← Table of contents
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Front matter (continued 3)

Ioannes Kondylakes translation

Αφού είπεν αυτά ο Αρίγνωτος, άνθρωπος θαυμαστός, διά την σοφίαν του και εις όλους σεβαστός, δεν έμεινε πλέον κανείς από τους παρόντας ο οποίος να μη με θεωρή ανόητον, διότι δεν επίστευα εις τα τοιαύτα, όταν μάλιστα και ο Αρίγνωτος τα εβεβαίωνεν. Εγώ όμως χωρίς να φοβηθώ ούτε τα μεγάλα του μαλλιά, ούτε την φήμην του; Τ' είν' αυτά Αρίγνωτε, είπα, και συ η μόνη ελπίς της αληθείας, είσαι γεμάτος από καπνόν και φαντάσματα; Όπως η παροιμία λέγει, άνθρακες ο θησαυρός απεδείχθης. Αφού, είπεν ο Αρίγνωτος, ούτε εις εμέ πιστεύεις δι' αυτά, ούτε εις τον Δεινόμαχον ή τον Κλεόδημον, ούτε εις τον Ευκράτην, δεν μας λέγεις ποίον θεωρείς αξιοπιστότερον από ημάς, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία; Ένα πολύ θαυμαστόν άνθρωπον, τον εξ Αβδήρων Δημόκριτον, όστις τόσην πεποίθησιν είχεν ότι δεν υπάρχει τίποτε τοιούτον, ώστε εκλείετο εις ένα μνήμα έξω της πόλεως και εκεί έγραφε και συνέτασσε τα έργα του. Όταν δε μερικοί νέοι, θέλοντες να τον πειράξουν και να τον φοβίσουν, ενδύθηκαν ως νεκροί με μαύρα ενδύματα και εφόρεσαν προσωπίδας αι οποίαι απεμιμούντσ τα κρανία και περικυκλώσαντες αυτόν ήρχισαν να χορεύουν και να πηδούν, ο Δημόκριτος χωρίς να ταραχθή και χωρίς να διακόψη το γράψιμόν του, εστράφη προς αυτούς και είπε• Παύσετε να παίζετε. Τόσον ήτο βέβαιος ότι δεν υπάρχουν πλέον ψυχαί άμα χωρισθούν από τα σώματα. Με αυτά που λέγεις, είπεν ο Ευκράτης, μας αποδεικνύεις ότι και ο Δημόκριτος ήτον ανόητος άνθρωπος, αφού είχε τοιαύτην ιδέαν. Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο, το οποίον συνέβη εις εμέ, δεν το ήκουσα από άλλον ίσως δε και συ, Τυχιάδη, άμα το ακούσης θ' αναγκασθής ν' αναγνωρίσης την αλήθειαν της ιστορίας. Όταν κατά την νεότητά μου ευρισκόμην εις την Αίγυπτον όπου με είχε στείλει ο πατέρας μου διά να σπουδάσω, με κατέλαβεν επιθυμία να μεταβώ διά του Νείλου μέχρι του Κοπτού και απ' εκεί να υπάγω μέχρι του Μέμνονος, διά ν' ακούσω το θαυμαστόν εκείνο άγαλμα το οποίον ψάλλει κατά την ανατολήν του ηλίου. Και το μεν άγαλμα ήκουσα, αλλ' όχι όπως οι άλλοι άσμα χωρίς σημασίαν• εις εμέ έδωκε και χρησμόν ο Μέμνων δι' επτά στίχων, τους οποίους θα σας έλεγα, εάν το πράγμα δεν ήτο περιττόν. Κατά δε την επάνοδον συνεταξείδευε με ημάς κάποιος ιερογραμματεύς εκ Μέμφιδος, θαυμαστός κατά την σοφίαν και κάτοχος όλης της Αιγυπτιακής παιδείας. Ελέγετο δε ότι επί είκοσι τρία έτη έζησεν εις τα υπόγεια άδυτα του ναού της Ίσιδος και εδιδάσκετο υπό της θεάς την μαγείαν. Λέγεις τον Παγκράτην, είπεν ο Αρίγνωτος, τον διδάσκαλόν μου, άνθρωπον άγιον, ο οποίος έχει ξυρισμένον το πρόσωπον, φορεί λευκά, φαίνεται διηνεκώς σκεπτικός, δεν ομιλεί καθαρά την Ελληνικήν, είναι υψηλός, έχει την μύτην σιμήν, τα χείλη προέχοντα και τα σκέλη λεπτά; Ακριβώς, είπεν ο Ευκράτης, αυτόν τον Παγκράτην λέγω. Κατ' αρχάς δεν εγνώριζα ποίος ήτον αλλ' όταν το πλοίον μας άραξε και τον έβλεπα να κάνη πολλά άλλα θαυμάσια και να ιππεύη τους κροκοδείλους και να κολυμβά ομού με αυτούς, οι δε κροκόδειλοι να τον φοβούνται και να σείουν προς αυτόν την ουράν, ενόησα ότι ήτο κάποιος άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον εγίναμεν φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγεν όλα του τα μυστικά. Επί τέλους δε μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτας εις την Μέμφιδα, να τον ακολουθήσω δε μόνος, διότι, ως μου έλεγε, δεν θα εστερούμεθα ανθρώπων διά να μας υπηρετούν. Και του λοιπού εζήσαμεν ως εξής• άμα εφθάναμεν εις κανέν πανδοχείον, έπαιρνε τον μοχλόν της θύρας, την σκούπαν ή το γουδοκόπανον, το ένδυνε με φορέματα και με μίαν επωδήν το έκανε να περιπατή και να φαίνεται ως άνθρωπος. Αυτό επήγαινε κ' έφερνε νερόν, εψώνιζε κ' εσιγύριζε και μας έκανε παντός είδους υπηρεσίας εις την εντέλειαν όταν δε δεν είχαμεν πλέον ανάγκην υπηρεσίας, με άλλην επωδήν έκανε πάλιν την σκούπαν σκούπαν και το γουδοχέρι γουδοχέρι. Το πράγμα μου εκίνει μεγάλην περιέργειαν, αλλά δεν κατώρθονα να τον πείσω να μου μάθη πώς έκανεν αυτάς τας μεταμορφώσεις. Μολονότι εις τα άλλα δεν μου έκρυπτε τίποτε, δι' αυτό ήτο πολύ ζηλότυπος. Αλλά μίαν ημέραν κρυφθείς εις σκοτεινόν μέρος ήκουσα την επωδήν, ήτο δε τρισύλλαβος. Και αυτός μεν ανεχώρησεν εις την αγοράν παραγγείλας εις το γουδόχερον τι έπρεπε να κάμη. Εγώ δε την επιούσαν, ενώ εκείνος ευρίσκετο εις την αγοράν διά ν' αγοράση κάτι τι, επήρα το γουδοκόπανον και το ένδυσα και αφού είπα τας τρεις συλλαβάς, το διέταξα να φέρη νερόν. Αφού δ' εγέμισε μίαν στάμναν και την έφερε, του είπα• Παύσε να κουβαλής νερόν και γίνου πάλιν γουδόχερον αυτό όμως δεν μου υπήκουσε, αλλ' εξηκολούθει να κουβαλή νερόν, έως ου έκαμε το σπίτι λίμνην. Εγώ ευρεθείς εις αμηχανίαν — διότι εφοβούμην μήπως ο Παγκράτης επιστρέψη και θυμώσει, όπως και έγινε — επήρα αξίνην και έκοψα τον κόπανον εις δύο• αλλ' αντί ενός έγιναν τότε δύο οι νεροφόροι. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο Παγκράτης και εννοήσας τι είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλιν ξύλα, όπως ήσαν προ της επωδής, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφίως, δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπεν ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον να κάνης άνθρωπον το γουδόχερον; Κατά το ήμισυ, απήντησεν ο Ευκράτης• διότι δεν 'μπορώ να το επαναφέρω εις την αρχικήν του κατάστασιν, αφού άπαξ γίνη υδροφόρος και θα πλημμυρίση το σπίτι από νερά.

Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τοιαύτα τερατώδη ψεύδη, δεν εντρέπεσθε που είσθε γέροι άνθρωποι; Αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε εις άλλην ώραν αυτάς τας παραδόξους και φοβεράς διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη τ' αφήνετε ν'ακούουν τέτοια πράγματα, τα οποία καθ' όλην την ζωήν των θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν, θα γεμίσουν τα μυαλά των με διαφόρους δεισιδαιμονίας και θα τους κάμη να φοβούνται την σκιάν των.

Καλά που μ' ενθύμισες με την δεισιδαιμονίαν που είπες. Τι φρονείς, αλήθεια, Τυχιάδη, διά τους χρησμούς και τας αποκαλύψεις και όσα αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούονται λεγόμενα από τα άδυτα ή όσα λέγει η Πυθία εμμέτρως προλέγουσα τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και έν δακτυλίδι θαυματουργόν, το οποίον έχει επί της σφραγίδος τον Πύθιον Απόλλωνα, αυτός δε ο Απόλλων μου ομιλεί, — δεν το λέγω αυτό, διά να μη νομίσης ότι λέγω απίθανα πράγματα διά να καυχηθώ. Περιορίζομαι να σας διηγηθώ μόνον όσα μου συνέβησαν και είδα με τα μάτια μου εις την Μαλλόν, εις το ιερόν του Αμφιλόχου, ο οποίος φανερά μου ωμίλησε και μου έδωκε συμβουλάς διά τας υποθέσεις μου• έπειτα δε θα σας διηγηθώ και όσα είδα εις την Πέργαμον και ήκουσα εις τα Πάταρα. Όταν επέστρεφα από την Αίγυπτον και ήκουσα ότι το Μαντείον της Μαλλού είνε περίφημον και δίδει αληθείς και σαφείς απαντήσεις εις εκείνους οίτινες γράφουν τας ερωτήσεις των εις πινάκιον και τας παραδίδουν εις τον προφήτην, ενόμισα καλόν κατά την διάβασίν μου να ερωτήσω και εγώ το μαντείον και να ζητήσω την γνώμην του θεού περί του μέλλοντος. Ενώ ακόμη έλεγεν αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέπων ότι το πράγμα έμελλε να προχωρήση και ότι αι περί των μαντείων συζητήσεις θα ελάμβανον διαστάσεις, δεν ενόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος εις όλους. Τους αφήκα λοιπόν ενώ έπλεον εξ Αιγύπτου εις την Μαλλόν — διότι ενόουν ότι τους ενώχλουν με τας αντιρρήσεις μου εις τα ψεύδη των. — Εγώ, είπα, φεύγω, διά να ζητήσω τον Λεόντυχον, διότι έχω ανάγκην να τον συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα, καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν εις τας μυθολογίας σας. Και άμα είπα αυτά εξήλθα. Αυτοί δε είδαν ευχαρίστως την αναχώρησίν μου, διότι έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά την συνήθειάν των, τα ψεύδη.

