Front matter (continued 3)
Reading edition
Το σκότος ήτο βαθύ, αλλά τα πάντα μου ήσαν γνωστά εκεί, ώστε ηδυνάμην με κλειστούς τους οφθαλμούς να εύρω τον δρόμον. Ότε έφθασα εις την άκραν του περιβόλου επήδησα τον τοίχον, όστις ήτο εκεί χαμηλότερος, και ευρέθην εντός του κήπου. Εστάθην ακίνητος παρά τον τοίχον, προσέχων μη ηκούσθη του πηδήματός μου ο κρότος. Σιωπή περί εμέ άκρα. Ούτε σκύλου γαύγισμα, ούτε φωνή ανθρώπου. Ολίγα βήματα με εχώριζον από την κατοικίαν του κηπουρού. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλ' έστρεψα τον μάνδαλον και ευρέθην εντός της καλύβης. Ποσάκις την επεσκέφθην μικρός, ποσάκις ενταύθα μ' εκάθησεν επί των γονάτων του ο γέρων Γιάννης και εχόρτασε με τα εκλεκτότερα του κήπου προϊόντα την παιδικήν όρεξίν μου !
Το δωμάτιον ήτο σκοτεινόν, αλλ' ήκουα την ηχηράν αναπνοήν του κοιμωμένου γέροντος. Επλησίασα προς αυτόν ακροποδητί. Εφοβούμην μη εξυπνήση πριν με αναγνωρίση και ήθελα να προλάβω τον τρόμον του. Εγονάτισα πλησίον του, έσκυψα και επρόφερα σιγά το όνομά του
― Γιάννη, Γιάννη, είμ' εγώ, ο Λουκής. Μη τρομάξης. Ο Λουκής.
Εξύπνησεν ο γέρων, εκράτει την αναπνοήν του, αλλ ' ούτε ωμίλησεν ούτε εκινήθη. Ενόμιζεν ίσως ότι ονειρεύεται. Έθεσα την χείρα επί του βραχίονός του και είπα εκ νέου το όνομά μου. Ανεκάθησεν επί της στρωμνής του, αλλά παρήλθεν ώρα ικανή μέχρις ου συνέλθη εντελώς. Ηθέλησε ν' ανάψη φως, αλλά τον εμπόδισα και εξηκολουθήσαμεν εις το σκότος την συνομιλίαν. Ρίγος χαράς τον κατέλαβεν ότε είπα ότι η κόρη του ζη, ότι την είδα εις Τήνον και ότι θα επιστρέψωμεν εκεί ομού. Είπα διά τι ήλθα εις τον Πύργον και εζήτησα την συνδρομήν του. Ηγέρθη αμέσως, ητοιμάσθη εν βία και ήνοιξε την θύραν της καλύβης.
Πριν εξέλθωμεν τον εκράτησα της χειρός.
― Ποίος κατοικεί τον Πύργον μας, Γιάννη ;
― Του Νεσήπ Αγά το χαρέμι.
― Τι είναι ο Νεσήπ Αγάς ;
― Ένας από τους αρχηγούς των Ανατολιτών, οι οποίοι μας κατέστρεψαν.
― Και αυτός δεν κατοικεί εδώ;
― Αύριον περιμένεται.
― Έχει Χριστιανάς εις το χαρέμι του;
― Μόνον του Καλάνη την κόρην.
― Ο Καλάνης τι έγεινε ;
― Τον έσφαξαν οι Τούρκοι. . .
Ενθυμήθην τον θρήνον της Δεσποίνης ότε μετεβαίνομεν εις το παρεκκλήσιον, ακολουθούντες τους γονείς μας·― «Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι ! Θα τον σκοτώσουν !» Το προαίσθημά της δεν ανεδείχθη ψευδές, εσφάγη ο πατήρ της..., ο δε ιδικός μου ανεπαύετο εις τον έρημον τάφον του εις Σπέτσας !
Εξήλθομεν της καλύβης και διηυθύνθημεν εν σιωπή προς την άκραν του κήπου, υπό την γνωστήν μηλέαν. Έδειξα εις τον γέροντα το σημείον. Το ενθυμούμην καλώς. Ενόμιζα ότι βλέπω εισέτι τον πατέρα μου σκάπτοντα αντικρύ μου, και τους δύο σάκκους εις το χείλος του ανοιγομένου λάκκου.
Του κηπουρού η αξίνη εκτύπησε το χώμα και αντήχησεν εις τον κήπον ο υπόκωφος κρότος.
― Μη μας ακούσουν, Γιάννη. Σιγά σιγά!
― Δεν έχει φόβον, και αν μας ακούσουν δεν βλάπτει, θα νομίσουν ότι σκάπτω διά πότισμα.
Εξηκολούθησεν ο γέρων, ήρχισα δε κ' εγώ αντικρύ του με την αξίνην μου ν' ανοίγω τον λάκκον. Αλλ' ενώ οι βραχίονές μου ανέβαινον και κατέβαινον μία φωνή τρυφερά μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου·― «Λουκή, γλύτωσέ με!» Πας της αξίνης κτύπος μου έλεγε δι' εκείνης της φωνής: «Λουκή, Λουκή!»
Αίφνης ηκούσθη κρότος μετάλλου προς μέταλλον.
Επήδησα εντός του λάκκου και ήρχισα ν' απωθώ με τας χείρας το χώμα. Η αξίνη του κηπουρού έσχισε τον σάκκον. Τον ανύψωσα μετά προσοχής και τον απέθεσα παρά την ρίζαν του δένδρου. Υπ' αυτόν ήτο ο έτερος σάκκος. Τον έθεσα πλησίον του πρώτου και εγεμίσαμεν πάλιν με το χώμα τον λάκκον.

― Τώρα ; ηρώτησεν ο γέρων.
― Τώρα, τους σάκκους εις τον ώμον και εμπρός!
― Πού πηγαίνομεν ;
― Εις Νεοχώρι.
― Ο δρόμος πολύς και το σκότος βαθύ.
― Τόσον το καλλίτερον, Γιάννη. Δεν θα μας ιδή κανείς.
― Αλλά πώς θα έμβωμεν εις το Νεοχώρι με τους σάκκους εις τον ώμον ; Και αυτός είναι σχισμένος. Ημπορούν να πέσουν τα πράγματα. Στάσου να ιδής.
Και έφυγε τρέχων ο Γιάννης. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρων δύο κοφίνους, έθεσεν εις έκαστον αυτών ανά ένα σάκκον, τους εκάλυψεν άνωθεν με λάχανα και χόρτα, εφορτώθημεν τους κοφίνους εις την ράχιν και εξεκινήσαμεν.
Εχάραζε μόλις, ότε φθάσαντες πλησίον του Νεοχωρίου εκαθήσαμεν επί φράκτου παρά τον δρόμον, διά να περιμείνωμεν μέχρις ου εξημερώση. Ήμην κατάκοπος, επόνουν οι ώμοι και οι βραχίονες μου υπό το ασύνηθες του φορτίου μου βάρος, αλλά δεν εσκεπτόμην περί του καμάτου. Μία σκέψις κατεκυρίευε τον νουν μου, μία επιθυμία κατείχε την καρδίαν μου, και ησθανόμην ότι τα πάντα χάριν αυτής ήμην ικανός ν' αψηφήσω. Ήθελα να λυτρώσω την ορφανήν, η οποία, μ' επεκαλέσθη.
Ότε ο ήλιος ανέτειλεν, εφορτώθημεν τους κοφίνους εκ νέου και εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας, εισήλθομεν δε άνευ δυσκολίας εις το χωρίον κατηυθύνθημεν προς την οικίαν του Ζενάκη. Δεν έκρυψεν ούτος την ευχαρίστησίν του ότε με είδεν εις την αυλήν του.
― Καλώς τον, ανέκραξε ! Τα εκαταφέραμεν λοιπόν χωρίς να σκαλώσωμεν ;
Και ιδών όπισθεν μου τον Γιάννην με ηρώτησε τις είναι. Είπα ότι είναι ο κηπουρός μας.
― Μου επρόσφερες την συνδρομήν σου, εξηκολούθησα, και έρχομαι να την ζητήσω.
― Τι θέλεις ; Σε είδε κανείς; Σε κυνηγούν Τούρκοι;
― Όχι, αλλά κατοικούν τον Πύργον μας Τούρκοι, και είναι σκλάβα εκεί Χριστιανή, της οποίας ο πατήρ ήτο πατρικός μου φίλος. Η κόρη με είδε, με ανεγνώρισε, μ' επεκαλέσθη και πρέπει να την σώσωμεν.
― Πώς θα την σώσωμεν ; Μη σου επέρασεν από τον νουν να την κλέψωμεν;
― Να την εξαγοράσωμεν, απεκρίθην.
― Και που τα χρήματα; Οι Τούρκοι πωλούν ακριβά το ανθρώπινον κρέας, όταν μάλιστα είναι τρυφερόν.
― Δεν έχω χρήματα, αλλ' έχω τους σάκκους αυτούς, τους οποίους ο θεός μ' εβοήθησε να εύρω.
― Αλλ' αυτά τα πράγματα δεν είναι ιδικά σου μόνον ανήκουν και εις την μητέρα και εις τας αδελφάς σου. Δεν τα έκρυψεν ο πατήρ σου διά να τα μεταχειρισθής συ όπως θέλεις.
― Το εσκέφθην πολύ πριν το αποφασίσω, αλλ' είμαι βέβαιος ότι δεν δυσαρεστώ του πατρός μου την ψυχήν μεταχειριζόμενος ούτω την κληρονομίαν του, και ότι από την μητέρα μου ευχάς μόνον και ευλογίας θ' ακούσω, όχι παράπονα. Ως προς τας αδελφάς μου, έχω την πεποίθησίν μου εις τον Θεόν, ότι θα μ' αξιώση να τας προικίσω πλουσιώτερον από το ανάλογόν των εις αυτά τα κειμήλια.
― Λοιπόν είσαι αποφασισμένος να τα δώσης όλα;
― Όλα εάν είναι ανάγκη ! .
Η έκφρασις του Ζενάκη εμαρτύρει ότι δεν κατεδίκαζεν ουδαμώς την απόφασίν μου. Ηρώτησε και έμαθε πληρεστέρας περί της κόρης πληροφορίας, ηθέλησε δε να ίδη κατά πόσον των σάκκων τα περιεχόμενα ηδύναντο να ικανοποιήσωσι του Τούρκου τας αξιώσεις και μας ωδήγησεν εις το υπερώον, εντός του κοιτώνος του, όπου εκενώσαμεν τους σάκκους και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά, εκ των αποτελούντων την πολυτέλειαν κατά την εποχήν εκείνην, οπότε αι οικίαι δεν επληρούντο υπό των προϊόντων της τέχνης των Παρισίων ή της Βιέννης, των βαρυνόντων τας τραπέζας προς επίδειξιν και όχι προς χρήσιν. Τότε τα κοσμήματα ήσαν ολίγα αλλά πολύτιμα, μεταδιδόμενα δε από πατρός εις υιόν εσχημάτιζον αποταμίευμα αληθές και καταφύγιον εύχρηστον εν ώρα ανάγκης.
Παρεκάλεσα τον Ζενάκην να επισπεύση τας μετά του Αγά διαπραγματεύσεις, διά να προλάβωμεν και αναχωρήσωμεν εκ Χίου προτού εκπλεύση ο Τουρκικός στόλος, αλλ' ο γέρων δεν εβιάζετο και εζήτει να χαλινώση την ανυπομονησίαν μου. Υπό την ψυχράν όμως και κατηφή μορφήν του εκρύπτετο καρδία αγαθή και γενναία. Ενώ μ' επέπληττεν αφ' ενός και με ειρωνεύετο, διέταξεν αφ' ετέρου να ετοιμάσωσι την ημίονόν του και ανεχώρησεν εντός ολίγου διά τον Πύργον μας.
Άμα ανεχώρησεν έτρεξα προς ανεύρεσιν του Παντελή. Η παράτασις της εκ του χωρίου απουσίας ήρχιζε να στενοχωρή τον αγαθόν χωρικόν. Ο νους του ήτο εις την σύζυγόν του.
― Τι θα λέγη η Παρασκευή, επανελάμβανε. Θα μας έχη διά χαμένους.
― Μη σε μέλη, Παντελή. Σου υπόσχομαι να ήσαι οπίσω αύριον το πρωί. Θα της χαρίσω όλον το απώλητον χαβιάρι μου, προίκα διά τον κληρονόμον όπου σου ετοιμάζει.
Πόσον βραδέως παρήλθον της πρωίας εκείνης αι ώραι. Το πλείστον αυτής διήλθα εις τον κήπον του Ζενάκη, όπισθεν της οικίας του, περιφερόμενος άνω και κάτω και προσπαθών ν' αναπλάσω διά της φαντασίας τα εις τον Πύργον μας κατά την ώραν εκείνην λεγόμενα και τας περί εξαγοράς της Δεσποίνης διαπραγματεύσεις. Το τι λέγει ο Ζενάκης ήτο εύκολον να το υποθέσω, αλλά τι αρά γε ο Τούρκος αποκρίνεται; Δέχεται αντάλλαγμα, ή επιμένει να κρατήση την Χριστιανήν, ως μέλλοντα του χαρεμίου του στολισμόν; Και μου ήναπτον αι παρειαί και ηγειρόμην και εκαθήμην, πας δε κρότος εις την οικίαν, πάσα φωνή εις την οδόν μου εφαίνοντο ότι συνέχονται με της Δεσποίνης την λύτρωσιν.
Επί τέλους επέστρεψεν ο Ζενάκης, δεν επέστρεψε δε μόνος. Τον ήκουσα ομιλούντα τουρκιστί εις την αυλήν. Τις τον συνοδεύει; Ο Αγάς μήπως ; Μη έφερε την Δέσποιναν ; . . .
Εκρυπτόμην υπό τα δένδρα του κήπου, είχα δ' αντικρύ μου το παράθυρον του κοιτώνος, όπου ήσαν παρατεταγμένα τα λύτρα της κόρης. Ήκουα ομιλούντας εντός αυτού τον Ζενάκην και τον Τούρκον, αλλά δεν διέκρινα τι έλεγον. Αίφνης τους βλέπω πλησιάζοντας εις το παράθυρον. Ο Αγάς, Τούρκος μεγαλοπρεπής, εκράτει δίσκον και εφαίνετο εξετάζων το βάρος, ο δε Ζενάκης, κρατών άλλα εις τας δυο χείρας σκεύη, του τα επεδείκνυε. Ανεπτερώθησαν αι ελπίδες μου. Εξετάζει ο Τούρκος, άρα δεν αρνείται!
Απεσύρθησαν από το παράθυρον και ήκουσα την φωνήν του οικοδεσπότου προστάζοντος να φέρωσι καφέν. Ήκουσα βραδύτερον την θύραν της αυλής ανοιγομένην και τον Ζενάκην αποχαιρετίζοντα τον Αγάν. Η θύρα εκλείσθη, αλλ ' εγώ δεν εκινήθην. Δεν είχα το θάρρος να εξετάσω τι απέγεινεν. Ήλθεν ο Ζενάκης και με ηύρεν εις τον κήπον.
― Τα εσυμβιβάσαμεν, Λουκή. Πηγαίνει να μας φέρη την κόρην. Απόψε θα την έχωμεν.
Εχύθην εις τον λαιμόν του και τον εφίλησα και έκλαυσα. Διατί έκλαια; Μη η καρδία γνωρίζει διατί πάλλει; Μη επιδέχεται ανάλυσιν της ψυχής το ενδόμυχον αίσθημα; Δεν ήλθα χάριν της Δεσποίνης εις Χίον, αλλ' όμως τότε, ενώ επερίμενα να την φέρη ο κάτοχος της, μου εφαίνετο ότι η ζωή μου ολόκληρος εις εκείνην συνεκεντρούτο. Δεν εσκεπτόμην περί του θησαυρού, ούτε περί των σχεδίων τα οποία επί της ευρέσεώς του εβάσιζα. Εσκεπτόμην μόνον μετά πόσης χαράς θα φέρω την ορφανήν κόρην εις της μητρός μου τας αγκάλας.
Προς το εσπέρας επανήλθεν ο Αγάς φέρων την Δέσποιναν, ανεχώρησε δε μόνος με τους δύο κοφίνους του Γιάννη επί του ζώου του. Αφού ανεχώρησε μ' έκραξεν ο Ζενάκης εις το δωμάτιόν του.
Η Δέσποινα έτρεξε προς εμέ άμα εισήλθα. Ήθελε να ομιλήση, αλλά δεν ηδύνατο να προφέρη ειμή μόνον τ' όνομά μου· Λουκή, Λουκή ! Και έρρεον τα δάκρυά της. Έτεινα τας χείρας. Τας ήρπασε και ηθέλησε να τας φιλήση. Την έσυρα επί του στήθους μου, αλλά δεν την ησπάσθην. Δεν ετόλμησα.
Την αυτήν εκείνην νύκτα ανεχωρήσαμεν από Νεοχώρι μετά του Γιάννη. Ο όνος του Παντελή έφερε την Δέσποιναν μετημφιεσμένην ως παίδα χωρικόν, ασφαλείας χάριν. Η καλή Παρασκευή μας υπεδέχθη με ανοικτάς αγκάλας, χάρις δε εις τον σύζυγόν της εύρομεν εις τον λιμενίσκον, όπου ο Κεφάλας με είχεν αποβιβάσει, πλοιάριον επί του οποίου την επομένην εσπέραν απεπλεύσαμεν με άνεμον ούριον, και την επαύριον πρωί αφίχθημεν σώοι εις Τήνον.
Η χαρά της μητρός μου ότε με επανείδε δεν περιγράφεται. Τα χαρμόσυνα τότε δάκρυα της, ήσαν το μέτρον όσης λύπης υπέφερε κατά την απουσίαν μου.
― Δεν σου έφερα τα κειμήλια σου, μάνα μου ! Ιδού τι σου έφερα.
Και ώθησα την Δέσποιναν προς την αγκάλην της. Το εγνώριζα ότι την ωδήγουν εις μητρός αγκάλην, την δυστυχή ορφανήν!
Επανέλαβα αμέσως τας εργασίας μου πραγματοποιήσας το πρό τινος ματαιωθέν σχέδιον του συνεταιρισμού, και μετέβην εις Σύρον, όπου μετ' ου πολύ μετέφερα την οικογένειαν. Ο Θεός ηυλόγησε τους κόπους μου, επροίκισα και υπάνδρευσα τας αδελφάς μου μετά των συνεταίρων μου, τέσσαρα δε έτη μετά την τελευταίαν εκ Χίου αναχώρησίν μου, ενυμφεύθην, με την ευχήν της μητρός μου, την Δέσποιναν.
Μετά τινα χρόνον, ανεχώρησα μετ' αυτής και μετέβημεν εις Αγγλίαν.
Ο βίος ημών διήλθεν ευτυχής έκτοτε, αλλ' ουδέποτε εν μέσω της επελθούσης ευημερίας λησμονήσαμεν της νεότητός τας δοκιμασίας. Πολλάκις, όταν βλέπω στολισμένας τας θυγατέρας και τας εγγόνας μου, την δε σύζυγόν μου περικοσμούσαν με τους συρμούς της Ευρώπης τας λευκάς της τρίχας, ενθυμίζω εις αυτήν το βρακί το οποίον εφόρει, ότε την ωδήγουν μετημφιεσμένην επί του όνου του Παντελή, και γελώμεν και οι δύο και ευχαριστούμεν εκ βάθους καρδίας τον Θεόν.
