Front matter (continued 2)
Ioannes Kondylakes translation
ΣΟΛ. Όχι, μόνον ένας εξ όλων, εκείνος ο οποίος αναδεικνύεται πρώτος.
ΑΝΑΧ. Λοιπόν, Σόλων, διά τοιαύτην αβεβαίαν και αμφίβολον νίκην τόσο κοπιάζουν, ενώ γνωρίζουν ότι πάντοτε ένας θα είνε ο νικητής, οι δε νικημένοι πλήθος, οι οποίοι χωρίς κανέν όφελος θα κτυπηθούν ή και θα πληγωθούν;
ΣΟΛ. Φαίνεται, Ανάχαρσι, ότι ποτέ δεν εσκέφθης πώς πρέπει να είνε η καλή πολιτεία, άλλως δεν θα κατηγόρεις τα καλλίτερα των εθίμων. Αν δέ ποτε θελήσης να μάθης πώς καλλίτερα δύναται να διοικηθή μία πόλις και πώς οι πολίται της δύνανται να γίνουν άριστοι, θ' αναγνωρίσης τότε και το ωφέλιμον των ασκήσεων τούτων και θα επιδοκιμάσης την σπουδαιότητα την οποίαν αποδίδομεν εις αυτάς• και θα μάθης ότι πολύ το χρήσιμον υπάρχει εις αυτούς τους κόπους, οίτινες σήμερον σου φαίνονται ματαιοπονία.
ΑΝΑΧ. Και βέβαια, Σόλων, δεν ήλθα εδώ δι' άλλο τίποτε από την Σκυθίαν, δεν διέτρεξα τόσην ξηράν και δεν επέρασα την τρικυμιώδη Μαύρην Θάλασσαν παρά διά να μάθω τους νόμους των Ελλήνων και σπουδάσω τα έθιμά σας και μελετήσω το καλλίτερον πολίτευμα. Διά τούτο και σε μεταξύ όλων των Αθηναίων εδιάλεξα ως φίλον και επροτίμησα την φιλοξενίαν σου, καθότι άκουσα να φημίζεσαι ότι και νόμους έγραψες και των αρίστων εθίμων και έργων έγινες εισηγητής και εν γένει ότι είσαι σοφός εις το να καταρτίσης ένα πολίτευμα. Ώστε έχω όλην την όρεξιν να διδαχθώ από σε και να γίνω μαθητής σου• και ευχαρίστως θα κάθωμαι πλησίον σου νηστικός και διψασμένος διά να σε ακούω με στόμα ανοικτόν όσην ώραν θα εξακολουθής να μου ομιλής περί πολιτείας και νόμων.
ΣΟΛ. Δεν είνε εύκολον, φίλε μου, να ομιλήση κανείς διά μιας, περί όλων αυτών. Πρέπει να ομιλήσωμεν διά κάθε θέμα χωριστά και ούτω βαθμηδόν θα μάθης τι ιδέας και νόμους έχομεν περί θεών, περί γονέων, περί γάμων και λοιπών. Θα περιορισθώ λοιπόν σήμερον να σου αναπτύξω τας ιδέας μας περί της ανατροφής των νέων και πώς τους μεταχειριζόμεθα, όταν αρχίσουν να εννοούν το καλόν και να δυναμόνουν σωματικώς και να δύνανται να υποφέρουν κόπους. Ούτω θα μάθης διά ποίον σκοπόν ωρίσαμεν δι' αυτούς αυτάς τας ασκήσεις και τους αναγκάζομεν να υποβάλλωνται εις σωματικούς κόπους, όχι μόνον χάριν των αγώνων, διά να κατορθόνουν να λαμβάνουν τα άθλα — διότι εις αυτά πολύ ολίγοι εξ όλων φθάνουν—αλλά διότι εκ τούτων και αυτοί και η πόλις αποκτούν κάτι μεγαλείτερον και πολυτιμώτερον. Υπάρχει και άλλος κοινός αγών δι' όλους τους καλούς πολίτας και στέφανος όχι από πεύκον ή αγριελιάν ή σέλινα, αλλά περί του πώς δύνανται να ευδαιμονήσουν οι άνθρωποι, δηλαδή πώς να εξασφαλισθή η ελευθερία ενός εκάστου και της κοινής πατρίδος, ο πλούτος, η δόξα και η απόλαυσις των εορτών τας οποίας οι πατέρες μας έχουν καθιερώσει, και η διάσωσις των ανηκόντων εις έκαστον, εν γένει δε τα κάλλιστα αγαθά τα οποία δύναται κανείς να ζητήση παρά των θεών. Όλα αυτά είνε πλεγμένα ομού εις τον στέφανον και τα κερδαίνομεν εις τον αγώνα, εις τον οποίον αυταί αι ασκήσεις και οι κόποι φέρουν.
ΑΝΑΧ. Απορώ πώς, αφ' ού είχες να μου αναφέρης τοιαύτα και τόσον σπουδαία άθλα, μου ωμίλεις περί μήλων και σελίνων, περί κλάδων ελιάς και πεύκου.
ΣΟΛ. Αλλ' ουδ' αυτά θα σου φάνουν μικρά άμα εννοήσης τι θέλω να είπω. Διότι εκ της αυτής σκέψεως προέρχονται και είνε όλα αυτά μικρά μέρη του μεγαλειτέρου εκείνου αγώνος και του ανεκτιμήτου στεφάνου τον οποίον ανέφερα. Αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία με παρέσυρε και ωμίλησα πρώτα περί των γινομένων εις τον Ισθμόν, εις την Ολυμπίαν και την Νεμέαν. Δεν είνε όμως δύσκολον, αφ'ού και ασχολίαν δεν έχομεν και συ, ως λέγεις, είσαι πρόθυμος ν' ακούσης, να επανέλθωμεν εις την αρχήν και τον κοινόν αγώνα, διά τον οποίον, ως είπα, γίνονται όλα αυτά.
ΑΝΑΧ. Αυτό είνε το καλλίτερον, Σόλων, και ούτω η συζήτησίς μας θα προχωρήση μεθοδικώτερα και ίσως ταχύτερα θα πεισθώ να μη γελώ αν ίδω κανένα από τους αγωνιστάς σας να υπερηφανεύεται διότι εστεφανώθη με αγριελιάν ή με σέλινον. Αλλ' αν θέλης, ας πάμε εις εκείνο το σκιασμένον μέρος και ας καθήσωμεν εις τα πέτρινα καθίσματα, διά να μη μας ενοχλούν η φωνές εκείνων που παρακολουθούν την πάλην. Έπειτα πρέπει και να ομολογήσω ότι μ' ενοχλεί πολύ και ο ήλιος, όπως μούρχεται φλογερός στο γυμνό κεφάλι• διότι ενόμισα ότι έπρεπε ν' αφήσω το σκιάδι μου στο σπίτι, διά να μη φαίνωμαι μόνος εγώ μεταξύ σας διαφορετικός εις την ενδυμασίαν. Διερχόμεθα την θερμοτέραν εποχήν του έτους, όταν το άστρον, που σεις ονομάζετε κύνα, κατακαίει τα πάντα και ξηραίνει τον αέρα• επειδή δε είνε και μεσημέρι και ο ήλιος βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας, δίδει ανυπόφορη κάψα. Δι' αυτό και θαυμάζω με σένα πώς, ενώ είσαι ηλικιωμένος άνθρωπος, ούτε ιδρόνεις, όπως εγώ, ούτε φαίνεσαι να ενοχλήσαι και δεν ζητείς σκιάν διά να προφυλαχθής, αλλά δέχεσαι τον ήλιον ατάραχος.
ΣΟΛ. Αυτοί οι μάταιοι κόποι, Ανάχαρσι, τα συχνά κυλίσματα εις την λάσπην και αι κακοπάθειαι εις την άμμον και εις τον ανοικτόν αέρα μας δίδουν αυτήν την δύναμιν να μη φοβούμεθα του ηλίου τα βέλη• και δεν έχομεν ανάγκην πίλου, όστις να εμποδίζη τας ακτίνας να φθάνουν μέχρι της κεφαλής. Αλλά πάμε. Δεν εννοώ δε να ακούσης ως νόμους και να πιστεύσης χωρίς αντίρρησιν αυτά που θα σου πω• αλλ' οσάκις νομίσης ότι λέγω τίποτε που δεν είνε σωστό ν' αντιλέγης αμέσως και να με διορθόνης. Διότι τοιουτοτρόπως θα συμβή έν εκ των δύο• ή συ θα πεισθής καλλίτερα αφού εξαντλήσης όλας σου τας αντιρρήσεις ή εγώ θ' αναγνωρίσω ότι αι ιδέαι μου δεν είνε ορθαί. Και διά τούτο όλη η πόλις θα σου γνωρίζη την μεγαλειτέραν χάριν• διότι όσον περισσότερον με διδάξης και με μεταπείσης προς το καλλίτερον, τόσον περισσότερον θα ωφελήσης την πόλιν. Διότι εγώ δεν θα κρύψω τίποτε από τους συμπολίτας μου, αλλ' ευθύς θα το καταστήσω κοινόν. Θ' ανέβω εις την Πνύκα και θα είπω προς όλους• Άνδρες Αθηναίοι, σας έκαμα τους νόμους τους οποίους ενόμιζα ότι θ' αποβούν περισσότερον ωφέλιμοι εις την πόλιν αλλ' ο ξένος αυτός—και θα δείξω εσένα, Ανάχαρσι — είνε μεν Σκύθης, αλλά σοφός, και μ' έκαμε ν' αλλάξω γνώμας και μ' εδίδαξεν άλλα καλλίτερα και θετικώτερα πράγματα• ώστε προτείνω να τον ανακηρύξετε ευεργέτην σας και να του στήσετε χάλκινον ανδριάντα πλησίον των Επωνύμων{41} ή της Αθηνάς εις την πόλιν. Και να είσαι βέβαιος ότι δεν θα εντραπή η πόλις των Αθηναίων να διδαχθή παρά βαρβάρου και ξένου πράγματα ωφέλιμα.
ΑΝΑΧ. Αυτό θα είνε εκείνο που άκουα να λέγουν για σας τους Αθηναίους, ότι ομιλείτε με ειρωνείαν. Διότι πώς είνε δυνατόν εγώ άνθρωπος που ζω νομαδικήν ζωήν και πλανώμαι από μέρους εις μέρος, που επέρασα την ζωήν μου πάνω στ' αμάξι και δεν έχω κατοικίαν και ούτ' εκατοίκησα, ούτε είδα ποτέ μου έως τώρα πόλιν, να ομιλήσω περί του πώς πρέπει να κυβερνηθή καλά μία πόλις και να δώσω μαθήματα εις ανθρώπους αυτόχθονας, που κατοικούν από τόσον καιρόν εις αυτήν την αρχαιοτάτην πόλιν; Πώς είνε δυνατόν να δώσω μαθήματα μάλιστα εις εσένα, Σόλων, που, ως λέγεται, το έχεις κάμει από τη νεότητά σου έργον και σπουδήν πώς πρέπει να κυβερνάται μία πόλις και ποίοι νόμοι δύνανται να συντελέσουν εις την ευτυχίαν της; Λοιπόν δεν μπορώ παρά να σε ακούσω με πεποίθησιν, ως νομοθέτην, και θα κάμω παρατηρήσεις εις ό,τι νομίσω από τα λεγόμενά σου ότι δεν είνε σωστό, μόνον και μόνον διά να εννοήσω καλλίτερα. Και τώρα είμεθα καλά που εφύγαμεν από τον ήλιον και ήλθαμεν εις το σκιασμένον μέρος• έχομεν δε και καθίσματα αναπαυτικά και κατάλληλα αυτές τις κρύες πέτρες. Λέγε μου λοιπόν τώρα από την αρχήν, διατί άμα οι νέοι εξέλθουν από την παιδικήν ηλικίαν, αρχίζετε να τους γυμνάζετε εις τους κόπους και πώς από την λάσπην και τας ασκήσεις αυτάς γίνονται εξαίρετοι πολίται και κατά τι το σκόνισμα και η κουτρουβάλες συντελούν διά να γίνουν ανδρείοι και ενάρετοι. Διότι αυτό ίσα ίσα επιθυμούσα από την αρχήν να μάθω. Τα άλλα θα μου τα πης κατόπιν καθένα με τη σειρά του και στην ώρα του. Αλλά να μη λησμονής Σόλων, ότι μιλάς σ' ένα βάρβαρον• εννοώ δηλαδή να μη μου λες μπλεγμένα και πολλά, διότι φοβούμαι ότι όσο να καταλάβω τα ύστερα θα λησμονώ τα πρώτα.
ΣΟΛ. Συ, Ανάχαρσι, θα κανονίσης καλλίτερα το πράγμα αν, όπου τα λεγόμενα σου φαίνονται δυσκολονόητα ή ότι οι λόγοι τραβούν εις πολύ μάκρος, με διακόπτης και κάνης τας παρατηρήσεις που θέλεις. Εάν όμως τα λεγόμενα δεν είνε έξω του θέματος και δεν απομακρύνωνται από τον σκοπόν μας, δεν πειράζει, μου φαίνεται, και αν είνε μακρά. Ούτω γίνεται και εις την βουλήν του Αρείου Πάγου, η οποία δικάζει εδώ τας ποινικάς υποθέσεις. Όταν οι Αρειοπαγίται ανεβαίνουν εις τον βράχον και συνεδριάζουν διά να δικάσουν κανένα φόνον ή τραύμα εκ προμελέτης ή πυρκαϊάν, δίδουν τον λόγον και εις τους δύο διαδίκους και ομιλούν ο είς μετά τον άλλον, ο μεν κατηγορών, ο δε απολογούμενος ή διορίζουν δικηγόρους διά να ομιλήσουν αντ' αυτών. Εφ' όσον δε περιορίζονται εις το θέμα, οι δικασταί τους ακούουν ήσυχοι και τους αφήνουν να εξακολουθούν• αλλ' αν κανείς εκ των διαδίκων κάμη προοίμιον διά να διαθέση ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους δικαστάς ή αν επιχειρήση να κινήση οίκτον ή αγανάκτησιν διά μέσων απατηλών από εκείνα τα οποία πολλά επινοούν οι ρήτορες διά να κερδίσουν την ψήφον των δικαστών, παρευθύς πλησιάζει ο κήρυξ και επιβάλλει σιωπήν. Δεν επιτρέπει να φλυαρούν προς το δικαστήριον και να επισκοτίζουν την αλήθειαν με τους λόγους, αλλά πρέπει οι Αρεοπαγίται να βλέπουν γυμνά τα πράγματα. Ώστε και σένα τώρα, Ανάχαρσι, σε κάνω εγώ Αρεοπαγίτην και κατά τον νόμον του δικαστηρίου μου άκουε και διάτασσε σιωπήν, οσάκις νομίσης ότι καταχρώμαι την ανοχήν σου• αλλ' εφ' όσον ομιλώ εντός του θέματος, ας μου επιτραπή και να μακρύνω την ομιλίαν. Άλλως τε τώρα είμεθα εις πυκνήν σκιάν και η παράτασις της συνδιαλέξεως δεν θα είνε κουραστική, όπως όταν ήμεθα εις τον ήλιον, και εργασίαν δεν έχομεν.
ΑΝΑΧ. Πολύ σωστά αυτά, Σόλων, και από τώρα σου γνωρίζω όχι ολίγην χάριν, διότι εν τω μεταξύ μου έμαθες και τι γίνεται εις τον Άρειον Πάγον. Και αληθινά είνε αξιοθαύμαστα αυτά και άξια καλών και εναρέτων δικαστών, οίτινες εννοούν να δικάζουν σύμφωνα με την αλήθειαν. Και τώρα λοιπόν λέγε, και εγώ ο Αρεοπαγίτης — αφού αυτό το αξίωμα μου έδωκες — θα σε ακροασθώ κατά τον τρόπον του Δικαστηρίου εκείνου.
ΣΟΛ. Εν πρώτοις πρέπει να σου είπω συντόμως τι ιδέας έχομεν περί πόλεως και πολιτών. Πόλιν ημείς δεν νομίζομεν τας οικοδομάς, όπως τα τείχη, τους ναούς και τους ναυστάθμους. Αυτά αποτελούν σώμα σταθερόν και ακίνητον, το οποίον χρησιμεύει εις ασφαλή διαμονήν των πολιτών• εις τούτους δε αποδίδομεν όλην την σημασίαν της πόλεως• διότι αυτοί την πληρούν και την διευθύνουν και εκτελούν παν ό,τι γίνεται και την φυλάττουν• είνε με άλλους λόγους όπως η ψυχή εις το σώμα εκάστου εξ ημών. Με αυτήν την ιδέαν φροντίζομεν, ως βλέπεις, και διά το σώμα της πόλεως και το κατακοσμούμεν, ώστε να φαίνεται όσον το δυνατόν ωραιότερον, εσωτερικώς με οικοδομήματα και απ' έξω με τείχη τα οποία το περιφράσσουν προς μεγαλειτέραν ασφάλειαν. Αλλά κυρίως και απαραιτήτως φροντίζομεν ώστε οι πολίται να γίνωνται ενάρετοι κατά τας ψυχάς και δυνατοί κατά τα σώματα• διότι οι τοιούτοι και εν καιρώ ειρήνης θα είνε καλοί πολίται και θα συντελούν προς το κοινόν συμφέρον και εν καιρώ πολέμου θα δύνανται να σώσουν την πόλιν και να διατηρήσουν την ελευθερίαν αυτής και την ευτυχίαν. Την πρώτην ανατροφήν των αναθέτομεν εις τας μητέρας, εις τροφούς και παιδαγωγούς, διά να τους εισάγουν εις τον δρόμον της αρετής και των ευγενών τρόπων. Όταν δε αρχίσουν να εννοούν τα καλά και τα πρέποντα και αναπτύσσεται εις τας ψυχάς των η εντροπή, ο φόβος και η ευγενής φιλοδοξία, συγχρόνως δε τα σώματά των έγιναν στερεώτερα και δυνατώτερα και φαίνωνται ικανά να υποφέρουν κόπους, τους παραλαμβάνομεν και προσθέτομεν εις την ανατροφήν των άλλα μαθήματα διά τας ψυχάς των και άλλας ασκήσεις διά τα σώματά των, ώστε να συνειθίζουν εις τας κακοπαθείας. Δεν ενομίσαμεν ότι πρέπει ν' αρκεσθώμεν εις ό,τι έκαστος είνε εκ φύσεως είτε κατά το σώμα είτε κατά την ψυχήν, αλλά τους υποβάλλομεν εις μαθήματα και εκπαίδευσιν, ούτως ώστε και όσοι είνε εκ φύσεως καλοί να γίνωνται καλλίτεροι και όσοι δεν είνε καλοί να βελτιούνται. Μιμούμεθα τους γεωργούς, οι οποίοι εφ' όσον μεν τα φυτά είνε μικρά και τρυφερά, τα σκεπάζουν και τα περιφράσσουν διά να μη τα βλάπτουν οι άνεμοι• άμα δε μεστώση το βλάστημα, το κλαδεύουν και το παραδίδουν εις τους ανέμους να το σαλεύουν και το ταράσσουν και ούτω τα κάνουν καρπιμώτερα. Τας ψυχικάς λοιπόν δυνάμεις εξεγείρομεν κατ' αρχάς με την μουσικήν και την αριθμητικήν και διδάσκομεν τους νέους γράμματα να τα γράφουν και να τα απαγγέλλουν μεγαλοφώνως. Όταν δε προοδεύσουν, διδάσκομεν αυτούς γνώμας και πράξεις παλαιών και σοφών ανδρών και διηγήσεις ωφελίμους στιχουργημένας διά να τας απομνημονεύουν ευκολώτερον. Αυτοί δε ακούοντες ανδραγαθήματα και πράξεις ενδόξους, αρχίζουν να τας ζηλεύουν ολίγον κατ' ολίγον και κινούνται προς μίμησιν, διά να εγκωμιάζωνται και θαυμάζωνται και αυτοί υπό των μεταγενεστέρων, όπως ο Ησίοδος και ο Όμηρος έψαλλαν την δόξαν των παλαιών ηρώων. Όταν πλησιάζουν προς την ηλικίαν κατά την οποίαν θ' αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα και θα λάβουν μέρος εις την διαχείρησιν των κοινών —αλλ' αυτά ίσως είνε έξω του θέματος, διότι δεν επρόκειτο να είπωμεν διατί εξασκούμεν τας ψυχάς των, αλλά διατί τους υποβάλλομεν εις τους κόπους των σωματικών ασκήσεων, ώστε μόνος μου επιβάλλω εις τον εαυτόν μου σιωπήν, χωρίς να περιμένω τον κήρυκα, ούτε σε τον Αρεοπαγίτην, ο οποίος από εντροπήν, υποθέτω, με ανέχεσαι να φλυαρώ επί τόσην ώραν έξω του προκειμένου.
ΑΝΑΧ: Ειπέ μου, Σόλων, εις εκείνους οι οποίοι δεν λέγουν εις τον Άρειον Πάγον τα πλέον αναγκαία, αλλά τα αποσιωπούν, δεν επιβάλλει η βουλή κανένα πρόστιμον;
ΣΟΛ. Διατί μ' ερωτάς αυτό; Δεν είνε δυνατόν να το γνωρίζουν οι Αρεοπαγίται.
ΑΝΑΧ. Διότι παραλείπεις τα καλλίτερα και εκείνα τα οποία θα είνε εις εμέ τα πλέον ευχάριστα ν' ακούσω, δηλαδή τα αφορώντα την ψυχήν, και εννοείς να περιορισθής εις τα ολιγώτερον αναγκαία, δηλαδή εις τας ασκήσεις και τα γυμνάσια των σωμάτων.
ΣΟΛ. Αλλ' ενθυμούμαι, φίλε μου, τι είπαμεν εξ αρχής και δεν θέλω να είπω πολλά και περί πολλών, διά να μη σε σκοτίσω και σου φέρω εις σύγχυσιν την μνήμην. Αλλ' όμως θα ομιλήσω και δι' αυτά συντόμως όσον το δυνατόν• διότι διά να γίνη περί αυτών ακριβής λόγος, πρέπει ιδικώς να ομιλήσωμεν περί αυτών. Διά να μορφώνωμεν λοιπόν τους χαρακτήρας και τα ήθη των νέων, τους διδάσκομεν τους κοινούς νόμους, οι οποίοι είνε με μεγάλα γράμματα γραμμένοι και εκτεθειμένοι εις δημόσια μέρη, ώστε να δύνανται όλοι να τους αναγινώσκουν, και ορίζουν ποία πρέπει να πράττωμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν και τους παραδίδομεν εις την διδασκαλίαν χρηστών ανθρώπων, από τους οποίους μανθάνουν να λέγουν τα πρέποντα και να πράττουν τα δίκαια και να φέρωνται προς αλλήλους ως ίσοι και να μη επιθυμούν τα κακά, αλλά να επιδιώκουν τα καλά, ν' αποφεύγουν δε εις όλα την βίαν και αυθαιρεσίαν. Τους διδασκάλους δε τούτους ονομάζομεν σοφιστάς και φιλοσόφους. Αλλά και εις το θέατρον οδηγούμεν τους νέους και τους διδάσκομεν δημοσία διά των κωμωδιών και τραγωδιών, εις τας οποίας βλέπουν αρετάς και κακίας παλαιών ανθρώπων, και ούτω συνειθίζουν ώστε τας μεν κακίας ν' αποφεύγουν, προς δε τας αρετάς να ρέπουν. Διά τούτο και επιτρέπομεν εις τους κωμωδούς να εμπαίζουν και να κατηγορούν τους πολίτας, τους οποίους βλέπουν ότι πράττουν αισχρά και ανάξια διά την πόλιν. Τούτο δε και δι' αυτούς είνε καλόν, διότι κατακρινόμενοι γίνονται καλλίτεροι, και διά τους άλλους, διότι τους κάμνει να φοβούνται και να προσέχουν μήπως πάθουν τα όμοια.
ΑΝΑΧ. Τους είδα, Σόλων, αυτούς τους οποίους λέγεις κωμωδούς και τραγωδούς, αν είνε εκείνοι οι οποίοι φορούν βαρειά και υψηλά υποδήματα, έχουν στολισμένον το ένδυμά των με χρυσάς ταινίας και φορούν εις την κεφαλήν περικεφαλαίας γελοιωδεστάτας και πολύ πλατείας, οι οποίοι ομιλούν μεγαλοφώνως και δεν γνωρίζω πώς κατορθώνουν να περιπατούν ασφαλώς με εκείνα τα υποδήματα. Νομίζω δε ότι τότε η πόλις εώρταζε τα Διονύσια. Οι κωμωδοί είνε πλέον κοντοί από εκείνους και βαδίζουν χαμηλώτερα και ανθρωπινότερα και φωνάζουν ολιγώτερον, αλλά φορούν κράνη πολύ κωμικώτερα, διά τούτο δε και όλοι που ήσαν εις το θέατρον, εγελούσαν δι' αυτούς. Εκείνους όμως τους υψηλούς τους ήκουον όλοι σκυθρωποί• τους ελυπούντο, υποθέτω, διότι τους έβλεπαν να σύρουν τοιαύτα βάρη ωσάν κατάδικοι.
ΣΟΛ. Δεν ελυπούντο αυτούς, φίλε μου, αλλά θα παριστάνετο ίσως το έργον κανενός ποιητού ο οποίος διηγείτο προς τους θεατάς καμμίαν αρχαίαν συμφοράν και έλεγε θλιβερά πράγματα, τα οποία επροκάλουν τα δάκρυα των ακροατών. Θα είδες δε και μερικούς οι οποίοι έπαιζαν αυλόν και άλλους οι οποίοι συγχρόνως έψαλλαν σχηματίζοντες κύκλον. Ουδέ αυτά τα άσματα και τα αυλήματα, Ανάχαρσι, είνε άσκοπα και ανωφελή• διότι δι' όλων αυτών και άλλων παρομοίων παροτρύνομεν τας ψυχάς και τας κάμνομεν καλλιτέρας.
Τα δε σώματα, διά να έλθωμεν εις εκείνο το οποίον κυρίως επεθύμεις ν' ακούσης, γυμνάζομεν ως εξής. Όταν πλέον δεν είνε τρυφερά και εντελώς αμέστωτα, όπως είπα, κατά πρώτον τα γυμνώνομεν και τα συνειθίζομεν εις τον αέρα όλων των εποχών του έτους, ούτως ώστε μήτε η ζέστη να τα ενοχλή, μήτε από το ψύχος να καταβάλλωνται, έπειτα δε τα αλείφομεν με έλαιον και τα τρίβομεν δυνατά, διά να γίνωνται ευτονώτερα• διότι θα ήτο παράλογον να νομίζωμεν ότι τα δέρματα, όταν αλειφθούν με έλαιον και τριφθούν, σχίζονται δυσκολώτερα και γίνονται διαρκέστερα, μολονότι ήδη είναι νεκρά, το δε σώμα, το οποίον είναι ακόμη ζωντανόν, δεν γίνεται καλλίτερον υπό του ελαίου. Επενοήσαμεν δε διάφορα γυμνάσια και διωρίσαμεν διδασκάλους εκάστου εξ αυτών και άλλους μεν διδάσκομεν ν' αγωνίζωνται εις την πυγμαχίαν, άλλους δε εις το παγκράτιον, ώστε να συνειθίζουν και τους κόπους να υποφέρουν και να μη φοβούνται τα κτυπήματα, ούτε να υποχωρούν διά τον φόβον των πληγών. Εκ τούτου έχομεν δύο αποτελέσματα ωφελιμώτατα• οι νέοι γίνονται εις τους κινδύνους ορμητικοί και άφοβοι και συγχρόνως εύρωστοι και δυνατοί. Εκείνοι δε που βλέπεις να παλαίουν σκυμμένοι, μανθάνουν και να πίπτουν με ασφάλειαν και να σηκώνωνται ευκόλως και ν' αντέχουν εις ωθισμούς και περισφίγξεις και λυγισμούς και πιέσεις του λαιμού και να δύνανται να υψώνουν και να κρατούν υψηλά τον αντίπαλον. Δεν είνε δε και αυτά περιττά, αλλά δίδουν έν μέγα και κυριώτατον πλεονέκτημα• τα σώματά των αποκτούν αντοχήν και δύναμιν αλλ' έχουν και άλλην ωφέλειαν όχι μικράν• αποκτούν πείραν ήτις θα χρησιμεύση εις αυτούς εις τον πόλεμον διότι είναι φανερόν ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπον γυμνασμένος, εάν συμπλακή προς εχθρόν, ευκολώτερα θα τον καταρρίψη με υποσκελισμόν, και, αν πέση, θα δυνηθή ευκολώτατα να ανασηκωθή. Διότι όλα αυτά, Ανάχαρσι, εις εκείνον τον σκοπόν αποβλέπουν, τον πόλεμον, και νομίζομεν ότι οι ασκηθέντες κατ' αυτόν τον τρόπον θα γίνουν πολύ καλλίτεροι διά τον πόλεμον όταν προηγουμένως καταμαλάξωμεν γυμνά τα σώματά των και τα εξασκήσωμεν, γίνονται ρωμαλεώτερα και δυνατώτερα, δι' αυτούς μεν ελαφρά και νευρώδη, διά δε τους αντιπάλους βαρεία και δυσκίνητα. Εύκολον να εννοήσης, υποθέτω, τι θα είνε με τας πανοπλίας αυτοί οι οποίοι και γυμνοί δύνανται να προξενήσουν φόβον εις τους εχθρούς και οι οποίοι δεν επιδεικνύουν πολυσαρκίαν πλαδαράν και λευκήν ή ισχνότητα ωχράν, όπως είνε των γυναικών τα σώματα, τα οποία μαραίνονται εις την σκιάν και τρέμουν και περιλούονται αμέσως υπό ιδρώτος και ασθμαίνουν υπό την περικεφαλαίαν, μάλιστα εάν ο ήλιος καίη όπως τώρα. Εις τι δύνανται να χρησιμεύσουν αν διψούν και δεν δύνανται να υποφέρουν τον κονιορτόν και ταράσσωνται αν ίδουν αίμα και αποθνήσκουν πριν να φθάσουν εντός βολής και συμπλακούν με τους εχθρούς; Αυτοί δε οι δικοί μας είνε κόκκινοι και χρωματισμένοι υπό του ηλίου και αρρενωποί, με το ήθος θαρραλέον και θερμόν και ανδρικόν. Και έχουν τόσην ευεξίαν, ώστε ούτε ζαρωμένοι, ούτε οστεώδεις είνε, ούτε υπερβολικάς σάρκας έχουν, αλλ' είνε σύμμετροι, διότι, το περιττόν και άχρηστον μέρος των σαρκών αποβάλλουν με τους ιδρώτας• εκείνο δε το οποίον δίδει δύναμιν και τόνον διαφυλάττουν καθαρόν από κάθε νοσηρόν στοιχείον• ό,τι γίνεται κατά το λίκμισμα του σίτου, τούτο γίνεται και εις τα σώματα με τας ασκήσεις• τα άχυρα και η σκόνη απορρίπτονται, ο δε καρπός χωρίζεται και συσσωρεύεται καθαρός.
Ούτω και η υγεία διατηρείται και η αντοχή εις τους κόπους είνε μακρά• ο κατ' αυτόν τον τρόπον γυμνασμένος αργότερα από κάθε άλλον θα ιδρώση και σπανιώτερα θα ασθενήση. Και διά να επανέλθω εις το παράδειγμα του λικμίσματος, αν κανείς βάλη φωτιά εις τον σίτον και εις το άχυρον αυτού, νομίζω ότι πολύ ταχύτερα θ' ανάψη το άχυρον, ο δε σίτος δεν θ' αναφλεχθή διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον• δεν θ' αναδώση μεγάλην φλόγα, αλλ' αφού επί τινα ώραν καπνίση, θα καή επιτέλους και αυτός. Ούτε νόσημα λοιπόν, ούτε κόπος δύναται να καταβάλη εύκολα τοιούτον σώμα, διότι και τα εσωτερικά είνε καλά παρασκευασμένα προς αντοχήν και τα εξωτερικά είνε πολύ καλά και δυνατά φραγμένα ώστε μήτε να δύναται να εισέλθη μήτε να δύναται να μείνη είτε ζέστη, είτε ψύχος, τα οποία να βλάψουν το σώμα. Όταν δε εκ των κόπων επέρχεται εξάντλησις, η εσωτερική ζωτικότης, η οποία προ πολλού έχει παρασκευασθή και αποταμιεύεται διά παρουσιασθησομένην ανάγκην, έρχεται και διαχύνεται εις τα μέλη και δίδει εις αυτά νέαν ακμήν και καθιστά τους άνδρας περισσότερον ακαταπονήτους• διότι η μεγάλη προπόνησις και η άσκησις εις τους κόπους δεν καταναλίσκει την δύναμιν, αλλά την αυξάνει• όσον δε αναρριπίζεται, τόσον περισσοτέρα γίνεται.
Αλλά και εις το τρέξιμον τους γυμνάζομεν, ούτως ώστε και εις τον πολύν δρόμον ν' αντέχουν και εις τον ολίγον να είνε ταχύτατοι και ελαφροί. Και δεν τρέχουν επί στερεού εδάφους, το οποίον να παρέχη αντίστασιν, αλλ' εις άμμον βαθείαν, όπου το πόδι δεν ευρίσκει στερεάν βάσιν, αλλά βυθίζεται, διότι η άμμος φεύγει υπό την πίεσίν του. Τους γυμνάζομεν επίσης να δύνανται να πηδούν τάφρον, εάν παρουσιασθή ανάγκη, ή και άλλο εμπόδιον, και όταν ασκούνται εις τούτο, κρατούν συγχρόνως εις τα χέρια των μολύβδινα βάρη. Έπειτα αμιλλώνται εις το να ρίπτουν κατά μήκος το ακόντιον. Είδες δε εις το γυμναστήριον και ένα άλλο όργανον χάλκινον και στρογγυλόν, ομοιάζον με μικράν ασπίδα, χωρίς λαβήν και λουριά. Εδοκίμασες να το σηκώσης και σου εφάνη βαρύ και δυσκολόπιαστον, ένεκα της λειότητός του. Αυτό το ρίπτουν εις ύψος και εις μήκος, φιλοτιμούμενοι ποίος να το ρίψη μακρύτερα και περάση τους άλλους• ο κόπος δε αυτός δυναμώνει τους ώμους και δίδει τόνον εις τα άκρα των.
Η δε λάσπη και η σκόνη, τα οποία εξ αρχής σου εφάνησαν γελοιωδέστερα, άκουσε, αγαπητέ, εις τι χρησιμεύουν. Πρώτον διά να πίπτουν εις τα μαλακά και όχι εις σκληρόν έδαφος• έπειτα και τα σώματά των γίνονται ολισθηρότερα όπως ιδρώνουν μέσα εις τον πηλόν, διά το οποίον και συ τους παρωμοίασες με χέλια. Δεν είνε δε και τούτο περιττόν και γελοίον, αλλά συντελεί όχι ολίγον εις το να γίνωνται δυνατώτεροι και νευρωδέστεροι, αφού ούτω αναγκάζονται να καταβάλλουν μεγάλην δύναμιν, διά να συλλαμβάνουν ο είς τον άλλον και να συγκρατούνται, όπως είνε τόσον ολισθηροί. Και μη σου φαίνεται ότι είνε μικρόν και εύκολον να σηκώσης ένα εκ του πηλού ιδρωμένον και αλειμμένον με έλαιον, ενώ αυτός καταβάλλει προσπάθειαν να διαφύγη από τα χέρια σου. Όλα δε αυτά, ως είπα προηγουμένως, χρησιμεύουν εις τους πολέμους, όταν παρίσταται ανάγκη είτε φίλον πληγωθέντα να σηκώσουν ή και εχθρόν συλληφθέντα να κρατήσουν και τον μεταφέρουν σηκωτόν. Και διά τούτο τους γυμνάζομεν πολύ εις τα δυσκολώτερα και επιπονώτερα, ώστε να δύνανται ευκολώτερον να υποφέρουν τα μικρότερα.
Όσον δε αφορά την σκόνην, την θεωρούμεν χρήσιμον διά το αντίθετον, διά να μη διολισθαίνουν και διαφεύγουν όταν συμπλέκωνται• όταν δηλαδή γυμνασθώσιν εις τον πηλόν να συγκρατούν το διαφεύγον ένεκα ολισθηρότητας, συνειθίζουν και να διαφεύγουν αυτοί από τα χέρια όταν συλληφθούν και όταν ακόμη συγκρατούνται δυνατά. Αλλά φαίνεται ότι η σκόνη συγκρατεί και τον ιδρώτα ο οποίος τρέχει άφθονος, και συντελεί εις το να διαρκή επί πολύ η δύναμις και εμποδίζει να βλάπτωνται υπό των ρευμάτων του ανέμου τα οποία τους προσβάλλουν καθ' ην ώραν έχουν ανοικτούς και χαλαρούς τους πόρους του δέρματος. Εκτός δε τούτου απορροφά και αποκαθαίρει τον ρύπον και καθιστά το σώμα στιλπνότερον. Θα ήθελα να σου παρουσιάσω πλησίον ενός εκ των λευκών και εις την σκιάν ζώντων ένα οιονδήποτε εκλέξης εκ των γυμναζομένων εις το Λύκειον και, αφού του αποπλύνω την σκόνην και τον πηλόν, να σ' ερωτήσω προς ποίον εκ των δύο θα επεθύμεις να γίνης όμοιος• διότι είμαι βέβαιος ότι αμέσως και με το πρώτον βλέμμα και πριν τους δοκιμάσης και τους συγκρίνης εκ των έργων, θα επροτίμας να είσαι μάλλον όπως ο δεύτερος σκληραγωγημένος και γερός παρά μαλακός, όπως ο πρώτος, πλαδαρός και λευκός ένεκα ελαττώσεων και φυγής προς τα μέσα του αίματος.
Αυτά είνε, Ανάχαρσι, εις τα οποία ημείς γυμνάζομεν τους νέους με την πεποίθησιν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα γίνουν καλοί φύλακες της πόλεως και ότι εξ αιτίας αυτών θα ζήσωμεν με ελευθερίαν, ότι θα νικώμεν τους εχθρούς εάν επιδράμουν, θα είμεθα δε επίφοβοι εις τους περιοίκους, ώστε να υποτάσσωνται και να έχωμεν υποτελείς τους περισσότερους εξ αυτών. Εν καιρώ δε ειρήνης πάλιν είνε ούτω πολύ χρησιμώτεροι και καλλίτεροι, διότι δεν ρέπουν εις τίποτε κακόν, ούτε ένεκα αργίας γίνονται αυθάδεις, αλλά διέρχονται τον καιρόν των και απασχολούνται εις αυτά. Αυτό δε είναι εκείνο το οποίον ωνόμασα κοινόν αγαθόν και μεγίστην της πόλεως ευτυχίαν, όταν και διά την ειρήνην και διά τον πόλεμον η νεότης είνε παρασκευασμένη να επιδιώκη μόνον τα καλλίτερα.
ΑΝΑΧ. Λοιπόν, Σόλων, εάν έλθουν εναντίον σας εχθροί, αλείφεσθε με έλαιον και πασπαλίζεσθε και έπειτα εξέρχεσθε εναντίον αυτών και επιτίθεσθε με τους γρόνθους, αυτοί δε καταλαμβάνονται υπό πανικού και τρέπονται εις φυγήν, φοβούμενοι μήπως, ενώ έχουν το στόμα ανοικτόν, τους ρίψετε άμμον ή τους τρικλοποδήσετε ή τους ρίψετε κάτω και αφού τους περιπλέξετε εις τα σκέλη σας, προσπαθήτε να τους πνίξετε με το σφίξιμον του τραχήλου. Αυτοί τοξεύουν και ρίπτουν ακόντια, αλλά σεις δεν φοβείσθε να σας τρυπήσουν τα βέλη, διότι είσθε μαυρισμένοι από τον ήλιον και έχετε άφθονον αίμα• δεν είσθε άχυρον και σκόνη του αλωνιού σεις, ώστε να σας καταβάλλουν γρήγορα τα κτυπήματα, αλλά πολύ αργά και μόνον όταν φθάσουν εις πολύ βάθος τα τραύματα θα χύσετε ολίγον αίμα. Αυτά μου φαίνεται ότι λέγεις, εκτός αν δεν ενόησα καλά τους λόγους σου. Ή μήπως θα φορέσετε τότε τας πανοπλίας εκείνας των κωμωδών και των τραγωδών, και, αν παρουσιασθή ανάγκη να εκστρατεύσετε, θα βάλετε εκείνας τας περικεφαλαίας που χάσκουν, διά να είσθε φοβερώτεροι εις τους εχθρούς, ως φαντάσματα, και θα υποδυθήτε τα υψηλά εκείνα υποδήματα; διότι και αν παραστή ανάγκη να φύγετε θα είνε ελαφρά και αν καταδιώκετε, οι εχθροί δεν θα δύνανται να διαφύγουν, καθότι θα τρέχετε κατόπιν αυτών με τόσον μεγάλα βήματα. Αλλά δεν σκέπτεσαι μήπως όλα αυτά τα ωραία λόγια είνε κοροφέξαλα και όλα αυτά τα γυμνάσια είνε παιγνίδια, εις τα οποία χάνουν τον καιρόν των και συνειθίζουν εις την οκνηρίαν τα παιδιά; Εγώ νομίζω ότι, αν θέλετε να είσθε ελεύθεροι και ευτυχείς, έχετε ανάγκην άλλων γυμνασίων και άλλης ασκήσεως πραγματικής, της ασκήσεως εις τα όπλα• και τότε δεν θ' αγωνίζεσθε μεταξύ σας ως να παίζετε, αλλά με τους εχθρούς, και θ' αποκτάτε το θάρρος και την ανδρείαν εις τους κινδύνους• ώστε αφήσετε την σκόνην και το έλαιον και διδάσκετε τους νέους να τοξεύουν και ν' ακοντίζουν και μη τους δίδετε ακόντια ελαφρά, ώστε να τα παρασύρη ο άνεμος, αλλά λόγχην βαρειάν, η οποία να φεύγη με συριγμόν εις τον αέρα, και λιθάρι όσον δύναται να πιάση το χέρι και πέλεκυν και ασπίδα εις την αριστεράν και θώρακα και κράνος. Όπως είσθε τώρα, μου φαίνεται ότι σας σώζει η προστασία κανενός εκ των θεών και δεν σας κατέστρεψαν ακόμη ολίγοι ελαφρώς ωπλισμένοι εχθροί οι οποίοι να επιδράμουν αιφνιδίως εις την χώραν σας. Και διά να σε πείσω δι' αυτά που σου λέγω, δεν έχω παρά να τραβήξω αυτό το μικρόν ξίφος που έχω εδώ εις το πλευρόν μου και μόνος να εφορμήσω εναντίον όλων αυτών των νέων. Εις μίαν στιγμήν θα γίνω κύριος του γυμναστηρίου, διότι όλοι θα τραπούν εις φυγήν και κανείς δεν θα τολμήση να αντικρύση το ξίφος, αλλά θα τρέξουν πίσω από τους ανδριάντας και τους στύλους να κρυφθούν, εγώ δε θα γελώ όπως θα τους βλέπω να δακρύουν οι περισσότεροι και να τρέμουν. Και τότε θα ίδης ότι δεν θα κοκκινίζουν πλέον τα σώματά των όπως τώρα, αλλ' αμέσως θα γίνουν όλοι ωχροί• ο φόβος θ' αλλάξη το χρώμα των. Έχετε πολύν καιρόν ειρήνην, η οποία σας έχει τόσον ξεσυνειθίση εις τον κίνδυνον, ώστε δύσκολα θα δυνηθήτε ν' αντικρύσετε το λοφίον μιας εχθρικής περικεφαλαίας.
ΣΟΛ. Αυτά δεν θα έλεγαν, Ανάχαρσι, οι Θράκες οι οποίοι εξεστράτευσαν εναντίον μας με τον Εύμολπον και αι γυναίκες σας που ήλθαν με την Ιππολύτην εναντίον των Αθηνών, ούτε οι άλλοι όσοι μας εδοκίμασαν εις τον πόλεμον. Επειδή γυμνάζομεν τα σώματά των νέων γυμνά, δεν πρέπει να υποθέτης ότι και γυμνούς τους οδηγούμεν εις τους κινδύνους του πολέμου. Αλλ' όταν τελειοποιηθώσιν εις αυτάς τας ιδιαιτέρας ασκήσεις, εξασκούνται κατόπιν και εις τα όπλα και ούτω είνε εις θέσιν να τα μεταχειρισθούν καλλίτερα.
ΑΝΑΧ. Και πού το έχετε αυτό το γυμναστήριον των όπλων; διότι εγώ αν και εγύρισα όλην την πόλιν δεν είδα πουθενά τοιούτον.
ΣΟΛ. Αν μείνης περισσότερον καιρόν μαζή μας, Ανάχαρσι, θα ίδης ότι καθένας από ημάς έχει πάρα πολλά όπλα, τα οποία μεταχειριζόμεθα όταν παρουσιάζεται ανάγκη. Έχομεν δε και περικεφαλαίας και φάλαρα και ίππους και σχεδόν το τέταρτον των πολιτών είνε ιππείς. Αλλά να οπλοφορούμεν πάντοτε και να έχωμεν εις την οσφύν ξίφος θεωρούμεν περιττόν εν καιρώ ειρήνης. Και πρόστιμον δε επιβάλλεται εις εκείνον όστις οπλοφορεί εντός της πόλεως και κρατεί έξω όπλα χωρίς να υπάρχη ανάγκη. Σεις είσθε δικαιολογημένοι αν ζήτε πάντοτε ένοπλοι• διότι αφού κατοικείτε εις μέρος ατείχιστον, εύκολον είνε να υποστήτε επίθεσιν και οι εχθροί είνε παρά πολλοί και δεν γνωρίζετε πότε θα έλθη κανείς να σας φονεύση την νύκτα ενώ κοιμάσθε επάνω εις τ' αμάξια σας. Επειδή δε ζήτε χωρίς νόμους και όπως έκαστος θέλει, δικαίως δυσπιστείτε ο ένας προς τον άλλον και η ανάγκη των όπλων είνε παντοτεινή, και πρέπει να τα έχετε πρόχειρα, εάν παρουσιασθή κίνδυνος.
ΑΝΑΧ. Λοιπόν, Σόλων, όταν δεν υπάρχη καμμία ανάγκη, θεωρείτε περιττόν να οπλοφορήτε και προσέχετε τα όπλα διά να μη φθείρωνται εις τα χέρια σας, τα έχετε δε φυλαγμένα διά να τα μεταχειρισθήτε όταν παρουσιασθή ανάγκη. Αλλά τότε διατί, χωρίς να υπάρχη καμμία επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, κουράζετε τα σώματα των νέων με κτυπήματα και τα εξαντλείτε με ιδρώτας, και δεν οικονομείτε διά μέλλουσαν ανάγκην τας δυνάμεις των, αλλ' ασκόπως εις την λάσπην και την σκόνην τας δαπανάτε;
ΣΟΛ. Φαίνεται, Ανάχαρσι, ότι έχεις περί της σωματικής δυνάμεως την ιδέαν την οποίαν έχεις περί του οίνου ή του νερού ή άλλου υγρού και φοβείσαι μήπως εξιδρωθή, όπως εξ αγγείου κεραμικού, και εξαντληθή, μας αφήση δε το σώμα κενόν και ξηρόν. Αλλά δεν είνε το αυτό πράγμα• η δύναμις όσον περισσότερον εξαντλείται εις τους κόπους, τόσω περισσότερον αυξάνει. Συμβαίνει εις αυτήν ό,τι και εις τον μύθον της Ύδρας, αν έτυχε ν' ακούσης, ότι αντί της μιας κεφαλής την οποίαν της έκοπταν, εφύτρωναν δύο άλλαι. Εάν όμως μείνη αγύμναστος και άτονος και δεν έχη αποταμίευμα αρκετόν, τότε ευκόλως βλάπτεται και καταμαραίνεται υπό των κόπων, όπως συμβαίνει εις την φωτιάν και εις τον λύχνον• με το φύσημα δύνασαι να αναζωπυρήσης την φωτιάν και να την κάμης να αναδώση φλόγας• αλλ' αν φυσήσης λύχνον όστις δεν έχει αρκετόν έλαιον, το οποίον να δίδη εις την φλόγα δύναμιν αντιστάσεως, ο λύχνος θα σβύση.
ΑΝΑΧ. Αυτά, Σόλων, δεν τα πολυεννοώ, είνε πολύ λεπτά διά το μυαλό μου και χρειάζεται οξεία αντίληψις και σκέψις διά να εννοηθούν. Αλλά θα σε παρακαλέσω να μου εξηγήσης διατί εις τους αγώνας της Ολυμπίας, του Ισθμού, των Δελφών και τους άλλους, όταν, όπως λέγεις, συναθροίζωνται πολλοί διά να βλέπουν τους νέους ν' αγωνίζωνται, δεν συναγωνίζεσθε ποτέ με όπλα, αλλά παρουσιάζονται εις το μέσον οι αγωνισταί γυμνοί και αγωνίζονται με λακτίσματα και κτυπήματα και όσοι νικήσουν λαμβάνουν μήλα και κλάδον αγριελιάς; Είμαι περίεργος να το μάθω.
ΣΟΛ. Διότι νομίζομεν, Ανάχαρσι, ότι η προθυμία των εις τας ασκήσεις θα γίνη μεγαλειτέρα, όταν βλέπουν τους αριστεύοντας να τιμώνται και ν' ανακηρύσσωνται εν τω μέσω όλων των Ελλήνων. Και επειδή θα παρουσιασθούν γυμνοί ενώπιον τόσων ανθρώπων, φροντίζουν περί της ευρωστίας των, ώστε να μη εντρέπωνται όταν γυμνωθούν και έκαστος επιμελείται να γίνεται δυνατός• και όσον το δυνατόν ικανώτερος διά την νίκην. Και τα άθλα, όπως προηγουμένως είπα, δεν είνε μικρά• δεν είνε μικρόν κέρδος να επαινεθούν παρά των θεατών, να γίνουν πασίγνωστοι και να δακτυλοδεικτούνται ως οι άριστοι μεταξύ των συναγωνιστών. Αλλά και πολλοί εκ των θεατών, οι οποίοι έχουν ακόμη ηλικίαν κατάλληλον διά να επιδοθούν εις ασκήσεις, αποκομίζουν εκ των θεαμάτων τούτων όχι μικρόν έρωτα προς την ανδρείαν και τους κόπους. Αλλά τι νομίζεις, Ανάχαρσι; Εάν κανείς αφαιρέση από την ζωήν των ανθρώπων την αγάπην προς την δόξαν, τι άλλο αγαθόν μας μένει; Και ποίος θα επεθύμει πλέον να πράξη τίποτε γενναίον; Τώρα δύνασαι να συμπεράνης από αυτά πώς θα φερθούν εις τον πόλεμον, όταν πρόκειται περί σωτηρίας της πατρίδος, των τέκνων, των γυναικών και της θρησκείας, και θα έχουν όπλα αυτοί οι οποίοι χάριν ενός κλάδου αγριελιάς και μήλων δεικνύουν γυμνοί τόσην προθυμίαν διά να νικήσουν.
Αλλά τι θα πης, εάν ίδης τους αγώνας των ορτικιών και των πετεινών, οι οποίοι γίνονται εδώ, και το ζωηρότατον ενδιαφέρον το οποίον μας κινούν; Θα γελάσης βέβαια και μάλιστα αν μάθης ότι υπάρχει νόμος, ο οποίος κανονίζει αυτά τα θεάματα, και επιβάλλεται εις όλους τους ενηλίκους να παρίστανται και να βλέπουν τα πουλιά εκείνα να διαπληκτίζωνται μέχρις εσχάτης εξαντλήσεως; Αλλ' ουδ' αυτό είνε γελοίον• διότι ολίγον κατ'ολίγον εμπνέει εις τους ανθρώπους το θάρρος διά τους κινδύνους• τους κάνει να φιλοτιμούνται, να μη φαίνωνται ανανδρώτεροι και ατολμώτεροι των πετεινών και να μη δεικνύουν ολιγωτέραν αντοχήν εις τα τραύματα ή τους κόπους ή άλλην δύσκολον επιχείρησιν. Αλλά ν' αγωνίζονται οι νέοι με όπλα και να τους βλέπωμεν να πληγώνωνται δεν το επιτρέπομεν, διότι είναι θηριώδες και καθ' υπερβολήν σκληρόν. Είνε δε προσέτι ανωφελές να φονεύωνται οι ανδρειότεροι, οίτινες περισσότερον δύνανται να χρησιμεύσουν εναντίον των εχθρών.
Επειδή δε λέγεις ότι σκοπεύεις να επισκεφθής και την άλλην Ελλάδα, να ενθυμήσαι, αν καμμιά φορά μεταβής εις την Λακεδαίμονα, να μη εμπαίξης και αυτούς, ούτε να νομίσης ότι αδίκως κοπιάζουν όταν ή διαφιλονικούντες μίαν σφαίραν εις το στάδιον, εφορμούν εναντίον αλλήλων και αλληλοκτυπούνται ή όταν εις ένα χώρον, τον οποίον περιβάλλει τάφρος με νερόν, χωρίζονται εις δύο φάλαγγας και πολεμούν μεταξύ των, γυμνοί και αυτοί, έως ότου η μία φάλαγξ η οποία φέρει το όνομα του Λυκούργου, ή η άλλη η οποία ονομάζεται εκ του Ηρακλέους, κατορθώση να απωθήση και ρίψη τους αντιθέτους εις τον νερόν• διότι μετά το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται ειρήνη και ουδείς πλέον κτυπά τον άλλον. Θα τους ίδης δε και ξυλοκοπουμένους επάνω εις βωμόν και να τρέχη το αίμα των υπό τα κτυπήματα, οι δε πατέρες και αι μητέρες, αι οποίαι παρευρίσκονται, να μη λυπούνται, αλλά και ν' απειλούν τα τέκνα των εάν τα βλέπουν να μη αντέχουν εις τα κτυπήματα και να τα παρακαλούν να δείξουν όσον το δυνατόν μεγαλειτέραν αντοχήν εις τους πόνους και τον βασανισμόν. Υπάρχουν και παραδείγματα πολλών οι οποίοι απέθαναν εις αυτήν την άσκησιν, διότι δεν ηθέλησαν να φανούν ότι απέκαμαν ενώπιον των συγγενών των και να δείξουν αδυναμίαν. Αυτών δε τους ανδριάντας θα ίδης τιμωμένους εις δημόσια μέρη της Σπάρτης. Όταν λοιπόν θα βλέπης αυτά, να μη υποθέσης ότι ετρελλάθηκαν, ούτε να είπης ότι χωρίς καμμίαν ανάγκην βασανίζονται, ενώ ούτε τύραννος, ούτε εχθροί τους εξαναγκάζουν διότι και ο ιδικός των νομοθέτης ο Λυκούργος θα σου είπη πολλάς ευλόγους δικαιολογίας διά τας οποίας τους μεταχειρίζεται κατ' αυτόν τον τρόπον• δεν είνε εχθρός, ούτε εκ μίσους τους μεταχειρίζεται ούτω, ούτε καταναλίσκει ασκόπως την νεότητα της πόλεως, αλλά θέλει να είνε καρτερικώτατοι και να δύνανται να υποφέρουν πάσαν δοκιμασίαν οι μέλλοντες να σώζουν την πατρίδα. Αλλά και αν δεν σου δώση αυτάς τας εξηγήσεις ο Λυκούργος, νομίζω ότι και μόνος σου εννοείς ότι και αν συλληφθή ο τοιούτος εις τον πόλεμον, δεν θα μαρτυρήση κανέν εκ των μυστικών της Σπάρτης επειδή θα τον εξαναγκάσουν με βασανιστήρια οι εχθροί, αλλ' ενώ θα τον ξυλοκοπούν, αυτός θα περιγελά τους βασανιστάς του και θ' αμιλλάται προς εκείνον όστις θα τον κτυπά ποίος ν' αποκάμη ταχύτερα.
ΑΝΑΧ. Και δεν μου λες, Σόλων, και ο ίδιος ο Λυκούργος εξυλίζετο κατ' αυτόν τον τρόπον όταν είχε την ηλικίαν εκείνην ή, όταν δεν εφοβείτο πλέον να εφαρμοσθούν και εις αυτόν οι νόμοι του, εκ του ασφαλούς ενομοθέτησε τα τοιαύτα;
ΣΟΛ. Ήτο γέρων όταν έγραψε τους νόμους αυτούς, μετά την επιστροφήν του από την Κρήτην διότι είχε ταξιδεύση εις την νήσον εκείνην, περί της οποίας ήκουεν ότι έχει αρίστους νόμους, τους οποίους έγραψεν ο Μίνως ο υιός του Διός.
ΑΝΑΧ. Διατί λοιπόν και συ, Σόλων, δεν εμιμήθης τον Λυκούργον να μαστιγώνης τους νέους; Διότι και αυτό είνε καλόν και ανάλογον με τα άλλα που κάνετε.
ΣΟΛ. Αι ασκήσεις τας οποίας έχομεν, Ανάχαρσι, μας είνε αρκεταί, διότι ταιριάζουν προς τον χαρακτήρα μας, δεν μας πολυαρέσει δε να μιμούμεθα τα ξένα έθιμα.
ΑΝΑΧ. Όχι, αλλά εννοείς, πιστεύω, πόσον ανόητον είνε να ξυλοκοπήται κανείς γυμνός και να έχη τα χέρια σηκωμένα προς τα επάνω, χωρίς τούτο να προξενή καμμίαν ωφέλειαν εις ένα έκαστον ή εις την πόλιν γενικώς. Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι, αν επισκεφθώ ποτε την Σπάρτην καθ' όν καιρόν γίνονται αυτά, δεν θα βραδύνουν να με λιθοβολήσουν• διότι θα γελώ όταν θα βλέπω να τους δέρνουν ως να είνε κλέπτες ή λωποδύτες ή να έκαμαν άλλου είδους έγκλημα. Μου φαίνεται ότι μία πόλις, η οποία κάνει τόσον γελοία πράγματα εναντίον της ιδικής της νεολαίας, δεν είνε καλά στα μυαλά της.
ΣΟΛ. Μη κατηγορής ερήμην, φίλε μου, και μη νομίζης ότι μόνον συ σκέπτεσαι ορθώς• διότι θα ευρεθή και εις την Σπάρτην κάποιος ο οποίος θα υποστηρίξη τα έθιμα εκείνα με λογικά επιχειρήματα. Αλλά τέλος πάντων, αφού εγώ σου εξέθηκα τα δικά μας και συ φαίνεσαι ότι δεν τα επιδοκιμάζεις πολύ, νομίζω ότι δεν θα είνε άδικον να ζητήσω να μου διηγηθής τώρα και συ κατά ποίον τρόπον σεις οι Σκύθαι εξασκήτε τους δικούς σας νέους, κατά ποίον τρόπον τους ανατρέφετε και πώς γίνονται καλοί και ανδρείοι πολίται.
ΑΝΑΧ. Πολύ δικαία η απαίτησίς σου, Σόλων, και ευχαρίστως θα σου διηγηθώ και εγώ τα έθιμα των Σκυθών, τα οποία ίσως δεν είνε ευγενή, ούτε όμοια προς τα δικά σας, αφού ούτε απλούν ράπισμα ανεχόμεθα, διότι είμεθα δειλοί• αλλά τέλος πάντων θα τα διηγηθώ όπως είνε. Ας αναβάλλωμεν όμως, αν θέλης, δι' αύριον αυτήν την ομιλίαν, ώστε και εγώ να λάβω καιρόν και με την ησυχίαν μου να συνάξω εις την μνήμην μου όσα πρέπει να είπω. Και τώρα ας πηγαίνωμεν, διότι εβράδυασε.
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΝ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑ{42}
Αλλ' αυτό το οποίον πράττεις τώρα είνε εναντίον προς εκείνο το οποίον επιδιώκεις• διότι νομίζεις ότι, επειδή σπεύδεις και αγοράζεις τα καλλίτερα βιβλία, θα συγκαταλεχθής με τους διακρινομένους εις τα γράμματα• αλλά τούτο εξ εναντίας αποδεικνύει και κάνει φανερωτέραν την απαιδευσίαν σου• διότι δεν αγοράζεις τα καλλίτερα, αλλά πιστεύεις εις εκείνους οι οποίοι τα επαινούν όπως τύχη και ακολουθείς τους ψευδομένους περί των βιβλίων και είσαι ασφαλής θησαυρός διά τους βιβλιοκαπήλους. Αλλά πώς είνε δυνατόν να εννοήσης ποία είνε αρχαία και μεγάλης αξίας, ποία δε κακά και αξιοπεριφρόνητα, εκτός μόνον αν συμπεραίνης τούτο εκ του ότι είνε καταφαγωμένα και κατακομμένα και ως συμβούλους εις την εξέτασιν παραλαμβάνης τους σκόρους; Διότι κατά ποίον άλλον τρόπον δύνασαι ασφαλώς και ακριβώς να κρίνης το περιεχόμενον αυτών;
Αλλά παραδέχομαι προς στιγμήν ότι δύνασαι να διακρίνης όσα ο Καλλίνος τόσον καλλιτεχνικώς, ή ο περίφημος Αττικός μετ' επιμελείας αντέγραψαν {43}• τι όφελος θα έχης εκ του αποκτήματος, αφού ούτε το κάλλος των βιβλίων γνωρίζεις, ούτε αν τα μεταχειρισθής δύνασαι να απολαύσης το κάλλος αυτών περισσότερον παρ' όσον ο τυφλός απολαμβάνει το κάλλος της εφηβικής μορφής; Συ δε βλέπεις μεν με ανοικτούς οφθαλμούς τα βιβλία και μάλιστα κατά κόρον και αναγινώσκεις τινά εξ αυτών με τόσην ταχύτητα και τόσας παραλείψεις, ώστε ο οφθαλμός προλαμβάνει το στόμα. Αλλά τούτο δεν είνε αρκετόν έφ' όσον δεν εννοείς τας αρετάς και τα ελαττώματα των περιεχομένων και δεν αντιλαμβάνεσαι την γενικήν έννοιαν και την κατασκευήν της φράσεως, ούτως ώστε να εννοής εις ποία ακολουθεί τον ορθόν κανόνα ο συγγραφεύς και πόσα είνε κίβδηλα και νόθα και παραχαραγμένα. Τι λοιπόν; Θα είπης ότι και αυτά τα γνωρίζεις χωρίς να τα μάθης; Πώς, εκτός αν έλαβες παρά των Μουσών κλάδον δάφνης όπως κάποιος ποιμήν• {44} αλλ' υποθέτω ότι ούτε εξ ονόματος γνωρίζεις τον Ελικώνα όπου λέγεται ότι κατοικούν αυταί αι θεότητες, ούτε κατά τους παιδικούς σου χρόνους κατέγινες εις αυτά τα πράγματα• εκ μέρους σου δε και μόνον ν' αναφέρης το όνομα των Μουσών είνε ασεβές. Διότι εκείναι δεν εθεώρησαν μεν ανάξιον αυτών να εμφανισθούν εις άνδρα σκληραγωγημένος δασύτριχον και ηλιοκαή, αλλά προς άνθρωπον οποίος είσαι συ —και δι' όνομα της Λιβανίτιδος {45} μη με αναγκάσης ν' αναφέρω από τούδε τα πάντα φανερά ούτε να πλησιάσουν θα κατεδέχοντο κατ' ουδένα τρόπον αντί δε να δώσουν δάφνην, με μυρίκην ή και φύλλα ακαλήφης {46} θα εμαστίγωνον και θ' απεδίωκον τον τοιούτον, ώστε να μη μολύνη τον Ολμειόν {47} ή την κρήνην του Ίππου, της οποίας τα νερά επιτρέπεται να πίνουν μόνον τα διψώντα ποίμνια ή ποιμένες έχοντες τα στόματα αγνά.
Αλλ' όσον και αν είσαι αναίσχυντος και θρασύς εις τα τοιαύτα, δεν θα τολμήσης να είπης ότι εσπούδασες ή ότι εκοπίασες ποτέ εις την μελέτην των βιβλίων, ότι υπήρξε διδάσκαλός σου ο δείνα ή ότι με τον τάδε συνεσπούδασες. Ελπίζεις όμως τώρα ότι αρκεί μόνον η απόκτησις πολλών βιβλίων διά να καλύψουν όλας σου αυτάς τας ελλείψεις. Αλλ' υπόθεσε ότι ηγόρασες και έχεις όλους τους λόγους του Δημοσθένους, όπως ιδιοχείρως τους έγραψεν ο ρήτωρ, και τας ιστορίας του Θουκυδίδου, όπως ευρέθησαν οκτάκις αντιγεγραμμέναι και καλλιγραφημέναι παρά του Δημοσθένους και αυταί, προσέτι δε όλα εκείνα τα βιβλία τα οποία ο Σύλλας έστειλεν εξ Αθηνών εις την Ιταλίαν• κατά τι θα είσαι διά ταύτα περισσότερον μορφωμένος, και αν ακόμη τα στρώνης και κοιμάσαι επάνω ή τα συγκολήσης και τα φορής ως ενδύματα και περιφέρεσαι με αυτά; Κατά την παροιμίαν ο πίθηκος είνε πίθηκος και με χρυσά στολίδια. Και συ λοιπόν κρατείς και αναγινώσκεις πάντοτε βιβλία, από δε τα αναγινωσκόμενα ουδέν εννοείς, αλλ' είσαι όνος ο οποίος ακούεις λύραν και κινείς τα ώτα. Αν η απόκτησις βιβλίων ανεδείκνυε και πεπαιδευμένον τον κάτοχον αυτών, το πράγμα αληθώς θα είχε μεγάλην αξίαν και θα το είχατε μόνον σεις οι πλούσιοι, διότι μόνον σεις θα ηδύνασθε να αγοράζετε την παιδείαν, υπερβαίνοντες ημάς τους πτωχούς. Τότε δε ποίος θα ηδύνατο να συναγωνισθή εις τα γράμματα και με τους εμπόρους και τους βιβλιοπώλας, οι οποίοι έχουν και πωλούν τόσα βιβλία; Αλλ' αν θελήσης να τους εξετάσης θα ίδης ότι και αυτοί δεν είνε πολύ καλλίτεροί σου κατά την πνευματικήν μόρφωσιν, αλλά βαρβαρίζουν εις την γλώσσαν, όπως συ, είνε δε ανόητοι κατά την σκέψιν, πράγμα επόμενον δι' εκείνους οίτινες δεν ησκήθησαν να διακρίνουν τα καλά από τα άσχημα. Ενώ δε συ έχεις δύο ή τρία τα οποία ηγόρασες παρ' αυτών, αυτοί και νύκτα και ημέραν τα έχουν εις τα χέρια των. Προς ποίον σκοπόν λοιπόν τα αγοράζεις, εκτός εάν νομίζης ότι και αυταί των βιβλίων αι αποθήκαι είνε σοφαί, αφού περιέχουν τόσων αρχαίων συγγράμματα; Αλλ' εάν θέλης, απάντησέ μου εις μερικά ερωτήματα• ή μάλλον, επειδή τούτο σου είνε αδύνατον, απάντησε διά νευμάτων καταφατικών ή αρνητικών εις τας ερωτήσεις μου. Εάν κανείς χωρίς να γνωρίζη να παίζη αυλόν απέκτα τους αυλούς του Τιμοθέου ή του Ισμηνίου, τους οποίους ο Ισμήνιος ηγόρασεν εις την Κόρινθον επτά τάλαντα, έπεται ότι διά τούτο και θα ηδύνατο να παίζη αυλόν; Ή το απόκτημα θα του ήτο ανωφελές, αφού δεν θα ηδύνατο να το μεταχειρισθή κατά τους κανόνας της τέχνης; Σωστά ένευσες αρνητικώς• διότι και τους αυλούς του Μαρσίου ή του Ολύμπου αν αποκτήση, δεν δύναται να αυλήση εκείνος ο οποίος δεν έμαθε. Νομίζεις δε ότι, εάν κανείς αποκτήση τα τόξα του Ηρακλέους και δεν είνε Φιλοκτήτης, ώστε να δύναται να τα εντείνη και να τοξεύη ευστόχως, θ' αναδειχθή καλός τοξότης; Όχι ένευσες και διά τούτο. Ομοίως και ο μη γνωρίζων ναυτικά και ο μη εξασκηθείς εις την ιππασίαν, εάν ο μεν πρώτος παραλάβη πλοίον τελείως κατασκευασμένον και κατά το κάλλος και κατά την στερεότητα, ο δε δεύτερος αποκτήση ίππον Μηδικόν ή Θεσσαλικόν ή κοππαφόρον {48} μου φαίνεται ότι και οι δύο θα αποδειχθούν μη δυνάμενοι να μεταχειρισθούν ο μεν το πλοίον, ο δε τον ίππον. Συμφωνείς και εις τούτο; Άκουσε τώρα και κάτι άλλο και συμφώνησε και εις αυτό. Εάν κανείς, όπως συ αγράμματος, αγοράζη πολλά βιβλία, δεν δίδει αφορμήν σκωμμάτων εναντίον του δι' αμάθειαν; Διατί διστάζεις να συμφωνήσης και εις τούτο; Μου φαίνεται ότι η απόδειξις είνε σαφής και εκείνοι οι οποίοι τον βλέπουν έχουν ευθύς πρόχειρον την φράσιν: «Ποία σχέσις μεταξύ σκύλου και λουτρού;».
Υπήρξε κάποιος όχι προ πολλού καιρού εις την Ασίαν, πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος έπαθε το δυστύχημα να του αποκοπούν και οι δύο πόδες διότι επάγωσαν, υποθέτω, όταν ποτέ του συνέβη να οδοιπορήση εις τα χιόνια. Αυτός λοιπόν, αφού του συνέβη το δυστύχημα τούτο, διά να διορθώση κάπως την δυστυχίαν του, κατεσκεύασε ξυλίνους πόδας και με αυτούς εβάδιζεν, υποστηριζόμενος συγχρόνως υπό των δούλων του. Είχε δε την γελοίαν μανίαν να αγοράζη τα ωραιότερα υποδήματα και να τα φορή πάντοτε καινουργή και ήτο η μεγαλειτέρα του φροντίς να έχη στολισμένα με ωραιότατα υποδήματα τα ξύλα, τα δήθεν πόδια. Δεν είσαι λοιπόν και συ όμοιος, ο οποίος, ενώ έχεις χωλόν και σαθρόν το πνεύμα, αγοράζεις χρυσά υποδήματα με τα οποία μόλις θα ηδύνατο να περιπατήση άλλος έχων άρτια τα πόδια; Επειδή δε μεταξύ των άλλων και τον Όμηρον έχεις αγοράση πολλάκις, σου συνιστώ να πάρης και ν' αναγνώσης την δευτέραν ραψωδίαν της Ιλιάδος και τα μεν άλλα να παρατρέξης, διότι δεν έχουν τίποτε το κοινόν προς σε• αλλ' ο Όμηρος παρεισάγει ένα γελοιωδέστατον άνθρωπον, κακοπλασμένον και ελαττωματικόν κατά το σώμα, εις τον οποίον να σταματήσης. Εκείνος λοιπόν ο Θερσίτης, όπως είνε, εάν φορέση την πανοπλίαν του Αχιλλέως, νομίζεις ότι διά τούτο θα γίνη αμέσως ωραίος και δυνατός, ώστε να δύναται και να υπερπηδήση τον ποταμόν {49} και να θολώση το ρεύμα του με το αίμα των Φρυγών, και να φονεύση τον Έκτορα και προ αυτού τον Λυκάονα και τον Αστεροπαίον, αφού ούτε να σηκώνη επί των ώμων του το δόρυ του Αχιλλέως δύναται; Βέβαια δεν θα είπης ότι αυτά είνε δυνατά• αλλά και γελοίος θα γίνη όπως θα χωλαίνη κάτω από την ασπίδα και θα πίπτη εκ του βάρους• και οσάκις θ' ανυψώνη την κεφαλήν, θα παρουσιάζη υπό το κράνος τους στραβίζοντας οφθαλμούς του, και τον θώρακα θα ανυψώνη το κύρτωμα των ώμων του και τας περικνημίδας θα σύρη κάτω, γελοιοποιών ούτω και εκείνον ο οποίος κατεσκεύασε την πανοπλίαν και εκείνον ο οποίος την έχει. Δεν βλέπεις λοιπόν ότι και εις εσέ συμβαίνει το αυτό όταν κρατής βιβλίον πολυτελέστατον, το οποίον έχει επένδυμα από πορφύραν, χρυσούν δε τον ομφαλόν {50} και το αναγινώσκης βαρβαρίζων, διαστρέφων και προσβάλλων αυτό, και οι μεν πεπαιδευμένοι σε εμπαίζουν, οι δε φίλοι σου και οι κόλακες σε επαινούν, αλλά και αυτοί κρυφίως και μεταξύ των γελούν πολλάκις διά την μωρίαν σου;
Θα σου διηγηθώ τώρα και κάτι το οποίον συνέβη εις τους Δελφούς. Κάποιος Ταραντίνος, Ευάγγελος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτο εκ των πρώτων πολιτών του Τάραντος, εφιλοδόξησε να νικήση εις τα Πύθια. Και εις μεν τους γυμνικούς αγώνας ενόησεν αμέσως ότι του ήτο αδύνατον να διαγωνισθή, καθότι ούτε εις την δύναμιν, ούτε εις την ταχύτητα διεκρίνετο. Εις την κιθάραν όμως και το άσμα επίστευσεν ότι θα ενίκα ευκόλως, πεισθείς υπό των αλιτηρίων οίτινες τον περιεστοίχιζον και οι οποίοι επήνουν και επευφήμουν οσάκις και το ελάχιστον έπαιζεν εις την κιθάραν. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς λαμπροστολισμένος, φορών εκτός άλλων κοσμημάτων χρυσοκέντητον ένδυμα και στέφανον εκ δάφνης χρυσής ωραιότατον, όστις αντί καρπού είχε σμαράγδους ισομεγέθεις με τον καρπόν της δάφνης. Αλλά και η κιθάρα του ήτο κάτι τι έκτακτον εις κάλλος και πολυτέλειαν, διότι ήτο όλη από χρυσόν καθαρόν, ήτο δε καταστόλιστος με ποικίλματα και διαφόρους πολυτίμους λίθους και εις το μέσον είχε σκαλισμένον μεταξύ των Μουσών τον Απόλλωνα και τον Ορφέα• και εθαύμαζον μεγάλως όσοι την έβλεπον. Όταν δ' επί τέλους έφθασεν η ημέρα του αγώνος, παρουσιάσθησαν τρεις διά ν' αγωνισθούν και ο κλήρος ώρισε να ψάλλη δεύτερος ο Ευάγγελος, μετά τον Θέσπιν τον Θηβαίον ο οποίος δεν ηγωνίσθη άσχημα. Εισήλθε λοιπόν ακτινοβολών όλος από χρυσόν, από σμαράγδους, βηρίλλους και υακίνθους, και μεταξύ του χρυσού διεφαίνετο ταιριαστόν το χρώμα του πορφυρού ενδύματος. Με όλα αυτά εξέπληξε προκαταβολικώς τους θεατάς και ενέπνευσεν εις αυτούς υπερβολικάς ελπίδας• αλλ' επειδή έπρεπε τέλος πάντων και να τραγουδήση και να παίξη κιθάραν, ήρχισε να κρούη κάτι τι χωρίς αρμονίαν, κάτι συγκεχυμένον, έσπασε δε και τρεις συγχρόνως χορδάς, διότι έπληξε δυνατώτερον του δέοντος την κιθάραν. Όταν δε ήρχισε και να ψάλλη κάτι τι άμουσον με φωνήν λεπτήν, όλοι οι θεαταί ήρχισαν να γελούν, οι δε αγωνοθέται αγανακτήσαντες διά το θράσος του, τον εμαστίγωσαν και τον εξεδίωξαν εκ του σταδίου. Έγινε δε ακόμη γελοιωδέστερος όταν εφάνη κλαίων ο χρυσούς Ευάγγελος και συρόμενος διά μέσου της σκηνής υπό των μαστιγοφόρων, με τους μηρούς καταιματωμένους, και συλλέγων από το έδαφος τα κοσμήματα της κιθάρας• διότι και αυτά είχον αποκολληθή και πέση, επειδή η κιθάρα εξυλοκοπείτο μετ' αυτού.
Ολίγον κατόπιν αυτού εισήλθε κάποιος Εύμηλος εξ Ηλείας, ο οποίος εκράτει παλαιάν κιθάραν, με ξυλίνους κόλλοπας {51}, το δε ένδυμά του, ομού με τον στέφανον, μόλις θα είχεν αξίαν δέκα δραχμών• αλλ' αυτός ετραγούδησε καλά και εκιθάρισε με τέχνην δι' ο και ανεκηρύχθη νικητής και επευφημήθη• και κατεγέλα τον Ευάγγελον, ο οποίος εις μάτην έκαμεν επίδειξιν με την κιθάραν και τα κοσμήματα, λέγεται δε ότι και είπε προς αυτόν: «Συ μεν, Ευάγγελε, έχεις επί της κεφαλής σου χρυσήν δάφνην διότι είσαι πλούσιος, εγώ όμως έχω την δάφνην των Δελφών. Τούτο δε μόνον εκέρδισες από τον πολυτελή σου στολισμόν, ότι ούτε σε λυπούνται διά την ήτταν σου οι θεαταί, αλλά και σε μισούν διά την αφιλόκαλλον και περιττήν σου πολυτέλειαν». θα ήτο ακριβώς όμοιός σου ο Ευάγγελος ούτος, εάν συ δεν ήσουν αδιάφορος διά τον γέλωτα των θεατών.
Δεν νομίζω δε άκαιρον να σου διηγηθώ και μίαν παλαιάν ιστορίαν της Λέσβου. Όταν αι γυναίκες της Θράκης κατεσπάραξαν τον Ορφέα, λέγουν ότι η κεφαλή του, η οποία ερρίφθη ομού με την λύραν εις τον Έβρον, εξεβλήθη εις τον Μέλανα κόλπον και έπλεεν ομού με την λύραν• και η μεν κεφαλή διηγούνται ότι έψαλλεν ένα θρήνον διά τον θάνατον του Ορφέως, η δε λύρα συνώδευε με τους ήχους τους οποίους εσχημάτιζον αι πνοαί του ανέμου πλήττουσαι τας χορδάς• και ούτω έφθασεν εις την Λέσβον, όπου οι κάτοικοι την μεν κεφαλήν έθαψαν εκεί όπου τώρα είναι ο ναός του Βάκχου, την δε λύραν ανέθηκαν εις τον ναόν του Απόλλωνος, όπου επί πολύ εσώζετο. Μετά καιρόν ο Νέανθος, ο υιός του τυράννου Πιττακού μαθών την ιστορίαν της λύρας, ότι κατεγοήτευε και θηρία και φυτά και λίθους, εξηκολούθει δε και μετά τον θάνατον του Ορφέως και χωρίς κανείς να την εγγίζη να εκπέμπη μελωδίας, επεθύμησε να την σφετερισθή• και δωροδοκήσας διά πολλών χρημάτων τον ιερέα, τον έπεισε να του δώση την λύραν του Ορφέως και εις την θέσιν της να βάλη άλλην λύραν ομοίαν. Αφού δε την έλαβε, την μεν ημέραν δεν ενόμισεν ασφαλές να την μεταχειρισθή, αλλά νύκτα και κρύπτων αυτήν υπό το ένδυμα του εξήλθε μόνος εις το προάστειον και ήρχισε να κρούη και να πλήττη τας χορδάς. Ήλπιζεν ο άμουσος και άτεχνος νέος ότι, καίτοι δεν εγνώριζε μουσικήν, θα έπαιζε θεσπεσίας μελωδίας με τας οποίας θα κατέθελγε τους πάντας και θα εγίνετο ευτυχής και περίφημος κληρονόμος της μουσικής του Ορφέως αλλά το μόνον αποτέλεσμα ήτο να συναθροίσουν οι ήχοι του τους σκύλους —ήσαν δε πολλοί εις το μέρος εκείνο—οίτινες τον κατεσπάραξαν, και ούτω μόνον κατά τούτο το πάθημα εξωμοιώθη προς τον Ορφέα και μόνον τους σκύλλους προσείλκυσε και εξώργισεν εναντίον του. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον απεδείχθη σαφέστατα ότι η θέλγουσα δεν ήτο η λύρα, αλλά η τέχνη και το άσμα τα οποία μόνα είχε λάβη εξαίρετα παρά της μητρός του ο Ορφεύς•{52} η λύρα του δε δεν ήτο καθόλου καλλιτέρα από τας άλλας λύρας. Αλλά προς τι να σου αναφέρω τον Ορφέα ή τον Νέανθον, αφού και εις την εποχήν μας υπήρξε και υπάρχει ίσως ακόμη κάποιος, ο οποίος ηγόρασεν αντί τριών χιλιάδων δραχμών τον πηλόπλαστον λύχνον του Στωικού Επικτήτου; Ήλπιζε, φαίνεται, και αυτός ότι, εάν κατά τας νύκτας αναγινώσκη εις το φως του λύχνου εκείνου, εντός ολίγου θα του έλθη ως όνειρον η σοφία του Επικτήτου και ότι θα γίνη όμοιος με τον θαυμαστόν εκείνον γέροντα. Προ ολίγου δε καιρού άλλος ηγόρασεν αντί ενός ταλάντου την βακτηρίαν του Κυνικού Πρωτέως {53} την οποίαν ούτος αφήκεν όταν ανέβη εις την πυράν• έχει δε το κειμήλιον τούτο και το επιδεικνύει όπως οι Τεγεάται το δέρμα του Καλυδωνίου κάπρου, οι Θηβαίοι τα οστά του Γηρυόνου και οι Μεμφίται τους πλοκάμους της Ίσιδος• αυτός δε ο κάτοχος του θαυμασίου εκείνου αντικειμένου υπερέβη και σέ κατά την αμάθειαν και την χυδαιότητα. Βλέπεις εις ποίαν αθλίαν κατάστασιν έχεις φθάση, έχων πραγματικώς ανάγκην βακτηρίας διά να σου κτυπούν την κεφαλήν;
Λέγεται ότι και ο Διονύσιος ο τύραννος κατεγίνετο να συγγράφη τραγωδίας πολύ ανοήτους και γελοίας, ώστε ο Φιλόξενος {54} πολλάκις δι' αυτάς ερρίφθη εις τα λατομεία, διότι δεν ηδύνατο να κρατή τον γέλωτα όταν ήκουε τας γελοίας εκείνας τραγωδίας. Ο Διονύσιος λοιπόν μαθών ότι εμπαίζεται, εφρόντισε διά πολλής δαπάνης ν' αγοράση την πλάκα εις την οποίαν ο Αισχύλος έγραφε, νομίζων ότι ούτω θα εγίνετο και αυτός μέγας ποιητής• αλλ' όμως έγραφε πολύ γελοιωδέστερα πράγματα εις την πλάκα εκείνην, όπως λόγου χάριν το εξής• «Ήλθεν, η Δωρίδιον η γυναίκα του Διονυσίου»• και τούτο• «Αλλοίμονον, πόσον χρησίμην γυναίκα απώλεσα». Από την πλάκα του Αισχύλου εξήλθε και το ακόλουθον «Αυτοί εαυτούς εμπαίζουν οι μωροί θνητοί».
Τούτο θα ηδύνατο να είπη διά σε πολύ ευστόχως ο Διονύσιος και θα ήξιζε δι' αυτό να του χρυσώση κανείς εκείνην την πλάκα. Διότι με ποίαν ελπίδα και συ καταγίνεσαι διηνεκώς να ξετυλίσσης, να κολλάς και να περικόπτης τα βιβλία, να τ' αλείφης με κρόκον και έλαιον του κέδρου, να τα περιβάλλης με δέρματα και να τα στολίζης με ομφαλούς, ως να πρόκειται να απολαύσης τίποτε εξ αυτών; Πολύ ωφελήθης ήδη εκ της αποκτήσεώς των, αφού τοιαύτα λέγεις… αλλά μάλλον δεν λέγεις τίποτε και είσαι των ιχθύων αφωνότερος. Αλλά και ο βίος σου είνε τοιούτος, ώστε ούτε ν' αναφέρη κανείς τας πράξεις σου είνε ευπρεπές και, ως λέγεται, όλοι σε μισούν αγρίως διά την αισχρότητά σου, και αν τα βιβλία έχουν ως αποτέλεσμα να μορφώνουν τους ανθρώπους ούτω, πρέπει να φεύγωμεν και ν' απομακρυνώμεθα όσω το δυνατόν περισσότερον απ' αυτά. Αφού δε δύο είνε τα καλά τα οποία δύναται κανείς ν' αποκτήση εκ των συγγραμάτων των αρχαίων, να ομιλή καλώς και να πράττη τα πρέποντα μιμούμενος τα άριστα και αποφεύγων τα χειρότερα, όταν ούτε τα μεν ούτε τα δε φαίνεται κανείς ωφελούμενος εκ των βιβλίων, εις τι άλλο χρησιμεύουν τα βιβλία τα οποία αγοράζει παρά ως κατοικίαι των ποντικών και των σκόρων και διά να τιμωρούνται ως οι αμελούντες δούλοι; Δεν σκέπτεσαι δε εις ποίαν ελεεινήν θέσιν θα ευρεθής εάν σε συναντήση κανείς κρατούντα βιβλία —πάντοτε δε κάτι κρατείς—και, σ' ερωτήση τίνος ρήτορος ή συγγραφέως ή ποιητού είνε; Συ γνωρίζων από την επιγραφήν δεν θα δυσκολευθής ν' απαντήσης• αλλ' έπειτα, ως συνήθως συμβαίνει, η ομιλία θα προχωρήση, και εκείνος μεν θα επαινέση ή θα κατηγορήση κάτι εκ των περιεχομένων του βιβλίου, συ δε θα ευρεθής εις αμηχανίαν και δεν θα έχης τίποτε να είπης. Δεν θα ευχηθής λοιπόν τότε ν' ανοίξη η γη να σε καταπιή, διότι, ως ο Βελλεροφόντης, θα περιφέρης βιβλίον το οποίον θα μαρτυρή εναντίον σου;
Ο δε Δημήτριος ο Κυνικός, όταν είδεν εις την Κόρινθον κάποιον αμαθή ν' αναγινώσκη βιβλίον καλλιτεχνικώτατον, τας Βάκχας, νομίζω, του Ευριπίδου, και ευρίσκετο εις το μέρος όπου ο άγγελος διηγείται τα παθήματα του Πενθέως και την πράξιν της Αγαύης, ήρπασε το βιβλίον και το έσχισε λέγων «Είνε προτιμώτερον διά τον Πενθέα να σπαραχθή μίαν φοράν από εμέ παρά πολλάκις από σένα».
Πολλάκις εσκέφθηκα, αλλά μέχρι σήμερον δεν ηδυνήθην να εννοήσω, διατί καταβάλλεις τόσην επιμέλειαν εις την αγοράν των βιβλίων. Διότι και εκείνοι οι οποίοι ελάχιστα σε γνωρίζουν δεν δύνανται να υποθέσουν ότι τ' αγοράζεις προς χρήσιν σου και ωφέλειαν• είνε το αυτό ως ν' αγοράζη φαλακρός κτένι ή καθρέπτην ο τυφλός ή αυλητήν ο κωφός ή παλλακίδα ο ευνούχος ή ο χερσαίος κώπην ή ο πλοίαρχος άροτρον. Αλλά μήπως το πράγμα σου χρησιμεύει ως επίδειξις πλούτου και θέλεις να δείξης ότι δεν σου χρησιμεύουν μεν εις τίποτε, αλλ' εξοδεύεις εκ των πολλών σου περισσευμάτων; Αλλ' όμως εξ όσων και εγώ, όστις είμαι Σύρος, γνωρίζω, εάν δεν κατώρθωνες να εισχωρήσης δι' απάτης εις την διαθήκην του γέροντος εκείνου, θ' απέθνησκες τώρα εκ πείνης και θα εξέθετες τα βιβλία εις δημοπρασίαν. Πρέπει λοιπόν να παραδεχθώ ότι επείσθης υπό των κολάκων ότι δεν είσαι μόνον ωραίος και αξιαγάπητος, αλλά και σοφός και ρήτωρ και συγγραφεύς ανώτερος παντός άλλου και αγοράζεις τα βιβλία διά να επιβεβαιώνης τους επαίνους των. Λέγεται δε ότι και επί υποσχέσει γευμάτων αναγινώσκεις εις αυτούς λόγους τους οποίους έχεις συγγράψη και εκείνοι, ως χερσαίοι βάτραχοι διψώντες, σε επευφημούν και δεν πίνουν αν δεν βραχνιάσουν προηγουμένως από τους επαίνους. Διότι δεν εννοώ πώς τόσον εύκολα αφήνεις να σε σύρουν από την μύτην και πιστεύεις εις παν ό,τι σου λέγουν οι κόλακες, και έφθασες μάλιστα μέχρι του να πεισθής ότι ομοιάζεις με κάποιον βασιλέα,{55} όπως ο ψευδαλέξανδρος και ο γναφεύς ο οποίος επέρασεν ως Φίλιππος και ο ψευδονέρων ο οποίος παρουσιάσθη προ ολίγων γενεών και άλλοι τους οποίους το ψεύδος έκαμε περιφήμους. Αλλά δεν είνε παράδοξον ότι συ ο ανόητος και αμαθής άνθρωπος έπαθες τοιούτον τι, και όταν περιπατής, κρατείς προς τα οπίσω την κεφαλήν και μιμείσαι το βάδισμα, το ήθος και το βλέμμα εκείνου προς τον οποίον ετέρπεσο να λέγης ότι ομοιάζεις, αφού λέγεται ότι και ο Πύρρος ο Ηπειρώτης, ο οποίος κατά τα άλλα ήτο θαυμάσιος άνθρωπος, εσύρθη εις παρομοίαν παγίδα υπό των κολάκων, ώστε επίστευεν ότι ήτο όμοιος προς τον Αλέξανδρον τον μέγαν; Και όμως ήτο εντελώς αντίθετος και, όπως λέγουν οι μουσικοί, δις διαπασών ήτο η διαφορά των. Είδα την εικόνα του Πύρρου και εβεβαιώθην περί τούτου, και όμως είχε πεισθή ότι ήτο πανομοιότυπον του Αλεξάνδρου. Αφού δε είχε τοιαύτην ιδέαν περί του εαυτού του ο Πύρρος, ουδείς εκ των περί εαυτόν ετόλμα να τον διαψεύση και όλοι συνεμερίζοντο την πεποίθησίν του, έως ότου εις την Λάρισαν μία γραία του διέλυσε την πλάνην. Ο Πύρρος της έδειξεν εικόνας του Φιλίππου, του Περδίκκα, του Αλεξάνδρου, του Κασσάνδρου και άλλων βασιλέων και την ηρώτησε προς ποίον εξ αυτών ωμοίαζεν είχε δε πλήρη πεποίθησιν ότι η γραία θα τον παρωμοίαζε προς τον Αλέξανδρον• αλλ' αυτή, αφού εδίστασεν επί πολύ, του είπεν: «Ομοιάζεις με τον Βατραχύονα τον μάγειρον»• διότι υπήρχεν εις την Λάρισαν κάποιος Βατραχύων μάγειρος, ομοιάζων προς τον Πύρρον. Και συ λοιπόν δεν γνωρίζω προς ποίον εκ των κιναίδων των συναναστρεφομένων τους ορχηστάς ομοιάζεις• αλλ' ότι θεωρείσαι υπό πάντων ότι έχεις πάθη μανίαν πραγματικήν δι' εκείνην την ομοιότητα, γνωρίζω ασφαλώς. Καθόλου παράδοξον λοιπόν ότι, αφού τόσον απατάσαι εις την ομοιότητα της μορφής, θέλεις και να εξομοιούσαι προς τους πεπαιδευμένους και πιστεύεις εκείνους οίτινες σου κάμνουν σχετικούς επαίνους.
Αλλά διατί φλυαρώ ματαίως; Ο λόγος διά τον οποίον δεικνύεις τόσον ενδιαφέρον διά τα βιβλία είνε προφανής και εγώ από χονδροκεφαλιάν εβράδυνα να το εννοήσω. Είνε κατεργαριά ευφυής, κατά την ιδέαν σου, και βασίζεις εις αυτήν μεγάλας ελπίδας, εάν φθάση η φήμη σου μέχρι του βασιλέως ο οποίος είνε σοφός άνθρωπος και τιμά μεγάλως την παιδείαν. Εάν μάθη ότι αγοράζεις βιβλία και έχεις μεγάλην βιβλιοθήκην, ελπίζεις ότι εντός ολίγου θα δύνασαι να έχης παν ό,τι θέλεις παρ' αυτού. Αλλ' ω κίναιδε, νομίζεις ότι είνε τόσον ναρκωμένος υπό μανδραγόρου {56}, ώστε αυτά μεν ν' ακούη, εκείνα δε να μη γνωρίζη, δηλαδή οποίος είνε ο βίος σου κατά την ημέραν, τι μεθύσια κάνεις, πώς διέρχεσαι τας νύκτας και με ποίους και πόσους ακολασταίνεις; Δεν γνωρίζεις ότι οι βασιλείς έχουν πολλά ώτα και πολλούς οφθαλμούς; Η δε ατιμία σου είνε τόσον γνωστή ώστε και τυφλοί και κωφοί να την γνωρίζουν• διότι και μόνον αν ομιλήσης, και μόνον αν εκδυθής διά να λουσθής ή μάλλον και χωρίς να εκδυθής, αν θέλης, μόνον δε οι δούλοί σου αν εκδυθούν, νομίζεις ότι δεν θα φανερωθούν αμέσως τα νυκτερινά σου μυστικά; Αλλ' ειπέ μου και τούτο• εάν ο Βάσσος, ο οποίος είνε καθηγητής σας εις την αισχρότητα, ή ο Βάτταλος ο αυλητής ή ο κίναιδος Ημιθέων ο Συβαρίτης, ο οποίος σας συνέγραψε τους θαυμαστούς κανόνας, δηλαδή πώς πρέπει να γίνεσθε λείοι και ν' αφαιρήτε τας τρίχας και να παθαίνετε και να ποιήτε τα ακατανόμαστα εκείνα, είπε μου, εάν κανείς εκ τούτων φορέση λεοντήν και βαδίζη κρατών ρόπαλον, τι υποθέτεις ότι θα νομίσουν όσοι τον βλέπουν; ότι είνε Ηρακλής; Όχι βέβαια, εκτός αν είνε μισόστραβοι. Διότι άπειρα είνε όσα θα διαψεύδουν αυτόν τον αρρενωπόν ιματισμόν• το βάδισμα, το βλέμμα, η φωνή, ο λιγυσμένος τράχηλος, το ψιμμύθιον, η μαστίχη και το κοκκινάδι, με τα οποία σεις στολίζεσθε, και εν γένει, κατά την παροιμίαν, ευκολώτερον δύνασαι να κρύψης πέντε ελέφαντας εις την μασχάλην σου παρά ένα φαυλόβιον του είδους σου. Αφού δε η λεοντή δεν δύναται να κρύψη ένα τοιούτον, συ νομίζεις ότι θα κρυφθής κάτω από βιβλίον; Αλλά δεν είνε δυνατόν, διότι θα σας προδώσουν και θα σας αποκαλύψουν τα άλλα σας γνωρίσματα. Μου φαίνεται δε ότι αγνοείς εντελώς ότι την καλήν υπόληψιν δεν πρέπει να την ζητής από τους βιβλιοπώλας, αλλ' από αυτόν τον καθημερινόν σου βίον. Νομίζεις ότι οι βιβλιογράφοι Αττικός και Καλλίνος θα σου χρησιμεύσουν ως συνήγοροι και μάρτυρες υπερασπίσεως εις την κοινήν κατάκρισιν; Όχι, αλλ' άνθρωποι σκληροί θα σε συντρίψουν, αν οι θεοί θέλουν, και θα σε ρίψουν εις την εσχάτην πενίαν. Και αν έχης ακόμη ολίγην σύνεσιν, πρέπει να δώσης εις κανένα από τους πεπαιδευμένους τα βιβλία τα οποία έχεις και μετ' αυτών την νεόκτιστον οικίαν σου, να πληρώσης δε και εις τους δουλεμπόρους μέρος από τα πολλά τα οποία εις αυτούς οφείλεις. Διότι αι δύο σου μεγάλαι φροντίδες υπήρξαν μέχρι τούδε αυταί, ν' αποκτάς βιβλία πολυτελή και ν' αγοράζης δούλους νέους υπέρ την ηβικήν ηλικίαν και ήδη δυνατούς, πράγμα διά το οποίον πολύ φροντίζεις και επιδιώκεις.
Αδύνατον δε αν πτωχύνης να επαρκής και εις τας δύο αυτάς ανάγκας. Άκουσε λοιπόν την συμβουλήν μου και σκέψου ότι μία καλή συμβουλή είνε πολύτιμον δώρον. Σε συμβουλεύω ν' αφήσης την φροντίδα περί πραγμάτων τα οποία ουδόλως σου ταιριάζουν και να περιορισθής να θεραπεύης την άλλην σου μανίαν και ν' αγοράζης τους υπηρέτας εκείνους, μήπως αν σου λείψουν οι δικοί σου, προστρέχεις εις άλλους εκ των ελευθέρων, οι οποίοι είνε κίνδυνος να σου πάρουν τα πάντα, διά να μη αποκαλύψουν όσα έπραξαν μετά σου κατόπιν του συμποσίου, όπως τα αίσχιστα τα οποία περί σου διηγείτο πρό τινος καιρού άμα εξελθών εκ της οικίας σου κάποιος φαύλος, όστις και αποδείξεις των λόγων του εδείκνυεν. Εγώ δε δύναμαι και να παρουσιάσω ως μάρτυρας τους τότε παρόντας, διά να μάθης πώς ηγανάκτησα και παρ' ολίγον να τον δείρω οργιζόμενος προς χάριν σου, μάλιστα όταν επεκαλέσθη ως μάρτυρα δι' αυτάς τας αισχρότητας και άλλον διηγούμενον τα ίδια. Δι' αυτά λοιπόν οικονόμει και φύλαττε τα χρήματά σου, διά να δύνασαι να πράττης και να παθαίνης τα ειρημένα εντός της οικίας σου και με πολλήν ασφάλειαν. Διότι ποίος δύναται να σε μεταπείση ν' αποβάλλης αυτάς τας έξεις; Τούτο είνε τόσον δύσκολον όσον να ξεσυνειθίση ο σκύλλος ο οποίος έμαθε να τρώγη δέρματα. Ευκολώτερον είνε να συνειθίσης το άλλο, δηλαδή να παύσης να αγοράζης βιβλία. Αρκετήν μάθησιν και σοφίαν απέκτησες και παρ' ολίγον να γνωρίζης εκ στήθους όλα τα παλαιά συγγράμματα• γνωρίζεις όλην την ιστορίαν, όλας τας τέχνας και τα κάλλη των λόγων όπως και τα ελαττώματα αυτών και την χρήσιν των αττικών λέξεων. Έχεις γίνη πάνσοφος και έξοχος κατά την παιδείαν διά το πλήθος των βιβλίων τα οποία έχεις. Αφού ευχαριστείσαι εις την απάτην, δεν πειράζει αν και εγώ διασκεδάσω ολίγον με αυτήν σου την αδυναμίαν.
Αλλά ήθελα να σ' ερωτήσω, αφού έχεις τόσα και τόσα βιβλία, τι προ πάντων αναγινώσκεις; Τα έργα του Πλάτωνος, του Αντισθένους του Αρχιλόχου ή του Ιππώνακτος; Ή αυτά τα περιφρονείς, προτιμάς δε τους ρήτορας; Ειπέ μου, αναγινώσκεις και τον κατά Τιμάρχου λόγον του Αισχίνου; Ή αυτά όλα τα γνωρίζεις εκ πείρας; Θα έχεις βέβαια επαναλάβη εις την ζωήν σου τας σκηνάς του Αριστοφάνους και του Ευπόλιδος. Ανέγνωσες και ολόκληρον την κωμωδίαν, τους «Βάπτας»; {57}. Και δεν εταράχθης, ούτε εκοκκίνησες όταν ανεγνώρισες τον εαυτόν σου εις τας σκηνάς του έργου εκείνου; Ό,τι προ πάντων πρέπει να θαυμάση κανείς εις εσέ είνε, πώς ενώ έχεις τοιαύτην διαφθοράν ψυχής, εγγίζεις τα βιβλία και πώς με τοιαύτας χείρας τα ξεδιπλώνεις. Πότε δε αναγινώσκεις; την ημέραν; Αλλ' ουδείς σε είδε ποτέ να πράττης τούτο. Μήπως την νύκτα; Αφού προηγουμένως ασχοληθής εις τας ηδονάς σου εκείνας, ή προ των έργων; Εν πάση περίπτώσει δεν πρέπει να τολμάς τοιαύτα πράγματα πριν ή επέλθη σκότος. Αφησε δε τα βιβλία και περιορίσου μόνον εις τας ιδιαιτέρας σου τέρψεις, μολονότι έπρεπε και από εκείνας να παραιτηθής, εντρεπόμενος την Φαίδραν του Ευριπίδου, ήτις αγανακτεί υπέρ των γυναικών και λέγει:
ουδέ σκότος φρίσσουσι τον συνεργάτην τέρεμνά τ' οίκων μήποτε φθογγήν αφή. {58}
Εάν όμως είσαι αποφασισμένος να επιμείνης εις την μανίαν σου, εξακολούθει ν' αγοράζης βιβλία, έχε τα κλεισμένα εις την οικίαν σου και απολάμβανε την δόξαν των αποκτημάτων τούτων. Και τούτο σου είνε αρκετόν. Αλλά μη τα εγγίζης, μη τα αναγινώσκης, ούτε φέρε εις την γλώσσαν σου λόγους αρχαίων συγγραφέων και ποιήματα τα οποία ουδέν κακόν σου έκαμαν. Γνωρίζω ότι εις μάτην σου δίδω τας συμβουλάς αυτάς και κατά την παροιμίαν επιχειρώ να λευκάνω τον Αιθίοπα• διότι συ θα εξακολουθής να αγοράζης και να μη χρησιμοποιής τα βιβλία• και θα εμπαίζεσαι υπό των πεπαιδευμένων, οίτινες αρκούνται εις την ωφέλειαν την οποίαν απολαμβάνουν εκ του λόγου και της διανοίας των συγγραφέων και ουχί εκ της πολυτελείας και της εξωτερικής ωραιότητος των βιβλίων.
Συ νομίζεις ότι θα διορθώσης την αμάθειάν σου και θα την συγκαλύψης με την δόξαν της κατοχής και ότι θα καταπλήξης τον κόσμον με το πλήθος των βιβλίων και δεν γνωρίζεις ότι και οι αμαθέστεροι εκ των ιατρών πράττουν κάτι τι παρόμοιον. Φροντίζουν να έχουν εργαλειοθήκας από ελεφαντοκόκκαλον και αργυράς βεντούζας και νυστέρια χρυσοκόλλητα. Αλλ' όταν επιστή ανάγκη να τα μεταχειρισθούν, δεν γνωρίζουν πώς να τα πιάσουν, και τότε έρχεται είς εκ των πεπειραμένων ιατρών, ο οποίος έχει μαχαιρίδιον τελείως ακονισμένον, αλλά κατά τα αλλά ευτελές, και με αυτό απαλάττει από το νόσημα τον άρρωστον. Διά να σε παρομοιάσω δε και προς άλλους γελοιωδεστέρους, σου αναφέρω τους κουρείς, εκ των οποίων όσοι μεν είνε καλοί τεχνίται έχουν μόνον έν ξυράφιον, ψαλλίδια και μικρόν κάτοπτρον• οι δε αμαθείς και άπειροι επιδεικνύουν πλήθος ξυραφιών και μεγάλους καθρέπτας, με τούτο όμως δεν κατορθώνουν να κρύπτουν την αμάθειάν των. Παθαίνουν δε το κωμικώτατον, ότι οι περισσότεροι πηγαίνουν και κουρεύονται εις τους άλλους κουρείς και έπειτα εισέρχονται και διευθετίζουν τα μαλλιά των εις τα ιδικά των κάτοπτρα. Και συ λοιπόν, εάν άλλος σου ζητήση βιβλία, δύνασαι ούτω να τα χρησιμοποιήσης, αλλ' ο ίδιος να τα μεταχειρισθής δεν είνε δυνατόν. Αλλ' ούτε εδάνεισες κανένα ποτέ βιβλίον, αλλά μιμείσαι τον σκύλλον της παροιμίας ο οποίος κάθηται εις την φάτνην και ούτε αυτός τρώγει την κριθήν, ούτε τον ίππον ο οποίος δύναται αφήνει να φάγη.
Αυτά επί του παρόντος και μόνον διά τα βιβλία είχα να σου είπω μετά πάσης ειλικρινείας• διά δε τα άλλα, όσα αισχρά και επαίσχυντα πράττεις, θα γίνη λόγος και πάλιν και πολλάκις.
ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩΜΕΝ ΕΥΚΟΛΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΟΛΗΝ
Φοβερόν πράγμα είνε η άγνοια και πολλών κακών γίνεται πρόξενος εις τους ανθρώπους, διότι ρίπτει επί των πραγμάτων ως μίαν ομίχλην και την αλήθειαν αμαυρόνει και την διαγωγήν εκάστου ανθρώπου επισκοτίζει. Ομοιάζομεν επομένως όλοι προς τους πλανωμένους εις το σκότος ή μάλλον παθαίνομεν όμοια με τους τυφλούς• και άλλοτε μεν προσκόπτομεν εις τα αντικείμενα, χωρίς να δυνάμεθα να προσέχωμεν, άλλοτε δε χωρίς ανάγκην τα υπερβαίνομεν• και ό,τι μεν είνε πλησίον και προ των ποδών μας δεν βλέπομεν, το δε μακράν ευρισκόμενον και πολύ απέχον φοβούμεθα ως να μας ενοχλή. Εν γένει δε εις πάσαν μας πράξιν δεν κατορθώνομεν ν' αποφεύγωμεν τα σφάλματα και ως επί το πλείστον ολισθαίνομεν. Διά τούτο η άγνοια έχει δώση ήδη εις τους τραγικούς ποιητάς μυρίας υποθέσεις δραμάτων, όπως τα δυστυχήματα των Λαβδακιδών και των Πελοπιδών και τα παρόμοια• διότι αι πλείσται των συμφορών αι οποίαι αναβιβάζονται εις την σκηνήν, δύναται κανείς να εύρη ότι προξενούνται υπό της αγνοίας, ως υπό κακοποιού τινος πνεύματος. Λέγω δε αυτά αποβλέπων, και εις άλλα, αλλά προπάντων εις τας μη αληθείς και εναντίον οικείων και φίλων διαβολάς, ένεκα των όποιων και οικογένειαι έγιναν άνω κάτω και πόλεις κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου, πατέρες έγιναν θηρία κατά των τέκνων και αδελφοί κατά των αδελφών και τέκνα κατά των γονέων και ερασταί κατά των ερωμένων• πολλαί δε φιλίαι διερρήχθησαν και οικογένειαι περιήλθον εις διχόνοιαν, ένεκα της ευπιστίας εις τας διαβολάς.
Διά να υποπίπτωμεν λοιπόν όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις αυτάς, θέλω να δείξω διά του λόγου, ως επί εικόνος, τι είνε η διαβολή, πώς αρχίζει και ποία αποτελέσματα έχει. Αλλ' ο Απελλής ο Εφέσιος {59}μ' επρόλαβεν ήδη εις την σύνθεσιν αυτής της εικόνος• διότι και αυτός συκοφαντηθείς προς τον Πτολεμαίον {60} ως λαβών μέρος μετά του Θεοδότου εις την συνωμοσίαν της Τύρου, ενώ ο Απελλής ούτε την Τύρον είχεν ίδη ποτέ ούτε τον Θεοδόταν, περί του οποίου απλώς εγνώριζεν εξ ακοής ότι ήτο είς των υπάρχων του Πτολεμαίου και του ήτο ανατεθειμένη η διοίκησις της Φοινίκης. Αλλά κάποιος αντίζηλος εις την τέχνην, Αντίφιλος {61} ονομαζόμενος, κινούμενος υπό φθόνου διά την παρά του βασιλέως εύνοιαν προς τον Απελλήν και ζηλεύων αυτόν διά την τέχνην, τον κατηγόρησε προς τον ηγεμόνα ως ένοχον εις όλα και ότι κάποιος τον είδεν εις την Φοινίκην να συντρώγη με τον Θεοδόταν και καθ' όλον το δείπνον να κρυφομιλή προς αυτόν• και το συμπέρασμά του ήτο ότι η αποστασία της Τύρου και η κατάληψις του Πηλουσίου ήσαν αποτελέσματα της συμβουλής του Απελλού. Ο δε Πτολεμαίος, ο οποίος και κατά τα άλλα δεν ήτο και πολύ συνετός άνθρωπος, αλλ' είχεν ανατραφή με κολακείαν ηγεμονικήν, τόσον εξηρεθίσθη και συνεταράχθη υπό της απροσδόκητου εκείνης διαβολής, ώστε χωρίς να σκεφθή όπως έπρεπε και εννοήση το απίθανον της διαβολής, ότι ο διαβάλλων ήτο αντίζηλος εις την τέχνην προς τον διαβαλλόμενον και ότι ο ζωγράφος ήτο ανίκανος να πράξη τοιαύτην προδοσίαν και μάλιστα αφού είχεν ευεργετηθή παρ' αυτού και περισσότερον από κάθε άλλον ζωγράφον τιμηθή, αλλά και χωρίς καθόλου να εξετάση εάν ο Απελλής εταξείδευσεν εις την Τύρον, κατελήφθη ευθύς υπό οργής και εγέμισεν από κραυγάς τα ανάκτορα, καταβοών εναντίον του αχαρίστου, του επιβούλου και συνωμότου. Και αν είς εξ εκείνων οίτινες είχον συλληφθή διά την συνωμοσίαν δεν ηγανάκτει διά την αναισχυντίαν του Αντιφίλου και δεν ελυπείτο τον δυστυχή Απελλήν και δεν εμαρτύρει ότι ο άνθρωπος εις ουδεμίαν σχέσιν ήλθε με αυτούς, θα εκαρατομείτο και θα ετιμωρείτο διά τα γενόμενα εις την Τύρον διά τα οποία ήτο εντελώς αθώος. Λέγεται δε ότι ο Πτολεμαίος τότε από τόσην εντροπήν κατελήφθη διά την πλάνην του, ώστε εις μεν τον Απελλήν εδώρησεν εκατόν τάλαντα, τον δε Αντίφιλον του παρέδωκεν ως δούλον. Ο Απελλής τότε εις ανάμνησιν των κινδύνων τους οποίους διέτρεξεν, εζωγράφισε μίαν εικόνα διά να εκδικηθή την διαβολήν. Δεξιά κάθηται άνθρωπος με πολύ μεγάλα ώτα σχεδόν όπως του Μίδου, ο οποίος εκτείνει την χείρα του προς την Διαβολήν ερχομένην προς αυτόν και ευρισκομένην ακόμη εις απόστασιν. Εκατέρωθεν αυτού στέκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια, υποθέτω, και η Υποψία. Εκ του άλλου δε μέρους έρχεται η Διαβολή, γύναιον υπερβολικά ωραίον, θυμωμένον δε και τεταραγμένον, ως να κατέχεται υπό λύσσης και οργής• και εις μεν την αριστεράν κρατεί δάδα φλεγομένην, με την δεξιάν δε σύρει από την κόμην ένα νέον ο οποίος υψώνει προς τον ουρανόν τας χείρας και επικαλείται μάρτυρας τους θεούς. Του συμπλέγματος τούτου προηγείται άνθρωπος ωχρός και δύσμορφος, ο οποίος έχει το βλέμμα άγριον και ομοιάζει προς εκείνους τους οποίους μακρά ασθένεια έχει εξαντλήση. Και μαντεύει κανείς ότι ούτος παριστά τον Φθόνον. Αλλά συμπαρίστανται και δύο άλλαι γυναίκες, αι οποίαι ενθαρρύνουν και περιποιούνται την Διαβολήν και διευθετούν τα ενδύματά της. Κατά την εξήγησιν δε την οποίαν μου έδωκεν ο ερμηνευτής της εικόνος, εκ τούτων η μεν μία ήτο η Επιβουλή, η δε άλλη η Απάτη. Κατόπιν ήρχετο μία άλλη της οποίας ο ιματισμός ήτο πολύ πένθιμος• εφόρει μαύρα και είχε τας παρειάς κατασπαραγμένας, νομίζω δε ότι αυτή ελέγετο Μεταμέλεια• και εστρέφετο προς τα οπίσω δακρύουσα και με εντροπήν μεγάλην και συνεσταλμένη έβλεπε προς την πλησιάζουσαν Αλήθειαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Απελλής παρέστησε δια της ζωγραφικής τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν.
Τώρα δε ας προσπαθήσωμεν και ημείς κατά μίμησιν του Εφεσίου ζωγράφου να παραστήσωμεν τα χαρακτηριστικά της διαβολής, αφού προηγουμένως την καθορίσωμεν, διότι ούτω η εικών μας θα γίνη περισσότερον παραστατική. Η διαβολή λοιπόν είνε κατηγορία η οποία γίνεται εν απουσία και αγνοία του κατηγορουμένου και πιστεύεται μονομερώς και χωρίς ν' ακουσθή αντίρρησις και απολογία. Τοιαύτη είνε η κακία περί της οποίας πρόκειται να ομιλήσωμεν. Επειδή δε, όπως εις τας κωμωδίας, τρία είνε τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων γίνεται η διαβολή, ο διαβάλλων, ο διαβαλλόμενος και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή, ας εξετάσωμεν έκαστον εξ αυτών ιδιαιτέρως και τον τρόπον κατά τον οποίον έκαστος ενεργεί. Και εν πρώτοις, αν θέλετε, ας παρουσιάσωμεν τον πρωταγωνιστήν του δράματος, δηλαδή τον εργάτην της διαβολής. Ότι δεν είνε αγαθός άνθρωπος ούτος είνε εις όλους ευνόητον διότι ουδείς αγαθός δύναται να γίνη κακών αίτιος εις άλλον• εξ εναντίας το γνώρισμα των αγαθών ανθρώπων είνε τα ευεργετήματα τα οποία κάμνουν προς τους φίλους και δεν αποκτούν την καλήν υπόληψιν εκ των αδικημάτων τα οποία κινούν την οργήν και το μίσος των άλλων. Έπειτα ότι ο τοιούτος είνε άδικος, παράνομος και ασεβής και επιζήμιος εις εκείνους τους οποίους συναναστρέφεται, είνε εύκολον να εννοηθή. Διότι τις δύναται να αρνηθή ότι η ισότης εις όλα και το ν' αρκήται κανείς μόνον εις ό,τι του ανήκει είνε έργον δικαιοσύνης, η δε ανισότης και η πλεονεξία είναι αδικία; Εκείνος δε ο οποίος κρυφίως μεταχειρίζεται την διαβολήν κατά των απόντων, πώς δεν είναι πλεονέκτης, αφού σφετερίζεται ολόκληρον τον ακροατήν, του προκαταλαμβάνει τα ώτα και τα αποφράσσει και τα καθιστά εντελώς απρόσιτα εις την απολογίαν, διότι τα έχει ήδη προκαταβολικώς γεμίση με την συκοφαντίαν;
Το τοιούτον είνε εσχάτη αδικία, ως θα έλεγον και οι άριστοι των νομοθετών, όπως ο Σόλων και ο Δράκων, οι οποίοι υπεχρέωσαν τους δικαστάς να υπόσχωνται με όρκον ότι θα ακροαστούν ες ίσου και τα δύο διάδικα μέρη και ότι θα δείξουν ίσην ευμένειαν προς τους δικαζομένους, έως ου συγκρίνοντες την απολογίαν προς την κατηγορίαν, ίδουν ποία είνε η δικαιοτέρα. Πριν δε παραβληθή η απολογία προς την κατηγορίαν, οι νομοθέται απεφάνθησαν ότι η κρίσις θα είνε ασεβής και ανόσιος. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι και αυτοί οι θεοί θα αγανακτήσουν, εάν εις τον κατήγορον παρέχωμεν πάσαν ελευθερίαν να λέγη ό,τι θέλει, προς δε τον κατηγορούμενον κλείωμεν τα ώτα μας ή του επιβάλλωμεν σιωπήν και τον καταδικάζωμεν μόνον επί τη βάσει της κατηγορίας. Ώστε ορθώς δύναταί τις να είπη ότι αι διαβολαί δεν γίνονται κατά τον νόμον και κατά τον δικαστικόν όρκον. Εάν δε υπάρχη κανείς όστις φρονεί ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εις τους νομοθέτας, οίτινες συμβουλεύουν να γίνωνται αι κρίσεις με τοιαύτην δικαιοσύνην και αμεροληψίαν, νομίζω ότι δύναμαι να επικαλεσθώ την γνώμην ενός ποιητού, του αρίστου, ο οποίος ορθώτατα απεφάνθη ή μάλλον ενομοθέτησε περί τούτων. Ο ποιητής ούτος {62} λέγει•
μήτε δίκην δικάσης, πριν άμφω μύθον ακούσης. {63}
Εγνώριζεν, υποθέτω, και ούτος ότι εκ των πολλών αδικημάτων τα οποία συμβαίνουν εις τον κόσμον, ουδέν είνε χειρότερον και αδικώτερον από το να καταδικασθούν άνθρωποι χωρίς να κριθούν και χωρίς ν' απολογηθούν• εις τούτο δε τείνουν όλαι αι προσπάθειαι του συκοφάντου, ο οποίος εκθέτει τον διαβαλλόμενον άκριτον εις την οργήν εκείνου προς τον οποίον γίνεται η συκοφαντία• και επειδή η κατηγορία γίνεται κρυφίως, στερεί τον διαβαλλόμενον του δικαιώματος της απολογίας. Διότι είνε χωρίς θάρρος και δειλοί εν γένει οι τοιούτοι άνθρωποι και δεν πράττουν τίποτε φανερά, αλλά ενεδρεύοντες τοξεύουν εκ του αφανούς, ώστε να μη είνε δυνατή καμμία αντίστασις και αντεπίθεσις, αλλ' οι αντίπαλοι να φονεύωνται χωρίς να γνωρίζουν τον επιτιθέμενον και τας διαθέσεις του. Τούτο είνε η μεγίστη απόδειξις ότι οι διαβάλλοντες δεν λέγουν τίποτε αληθές• διότι εάν τις έχη συναίσθησιν ότι αι κατηγορίαι τας οποίας απευθύνει εναντίον ενός άλλου είνε αληθείς, τον κατηγορεί και φανερά και δεν φοβείται την απολογίαν και την υπεράσπισίν του, όπως ουδείς, ο οποίος δύναται να νικήση φανερά, θα μεταχειρισθή ποτε ενέδραν και απάτην εναντίον των εχθρών. Δύναται δε κανείς να ίδη τους τοιούτους προ πάντων εις τας βασιλικάς αυλάς, ευνοουμένους των αρχόντων και ηγεμονευόντων, εκεί όπου ο φθόνος είνε πολύς, απειράριθμοι δε αι υποψίαι και πολυαριθμώταται αι αφορμαί των κολακειών και των συκοφαντιών• διότι πάντοτε, όπου υπάρχουν μεγαλείτεραι ελπίδες, εκεί και οι φθόνοι είνε φοβερώτεροι και τα μίση πλέον επικίνδυνα και αι ζηλοτυπίαι ανηθικώτεραι εις τα μέσα τα οποία μεταχειρίζονται• όλοι αλληλοεπιτηρούνται και, καθώς οι μονομαχούντες, προσέχουν ν' ανακαλύψουν μέρος τι απροφύλακτον του σώματος διά να κτυπήσουν εκεί. Επειδή έκαστος θέλει να είνε πρώτος, απωθεί και παραγκωνίζει τον πλησίον και, αν δύναται, υποσκελίζει και ανατρέπει τον προ αυτού ευρισκόμενον. Ούτω δε ο μεν τίμιος ευθύς και ευκόλως ανατρέπεται και παραγκωνίζεται και επί τέλους εκδιώκεται ατιμωτικώς, ο δε κόλαξ και εις τας τοιαύτας κακοηθείας επιτηδειότερος επιτυγχάνει και καθ' όλα επικρατεί• διότι εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος είνε μεγάλη αλήθεια•
ξυνός Ενυάλιος και τύν κτανέοντα κατέκτα. {64}
Επειδή λοιπόν εις τον ανταγωνισμόν των δεν πρόκειται περί μικρών, επινοούν παντός είδους πλεκτάνας εναντίον αλλήλων, εκ των οποίων η μάλλον επικίνδυνος και ταχύτερον φθάνουσα εις αποτέλεσμα είνε η συκοφαντία, η οποία αρχίζει από φθόνον ή μίσος σκόπιμον και επιφέρει αποτελέσματα τραγικά και πλήρη από συμφοράς. Δεν είνε δε μικρόν ούτε απλούν τούτο, ως δύναταί τις να νομίση, αλλ' έχει ανάγκην πολλής τέχνης, όχι μικράς οξυνοίας και εξαιρετικής επιμελείας. Διότι δεν θα έβλαπτε τόσον η διαβολή, εάν δεν εγίνετο κατά τρόπον κινούντα την εμπιστοσύνην ούτε θα ενίκα την ισχυροτέραν όλων αλήθειαν, εάν δεν είχε πολύ θέλγητρον και πιθανότητα και δεν μετεχειρίζετο μυρία άλλα μέσα, διά να εξαπατά τους δεχομένους την συκοφαντίαν.
Διαβάλλεται ως επί το πλείστον εκείνος ο οποίος έχει μεγάλας ευνοίας και αξιώματα και ο οποίος διά τούτο φθονείται υπό των αντιζήλων, τους οποίους υπερέβη. Όλοι διευθύνουν κατ' αυτού τα βέλη των θεωρούντες αυτόν κώλυμα και εμπόδιον εις την πρόοδόν των και έκαστος νομίζει ότι αυτός θα γίνη πρώτος εάν τον κορυφαίον εκείνον κατανικήση και ρίψη εκ της ευνοίας. Συμβαίνει και εδώ κάτι παρόμοιον προς ό,τι γίνεται εις τους αγώνας των δρομέων• και εκεί ο μεν καλός δρομεύς, ευθύς άμα δοθή το σύνθημα, προσέχει μόνον εις τον δρόμον του και όλαι του αι προσπάθειαι τείνουν προς το τέρμα• ελπίζων δε μόνον εις τους πόδας του διά την νίκην, ουδόλως ενοχλεί τον πλησίον του τρέχοντα, ούτε μελετά τίποτε κακόν εναντίον των άλλων αγωνιστών ο δε κακός και αγύμναστος ανταγωνιστής, μη ελπίζων να νικήση διά της ταχύτητος των ποδών του, καταφεύγει εις την πανουργίαν και μόνον δι' έν πράγμα σκέπτεται, πώς να κρατήση ή να εμποδίση τον προτρέχοντα και δυνηθή να προηγηθή αυτός, καθότι εάν δεν επιτύχη τούτο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να νικήση. Ομοίως γίνεται και εις τας ευνοίας των μεγάλων• εκείνος ο οποίος έχει την πρώτην θέσιν εις αυτάς περιβάλλεται υπό επιβουλών, και καταλαμβανόμενος απροφύλακτος, ανατρέπεται υπό των εχθρών, εν μέσω των οποίων ευρίσκεται, ενώ ούτοι αγαπώνται μεταξύ των και η κοινή προσπάθεια δια να βλάψουν τους άλλους τους συνδέει ως φιλία.
Διά να γίνεται δε πιστευτή η διαβολή δεν είνε τυχαίον και εύκολον επινόημα, αλλ' εις αυτό συνίσταται όλη η τέχνη των και προσέχουν μεγάλως να μη αποδώσουν εις τον συκοφαντούμενον ιδιότητα ή πράξιν η οποία δεν του ταιριάζει και δύναται να φανή ξένη προς αυτόν. Ως επί το πλείστον φροντίζουν να μετατρέψουν προς το κακόν τα προτερήματα του διαβαλλομένου και ούτω αι κατηγορίαι των γίνονται πιθαναί• τον ιατρόν λ. χ. διαβάλλουν ως δηλητηριαστήν, τον πλούσιον ως επιδιώκοντα να γίνη τύραννος και τον αυλικόν ως προδίδοντα τον ηγεμόνα του.
Ενίοτε δε και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή παρέχει τας αφορμάς της συκοφαντίας και οι κακοήθεις εκείνοι άνθρωποι διά να επιτύχουν ασφαλέστερον του λέγουν πράγματα τα οποία δύνανται να εύρουν ηχώ εις τον χαρακτήρα του. Εάν εννοήσουν ότι είνε ζηλότυπος, ο τάδε, του λέγουν, έκαμε νεύμα προς την γυναίκα σου κατά το δείπνον και στραφείς προς αυτήν εστέναξε, η δε Στρατονίκη {65} δεν τον έβλεπεν με δυσαρέσκειαν. Εν γένει δε αι προς αυτόν διαβολαί έχουν χαρακτήρα ερωτικόν και μοιχικόν. Εάν είνε ποιητής και έχη μεγάλην ιδέαν περί του εαυτού του, μάθε, του λέγουν, ότι ο Φιλόξενος εχλεύασε τα ποιήματά σου και τα κατηγόρησε ότι είνε άμμετρα και κακοσύνθετα. Προς δε τον ευσεβή και φιλόθεον ο φίλος του συκοφαντείται ως άθεος και ανόσιος, ότι περιφρονεί τα θεία και αρνείται την θείαν πρόνοιαν• αυτός δε εξοργίζεται αμέσως, ως είνε επόμενον, και αποστρέφεται τον φίλον του, χωρίς να περιμείνη την ακριβή απόδειξιν της κατηγορίας. Εν γένει επινοούν και λέγουν εκείνα προ πάντων τα οποία γνωρίζουν ότι δύνανται να κινήσουν την οργήν του ακούοντος• γνωρίζοντες δε πού έκαστος δύναται ευκολώτερον να πληγωθή, τοξεύουν και ακοντίζουν εις το σημείον τούτο, και η απότομος οργή θα τον ταράξη τόσον, ώστε να μη του δώση καιρόν και ηρεμίαν προς εξέτασιν της αληθείας• και αν ο κατηγορηθείς θελήση να απολογηθή, να τον εύρη τόσον προκατειλημμένον υπό της πιθανότητος της κατηγορίας, ώστε να μη του επιτρέψη να δικαιολογηθή.
Αποτελεσματικώτατον δε είνε το είδος της συκοφαντίας το οποίον εναντιούται προς την επιθυμίαν του ακούοντος. Ούτω συνέβη όταν κάποιος διέβαλε τον Πλατωνικόν Δημήτριον προς τον Πτολεμαίον τον επονομασθέντα Διόνυσον, ότι ο Δημήτριος έπινε νερόν και μόνος εκ των άλλων δεν εφόρεσε γυναικεία ενδύματα κατά την εορτήν των Διονυσίων• και εάν, όταν εκλήθη υπό του Πτολεμαίου, δεν εφρόντιζεν από πρωίας να πίη δημοσία και φορέσας εσθήτα του Τάραντος {66} να παίξη κύμβαλον και να χορεύση, θα εθανατώνετο ίσως ως μη επιδοκιμάζων τον βίον του βασιλέως, αλλά κατακρίνων και πολεμών τας ηδονάς αυτού.
Διά δε τον Αλέξανδρον η μεγαλειτέρα και η πλέον επιτυχής διαβολή ήτο αν κατηγορείτο κανείς ότι δεν εσέβετο και δεν επροσκύνα τον Ηφαιστίωνα. Όταν δηλαδή απέθανεν ο Ηφαιστίων, ο Αλέξανδρος ηθέλησε να προσθέση εις την άλλην του δόξαν και την χειροτονίαν ενός θεού και ανεκήρυξε θεόν τον αποθανόντα φίλον του. Ευθύς δε αι πόλεις ανήγειραν ναούς και τεμένη και βωμούς, θυσίαι δε και εορταί ετελούντο εις τον νέον τούτον θεόν και ο μεγαλείτερος όρκος δι' όλους ήτο να ορκίζωνται εις τον Ηφαιστίωνα. Εάν δε κανείς εμειδία διά τα γινόμενα ή δεν εδείκνυε μεγάλην ευσέβειαν, η τιμωρία του ήτο θάνατος. Οι δε κόλακες, εκμεταλλευόμενοι την παιδαριώδη ταύτην επιθυμίαν του Αλεξάνδρου, την εξηρέθιζον και την ενίσχυον, διηγούμενοι εμφανίσεις του Ηφαιστίωνος εις τα όνειρά των και εν καιρώ ημέρας, αποδίδοντες εις αυτόν θεραπείας και διαφημίζοντες την μαντικήν του δύναμιν• του απένεμον δε θυσίας ως θεού συμπαρέδρου του Διός και αποτρέποντος τους κινδύνους. Ο δε Αλέξανδρος ετέρπετο ν' ακούη ταύτα, επί τέλους δε επίστευσε και ο ίδιος και υπερηφανεύετο επί τη ιδέα ότι δεν ήτο μόνον υιός θεού, αλλά και θεούς άλλους ηδύνατο να δημιουργή. Ουκ ολίγοι εκ των φίλων του Αλεξάνδρου κατά την εποχήν εκείνην απήλαυσαν τους πικρούς καρπούς της θεοποιήσεως του Ηφαιστίωνος, διότι εσυκοφαντήθησαν ότι δεν ετίμων εκείνον τον οποίον όλοι οι άλλοι εθεώρουν θεόν, και διά τούτο απεδιώχθησαν και εξέπεσαν από την εύνοιαν του βασιλέως. Τότε και ο εκ Σάμου Αγαθοκλής, στρατηγός του Αλεξάνδρου και ευνοούμενος παρ' αυτού, παρ' ολίγον να ριφθή εις τους λέοντας, διότι εσυκοφαντήθη ότι διερχόμενος πλησίον του τάφου του Ηφαιστίωνος εδάκρυσε. Αλλά τον εβοήθησεν, ως λέγεται, ο Περδίκκας, ο οποίος ωρκίσθη προς τον Αλέξανδρον εις όλους τους θεούς και εις τον Ηφαιστίωνα ότι, ενώ εκυνήγει, ενεφανίσθη προς αυτόν ολοφάνερα ο θεός και του παρήγγειλε να είπη προς τον Αλέξανδρον να μη κακοποιήση τον Αγαθοκλήν, καθότι δεν εδάκρυσεν εξ απιστίας, ούτε διότι εθεώρει ως νεκρόν τον Ηφαιστίωνα, αλλά διά την ανάμνησιν της παλαιάς των φιλίας.
Η κολακεία και η διαβολή τότε μάλιστα εύρεν έδαφος όταν προσηρμόσθη εις το πάθος του Αλεξάνδρου• διότι καθώς εις τας πολιορκίας οι πολιορκούντες δεν διευθύνουν τας προσπαθείας των εις τα υψηλά και απόκρημνα μέρη του τείχους, αλλ' εάν ανακαλύψουν μέρος τι αφύλακτον, χαλασμένον ή χαμηλόν, εις τούτο επιτίθενται με όλας των τας δυνάμεις, καθότι εκείθεν δύνανται ευκολώτερα να εισχωρήσουν και κυριεύσουν την πόλιν, ούτω και οι συκοφάνται ό,τι βλέπουν ασθενές και χαλαρόν και ευκολοδιάβατον μέρος εις την ψυχήν, τούτο προσβάλλουν και προς αυτό διευθύνουν τας πολιορκητικάς των μηχανάς και επί τέλους εκπορθούσι την πόλιν χωρίς κανείς ν' αντισταθή, ούτε να εννοήση την έφοδον. Και άμα εισέλθουν εντός των τειχών πυρπολούν και καίουν τα πάντα, σφάζουν και εξορίζουν. Τοιαύτη είνε η οικτρά τύχη ψυχής κατακυριευομένης και υποδουλομένης. Ως μηχανήματα δε πολιορκητικά κατά του ακούοντος χρησιμεύουν εις αυτούς η απάτη, το ψεύδος, η επιορκία, η επίμονος ενέργεια, η αναισχυντία και πλείσται άλλαι ραδιουργίαι• η μεγαλειτέρα δε εξ όλων τούτων είνε η κολακεία, η οποία είνε συγγενής ή μάλλον αδελφή της συκοφαντίας. Διότι όσον γενναίος και αν είνε κανείς και έχη ψυχήν με αδαμάντινον περίβλημα, δεν θα δυνηθή να μη υποχωρήση εις τας επιθέσεις της κολακείας και μάλιστα όταν η διαβολή υποσκάπτη και αφαιρή τα θεμέλια του τείχους το οποίον την προστατεύει.
Και η μεν εξωτερική επίθεσις είνε τοιαύτη. Εσωτερικώς δε πολλοί προδόται συμβοηθούν και καλούν και τας πύλας ανοίγουν και κατά πάντα τρόπον υποβοηθούν εις το να κυριευθή ο προς ον απευθύνεται η διαβολή. Οι προδόται δε ούτοι είνε πρώτον η αγάπη προς το νέον, ήτις είνε φυσική εις τους ανθρώπους, και το αψίκορον, έπειτα δε η κλίσις προς τας παραδόξους διηγήσεις. Διότι δεν γνωρίζω πώς τερπόμεθα όλοι από τα κρυφίως λεγόμενα και πλήρη υπονοιών. Γνωρίζω ανθρώπους των οποίων την ακοήν γαργαλίζουν τόσον ευχαρίστως αι διαβολαί, όσον τα πτερά με τα οποία ξύουν τα ώτα των. Όταν λοιπόν με την συμμαχίαν όλων τούτων επιπέσωσιν οι συκοφάνται, νικούν κατά κράτος και κυριεύουν, άλλως τε δε η νίκη των δεν δύναται να είνε δύσκολος, καθ' όσον ουδείς αντιπαρατάσσεται και ανθίσταται εις τας επιθέσεις των διότι όπως οι κάτοικοι πόλεως κυριευομένης εν καιρώ νυκτός, οι συκοφαντούμενοι φονεύονται κοιμώμενοι. Και το λυπηρότερον εξ όλων είνε ότι ο συκοφαντηθείς, μη γνωρίζων τα γενόμενα, πηγαίνει προς τον φίλον του χαρούμενος, διότι έχει την συνείδησιν καθαράν, και ομιλεί και φέρεται όπως πάντοτε, ενώ ο δυστυχής είνε κατά παντοίους τρόπους παγιδευμένος• ο δε φίλος του εάν μεν είνε γενναιόψυχος, ελεύθερος τον χαρακτήρα και ειλικρινής, αφήνει αμέσως ελευθέραν διέξοδον εις την οργήν και την αγανάκτησίν του• και, δίδων ούτω αφορμήν εις την απολογίαν, εννοεί ότι αδίκως εθύμωσε κατά του φίλου του• εάν δε είνε ταπεινού και αγενούς χαρακτήρος, υποδέχεται μεν και προσμειδιά βεβιασμένως, αλλ' ενδομύχως μισεί και κρυφίως τρίζει τους οδόντας και, όπως ο ποιητής λέγει, «βυσσοδομεύει την οργήν».
Δεν μου φαίνεται πράγμα αδικώτερον και δουλοπρεπέστερον από τούτο, να καταπίνη κανείς και να τρέφη κρυφίως την χολήν και το μίσος και να το αφήνη ν' αυξάνη κρυφίως εις την ψυχήν του• και άλλα μεν να φρονή, άλλα δε να λέγη και να παίζη με ιλαρόν και εύθυμον πρόσωπον τραγωδίαν εμπαθεστάτην και πλήρη από δηλητήριον. Συμβαίνει δε τούτο κυρίως όταν ο συκοφαντών θεωρείται προ πολλού φίλος του συκοφαντουμένου και εν τοσούτω τον κατηγορεί• τότε δεν θέλουν ν' ακούσουν τίποτε από τους συκοφαντουμένους και επιχειρούντας ν' απολογηθώσι, διότι η φαινομενική παλαιά φιλία τους έχει προδιαθέση να θεωρούν την κατηγορίαν αξιόπιστον και αναμφισβήτητον• και δεν σκέπτονται ότι και μεταξύ εκείνων τους οποίους συνδέει μεγάλη φιλία γεννώνται πολλάκις πολλαί αφορμαί μίσους, αι οποίαι διαφεύγουν την προσοχήν των άλλων. Ενίοτε δε οι ένοχοι διά να προλάβουν την εναντίον των κατηγορίαν σπεύδουν και κατηγορούν τους άλλους. Εν γένει ουδείς θα ετόλμα να συκοφαντήση εχθρόν• ακριβώς διότι η έχθρα του θα επρόδιδε την συκοφαντίαν• συκοφαντούνται συνήθως οι θεωρούμενοι φίλοι. Φροντίζουν δε συγχρόνως οι συκοφαντούντες να δεικνύουν ενδιαφέρον δι' εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται η διαβολή, οίτινες ούτω πείθονται ότι χάριν του συμφέροντός των ουδέ των φιλτάτων αυτών εφείσθησαν οι κατήγοροι.
Υπάρχουν δε και άνθρωποι οίτινες και αν κατόπιν εννοήσωσιν ότι αδίκως κατηγορήθησαν προς αυτούς οι φίλοι των, όμως εξ εντροπής δι' όσα επίστευσαν δεν τολμούν πλέον να τους πλησιάσουν, ούτε να τους ατενίσουν• φαίνονται ως να θεωρούν εαυτούς προσβληθέντας διότι ηπατήθησαν και κατηγόρησαν αθώους.
Λοιπόν ο βίος των ανθρώπων έχει γεμίση από συμφοράς εκ των διαβολών, αι οποίαι τόσον ευκόλως και ανεξετάστως πιστεύονται. Η Άντεια, αφού πρώτη επεχείρησε να προσελκύση εις τον έρωτά της τον Βελλεροφόντην, λέγει προς τον σύζυγόν της•
τεθναίης, ω Προίτ' ή κάκτανε Βελλεροφόντην ός μ' έθελεν φιλότητι μιγήμεναι ουκ εθελούση, {67}
ενώ αυτή επροκάλεσε και ο ήρως την επεριφρόνησεν. Εκινδύνευσε δε ο νέος να φονευθή εις την πάλην του προς την Χίμαιραν και να τιμωρηθή ούτω διά την σωφροσύνην του και τον σεβασμόν του προς τον φιλοξενούντα, διότι η κακοήθης εκείνη γυνή τον εσυκοφάντησεν. Η δε Φαίδρα, ομοίως κατηγορήσασα τον προγονόν της Ιππόλυτον, κατώρθωσε να τον καταρασθή ο πατήρ του, ενώ, ως οι θεοί γνωρίζουν, ουδέν ανόσιον έπραξεν ο δυστυχής νέος.
Αλλά θα παρατηρήση τις ότι ενίοτε, όταν ο διαβάλλων είνε κατά τα άλλα δίκαιος και φαίνεται συνετός, είνε αξιόπιστος και κατ' ανάγκην δίδομεν προσοχήν και πίστιν εις τους λόγους του, καθότι τον θεωρούμεν ανάξιον να πράξη τοιούτον κακούργημα. Υπήρξεν άλλος δικαιότερος από τον Αριστείδην; Όμως και εκείνος επολέμησε τον Θεμιστοκλήν και εξηρέθιζε τον λαόν εναντίον του, διότι, ως ο ίδιος ωμολόγησε, δεν ήτο ολιγώτερον του αντιπάλου του ευαίσθητος εις τα θέλγητρα της φιλοδοξίας. Και ήτο μεν δίκαιος ως προς τους άλλους, αλλ' ήτο άνθρωπος και αυτός και είχε χολήν και δεν ήτο απηλλαγμένος του μίσους όπως και της αγάπης.
Και αν αληθεύη η ιστορία του Παλαμήδους, ο φρονιμώτατος εκ των Αχαιών και κατά τα άλλα άριστος φαίνεται ότι εκ φθόνου επεβουλεύθη την ζωήν ανδρός συγγενούς και φίλου, ο οποίος συνεξεστράτευσε διά να εκτεθή μετ' αυτού εις τους αυτούς κινδύνους• τόσον είνε φυσικόν εις όλους τους ανθρώπους να υποπίπτωσιν εις αυτά τα πάθη. Και τι να είπωμεν περί του Σωκράτους, όστις αδίκως κατηγορήθη προς τους Αθηναίους ως ασεβής και διαφθορεύς; είτε περί του Θεμιστοκλέους και του Μιλτιάδου, οίτινες μετά τόσας νίκας εθεωρήθησαν ύποπτοι προδοσίας; Τα παραδείγματα είνε άπειρα και τα περισσότερα γνωστά.
Τι πρέπει λοιπόν να πράττη ο φρόνιμος άνθρωπος, όστις αμφιβάλλει περί της αγαθότητας ή της ειλικρινείας ενός φίλου του; Μου φαίνεται ότι πρέπει ν' ακολουθήση την συμβουλήν την οποίαν ο Όμηρος δίδει εις τον μύθον των Σειρήνων, παραγγέλλων να αποφεύγωμεν τας ολεθρίας ηδονάς των διηγήσεων, να φράσσωμεν τα ώτα και να μη τα τείνωμεν ανοικτά και απροφύλακτα εις τους κόλακας• αλλ' αφού καταστήσωμεν αυστηρόν θυρωρόν το λογικόν προς όλα τα λεγόμενα, τα μεν καλά να δεχώμεθα, τα δε κακά ν' αποκλείωμεν και αποδιώκωμεν διότι είνε γελοίον εις μεν τας οικίας μας να έχωμεν θυρωρούς, τα δε ώτα μας και τον νουν ν' αφήνωμεν ανοικτά.
Όταν λοιπόν έρχεται κανείς και μας λέγη τοιαύτα, πρέπει να εξετάζωμεν το πράγμα καθ' εαυτό, χωρίς ούτε εις την ηλικίαν του λέγοντος ν' αποβλέπωμεν, ούτε εις τον άλλον του βίον, ούτε εις την πειστικότητα των λόγων του. Διότι όσον πειστικότερος είνε τόσον επιμελέστερον πρέπει να εξετασθούν τα λεγόμενά του. Δεν πρέπει να εμπιστευώμεθα εις ξένην κρίσιν αντί δε να παραδίδωμεν την εμπιστοσύνην μας εις το μίσος του άλλου, πρέπει να επιφυλάττωμεν εις εαυτούς την εξέτασιν της αληθείας και ν' αφήνωμεν εις τον διαβάλλοντα τον φθόνον• αφού δε φανερά εξετάσωμεν τα λεγόμενα και υπό των δύο, τότε να δώσωμεν το μίσος ή την αγάπην μας. Αλλ' αν χωρίς τας προφυλάξεις ταύτας και με την πρώτην εντύπωσιν της κατηγορίας αποφασίσωμεν, το πράγμα θα είνε παιδαριώδες, ταπεινόν και πολύ άδικον. Αλλ' ως είπαμεν εις την αρχήν, όλων τούτων αιτία είνε η άγνοια και ότι εκάστου η ψυχή και η γνώμη ευρίσκεται εις το σκότος• και αν κανείς εκ των θεών απεκάλυπτε τι έχομεν όλοι εις την καρδίαν και τον νουν, η διαβολή θα έφευγε και θα έπιπτεν εις το βάραθρον, διότι πλέον δεν θα είχε θέσιν εις τον κόσμον, αφού τα πράγματα θα εφωτίζοντο υπό της αληθείας.
ΖΕΥΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ
ΚΥΝΙΣΚΟΣ. Εγώ, ω Ζευ, δεν θα σ' ενοχλήσω να σου ζητώ πλούτον και χρυσόν ή να με κάμης βασιλέα, τα οποία συνήθως επιθυμούν και ζητούν παρά σού οι άλλοι και εις εσέ δεν είνε πολύ εύκολον να τα δώσης• διότι βλέπω ότι ως επί το πλείστον παρακούεις εις τας ευχάς των. Μίαν μόνην χάριν και αυτήν ευκολωτάτην θα ήθελα να μου κάμης.
ΖΕΥΣ. Ποίαν χάριν; διότι έχω διάθεσιν να σ' ευχαριστήσω και μάλιστα αφού, ως λέγεις, θα ζητήσης μικρά πράγματα.
ΚΥΝΙΣ. Να μου απαντήσης εις μίαν ερώτησιν όχι δύσκολον.
ΖΕΥΣ. Αληθώς η ευχή σου είνε μικρά και εύκολος, ώστε ερώτα ό,τι θέλεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού τι θέλω• θα ανέγνωσες βέβαια και συ τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου• ειπέ μου λοιπόν εάν είνε αληθή εκείνα που αναφέρουν περί της Ειμαρμένης και των Μοιρών, ότι δεν δύναται κανείς ν' αποφύγη όσα αυταί ορίσουν εις έκαστον όταν γεννάται.
ΖΕΥΣ. Αληθέστατα• διότι δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να μη ώρισαν αι Μοίραι, αλλά πάντα όσα γίνονται στρέφονται εις το αδράκτι των και εξ αρχής έχουν αποφασισμένον το αποτέλεσμα και δεν είνε δυνατόν να γίνη άλλως.
ΚΥΝΙΣ. Λοιπόν, όταν ο ίδιος Όμηρος εις άλλο μέρος των ποιημάτων του λέγει
μη και υπέρ μοίραν δόμον Αϊδος εισαφίκηαι {68}
και αλλά τοιαύτα, πρέπει να είπωμεν ότι δεν ξέρει τι λέγει;
ΖΕΥΣ. Εννοείται• διότι δεν είνε δυνατόν να γίνη τίποτε έξω από τον νόμον των Μοιρών, τίποτε αντίθετον προς ό,τι εκλώσθη. Αλλ' οι ποιηταί όσα μεν ψάλλουν όταν ευρίσκωνται υπό την έμπνευσιν των Μουσών είνε αληθή• αλλ' όταν τους αφήσουν αι Μούσαι και συνθέτουν μόνοι τα ποιήματά των, σφάλλουν και λέγουν αντίθετα προς ό,τι προηγουμένως είπον. Είνε όμως δικαιολογημένοι, αφού είνε άνθρωποι, να μη γνωρίζουν την αλήθειαν, όταν απομακρύνεται η θεότης η οποία προηγουμένως τους ενέπνεε και ελάλει δι' αυτών.
ΚΥΝΙΣ. Καλά αυτά. Αλλά σε παρακαλώ να μου απαντήσης και εις τούτο• δεν είνε τρεις αι Μοίραι, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως.
ΚΥΝΙΣ. Τότε η Ειμαρμένη και η Τύχη—διότι και αυταί είνε πολύ φημισμέναι— τι είνε και ποίαν δύναμιν έχουν η καθεμία από αυτάς; Έχουν ίσην δύναμιν με τας Μοίρας ή μήπως είνε και κατά τι ανώτεραι από αυτάς; Διότι ακούω να λέγουν όλοι ότι τίποτε δεν είνε δυνατώτερον από την Τύχην και την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Δεν επιτρέπεται να τα γνωρίζης όλα, Κυνίσκε. Αλλά διατί με ηρώτησες περί των Μοιρών;
ΚΥΝΙΣ. Όχι, πρέπει προηγουμένως να μου απαντήσης εάν και αυταί μας εξουσιάζουν και εξαρτώμεθα αναγκαίως από το νήμα των.
ΖΕΥΣ. Βεβαίως. Αλλά διατί εμειδίασες;
ΚΥΝΙΣ. Εθυμήθηκα εκείνα τα οποία λέγει ο Όμηρος εκεί όπου σε παριστά εις την συνέλευσιν των θεών να δημηγορής και προκαλής τους άλλους θεούς, διατεινόμενος ότι δύνασαι να κρεμάσης τα πάντα από μίαν χρυσήν αλυσίδα• και έλεγες ότι συ μεν θα κρεμάσης εκ του ουρανού την αλυσίδα, όλοι δε οι θεοί συγχρόνως, εάν θέλουν να κρεμασθούν εις αυτήν και να προσπαθήσουν να σε σύρουν, δεν θα δυνηθούν, ενώ συ, αν θέλησης, ευκόλως όλους
αυτήκεν γαίη ερύσαι αυτή τε θαλάσση. {69}
Όταν ήκουα αυτούς τους στίχους, σ' εθαύμαζα διά την δύναμίν σου και έτρεμα• αλλά τώρα βλέπω ότι και συ ομού με την αλυσίδα και τας απειλάς σου κρέμεσαι, κατά την ομολογίαν σου, από το λεπτόν νήμα των Μοιρών. Μου φαίνεται λοιπόν ότι δικαιότερον θα εκαυχάτο η Κλωθώ, η οποία και σε ακόμη κρατεί κρεμάμενον εις το αδράκτι της, όπως το ψάρι εις το καλάμι του ψαρά.
ΖΕΥΣ. Δεν εννοώ πού τείνουν αυταί σου αι ερωτήσεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού πού τείνουν• και σ' εξορκίζω εις τας Μοίρας και την Ειμαρμένην να μη θυμώσης και να μη με κακομεταχειρισθής, διότι σου ομιλώ με ειλικρίνειαν. Εάν τα πράγματα είνε όπως τα λέγεις και αι Μοίραι έχουν εξουσίαν επί όλων και ουδέν και παρ' ουδενός δύναται να μεταβληθή εξ εκείνων τα οποία αυταί άπαξ απεφάσισαν, τότε διά ποίον λόγον οι άνθρωποι σας προσφέρομεν θυσίας και εκατόμβας και ζητούμεν από σας την ευτυχίαν μας; Διότι δεν εννοώ τι δυνάμεθα να περιμένωμεν από σας, αφού ούτε από τους κακούς δυνάμεθα να σωθώμεν διά των ευχών, ούτε κανέν ευεργέτημα είνε δυνατόν να λάβωμεν παρά των θεών.
ΖΕΥΣ. Γνωρίζω πόθεν προέρχονται αυτά τα ευφυή σου ερωτήματα• είνε των αναθεματισμένων σοφιστών, οίτινες λέγουν ότι οι θεοί δεν προνοούμεν περί των ανθρώπων. Και λέγουν τα τοιαύτα από ασέβειαν, αποτρέπουν δε και τους άλλους να μας προσφέρουν θυσίας και να μας απευθύνουν ευχάς, ως πράγματα τάχα μάταια και ανωφελή• διότι ούτε φροντίζομεν διά τας πράξεις σας, ούτε έχομεν καμμίαν εξουσίαν επί των πραγμάτων του κόσμου. Αλλά θα πληρώσουν ακριβά αυτάς τας βλασφημίας.
ΚΥΝΙΣ. Σου ορκίζομαι εις το αδράκτι της Κλωθούς, ω Ζευ, ότι δεν σου έκαμα τας ερωτήσεις αυτάς επειδή επείσθην εις τα λεγόμενα παρ' εκείνων, αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία μας προχωρούσα έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι είνε περιτταί αι θυσίαι. Εάν δε θέλης, θα σου απευθύνω εκ νέου συντόμους τινάς ερωτήσεις και σε παρακαλώ να μου απαντήσης όσον το δυνατόν ακριβέστερα.
ΖΕΥΣ. Ερώτα, αφού έχεις καιρόν να χάνης εις τοιαύτας φλυαρίας.
ΚΥΝ. Λέγεις ότι τα πάντα προέρχονται εκ των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΚΥΝ. Και δύνασθε οι θεοί ν' αλλάσσετε και ανακλώθετε τας αποφάσεις των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Ουδόλως.
ΚΥΝ. Θέλεις λοιπόν να είπω τι προκύπτει εκ τούτου ή είνε φανερόν και χωρίς να το είπω;
ΖΕΥΣ. Είνε φανερόν. Αλλ' αυτοί οι οποίοι θυσιάζουν δεν το πράττουν από ανάγκην και προς ανταπόδοσιν, ως ν' αγοράζουν τα ευεργετήματα τα οποία λαμβάνουν από ημάς, αλλά τιμούν την υπεροχήν μας.
ΚΥΝ. Μου είνε αρκετόν αυτό, αφού και συ ομολογείς ότι από τας θυσίας δεν προέρχεται καμμία ωφέλεια, αλλ' είνε μόνον τιμή εκ μέρους των ανθρώπων προς την θείαν υπεροχήν. Αν ήτο όμως εδώ κανείς εκ των σοφιστών εκείνων, θα σε ηρώτα ίσως πώς λέγεις ότι οι θεοί υπερέχουν, ενώ είνε δούλοι όπως οι άνθρωποι και ευρίσκονται υπό την εξουσίαν των αυτών κυριών των Μοιρών. Διότι δεν αρκεί ότι είνε αθάνατοι διά να είνε δι' αυτό και καλλιτέρα η θέσις των• εξ εναντίας διά τούτο η τύχη των είνε χειροτέρα, διότι τους μεν ανθρώπους ελευθερώνει ο θάνατος, διά σας δε το πράγμα τραβά εις μέγα μάκρος, η δουλεία σας γίνεται αιωνία και στρέφεται εις ατελεύτητον κλωστήν.