← Table of contents
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

Front matter (continued 2)

Ioannes Kondylakes translation

ΑΛΕΞ. Και δεν επαινείς, πατέρα, την αδιαφορίαν μου προς τους κινδύνους και το ότι όταν επολέμουν κατά των Οξυδρακών πρώτος ανέβηκα εις το τείχος και έλαβα τόσα τραύματα;

ΦΙΛ. Δεν το επιδοκιμάζω αυτό, Αλέξανδρε, όχι διότι δεν νομίζω ότι είνε καλόν και να τραυματίζεται ενίοτε ο βασιλεύς και να εκτίθεται πρώτος εις τους κινδύνους διά να ενθαρρύνη τον στρατόν του, αλλ' εις εσέ δεν εταίριαζε το τοιούτον διότι αφού ενομίζεσο θεός, εάν ετραυματίζεσο και σε έβλεπον να σε αποκομίζουν εκ της μάχης αιματωμένον και στενάζοντα εκ του πόνου, θα εγελούσαν οι βλέποντες και βέβαια ο Άμμων θα εθεωρείτο αγύρτης και ψευδομάντις, οι δε προφήται θ' απεδεικνύοντο κόλακες. Ποίος δεν θα εγέλα να βλέπη τον υιόν του Διός λιποθυμούντα και έχοντα ανάγκην ιατρών; Και τώρα ότε απέθανες δεν νομίζεις ότι πολλοί θα εμπαίζουν την προσποίησίν σου εκείνην, βλέποντες τον θεωρούμενον θεόν να είνε ξαπλωμένος νεκρός, ν' αρχίζη να σήπεται και να πρίσκεται όπως όλα τα πτώματα; Άλλως τε και εκείνο το οποίον είπες χρήσιμον, Αλέξανδρε, ότι διά τούτο ενίκας ευκόλως, αφήρει πολύ από την δόξαν των κατορθωμάτων σου• διότι όλα εφαίνοντο μικρά, αφού εγίνοντο υπό θεού.

ΑΛΕΞ. Και όμως αυτή δεν είνε η ιδέα των ανθρώπων περί εμού, αλλ' εξ εναντίας με θεωρούν εφάμιλλον προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον, μολονότι την ακρόπολιν Άορνον, την οποίαν κανείς εξ αυτών δεν εκυρίευσε, εγώ μόνον εκυρίευσα.

ΦΙΛ. Βλέπεις ότι και αυτά τα λέγεις ως υιός του Άμμωνος και παραβάλλεις τον εαυτόν σου προς τον Ηρακλήν και τον Διόνυσον; Δεν εντρέπεσαι, Αλέξανδρε, και δεν θ' αποβάλης την οίησιν, δεν θ' αποκτήσης ορθήν συνείδησιν της καταστάσεώς σου και δεν θα καταλάβης επί τέλους ότι είσαι νεκρός;

15. &Αχιλλέως και Αντιολόχου.&

ΑΝΤ. Τι γελοία και ανάξια των δύο σου διδασκάλων Χείρωνος και Φοίνικος ήσαν εκείνα, τα οποία έλεγες προ ημερών προς τον Οδυσσέα {19} περί του θανάτου; Διότι σε ήκουα όταν έλεγες ότι θα ήθελες μάλλον να ευρίσκεσαι εις τον κόσμον έστω και να είσαι δούλος εις πτωχόν γεωργόν, «ω μη βίωτος πολλύς είη», {20} παρά να βασίλευες επί όλων των νεκρών. Αυτά θα ήρμοζον ίσως να τα λέγη κάποιος Φρυξ ουτιδανός και δειλός και υπέρ το πρέπον φιλόζωος• αλλά του Πηλέως ο υιός, ο αφοβώτερος εξ όλων των ηρώων να σκέπτεται τόσον ταπεινά περί του εαυτού του, είνε πολύ αισχρόν και αντίθετον προς όλα όσα έπραξες κατά την ζωήν σου, ότε ενώ ηδύνασο να βασίλευες και να ζης επί μακρόν εις την Φθιώτιδα χωρίς δόξαν, εκουσίως επροτίμησες τον ένδοξον θάνατον.

ΑΧΙΛ. Αλλά τότε, υιέ του Νέστορος, δεν εγνώριζα ακόμη τα εδώ και μη δυνάμενος να διακρίνω ποίον ήτο το καλλίτερον, επροτίμων την ελεεινήν εκείνην και ισχνήν δόξαν από την ζωήν• τώρα δε εννοώ, ότι η μεν δόξα ήτο ανωφελής, μολονότι πολλά εγκώμια θα μου ψάλλουν δι' αυτήν οι ζώντες, μεταξύ δε των νεκρών υπάρχει ισότης και ούτε το κάλλος διατηρείται, ούτε η ανδρεία, αλλά όλοι ευρισκόμεθα εις το αυτό σκότος όμοιοι και εις τίποτε δεν διαφέρομεν μεταξύ μας• και ούτε οι νεκροί των Τρώων με φοβούνται, ούτε αι νεκροί των Ελλήνων με σέβονται. Ισότης πλήρης και ως νεκρός προς τον νεκρόν ομοιάζει "ημέν κακός ηδέ και εσθλός». {21} Αυτά με στενοχωρούν και λυπούμαι διότι δεν ζω έστω και ως δούλος.

ΑΝΤ. Τι να γείνη όμως, Αχιλλεύ; Ούτω ηθέλησεν η Φύσις, ν' αποθνήσκωμεν, ώστε πρέπει να υποφέρωμεν τον νόμον της και να μη λυπούμεθα δια τα αναπόφευκτα. Άλλως τε και βλέπεις πόσοι φίλοι σου ευρισκόμεθα εδώ γύρω σου• μετ' ολίγον δε θα έλθη εξάπαντος και ο Οδυσσεύς. Αλλ' είνε παρήγορον και ότι ο θάνατος είνε κοινός και δεν αποθνήσκομεν μόνον ημείς. Βλέπεις τον Ηρακλή και τον Μελέαγρον και άλλους θαυμαστούς άνδρας, οι οποίοι πιστεύω, ότι δεν θα εδέχοντο να επιστρέψουν εις την ζωήν, εάν τούτο επετρέπετο εις αυτούς υπό τον όρον να γείνουν δούλοι εις ανθρώπους πτωχούς και ταπεινούς.

ΑΧΙΛ. Η συμβουλή σου είνε φιλική, αλλά δεν γνωρίζω πώς δεν παύει να με λυπή η ανάμνησις της ζωής. Νομίζω δε ότι και σεις παθαίνετε το ίδιον και αν δεν το ομολογήτε τόσω το χειρότερον, διότι κρατείτε εντός σας την πικρίαν σας.

ΑΝΤ. Όχι, είνε καλλίτερον, Αχιλλεύ, αυτό που κάνομεν, διότι βλέπομεν ότι οι λόγοι είνε ανωφελείς και προτιμώμεν να σιωπώμεν και να υπομένωμεν, διά να μη γελούν τουλάχιστον εις βάρος μας, όταν θα μας ακούουν να επιθυμούμεν οποία συ επιθυμείς.

16. &Διογένους και Ηρακλέους.&

ΔΙΟΓ. Δεν είνε αυτός ο Ηρακλής; Βέβαια δεν είνε άλλος, μα τον Ηρακλέα. Το τόξον, το ρόπαλον, η λεοντή, το μέγεθος του σώματος, όλα είνε του Ηρακλέους. Λοιπόν απέθανεν, ενώ είνε του Διός υιός; Ειπέ μου, ένδοξε νικητά, είσαι νεκρός; Διότι εγώ όταν εζούσα σου προσέφερα θυσίας ως θεού.

ΗΡ. Και καλά έκανες• διότι ο πραγματικός Ηρακλής ευρίσκεται εις τον ουρανόν με τους θεούς και έχει σύζυγον την καλλίσφυρον Ήβην, εγώ δε είμαι σκιά του.

ΔΙΟΓ. πώς είπες; Σκιά του θεού; Και είνε δυνατόν ένας να είνε κατά το ήμισυ θεός και ν' αποθάνη κατά το άλλο ήμισυ;

ΗΡ. Ναι, διότι δεν απέθανεν εκείνος, αλλ' εγώ το ομοίωμά του.

ΔΙΟΓ. Εννοώ• αντί του εαυτού του παρέδωκε σε εις τον Πλούτωνα και επομένως συ είσαι νεκρός αντί εκείνου.

ΗΡ. Κάτι τοιούτον.

ΔΙΟΓ. Αλλά δεν μου λες πώς ο Αιακός, ο οποίος είνε αυστηρός, δεν σε διέκρινε, αλλ' εδέχθη ένα ψεύτικον Ηρακλή;

ΗΡ. Διότι η ομοιότης ήτο τελεία.

ΔΙΟΓ. Πραγματικώς τόσον τελεία, ώστε είσαι ο ίδιος. Πρόσεξε μήπως συμβαίνη το εναντίον και είσαι συ ο Ηρακλής ο πραγματικός, η δε σκιά σου ενυμφεύθη την Ήβην και ευρίσκεται μεταξύ των θεών.

ΗΡ. Είσαι αυθάδης και φλύαρος και αν δεν παύσης τους εμπαιγμούς δεν θα βραδύνης να εννοήσης τίνος θεού είμαι ομοίωμα.

ΔΙΟΓ. Το τόξον σου είνε έτοιμον και πρόχειρον, αλλ' εγώ τι έχω να φοβηθώ αφού άπαξ απέθανα; Αλλά δεν μου λες, σε εξορκίζω εις τον άλλον Ηρακλή, και όταν εκείνος έζη, συνέζης με αυτόν και ήσουν και τότε φάσμα; ή ήσθε έν όλον εις την ζωήν, αφού δε απεθάνατε διηρέθητε και αυτός μεν επέταξεν εις τον ουρανόν, συ δε το φάσμα κατέβης εις τον Άδην;

ΗΡ. Δεν έπρεπε να δώσω καν απάντησιν εις άνθρωπον τόσον ενοχλητικόν αλλ' ας είνε, θα σου δώσω και αυτήν την εξήγησιν• όσον είχα από τον Αμφιτρύωνα τούτο απέθανε και είμαι εγώ εκείνο καθ' ολοκληρίαν• ό,τι δε είχα εκ του Διός ευρίσκεται εις τον ουρανόν μετά των θεών.

ΔΙΟΓ. Τώρα εκατάλαβα• λέγεις ότι η Αλκμήνη εγέννησε συγχρόνως δύο Ηρακλείς, τον μεν ένα εκ του Αμφιτρύωνος, τον δε άλλον εκ του Διός, ώστε χωρίς να το γνωρίζετε είσθε δίδυμοι.

ΗΡ. Όχι, ανόητε• ήμεθα έν και το αυτό πρόσωπον και οι δύο.

ΔΙΟΓ. Αυτό δεν είνε εύκολον να εννοηθή, ότι ήσαν δύο Ηρακλείς και απετέλουν ένα, εκτός εάν, όπως ο ιπποκένταυρος, ήσθε εις έν συγκολλημένοι άνθρωπος και θεός.

ΗΡ. Δεν σου φαίνεται ότι όλοι είνε ομοίως σύνθετοι από δύο, ψυχήν και σώμα; ώστε τι εμποδίζει η μεν ψυχή να ευρίσκεται εις τον ουρανόν, αφού προήρχετο εκ του Διός, εγώ δε το θνητόν μέρος μετά των νεκρών;

ΔΙΟΓ. Αλλά, λαμπρέ μου Αμφιτριωνίδη, αυτά θα ήσαν λογικά, αν ήσουν σώμα, ενώ τώρα είσαι ασώματον είδωλον• επομένως κινδυνεύεις τώρα να κάμης τριπλούν τον Ηρακλή.

ΗΡ. Πώς τριπλούν;

ΔΙΟΓ. Ούτω πως• εάν ο ένας ευρίσκεται εις τον ουρανόν, ο δε άλλος, συ το είδωλον, εδώ κάτω, το δε σώμα έλυωσε και μετεβλήθη εις κόνιν, αυτά γίνονται τρία• και σκέψου να εύρης πατέρα διά τον τρίτον Ηρακλή, δηλαδή το σώμα.

ΗΡ. Είσαι αυθάδης και κατεργάρης. Αλλά δεν μου λες ποίος είσαι;

ΔΙΟΓ. Είμαι το είδωλον του Διογένους του Σινωπέως• δεν είμαι δε εις τον ουρανόν μετά των αθανάτων, αλλ' εδώ ολόκληρος συναναστρέφομαι τους καλλιτέρους των νεκρών και καταγελώ τον Όμηρον και τα γελοία παραμύθια που αυτός μας διηγείται.

17. &Μενίπππου και Ταντάλου.&

ΜΕΝ. Γιατί κλαίεις, Τάνταλε, και θρηνολογείς κοντά στη λίμνη;

ΤΆΝ. Διότι πεθαίνω από την δίψαν.

ΜΕΝ. Και είσαι τόσο οκνηρός, ώστε βαρυέσαι να σκύψης να πιής ή και να πάρης νερόν με την παλάμην σου;

ΤΑΝ. Κι' αν σκύψω δεν μπορώ να σβύσω την δίψαν μου• διότι άμα πλησιάσω, φεύγει το νερόν και αν κατορθώσω να πάρω με τα χέρια μου, δεν προφθάνω να βρέξω τα χείλη μου, διότι φεύγει, δεν εννοώ πώς, διά μέσου των δακτύλων και αφήνει στεγνά τα χέρια μου.

ΜΕΝ. Φοβερόν αυτό που σου συμβαίνει, Τάνταλε. Αλλά δεν μου λες πώς έχεις ανάγκην να πίνης; Διότι σώμα δεν έχεις, το οποίον θα ηδύνατο να πεινά και να διψά• εκείνο έχει ταφή κάπου εις την Λυδίαν, συ δε είσαι ψυχή• πώς λοιπόν δύνασαι να διψάς ή να πίνης;

ΤΑΝ. Αυτή είνε η τιμωρία μου, να διψά η ψυχή μου, ως να ήτο σώμα.

ΜΕΝ. Τέλος πάντων ας το πιστεύσωμεν, αφού λέγεις ότι τιμωρείσαι με την δίψαν. Αλλά τι σε πειράζει αυτό; Ή φοβείσαι ότι θ' αποθάνης από δίψαν; Δεν βλέπω να υπάρχη άλλος Άδης εκτός τούτου ή θάνατος απ' εδώ εις άλλον τόπον.

ΤΑΝ. Σωστά, αλλά και αυτό είνε μέρος της καταδίκης, να επιθυμώ να πιω ενώ δεν έχω ανάγκην.

ΜΕΝ. Δεν είσαι καλά, Τάνταλε, και φαίνεται ότι αληθώς έχεις ανάγκην ποτού, ακράτου ελλεβόρου, {22} αφού έχεις πάθει το εναντίον του συμβαίνοντος εις τους λυσσώντας σκύλους και φοβείσαι, όχι το νερόν, αλλά την δίψαν.

ΤΑΝ. Και ελλέβορον Μένιππε, θα έπινα ευχαρίστως, αρκεί να τον είχα.

ΜΕΝ. Ησύχασε, Τάνταλε, διότι ούτε συ, ούτε άλλος εκ των νεκρών θα πίη ποτέ• είνε αδύνατον• μολονότι δεν είνε όλοι όπως συ καταδικασμένοι να επιθυμούν το νερόν και αυτό να τους αποφεύγη.

18. &Μενίππου και Ερμού.&

ΜΕΝ. Δεν μου λες πού είνε οι ωραίοι νέοι και η εύμορφες γυναίκες, Ερμή; Οδήγησε με διότι είμαι νεοφερμένος.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε• αλλά κύτταξε εκεί προς τα δεξιά• εκεί είνε ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος και ο Νιρεύς, ο Αχιλλεύς, η Τυρώ και η Ελένη και η Λήδα και όλα εν γένει τα αρχαία κάλλη.

ΜΕΝ. Δεν βλέπω παρά μόνον κόκκαλα και κρανία άσαρκα, όμοια μεταξύ των.

ΕΡΜ. Και όμως αυτά τα κόκκαλα είνε τα οποία εγκωμιάζουν όλοι οι ποιηταί και συ τώρα φαίνεσαι ότι τα περιφρονείς.

ΜΕΝ. Την Ελένην σε παρακαλώ να μου δείξης, διότι δεν δύναμαι να την διακρίνω εγώ.

ΕΡΜ. Αυτό το κρανίον είνε η Ελένη.

ΜΕΝ. Και χάριν αυτού εγέμισαν από στρατόν εξ όλης της Ελλάδος τα χίλια πλοία, τα οποία έπλευσαν κατά της Τρωάδος, και έπεσαν τόσοι Έλληνες και βάρβαροι και τόσαι πόλεις ανεστατώθησαν;

ΕΡΜ. Αλλά δεν την είδες, Μένιππε, αυτήν την γυναίκα όταν έζη• διότι και συ θα έλεγες τότε ότι δεν είνε αδικαιολόγητον

τοιήδ' αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν• {23}

αφού και όταν ίδη κανείς ξηρά τα άνθη και αποχρωματισμένα, θα του φάνουν άσχημα, ενώ όταν είνε δροσερά και διατηρούν το χρώμα των φαίνονται ωραιότατα.

ΜΕΝ. Αλλ' ακριβώς διά τούτο θαυμάζω, ω Ερμή, πώς δεν εσκέφθησαν οι Έλληνες ότι δεν ήξιζε τον κόπον να υποφέρουν τόσα χάριν πράγματος τόσον ολίγον διατηρουμένου και τόσον ευκόλως μαραινομένου.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, Μένιππε, να φιλοσοφώ μαζύ σου. Ώστε έκλεξε μέρος, όπου θέλεις, διά να μένης, εγώ δε πηγαίνω να οδηγήσω άλλους νεκρούς.

19.

&Αιακού, Πρωτεσιλάου και Πάριδος.&

ΑΙΑΚ. Τι έπαθες, Πρωτεσίλαε, και εφώρμησες κατά της Ελένης διά να την πνίξης;

ΠΡΩΤ. Διότι εξ αιτίας της, ω Αιακέ, απέθανα και αφήκα μισόκτιστον το σπήτι μου και χήραν την νεαράν μου γυναίκα.

ΑΙΑΚ. Λοιπόν δι' αυτό πταίει ο Μενέλαος, ο οποίος σας ωδήγησε εναντίον της Τρωάδος χάριν τοιαύτης γυναικός.

ΠΡΩΤ. Έχεις δίκαιον, αυτόν πρέπει να αιτιώμαι.

ΜΕΝΕΛ. Όχι εμένα, φίλτατε• είνε δικαιότερον να κατηγορής τον Πάριν, που έκλεψε την γυναίκα εμού, ο οποίος τον εφιλοξένουν, κατά παράβασιν παντός δικαίου. Αυτός αξίζει να πνιγή όχι μόνον υπό σου αλλά υπό όλων των Ελλήνων και βαρβάρων, αφού τόσων τον θάνατον επροκάλεσε.

ΠΡΩΤ. Αυτό τω όντι είνε δικαιότερον. Συ λοιπόν, απαίσιε Πάρι, δεν θα μου γλυτώσης.

ΠΑΡ. Αυτό θα είνε άδικον, Πρωτεσίλαε, τοσούτω μάλλον καθ' όσον είμαι ομότεχνός σου• διότι και εγώ είμαι ερωτικός και εις τον αυτόν θεόν δουλεύω• γνωρίζεις δε ότι ο έρως είνε κάτι τι ακούσιον και κάποιος θεός μας οδηγεί όπου θέλει και μας είνε αδύνατον ν' αντισταθώμεν.

ΠΡΩΤ. Καλά λέγεις και θα ηυχόμην να δυνηθώ να συλλάβω εδώ τον Έρωτα.

ΑΙΑΚ. Εγώ θα σου απολογηθώ και εκ μέρους του Έρωτος. Αν ήτο εδώ θα έλεγεν ότι ίσως μεν έγινεν αφορμή να ερωτευθή ο Πάρις, αλλά διά τον θάνατόν σου ουδείς άλλος πταίει παρά συ, Πρωτεσίλαε, ο οποίος, λησμονήσας την νεόγαμον σύζυγον, άμα εφθάσατε εις την Τρωάδα, με τόσην αδιαφορίαν προς τον κίνδυνον και απρονοησίαν ώρμησες προ των άλλων διά να δοξασθής, ώστε και πρώτος κατά την απόβασιν εφονεύθης.

ΠΡΩΤ. Λοιπόν και εγώ, Αιακέ, θα σου δώσω μίαν απάντησιν διά τον εαυτόν μου ορθοτέραν• δεν πταίω εγώ δι' αυτά, αλλ' η Μοίρα η οποία ούτως είχεν ωρίσει εξ αρχής τα πράγματα.