Αυτά, φίλε μου Φιλοκλή, ήκουσα εις του Ευκράτους και έρχομαι πρισμένος, όπως όσοι πίνουν μούστον, με ανάγκην να εμέσω. Ευχαρίστως δε και διά πολλών χρημάτων θα ηγόραζα φάρμακον εξ εκείνων τα οποία, ως ήκουσα, δίδουν την λησμοσύνην, διά να μη μου προξενήση τίποτε κακόν η ανάμνησις αυτών διατηρουμένη• διότι νομίζω έκτοτε ότι βλέπω τέρατα και δαίμονας και Εκάτας.

ΦΙΛ. Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιον έπαθα από την διήγησίν σου• διότι, ως λέγουν, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν υπό λυσσώντων σκύλων λυσσούν και φοβούνται το νερόν, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς παθαίνουν τα ίδια, ως να τους εδάγκωσε σκύλος λυσσών, και έχουν τους αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν εδαγκώθης εις του Ευκράτους υπό των πολλών ψευδολογημάτων, μετέδωκες δε και εις εμέ το δηλητήριον και μου εγέμισες την ψυχήν από δαίμονας.

ΤΥΧ. Ας μη ανησυχώμεν, φίλε μου, διότι έχομεν κατά των τοιούτων αλεξιφάρμακον την αλήθειαν και τον περί πάντων ορθόν λόγον• χάρις δε εις αυτά ουδόλως θα μας ταράξουν τα ανόητα και μάταια ταύτα ψεύδη.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Λέγεται, αγαπητέ Φίλων, ότι επί της βασιλείας του Λυσιμάχου ενέσκηψεν εις τα Άβδηρα μία τοιαύτη επιδημία. Όλοι οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό σφοδρού πυρετού, όστις εξηκολούθει με συχνούς παροξυσμούς επί επτά ημέρας. Κατά δε την εβδόμην ημέραν άλλοι μεν από τους αρρώστους επάθαιναν άφθονον αιμορραγίαν της μύτης, άλλοι δε εφίδρωσιν επίσης άφθονον και ούτω έπαυεν ο πυρετός. Αλλά το νόσημα έφερε και το πνεύμα αυτών εις μίαν κωμικήν κατάστασιν. Όλοι δηλαδή έκαμναν θεατρικάς κινήσεις και μεγαλοφώνως απήγγελλον ιαμβικούς στίχους, μάλιστα δε μέρη από την Ανδρομέδαν του Ευριπίδου {48} και ιδίως την επιφώνησιν του Περσέως:

συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων Έρως,

και ήτο η πόλις γεμάτη εκ των ωχρών τούτων και εξησθενημένων υπό του εφθημέρου πυρετού τραγωδών. Διήρκεσε δε το γενικόν τούτο αναφώνημα επί πολύ, έως ου ο χειμών και ψύχος πολύ τους έκοψε την νοσηράν αυτήν φλυαρίαν. Αίτιος δε της παραφροσύνης μου φαίνεται ότι έγεινεν ο τραγικός ηθοποιός Αρχέλαος, ο οποίος τότε ήτο φημισμένος και εις τα μέσα του θέρους εν καιρώ μεγάλου καύσωνος έπαιξεν εις τα Άβδηρα την Ανδρομέδαν. Οι δε Αβδηρίται έπαθαν τον πυρετόν εις το θέατρον, όταν δε ανέρρωσαν, εξηκολούθουν να αναπολούν την τραγωδίαν• η Ανδρομέδα επί πολύ παρέμενεν εις την μνήμην των και ο Περσεύς με την Μέδουσαν εξηκολούθει να περιίπταται εις την φαντασίαν των.

Επειδή λοιπόν, κατά την παροιμίαν, το έν πράγμα δύναται να παραβληθή προς το άλλο, το νόσημα εκείνο των Αβδηριτών είνε όμοιον προς εκείνο, το οποίον έχει καταλάβει σήμερον τους περισσοτέρους των πεπαιδευμένων. Ούτοι είνε αληθές ότι δεν απαγγέλλουν τραγωδίαν,— θα ήτο μικρότερα παραφροσύνη, αν με ξένους στίχους ουχί ασχήμους επεδεικνύοντο — αλλ' αφ' ότου ήρχισεν ο εξακολουθών πόλεμος {49} κατά των βαρβάρων και συνέβη η ήττα εις την Αρμενίαν και ηκολούθησαν αι συνεχείς νίκαι, δεν έμεινε κανείς ο οποίος να μη γράψη ιστορίαν? όλοι έγειναν Θουκυδίδαι και Ηρόδοτοι και Ξενοφώντες, ούτως ώστε να αληθεύη εκείνο το οποίον είπεν ο φιλόσοφος {50}, «ο πόλεμος είνε των όλων ο πατήρ», αφού τόσους συγγραφείς εγέννησε διά μιας.

Αυτά λοιπόν, φίλτατε, βλέπων και ακούων, ενθυμήθηκα έν ανέκδοτον του Διογένους• όταν ηκούσθη ότι ο Φίλιππος εξεστράτευε κατά της Ελλάδος, οι Κορίνθιοι όλοι εταράχθησαν και ήρχισαν να εργάζωνται διά την άμυναν? άλλος διώρθονεν όπλα, άλλος εκόμιζε πέτρας, άλλος επεσκεύαζε το τείχος ή εστερέωνε πύργον και άλλος έπραττεν ό,τι χρήσιμον ηδύνατο• ο δε Διογένης βλέπων αυτά και μη έχων τι να πράξη και αυτός — διότι ουδείς του ανέθετε καμμίαν εργασίαν — περιέζωσε το ένδυμά του και με πολλήν δραστηριότητα ήρχισε να κυλίη το πιθάρι, το οποίον του εχρησίμευεν ως κατοικία, επάνω και κάτω εις το Κράνειον. Όταν δε κάποιος εκ των γνωστών του τον ηρώτησε, διατί το κάνεις αυτό, Διογένη; Κυλίω, είπε, και εγώ το πιθάρι, διά να μη φαίνωμαι ότι μόνος εγώ μένω αργός μεταξύ τόσων εργαζομένων. Και εγώ, αγαπητέ Φίλων, διά να μη μένω μόνος άφωνος εις εποχήν τόσον πολύφωνον και να μη παρουσιάζω κωμικόν θέαμα άνθρωπου έχοντος ανοικτόν το στόμα και μη λέγοντος τίποτε, ενόμισα καλόν να κυλίσω και εγώ όσον δύναμαι τον πίθον μου, όχι όμως διά να γράψω ιστορίαν και να διηγηθώ πολεμικά γεγονότα• δεν έχω τόσω μεγάλην τόλμην εγώ και μη φοβηθής ότι θ' αποτολμήσω τοιούτόν τι• διότι γνωρίζω πόσον μέγας είνε ο κίνδυνος, όταν κυλίη κανείς επάνω εις πέτρας και μάλιστα πιθάριον λεπτοκατασκευασμένον, οποίον το ιδικόν μου• μόλις προσκρούση εις μικράν πέτραν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να περισυλλέγω τα κομμάτια του.

Πώς λοιπόν εσκέφθηκα και πώς θα λάβω μέρος εις τον πόλεμον με ασφάλειαν και μένων έξω βολής, θα σου είπω. Εγώ θα αποφύγω τους κόπους, τας φροντίδας και τους κινδύνους, τους οποίους έχει ο συγγραφεύς, θα περιορισθώ δε να δώσω μίαν μικράν συμβουλήν και ολίγα διδάγματα εις τους συγγράφοντας, διά να λάβω ούτω και εγώ μέρος εις την οικοδομήν, αν όχι διά της επιγραφής της πραγματείας μου, τουλάχιστον διότι θα θίξω με το άκρον του δακτύλου τον πηλόν τον οποίον μεταχειρίζονται. Το βέβαιον είνε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών νομίζουν ότι δεν έχουν ανάγκην συμβουλής διά την εργασίαν των, όπως περίπου δεν έχουν ανάγκην διδασκαλίας διά να βαδίζουν, να βλέπουν ή να τρώγουν, αλλά θεωρούν ως λίαν εύκολον και πρόχειρον και δυνατήν εις όλους την συγγραφήν ιστορίας, ως δύναται τις να κρίνη εκ των συμβαινόντων. Αλλά γνωρίζεις και συ, φίλε μου, ότι η ιστορία δεν είνε από τα εύκολα και ακόπως συνθετόμενα έργα, αλλ' είνε από τα έχοντα περισσοτέραν ανάγκην φροντίδος, όταν, ως ο Θουκυδίδης λέγει, γίνεται διά να μείνη αθάνατος• «κτήμα ες αεί».

Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα αποτρέψω πολλούς εξ αυτών, εις μερικούς δε θα φανώ και πολύ οχληρός και μάλιστα εις εκείνους των οποίων το έργον έχει ήδη τελειώσει και παραδοθή εις το κοινόν. Εάν δε και επηνέθη υπό εκείνων οίτινες το ανέγνωσαν, η ελπίς ότι θα μεταβάλουν και θα διορθώσουν κάτι εκ των ήδη θεσπισμένων και κατατεθειμένων, ούτως ειπείν, εις τα βασιλικά αρχεία {51}, είνε ματαία. Αλλ' όμως δεν είνε κακόν να λεχθή και προς αυτούς τούτους η αλήθεια, ώστε, εάν ποτε γείνη άλλος πόλεμος ή των Κελτών προς τους Γέτας ή των Ινδών προς τους Βακτρίους — διότι προς ημάς δεν θα τολμήση κανείς να κήρυξη πόλεμον, αφού ήδη όλους τους έχομεν υποτάξει — να μεταχειρισθούν τον κανόνα τούτον, εάν τον νομίσουν ορθόν προς καλλιτέραν σύνθεσιν της εργασίας των. Εάν δε πάλιν επιμείνουν εις τας μεθόδους των, ο ιατρός δεν θα παραστενοχωρηθή, διότι οι Αβδηρίται θα εξακολουθούν εκουσίως ν' απαγγέλλουν την Ανδρομέδαν.

Επειδή δε το έργον της συμβουλής είνε διττόν και διδάσκει ποία να προτιμώμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν, ας είπωμεν πρώτα ποία πρέπει ν' αποφεύγη ο γράφων ιστορίαν και ποία ν' απορρίπτη προ πάντων, έπειτα δε ποία να μεταχειρίζεται, διά να μη εξέλθη της ορθής και ευθείας οδού, πώς ν' αρχίση και ποίαν τάξιν να εφαρμόση εις τα έργα του, και το μέτρον το οποίον θα τηρή διά κάθε τι, και όσα πρέπει ν' αποσιωπά και εις όσα να ενδιατρίβη, και όσα είνε προτιμότερον να παρατρέξη και πώς να τα εξηγή και τα συναρμόζη. Και αυτά μεν και τα τοιαύτα θ' αναπτύξωμεν κατόπιν• τώρα δε θ' αναφέρωμεν τα ελαττώματα, τα οποία παρακολουθούν τους κακούς συγγραφείς. Τα κοινά όμως εις όλα τα είδη του λόγου σφάλματα, εις την γλώσσαν, την αρμονίαν, την έννοιαν, και πάσα άλλη ατεχνία και μακράν ανάπτυξιν απαιτούν και της παρούσης πραγματείας τα όρια διαφεύγουν διότι, ως είπα, είνε κοινά όλων των ειδών του λόγου ελαττώματα.

