;
Αντρέας. Αν είταν δυνατό να μην το καταλάβω . . . Τι κάνουνε στο σπήτι; Η Πιπίτσα καλά είνε;
Τάσος. Δόξα ο θεός για την ώρα όλοι καλά είνε . . . Μου φαίνεται, πως έχεις ναν τους διείς κάτι λιγότερο από δέκα ώρες;
Αντρέας. Και τι μαφτό; Μήπως δε μπορεί να γίνουν πράματα ανόλπιστα από στιγμή σε στιγμή; Εγώ δεν ξέρεις, καημένε, πόσο αδιάθετος είμαι σήμερα. Ξύπνησα με μια κεφαλάργια . . . μια στενοχώρια . . . Έρχουμαι εδώ να εργαστώ· έχουμε, βλέπεις, σήμερα την αληλογραφία . . . και, ξέρεις, πρέπει να περάσει όλη από τα χέρια μου . . . Πρώτο γράμα π' ανοίγω τι νομίζεις είτανε;
Τάσος (με γέλιο). Κανά ποίημα στην καθαρέβουσα!.
Αντρέας. Είτανε ένα γράμα από τον αδερφό μου το Μήτσο. Ο Χριστιανός πάντα τα παράπονά του. Μα τι χρωστώ εγώ, να γίνουμαι το δοχείο σ' όλες τις στενοχώριες του κόσμου; Προσπάθησα, τέλος πάντω με χίλια δυο και του βρήκα εκείνη τη θέση. — Είπα πια: «θα συχάσει ο άθρωπος . . . θα βρει τόρα δουλειά να σκοτόνει τον καιρό του και να μην αηδιάζει την άνεργη ζωή». Δεν είνε δεκαπέντε μέρες και πέντε διάφορα γράματα έλαβα ως την ώρα, γιομάτα παράπονα . . . (χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι). Νά!. . τούτο το τελεφταίο είνε απαίσιο και ναν το λαβαίνεις από τον αδερφό σου, σε μια κατάσταση, όπως είνε η σημερνή η δική μου. . . .
Τάσος. Εσύ φταις, που κάθεσαι και σκοτίζεσαι για ψύλου πήδημα . . . Μωρ' εμένα καρφί δε μου καίγεται για τίποτα . . .
Αντρέας (αναστενάζει). Να σου γράφει, για το θεό, πως δε μπορεί να συχάσει, πως θα σκάσει, πως θα μαραζόσει, γιατί; γιατί, λέει, ο προϊστάμενός του έχει το μάτι του παράξενο, γιατί το δωμάτιο, που εργάζεται είνε λίγο στενό, γιατί δε βρήκε κανένα φίλο της προκοπής, ωσάν να είχε εδώ, βλέπεις, και κάτι τέτιες χίλιες πρόφασες, που σε βεβαιόνω . . . είνε ναν τονέ μουντζόσεις και ναν του πεις μια για πάντα: «άει στο καλό πια, παράξενε, ανεφκάριστε . . . »
Τάσος. Και θάνε το καλίτερο, που θα είχες να κάμεις.
Αντρέας. Σώπα πια, εγωιστή . . . Δεν έχει τέρι η ξενιασίλα σου . . .
Τάσος (με ειρωνικό γέλιο) Λοιπόν γράφτου ναφίσει τη θέση του και νάρθει να γυρίζει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά . . .
Αντρέας. Σαν κι εσένα.
Τάσος (κουνιώντας το κεφάλι). Σαν κι' εμένα; καλά . . .
Αντρέας. Μα ο αδερφός μου δε σου μιάζει, φίλε μου. Μακάρι να μπόργε ναν τον εφκαριστούσε το σουλάτσο και το καφενείο, όπως εσένα. Θαν τον έφερνα κι' ας μην έκανε τίποτα . . .
Τάσος. Σε βεβαιόνω, Αντρέα, παράδοστόνε μου και θαν τονέ διείς σε λίγον καιρό ναλάξει. . . . (ο Αντρέας κουνάει το κεφάλι) και τόρα μάλιστα . . .
Αντρέας. Γιατί τόρα;
Τάσος. Γιατί; για κείνο, που δεν ξέρεις! Τόχω μυστικό. . . .
Αντρέας (με κάπια φαιδρότητα). Ωραίο κι' αφτό!. .
Τάσος. Βέβαια. Τι νομίζεις, πως δεν αξίζουμε και μεις τίποτα; (πάει κοντά του και τονέ χτυπάει στον ώμο) Φιλόσοφέ μου . . . Χτες τη νύχτα εσύ κατέβαινες τη σκάλα της μπασίας κι' εγώ ανέβαινα τη σκάλα της ταράτσας . .
Αντρέας Και γιατί; . . .
Τάσος. Τι να σου κάμω, σα δεν καταλαβαίνεις . . . Νά! πέρασα τη νύχτα στην κάμερα της Βασίλως.
Αντρέας (με θυμό). Άει να κουρέβεσαι, ανήθικε . . . Δεν έχεις καθόλου το θεό σου . . . Εσύ μπορείς να παίξεις και με τα γιερώτερα αιστήματα . . .
Τάσος. Γιατί, κυρ Αντρέα; Το παίξιμο με δούλα είνε κακούργημα τόσο μεγάλο;
Αντρέας. Όσο μικρό είνε αφτό το κακούργημα, τόσο μεγάλο γίνεται νάρχεσαι να με το λες σε μια τέτια στιγμή . . .
Τάσος. Καλά το λοιπόν. . , Σα σε ξαναπώ τίποτα, φτύσε με . . .
Αντρέας. Ως πότε; Μου φαίνεται, πως δε θάχεις τίποτ' άλλο να με πεις, ει δ' αλιώς, πολύ γλήγορα θα βρισκόσουνα σε θέση να σκουπιστείς . . .
Τάσος. Ας είνε, Αντρέα . . . μη θυμόνεις. Ακούμε και μένα μια φορά. . , Εγώ ήρθα πρώτα πρώτα από δω για να στα πω εσένα, που ξέρεις, πως η Βασίλω είνε η μόνη μας δούλα, που μέκαμε να μαρτυρήσω τόσους μήνες τόρα.
Αντρέας. Σε παρακαλώ, Τάσο . . . Καλά, μακάρι κάθε νύχτα ναν την περνάς στην κάμερά της . . .μα τόρα πάψε αφτή την κουβέντα . . . Πάψε τήνε . . .
Τάσος. Εσύ θα χάσεις! . . .
(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο ΚΩΣΤΗΣ κι' ο ΓΙΑΝΚΟΣ)
Κωστής-Γιάνκος. Καλημέρα σας.
Τάσος-Αντρέας. Καλημέρα.
Γιάνκος (στον Τάσο). Μπα! και συ εδώ; Τάσος. Σα ναν το είξερα πως θα σ' αντάμονα.
(Την ίδια ώρα ο ΑΝΤΡΕΑΣ πέρνει κάτι χερόγραφα και χτυπάει το κουδούνι)
Γιάνκος. Έχουμε καινούργια;
Τάσος. Και πολλά· ύστερα θαν τα μάθεις . . .
(Μπαίνει το παιδί)
Αντρέας (στο παιδί). Ναν τα πας κάτου στο τυπογραφείο και να μην αφίσεις άλλονα να μπει . . . Τ' ακούς; Να πεις, πως δεν είμαι εδώ . . . (Το παιδί φέβγει) Σας θαμάζω, μα την αλήθεια! Μα ήθελα να 'ξερα, Γιάνκο, δεν έχεις και συ τίποτ' άλλο στο κεφάλι σου από επιπολαιότητα; Καλά ο Τάσος, μα και συ;
Γιάνκος. Από επιπολαιότητα; Πόσο άσκημα ψυχολογείς, καημένε. Κυτάς ταχείλι κι' ό,τι δείχτει το πέρνεις της μετρητής . . .
Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ! . . .
Γιάνκος. Δεν καταλαβαίνεις, παιδί μου, πώς . . . Πώς να στο πω; . . . νά! πως θέλω να καταφέρω τα χείλια μου να συνηθίσουνε στα τέτια, μήπως και τα αιστητικά μου νέβρα καταφέρουν και την ψυχή μου ναν τα συνηθίσει; . . .
Αντρέας. Ώστε αφτός είνε ο λόγος;
Γιάνκος. Σας το ξεμυστηρέβουμαι . . . (Στον Τάσο) Βρε Τάσο, κύταξε μόλις βγεις ναν το κάμεις βούγκινο στην Αθήνα . . . Χτες τη νύχτα είμαστε στη Μαβροδάφνη. Ένιοσα γλέντι σας περνάει από το νου; Ασυνείδητα έπινα και ξιπαζόμουνα να βλέπω τους άλλους να κατεβάζουν τα ποτήρια, να γλεντάνε, να τραγουδάνε . . . κι' όμως τόκανα κι' εγώ . . . Ύστερα πήγαμε κει κάτου στο δρόμο του Ψυρή και ξενυχτήσαμε . . . Αηδία έχω, φίλοι μου, σήμερα . . . Συχαίνουμαι τον κόσμο και τη ζωή μου . . . Πού τη βρίσκουνε την εφκαρίστηση στο κρασί και στη γυναίκα; απορώ . . .
Αντρέας. Δε μπορούσες να κάμεις εξαίρεση εσύ . . .
Κωστής (με ησυχία). Σε πόσους μέσα; Αντρέας. Σ' όλο τον κόσμο . . .
Κωστής. Όχι δα! . . . Εσύ δεν είσαι εφκαριστημένος; Αρεβωνιασμένος άθρωπος με μια τέτια αγαπημένη και γλυκειάν αρεβωνιαστικιά; . . . .
Αντρέας. Πολύ . . . πολύ εφκαριστημένος. Τόσο, που δεν έφκουμαι και σε σένα όμοιαν εφκαρίστηση . . . κι' όμως είμαι αρεβωνιασμένος, καθώς λες, με μιαν αγαπημένη και γλυκιά αρεβωνιαστικιά . . .
Κωστής. Εγώ, αδερφέ, δεν τα νιόθω αφτά . . .
Αντρέας. Θαν τα νιόσεις . . . Θαν τα νιόσεις και συ . . .
Γιάνκος. Μου φαίνεται, πως και τόρα τα νιόθει . . .
(Ο ΤΑΣΟΣ στο μεταξύ ξαπλόθηκε στο διβάνι και διαβάζει κάτι χερόγραφα, που πήρε κρυφά από το καλάθι)
Γιάνκος. Ας ταφίσουμε τόρα αφτά, γιατί δε θα συφωνήσουμε ποιος είνε δυστυχέστερος ταλλουνού. Θυμήσου και τους στίχους του Σενιέ . . . Αλήθεια, Αντρέα, σού 'φερα ένα ποιηματάκι για τη «Ζωή».
Αντρέας. Πούνε το;
Γιάνκος. Εδώ. Είνε μικρό . . . (Το βγάνει από την τσέπη του). Ακούστε το (το διαβάζει).
Σ' ένα αστέρι
Τρέχει το φως του τρέχει στο άπειρο. Το αστέρι είνε ακόμα αθώρητο στης γης τα μέρη. Είνε ένας όλος κόσμος στου ουρανού μιαν άκρη, που ίσως αγνώριστο νάνε σ' αφτόν το δάκρυ . . .
Κι' ίσως το φως του θαμπερό στη γης, σα φτάσει και μύρια χρόνια η αθρώπινή μας πλάση που θαν το βλέπει το αθώρητο το αστέρι ίσως το νεκρομάρα μέσα του να φέρει! . . .
Ω μεγαλείο αφάνταστο, συ κόσμε ξένε! . . , Ω τρομερό μου μυστικό κρυμένο μένε! . . .
Το αστέρι ζωντανό η γης δε θα γνωρίσει γιατί πρωρίστηκε νεκρό ναν τη φωτίσει! . ,
Πώς σας φαίνεται;
Κωστής. Πώς να μας φανεί; ωραίο . . . καλό είνε . . .
Αντρέας. Άστο μου. Εσύ, Κωστή, δε μου 'φερες τίποτα;
Κωστής. Τι θέλεις;
Αντρέας. Ό,τι . . .
Κωστής. Μα δεν έχω τίποτα πρόχειρο.
Αντρέας. Τεμπέλιασες και συ, καημένε . . .
Κωστής. Τι να σε πω, αδερφέ; Τα βαρέθηκα και αφτά πια . . . (κάνει μορφασμό με το στόμα, που τον έχει συνήθειο).
Γιάνκος. Μήπως αφτό είνε από τα σημάδια, που δεν τα νιόθεις;
Κωστής. Ουφ, καημένε! . . .
Γιάνκος. Συμπάθησέ με, αδερφέ . . . Μα άκου μια συβουλή ενός, που, αν όχι τίποτα άλλο, σαγαπάει . . . μην κρύβεις τίποτα μέσα σου . . . Βγάνε το μεφκολία . . . με λόγια, για να γλυτόσεις τα έργα . . . μην τακούς, πως είνε στίγμα νεβραστενικό κι' αφτό και προσπιέσαι, για να πείσεις τον εαφτό σου, πως γλύτοσες απ' αφτή την αρώστεια . . . Ξεθύμαινε με λόγια . . . άκου τη συβουλή μου . . .
Κωστής. Κράτηστη για τον εαφτό σου!. . Εγώ ξέρω πολύ καλά τι έχω . . . Ποτές δεν είπα, πως είμαι υγειής, μα και ποτές μου δεν ακολούθησα κομπογιανίτικες συβουλές . . .
Γιάνκος. Πολύ καλά, κυρ Κωστή . . . πολύ καλά! . . .
Αντρέας. Καθείστε τόρα . . . θα σας διαβάσω ένα σονέτο, πούλαβα χτες . . . Φέρνει υπογραφή: Πλανήτης . . . αλόκοτο πράμα . . . πέντε φορές το διάβασα και μόλις καταλαβαίνω τι θέλει να πει, γιατί, βέβαια, κάτι θέλει να πει . . .
Κωστής. Ας τακούσουμε λοιπόν.
Αντρέας (ψάχνει, το βρίσκει και το διαβάζη)
Από την Ακρόπολη.
Μες των αιώνων τις ορμές ακλόνητο αντικρύζει το μάρμαρο, που θλίψη του λίγη είνε η κιτρινάδα . . θωρεί την πλάση μαρασμός ναν την περιγυρίζει· παντού ανεμοστρίβουλας την ξωπλισμένη αρμάδα.
---
«Και στων αιώνων τις ορμές απείραγο ανεμίζει ο σύφουνας το μάρμαρο! . . . » Στης σκέψης τη ζαλάδα η μαρμαρένια εκλησιά φριχτά τον απελπίζει και μες τον τράκο του θυμού βρίζει και την Παλάδα.
---
Κι' εκεί αφίνει άξαφνα γέλιο τρελό με κλάμα . . . Σκύφτει βαθιά το μάτι του, βαθιά το νου του σκύφτει μ' όλα της την Ακρόπολη στα βύθη ανακαλύφτει και τους θεούς ανίκανους, βλέπει, να κάνουν θάμα . . . Και νά! γελάει!. .όλο γελάει!. .Τονέ ρωτώ. .Δεν ξέρει χαρά η λύπη αθέλητα στο γέλιο ποια τον φέρει! . . .
Πλανήτης
Ε; ξηγάτε το και σεις τόρα . . .
Κωστής. Για δος μου το μια στιγμή . . (Το πέρνει). Τάσος (γελώντας από το διβάνι). Μαργαρίτες! . . . μαργαρίτες . . . Εδώ είνε το γέλιο . . .
Γιάνκος. Τι τρέχει, Τάσο;
Τάσος. Μαργαρίτες, φίλε μου . . . Νά! εδώ στα χερόγραφα του καλαθιού. . , Σου λέω, Αντρέα, πως αν προτίμαγες αφτά, που πετάς, από τα σονέτα του Κωστή και του Γιάνκου και του τρελού αφτουνού του Πλανήτη, η «Ζωή» σου θα γίνονταν ανάρπαστη . . .
Αντρέας. Ου! τις αηδίες . . . μήτε να γελάσω δε με κάνουν.
Γιάννης (στον Τάσο). Και τι μαργαρίτες είνε;
Τάσος. Άκου ένανε.
Αντρέας (θυμωμένα). Μα, καλέ, πόσες φορές στο είπα; σε θέλω να πειράζεις τίποτα εδώ μέσα. . Θα με πιάσουν τα νέβρα μου καμιάν ώρα . . .
Τάσος. Από δω και πέρα καλά. . Τόρα άκου, Γιάνκο, ένα ποίημα ενός Στουάτη Δάλδη . . . ε . . . όνομα! . . . Μα είνε εξαίσιο πράμα. Άκου το. (διαβάζει).
Εις την Σελήνην
Ω αργυρόεσσα σεπτή και πάναγνος Σελήνη, εστράφ' ήδη ο ποιητής και εις την δύσιν κλίνει! Κι' ιδού δύει ο ποιητής πριν όλος ανατείλει πριν ή εις το στερέωμα φως Ηλιαίον στείλει· διότι νουν καρδίαν τε, άγνωστος χειρ δεσμεύει και αύτη και την έμπνευσιν του ποιητού στερεύει! . . Ω συ Σελήνη αργυρά, πλησιφαής Εκάτη, είπε μοι: την καρδίαν μου τι τάχα την σπαράττει; ειπέ μοι: τις όνυξ γυπός τα σπλάγχνα μου κατέχει; κ' η ειμαρμένη διατί τόσον με κατατρέχει; Ω! εις εσέ τους πόνους μου, Εκάτη, εξαγγέλλω . . . Τι περιμένω αγνοώ, ως αγνοώ τι θέλω! . . .
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΔΑΛΔΗΣ
Γιάνκος. Κι' όμως, φίλοι μου, κι' η ντεκαντέντζα αφτή χωρίς να ξέρει ναν το πει νά! που το λέει. Τα ίδια κι' αφτός . . . Η ουσία παντού είνε ίδια! . . . Κωστή, το φον είνε παντού ίδιο!. .
Κωστής (γυρίζοντας το μάτι του από το χερόγραφο που κρατεί). Πολλές φορές κι' η φόρμα.
Γιάνκος. Για μένα το λες αφτό; . . .
Κωστής. Κακά κάμνεις ναν το υποθέτεις, ή μήπως έχεις ντοκουμέντα;
Γιάνκος. Ας είνε! . . . Εγώ δε μνησικακώ ποτές μου και ξέρεις πόσον εχτιμώ την τέχνη σου και μπροστά σου και πίσω σου. , .
Κωστής. Κι' εγώ, αγαπημένε μου, πίσω σου σεχτιμώ πολύ περσότερο . . .
Αντρέας. Αφτά μου φαίνονται άλλου είδους φιλολογικά κοπλιμέντα . . .
Τάσος. Φιλολογικά κολοκύθια . . . (σε λίγο) Γιάνκο, με συνοδέβεις; έλα για καλό δικό σου . . . Έχω να σε πω πράματα. .
Κωστής. (σηκόνεται ορθός) Κι' όμως είν' ωραίο!.
Γιάνκος. Τ' είν' ωραίο;
Κωστής. Το σονέτο!. (Το πετάει από τα χέρια του στο τραπέζι και συργιανάει). Ναι! είν' ωραίο! . . . ωραίο στην τρέλα του, στην παθολογία του . . .
Γιάνκος. Μα τι κατάλαβες απ' αφτό;
Κωστής (σα να μιλάει μονάχος του). Από την Ακρόπολη δε βλέπει έτσι τα πράματα ο καθένας . . . Αφτό τον Πλανήτη, Αντρέα, πρέπει ναν τονέ γνωρίσουμε . . .
Αντρέας. Πώς;
Κωστής. Γράφτου στην αληλογραφία: «ελάβαμε το σονέτο σας κι' επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε . . . Σας περιμένουμε στο γραφείο».
Αντρέας. Καλά λες . . . Θαν το γράψω . . . Δε βλέπει έτσι τα πράματα ο καθένας από την Ακρόπολη . . . Δε σου φαίνεται, πως στάζει φαρμάκι αφτό το σονέτο;
Κωστής. Πολλά με λέει!. . (συργιανάει και μονολογεί) Απάνου στην Ακρόπολη να σε πιάνει απελπισία . . . φριχτή μάλιστα . . . Να βλέπεις από κει τη ζωή του κόσμου, την εξέλιξη των αιώνων και να γελάς χωρίς να θέλεις, χωρίς να ξέρεις, γιατί . . . Πολύ παθολογικό . . . εξαντρίκ όλους διόλου . . .
Γιάνκος. Καλά τόρα! . ανακύρηχτο αριστούργημα . . .
Κωστής (στον Αντρέα) Και τι άλλα θα μας έχεις μεθάβριο στη «Ζωή»;
Αντρέας. Δήγημα του Καρκαβίτσα και ποίημα του Μαρκορά.
Κωστής. Αφτό μ' αρκεί . .
Τάσος (στο Γιάνκο). Ε; πάμε πια;
Γιάνκος. Ναι πάμε . . . (στον Αντρέα). Λοιπόν το ποιηματάκι;
Αντρέας. Το ποιηματάκι θα μπει στη «Ζωή».
Γιάνκος-Τάσος Au revoir.
Κωστής-Αντρέας Στο καλό . . . (φέβγουν ο Γιάνκος κι' ο Τάσος).
Αντρέας Φύγανε; μείναμε πια μόνοι;
Κωστής. Μείναμε . . . ναι!. .
Αντρέας. Θα στα πω όλα τόρα, Κωστή . . . Θαν τα μάθεις όλα . . . Έχω ανάγκη από τη συντρομή ενός φίλου σαν κι' εσένα . . . (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί· στο παιδί). Στο ξαναλέω: να μην αφίσεις κανένα, μα κανένα να μπει . . . Τ' ακούς;
Το παιδί. Πολύ καλά . . . (φέβγει).
Αντρέας. Έρχουνται τόσο γλήγορα το ένα απάνου στ' άλλο, που κι' εγώ απορώ, πώς αντέχω ακόμα . .
Κωστής. Μα τι;
Αντρέας. Θα στα πω όλα . . . Είμαι δυστυχής, Κωστή . . . Τόσο δυστυχής, που ίσως να μην το περιμένεις, κι' ακόμα φαντάζουμαι, πως με τη στωικότητά σου κι' άμα στα πω, πάλε δε θάβρεις λόγο για τη δυστυχία μου . . . κι' όμως.
Κωστής. Θα σ' ακούσω· με προσοχή . . .
Αντρέας. Τ' απόγυιομα θα σε πάρω να γνωρίσεις την Πιπίτσα. Δεν έχει μουτσουτσούνια πια. Πρέπει ναν την ψυχολογήσεις μ' όλη σου τη δύναμη, γιατί, στο λέω, από σένα θα εξαρτηθώ . . . Ό,τι με πεις θα κάμω . . . Εγώ την αγαπώ . . . την αγαπώ τόσο, που όλα μου μπορώ ναν τα θυσιάσω για το χατήρι της . . όλα μου, και τα παιδιά μου ακόμα με προκαταβολή . . . Το νιόθεις;
Κωστής. Πως την αγαπάς; Μου φαίνεται να στο διατύποσα πολλές φορές. Λοιπόν επιμένεις να με μπάσεις στο σπήτι της κ. Τριάφτη;
Αντρέας. Ναι! Είνε ανάγκη . . . Πρόσεξε, Κωστή, σ' όλα, που θα σε πω . . . Θα σε πω και πώς την εγνώρισα και πώς την αγάπησα . . . Είνε τρία χρόνια από τότες . . . Μια βραδυά ο Σαράντης είχε εσπερίδα . . . Συ δεν εγνώριζες ακόμα κανέναν από μας . . . Εκεί την πρωτοείδα . . . Καταλαβαίνεις; Είχα κείνες τες μέρες δημοσιέψει στη «Ζωή» ένα δήγημα το «Βαριόμοιρο» και ξεχείλιζα όλη την πίκρα της ζωής. Τ' όχεις διαβασμένο;
Κωστής. Ναι . . . είνε το καλίτερό σου.
Αντρέας. Και κείνη το διάβασε τότες. Άμα ήρθε με τη μαμά της και με το μεγάλο της αδερφό, καθόμουν στο διβάνι με το Χορμίδη. Την αντικρύσαμε κι' οι δυο μας. Φόργε ροζ φόρεμα . . . κι' ό,τι ξίπασε και τους δυο μας στη στιμή είταν η επιδερμίδα της και τα στήθια της . . . Ρωτώ τον Χορμίδη: «ποια είνε αφτή;» Δεν την είξερε κι' εκείνος. Κάθησε κείνη στην άλλη άκρη κι' εμείς την προσέχαμε . . . Καρδιοχτύπι δεν αιστάνομουν καθόλου, μόνο η εντύποση τω στηθιώ της με τάραζε το νεβρικό μου σύστημα. Ξάφνου τη βλέπουμε να κουβεντιάζει με πολλή οικειότητα με τον ποιητή το Ρηνόπλο . . .
Κωστής. Λοιπόν;
Αντρέας. Ο Χορμίδης πετάγιεται τότες και με λέει: «πάω να βάλω το Ρηνόπλο να με τη συστήσει» και τράβηξε . . . Τονέ ξέρεις τι τολμηρός είνε. . Εγώ, πού θάρος! . . . Τον παρακολούθησα· πήγε τόντις και τη γνώρισε . . Της κουβέντιαζε με τις γνωστές του υπόκλισες . . . Θύμοσα με τον εμαφτό μου το περσότερο, και συργιανούσα άστοχα . . . Άστοχα βρέθηκα και μπροστά τους. Τότες ο Ρηνόπλος με φωνάζει: « Αντρέα, έλα από δω να σε γνωρίσω στη ντεμοαζέλ Τριάφτη, που έχει πολλήν επιθυμία να σε γνωρίσει» και με τη συσταίνει, φαντάσου με τέτιο προοίμιο. Ο Χορμίδης την πολιορκούσε κυριολεχτικά, μα κείνη όλο μένα ρωτούσε για τα έργα μου, για τη «Ζωή», πως τη διαβάζει με τόσην εφκαρίστηση και περιμένει μ' ανυπομονησία κάθε Κυργιακή να διεί και ναν τη διαβάσει και τόσα άλλα . . . κι' ύστερα μ' αρχίζει κουβέντα για το «Βαρυόμοιρο» πόσο της άρεσε . . . πως την έκαμε για μια στιγμή να συχαθεί τη ζωή της . . . και . . .
Κωστής (διακόφτοντας). Καλά! παρακάτου.
Αντρέας. Τι τα θέλεις! Δεν την αγάπησα αμέσως. Κι' αν τη θυμόμουν καμιά φορά, έφερνα μπροστά μου την επιδερμίδα της και τα στήθια της και μόνο με κείνα περιλουζούμουν σε μια γλυκάδα αποθυμιάς ανεπλήροτης. Ύστερα έμαθα πως ο Χορμίδης της ρίχτηκε για καλά και δε με ένιασε. Με τα 'λεγε μια μέρα ο Ρηνόπλος: «Ντουτζές, με λέει, κατάντησε ο Χορμίδης στου Τριάφτη το σπήτι . . . όλοι τους τον κοροϊδέβουν . . . όλοι τους τον ένιοσαν» κι' ακόμα με λέει: Εσύ να μην πας ναν τους κάμεις επίσκεψη;! Η Πιπίτσα καθεμέρα με ρωτάει για σένα . . . με παρακάλεσε μάλιστα να σε ρωτήσω με τρόπο ποιόνα πήρες μοντέλο στο «Βαρυόμοιρο» . . . Ξέρεις τι καταλαβαίνω, βρε Αντρέα; πως διαφέρεται για σένα λίγο η Πιπίτσα και πως ένα κομάτι τέτιο θα είσαι κουτός να μην το κυνυγήσεις . . . » Το πιστέβεις; Τότες για πρώτη φορά ανακατόθηκαν οι πόθοι μου με καρδιοχτύπι· κι' εγώ ο βλάκας ζητάω τότες πληροφορίες από το Ρηνόπλο για την οικογένειά της, για την κατάστασή της, για την προίκα της, προς Θεού, σα να είχα μιαν ωρισμένη ιδέα στο νου μου . . . Και τότες ο Ρηνόπλος το προζύμι του δόκανου, που μούστησε η μοίρα μου με λέει: « Αμ όλοι το καταλάβαμε στου Σαράντη, πως και σένα σου πόνεσε το δόντι από κείνο το βράδυ . . . » Πώς; «Ναι! ο βήχας κι' ο έρωτας δεν κρύβουνται, Αντρέα . . . » Τέλος πάντω στον κύκλο μας είνε γενική κουβέντα, πως ο Χορμίδης και συ ξετρελαθήκατε με την Πιπίτσα, πως η Πιπίτσα προτιμάει εσένα, πως η δείλια σου είνε μοναδικό πράμα και πως α σε νικήσει ο Χορμίδης θα σε ανακηρύξουμε όλοι μας ανίκανο για κάθε τι και να ζεις ακόμα. . »
(σταματάει).
Κωστής (σα να μιλούσε μονάχος του). Προζύμι του δόκανου! . . . Πολύ ωραία ονομασία . . . Το προζύμι του δόκανου . . Λοιπόν;
Αντρέας. Πέντε δέκα φορές ύστερα, όμοια κουβέντα με το Ρηνόπλο, με το Σαράντη, μ' όλους, με το Χορμίδη, που με παρακαλούσε να υποχωρήσω εγώ και ναν τον ορίζω πια σ' όλα τάλλα με κάμαν νανάψω. Κι' όταν ένα άλλο βράδυ στου Ρηνόπλου το σαλόνι ξανασμίξαμε, εγώ δε μπόρεσα να κρυφτώ μήτε στον εμαφτό μου . . Την αγαπούσα πια . . . Την αγαπούσα με τέτιαν αγάπη, που ντρεπόμουν ναν το φαντάζουμαι και πια δεν επίτρεψα σ' αφτούς, που μανάγκασαν ναν την αγαπήσω, να ξαναμιλήσουν χωρίς εβλάβεια γιαφτή την κόρη. Κι' από τότες πιαστήκαμε και με το Χορμίδη . . . κι αφτός απελπισμένος από την Πιπίτσα, ικανός να μην αγαπήσει, ύστερα από λίγο, έγινε ο αλτεμπαράν αλληνής, της κουνιάδας, καθώς ξέρεις, του Σαράντη . . .
Κωστής. Ναι! . , .
Αντρέας. Αφτή είνε η αρχή της αγάπης μας. Γνωριστήκαμε ύστερα καλά . . . Ένα χρόνο πήγαινα ταχτικά σπήτι της και τόρα είνε άλλος ένας χρόνος, που είμαστε αρεβωνιασμένοι.
Κωστής. Και τότες, πού η δυστυχία σου;
Αντρέας. Νόμισες, πως τέλειοσα; Τόρα θα μάθεις, ό,τι δεν ξέρει κανένας· γιατί όσα σούπα όλοι και συ ακόμα τα μισόξερες . . . Τόρα θα σ' ανοίξω την ψυχή μου για να σου απιθόσω τους πόνους μου στη δική σου τη μεγάλη την ψυχή . . . Ναι, Κωστή . . . (χτυπάει το κουδούνι και σταματάει λίγο· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Φέρε μου ένα ποτήρι νερό, (το παιδί φέβγει. Ο Κωστής παίζει τα δάχτυλά του στο τραπέζι κι' έχει σκυφτό το πρόσωπο· ο Αντρέας πιάνει το κούτελό του· Ξαναμπαίνει το παιδί με το νερό. Στο παιδί) Πήγαινε. (Το παιδί φέβγει). Φαντάζεσαι τι θα σε πω; όχι ποτές . . . (ξάφνου) Δε με λες; δεν ξέρεις καθόλου την οικογένεια του πεθερού μου;
Κωστής. Όξω από τον Τάσο, που τον εγνώρισα εδώ δεν ξέρω κανέναν άλλο . . .
Αντρέας. Αγκαλά και ποιο άλλο σπήτι ξέρεις εσύ από το κελί σου; . . .
Κωστής. Μόλα τάφτα . . .
Αντρέας. Ναι! Λοιπόν ο πεθερός μου έχει τρία αγόρια και τρία κορίτσια . . .
Κωστής. Αφτό το ξέρω . . .
Αντρέας. Το πρώτο του παιδί είνε η Πιπίτσα, ύστερα ο Γεράσιμος, ύστερα η Κατίνα, ο Τάσος, η Φρόσω κι' ο Νίκος παιδί ακόμα, αφτός . . .
Κωστής. Καλά . . .
Αντρέας. Καθένα απ' αφτά τα παιδιά έχει τικ . . .
Κωστής. Δηλαδή;
Αντρέας. Μια βίδα . . . Μια ψυχική διαστροφή . . . μια νεβρική ακαταστασία . . . Κι' εγώ δεν ξέρω πως να στα πω . . . Μήπως είμαι γιατρός; . .
Κωστής. Τι λογής πάνου κάτου;
Αντρέας. Νά! πάρε τον Τάσο . . . Δεν ανακαλύπτεις σ' αφτόνα ψυχική διαστροφή;
Κωστής. Δηλαδή . . . δεν τον εξέτασα ποτές μου . . . Μα τι έχει αφτός; . . .
Αντρέας. Αφτός; Δεν τονέ νιάζει για τίποτα. Είνε το επιπολαιότερο πλάσμα, που υπάρχει στον κόσμο.
Κωστής. Εγώ δεν το βρίσκω σπουδαίο αφτό.
Αντρέας. Είνε σπουδαιότατο . . . Τέλος πάντων ταπόγιομα θαν τους διείς όλους . . . Να προσέξεις μόνο και θα διείς τον καθένα με τα στίγματά του . . . Την Πιπίτσα θέλω να κυτάξεις πολύ . . Γι' αφτή να μη με κρύψεις τίποτα.
Κωστής. Έχει κι' αφτή στίγματα;
Αντρέας. Είνε δυο μέρες που τανακάλυψα . . . Ως προχτές την περνούσα τέλεια στην υγεία της και στη σωματική και στην ψυχική . . . Μ' από προχτές έχω λόγους ναφιβάλω κι' αφτή η αφιβολία με σπαράζει . . . Θα με καταστρέψει.
Κωστής. Μα δηλαδή τι ανακάλυψες;
Αντρέας. Άκου με. Κωστή . . . Από προχτές άρχισε να μ' αναπτύζει κάτι αλόκοτες θεωρίες . . . θεωρίες για τον αιώνιο αρεβώνα . . . Θεωρίες, πως να μην παντρεφτούμε ποτές και να μένουμε αιώνια αρεβωνιασμένοι . . . Εγώ προχτές, σα με τα πρωτόπε με κάπιαν τόλμη άγνωστή της ξαφνιάστηκα λίγο. Ύστερα υπόθεσα, πως μιλεί όλους διόλου ακαδημαϊκά και συζητούσα, όσα έλεγε, όπως ξάφνου θα συζητούσα με σένα, αν είχαμε να συζητήσουμε φιλοσοφικές τέτιες θεωρίες του Τολστόη ή και του Ίψεν.
Κωστής. Πιθανό κι' αφτή να βρίσκονταν σ' επίδραση κάπιας τέτιας μελέτης.
Αντρέας. Όχι! Αφτή δεν ξέρει Γαλλικά . . καμιά γλώσα δεν ξέρει . . . δεν τα διάβασε πουθενά. Της αποκαλύφτηκαν, λέει, άξαφνα κι' όσο το εξετάζει μέσα της τόσο και το αγκαλιάζει.
Κωστής. Να σε πω; Δεν το παραβρίσκω κακό αφτό. Πού ξέρεις α δεν έχει κατά βάθος δίκιο;
Αντρέας. Άφισέ τα αφτά, σε παρακαλώ. Ένας άθρωπος φυσιολογικός, ανεπηρέαστος από μελέτες, για να πει και ν' αναπτύξει τέτιες θεωρίες . . . για να μολογάει, πως του αποκαλύφτηκαν, δεν είνε στα καλά του, Κωστή . . . Και μάλιστα αρεβωνιασμένος άθρωπος, που προτοιμάζεται να παντρεφτεί ύστερα από κανά μήνα.
Κωστής. Και τι θέλεις από μένα τόρα; Τι θα μπορέσω εγώ να σ' ωφελήσω ή να σε συβουλέψω;
Αντρέας. Πρώτα-πρώτα θέλω έναν άθρωπο ναν του λέω τους καημούς μου κι' έκλεξα εσένα. Δεν το θέλεις; δε θέλεις να σε ξαναπώ τίποτις;
Κωστής. Όσο γι' αφτό . . . (κάμνει το συνηθισμένο του μορφασμό).
Αντρέας. Ύστερα και συβουλές θα με δόσεις και θα μ' ωφελήσεις . . .
Κωστής. Χμ!. .
Αντρέας. Ναι! έχεις μέσα σου δύναμη γι' αφτό, που ακόμα δεν την ανακάλυψες μήτε συ, γιατί δε σου δόθηκε περίσταση. Τίποτ' απ' αφτά τόρα . . . Τ' απόγυιομα θα σε πάρω μαζύ μου ναν τους γνωρίσεις και τότες θ' αρχίσεις νανακαλύφτεις και τη δική μου την ανάγκη και τη δική σου τη δύναμη . . . Θα διείς αλόκοτα πράματα. . Σε προκαταλαβαίνω και μην ξιπαστείς καθόλου . . . (βιαστικά) Μα τι αλόκοτα και κολοκύθια; Σ' όποιο σπήτι κι' αν μπεις βαθιά μέσα του, α δεν του βρεις όμοιες τρέλες, θαν του βρεις άλλες, όχι μικρότερες . . Ένοια σου . . .
Κωστής. Πάντα είσαι υπερβολικός.
Αντρέας. Υπερβολικός Όχι, φίλε μου! . . . Αληθινός μόνο! Η αλήθεια σήμερα απερνάει υπερβολή . . . Νά! . εκεί καταντήσαμε . . . Εκεί μας έφερε δεν ξέρω ποιος . . .
Κωστής (ξάστοχα). Και μήτε θέλω ναν το μάθω . . .
Αντρέας. Τόρα, είταν αφτό, που μέκαμε σήμερα να ξυπνήσω σε τέτια κατάσταση; Το κεφάλι μου έχει τόσο βάρος, που αλάκερα καντάρια το σφίγκουν. Εδώ η μέση μου είνε, σαν κομένη . . . Πίστεψε, πως δε σε καλοβλέπω, ακόμα . . . Κι' απάνου σ' όλα αφτά ο αδερφούλης μου μού στέλνει αφτή την πανταχούσα από την Πάτρα . . . (δείχνει το γράμα.)
Κωστής. Δηλαδή; . . .
Αντρέας. Αφτό, α στο πω, άδικα θα σε βαρύνω, τι το θέλεις . . .
Κωστής. Νόμιζα. .
Αντρέας. Καταλαβαίνεις τόρα πόσο είμαι εφτυχής (ακούγεται η καμπάνα για το μεσημέρι). Μεσημέρι!. . Και τίποτα δεν εργάστηκα σήμερα!. . Διές εδώ η αληλογραφία μου . . . Έχω σε εικοσιπέντε γράματα ναπαντήσω και πρέπει ναν τα διαβάσω όλα . . . Αφτό απαιτεί η ευσυνειδησία . . . Α! δε γλυτόνει . . . Κι' εφέτος την κρατώ τη «Ζωή» και του χρόνου τη νοικιάζω . . . Με παράσφιξαν οι στενοχώριες . . .
Κωστής (σηκόνεται και περπατάει λίγο με τα χέρια πίσω). Θέλεις να πω ό,τι είπες στην αρχή, πως θα σου 'λεγα; . . . (Ο Αντρέας τον κυτάζει με κάπια περιέργεια). Τίποτα απ' αφτά δε με φαίνεται τόσο σπουδαίο, που να συχαθεί κανείς τη ζωή του και να σκάζει και να συχίζεται και ναροθυμεί, όπως κάμνεις εσύ τόρα . . . Πίστεψέ με . . . Τίποτα! . . .
Αντρέας. Αμ! στο είπα απ' την αρχή! . . . Τ' απόγυιομα . . . Τ' απόγυιομα . . .
Κωστής. Ώστε επιμένεις σώνει και καλά να με συστήσεις στης κ. Τριάφτη;
Αντρέας. Ανίσως και μ όλα αφτά το βρίσκεις περιτό, τότες μην έρχεσαι, φίλε μου . . .
Κωστής. Καλά!. . Θαρθώ . . .
Αντρέας (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Να συγυρίστε ταπόγυιομα. Εγώ δε θάρθω . . . (δείχνοντας την αληλογραφία του). Αφτά εδώ να μην πειραχτούν καθόλου . . .
Το παιδί. Πολύ καλά. .
Αντρέας. Πάμε, Κωστή . .
Κωστής. Ναι! είνε ώρα για φαΐ . . .
Αντρέας. Πάμε προτήτερα να πιούμε μια μαστίχα . . .
(Φέβγουν. Το παιδί τους κυτάζει).
Πέφτει η σκηνή.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ
Η σκηνή παρασταίνει το σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ, αρκετά καλά επιπλαρισμένο. Στη μέση ένα στρογκυλό τραπέζι. Αριστερά μια πόρτα συγκοινωνεί με την κάμερα της ΠΙΠΙΤΣΑΣ και μια άλλη στο βάθος συγκοινωνεί με το κοριντόρο. Από βαθιά ακούγεται το παίξιμο μαντολίνου, που βαστάει ως το τέλος της πράξης. Η ΚΑΤΙΝΑ σε μιαν άκρη του τραπεζιού ρίχτει πασιένζες· Στο διβάνι κάθεται η ΦΡΟΣΩ μισοξαπλομένη και κοντά της η ΒΑΣΙΛΩ ορθή.
Φρόσω (σιγά κάπως στη Βασίλω). Και για δεν της τα κοπάναγες και συ;
Βασίλω. Εγώ, κυρία Φρόσω, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω. Δεν πα να λέει ό,τι θέλει εκείνη . . . Σαν τα μούτρα της θα γίνω κι' εγώ;
Φρόσω. Μα να σε πει πως μπάζεις το μπακάλη, τον ψωμά, το μανάβη, όλη τη γειτονιά;
Βασίλω. Κι' αν τάπε και τι;
Φρόσω. Μα δε με λες, καημένη, είνε αλήθεια; Αλήθεια τους μπάζεις; Πώς δε σε κατάλαβε κανείς από μας!
Βασίλω. Τι λέτε, κυρία Φρόσω; Εγώ ναν τους μπάσω αφτουνούς; Μη χειρότερα!. .
Φρόσω. Αμ λοιπό ψέματα έσκουζε από τα παράθυρά της η Παναγιώτα; Εκείνη δε μπάζει κανένανε;
Βασίλω. Η Παναγιώτα; Ούλους, που είπε για μένα, εκείνη τους μπάζει· και το μανάβη και τον ψωμά, και κείνος ο σκαμπανέας, που κάνει τον ξάδερφό της, αγαπητικός της είνε . . .
Φρόσω. Μα ένα πράμα δε μπορώ να καταλάβω: πώς δεν την τσακόνουνε; . . .
Βασίλω. Αφτό λογαριάζεις, κυρία Φρόσω; Αρκεί να θέλει μια να μπάσει ένανε κι' από για ναν την τσακόσουνε . . . Ου . . . (κάνει μια χειρονομία).
Φρόσω. Μα πώς τα καταφέρνει;. . ,
Βασίλω. Γιατί ρωτάς; . .
Φρόσω. Έτσι, καημένη, ρωτάω . . . από περιέργεια.
Βασίλω. Πρώτα-πρώτα ξέρει απόξω τα κατατόπια του σπητιού και το χούι ολονών . . . πότες κοιμούνται, πότες ξυπνάνε, πότες . . .
(Μπαίνει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ με θυμό).
Η κ. Τριάφτη (στη Βασίλω). Τι κάνεις εκεί εσύ; Εφτού είνε η δουλειά σου; Γλήγορα λοιπόν. , . (Η Βασίλω φέβγει κάτι ψιθυρίζοντας. Στην Κατίνα). Εσύ άλλη δουλειά να μην κάνεις από τα χαρτιά . . . θαν τα σκίσω επί τέλους . . .
Κατίνα. Στους θυμούς σου είσαι πάλε;. .
Η κ. Τριάφτι. Στους θυμούς μου, μαθές . . . Καθώς με καταντήσατε δεν έχω μιαν ώρα ησυχία . . . γκρ . . από δω. . γκρ . από κει. Δε μπορώ πια να υποφέρω! . . . (στη Φρόσω) Και συ βρήκες το τεράκι σου. Χρυσές κουβέντες με τις δούλες . . . Ωραία! . . .
Φρόσω (σιγά). Μη με σκοτίζεις . . .
Η κ. Τριάφτη. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω . , να πάγω όπου με βγάλει η μοίρα μου . . . να γλυτόσω από σας! Παιδιά είνε αφτά, πούκαμα; Να μη βρίσκω πουθενά μια στιγμή ήσυχη; Πάω στην κάμερά μου να συχάσω λίγο, από πίσω μου ο Τάσος: «Δος μου, μητέρα ένα τάλαρο . . . » «Τι το θέλεις; » του λες . . . κι' αφτός αρχίζει τις φωνές . . . βρίζει, σκίζεται, χτυπιέται . . . Τι να κάμω κι' εγώ; του το δίνω να με ξεφορτοθεί . . . και τότες έρχεται και με χαϊδέβει: «μητερούλα μου! μητερούλα μου!. . » Να πάει στο διάβολο τέτια μητερούλα!
(Η ΦΡΟΣΩ κυτάζει σ' αντίθετο μέρος από κει, που μιλάει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ· η ΚΑΤΙΝΑ εξακολουθεί να ρίχτει τις πασιέντζες της. Μπαίνει ο ΝΙΚΟΣ)
Νίκος. Μητέρα . . ε, μητέρα! . . .
Η κ. Τριάφτη. Τι θέλεις, παιδάκι μου;
(Ο Νίκος πάει κοντά της. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τονέ φιλεί).
Νίκος. Νό μου, μητέρα, πενήντα λεφτά, να πάω να φάω ένα παγωτό στο Ροαγιάλ . . .
Η κ. Τριάφτη. Το παιδάκι μου . . . Μα δε σούδοσα την αβγή; Τι τάκαμες;
Νίκος. Έφαγα μια πάστα, μητέρα . . .
Η κ. Τριάφτη. Κατεργάρη, μήπως άρχισες και συ το τσιγάρο;
Νίκος. Εγώ, μαμά; Εγώ τσιγάρο; Να μη χαρώ τον πατέρα αν πίνω εγώ τσιγάρο . . .
Η κ. Τριάφτη. Μπράβο, παιδί μου . . .
Νίκος. Νό μου, τόρα ντε, τα πενήντα λεφτά . . .
Η κ. Τριάφτη (του τα δίνει). Νά! και να προσέχεις . . .
Νίκος (τ' αρπάζει και πάει κοντά στη Φρόσω και της λέει μυστικά δείχτοντας με το βλέμα την κ. Τριάφτη). Σαν κι' εσένα μπορώ να κοροϊδέψω χίλιες την ώρα . . .
(Η Φρόσω σπάζει τα γέλια κι' ο Νίκος φέβγει τρέχοντας).
Η κ. Τριάφτη (στη Φρόσω). Τι έπαθες;
Φρόσω. Γιατί; δεν κοτάμε και να γελάσουμε;
Η κ. Τριάφτη. Μόνο οι μουρλοί γελάνε χωρίς λόγο . . .
Φρόσω. Πού ναν τους έβρουμε τους γνωστικούς ,! . . .
Η κ. Τριάφτη. Είσαι χαβριζόστομη . . . Δε ντρέπεσαι καθόλου . . .
Φρόσω (με θυμό). Για να σου πω, σε παρακαλώ . . . κι' αν έβαλες βουλή να μας φας, εγώ δεν τόχω στο νου μου να σ' αφίσω . . . Α! μα την αλήθεια. (Σηκόνεται να φύγει. Την ίδια στιγμή μπαίνει ο Τάσος με τσιγάρο στο στόμα και με το συνηθισμένο του γέλιο. Προχωρεί πίσω από την Κατίνα και της φυσάει τα ξαπλωμένα χαρτιά και της τα σκορπίζει. Η Φρόσω γελάει μ' αφτό και ξανακάθεται).
Κατίνα (δυνατά). Κακοχρονονάχεις!
Τάσος. Τ' είπες;
Κατίνα. Κείνο πούπα . . .
Τάσος. Ξέρω κιεγώ . . .
Η ΚΑΤΙΝΑ τα ξαναφτιάνει κι' όλο ψιθυρίζει. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ πάει και κάθεται σε μια πολυθρόνα συλοησμένη. Ο ΤΑΣΟΣ προχωρεί στη ΦΡΟΣΩ).
Τάσος (σιγά στη Φρόσω) Ρουφήξαμε ένα πεντόφραγκο
Φρόσω. Το ξέρω.
Τάσος. Πού το ξέρεις;
Φρόσω. Τόλεγε η μαμά προλίγου.
Τάσος. Ένα ζεβγάρι κάλτσες μάβρες (κλει το μάτι του) της μιάμισης δραχμής δηλαδή.
Φρόσω. Για ποιόνα;
Τάσος. Κούκο! . . . για τη Βασίλω, κούκο . . .
Φρόσω. Για τη Βασίλω;! . . .
Τάσος. Για τη Βασίλω βέβαια! . . αμ για ποιόνα το λοιπόν; (ξαναπηγαίνει στην Κατίνα). Ξεθύμοσες, Κατίνα μου; Εγώ αστειέφτηκα . . .
Κατίνα. Α θέλεις ναστειέβεσαι νά! εκεί και πήγαινε
(δείχνει τη Φρόσω).
Φρόσω. Τι έχεις με μένα; σε πείραξα εγώ καθόλου;
Τάσος (της χαϊδέβει τα μαλιά κι' όλο ειρωνικά). Την καημένη την Κατίνα . . . όλοι την πειράζουνε . . . Ένια σου, Κατίνα μου, κι' εγώ είμαι εδώ . . .
Κατίνα. Με ξεφορτόνεσαι εγώ λέω . . .
Τάσος (στέκεται ορθός απάνου της και τη διορθόνει κάθε τόσο). Το οχτώ κούπα πέρασε, τι κυτάς; . . . Το έξη καρό, στραβή . , .
Κατίνα. Άει στο καλό από δω . . .
Τάσος. Έμου σε συβουλέβω και πάλε κακός . . .
Κατίνα. Δεν τις θέλω τις συβουλές σου . .
Τάσος. Βλέπεις το λοιπόν; (δίνει μια με το χέρι του και της τα ξαναχαλάει. Η Κατίνα σηκόνεται απάνου με θυμό)
Κατίνα. Άει στο διάβολο . . (στην κ. Τριάφτη δυνατά). Θαν του μιλήσεις; . . .
Η κ. Τριάφτη. Ο Θεός να μ' ελεήσει!. Καλά κάνει ο πατέρας σας και δεν κάθεται καθόλου στο σπήτι . . . Ζωή είνε αφτή; . . .
Κατίνα (στον Τάσο). Μουρλέ! . . .
Τάσος. Τ' είπες;!. Στάσου να διείς . . . (πάει τάχα ναν τη χτυπήσει· ανοίγει η πόρτα αριστερά και μπαίνει η Πιπίτσα).
Πιπίτσα. Τάσο μου! . . . Μη! να ζεις, Τάσο μου . . .
Τάσος (στην Κατίνα). Έχε χάρη της Πιπίτσας . . . ει δ' αλιώς σούδειχτα εγώ να μάθεις να μιλάς άλλη φορά.
Πιπίτσα (πάει κοντά στην Κατίνα). Ένια σου, Κατίνα μου, ρίξε την πασιέντζα σου . . . Δε σε πειράζει κανένας . . . (Η Κατίνα ξανακάθεται κι ετοιμάζεται ναν την ξαναρίξει). Στάσου να κόψω εγώ. (κόβει τα χαρτιά). Αφτή τη φορά τα ρίχτεις για μένα. Τακούς, Κατίνα; Κάτι έβαλα . . .
Κατίνα. Καλά, Πιπίτσα.
Φρόσω. Έβαλες για τον Αντρέα . . .
Πιπίτσα. Έβαλα για κάτι. Τι τα θέλεις γιατί . . . (προχωρεί στην κ. Τριάφτη). Εσύ, μαμά, μη συχίζεσαι. Κάνε πως δε βλέπεις. Δεν είμαστε πια παιδάκια. Μη συχίζεσαι, μαμά . . .
Η κ. Τριάφτη. Δεν αντέχω, Πιπίτσα μου . . . Το σηκοτάκι μου εψήθηκε . . .
Πιπίτσα. Μαμά, να ζεις . . . μη συχίζεσαι . . . Βλέπεις, πως δεν κάνεις τίποτα μαφτό . . . Εμείς μόνοι μας θα προσπαθήσουμε ναν τα διορθόσουμε τα πράματα . . . Ε, Τάσο μου;
Τάσος. Βέβαια! Η μαμά όλα σοβαρά τα πέρνει. Αστειεβόμαστε, μαμά . . .
Η κ. Τριάφτη. Τέτια αστεία! . . .
Πιπίτσα (στην Κατίνα). Ε , πώς πάει η πασιέντζα, Κατίνα, θα βγούνε τα χαρτιά ή όχι;
Κατίνα. Δε θα βγούνε, Πιπίτσα . . .
Πιπίτσα. Κρίμας!. .
Κατίνα. Να διούμε ως το τέλος . . .
Πιπίτσα. Κύταξε, να ζεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Νά! βλέπεις, μαμά, τι καλά, που φερνόμαστε τόρα;
(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).
Πιπίτσα (πάει κοντά στον Κωστή) Κύριε Βέρτη, μας είσαστε πολύ γνωστός. Ο Αντρέας καθεμέρα μας μιλεί για σας. Διαβάζουμε και τα ωραία σας σονέτα στη «Ζωή» . . .
Κωστής. Πολύ με κολακέβετε, μαντμαζέλ . . .
(Η ΚΑΤΙΝΑ κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί καθόλου)·
Πιπίτσα. Εμείς ταχτικά λέγαμε στον Αντρέα να κάμει, ώστε να λάβουμε την εφκαρίστηση και της προσωπικής σου γνωριμίας . . .
Κωστής. Μερσί. . Η εφκαρίστηση αφτή είταν και για μένα πάντα μεγάλη . . .
Πιπίτσα (χαμογελάει). Δεν καθόσαστε; Από δω, κ. Βέρτη, στον καναπέ . . .
Κωστής (κάθεται σε μια καρέκλα). Μερσί . . . Δεν πειράζει . . .
Η κ. Τριάφτη. Ο κ. Βέρτης είνε Αθηναίος;
Κωστής. Όχι, κ. Τριάφτη . . . Είμαι από την Καλαμάτα . . .
Η ΦΡΟΣΩ, που ως εκείνη τη στιγμή σιγομιλούσε με τον ΤΑΣΟ έρχεται και κάθεται κοντά στον ΚΩΣΤΗ. Ο ΤΑΣΟΣ φέβγει κρυφά. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κάνει νόημα του ΑΝΤΡΕΑ και αφτός πάει και σιγομιλούν. Η ΠΙΠΙΤΣΑ κάθεται στην άκρη του διβανιού).
Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Τι μεγάλη τιμή για το σπήτι μας, κ. Βέρτη, να σας γνωρίσουμε. . . .
Κωστής (ξαφνιαζούμενος). Α! μαντμαζέλ . . .
Φρόσω. Έναν τέτιο ποιητή, σαν εσάς . . . Δεν ξέρετε, πώς με τρελαίνουν τα σονέτα σας. Το τελεφταίο, πούχατε στη «Ζωή» «τόνειρο» τόμαθα απόξω . . .
Κωστής. Πολύ μανεβάζετε, μαντμαζέλ.
Τάσος. Το κουδούνι. . Ο Γιάνκος θάνε, . Τούπα ναρθεί να με πάρει. . (βγαίνει).
Η κ. Τριάφτη. Κατίνα, θαρθεί ξένος άθρωπος, παιδί μου . . . Άστα τα χαρτιά πια . . .
Κατίνα. Και τούτη την πασιέντζα θα ρίξω, μαμά . . .
(Ξαναμπαίνει ο ΤΑΣΟΣ).
Τάσος. Δεν είταν ο Γιάνκος. Ο Αντρέας είνε με το Βέρτη.
Πιπίτσα. Ο Αντρέας;
Τάσος. Ναι! Δεν τον επερίμενες;
Φρόσω. (σηκόνεται και πάει κοντά στον Τάσω. Θαρθεί ο Γιάνκος;
Τάσος. Ναι! Κάτι θαν του δείξω. Γιατί;
Φρόσω. Τι θαν του δείξεις;
Τάσος. Τι σε μέλει;
Φρόσω. Είνε κακό, που σε ρωτάω;
Τάσος. Θαν του δείξω τη Βασίλω . . .
Φρόσω. Δεν ντρέπεσαι . . .
(Μπαίνουν ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' ο ΚΩΣΤΗΣ. Η ΚΑΤΙΝΑ πάβει τα χαρτιά και τα κρύβει).
Αντρέας. Χαίρετε . . . Να σας παρουσιάσω τον αγαπημένο μου φίλο κ. Βέρτη. Η κ. Τριάφτη· η ντεμοαζέλ Πιπίτσα· η ντεμοαζέλ Κατίνα· η ντεμοαζέλ Φρόσω.
(Ο ΚΩΣΤΗΣ υποκλίνεται και χαιρετιούνται).
Τάσος. Πώς είταν αφτό το έχταχτο, φίλε μου, να σε διούμε στα λημέρια μας;
Αντρέας. Αφτό είνε κατόρθομα δικό μου.
Φρόσω. Σας είξερα κι' από τον περίπατο. Σας έβλεπα. Όλο στο αριστερό τροτοάρ της δεντροστοιχίας πηγαίνετε και πάντα μόνος σας.
Κωστής. Η καλοσύνη σας.
Φρόσω. Εγώ, κ. Βέρτη, τρελαίνουμαι για τους καλιτέχνες . . .
(ξακολουθούνε να μιλάνε σιγά).
Αντρέας (λίγο δυνατότερα στην κ. Τριάφτη). Τόρα πια μούφυγε λίγο η στενοχώρια μου.
Η κ. Τριάφτη. Να μην παρασκοτίζεσαι, παιδί μου, και βλάβεις την υγεία σου . . . Μα και κανείς αδερφός δε φέρνεται, όπως εσύ . . . Το μεσημέρι, που μας τάλεγε στο τραπέζι ο Τάσος σε μάλοσα λίγο . . .
Αντρέας. Α! κ. Τριάφτη . . . Δεν έχει άλλον από μένα ο αδερφός μου . . .
Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα μόνο σου πήρε το δίκιο σου . . .
Αντρέας (σηκόνεται). Αφτό το περίμενα . . . (συργεανάει λίγο . . . Το μαντολίνο ακούγεται πάντα από βαθιά). Ο Γεράσιμος δηλαδή δεν το ενοεί με το μαντολίνο του; . .
Η κ. Τρίφτη. Δεν την ξέρεις την μανία του;
Αντρέας (κάθεται στο διβάνι κοντά στην Πηνελόπη). Πώς πέρασες από χτες τη νύχτα;
Πιπίτσα. Καλά . . . εσύ;
Αντρέας. Τάμαθες από τον Τάσο . . . Μια μικρή στενοχώρια από ένα γράμα του αδερφού μου, που μου πέρασε πια.
Πιπίτσα. Ο καημένος! Πόσο λυπήθηκα, Αντρέα . . . α γιατί ο χριστιανός να στενοχωριέται έτσι με το τίποτα;
Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ τι να πω;
Πιπίτσα. Εσύ, Αντρέα, ναν του γράφεις παρηγοριτικά και ναν τονέ συβουλέβεις . . . . Άμα του γράψεις ναν του γράψω κι' εγώ από κάτου δυο τρεις αράδες. Ε;
Αντρέας. Ναι! Άβριο θαν του γράψω και θα στο φέρω ναν του γράψεις και συ. Εδώ τι άλλο είχαμε σήμερα;
Πιπίτσα. Τίποτα σπουδαίο. (σε λίγο· μυστικότερα). Δε με λες, Αντρέα, τα συλογίστικες εκείνα που είπαμε;
Αντρέας. Μα Πιπίτσα, πάλε τα ίδια;
Πιπίτσα. Προσπάθησε ναν τα πολυξετάσεις, Αντρέα μου, και θα διείς πόσο έχω δίκιο . . Α! είνε ωραίο πράμα να είνε κανείς πάντα αρεβωνιασμένος. Να περνάει ο καιρός κι' αφτός να μνίσκει στη μαγεία της αγάπης της πνευματικής . . , Ε, Αντρέα;
Αντρέας. Μ' αφτή την αγάπη, Πιπίτσα μου, τη βαρυέται κανείς ως το τέλος.
Πιπίτσα. Τι λες, καλέ; Αμ αν είνε να βαρεθεί αφτή την αγάπη τότες την άλλη, πως θα μπορέσει ναν τη βαστάξει; Εγώ, Αντρέα, νιόθω, πως αιώνια θα σαγαπώ έτσι! Κι' έχω και κάτι άλλο στο νου μου, που ακόμα δε στο λέω . . .
Αντρέας. Τι;
Πιπίτσα. Δεν είνε καιρός να στο πω ακόμα. Άμα είνε θαν το μάθεις. (ξακολουθούνε να συγομιλάνε. Μπαίνει, ο Τάσος πάλε με τσιγάρο στο στόμα).
Τάσος. Μωρέ ησυχία! Σαν να μπήκα σ' εκλησιά . . . Και γιατί;
Φρόσω. Γιατί έλειπες εσύ.
Τάσος. Όχι! Δεν είνε αφτό. Είνε γιατί δεν πήρες ακόμα θάρος με τον κ. Βέρτη . . .
Φρόσω. Κάτι λες και συ τόρα . .
Τάσος (στον Κωστή). Δίνε της θάρος και θα καλοπεράσεις μαζί της.
Κωστής. Δεν έχεις δίκιο.
Τάσος. Καλά καλά. Σκιάζουμαι μην το μετανιώσεις γλήγορα. (προχωρεί να πειράξει την Κατίνα.)
Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Έτσι με πειράζει πάντα, χωρίς να φταίω.
Κωστής. Τόχει ιδίομα. Σεις δεν πρέπει ναν το πέρνετε σοβαρό.
Φρόσω. Αν τόπερνα σοβαρό!. . (σε λίγο . . περιπαθέστερα). Δε με λέτε, κ. Βέρτη . . .
Κωστής. Τι, μαντμαζέλ;
Φρόσω. Αγαπάτε καμιά;
Κωστής (με φανερή ανησυχία). Α! . . .
Φρόσω. Νέος σαν κι' εσάς . . . με τόσα προτερήματα, είνε δυνατό να μην έχει πέντε τουλάχιστο, που ναν τον αγαπούν; . . .
Κωστής. Σας βεβαιόνω, μαντμαζέλ . . . (Ο Τάσος αφίνει την Κατίνα κι έρχεται κοντά στην κ. Τριάφτη).
Τάσος. Εσύ, μητερούλα, δε μιλάς τίποτα;
Η κ. Τριάφτη. Ας είσαι καλά εσύ, που μας αναπληρόνεις όλους . . .
Πιπίτσα (δυνατά). Αφίσαμε μόνο τον κ. Βέρτη.
Κωστής. Όχι δα . . .
Τάσος. Μωρέ, αφτόνα τονέ λιμάρει η Φρόσω ώρες τόρα . .
Πιπίτσα. Ετοιμάζετε κανά καινούργιο έργο, κ. Βέρτη;. .
Κωστής. Όχι, μαντμαζέλ . . . Βρίσκουμαι σε μια περίοδο στείρα. Αφτές οι ζέστες με πειράζουν . . .
Πιπίτσα. Έχετε δίκιο . . . Σήμερα δεν είδατε και τι αέρα είχε;
[σελίδα 103]
Τάσος. Και σκόνη. .
Κωστής. Πλήξη . . .
Αντρέας. Ασφυχτική ζωή . . .
Πιπίτσα. Όχι, Αντρέα, ίσα με κει . . . Ναι, είνε λίγο στενόχωρα τα όρια, μα . . .
Αντρέας (διακόφτοντας). Μήπως τα στενά όρια δεν κάνουν ένανε να είνε φυλακισμένος; . . .
Πιπίτσα. Μα εκεί είνε καταναγκασμός . . .
Αντρέας (διαστρέφοντας επίτηδες το ζήτημα). Πιπίτσα μου. Όταν η κοινωνία και την πιο φανερή αλήθια την περνάει για πρόληψη, η αλήθεια εκείνη κατανταίνει ψέμα . . . Τον καταναγκασμό είτε ο νόμος είτε η πρόληψη τον επιβάλει είνε καταναγκασμός! . . .
Πιπίτσα. Μα εδώ βρίσκεται η υπεροχή μερικών εξαιρετικών πνευμάτων, να μην τα νιάζει για τις κοινωνικές πρόληψες . . Δεν το νομίζετε και σεις, κ. Βέρτη;
Κωστής. Είνε τόσο πολύπλοκα αφτά τα ζητήματα, μαντμαζέλ . . .
Αντρέας. Ο Κωστής έχει σπουδάσει την εμπειρική ψυχολογία στα γερά. Ώστε δε μπορεί να είνε σύφωνος μαζύ σου.
Κωστής. Δεν είνε έτσι, Αντρέα! . , Μερικές πρόληψες μπορεί ναν τις σέβεται καθένας. Όπως πάλε είνε άλλες, που το συφέρο του τού επιβάλει να μην τις προσέχει . . .
Πιπίτσα. Ποιες λόγου χάρη, κ. Βέρτη;
Κωστής. Νά, λόγου χάρη. Τόρα το καλοκαίρι, τις βραδυές, μαρέσει να βγαίνω ξέσκουφος περίπατο. Η ετικέτα όμως μου το απαγορέβει! Το πολύ πολύ αντίς να έχω το καπέλο μου στο κεφάλι μου μπορώ ναν το κρατήσω στο χέρι . . . Ποιος μεμποδίζει να μην κάμω το μικρό αφτό κέφι; να έβγω χωρίς καπέλο;
Αντρέας. Ή χωρίς σακάκι ή, καλέ, μόνο χωρίς λαιμοδέτη; . . .
Πιπίτσα. Εγώ μπορούσα να έβγω.
Κωστής. Είνε τόρα κι' άλλες, που το συφέρο του εγώ επιβάλει ναν τις πετάει κανείς . . . Αφτό ξάφνου που λέμε λόγο της τιμής κι' άμα . . . (ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).
Τάσος (τρέχοντας όξω). Αφτή τη φορά βέβαια θα είνε ο Γιάνκος. (φέβγει)
Κωστής (χωρίς να διακοπεί) τονέ δόσει κανείς δεσμέβεται, μου φαίνεται πρόληψη του χειρότερου είδους . . .
Πιπίτσα. Ας προσέχει να μην τονέ δίνει απ' αρχής.
Κωστής. Είνε περιστάσες, μαντμαζέλ, που τα πράματα δεν έρχουνται, όπως τα φαντάζεσαι κανείς. Κι' είνε αξίομα πια, χωρίς επιστημονική αντίρηση, πως η θέληση δεν αρκεί πάντα μονάχη της να διεφτύνει μια πράξη και ναν τη φέρει στο αποτέλεσμα . . .
(Μπαίνει ο ΓΙΑΝΚΟΣ και πίσω τον ο ΤΑΣΟΣ ακουμπώντας το χέρι του στην πλάτη του ΓΙΑΝΚΟΥ.)
Γιάνκος. Χαίρετε. (τονέ χαιρετάνε).
Τάσος. Δε σας το είπα εγώ, πως θα είνε ο φιλαράκος.
Γιάνκος (στον Κωστή και στον Αντρέα). Όλοι εδώ; σα να είχαμε ραντεβού.
Πιπίτσα. Καθίστε. Έχουμε σοβαρή συζήτηση.
Γιάνκος (κάθεται σε μια καρέκλα). Συζήτηση; Μα προτήτερα να σας πω το νέο, που βέβαια δε θαν το ξέρετε.
Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι νέο;
Γιάνκος. Εδώ σ' ένα δρόμο έγινε φονικό . . .
Πιπίτσα. Σωπάτε καλέ!
Φρόσω. Φονικό;
[τέλος σελίδας 104]
Γιάνκος. Ναι! ο αδερφός μιανής σκότοσε τον ερωμένο της . . .
Τάσος. Καλά τούκαμε . . .
Φρόσω. Και πώς τονέ σκότοσε;
Γιάνκος. Τούδοσε έξη μαχαιριές.
Πιπίτσα. Για όνομα του Θεού! . . .
Φρόσω. Πέστε τα μας!. . πέστε τα μας! . . .
Τάσος. Λοιπόν;
(Η ΚΑΤΙΝΑ από τη θέση της προσέχει χωρίς να μιλεί).
Γιάνκος. Σ' ένα υπόγειο κάθονταν ο φονιάς με την αδερφή του και με τη μάνα του, και σ' ένα δωμάτιο της αβλής καθότανε ο σκοτομένος . . . Τέλος πάντων αγαπήθηκε αφτός με την αδερφή του φονιά και την αρεβώνιασε. Τόρα αρνιόταν ναν την πάρει, γιατί με την επιδημία της βλογιάς κόλησε η κόρη και γιόμισε σημάδια . . . Ο αδερφός της δεν το ανέχτηκε και φύλαξε εδώ και μιαν ώρα και του πάτησε έξη μαχαιριές του δυστυχή . . .
Πιπίτσα (με ταραχή). Ω! Θε μου!
Τάσος. Καλά να πάθει . . . Ποιος τούπε να κυνηγάει, όπου δουλέβει κουμπούρα;
Πιπίτσα. Σώπα . . . σώπα, καημένε.
Φρόσω. Πέθανε;
Γιάνκος. Ναι! Τον είδα στο φαρμακείο, που τον είχανε.
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ βυθίζεται σε σκέψες. Το ίδιο κι' ο ΚΩΣΤΗΣ Η ΠΙΠΙΤΣΑ κάνει το σταβρό της).
Τάσος. Πρώτα απόλα πρέπει να ξέρεις πού να ρίχτεις το δίχτυ σου. (βγαίνει).
Φρόσω πάει και κάθεται κοντά στον Γιάνκο) Τον κακομοίρη . . .
Γιάνκος. Τονέ λυπόσαστε;
Φρόσω. Ναι! Ακούτ' εκεί γιατί αγάπησε την αδερφή του ναν τονέ σκοτόσει! Εσείς θαν τονέ σκοτόνατε, αν είσαστε στη θέση του;
Γιάνκος. Δεν ξέρω. Δεν έχω αδερφή και δεν ξέρω . . .
Φρόσω. Σας το λέω εγώ, δε θαν τονέ σκοτόνατε . . . (σιγότερα) Εσείς είσαστε τόσο λαμπρός νέος . . .
Γιάνκος. Α!. .
Φρόσω. Μάλιστα. Εγώ σας παρακολουθώ από τότες, που πρωτόρθατε σπήτι μας . . . μα δε με δόθηκε περίσταση να σας το πω . . . Είσαστε ο καλίτερος κι' ωραιότερος νέος, που γνώρισα.
Γιάνκος. Με κολακέβετε . . .
Φρόσω. Καθόλου . . . (εξακολουθούν να σιγομιλούν. Μπαίνει η Βασίλω κι' ο Τάσος με γέλιο).
Βασίλω (στην κ. Τριάφτη). Τι με θέλετε, κυρία;
Η κ. Τριάφτη. Ποιος σε φώναξε;
Βασίλω (κυτάζοντας τον Τάσο). Ο κύριος Τάσος με το είπε . . .
Τάσος (με γέλιο). Έλα ντε . . . μεγάλο πράμα . . . Σε γελάσαμε, βλέπεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Μητερούλα, δος της τα κλειδιά να μας φέρει βίσινο . . .
Φρόσω. Δος της τα, μαμά.
(Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τα δίνει. Η ΒΑΣΙΛΩ φέβγει).
Τάσος (σηκόνοντας το Γιάνκο από τη θέση τον, μυστικά). Πώς σου φάνηκε;
Γιάνκος. Τι;
Τάσος. Η Βασίλω.
Γιάνκος. Δεν την πρόσεξα, καημένε . . .
Τάσος. Τι να σου κάμω; . . . Πρόσεχτη τόρα, που θα φέρει το βίσινο.
Γιάνκος. Καλά . . . καλά (έρχεται με βια και κάθεται στη θέση του και ξανακουβεντιάζει με τη Φρόσω.)
Πιπίτσα (σα ναν τόλεγε μονάχη της). Να σκοτόσει άθρωπο . . .
Κωστής. Τρομερό . . .
Αντρέας. Κι' η αφορμή γιατί δε φυλάχτηκε ο λόγος της τιμής . . . (στον Κωστή). Νά, λοιπόν, φίλε μου. Καμιά . . . μα καμιά πρόληψη δεν πρέπει να παραβλέπεται. Κι' ο άθρωπος, που θέλει ναντιτάζει στα καθιερομένα δικές του αρχές είνε perverti . . . ναι . . . έχει διαστροφή . . .
Κωστής (κάνοντας το μορφασμό του). Δηλαδή . . .
Αντρέας. Ο άθρωπος είνε έρμαιο της μοίρας του . . . Ό,τι κι' αν κάνει δε μπορεί και δεν πρέπει ναν το λογαριάζει από προτήτερα . . . Η μεγαλήτερη εβλογία για έναν άθρωπο είνε ναν τα βλέπει όλα μάβρα . . .
Πιπίτσα (μέπληξη). Αντρέα!
Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα . . . Τότες μόνο δε φοβάται το απρόοπτο . . . Στο βάθος όλα είνε μάβρα, αφού η ζωή είνε μάβρη . . .
Πιπίτσα. Αντρέα, τι λόγια είν' αφτά!
(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ με το δίσκο).
Τάσος (στο Γιάνκο δυνατά). Γιάνκο, εκείνο, που σούπα . . .
Γιάνκος (σταματώντας την κουβέντα τον με τη Φρόσω). Ναι.
(Η ΒΑΣΙΛΩ γυρίζει το δίσκο με το γλυκό σ' όλους)
Πιπίτσα. Εσείς, κύριε Γιάνκο, σ' όλα αφτά τι ιδέαν έχετε;
Γιάνκος. Παρντόν, μαντμαζέλ. Δεν επρόσεξα απ' αρχής στη συζήτηση. Δεν ξέρω γιατί μιλούσατε
Τάσος. Δεν παράχασες, φίλε μου . . . Φιλοσοφίες . . . φιλοσοφίες. Από τέτια κουβέντα προτιμώ να σου πω και τη λίμα της Φρόσως.
Αντρέας. Ο Γιάνκος είνε κηρυγμένος πεσιμιστής.
Γιάνκος. Για πεσιμισμό μιλούσατε; Μα με φαίνεται, πως όξω από τον Κωστή, που προσποιέται τον ελεφτερόφρονα, όλος ο κόσμος σήμερα είνε πεσιμιστής.
Πιπίτσα. Τι θα πει πεσιμισμός; . . . Δεν το καταλαβαίνω αφτό.
Γιάνκος. Πεσιμισμός, μαντμαζέλ, είνε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που οι οπαδοί του δεν αναγνωρίζουν άλλο φινάλε στη ζωή και στον κόσμο από την καταστροφή . . .
Πιπίτσα (πολύ έπληχτη). Όχι δα!
Γιάνκος. Όπως δήποτε . . .
Πιπίτσα. Όχι! . . . όχι! . . . δεν είν' αλήθεια αφτό . . . δεν είνε!. .
Γιάνκος. Κι' όμως . . .
Πιπίτσα. Είνε ασέβεια και στη θρησκεία αφτό, κ. Γιάνκο . . . μην το λέτε . . . Να ζείτε, μην το λέτε . . .
Γιάνκος. Ασέβεια! . . .
Πιπίτσα. Ναι!. . (Στον Κωστή). Σεις, κ. Βέρτη, προστατέψτε την αλήθεια. Είνε τρομερά αφτά ναν τα λέτε. κ. Γιάνκο . . .
Γιάνκος. Η φιλοσοφία του Κωστή είνε λίγο απ' όλα, μαντμαζέλ . . .
Κωστής. Είνε η υγιέστερη δηλαδή . . .
Πιπίτσα. Και τα παραδεχόσαστε και σεις αφτά; έστωντας και λίγο;
Κωστής. Μαντμαζέλ, η ζωή εδώ είνε στενή . . . Μα πέρα από δω δεν εμποδίζει τίποτα να φανταζόμαστε ο καθένας, όπως θέλουμε, το είνε . , ώστε δεν είνε ανάγκη ναπελπιζόσαστε . . .
Πιπίτσα (τρομασμένη).Α! κύριε, πρώτη φορά τακούω εγώ αφτά . . . Δεν τα πιστέβω . . . Κι' αφτή η ζωή δεν είνε στενή, όπως λέτε, και η άλλη, είνε ταποτέλεσμα αφτής εδώ . . .
Κωστής (νιόθοντας την ταραχή της Πιπίτσας). Αφτό είνε το λογικότερο, μαντμαζέλ.
Πιπίτσα (με τον ίδιον τρόμο). Αφτό είνε η αλήθεια.
Αντρέας (κυτάζοντας την Πιπίτσα και πολύ στενοχωρημένος). Ας ταφίσουμε τόρα αφτά. Δεν έχουμε δηλαδή τίποτ' άλλο να πούμε;
Γιάνκος. Ναι!. . Εγώ να σας πω ένα στείο, που είδα προλίγου.
Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι αστείο;
Γιάνκος. Τόρα που ερχόμουν στην πλατεία της Ομονοίας, κει που κατέβαινε από το τραμ μια κυρία της πέφτει το τουρνούρι της . . .
Φρόσω. Αλήθεια; . . .
Τάσος. Μωρ' τι λες; . . . Λοιπόν; . . .
Γιάνκος. Φανταστείτε τη θέση της. Κάνει πως δεν το βλέπει και προχωρεί . . . Μα κει ταρπάζουν δυο λούστροι κι' αρχίζουν το πέταμα και το σφύριγμα και το κακό . . . Σας βεβαιόνω πως ξεκαρδιστήκαμε όλοι στα γέλια . . .
Τάσος. Μωρ' αφτό είνε τρέλα!
Φρόσω. Ποια είταν αφτή η κυρία;
Γιάνκος. Μια . . . δεν την ξέρετε. Η κ. Νιχελίδη . . .
Φρόσω. Πώς δεν την ξέρω
Τάσος. Και ποιος σου ξεφέβγει εσένα;. . Ω! γέλιο που θάγινε . . . Το φαντάζουμαι . . . (στρέφοντας άξαφνα) τι ώρα νάνε;
Κωστής (κυτάζοντας το ρωλόι του). Εξήμιση.
Τάσος. Είνε ώρα για περίπατο. Έχουμε να διούμε και το κορίτσι μας, βλέπετε . . . (στο Γιάνκο). Πάμε, Γιάνκο;
Γιάνκος. Πάμε . . .
Τάσος. Στάσου μια στιγμή . . . (βγαίνει).
Φρόσω (μυστικά στο Γιάνκο). Ώστε θα σας βλέπουμε ταχτικά;
Γιάνκος. Δε μπορώ, μαντμαζέλ, με τραβάτε.
Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . Το πιστέψατε πια;
Γιάνκος. Ω, μαντμαζέλ . . .
Φρόσω . . . μην το ξεχνάτε, κ. Γιάνκο, ναρχόσαστε ταχτικά . . . Άβριο σας περιμένω . . .
(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με το καπέλο του και με το μπαστούνι του)
Τάσος. Έλα, Γιάνκο. Πάμε να προφτάσουμε τη δεντροστοιχία. Θα βγήκε η λεγάμενη πια . . (πάει κοντά του και του λέει μυστικά) Πώς σου φάνηκε;
Γιάνκος. Κομάτι . . .
Τάσος. Ε, ξέρω κι' εγώ . . . Τι καλά, που ήρθατε και στομόθηκαν όλοι εδώ . . . Βρήκα πέντε φορές μοναξιά στην κουζίνα . . . Το βράδυ της είπα, πως θα ξαναπάω . . . Σουτ τόρα . . (δυνατά) Τράβα . . . Πάμε . . . Αντίο, Κωστή . . . Αντίο σας . . .
Γιάνκος. Χαίρετε . . . (φέβγουν).
Πιπίτσα. Τι ιδέες, που έχει αφτό το παιδί . . .
Αντρέας. Τόρα πέρασαν αφτά τα κολοκύθια . . . Κωστή, μήπως θέλεις να πηγαίνουμε κι' εμείς;
Πιπίτσα. Θα στενοχωρήθηκε ο κ. Βέρτης κλεισμένος εδώ τόσην ώρα . . .
Κωστής. Καθόλου . . . Είταν τόσο εφκάριστη η συντροφιά . . .
Φρόσω (ξαναπάει κοντά του). Κύριε Βέρτη, αφτή την εφκαρίστηση να σας βλέπουμε να μας τη δίνετε συχνά . . .
Κωστής. Α! μαντμαζέλ . . . έχω τόσες ασκολίες . .
Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο τρελαίνουμαι για τη συντροφιά σας . . .
Αντρέας (ορθός και δυνατά). Ναι, Πιπίτσα . . . θα περπατήσουμε και λίγο. . Το βράδυ δε θάρθω . . . (λίγο φαιδρά) θα σας απιστήσω . . . θα φάμε στο Φάληρο με τον Κωστή . . . Σηκόνεσαι, Κωστή; . . .
Κωστής. Ναι . . . ναι. . ,
Πιπίτσα. Να σας βλέπουμε, κ. Βέρτη.
Αντρέας. Αφτό ενοείται . . .
Κωστής. Όσο μπορώ θα λαβαίνω αφτή την εφκαρίστηση . . .
Αντρέας. Λοιπόν χαίρετε . . .
Κωστής. Προσκυνώ . . .
(Χαιρετιούνται κι' ενώ φέβγουν πέφτει η σκηνή).
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
Το ίδιο σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ.
Αντρέας (με φανερή συγκίνηση). Μα γιατί δεν ερχόταν το παιδί και στο σπήτι μου; Είταν ανάγκη μόνο στο γραφείο να ειδοποιήσει; Εγώ να είμαι αμέριμνος τόσες ώρες . . . κι' α δεν περνούσα από κει σήμερα; Μα λοιπόν τι έχει; προς Θεού πέτε μου τι έχει; . . . Είμαι χωρίς το νου μου.
Η κ. Τριάφτη. Παιδί μου . . . (κλαίει).
Αντρέας. Μα γιατί κάνετε έτσι; γιατί δε μ' αφίνετε να πάω ναν τη διώ; (κάνει να πάει κατά την κάμερα της Πιπίτσας).
Η κ. Τριάφτη. Μη, Αντρέα μου . . . μη.
Αντρέας. Πέτε μου λοιπόν . . . Τι τρέχει; . . .
Η κ. Τριάφτη. Πώς να στο πω, παιδί μου . . . Με τι καρδιά να στο πω . . .
Αντρέας. Θε μου! . . . πέτε μου . . . Σας παρακαλώ.
Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα σου . . .
Αντρέας (μ' ανησυχία). Ε; . . .
Η κ. Τριάφτη. Σκαρτάδιασε . . .
Αντρέας (τρομασμένος και δυνατά). Τι λέτε ·!
Η κ. Τριάφτη (κλαίει). Χ! . . . χ! . . .
Αντρέας (πάει και της πιάνει τα χέρια). Σωπάτε, καλέ . . . Γιατί με λέτε αφτά; . . .
Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κλαίει. Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την αφίνει και πέφτει στο διβάνι με το πρόσωπο στα προυσκέφαλα κλαίοντας.
Η κ. Τριάφτη (ησυχότερα). Μην κάνεις έτσι . . .
Αντρέας. Αλοίμονο.
Η κ. Τριάφτη. Θα μας ακούσει . . . (δείχτει την πόρτα)
Αντρέας. Και πώς είνε; τι κάνει;
Η κ. Τριάφτη. Τόρα είνε γονατισμένη και διαβάζει το βαγκέλιο.
Αντρέας. Μα χτες την άφισα καλά. Είδατε τι ώμορφα μιλούσαμε . . . Ο Κωστής τη βρήκε πολύ καθώς πρέπει . . . Πώς; έτσι άξαφνα;
Η κ. Τριάφτη. Στις έντεκα τη νύχτα, παιδί μου, μας ξάφνιασε για πρώτη φορά . . .
Αντρέας. Πώς;
Η κ. Τριάφτη. Καθόμουν με τη Φρόσω εδώ (δείχτει τη θέση)· ο Γεράσιμος με τον Τάσο δεν είχαν έρθει ακόμα . . . οι άλλοι πήγαν να κοιμηθούν . . . Ξάφνου ακούμε φωνές στην κάμερα της Πιπίτσας: «Χριστέ μου! Παναγιά μου! . . . » Ξαφνιαζόμαστε και τρέχουμε να διούμε . . . Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την Πιπίτσα με τα νυχτικά της ολότρεμη να σκούζει: «κάπιος είταν κρυμένος . . . εδώ . . . από κάτου το κρεβάτι μου . . . Τον άκουσα μόλις πήγα να πέσω να κοιμηθώ». Σύχασε, κόρη μου, της λέω, δεν είνε κανείς . . . «Τον άκουσα! . . . Τον είδα πώφεβγε . . . Γιατί, Θε μου; . . . » Προσπάθησα ναν την καθησυχάσω . . . Την πήρα δίπλα μου, κοντά μου, της έπιανα το χέρι να μη φοβάται . . . Κείνη, τα ίδια: «Φέρτε τον παπά να κάμουμε παράκληση . . . Μαμά, θα σας πάρω κι' εσάς στο λαιμό μου . . . Θα σκοτόσουνε κι' εσάς για το χατήρι μου . . . Με κυνηγάνε, μαμά, χωρίς να φταίω . . . φέρτε τον παπά . . . » και τον εζήταγε μ' επιμονή . . . Στέλνω τη Φρόσω και ξυπνάει τη Βασίλω και πάει εδωδά στον παπα-Γιώργη και τονέ φέρνει και κάνει παράκληση . . .
Αντρέας. Αλοίμονο! . . .
Η κ. Τριάφτη. Με την παράκληση, παιδί μου, της ξέφυγε ο πολύς φόβος . . . Ο παπα-Γιώργης τηνέ συβούλεψε . . . Κείνη του πήρε το χέρι και το φιλούσε! «Παπά μου, του λέει, άδικα με κατατρέχουνε . . . δεν έκαμα τίποτα . . . Ο Θεός να μ' ελεήσει . . . » Της είπε ο παπάς ναφίσει την ένοια της στο Θεό κι' έφυγε , . .
Αντρέας. Σύχασε πια;
Η κ. Τριάφτη. Πού να συχάσει . . .
Αντρέας. Ώστε ξακολουθούσε να φοβάται;
Η κ. Τριάφτη. Της ήρθε έν' άλλο ύστερα . . . Πήρε το βαγκέλιο — και τη σύνοψη κι' όλο διάβαζε . . . Εγώ με τη Βασίλω καθόμαστε στην κάμερά της . . . Οι άλλοι, τι να κάμουν, πήγαν να συχάσουν . . . Τις κονταβγές κει, που γονατισμένη διάβαζε, σηκόνεται και με λέει: «Μαμά κατέβηκε ο Χριστός και μπήκε μέσα μου . . . εδώ στο στήθος . . . Νά! Με λέει, πως εγώ θα διορθόσω τον κόσμο . . . Εγώ θαν τονέ διδάξω και θαν τονέ φέρω στον ίσο δρόμο να μην πέσει στην καταστροφή, όπως έλεγαν χτες ο κ. Βέρτης με τον κ. Γιάνκο . . . Θα γυρίσω, ολούθε να διδάξω την αλήθεια . . . να πω στον κόσμο να μετανοήσει . . . ναφίσει τις κακίες του . . .
Αντρέας. Ω! δυστυχία! . . .
Η κ. Τριάφτη. Σ' αφτή την κατάσταση είνε ακόμα, παιδί μου . . .
Αντρέας. Εμένα δε με μελέτησε καθόλου;
Η κ. Τριάφτη. Πώς . . . Πολλές φορές . . . Θα σε πάρει, λέει, κι' εσένα να γυρίσουτε μαζύ τον κόσμο . . .
Αντρέας. Θα πάω ναν τη διώ . . . Δε θαν τη βλάψει αφτό! . . . (προχωρεί κατά την πόρτα. Την ίδια ώρα μπαίνει από την άλλη πόρτα του βάθου η Κατίνα με τα χαρτιά στα χέρια. Μόλις τη βλέπει ο Αντρέας σταματάει και στρίβει. Η Κατίνα κάθεται στο τραπέζι κι' αρχίζει να ρίχτει πασιέντζα. Ο Αντρέας την κυτάζει κι' ύστερα γυρίζει και βλέπει την κ. Τριάφτη).
Η κ. Τριάφτη (στην Κατίνα). Πρέπει νάχεις και λίγη διάκριση . . .
Κατίνα. Γιατί; . . .
Η κ. Τριάφτη. Για κείνο, που δεν ξέρεις . . .
Κατίνα. Τι σούκαμα;
Η κ. Τριάφτη. Η αδερφή σου μέσα κιντυνέβει κι' εσύ τα χαρτιά στο νου σου; . . .
Κατίνα. Εγώ για την Πιπίτσα μας θαν τα ρίξω . . . να διώ, α θα γίνει καλά . . . (εξακολουθεί να τα ρίχνει).
Η κ. Τριάφτη (στον Αντρέα). Μην πας, παιδί μου . . . Τόρα θα είνε ησυχότερη . . . Ο γιατρός μας είπε ναν την αφίνουμε μονάχη, όσο μπορούμε και να μην της δίνουμε αφορμή να μιλάει . . .
Αντρέας. Φέρατε γιατρό; . , .
Η κ. Τριάφτη. Ναι! . . . Την αβγή . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναγυρίζει και κάθεται στο διβάνι σκεφτικός. Μπαίνει η ΦΡΟΣΩ)
Φρόσω (σιγά και με γερμένο κεφάλι). Καλημέρα . .
Αντρέας (μόλις κινιώντας το κεφάλι τον και σιγότερα). Καλημέρα.
(Η ΦΡΟΣΩ κάθεται κι' αφτή και δε μιλεί καθόλου)
Αντρέας (άξαφνα σε λίγο, σα να μιλούσε μόνος του). Τι ανόλπιστα πράματα . . .
Η κ. Τριάφτη. Θεϊκή κατάρα . . . Κάπια αμαρτία μεγάλη θάχουμε καμομένη και δεν το ξέρουμε . . . Κανείς στον κόσμο δεν έχει τα δικά μας τα βάσανα, (κάνει το σταβρό της). Ο Θεός να βάλει το χέρι του . . .
Αντρέας. Ο κ. Τριάφτης βγήκε;
Η κ. Τριάφτη. Και τι να κάμει εδώ; . . .
Φρόσω. Δε μπορεί ναφίσει το μπεζίκι του, στο καφενείο. Τι τονέ νιάζει για το σπήτι;
Η κ. Τριάφτη. Εσύ πάντα να λες ό,τι φτάσεις.
Αντρέας. Ο Τάσος;
Η κ. Τριάφτη. Κοιμάται ακόμα . . .
Αντρέας. Στις δέκα και μισή; . . .
Η κ. Τριάφτη. Τέτια ώρα σηκόνεται πάντα . . . κι' ο Γεράσιμος το ίδιο.
Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναβυθίζεται σε σκέψες. Η ΚΑΤΙΝΑ στο μεταξύ τέλειοσε την πασιέντζα της και, σα να αιστάνθηκε τη θέση της λίγο, μαζόνει τα χαρτιά και φέβγει).
Η κ. Τριάφτη. Κατάλαβε την αδιακρισία της . . .
Αντρέας. Τι φταίει η καημένη κι' αφτή . . .
Φρόσω. Ποιος φταίει λοιπόν;
Αντρέας. Τι το θέλεις τόρα το ποιος φταίει; . . .
Η κ. Τριάφτη. Εγώ φταίω, που δεν είμουνα ατηρή . . .
Αντρέας. Α! Το μικρότερό σας φταίξιμο . . .
(Ακούγουνται από τη δεξιά κάμαρα φωνές του ΝΙΚΟΥ και της ΚΑΤΙΝΑΣ ανακατημένες. Όσο πάνε και μεγαλόνουνε. Στο τέλος δυο τρεις πολύ δυνατές της ΚΑΤΙΝΑΣ).
Η κ. Τριάφτη. Τι τρέχει πάλε; Μα, Θε μου; . . . Τι ζωή είνε αφτή; . . .
(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ)
Βασίλω. Κυρία, έπιασαν τα νέβρα της την κ. Κατίνα και λιποθύμησε . . .
Η κ. Τριάφτη. Δεν είνε πια ζωή αφτή . . . (βγαίνει)
Φρόσω (στη Βασίλω). Μα γιατί; τι έτρεξε; . . .
Βασίλω. Πάει, κυρία Φρόσω, η κυρία Κατίνα στο παράθυρο να ρίξει τα χαρτιά και τότες ο κύριος Νίκος, πάει, και την πειράζει και της τα χαλάει. Τότες η κ. Κατίνα έβρισε τον κ. Νίκο και πιαστήκανε . . . Τότες ο κύριος Νίκος της τραβάει την πλεξίδα της κι' η κ. Κατίνα έπεσε ξερή χάμου με φωνές . . . (φέβγει)
Αντρέας. Δυστυχία . . . (ξακολουθεί να είνε βυθισμένος. Η Φρόσω τον κυτάζει αδιάκοπα, σα να θέλει ναν του μιλήσει. Η μορφή της λαβαίνει κάπιαν ιδιαίτερη έκφραση. Σε λίγο πέρνοντας θάρος σηκόνεται από τη θέση της και πέρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά του).
Φρόσω (παθητικά). Αντρέα . . .
Αντρέας (μ' ανυπομονησία). Τι θέλεις;
Φρόσω. Είσαι πολύ λυπημένος;
Αντρέας. Κι' είνε ανάγκη να ρωτάς;
Φρόσω. Για την Πιπίτσα;
Αντρέας. Για όλα . . . (σωπαίνουν λίγο)
Φρόσω (το ίδιο). Αντρέα . . .
Αντρέας (το ίδιο). Τ' είνε;
Φρόσω. Θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα;
Αντρέας. Πώς μπορώ ναν το ξέρω αφτό . , . (ξανασωπαίνουν λίγο).
Φρόσω. Να σε πω, Αντρέα . . .
Αντρέας. Τι; . . .
Φρόσω. Δε θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα . . .
Αντρέας (ξέστοχα) Γιατί;
Φρόσω. Έτσι είνε το γραφτό μας . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την κοιτάζει με ταραχή και δε μιλεί)
Φρόσω. Ναι . . . Αντρέα . . . και συ δεν πρέπει να λυπάσαι τόσο πολύ . . .
(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξακολουθεί ναν την κυτάζει χωρίς να μιλεί)
Φρόσω (τον πιάνει το χέρι). Μάθε το πια, Αντρέα. Τόσον καιρό το κρύβω μέσα μου . . . Μα τόρα πια δε μπορώ να στο κρύψω . . .