ΑΙΑΚ. Σωστά• αλλά τότε διατί κατηγορείς τούτους;

20. &Μενίππου και Αιακού.&

ΜΕΝ. Σε παρακαλώ, Αιακέ, οδήγησέ με διά να ίδω όλα τα περίεργα του Άδου.

ΑΙΑΚ. Δεν είνε εύκολον, Μένιππε, να τα 'δης όλα• αλλά τα κυριώτερα δύνασαι να τα ίδης• γνωρίζεις ότι αυτός εδώ είνε ο Κέρβερος, γνωρίζεις και τον Πορθμέα ο οποίος σε επέρασε διά της Αχερουσίας, εισερχόμενος δε είδες την λίμνην και τον Πυριφλεγέθοντα.

ΜΕΝ. Τα γνωρίζω αυτά και σε ότι εκτελείς χρέη θυρωρού, είδα δε και τον βασιλέα και τας Ερινύας, αλλά δείξε μου τους παλαιούς ανθρώπους και μάλιστα τους δοξασμένους εξ αυτών.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Αγαμέμνων, εκείνος ο Αχιλλεύς, αυτός δε ο πλησίον είνε ο Ιδομενεύς, ο άλλος απ' εδώ ο Οδυσσεύς, έπειτα ο Αίας, ο Διομήδης και οι άλλοι πρώτοι των Ελλήνων.

ΜΕΝ. Πωπώ Όμηρε, τι κατάπτωσιν έχουν πάθει τα κοσμήματα των ραψωδιών σου, πώς κατήντησαν άμορφα και αγνώριστα, όλα σκόνη και αηδία, αληθώς «αμενηνά κάρηνα» {24}. Αλλά ποίος είνε αυτός, Αιακέ;

ΑΙΑΚ. Είνε ο Κύρος• ο άλλος είνε ο Κροίσος, πλησίον του ο Σαρδανάπαλος, πάρα πέρα ο Μίδας, και εκείνος εκεί ο Ξέρξης.

ΜΕΝ. Μπα, συ λοιπόν είσαι, κάθαρμα, που έκαμες την Ελλάδα να τρέμη όταν εγεφύρωνες τον Ελλήσποντον και εσχεδίαζες να περάσης τα πλοία σου 'πάνω από τα όρη; Αλλά και ο Κροίσος τι γελοίος που είνε! Αυτόν δε τον Σαρδανάπαλον θα μου επιτρέψης, Αιακέ, να ραπίσω.

ΑΙΑΚ. Όχι, διότι είνε φόβος να του σπάσης το κρανίον, επειδή το έχει γυναικείον.

ΜΕΝ. Τότε δεν μπορώ παρά να τον πτύσω, αφού είνε ανδρόγυνος.

ΑΙΑΚ. Θέλεις να σου δείξω και τους σοφούς;

ΜΕΝ. Βέβαια.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ ο πρώτος είνε ο Πυθαγόρας.

ΜΕΝ. Χαίρε, Εύφορβε {25} ή Απόλλων ή όπως άλλως θέλεις.

ΠΥΘ. Χαίρε και συ, ω Μένιππε.

ΜΕΝ. Δεν είνε πλέον χρυσούς ο μηρός σου;

ΠΥΘ. Όχι• αλλά φέρε να 'δούμε αν έχης τίποτε φαγώσιμον στη σακκούλα.

ΜΕΝ. Έχω κουκιά, φίλε μου• αλλά συ δεν τα τρώγεις τα κουκιά.

ΠΥΘ. Δος μου και μη σε μέλει. Άλλαι δοξασίαι επικρατούν εις τον Άδην. Εδώ έμαθα ότι τα κουκιά και των γονέων αι κεφαλαί δεν είνε το αυτό πράγμα {26}.

ΑΙΑΚ. Αυτός εδώ είνε ο Σόλων ο υιός του Εξηκιστίδου, εκείνος δε ο Θαλής και πλησίον αυτών ο Πιττακός και οι λοιποί• είνε επτά όλοι, ως βλέπεις.

ΜΕΝ. Βλέπω, Αιακέ, ότι μόνον αυτοί εκ των νεκρών είνε άλυποι και γελαστοί. Αυτός δε ο γεμάτος στάκτην, ως ψωμί που εψήθη εις την ανθρακιάν, και με φλυκταίνας εγκαυμάτων εις το δέρμα ποίος είνε;

ΑΙΑΚ. Είνε ο Εμπεδοκλής, ω Μένιππε, ο οποίος μας ήλθε μισοψημένος από την Αίτναν.

ΜΕΝ. Και τι σου ήλθε, λαμπρέ άνθρωπε με τα χάλκινα υποδήματα, κ' έπεσες μέσα εις τους κρατήρας του ηφαιστείου;

ΕΜΠ. Έπαθα μίαν διατάραξιν, Μένιππε.

ΜΕΝ. Όχι παραφροσύνην, αλλά ματαιοδοξίαν και αλαζονείαν και πολλήν κουταμάραν• αυτά σ' εκατάκαψαν ομού με τα χάλκινα υποδήματά σου και η τιμωρία σου έπρεπε. Αλλά το τέχνασμα δεν σου εχρησίμευσεν εις τίποτε, διότι ανεκαλύφθη ότι απέθανες. Ο δε Σωκράτης, ω Αιακέ, πού να είνε;

ΑΙΑΚ. Συνήθως κάθεται και φλυαρεί με τον Νέστορα και τον Παλαμήδην.

ΜΕΝ. Επεθύμουν να τον ίδω, εάν είνε εδώ πουθενά.

ΑΙΑΚ. Βλέπεις εκείνον τον φαλακρόν;

ΜΕΝ. Όλοι εδώ είνε φαλακροί• ώστε αυτό το γνώρισμα είνε γενικόν.

ΑΙΑΚ. Εκείνον σου λέγω με την σιμήν μύτην.

ΜΕΝ. Μήπως οι άλλοι όλοι δεν είνε σιμοί;

ΣΩΚΡ. Εμένα ζητάς, Μένιππε;

ΜΕΝ. Μάλιστα.

ΣΩΚΡ. Τι νέα από τας Αθήνας;

ΜΕΝ. Πολλοί από τους νέους κάνουν τους φιλοσόφους και αν κρίνη κανείς από το εξωτερικόν και το βάδισμά των, είνε τέλειοι φιλόσοφοι.

ΣΩΚΡ. Έχω ιδή πάρα πολλούς, Μένιππε.

ΜΕΝ. Αλλά θα είδες, υποθέτω, εις ποίαν κατάστασιν ήλθεν εδώ ο Αρίστιππος και αυτός ο Πλάτων• ο μεν ένας εμύριζεν αρώματα, ο δε άλλος είχε μάθει να κολακεύη τους τυράννους της Σικελίας.

ΣΩΚΡ. Περί εμού δε τι ιδέαν έχουν;

ΜΕΝ. Ως προς αυτό είσαι ο πλέον τυχερός άνθρωπος, Σωκράτη. Όλοι πιστεύουν ότι ήσουν θαυμαστός άνθρωπος, ότι εγνώριζες τα πάντα, ενώ να 'πούμε την αλήθεια — δεν εγνώριζες τίποτε.

ΣΩΚΡ. Κ' εγώ αυτό τους έλεγα, αλλ' αυτοί ενόμιζαν το πράγμα ειρωνείαν.

ΜΕΝ. Και ποιοι είνε αυτοί που σε περιστοιχούν;

ΣΩΚΡ. Είνε ο Χαρμίδης, Μένιππε, ο Φαίδρος και ο υιός του Κλεινίου {27}.

ΜΕΝ. Εύγε, Σωκράτη, και εδώ, βλέπω, εξακολουθείς την ίδιαν τέχνην και δεν αδιαφορείς δια τους ωραίους νέους.

ΣΩΚΡ. Τι άλλο πλέον ευχάριστον έχω να κάνω; Αν θέλης, μένε πλησίον μας.

ΜΕΝ. Όχι, πηγαίνω να εύρω τον Κροίσον και τον Σαρδανάπαλον, διότι απεφάσισα να κατοικήσω πλησίον αυτών.

ΑΙΑΚ. Κ' εγώ πηγαίνω, διότι φοβούμαι να μη δραπετεύση κατά την απουσίαν μου κανείς νεκρός. Άλλην φοράν βλέπεις τα λοιπά, Μένιππε.

ΜΕΝ. Πήγαινε. Και αυτά που είδα είνε αρκετά, Αιακέ.

21. &Μενίππου και Κερβέρου.&

ΜΕΝ. Ειπέ μου, Κέρβερε, σε παρακαλώ — διότι είμαι συγγενής σου, αφού και εγώ είμαι σκύλος {28}, — πώς ήτο ο Σωκράτης όταν ήλθε εδώ κάτω. Υποθέτω δε ότι, αφού είσαι θεός, δεν υλακτείς μόνον, αλλά και 'μιλείς ως άνθρωπος, οσάκις θέλεις.

ΚΕΡΒ. Από μακράν εφαίνετο ότι ήρχετο με ατάραχον πρόσωπον, ότι δεν εφοβείτο πολύ τον θάνατον και τούτο ήθελε να δείξη εις τους ευρισκομένους έξω της πύλης του Άδου. Αλλ' όταν έσκυψε μέσα εις το χάσμα και είδε το σκότος και εγώ, βλέπων ότι εδίσταζε, τον εδάγκωσα με το κώνειον και τον έσυρα από το πόδι κάτω, ήρχισε να κλαίη σαν παιδί και εθρήνει διά τα παιδιά του και δεν ήξευρε πλέον τι έλεγε και τι έκανε.

ΜΕΝ. Ήτο λοιπόν ψευδοφιλόσοφος και δεν ήτο αληθινή η περιφρόνησίς του προς τον θάνατον;

ΚΕΡΒ. Βέβαια, αλλ' έως ότου το ενόμιζεν αναγκαίον διά την εντύπωσιν, εδείκνυε θάρρος και εφαίνετο ότι δεν υπετάσσετο ακουσίως εις εκείνο το οποίον δεν ηδύνατο ν' αποφύγη, διά να τον θαυμάσουν οι θεαταί. Εν γένει δε τούτο δύναμαι να είπω περί όλων των τοιούτων ανθρώπων, ότι μέχρι της πύλης του Άδου φαίνονται τολμηροί και γενναίοι, αλλ' άμα εισέλθουν παρουσιάζονται οποίοι πραγματικώς είνε.

ΜΕΝ. Εγώ δε πώς σου εφάνηκα όταν ήλθα εδώ;

ΚΕΡΒ. Μόνον συ, Μένιππε, εφάνης άξιος της φιλοσοφίας σου και ο Διογένης προ σου• δεν εισήλθετε αναγκαζόμενοι, ουδέ ωθούμενοι, αλλά θεληματικώς και γελώντες και εμπαίζοντες όλους τους άλλους.

22. &Χάρωνος και Μενίππου.&

ΧΑΡ. Πλήρωσέ μου τον ναύλον, βρε παληάνθρωπε.

ΜΕΝ. Φώναζε, αν αυτό σ' ευχαριστεί.

ΧΑΡ. Σου λέγω να μου πληρώσης τον κόπον μου.

ΜΕΝ. Από 'κείνον που δεν έχει δεν μπορείς να πάρης τίποτε.

ΧΑΡ. Και υπάρχει κανείς που να μην έχη ένα οβολόν;

ΜΕΝ. Δεν ειξέρω τι έχουν οι άλλοι, εγώ ξέρω ότι δεν έχω.

ΧΑΡ. Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, βρωμόσκυλον, αν δεν με πληρώσης.

ΜΕΝ. Κ' εγώ θα σου σπάσω το κεφάλι με το ξύλο.

ΧΑΡ. Ώστε δωρεάν έκαμες τόσο ταξείδι;

ΜΕΝ. Θα σε πληρώση για μένα ο Ερμής, ο οποίος με παρέδωκε σε σένα.

ΕΡΜ. Ωραία, μα τον Δία, θα είνε αν υποχρεωθώ και να πληρώνω διά τους νεκρούς.

ΧΑΡ. Δεν θα σε αφήσω χωρίς να πλήρωσης.

ΜΕΝ. Αν θέλης τράβηξε στην άμμο το πλοιάριον και περίμενε• αλλ' αφού δεν έχω πώς θα πληρωθής;

ΧΑΡ. Αλλά δεν εγνώριζες ότι θα επλήρωνες πορθμεία;

ΜΕΝ. Το εγνώριζα, αλλά δεν είχα. Λοιπόν έπρεπε διά τούτο να μη αποθάνω;

ΧΑΡ. Μόνον συ λοιπόν θα καυχάσαι ότι εταξείδευσες δωρεάν;

ΜΕΝ. Όχι δωρεάν, φίλε μου• διότι και τα νερά του πλοίου έχυνα και κουπί ετράβηξα και μόνον εγώ από τους επιβάτας σου δεν έκλαια.

ΧΑΡ. Αυτά δεν αξίζουν τίποτε για μένα• πρέπει να πληρώσης τον οβολόν• αλλοιώτικα δεν μπορεί να γείνη.

ΜΕΝ. Λοιπόν γύρισέ με πάλιν εις την ζωήν.

ΧΑΡ. Αστείος είσαι, διά να έχω και τιμωρίας από τον Αιακόν.

ΜΕΝ. Παύσε να με σκοτίζης λοιπόν.

ΧΑΡ. Δείξε μου τι έχεις στην σακκούλα.

ΜΕΝ. Λούπινα, αν θέλης, και το δείπνον της Εκάτης.

ΧΑΡ. Από πού μας τον εκουβάλησες αυτόν τον σκύλον, Ερμή; Και δεν δύνασαι να φαντασθής τι έλεγε εις το ταξείδι• εκορόιδευεν όλους τους επιβάτας και ενώ όλοι έκλαιαν αυτός ετραγουδούσε.

ΕΡΜ. Δεν γνωρίζεις, Χάρων, τι είδους άνθρωπον είχες εις το πλοίον σου; Είνε εντελώς ελεύθερος και αδιαφορεί δι' όλα. Είνε ο Μένιππος.

ΧΑΡ. Και όμως αν σε συναντήσω άλλην φορά…

ΜΕΝ. Αν με συναντήσης; Δεν θα με συναντήσης δύο φορές.

23. &Πρωτεσιλάου, Πλούτωνος και Περσεφόνης.&

ΠΡΩΤ. Ω κύριε και βασιλεύ και Ζευ του Άδου και συ θύγατερ της Δήμητρος, μη κωφεύσετε εις μίαν ερωτικήν παράκλησιν.

ΠΛΟΥΤ. Τι θέλεις από ημάς και ποίος είσαι;

ΠΡΩΤ. Είμαι ο Πρωτεσίλαος ο υιός του Ιφίκλου βασιλέως Θεσσαλού, είς των εκστρατευσάντων κατά της Τροίας Ελλήνων, όστις πρώτος εφονεύθη κατά την εκστρατείαν εκείνην. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω δι' ολίγον καιρόν εις την ζωήν.

ΠΛΟΥΤ. Αυτήν την επιθυμίαν, Πρωτεσίλαε, έχουν όλοι οι νεκροί, αλλ' εις ουδένα εξ αυτών θα δοθή τοιαύτη χάρις.

ΠΡΩΤ. Αλλ' εγώ δεν επιθυμώ την ζωήν, ω Πλούτων ποθώ να επανίδω την γυναίκα μου, την οποίαν αφήκα εις τον θάλαμον μόλις την ενυμφεύθηκα και έφυγα εις την εκστρατείαν, έπειτα δε ο δυστυχής εφονεύθην υπό του Έκτορος κατά την απόβασιν. Ο έρως της συζύγου, κύριε, με βασανίζει πολύ και θα ήθελα να την ίδω ολίγον και πάλιν να επιστρέψω.

ΠΛΟΥΤ. Δεν έπιες το νερόν της λήθης, Πρωτεσίλαε;

ΠΡΩΤ. Μάλιστα, αλλ' ο έρως μου είνε τόσον ισχυρός, ώστε και ούτω δεν εστάθη δυνατόν να τον λησμονήσω.

ΠΛΟΥΤ. Λοιπόν περίμενε• διότι μίαν ημέραν θα έλθη και εκείνη και ούτω δεν θα είνε ανάγκη να ανέλθης συ.

ΠΡΩΤ. Αλλά δεν υποφέρω να περιμένω. Και συ ηγάπησες και γνωρίζεις τι είνε έρως.

ΠΛΟΥΤ. Και τι θα σε ωφελήση να αναζήσης μίαν ημέραν και έπειτα πάλιν να έχης την αυτήν θλίψιν;

ΠΡΩΤ. Πιστεύω ότι θα την πείσω να έλθη και εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός θα σου έλθουν δύο νεκροί μετ' ολίγον.

ΠΛΟΥΤ. Δεν επιτρέπεται να γείνουν αυτά, ούτε και έγειναν ποτέ.

ΠΡΩΤ. Θα σου ενθυμίσω, ω Πλούτων, δύο περιστατικά• εις τον Ορφέα δι' ομοίαν αιτίαν παρεδώκατε την Ευρυδίκην και την συγγενή μου Άλκηστιν απεστείλατε εις τον Ηρακλή διά να τον ευχαριστήσετε.

ΠΛΟΥΤ. Και θα θελήσης να παρουσιασθής με αυτό το γυμνόν και άσχημον κρανίον εις την ωραίαν και νεαράν σου σύζυγον; Και πώς εκείνη θα σε δεχθή αφού ούτε να σε αναγνώριση θα δύναται; Είμαι βέβαιος ότι θα σε φοβηθή και θα σε αποφύγη και άδικα θα κάμης τόσον ταξείδι διά να επανέλθης εις την ζωήν.

ΠΕΡΣ. Λοιπόν, άνδρα μου, συ και τούτο δύνασαι να διορθώσης και διάταξε τον Ερμήν όταν ο Πρωτεσίλαος φθάση εις το φως να τον εγγίση με την μαγικήν του ράβδον και τον μεταμορφώση ευθύς εις νέον ωραίον, οποίος ήτο κατά την ημέραν του γάμου του.

ΠΛΟΥΤ. Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, ω Ερμή, και κάμε τον πάλιν γαμβρόν. Συ δε να ενθυμήσαι ότι έχεις μόνον μιας ημέρας άδειαν. {29}

24. &Διογένους και Μαυσώλου.&

ΔΙΟΓ. Δεν μου λες διατί τόσον υπερηφανεύεσαι συ, ω Καρ, και έχεις την αξίωσιν να προτιμάσαι από όλους ημάς;

ΜΑΥΣ. Πρώτον διά την βασιλείαν μου, ω Σινωπεύ, διότι εβασίλευσα επί ολοκλήρου της Καρίας, υπέταξα δε και μέρος των Λυδών και νήσους τινάς εκυρίευσα και μέχρι της Μιλήτου έφθασα και τα περισσότερα μέρη της Ιωνίας κατέλαβα• έπειτα ήμουν ωραίος και μεγαλόσωμος και γενναίος εις τον πόλεμον• το δε σπουδαιότερον είνε ότι εις την Αλικαρνασσόν έχω τάφον παμμέγιστον, όμοιον του οποίου κατά την μεγαλοπρέπειαν ουδείς άλλος νεκρός έχει και αι παραστάσεις ίππων και ανθρώπων, αίτινες τον στολίζουν, είνε τόσον ωραίαι και τόσον τεχνικαί επί του πολυτιμοτέρου μαρμάρου, ώστε δυσκόλως δύναται να ευρεθή ναός παρόμοιος. Δεν νομίζεις λοιπόν ότι δικαίως υπερηφανεύομαι δι' αυτά;

ΔΙΟΓ. Διά την βασιλείαν, εννοείς, το κάλλος και το βάρος του τάφου;

ΜΑΥΣ. Βέβαια, δι' αυτά.

ΔΙΟΓ. Αλλά, καλέ Μαύσωλε, ούτε την δύναμιν εκείνην πλέον έχεις, ούτε την μορφήν και αν καλέσωμεν ένα κριτήν ωραιότητος, δεν βλέπω διατί θα προτιμηθή το δικό σου το κρανίον από το δικό μου• διότι και τα δύο είνε φαλακρά και άσαρκα, και των δύο φαίνονται τα δόντια ομοίως, και οι δύο έχομεν χάσει τα μάτια και η μύτες μας έχουν γείνει σιμές• ο δε τάφος και τα πολυτελή εκείνα μάρμαρα ίσως μεν χρησιμεύσουν εις τους Αλικαρνασσείς διά να τα επιδεικνύουν εις τους ξένους και να υπερηφανεύωνται, ότι έχουν ένα τόσο μέγα οικοδόμημα• αλλά συ, φίλε μου, δεν βλέπω τι απολαύεις εξ αυτού, εκτός αν θέλης να 'πης ότι αχθοφορείς περισσότερον από ημάς τους άλλους, διότι ευρίσκεσαι υπό το βάρος τόσων μεγάλων λίθων.