Τα δε σφάλματά των εις την καθαρώς ιστορικήν εργασίαν δύνασαι να εύρης, αν προσέξης εις τα έργα αυτών, όπως εγώ πολλάκις παρατηρώ, οσάκις ακροώμαι τοιαύτας ιστορίας αναγινωσκομένας, και μάλιστα αν προσέξης εις όλους. Δεν είνε επομένως περιττόν να αναφέρω, ως παραδείγματα, τινά από τα κατ' αυτόν τον τρόπον συγγραφέντα. Αλλά προ τούτου ας εξετάσωμεν τα σπουδαιότερα αυτών ελαττώματα.

Οι πλείστοι εξ αυτών παραμελούντες να ιστορούν τα γεγονότα, καταγίνονται να επαινούν τους άρχοντας και τους στρατηγούς, και τους μεν ιδικούς των ανυψόνουν, τους δε εχθρούς καθ' υπερβολήν καταρρίπτουν. Αγνοούν ότι δεν χωρίζει την ιστορίαν από το εγκώμιον στενόν χώρισμα, αλλά μέγα τείχος υπάρχει μεταξύ των και, όπως λέγουν οι μουσικοί, ιστορία και εγκώμιον είνε δις διαπασών προς άλληλα. Ο μεν εγκωμιάζων φροντίζει μόνον πώς να επαινέση και ευχαριστήση τον επαινούμενον και αν είνε ανάγκη να ψευσθή διά να επιτύχη τον σκοπόν του, ολίγον θα σκοτισθή? η ιστορία όμως δεν δύναται ουδ' επί στιγμήν νανεχθή ψεύδος, ακριβώς όπως η τραχεία αρτηρία, κατά τους ιατρούς, δεν ανέχεται ό,τι εισέλθη εις αυτήν, ενώ καταπίνομεν. Φαίνονται προσέτι ν' αγνοούν οι τοιούτοι ιστορικοί ότι της ποιητικής τέχνης και των ποιημάτων είνε άλλος ο σκοπός και ιδιαίτεροι οι κανόνες, άλλοι δε της ιστορίας• εις μεν την ποίησιν είνε απεριόριστος η ελευθερία και είς ο νόμος, η θέλησις του ποιητού• διότι ο ποιητής, συνθέτει υπό το κράτος ενθουσιασμού και κατέχεται εξ ολοκλήρου υπό των Μουσών? ουδείς δε δύναται να τον κατηγορήση και αν θέλη να ζεύξη άρμα με ίππους πτερωτούς ή αν κάμη άλλους να τρέχουν επάνω εις το νερόν ή επί των κορυφών των φυτών, ούτε όταν ο Ζευς αυτών σύρη και ανυψόνη εις τον αέρα δι' ενός σχοινιού γην και θάλασσαν ομού, φοβούνται μήπως κοπή το σχοινί και καταπέσουν τα πάντα και γίνουν θρύμματα. Αλλά και αν θέλουν να επαινέσουν τον Αγαμέμνονα, ουδείς δύναται να τους εμποδίση, ώστε κατά την κεφαλήν και τους οφθαλμούς να τον κάμουν όμοιον προς τον Δία, κατά το στήθος όμοιον προς τον αδελφόν του Διός Ποσειδώνα και κατά την ζώνην όμοιον προς τον Άρην• και εν γένει εξ όλων των θεών σύνθετος πρέπει να γείνη ο υιός του Ατρέως και της Αερόπης• διότι δεν αρκεί μόνος ο Ζευς, ούτε ο Ποσειδών, ούτε ο Άρης χωριστά έκαστος, διά ναναπληρώση το κάλλος του. Η δε ιστορία, αν παραδεχθή τοιαύτην κολακείαν, μεταβάλλεται εις είδος τι πεζής ποιήσεως, η οποία δεν έχει την φραστικήν μεγαλοπρέπειαν της ποιήσεως, την λοιπήν δε τερατολογίαν παρουσιάζει χωρίς τον στολισμόν των μέτρων και επομένως φανερωτέραν.

Είνε λοιπόν μέγα ή μάλλον μέγιστον ελάττωμα, όταν δεν γνωρίζη κανείς να χωρίζη τα ανήκοντα εις την ποίησιν και τα αρμόζοντα εις την ιστορίαν, αλλ' εισάγη εις την ιστορίαν τα στολίδια της ποιήσεως, τον μύθον και το εγκώμιον και τας σχετικάς υπερβολάς. Ομοίως, αν ένα αθλητήν από τους δυνατούς εκείνους, οι οποίοι φαίνονται ως καμωμένοι από πρίνον, ενδύσετε με πολυτελή και αβρά ενδύματα και τον στολίσετε με άλλα πορνικά στολίδια και του ψιμυθιώσετε το πρόσωπον, θα τον κάμετε γελοίον και επαίσχυντον.

Δεν λέγω όμως ότι δεν έχει θέσιν και ο έπαινος ενίοτε εις την ιστορίαν αλλά πρέπει να γίνεται χρήσις αυτού, όταν πρέπη, και να έχη όρια το πράγμα, ώστε να μη γίνη φορτικόν εις εκείνους, οίτινες θ' αναγνώσουν εις το μέλλον το έργον? εν γένει δε αυτά πρέπει να γίνωνται κατά τους κανόνας, τους οποίους μετ'ολίγον θα υποδείξωμεν. Όσοι δε νομίζουν ότι καλώς διαιρούν εις δύο την ιστορίαν, εις το τερπνόν και το χρήσιμον, και διά τούτο εισάγουν εις αυτήν και το εγκώμιον ως τερπνόν και ευχάριστον, βλέπεις πόσον απομακρύνονται από το αληθές και το ορθόν. Πρώτον μεταχειρίζονται ψευδή διαίρεσιν διότι μία είνε η προσπάθεια και είς ο σκοπός της ιστορίας, το χρήσιμον, το οποίον μόνον από την αλήθειαν παράγεται. Αν δε δύναται να προστεθή εις το χρήσιμον και το τερπνόν, ακόμη καλλίτερα, όπως και το κάλλος εις τον αθλητήν. Αλλά δεν εμποδίζει τον Νικόστρατον Ισιδότου η μεγάλη ασχημία του να είνε αθλητής εκ των ισχυροτέρων, να νικά τους αντιπάλους του, είς εκ των οποίων ήτο ο εκ Μιλήτου ωραίος Αλκαίος, όστις, ως λέγεται, υπήρξε και ερωτικός φίλος του Νικοστράτου. Η ιστορία λοιπόν, και αν ακόμη παραμελήση το τερπνόν και ολίγον φροντίζη διά το κάλλος, θα προσελκύση πολλούς θιασώτας, αρκεί και μόνον να είνε τελεία εις το κύριόν της έργον, δηλαδή την έρευναν της αληθείας.

Πρέπει να είπωμεν και τούτο ακόμη, ότι ουδέ τερπνόν είνε εις την ιστορίαν το εντελώς μυθώδες και οι υπερβολικοί έπαινοι• ούτε το έν ούτε το άλλο δύνανται ν' αρέσουν εις τους αναγνώστας. Εννοώ δε όχι τον όχλον και τους πολλούς, αλλ' εκείνους οίτινες θ' αναγνώσουν την ιστορίαν ως δικασταί και μάλιστα ως κατήγοροι, τους οποίους δεν δύναται να διαφύγη τίποτε στραβόν και άτοπον, διότι βλέπουν καλλίτερα από τον Άργον και βλέπουν δι' όλου του σώματος, ως αργυραμοιβοί δε εξετάζουν τα καθέκαστα, και τα μεν κίβδηλα απορρίπτουν αμέσως, παραδέχονται δε τα σωστά, γνήσια και κανονικά. Προς τούτους πρέπει ν' αποβλέπης, όταν συγγράφης, διά δε τους άλλους ολίγον να σκοτίζεσαι όσον και αν σ' επαινούν. Εάν δε, μη προσέχων εις την γνώμην των ολίγων, στολίσης πέραν του μέτρου την ιστορίαν με μύθους και επαίνους και άλλας κολακείας, θα την καταστήσης ομοίαν με τον Ηρακλή, όταν ευρίσκετο εις την Λυδίαν. Διότι θα έτυχε να τον ίδης κάπου ζωγραφισμένον ως δούλον της Ομφάλης, με πολύ αλλόκοτον ενδυμασίαν. Η μεν Ομφάλη φορεί την λεοντήν αυτού και κρατεί το ρόπαλον, ως να είνε τάχα αυτή ο Ηρακλής, αυτός δε φορεί γυναικεία ενδύματα και ξαίνει έρια και η Ομφάλη τον κτυπά με το σάνδαλόν της. Και είνε το θέαμα εξουθενωτικόν, όπως τα ενδύματα δεν ταιριάζουν εις το σώμα του Ηρακλέους, του οποίου την ανδρικότητα εκθηλύνουν απρεπώς.

Οι πολλοί ίσως θα σ' επαινέσουν δι' αυτά• αλλ' οι ολίγοι, εκείνοι, των οποίων την γνώμην δεν έλαβες υπ' όψιν, θα γελάσουν πολύ εις βάρος σου, βλέποντες το ασύμφωνον, αταίριαστον και δυσάρμοστον του πράγματος. Ό,τι είνε ωραίον δι' έν πράγμα, ενδέχεται να είνε ασχημία δι' άλλο, εις το οποίον δεν ταιριάζει. Αφήνω ότι οι έπαινοι μόνον εις ένα, τον επαινούμενον, ίσως είνε ευχάριστοι• εις τους άλλους όμως είνε αηδείς και οχληροί, μάλιστα αν είνε πολύ υπερβολικοί, όπως συμβαίνει πολλάκις, όταν οι επαινούντες επιδιώκουν την εύνοιαν των επαινουμένων και τόσον το παρακάνουν, ώστε γίνεται φανερά εις όλους η κολακεία. Διότι ούτε με τέχνην γνωρίζουν να κολακεύσουν, ούτε περικαλύπτουν τα θωπεύματα, αλλ' αφού αρχίσουν επισωρεύουν επαίνους, όλους χονδροειδείς και απιθάνους. Ούτω δε ουδ' εκείνο το οποίον προ πάντων επιδιώκουν επιτυγχάνουν• διότι οι παρ' αυτών επαινούμενοι τους μισούν μάλλον και τους περιφρονούν, ως κόλακας, και δικαίως, μάλιστα αν τύχη να έχουν χαρακτήρα ανδροπρεπή. Τοιούτον τι έπαθεν ο Αριστόβουλος, όστις, αφού περιέγραφε την μονομαχίαν του Αλεξάνδρου με τον Πώρον, ανέγνωσεν εις αυτόν το μέρος τούτο της ιστορίας του—-διότι ενόμιζεν, ότι θα ευχαρίστει τον βασιλέα, αν εξώγκωνε την νίκην με ψεύδη και επινοήσεις υπερτέρας της αληθείας—. Αλλ' ο Αλέξανδρος έλαβε το βιβλίον —εταξείδευαν δε εις τον ποταμόν Υδάσπην— και το έρριψεν εις το νερόν. Και σε, είπε προς τον συγγραφέα, ούτω έπρεπε να σε μεταχειρισθώ, διότι τοιαύτας μονομαχίας κάνεις διά λογαριασμόν μου και δι'ενός ακοντισμού φονεύεις ελέφαντας. Και ήτο επόμενον ν' αγανακτήση ούτω ο Αλέξανδρος, όστις δεν ηνέχθη και την τόλμην του αρχιτέκτονος εκείνου, ο οποίος του επρότεινε να μεταβάλη το όρος Άθω εις ανδριάντα αυτού, να μεταμορφώση δηλαδή τοιουτοτρόπως το όρος, ώστε να ομοιάζη προς τον βασιλέα, αλλ' εννοήσας αμέσως ότι ήτο κόλαξ τον απέπεμψε και δεν τον εχρησιμοποίησε πλέον εις τίποτε {52}.

Πού λοιπόν υπάρχει το τερπνόν εις αυτά, εκτός αν είνε κανείς εντελώς ανόητος, ώστε να ευχαριστήται με τοιούτους επαίνους, των οποίων το ψεύδος είνε προφανές; Οι τοιούτοι ομοιάζουν με τους ασχήμους ανθρώπους, μάλιστα δε τα άσχημα γύναια, τα οποία παραγγέλλουν εις τους ζωγράφους να τα εξωραΐζουν εις την εικόνα των• διότι νομίζουν, ότι πραγματικώς θα εξωραϊσθούν, αν ο ζωγράφος βάψη τας παρειάς των με περισσότερον κόκκινον και μεταχειρισθή περισσότερον λευκόν χρώμα. Τοιούτοι είνε οι πλείστοι από τους σημερινούς συγγραφείς• διά της ιστορίας επιδιώκουν το ίδιον συμφέρον και την πλήρωσιν ατομικών αναγκών• και έπρεπε να τους μισώμεν, διότι εις μεν το παρόν είνε φανεροί και χυδαίοι κόλακες, εις το μέλλον δε θα καταστήσουν ύποπτον διά των υπερβολών όλην την υπόθεσιν της διηγήσεώς των. Εάν δε τις νομίζη ότι πάντως πρέπει το τερπνόν ν' αναμιγνύεται εις την ιστορίαν εν γένει, δεν έχω αντίρρησιν, αλλ' υπό τον όρον το τερπνόν να είνε και αληθές και όχι ανάρμοστον εις τον χαρακτήρα του έργου, όπως το μεταχειρίζονται οι περισσότεροι.

Εγώ δε θα διηγηθώ και όσα ήκουσα προ ολίγου καιρού εις την Ιωνίαν και εις την Αχαΐαν πρότερον περί τινων συγγραφέων, οίτινες έγραψαν διήγησιν του ειρημένου πολέμου• και εξορκίζω εις τας Χάριτας να μη απιστήση κανείς εις όσα θα είπω• διότι θα ηδυνάμην και να ορκισθώ ότι είνε αληθή, αν ήτο πρέπον να παρενθέτη κανείς όρκον εις σύγγραμμα. Είς λοιπόν εξ αυτών ήρχισε την ιστορίαν του με την επίκλησιν των Μουσών, παρακαλών τας θεάς να τον βοηθήσουν εις το έργον του. Βλέπεις πόσον κατάλληλος είνε η τοιαύτη αρχή και ταιριαστή εις την ιστορίαν και αρμόζουσα εις το τοιούτον είδος του λόγου; Έπειτα ολίγον κατωτέρω τον μεν ημέτερον άρχοντα προσωμοίαζε προς τον Αχιλλέα, τον δε βασιλέα των Περσών προς τον Θερσίτην, χωρίς να σκεφθή ότι ο Αχιλλεύς περισσότερον ανεδείχθη, διότι εφόνευσε τον Έκτορα και όχι τον Θερσίτην, και ότι, όταν τρέπεται εις φυγήν ανδρείος τις, τον καταδιώκει πολύ ανδρειότερος {53}. Έπειτα έστρεφεν εις τον εαυτόν του το εγκώμιον, ότι είνε άξιος να περιγράψη πράξεις τόσον ενδόξους. Προχωρών απηύθυνεν επαίνους και προς την πατρίδα του Μίλητον, προσθέτων ότι κατά τούτο έπραξε καλλίτερα από τον Όμηρον, όστις δεν ανέφερε καν την πατρίδα του. Εις δε το τέλος του προοιμίου υπέσχετο δητώς και σαφώς ότι θα ανυψώση τα ημέτερα, τους δε βαρβάρους θα πολεμήση και αυτός όσον δύναται. Και ήρχισε την ιστορίαν ως εξής• «Ο μιαρώτατος Ουολόγεσος, του οποίου το τέλος είθε να είνε οικτρότατον, ήρχισε τον πόλεμον διά την εξής αιτίαν». Και αυτός μεν τοιαύτα έγραψεν. Άλλος δε, μέγας θιασώτης του Θουκυδίδου, ώστε να θέλη να μιμηθή καθ' όλα το πρότυπον, ήρχισεν όπως και εκείνος με το όνομα του, θεωρών ότι τοιαύτη έναρξις είνε η ευγενεστέρα και μυρίζει θύμον αττικόν. Άκουσε και κρίνε• «Κρεπέριος Καλπουρνιανός, Πομπηιουπολίτης συνέγραψε τον πόλεμον των Παρθυαίων και Ρωμαίων, ως επολέμησαν προς αλλήλους, αρξάμενος ευθύς ξυνισταμένου». Μετά τοιαύτην δε αρχήν, προς τι να σου αναφέρω τα κατόπιν, δηλαδή τας δημηγορίας του εις την Αρμενίαν, όπου μας παρουσιάζει απαράλλακτον τον Κερκυραίον ρήτορα, ή τον λοιμόν τον οποίον έστειλε κατά των Νισιβηνών, οίτινες δεν ήσαν φίλοι προς τους Ρωμαίους, δανεισθείς αυτόν καθ' ολοκληρίαν από τον Θουκυδίδην, εκτός μόνον του Πελασγικού και των μακρών τειχών, όπου οι τότε προσβληθέντες υπό του λοιμού εγκατεστάθησαν. Ήρχισε δε και από την Αιθιοπίαν ο λοιμός αυτού, όπως του Θουκυδίδου, και εκείθεν κατέβη εις την Αίγυπτον και μετεδόθη εις το μεγαλείτερον μέρος της χώρας, ήτις ανήκει εις τον βασιλέα της Περσίας, ευτυχώς δε έμεινεν εκεί. Εγώ λοιπόν τον αφήκα να θάπτη τους δυστυχείς Αθηναίους εις την Νίσιβιν και ανεχώρησα, γνωρίζων εντελώς και όσα μετά την αναχώρησίν μου έμελλε να είπη. Είνε δε συνηθέστατον σήμερον και να νομίζουν οι συγγραφείς ότι εξισούνται προς τον Θουκυδίδην, αν με μικράς μεταβολάς μεταχειρίζωνται τας εκφράσεις εκείνου και διάφορα φρασίδια, ως «όπως και αυτός αν φαίης», «ού δι' αυτήν», «νή Δία κακείνο ολίγου δείν παρέλιπον». Ο ίδιος δε συγγραφεύς, όστις κατ' αυτόν τον τρόπον απομιμείται τον Θουκυδίδην, αναφέρει πολλά όπλα και μηχανήματα όπως οι Ρωμαίοι τα ονομάζουν, και την τάφρον όπως εκείνοι και την γέφυραν και άλλα τοιαύτα. Και δύνασαι πλέον να σκεφθής ποίαν σοβαρότητα έχει τοιαύτη ιστορία και πόσον είνε άξιον του Θουκυθίδου ναναμιγνύωνται αι Ιταλικαί αύται λέξεις με τας Αττικάς, και να παρίστανται ότι αρμόζουν και συνάδουν προς αυτάς.

Κάποιος δε άλλος εκ των ιστορικών τούτων έγραψε διήγησιν των γεγονότων κατά τρόπον όλως ξηρόν και πεζόν, όπως θα τα έγραφε και στρατιώτης, κρατών σημείωσιν των καθ' εκάστην συμβαινόντων, ή κτίστης ή κάπηλος παρακολουθών το στράτευμα. Αλλ' ο απλοϊκός ούτος είνε μάλλον συγγνωστός, διότι αυτός μεν φαίνεται αμέσως οποίος ήτο, ειργάσθη δε δι' άλλον πλέον φιλόκαλον και ικανόν να γράψη ιστορίαν. Το μόνον διά το οποίον τον κατέκρινα είνε ότι έδωκεν εις το έργον του τίτλον λίαν πομπώδη διά την αξίαν του περιεχομένου• «Καλλιμόρφου ιατρού της έκτης λεγεώνος των κοντοφόρων ιστορίαι των Παρθικών πολέμων»• και το σύγγραμμα είνε διηρημένον εις βιβλία αριθμημένα. Προέταξε δε και προοίμιον σαχλόν, εις το οποίον λέγει ότι εις τον ιατρόν προσήκει να γράφη ιστορίαν, καθότι ο μεν Ασκληπιός είνε υιός του Απόλλωνος, ο δε Απόλλων αρχηγός των Μουσών και πάσης παιδείας κύριος. Ενώ δε αρχίζει να γράφη εις την Ιωνικήν διάλεκτον, δεν γνωρίζω διατί μετ' ολίγον επανέρχεται εις την κοινήν• και λέγει «ιατρείην» και «πείρην» και «οκόσα» και «νούσοι» {54}, έπειτα δε μεταχειρίζεται λέξεις κοινάς και πολλάκις του δρόμου.

Εάν δε πρέπη ν' αναφέρω και ένα σοφόν μεταξύ των σημερινών ιστορικών, το μεν όνομά του ας αποσιωπήσωμεν• θα ομιλήσω δε μόνον περί των ιδεών και των έργων, τα οποία επ' εσχάτων συνέγραψεν εις την Κόρινθον και τα οποία υπερβαίνουν πάσαν προσδοκίαν. Ευθύς εν αρχή και εις την πρώτην περίοδον του προοιμίου του απευθύνει προς τους αναγνώστας του σοφώτατον συλλογισμόν, με τον οποίον θέλει ν' αποδείξη ότι μόνον εις φιλόσοφον αρμόζει να γράφη ιστορίαν. Ακολουθεί μετ' ολίγον άλλος συλλογισμός και έπειτα άλλος• και εν γένει το προοίμιον του γέμει συλλογισμών παντός είδους• και η κολακεία είνε άφθονος εις το έργον και τα εγκώμια φορτικά και πολύ ταπεινά, όχι όμως ασυλλόγιστα, αλλά με συλλογισμούς και αυτά.

Αλλ' ό,τι μου εφάνη άτοπον και πολύ ολίγον αρμόζον εις άνδρα σοφόν και με γενειάδα μεγάλην και λευκήν είνε το λεγόμενον εις το προοίμιόν του, ότι ο ημέτερος ηγεμών έχει την εξαιρετικήν τύχην ότι και φιλόσοφοι δεν θεωρούν ανάξιον αυτών να ιστορούν τας πράξεις του• διότι το τοιούτον έπρεπε μάλλον εις ημάς ν' αφήση να το σκεφθώμεν παρά να το είπη ο ίδιος.

Αλλ' ουδ' εκείνον πρέπει να παραλείψωμεν ν' αναφέρωμεν, όστις ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του• «Έρχομαι ερέων περί Ρωμαίων και Περσέων»• και ολίγον κατωτέρω• «έδεε γαρ Πέρσησι γενέσθαι κακώς»• και έπειτα πάλιν• «ην Οσρόης, τον οι Έλληνες Οξυρόην ονυμέουσι» {55}, και πολλά άλλα παρόμοια. Βλέπεις ότι ούτος δεν διαφέρει από τον άλλον εκείνον παρά μόνον κατά τούτο, ότι ο μεν μιμείται τον Θουκυδίδην, ο δε τον Ηρόδοτον.

Κάποιος άλλος περίφημος διά την συγγραφικήν του δύναμιν, ο οποίος επίσης ομοιάζει με τον Θουκυδίδην, αν δεν είνε ολίγον καλλίτερος, αφού περιγράφει όλας τας πόλεις, όλα τα όρη, τας πεδιάδας και τους ποταμούς με την μεγαλειτέραν ακρίβειαν και δύναμιν, ως νομίζει τουλάχιστον, λέγει• είθε ο αποτρέπων τα δυστυχήματα θεός να ρίψη πάντα ταύτα επί των κεφαλών των εχθρών μας• και η ψυχρότης του είνε ανωτέρα της Κασπίας χιόνος και του Κελτικού πάγου. Ολόκληρον κεφάλαιον μόλις του αρκεί διά την περιγραφήν της ασπίδος του αυτοκράτορος με την Γοργόνα, την οποίαν έχει εις το κέντρον, και τους κυανολεύκους οφθαλμούς της και τον γύρον τον μιμούμενον το ουράνιον τόξον και τους δράκοντας τους συμπεπλεγμένους και συστρεφομένους ως βόστρυχοι{56}. Και διά την αναξυρίδα του Ουολογέσου ή τον χαλινόν του ίππου του, ω θεέ μου, πόσος χείμαρρος λόγων εχρειάσθη• και πώς ήτον η κόμη του Οσρόου ενώ διέβαινε κολυμβών τον Τίγρητα, και εις ποίον σπήλαιον κατέφυγεν, όπου ο κισσός, η μυρτιά και η δάφνη εφύοντο ομού και εσχημάτιζον πυκνήν σκιάν. Βλέπεις πόσον αναγκαία εις την ιστορίαν είνε όλα αυτά και πώς χωρίς αυτά δεν θα εγνωρίζαμεν τίποτε από τα γενόμενα εκεί. Από αδυναμίαν να εκλέξουν τα χρήσιμα ή διότι δεν γνωρίζουν τι να γράψουν, ρίπτονται εις τας τοιαύτας μικρολόγους περιγραφάς• όταν δε συναντήσουν πολλά και σπουδαία γεγονότα, ομοιάζουν με δούλον νεόπλουτον, όστις προ ολίγου καιρού εκληρονόμησε τον αυθέντην του και ούτε να ενδυθή όπως πρέπει γνωρίζει, ούτε να δειπνήση κατά την τάξιν, αλλ' ενώ πολλάκις εις την τράπεζαν έχουν παρατεθή πτηνά και χοιρίδια και λαγοί, αυτός αρχίζει από κάποιον χυλόν οσπρίων ή παστόψαρον και τρώγει, τρώγει μέχρι σκασμού. Εκείνος λοιπόν, τον οποίον ανέφερα, περιέγραψε και τραύματα λίαν παράδοξα και θανάτους αλλοκότους, ως λ.χ. ότι κάποιος πληγωθείς εις τον μεγάλον δάχτυλον του ποδός αμέσως απέθανε και ότι μόνον διότι εφώναξεν ο στρατηγός Πρίσκος είκοσι επτά εκ των εχθρών απέθαναν. Ακόμη δε και εις τον αριθμόν των νεκρών και παρά τας επισήμους εκθέσεις εψεύσθη. Διότι εις την Εύρωπον λέγει ότι εκ των εχθρών εφονεύθησαν τριάκοντα επτά μυριάδες και διακόσιοι έξ, εκ δε των Ρωμαίων μόνον δύο και εννέα τραυματίαι.

Αυτά δεν γνωρίζω αν δύναται να τα παραδεχθή και τα υποφέρη κανείς άνθρωπος με τον κοινόν νουν. Αλλά πρέπει ν' αναφέρω και κάτι τι άλλο, το οποίον δεν είνε ασήμαντον. Επειδή φιλοδοξεί να φαίνεται ότι μεταχειρίζεται την καθαράν και ακριβεστάτην Αττικήν γλώσσαν, έφθασε μέχρι του να μεταποιήση και τα ονόματα των Ρωμαίων και δώση εις αυτά Έλληνικήν μορφήν ούτω δε λέγει Κρόνιον τον Σατουρνίνον, Φρόντιν τον Φρόντωνα, Τιτάνιον τον Τιτιανόν και άλλα πολύ κωμικώτερα. Ο ίδιος προσέτι έγραφε περί του θανάτου του Σευηριανού ότι όλοι οι άλλοι έσφαλαν νομίζοντες ότι εφονεύθη διά ξίφους, ενώ αυτός απέθανεν εξ εκούσιας ασιτίας• διότι τούτον τον θάνατον εθεώρησεν ως τον πλέον ανώδυνον. Αλλ' ο ιστορικός ούτος ηγνόει ότι ο Σευηριανός υπέφερεν ασιτίαν επί τρεις, νομίζω, ημέρας, ενώ όσοι στερούνται τροφής δύνανται να ζήσουν και επτά ημέρας οι πλείστοι, εκτός εάν υποθέσω μεν ότι ο Οσρόης παρέμεινε πλησίον του Σευηριανού περιμένων ν' αποθάνη ούτος εκ πείνης, διά τούτο δε ο Σευηριανός δεν έφθασε την εβδόμην.

Πού δε να κατατάξη κανείς, αγαπητέ Φίλων, τους μεταχειριζομένους εις την ιστορίαν ποιητικάς λέξεις και εκφράσεις, εκείνους λ. χ. οίτινες γράφουν «ελέλιξε μεν η μηχανή, το δε τείχος πεσόν μεγάλως εδούπησε»;{57} Εις άλλο μέρος της λαμπράς αυτής ιστορίας αναγινώσκομεν• «Έδεσσα μεν δη ούτω τοις όπλοις περιεσμαραγείτο και ότοβος ην και κόναβος άπαντα εκείνα» {58}• και «ο στρατηγός εμερμήριζεν, ω τρόπω μάλιστα προσαγάγοι προς το τείχος». Έπειτα μεταξύ των ποιητικών τούτων λέξεων συναντώνται πολλαί πρόστυχοι, χυδαίαι και ταπειναί λέξεις, ως λ. χ. «επέστειλεν ο στρατοπεδάρχης τω κυρίω»• «οι στρατιώται ηγόραζον τα εγχρήζοντα»• και «ήδη λελουμένοι περί αυτούς εγίγνοντο». Ούτω ο ιστορικός ομοιάζει με ηθοποιόν, ο οποίος εις μεν τον ένα πόδα φορεί κόθορνον υψηλόν, εις δε τον άλλον σάνδαλον.

Αλλά θα συναντήσης και άλλους, οι οποίοι γράφουν τα προοίμια των πομπώδη, μεγαλοπρεπή και υπερβολικώς εκτενή, ούτως ώστε να ελπίζη ο αναγνώστης ότι τα κατόπιν θα είνε πάντως θαυμαστά εξ ίσου• αλλ' αντί τούτου το κύριον μέρος της ιστορίας είνε συνοπτικόν και ευτελές, ούτως ώστε το όλον να ομοιάζη προς παιδίον, προς έρωτα π. χ. ο οποίος φορεί, διά να παίζη, προσωπίδα τεραστίαν Ηρακλέους ή Τιτάνος• και ευθύς έρχεται εις την μνήμην του αναγνώστου η παροιμία «ώδινεν όρος». Νομίζω δε ότι δεν πρέπει να γίνεται ούτω, αλλά όλα τα μέρη να είνε εις το αυτό ύφος και το άλλο σώμα ν' αναλογή προς την κεφαλήν, να μη είνε δε χρυσή η περικεφαλαία, ο δε θώραξ γελοίος, σχηματισμένος από ράκη και σαπρά δέρματα, η ασπίς πλεκτή από λυγαριάν, αι δε περικνημίδες από δέρμα χοίρου. Είνε δε πολλοί τοιούτοι συγγραφείς, οι οποίοι θέτουν την κεφαλήν του Ροδίου κολοσσού επί σώματος νάνου. Άλλοι εξ εναντίας παρουσιάζουν ακέφαλα τα σώματα, και χωρίς προοίμιον εισέρχονται αμέσως εις την διήγησιν. Ούτοι νομίζουν ότι ακολουθούν το παράδειγμα του Ξενοφώντος όστις ήρχισεν ούτω• «Δαρείου και Παρυσάτιδος παίδες γίγνονται δύο», και άλλων αρχαίων. Αγνοούν ότι η διήγησις πολλάκις έχει και δύναμιν προοιμίου, ήτις διαφεύγει την αντίληψιν των πολλών.

Αλλά πάντα ταύτα τα ελαττώματα, είτε της εκφράσεως είτε της συνθέσεως είνε υποφερτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες ψεύδονται εις την γεωγραφίαν όχι κατά παρασάγγας, αλλά κατά σταθμούς{59} ολοκλήρους πώς δύνανται να δικαιολογηθούν; Είς εκ τούτων μετά τόσης αμελείας συνέλεξε τας πληροφορίας του, χωρίς να εύρη κανένα Σύρον και τον ερωτήση, ούτε καν ν' ακούση τα παραμύθια τα οποία λέγονται εις τα κουρεία, ώστε γράφων περί της Ευρώπου, λέγει τα εξής: «Η Εύρωπος ευρίσκεται εις την Μεσοποταμίαν και απέχει του Ευφράτου δύο σταθμούς• είνε δε αποικία των Εδεσσαίων». Και δεν ηρκέσθη εις τούτο μόνον, αλλά και την πατρίδα μου τα Σαμόσατα εις το αυτό βιβλίον εσήκωσεν ο γενναίος και ομού με την ακρόπολιν και τα τείχη της μετέφερεν εις την Μεσοποταμίαν, ούτως ώστε να την περιρρέουν οι δύο ποταμοί, να διέρχωνται εγγύτατα αυτής εκατέρωθεν και σχεδόν να γλύφουν τα τείχη της. Θα ήτο δε γελοίον, αγαπητέ Φίλων, εάν τώρα επεχείρουν να σου αποδείξω ότι δεν είμαι Πάρθος, ούτε εκ Μεσοποταμίας, όπου μ' έφερε και με απώκισεν ο θαυμαστός συγγραφεύς.

Αλλά και εκείνο το οποίον λέγει ο αυτός συγγραφεύς περί του Σευηριανού, ορκιζόμενος ότι το ήκουσεν από κάποιον εκ των επανελθόντων από τον πόλεμον, είνε πολύ πιθανόν• ούτε με ξίφος εφονεύθη, ούτε δηλητήριον έπιεν, ούτε εκρεμάσθη, αλλ' επενόησεν ένα θάνατον τραγικόν και πρωτοφανή διά την τόλμην• έτυχε να έχη υπερμεγέθη ποτήρια υάλινα από την καλλιτέραν ύαλον• όταν δε ενόησεν ότι δεν ηδύνατο ν' αποφύγη τον θάνατον, έθραυσε το μεγαλείτερον εξ αυτών και έν εκ των συντριμμάτων μετεχειρίσθη διά να σφαγή, κόψας δι' αυτού τον λαιμόν του. Ούτε εγχειρίδιον, ούτε λόγχην εύρε διά ν' αποθάνη με ευγενή και ηρωικόν θάνατον. Έπειτα, επειδή ο Θουκυδίδης παρεισάγει ένα επιτάφιον των πρώτων του Πελοποννησιακού πολέμου νεκρών, ενόμισε και αυτός ότι δεν έπρεπε να' μείνη χωρίς επιτάφιον ο Σευηριανός• διότι όλοι αυτού του είδους οι ιστορικοί αμιλλώνται προς τον ουδόλως πταίοντα διά τας εν Αρμενία συμφοράς Θουκυδίδην. Αφού λοιπόν έθαψε τον Σευηριανόν μεγαλοπρεπώς, αναβιβάζει επί του τάφου κάποιον Αφράνιον Σίλωνα εκατόνταρχον, ανταγωνιστήν του Περικλέους, όστις τοιαύτα και τοσαύτα ρητορεύει, ώστε μα τας Χάριτας πολύ εδάκρυσα από τον γέλωτα, μάλιστα όταν ο ρήτωρ Αφράνιος εις το τέλος του λόγου, δακρύων και στενάζων με περιπάθειαν ανέφερε τα πολυτελή γεύματα, εις τα οποία είχε παρακαθήσει με τον κηδευθέντα, και τας προπόσεις, αίτινες έγιναν εις αυτά. Επέστεψε δε τον επιτάφιον κατά τρόπον Αιάντειον• διότι ανελκύσας το ξίφος του με πολλήν γενναιότητα και ως ήρμοζεν εις ένα Αφράνιον, εσφάγη επί του τάφου και ενώπιον όλων. Αλλ' έπρεπε προ πολλού, μα τον Άρην, να έχη σφαγή, διά να μη εκφωνήση τοιούτον λόγον. Ο ιστορικός λέγει προσέτι ότι οι παρόντες όλοι εθαύμασαν και πολύ επήνεσαν τον Αφράνιον. Εγώ δε και διά τα άλλα τον κατέκρινα, διότι παρ' ολίγον ν' αναμίξη εις τον λόγον του ζωμούς και πινάκια και εδάκρυεν εις την ανάμνησιν των τηγανιτών• αλλ' εκείνο διά το οποίον προ πάντων τον εθεώρησα ασυγχώρητον είνε ότι πριν ή αυτοκτονήση δεν έσφαξε και τον συγγραφέα.

Είχα και άλλους πολλούς ομοίους συγγραφείς να σου αναφέρω, φίλε μου, αλλ' αρκούμενος εις τους ειρημένους ολίγους, θα μεταβώ τώρα εις την άλλην υπόσχεσίν μου, την συμβουλήν περί του πώς δύναται τις να συγγράφη καλλίτερα. Τινές εκ των ιστορικών τα μεν μεγάλα και αξιομνημόνευτα γεγονότα παραλείπουν ή παρατρέχουν, από αμάθειαν δε και απειροκαλίαν και άγνοιαν εκείνων τα οποία πρέπει ν' αναφέρωνται και εκείνων τα οποία πρέπει ν' αποσιωπώνται, περιγράφουν με πολλήν επιμέλειαν και χρονοτριβήν τα πλέον ασήμαντα. Ομοιάζουν δηλαδή μ' εκείνον όστις το μεν όλον κάλλος του Διός της Ολυμπίας, το οποίον είνε τόσον μέγα και εξαίσιον, δεν θα έβλεπεν, ούτε θα εθαύμαζεν, ούτε εις τους μη γνωρίζοντας θα εξήγει, θα εθαύμαζε δε του υποποδίου την καλήν και τεχνικήν κατεργασίαν και του βάθρου την ευρυθμίαν και αυτά όλα θα τα εξήγει με πολλήν επιμέλειαν και λεπτολογίαν. Ανέγνωσα το έργον ενός, όστις την μάχην της Ευρώπου μόλις εις επτά γραμμάς αναφέρει, καταναλίσκει δε είκοσι και πλέον μέτρα νερού {60} εις ψυχράν διήγησιν, ήτις ουδόλως μας ενδιαφέρει• πώς Μαύρος τις ιππεύς Μαυσάκας ονομαζόμενος, αναγκασθείς υπό της δίψης να πλανηθή εις τα όρη, συνήντησε Σορούς χωρικούς ετοιμαζομένους να προγευματίσουν• και ότι κατ' αρχάς μεν τον εφοβήθησαν, έπειτα όμως μαθόντες ότι ήτο εκ των φίλων, τον εφιλοξένησαν και του έδωκαν να φάγη• διότι και εξ αυτών κάποιος είχε μεταβή εις την χώραν των Μαύρων ως στρατιώτης. Ακολουθούν δε μύθοι μακροί και διηγήσεις• ότι και αυτός ο Σύρος εκυνήγησεν εις την Μαυρουσίαν, ότι είδε πολλούς ελέφαντας ομού βόσκοντας και ότι παρ' ολίγον να καταφαγωθή υπό λέοντος και πόσα ψάρια ηγόρασεν εις την Καισάρειαν. Και ο παράδοξος συγγραφεύς, αφήσας την τόσην αιματοχυσίαν, ήτις έγινεν εις την Εύρωπον, τας επελάσεις και τας αναγκαίας ανακωχάς {61}, τας φυλακάς και αντιφυλακάς, εκάθητο μέχρι βαθείας εσπέρας και έβλεπε τον Σύρον Μαλχίωνα ν' αγοράζη εις την Καισάρειαν εις μικράν τιμήν σκάρους υπερμεγέθεις• και αν δεν ενύκτωνεν, ίσως και θα επερίμενε να ψηθούν οι σκάροι, διά να δειπνήση μετ' αυτού. Αν αυτά δεν ανεφέροντο λεπτομερώς εις την ιστορίαν, θα εχάναμεν σπουδαία γεγονότα και η ζημία των Ρωμαίων θα ήτο υπερβολική, εάν ο Μαυσάκας ο Μαύρος διψών δεν εύρισκε να πίη και νηστικός επέστρεφεν εις το στρατόπεδον. Αλλά και πόσας άλλας λεπτομερείας του επεισοδίου πολύ αναγκαιοτέρας παρέλειψα εγώ εκουσίως• ως λ.χ. ότι και μίαν αυλητρίδα έφεραν εκ του πλησίον χωρίου και ότι αντήλλαξαν δώρα και ο μεν Μαύρος έδωκεν εις τον Μαλχίωνα μίαν λόγχην, ο δε Μαλχίων προς τον Μαύρον μίαν πόρπην, και άλλα πολλά τοιαύτα σπουδαία συμβάντα της μάχης της Ευρώπου. Αληθώς δύναταί τις να είπη περί των τοιούτων ιστορικών ότι δεν βλέπουν το ρόδον, αλλά μετά προσοχής παρατηρούν τας ακάνθας του στελέχους του.

Άλλος, Φίλων, πολύ γελοίος και ούτος, όστις ουδέποτε απεμακρύνθη από την Κόρινθον και ούτε μέχρι Κεγχρεών {62} εταξείδευσε και ούτε την Συρίαν ή την Άρμενίαν είδεν, ήρχισεν ως εξής την ιστορίαν του πολέμου, ως αυτολεξεί ενθυμούμαι• «Εις τα ώτα του πρέπει να δυσπιστή τις περισσότερον παρά εις τους οφθαλμούς. Γράφω λοιπόν όσα είδα, όχι όσα ήκουσα» {63}. Και με τόσην ακρίβειαν είδε τα πάντα, ώστε λέγει ότι αι δράκοντες {64} των Πάρθων — είνε δε οι δράκοντες σήματα στρατιωτικών μονάδων και έκαστος δράκων, νομίζω, ευρίσκεται επί κεφαλής μιας χιλιάδος—είνε πραγματικοί δράκοντες υπερμεγέθεις, οίτινες ζουν εις την Περσίαν ολίγον υψηλοτέρα της Ιβηρίας{65}, Τους όφεις τούτους έχουν δεμένους εις μεγάλα κοντάρια και κρατούν υψηλά, ούτως ώστε, όταν εφορμούν, και εκ μακράς αποστάσεως προξενούν φόβον• όταν δε συμπλέκωνται με τους αντιπάλους, τους εξαπολύουν κατά των εχθρών• πάρα πολλοί δε εκ των ημετέρων κατεπόθησαν ούτω υπ' αυτών και άλλοι περισφιχθέντες υπ' αυτών απεπνίγησαν και συνετρίβησαν τα κόκκαλά των. Αυτά δε παριστάμενος έβλεπεν ο συγγραφεύς, ο οποίος όμως προς ασφάλειαν είχεν ανέλθει εις δένδρον υψηλόν. Και καλώς έπραξε ναποφύγη την συνάντησιν των θηρίων, διότι άλλως δεν θα είχαμεν τώρα ένα τόσον θαυμάσιον συγγραφέα, όστις και ως μαχητής έπραξε μεγάλα και ένδοξα εις τον πόλεμον εκείνον• διότι και κινδύνους πολλούς διέτρεξε και επληγώθη παρά την Σούραν, δηλαδή ενώ μετέβαινεν από του Κρανείου εις την Λέρναν {66}. Και ανέγνωσε ταύτα εις επήκοον των Κορινθίων, οίτινες καλώς εγνώριζαν ότι μήτε εις τοιχογραφίαν είχεν ιδεί πόλεμον. Αλλ' ούτε τα όπλα εγνώριζεν, ούτε πώς είνε τα πολιορκητικά μηχανήματα, ούτε τα ονόματα των διαφόρων παρατάξεων και διαιρέσεων των στρατευμάτων• διά τούτο και πάντοτε λέγει πλαγίαν την ευθείαν φάλαγγα, κατά κέρως δε την κατά μέτωπον προσβολήν.

Άλλος δέ τις, επίσης εξαίρετος συγγραφεύς• περιέλαβε και ανεκάτωσεν εις πεντακοσίας και ίσως ολιγωτέρας γραμμάς όλα όσα συνέβησαν εξ αρχής του πολέμου εις την Αρμενίαν, την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν, όσα συνέβησαν εις τον Τίγρητα και εις την Μηδίαν και αφού έπραξε τούτο λέγει ότι έγραψεν ιστορίαν. Παρ' ολίγον δε να κάμη μακρότερον του όλου βιβλίου τον τίτλον του• «Αντιοχιανού, νικητού εις τους ιερούς αγώνας του Απόλλωνος (θα είχε νικήσει ίσως δόλιχον {67} κατά τους παιδικούς του χρόνους), διήγησις των επ' εσχάτων πολεμικών πράξεων των Ρωμαίων εν Αρμενία και Μεσοποταμία και εν Μηδία».

Αλλ' ανέγνωσα και την ιστορίαν ενός άλλου, όστις έγραφε τα γεγονότα προφητικώς, δηλαδή ως μέλλοντα• και προανήγγειλε την σύλληψίν του Ουολογέσου και τον θάνατον του Οσρόου, λέγων ότι θα παρεδίδετο εις τους λέοντας, και επέστεψε το όλον έργον του με τον περιπόθητον εις ημάς θρίαμβον. Ούτω μαντικώς επροχώρει προς το τέλος με σπουδήν, αλλ' ανεκόπη εις τον δρόμον του, διά να κτίση εις την Μεσοποταμίαν μίαν πόλιν εκ των μεγαλειτέρων και ωραιοτέρων• ακόμη δε σκέπτεται και εξετάζει αν πρέπει να ονομασθή Νίκαια εκ της νίκης ή Ομόνοια ή Ειρηνία. Και το μεν ζήτημα τούτο μένει άλυτον, μένει δε ανώνυμος η ωραία πόλις και πλήρης φλυαρίας και μωρολογίας• υπεσχέθη δε ήδη να γράψη και περί των μελλόντων να γίνουν εις τας Ινδίας και να περιγράψη τον περίπλουν εις τον Ινδικόν ωκεανόν• και δεν περιωρίσθη μόνον εις την υπόσχεσιν, αλλά συνέταξεν ήδη και το προοίμιον της Ινδικής εκστρατείας και η τρίτη λεγεών, οι Κελτοί και μέρος των Μαύρων μετά του Κασσίου διέβησαν τον Ινδόν ποταμόν. Παν ό,τι δε θα πράξουν και πώς θα δεχθούν την έφοδον των ελεφάντων, δεν θα βραδύνη να μας τα γράψη ο θαυμαστός ιστορικός από την Μουζίριδα ή την χώραν των Οξυδρακών.

Πολλάς τοιαύτας μωρολογίας γράφουν εξ αμαθείας και τα μεν αξιοπαρατήρητα είτε δεν βλέπουν, είτε και αν βλέπουν δεν δύνανται να τα περιγράφουν όπως πρέπει• αντλούντες δε από την φαντασίαν των και πλάττοντες μύθους, γράφουν ό,τι φθάσουν, κατά το λεγόμενον, και υπερηφανεύονται διά τον αριθμόν των βιβλίων των και μάλιστα διά τας επιγραφάς αυτών, αίτινες επίσης είνε γελοιωδέσταται, ως λ. χ. «του δείνα Παρθικών νικών{68} βιβλία τόσα»• και έπειτα• «Παρθίδος πρώτον, δεύτερον» δηλαδή όπως Ατθίδος{69}. Άλλος έγραψεν έτι αμαθέστερον τίτλον εις το βιβλίον του, τον οποίον ανέγνωσα• «Δημητρίου Σαγαλασσέως Παρθονικικά». Δεν αναφέρω δε ταύτα, διά να εμπαίξω τους συγγραφείς εκείνους και γελάσω με τας ιστορίας των, αι οποίαι είνε τόσον διασκεδαστικαί, αλλά διά να δώσω μίαν χρήσιμον συμβουλήν, ότι, όστις κατορθόνει ν' αποφεύγη τα τοιαύτα, απέκτησεν ήδη κατά μέγα μέρος την αρετήν να συγγράφη ορθώς και πολύ ολίγα στοιχεία του λείπουν ακόμη, εάν αληθεύη εκείνο το οποίον διδάσκει η διαλεκτική, ότι μεταξύ δύο αντιθέτων και ασχέτων εάν απορρίψωμεν το έν, δεχόμεθα κατ' ανάγκην το άλλο.

Τώρα, θα μου είπη κανείς, εκαθάρισες εντελώς το γήπεδον, άκανθαι δε και βάτοι όσαι υπήρχον εις αυτό εξερριζώθησαν και των άλλων τα ερείπια απεκομίσθησαν και πάσα ανωμαλία ισοπεδώθη• ώστε καιρός να οικοδομήσης και συ, διά να δείξης ότι δεν είσαι ικανός μόνον να καταρρίπτης τα οικοδομήματα των άλλων, αλλ' ότι και κάτι δύνασαι να δημιουργήσης καλώς και τοιούτον ώστε ουδείς ουδ' αυτός ο Μώμος να δύναται να το κατηγορήση.

Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι' αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}.

Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι' έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα.

Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς, τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος να τα μετατρέψη.

Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην, του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών, δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του, και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι, ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν, τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα, άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν.

Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια, οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα.

Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα, αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα.

Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων, να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη υστερήση.

Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον δυσάρεστον εις την ακοήν.

Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ' αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον• έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον.

Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες, αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη.

Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα, έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά.

Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο Φειδίας της ιστορίας.

Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες• παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων• θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα.

Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα.

Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών, των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή, αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα.

Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου; και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε πολλά.

Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν' αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν.

Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν.

Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής.

Εν γένει τούτο σου συνιστώ να ενθυμήσαι — και θα σου το επαναλάβω πολλάκις— ότι γράφων δεν πρέπει μόνον να υπολογίζης εις το παρόν, δηλαδή πώς να επαινεθής και τιμηθής υπό των συγχρόνων σου, αλλ' αποβλέπων εις το παντοτεινόν, γράφε μάλλον διά τας επερχομένας γενεάς και παρ' εκείνων να προσδοκάς την αμοιβήν του έργου σου, διά να λέγουν και περί σου• «εκείνος ήτο ελεύθερος άνθρωπος και πλήρης παρρησίας, και ουδέν έγραψε κολακευτικόν, ούτε δουλοπρεπές, αλλ' εις όλα του διαλάμπει η αλήθεια». Τούτο πας σωφρονών πρέπει να θεωρή προτιμότερον από όλους τους επαίνους της εποχής του, οίτινες τόσον ολίγον διαρκούν. Γνωρίζεις την ιστορίαν του Κνιδίου αρχιτέκτονος και εκείνο το οποίον έπραξε διά την υστεροφημίαν του; Αυτός έκτισε τον επί του Φάρου πύργον, έργον εκ των μεγίστων και ωραιοτέρων, διά να οδηγή με την λάμψιν του από μακράν τους ναυτικούς, ώστε να μη εξοκέλλουν εις την Παραιτονίαν ακτήν, ήτις είνε λίαν επικίνδυνος, ως λέγεται, διά τας υφάλους της. Αφού δε ο πύργος επερατώθη, εχάραξεν επί των πετρών το όνομά του, επιχρίσας δε και καλύψας την επιγραφήν με γύψον επέγραψε το όνομα του τότε βασιλεύοντος, σκεπτόμενος, όπως και έγινεν, ότι εντός πολύ ολίγου χρόνου θα πέσουν τα γράμματα ομού με το επίχρισμα, θα εμφανισθή δε εκείνο το οποίον είχε χαράξει επί των πετρών «Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν, υπέρ των πλωιζομένων». Βλέπεις ότι και εκείνος δεν απέβλεπεν εις την τότε εποχήν, ούτε εις την εφήμερον ζωήν του, αλλ' εις τους αιώνας, έως ότου θα έμενεν όρθιος ο πύργος του και θα διετηρείτο η τέχνη του.

Και η ιστορία λοιπόν ούτω πρέπει να γράφεται, μάλλον με την αλήθειαν, διά ναρέση εις τους μεταγενεστέρους, παρά με κολακείαν, διά να είνε ευχάριστος εις τους τώρα επαινουμένους. Τούτο να έχης ως κανόνα και στάθμην της ιστορίας• και αν μεν συμμορφωθούν τινες προς τον κανόνα τούτον, έχει καλώς και δεν εκοπίασα εις μάτην, διά να γράψω τανωτέρω• άλλως εκύλισα και εγώ τον πίθον εις το Κράνειον.

ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Άπαντα ΤΟΜΟΣ Β'. Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. — Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλομειδής ή απιστών. — πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

{1} Εννοεί τον Άνουβιν, θεόν των Αιγυπτίων κυνοπρόσωπον, όστις ενομίζετο ως ο αυτός με τον Ερμήν των Ελλήνων.

{2} Διότι η όψις των Γοργόνων απελίθωνε.

{3} Με λευκόν λίπος.

{4} ΑΘώον κατηγορείς.

{5} Χώμα με ύδωρ αναμίξας.

{6} Πλήρεις δε του Διός είνε αι οδοί όλαι και των ανθρώπων αι αγοραί.

{7} Ομηρική φράσις : Εις την χώραν των χρηστών Αιθιόπων.

{8} Ποιητική έκφρασις: Δοτήρες των αγαθών.

{9} «Περιστρεφομένη εις τον καπνόν». Ομηρική φράσις επίσης.

{10} Το Κράνειον ήτο γυμναστήριον επί τινος λόφου, πλησίον της Κορίνθου, το οποίον περιέβαλλεν ιερόν άλσος. Το Λύκειον ήτο επίσης γυμναστήριον εις έν των προαστείων των Αθηνών, όπου οι νέοι συνηθροίζοντο διά τας ασκήσεις των, οι δε φιλόσοφοι διά τας συζητήσεις των. Ο Διογένης συνήθιζε να διέρχεται τον μεν χειμώνα εις τας Αθήνας, το δε θέρος εις την Κόρινθον, μιμούμενος κωμικώς τον βασιλέα της Περσίας, όστις τον μεν χειμώνα διέμενεν εις τα Σούσα, κατά δε το θέρος εις τα Εκβάτανα. Διά τούτο ο Διογένης παραγγέλλει εις τον Πολυδεύκη ναναζητήση τον μαθητήν του Μένιππον εις τα μέρη όπου αυτός εσύχναζε.

{11} Εις την αρχήν εκάστου μηνός, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν τας οικίας των. Και όσα εδέσματα υπήρχον εις αυτάς προ της καθάρσεως εξετίθεντο εις τα σταυροδρόμια. Οι δε πτωχοί, τους οποίους η πείνα καθίστα ολιγώτερον δεισιδαίμονας, έκλεπτον τα φαγητά ταύτα, τα οποία ωνομάζοντο «δείπνα της «Εκάτης».

12} Σοφιστικός συλλογισμός: Έχετε ό,τι δεν εχάσατε• κέρατα δεν εχάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ανάλογον σόφισμα ήσαν οι κροκόδειλοι.

{13} Σύντροφος του Ηρακλέους, τον οποίον η Ήβη ανενέωσεν.

{14} Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115 Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.

{15} Ελέγετο ότι ηυτοκτόνησε.

{16} Ή σήκωσε με ή να σε σηκώσω.

{17} Ο Λουκιανός φαίνεται αγνοών ότι ο Αννίβας είχεν εκτός της Φοινικικής και Έλληνικήν παίδευσιν.

{18} Φυτόν του οποίου το αφέψημα εθεωρείτο ιαματικόν διά την παραφροσύνην.

{19} Εις την Οδύσσειαν B. V. 5,488.

{20} Ο οποίος να μη έχη μεγάλην περιουσίαν.

{21} Είτε ανδρείος ήτο, είτε άνανδρος.

{22} Φυτόν το οποίον εθωρείτο ως ιαματικόν της φρενοβλαβείας.

{23} Λόγοι των γερόντων της Τροίας επί τη διαβάσει της Ελένης : Δικαίως χάριν μιας τοιαύτης γυναικός υποφέρομεν τόσον καιρόν.

{24} Αποσυντεθειμένα κρανία

{25} Ο Πυθαγόρας, συνεπής εις τας περί μετεμψυχώσεως θεωρίας του διετείνετο ότι προϋπήρξεν ως Εύφορβος.

{26} Ο Πυθαγόρας εδίδασκεν αποχήν από των κυάμων και έλεγεν ότι το τρώγειν κυάμους ήτο ίσον με το τρώγειν τας κεφαλάς των γονέων.

{27} Ο Αλκιβιάδης.

{28} Οι κυνικοί ελέγοντο και απλώς κύνες.

{29} Δεν είχεν ανάγκην περισσοτέρας, διότι κατά την σχετικήν μυθικήν παράδοσιν η σύζυγος του απέθανεν εκ τρόμου άμα τον είδε.

{30} Ομήρου Ιλιάς, Β στ. 672: Ο υιός της Αγλαΐας και του Χάροπος, ο ωραιότερος των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων.

{31} Παρωδία στίχων του Ευριπίδου εις τον «Ηρακλήν μαινόμενον» : Χαίρετε στέγη και πρόθυρα του σπιτιού μου. Με τι χαρά σας βλέπω, τώρα που επανήλθα εις το φως.

{32} Ευριπίδου «Εκάβη» στ. 1: Έρχομαι από τα σκοτεινά βάραθρα του Άδου, όπου οι νεκροί κατοικούν μακράν των θεών.

{33} Εξ απολεσθείσης τραγωδίας του αυτού ποιητού : Όχι, αλλ' ολοζώντανον μ' εδέχθη ο Άδης.

{34} Εκ της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου απόσπ. ΙΑ: Με παρέσυρεν η νεότης και υπερβολική της σκέψεως τόλμη.

{35} Ομήρου «Οδύσσεια» Β, στ. 163 : Κατέβηκα εις τον Άδην, ω φίλε, διά να συμβουλευθώ τον εκ Θηβών Τειρεσίαν.

{36} Όπου κατά τους στίχους του Ησιόδου, ευρίσκεται η αρετή.

{37} Εκ της Οδύσσειας: Και φεύγομεν θλιβόμενοι, και χύνοντες χονδρά δάκρυα.

{38} Και την νυκτίαν Εκάτην και την φοβεράν Περσεφόνην.

{39} ΕφοβήΘη δε εις τον Άδην ο βασιλεύς των νεκρών Πλούτων.

{40} Είδος σιδηρού κλοιού με αρπάγην.

{41} Αποσυντεθειμένοι.

{42} θεατρικά υποδήματα.

{43} Επίθετον της Περσεφόνης.

{44} Παρωδία ομηρικού στίχου : Και ταύτα ειπών, επέστρεψεν εις τον λειμώνα των ασφοδέλων.

{45} Παροιμιώδεις ηλίθιοι. 46} Υποδήματα με ακατέργαστον δέρμα.

{47} Εννοεί, φαίνεται, κάποιον εκ των αποστόλων, ή πιθανώτερον τον μάγον Σίμωνα.

{48} Απολεσθείσα τραγωδία.

{49} Ο πόλεμος ούτος έγεινε κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Μάρκου Αυρηλίου, 162 μ. Χ.

{50} Ο Εμπεδοκλής, όστις ενόει διά τούτου τον πόλεμον των στοιχείων ή την παγκόσμιον κίνησιν, ην εθεώρει ως δημιουργικήν και συντηρητικήν αιτίαν των όντων.

{51} Κατετίθεντο εις τους ναούς και τα ανάκτορα τα έργα, τα γενικώς εκτιμώμενα διά να φυλάσσωνται ασφαλέστερον και μετά μεγαλειτέρας τιμής.

{52} Ο αρχιτέκτων ούτος ωνομάζετο Δεινοκράτης. Αλλά, παρά τα λεγόμενα υπό του Λουκιανού, η πρότασίς του, κατ' άλλην παράδοσιν, έκαμεν ευχάριστον εντύπωσιν εις τον Αλέξανδρον. Και η μεν ανδριαντοποίησις του όρους δεν εξετελέσθη, του ανέθεσεν όμως ο βασιλεύς την ανέγερσιν της Αλεξανδρείας.

{53} Εκ της Ιλιάδος. Εδίωκε δε μιν μέγ' αμείνων.

{54} Ιωνικαί λέξεις.

{55} Ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον.

{56} Ο ιστορικός εκείνος απεμιμείτο την περιγραφήν των όπλων του Αγαμέμνονος εις την Ιλιάδα.

{57} Ελέλιξε και εδούπησεν, Ομηρικαί λέξεις σημαίνουσαι, η μεν «εσείσθη» η δε «εκρότησε».

{58} Περιεσμαραγείτο (περιεβάλλετο υπό του θορύβου των όπλων), ποιητική λέξις, όπως και αι κατόπιν, ότοβος (θόρυβος) και κόναβος (κρότος) και εμερμήριζεν (εσκέπτετο).

{59} Παρασάγγης, Περσικόν μέτρον ίσον με 30 στάδια• σταθμός, διάστημα όσον δύναταί τις να διατρέξη εις μίαν ημέραν.

{60} Εννοεί το νερόν της κλεψύδρας, με την οποίαν εκανονίζετο η διάρκεια της ομιλίας των ρητόρων.

{61} Διά να ταφούν οι νεκροί.

{62} Πολίχνη μικρόν απέχουσα της Κορίνθου, το σημερινόν Καλαμάκι.

{63} Και ούτος αντιγράφει τον Ηρόδοτον, όστις λέγει τα αυτά εις βιβλ. 1 κεφ. 8.

{64} Οι Πάρθοι είχον ως σημαίας ομοιώματα δρακόντων εκ ξύλου ή άλλης ύλης, τους οποίους έφερον επί κοντών.

{65} Οι αρχαίοι έδιδον το όνομα Ιβηρία εις δύο διαφόρους χώρας• εις την σημερινήν Ισπανίαν και εις μίαν άλλην παρά τον Καύκασον, συμπίπτουσαν με την σημερινήν Γεωργίαν. Την δευτέραν δε ταύτην ενόει βέβαια ο ιστορικός• αλλά την τοποθετεί προς νότον της Περσίας, αντί προς βορράν.

{66} Δηλαδή από του Κρανείου της Κορίνθου μέχρι της πηγής Λέρνας, ήτις ευρίσκετο εις τα περίχωρα της αυτής πόλεως και ήτο διάφορος του ομωνύμου έλους, όπου ο Ηρακλής εφόνευσε την Ύδραν και το οποίον ήτο παρά το Άργος.

{67} Ο Λουκιανός παίζει εικάζων εκ της μακρολογίας του τίτλου ότι θα ενίκησε δόλιχον, δηλαδή μακρόν δρόμον.

{68} Τούτο δύναται να σημαίνη και νίκας των Πάρθων κατά των Ρωμαίων και νίκας των Ρωμαίων κατά των Πάρθων.

{69} Αι «Ατθίδες» ήσαν έργα του Φιλοχώρου, όστις έγραψεν επί Πτολεμαίου, του Φιλοπάτορος περί των ιστορικών αρχαιοτήτων της Αττικής. Ήτο εξ ίσου ποιητής και ιστορικός ευδόκιμος. Δυστυχώς τα έργα του, τα οποία μεγάλως ετιμώντο κατά την αρχαιότητα, απωλέσθησαν.

{70} Ο Λεωτροφίδης ήτο κακεντρεχής ποιητής Αθηναίος, του οποίου η μεγάλη ισχνότης κατήντησε παροιμιώδης. Ισχνός επίσης ήτο, φαίνεται, και ο Κόνων, διό ο Λ. τους θέτει αμφοτέρους εις αντίθεσιν δύο κολοσσών, του Τιτόρμου και του Μίλωνος.

{71} Δηλαδή το εναντίον εκείνου το οποίον έγινεν. Οι αιχμαλωτισθέντες Αθηναίοι, όσοι δεν εσφάγησαν, ερρίφθησαν εις τα λατομεία.

{72} Εννοεί τον Κτησίαν, όστις έγραψεν ιστορίαν της Περσίας, της οποίας, μόνον αποσπάσματά τινα εσώθησαν.

{73} Οι ίπποι της Νίσης εθεωρούντο οι ωραιότατοι και ευγενέστατοι των ίππων.

{74} Ναύαρχος του Αλεξάνδρου, όστις εγραψεν ιστορίαν, υπερακοντίσασαν πάντα τα τερατώδη μυθεύματα, τα οποία εγράφησαν περί του Αλεξάνδρου.

{75} Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν «άπολις», προς απόδοσιν της οποίας θα ήτο ίσως υπερβολική η λέξις «άπατρις».

{76} θουκυδίδ. Βιβλ. Δ'.

{77} Ποιηταί των Αλεξανδρινών και Ρωμαϊκών χρόνων.

{78} Ο Θεόπομπος ο Χίος, σύγχρονος του Ισοκράτους και είς των περιφανεστέρων μαθητών αυτού. Η ιστορία του περιελάμβανε την συνέχειαν του Πελοποννησιακού πολέμου και τα μέχρι του Φιλίππου γεγονότα και διηρείτο εις 58 βιβλία, εξ ων ουδέν διεσώθη. Φαίνεται ότι η περί αυτής κρίσις του Λουκιανού είνε καθ' υπερβολήν αυστηρά. Τουλάχιστον Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς την επαινεί πολύ και δι' άλλας αρετάς και διά την ακρίβειαν και φιλαλήθειαν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings