Front matter
Ioannes Kondylakes translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΛΟΥΚΙΑΝΟΎ ΑΠΑΝΤΑ
ΔΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ή ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
ΖΕΥΣ Εις τ' ανάθεμα οι φιλόσοφοι όσοι λέγουν ότι μόνον οι θεοί είνε ευτυχείς• εάν εγνώριζαν πόσα υποφέρομεν ένεκα των ανθρώπων, δεν θα μας εζήλευαν δια το νέκταρ και την αμβροσίαν, πιστεύοντες εις τον Όμηρον, άνθρωπον τυφλόν και αγύρτην, ο οποίος μας λέγει ευδαίμονας και διηγείται τα συμβαίνοντα εις τον ουρανόν, ενώ ούτε τα επί της γης ηδύνατο να βλέπη. Ιδού ποία είνε η ευτυχία μας. Αρχίζω από τον Ήλιον, ο οποίος άμα ξημερώση είνε αναγκασμένος να ζεύξη το άρμα του και καθ' όλην την ημέραν να διατρέχη τον ουρανόν, ενδεδυμένος πυρ και ακτινοβολών και ούτε να ξύση τ' αυτί του, κατά το λεγόμενον, έχει καιρόν• διότι ολίγον αν απροσεκτήση, θ' αφηνιάσουν οι ίπποι και εξερχόμενοι από τον δρόμον των θα κατακαύσουν τα πάντα. Επίσης η Σελήνη κατά την νύκτα περιφέρεται άγρυπνος και φέγγει εις τους κωμάζοντας και τους αργά επιστρέφοντας από τα γεύματα. Ο δε Απόλλων, ο οποίος εξέλεξεν έργον πολυάσχολον, κινδυνεύει να κουφαθή από τας ενοχλητικάς απαιτήσεις των εχόντων ανάγκην της μαντικής• και οτέ μεν είνε ανάγκη να ευρίσκεται εις τους Δελφούς, άλλοτε δε εις τον Κολοφώνα• εκείθεν μεταβαίνει με σπουδήν εις τον Ξάνθον και τρέχων ευρίσκεται εις την Κλάρον, έπειτα δε εις την Δήλον ή εις τας Βραγχίδας και εν γένει πρέπει να είνε παρών παντού όπου η ιέρεια, αφού πίη το ιερόν ύδωρ και μασήση φύλλα δάφνης και διασείση τον τρίποδα, τον καλέση να παρευρεθή. Πρέπει να σπεύση χωρίς να παραμελήση διά να υπαγορεύση τους χρησμούς, άλλως κινδυνεύει να χάση την φήμην του. Παραλείπω όσα οι άνθρωποι μηχανεύονται διά να δοκιμάζουν την αλήθειαν της μαντικής του, ψήνοντες αναμεμιγμένα κρέατα αμνών και χελωνών• ώστε εάν δεν είχεν οξείαν την όσφρησιν, θα απήρχετο εμπαίζων αυτόν ο Λυδός. {1} Ο δε Ασκληπιός ενοχλούμενος υπό των ασθενούντων ευρίσκεται εις την ανάγκην να βλέπη φρικτά πράγματα και να εγγίζη αηδή και να λυπήται διά τας ξένας συμφοράς. {2} Και τι να είπω περί των ανέμων οίτινες είνε καταδικασμένοι να υπηρετούν την γεωργίαν, να κινούν τα πλοία και να φυσούν διά να ευκολύνουν το λίκμισμα εις τ' αλώνια; ή διά τον ύπνον όστις κατέρχεται προς όλους, ή τα όνειρα τα οποία διανυκτερεύουν μετά του ύπνου και του εμπνέουν προφητικάς ιδέας; Όλους αυτούς τους κόπους υποφέρουν οι θεοί χάριν των ανθρώπων και διά να υπηρετούν έκαστος την επί της γης ζωήν.
Και των μεν άλλων οι κόποι είνε υποφερτοί, αλλ' εγώ ο πάντων βασιλεύς και πατήρ πόσας αηδίας υποφέρω, πόσας ασχολίας έχω και εις πόσας φροντίδας είνε διηρημένη η προσοχή μου;
Εν πρώτοις πρέπει να επιτηρώ τας εργασίας των άλλων θεών, όσοι μετέχουν εις την εξουσίαν μου, διά να μη εργάζωνται αμελώς και κακώς• έπειτα δε και ο ίδιος έχω μυρίας άλλας ασχολίας, εις τας λεπτομερείας των οποίων μόλις επαρκώ• διότι το έργον μου δεν περιορίζεται μόνον εις τα κυριώτερα της διοικήσεως, να πέμπω βροχάς και χαλάζας και ανέμους και αστραπάς, και έπειτα ν' αδιαφορώ διά τας λεπτομερείας, αλλ' είμαι ηναγκασμένος και ταύτα να πράττω και συγχρόνως να προσέχω παντού και τα πάντα να επιτηρώ, όπως ο βουκόλος της Νεμέας,{3} τους κλέπτας, τους επιόρκους, τας θυσίας, εάν κανείς έκαμε σπονδήν, πόθεν έρχεται η κνίσα και ο καπνός, ποίος άρρωστος ή ταξειδεύων με εκάλεσε, και, εκείνο το οποίον είνε υπέρ όλα επιπονώτατον, συγχρόνως να παρευρίσκωμαι εις την εκατόμβην, ήτις θύεται εις την Ολυμπίαν, και εις την Βαβυλώνα διά να επιτηρώ τους πολεμούντας, να ρίπτω χάλαζαν εις την χώραν των Γετών και να συμποσιάζω εις την χώραν των Αιθιόπων. Αλλά και μεθ' όλα ταύτα δεν αποφεύγω τας μεμψιμοιρίας, και πολλάκις εν ώ οι άλλοι θεοί και οι άνθρωποι κοιμώνται καθ' όλην την νύκτα, δι' εμέ τον Δία δεν υπάρχει νήδυμος ύπνος. Διότι και ολίγον αν κλείσω τους οφθαλμούς, ευθύς ο φίλος της αληθείας Επίκουρος θα αποδείξη ότι οι θεοί δεν προνοούμεν διά τα επί γης πράγματα• και ο κίνδυνος δεν είνε μικρός εάν πιστεύσουν αυτά οι άνθρωποι• οι ναοί μας θα μείνουν αστεφάνωτοι, αι αγυιαί δεν θ' αναδίδουν πλέον κνίσαν θυσιών, σπονδαί δεν θα τελούνται, οι βωμοί θα μείνουν ψυχροί και εν γένει θα παύσουν αι θυσίαι και αι προσφοραί και νηστικοί θα μείνωμεν και πεινώντες οι θεοί. Διά τούτο, καθώς οι κυβερνήται των πλοίων, στέκομαι όρθιος και μόνος εις την πρύμνην και κρατώ το πηδάλιον, και οι μεν άλλοι επιβάται διασκεδάζουν και άμα νυστάξουν κοιμούνται, εγώ δε άγρυπνος και νηστικός σκέπτομαι και φροντίζω δι' όλους και ως μόνην αμοιβήν και απόλαυσιν έχω την τιμήν ότι θεωρούμαι κύριος.
Ώστε ευχαρίστως θα ηρώτων τους φιλοσόφους, οίτινες μόνους τους θεούς θεωρούν ευτυχείς, πότε με τόσας ασχολίας νομίζουν ότι ευρίσκομεν καιρόν ν' απολαμβάνωμεν το νέκταρ και την αμβροσίαν. Ορίστε, ένεκα των πολλών μας ασχολιών αφήκαμεν εκκρεμείς τόσας παλαιάς υποθέσεις, τας οποίας καλύπτουν η μούχλα και αι αράχναι, και μάλιστα αγωγάς τας οποίας έχουν κινήσει επιστήμαι και τέχναι εναντίον μερικών ανθρώπων και εκ των οποίων τινές είνε πολύ παλαιαί. Οι δε ενδιαφερόμενοι φωνάζουν εξ όλων των μερών και αγανακτούν και ζητούν την διεκπεραίωσιν των υποθέσεων και κατηγορούν εμέ διά την βραδύτητα, διότι αγνοούν ότι η εκκρεμότης δεν προήλθεν εξ ολιγωρίας, αλλ' εκ της ευτυχίας την οποίαν νομίζουν ότι απολαμβάνομεν, καθότι ευτυχίαν αποκαλούν τας ασχολίας.
ΕΡΜΗΣ. Και εγώ, ω Ζευ, έχω ακούσει εις την γην πολλούς να μεμψιμοιρούν, αλλά δεν ετόλμησα να σου το είπω. Αφού όμως μόνος σου ωμίλησες, σου το λέγω. Όλοι αγανακτούν και παραπονούνται, πατέρα• και φανερά μεν δεν τολμούν να εκφράζωνται, αλλά κρυφά μουρμουρίζουν διά την εκκρεμότητα των υποθέσεων, εν ώ έπρεπε προ πολλού να έχουν τελειώσει αυταί αι υποθέσεις και να γνωρίζη έκαστος τι να κάμη.
ΖΕΥΣ. Τι φρονείς λοιπόν; Να ορίσωμεν μίαν δικάσιμον και να τους καλέσωμεν να δικασθούν ή να το αναβάλωμεν διά το ερχόμενον έτος;
ΕΡΜΗΣ. Όχι, αμέσως να γείνη ό,τι θα γείνη.
ΖΕΥΣ. Καλά λοιπόν. Συ να κατεβής και να διακηρύξης ότι την τάδε ημέραν θα δικασθούν αι εκκρεμείς υποθέσεις και να έλθουν όλοι όσοι έχουν τοιαύτας εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα κληρώση τους δικαστάς αναλόγως των υποθέσεων εξ όλων των Αθηναίων. Εάν δε κανείς νομίση ότι η απόφασις η οποία θα εκδοθή δεν είνε δικαία, θα έχη το δικαίωμα να κάμη έφεσιν εις εμέ και να δικασθή εκ νέου η υπόθεσις ως να μη είχε δικασθή καθόλου. Συ δε, κόρη μου, να καθήσης πλησίον των σεμνών θεαινών,{4} να κληρώσης τους δικαστάς και να επιτηρής την διεξαγωγήν των δικών.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Πάλιν θα πάω εις τον κόσμον διά να με διώξουν εκ νέου οι άνθρωποι και να με σκάση με τους εμπαιγμούς της η Αδικία;
ΖΕΥΣ. Τώρα πρέπει να έχης καλλιτέρας ελπίδας, διότι πιστεύω ότι θα τους έχουν πείσει οι φιλόσοφοι να σε προτιμούν από την Αδικίαν, μάλιστα, ο υιός του Σωφρονίσκου ο τόσον επαινέσας το δίκαιον και αποδείξας ότι είνε το μέγιστον των αγαθών.
ΔΙΚ. Πολύ τον ωφέλησαν όσα είπε περί εμού, αφού παραδοθείς εις τους ένδεκα και ριφθείς εις την φυλακήν κατεδικάσθη να πίη ο δυστυχής το κώνειον και ούτε να θυσιάση πετεινόν εις τον Ασκληπιόν του επέτρεψαν. Τόσον υπερίσχυσαν οι κατήγοροί του, οι οποίοι υπεστήριζαν την Αδικίαν εναντίον αυτού.
ΖΕΥΣ. Έως τότε η φιλοσοφία ήτο ακόμη ξένη προς τους περισσοτέρους και ολίγοι ήσαν οι φιλοσοφούντες, ώστε δεν είνε παράδοξον ότι οι δικασταί παρεσύρθησαν υπό του Ανύτου και του Μελήτου. Σήμερον όμως δεν βλέπεις πόσα φιλοσοφικά ενδύματα, πόσαι βακτηρίαι και πείραι υπάρχουν εις τας Αθήνας; Παντού φαίνονται μακραί γενειάδες και βιβλία κρατούμενα εις την αριστεράν και όλοι φιλοσοφούν υπέρ σου, είνε δε γεμάτοι οι περίπατοι από φιλοσόφους οίτινες διηρημένοι εις ίλας και φάλαγγας αντιμάχονται• και δεν υπάρχει κανείς όστις δεν θέλει να θεωρήται ως τρόφιμος της αρετής. Πολλοί αφήσαντες τας τέχνας τας οποίας είχον, εφορτώθησαν την πείραν και το φιλοσοφικόν ένδυμα και μαυρίσαντες το σώμα των εις το καύμα του ηλίου έγειναν φιλόσοφοι αυτοσχέδιοι από υποδηματοποιών ή κτιστών, τώρα δε σε περιτριγυρίζουν και εξυμνούν την αξίαν σου. Τόσοι δε είνε οι φιλόσοφοι, ώστε, κατά την παροιμίαν, ευκολώτερον είνε να πέση κανείς εις πλοίον και να μη συναντήση ξύλον παρά να κυττάξη γύρω του και να μη ίδη φιλόσοφον.
ΔΙΚ. Αλλ' αυτοί με τρομάζουν με τας φιλονεικίας των και με την σύγχισιν των γνωμών των εις όσα λέγουν περί εμού. Λέγεται δε ότι και οι περισσότεροι εξ αυτών εις μεν τους λόγους προσποιούνται ότι είνε με το μέρος μου, εις τα πράγματα όμως με αποστρέφονται τελείως και είνε βέβαιον ότι θα με διώξουν αν τύχη να κτυπήσω τας θύρας των• διότι προ πολλού ήδη έχουν εγκολπωθή την Αδικίαν.
ΖΕΥΣ. Δεν είνε όλοι κακοί, κόρη μου• αρκετόν δε θα είνε και αν επιτύχης ολίγους καλούς. Αλλά πηγαίνετε τώρα, διά να προφθάσουν να δικασθούν ολίγαι υποθέσεις σήμερον.
ΕΡΜ. Πάμε λοιπόν. Ας ακολουθήσωμεν την οδόν ήτις αρχίζει από το Σούνιον και διέρχεται ολίγον κατωτέρω του Υμηττού και αριστερά της Πάρνηθος διά να φθάση εκεί όπου φαίνονται δύο υψώματα. Φαίνεσαι ότι ελησμόνησες προ πολλού τον δρόμον. Αλλά τι έπαθες; Διατί δακρύζεις και παραπονείσαι; Μη φοβείσαι• ο κόσμος δεν είνε όπως τον ήξευρες• απέθαναν όλοι εκείνοι οι Σκείρωνες, οι Πιτυοκάμπται, οι Βουσίριδες και Φαλάριδες τους οποίους εφοβείσο άλλοτε• τώρα η Σοφία, η Ακαδημία και η Στοά επικρατούν εις όλα και παντού σε ζητούν και περί σου ομιλούν και χάσκοντες περιμένουν να σε ίδουν επιστρέφουσαν πάλιν προς αυτούς.
ΔΙΚ. Συ μόνον, Ερμή, δύνασαι να μου είπης την αλήθειαν, διότι τους συναναστρέφεσαι και διατρίβεις μετ' αυτών εις τα γυμναστήρια και την αγοράν — καθότι και αγοραίος είσαι και κηρύττεις εις τας συνελεύσεις — εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται και αν είνε δυνατή η διαμονή μου μεταξύ αυτών.
ΕΡΜ. Μα τον Δία, θα ήτο άδικον να μη σου είπω την αλήθειαν, αφού είσαι αδελφή μου• πολλοί εξ αυτών έχουν ωφεληθή όχι ολίγον από την φιλοσοφίαν• αν όχι άλλο, από εντροπήν προς το φιλοσοφικόν των σχήμα ολιγώτερον παρεκτρέπονται. Αλλ' όμως θα συναντήσης και κακούς μεταξύ αυτών — διότι πρέπει να σου είπω όλην την αλήθειαν —- μερικούς δε ημισόφους και ημιφαύλους. Η φιλοσοφία όταν τους παρέλαβε, τους έβαψε με το χρώμα της- και όσοι μεν απερρόφησαν άφθονον την βαφήν, εμορφώθησαν εντελώς χρηστοί και απηλλαγμένοι από άλλα χρώματα και προς υποδοχήν σου είνε ούτοι ετοιμότατοι• όσοι δε ένεκα του παλαιού ρύπου δεν ηδυνήθησαν ν' απορροφήσουν κατά βάθος και άφθονον την βαφήν, από μεν τους άλλους είνε καλλίτεροι, είνε όμως ατελείς και λευκόμαυροι, ως στιγματισμένοι, και παρδαλοί το χρώμα. Μερικοί δε και μόνον διότι ήγγισαν απ' έξω εις τον λέβητα με το άκρον του δακτύλου και επασαλείφθησαν με την καπνιάν νομίζουν ότι αρκετά και αυτοί μετεχρωματίσθησαν. Αλλά συ, εννοείται, θα συναναστρέφεσαι με τους καλλιτέρους. Ενώ όμως ομιλούμεν, επλησιάσαμεν εις την Αττικήν ώστε ας αφήσωμεν δεξιά το Σούνιον και ας διευθυνθώμεν προς την Ακρόπολιν. Και τώρα ότε εφθάσαμεν, συ μεν κάθησαι εδώ επί του βράχου και βλέπε προς την Πνύκα έως ου διαλαλήσω την παραγγελίαν του Διός• εγώ δε θ' αναίβω εις την Ακρόπολιν διά να δυνηθώ ούτω ευκολώτερον να τους καλέσω και να με ακούσουν όλοι.
ΔΙΚ. Μη φύγης, ω Ερμή, πριν μου είπης ποιος είνε αυτός που έρχεται προς τα εδώ, ο κερασφόρος και μαλλιαρός εις τους μηρούς και τα πόδια, ο οποίος κρατεί φλογέραν.
ΕΡΜ. Πώς, δεν γνωρίζεις τον Πάνα τον ζωηρότερον εκ των ακολούθων του Διονύσου; Αυτός άλλοτε έμενεν εις το Παρθένιον {5} αλλά κατά την εκστρατείαν του Δάτιδος και την απόβασιν των βαρβάρων εις τον Μαραθώνα, ήλθεν απρόσκλητος, ως σύμμαχος των Αθηναίων, έκτοτε δε εξέλεξεν ως κατοικίαν το σπήλαιον εκείνο το οποίον ευρίσκεται υπό την Ακρόπολιν και κατοικεί εκεί ολίγον υπεράνω του Πελασγικού, πληρώνων τον φόρον των μετοίκων• και τώρα άμα μας είδε έρχεται ως γείτων εδώ να μας χαιρετήση.
ΠΑΝ. Χαίρετε, ω Ερμή και Δικαιοσύνη.
ΔΙΚ. Χαίρε και συ, Παν μουσικώτατε και χορευτικώτατε εξ όλων των Σατύρων, εις τας Αθήνας δε και πολεμικώτατε.
ΠΑΝ. Και ποίος καιρός σας έφερεν εδώ, ω Ερμή;
ΕΡΜ. Η Δικαιοσύνη θα σου διηγηθή τα πάντα• εγώ δε ανεβαίνω εις την Ακρόπολιν διά το διαλάλημα.
ΔΙΚ. Ο Ζευς, ω Παν, με έστειλε να διεκπεραιώσω τας εκκρεμείς δίκας. Συ δε πώς τα περνάς εις τας Αθήνας;
ΠΑΝ. Η αλήθεια είνε ότι δεν με τιμούν όσον πρέπει, αλλά πολύ ολιγώτερον αφ' ό,τι ήλπιζα και μάλιστα αφού τους έσωσα από τέτοιον κίνδυνον από μέρους των βαρβάρων. Εν τοσούτω δύο ή τρεις φορές κατ' έτος ανεβαίνουν και μου θυσιάζουν ένα διαλεκτόν τράγον βαρβάτον, ο οποίος μυρίζει πολλήν βαρβατίλαν, και έπειτα περιδρομιάζουν τα κρέατα και μ' έχουν θεατήν της διασκεδάσεώς των, από την οποίαν απολαμβάνω εγώ μόνον τον θόρυβον. Αλλά με διασκεδάζουν κάπως τα γέλοια και τα παγνίδια των.
ΔΙΚ. Και κατά τα άλλα έγειναν εναρετώτεροι υπό των φιλοσόφων οι Αθηναίοι;
ΠΑΝ. Ποίους λέγεις φιλοσόφους; Μήπως εκείνους τους κατσουφιασμένους, οι οποίοι περπατούν πάντοτε κοπάδια και έχουν γένεια όμοια με τα δικά μου, εκείνους τους φλυάρους;
ΔΙΚ. Ακριβώς.
ΠΑΝ. Δεν καταλαβαίνω τι λέγουν, ούτε εννοώ την σοφίαν των• διότι εγώ είμαι βουνήσιος και δεν έμαθα αυτά τα ευγενικά λόγια των ανθρώπων των πόλεων. Μπορεί να βγη από την Αρκαδίαν ρήτωρ ή φιλόσοφος; Η σοφία η δική μου φθάνει μέχρι του πλαγιαύλου και της φλογέρας• κατά τα αλλά είμαι αιγοβοσκός και χορευτής, εάν παρουσιασθή δε ανάγκη και πολεμιστής. Τους ακούω όμως να φωνάζουν πάντοτε και να συζητούν διά κάποιαν αρετήν, διά ιδέας και φύσιν και ασώματα, πράγματα τα οποία ούτε ξέρω ούτε εννοώ. Εις την αρχήν η συζήτησίς των είνε ειρηνική• αλλ' όσω προχωρούν δυναμώνουν την φωνήν και καταντούν να κραυγάζουν• επειδή δε καθένας επιμένει με πείσμα εις την γνώμην του• και όλοι θέλουν συγχρόνως να μιλούν, τα πρόσωπά των κοκκινίζουν, οι λαιμοί πρίσκονται και η φλέβες φουσκώνουν, καθώς των αυλητών όταν με δύναμιν φυσούν εις τον στενόν αυλόν. Ούτω γίνεται σύγχυσις εις την οποίαν λησμονούν τι ήρχισαν να συζητούν, και αφού υβρισθούν μεταξύ των φεύγουν και με το δάκτυλον οι περισσότεροι σκουπίζουν τα ιδρωμένα μέτωπά των• εκείνος δε φαίνεται νικητής ο οποίος ανεδείχθη πλέον φωνακλάς και αδιάντρωπος και φεύγει τελευταίος. Αλλ' όμως ο πολύς λαός τους σέβεται και τους ακούει, όταν μάλιστα δεν έχει τίποτε καλλίτερον να κάμη, και το θράσος και ο θόρυβός των φαίνεται ότι ευχαριστεί τον όχλον. Εγώ όμως απ' αυτά που έβλεπα και ήκουα συνέλαβα την ιδέαν ότι είνε ασκοί φουσκωμένοι με αλαζονίαν και μου έκανε κακόν ότι ομοιάζομεν κατά τα γένεια. Εάν δε από τις φωνές και τα λόγια των εκείνα γίνεται καμμία ωφέλεια εις τον λαόν, δεν γνωρίζω. Αλλ' εάν πρέπει να είπω την αλήθειαν χωρίς να κρύψω τίποτε — διότι ως βλέπεις κατοικώ εις μέρος υψηλόν — πολλάκις, έτυχε να ίδω πολλούς από αυτούς αργά το βράδυ…
ΔΙΚ. Φθάνει, Παν. Δεν σου φαίνεται ότι ήρχισεν ο Ερμής να διαλαλή;
ΠΑΝ. Α, βέβαια.
ΕΡΜ. Ακούσετε, πολίται• σήμερον εβδόμην του μηνός Ελαφηβολιώνος θα συστήσωμεν δικαστήριον διά να δικάση τας εκκρεμείς δίκας. Όσοι δε έχουν τοιαύτας υποθέσεις να έλθουν εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα κληρώση τους δικαστάς και θα συμπαρεδρεύση. Οι δικασταί θα εκλεγούν εξ όλων των Αθηναίων, ο μισθός θα είνε τρεις οβολοί και ο αριθμός των δικαστών ανάλογος προς το δικαζόμενον έγκλημα. Όσοι δε απέθαναν πριν ή δικασθούν αι αγωγαί των, και αυτούς ας τους στείλη επάνω ο Αιακός. Και εάν κανείς νομίση ότι εδικάσθη αδίκως, θα δύναται να εφεσιβάλη την υπόθεσιν και η έφεσις θα γείνη εις τον Δία.
ΠΑΝ. Πωπώ θόρυβος! Τι αναφωνητό είνε αυτό; Κύτταξε πώς τρέχουν και τραβούν ο ένας τον άλλον προς την ανωφέρειαν του Αρείου Πάγου. Αλλά και ο Ερμής επιστρέφει• ώστε πηγαίνετε να φροντίσετε διά τας δίκας, να κληρώσετε τους δικαστάς και να κρίνετε κατά τους νόμους σας, εγώ δε θα επιστρέψω εις τη σπηλιά μου να παίξω κάποιον σκοπόν ερωτικόν, με τον οποίον συνειθίζω να πειράζω την Ηχώ. Από λόγους ρητόρων και δικηγόρων έχω παραχορτάσει, διότι ακούω κάθε μέρα εκείνους που δικάζονται εις τον Άρειον Πάγον.
ΔΙΚ. Βέβαια, διότι ως βλέπεις, έρχονται σωρηδόν και ως σμήνη σφηκών βομβούν γύρω εις τον βράχον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Επί τέλους σε συνέλαβα, αχρείε.
ΑΛΛ. Τώρα δε γλυτώνεις.
ΑΛΛ. Θ' αποδείξω τα μεγάλα σου εγκλήματα.
ΑΛΛ. Να προτιμηθή η δική μου υπόθεσις.
ΑΛΛ. Ακολούθει, κακούργε, εις το δικαστήριον.
ΑΛΛ. Μη με πνίξης.
ΔΙΚ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ερμή; Τας μεν άλλας δίκας ν' αναβάλωμεν δι' αύριον, σήμερον δε να κληρώσωμεν μόνον εκείνας εις τας οποίας ενάγονται άνθρωποι υπό διαφόρων τεχνών, επιτηδευμάτων ή επιστημών. Δόσε μου αυτάς τας δικογραφίας.
ΕΡΜ. Η Μέθη κατά της Ακαδημίας περί του Πολέμωνος επί εξανδραποδισμώ.
ΔΙΚ. Κλήρωσε επτά δικαστάς.
ΕΡΜ. Η Στοά κατά της Ηδονής επί αδικία, διότι απεπλάνησε τον εραστήν της Διονύσιον.
ΔΙΚ. Πέντε είνε αρκετοί.
ΕΡΜ. Η Τρυφή κατά της Αρετής διά τον Αρίστιππον.
ΔΙΚ. Πέντε και τούτους ας τους δικάσουν.
ΕΡΜ. Η Αργυραμοιβική κατά του Διογένους επί δραπετεύσει.
ΔΙΚ. Μόνον τρεις κλήρωσε.
ΕΡΜ. Η Ζωγραφική κατά του Πύρρωνος επί λιποταξία.
ΔΙΚ. Εννέα ας δικάσουν.
ΕΡΜ. Θέλεις, Δικαιοσύνη, να κληρώσωμεν και αυτάς τας δύο αγωγάς αίτινες προ ολίγου καιρού υπεβλήθησαν εναντίον του ρήτορος;
ΔΙΚ. Ας δικάσωμεν πρώτον τας παλαιάς, αυταί δε θα έλθουν έπειτα.
ΕΡΜ. Και όμως είνε όμοιαι και αυταί, και το αδίκημα αν και δεν είνε παλαιόν είνε παρόμοιον με τα άλλα τα οποία θα δικαστούν• ώστε ομού με αυτά πρέπει να δικασθή και τούτο.
ΔΙΚ. Μου φαίνεται, Ερμή, ότι θέλεις να κάμης χάριν εις κάποιον• όμως αφού το θέλεις ας δικασθούν και αυταί, αλλά μόνον αυταί• διότι όσαι εκληρώθησαν είνε αρκεταί. Δος μου τας μηνύσεις.
ΕΡΜ. Η Ρητορική κατά του Σύρου επί κακοποιήσει. Ο Διάλογος κατά του αυτού επί εξυβρίσει. {6}
ΔΙΚ. Και ποίος είνε αυτός; Δεν βλέπω να είνε γραμμένον το όνομά του.
ΕΡΜ. Ας μείνη ούτω, κατά του ρήτορος του Σύρου• η έλλειψις του ονόματος δεν είνε σπουδαίον εμπόδιον.
ΔΙΚ. Ωραίο αυτό, να κληρώσωμεν εις τας Αθήνας και εις τον Άρειον Πάγον δίκας ξένας αι οποίαι έπρεπε να δικασθούν πέραν του Ευφράτου. Εν τοσούτω ας κληρωθούν ένδεκα δικασταί και δια τας δύο αυτάς δίκας.
ΕΡΜ. Εύγε, Δικαιοσύνη, που φροντίζεις να μη γείνουν πολλαί αι δικαστικαί δαπάναι.
ΔΙΚ. Οι κληρωθέντες να δικάσουν την Ακαδημίαν και την Μέθην ας καθήσουν πρώτοι• συ δε γέμισε την κλεψύδραν. Τον λόγον έχεις συ πρώτη η Μέθη. Αλλά διατί σιγείς και αποφεύγεις να ομιλήσης; Πλησίασε, ω Ερμή, να μάθης τι έχει.
ΕΡΜ. Λέγει ότι δεν δύναται να αναπτύξη την αγωγήν της, διότι ο οίνος έχει δεσμεύσει την γλώσσαν της και φοβείται μήπως προκαλέση τον γέλωτα του δικαστηρίου. Βλέπεις δε ότι μόλις στέκεται εις τα πόδια της.
ΔΙΚ. Λοιπόν ας της διορίσωμεν ένα συνήγορον από αυτούς τους δικηγόρους, από τους οποίους πολλοί είνε έτοιμοι να σκάσουν διά να πάρουν τρεις οβολούς.
ΕΡΜ. Αλλά κανείς δεν θα θελήση να συνηγορήση εις το φανερόν υπέρ της Μέθης. Μου φαίνεται όμως ότι εκείνο το οποίον προτείνει η Μέθη είνε σωστόν.
ΔΙΚ. Τι;
ΕΡΜ. Η Ακαδημία είνε εξησκημένη εις το να υποστηρίζη πάντοτε δύο αντιθέτους γνώμας. Αυτή λοιπόν, λέγει η Μέθη, ας ομιλήση πρώτον υπέρ εμού και έπειτα ομιλεί και διά λογαριασμόν της.
ΔΙΚ. Αυτά είνε παράξενα, αλλ' ας είνε. Αφού σου είνε εύκολον, Ακαδημία, ανάπτυξε και την κατηγορίαν και την υπεράσπισιν.
ΑΚΑΔ. Ακούσετε, άνδρες δικασταί, πρώτον τας αιτιάσεις της Μέθης, αφού εις αυτήν ανήκει τώρα ο λόγος. Η δυστυχής Μέθη ηδικήθη μεγάλως υπ' εμού της Ακαδημίας, διότι τον μόνον δούλον τον οποίον είχε πιστόν και αφοσιωμένον εις αυτήν και ο οποίος ενόμιζεν ότι τίποτε εξ όσων έπραττε δεν ήτο αισχρόν, της τον αφήρεσα. Εννοεί τον Πολέμωνα εκείνον όστις εν καιρώ ημέρας διέτρεχε μεθυσμένος την αγοράν, συνοδευόμενος υπό τραγουδιστριών και άδων από πρωίας έως εσπέρας, αιωνίως μεθύων και κραιπαλών και στεφανωμένος με άνθη. Και ότι αυτά είνε αληθή μαρτυρούν όλοι οι Αθηναίοι, οίτινες ουδέποτε είδον τον Πολέμωνα αμέθυστον. Όταν δε ο δυστυχής ούτος ήλθε και ετραγούδησεν εις τας θύρας της Ακαδημίας, όπως συνείθιζε να τραγουδή εις τα πρόθυρα όλων, τον ήρπασε και αφού τον απέσπασε διά της βίας από τας χείρας της Μέθης και τον παρέλαβε πλησίον της τον ηνάγκασε να πίνη μόνον νερόν, τον εδίδαξε την εγκράτειαν, απέσπασε τους στεφάνους από την κεφαλήν του και αντί να κατακλίνεται και να πίνη, του εδίδαξε λόγους σκοτεινούς και ανιαρούς, οι οποίοι κουράζουν το πνεύμα του με σκέψεις. Ούτω δε αντί του ερυθήματος το οποίον ήνθει προηγουμένως εις τας παρειάς του, έγινεν ο άθλιος ωχρός και ισχνός το σώμα. Ελησμόνησεν όλα τα άσματα και νηστικός ενίοτε και διψών κάθηται μέχρι του μεσονυκτίου και λέγει τας φλυαρίας τας οποίας εγώ η Ακαδημία διδάσκω. Το δε χειρότερον είνε ότι και κατηγορεί την Μέθην παρακινούμενος υπ' εμού και πολλά λέγει εναντίον της.{7} Αυτά περίπου θα είχε να είπη η Μέθη. Τώρα θα απολογηθώ και διά τον εαυτόν μου και από της στιγμής ταύτης το νερόν της κλεψύδρας ας τρέξη δι' εμέ.
ΔΙΚ. Τι άρά γε έχει ν' απαντήση εις αυτά; Εν τοσούτω χύσε και δι' αυτήν ίσην ποσότητα νερού.
ΑΚΑΔ. Όσα η συνήγορος είπεν υπέρ της Μέθης, ω άνδρες δικασταί, φαίνονται πολύ ορθά όπως ελέχθησαν• αλλ' εάν δόσετε ευνοϊκήν ακρόασιν και εις όσα μέλλω να είπω εγώ, θα πεισθήτε ότι ουδόλως την ηδίκησα. Ο Πολέμων ούτος, τον οποίον λέγει δούλον της, ήτο εκ φύσεως αγαθός και χωρίς καμμίαν ροπήν να γείνη μέθυσος, αλλ' εσυγγένευε και ωμοίαζε προς εμέ κατά τον χαρακτήρα. Αυτή όμως με την συνδρομήν και της Ηδονής, ήτις συνήθως συνεργάζεται με αυτήν, επρόλαβε και τον ήρπασε όταν ακόμη ήτο νέος και τρυφερός και τον διέφθειρε τον δυστυχή με νυκτερινάς διασκεδάσεις και εταίρας, ούτως ώστε έχασε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εντροπήν. Εκείνα τα οποία προ μικρού ενόμιζεν ότι έλεγεν υπέρ εαυτής, μάλλον υπέρ εμού πρέπει να τα θεωρήσετε ως λεχθέντα. Τω όντι ο δυστυχής από πρωίας περιεφέρετο στεφανωμένος και μεθυσμένος μέσα εις την αγοράν, συνοδευόμενος υπό μουσικής, ουδέποτε συνερχόμενος εκ της μέθης, τραγουδών ενώπιον των θυρών όλων, γενόμενος ύβρις διά τους προγόνους του και την πόλιν όλην και αφορμή γέλωτος διά τους ξένους. Όταν λοιπόν ήλθε προς εμέ, έτυχε να ομιλώ, όπως συνειθίζω να ομιλώ προς τους φίλους μου, ενώ αι θύραι ήσαν ανοικταί, περί αρετής και σωφροσύνης. Αυτός δε εμφανισθείς με στεφάνους και αυλούς, κατ' αρχάς εφώναζε και προσεπάθει να ταράξη την διδασκαλίαν με τον θόρυβον• επειδή δε ουδόλως επροσέξαμεν εις αυτόν, μετ' ολίγον (διότι δεν ήτο εντελώς μεθυσμένος) ήρχισε να συνέρχεται και να προσέχη εις τα λεγόμενα• και αφήρεσεν από την κεφαλήν του τους στεφάνους, διέταξε την αυλητρίδα να σιωπήση και διά το κόκκινον ένδυμα το οποίον εφόρει εντρέπετο• και ως να εξύπνησε από βαθύν ύπνον, και την κατάστασίν του έβλεπε και τον παρελθόντα βίον του κατεδίκαζε. Τότε το ερύθημα της μέθης εξέλιπε από το πρόσωπόν του, εκοκκίνιζε δε από εντροπήν διά τας πράξεις του και επί τέλους αποδράσας όπως ήτο, ήλθε προς εμέ, χωρίς ούτε να τον παρακινήσω ούτε να τον εξαναγκάσω, ως αυτή λέγει, αλλ' εκουσίως, διότι ενόμιζεν ότι πλησίον μου είνε καλλίτερα. Σας παρακαλώ δε να τον καλέσετε διά να το βεβαιωθήτε πως μετεβλήθη εξ αιτίας μου. Τον παρέλαβα εις γελοίαν κατάστασιν και μη δυνάμενον να λαλήση ούτε να σταθή εκ της οινοποσίας, τον επανέφερα εις την φρόνησιν και την εγκράτειαν και από ουτιδανόν τον έκαμα σεμνόν και σώφρονα και τον ανέδειξα άξιον πολλής εκτιμήσεως εκ μέρους των Ελλήνων. Και αυτός δε μ' ευγνωμονεί διά τούτο και οι συγγενείς του. Ταύτα είχα να είπω. Υμείς δε κρίνετε τώρα με ποίαν εξ ημών των δύο ήτο προτιμότερον εις αυτόν να συναναστρέφεται.
ΕΡΜ. Λοιπόν μη βραδύνετε, αλλά ψηφοφορήσετε• σηκωθήτε. Έχομεν και άλλους να εξετάσωμεν.
ΔΙΚ. Η Ακαδημία έλαβεν όλας τας ψήφους εκτός μιας.
ΕΡΜ. Διόλου παράδοξον ότι ευρέθη και ένας με το μέρος της Μέθης. Καθήσετε τώρα όσοι εκληρώθητε διά να δικάσετε την διένεξιν της Στοάς και της Ηδονής περί του εραστού. Εχύθη το νερόν. Συ η ζωγραφιστή και ποικιλόχρωμος έχεις τον λόγον.
ΣΤΟΑ. Δεν αγνοώ, άνδρες δικασταί, ότι η αντίδικός μου έχει το πλεονέκτημα του κάλλους, βλέπω δε ότι και πολλοί εξ υμών στρέφετε προς αυτήν τα βλέμματα και της μειδιάτε, εμέ δε καταφρονείτε, διότι έχω την κόμην σύρριζα κομμένην και το βλέμμα μου είνε αρρενωπόν και φαίνομαι σκυθρωπή. Αλλ' αν θελήσετε να με ακούσετε, ελπίζω ότι θα είπω πράγματα δικαιότερα από όσα θα σας είπη αυτή. Την κατηγορώ δε ακριβώς διότι όπως είνε ως εταίρα καλλωπισμένη και με τα θέλγητρα του προσώπου της κατώρθωσε να δελεάση τον εραστήν μου Διονύσιον, άνδρα φρόνιμον τότε, και να μου τον αποσπάση. Η δίκη, ήτις εδικάσθη προ ολίγου μεταξύ Ακαδημίας και Μέθης, είνε αδελφή της παρούσης. Πρόκειται δηλαδή να εξετασθή αν πρέπει να ζώμεν ως χοίροι κάτω βλέποντες χωρίς να σκεπτώμεθα τίποτε ευγενές ούτε υψηλόν, ή να θεωρούμεν το ευχάριστον κατώτερον του ηθικού και ελεύθεροι ελευθέρως να φιλοσοφούμεν και μήτε τον πόνον ως τι ακατανίκητον να φοβούμεθα, ούτε το ευχάριστον ως κτήνη να προτιμώμεν και την ευτυχίαν να ζητούμεν εις το μέλι και τας ισχάδας.{8} Διότι τοιαύτα δολώματα παρουσιάζει η Ηδονή προς τους ανοήτους και φοβερίζουσα με τον κόπον, προσελκύει τους περισσοτέρους, μεταξύ δε αυτών έκαμε και τον ταλαίπωρον εκείνον ν' αποσκιρτήση από ημάς. Και προς τούτο εξέλεξε τον καιρόν κατά τον οποίον ήτο άρρωστος• διότι ουδέποτε αν ήτο υγιής θα επείθετο εις τους λόγους εκείνης. Αλλά διατί εγώ ν' αγανακτώ κατ' αυτής, αφού ούτε τους θεούς σέβεται, αλλά συκοφαντεί την πρόνοιαν αυτών; Ώστε δίκαιον θα είνε να την καταδικάσετε και επί ασεβεία. Ήκουσα δε ότι ούτε παρεσκευάσθη διά ν' απολογηθή, αλλ' εκάλεσε τον Επίκουρον διά να ομιλήση αντ' αυτής. Βλέπετε πώς εμπαίζει το δικαστήριον. Αλλά να την ερωτήσετε τι θα εγίνοντο ο Ηρακλής και ο συμπολίτης σας Θησεύς εάν πειθόμενοι εις τας παρακινήσεις της Ηδονής απέφευγον τους κόπους• αναμφιβόλως η γη θα ήτο πλήρης αδικίας, αν εκείνοι δεν εκοπίαζον. Αυτά μόνον λέγω, διότι δεν μου αρέσουν οι μακροί λόγοι. Εάν δε θελήση να μου απαντήση εις ολίγας ερωτήσεις τας οποίας θα της απευθύνω, θα σας αποδείξω αμέσως την μηδαμινότητά της. Αλλ' ας είνε• τώρα ενθυμούμενοι τον όρκον σας ψηφίσετε κατά συνείδησιν, χωρίς να πιστεύσετε εις τον Επίκουρον, όστις αρνείται την πρόνοιαν των θεών διά τα επί της γης συμβαίνοντα.
ΕΡΜ. Αποσύρθητι και τώρα λέγε συ, Επίκουρε, υπέρ της Ηδονής.
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Δεν θα μακρηγορήσω, άνδρες δικασταί, διότι δεν έχω και ανάγκην πολλών λόγων. Αλλ' εάν τω όντι η Ηδονή εξηνάγκασε τον Διονύσιον, τον οποίον η Στοά λέγει εραστήν της, διά μαγειών ή φαρμάκων, να απαρνηθή την Στοάν, να στραφή δε προς αυτήν, δικαίως πρέπει να θεωρηθή ως μάγισσα και να καταδικασθή ως αδικούσα, αφού μαγεύει τους ξένους εραστάς. Εάν όμως κανείς είνε ελεύθερος και ζη εις ελευθέραν πόλιν και χωρίς να παραβή τους νόμους σιχαθή αυτήν διά την αηδίαν της και νομίση ως μωρολόγημα εκείνο το οποίον αυτή λέγει, ότι, η ευδαιμονία προέρχεται εκ των μόχθων• εάν εγκατέλειψε τους σκολιούς και προς λαβυρίνθους ομοιάζοντας εκείνους λόγους και εδραπέτευσεν ευχαρίστως προς την Ηδονήν, κόψας ως δεσμά τας πλεκτάνας των λόγων• εάν σκεφθείς ανθρωπίνως και όχι βλακωδώς, εθεώρησε την κακοπάθειαν, όπως και είνε, κακήν, γλυκείαν δε την ηδονήν, έπρεπε να τον αποπέμψωμεν ως ναυαγόν πλησιάζοντα εις λιμένα και επιθυμούντα γαλήνην; Έπρεπε να τον ρίψωμεν εκ νέου εις τους μόχθους και να τον παραδώσωμεν τον δυστυχή πάλιν εις τας στερήσεις, μάλιστα δε όταν ως ικέτης προς τον βωμόν του ελέου κατέφυγεν εις την Ηδονήν; Πρέπει να τον εξαναγκάσωμεν να ανέλθη με ιδρώτα πολύν την πολυθρύλητον ανωφέρειαν της αρετής και αφού κακοπαθήση καθ' όλον του τον βίον να ευτυχήση μετά θάνατον; Αλλά ποίος δύναται να κρίνη δικαιότερον από αυτόν τον Διονύσιον, ο οποίος αφού εγνώρισε τας ιδέας της Στοάς καλλίτερα από κάθε άλλον και μόνον το καλόν ενόμιζε πριν αγαθόν, ενόησεν έπειτα ότι ο κόπος ήτο πράγμα κακόν και εκ των δύο δοκιμασθέντων εξέλεξε το καλλίτερον; Διότι υποθέτω ότι έβλεπε τούτους να διδάσκουν πολλά περί καρτερίας και ανοχής των κακοπαθειών, ιδιαιτέρως δε να περιποιούνται την Ηδονήν, να επιδεικνύουν αυστηρότητα με τους λόγους, κατ' οίκον δε να ζουν κατά τους νόμους της Ηδονής• να εντρέπωνται μεν να φανούν παραβαίνοντες την αυστηρότητα των αρχών των και προδίδοντες το δόγμα των, πάσχοντες δε οι ταλαίπωροι το πάθημα του Ταντάλου και, όταν δύνανται κρυφίως και ασφαλώς να παραβούν τας αρχάς των, απλήστως γευόμενοι την ηδονήν. Εάς κανείς έδιδεν εις αυτούς τον δακτύλιον του Γύγου, τον οποίον να φορούν και να γίνωνται αόρατοι, ή τον πίλον του Πλούτωνος, {9} είμαι βέβαιος ότι θα εγκατέλιπον ευχαρίστως τας κακοπαθείας και θα έτρεχον προς την Ηδονήν, μιμούμενοι όλοι τον Διονύσιον, ο οποίος μέχρις ου ασθενήση ήλπιζεν ότι θα τον ωφέλουν αι περί της καρτερίας διδασκαλίαι• αλλ' όταν ησθένησε και κατελήφθη υπό αλγηδόνων και ησθάνθη την πραγματικότητα του πόνου, είδεν ότι το σώμα του είχεν εναντίας προς την Στοάν φιλοσοφικάς γνώμας και δόγματα και εις αυτό μάλλον παρά εις τους Στωικούς επίστευσε και ενόησεν ότι ήτο άνθρωπος και είχεν ανθρώπινον σώμα. Έκτοτε δε έπαυσε να το μεταχειρίζεται ως ανδριάντα, {10} πιστεύων ότι εκείνος ο οποίος κατηγορεί την ηδονήν και επαινεί τας κακοπαθείας,
λόγοισι χαίρει, τον δε νουν εκείσ' έχει.{11}
Ετελείωσα• υμείς δε τώρα αποφασίσετε.
ΣΤΟΑ. Όχι ακόμη, αλλ' επιτρέψατε να του απευθύνω ολίγας ερωτήσεις.
ΕΠΙΚ. Ερώτησε και θ' απαντήσω.
ΣΤΟΑ. Νομίζεις ότι η σκληραγωγία είνε τι κακόν;
ΕΠΙΚ. Μάλιστα.
ΣΤΟΑ. Η ηδονή δε καλόν;
ΕΠΙΚ. Βεβαίως.
ΣΤΟΑ. Και πώς; Γνωρίζεις τι είνε διάφορον και αδιάφορον και προηγμένον και αποπροηγμένον; {12}
ΕΠΙΚ. Μάλιστα.
ΕΡΜ. Άκουσε, Στοά• οι δικασταί λέγουν ότι δεν εννοούν αυτά τα λεπτολογήματα, ώστε παύσετε, διότι θα ψηφοφορήσουν.
ΣΤΟΑ. Θα ήμουν βεβαία περί της νίκης, εάν με άφιναν να τον ερωτήσω περί του τρίτου σχήματος των αναποδείκτων. {13}
ΔΙΚ. Ποιος εκέρδισε;
ΕΡΜ. Η Ηδονή παμψηφεί.
ΣΤΟΑ. Κάνω έφεσιν εις τον Δία.
ΔΙΚ. Σου εύχομαι επιτυχίαν. Συ δε, Ερμή, κάλεσε άλλους.
ΕΡΜ. Η Αρετή κατά της Τρυφής διά τον Αρίστιππον. Και αυτός ο Αρίστιππος ας έλθη.
ΑΡΕΤΗ. Πρέπει να ομιλήσω πρώτη εγώ, διότι εις εμέ ανήκει ο Αρίστιππος, ως φαίνεται από τους λόγους και τα έργα του.
ΤΡΥΦΗ. Όχι, εγώ• διότι εις εμέ ανήκει ο άνθρωπος, ως φαίνεται από τους στεφάνους, το κόκκινον ένδυμα και τα αρώματα.
ΔΙΚ. Άδικα φιλονικείτε, διότι η δίκη σας θα αναβληθή έως ου ο Ζευς εκδώση την απόφασίν του περί του Διονυσίου. Η υπόθεσίς σας είνε ομοία με εκείνην, ώστε, εάν η Ηδονή κερδίση, και ο Αρίστιππος θα παραχωρηθή εις την Τρυφήν• εάν δε νικήση η Στοά, και ο Αρίστιππος θα επιδικασθή εις την Αρετήν. Ώστε άλλοι ας έλθουν. Και να μη δοθή αμοιβή εις τους κληρωθέντας διά την αναβληθείσαν υπόθεσιν, αφού έμεινεν αδίκαστος.
ΕΡΜ. Εις μάτην λοιπόν έκαμαν τον κόπον άνθρωποι γέροντες ν' αναβούν τόσω μεγάλον ανήφορον;
ΔΙΚ. θα είνε αρκετόν να λάβουν το τρίτον της αμοιβής. Πηγαίνετε τώρα και μη θυμώνετε• θα δικάσετε και πάλιν.
ΕΡΜ. Καιρός να έλθη ο Διογένης ο Σινωπεύς και συ η Αργυραμοιβική έχεις τον λόγον.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Αν δεν παύση να μ' ενοχλή αυτή, θα δικασθώ όχι πλέον δι' απόδρασιν, αλλά διά μεγάλα και βαρέα τραύματα• θα την αρχίσω αμέσως τώρα στο ξύλο.
ΔΙΚ. Τ' είν' αυτά; Έφυγεν η Αργυραμοιβική και ο Διογένης την καταδιώκει με την βακτηρίαν υψωμένην. Άσχημα την έχει η δυστυχής. Τον Πύρρωνα κάλεσε.
ΕΡΜ. Η Ζωγραφική είνε εδώ, αλλ' ο Πύρρων δεν ήλθε καθόλου και ήτο επόμενον.
ΔΙΚ. Διατί ήτο επόμενον;
ΕΡΜ. Διότι δεν παραδέχεται ως αληθή καμμίαν κρίσιν.
ΔΙΚ. Λοιπόν ας δικασθή ερήμην και ας καταδικασθή. Τώρα κάλεσε τον Σύρον λογογράφον, μολονότι αι αγωγαί, αι οποίαι έχουν δοθή εναντίον του, είνε ολίγου καιρού και δεν ήτο καμμία ανάγκη να δικασθούν τώρα• αλλ' αφού απεφασίσθη, εισάγαγε πρώτον την δίκην της Ρητορικής. Μπα! πόσοι ήλθαν διά ν' ακούσουν την συζήτησιν.
ΕΡΜ. Τούτο ήτο επόμενον, επειδή η υπόθεσις δεν είνε παλαιά, αλλά νέα και πρωτοφανής, διότι χθες μόλις, ως είπες, εδόθη η αγωγή, και η ελπίς ν' ακούσουν την Ρητορικήν και τον Διάλογον ν' αναπτύσσουν την κατηγορίαν έκαστος ιδιαιτέρως, ν' απολογήται δε και προς τους δύο ο Σύρος, προσείλκυσε πολλούς εις το ακροατήριον. Αλλά τέλος πάντων άρχισε, Ρητορική.
ΡΗΤΟΡΙΚΗ. Εν πρώτοις, ω άνδρες Αθηναίοι,{14} εύχομαι εις τους θεούς όλους και τας θεάς, όσην αγάπην τρέφω προς την πόλιν και προς όλους υμάς, άλλην τόσην να εύρω εκ μέρους σας εις τον προκείμενον αγώνα• έπειτα δε θα τους παρακαλέσω να σας οδηγήσουν, όπως είνε και δίκαιον, να μη επιτρέψετε εις τον αντίδικον να με διακόπτη, αλλά να με αφήση ν' αναπτύξω την κατηγορίαν όπως θέλω και όπως την έχω κατά νουν. Διότι δεν δύναμαι να σκέπτωμαι τα αυτά, {15} όταν αποβλέπω εις όσα έχω πάθει παρ' αυτού και συγχρόνως εις τους λόγους τους οποίους θ' ακούω. Ως θα ίδετε, οι λόγοι τους οποίους θα σας είπη θα είνε ομοιότατοι προς τους ιδικούς μου, η διαγωγή του όμως είνε τοιαύτη, ώστε πρέπει να λάβω μέτρα διά να μη πάθω χειρότερα. Αλλά διά να μη μακρηγορώ εις το προοίμιον και το ύδωρ της κλεψύδρας να χύνεται εις μάτην, αρχίζω την κατηγορίαν. Εγώ λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, εύρον τον αντίδικον τούτον πολύ μικρόν την ηλικίαν, βάρβαρον έτι κατά την γλώσσαν και σχεδόν ενδεδυμένον κατά τον Ασσυριακόν τρόπον με κάνδυν. Επλανάτο εις την Ιωνίαν και δεν εγνώριζε εις τι να επιδοθή, εγώ δε παραλαβούσα αυτόν τον εσπούδασα• και επειδή μου εφαίνετο ευμαθής και αφοσιωμένος εις εμέ—διότι ακόμη ήτο συνεσταλμένος και μ' επεριποιείτο και μόνην εμέ εθαύμαζε—αφήκα τους άλλους οίτινες με επεζήτουν και οι οποίοι ήσαν πλούσιοι και ευγενούς καταγωγής και παρεδόθην εις τον αχάριστον τούτον, καίτοι πτωχόν και αφανή και νεώτατον, και προίκα του έδωκα όχι μικράν πολλούς και θαυμασίους λόγους. Έπειτα τον κατέταξα εις τους ομοφύλους μου, τον ενέγραψα μεταξύ αυτών και τον έκαμα αστόν. Τούτο δε βλέποντες όσοι είχον αποτύχει εις την εύνοιάν μου επνίγοντο υπό του πείσματος. Και όταν ηθέλησε να ταξειδεύση και επιδείξη την εκ του γάμου ευτυχίαν του, ούτε τότε τον εγκατέλειψα, αλλά πανταχού τον ηκολούθουν, άνω και κάτω περιαγομένη υπ' αυτού και διά των φροντίδων μου να τον στολίζω και να τον οδηγώ συνετέλουν εις το να γίνεται ένδοξος και εξακουστός. Και όσα μεν έπραξα υπέρ αυτού εις την Ελλάδα και την Ιωνίαν είνε ίσως μικρά• και εις την Ιταλίαν δε όταν ηθέλησε να ταξειδεύση, διέπλευσα μετ' αυτού το Ιόνιον πέλαγος και τελευταίον τον συνώδευσα μέχρι της Κελτικής, όπου έγεινα αφορμή να κερδίση πολλά. Επί πολύν καιρόν μου ήτο πιστός και με ηγάπα, χωρίς καμμίαν νύκτα να λείψη από την κατοικίαν μας. Αλλ' όταν αρκετά εχόρτασε και ενόμισεν ότι εξησφάλισε την δόξαν του, υπερηφανεύθη και ήρχισε να έχη υπερβολικήν ιδέαν περί του υποκειμένου του• τότε δε με παρημέλησε ή μάλλον εντελώς με εγκατέλειψε και ηγάπησε τον γενειοφόρον Διάλογον τον ένεκα της μορφής του ονομαζόμενον υιόν της Φιλοσοφίας• και τον ηγάπησε με πολύν έρωτα, καίτοι πρεσβύτερον αυτού, και με αυτόν συζεί• και δεν εντρέπεται διότι εστένευσε την ελευθερίαν και την άνεσιν του ιδικού μου ύφους και περιωρίσθη εις μικράς και κωμικάς ερωτήσεις, αντί δε να λέγη ό,τι θέλει μεγαλοφώνως, συμπλέκει και συλλαβίζει μικράς τινας φράσεις διά τας οποίας δεν υπάρχει ελπίς να δρέψη πολυφώνους επευφημίας ή χειροκροτήματα, αλλά μόνον το μειδίαμα των ακροατών, χειρονομίαν μικράν ή νεύμα επιδοκιμαστικόν ή στεναγμόν διά τα λεγόμενα. Ιδού τι επροτίμησε και περιεφρόνησεν εμέ. Λέγουν δε ότι ούτε με τον νέον του φίλον ζη ομαλώς, αλλά και προς αυτόν φέρεται υβριστικώς. Δεν είνε λοιπόν αχάριστος και ένοχος κατά τους νόμους περί κακώσεως, αυτός ο οποίος την νόμιμον σύζυγόν του, παρά της οποίας τόσα έλαβε και εξ αιτίας της οποίας έγεινεν ένδοξος, τόσον ατίμως εγκατέλειψε και επεθύμησε νέους έρωτας, και αυτά εις εποχήν καθ' ήν μόνον εμέ θαυμάζουν όλοι και καυχώνται ότι με έχουν προστάτιδα; Αλλ' εγώ, ενώ τόσοι με επιζητούν και κτυπούν την θύραν μου και με καλούν μεγαλοφώνως με το όνομά μου, αντέχω εις τον πειρασμόν και ούτε ανοίγω ούτε θέλω να δίδω προσοχήν εις τους λόγους των διότι βλέπω ότι δεν φέρουν τίποτε περισσότερον από τον κενόν θόρυβον της φωνής. Ούτος δε ουδέ μετά τοιαύτην αφοσίωσιν επανέρχεται προς εμέ, αλλ' είνε προσηλωμένος εις τον ερώμενον. Και τι, θεέ μου, ελπίζει από αυτόν, όστις δεν έχει τίποτε περισσότερον από το φιλοσοφικόν ένδυμα το οποίον φορεί; Τελειώνω εδώ, άνδρες δικασταί, και σας παρακαλώ εάν ο αντίδικος θελήση να απολογηθή κατά τον ιδικόν μου τρόπον, να μη του το επιτρέψετε — διότι θα είνε αχαριστία να μεταχειρισθή εναντίον μου την ιδικήν μου μάχαιραν — αλλά κατά τον τρόπον του φίλου του Διαλόγου ν' απολογηθή, εάν δύναται.
ΕΡΜ. Αυτό είναι αδύνατον• δεν πρέπει μόνον αυτός να απολογηθή κατά το ύφος του Διαλόγου, αλλά λόγον ας εκφωνήση και αυτός.
ΣΥΡΟΣ. Αφού, ω άνδρες δικασταί, η αντίδικος δεν θέλει να μου επιτρέψη να μεταχειρισθώ λόγον μακρόν, καθότι παρ' αυτής εδιδάχθην να ομιλώ, δεν θα σας είπω πολλά• αλλ' αφού ανασκευάσω τα κυριώτερα της κατηγορίας, θα σας αφήσω να κρίνετε περί όλων υμείς. Πάντα όσα σας αφηγήθη περί εμού είνε αληθή• διότι τωόντι με εξεπαίδευσε και συνεταξείδευσε μετ' εμού και εις τους Ελληνας με κατέταξε και κατά τούτο τουλάχιστον γνωρίζω χάριν εις τον γάμον. Αλλ' ακούσατε τώρα και τα αίτια διά τα οποία την εγκατέλειψα και απέκλινα προς τον Διάλογον και μη υποθέσετε ότι εξ ανάγκης και συμφέροντος ψεύδομαι. Επειδή την έβλεπα ότι έπαυσε να σωφρονή και να διατηρή το σεμνόν ήθος, το οποίον είχε όταν εκείνος ο Παιανιεύς {16} την ενυμφεύθη, και εστολίζετο και την κόμην της εκτένιζεν ως εταίρα και εψιμυθίωνε το πρόσωπόν της και υπέβαφε τους οφθαλμούς, ήρχισα να την υποπτεύω και την κατεσκόπευα διά ν' ανακαλύψω τας απιστίας της. Καθ' εκάστην δε νύκτα ο δρόμος μας εγέμιζεν από μεθυσμένους εραστάς, οίτινες ήρχοντο να της τραγουδούν και έκρουον την θύραν μας, τινές δε και χωρίς συστολήν και φόβον εισώρμων εις την οικίαν μας. Και αυτή εγέλα και ηυχαριστείτο με τα συμβαίνοντα• πολλάκις δε ή επρόβαλλεν από τον ηλιακωτόν και ήκουε τους εραστάς άδοντας με βραχνήν φωνήν άσματα άσεμνα ή και ημιανοίγουσα τας θύρας και νομίζουσα ότι διέφευγε την προσοχήν μου, παρεδίδετο εις τας ασελγείς αυτών επιθυμίας και εμοιχεύετο παρ' αυτών. Εγώ δε μη υποφέρων ταύτα, δεν ηθέλησα μεν να την καταγγείλω επί μοιχεία, αλλά κατέφυγα εις τον Διάλογον, τον οποίον είχα γείτονα και τον παρεκάλεσα να με δεχθή πλησίον του.
Αυτά είνε τα μεγάλα αδικήματα τα οποία έπραξα εγώ εναντίον της Ρητορικής. Αλλά και αν δεν είχα καμμίαν τοιαύτην αφορμήν εναντίον της θα ήμουν δικαιολογημένος, αφού είμαι σχεδόν τεσσαρακοντούτης, ν' απαλλαγώ από τον θόρυβον και τας δίκας και ν' αφήσω τους δικαστάς ησύχους, να παύσω τας κατηγορίας εναντίον των τυράννων και τα εγκώμια των ανδραγαθούντων και ν' αποσυρθώ εις την Ακαδημίαν ή το Λύκειον, να συμπεριπατώ με τον καλόν τούτον Διάλογον και να συνδιαλέγωμαι ησύχως μετ' αυτού χωρίς να έχωμεν ανάγκην επευφημιών και χειροκροτημάτων. Καίτοι έχω να είπω πολλά ακόμη, παύω• σεις δε ψηφίσατε κατά τον όρκον σας.
ΔΙΚ. Ποίος εκέρδισε;
ΕΡΜ. Παμψηφεί ο Σύρος, πλην μιας ψήφου.
ΔΙΚ. Κάποιος ρήτωρ θα είνε αυτός ο οποίος κατεψήφισε. Τώρα ο Διάλογος ας ομιλήση περί της αυτής υποθέσεως. Σεις δε οι δικασταί μείνατε και θα λάβετε διπλασίαν αμοιβήν διά τας δύο δίκας.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Εγώ, ω άνδρες δικασταί, δεν ήθελα να σας απευθύνω μακρούς λόγους, αλλά να σας ομιλήσω διά βραχειών φράσεων όπως συνειθίζω. Αλλ' αφού άλλως ορίζουν τα έθιμα των δικαστηρίων, θα αναπτύξω ούτω την κατηγορίαν, καίτοι είμαι εντελώς άπειρος και άτεχνος εις αυτό το είδος του λόγου. Τούτο δε ας θεωρηθή και ως προοίμιον της προς υμάς αγορεύσεώς μου. Τα αδικήματα και αι ύβρεις τας οποίας έχω υποστή παρά του αντιδίκου είνε τα ακόλουθα• ενώ πριν ήμουν σοβαρός και συνεζήτουν περί θεών, περί φύσεως και περί κινήσεως του σύμπαντος και αεροβάτουν υψηλά, υπεράνω των νεφών, εκεί όπου ο μέγας Ζευς φέρεται εις τον ουρανόν καθήμενος επί πτερωτού άρματος, αυτός από τον ουρανόν με έσυρε κάτω, μου συνέτριψε τα πτερά και μ' έφερεν εις το αυτό επίπεδον με τον όχλον. Μου αφήρεσε το σοβαρόν και σεμνόν προσωπείον το οποίον εφόρουν και μου εφόρεσεν άλλο κωμικόν και σατυρικόν και σχεδόν γελοίον. Έπειτα συνδυάσας το σκώμμα, τον ίαμβον και τον κυνισμόν, τον Εύπολιν και τον Αριστοφάνην, έργον έχοντας να διακωμωδούν τα σεμνά και να χλευάζουν τα ορθά, τους συγκατέκλεισε μετ' εμού. Επί τέλους δε ανακαλύψας και κάποιον Μένιππον εκ των παλαιών κυνικών, κύνα αληθινόν, πολύ γαυγιστήν, άγριον και ύπουλον συγχρόνως, καθ' όσον εγέλα και εδάγκωνε, τον έκαμε και τούτον σύντροφόν μου. Πώς λοιπόν να μη τον κατηγορώ ότι με εξύβρισε κατά τρόπον ανυπόφορον, αφού με ηνάγκασε να εξέλθω εκ των συνηθειών μου και με έκαμε κωμικόν και γελωτοποιόν, αναγκάζων με να υποκρίνωμαι υποθέσεις αλλοκότους; Το δε μεγαλείτερον εξ όλων των αδικημάτων τα οποία μου έκαμε, είνε ότι με έφερεν εις μίαν αμφίβολον κατάστασιν, και ούτε πεζός είμαι, ούτε επί των μέτρων ιππεύω, αλλ' ως ιπποκένταυρος κάμνω εντύπωσιν τέρατος συνθέτου και παραδόξου.
ΕΡΜ. Τι θ' απαντήσσης λοιπόν εις αυτά, Σύρε; ΣΥΡ. Ο αγών τον οποίον αγωνίζομαι ενώπιόν σας, ω άνδρες δικασταί, είνε δι' εμέ απροσδόκητος• διότι τα πάντα ηδυνάμην να περιμένω, αλλ' όχι και ν' ακούσω τον Διάλογον να είπη τοιαύτα περί εμού. Εγώ τον παρέλαβα καθ' ον χρόνον εφαίνετο εις τους πολλούς σκυθρωπός και υπό των πολλών και συνεχών ερωτήσεων απεξηραμένος• και διά τούτο εθεωρείτο μεν σεβάσμιος αλλά και ουδόλως ευχάριστος και ουδεμίαν χάριν είχε διά ν' αρέση εις τους πολλούς. Και πρώτον τον συνείθισα να βαδίζη επί της γης κατά τον ανθρώπινον τρόπον, έπειτα δε αφού του απέπλυνα τον πολύν του ρύπον και τον ηνάγκασα να μειδιά, τον κατέστησα πλέον ευχάριστον την όψιν. Εκτός τούτου του έδωκα σύντροφον την κωμωδίαν και ούτω τον έκαμα πλέον αγαπητόν εις τους ακροατάς, οίτινες προηγουμένως εφοβούντο τας ακάνθας του και τον απέφευγον, όπως αποφεύγουν να πιάσουν εχίνον. Αλλ' εγώ γνωρίζω διατί προ πάντων λυπείται διά την μεταβολήν διότι δεν κάθημαι να μικρολογώ μετ' αυτού περί διαφόρων αφηρημένων λεπτολογιών, ως λόγου χάριν αν η ψυχή είνε αθάνατος{17}, πόσας κοτύλας{18} της ύλης, ήτις δεν είνε επιδεκτική αναμίξεως και διατηρείται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν, έχυσεν ο θεός εις τον κρατήρα, εις τον οποίον ανέμιξε πάντα τα στοιχεία όταν κατεσκεύασε τον κόσμον {19}, και αν η ρητορική είνε εικών μέρους της πολιτικής και της κολακείας το τέταρτον{20}. Διότι του αρέσει, δεν γνωρίζω διατί, να λεπτολογή περί των τοιούτων, όπως οι ευχαριστούμενοι να ξύουν την ψώραν των. Η ασχολία αύτη του φαίνεται ευχάριστος και υπερηφανεύεται αν λέγεται ότι δεν είνε εύκολον εις τον καθένα να εννοή όπως αυτός τας ιδέας. {21} Αυτά λοιπόν απαιτεί και παρ' εμού και ζητεί τα πτερά τα οποία είχεν άλλοτε και προς τα επάνω παρατηρεί και τα προ των ποδών του δεν βλέπει. Διά τα άλλα δεν πιστεύω να δύναται να με κατηγορήση, διότι και το ελληνικόν του ένδυμα δεν του αφήρεσα διά να τον ενδύσω βαρβαρικόν, ενώ θεωρούμαι βάρβαρος. Αν έπραττα τίποτε τοιούτον και του έκλεπτα το εθνικόν του ένδυμα, δικαίως θα ηδύνατο να με κατηγορήση ως αδικούντα και παρανομούντα. Απελογήθην όπως ηδυνάμην• υμείς δε ψηφίσετε όπως και προηγουμένως.
ΕΡΜ. Περίεργον, και τώρα έλαβες και τας δέκα ψήφους• εκείνος δε ο οποίος προηγουμένως σε κατεψήφισε και πάλιν έδωκε καταδικαστικήν ψήφον. Φαίνεται ότι το έχει συνήθειαν και δεν θα παύση να καταψηφίζη πάντα τον οποίον θεωρεί καλλίτερόν του {22}. Και τώρα σεις οι δικασταί πηγαίνετε εις το καλόν, αύριον δε θα δικάσωμεν τας λοιπάς δίκας.
ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥ
Ότι η παρασιτική είνε τέχνη
ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δεν μου εξηγείς, Σίμων, διατί ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι, ελεύθεροι και δούλοι, γνωρίζουν έκαστος μίαν τέχνην διά της οποίας και εις τους εαυτούς των και εις τους άλλους γίνονται χρήσιμοι, συ δεν έχεις κανέν έργον διά του οποίου να γίνεσαι ωφέλιμος εις τον εαυτόν σου ή εις τους άλλους;
ΠΑΡΑΣΙΤΟΣ. Δεν εννοώ, Τυχιάδη, τι θέλεις να πης με αυτήν την ερώτησιν και προσπάθησε να εξηγηθής σαφέστερα.
ΤΥΧ. Γνωρίζεις καμμίαν τέχνην, ως παραδείγματος χάριν μουσικήν;
ΠΑΡ. Όχι.
ΤΥΧ. Μήπως ιατρικήν;
ΠΑΡ. Ούτε αυτήν.
ΤΥΧ. Γεωμετρίαν;
ΠΑΡ. Καθόλου.
ΤΥΧ. Μήπως γνωρίζεις ρητορικήν: Διά την φιλοσοφίαν δεν σ' ερωτώ διότι είσαι μακράν αυτής όσον και η κακία.
ΠΑΡ. Και ακόμη περισσότερον αν είνε δυνατόν ώστε μη νομίσης ότι θα εντραπώ αν με κατηγορήσης δι'αυτήν την άγνοιαν, διότι ομολογώ και αναγνωρίζω ότι είμαι κακός και χειρότερος αφ' όσον δύνασαι να φαντασθής.
ΤΥΧ. Καλά. Αυτάς τας επιστήμας δεν ηδυνήθης ίσως να μάθης ένεκα της δυσκολίας των• αλλά μήπως γνωρίζεις καμμίαν από τας λαϊκάς τέχνας, την κτιστικήν λόγου χάριν ή την υποδηματοποιίαν; Διότι δεν είσαι τόσον εύπορος ώστε ουδέ τοιούτου τινός επαγγέλματος να μη έχης ανάγκην.
ΠΑΡ. Καλά λέγεις, Τυχιάδη, αλλ' ουδ' από αυτάς τας τέχνας γνωρίζω καμμίαν.
ΤΥΧ. Ποίαν λοιπόν άλλην τέχνην γνωρίζεις;
ΠΑΡ. Ποίαν; Γνωρίζω, μίαν την οποίαν εγώ θεωρώ από τας ευγενεστέρας και την οποίαν άμα ακούσης πιστεύω ότι θα επαινέσης. Εις την πρακτικήν της τουλάχιστον εξάσκησιν έχω την ιδέαν ότι είμαι τέλειος• αλλ' ίσως θα δυσκολευθώ να σου αναπτύξω την θεωρίαν της.
ΤΥΧ. Ποίαν εννοείς;
ΠΑΡ. Δεν έχω ακόμη παρασκευασθή αρκετά διά να συζητώ περί της τέχνης μου επιστημονικώς. Ώστε αρκεί ότι έμαθες ότι γνωρίζω μίαν τέχνην διά να μη με κατηγορείς διά τούτο• ποία δε είνε αυτή θα το μάθης άλλην φοράν.
ΤΥΧ. Δεν δύναμαι να περιμένω.
ΠΑΡ. Το είδος της τέχνης θα σου φανή ίσως παράδοξον.
ΤΥΧ. Ακριβώς διά τούτο έχω περιέργειαν να την ακούσω.
ΠΑΡ. Άλλην φοράν, Τυχιάδη.
ΤΥΧ. Όχι τώρα να μου πης, εκτός αν εντρέπεσαι διά το επάγγελμά σου.
ΠΑΡ. Η παρασιτική.
ΤΥΧ. Και δύναται κανείς, εκτός αν είνε τρελλός, να την ονομάση τέχνην αυτήν;
ΠΑΡ. Γιατί όχι; Εάν δε σου φαίνωμαι παράφρων, ν' αποδώσης εις την παραφροσύνην το ότι δεν γνωρίζω καμμίαν άλλην τέχνην και να μη με κατηγορής δι' αυτό. Διότι λέγουν ότι η θεότης αύτη ναι μεν κακομεταχειρίζεται εκείνους τους οποίους κατέχει, αλλ' ως διδάσκαλος ή παιδαγωγός, αναλαμβάνει την ευθύνην των κακών τα οποία πράττουν.
ΤΥΧ. Λοιπόν, Σίμων, η παρασιτική είνε τέχνη;
ΠΑΡ. Τέχνη βέβαια και δημιουργός της είμαι εγώ.
ΤΥΧ. Είσαι λοιπόν παράσιτος;
ΠΑΡ. Το ομολογώ χωρίς εντροπήν.
ΤΥΧ. Και δεν εντρέπεσαι να ομολογής ότι είσαι παράσιτος;
ΠΑΡ. Καθόλου. Θα εντρεπόμην αν δεν το ωμολόγουν.
ΤΥΧ. Ώστε, όταν θέλωμεν να σε γνωρίσωμεν εις κανένα εξ εκείνων οίτινες δεν σε γνωρίζουν, πρέπει να σε είπωμεν παράσιτον;
ΠΑΡ. Πολύ μάλλον πρέπει να λέγεται περί εμού τούτο παρά ότι ο Φειδίας ήτο αγαλματοποιός• διότι υπερηφανεύομαι διά την τέχνην μου όχι ολιγώτερον παρ' όσον ο Φειδίας διά τον Δία του.
ΤΥΧ. Μου έρχεται να ξεκαρδισθώ όταν σκέπτωμαι κάτι τι.
ΠΑΡ. Τι;
ΤΥΧ. Εάν όταν σου γράφωμεν, πρέπει ν' αρχίζωμεν την επιστολήν, όπως συνειθίζεται, με την επιγραφήν «Προς τον Σίμωνα τον παράσιτον».
ΠΑΡ. Θα μευχαριστήσης ούτω περισσότερον παρά τον Δίωνα αν τον γράψης φιλόσοφον.
ΤΥΧ. Τέλος πάντων πώς ευχαριστείσαι να σε αποκαλούν ουδόλως ή ολίγον με μέλει• αλλά σκέψου και το άλλο άτοπον το οποίον θα συμβή.
ΠΑΡ. Ποίον άτοπον;
ΤΥΧ. Εάν κατατάξωμεν εις τας άλλας τέχνας την παρασιτικήν, όταν ερωτώμεν διά μίαν τέχνην ποίου είδους είνε θα λέγωμεν, όπως η γραμματική, η ιατρική, και η παρασιτική.
ΠΑΡ. Εγώ λοιπόν, Τυχιάδη, αυτήν θεωρώ τέχνην περισσότερον από κάθε άλλην και αν έχης όρεξιν να με ακούσης, θα σου εξηγήσω την γνώμην μου, μολονότι, ως προ ολίγου σου είπα, δεν είμαι καθόλου δι' αυτό παρεσκευασμένος.
ΤΥΧ. Αδιάφορον, όσον ολίγα και αν είπης, θα είνε αρκετά, αρκεί να είνε αληθινά.
ΠΑΡ. Λοιπόν αφού θέλεις, ας εξετάσωμεν κατά πρώτον τι είνε εν γένει τέχνη• ούτω δε θα φθάσωμεν εις τα ιδιαίτερα είδη, των τεχνών, διά να ίδωμεν εάν η παρασιτική ορθώς δύναται να συγκαταλεχθή εις αυτάς.
ΤΥΧ. Λοιπόν, λέγε τι είνε τέχνη. Βεβαίως γνωρίζεις.
ΠΑΡ. Βεβαίως.
ΤΥΧ. Αφού το ξέρεις λοιπόν, λέγε.
ΠΑΡ. Τέχνη είνε, κατά τον ορισμόν τον οποίον έχω ακούσει από ένα σοφόν, άθροισμα γνώσεων αι οποίαι τείνουν προς ένα σκοπόν ωφέλιμον διά τον βίον.
ΤΥΧ. Ο ορισμός είνε ορθός και καλά τον ενθυμείσαι.
ΠΑΡ. Εάν λοιπόν έχη όλα αυτά η παρασιτική, τι άλλο δύναται να είνε παρά τέχνη;
ΤΥΧ. Τέχνη βέβαια αν συντρέχουν αυτά.
ΠΑΡ. Έλα τώρα να συγκρίνωμεν προς τα διάφορα είδη της τέχνης την παρασιτικήν και να ίδωμεν εάν ταιριάζη με αυτά και δεν ομοιάζη με τας ραγισμένας πηλίνας χύτρας αι οποίαι κρουόμεναι αναδίδουν ήχον χαλασμένον. Πρέπει λοιπόν και αυτή, όπως πάσα τέχνη, να είνε άθροισμα γνώσεων. Πρώτη τοιαύτη γνώσις είνε να δοκιμάζη και να διακρίνη ο παράσιτος ποίος είνε κατάλληλος διά να τον τρέφη και εις ποίον αν προσκολληθή ως παράσιτος δεν θα μετανοήση. Δεν πιστεύω να λέγωμεν ότι είνε τέχνη να διακρίνη κανείς τα κίβδηλα νομίσματα και τα γνήσια, και δεν είνε τέχνη να διακρίνη τους κιβδήλους και τους αγαθούς ανθρώπους, μάλιστα όταν γνωρίζωμεν ότι οι άνθρωποι δεν διακρίνονται μεθ' όσης ευκολίας τα νομίσματα. Τούτο λέγει και ο σοφός Ευριπίδης όταν παραπονείται ότι
ανδρών δ' ότω χρή τον κακόν διειδέναι, ουδείς χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι. {23}
Εκ τούτου φαίνεται ότι και μεγαλειτέρα είνε η τέχνη του παρασίτου, αφού και τα τόσον άδηλα και δυσνόητα περισσότερον από την μαντικήν εννοεί και μαντεύει. Έπειτα το να γνωρίζη να λέγη λόγους καταλλήλους και να πράττη ό,τι απαιτείται διά ν' αποκτήση την εμπιστοσύνην και την εύνοιαν εκείνου ο οποίος τον τρέφει, δεν σου φαίνεται ότι είνε μεγάλη σύνεσις και εμπειρία;
ΤΥΧ. Βεβαίως.
ΠΑΡ. Το ότι δε από τα συμπόσια απέρχεται χορτασμένος περισσότερον από τους άλλους και αφού διεκρίθη περισσότερον από τους μη έχοντας την τέχνην του, νομίζεις ότι δεν απαιτεί τέχνην και σοφίαν;
ΤΥΧ. Καθόλου.
ΠΑΡ. Και ότι γνωρίζει να διακρίνη τας ποιότητας των φαγητών και την τέχνην ή την ατεχνίαν ενός εδέσματος νομίζεις ότι δεν απαιτεί γνώσεις και μάλιστα όταν ο σοφώτατος Πλάτων λέγει ότι, αν ο μέλλων να λάβη μέρος εις συμπόσιον δεν γνωρίζη μαγειρικήν, η κρίσις του περί του γεύματος δεν έχει κύρος;{24} Ότι δε η τέχνη του παρασίτου δεν σύγκειται μόνον από γνώσεις, αλλά γνώσεις πρακτικάς αι οποίαι ομού συμβάλουν προς ένα σκοπόν, απόδειξις είνε ότι οι άλλοι τεχνίται πολλάκις επί ημέρας και μήνας και έτη ολόκληρα παύουν να εξασκούν την τέχνην των και όμως δεν την χάνουν• αλλ' όταν του παρασίτου αι γνώσεις παύσουν να εξασκούνται καθ' εκάστην, όχι μόνον η τέχνη χάνεται, αλλά και αυτός ο τεχνίτης. Ότι λοιπόν ο σκοπός της είνε η ωφέλεια θα είνε τρέλλα να το αμφισβητήση κανείς. Εγώ τουλάχιστον δεν νομίζω τίποτε χρησιμώτερον εις την ζωήν από το να τρώγη κανείς και να πίνη, ούτε είναι δυνατόν άνευ τούτου η ζωή.
ΤΥΧ. Αναμφιβόλως.
ΠΑΡ. Αλλ' ούτε προς το κάλλος και την σωματικήν ρώμην έχει αναλογίας η παρασιτική, ώστε να μη δύναται να θεωρηθή τέχνη, αλλά μία τοιαύτη δύναμις.
ΤΥΧ. Αυτό είνε αληθές.
ΠΑΡ. Αλλ' ούτε ατεχνία είνε• διότι η ατεχνία δεν προσφέρει ποτέ τίποτε χρήσιμον εις εκείνον ο οποίος την έχει. Παραδείγματος χάριν, εάν αναλάβη τις να κυβερνήση πλοίον εν καιρώ χειμώνος, χωρίς να γνωρίζη την ναυτικήν τέχνην, δύναται να σωθή;
ΤΥΧ. Βεβαίως όχι.
ΠΑΡ. Και τούτο διότι δεν κατέχει την τέχνην δι' ης θα δυνηθή να σωθή. Ή δεν λέγω σωστά;
ΤΥΧ. Πολύ σωστά.
ΠΑΡ. Λοιπόν και ο παράσιτος δεν θα εσώζετο υπό της παρασιτικής εάν αυτή ήτο ατεχνία. Ή όχι;
ΤΥΧ. Βέβαια.
ΠΑΡ. Λοιπόν η τέχνη σώζει, η ατεχνία δε όχι;
ΤΥΧ. Αναμφιβόλως.
ΠΑΡ. Η παρασιτική επομένως είνε τέχνη.
ΤΥΧ. Τέχνη, ως φαίνεται.
ΠΑΡ. Αλλά και πλοιάρχους καλούς και αμαξηλάτας εμπείρους γνωρίζω πολλούς, οίτινες κατέπεσαν από τα οχήματα και άλλοι μεν κατετραυματίσθησαν άλλοι δε εντελώς εφονεύθησαν• παρασίτου όμως ναυάγιον τοιούτον δεν έχει κανείς ν' αναφέρη. Λοιπόν, εάν ούτε ατεχνία είνε η παρασιτική ούτε φυσική δύναμις, αλλά σύστημα πρακτικών γνώσεων, αναγνωρίζεται από ημάς σήμερον ότι είνε τέχνη.
ΤΥΧ. Ούτω τουλάχιστον φαίνεται. Υπολείπεται τώρα να μας δώσης και ένα καλόν ορισμόν της παρασιτικής.
ΠΑΡ. Πολύ καλά. Μου φαίνεται ότι ως εξής δύναται ακριβώς να ορισθή• η παρασιτική είνε τέχνη των ποτών και των φαγητών και εκείνων τα οποία πρέπει να λέγη τις διά να έχη αυτά τα αγαθά• σκοπός δε αυτής είνε η ευχαρίστησις.
ΤΥΧ. Θαυμάσια μου φαίνεται ότι ώρισες την τέχνην σου. Αλλά να προσέξης μήπως έλθης εις σύγκρουσιν με μερικούς εκ των φιλοσόφων όσον αφορά τον σκοπόν.
ΠΑΡ. Μου είνε αρκετόν εάν η ευτυχία και η παρασιτική έχουν τον αυτόν σκοπόν. Θα αποδειχθή δε τούτο ως εξής. Ο σοφός Όμηρος θαυμάζων τον βίον του παρασίτου ως ευτυχή και ζηλευτόν λέγει•
ου γαρ έγωγέ τί φημι τέλος χαριέστερον είναι, ή ότ' αν ευφροσύνη μεν έχη κατά δήμον άπαντα, παρά δε πλήθωσι τράπεζαι σίτου και κρειών, μέθυ δ' εκ κρητήρος αφύσσων οινοχόος φορέησι και εγχείη δεπάεσσι. {25}
Έπειτα δε ως να μη εθαύμασε ταύτα επαρκώς, προσθέτει διά να εκφράση έτι μάλλον την γνώμην του.
τούτο τι μοι κάλλιστον ενί φρεσίν είδεται είναι. {26}
Και εξ όσων λέγει δεν φαίνεται να εννοή παρά την ευτυχίαν των παρασίτων.
Και δεν έβαλεν εις του τυχόντος ανθρώπου το στόμα τους λόγους τούτους, αλλά τους απέδωκεν εις τον φρονιμώτατον των Ελλήνων. Εάν δε ο Οδυσσεύς ήθελε να επαινέση την ευτυχίαν ως την εννοούν οι Στωικοί, θα έλεγεν αυτά όταν παρέλαβε τον Φιλοκτήτην από την Λήμνον, είτε όταν εξεπόρθησε το Ίλιον, όταν εκράτησε τους Έλληνας οίτινες είχον τραπή εις φυγήν ή όταν εισήλθεν εις την Τροίαν αφού εμαστιγώθη μόνος του {27} και εφόρεσε ράκη πενιχρά και στωικά {28}• αλλά τότε δεν είπεν ότι αυτή είνε η πλέον ευχάριστος κατάστασις. Και όταν ακόμη έζη πλησίον της Καλυψούς βίον επικούρειον και ηδύνατο να ζη αργός, να εντρυφά και ν' απολαμβάνη τον έρωτα της θυγατρός του Άτλαντος και πάσαν άλλην απόλαυσιν, ουδέ τότε είπεν ότι αυτή η ζωή ήτο η πλέον ευχάριστος, αλλά το είπε περί της ζωής των παρασίτων. Τότε δε οι παράσιτοι ωνομάζοντο δαιτυμόνες. Τι λέγει λοιπόν; Διότι αξίζει και πάλιν ν' αναφέρωμεν τους στίχους, καθότι μόνον αν τους ακούση κανείς πολλάκις δύναται να συλλάβη την έννοιάν των «δαιτυμόνες καθήμενοι εξείης» {29} και έπειτα.
παρά δε πλήθωσι τράπεζαι σίτου και κρειών.
Αλλ' ο Επίκουρος πολύ αναιδώς έκλεψε τον σκοπόν της παρασιτικής και τον έκαμε σκοπόν της ευτυχίας, όπως την εννοεί. Ότι δε πρόκειται περί κλοπής και ουδόλως ενδιαφέρει τον Επίκουρον το ευχάριστον, αλλά τον παράσιτον, θα σου το αποδείξω. Εγώ θεωρώ ευχάριστον πρώτον να μένη το σώμα ατάραχον, έπειτα δε να μη θορυβήται και να μη ταράσσεται και η ψυχή. Αυτά λοιπόν και τα δύο τα απολαμβάνει ο παράσιτος, ο δε Επίκουρος ούτε το έν, ούτε το άλλο• διότι καταγινόμενος εις ερεύνας περί του σχήματος της γης, περί της απειρίας των κόσμων, περί του μεγέθους του ηλίου και της αποστάσεως των άστρων, περί των πρώτων στοιχείων και περί των θεών, εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, και περί των ζητημάτων τούτων πάντοτε φιλονεικών και συζητών προς διαφόρους δεν έχει μόνον τας κοινάς ενοχλήσεις, αλλά και τας ενοχλήσεις του σύμπαντος. Ο παράσιτος όμως νομίζει ότι όλα καλώς έχουν και πιστεύει ότι δεν ηδύναντο να είνε καλλίτερα ή όπως είνε• και χωρίς να ενοχλήται από τοιαύτας σκέψεις, τρώγει και κοιμάται ανάσκελα και ξαπλώνει πόδια και χέρια, όπως ο Οδυσσεύς όταν απέπλευσεν εκ της Σχερίας διά την πατρίδα του. Όχι δε μόνον υπ' αυτήν την έποψιν ουδέν κοινόν έχει το ευχάριστον με τον Επίκουρον, αλλά και υπό άλλην έποψιν• ο Επίκουρος δηλαδή, οίος δήποτε και αν είνε ο σοφός όστις ονομάζεται ούτω, έχει ή δεν έχει να τρώγη• εάν μεν δεν έχη, δεν είνε δυνατόν να ζη ευχαρίστως, αλλ' ούτε καν να ζη• εάν δε έχη, έχει είτε εξ ιδίων είτε διότι λαμβάνει παρ' άλλου• και αν άλλος του δίδη να τρώγη είνε παράσιτος και όχι ό,τι λέγει• εάν δε ζη εξ ιδίων, δεν ζη ευχαρίστως.
ΤΥΧ. Διά ποίον λόγον;
ΠΑΡ. Διότι εάν ζη εξ ιδίων, η τοιαύτη ζωή, Τυχιάδη, παρακολουθείται από πολλάς ενοχλήσεις• και θα σου τας αναφέρω. Ο θέλων να ζήση κατά τρόπον ευχάριστον πρέπει να ικανοποιή όλας του τας ορέξεις ή όχι;
ΤΥΧ. Είμαι σύμφωνος.
ΠΑΡ. Λοιπόν, εις εκείνον ο οποίος έχει πολλά, ίσως τούτο είνε εύκολον, εις εκείνον δε ο οποίος έχει ολίγα ή τίποτε, δεν είνε δυνατόν• ώστε πτωχός δεν δύναται να γείνη σοφός, ούτε να φθάση εις τον σκοπόν, δηλαδή εις το ευχάριστον. Αλλ' ουδ' ο πλούσιος, ο δυνάμενος εκ της περιουσίας του να ικανοποιή αφθόνως τας επιθυμίας του, θα δυνηθή να κατορθώση τούτο. Διατί δε τούτο; Διότι εκείνος ο οποίος ζη εκ της περιουσίας του, κατ' ανάγκην δοκιμάζει πολλάς ενοχλήσεις• άλλοτε μεν θυμώνει με τον μάγειρον διότι κακώς παρεσκεύασε το φαγητόν, ή αν δεν φιλονεικήση με τον μάγειρον, θα φάγη κακώς παρασκευασθέντα φαγητά τα οποία δεν θα είνε ευχάριστα• άλλοτε δε θα φιλονεική με τον οικονόμον του διότι δεν οικονομεί καλώς. Ή δεν λέγω σωστά;
ΤΥΧ. Μα τον Δία, είμαι σύμφωνος.
ΠΑΡ. Εις τον Επίκουρον λοιπόν είνε επόμενον να συμβαίνουν όλαι αυταί αι ενοχλήσεις, ώστε ουδέποτε να επιτύχη τον σκοπόν της φιλοσοφίας του• ο παράσιτος όμως ούτε μάγειρον έχει με τον οποίον να θυμώση, ούτε κτήμα, ούτε οικονόμον, ούτε χρήματα, διά την απώλειαν των οποίων να λυπηθή, αλλά και χωρίς αυτά έχει να τρώγη και να πίνη χωρίς να έχη και καμμίαν ενόχλησιν εξ εκείνων τας οποίας οι άλλοι κατ' ανάγκην έχουν.
Ότι λοιπόν η παρασιτική είνε τέχνη, ικανώς απεδείχθη και εκ τούτων και εκ των άλλων. Υπολείπεται τώρα ν' αποδείξωμεν ότι είνε και η αρίστη, και τούτο όχι απλώς, αλλά πρώτον ότι εν γένει είνε ανωτέρα όλων των τεχνών, έπειτα δε και από εκάστην χωριστά. Τα γενικά της πλεονεκτήματα είνε τα εξής• πάσα τέχνη απαιτεί σπουδήν, κόπον, φόβον και ξύλον, πράγματα τα οποία δεν υπάρχει κανείς όστις να τα θεωρή ευχάριστα• την παρασιτικήν όμως τέχνην μόνην δύναται να μάθη κανείς δίχως κόπον. Είδες ποτέ κανένα να φεύγη από γεύμα κλαίων, όπως βλέπομεν μερικούς να φεύγουν εκ των σχολείων; Και είδες κανένα να πηγαίνη σκυθρωπός εις δείπνον όπως όσοι πηγαίνουν εις τα σχολεία; Ο παράσιτος μεταβαίνει εκουσίως εις το δείπνον, διότι πολύ αγαπά την τέχνην του, οι δε μανθάνοντες τας άλλας τέχνας τας μισούν, ώστε μερικοί και δραπετεύουν διά να τας αποφύγουν. Αλλά δεν σκέπτεσαι και τούτο, ότι οι πατέρες και αι μητέρες ανταμείβουν τα τέκνα των, τα οποία προκόπτουν εις τας τέχνας εκείνας, καθ' ον τρόπον ανταμείβονται καθ' εκάστην και οι παράσιτοι; Καλά έγραψε το παιδί, λέγουν• δόστε του να φάγη• δεν έγραψε καλά• μη του δώσετε. Ούτω το πράγμα και ως αμοιβή και ως τιμωρία φαίνεται σπουδαίον. Αι άλλαι τέχναι διά να δώσουν καρπούς απαιτούν προηγουμένως μάθησιν και κόπον, διότι «είνε πολύς και ανηφορικός ο δρόμος όστις φέρει εις αυτάς», όπως λέγει διά την αρετήν ο Ησίοδος• η δε παρασιτική μόνη εκ των τεχνών απολαμβάνει συγχρόνως με την μάθησιν, και άμα αρχίση, φθάνει και εις τον σκοπόν της. Εκ των άλλων τεχνών, όχι μερικαί, αλλά όλαι ως σκοπόν έχουν να μας θρέψουν, ο δε παράσιτος ευθύς άμα αρχίση την τέχνην του, έχει εξ αυτής την τροφήν του• ή νομίζεις ότι ο γεωργός γεωργεί χάριν της γεωργίας και ο τέκτων κτίζει χάριν της τεκτονικής; Και ο παράσιτος δεν επιδιώκει τίποτε άλλο, αλλά το αυτό είνε και έργον αυτού και σκοπός του έργου του. Είνε δε πασίγνωστον ότι εν ώ οι εξασκούντες τας λοιπάς τέχνας κοπιάζουν καθ' όλον τον καιρόν και μόνον μίαν ή δύο ημέρας κατά μήνα εορτάζουν, και αυταί αι πόλεις μόνον κατά μήνα ή κατ' έτος άγουν εορτήν και λέγουν ότι τότε διασκεδάζουν, διά τον παράσιτον και αι τριάκοντα ημέραι του μηνός είνε εορταί• όλαι δι' αυτόν είνε αφιερωμέναι εις τους θεούς. Προσέτι όσοι καταγίνονται να μάθουν τας άλλας τέχνας, τρώγουν και πίνουν ολίγον, όπως οι άρρωστοι, δεν επιτρέπεται δε να διασκεδάζη κανείς και να μανθάνη. Και αι μεν άλλαι τέχναι δεν δύνανται να υπηρετούν τον κατέχοντα αυτάς χωρίς όργανα• ούτε να αυλή κανείς δύναται χωρίς αυλούς, ούτε να ψάλλη χωρίς λύραν, ούτε να ιππεύη χωρίς ίππον• η δε παρασιτική είνε τόσον καλή και εύχρηστος τέχνη, ώστε ο τεχνίτης δύναται να την εξασκή και χωρίς κανέν όργανον. Επίσης εν ώ διά να μάθωμεν τας άλλας τέχνας πληρώνομεν, δι' αυτήν πληρωνόμεθα. Και αι μεν άλλαι τέχναι έχουν διδασκάλους, η δε παρασιτική κανένα, αλλά καθώς η ποιητική, κατά τον Σωκράτην, και αυτή είνε θείον δώρον. Σκέψου δε και τούτο, ότι τας μεν τέχνας δεν δυνάμεθα να εξασκούμεν όταν οδοιπορούμεν ή ταξειδεύωμεν, αυτήν δε εξασκούμεν και εις οδοιπορίας και εις ταξείδια.
ΤΥΧ. Πολύ σωστά.
ΠΑΡ. Εκτός τούτου, Τυχιάδη, αι άλλαι τέχναι μου φαίνονται ότι ζηλεύουν την παρασιτικήν, ενώ αυτή δεν ζηλεύει καμμίαν άλλην.
ΤΥΧ. Και δεν νομίζεις ότι αδικούν οι λαμβάνοντες τα ανήκοντα εις άλλους;
ΠΑΡ. Πώς όχι;
ΤΥΧ. Λοιπόν, πώς μόνος ο παράσιτος δύναται να σφετερίζεται τα ανήκοντα εις άλλους και να μη αδική;
ΠΑΡ. Αυτό δεν δύναμαι να το εξηγήσω. Αλλ' ενώ των άλλων τεχνών η αφετηρία και η καταγωγή είνε ευτελείς και ταπειναί, της παρασιτικής η αρχή είνε πολύ ευγενής• διότι εάν εξετάσης καλά την φιλίαν, θα εύρης ότι είνε αρχή της παρασιτικής.
ΤΥΧ. Πώς;
ΠΑΡ. Διότι ουδείς καλεί εις δείπνον εχθρόν ή άγνωστον άνθρωπον ή μετρίως γνώριμον, αλλά πρέπει να γείνη προηγουμένως φίλος διά να συμμερισθή τας σπονδάς και την τράπεζαν και κοινωνήση εις τα μυστήρια αυτής. Εγώ τουλάχιστον ήκουσα πολλάκις μερικούς να λέγουν πώς δύναται να είνε αυτός φίλος μου, αφού ούτε έφαγε, ούτε έπιε ποτέ μαζή μου; Δηλαδή μόνον τον συμπίνοντα και συντρώγοντα θεωρούν πιστόν φίλον. Ότι δε αυτή είνε η βασιλικωτάτη των τεχνών θα το εννοήσης όχι ολιγώτερον και εκ τούτου• τας άλλας τέχνας εξασκούν οι τεχνίται κοπιάζοντες και ιδρώνοντες, και είτε όρθιοι είτε καθήμενοι εργάζονται ως δούλοι των τεχνών, ο δε παράσιτος εξασκεί την τέχνην του ως βασιλεύς, ξαπλωμένος. Και είνε ανάγκη να αναφέρω, διά να παραστήσω την ευτυχίαν του, ότι μόνος, κατά τον σοφόν Όμηρον, «ούτε φυτεύει χερσί φυτόν, ούτε αροί, αλλά τα γ' άσπαρτα και ανήροτα πάντα» νέμεται{30}; Αλλά και ενώ τον ρήτορα, τον γεωμέτρην και τον χαλκέα ουδέν εμποδίζει να εξασκή την τέχνην του, είτε κακός είνε είτε μωρός, ουδείς δύναται να παρασιτή εάν είνε μωρός ή φαύλος.
ΤΥΧ. Μπα! μπα! Πολύ την ανυψώνεις την παρασιτικήν, και μου φαίνεται ότι θα με κάμης ν' αφήσω το επάγγελμά μου και να γείνω παράσιτος.
ΠΑΡ. Λοιπόν ότι είνε ανωτέρα από όλας ομού τας τέχνας, μου φαίνεται ότι το απέδειξα. Τώρα δε ας εξετάσωμεν κατά τι υπερτερεί και εκάστην χωριστά. Αλλά να την συγκρίνωμεν με τας βαναύσους τέχνας και ανόητον είνε και αναξιοπρεπές. Θα περιορισθώ να αποδείξω ότι είνε ανωτέρα των καλλιτέρων και μεγαλειτέρων τεχνών. Νομίζω δε ότι άμα αποδείξω ότι η παρασιτική είνε ανωτέρα της ρητορικής και της φιλοσοφίας, τας οποίας διά την ευγένειάν των και επιστήμας ονομάζουν τινές, θα γείνη προφανές ότι και των άλλων τεχνών εξέχει, όπως η Ναυσικάα των υπηρετριών της. Γενικώς λοιπόν είνε ανωτέρα και των δύο, και της ρητορικής και της φιλοσοφίας, πρώτον κατά την υπόστασιν• καθότι αυτή μεν υπάρχει, εκείναι δε όχι• διότι περί της ρητορικής δεν υπάρχει μία και η αυτή γνώμη, αλλ' οι μεν την θεωρούν τέχνην, οι δε ατεχνίαν, άλλοι κακοτεχνίαν και άλλοι άλλο. Ομοίως και η φιλοσοφία δεν είνε εις όλα και καθ' όλα η αυτή• διότι άλλην γνώμην έχει περί των πραγμάτων ο Επίκουρος, άλλην οι Στωικοί, άλλην η Ακαδημία, άλλην οι Περιπατητικοί και τέλος πάντων έκαστος έχει άλλην ιδέαν περί της φιλοσοφίας• και μέχρι τούδε τουλάχιστον ούτε μία εκ των γνωμών τούτων επεκράτησε, ούτε μία φαίνεται να είνε η τέχνη των. Τι δε δύναταί τις να συμπεράνη εκ τούτου είνε φανερόν. Ούτε κατ' αρχήν δύναται να θεωρηθή υπάρχουσα μία τέχνη η οποία δεν έχει υπόστασιν. Ορίστε η αριθμητική είνε μία και η αυτή• δύο και δύο και διά τους Έλληνας και διά τους βαρβάρους κάνουν τέσσερα• φιλοσοφίας όμως βλέπομεν πολλάς και διαφόρους και ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τους σκοπούς συμφωνούν όλαι.
ΤΥΧ. Έχεις δίκαιον η φιλοσοφία λέγουν ότι είνε μία, αυτοί δε την διαιρούν εις πολλάς.
ΠΑΡ. Και διά μεν τας άλλας τέχνας δύναται να φανή κανείς επιεικής, και αν έχουν μερικάς ασυμφωνίας και αι ιδέαι των δεν είνε σταθεραί πάντοτε. Αλλά διά την φιλοσοφίαν πώς δυνάμεθα να ανεχθώμεν να μη είνε μία και μόνη και να μη αντιφάσκη προς εαυτήν; Και όμως η φιλοσοφία δεν είνε μία• υπάρχει απειρία φιλοσοφιών. Αλλά πολλαί δεν δύνανται να είνε, αφού η φιλοσοφία είνε μία. Και περί της υποστάσεως της ρητορικής τα αυτά δύναταί τις να είπη• διότι όταν περί ενός θέματος δεν λέγουν τα αυτά όλοι οι ρήτορες, αλλά γίνεται περί αυτό πόλεμος αντιθέτων γνωμών, τούτο αποτελεί μεγίστην απόδειξιν ότι ουδέ κατ' αρχήν υπάρχει εκείνο το οποίον δεν εννοείται καθ' ένα και τον αυτόν τρόπον• διότι όταν ζητούμεν τι είνε η ρητορική και δεν κατορθώνομεν να συμφωνήσωμεν ότι είνε μία και η αυτή, τούτο αναιρεί αυτήν την ύπαρξιν του ζητουμένου. Η παρασιτική όμως δεν είνε τοιαύτη, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων και μεταξύ των βαρβάρων είνε μία και κατά τον αυτόν τρόπον εξασκείται και δεν δύναταί τις να είπη ότι άλλως οι μεν και άλλως οι δε παρασιτούν, ούτε υπάρχουν παράσιτοι διάφορων συστημάτων, όπως οι Στωικοί ή Επικούρειοι, έχοντες διάφορα δόγματα, αλλ' όλοι συμφωνούν προς όλους και κατά τα έργα και κατά τον σκοπόν. Ώστε εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι η παρασιτική κατά τούτο πλησιάζει να είνε και σοφία.
ΤΥΧ. Πολύ καλά μου φαίνεται ότι τα είπες αυτά. Αλλ' ότι και κατά τα άλλα η φιλοσοφία είνε υποδεεστέρα της τέχνης σου πώς το αποδεικνύεις;
ΠΑΡ. Εν πρώτοις πρέπει να είπω ότι την φιλοσοφίαν ουδέποτε ηγάπησε παράσιτος, εν ώ αναφέρονται πάρα πολλοί φιλόσοφοι οι οποίοι ηγάπησαν την παρασιτικήν και μέχρι σήμερον υπάρχουν τοιούτοι.
ΤΥΧ. Δύνασαι να μου αναφέρης φιλοσόφους οίτινες επεδόθησαν εις την παρασιτικήν;
ΠΑΡ. Ερωτάς; Και συ τους γνωρίζεις, αλλά υποκρίνεσαι ότι τους αγνοείς, ωσάν τούτο να είνε δι' αυτούς εντροπή και όχι τιμή.
ΤΥΧ. Όχι, σε βεβαιώ, αλλά σοβαρώς πιστεύω ότι δεν έχεις να αναφέρης τοιούτους.
ΠΑΡ. Φαίνεται ότι δεν ανέγνωσες ποτέ βίους φιλοσόφων, άλλως θα ενόεις αμέσως ποίους θέλω να είπω.
ΤΥΧ. Τέλος πάντων επιθυμώ ν' ακούσω ποίοι είνε.
ΠΑΡ. Θα σου τους αναφέρω και θα ιδής ότι δεν είνε οι χειρότεροι, αλλά μάλιστα οι καλλίτεροι, ως εγώ νομίζω, και εκείνοι τους οποίους ολιγώτερον φαντάζεσαι ως τοιούτους. Λοιπόν ο Αισχίνης ο μαθητής του Σωκράτους, εκείνος ο οποίος έγραψε τους εκτενείς και χαριτωμένους διαλόγους, επήγε κάποτε εις την Σικελίαν και είχε μαζή του τα συγγράμματά του διά να δυνηθή δι' αυτών να γνωρισθή με τον Διονύσιον τον τύρανον. Ανέγνωσε δε τον «Μιλτιάδην» και επειδή το έργον ήρεσεν εις τον τύραννον, παρέμεινεν εις την Σικελίαν ως παράσιτος του Διονυσίου, εγκαταλείψας τον Σωκράτην και την διδασκαλίαν του. Αλλά και ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος δεν σου φαίνεται ότι είνε εκ των δοκίμων φιλοσόφων;
ΤΥΧ. Βεβαίως.
ΠΑΡ. Και αυτός λοιπόν κατά την αυτήν εποχήν διέτριβεν εις τας Συρακούσας ως παράσιτος του Διονυσίου. Εξ όλων δε των παρασίτων αυτός ήτο ο πλέον ευνοούμενος του τυράννου, διότι ήτο και ο ευφυέστερος εις την τέχνην και ο Διονύσιος απέστελλε προς αυτόν καθ' εκάστην τους μαγείρους του διά να διδάσκωνται παρ' αυτού. Δικαίως δε ο Αρίστιππος θεωρείται ως κόσμημα της παρασιτικής τέχνης. Ο δε μέγας και πολύς Πλάτων σας μετέβη και αυτός εις την Σικελίαν προς τοιούτον σκοπόν και αφού επί ολίγας ημέρας εκάθησεν εις την τράπεζαν του τυράννου, εξέπεσεν ένεκεν ελλείψεως ευφυίας. Επιστρέψας δε εις τας Αθήνας εμελέτησε και παρεσκευάσθη, και έπειτα έκαμε δεύτερον ταξείδιον εις Σικελίαν, αλλά και πάλιν εξ αμαθίας απέτυχεν ως παράσιτος. Το ατύχημα δε τούτο του Πλάτωνος εις την Σικελίαν φαίνεται όμοιον προς την συμφοράν του Νικίου.
ΤΥΧ. Και ποίος το αναφέρει αυτό, Σίμων;
ΠΑΡ. Εκτός πολλών άλλων ο Αριστόξενος ο μουσικός, πολύ σημαντικός συγγραφεύς. Και αυτός δε ήτο παράσιτος του Νηλέως. Ότι δε ο Ευριπίδης ήτο παράσιτος του Αρχελάου μέχρι του θανάτου του και ο Ανάξαρχος του Αλεξάνδρου βεβαίως θα το γνωρίζης. Ο δε Αριστοτέλης μόνον ολίγον και επιπολαίως κατέγινεν εις την παρασιτικήν, όπως και εις τας άλλας τέχνας. Σου ανέφερα λοιπόν αρκετούς φιλοσόφους οι οποίοι επεδόθησαν με ζήλον εις την παρασιτικήν, αλλ' ουδείς δύναται ν' αναφέρη ένα παράσιτον όστις ηθέλησε να γίνη φιλόσοφος. Εάν δε η ευτυχία είνε το να μη πεινά τις, να μη διψά και να μη κρυώνη, αυτήν την ευτυχίαν μόνον ο παράσιτος την έχει. Φιλοσόφους δύνασαι να εύρης πολλούς ριγούντας και πεινώντας, παράσιτον όμως όχι• ή δεν είνε παράσιτος, αλλά δυστυχής ο πτωχός άνθρωπος ο όμοιος με φιλόσοφον.
ΤΥΧ. Πολύ σωστά τα είπες αυτά. Αλλ' ότι κατά πολύ υπερέχει η παρασιτική της φιλοσοφίας και της ρητορικής πώς το αποδεικνύεις;
ΠΑΡ. Εις τον βίον των ανθρώπων, φίλτατε, υπάρχουν δύο καταστάσεις, η κατάστασις της ειρήνης και η κατάστασις του πολέμου• εις τους δύο δε τούτους καιρούς διακρίνονται αι τέχναι και οι εξασκούντες αυτάς οποίοι είνε. Αν θέλης λοιπόν, ας εξετάσωμεν πρώτον την εν καιρώ πολέμου κατάστασιν και ποίοι κατ' αυτήν είνε προ πάντων χρήσιμοι ιδιαιτέρως έκαστος και όλοι ομού εις την πατρίδα.
ΤΥΧ. Η σύγκρισις την οποίαν επιχειρείς είνε πολύ τολμηρά και μου έρχονται γέλοια όταν φαντάζωμαι την θέσιν ενός φιλοσόφου ανταγωνιζομένου προς ένα παράσιτον.
ΠΑΡ. Λοιπόν διά να μη απορής υπερβολικά και να μη σου φαίνεται το πράγμα γελοίον, ας υποθέσωμεν ότι μας αναγγέλλεται αιφνιδία εισβολή εχθρών εις την χώραν μας και είνε ανάγκη να τους αποκρούσωμεν και να μη τους αφήσωμεν να καταστρέφουν τα περίχωρα, ο δε στρατηγός παραγγέλλει να στρατολογηθούν όλοι οι έχοντες την στρατεύσιμον ηλικίαν. Προσέρχονται λοιπόν όλοι και μεταξύ τούτων μερικοί φιλόσοφοι, ρήτορες και παράσιτοι. Εν πρώτοις ας τους εκδύσωμεν• διότι είνε ανάγκη οι μέλλοντες να οπλισθούν να γυμνωθούν προηγουμένως. Παρατήρει λοιπόν ένα ένα και εξέταξε τα σώματά των. Άλλους μεν εξ αυτών θα ίδης ισχνούς και ωχρούς και τρέμοντας, ως να είνε ήδη τραυματίαι λησμονημένοι εις το πεδίον της μάχης. Δεν είνε επομένως γελοίον και να το λέγη τις ότι δύνανται ν' ανθέξουν εις αγώνα και μάχην και συμπλοκάς και δρόμον και κονιορτόν και τραύματα άνθρωποι όπως αυτοί που έχουν ανάγκην θεραπείας; Στρέψου τώρα προς τον παράσιτον και παρατήρησε πώς είνε. Αυτός πρώτον είνε παχύς και έχει το χρώμα ευχάριστον ούτε μαύρος είνε ως δούλος, ούτε λευκός ως γυναίκα. Το ήθος του είνε αρρενωπόν και το βλέμμα του ζωηρόν και αγριωπόν, όπως το ιδικόν μου• διότι δεν πρέπει οι μεταβαίνοντες εις τον πόλεμον να έχουν βλέμμα δειλόν και γυναικώδες. Λοιπόν ο τοιούτος οπλίτης δεν θα είνε καλός και ζων και αν αποθάνη ενδόξως; Αλλά τις η ανάγκη να λέγωμεν τούτο εξ εικασίας, αφού έχομεν ωρισμένα παραδείγματα και βέβαια γεγονότα ν' αναφέρωμεν; Εν γένει δύναταί τις να είπη ότι εν καιρώ πολέμου κανείς ποτε ρήτωρ ή φιλόσοφος δεν είχε το θάρρος να εξέλθη εκ του τείχους• εάν δε κανείς ηναγκάσθη να λάβη μέρος εις μάχην, ελιποτάκτησε και έφυγε.
ΤΥΧ. Πολύ εκπληκτικά πράγματα λέγεις, και όσα υπόσχεσαι να είπης, δεν είνε ολιγώτερον καταπληκτικά. Λέγε όμως.
ΠΑΡ. Από τους Ρήτορας λοιπόν ο Ισοκράτης όχι μόνον εις πόλεμον δεν επήγε, αλλ' ούτε εις δικαστήριον ετόλμησε ποτέ να ομιλήση εκ δειλίας, υποθέτω, ήτις και την φωνήν του διέκοπτε. Θέλεις και αλλά παραδείγματα; Μήπως ο Δημάδης, ο Αισχίνης και ο Φιλοκράτης, άμα ανηγγέλθη ότι ο Φίλιππος θα εκήρυττε πόλεμον κατά των Αθηνών, δεν επρόδωσαν την πόλιν και δεν παρέδωκαν τους εαυτούς των εις τον Φίλιππον εκ φόβου και πάντοτε εξηκολούθουν να υπηρετούν τους σκοπούς αυτού; Και αν κανείς άλλος Αθηναίος είχε τα αυτά φρονήματα και αυτόν τον είχαν φίλον. Ο Υπερίδης δε και ο Δημοσθένης και ο Λυκούργος, οι θεωρούμενοι ως οι γενναιότεροι και οι οποίοι πάντοτε εθορύβουν εις τας συνελεύσεις του λαού και κατεφέροντο κατά του Φιλίππου, τι γενναίον έπραξαν εις τον κατ' αυτού πόλεμον; Ο μεν Υπερίδης και ο Λυκούργος όχι μόνον δεν έλαβον μέρος εις καμμίαν εκστρατείαν, αλλ' ούτε ετόλμησαν να ξεμυτίσουν από τας πύλας της πόλεως• εκάθηντο εντός των τειχών και, ενώ επολιορκούντο, συνέθετον ψηφίσματα και νομοσχέδια. Ο δε επιφανέστερος εξ αυτών, εκείνος ο οποίος έλεγε διηνεκώς εις τας συνελεύσεις «ο Φίλιππος ο Μακεδών είνε αχρείος, από την χώραν του οποίου ούτε δούλον δεν πρέπει να αγοράζη κανείς», ετόλμησε να μεταβή μέχρι Βοιωτίας, αλλά πριν να συγκρουσθούν τα δύο στρατεύματα και έλθουν εις χείρας, έρριψε την ασπίδα του και έφυγε. Ή δεν τα ήκουσες άλλοτε ποτέ από κανένα αυτά, τα οποία όχι μόνον εις τους Αθηναίους είνε πολύ γνωστά, αλλά και εις τους Θράκας και τους Σκύθας, οπόθεν το κάθαρμα εκείνο κατήγετο;
ΤΥΧ. Τα γνωρίζω• αλλ' αυτοί ήσαν ρήτορες και είχαν εξασκηθή εις τους λόγους, όχι δε και εις την ανδρείαν. Περί των φιλοσόφων όμως τι δύνασαι να είπης; Διότι δεν πιστεύω να δύνασαι να τους κατηγορήσης και τούτους όπως εκείνους.
ΠΑΡ. Αυτοί πάλιν, Τυχιάδη, οι οποίοι καθημερινώς ομιλούν περί ανδρείας και κατατρίβουν εις το στόμα των το όνομα της αρετής, θ' αποδείξω ότι είνε και από τους ρήτορας πολύ δειλότεροι και μαλθακώτεροι. Και εν πρώτοις δεν δύναται κανείς να αναφέρη φιλόσοφον όστις εφονεύθη εις τον πόλεμον διότι είτε δεν έλαβον καθόλου μέρος εις εκστρατείαν, ή αν έλαβον, όλοι ελιποτάκτησαν. Ο Αντισθένης, ο Διογένης, ο Κράτης, ο Ζήνων, ο Πλάτων, ο Αισχίνης, ο Αριστοτέλης και όλον το πλήθος των φιλοσόφων τούτων ούτε είδον παράταξιν μάχης• ο μόνος δε όστις ετόλμησε να λάβη μέρος εις την μάχην του Δηλίου, ο σοφώτερος μεταξύ αυτών Σωκράτης, ετράπη εις φυγήν και διά της Πάρνηθος ήλθε και κατέφυγεν εις την παλαίστραν του Ταυρέου• διότι του εφαίνετο πολύ περισσότερον ευχάριστον να κάθηται μετά των παιδαρίων να φλυαρή και προβάλη σοφιστικάς ερωτήσεις εις τους συναντωμένους παρά να συμπλακή με Σπαρτιάτην.
ΤΥΧ. Αυτά, φίλε μου, τα ήκουσα και από άλλους, οίτινες μάλιστα δεν τα έλεγαν με σκοπόν να τους κατηγορήσουν και τους εμπαίξουν• ώστε δεν δύναμαι να υποπτεύσω ότι τους συκοφαντείς διά να υποστηρίξης την τέχνην σου. Αλλά τώρα, αν θέλης, έλα να μου παραστήσης και πώς είνε ο παράσιτος εις τον πόλεμον και εν γένει αν μεταξύ των αρχαίων οίτινες διεκρίθησαν εις τον πόλεμον αναφέρεται κανείς παράσιτος.
ΠΑΡ. Πρέπει να μη έχη κανείς, φίλε μου, καθόλου αναγνώσει τον Όμηρον και να είνε εντελώς αμαθής, διά να μη γνωρίζη ότι οι άριστοι των ηρώων τους οποίους αναφέρει ήσαν παράσιτοι. Και ο Νέστωρ εκείνος, από την γλώσσαν του οποίου ο λόγος έτρεχεν ως μέλι, ήτο παράσιτος αυτού του Αγαμέμνονος, και ούτε τον Αχιλλέα, όστις όχι μόνον εφαίνετο, αλλά και ήτο ανδρειότατος και εναρετώτατος, ούτε τον Διομήδην, ούτε τον Αίαντα ο βασιλεύς ηγάπα και εθαύμαζεν όσον τον Νέστορα• διότι ούτε δέκα Αίαντας, ούτε δέκα Αχιλλείς ηύχετο να είχε, ενώ έλεγεν ότι προ πολλού θα είχε κυριεύσει την Τροίαν εάν είχε δέκα στρατιώτας, όπως τον παράσιτον εκείνον, καίτοι γέροντα. Και τον Ιδομενέα τον έγγονον του Διός είχεν ομοίως παράσιτον ο Αγαμέμνων, κατά τον Όμηρον.
ΤΥΧ. Αυτά τα γνωρίζω και εγώ, αλλά δεν εννοώ πώς οι άνδρες εκείνοι ήσαν παράσιτοι του Αγαμέμνονος.
ΠΑΡ. Να ενθυμηθής τους στίχους τους οποίους ο Αγαμέμνων λέγει προς τον Ιδομενέα.
ΤΥΧ. Ποίους;
ΠΑΡ. σον δε πλείον δέπας αιεί έστηχ' ώσπερ εμοί πιέειν ότε θυμός ανώγοι. {31}
Εδώ το «αιεί πλείον δέπας» δεν σημαίνει ότι το ποτήρι ήτο πάντα πλήρες διά τον Ιδομενέα, είτε μαχόμενον είτε κοιμώμενον, αλλ' ότι μόνος αυτός είχε το προνόμιον να συνδειπνή καθ' όλην του την ζωήν μετά του βασιλέως και όχι όπως οι άλλοι του στρατιώται οίτινες μόνον είς τινας ευκαιρίας εκαλούντο. Τον Αίαντα λόγου χάριν, όταν ανδρείως εμονομάχησε μετά του Έκτορος, «εις Αγαμέμνονα δίον άγον»,{32} ως λέγει ο Όμηρος, διά να λάβη την τιμήν να παρακαθήση εις το δείπνον του βασιλέως. Ο δε Ιδομενεύς και ο Νέστωρ καθ' εκάστην συνεδείπνουν μετά του βασιλέως, όπως είπα. Και μου φαίνεται ότι ο Νέστωρ υπήρξε πολύ επιτήδειος και ευφυής παράσιτος των βασιλέων διότι δεν ήρχισε την τέχνην από του Αγαμέμνονος, αλλά πολύ πρότερον από του Καινέως και του Εξαδίου• φαίνεται δε ότι δεν έπαυσε να παρασιτή έως ότου ο Αγαμέμνων απέθανε.
ΤΥΧ. Αυτός ομολογουμένως είνε ένδοξος παράσιτος• αλλ' αν γνωρίζης και άλλους, σε παρακαλώ να τους αναφέρης.
ΠΑΡ. Μήπως, Τυχιάδη, και ο Πάτροκλος δεν ήτο παράσιτος του Αχιλλέως, μολονότι ουδενός των άλλων Ελλήνων ήτο κατώτερος και κατά το σωματικόν κάλλος και κατά τας αρετάς; Εγώ μάλιστα, συμπεραίνων από τα έργα του, ουδ' αυτού του Αχιλλέως τον νομίζω κατώτερον• διότι και τον Έκτορα, όταν ούτος διέρρηξε τας πύλας του Ελληνικού στρατοπέδου και έφθασε μαχόμενος μέχρι των πλοίων, εξεδίωξε και έσβυσε το πλοίον του Πρωτεσιλάου το οποίον είχε πυρποληθή, καίτοι ευρίσκοντο επ' αυτού άνδρες οίτινες δεν ήσαν οι χειρότεροι των Ελλήνων, ο Τελαμόνιος Αίας και ο Τεύκρος, ο μεν λαμπρός οπλίτης, ο δε άλλος τοξότης. Εφόνευσε δε ο παράσιτος του Αχιλλέως πολλούς εκ των βαρβάρων και μεταξύ αυτών τον υιόν του Διός Σαρπηδόνα. Αλλά και απέθανε κατά τρόπον εξαιρετικόν• διότι τον μεν Έκτορα εφόνευσεν ο Αχιλλεύς, είς ένα, και τον Αχιλλέα ο Πάρις, τον δε παράσιτον εφόνευσεν ένας θεός και δύο άνθρωποι {33}. Και κατά τας τελευταίας του στιγμάς δεν εξέπεμψε κραυγάς, όπως ο γενναιότατος Έκτωρ, ο οποίος επρόσπεσεν εις τον Αχιλλέα και τον ικέτευε ν' αποδώση τον νεκρόν του εις τους οικείους του, αλλ' ωμίλησεν ως εμπρέπει εις ένα παράσιτον. Τι δε είπε;
τοιαύτα δ' είπερ μοι εείκοσιν αντεβόλησαν, πάντες κ' αυτόθ' όλοντο εμώ υπό δουρί δαμέντες {34}
ΤΥΧ. Αρκετά αυτά. Αλλά θέλω να μου εξηγήσης πώς ο Πάτροκλος δεν ήτο φίλος, αλλά παράσιτος του Αχιλλέως.
ΠΑΡ. Θα σου παρουσιάσω τον ίδιον τον Πάτροκλον λέγοντα ότι ήτο παράσιτος.
ΤΥΧ. Αυτό δεν ηδυνάμην να το φαντασθώ.
ΠΑΡ. Άκουσε λοιπόν τους στίχους τους οποίους βάζει εις το στόμα του ο Όμηρος•
μη εμά σων απάνευεσθε τεθήμεναι οστέ' Αχιλλεύ, αλλ' ομού, ως ετράφημεν εν υμετέροισι δόμοισι {35}.
Και μετ' ολίγον πάλιν λέγει ο ίδιος• και «με δεξάμενος ο Πηλεύς»,
έτρεφεν ενδυκέως και σον θεράποντ' ονόμηνε. {36}
Δηλαδή τον είχε παράσιτον• διότι εάν ήθελε να λέγη φίλον τον Πάτροκλον, δεν θα τον ωνόμαζε θεράποντα, αφού ο Πάτροκλος ήτο ελεύθερος και όχι δούλος. Ποίους λοιπόν λέγει θεράποντας αν όχι τους μήτε δούλους, μήτε φίλους; Αναμφιβόλως τους παρασίτους. Ούτω και τον Μηριόνην ονομάζει θεράποντα του Ιδομενέως. Πρέπει δε να παρατηρήσης ότι και ενταύθα τον μεν Ιδομενέα, αν και υιόν του Διός, ο Όμηρος δεν ονομάζει «ατάλαντον Άρηϊ», δηλαδή ίσον προς τον Άρην, εν ώ το επίθετον τούτο δίδει εις τον Μηριόνην τον παράσιτόν του. Αλλά μήπως και ο Αριστογείτων, ο οποίος ήτο μικράς τάξεως και πτωχός, ως ο Θουκυδίδης λέγει, δεν ήτο παράσιτος του Αρμοδίου και συγχρόνως εραστής; Διότι επόμενον είνε οι παράσιτοι να είνε και ερασταί εκείνων οι οποίοι τους τρέφουν. Αυτός πάλιν ο παράσιτος έσωσε την πόλιν των Αθηναίων από την τυραννίαν και της απέδωκε την ελευθερίαν, και τώρα εις την αγοράν υπάρχει χαλκούς ανδριάς του ομού με το άγαλμα του φίλου του. Αυτοί λοιπόν και οι δύο, καίτοι υπήρξαν τοιούτοι, ήσαν παράσιτοι. Συ δε πώς φαντάζεσαι ότι φέρεται εις τον πόλεμον ο παράσιτος; Εν πρώτοις δεν εννοεί να μεταβή εις την μάχην αν προηγουμένως δεν προγευματίση, το οποίον είνε και του Οδυσσέως η γνώμη. Ούτος τωόντι λέγει, ότι οι μέλλοντες να πολεμήσουν πρέπει να γευματίζουν προηγουμένως και αν ακόμη η μάχη αρχίση από της αυγής. Ενώ δε οι άλλοι στρατιώται εκ δειλίας χρονοτριβούν ο ένας να προσαρμόζη εις την κεφαλήν του την περικεφαλαίαν, ο δε άλλος να φορή θώρακα και άλλος φανταζόμενος τους κινδύνους του πολέμου τρέμει, ο παράσιτος γευματίζει με φαιδρόν πρόσωπον, και όταν αρχίση η μάχη, μάχεται μεταξύ των πρώτων• εκείνος δε ο οποίος τον τρέφει τον ακολουθεί, και αυτός, όπως ο Αίας τον Τεύκρον, τον καλύπτει διά της ασπίδος και γυμνόνων τον εαυτόν του προστατεύει αυτόν από τα βέλη• διότι περισσότερον ενδιαφέρεται να σώση εκείνον παρά τον εαυτόν του. Εάν δε συμπέση να πέση εις την μάχην παράσιτος, βεβαίως δεν θα εντραπή δι' αυτόν ο λοχαγός ή οι συστρατιώται του, διότι θα είνε μεγαλόσωμος νεκρός και θα φαίνεται ως να έχη γύρει εις καλόν συμπόσιον. Φαντάσου τώρα και πλησίον του τον νεκρόν ενός φιλοσόφου, ισχνόν, ρυπαρόν, με μακρά γένεια, αδύνατον άνθρωπον, ο οποίος και προ της μάχης ήτο νεκρός. Τις δεν θα περιφρονήση πόλιν έχουσαν τόσον ελεεινούς υπερασπιστάς; Και ποίος δεν θα υποθέση όταν θα βλέπη τοιούτους ανθρωπάκους ωχρούς και μαλλιαρούς πεσμένους εις το πεδίον της μάχης, ότι η πόλις των μη έχουσα συμμάχους απέλυσε τους φυλακισμένους κακούργους διά να τους μεταχειρισθή εις τον πόλεμον; Τοιούτοι είνε οι παράσιτοι εις τον πόλεμον, συγκρινόμενοι προς τους ρήτορας και τους φιλοσόφους. Εν καιρώ δε ειρήνης φαίνεται ότι τόσον διαφέρει η παρασιτική της φιλοσοφίας όσον αυτή η ειρήνη διαφέρει από τον πόλεμον. Και πρώτον αν θέλης ας επισκοπήσωμεν τα διάφορα κέντρα της ειρήνης.
ΤΥΧ. Δεν καταλαμβάνω τι εννοείς με τούτο, αλλ' ας εξετάσωμεν όμως.
ΠΑΡ. Λοιπόν εγώ ονομάζω κέντρα ειρήνης την αγοράν, τα δικαστήρια, τας παλαίστρας και τα γυμναστήρια, τα κυνήγια και τα συμπόσια.
ΤΥΧ. Πολύ καλά.
ΠΑΡ. Ο παράσιτος λοιπόν δεν συχνάζει εις την αγοράν και εις τα δικαστήρια, διότι τα μέρη ταύτα αρμόζουν μάλλον εις τους συκοφάντας και διότι τα συμβαίνοντα εις αυτά τα μέρη δεν ταιριάζουν προς την μετριοπάθειαν και την αξιοπρέπειάν του• επιδιώκει όμως τας παλαίστρας και τα γυμναστήρια και τα συμπόσια, και είνε το κόσμημά των μόνος αυτός. Διότι ποίος φιλόσοφος ή ρήτωρ εμφανιζόμενος γυμνός εις παλαίστραν δύναται να συγκριθή κατά το σώμα προς τον παράσιτον ή ποίος εξ εκείνων παρουσιαζόμενος εις γυμναστήριον δεν είνε μάλλον καταισχύνη του μέρους; Αλλά και εις έρημον μέρος ουδείς φιλόσοφος ή ρήτωρ δύναται ν' αντικρύση άφοβος θηρίον το οποίον έρχεται κατ' επάνω του, ενώ ο παράσιτος τα περιμένει άφοβος και ατάραχος τα δέχεται, διότι εις τα γεύματα έχει συνειθίσει να μη τα φοβήται• και ούτε έλαφος ούτε αγριόχοιρος εξηγριωμένος τον τρομάζει• αλλά και αν ο αγριόχοιρος του επιτεθή με τα δόντια του και αυτός με τα δόντια αντεπιτίθεται. Τους λαγούς δε καταδιώκει καλίτερα και από λαγωνικόν. Αλλ' εις συμπόσιον ποιος δύναται να ανταγωνισθή προς παράσιτον είτε χαριεντιζόμενον είτε τρώγοντα; Και ποίος περισσότερον αυτού διασκεδάζει τους συμπότας; Αυτός ο οποίος άλλοτε μεν τραγουδεί, άλλοτε δε αστειεύεται ή άνθρωπος ο οποίος δεν γελά, αλλ' είνε τυλιγμένος εις τον μανδύαν του και βλέπει προς τα κάτω, ως να παρίσταται εις πένθος και όχι εις συμπόσιον; Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται ότι εις το συμπόσιον ο φιλόσοφος είνε όπως σκύλος εις λουτρόν.
Αλλ' ας αφήσωμεν αυτά και ας έλθωμεν εις τον ιδιαίτερον βίον του παρασίτου και εξετάζοντες τα καθέκαστα ας τα συγκρίνωμεν προς τον βίον του φιλοσόφου. Και εν πρώτοις θα ίδωμεν τον παράσιτον να περιφρονή πάντοτε την δόξαν και ν' αδιαφορή τελείως διά την ιδέαν την οποίαν έχουν περί αυτού οι άνθρωποι. Οι ρήτορες όμως και οι φιλόσοφοι, όχι μερικοί αλλά όλοι, κατατρώγονται υπό αλαζονίας και της δοξομανίας και δεν βασανίζονται μόνον διά την δόξαν αλλά και διά κάτι το οποίον είνε ακόμη αισχρότερον, τα χρήματα. Ο παράσιτος αδιαφορεί διά τα χρήματα περισσότερον αφ' όσον οι άλλοι διά τα χαλίκια της ακρογιαλιάς, και ο χρυσός δεν έχει δι' αυτόν μεγαλειτέραν αξίαν από τα κάρβουνα. Οι ρήτορες όμως και, το χειρότερον, όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι, τόσον εξευτελίζονται χάριν του χρυσού, ώστε εκ των σήμερον περιφημοτέρων φιλοσόφων —περί των ρητόρων ούτε λόγος να γίνεται— είς μεν, εκτελών χρέη δικαστού εδωροδοκήθη διά να παρανομήση, άλλος δε, χωρίς να αισχύνεται, λαμβάνει μισθόν διδασκαλίας παρά του αυτοκράτορος, και μολονότι είνε γέρων, ταξειδεύει προς αργυρολογίαν και υπηρετεί ως μισθοφόρος δούλος, Ινδός ή Σκύθης, και ουδέ διά το όνομα το οποίον ούτω λαμβάνει εντρέπεται. Εκτός δε τούτου θα τους ίδης κατεχομένους και από άλλα πάθη, από λύπας και θυμούς και φθόνους και παντοειδείς επιθυμίας. Ο παράσιτος όμως είνε απηλλαγμένος όλων τούτων• είνε τόσον ανεξίκακος ώστε δεν οργίζεται, δεν έχει δε και λόγους διά να οργίζεται• και αν τύχη ποτέ ν' αγανακτήση, δεν κάνει τίποτε κακόν και δυσάρεστον, αλλά μάλλον γέλωτα και ευχαρίστησιν προξενεί η οργή του εις εκείνους με τους οποίους ευρίσκεται. Λυπείται δε και ολιγώτερον από κάθε άλλον, και τούτο το οφείλει εις την τέχνην του, η οποία συντελεί ώστε να μη έχη κανένα λόγον διά να λυπηθή• διότι ούτε χρήματα έχει, ούτε σπήτι, ούτε υπηρέτην, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ώστε αν πάθουν τίποτε κακόν κατ' ανάγκην να λυπηθή. Ούτε δόξαν δε επιθυμεί ούτε χρήματα, αλλ' ούτε τίποτε από τα ωραία.
ΤΥΧ. Αλλά, Σίμων, υποθέτω ότι θα λυπήται όταν του λείπη τροφή.
ΠΑΡ. Δεν σκέπτεσαι, Τυχιάδη, ότι δεν δύναται να είνε και να λέγεται παράσιτος εκείνος ο οποίος δεν έχει να φάγη; Ομοίως δεν είνε ανδρείος ο μη έχων ανδρείαν, ουδέ ο φρόνιμος είνε τοιούτος δι' έλλειψιν φρενών. Εδώ δε ομιλούμεν περί παρασίτου όστις είνε και όχι περί παρασίτου όστις δεν είνε. Εάν δε ο ανδρείος δεν δύναται να είνε τοιούτος παρά μόνον διά της ανδρείας και ο φρόνιμος διά της φρονήσεως, και ο παράσιτος μόνον διότι παρασιτεί είνε παράσιτος• και εάν δεν παρασιτή, πρόκειται περί άλλου και ουχί περί παρασίτου.
ΤΥΧ. Ώστε ουδέποτε έχει έλλειψιν τροφής ο παράσιτος;
ΠΑΡ. Εννοείται• ώστε ούτε διά τούτο, ούτε δι' άλλο τι του δίδεται αφορμή να λυπήται.
Αλλά και όλοι, φιλόσοφοι και ρήτορες, κατέχονται υπό φόβων• τουλάχιστον οι περισσότεροι εξ αυτών βαδίζουν κρατούντες ράβδον, και βεβαίως, εάν δεν εφοβούντο, δεν θα ήσαν ούτω ωπλισμένοι• και τας θύρας των δε μανδαλώνουν δυνατά φοβούμενοι μήπως εισέλθη κανείς την νύκτα και τους κακοποιήση. Ο δε παράσιτος απλώς κλείει την θύραν του δωματίου του, μόνον και μόνον διά να μη ανοιχθή υπό του ανέμου• και αν την νύκτα ακούση θόρυβον, μένει ατάραχος ως να μη ήκουσε τίποτε. Και όταν οδοιπορή εις έρημον μέρος, πηγαίνει άοπλος διότι πουθενά δεν φοβείται τίποτε. Φιλοσόφους δε έχω ίδη πολλάκις εγώ να είνε ωπλισμένοι με τόξα και χωρίς να υπάρχη κανείς κίνδυνος• και ράβδους κρατούν και όταν ακόμη πηγαίνουν εις το λουτρόν ή διά να προγευματίσουν. Ο παράσιτος δεν δύναται να κατηγορηθή διά μοιχείαν, διά βίαν ή αρπαγήν ή άλλο οτιδήποτε αδίκημα. Ο τοιούτος δεν θα ήτο παράσιτος, αλλ' εγκληματίας και κατά των άλλων και κατά του εαυτού του• διότι εάν μοιχεύση, θα παύση να ονομάζεται παράσιτος και θα λάβη το όνομα του αδικήματος. Καθώς δε ο κακός δεν ονομάζεται αγαθός, αλλά φαύλος, νομίζω ότι και ο παράσιτος, εάν αδικήση, αποβάλλει την υπόστασίν του και αναλαμβάνει την υπόστασίν του αδικήματος το οποίον έπραξε. Αδικήματα δε τοιαύτα ρητόρων και φιλοσόφων πάμπολλα όχι μόνον γνωρίζομεν ως συμβάντα επί των ημερών μας, αλλά και εις τα βιβλία ευρίσκομεν πολλά απομνημονευθέντα. Υπάρχει απολογία του Σωκράτους, του Αισχίνου, του Υπερίδου και του Δημοσθένους και σχεδόν των περισσοτέρων ρητόρων και σοφών, αλλά παρασίτου απολογίαν δεν έχει κανείς ν' αναφέρη, ούτε δίκην εναντίον παρασίτου. Αλλά μόνον ο βίος του παρασίτου είνε καλλίτερος από τον βίον τώς ρητόρων και των φιλοσόφων, μήπως δε ο θάνατός του είνε χειρότερος; Εξ εναντίας είνε πολύ ευδαιμονέστερος• γνωρίζομεν ότι πάντες ή οι πλείστοι εκ των φιλοσόφων απέθαναν κατά τον χειρότερον τρόπον, άλλοι μεν καταδικασθέντες διά τας μεγαλειτέρας κατηγορίας να πίουν δηλητήριον, άλλοι δε κατακαέντες και αποτεφρωθέντες, άλλοι υπό δυσουρίας βασανισθέντες, και άλλοι εξορισθέντες• παρασίτου δε θάνατον ουδείς έχει να αναφέρη τοιούτον, αλλά πάντες αποθνήσκουν ευχαριστημένοι, αφού έζησαν τρώγοντες και πίνοντες. Εάν δε και κανείς, φαίνεται ότι δεν απέθανε με φυσικόν θάνατον, ούτος θ' απέθανεν εκ δυσπεψίας.
ΤΥΧ. Αρκετά καλά υπερήσπισες τους παρασίτους εναντίον των φιλοσόφων. Υπολείπεται τώρα να αποδείξης εάν τούτο είνε καλόν και ωφέλιμον δι' εκείνον όστις τρέφει τον παράσιτον• διότι εις εμέ φαίνεται ότι οι πλούσιοι τους τρέφουν κατά χάριν και διά να τους ευεργετήσουν και το τοιούτον αποτελεί εξευτεσμόν διά τον τρεφόμενον.
ΠΑΡ. Πολύ ανόητος είσαι, Τυχιάδη, αν δεν γνωρίζης ότι ο πλούσιος άνθρωπος και τους θησαυρούς του Γύγου αν έχη, όταν τρώγη μόνος είνε πτωχός, και όταν περιπατή χωρίς να συντροφεύεται υπό παρασίτου πτωχός φαίνεται. Και καθώς ο στρατιώτης χωρίς όπλα δεν έχει επιβολήν και το χωρίς πορφύραν ένδυμα φαίνεται ευτελέστερον και ο άνευ φαλάρων ίππος ταπεινότερος, και ο πλούσιος ο οποίος δεν έχει παράσιτον φαίνεται ταπεινός και ευτελής. Τω όντι δε διά μεν τον πλούσιον ο παράσιτος είνε στόλισμα, ενώ διά τον παράσιτον ο πλούσιος δεν είνε ποτέ κόσμημα. Αλλ' ούτε καταισχύνη είνε δι' αυτόν, όπως λέγεις, το να τρέφεται παρ' εκείνου• τάχα ούτω παρίσταται εκείνος καλλίτερος και ο άλλος υποδεέστερος• διά τον πλούσιον είνε ωφέλιμον να τρέφη τον παράσιτον, διότι εκτός του ότι ο παράσιτος είνε δι' αυτόν στολισμός, και εκ της συνοδείας του έχει πολλήν ασφάλειαν• ούτε να επιτεθή κανείς κατά, του πλουσίου αποτολμά ευκόλως, όταν βλέπη παριστάμενον τούτον, αλλ' ούτε να δηλητηριασθή κανείς είνε εύκολον όταν έχη παράσιτον. Διότι ποίος θα ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του πλουσίου όταν γνωρίζη ότι προ αυτού τρώγει και πίνει ο παράσιτος; Ώστε ο πλούσιος όχι μόνον τιμάται υπό του παρασίτου, αλλά και σώζεται από τους μεγαλειτέρους κινδύνους. Ούτω δε ο παράσιτος από αφοσίωσιν αψηφεί πάντα κίνδυνον και δεν συγκαταβαίνει όχι μόνον να τρώγη μετά του πλουσίου, αλλά και εκτίθεται εις τον κίνδυνον ν' αποθάνη διά να συντρώγη μετ' αυτού.
ΤΥΧ. Μου φαίνεται, Σίμων, ότι ανέπτυξες όλα τα προτερήματα της τέχνης σου χωρίς να παραλείψης τίποτε, και αντί, όπως είπες, να είσαι αμελέτητος, φαίνεσαι τουναντίον ως να έχης μεγάλως εξασκηθή εις αυτήν την συνηγορίαν. Τώρα δε θέλω να μάθω εάν το όνομα της παρασιτικής δεν είνε εξ εκείνων τα οποία δεν περιποιούν τιμήν.
ΠΑΡ. Θα σου απαντήσω και θα κρίνης• αλλά προς τούτο θα σου απευθύνω ερωτήσεις εις τας οποίας θέλω να μου απαντήσης. Ειπέ μου λοιπόν τι ενόουν οι παλαιοί διά της λέξεως σίτος;
ΤΥΧ. Την τροφήν.
ΠΑΡ. Το δε σιτούμαι τι σημαίνει παρά τρώγω;
ΤΥΧ. Μάλιστα.
ΠΑΡ. Λοιπόν ομολογείς ότι το παρασιτείν δεν είνε διάφορον από το σιτείσθαι;
ΤΥΧ. Με μόνην την διαφοράν, Σίμων, ότι το παρασιτείν θεωρείται αισχρόν.
ΠΑΡ. Τώρα να μου απαντήσης ποίον σου φαίνεται προτιμότερον και ποίον εκ των δύο θα επροτίμας, να ταξειδεύης ή να συνταξειδεύης;{37}
ΤΥΧ. Βέβαια να συνταξειδεύω.
ΠΑΡ. Να τρέχης μόνος ή να τρέχης με άλλον;
ΤΥΧ. Να τρέχω με άλλον.
ΠΑΡ. Να ιππεύης μόνος ή να ιππεύης με άλλον;
ΤΥΧ. Να ιππεύω με άλλον.
ΠΑΡ. Ν' ακοντίζης μόνος ή ν' ακοντίζης με άλλον;
ΤΥΧ. Ν' ακοντίζω με άλλον.
ΠΑΡ. Λοιπόν ομοίως δεν θα επροτίμας και αντί να τρώγης μόνος να τρώγης με άλλον;
ΤΥΧ. Αναγκάζομαι να συμφωνήσω μαζί σου. Και του λοιπού θα έρχωμαι, όπως τα παιδιά, κάθε πρωί και κάθε βράδυ να με διδάσκης την τέχνην σου. Και είνε δίκαιον να μου την διδάξης τελείως, αφού είμαι ο πρώτος σου μαθητής. Λέγουν δε ότι και αι μητέρες αγαπούν περισσότερον τα πρώτα των τέκνα.
ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ
Ή περί ασκήσεων.
ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ. Και δεν μου λέγεις, σε παρακαλώ, Σόλων, διατί τα κάνουν αυτά οι νέοι εδώ; Άλλοι συμπλέκονται και τρικλοποδίζονται, άλλοι συσφίγγονται, ώστε να φοβήται κανείς ότι θα πνίξουν ο ένας τον άλλον, και λυγίζονται, και εις την λάσπην χώνονται και συγκυλίονται σαν γουρούνια. Εν τοσούτω εις την αρχήν όταν εγδύθηκαν — διότι τους έβλεπα — αλείφθησαν με λάδι και έτριψαν ο ένας τον άλλον φιλικώτατα• έπειτα δεν γνωρίζω τι έπαθαν και ώρμησαν με την κεφαλήν χαμηλωμένην και ήρχισαν ν' αλληλοσπρώχνωνται και να συγκρούουν τα μέτωπα, καθώς οι κριοί. Και να! εκείνος άρπαξε τον άλλον από τα πόδια και τον έρριψε κάτω• έπειτα έπεσε πάνω του και δεν τον αφήνει νανασηκωθή, αλλά τον ωθεί κάτω και τον βυθίζει στην λάσπην. Τώρα δε αφού τον εκαβαλίκευσε και τον κρατή μεταξύ των σκελών του, επέρασε τον βραχίονα του κάτω από τον λαιμόν του και τον πνίγει τον δυστυχή, αυτός δε τον κτυπά ελαφρά εις τον ώμον τον παρακαλεί, υποθέτω, να τον αφίση, διά να μη πνιγή εντελώς. Και ουδέ χάριν του ελαίου, με το οποίον έχουν αλειφθή, φροντίζουν να μη λερωθούν, αλλά το ελαιόχρισμα εσκεπάσθη από τον βόρβορον, εις τον οποίον κυλίονται, και όπως είνε καταλασπωμένοι και συγχρόνως ιδρωμένοι και γλιστρούν ως χέλυα και ξεφεύγουν από τα χέρια, εις εμέ τουλάχιστον δίδουν όρεξιν να γελώ. Άλλοι εις το ασκέπαστον μέρος του περιβόλου κάνουν τα ίδια, όχι όμως εις την λάσπην αυτοί, αλλ' εις λάκκον γεμάτον άμμον την οποίαν τινάζουν ο ένας εις τον άλλον κ' επάνω των, ως πετεινοί, διά να πιάνωνται, υποθέτω, καλλίτερα εις τας συμπλοκάς, καθότι η άμμος αφαιρεί την ολισθηρότητα και το πιάσιμον εις το στεγνόν γίνεται ασφαλέστερον. Άλλοι όρθιοι και σκονισμένοι και αυτοί ορμούν ο είς εναντίον του άλλου και κτυπιούνται και λακτίζονται. Ένας από αυτούς φαίνεται ότι πτύει τα δόντια του μαζή με το αίμα και την άμμον που έχει γεμίσει το στόμα του του κακομοίρη. Ως βλέπεις, έφαγε γροθιά στο σαγώνι. Αλλά και ο άρχων ο οποίος παρίσταται, δεν τους χωρίζει και δεν τους διατάσσει να παύσουν το τσάκωμα—από το κόκκινον ένδυμά του συμπεραίνω ότι θα είνε κανείς από τους άρχοντας της πόλεως {38} — αλλ' εξ εναντίας τους παρακινεί και επαινεί εκείνον που εκτύπησε τον άλλον. Άλλοι εις άλλα μέρη ευρίσκονται εις μεγάλην κίνησιν και ενώ φαίνονται ότι τρέχουν, πηδούν και μένουν εις το αυτό μέρος ή πηδούν υψηλά και λακτίζουν τον αέρα. Θέλω λοιπόν να μάθω ποίον καλόν σκοπόν δύνανται να έχουν αυτά. Εις εμέ φαίνεται μάλλον ως τρέλλα το πράγμα και δεν θα δυνηθή κανείς εύκολα να με πείση ότι είνε στα καλά των αυτοί που τα κάνουν αυτά.
ΣΟΛΩΝ. Επόμενον είνε, Ανάχαρσι, να σου κάνουν τοιαύτην εντύπωσιν αυτά που γίνονται εδώ, διότι είνε διά σε παράξενα και πολύ διαφέρουν από τα Σκυθικά έθιμα, όπως και πολλά από εκείνα τα οποία διδάσκεσθε και συνειθίζετε σεις επόμενον είνε να φανούν αλλόκοτα και εις ημάς τους Έλληνας, αν κανείς από ημάς, όπως συ τώρα, έλθη εις την πατρίδα σου και τα ίδη. Αλλά μη ανησυχής, φίλε μου, διότι ούτε τρελλοί είνε αυτοί που βλέπεις, ούτε από έχθραν αλληλοκτυπούνται και κυλίονται εις την λάσπην ή σκονίζονται, αλλά το πράγμα έχει σκοπόν πρακτικόν και συγχρόνως τερπνόν και δίδει εις τα σώματα όχι μικράν ευρωστίαν και δύναμιν. Εάν δε κάμης, όπως ελπίζω, καιρόν εις την Ελλάδα, δεν θα βραδύνης να γίνης και συ ένας από τους λασπωμένους και σκονισμένους εκείνους• τόσον ευχάριστον και συγχρόνως ωφέλιμον θα σου φανή το πράγμα.
ΑΝΑΧ. Θεός φυλάξοι. Αυτά τα ωφέλιμα και τερπνά να τα κρατήσετε διά τον εαυτόν σας. Εμέ δε αν τολμήση κανείς να με μεταχεισθή με τοιούτον τρόπον, θα μάθη ότι δεν έχω για τα μάτια στο πλευρό μου τον ακινάκην. {39} Αλλά δεν μου λες τι όνομα δίδετε εις αυτά που γίνονται εδώ και τι θα πούμε ότι κάνουν αυτοί;
ΣΟΛΩΝ. Ο τόπος αυτός ονομάζεται γυμναστήριον και είνε αφιερωμένος εις τον Λύκειον Απόλλωνα. Βλέπεις δε εκεί και το άγαλμά του. Παρίσταται ακουμβημένος εις μίαν στήλην και εις μεν το αριστερό χέρι κρατεί το τόξον, εις δε το δεξιόν στηρίζει το κεφάλι του ως ν' αναπαύεται από κόπωσιν. Εκ των ασκήσεων δε εκείνη που γίνεται εις την λάσπην λέγεται πάλη• αλλά και εκείνοι που είνε εις την άμμον παλαίουν και αυτοί• οι άλλοι δε εκείνοι που αλληλοκτυπούνται όρθιοι λέγομεν ότι παγκρατιάζουν. Έχομεν δε και άλλας ασκήσεις, πυγμής, δίσκου και αλμάτων, των οποίων όλων προκηρύσσομεν αγώνας και όποιος νικήση θεωρείται άριστος μεταξύ των συμπολιτών του και λαμβάνει τα βραβεία.
ΑΝΑΧ. Τα δε βραβεία τι είνε;
ΣΟΛ. Εις μεν τους Ολυμπιακούς αγώνας είνε στέφανος από αγριελιάν, εις δε τα Ίσθμια από πεύκον• εις τα Νέμεα ο στέφανος, είνε πλεγμένος από σέλινα• εις τους Πυθικούς τα βραβεία είνε μήλα εκ των ιερών δένδρων του Απόλλωνος• ημείς δε εις τους Παναθηναϊκούς ως βραβεία δίδομεν έλαιον εκ της ιεράς ελαίας.{40} Αλλά διατί εγέλασες, Ανάχαρσι; Μήπως αυτά σου φαίνονται, ασήμαντα;
ΑΝΑΧ. Όχι, αλλά σπουδαιότατα και άξια διά να υπερηφανεύωνται διά την γενναιωδορίαν των εκείνοι που τα χορηγούν• και να δικαιολογούνται οι αγωνιζόμενοι διά να τ' αποκτήσουν. Πολύ λογικόν και φυσικόν διά μήλα και σέλινα να υποβάλλωνται εις τόσους κόπους και να κινδυνεύουν να πνιγούν και να τσακισθούν, ως να ήτο δύσκολον να προμηθευθή μήλα όποιος τα επιθυμεί, ή να στεφανωθή με σέλινον ή πεύκον, χωρίς διά τούτο να πασαλείψη το πρόσωπόν του με πηλόν, ούτε να λακτίζεται εις την κοιλιά υπό των ανταγωνιστών του.
ΣΟΛ. Αλλά, φίλε μου, ημείς δεν αποδίδομεν σημασίαν εις τα διδόμενα δώρα καθ' εαυτά. Διότι αυτά είνε σύμβολα της νίκης και χρησιμεύουν απλώς διά να φαίνεται ποίοι ενίκησαν αλλ' η δόξα η οποία τα παρακολουθεί, έχει την μεγαλειτέραν αξίαν διά τους νικητάς, και χάριν αυτής αξίζει και να λαμβάνουν λακτίσματα εκείνοι που επιδιώκουν διά των κόπων την καλήν φήμην• διότι ακόπως δεν αποκτάται, αλλά πρέπει όποιος την επιθυμεί αυτήν, να υποφέρη κατ' αρχάς πολλούς μόχθους και τότε μόνον να περιμένη το ωφέλιμον και το ευχάριστον ως καρπόν των κόπων.
ΑΝΑΧ. Δεν εννοώ, Σόλων, πώς ονομάζεις ωφέλιμον και ευχάριστον το ότι θα τους ίδουν όλοι στεφανωμένους και θα τους επαινέσουν διά την νίκην, αφού προηγουμένως τους ελεεινολογήσουν διά τα κτυπήματα, και πώς θα ευτυχήσουν διότι ως αμοιβήν των κόπων θα λάβουν μήλα και σέλινα.
ΣΟΛ. Σου είπα ότι δεν γνωρίζεις ακόμη τα δικά μας• αλλ' αφού περάση ολίγος καιρός, θ' αλλάξης γνώμην, όταν θα πηγαίνης εις τας πανηγύρεις και θα βλέπης τόσον πλήθος ανθρώπων συναθροιζόμενον διά να παρακολουθή αυτά τα αγωνίσματα και να γεμίζουν τα στάδια από μυριάδας θεατών, οι οποίοι θα επευφημούν τους αγωνιζομένους, εκείνος δ' εξ αυτών ο οποίος θα νικήση, να θεωρήται ίσος με θεόν.
ΑΝΑΧ. Αυτό ακριβώς, Σόλων, μου φαίνεται και το πλέον αξιοθρήνητον, ότι δεν θα παθαίνουν αυτά ενώπιον ολίγων, αλλ' ενώπιον τόσου πλήθους θεατών και μαρτύρων της προσβολής, εκείνων δηλαδή οι οποίοι θα τους επαινούν διότι θα τους βλέπουν καταιματωμένους ή πνιγομένους από τους αντιπάλους των διότι αυτά είνε τα ευτυχήματα τα οποία συντροφεύουν την νίκην των. Εις τον τόπον μας όμως ημών των Σκυθών εάν κανείς κτυπήση κανένα πολίτην ή πέση επάνω του και τον ρίψη κάτω ή του σχίση τα ενδύματα, του επιβάλλουν μεγάλας τιμωρίας οι γέροντες και αν τούτο συμβή ενώπιον ολίγων και όχι εις τόσον πολυάνθρωπα θέατρα, όπως μου παριστάς εκείνα που είνε εις τον Ισθμόν και την Ολυμπίαν. Δεν μου φαίνονται δε μόνον αξιολύπητοι οι αγωνισταί, αλλά και διά τους θεατάς, που, ως λέγεις, είνε οι καλλίτεροι εξ όλης της Ελλάδος, απορώ πώς αφήνουν τας εργασίας των και χάνουν τον καιρόν των εις τοιαύτα πράγματα. Διότι ουδέ τούτο δύναμαι να εννοήσω πώς τέρπονται να βλέπουν ανθρώπους να κτυπιούνται και να δέρνωνται, να ρίπτουν ο ένας τον άλλον κάτω και να σακατεύωνται.
ΣΟΛ. Αν ήτον, Ανάχαρσι, η εποχή των Ολυμπιακών, των Ισθμικών ή των Παναθηναϊκών αγώνων, τα ίδια τα πράγματα θα σ' εδίδασκαν ότι δεν αποδίδομεν εις μάτην σπουδαιότητα εις αυτά• διότι με λόγους δεν δύναται κανείς να σου δώση να αισθανθής την τέρψιν των εκεί γινομένων, όπως αν κάθεσαι ο ίδιος μεταξύ των θεατών και βλέπης την ανδρείαν των αγωνιστών και κάλλη σωμάτων και θαυμασίας ευρωστίας και τέχνην εξαίρετον και δύναμιν ακαταμάχητον και τόλμην και φιλοτιμίαν και ψυχικόν σθένος ακατανίκητον και προσπάθειαν αδάμαστον διά την νίκην. Είμαι δε βέβαιος ότι δεν θα έπαυες να επαινής, να επευφημής και να χειροκροτής.
ΑΝΑΧ. Και να γελώ, Σόλων, και να περιπαίζω• διότι όλα όσα ανέφερες, η ανδρεία, η ευρωστία, τα κάλλη και η τόλμη, βλέπω να εξαντλούνται χωρίς σπουδαίον λόγον, χωρίς ούτε η πατρίδα σας να κινδυνεύη, ούτε η χώρα σας να λεηλατήται, ούτε φίλοι ή συγγενείς σας να σύρωνται εις αιχμαλωσίαν. Ώστε τόσον γελοιωδέστεροι θα είνε, αφού, ως λέγεις, είνε άριστοι άνδρες, να υποβάλλωνται άδικα εις τόσους κινδύνους και ταλαιπωρίας και να καταισχύνουν το κάλλος και την ανδρείαν με το λασποκύλημα και τα μελανιάσματα των κτυπημάτων, διά να λάβουν μήλον και αγριελιάν εάν νικήσουν. Διότι δεν μπορώ να τα λησμονήσω αυτά τα αστεία βραβεία. Αλλά δεν μου λες όλοι οι αγωνισταί τα λαμβάνουν;