ΜΑΥΣ. Λοιπόν όλα αυτά δεν μου χρησιμεύουν εις τίποτε και ο Μαύσωλος είνε ίσος με τον Διογένην;

ΔΙΟΓ. Όχι ίσος, γενναιότατε, καθόλου ίσος• διότι ο μεν Μαύσωλος θα κλαίη ενθυμούμενος την ζωήν και όσα ενόμιζεν ως αποτελούντα την ευτυχίαν του, ο δε Διογένης θα τον καταγελά. Και συ μεν θα καυχάσαι ότι έχεις τάφον εις την Αλικαρνασσόν, τον οποίον σου κατεσκεύασεν η σύζυγος και αδελφή Αρτεμισία, ο δε Διογένης, και αν έχη πουθενά τάφον του σώματός του, δεν τον γνωρίζει• διότι ουδ' εσκέφθη ποτέ περί τούτου• αλλά ζήσας βίον ανδρός, αφήκεν εις τους αρίστους των ανθρώπων ανάμνησιν ήτις αποτελεί μνημείον πολύ υψηλότερον και εδραιότερον από τον τάφον σου, δουλοπρεπέστατε Καρ.

25. &Νιρέως, Θερσίτου και Μενίππου.&

ΝΙΡ. Να, ας καλέσωμεν τον Μένιππον να κρίνη ποίος είνε ωραιότερος. Δεν είμαι ευμορφότερος εγώ, Μένιππε;

ΜΕΝ. Ποίοι είσθε; Διότι μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον αυτό να μάθω.

ΝΙΡ. Ο Νιρεύς και ο Θερσίτης.

ΜΕΝ. Ποίος είνε ο Νιρεύς και ποίος ο Θερσίτης; Διότι ούτε τούτο διακρίνεται.

ΘΕΡΣ. Έχω ήδη ένα πλεονέκτημα, ότι ο Μένιππος σε αναγνωρίζει όμοιον με εμένα και δεν διαφέρεις όσον ο τυφλός εκείνος Όμηρος ηθέλησε να παραστήση λέγων ότι είσαι ο ωραιότερος όλων. Εγώ ο κρομμυδοκέφαλος και φαλακρός δεν εφάνηκα χειρότερος εις τον κριτήν. Τώρα δε, Μένιππε, κύτταξε να μας 'πης και ποίος είνε ο ευμορφότερος.

ΝΙΡ. Έγω γε, ο Αγλαΐας και Χάροπος, ως κάλλιστος ανήρ υπό ήλιον ήλθον {30}

ΜΕΝ. Αλλά δεν μου φαίνεται να ήλθες και εις τον Άδην ωραιότερος, διότι τα μεν κόκκαλα είνε όμοια, το δε κρανίον σου κατά τούτο μόνον διαφέρει από το κρανίον του Θερσίτου, ότι είνε πλέον εύθραυστον• διότι είνε μαλακόν και όχι ανδρικόν.

ΝΙΡ. Ερώτησε τον Όμηρον να μάθης πώς ήμουν όταν συνεξεστράτευσα με τους Αχαιούς.

ΜΕΝ. Παραμύθια μου λες• εγώ βλέπω πώς είσαι σήμερον πώς δε ήσουν τότε το ξέρουν οι τότε.

ΝΙΡ. Και όμως εγώ και εδώ είμαι ο ωραιότερος, Μένιππε.

ΜΕΝ. Ούτε συ ούτε άλλος είναι ωραίος, διότι εις τον Άδην επικρατεί ισοτιμία και όλοι είμεθα όμοιοι.

ΘΕΡΣ. Εις εμέ λοιπόν και τούτο είναι αρκετόν.

26. &Μενίππου και Χείρωνος.&

ΜΕΝ. Ήκουσα, Χείρων, ότι ενώ ήσουν θεός, επεθύμησες ν' αποθάνης.

ΧΕΙΡ. Είνε αληθές αυτό που ήκουσες, Μένιππε, και ως βλέπεις, απέθανα ενώ ηδυνάμην να είμαι αθάνατος.

ΜΕΝ. Και πώς σου ήλθεν αυτή η αγάπη προς τον θάνατον, ο οποίος συνήθως εις τους ανθρώπους είνε πράγμα απεχθές;

ΧΕΙΡ. Θα σου το 'πω, διότι είσαι φρόνιμος άνθρωπος. Δεν έβρισκα πλέον καμμίαν ευχαρίστησιν εις την αθανασίαν.

ΜΕΝ. Δεν σου ήτο ευχάριστον να ζης και να βλέπης το φως;

ΧΕΙΡ. Όχι, Μένιππε• διότι εγώ νομίζω ότι το ευχάριστον υπάρχει εις την ποικιλίαν και όχι εις την μονοτονίαν. Εγώ δε ζων μίαν μακράν ζωήν και απολαμβάνων τα ίδια και τα ίδια, τον ήλιον, το φως, την τροφήν, ενώ αι ώραι του έτους ήρχοντο και παρήρχοντο όμοιαι και τα γεγονότα επίσης, ως να ηκολούθουν το ένα το άλλο, εκορέσθην από αυτά• διότι η τέρψις δεν υπάρχει εις τα αυτά πράγματα πάντοτε, αλλά και εις το να στερήται κανείς μερικά.

ΜΕΝ. Σωστά λέγεις, Χείρων. Ο δε Άδης πώς σου φαίνεται, αφού τον επροτίμησες και ήλθες εδώ;

ΧΕΙΡ. Δεν μου είνε δυσάρεστος η εδώ διαμονή• διότι η ισοτιμία είνε πολύ δημοκρατική και δεν είνε μεγάλη η διαφορά να ζη κανείς εις το φως ή εις το σκότος. Άλλως τε και εδώ ούτε διψούμεν, ούτε πεινούμεν, όπως επάνω, αλλ' είμεθα εντελώς απηλλαγμένοι όλων τούτων των αναγκών.

ΜΕΝ. Πρόσεξε, Χείρων, μήπως αντιφάσκης προς τον εαυτόν σου και ευρεθής εις την ανάγκην να είπης τα ίδια και διά τα εδώ.

ΧΕΙΡ. Πώς δηλαδή;

ΜΕΝ. Αν εις την ζωήν τα πάντοτε όμοια και τα ίδια σου έφεραν κόρον, και τα εδώ επειδή είνε όμοια ομοίως δύνανται να σου φέρουν κόρον, και τότε θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητής να μεταβής και απ' εδώ εις άλλην ζωήν, το οποίον μου φαίνεται αδύνατον.

ΧΕΙΡ. Τι να γείνη λοιπόν, Μένιππε;

ΜΕΝ. Εκείνο το οποίον λέγουν, ότι ο φρόνιμος πρέπει ν' αρκήται και να ευχαριστήται εις τα υπάρχοντα και να μη νομίζη τίποτε εξ αυτών ανυπόφορον.

27. &Διογένους, Αντισθένους και Κράτητος.&

ΔΙΟΓ. Ακούσετε, Αντισθένη και Κράτη• αφού δεν έχομεν τίποτε να κάμωμεν, δεν πηγαίνομεν περίπατον μέχρι της εισόδου του Άδου, διά να ίδωμεν τους ερχόμενους, ποίοι είνε και τι κάνουν;

ΑΝΤ. Πάμε, Διογένη. Το θέαμα θα είνε ευχάριστον να βλέπη κανείς άλλους μεν να κλαίουν, άλλους δε παρακαλούντας να τους αφήσουν, και μερικούς να αναγκάζουν τον Ερμήν να τους πιάνη από τον τράχηλον και να τους ωθή και πάλιν ν' αντιστέκωνται και να πίπτουν ανάσκελα προς ανωφελή αντίστασιν.

ΚΡΑΤ. Να σας διηγηθώ εγώ τι είδα όταν κατέβαινα.

ΔΙΟΓ. Να μας διηγηθής, Κράτη, διότι φαίνεται ότι θα είδες πολύ αστεία πράγματα.

ΚΡΑΤ. Ήρχοντο πολλοί μαζή μας, μεταξύ δε αυτών ο Ισμηνόδωρος ο πλούσιος ο συμπολίτης μας, ο Αρσάκης ο ύπαρχος της Μηδίας και ο Αρμένιος Ορείτης. Λοιπόν ο Ισμηνόδωρος ο οποίος είχε φονευθή υπό ληστών κατά τον Κιθαιρώνα, ενώ επήγαινε εις την Ελευσίνα, νομίζω — εστέναζε και εκράτει την πληγήν του και ανέφερε τα παιδιά του, τα οποία αφήκε πολύ μικρά και μετενόει διά την τόλμην του, διότι ενώ επρόκειτο να διαβή τον Κιθαιρώνα και τα περίχωρα των Ελευθερών, τα οποία έχουν εντελώς ερημωθή υπό των πολέμων, είχε παραλάβει δύο μόνον δούλους, ενώ είχε μαζύ του πέντε χρυσάς φιάλας και τέσσερα ποτήρια. Ο δε Αρσάκης — ο οποίος ήτο ήδη ηλικιωμένος και αληθώς σεβάσμιος την όψιν —εξέφραζε εις βαρβαρικήν γλώσσαν την δυσφορίαν και την αγανάκτησίν του, διότι εβάδιζε πεζός και εζήτει να του φέρουν τον ίππον του. Διότι ο ίππος του είχεν αποθάνει συγχρόνως με αυτόν. Ένας Θραξ ακροβολιστής τους είχε φονεύσει και τους δύο δι ενός κτυπήματος εις την μάχην την γενομένην παρά τον ποταμόν Αράξην εναντίον του βασιλέως της Καππαδοκίας. Ο Αρσάκης, ως διηγείτο, έτρεχε, εξορμήσας πολύ προ των άλλων• ο δε Θραξ τον ανέμενε και προβαλών την ασπίδα απέκρουσε το κοντάρι του Αρσάκη, έπειτα δε διευθύνας εκ των κάτω την λόγχην διεπέρασε και αυτόν και τον ίππον.

ΑΝΤ. πώς είνε δυνατόν, Κράτη, να γείνη αυτό με ένα κτύπημα;

ΚΡΑΤ. Ευκολώτατα, Αντισθένη• ο Αρσάκης ήρχετο με ορμήν κρατών προτεταμένον κοντάρι είκοσι πήχεων, ο δε Θραξ, αφού διά της ασπίδος του απέκρουσε την επίθεσιν και απέφυγε το λόγχισμα, εγονάτισε και με την λόγχην προτεταμένην εδέχθη τον επερχόμενον και επλήγωσε κάτω του στήθους τον ίππον, ο οποίος εκ της ορμής του διεπεράσθη• διετρυπήθη δε και ο Αρσάκης εκ του βουβώνος πέρα πέρα. Ως βλέπεις το φοβερόν τούτο κτύπημα έγεινε μάλλον εξ αιτίας της ορμής του ίππου παρά εκ της θελήσεως και της δυνάμεως του ανθρώπου. Ηγανάκτει λοιπόν ο Αρσάκης διότι ετάσσετο εις την αυτήν με τους άλλους τάξιν και απήτει να καταβή έφιππος. Ο δε Ορείτης είχε τόσον αβρούς τους πόδας, ώστε ούτε να σταθή, ούτε να βαδίζη ηδύνατο. Τούτο δε συμβαίνει εις όλους σχεδόν τους Μήδους, όταν αφιππεύουν βαδίζουν, ως να πατούν επί ακανθών, ακροποδητί. Διά τούτο όταν έπεσε κάτω και δεν ήθελε κατ' ουδένα τρόπον να σηκωθή, ο Ερμής τον εσήκωσε και τον έφερε μέχρι της αποβάθρας, εγώ δε εγελούσα.

ΑΝΤ. Και εγώ όταν κατέβαινα, δεν ανεμίχθην καθόλου με τους άλλους, αλλά τους αφήκα να κλαίουν και προτρέξας εισήλθα εις το πλοίον και κατέλαβα θέσιν διά να ταξειδεύσω με άνεσιν• κατά δε το ταξείδι οι μεν άλλοι έκλαιαν και ξερνούσαν, εγώ δε διεσκέδαζα με αυτούς.

ΔΙΟΓ. Συ, Κράτη και Αντισθένη, είχατε αυτούς τους συνοδοιπόρους• εγώ δε είχα τον Βλεψίαν τον τοκιστήν από την Πίσαν, τον Λάμπιν τον Ακαρνάνα, τον αρχηγόν των ξένων μισθοφόρων και τον Δάμιν τον πλούσιον από την Κόρινθον. Εξ αυτών ο μεν Δάμις είχεν αποθάνει δηλητηριασθείς υπό του υιού του, ο δε Λάμπις ηυτοκτόνησεν εξ έρωτος προς την Μύρτιον την εταίραν, και ο Βλεψίας ελέγετο ότι είχεν αποθάνει εξ ασιτίας ο δυστυχής, το οποίον και εφαίνετο εις την μεγάλη του ωχρότητα και την άκραν εξασθένησιν. Εγώ δε αν και εγνώριζα τους ανέκρινα διά να μου 'πουν κατά ποίον τρόπον απέθαναν. Και όταν ο Δάμις κατηγόρει τον υιόν του; Δεν έπαθες άδικα, του είπα, αφού είχες περιουσίαν χιλίων ταλάντων και συ μεν απελάμβανες που ήσουν εννενηκοντούτης, εις δε τον υιόν σου ο οποίος ήτο δέκα οκτώ ετών νέος έδιδες μόνον τεσσάρας οβολούς. Συ δε, Ακαρνάν, — διότι εστέναζε και αυτός και κατηράτο την Μύρτιον — διατί αιτιάσαι τον έρωτα και όχι τον εαυτόν σου; Τους εχθρούς δεν εφοβήθης ποτέ και ήσουν πρώτος εις τους κινδύνους, και το πρώτον τυχόν γύναιον με τα ψευδή του δάκρυα και τους στεναγμούς σε υπεδούλωσε, γενναιότατε. Ο δε Βλεψίας κατηγόρει τον εαυτόν του ως πολύ ανόητον, διότι εφύλατε τα χρήματά του διά κληρονόμους αγνώστους, νομίζων ο ανόητος ότι δεν θ' απέθνησκε ποτέ. Εν γένει δε πολύ με διεσκέδασαν με τους στεναγμούς των. Αλλ' εφθάσαμεν εις την είσοδον και τώρα ας σταματήσωμεν εδώ και ας παρατηρούμεν εξ αποστάσεως τους ερχομένους. Πωπώ, είνε πάρα πολλοί και διάφοροι και όλοι δακρύουν εκτός των νεογνών και των νηπίων. Αλλά και οι πολύ γέροντες κλαίουν. Διατί αρά γε; Από αγάπην προς την ζωήν; Θέλω να ερωτήσω αυτόν τον υπέργηρον.—Διατί κλαίεις ενώ απέθανες τόσον ηλικιωμένος; Διατί τόσον σου κακοφαίνεται, φίλε μου, αφού έρχεσαι γέρων; Μήπως ήσουν πουθενά βασιλεύς;

ΠΤΩ. Καθόλου.

ΔΙΟΓ. Μήπως σατράπης;

ΠΤΩ. Ούτε.

ΔΙΟΓ. Λοιπόν μήπως ήσουν πλούσιος και αφήκες πολλάς απολαύσεις εις την ζωήν;

ΠΤΩ. Τίποτε απ' αυτά. Είχα γείνει εννενήντα χρονών επάνω κάτω, εζούσα δε ζωήν δυστυχισμένην και ως μόνον πόρον είχα την ψαρρικήν με το καλάμι και την ορμιάν. Εκτός δε της μεγάλης φτώχειας, ήμουν άτεκνος, ήμουν κουτσός και μόλις έβλεπα.

ΔΙΟΓ. Και μολονότι ευρίσκεσο εις αυτήν την κατάστασιν ήθελες να ζης;

ΠΤΩ. Ναι, διότι το φως είνε ευχάριστον και ο θάνατος κακός και μαύρος.

ΔΙΟΓ. Είσαι ανόητος, γέρω, και δεν ξέρεις το συμφέρον σου, σαν να ήσουν παιδί, ενώ είσαι ομήλικος του Χάρωνος. Τι να λέγη λοιπόν κανείς διά τους νέους όταν οι έχοντες τόσην ηλικίαν αγαπούν την ζωήν, ενώ έπρεπε να επιδιώκουν τον θάνατον ως φάρμακον των δυστυχιών του γήρατος; Αλλά καιρός να φύγωμεν διά να μη νομίση κανείς ότι σκεπτόμεθα να δραπετεύσωμεν, επειδή μας βλέπουν να περιφερώμεθα εδώ εις την είσοδον.

28. &Μενίππου και Τειρεσίου.&

ΜΕΝ. Εάν αληθώς είσαι τυφλός, ω Τειρεσία, δεν είνε εύκολον να το διακρίνη κανείς πλέον• διότι όλοι εδώ έχομεν ομοίως κενά τα μάτια, μόνον δε τα κοιλώματά των διατηρούνται• κατά δε τα άλλα δεν δύναται κανείς να είπη ποίος ήτο ο Φινεύς και ποιος ο Λυγκεύς. Ότι όμως ήσουν μάντις και ότι υπήρξες αρσενικός και θηλυκός το γνωρίζω από τους ποιητάς. Κάμε μου λοιπόν την χάριν να μου 'πης ποία ζωή σου εφάνη πλέον ευχάριστος, του ανδρός ή της γυναικός;

ΤΕΙΡ. Πάρα πολύ καλλιτέρα η γυναικεία ζωή, Μένιππε, διότι έχει ολιγωτέρας φροντίδας. Εκτός δε τούτου αι γυναίκες διευθύνουν τους άνδρας, και ούτε εις τον πόλεμον πηγαίνουν, ούτε φρουρούν, ούτε εις τας συνελεύσεις του λαού συζητούν, ούτε εις τα δικαστήρια καλούνται.

ΜΕΝ. Δεν ήκουσες, Τειρεσία, την Μήδειαν του Ευριπίδου, τι λέγει, ελεεινολογούσα την τύχην των γυναικών, ότι ζουν αθλίαν ζωήν και τραβούν αφόρητους πόνους κατά τον τοκετόν; Και — αφού οι στίχοι της Μηδείας μου το ενθύμισαν — δεν μου λες εγέννησες ποτέ όταν ήσουν γυναίκα,- ή στείρα και άγονος επέρασες την γυναικείαν ζωήν;

ΤΕΙΡ. Διατί ερωτάς αυτό, Μένιππε;

ΜΕΝ. Όχι για κακό, Τειρεσία• λοιπόν 'πες μου, αν δεν σ' εμποδίζη τίποτε.

ΤΕΙΡ. Δεν ήμουν μεν στείρα, αλλά και δεν εγέννησα.

ΜΕΝ. Καλά, αλλά ήθελα να μάθω αν είχες και μήτραν.

ΤΕΙΡ. Είχα, πώς όχι;

ΜΕΝ. Λοιπόν με τον καιρόν σου εξηφανίσθη η μήτρα και το γυναικείον όργανον εφράχθη και οι μαστοί απεσπάσθησαν και το ανδρικόν όργανον εφύτρωσε και έβγαλες γένεια, ή διά μιας από γυναίκα έγεινες άνδρας;

ΤΕΙΡ. Δεν βλέπω τι σκοπόν έχει η ερώτησίς σου• φαίνεται λοιπόν ότι δεν πιστεύεις ότι έγειναν αυτά, όπως σου τα λέγω.

ΜΕΝ. Ώστε δεν πρέπει κανείς, Τειρεσία, να δυσπιστή εις τοιαύτας διηγήσεις, αλλά χωρίς να εξετάζη αν είνε δυνατά ή μη να τα παραδέχεται, ως βλαξ;

ΤΕΙΡ. Συ λοιπόν δεν πιστεύεις ούτε όταν ακούης ότι γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή δένδρα ή θηρία; όπως λ. χ. η Αηδών, η Δάφνη, ή του Λυκάονος η θυγατέρα;

ΜΕΝ. Εάν συναντήσω και αυτάς πουθενά, θα τας ερωτήσω και θα μάθω τι λέγουν. Συ δε, όταν ήσουν γυναίκα, ήσουν και μάντις όπως κατόπιν, ή μόνον όταν έγεινες άνδρας έγεινες και μάντις;

ΤΕΙΡ. Βλέπω ότι αγνοείς όλην μου την ιστορίαν, εκτός δε των άλλων ότι διέλυσα μίαν φιλονεικίαν των θεών και η μεν Ήρα με ετύφλωσε, ο δε Ζευς προς παρηγορίαν της συμφοράς μού έδωκε την μαντικήν δύναμιν.

ΜΕΝ. Ακόμη επιμένεις εις τα ψεύδη σου, Τειρεσία; Αλλ' είσαι και συ όπως οι άλλοι μάντεις, οι οποίοι ποτέ δεν λέγουν τίποτε σωστόν.

29. &Αίαντος και Αγαμέμνονος.&

ΑΓΆΜ. Εάν συ παρεφρόνησες, Αία, και ηυτοκτόνησες, εφοβέρισες δε και ημάς όλους να μας φονεύσης, διατί κατηγορείς τον Οδυσσέα και προ ολίγου ούτε τον ητένισες, όταν ήλθε να ζητήση την γνώμην του Τειρεσίου, ούτε τον εχαιρέτισες, ενώ υπήρξε συστρατιώτης σου και φίλος, αλλ' επροσπέρασες βιαστικά και περιφρονητικώς;

ΑΙΑΣ. Δικαίως, Αγαμέμνων, διότι αυτός έγεινεν αίτιος να παραφρονήσω• μόνος αυτός μου διεφιλονείκησε τα όπλα του Αχιλλέως.

ΑΓΑΜ. Και είχες την αξίωσιν να μη συναγωνισθή κανείς και να υπερισχύσης αμαχητί όλων;

ΑΙΑΣ. Τουλάχιστον εις αυτήν την περίστασιν, διότι τα όπλα ανήκον εις εμέ αφού ήσαν του ανεψιού μου. Και σεις μεν οι άλλοι, αν και ήσθε πολύ καλλίτεροι του Οδυσσέως, παρητήθητε από τον αγώνα και παρεχωρήσατε εις εμέ τα όπλα• ο υιός όμως του Λαέρτου, τον οποίον εγώ πολλάκις έσωσα όταν εκινδύνευε να σφαγή υπό των Φρυγών, επέμενεν ότι είνε καλλίτερός μου και ότι εις αυτόν μάλλον έπρεπαν τα όπλα.

ΑΓΑΜ. Τότε μάλλον κατά της Θέτιδος πρέπει να παραπονήσαι, η οποία ενώ έπρεπε να σε κάμη κληρονόμον των όπλων, αφού είσαι συγγενής, τα έφερε και τα κατέθεσεν εις το κοινόν.

ΑΙΑΣ. Όχι, κατά του Οδυσσέως παραπονούμαι ο οποίος μόνος επέμενε να τα πάρη.

ΑΓΑΜ. Πρέπει να τον συγχωρήσης, Αία, διότι ως άνθρωπος επεθύμησε την δόξαν, πράγμα τόσον γλυκύ, διά το οποίον και ημείς οι άλλοι υπεφέραμεν κινδύνους. Άλλως σ' ενίκησεν, ως απεφάνθησαν και Τρώες κριταί.

ΑΙΑΣ. Ξέρω εγώ ποίος με κατεδίκασε• αλλά δεν πρέπει να λέγωμεν τίποτε εναντίον των θεών. Δεν δύναμαι όμως να μη μισώ τον Οδυσσέα, Αγαμέμνων, και αν ακόμη αυτή η Αθηνά με διέτασσε το εναντίον.

30. &Μίνωος και Σωστράτου.&

ΜΙΝ. Αυτός εδώ ο ληστής Σώστρατος ας ριφθή εις τον Πυριφλεγέθοντα, ο ιερόσυλος ας σπαραχθή υπό της Χιμαίρας, ο δε τύραννος, ω Ερμή, ας σταυρωθή πλησίον του Τιτυού και να του τρώγουν οι γύπες τα ήπατα• σεις δε οι δίκαιοι, πηγαίνετε αμέσως εις το Ηλύσιον πεδίον και κατοικείτε εις τας νήσους των Μακάρων, εις αμοιβήν των καλών σας πράξεων εις την ζωήν.

ΣΩΣΤΡ. Άκουσε, ω Μίνω, διά να κρίνης αν έχω δίκαιον.

ΜΙΝ. Πάλιν θα σε ακούσω; Δεν απεδείχθη ότι είσαι κακούργος και ότι τόσους ανθρώπους εφόνευσες;

ΣΩΣΤΡ. Βέβαια, αλλά πρέπει να εξετάσης αν και δικαίως θα τιμωρηθώ.

ΜΙΝ. Πολύ δικαίως, αφού πρέπει να τιμωρηθής κατά τα έργα σου.

ΣΩΣΤΡ. Σε παρακαλώ να μου απαντήσης• θα σου κάμω μίαν σύντομον ερώτησιν.

ΜΙΝ. Λέγε, αλλά μη πολυλογάς διότι έχω και άλλους να δικάσω.

ΣΩΣΤΡ. Όσα έκανα όταν εζούσα τα έκανα εκουσίως, ή η Μοίρα μου είχεν ορίσει να τα κάμω;

ΜΙΝ. Βέβαια η Μοίρα.

ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν και οι αγαθοί και οι κακοί όλοι υπήρξαμεν τοιούτοι, διότι ούτω ηθέλησεν η Μοίρα;

ΜΙΝ. Ναι, η Κλωθώ, η οποία εις έκαστον κατά την γέννησίν του ορίζει τι θα πράξη.

ΣΩΣΤΡ. Εάν λοιπόν κανείς αναγκασθή υπό άλλου, εις τον οποίον δεν δύναται να παρακούη, όπως ο δήμιος αν διαταχθή υπό δικαστού και ο δορυφόρος αν διαταχθή υπό τυράννου, και φονεύση άνθρωπον, ποίον θα κατηγορήσης διά τον φόνον;

ΜΙΝ. Εννοείται, τον δικαστήν ή τον τύραννον, διότι δεν δύναται, κανείς να κατηγορήση διά τον φόνον το όπλον το οποίον χρησιμεύει ως απλούν όργανον της οργής του φονέως.

ΣΩΣΤΡ. Ευχαριστώ, Μίνω, διότι δυναμόνεις το παράδειγμά μου. Εάν δε έλθη ένας υπηρέτης εκ μέρους του κυρίου του και μας φέρη χρυσόν ή άργυρον, εις ποίον πρέπει να γνωρίζωμεν την χάριν και ποίον πρέπει να θεωρούμεν ευεργέτην;

ΜΙΝ. Εκείνον όστις μας έστειλε τον χρυσόν• εκείνος όστις τον έφερε έκαμε μόνον τον κόπον.

ΣΩΣΤΡ. Λοιπόν βλέπεις ότι αδίκως μας τιμωρείς διότι επράξαμεν όσα η Κλωθώ διέταξε και ευχαριστείς τους υπηρέτας διά δώρα ξένα; Διότι δεν δύναται κανείς να είπη ότι ήτο δυνατόν να παρακούσωμεν εις διαταγάς τόσον επιτακτικάς.

ΜΙΝ. Άκουσε, Σώστρατε, και πολλά άλλα, αν καλώς εξετάσης, θα ίδης ότι δεν γίνονται λογικώς. Αλλ' από την ερώτησίν σου αποδεικνύεσαι ότι δεν είσαι μόνον ληστής, αλλά και ρήτωρ. Και δι' αυτό απόλυσέ τον, Ερμή, και ας μη τιμωρηθή. Αλλά πρόσεξε να μη διδάξης και τους άλλους νεκρούς να μου κάνουν τοιαύτας ερωτήσεις.

&ΜΕΝΙΠΠΟΣ Η ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ&

&Μένιππος και Φίλωνίδης.&

ΜΕΝ. ω Χαίρε μέλαθρον προ πυλά θ' εστίας εμής, ως άσμενός σε γ' είδον ές φάος μολών. {31}

ΦΙΛ. Δεν είνε αυτός ο Μένιππος ο κυνικός; Βέβαια δεν είνε άλλος, εκτός εάν εγώ δεν βλέπω καλά• όλος κι' όλος ο Μένιππος. Αλλά τι αλλόκοτος ενδυμασία είνε αύτη; Φορεί πίλον και δέρμα λέοντος και κρατεί λύραν. Ας τον πλησιάσω. Χαίρε, Μένιππε• από πού μας έρχεσαι; διότι έχεις πολύν καιρόν να φανής εις την πόλιν.

ΜΕΝ. Ήκω νεκρών κευθμώνα και σκότου πύλας λιπών, ίν' Άδης χωρίς ώκισται θεών. {32}

ΦΙΛ. Περίεργον, ο Μένιππος είχεν αποθάνει χωρίς να το μάθωμεν. Και έπειτα πάλιν εξανάζησες;

ΜΕΝ. Ουκ, αλλ' ετ' έμπνουν Αίδης μ' εδέξατο. {33}

ΦΙΛ. Και η αιτία αυτού του πρωτοφανούς και παραδόξου ταξειδίου σου;

ΜΕΝ. Νεότης μ' επήρε και θράσος του νου πλέον.{34}

ΦΙΛ. Παύσε, ευλογημένε, να παίζης τραγωδίαν, ξεπέζευσε από τους ιάμβους και πες μου εις απλήν γλώσσαν τι είνε αυτή η στολή και ποία ανάγκη σε, έκαμε να ταξειδεύσης εις τον κάτω κόσμον, διότι δεν είνε, φαίνεται, ευχάριστον τοιούτον ταξείδι, ώστε να το επιχειρή κανείς χωρίς ανάγκην.

ΜΕΝ. ω φιλότης χρειώ με κατήγαγεν εις Αίδαο ψυχή χρησόμενον Θηβαίου Τειρεσίου.{35}

ΦΙΛ. Τι έπαθες, τρελλάθηκες; με στίχους της τραγωδίας ομιλείς προς τους φίλους σου;

ΜΕΝ. Μη απορής, φίλε μου• διότι προ ολίγου ακόμη, ήμουν με τον Ευριπίδην και τον Όμηρον και χωρίς να το καταλάβω εγέμισα από στίχους, οι οποίοι αυτομάτως ανεβαίνουν εις το στόμα μου. Αλλά δεν μου λες πώς τα περνάτε εδώ εις την γην και τι γίνεται εις την πόλιν;

ΦΙΛ. Τίποτε νέον, αλλ' όπως και προτήτερα, κλέπτουν, επιορκούν, τοκογλυφούν, φιλαργυρεύονται.

ΜΕΝ. Ω τους αθλίους και δυστυχείς• δεν γνωρίζουν τι νόμοι εψηφίσθησαν προ ολίγου καιρού και τι ψηφίσματα έγειναν εναντίον των πλουσίων, τα οποία, μα τον Κέρβερον, κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να διαφύγουν.

ΦΙΛ. Τι λες; Έγειναν νεώτεροι νόμοι εις τον κάτω κόσμον περί των εδώ;

ΜΕΝ. Και πολλοί, μα τον Δία. Αλλά δεν επιτρέπεται να λέγωνται αυτά προς όλους και να φανερόνωνται τα απόρρητα, μήπως και κανείς με καταγγείλη επί ασεβεία προς τον Ραδάμανθυν.

ΦΙΛ. Σε παρακαλώ, Μένιππε, μη μου τα κρύψης• είμαι φίλος σου και γνωρίζω να κρατώ μυστικά, εκτός δε τούτου είμαι και μεμυημένος εις τα μυστήρια.

ΜΕΝ. Μου απαιτείς δύσκολον πράγμα και επικίνδυνον, αλλά τέλος πάντων προς χάριν σου θα το αποτολμήσω. Απεφασίσθη λοιπόν, όπως οι πλούσιοι και πολυχρήματοι, όσοι κρατούν κατάκλειστον τον χρυσόν, όπως την Δανάην…

ΦΙΛ. Σε παρακαλώ όμως πριν μου αναφέρης τα αποφασισθέντα να μου 'πης εκείνα τα οποία ενδιαφέρομαι περισσότερον ν' ακούσω, δηλαδή πώς σου επήλθεν η ιδέα να κατεβής εις τον Άδην, ποίος σου εχρησίμευσεν ως οδηγός, έπειτα δε τι είδες και τι ήκουσες εκεί κάτω• διότι ως φιλόκαλος άνθρωπος που είσαι δεν θα παρέλειψες τίποτε εκ των αξιοθεάτων και αξιακούστων.

ΜΕΝ. Θα σου κάμω και αυτήν την χάριν διότι τι να κάμη κανείς όταν φίλος άνθρωπος τον παρακαλή; Λοιπόν θα σου ομιλήσω πρώτα περί της αποφάσεώς μου και της αφορμής της καθόδου μου. Αφ' ότου ήμουν παιδί, ακούων τας διηγήσεις του Ομήρου και Ησιόδου περί πολέμων και στασιασμών όχι μόνον των ημιθέων, αλλά και αυτών των θεών, προσέτι δε περί μοιχειών αυτών και βιασμών και αρπαγών, περί δικών και εκθρονισμών πατέρων υπό των τέκνων αυτών και γάμων μεταξύ αδελφών, ενόμιζα ότι όλα αυτά είνε καλά και ζωηρώς επόθουν να τα μιμηθώ. Αλλ' όταν ήρχισα να ενηλικιούμαι, έβλεπα ότι οι νόμοι διατάσσουν, αντιθέτως προς τους ποιητάς, να μη μοιχεύωμεν, ούτε να στασιάζωμεν, ούτε ν' αρπάζωμεν. Ευρέθηκα λοιπόν εις μεγάλην αμφιβολίαν, μη γνωρίζων ποίαν διαγωγήν ν' ακολουθήσω. Διότι ούτε οι θεοί εφανταζόμην θα εμοίχευαν και θα εστασίαζαν μεταξύ των, εάν δεν ενόμιζαν αυτά καλά, ούτε πάλιν οι νομοθέται θα μας συνεβούλευαν τα εναντία, εάν δεν τα ενόμιζαν ως ωφελιμώτερα. Εις την απορίαν μου εσκέφθηκα να υπάγω να εύρω τους λεγομένους φιλοσόφους, να τεθώ εις την διάθεσίν των και να τους παρακαλέσω να με μεταχειρισθούν όπως θέλουν και να μου υποδείξουν ένα απλούν και ασφαλή τρόπον ζωής. Με τοιαύτας σκέψεις επήγα προς αυτούς, αλλά δεν ενόησα ότι έπεφτα εις την φωτιάν, κατά το λεγόμενον, διά ν' αποφύγω τον καπνόν. Διότι όταν τους εγνώρισα ευρήκα εις αυτούς τόσην άγνοιαν και αμφιβολίαν, ώστε να μου φανούν εν συγκρίσει προς αυτούς πολύ σοφώτεροι εις τον τρόπον του ζην οι απλοί άνθρωποι. Ο είς εξ αυτών λ.χ. εδίδασκε ν' απολαμβάνωμεν πάσαν ήδονήν και μόνον την ηδονήν να επιζητώμεν εις όλα, διότι αυτά είνε η τελεία ευτυχία• ο άλλος εξ εναντίας εδίδασκε να εργαζώμεθα διηνεκώς και να μοχθούμεν, να σκληραγωγούμεν το σώμα και να είμεθα ρυπαροί και ελεεινοί, να ενοχλούμεν δε τους πάντας και να τους υβρίζωμεν και συχνά επανελάμβανε τους πασίγνωστους στίχους του Ησιόδου περί αρετής, περί του ιδρώτος και περί της αναβάσεως εις την κορυφήν• {36} άλλος συνεβούλευε να περιφρονούμεν τα πλούτη και ν' αδιαφορούμεν διά την απόκτησιν αυτών• άλλος εξ εναντίας ήτο της γνώμης ότι και ο πλούτος είνε κάτι αγαθόν. Αλλά τι να σου είπω διά τας γνώμας των περί του κόσμου; Σου ομολογώ ότι όταν τους ήκουα καθ' εκάστην να ομιλούν περί ιδεών και ασωμάτων και ατόμων και περί κενών και να επαναλαμβάνουν πλήθος τοιούτων λέξεων, μου ήρχετο αναγούλα. Και το γελοιωδέστερον εξ όλων είνε ότι και όταν ωμίλουν περί πραγμάτων εντελώς αντιθέτων εύρισκαν επιχειρήματα τόσον πιθανά και πειστικά, ώστε να μη δύναται κανείς να τους αντικρούη και όταν υπεστήριζαν ότι το θερμόν και το ψυχρόν είνε το ίδιον πράγμα, ενώ γνωρίζομεν σαφώς ότι θερμόν και ψυχρόν δεν δύναται να είνε συγχρόνως ένα πράγμα. Μου συνέβαινε λοιπόν ακριβώς ό,τι εις τους νυστάζοντας, οίτινες οτέ μεν κατανεύουν οτέ δε ανανεύουν. Αλλ' έτι μάλλον παράλογον ήτο το ακόλουθον• παρακολουθών αυτούς παρετήρουν ότι αι πράξεις των ήσαν εντελώς εναντίαι προς την διδασκαλίαν των διότι οι διδάσκοντες την περιφρόνησιν του πλούτου παρετήρουν ότι είχαν άπληστον όρεξιν χρημάτων και περί τόκων εφιλονείκουν και επί πληρωμή εδίδασκαν και τα πάντα χάριν των χρημάτων υπέφεραν. Εκείνοι δε οίτινες εδίδασκον την περιφρόνησιν της δόξης έπρατταν και έλεγαν τα πάντα χάριν αυτής• ενώ δε όλοι σχεδόν κατηγόρουν τας απολαύσεις, ιδιαιτέρως εις αυτάς ήσαν αφιερωμένοι.

Όταν λοιπόν είδα και αυτήν μου την ελπίδα να διαψευσθή, έτι μάλλον ελυπούμην, αλλ' επροσπαθούσα να παρηγορήσω τον εαυτόν μου με την σκέψιν ότι και άλλοι πολλοί, μεταξύ των οποίων και σοφοί και λίαν φημιζόμενοι διά την σύνεσίν των, δεν εγνώριζαν την αλήθειαν. Ενώ δε κάποτε αγρυπνούσα με τοιαύτας σκέψεις, απεφάσισα να υπάγω εις την Βαβυλώνα και να παρακαλέσω κανένα εκ των μάγων μαθητών και διαδόχων του Ζωροάστρου, περί των οποίων είχα ακούσει να λέγεται ότι με επωδάς και διαφόρους μαγείας δύνανται ν' ανοίξουν τας πύλας του Άδου, να κατεβάζουν οποίον θέλουν και να τον ανεβάζουν πάλιν οπίσω. Ως καλλίτερον λοιπόν έκρινα να κατέβω με την βοήθειαν κανενός εξ αυτών και να υπάγω προς τον Βοιωτόν Τειρεσίαν διά να μάθω παρ' αυτού, αφού ήτο μάντις και σοφός, ποία είνε η καλλιτέρα ζωή, την οποίαν πρέπει να προτιμήση ο φρόνιμος άνθρωπος• και αμέσως ανεπήδησα και έτρεξα με σπουδήν και κατ' ευθείαν εις την Βαβυλώνα. Άμα δε έφθασα εκεί, ευρήκα ένα εκ των Χαλδαίων, σοφόν και θαυμαστόν κατά την τέχνην, ο οποίος είχε λευκήν την κόμην και γενειάδα σεβάσμιαν, ωνομάζετο δε Μιθροβαρζάνης. Τον παρεκάλεσα και τον καθικέτευσα και μετά δυσκολίας τον έπεισα να με οδήγηση εις τον Άδην με οίαν δήποτε αμοιβήν ήθελε. Ο μάγος με παρέλαβε και κατ' αρχάς μεν επί είκοσι εννέα ημέρας, αρχίσας από την νέαν σελήνην, με έλουε• κατά την αυγήν με ωδήγει εις τον Ευφράτην, όταν δε ανέτελλεν ο ήλιος μου απήγγελλε λόγια τα οποία μου ήσαν ακατάληπτα• όπως οι αμαθείς κήρυκες των αγώνων, έλεγε τους λόγους του βιαστικούς και ακατανοήτους• ηδύνατό τις όμως να μαντεύση ότι κάποιους θεούς επεκαλείτο. Μετά την επωδήν αυτήν και αφού μου έπτυε τρεις φορές κατά πρόσωπον, επέστρεφα χωρίς ν' ατενίζω κανένα εκ των συναντωμένων. Ως τροφήν μου έδιδεν ακροβλάσταρα της δρυός, ως ποτόν δε γάλα και υδρόμελι και νερόν του ποταμού Χοάσπου. Εκοιμώμουν δε έξω επάνω εις τα χόρτα. Αφού δε ενόμισεν αρκετήν αυτήν την προπαρασκευήν, με ωδήγησε περί το μεσονύκτιον εις τον Τίγρητα ποταμόν, όπου με έπλυνε, με εσπόγγισε, με εξήγνισε, όπως εξαγνίζουν τους νεκρούς, με δαδιά και σκυλοκρόμμυδον και άλλα διάφορα. Αφού δε εψιθύρισε την επωδήν εκείνην, με εμάγευσε όλον και διέγραψε κύκλους γύρω μου διά να μη με κακοποιήσουν τα φαντάσματα, με ωδήγησε πάλιν εις το σπήτι του, αλλά με υπεχρέωσε να οπισθοβατώ. Κατά το υπόλοιπον δε της νυκτός εκάμαμεν τας ετοιμασίας μας διά το ταξείδι. Ο μεν Μιθροβαρζάνης εφόρεσε μίαν μαγικήν στολήν κατά πολύ ομοιάζουσαν με το Μηδικόν ένδυμα, έπειτα δε έφερε και μ' εστόλισε με αυτόν τον πίλον και την λεοντήν και μου έδωκε να κρατώ την λύραν, μου παρήγγειλε δε εάν μ' ερωτήσουν πώς ονομάζομαι να μη λέγω Μένιππος, αλλ' Ηρακλής ή Οδυσσεύς ή Ορφεύς.

ΦΙΛ. Γιατί αυτό, Μένιππε; Διότι ούτε των ονομάτων, ούτε της ενδυμασίας την σημασίαν εννοώ.

ΜΕΝ. Και όμως το πράγμα είνε φανερόν και όχι δύσκολον να εννοηθή. Επειδή εκείνοι άλλοτε κατέβηκαν ζωντανοί εις τον Άδην, εσκέπτετο ότι αν με εξωμοίωνε προς αυτούς, ευκόλως θα διεφεύγαμεν την προσοχήν του Αιακού και ανεμποδίστως θα εισηρχόμεθα, χάρις εις την μεταμφίεσιν εκείνην την θεατρικήν εις την οποίαν ο Αιακός είνε συνηθισμένος. Ήρχισεν ήδη να φέγγη και κατεβήκαμεν εις τον ποταμόν διά ν' αναχωρήσωμεν. Είχε δε ετοιμασθή κατά παραγγελίαν του πλοίον και σφάγια διά θυσίαν και υδρόμελι και άλλα χρήσιμα διά την τελετήν. Επιβιβάσαντες δε όλα αυτά τα εφόδια εισήλθαμεν και ημείς και

βαίνομεν αχνύμενοι, θαλερόν κατά δάκρυ χέοντες. {37}

Επί τινα καιρόν το πλοίον μας ηκολούθει το ρεύμα του ποταμού• έπειτα δε εισήλθαμεν εις το έλος και την λίμνην, όπου ο Ευφράτης χύνεται• αφού δε επεράσαμεν και την λίμνην εφθάσαμεν εις μέρος έρημον, δασώδες και σκιερόν, όπου απεβιβάσθημεν. Ο Μιθροβαρζάνης προηγείτο. Εσκάψαμεν δε λάκκον, εσφάξαμεν τα πρόβατα και εκάμαμεν σπονδάς χύνοντες γύρω εις τον λάκκον το αίμα. Ο δε μάγος εν τω μεταξύ τούτω κρατών δάδα αναμμένην, όχι πλέον με σιγανήν φωνήν, αλλά με όλην του την δύναμιν εφώναζε και επεκαλείτο όλους τους καταχθονίους θεούς και τας Ποινάς και τας Εριννύας

και νυχίαν Εκάτην και επαινήν Περσεφόνειαν {38}

αναμιγνύων συγχρόνως βαρβαρικάς τινας, ακαταλήπτους και πολυσυλλάβους λέξεις. Ευθύς δε όλος ο τόπος εσείσθη και υπό της μαγικής επωδής εσχίσθη το έδαφος και ηκούετο μακρυνόν το γαύγισμα του Κερβέρου. Και η στιγμή ήτο πολύ φοβερά και τρομακτική,

έδδεισεν δ' υπένερθεν άναξ ενέρων Αϊδωνεύς{39}

διότι εφαίνοντο ήδη τα περισσότερα μέρη του Άδου, η λίμνη και ο Πυριφλεγέθων και του Πλούτωνος τα ανάκτορα. Καταβάντες δε διά του χάσματος ευρήκαμεν τον Ραδάμανθυν ημιθανή εκ του τρόμου• ο δε Κέρβερος υλάκτησεν ολίγον και εκινήθη διά να ορμήση εναντίον μας, αλλ' εγώ έσπευσα και έκρουσα την λύραν και αμέσως η μουσική τον εγοήτευσε και τον κατεπράυνε. Όταν εφθάσαμεν εις την λίμνην, παρ' ολίγον να μη δυνηθώμεν να περάσωμεν• διότι το πλοιάριον ήτο ήδη γεμάτον και ανεδίδετο εξ αυτού θρήνος, καθότι οι επιβάται του ήσαν όλοι τραυματίαι και είχον άλλος μεν τον πόδα, άλλος δε την κεφαλήν και άλλος άλλο μέλος του σώματος πληγωμένον. Φαίνεται ότι ήρχοντο από κάποιον πόλεμον. Αλλ' ο καλός Χάρων άμα είδε την λεοντήν, νομίσας ότι είμαι ο Ηρακλής, με εδέχθη εις το πλοίον και ευχαρίστως μ' επέρασεν, όταν δε απεβιβάσθημεν μας έδειξε και τον δρόμον. Όταν ευρέθημεν εις το σκότος επροπορεύετο ο Μιθροβαρζάνης, ηκολούθουν δε εγώ και τον εκράτουν από το ένδυμα έως ου εφθάσαμεν εις μέγα λειβάδι κατάφυτον από ασφοδέλους, όπου επετούσαν γύρω μας με θόρυβον αι σκιαί των νεκρών. Προχωρήσαντες εφθάσαμεν μετ' ολίγον εις το δικαστήριον του Μίνωος, τον οποίον ευρήκαμεν να κάθηται επί θρόνου υψηλού, εκατέρωθεν δε αυτού εστέκοντο αι Ποιναί, αι Εριννύες και οι εκδικηταί Δαίμονες. Εξ άλλου μέρους ωδηγούντο εις το Δικαστήριον δεμένοι με αλυσσίδα μακράν κατά σειράν πολυάριθμοι, περί των οποίων ελέγετο ότι είνε μοιχοί, πορνοβοσκοί, άρπαγες, κόλακες και συκοφάνται και όλον το πλήθος εκείνων οίτινες φέρουν αναστατώσεις εις την ζωήν των ανθρώπων. Χωριστά δε ωδηγούντο οι πλούσιοι και οι τοκογλύφοι, ωχροί και προγάστορες και χωλαίνοντες από ποδάγραν, δεσμευμένοι έκαστος με κλοιόν και κόρακα {40} βάρους δύο ταλάντων. Σταματήσαντες λοιπόν ημείς εβλέπαμεν τα γινόμενα και ηκούαμεν τας απολογίας. Ως κατήγοροι δε παρίσταντο παράδοξοι και πρωτοφανείς ρήτορες.

ΦΙΛ. Δηλαδή ποίοι ήσαν αυτοί; Θέλω να το μάθω και αυτό.

ΜΕΝ. Γνωρίζεις τας σκιάς τας οποίας σχηματίζουν τα σώματα όταν τα κτυπά ο ήλιος.

ΦΙΛ. Πώς όχι;

ΜΕΝ. Αύται λοιπόν αι σκιαί, όταν αποθάνωμεν, κατηγορούν και μαρτυρούν και αποδεικνύουν όσα επράξαμεν εις την ζωήν και φαίνονται λίαν αξιόπιστοι μάρτυρες, διότι πάντοτε μας παρακολουθούν και ουδέποτε μας αποχωρίζονται. Ο δε Μίνως, αφού εξήταζεν επιμελώς ένα έκαστον, τον απέπεμπεν εις τον τόπον των ασεβών διά να τιμωρηθή αναλόγως των κακών του πράξεων, εφαίνετο δε αυστηρός προ πάντων εις εκείνους οίτινες υπερηφανεύοντο διά πλούτον και αξιώματα και είχον περίπου την αξίωσιν να προσκυνούνται. Ο δικαστής του Άδου τους απηχθάνετο κυρίως διά την εφήμερον αλαζονείαν και υπεροψίαν, διότι ελησμόνουν ότι και αυτοί ήσαν θνητοί, θνητά δε και τα καλά τα οποία είχαν λάβει παρά της τύχης. Αυτοί δε, αφού απέβαλλαν όλα τα λαμπρά εκείνα εφόδια, εννοώ τα πλούτη και την ευγένειαν και τα αξιώματα, παρίσταντο γυμνοί και κάτω νεύοντες και εφαίνοντο ως να ωνειρεύοντο την ευτυχίαν την οποίαν αφήκαν εις την ζωήν. Εγώ δε βλέπων ταύτα, ησθανόμην μεγάλην χαράν και αν ανεγνώριζα κανένα, επλησίαζα και χαμηλοφώνως του υπενθύμιζα τι ήτο εις την ζωήν και πόσον εφούσκωνε τότε όταν από πρωίας ανέμεναν πολλοί εις τα πρόθυρα της κατοικίας του και επερίμεναν την εμφάνισίν του, ενώ οι υπηρέται του τους απεδίωκαν και έκλειαν προ αυτών την θύραν• αυτός δε, αν κατεδέχετο επί τέλους να εμφανισθή επ' ολίγον, καταστόλιστος και χρυσοκόσμητος, ενόμιζεν ότι θα έδιδε την ευδαιμονίαν και την μακαριότητα εις εκείνους εις τους οποίους θ' απηύθυνε χαιρετισμόν και θα προσέφερε το στήθος ή την δεξιάν του προς ασπασμόν. Και εκείνοι ελυπούντο ακούοντες αυτά.

Αλλ' ο Μίνως εδίκασε και μίαν υπόθεσιν κατά χάριν. Ο Διονύσιος ο Σικελιώτης κατηγορήθη διά πολλά και ανόσια υπό του Δίωνος, τα οποία επεμαρτύρησεν η σκιά, και θα παρεδίδετο εις την Χίμαιραν, ότε ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, ο οποίος πολύ τιμάται και έχει μεγάλην επιρροήν εις τον Άδην, προσήλθε και τον έσωσε από την καταδίκην, διότι εβεβαίωσεν ότι πολλούς εκ των πεπαιδευμένων εβοήθησε και υπεστήριξε διά χρημάτων.

Αναχωρήσαντες έπειτα από το δικαστήριον, επήγαμεν εις το κολαστήριον. Εκεί, φίλε μου, δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον λυπηρά πράγματα ηκούσαμεν και είδαμεν. Ηκούοντο συγχρόνως κτύποι ραβδισμών και κραυγαί των ψηνομένων εις την φωτιάν, και ελειτούργουν παντοία βασανιστήρια, στρέβλαι και κύφωνες και τροχοί, και η Χίμαιρα εσπάρασσε σάρκας, ο δε Κέρβερος κατεβρόχθιζε. Εκολάζοντο δε συγχρόνως βασιλείς, δούλοι, σατράπαι, πτωχοί και πλούσιοι και όλοι κλαίοντες μετενόουν δι' όσα κακά είχαν πράξει. Ανεγνωρίσαμεν μεταξύ αυτών και μερικούς εκ των προ ολίγου καιρού αποθανόντων• αυτοί δε έκρυπτον το πρόσωπον αυτών αισχυνόμενοι και όσοι μας προσέβλεπον είχον εις το βλέμμα πολύ το δουλοπρεπές και κολακευτικόν, αυτοί οίτινες υπήρξαν τόσον αγέρωχοι και υπερόπται εις την ζωήν. Αλλ' εις τους πτωχούς η τιμωρία ήτο επιεικεστέρα• διότι είχε και διακοπάς αναπαύσεως.

Αλλ' είδα και τους περιφήμους κολασμένους, τον Ιξίωνα και τον Σίσυφον, τον Φρύγα Τάνταλον βασανιζόμενον υπό της δίψης και τον εκ της Γης γεννηθέντα Τιτυόν. Θεέ μου, πόσος ήτο ! Κατείχε χώρον ολοκλήρου αγρού.

Αφού είδαμεν και τούτους, εισήλθαμεν εις την Αχερουσίαν πεδιάδα, όπου ευρήκαμεν τους ημιθέους και τας ηρωίδας και το άλλο πλήθος των νεκρών, οι οποίοι διέμεναν κατά έθνη και φυλάς, και οι μεν ήσαν παλαιοί και μουχλιασμένοι και ως λέγει ο Όμηρος, αμενηνοί{41}, οι δε νεοφερμένοι και στερεώτεροι, μάλιστα δε όσοι εξ αυτών ήσαν Αιγύπτιοι και ήσαν βαλσαμωμένοι. Δεν ήτο όμως εύκολον να γνωρίση κανείς κανένα μεταξύ αυτών• διότι όλοι γίνονται εντελώς όμοιοι προς αλλήλους, άμα γυμνωθούν τα οστά• αλλά δι' επιμόνου παρατηρήσεως και μετά δυσκολίας ανεγνωρίζαμεν μερικούς. Ήσαν δε 'ξαπλωμένοι οι μεν επί των δε, μαυρισμένοι και άσχημοι και μη διατηρούντες τίποτε από τα κάλλη της ζωής. Και ενώ έβλεπα τόσους σκελετούς συσσωρευμένους και όλους ομοίους, οι οποίοι είχον το βλέμμα κενόν και φοβερόν και εδείκνυον τους οδόντας χωρίς χείλη, εσκεπτόμην με απορίαν πώς είνε δυνατόν να διακρίνω τον Θερσίτην από τον ωραίον Νιρέα ή τον επαίτην γέρον από τον βασιλέα των Φαιάκων ή τον μάγειρον Πυρρίαν από τον Αγαμέμνονα• διότι δεν διετήρουν κανέν από τα παλαιά γνωρίσματα, αλλ' ήσαν όμοια τα κόκκαλα, αγνώριστα και χωρίς κανέν διακριτικόν σημείον, και κανείς δεν ηδύνατο να τα διακρίνη.

Ενώ δε παρετήρουν αυτά, η ζωή των ανθρώπων μου εφαίνετο ότι ομοιάζει με μακράν πομπήν, της οποίας τα καθέκαστα διατάσσει και τακτοποιεί η τύχη, ενδύουσα με διαφόρων ειδών και χρωμάτων ενδύματα τους πομπευτάς• και άλλον μεν κατά προτίμησιν ενδύει ως βασιλέα και θέτει επί της κεφαλής του τιάραν, τον περιβάλλει με δορυφόρους και στέφει την κεφαλήν του με το διάδημα, εις άλλον δε δίδει σχήμα δούλου, άλλον κάνει ωραίον και άλλον άσχημον και γελοίον, διότι πρέπει το θέαμα να έχη ποικιλίαν. Συμβαίνει δε πολλάκις εις το μέσον της πομπής να μεταβάλλη τα σχήματα μερικών και να μη τους αφίνη να έχουν μέχρι τέλους την τάξιν εις την οποίαν ετάχθησαν, αλλά μεταμφιέσασα τον Κροίσον λ. χ. τον ηνάγκασε να φορέση ένδυμα δούλου και αιχμαλώτου, εις δε τον Μαιάνδριον, ο οποίος πριν ευρίσκετο μεταξύ των δούλων, εφόρεσε την ηγεμονικήν στολήν του Πολυκράτους και επί τινα καιρόν τον αφήκε να επιδεικνύεται ως τύραννος. Έπειτα όταν περάση ο καιρός της πομπής, αμέσως έκαστος αποβάλλει το πομπευτικόν ένδυμα και το σχήμα, γίνεται όπως ήτο πριν και ουδόλως διαφέρει των άλλων. Τινές δε εξ αγνοίας, όταν η τύχη έρχεται και απαιτή τον στολισμόν τον οποίον έδωκεν εις αυτούς διά την προσωρινήν πομπήν, λυπούνται και αγανακτούν, ως να στερούνται πραγμάτων τα οποία δεν εδόθησαν εις αυτούς προσωρινώς και διά να ταποδώσουν, αλλ' ήσαν δικά των. Θα είδες πολλάκις, υποθέτω, τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, οι οποίοι κατά την ανάγκην των δραμάτων άλλοτε μεν γίνονται Κρέοντες, άλλοτε δε Πρίαμοι και Αγαμέμνονες, συμβαίνει δε ο ίδιος ο οποίος προ ολίγου παρουσιαστή με πολλήν σοβαρότητα ως Κέκρωψ ή Ερεχθεύς να εμφανισθή μετ' ολίγον υπηρέτης, διότι έτσι το θέλει ο ποιητής, και όταν τελειώση το δράμα, έκαστος εξ αυτών αποβάλλει το χρυσοποίκιλτον εκείνο ένδυμα και την προσωπίδα και κατεβαίνων από τους κοθόρνους του {42}, γίνεται πάλιν πτωχός και ταπεινός και δεν είνε πλέον Αγαμέμνων του Ατρέως, ούτε Κρέων του Μενοικέως, αλλ' ονομάζεται Πώλος Χαρικλέους Σουνιεύς ή Σάτυρος Θεογείτονος Μαραθώνιος. Τοιαύτα μου εφάνησαν τότε και τα πράγματα των ανθρώπων.

ΦΙΛ. Ειπέ μου, Μένιππε, και εκείνοι που έχουν τους πολυτελείς και μεγαλοπρεπείς τάφους επί της γης, τας στήλας, τους ανδριάντας και τα επιγράμματα, δεν έχουν εις τον Άδην περισσοτέραν υπόληψιν από τους κοινούς νεκρούς;

ΜΕΝ. Αστειεύεσαι; Αν έβλεπες τον Μαύσωλον — εννοώ τον Κάρα, ο οποίος είνε περίφημος διά τον τάφον του — είμαι βέβαιος ότι θα εξεραίνεσο από τα γέλοια, τόσον παραπεταμένος είνε μεταξύ του πλήθους των νεκρών και μου φαίνεται ότι η μόνη του απόλαυσις εκ του μνημείου εκείνου είνε το βάρος το οποίον του δίδει με τον τόσον όγκον του. Όταν λοιπόν, φίλε μου, ο Αιακός ορίση εις έκαστον τον χώρον της διαμονής του— δίδει δε το πολύ ενός ποδός τόπον—-πρέπει καθένας να περιορισθή εις το μέρος του και να μαζευθή εις αυτό χωρίς να υπερβαίνη το μέτρον. Πολύ δε περισσότερον, υποθέτω, θα εγέλας αν έβλεπες εκείνους οι οποίοι υπήρξαν εδώ βασιλείς και σατράπαι να είνε πτωχοί εκεί και να πωλούν παστά ή να διδάσκουν τα πρώτα γράμματα, να υβρίζωνται υπό του τυχόντος και να ραπίζωνται όπως οι ευτελέστατοι δούλοι. Εγώ τουλάχιστον όταν είδα τον Φίλιππον τον Μακεδόνα, δεν ηδυνήθην να κρατηθώ• μου τον έδειξαν εις μίαν μικράν γωνίαν καταγινόμενον να μπαλώνη παλαιά υποδήματα χάριν ολίγων οβολών. Πολλούς δε άλλους, όπως ο Ξέρξης, ο Δαρείος και ο Πολυκράτης, ηδύνατο κανείς να ίδη επαιτούντας εις τους δρόμους.

ΦΙΛ. Αυτά τα οποία μου διηγείσαι περί των βασιλέων μου φαίνονται παράδοξα και απίστευτα. Ο δε Σωκράτης και ο Διογένης και οι άλλοι σοφοί τι κάνουν;

ΜΕΝ. Ο Σωκράτης και εκεί περιφέρεται και ελέγχει τους πάντας• τον συναναστρέφονται δε ο Παλαμήδης, ο Οδυσσεύς, ο Νέστωρ και άλλοι φλύαροι νεκροί. Έχει δε ακόμη τα σκέλλη πρισμένα από το δηλητήριον. Ο δε καλός Διογένης κατοικεί πλησίον του Ασσυρίου Σαρδαναπάλου, του Φρυγός Μίδα και άλλων πλουσίων• και όταν ακούη να στενάζουν και να ενθυμούνται την περασμένην ευτυχίαν, γελά και διασκεδάζει και συνήθως ξαπλωμένος ανάσκελα τραγουδεί και με πολύ τραχείαν και δυνατήν φωνήν καταπνίγει τους κλαυθμούς των, ούτως ώστε να ενοχλούνται φοβερά και να σκέπτωνται περί μετοικεσίας, διότι δεν υποφέρουν τον Διογένην.

ΦΙΛ. Αρκετά μου είπες περί των νεκρών• αλλά ποίον ήτο το ψήφισμα το οποίον, ως είπες στην αρχήν, έγεινε εναντίον των πλουσίων;

ΜΕΝ. Καλά μου το ενθύμισες• διότι ενώ είχα σκοπόν να ομιλήσω δι' αυτό, δεν ξέρω πώς απεπλανήθην εις άλλας ομιλίας. Όταν λοιπόν ευρισκόμην εκεί, οι πρυτάνεις συνεκάλεσαν τον λαόν εις συνέλευσιν διά να σκεφθούν περί των κοινών συμφερόντων. Βλέπων δε πολλούς να τρέχουν, ανεμίχθην και εγώ εις το πλήθος των νεκρών και έγεινα είς εκ των δημοτών του Άδου. Εις την συνέλευσιν εκείνην εθεσπίσθησαν και άλλα, επί τέλους δε έγεινε και ψήφισμα περί των πλουσίων. Αφού απηγγέλθησαν πολλαί και μεγάλαι κατηγορίαι εναντίον αυτών, διά βιαιότητα, αλαζονείαν, υπεροψίαν και αδικίαν, εσηκώθη είς εκ των δημαγωγών και ανέγνωσε ψήφισμα το οποίον ανέφερε τα εξής :

ΨΗΦΙΣΜΑ «Επειδή πολλά και παράνομα πράττουν οι πλούσιοι εις τον κόσμον, αρπάζοντες και βιαιοπραγούντες και κατά πάντα τρόπον περιφρονούντες τους πτωχούς, η βουλή και ο λαός απεφάσισαν ίνα, όταν αποθάνωσι, τα μεν σώματά των κολάζωνται, όπως και των άλλων αχρείων, αι δε ψυχαί των επιστρέφουν εις την ζωήν και εισέρχωνται εις τους όνους. Την γαϊδουρινήν δε αυτήν ζωήν να ζήσουν επί είκοσι και πέντε μυριάδας ετών, όνοι από όνους γινόμενοι, καταδικασμένοι ν' αχθοφορούν και να υπηρετούν τους πτωχούς. Μόνον δε μετά την πάροδον του χρονικού τούτου διαστήματος να επιτρέπεται εις αυτούς ν' αποθάνουν. Τανωτέρω επρότεινεν ο Κρανίων Σκελετίωνος ο εκ Νεκροχωρίου της φυλής Πτωματίδος».

Αναγνωσθέντος του ψηφίσματος τούτου, το επεψήφισαν οι άρχοντες, το επεδοκίμασε δε το πλήθος δι ανυψώσεως των χειρών, και η Βριμώ {43} υπεβρυχήθη, ο δε Κέρβερος εγαύγισε. Κατ' αυτόν τον τρόπον επικυρούνται και γίνονται εκτελεστά τα νομοθετήματα. Αυτά συνέβησαν εις την συνέλευσιν.

Εγώ δε διά τον σκοπόν της καθόδου μου ευρήκα τον Τειρεσίαν και τον παρεκάλεσα να μου είπη, χωρίς να μου αποκρύψη τίποτε, ποίον νομίζει ως τον καλλίτερον τρόπον του βίου. Αυτός εγέλασε — είνε δε τυφλόν γεροντάκι, ωχρόν και με λεπτήν φωνήν—Γνωρίζω, παιδί μου, είπε, ότι ευρίσκεσαι εις αυτήν την απορίαν, διότι οι σοφοί ούτε μεταξύ των, ούτε προς τους εαυτούς των συμφωνούν• δυστυχώς όμως δεν μου επιτρέπεται να σου 'πω τίποτε, διότι απαγορεύεται υπό του Ραδαμάνθυος. Όχι, μη μου αρνήσαι, πατεράκη, του είπα, και μη με αφήσης να περιφέρωμαι εις την ζωήν τυφλότερος από σε. Τότε μ' έσυρε παράμερα και όταν ευρέθη μεν μακράν των άλλων, έσκυψε και μου είπε χαμηλοφώνως στ' αυτί: Η καλλίτερα και φρονιμωτέρα είνε η ζωή των απλών ανθρώπων. Άφησε την ανόητον επιθυμίαν να εξετάζης τα ουράνια φαινόμενα και να ζητής την αρχήν και τον σκοπόν των όντων και των πραγμάτων περιφρονών δε τους σοφούς τούτους συλλογισμούς, και θεωρών τα τοιαύτα μωρολογίαν, τούτο μόνον να επιδιώξης με πάντα τρόπον ν' απολαύσης το παρόν, να περάσης δε το μεγαλείτερον μέρος της ζωής σου μ' ευθυμίαν και εις τίποτε να μη αποδίδης σπουδαιότητα.

Ως ειπών πάλιν ώρτο κατ' ασφοδελόν λειμώνα {44}

Εγώ δε—διότι ήτο αργά—είπα εις τον Μιθροβαρζάνην• Διατί χρονοτριβούμεν και δεν επιστρέφομεν εις τον επάνω κόσμον; Αυτός δε μου απήντησε• Μη ανησυχής, διότι θα σου δείξω ένα μονοπάτι διά να επιστρέψης ταχέως και χωρίς πολύν κόπον. Με ωδήγησε δε εις μέρος σκοτεινότερον των άλλων και μου έδειξε με το χέρι του ένα μακρυνόν και αμυδρόν φως, το οποίον εφαίνετο ως να εισέδυεν από κλειδαρότρυπαν. Εκεί, μου είπεν, είνε το ιερόν του Τροφωνίου και απ' εκεί κατεβαίνουν όσοι έρχονται από την Βοιωτίαν. Ακολούθησε λοιπόν αυτόν τον δρόμον και μετ'ολίγον θα ευρίσκεσαι εις την Ελλάδα. Οι λόγοι ούτοι μ' ευχαρίστησαν και, αφού εχαιρέτισα τον μάγον, ανέβηκα συρόμενος μετά κόπου εις το χάσμα και, χωρίς να εννοήσω πώς, ευρέθηκα εις την Λειβαδιάν.

&ΦΙΛΟΨΕΥΔΗΣ Ή ΑΠΙΣΤΩΝ&

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δύνασαι, Φιλοκλή, να μου πης τι είνε εκείνο το οποίον κάνει πολλούς ν' αγαπούν το ψεύδος, ούτως ώστε και αυτοί ν' αρέσκωνται να μη λέγουν τίποτε αληθές και να προσέχουν προ πάντων εις τους λέγοντας τοιαύτα;

ΦΙΛΟΚΛΗΣ. Πολλά είνε, Τυχιάδη, τα οποία δύνανται να αναγκάσουν μερικούς εκ των ανθρώπων να ψεύδωνται χάριν του συμφέροντός των.

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Άσχετοι ούτοι και δεν σε ερωτώ περί εκείνων οίτινες εξ ανάγκης ψεύδονται• διότι αυτοί είνε δικαιολογημένοι, ίσως δε είνε και μάλλον άξιοι επαίνου μερικοί εξ αυτών, όσοι ή εχθρούς εξηπάτησαν ή προς σωτηρίαν εις δυσκόλους περιστάσεις μετεχειρίσθησαν αυτό το μέσον, όπως λ.χ. ο Οδυσσεύς όστις μετεχειρίζετο το ψεύδος και προς ιδίαν σωτηρίαν και διά να διευκολύνη την επάνοδον των συστρατιωτών του. Αλλ' εννοώ εκείνους, φίλτατε, οι οποίοι χωρίς ανάγκην προτιμούν το ψεύδος από την αλήθειαν, και τέρπονται εις αυτό και το μεταχειρίζονται χωρίς καμμίαν ευλογοφανή πρόφασιν. Περί τούτων λοιπόν θέλω να μάθω διατί ψεύδονται.

ΦΙΛ. Ώστε εγνώρισες ανθρώπους τοιούτους, οι οποίοι έχουν έμφυτον την αγάπην προς το ψεύδος;

ΤΥΧ. Και είνε πάρα πολύ οι τοιούτοι.

ΦΙΛ. Εις τι άλλο παρά εις μωρίαν πρέπει ν' αποδοθή η κλίσις αυτών προς το ψεύδος, αφού προτιμούν το χειρότερον από το καλλίτερον;

ΤΥΧ. Δεν είνε αυτό, αφού εγώ δύναμαι να σου αναφέρω πολλούς, οι οποίοι είνε φρόνιμοι κατά τα άλλα και θαυμάζονται διά την κρίσιν των και όμως δεν γνωρίζω πώς έχουν κυριευθή από αυτό το κακόν και τόσον αγαπούν τα ψεύδη, ώστε λυπούμαι να βλέπω ότι άνθρωποι τόσον καλοί ευχαριστούνται να εξαπατώσι και τους εαυτούς των και τους άλλους. Και τους μεν παλαιούς θα γνωρίζης καλλίτερα και από εμέ, τον Ηρόδοτον π. χ. και τον Κτησίαν τον Κνίδιον, και προ πάντων τους ποιητάς και αυτόν τον Όμηρον, όλους περιφήμους ανθρώπους, οίτινες μετεχειρίσθησαν γραπτόν το ψεύδος, ώστε όχι μόνον τους συγχρόνους των εξηπάτησαν, αλλά και μέχρις ημών φθάνει το ψεύδος των, φυλασσόμενον διαδοχικώς εις ωραίους στίχους και μέτρα. Εις εμέ τουλάχιστον συμβαίνει πολλάκις να εντρέπωμαι διά λογαριασμόν των, όταν διηγούνται τον ευνουχισμόν του Ουρανού, του Προμηθέως την δέσμευσιν, των Γιγάντων την επανάστασιν και όλην την τραγωδίαν του Άδου, και ότι δι' έρωτα ο Ζευς έγεινε ταύρος ή κύκνος και γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή αρκούδες• προσέτι δε διά τους Πηγάσους, τας Χιμαίρας, τας Γοργόνας και τους Κύκλωπας και όσα τοιαύτα, παράδοξα και απίθανα παραμύθια, διηγούνται, τα οποία είνε κατάλληλα μόνον διά παιδιά, τα οποία φοβούνται ακόμη την Μορμώ και την Λάμιαν. Και τα μεν ψεύδη των ποιητών ίσως δικαιολογούνται, αλλά δεν είνε γελοίον ότι και πόλεις και έθνη ολόκληρα από κοινού και φανερά ψεύδονται; Οι Κρήτες δεν εντρέπονται να δεικνύουν τάφον του Διός, οι δε Αθηναίοι λέγουν ότι ο Εριχθόνιος εξήλθεν εκ των σπλάγχνων της γης και οι πρώτοι άνθρωποι εφύτρωσαν εκ του εδάφους της Αττικής, όπως τα λάχανα. Αλλά τούτο είνε πάλιν σοβαρώτερον από τα διηγούμενα υπό των Θηβαίων περί της καταγωγής των^ κατ' αυτούς οι άνθρωποι εφύτρωσαν από οδόντας όφεως, οίτινες εσπάρθησαν. Και εν τοσούτω εκείνος ο οποίος θα ενόμιζεν ως μη αληθινούς τους γελοίους τούτους μύθους, αλλ' ορθώς σκεπτόμενος θα έκρινεν ότι είνε άξιον ηλιθίων, ως ο Κόροιβος ή ο Μάργιτος {45} να πιστεύουν ότι ο Τριπτόλεμος επέταξε με άρμα συρόμενον υπό δρακόντων πτερωτών ή ότι ο Παν μετέβη εξ Αρκαδίας διά να βοηθήση τους Μαραθωνομάχους ή ότι η Ωρείθυα ανηρπάγη υπό του Βορρά, θα εθεωρείτο ασεβής και ανόητος, δυσπιστών εις τόσον πρόδηλα και αληθή πράγματα• τόσον επικρατεί το ψεύδος.

ΦΙΛ. Αλλ' οι ποιηταί, ω Τυχιάδη, είνε συγγνωστοί αν διά της αναμίξεως μύθων καθιστούν επαγωγότερα διά τους ακροατάς τα ποιήματά των, αφού αυτός είνε ο σκοπός των^ επίσης δε οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και οίοι δήποτε άλλοι νομίζουν ότι κατ' αυτόν τρόπον αναδεικνύουν ενδοξοτέρας τας πατρίδας των. Άλλως τε αν αφαιρέση κανείς, αυτά τα μυθώδη από την Ελλάδα, εξάπαντος, θ' αποθάνουν της πείνης οι έχοντες ως έργον να οδηγούν τους ξένους διά να βλέπουν και ν' ακούουν τα περίεργα του τόπου• οι ξένοι ούτε δωρεάν θα θέλουν ν' ακούουν την αλήθειαν. Εκείνοι όμως οίτινες χωρίς καν τοιούτον όφελος αρέσκονται εις το ψεύδος, ευλόγως φαίνονται καταγέλαστοι.

ΤΥΧ. Βέβαια. Ήμουν προ ολίγου εις του Ευκράτους του εγκρίτου, όπου ήκουσα τόσα απίθανα και μυθώδη, ώστε, χωρίς να περιμένω το τέλος των λεγομένων, έφυγα, διότι δεν υπέφερα τας υπερβολάς τας οποίας ήκουα• ως Εριννύες με κατεδίωξαν τα πολλά τερατώδη και παράδοξα, τα οποία ελέγοντο υπό των εκεί ευρισκομένων.

ΦΙΛ. Αλλά, Τυχιάδη, ο Ευκράτης φαίνεται αξιόπιστος και κανείς δεν θα επίστευε ότι άνθρωπος με τοιαύτην σεβασμίαν γενειάδα, ο οποίος θα είνε εξηκοντούτης, προσέτι δε καταγίνεται πολύ και εις την φιλοσοφίαν, δύναται να υποφέρη ν' ακούη άλλον ψευδολογούντα ενώπιον του, πολύ δε μάλλον να τολμήση ο ίδιος να ψευδολογή.

ΤΥΧ. Και όμως δεν φαντάζεσαι, φίλε μου, τι έλεγε και πώς τα διεβεβαίωνε τα περισσότερα ορκιζόμενος εις την ζωήν των παιδιών του, ούτως ώστε, ενώ τον παρετήρουν, έκανα διαφόρους σκέψεις, και οτέ μεν εσκεπτόμην μήπως ετρελλάθη και τα έχασε, άλλοτε δε πώς δεν διέκρινα τόσον καιρόν ότι είνε ψεύστης και ότι έκρυπτε υπό την λεοντήν γελοίον πίθηκον? τόσον απίθανα πράγματα έλεγε.

ΦΙΛ. Δεν μου τα λες σε παρακαλώ, Τυχιάδη; Διότι θέλω να γνωρίζω την αγυρτείαν την οποίαν κρύπτει κάτω από τα τόσα του γένεια.

ΤΥΧ. Και άλλοτε εσύχναζα εις το σπήτι του, όταν είχα καιρόν, σήμερον δε επειδή είχα ανάγκην να συναντήσω τον Λεόντιχον, με τον οποίον, ως γνωρίζεις, είμεθα πολύ φίλοι και έμαθα από τον υπηρέτην του ότι επήγε από το πρωί να επισκεφθή τον Ευκράτην, ο οποίος είνε άρρωστος, επήγα διά δύο λόγους και διά να εύρω τον Λεόντιχον και διά να ίδω τον Ευκράτην—διότι δεν εγνώριζα ότι ασθενεί. — Αλλά τον Λεόντιχον δεν ευρήκα- διότι προ ολίγου, ως μου είπαν, είχε φύγει — ευρήκα όμως άλλους πολλούς και μεταξύ αυτών τον περιπατητικόν Κλεόδημον, τον στωικόν Δεινόμαχον και τον Ίωνα, ο οποίος, ως γνωρίζεις, έχει την αξίωσιν να θαυμάζεται διά τα έργα του Πλάτωνος, ως ο μόνος ακριβώς εννοών τας ιδέας του φιλοσόφου και μόνος δυνάμενος να τας μεταδώση εις άλλους. Βλέπεις ποίους ανθρώπους σου αναφέρω, πανσόφους και έχοντας όλας τας αρετάς, ό,τι κορυφαίον έχουν αι διάφοροι φιλοσοφικαί αιρέσεις, όλους σοβαρούς και σχεδόν φοβερούς διά την αυστηρότητα της μορφής. Ήτο προσέτι εκεί και ο ιατρός Αντίγονος, ο οποίος, υποθέτω, είχε προσκληθή διά τον άρρωστον, και ο Ευκράτης εφαίνετο ότι τώρα ήτο καλλίτερα και ότι το νόσημά του ήσαν οι ρευματισμοί τους οποίους έχει χρονίους• του είχαν προσβάλλει πάλιν τα πόδια. Ο Ευκράτης μου ένευσε να καθήσω πλησίον του εις το κρεβάτι και εχαμήλωσε την φωνήν του κατά τον τρόπον των αρρώστων όταν με είδε, αν και όταν έμβαινα τον ήκουσα να λέγη κάτι τι με φωνήν δυνατήν. Εγώ δε με πολλήν προσοχήν, μήπως εγγίσω τα πόδια του και με τας συνήθεις δικαιολογίας, ότι δεν εγνώριζα πως ήτο άρρωστος και ότι μόλις το έμαθα έτρεξα κ' επήγα, εκάθησα πλησίον του. Τους ευρήκα να ομιλούν περί του νοσήματος και η ομιλία εξηκολούθησεν έκαστος συνεβούλευε μίαν θεραπείαν εις τον ασθενή. Ο Κλεόδημος λ.χ. έλεγεν ότι αν πάρη κανείς με το αριστερό χέρι από χάμω το δόντι αρουραίου ποντικού, ο οποίος να έχη φονευθή όπως προηγουμένως ανέφερε, και το περιτυλίξη με δέρμα λέοντος που να έχη προσφάτως γδαρθή, να το κρεμάση δε εις τα σκέλη του, αμέσως παύουν οι πόνοι των ρευματισμών. Όχι εις δέρμα λέοντος, είπεν ο Δεινόμαχος, έχω ακούσει εγώ, αλλά θηλυκής ελάφου, η οποία να είνε ακόμη παρθένος και αβάτευτη• και αυτό φαίνεται πιθανώτερον, διότι η έλαφος είνε ζώον πολύ γρήγορον και η μεγάλη της δύναμις είνε εις τα πόδια. Και ο λέων βέβαια είνε πολύ δυνατός, και το λίπος του και το δεξιό μπροστινό του πόδι και η τρίχες του μουστακιού του, που πηγαίνουν πέρα, δύνανται να ωφελήσουν πολύ, αν ξέρη κανείς να τα μεταχειρισθή με το σχετικόν εις έκαστον ξόρκισμα• αλλά διά τα νοσήματα των ποδιών πολύ ολίγον φαίνονται να συντελούν. Και εγώ, είπεν ο Κλεόδημος, έτσι το ήξευρα άλλοτε, ότι πρέπει να είνε το δέρμα από λάφι, διότι το λάφι είνε γρήγορον αλλά προ ολίγου καιρού μ' έκαμε ν' αλλάξω γνώμην κάποιος Αφρικανός, σοφός εις αυτά τα πράγματα, ο οποίος μου είπεν ότι το λεοντάρι είνε ταχύτερον και από τα λάφια, αφού τα καταδιώκει και τα συλλαμβάνει. Όλοι επεδοκίμασαν και είπαν ότι ο Αφρικανός έχει δίκαιον. Νομίζετε λοιπόν, είπα εγώ, ότι με ξόρκια και με εξωτερικά κρεμαστάρια δύναται να παύση ένα κακόν, το οποίον υπάρχει εντός του σώματος; Εγέλασαν δι' αυτούς μου τους λόγους, και ήτο φανερόν ότι μ' εθεώρουν πολύ ανόητον, διότι δεν ανεγνώριζα πράγματα τόσον πασιφανή, τα οποία κανείς με τον κοινόν νουν δεν ηδύνατο ν' αρνηθή. Ο ιατρός όμως Αντίγονος εφαίνετο ότι ευχαριστήθη από την ερώτησίν μου, διότι δεν εδίδετο, φαίνεται, προ πολλού πολλή προσοχή εις τας θεραπείας του, όταν συνεβούλευε τον Ευκράτην, κατά τας υποδείξεις της επιστήμης του, να μη πίνη κρασί, να τρώγη λάχανα και εν γένει η δίαιτά του να είνε κατευναστική.

Ο δε Κλεόδημος, ο οποίος συγχρόνως εχαμογέλα, Τι λέγεις, Τυχιάδη; μου είπε. Δεν πιστεύεις ότι από τα τοιαύτα γίνεται ωφέλεια εις τα νοσήματα; Βεβαίως, του απήντησα, δεν είμαι τόσον ανόητος, ώστε να πιστεύω ότι τα εξωτερικά και μη έχοντα συνάφειαν με το εσωτερικόν του οργανισμού, αποδιώκουν τα νοσήματα χάρις εις τα φρασίδια και τας μαγείας, τας οποίας λέλεγε, και επιφέρουν την θεραπείαν, διότι κρεμώνται επί του σώματος. Αλλ' αυτό δεν γίνεται και αν ακόμη εις του λέοντος της Νεμέας το δέρμα περιτυλίξη κανείς δέκα έξ ολοκλήρους αρουραίους. Εγώ τουλάχιστον είδα και λέοντα να χωλαίνη από πόνους εντός ολοκλήρου του δέρματός του. Είσαι πολύ απλοϊκός, είπεν ο Δεινόμαχος, αν δεν εφρόντισες να μάθης κατά ποίον τρόπον ωφελούν τα τοιαύτα εις τα νοσήματα, μου φαίνεται δε ότι δεν θα παραδέχεσαι και αυτά τα προφανέστατα, ότι με τους εξορκισμούς παύουν οι πυρετοί, μαγεύονται τα φείδια, θεραπεύονται οι βουβώνες, αυτά δε και άλλα γίνονται και υπό των γραιών ακόμη. Αφού δε αυτά γίνονται, διατί να μη πιστεύσης ότι γίνονται και άλλα διά παρομοίων μέσων; Τα συμπεράσματά σου, Δεινόμαχε, είνε αυθαίρετα, του είπα εγώ, και, κατά την παροιμίαν, βγάζεις το καρφί με το καρφί• διότι και αυτά τα οποία λες δεν είνε τόσον βέβαιον και τόσον ασφαλές ότι γίνονται. Αν λοιπόν δεν με πείσης προηγουμένως διά του λόγου, ότι είνε φυσικόν ο πυρετός και το οίδημα να φοβούνται μίαν λέξιν παράδοξον ή μίαν φράσιν βαρβαρικήν και διά τούτο φεύγουν εκ του βουβώνος, θα εξακολουθώ να θεωρώ τα λεγόμενα ως παραμύθια των γραιών.

Μου φαίνεται, είπεν ο Δεινόμαχος, ότι αφού λέγεις τα τοιαύτα, ούτε εις την ύπαρξιν των θεών πιστεύεις, εάν δεν νομίζεις δυνατάς τας θεραπείας με ιεράς λέξεις. Αυτό, απήντησα, να μη το λέγεις, φίλτατε• διότι ουδέν εμποδίζει να υπάρχουν οι θεοί και αυτά να είνε ψευδή. Εγώ δε και τους θεούς σέβομαι και τας θεραπείας των βλέπω και αναγνωρίζω ότι θεραπεύουν τους αρρώστους με τα φάρμακα και την ιατρικήν• διότι ο Ασκληπιός και οι μαθηταί του ιατροί, μεταχειριζόμενοι κοινά, φάρμακα εθεράπευαν τους αρρώστους και όχι με λέοντας και αρουραίους.

Άφησε τον, είπεν ο Ίων, εγώ δε θα σας διηγηθώ κάτι τι θαυμάσιον. Θα ήμουν δέκα τεσσάρων περίπου ετών παιδί, όταν ήλθε κάποιος και ανήγγειλεν εις τον πατέρα μου ότι τον Μίδαν τον αμπελουργόν, υπηρέτην μας πολύ εύρωστον και εργατικόν, εδάγκωσε κατά το μεσημέρι μία έχιδνα και ότι ήδη είχεν αρχίσει να σήπεται το πόδι του. Ενώ εσήκωνε και έδενε τα κλήματα εις τους στύλους, επλησίασε το ερπετόν και τον εδάγκωσε εις τον μεγάλον δάχτυλον και αυτό μεν επρόφθασε και εκρύβη πάλιν, ο δε αμπελουργός ήρχισε να φωνάζη από τρομερούς πόνους. Μόλις δε μας είπαν αυτά, είδαμεν τον Μίδαν να τον φέρουν επάνω εις καθέκλαν οι άλλοι δούλοι, και ήτον ολόκληρον το σώμα του πρισμένον και μαυροκίτρινον, είχεν αρχίσει να σήπεται και μόλις ανέπνεε. Ενώ δε ο πατέρας μου ήτο περίλυπος, κάποιος εκ των παρόντων φίλων «Μη ανησυχείς, του είπε, και εγώ θα σου στείλω μετ' ολίγον ένα Βαβυλώνιον, εξ εκείνων τους οποίους λέγουν Χαλδαίους, ο οποίος θα θεραπεύση τον άνθρωπον. Και τέλος πάντων ήλθεν ο Βαβυλώνιος, ο οποίος εθεράπευσε τον Μίδαν με μίαν επωδήν έβγαλε το δηλητήριον από το σώμα του, προσέτι δε εκρέμασεν εις το πόδι του ένα κομμάτι πέτρα, το οποίον είχε κόψει από την επιτύμβιον στήλην του τάφου μιας παρθένου• ο δε Μίδας εσήκωσε την καθέκλαν επί της οποίας τον είχα φέρει και έφυγε διά το αμπέλι. Τόσην ενέργειαν έκαμαν το εξόρκισμα και το κομμάτι της επιτυμβίας στήλης. Αλλ' ο Χαλδαίος εκείνος έκαμε και άλλα θαυμάσια. Το πρωί επήγε εις τον αγρόν και επρόφερεν επτά ιερατικάς λέξεις από μίαν παλαιάν βίβλον, αφού δε εξήγνισε το μέρος με θειάφι και δαδί και έκαμε τρεις γύρους πέριξ του τόπου, εξεδίωξεν όλα τα ερπετά τα οποία ευρίσκοντο εντός του χώρου εκείνου• ως εάν τα έσυρεν ο εξορκισμός, ήρχισαν να έρχωνται προς αυτόν φείδια πολλά και ασπίδες και έχιδναι και κερασφόροι όφεις και ακοντιοφόροι και δηλητηριώδεις βάτραχοι. Αλλ' υπελείπετο είς μέγας όφις γηραλέος, ο οποίος φαίνεται ένεκα της ηλικίας δεν ηδύνατο να εξέλθη και παρήκουσεν εις το πρόσταγμα• ο δε μάγος είπεν ότι δεν ήλθαν όλοι και αναθέσας χρέη πρεσβευτού εις ένα των νεωτέρων όφεων τον έστειλε προς τον καθυστερούντα, μετ' ολίγον δε ήλθε και ούτος. Αφού δε συνηθροίσθησαν, ο Βαβυλώνιος τα εφύσησε και τα ερπετά εκάησαν ευθύς υπό του φυσήματος, ημείς δε εθαυμάζαμεν.

Δεν μου λες, Ίων, του είπα, ο νεαρός όφις ο πρεσβευτής εχειραγώγει τον γέροντα ή μήπως εκράτει ούτος βακτηρίαν και εστηρίζετο; Συ αστειεύεσαι, είπεν ο Κλεόδημος, αλλ' εγώ ο οποίος ήμουν άλλοτε περισσότερον από σε άπιστος εις τα τοιαύτα—διότι ενόμιζα ότι κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να συμβαίνουν παρόμοια πράγματα— όταν είδα να πετά ένας ξένος και βάρβαρος — ως έλεγεν, ήτο από τα υπερβόρεια μέρη — επίστευσα και ηναγκάσθην να παραδεχθώ όσα επί πολύ δεν ήθελα κατ' ουδένα τρόπον να πιστεύσω. Αλλά τι έπρεπε να κάμω όταν τον έβλεπα εν καιρώ ημέρας να πετά εις τον αέρα και να βαδίζη επάνω εις το νερόν ή να περιπατή επάνω εις την φωτιάν με όλην του την ησυχίαν; Συ με τα μάτια σου, του είπα, τον είδες αυτόν τον υπερβόρειον να πετά ή να βαδίζη επάνω εις το νερόν;

Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεόδημος• εφόρει δε εις τα πόδια του καρβατίνας {46}όπως συνηθίζουν εις τον τόπον του. Θεωρώ περιττόν να διηγηθώ ως μικρού λόγου άξια όσα άλλα κατώρθονε, εμπνέων έρωτας, καλών δαίμονας, επαναφέρων παλαιούς νεκρούς, αυτήν την Εκάτην παρουσιάζων φανεράν και την Σελήνην καταβιβάζων. Θα σας διηγηθώ μόνον τι τον είδα να κάνη εις την οικίαν Γλαυκίου του Αλεξικλέους. Προ ολίγου καιρού είχεν αποθάνει ο πατέρας του Γλαυκίου και ούτος είχε παραλάβει την περιουσίαν του, ότε ερωτεύθη την Χρυσίδα την θυγατέρα του Δημαινέτου. Εμέ δε είχεν ως διδάσκαλον της φιλοσοφίας και αν ο έρως εκείνος δεν τον απησχόλει, θα είχεν ήδη μάθει όλην την περιπατητικήν φιλοσοφίαν, αφού εις ηλικίαν δεκαοκτώ ετών έκανεν ανάλυσιν και είχεν αποπερατώσει τα μαθήματα της φυσικής. Επειδή δε ο Έρως τον έφερεν εις αμηχανίαν μου ανεκοίνωσε τα πάντα• και εγώ, αφού ως διδάσκαλός του έπρεπε να τον βοηθήσω, ωδήγησα προς αυτόν τον υπερβόρειον εκείνον μάγον, με την συμφωνίαν να λάβη ευθύς μεν τεσσάρας μνας—διότι έπρεπε κάτι να προκαταβληθή διά τας θυσίας αι οποίαι θα εγίνοντο — δέκα έξ δε εάν θ' απελάμβανε την Χρυσίδα. Ο μάγος επερίμενε την γέμισην της σελήνης— διότι τότε κατά το πλείστον γίνονται αυτού του είδους αι μαγείαι—και τότε ήνοιξε λάκκον εις ανοικτόν μέρος της οικίας και περί το μεσονύκτιον μας εκάλεσε τον Αλεξικλέα τον πατέρα του Γλαυκίου, ο οποίος είχεν αποθάνει προ επτά μηνών. Ο γέρων δεν επεδοκίμαζε τον έρωτα του υιού του και ωργίζετο, επί τέλους όμως συγκατένευσε.

Έπειτα έφερε την Εκάτην συνοδευομένην από τον Κέρβερον και κατέβασε την Σελήνην, η οποία παρουσίαζε πολύμορφον και μεταβαλλόμενον θέαμα• διότι κατ' αρχάς παρουσίαζε γυναικείαν μορφήν, έπειτα εφάνη ως βώδι ωραιότατον, έπειτα σκυλάκι. Επί τέλους λοιπόν ο υπερβόρειος έπλασεν εκ πηλού μικρόν έρωτα και του είπε: Πήγαινε και φέρε την Χρυσίδα. Ο πηλός επέταξε και μετ' ολίγον ήλθεν η Χρυσίς και εκτύπα την θύραν και εισελθούσα ενηγκαλίσθη τον Γλαυκίαν, ως να τον ηγάπα περιπαθέστατα, και εκοιμήθη μαζή του έως ότου έκραξαν οι πετεινοί. Τότε η Σελήνη επέταξεν εις τον ουρανόν και η Εκάτη εβυθίσθη εις την γην και τα άλλα φαντάσματα εξηφανίσθησαν, την δε Χρυσίδα εστείλαμεν εις το σπήτι της κατά την αυγήν περίπου. Αν τα έβλεπες αυτά, Τυχιάδη, δεν θα εξηκολούθεις να μη πιστεύης εις τους εξορκισμούς. Έχεις δίκαιον, του είπα• θα επίστευα τω όντι αν έβλεπα αυτά που είπες• αλλά τώρα νομίζω ότι δικαιολογείται η δυσπιστία μου αφού δεν έχω όμοιαν με σας οξυδέρκειαν. Γνωρίζω εν τοσούτω την Χρυσίδα που ανέφερες και 'ξέρω ότι είνε πρόθυμος και εύκολος εις τα ερωτικά. Δεν εννοώ δε διατί ενομίσατε αναγκαίον να της στείλετε τον πήλινον πρεσβευτήν και να καλέσετε τον υπερβόρειον μάγον και αυτήν την Σελήνην, ενώ με είκοσι δραχμάς ήτο δυνατόν και μέχρι των υπερβορείων χωρών να σας ακολουθήση η Χρυσίς. Διότι πολύ υπακούει εις αυτήν την επωδήν και της συμβαίνει το εναντίον αφ' ό,τι εις τα φαντάσματα• τα μεν φαντάσματα αν ακούσουν ήχον χαλκού ή σιδήρου φεύγουν—και αυτά σεις τα λέγετε — αυτή δε αν πουθενά κουδουνίζη χρήμα τρέχει προς τον ήχον. Απορώ άλλως τε πώς αυτός ο μάγος, αφού δύναται να κάμη τας πλουσιωτάτας των γυναικών να τον αγαπήσουν και να λαμβάνη παρ' αυτών τάλαντα ολόκληρα, αρκείται ολιγαρκέστατα εις τεσσάρας μνας, τας οποίας λαμβάνει από τον Γλαυκίαν διά να τον κάμη αξιέραστον.

Είνε γελοία αυτή η απιστία σου προς όλα, είπεν ο Ίων. Αλλά θα επεθύμουν ν' ακούσω τι λέγεις δι' εκείνους οι οποίοι εκδιώκουν, δι' εξορκισμού τους δαίμονας από τους δαιμονιζομένους τόσον φανερά, ώστε να μη δύναται να υπάρξη αμφιβολία. Και είνε περιττή η δική μου μαρτυρία, διότι όλοι γνωρίζουν τον εκ Παλαιστίνης Σύρον {47}, τον περίφημον διά τοιαύτα κατορθώματα, ο οποίος τους σεληνιαζομένους, οίτινες πίπτουν κάτω και διαστρέφουν τους οφθαλμούς και αφρίζουν, εγείρει και αποπέμπει υγιείς αντί μεγάλης αμοιβής. Όταν τους εύρη κυλιομένους κατά γης και ερωτά πόθεν εισήλθαν εις το σώμα, ο μεν ασθενής σιωπά, αποκρίνεται δε ο δαίμων εις γλώσσαν Ελληνικήν ή βαρβαρικήν, κατά την πατρίδα του δαιμονίζομένου και λέγει πως και πόθεν εισήλθεν εις τον άνθρωπον• εκείνος δε δι' εξορκισμών ή, αν δεν εισακουσθή, δι' απειλών εκδιώκει τον δαίμονα. Εγώ δε και είδα δαίμονα εξερχόμενον κατά τοιούτον τρόπον, μαύρον και καπνώδη κατά το χρώμα. Δεν είνε παράδοξον, του είπα, ότι βλέπεις τα τοιαύτα, Ίων, αφού δύνασαι να βλέπης και τας ιδέας του Πλάτωνος, αίτινες δι' ημάς τους αμβλυωπούντας είνε πράγμα σκοτεινόν.

Μήπως μόνος ο Ίων, είπεν ο Ευκράτης, είδε τοιαύτα φαντάσματα, δεν έτυχε δε να συναντήσουν δαίμονας άλλοι μεν νύκτα και άλλοι ημέραν; Εγώ όχι μίαν φοράν, αλλά μυριάκις είδα τοιαύτα πράγματα. Και κατ' αρχάς μεν κατελαμβανόμην υπό ταραχής, αλλά με τον καιρόν συνήθισα και τώρα δεν μου φαίνεται ότι βλέπω τίποτε παράδοξον, μάλιστα αφ' ότου ο Αράπης μου έδωκε το δακτυλίδι το οποίον είνε καμωμένον από σίδηρον των σταυρών και μου έμαθε τον μεγάλον εξορκισμόν, εκτός εάν δεν πιστεύης και εις εμέ, Τυχιάδη. Και πώς είνε δυνατόν, είπα εγώ, να απιστήσω εις τον Ευκράτην του Δείνωνος, άνθρωπον σοφόν, ο οποίος με τόσην ελευθερίαν λέγει ό,τι του καπνίση εις το σπήτι του, χωρίς να φοβήται αντιλογίας; Την ιστορίαν του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ο οποίος εμφανίζεται καθ' όλας τας νύκτας και εις όλους τους ανθρώπους του σπητιού, όχι μόνον από εμέ δύνασαι ν' ακούσης, αλλά και από όλους τους δικούς μας. Ποίου ανδριάντος; ηρώτησα. Δεν είδες, είπεν, όταν εισέρχεσαι εις την αυλήν, ένα ωραιότατον ανδριάντα, έργον του Δημητρίου του αγαλματοποιού; Εννοείς εκείνον ο οποίος παρίσταται να ρίπτη τον δίσκον και σκύφτει εις την στάσιν της αφέσεως με το πρόσωπον γυρμένον προς το χέρι το οποίον κρατεί τον δίσκον, και λιγύζει ολίγον το γόνατον ούτως ώστε να φαίνεται έτοιμος με την βολήν του δίσκου να ανατιναχθή; Όχι εκείνον, είπεν ο Ευκράτης• αυτός ο δισκοβόλος είνε έργον του Μύρωνος. Αλλ' ούτε τον πλησίον του λέγω, τον ωραίον εκείνον νέον ο οποίος έχει δεμένην την κόμην του με ταινίαν, διότι αυτός είνε έργον του Πολυκλείτου. Δεν πρόκειται περί των ανδριάντων οίτινες ευρίσκονται εις την δεξιάν πλευράν, μεταξύ των οποίων είνε και τα έργα του Κριτίου και του Νησιώτου, οι Τυραννοκτόνοι. Αλλά θα είδες πλησίον εις το αναβρυτήριον ένα κοιλαράν, φαλακρόν και ημίγυμνον, από τα γένεια του οποίου ολίγαι τρίχες φαίνονται ως να τας σηκώνη ο αέρας• αι φλέβες του φουσκώνουν και είνε καθ' όλα φυσικόν ομοίωμα ανθρώπου. Αυτόν εννοώ, φαίνεται δε ότι είνε ο Κορίνθιος στρατηγός Πέλιχος. Ά ναι, είπα εγώ, ενθυμούμαι ότι είδα δεξιά του Κρόνου ένα ο οποίος κρατεί ταινίας και στεφάνους ξηρούς και έχει στολισμένον το στήθος με πέταλα χρυσά. Εγώ, είπεν ο Ευκράτης, τα εχρύσωσα, όταν διά τρίτην φοράν με εθεράπευσε από πυρετούς. Ήτο λοιπόν και ιατρός, είπα εγώ, ο λαμπρός εκείνος Πέλιχος; Μάλιστα και μη περιπαίζης, είπεν ο Ευκράτης, διότι δεν θα δυσκολευθή να σε τιμωρήση• εγώ γνωρίζω τι δύναται να κάμη ο υπό σου εμπαιζόμενος ανδριάς• ή δεν νομίζεις ότι δύναται να στέλλη πυρετούς εις όσους θέλη, αφού δύναται να τους αποδιώκη; Παρακαλώ τον ανδριάντα να μου φεισθή και να με συγχωρήση, αφού είνε τόσον γενναίος. Αλλά τι άλλο τον βλέπετε να κάνη όλοι οι κατοικούντες εις το σπήτι; Άμα νυκτώση, είπεν ο Ευκράτης, ο Πέλιχος κατεβαίνει από το βάθρον του και περιφέρεται εις το σπήτι, τον συναντούν δε όλοι και ενίοτε τον ακούουν να τραγουδή, αλλά δεν επείραξε ποτέ κανένα• πρέπει μόνον οποίος τον συναντά να παραμερίζη, αυτός δε περνά χωρίς να ενοχλήση τον συναντώμενον. Πολλάκις δε λούεται και παίζει καθ' όλην την νύκτα, ούτως ώστε ακούεται ο θόρυβος του νερού. Πρόσεξε, είπα εγώ, μήπως ο ανδριάς δεν είνε ο Πέλιχος, αλλ' ο Τάλως ο Κρης της εποχής του Μίνωος, ο οποίος ήτο χάλκινος και περιεπόλει εις την Κρήτην. Εάν δεν ήτο εκ χαλκού, αλλ' από ξύλον, τίποτε δεν θα ημπόδιζε να είνε όχι του Δημητρίου έργον, αλλά τεχνούργημα του Δαιδάλου• διότι, ως λέγεις, και αυτός φεύγει από το βάθρον του.

Πρόσεξε, Τυχιάδη, είπεν ο Ευκράτης, μη μετανοήσης διά τους εμπαιγμούς σου. Εγώ γνωρίζω τι έπαθεν εκείνος ο οποίος έκλεψε τους οβολούς που του προσφέρομεν κάθε πρώτην του μηνός. Έπρεπε να τιμωρηθή αυστηρώς, αφού ήτον ιερόσυλος, είπεν ο Ίων. Πώς λοιπόν τον ετιμώρησεν ο ανδριάς : Θέλω νακούσω και αν ακόμη δεν θα το πιστεύση και αυτό ο Τυχιάδης. Εις τα πόδια του ανδριάντος, είπεν ο Ευκράτης, ήσαν ριμμένοι πολλοί οβολοί και άλλα νομίσματα μεταξύ των οποίων και αργυρά ήσαν κολλημένα με κερί εις τον μηρόν του και πέταλα εξ αργύρου, αφιερώματα είτε διά παράκλησιν είτε ως ευχαριστία διά θεραπείαν πυρετού. Είχομεν δε τότε ένα Αφρικανόν δούλον, αχρειέστατον, ο οποίος εχρησίμευεν ως ιπποκόμος. Αυτός απεπειράθη μίαν νύκτα να κλέψη όλα εκείνα και τα υπεξήρεσε την ώραν κατά την οποίαν είχε κατεβή εκ της θέσεως του ο ανδριάς. Όταν δε μετ' ολίγον επανήλθεν ο Πέλιχος και ενόησεν ότι τον έκλεψαν, να 'δήτε πώς ετιμώρησε και απεκάλυψε τον Αφρικανόν. Καθ'όλην την νύκτα περιεφέρετο εις την αυλήν ο άθλιος μη δυνάμενος να εξέλθη, ως να ευρίσκετο εις λαβύρινθον, έως ου εξημέρωσε και συνελήφθη με τα κλοπιμαία. Και τότε μεν έφαγεν όχι ολίγον ξύλον, έζησε δε ολίγον καιρόν ακόμη και απέθανεν αθλίως, διότι, ως έλεγε, κάθε νύκτα τον έδερνεν ο Πέλιχος, ούτως ώστε την επιούσαν εφαίνοντο τα σημάδια εις το σώμα του. Και τώρα, Τυχιάδη, σκώπτε και τον Πέλιχον και εμένα ως ομήλικον του Μίνωος και παραληρούντα από τα γεράματα. Αλλά, φίλε μου Ευκράτη, του είπα, εφ' όσον ο χαλκός είνε χαλκός, το δε έργον κατεσκεύασεν ο Δημήτριος ο εκ του δήμου Αλωπεκής, ο οποίος δεν κατεσκεύαζε θεούς, αλλ' ανθρώπους, ουδέποτε θα φοβηθώ τον ανδριάντα του Πελίχου, τον οποίον και ζώντα και απειλούντα ολίγον θα εφοβούμην.

Μετά ταύτα ο ιατρός Αντίγονος είπε• Και εγώ, Ευκράτη, έχω ένα χάλκινον Ιπποκράτην ενός περίπου πήχεως κατά το μέγεθος, όστις άμα σβύση το φως, γυρίζει εις όλο το σπήτι, θορυβεί, ανατρέπει τα δοχεία και ανακατεύει τα φάρμακα, ανοίγει την θύραν, μάλιστα δε όταν παραλείπωμεν την θυσίαν την οποίαν του προσφέρομεν κατ' έτος. Ώστε, είπα εγώ, και ο Ιπποκράτης ο ιατρός έχει τώρα την αξίωσιν να του προσφέρουν θυσίας και οργίζεται αν δεν γευθή την ωρισμένην εποχήν τέλεια σφάγια; Αλλ' έπρεπε ν' αρκήται εις μίαν νεκρικήν θυσίαν, εις μίαν σπονδήν υδρομέλιτος επί του τάφου του ή στέφανον επί της στήλης του τάφου του.

Άκουσε κάτι τι, είπεν ο Ευκράτης, διά το οποίον έχω και μάρτυρας και το οποίον είδα προ πέντε ετών. Ήτον εποχή του τρυγητού, εγώ δε κατά το μεσημέρι, αφήσας τους εργάτας να τρυγούν εις τ' αμπέλι, επήγα να περιπατήσω εις το δάσος• κάποια σκέψις με κατείχε και συνεστρέφετο εις την κεφαλήν μου. Όταν δε έφθασα εις το πυκνόν μέρος, ήκουσα κατ' αρχάς γαβγίσματα σκύλων και ενόμισα ότι ο υιός μου ο Μνάσων έπαιζε και εκυνήγα, ως συνηθίζει, με τους φίλους του εις το δάσος. Δεν συνέβαινεν όμως αυτό, αλλά μετ' ολίγον έγινε κάποιος σεισμός και ηκούσθη ως βοή βροντής• και είδα να έρχεται προς το μέρος μου μία γυναίκα φοβερά, η οποία είχεν ύψος μισού περίπου σταδίου. Εκράτει δε και δάδα εις το αριστερόν χέρι και σπαθί εις το δεξιό έως είκοσι πήχεις μακρύ. Και το μεν κάτω μέρος αυτής ωμοίαζε με φίδι, εις δε το άνω ήμισυ ωμοίαζε με Γοργόνα, εννοώ κατά το βλέμμα και την φρικτήν μορφήν. Αντί δε μαλλιών από την κεφαλήν της εκρέμοντο δράκοντες, ως βόστρυχοι, και περιετυλίσσοντο εις τον λαιμόν της και συνεστρέφοντο επάνω εις τους ώμους της. Βλέπετε πώς και τώρα που σας το διηγούμαι φρίττω; Και ενώ έλεγεν αυτά μας εδείκνυεν ο Ευκράτης τας τρίχας του βραχίονός του που είχαν ορθωθή εκ της φρίκης.

Και οι μεν άλλοι, ο Ίων, ο Δεινόμαχος και ο Κλεόδημος προσείχον εις την διήγησιν με ανοικτόν το στόμα, ενώ ήσαν ηλικιωμένοι άνδρες• τους ετράβα από την μύτην ο ψευδολόγος Ευκράτης και ενδομύχως επροσκύνουν τον τόσον απίθανον κολοσσόν, την γυναίκα η οποία είχεν ύψος ημίσεος σταδίου, και ήτο κατάλληλος μόνον διά να χρησιμεύση ως φόβητρον εις πολύ μικρά παιδία. Εγώ δε εν τω μεταξύ εσκεπτόμην τι άνθρωποι είνε αυτοί, οι οποίοι διδάσκουν σοφίαν εις τους νέους και θαυμάζονται υπό πολλών, ενώ μόνον κατά τα άσπρα μαλλιά διαφέρουν από τα βρέφη, κατά δε τα άλλα είνε και αυτών πλέον εύπιστοι εις το ψεύδος.

Έπειτα ο Δεινόμαχος ηρώτησε• Δεν μου λες, Ευκράτη, τα σκυλιά της θεάς πόσα ήσαν κατά το μέγεθος; Υψηλότερα από τους ελέφαντας των Ινδιών, απήντησεν ο Ευκράτης, μαύρα ως αυτοί και μαλλιαρά με μαλλιά ανώμαλα και λερωμένα. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησε, άμα την είδα εγύρισα την σφραγίδα, την οποίαν μου είχε δώσει ο Αράπης, προς το εσωτερικόν του δακτύλου, η δε Εκάτη εκτύπησε με τον δρακόντιόν της πόδα το έδαφος και έκαμε χάσμα τεράστιον, και ως στόμα του ταρτάρου, έπειτα επήδησε εις αυτό και εξηφανίσθη. Τότε εγώ επήρα θάρρος και έσκυψα, αφού εκρατήθηκα από έν εκ των πλησίον δένδρων διά να μη ζαλισθώ και πέσω εις το χάσμα• και είδα όλο το εσωτερικόν του Άδου, τον Πυριφλεγέθοντα, την λίμνην, τον Κέρβερον και τους νεκρούς, ούτως ώστε ανεγνώρισα μερικούς εξ αυτών τον πατέρα μου τουλάχιστον είδα καθαρά και εφορούσε τα ίδια ενδύματα με τα οποία τον εθάψαμεν. Και τι έκαναν, Ευκράτη, αι ψυχαί; είπεν ο Ίων. Τι άλλο, απήντησεν ο Ευκράτης, παρά κατά φυλάς και φατρίας, όπως εζούσαν εις τον κόσμον, διέτριβαν και εκεί, ξαπλωμένοι επάνω εις τους ασφοδέλους; Ας αντιλέγουν λοιπόν ακόμη, είπεν ο Ίων, οι οπαδοί του Επικούρου εις τον θείον Πλάτωνα και εις τον περί ψυχής διάλογόν του. Μήπως μεταξύ των νεκρών είδες και τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα; Τον Σωκράτη μάλιστα, δεν είμαι όμως βέβαιος αλλά το υποθέτω εκ του ότι ήτο φαλακρός και προγάστωρ• τον Πλάτωνα όμως δεν ανεγνώρισα, διότι προς φίλους πρέπει να λέγη κανείς την αλήθειαν. Αφού λοιπόν είδα όλα λεπτομερώς και το χάσμα ήρχιζε να κλείη, μερικοί από τους υπηρέτας μου, μεταξύ δε αυτών και ο Πυρρίας αυτός εδώ, οι οποίοι με ανεζήτουν έφθασαν καθ' ην στιγμήν δεν είχε κλείσει εντελώς το χάσμα. Ειπέ, Πυρρία, αν δεν λέγω αλήθεια. Μα τον Δία, είπεν ο Πυρρίας, εγώ ήκουσα και ένα γαύγισμα που ήλθε από το χάσμα, μου εφάνη δε ότι είδα και μίαν μικράν λάμψιν η οποία θα ήτο από την δάδα της θεάς.

Εγώ εγέλασα διά την προσθήκην υπό του μάρτυρος του γαυγίσματος και της λάμψεως. Ο δε Κλεόδημος• Αυτά τα οποία είδες, είπε, δεν είνε πρωτοφανή• έχουν 'δη και άλλοι παρόμοια, αφού και εγώ όταν ησθένησα όχι προ πολλού καιρού, είδα κάτι τοιούτον? μ' επεριποιείτο δε και μ' εθεράπευεν ο Αντίγονος απ' εδώ. Ήτο εβδόμη ημέρα της ασθενείας μου και ο πυρετός μου είχε φθάσει εις την μεγαλειτέραν του σφοδρότητα. Με είχαν δε αφήσει μόνον όλοι και κλείσαντες τας θύρας επερίμεναν απ' έξω• διότι ούτω είχες διατάξει, Αντίγονε, ίσως δυνηθώ να κοιμηθώ. Τότε λοιπόν, ενώ ακόμη ήμουν ξυπνός, παρουσιάσθη ένας νέος ωραιότατος με λευκόν ένδυμα, ο οποίος με εσήκωσε και δι' ενός χάσματος με ωδήγησεν εις τον Άδην, όπου αμέσως είδα και εγνώρισα τον Τάνταλον, τον Τιτυόν και τον Σίσυφον. Τα άλλα είνε περιττόν να τα λέγω• όταν δε έφθασα εις το δικαστήριον — παρευρίσκοντο δε ο Αιακός, ο Χάρων, αι Μοίραι και αι Εριννύες — είδα τον Πλούτωνα να κάθηται ως βασιλεύς και να απαγγέλλη τα ονόματα εκείνων, οι οποίοι είχον ήδη συμπληρώσει τον καιρόν της ζωής των. Ο νέος με ωδήγησεν ενώπιον αυτού, ο δε Πλούτων εθύμωσε τότε και είπε προς εκείνον όστις με ωδήγει• Δεν ετελείωσεν ακόμη το νήμα αυτού, ώστε ας γυρίση πίσω. Συ δε να φέρης τον σιδηρουργόν Δημύλον, ο οποίος ζη περισσότερον αφ' όσον του ανήκει. Εγώ επέστρεψα χαρούμενος και ο πυρετός μου είχε παύσει• ανάγγειλα δε εις όλους ότι μετ' ολίγον θ' αποθάνη ο Δημύλος• ήτο δε ο Δημύλος γείτονάς μας και ησθένει, ως ελέγετο. Μετ' ολίγον τωόντι ηκούσαμεν αναφωνητά• είχεν αποθάνει και τον εμοιρολόγουν.

Τι το παράδοξον; είπεν ο Αντίγονος, εγώ γνωρίζω ένα ο οποίος μετά είκοσι ημέρας από της ταφής του ανέστη. Ήμουν ιατρός του και προ του θανάτου και μετά την ανάστασίν του. Και πώς, παρετήρησα εγώ, εις διάστημα είκοσι ημερών δεν εσάπισε το σώμα του ή πώς δεν απέθανεν από την πείναν; ή μήπως εθεράπευσες κάποιον νέον Επιμενίδην;

Ενώ ελέγαμεν αυτά εισήλθαν οι γυοί του Ευκράτους, ερχόμενοι από το γυμναστήριον, εκ των οποίων ο μεν ένας έχει ήδη υπερβή την ήβην, ο δε άλλος είνε δέκα πέντε περίπου ετών, και αφού μας εχαιρέτησαν εκάθησαν εις την κλίνην πλησίον εις τον πατέρα των• δι'εμέ δε έφεραν καθέκλαν. Και ο Ευκράτης ως να ανεμνήσθη από την εμφάνισιν των υιών του• Έτσι να τα χαρώ αυτά τα παιδιά, Τυχιάδη, είπε — και έβαλεν επάνω των το χέρι του—όπως είνε αλήθεια αυτά που θα σου 'πω. Όλοι γνωρίζουν πόσον αγαπούσα την μακαρίτισσα την μητέρα των• το έδειξα δε δι' όσων έκαμα δι' αυτήν, όχι μόνον όταν έζη, αλλά και αφού απέθανε, ότε έκαυσα μαζή της όλα της τα κοσμήματα και τα φορέματα, τα οποία περισσότερον της ήρεσαν. Επτά δε ημέρας μετά τον θάνατόν της ήμουν ξαπλωμένος εδώ, όπως τώρα, και διά να εύρω κάποιαν παρηγορίαν εις την θλίψίν μου, εδιάβαζα ησύχως το περί αθανασίας της ψυχής βιβλίον του Πλάτωνος. Εν τω μεταξύ τούτω εισέρχεται η Δημαινέτη, αυτή απαράλλακτη, και κάθεται πλησίον μου, όπως τώρα αυτός ο Ευκρατίδης — και έδειξε τον νεώτερον εκ των υιών του, ο οποίος και πριν ήτο ωχρός από την διήγησιν, και τώρα συνεταράχθη με παιδικήν δειλίαν. Εγώ, εξηκολούθησεν ο Ευκράτης, άμα την είδα, την αγκάλιασα και ήρχισα να κλαίω. Αλλ' αυτή διέκοψε τα κλάμματά μου και μου παρεπονείτο ότι ενώ της εχάρισα όλα τα άλλα, το έν εκ των χρυσών της σανδάλων δεν έκαυσα επί του τάφου της, μου είπε δε ότι το σάνδαλον εκείνο, είχε παραπέσει και ευρίσκετο κάτω από την κασέλαν και διά τούτο δεν το ευρήκαμεν κ' εκαύσαμεν μόνον το ένα. Ενώ δε ακόμη ωμιλούσαμεν, ένα αναθεματισμένο σκυλάκι της Μάλτας, που ευρίσκετο κάτω από το κρεββάτι, εγαύγισε και εκείνη εξηφανίσθη με το γαύγισμα. Αλλά το σάνδαλον ευρέθη κάτω από την κασέλαν και το εκαύσαμεν. Λοιπόν δυσπιστείς ακόμη, Τυχιάδη, εις γεγονότα τόσον φανερά και τα οποία συμβαίνουν συχνότατα; Όχι, μα τον Δία, απήντησα, και νομίζω ότι είνε άξιοι να δαρθούν εις τα πισινά, καθώς τα παιδιά, με χρυσόν σάνδαλον όσοι δεν πιστεύουν και δεικνύουν τόσην αναισχυντίαν προς την αλήθειαν.

Επάνω εις αυτά εισήλθεν ο Αρίγνωτος ο Πυθαγορικός φιλόσοφος με τα μεγάλα μαλλιά, ο σοβαρός την όψιν, τον γνωρίζεις δα τον περίφημον διά την σοφίαν του, ο οποίος επονομάζεται θείος. Άμα τον είδα ανέπνευσα, διότι ενόμισα ότι ήρχετο να κόψη ως πέλεκυς τα ψεύδη. Θα τους αποστομώση, εσκεπτόμην, ο σοφός, όταν τους ακούση να λέγουν τοιαύτα τερατολογήματα, και, κατά το λεγόμενον, θεόν από μηχανής, τον οποίον μου έστελλεν η τύχη, τον εθεώρησα. Αυτός δε αφού εκάθησε εις την θέσιν την οποίαν του προσέφερεν ο Κλεόδημος, ηρώτησε κατά πρώτον διά την ασθένειαν του οικοδεσπότου, όστις απήντησεν ότι ήτο τώρα καλλίτερα. Και περί τίνος φιλοσοφείτε; είπεν έπειτα. Διότι εισερχόμενος ήκουσα τους λόγους σας και μου εφάνη ότι δεν χάνετε τον καιρόν σας. Προσπαθούμεν, είπεν ο Ευκράτης, να πείσωμεν αυτόν εδώ τον σκληροτράχηλον—- και έδειξεν εμέ-—να πιστεύση ότι υπάρχουν πνεύματα και φαντάσματα και ότι αι ψυχαί των νεκρών γυρίζουν εις την γην και εμφανίζονται εις όποιους θέλουν. Εγώ εκοκκίνισα και έβλεπα κάτω, διότι εντράπηκα τον Αρίγνωτον. Αυτός δε είπε• Αν λέγη ο Τυχιάδης ότι μόνον των βιαίως αποθανόντων αι ψυχαί επιστρέφουν, π. χ. αν κανείς εκρεμάσθη ή απεκεφαλίσθη ή ανεσκολοπίσθη ή κατ' άλλον τοιούτον τρόπον απέθανε, όχι όμως και αι ψυχαί εκείνων οίτινες αποθνήσκουν με φυσικόν θάνατον—αν λέγη αυτό δεν λέγει πολύ παράλογα πράγματα. Μα τον Δία, είπεν ο Δεινόμαχος, δεν τα παραδέχεται καθόλου, ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι φαίνονται. Αλήθεια, είπεν ο Αρίγνωτος, και μ' εκύταξεν αυστηρώς, δεν πιστεύεις τίποτε από αυτά, ενώ τα βλέπει όλος ο κόσμος; Σας παρακαλώ, είπα εγώ, ν' απολογηθήτε δι' εμέ, διότι μόνος εξ όλων των άλλων δεν βλέπω τίποτε• αν έβλεπα θα επίστευα και εγώ όπως σεις. Αλλ' αν πας ποτέ εις την Κόρινθον, είπεν ο Αρίγνωτος, ερώτησε πού είνε το σπήτι Ευβατίδου και όταν σου το δείξουν πλησίον εις το Κράνειον, να έμβης και να 'πης εις τον θυρωρόν Τίβιον να σου δείξη το μέρος από το οποίον έσκαψε και έβγαλε τον δαίμονα ο Πυθαγορικός Αρίγνωτος και τοιουτοτρόπως έγεινε δυνατόν να κατοικήται εις το εξής το σπήτι εκείνο. Τι συνέβαινε; ηρώτησεν ο Ευκράτης. Προ πολλού, απήντησεν ο Αρίγνωτος, έμενεν ακατοίκητο το σπήτι εκείνο ένεκα φαντασμάτων εάν δε κανείς κατοικούσε έφευγεν αμέσως διότι τον κατεδίωκε και τον ετρόμαζε ένα φοβερόν και ταραχοποιόν φάντασμα. Το σπήτι αφέθη να γείνη ερείπιον και η στέγη του είχεν αρχίσει να πέφτη και κανείς δεν ετόλμα να εισέλθη. Εγώ δε όταν ήκουσα αυτά, επήρα τα βιβλία μου—έχω δε πολλά Αιγυπτιακά βιβλία διά τα τοιαύτα - και επήγα εις το σπήτι εκείνο κατά την ώραν του πρώτου ύπνου, χωρίς ν' ακούσω εκείνον όστις μ' εφιλοξένει, ο οποίος όταν έμαθε πού επήγαινα με ημπόδιζε και σχεδόν μ' ετράβα, διότι ενόμιζεν ότι μεταβαίνω εις βέβαιον όλεθρον. Εγώ επήρα λύχνον και εισήλθα μόνος και αφού ετοποθέτησα το φως εις το μεγαλείτερον δωμάτιον εκάθησα κατά γης και ήρχισα να διαβάζω ησύχως. Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ο δαίμων ο οποίος είχε μαλλιά μεγάλα και άτακτα και ήτο κατάμαυρος. Ενόμιζεν ότι είχε να κάμη με κανένα από τους πολλούς και ήλπιζεν ότι θα με ετρόμαζεν όπως τους άλλους. Ήρχισε λοιπόν να με περιτριγυρίζη και να προσπαθή να μου επιτεθή πότε από 'δώ και πότε από 'κεί. Και διά να με φέρη εις σύγχυσιν μετεμορφόνετο άλλοτε μεν εις σκύλον, άλλοτε δε εις ταύρον ή λέοντα. Εγώ δε μεταχειρισθείς τον φρικτότερον εξορκισμόν εις Αιγυπτιακήν γλώσσαν, τον περιώρισα εις μίαν γωνίαν σκοτεινού δωματίου• και αφού είδα πού εκρύβη, ησύχασα. Το δε πρωί, ενώ όλοι ήσαν απηλπισμένοι και ενόμιζαν ότι θα μ'εύρουν νεκρόν καθώς τους άλλους, παρουσιάσθηκα απροσδοκήτως, ευρήκα τον Ευβατίδην και του ανήγγειλα προς μεγάλην του χαράν ότι του λοιπού το σπήτι θα είνε απηλλαγμένον από φαντάσματα και θα δύναται να κατοίκηση αφόβως εις αυτό. Παραλαβών δε αυτόν και άλλους πολλούς, οι οποίοι ηκολούθουν από περιέργειαν και θαυμασμόν, διέταξα όταν εφθάσαμεν εκεί να σκάψουν εις το μέρος όπου είδα να κρυφθή ο δαίμων• και όταν έσκαψαν ευρήκαν εις βάθος οργυιάς παλαιόν νεκρόν, του οποίου διετηρούντο μόνον τα κόκκαλα. Τον επήραμεν και τον εθάψαμεν αλλού, έκτοτε δε το σπήτι δεν ηνωχλήθη πλέον από φαντάσματα.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings