Front matter (continued 2)
Reading edition
Το δε πλοίον έσχιζε τα κύματα. Η απόστασις και το προβαίνον σκότος απέκρυψαν βαθμηδόν της Χίου και των Ψαρών τα βουνά, μόλις δε ως νέφη μεμακρυσμένα διεκρίνοντο επί του ορίζοντος αι γραμμαί των νήσων του Αιγαίου, προς τας οποίας επλέομεν.
Και επήλθεν η νυξ ασέληνος και σκοτεινή, ο δε άνεμος έπνεεν ούριος, και έτρεχε το σκάφος και εγόγγυζεν η θάλασσα. Ο κάματος, και το σκότος και της ασφαλείας η συναίσθησις, και η αντίδρασις των παρελθουσών συγκινήσεων, και το ψύχος της νυκτός, και των κυμάτων ο ρόχθος, τα πάντα ομού εδάμασαν τους επί του καταστρώματος συνεσφιγμένους φυγάδας, και επροσπάθησεν όπως έκαστος ηδύνατο να σκεπασθή, και έκρυψαν αι μητέρες τα τέκνα εις την αγκάλην, οι δε γέροντες έκλιναν την λευκήν κεφαλήν επί των σανίδων του πλοίου, και έπαυσαν αι ομιλίαι, και δεν ήκουες ή την βοήν του κύματος σχιζομένου υπό την πρώραν, και το τρίξιμον του σκάφους, ότε ο άνεμος αγριεύων έκλινε προς την θάλασσαν τους ιστούς.
Εγώ δεν εκοιμώμην. Εκαθήμην στηρίζων την κεφαλήν επί του ιστού και έβλεπα τα νέφη και τους ανά μέσον των νεφών φαινομένους αστέρας, ο δε νους μου ήτο όλος εις την Ανδριάναν. Ενθυμούμην σκηνάς της παιδικής μου ηλικίας· ενθυμούμην ότε μας ήνοιξε την θύραν επιστρέφοντας εκ Σμύρνης, και την χαράν ήτις τότε επλημμύρησε την καρδίαν μου, ότε μετά τοσούτων ετών απουσίαν την επανείδα· ενθυμούμην ένα σωρόν περιστατικών των τελευταίων δυστυχών επί της Χίου ημερών, η δε μορφή της συνείχετο με τας αναμνήσεις μου πάσας, και η φωνή της, η φαιδρά της φωνή, μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου.
Και παρήρχοντο αι ώραι. Αλλ' η γενική επί του πλοίου ησυχία και η μονότονος της θαλάσσης βοή, και του σκάφους η κίνησις ήρχιζον βαθμηδόν να επενεργώσιν επί του απηυδημένου μου σώματος. Χωρίς εντελώς να κοιμώμαι, ήρχιζον ήδη αι σκέψεις μου να λαμβάνωσιν ονείρων μορφήν, ότε εξαίφνης ακούω ήχον βαρύν σώματος πίπτοντος εντός της θαλάσσης και τρόμου συγχρόνως κραυγάς :
― Έπεσε εις την θάλασσαν ! Έπεσε εις την θάλασσαν! Ευρέθην διά μιας εις την πρύμνην. Η Ανδριάνα δεν ήτο εις την θέσιν της. Οι δ' επιβάται σκύπτοντες από των πλευρών του πλοίου έβλεπον την θάλασσαν, και αι γυναίκες έκραζον :
― Έπεσε εις την θάλασσαν! Σώσατέ την!
Ο πλοίαρχος διέταξε να χαλαρώσωσι τα ιστία.
Εκόπη του πλοίου ο δρόμος, και η λέμβος κατεβιβάσθη. Αλλ' ο άνεμος έπνεε δυνατός και είχομεν ήδη αφήσει οπίσω το άγνωστον εκείνο σημείον, όπου ηκούσθη ο απαίσιος ήχος, όπου η Ανδριάνα ερρίφθη εις το πέλαγος.
Ω! ποτέ δεν εμίσησα τους Τούρκους όσον κατ' εκείνην την στιγμήν!
Επήδησα εντός της λέμβου πριν ή δυνηθή ο πλοίαρχος να μ' εμποδίση. Οι ναύται εκωπηλάτουν βιαίως. Υπήγομεν οπίσω. Εσιωπώμεν προσέχοντες μη ακούσωμεν την φωνήν της. Εκράζομεν δυνατά διά ν' ακουσθώμεν. Τίποτε! Εβλέπομεν εις το σκότος μη διακρίνωμεν μορφήν τινα επί των κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε!
Εκεί, λευκή τις σκιά επί των υδάτων επέσυρε το βλέμμα μου. Την δεικνύω προς τους ναύτας. Κωπηλατούμεν, πλησιάζομεν. Ήτο ο λευκός της Ανδριάνας κεφαλόδεσμος. Εμείναμεν ώραν πολλήν περί το σημείον εκείνο, αλλά τίποτε δεν εφαίνετο, δεν ηκούετο τίποτε, εκ δε του πλοίου ο πλοίαρχος έκραζε να επιστρέψωμεν.
Επεστρέψαμεν. Εκράτουν εις χείρας την λευκήν οθόνην, την οθόνην εκείνην, την οποίαν έσυρα και ελύθη η κόμη της, ότε επιστρέφων εκ Σμύρνης είδα πρώτην την Ανδριάναν, εις την θύραν της οικίας μας. Η οθόνη εκείνη έμεινε, το μόνον λείψανον, μόνον μνημόσυνόν της! Την εκράτησα έκτοτε, και την έχω εισέτι, και την διατηρώ ως ιερόν κειμήλιον, ως προσφιλές ενθύμημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Ότε καθήμενος επί των αναπαυτικών επίπλων της εν Λονδίνω οικίας μου, περιστοιχιζόμενος υπό της οικογενείας μου, πλησίον τοσούτων συγγενών και συμπολιτών μου ευτυχούντων― ότε, εν μέσω της ανέσεως και της ευημερίας του παρόντος, αναπολώ τα παρελθόντα, και συγκρίνω την περικυκλούσαν τον φθίνοντα βίον μου γαλήνην προς τα βάσανα και τους κινδύνους και τας στερήσεις της πολυκυμάντου εκείνης εποχής, απορώ εγώ αυτός πώς διήλθομεν και πώς ηδυνήθημεν πάντες να υποφέρωμεν τα τοσαύτα δεινά, και πώς επί τέλους εξήλθομεν με σώας της ψυχής και του σώματος τας δυνάμεις εκ των σκληρών εκείνων δοκιμασιών.
Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις.
Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας. Ναι μεν, εδιώχθημεν και ημείς, εκινδυνεύσαμεν, απωλέσαμεν τα πάντα, αλλ' ευρισκόμεθα τουλάχιστον όλοι ομού σώοι, επί ελευθέρων χωμάτων, και μόνος της δυστυχούς Ανδριάνας ο θάνατος διέσπασε τον οικογενειακόν κύκλον μας. Αλλ' επί του πλοίου το οποίον εκ Χίου μας έσωσε, και εις Μύκονον ήδη, και κατόπιν εις Τήνον, και βραδύτερον όπου της Ελλάδος μας έφερον οι πλανήτες πόδες μας, πανταχού εύρομεν πολλούς άλλους πολύ πλέον αξιοθρηνήτους ημών.
Ενόσω εμένομεν εις Χίον, εν μέσω των περισπασμών, εντός των οποίων εκυλινδούμεθα, δεν εγνωρίζομεν τα καθέκαστα του γενικού εκείνου μαρτυρολογίου. Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων.
Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων. Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον σκοτώσουν !
Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς της απεράντου εκείνης τραγωδίας.! Εκάστη οικογένεια είχεν Ιλιάδα συμφορών. Πολλοί είδον σφαζομένους προ αυτών τον πατέρα, τον υιόν, τον σύζυγον. Πολλά τέκνα ορφανά περισυναχθέντα υπό αγνώστων έκλαιον τας αιχμαλωτισθείσας μητέρας των. Πολλαί μητέρες ανεζήτουν εις μάτην τα τέκνα των. Αι δε σκληραί του παρελθόντος αναμνήσεις, και οι θρήνοι επί τη σφαγή ή τη αιχμαλωσία όντων προσφιλών, και ο εκπατρισμός, και η περί του μέλλοντος αβεβαιότης, και η σπάνις του επιουσίου άρτου, απετέλουν φρικτήν την εποχήν εκείνην της συμφοράς. Και όμως την διήλθομεν καρτερικώς οι πλείστοι και επαλαίσαμεν κατά της κακής τύχης, και εξήλθομεν νικηταί της πάλης!
Όταν οι νεώτεροι, οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους, διστάζουν ίσως να πιστεύσωσιν ακούοντες της νεότητός μας τα παθήματα. Μετ' ολίγα δ' έτη, οπόταν εκλείψη η γενεά του αγώνος, και διακοπή των προφορικών παραδόσεων η μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί ημών θα φαντάζωνται διά πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Διά τούτο εύχομαι ώστε πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου, γράφοντες τα απομνημονεύματά των.
Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους, την δε ιστορίαν της Ελληνικής παλιγγενεσίας δεν συγκροτούν τα κατορθώματα μόνα των επί γης και θαλάσσης προμάχων της, αλλά και οι διωγμοί και αι σφαγαί και αι ατιμώσεις των αόπλων και ασθενών, και η εγκαρτέρησις αυτών εν τη δυστυχία, και η εις τον Θεόν πεποίθησις ήτις ενίσχυσε και εν τέλει επραγματοποίησεν, έστω και εν μέρει, τας περί καλλιτέρου μέλλοντος ελπίδας των. Ας ευλογώμεν επί τούτω τον Θεόν και ας αποθάνωμεν οι γέροντες ημείς με την ελπίδα, ότι θα εκπληρωθώσιν εις το μέλλον ολόκληροι αι εθνικαί ημών ευχαί. Αλλ' είθε να μη επιφυλάσσωνται εις τας νεωτέρας των Ελλήνων γενεάς αι δοκιμασίαι, τας οποίας ημείς υπέστημεν. Είθε τα ιδικά μας μαρτύρια να θεωρηθώσιν αρκούσα και διά το μέλλον πληρωμή εις της ειμαρμένης το βιβλίον !
Ενώ γράφω ταύτα επισωρεύονται πυκναί εις την ψυχήν μου αι αναμνήσεις, και διέρχονται αλλεπάλληλοι διά της φαντασίας μου αι περιπέτειαι της καταστροφής. Κλείω τους οφθαλμούς και βλέπω ενώπιον μου τους δυστυχείς της εξορίας συντρόφους, και ακούω τας διηγήσεις των, και αντηχούν εις τα ώτα μου οι στεναγμοί των, και ρέουν τα δάκρυα των, και συσφίγγονται απηλπισμέναι αι χείρες των !
Πεντήκοντα έτη παρήλθον έκτοτε, τους δε πλείστους αυτών εκάλυψε το χώμα. Μένουν όμως εισέτι ικανοί όπως συνδέωσι το παρελθόν μετά του παρόντος. Ηδυνάμην ενταύθα να τους ονομάσω. Ηδυνάμην να υποδείξω την γραίαν εκείνην αρχόντισσαν, ήτις, κρύπτουσα υπό ράκη το κάλλος της, περιήλθε τότε ως επαίτις τα ενδότερα της Ανατολής προς αναζήτησιν του τέκνου της· και ο θεός την ελυπήθη, και επέστρεψε με το τέκνον της εις την αγκάλην.
Η δε άλλη εκείνη γραία, μήτηρ ήδη εντίμων της Ελλάδος πολιτών, ηρπάγη τότε εις της νεότητος τα πρόθυρα, και διήλθε δύο έτη εντός Τουρκικού χαρεμίου, μόλις εξαγορασθείσα προ της εκ του πολέμου επιστροφής του Τούρκου συλητού της.
Αλλά τις εκ των γερόντων συμπολιτών μου δεν έχει να διηγηθή περιπετείας, υπερβαινούσας συχνάκις κατά την δραματικότητα ό,τι η γόνιμος μυθογράφου φαντασία δύναται να συλλάβη; Προχθές έτι είς εξ αυτών έλεγεν ενώπιον μου πώς δεκαετή τότε τον είχεν αιχμάλωτον εις την οικίαν του Χίος Τούρκος, την δε ημέραν της απαγχονίσεως των ομήρων τον έφερεν εκ της χειρός εις τον δρόμον, όπως ίδη διαβαίνουσαν την πομπήν των μαρτύρων εκείνων· μεταξύ δε των αγομένων εις το μαρτύριον ήτο ο πατήρ του· και τον είδε τον πατέρα του, και αποσπασθείς εκ των χειρών του Τούρκου εχύθη εις τας πατρικάς αγκάλας· ο δε πατήρ ήρπασε τον υιόν, τον έθλιψεν επί του στήθους, του έδωκεν ένα ασπασμόν, ένα μόνον, και αποθέσας αυτόν κατά γης τον έσπρωξε μακράν του, ωσεί φοβούμενος μη συμπεριληφθή το τέκνον εις του πατρός την καταδίκην! Εξηγοράσθη κατόπιν το ορφανόν τέκνον, αλλ' ο τελευταίος εκείνος του πατρός ασπασμός ουδέποτε παρ' αυτού ελησμονήθη. Και ήσαν υγροί του γέροντος οι οφθαλμοί, η δε φωνή του έτρεμεν ενώ διηγείτο ταύτα.
Αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι ν' αφηγηθώ των άλλων την ιστορίαν. Δεν ηδυνάμην όμως, γράφων τα κατ' εμέ, να μη αναμνησθώ της γενικής τότε περί μας συμφοράς. Όλοι ομού συνεπάσχομεν, ο δε σύνδεσμος της δυστυχίας και ο αγών της αυτοσυντηρήσεως υπεστήριζον την αμοιβαίαν καρτερίαν και, ολίγον κατ' ολίγον, μας ενεψύχωσαν.
Κατά τας πρώτας ημέρας ήμεθα ως ζαλισμένοι, και ουδείς εσκέπτετο περί της αύριον. Αι συγκινήσεις του διωγμού και της σωτηρίας ήσαν πρόσφατοι εισέτι, η δε πρόθυμος των Μυκονίων φιλοξενία και τα ολίγα περισωθέντα χρήματα εξήρκουν προς συντήρησίν μας. Αλλά τα χρήματα ταχέως εξηντλήθησαν, οι δε πτωχοί νησιώται δεν ηδύναντο βεβαίως να μας διατρέφωσιν. Ήτο γενική η πενία τότε και μεγάλη η αχρηματία. Ενθυμούμαι, αφού εδαπανήθη και το τελευταίον φλωρίον μας, τας ματαίας προσπαθείας μου προς πώλησιν ενός δακτυλιδιού της μητρός μου. Μόλις και μετά βίας ηδυνήθην εις Σπέτσας βραδύτερον να εύρω αγοραστήν ένα εκ των ευπορωτέρων εκεί προκρίτων. Και ο άνθρωπος βεβαίως το ηγόρασε διά να μας συνδράμη εις ώρας θρήνων και οδυρμών. Ο έχων τότε χρήματα δεν ηγόραζε κοσμήματα ούτε προς χρήσιν του, ούτε κερδοσκοπίας χάριν.
Θαύμα μου φαίνεται εισέτι πώς εν τω μέσω της ανεχείας εκείνης κατωρθώσαμεν βαθμηδόν να εξεύρωμεν πόρους και να δημιουργήσωμεν εμπόριον. Όσοι προσέφυγον εις Ρωσσίαν ή Ιταλίαν ή αλλαχού, εντός κοινωνιών ευπορουσών, δεν είχον ν' αντιπαλαίσωσι προς ομοίας δυσκολίας, όπως διά του ιδρώτος κερδίζωσι τον επιούσιον άρτον. Αλλ' εις την Ελλάδα, οποίαν ηδύνατο να έχη ο κόπος αξίαν, ότε πάντες ήσαν πένητες και πειναλέοι;
Και όμως εζήσαμεν! Αλλά πώς εζήσαμεν; Προ δύο εβδομάδων συνώδευσα εις τον τάφον τον νεκρόν γέροντος φίλου μου· τον βαθύπλουτον τούτον έμπορον, όστις αφήκεν εκατομμύρια εις τους κληρονόμους του, τον ενθυμούμαι πωλούντα πλακούντια εις τας αμόρφους έτι οδούς της Σύρου· τα δε πλακούντια τα κατεσκεύαζεν η ωραία σύζυγός του, κόρη μιας των επισημοτέρων της Χίου οικογενειών. Και μη ήσαν εις θέσιν καλλιτέραν οι αγοράζοντες τα πλακούντιά των ;
Αλλά και πάλιν ο κάλαμος μου πλανάται. Προτρέχω της σειράς της διηγήσεώς μου.
Δύο ή τρεις εβδομάδας μετά την εις Μύκονον άφιξίν μας ηρχίσαμεν να σκεπτώμεθα σπουδαίως μετά του πατρός μου περί του πρακτέου, διότι έπρεπεν όπως δήποτε να εργασθώμεν προς διατροφήν της οικογενείας. Η εργασία μας ήτο το εμπόριον, αλλά, όσω ταπεινόν και αν υποτεθή, εμπόριον άνευ κεφαλαίου δεν αυτοσχεδιάζεται. Πού δε χρήματα; Τα ολίγα της μητρός μου κειμήλια δεν εχρησίμευον τα υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντα, καθ' ο αργυρά και χρυσά, ηδύναντο ευκολώτερον να εξαργυρωθώσιν, αλλά δεν τα είχομεν· τα εντός του Χανίου της Σμύρνης εμπορεύματα και τα εκεί ασύνακτα χρέη ούτε τα εσυλλογιζόμεθα πλέον· τα εις Χίον κτήματα τις οίδε ποίος Τούρκος τα εχαίρετο. Δεν είχομεν τίποτε ! Εις μάτην ο πατήρ μου ήνοιγε και εδίπλονε τα ολίγα έγγραφα όσα είχεν εις το θυλάκιόν του.
Μεταξύ των εγγράφων τούτων ήτο μία εκ Βενετίας επιστολή, ληφθείσα την προτεραίαν της εκ Σμύρνης αναχωρήσεώς μας. Η επιστολή αύτη ανήγγελλε την φόρτωσιν δύο κιβωτίων σκούφων επί πλοίου Αγγλικού, μέλλοντος εις πολλούς προ της Σμύρνης λιμένας να προσορμισθή. Την φορτωτικήν έστειλεν εκ Χίου ο πατήρ μου εις φίλον του έμπορον εις Σμύρνην, Ιόνιον και κατά συνέπειαν υπήκοον Άγγλον, αλλ' ουδ' απόκρισίν του ελάβομέν ποτε, ουδ' εσκέπτετο πλέον ο πατήρ μου περί σκούφων. Η εκ Βενετίας επιστολή τους ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου και επί των δύο εκείνων κιβωτίων εθεμελίωσα μέγα οικοδόμημα ελπίδων και σχεδίων.
― Δεν βαρύνεσαι ; έλεγεν ο πατήρ μου. Αν περίμενες απ' εκεί να σκουφωθής, περιπάτει ασκεπής από τώρα.
― Ας δοκιμάσωμεν, απεκρινόμην· τι χάνομεν γράφοντες;
Έγραψα λοιπόν προς τον εν Σμύρνη φίλον και υπέγραψεν ο πατήρ μου την επιστολήν, διά της οποίας τον παρεκάλουν ν' αποστείλη τους σκούφους προς τον εν Μυκόνω Άγγλον υποπρόξενον. Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη πάσαν περί των σκούφων φροντίδα. Ο πατήρ μου εμειδία δυσπιστών, ουδ' υπήρχε τω όντι πολλή πιθανότης, μετά τοσούτου χρόνου παρέλευσιν, εν τω μέσω της γενικής εκείνης ανεμοζάλης και της παντελούς σχεδόν διακοπής των δυσκόλων τότε συγκοινωνιών, να επιτύχη η απόπειρά μου.
Όπως δήποτε, δεν ηδυνάμεθα βεβαίως να ζήσωμεν περιμένοντες την έκβασίν της, και απεφασίσαμεν, ως μόνον και τελευταίον καταφύγιον, να προσφέρωμεν τας εκδουλεύσεις μας εις την Κυβέρνησιν, όχι ως πολεμισταί, εννοείται, αλλ' ως υπάλληλοι, ως γραμματικοί, καθώς έλεγον τότε. Έπρεπε προς τούτο να μεταβώμεν εις Ναύπλιον, ή μάλλον εις Άργος, όπου ήδρευεν η Κυβέρνησις. Αλλ' εάν απετυγχάνομεν; Εάν απερρίπτετο η προσφορά μας; Μετά πόσων άλλων ηθέλομεν αρά γε ευρεθή εις συναγωνισμόν, είτε ικανωτέρων, είτε εχόντων προστασίας και συστάσεις, των οποίων ημείς εστερούμεθα; Ταύτα σκεπτόμενοι, και ζητούντες γνώμας και πληροφορίας, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι έπρεπε να υπάγωμεν εις Άργος, εφωδιασμένοι με συστατικήν προς τον Θεόδωρον Νέγρην, όστις ήτο αρχιγραμματεύς επί των εξωτερικών υποθέσεων και πρόεδρος του συμβουλίου, εθεωρείτο δε ως κέντρον και ψυχή της εξουσίας, και ότι τοιαύτην συστατικήν ηδύνατο να μας προμηθεύση ο φίλος του Νέγρη Γεώργιος Μαυρογένης, διαμένων τότε εις Τήνον.
Προ ετών πολλών, μετά το τραγικόν τέλος του μεγάλου διερμηνέως Μαυρογένη, ο υιός του ούτος και η αδελφή του κατέφυγον εις Χίον, εις τρυφεράν έτι ηλικίαν αμφότεροι, και έζων εκεί, πλησίον της οικίας του εκ μητρός πάππου μου, όπου συχνάζοντες συνεδέθησαν διά παιδικής φιλίας μετά της μητρός μου. Έκτοτε ανεχώρησαν, αλλ' η μήτηρ μου δεν τους ελησμόνησε, κρίνουσα δε εκ των ιδίων αισθημάτων με παρεκίνει να μεταβώ εις Τήνον και να ζητήσω επ' ονόματί της την προστασίαν των φίλων της. Εδίσταζα και εταλαντευόμην. Πώς να παρουσιασθώ, έλεγα· δεν γνωρίζουν το πατρικόν μου όνομα. Ενθυμούνται αρά γε το της μητρικής μου οικογενείας μετά τοσούτων ετών παρέλευσιν ; Και αν το ενθυμούνται, θα με αναγνωρίσωσι, θα με υποδεχθώσιν ως παλαιάς φίλης υιόν; Αλλ' αι προτροπαί της μητρός και η ανάγκη ενίκησαν τους δισταγμούς και την δειλίαν μου, και επιβιβασθείς εις μικρόν Μυκόνιον πλοιάριον αφίχθην μίαν εσπέραν εις Τήνον.
Ότε απέβην εις την παρά τον αιγιαλόν μικράν πλατείαν, ήτο ήδη νυξ. Δεν είχα πού να ζητήσω φιλοξενίαν. Εκεί επί της πλατείας είδα καφενείον ανοικτόν. Εζήτησα και έλαβα την άδειαν να διανυκτερεύσω εντός αυτού, και κατέλαβα εις το βάθος του μίαν σανίδα, αποτελούσαν κάθισμα, δια να κοιμηθώ. Αλλά πού ύπνος; Το καφενείον εγέμισεν εντός ολίγου Τηνίων ευθυμούντων, και είχομεν όλην την νύκτα μουσικήν, άσματα και ευωχίαν.
Μετά πόσης αδημονίας διήλθα την άγρυπνον νύκτα εκείνην ! Τους έβλεπα και τους ήκουα από την σκοτεινήν μου γωνίαν, και η φαιδρότης των μου έφερε δάκρυα, ο δε ήχος των οργάνων μου ενθύμιζεν οιμωγάς και θρήνους. Ενθυμούμην τα δεινά μας αφ' ότου η επανάστασις εξερράγη και ηπόρουν πώς είχον ούτοι καρδίαν να διασκεδάζωσιν !

Ήτο άδικος βεβαίως η κατ' αυτών οργή μου, η δε απαίτησίς μου υπερβολική. Η Τήνος δεν ηδύνατο να βλέπη τα πράγματα υπό την ιδίαν ως η Χίος έποψιν. Τούρκοι εκεί δεν απέβησαν, ουδ' ήτο φόβος ν' αποβώσι και να σφάξωσι και να εξανδραποδίσωσιν. Οι Τήνιοι έμενον ανενόχλητοι επί της νήσου των και αντί εχθρικών στιφών έβλεπον περί αυτούς ελευθέραν την Ελλάδα. Ήτο δ' εισέτι εις των πρώτων επιτυχιών την ακμήν η επανάστασις, και εμεγαλοποίει τους θριάμβους της η ζωηρά Ελληνική φαντασία. Η κατατρόπωσις του επαναστατικού εις Βλαχίαν κινήματος δεν ήτο εισέτι γνωστή, ενώ δε ημείς εκρυπτόμεθα και ετρέμομεν εις Χίον, εκεί εις Τήνον επιστεύετο ότι κατήρχετο εξ άρκτου τροπαιούχος ο Υψηλάντης και ότι ο θρόνος του Σουλτάνου κατέπιπτεν. Ήτο γενική η πεποίθησις ότι εντός ολίγου θα πάρωμεν την Πόλιν ! Ώστε οι Τήνιοι ηδύναντο να πιστεύωσιν ότι έχουν λόγους να ευθυμώσι. Και αντήχει εντός του καφενείου η βοή ασμάτων πατριωτικών, τα οποία εποίκιλλε κάποτε η λύρα των εις τρυφερώτερον ρυθμόν τονιζομένη.
Αλλ' εκτός τούτου.... διότι επί τέλους δεν εκοιμώντο επί ρόδων και οι Τήνιοι,― εκτός τούτου, δεν δύναται να θρηνή αιωνίως ο άνθρωπος. Η ψυχή του δεν αντέχει εις λύπην διαρκή, αλλ' αισθάνεται την ανάγκην να γελάση και να χαρή, ενώ δε η θλίψις τον πιέζει, η λάμψις του γέλωτος διασχίζει ενίοτε της κατηφείας τα νέφη. Υπάρχουν και καρδίαι εντρυφώσαι εις την θλίψιν και διαιωνίζουσαι το πένθος, αλλά τούτο δεν είναι φυσικόν. Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. Διότι, ναι μεν, από χώμα έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον, από χώμα βαρύ και υγρόν, αλλ' εστέγνωσεν έπειτα τον πηλόν εις τον ήλιον, και η ζύμη διατηρεί της ζωογόνου ακτίνος την θέρμην.
Την νύκτα εκείνην δεν εφιλοσόφουν ούτω. Δεν είχα εισέτι της ζωής την πείραν, τα δε παθήματα ήσαν νωπά. Βραδύτερον, ότε οι πλείστοι των προσφύγων Χίων συνελθόντες ηρχίσαμεν ν' ανεγείρωμεν τας πρώτας καλύβας αίτινες εσχημάτισαν την Ερμούπολιν, ενώ εξηκολούθει ο πόλεμος έτι και μας εμάστιζεν η πενία, κατέλαβεν όλους ημάς η ανάγκη του γέλωτος και της ευθυμίας, και ενεθρονίσθη η φαιδρότης εν μέσω της κοινότητος εκείνης των δυστυχών. Ποτέ, καθ' όλην του βίου μου την διάρκειαν, δεν ενθυμούμαι ζωηροτέραν περίοδον διασκεδάσεων ή τα πρώτα εκείνα έτη της εν Σύρω διαμονής. Είναι αληθές ότι ήμην εις της νεότητος το άνθος τότε. Αλλ' ουχ ήττον, ενθυμούμαι και τους γέροντας μετά των νέων συνευθυμούντας.
Προς τα εξημερώματα επήλθεν επί τέλους ησυχία εντός του καφενείου και απεκοιμήθην. Την δε πρωίαν εγερθείς διηυθύνθην προς την κατοικίαν του Μαυρογένη συλλογιζόμενος τι θα είπω και πώς θα παρουσιασθώ, φοβούμενος την υποδοχήν, ήτις μ' επερίμενε, και αμφιβάλλων περί της επιτυχίας του διαβήματός μου. Οποία ήτο η έκπληξίς μου ότε, ανοιχθείσης της θύρας και πριν εισέτι προφθάσω ν' αρθρώσω την ερώτησιν, την οποίαν προητοίμαζα καθ' οδόν, ήκουσα φωνήν γυναικείαν :
― Ο υιός της είναι, ο υιός της!
Και κατέβη πηδώσα ανά δύο τας βαθμίδας η κράξασα τας χαρμοσύνους λέξεις. Ήτο του κηπουρού μας η θυγάτηρ. Φυγούσα εκ Χίου διεσώθη εις Τήνον, όπου την προσέλαβεν ως υπηρέτριαν ο Μαυρογένης. Και αυτός και η αδελφή του δεν είχον ουδαμώς λησμονήσει την μητέρα μου, η δε μνεία μόνη του ονόματος της ήνοιξε τας θύρας της οικίας των εις την πτωχήν του κηπουρού θυγατέρα.
Την ηρώτησα τι έγεινεν ο πατήρ της. Δεν εγνώριζεν η δυστυχής. Απεχωρίσθησαν καθ' ην ώραν σπείρα Τούρκων επέπεσεν εις του πύργου μας την περιοχήν. Έφυγεν εκείνη μετ' άλλων γυναικών, ο δε γέρων Κύριος οίδεν αν έζη ή απέθανε. Και έκλαιεν αποκρινομένη δια διακεκομμένων φράσεων εις τα ερωτήματά μου.
Ανέβην την κλίμακα με την καρδίαν ελαφροτέραν ή ότε έκρουα την θύραν. Ο ευγενής οικοδεσπότης μ' εδέχθη προσηνώς, μ' εκράτησεν εις την οικίαν του, μ' έδωκε την ζητουμένην συστατικήν, με είπε λόγους ενθαρρυντικούς και μ ' ενέπλησεν ελπίδων και παρηγοριάς. Η δε αδελφή του δεν έπαυεν ερωτώσα με περί της μητρός μου και περί της Χίου και περί των σκληρών του διωγμού περιπετειών. Κατεθέλχθην υπό της γλυκύτητός της και εθαύμασα την καλλονήν και την χάριν της, αλλά δεν εφανταζόμην ενώ την έβλεπα, ότι θα καθέξη θέσιν εις την ιστορίαν της επαναστάσεως και ότι θα γραφώσι βιβλία περί αυτής.
Η ανάμνησις της ευμενούς εκείνης υποδεξιώσεως πολλάκις κατά τας ποικίλας δυσχερείας του κατόπιν βίου μου ανεπτέρωσε το θάρρος μου και εστερέωσε την κλονιζομένην πεποίθησίν μου εις το μέλλον. Δεν με ωφέλησεν επί τέλους η συστατική ουδέ μ' εχρησίμευσεν η προστασία του Μαυρογένη. Αλλ' η ηθική υποστήριξις, η έκφρασις συμπαθείας, είς λόγος γλυκύς, έν φιλικόν μειδίαμα, παρηγορούν την πάσχουσαν καρδίαν πλειότερον πάσης βοηθείας υλικής. Χάριτι θεία, δείγματα τοιαύτης καλοσύνης συχνάκις μου έτυχον κατά την μακράν της συμφοράς περίοδον. Ενόσω ευτυχεί τις δεν λαμβάνει αφορμάς να εκτιμήση του πλησίον την αγαθότητα· μόνον εν ημέραις δακρύων εννοεί πόσον ο άνθρωπος είναι φύσει εύσπλαγχνος και ευεργετικός και πόσον συμπονεί τον δυστυχούντα. Οι κακοί είναι ολίγοι επί της γης !
Την επιούσαν επέστρεψα εις Μύκονον φέρων εντός του κόλπου μου την συστατικήν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, τυχόντες πλοίον διά τον κόλπον του Ναυπλίου, απεχαιρετήσαμεν την φιλόξενον νήσον και ανεχωρήσαμεν πανοικεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Οποία ήσαν κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια δεν γνωρίζουν οι παιδιόθεν συνειθίσαντες διά του ατμού να διατρέχωσι γην και θαλάσσας. Μόνον επί του Αιγαίου πελάγους μας, ο μη δυνάμενος να περιμένη επί δεκαπέντε ημέρας το ατμόπλοιον, αναγκάζεται, και σήμερον έτι, να εκτίθεται εις περιπλανήσεις ομοίας προς τας του Οδυσσέως και των συντρόφων του. Αλλ' επί τέλους, σήμερον, και της μάλλον αποκέντρου νήσου ο κάτοικος δεν είναι των ανέμων αιώνιος δούλος. Αν έχη την υπομονήν, το ατμόπλοιον θα έλθη. Τότε ατμόπλοιον δεν εγνωρίζετο. Ο ουρανός μας δεν είχεν εισέτι οσφρανθή γαιανθράκων καπνόν, τα δε κύματά μας ήσαν παρθένα από πυροσκάφου μαστίγωσιν.
Ο άνεμος έπνεεν ούριος, ότε απεπλεύσαμεν εκ Μυκόνου, αλλά μετ' ολίγον έπεσε, και επήλθε παντελής νηνεμία. Επί ώρας και ώρας εβλέπομεν ακινήτους ενώπιόν μας της Σύρου τους βράχους, μόλις διά δύο βαρειών κωπών κινούντες ανεπαισθήτως το βαρύ σκάφος μας. Επί τέλους μετά την δύσιν του ηλίου ηγέρθη ο άνεμος και τα ιστία ερρυτιδώθησαν αλλ' έπνεεν εκ Νότου και μας ώθησε προς την Άνδρον, όλην δε την νύκτα ελοξοδρομήσαμεν προσπαθούντες να πέσωμεν υπό το Σούνιον. Την επιούσαν κατωρθώσαμεν μετά κόπου να προσορμισθώμεν εις Πειραιά προς προμήθειαν ύδατος.
Ότε μετά έτη επανείδα τον λιμένα του Πειραιώς πόσον μου εφάνη μικρός! Τότε ήτο απέραντος, διότι ήτο έρημος. Το πλοίον μας και δύο μικρά αλιευτικά πλοιάρια εκινούντο μόνα επί της εκτάσεως των ησύχων υδάτων του. Εκεί όπου σήμερον υψούται η μαρμάρινος προκυμαία του, η θάλασσα προχωρούσα ανεπαύετο επί βράχων γυμνών. Εκεί όπου εξαπλούται σήμερον πόλις ακμάζουσα και μεγάλα εργοστάσια με τας υψηλάς καπνοδόχους των, δεν έβλεπες ή άγονον γην και εικόνα ερημώσεως. Μία μόνη επί της ακτής ετοιμόρροπος οικία αποκαθίστα έτι μάλλον αισθητήν την έλλειψιν ζωής και κινήσεως.
Επολιορκούντο τότε υπό των Ελλήνων αι Αθήναι, ολιγάριθμον δ' απόσπασμα οπλοφόρων κατείχε την ηρειπωμένην εις Πειραιά οικίαν. Δεν ηκούσαμεν μακρόθεν πυροβολισμούς, ούτε είδομεν άλλο σημείον πολέμου ή την στρατιωτικήν εκείνην του Πειραιώς κατοχήν.
Άγριος ο πόλεμος! Δεν εξευγενίζει τον άνθρωπον. Δεν μας έβλαψαν οι στρατιώται εκείνοι ουδέ μας παρεμπόδισαν, αλλ' ηυχαριστήθην όμως ότε είδα το πλοίον μας απομακρυνόμενον της ακτής. Είχεν ωμόν τι η παρουσία των· ενέπνεε φόβον και αυτός ο χαιρετισμός των !
Την τρίτην ημέραν από της εκ Μυκόνου αναχωρήσεως ελλιμενίσθημεν εις Σπέτσας, διότι ο άνεμος εμπόδιζε να εισπλεύσωμεν εις τον κόλπον του Ναυπλίου. Ο πλοίαρχος απέβη εις την πόλιν. Βαρυνθέντες την εντός του πλοίου στενοχωρίαν απέβημεν και ημείς, όπως λάβωμεν την ευχαρίστησιν να πατήσωμεν ξηράν.
Εκαθήμεθα επί πετρών παρά την τελευταίαν της πόλεως οικίαν, ήμεθα δε όλοι σιωπηλοί βλέποντες τη(ο)ν πατέρα μου κατηφή. Δεν τον είχα ποτέ ιδεί τοσούτον καταβεβλημένον. Εφαίνετο πάσχων, αλλά δεν παρεπονείτο. Εκράτει μόνον την κεφαλήν με την χείρα και οι οφθαλμοί του ήσαν βαρείς.
Ήμεθα μόνοι εκεί, αλλ' εβλέπομεν παρέκει επί της ακτής των κατοίκων την κίνησιν.
Ο λιμήν ήτο πλήρης πλοίων, η δε λέμβος μας δεμένη διά σχοινιού επί των βράχων επερίμενε κενή του πλοιάρχου την επιστροφήν. Με τους οφθαλμούς επ' αυτής προσηλωμένους εσκεπτόμην τι θα γίνωμεν αν ο πατήρ μου ασθενήση, και ενθυμούμην τον πύργον μας και τον αναπαυτικόν εκεί κοιτώνα του, ότε είδα αίφνης νέον Σπετσιώτην πλησιάζοντα προς ημάς.

― Καλώς ωρίσατε, Χριστιανοί. Από την Χίον έρχεσθε;
― Από την Χίον, απεκρίθη ο πατήρ μου, μετά κόπου ορθώσας την κεφαλήν.
― Και τι κάθησθε εδώ έξω; Πώς δεν έρχεσθε εις την πόλιν μας. ― Πηγαίνομεν εις το Άργος.
― Εις το Άργος! Δεν είναι τόπος διά γυναικόπαιδα το Άργος. Εδώ να μείνετε.
Είπεν ο πατήρ μου ότι πηγαίνομεν εκεί προς εύρεσιν πόρου ζωής. Αλλ' εξηκολούθησεν εκείνος λέγων, ότι το Άργος είναι στρατόπεδον, ότι το Ναύπλιον εισέτι πολιορκείται, μας παρέστησε τας δυσκολίας της εν μέσω σκηνών πολέμου διαβιώσεως γυναικών, και μας προέτρεψε ν' αναβάλωμεν την αναχώρησίν μας. Ενώ ωμίλει, επανήλθε και ο πλοίαρχος, όςτις επικυρών του Σπετσιώτου τους λόγους μας παρεκίνει να μείνωμεν εις Σπέτσας. Το να πεισθώμεν δεν ήτο δύσκολον, αλλά πού να μείνωμεν, πού να κατακλίνωμεν την κεφαλήν εις τον νέον τούτον της εξορίας σταθμόν ; Ο αγαθός Σπετσιώτης ενόησε, φαίνεται, την αιτίαν των δισταγμών μας.
― Ελάτε εις την οικίαν μου, είπεν. Ο πατήρ μου εφονεύθη πολεμών, η μήτηρ μου απέθανε, και είναι έρημος η φωλεά μου. Κατοικήσατε την όσον καιρόν θέλετε. Ελάτε.
Εδέχθημεν μετά συγκινήσεως την προσφοράν του Εύσπλαγχνος άνθρωπος και γενναίος ! Από της στιγμής εκείνης έγινεν ο πιστότερος των φίλων δι' εμέ. Ήμεθα ως αδελφοί έκτοτε, η δε φιλία μας διετηρήθη μέχρι του προ ετών ολίγων θανάτου του. Απέθανε πλήρης τιμών, αναδειχθείς χρήσιμος και ακέραιος της πατρίδος υπηρέτης και εν πολέμω και εν ειρήνη.
Μετεκομίσθημεν λοιπόν εις του νέου φίλου μας την οικίαν και ελάβομεν κατοχήν των ευρυχώρων και καθαρών δωματίων της.
Ο πατήρ μου ησθάνετο εκλιπούσας τας δυνάμεις του· ίσως προέβλεπε του θανάτου την προσέγγισιν και δεν ήθελε ν' αποθάνη πριν ίδη εξασφαλιζόμενον της ορφανής οικογενείας του τον άρτον. Δεν εξέφρασε φόβους τοιούτους, αλλά την αυτήν εκείνην ημέραν μ' εσυμβούλευσε να μεταβώ, άνευ αναβολής, μόνος εις Άργος, όπως, δυνάμει της συστατικής, ζητήσω από τον Νέγρην θέσιν υπαλλήλου.
Μετά δύο ημέρας απεβιβαζομην εις τους Μύλους του Ναυπλίου και εκείθεν μετέβην εις Άργος πεζός.
Είχον δίκαιον ο Σπετσιώτης και ο πλοίαρχος μας. Ήμην ήδη προητοιμασμένος εκ των λόγων των και εκ των πρώτων εις Πειραιά εντυπώσεων, αλλ' εκεί, εις Πειραιά, είδα εν μικρώ ό,τι ενταύθα ήδη έβλεπα. Ευρέθην εντός κόσμου όλως νέου δι' εμέ. Αι χιλιάδες φουστανελοφόρων μαχητών, το αγέρωχον ύφος και η τραχεία γλώσσα των, τα περιφρονητικά βλέμματα δι' ων με κατεμέτρουν, αι απότομοι φράσεις δι' ων απεκρίνοντο εις τας δειλάς ερωτήσεις μου, η βοή και η κίνησις και η σύγχυσις του στρατοπέδου, τα πάντα ομού με κατεθορύβουν. Δεν ήτο βεβαίως ο τόπος κατάλληλος διά γυναικόπαιδα. Αλλά κ' εγώ αυτός ησθανόμην ότι δεν ευρίσκομαι εντός αρμοδίου ατμοσφαίρας. Δεν ήμην εις το στοιχείον μου εκεί.

Ότε με την συστατικήν εις χείρας κατώρθωσα επί τέλους να εισαχθώ εις το δωμάτιον του Μ ι ν ί σ τ ρ ο υ, και είδα αντικρύ μου όρθιον, ενώπιον υψηλής τραπέζης, άνθρωπον μικρόν και δυσειδή, ηπόρησα και εδίσταζα να πιστεύσω ότι αυτός ήτο ο αρχιγραμματεύς της επικρατείας, ο μέγας και πολύς Θεόδωρος Νέγρης.
Έγραφεν εκείνος, εγώ δε κρατών την επιστολήν επερίμενα εξετάζων τα περί εμέ. Η μικρά αίθουσα ήτο πλήρης βιβλίων· βιβλία επί της τραπέζης, βιβλία επί των σκαμνιών, βιβλία επί του κιβωτίου, πανταχού βιβλία, και εν τω μέσω αυτών η υψηλή τράπεζα και ο Νέγρης γράφων επ' αυτής. Το ανάστημα του ήτο μικρότερον του ιδικού μου. Δεν φρονώ να με πλανά ως προς τούτο φιλαυτίας αίσθημα. Τον έβλεπα και εσκεπτόμην. Ιδού, έλεγα· αυτός μικρός, άσχημος, άοπλος, υπακούεται από τους αγρίους περί αυτόν πολεμιστάς και τους κυβερνά. Διατί ; Διότι έχει νουν και γνωρίζει γράμματα. Ο νους δεν πλάττεται, τα γράμματα όμως μανθάνονται· η γνώσις έρχεται από τον Θεόν, αλλ' αι γνώσεις αποκτώνται! Ταύτα εσκεπτόμην. Ελησμόνουν ότι ο ανθρώπινος νους έχει διαφόρους βαθμούς και ποικίλας φάσεις, ότι δεν εδόθη εις έκαστον η δύναμις του να ρυθμίζη αναλόγως των περιστάσεων την θέλησίν του, ούτε η επιδεξιότης του να επιβάλλη αυτήν εις τους ομοίους του· ελησμόνουν πολλά, αλλ' ενώ έβλεπα τον Νέγρην γράφοντα, εσχημάτισα σταθεράν απόφασιν ν' αυξήσω τας γνώσεις μου. Και, τω όντι, έκτοτε επεδόθην εις την μελέτην και την ανάγνωσιν. Πολύ βεβαίως δεν κατώρθωσα· αλλ' όσα κατόπιν έμαθα, όσος πόθος εγεννήθη εις την ψυχήν μου προς απόκτησιν μαθήσεως, χρονολογούνται από της ώρας εκείνης, καθ' ην επερίμενα να παύση γράφων ο Νέγρης. Εκείνη ήτο η αφετηρία της διανοητικής μου αναγεννήσεως, όσω περιωρισμένος και αν διέμεινεν εξ ανάγκης ο ορίζων της.
Επί τέλους κατέθεσεν ο Νέγρης τον κάλαμον και με ηρώτησε τι θέλω. Προέτεινα εν σιωπή την χείρα και έδωκα την επιστολήν. Αφού την ανέγνωσε, μ' επροσκάλεσε να καθίσω επί του μόνου κενού παρ' αυτόν ψαθίνου καθίσματος και ήρχισε να με εξετάζη τι γνωρίζω και τι παρ' αυτού επιθυμώ. Ησθανόμην ότι ηρυθρίαζα ενώ απεκρινόμην απαριθμών τας γνώσεις μου και εκφράζων την επιθυμίαν του να λάβω γραφικήν παρ' αυτώ υπηρεσίαν.
― Καλά, είπεν αφού ετελείωσα, καλά. Μου χρειάζονται νέοι ως συ. Θα σε τοποθετήσω καταλλήλως. Αλλ' ανάγκη πρώτον να ησυχάσωμεν ολίγον. Περίμενε να πάρωμεν το Ναύπλιον και έλα πάλιν να με ιδής.
Να περιμένω μέχρις ου αλωθή το Ναύπλιον ! Ανεχώρησα αποκαρδιωμένος. Προ τριών ήδη εβδομάδων εθεωρείτο βεβαία του φρουρίου η παράδοσις και ήσαν εντός αυτού των πολιορκητών οι πληρεξούσιοι διαπραγματευόμενοι τους όρους του συμβιβασμού, συνέρρεον δε πανταχόθεν οπλοφόροι όπως εορτάσωσι, κατά τον τρόπον του έκαστος, τον νέον τούτον θρίαμβον των ελληνικών όπλων. Οι Τούρκοι εν τούτοις δεν παρεδίδοντο, ο δε Δράμαλης κατέβαινεν εκ της Στερεάς επί κεφαλής μεγάλου στρατού. Η φήμη της προόδου του διεδίδετο και ήρχιζεν ήδη να κλονίζη πολλών πεποιθήσεις.
Τοιαύτα ήκουα κατά τας δύο ημέρας της εν Άργει διατριβής μου. Το ρεύμα εφαίνετο στρεφόμενον καθ' ημών. Ήμην δ' εισέτι υπό το κράτος των εν Χίω εντυπώσεων και η καρδία μου ευκόλως ηνοίγετο εις τους φόβους. Αλλά πώς ηδυνάμην να προΐδω τότε, ότι ο Κολοκοτρώνης θα καταστρέψη τον Δράμαλην εις τα Δερβενάκια ;
Την νύκτα της δευτέρας ημέρας, περιστρεφόμενος εν τη αγρυπνία μου επί της σκληράς σανίδος, ήτις ήτο η στρωμνή μου, εσχημάτισα την απόφασίν μου. Δεν ήμην πλασμένος διά βίον στρατοπέδου. Το εμπόριον ήτο η κλίσις μου.
Την πρωίαν μετέβην εις Μύλους, όπου ηύρα ευτυχώς πλοιάριον έτοιμον διά Σπέτσας και ανεχώρησα.
Δεν είδα έκτοτε το Ναύπλιον, αλλ' έμεινε χαραγμένη εις την μνήμην μου η απότομος μορφή του Παλαμηδίου, σκιάζουσα την κοιλάδα όπου καλαμώνες περιφραχτούν το ρεύμα ταπεινού ρύακος, και η θέα της πόλεως, επί των τειχών της οποίας είδα μακρόθεν τότε κυμαινομένην την Τουρκικήν ημισέληνον.
Εις Σπέτσας ηύρα και τους γονείς και τας αδελφάς μου ασθενείς και κλινήρεις. Πόσον μας ήτο επαισθητή της δυστυχούς Ανδριάνας η έλλειψις! Ποσάκις όλοι την ενθυμούμεθα! Ανέλαβα εγώ εξ ανάγκης την υπηρεσίαν όλην της πασχούσης οικογενείας. Εγώ ήμην θαλαμηπόλος, νοσοκόμος και μάγειρος έτι. Αι δε καλαί μας γειτόνισσαι ηπόρουν βλέπουσαι ένα άνδρα ταπεινούμενον διά τοιούτων γυναικείων έργων, εναντίον πάσης της νήσου των συνηθείας, εξέφραζε δε την περί τούτου ιδέαν των μειδίαμα οίκτου οπόταν μοι προσέφερον βοηθείας χείρα.
Ευτυχώς της μητρός και των αδελφών μου η ασθένεια ήτο εφήμερος μόνον συνέπεια του ψυχικού και σωματικού καμάτου των, και εντός ολίγων ημερών ηδυνήθησαν η μία μετά την άλλην ν' αφήσωσι την κλίνην. Ο πατήρ μου όμως δεν επέπρωτο ν' αναρρώση. Δεν γνωρίζω όποιον ήτο το πάθημά του. Ο δήθεν ιατρός, τον οποίον προσεκαλέσαμεν, ότε ηρχίσαμεν σπουδαίως ν' ανησυχώμεν, απεφάνθη ότι έπασχε την καρδίαν και υπεσχέθη να τον θεραπεύση. Αλλά βεβαίως δεν ήξευρε τι έλεγε, και αμφιβάλλω αν επάτησέ ποτε ιατρικής τινος σχολής τα πρόθυρα. Ήτο Μελιταίος πρεσβύτης, προ ετών από πόλεως εις πόλιν της Ανατολής μετερχόμενος, ουχί δωρεάν, του ιατρού το επάγγελμα. Κατ' εκείνην την εποχήν πας Φράγκος ευκόλως εξελαμβάνετο ως ιατρός. Κύριος δε οίδεν υπό ποίας περιστάσεις χειροτονηθείς τοιούτος ο εξοχώτατος εκείνος, επίστευσεν επί τέλους και ο ίδιος εις την επιστήμην την οποίαν εξήσκει, ποτέ μεν βοηθούμενος υπό της αγαθοεργού φύσεως και άλλοτε επισπεύδων ευσυνειδήτως των ατυχών ασθενών του το τέλος.
Έμενεν εν τούτοις ο πατήρ μου κατάκοιτος, υπέσκαπτε δε τας ολίγας δυνάμεις του ο πυρετός, και πόνοι δριμείς του αφήρουν τον ύπνον. Προησθάνετο τον θάνατον και τον επερίμενε γενναίως. Ημείς δε περί αυτόν, λησμονούντες τας ποικίλας του παρόντος στερήσεις και τα παρελθόντα αγαθά, εσκεπτόμεθα μόνον πως να τον ανακουφίσωμεν πάσχοντα και πως, ει δυνατόν, να τον σώσωμεν. Αλλ' από ημέρας εις ημέραν αι ελπίδες μας διελύοντο. Εφαίνετο προχωρούσα επί του σώματος του η ψυχρά της φθοράς χειρ.
Μίαν νύκτα έμενα μόνος παρά το προσκέφαλον του ασθενούς, μόλις καταπείσας την μητέρα μου ν' αναπαυθή ολίγον εις το παρακείμενον δωμάτιον. Ο πατήρ μου ήτο εις βύθος ομοιάζον προς ύπνον. Με τας χείρας εσταυρωμένας εκαθήμην και τον έβλεπα, ο δε νους μου επλανάτο εις σκέψεις θλιβεράς.
Ο κοιτών εφωτίζετο μόλις υπό της προ των εικόνων λυχνίας, και ήτο βαθεία της νυκτός η σιωπή. Αίφνης μου εφάνη ότι ακούω ασυνήθη έξω θόρυβον και ομιλίας εις τον δρόμον. Ηγέρθην ησύχως, ήνοιξα το παραθυρόφυλλον και, διά μέσου του σκότους, διέκρινα σκιάς ανθρώπων εις την οδόν και ανοικτάς των άντικρυ οικιών τας θύρας. Δεν ετόλμων ν' ανοίξω το παράθυρον· ο πατήρ μου εφαίνετο ησυχάζων. Επροσπάθησα ν' ακούσω τι έλεγον. Ήκουα, αλλά δεν τους ενόουν· ελάλουν Αλβανιστί. Μόνη η λέξις άρματα επαναλαμβανομένη συχνάκις διήγειρε τας υποψίας μου. Μετ' ολίγον εκλείσθησαν αι θύραι και απεμακρύνθησαν αι σκιαί, μου εφαίνοντο δε φέρουσαι κιβώτια και σάκκους επί των ώμων.
Επανήλθεν η σιωπή και η ησυχία, αλλ' η λέξις άρματα αντήχει εις τα ώτα μου εισέτι. Εγνώριζα ότι σημαίνει στόλον, αλλά περί τίνος στόλου επρόκειτο; Επερίμενα ανυπόμονος να εξημερώση, μη γνωρίζων τι συμβαίνει και προοιωνιζόμενος νέα πάλιν δεινά. Ανεπόλουν άκων την πρώτην εκείνην εν Σμύρνη νύκτα, ότε μ' εξύπνησαν των Τούρκων οι αλαλαγμοί.
Προς τα χαράγματα ήλθεν η μήτηρ μου και αναλαβούσα την θέσιν της πλησίον του ασθενούς μ' έστειλε ν' αναπαυθώ. Αντί να κοιμηθώ, εξήλθα της οικίας αθορύβως. Ήμεθα οι μόνοι αυτής κάτοικοι· ο αγαθός οικοδεσπότης έμενεν εντός του πλοίου του.
Από της άκρας της πόλεως, όπου ήτο η κατοικία μας, κατέβην προς τον λιμένα, όσω δ' επλησίαζα προς αυτόν, έβλεπα ανθρώπους προς κίνησιν. Ηρώτησα τι τρέχει και έμαθα ότι η Ύδρα ήναψεν αφ' εσπέρας φανούς. ― Και τι σημαίνουν οι φανοί;― Κατέρχεται στόλος Τουρκικός!
Οι Σπετσιώται μετέφερον ήδη τα πολύτιμά των επί των πλοίων και προητοιμάζοντο, εάν τω όντι επέλθωσιν οι Τούρκοι, να επιβιβάσωσι και τα γυναικόπαιδά των. Εγνώριζον ότι ήτο πολυάριθμος ο εχθρικός στόλος και εφοβούντο διά τους οίκους των, αλλ' είχον τα πιστά εις τα κινητά φρούριά των.
Κάτω εις τον λιμένα συνήντησά τινας των επί της νήσου προσφυγόντων συμπολιτών μου. Εσκέπτοντο και ούτοι περί φυγής. Πλοίον Μυτιληναίον υπό Ρωσσικήν σημαίαν ήτο ηγκυροβολημένον εις τα όπισθεν της νήσου, και είχον στείλει να διαπραγματευθώσι την ναύλωσίν του, όπως τους μεταφέρη εις Αγκώνα. Επρότειναν να συμπεριλάβωσι και ημάς, αλλά πώς να φύγωμεν ; Πώς να μεταφέρωμεν τον πατέρα μου ετοιμοθάνατον; Πώς δε και να μείνωμεν επί της νήσου, εάν οι Τούρκοι απεβιβάζοντο;
Επέστρεψα εις την οικίαν πλήρης ταραχής και αδημονίας. Ένευσα εις την μητέρα μου, όπως εξέλθη του δωματίου, και ειπών δι' ολίγων λέξεων τα τρέχοντα την ηρώτησα εάν νομίζη ότι δυνάμεθα να μετακομίσωμεν τον πατέρα μου. Με έλαβεν εκ της χειρός, με ωδήγησε παρά την κλίνην και μου έδειξε σιωπώσα τον ασθενή. Το βύθος του εξηκολούθει, είχε κλειστούς τους οφθαλμούς, τα χείλη ημιανοικτά, και ανέπνεε βαρέως.
Τότε πρώτον είδα την αγωνίαν του θανάτου, τότε πρώτον, ο δε αποθνήσκων ήτο ο πατήρ μου, ο πατήρ τον οποίον ηγάπων !
Η μήτηρ μου κρατούσα την χείρα μου δεν επρόφερε λέξιν, αγωνιζομένη να κυριεύση την λύπην της.
Εμένομεν ούτως ενώπιον της κλίνης σιωπηλοί και ακίνητοι, ακούοντες του θνήσκοντος το ψυχομαχητόν. Έκλινα την κεφαλήν επί της χειρός της μητρός μου και την ησπάσθην, εκείνη δε δεν έσκυψε να με φιλήση, αλλ ' έθεσε την άλλην της χείρα επί της κεκλιμένης κεφαλής μου και με είπεν ησύχως·
― Φέρε ιερέα.
Έδραμα έξω αμέσως. Δεν ήθελα να κλαύσω εμπρός της.
Ενώ εξηρχόμην εισήρχετο εις την οικίαν ο ιατρός. Συνηντήθημεν εις την θύραν.
― Την εγλυτώσαμεν, φίλε μου ! ανέκραξε φαιδρώς άμα με είδεν. Αλλ' η έκφρασις του προσώπου του μετεβλήθη διά μιας, ότε παρετήρησε την ταραχήν μου, και ταπεινώσας την φωνήν με ηρώτησε :
― Πώς είναι επάνω;
Δεν απεκρίθην, αλλ' έσεισα την κεφαλήν.
― Θα ετρόμαξε με τους Τούρκους. Φεύγουν τώρα, φεύγουν, και την εγλυτώσαμεν.
Τον αφήκα αναβαίνοντα την κλίμακα και εξηκολούθησα τον δρόμον μου με την καρδίαν ελαφροτέραν. Θ' αποθάνη τουλάχιστον ήσυχος ο πατήρ μου, και θα μας αφήσωσιν οι Τούρκοι να τον κλαύσωμεν εν ειρήνη! Οι λόγοι του ιατρού επανέφερον εις την φαντασίαν μου την φρίκην της Τουρκικής εισβολής και όλα τα πιθανά επεισόδια της επί της νήσου παρουσίας των, και ενώ έτρεχα, παρεκάλουν τον Θεόν ν' αναδειχθή αληθής η είδησις ότι απηλλάγημεν τω όντι του τρόμου της εμφανίσεώς των.
Ότε επανήλθα μετά του ιερέως εις την οικίαν, ο πατήρ μου εξηκολούθει αναισθητών. Άπαξ μόνον ήνοιξε τους οφθαλμούς, το δε βλέμμα του εμαρτύρει ότι μας ανεγνώριζεν, αλλά δεν ηδυνήθη να προφέρη λέξιν και έκλεισε πάλιν τα βλέφαρα. Η αναπνοή του εξήρχετο δυσκολωτέρα του στήθους, και εφαίνετο ότι τον βασανίζει η δύσπνοια. Ο ιατρός τον ανεσήκωσεν επί της κλίνης, η δε μήτηρ μου επρόσθετεν επ' αυτής προσκέφαλα, ενώ εγώ έσχιζα διά ψαλίδος το υποκάμισόν του διά να δώσωμεν πλειοτέραν ελευθερίαν εις τους εξηντλημένους του πνεύμονας.
Τι ήτο το κινήσαν τότε τον ψυχορραγούντα πατέρα μου αίσθημα; Διατί συνέσπασε τας οφρύς και εκίνησε την χείρα, ως θέλων να εμποδίση του υποκαμίσου του το σχίσιμον ;
Η σκηνή εκείνη έμεινεν ανεξάλειπτος εις την μνήμην μου και την ανακαλώ άκων πάντοτε, οπόταν σκέπτωμαι περί της ματαιότητος των επιγείων. Ιδού ο άνθρωπος! Ο θάνατος ήπλονεν ήδη τα μαύρα πτερά του και επήρχετο το σκότος, η ανάπαυσις, το τέλος· ο δε θνήσκων, ο αγαθός, ο γενναίος, ο φιλόστοργος γέρων εκίνει αυτομάτως την χείρα όπως προφυλάξη το υποκάμισόν του! Ματαιότης ματαιοτήτων !
Η αγωνία του διήρκεσεν όλην την ημέραν. Ο Τουρκικός στόλος εν τούτοις απεμακρύνθη διευθυνόμενος προς νότον και παρήλθεν ο κίνδυνος των Σπετσών, οι δε νησιώται καθησύχασαν.
Το εσπέρας εξεψύχησεν ο πατήρ μου.
Την επιούσαν επώλησα της μητρός μου το δακτυλίδιον και εθάψαμεν τον νεκρόν μας εις τάφον ταπεινόν και ανεπίγραφον.
Ήτο η δεκάτη πέμπτη Ιουλίου 1822. Τοιαύται ημερομηνίαι δεν λησμονούνται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Έμενα ήδη ο αρχηγός και το μόνον στήριγμα της ορφανής οικογενείας μου· εγώ είχα να την διαθρέψω, εγώ να φροντίσω περί της αποκαταστάσεως των αδελφών μου, εγώ να γηροκομήσω την μητέρα μου. Αντί δε παντός πόρου και πάσης εργασίας είχα μόνον την δοθείσαν παρά του Νέγρη υπόσχεσιν, ότι θα με τοποθετήση όταν και αφού το Ναύπλιον αλωθή. Αλλ' εντός μου έλεγε κάτι, ότι το στάδιόν μου δεν ήτο εκεί. Αι οικογενειακαί παραδόσεις και η όλη μου αγωγή μ' εσχημάτισαν έμπορον, και συνησθανόμην ότι προορισμός μου ήτο το εμπόριον, ότι δι' αυτού και μόνου ηδυνάμην να προοδεύσω αποκαθιστάμενος χρήσιμος εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειαν και εις την πατρίδα.
Αλλά πόθεν ν' αρχίσω; Πού η βάσις επί της οποίας να στηρίξω τας ενεργείας μου ; Ιδού η δυσκολία. Επερίσσευον μετά τον ενταφιασμόν του πατρός μου ολίγα χρήματα εκ της πωλήσεως του δακτυλιδιού, αλλά το ποσόν ήτο ασήμαντον και μόλις εξήρκει διά την εκ Σπετσών αναχώρησιν, περί της οποίας ήρχισα αμέσως τότε να σκέπτωμαι.
Δεν ήσαν αι Σπέτσαι ο αρμόδιος δι' εμέ τόπος. Το εμπόριον απαιτεί τάξιν και ασφάλειάν τινα και ησυχίαν. Αλλά πώς ήτο δυνατόν να επικρατώσι τα στοιχεία ταύτα της κοινωνικής ευημερίας επί της ηρωικής εκείνης νήσου, ενόσω οι πολίται της θυσιάζοντες και ζωήν και περιουσίαν εις την άνισον κατά του εχθρού πάλην, απέκτων εξ ανάγκης ως έξεις την περιφρόνησιν της ζωής, την υπερίσχυσιν της βίας και την αυτοδικίαν; Ταύτα ήσαν φυσικαί των περιστάσεων συνέπειαι. Άνευ προϋπάρχοντος κοινωνικού οργανισμού, άνευ Κυβερνήσεως ισχυράς, άνευ πόρων τακτικών και υπερέχοντος τίνος κέντρου, η επανάστασις προήγετο και ηυδοκίμει δι' ατομικών μόνων θυσιών και αγώνων, εν δε τω μέσω του σάλου εκείνου η δύναμις εβασίλευε και επεβάλλετο η σπάθη.
Ο δε αγών ήτο αληθώς υπέρ των όλων. Το σύνθημα « Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήτο φράσις κενή ή πομπώδης καύχησις, διότι εκ των προτέρων ήτο γνωστόν τι ήθελον διαπράξει οι Τούρκοι εάν η αντίστασις κατεβάλλετο. Η τύχη της Χίου ήτο φοβερόν διά τας Σπέτσας και τας άλλας ναυτικάς νήσους προμήνυμα. Ώστε οι άνθρωποι ωδηγούντο υπό της απελπισίας εις τους αγώνας των, η δε όλη ατμόσφαιρα είχεν άγριόν τι και ωμόν, το οποίον δεν ήτο βεβαίως κατάλληλον προς του εμπορίου την ανάπτυξιν. Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε ; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας, και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιον μου εις την αγοράν είς Ραγουζαίος, κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδέλων τας οποίας επώλει!
Ο φόνος του Ραγουζαίου εκείνου ενίκησε πάντα απομένοντα δισταγμόν μου ως προς της αναχωρήσεως το ζήτημα. Απεφάσισα οριστικώς να επιστρέψωμεν εις Τήνον. Εκεί οι κάτοικοι ήσαν ολιγώτερον πολεμικοί, τα ήθη ημερώτερα και ευκολώτερος ο βίος, χάρις δε εις τον Μαυρογένην και εις τους πολλούς εκ Χίου πρόσφυγας, ηδυνάμην να θεωρώμαι ολιγώτερον ξένος εις Τήνον ή αλλαχού.
Απεχαιρέτησα λοιπόν μετά συντριβής καρδίας τον φίλον οικοδεσπότην μας, και παρητήσαμεν την νήσον των Σπετσών και τον επ' αυτής τάφον του πατρός μου.
Εις Τήνον ενοικίασα μικράν και ταπεινήν οικίαν, ηγόρασα στρωμνάς και εφαπλώματα, τα μόνα έπιπλα των οποίων την προμήθειαν επέτρεπον τα ευτελή περισσεύματά μας, και αφέθην διά τα περαιτέρω εις την πρόνοιαν του Θεού. Δεινόν η πενία και η στέρησις όταν επέρχωνται μετά βίον άνετον, σκληρόν δε η περί του άρτου της αύριον αβεβαιότης όταν έχης να διαθρέψης γραίαν μητέρα και αδελφάς τρυφεράς ! Αλλ' εις όλα συνειθίζει ο άνθρωπος και προς όλα βαθμηδόν εξοικειούται.
Ότε εσυμφώνησα την ενοικίασιν του οικήματός μας, παρετήρησα ότι ο οικοδεσπότης εφόρει σκούφον νέον, αλλά δεν έδωκα άλλως προσοχήν εις το πράγμα. Την επιούσαν όμως εις την αγοράν απήντησα Τήνιον άλλον νεωστί σκουφωθέντα, μετά τινα δε βήματα άλλον, και άλλον παρέκει και άλλον κατόπιν. Ήσαν ενός χρώματος οι σκούφοι, και του αυτού σχήματος όλοι, η δε σύμπτωσις αύτη εκίνησε την περιέργειάν μου και μου έφερεν αμέσως εις την μνήμην τα εκ Βενετίας αποσταλέντα κιβώτια. Έδραμα άνευ αναβολής εις αναζήτησιν του οικοδεσπότου μας.
― Δεν μου λέγεις πού ηύρες τον σκούφον σου;
― Τον ηγόρασα από τον Άγγλον πρόξενον, αλλά δεν ευρίσκεις πλέον. Τους εξεπώλησεν.
Ο Άγγλος πρόξενος επώλησε σκούφους ! Αι υποψίαι μου μετεσχηματίσθησαν εις βεβαιότητα. Την αυτήν εκείνην ημέραν μετέβην εις Μύκονον και ηύρα τον φίλον μου υποπρόξενον, όστις κατεχάρη ιδών με και με ανήγγειλεν ότι τα δύο κιβώτια μας εστάλησαν εκ Σμύρνης εις Τήνον, και ότι ανέθεσεν εις τον εκεί συνάδελφόν του του περιεχομένου την εκποίησιν, μου έδωκε δε επιστολήν προς αυτόν, όπως με αναγνωρίση ως ιδιοκτήτην. Ήμην ανυπόμονος να επιστρέψω, αλλ' ο φίλος επέμεινε να με κρατήση και να με φιλοξενήση την νύκτα. Την επιούσαν τον απεχαιρέτησα μετ' εκφράσεων ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και επανήλθα εις Τήνον.
Ευτυχώς ο άνεμος εβοήθει πάσας εκείνας τας μετακινήσεις μου.
Άμα αφιχθείς εις Τήνον υπήγα κατ' ευθείαν από του πλοίου εις το Αγγλικόν προξενείον. Δεν ενθυμούμαι το όνομα του αγαθού Τηνίου, όστις εξεπροσώπευεν εκεί τότε της Αγγλίας την δύναμιν, αλλ' ενθυμούμαι το ξυρισμένον πρόσωπον και τας χρυσάς διόπτρας του. Νομίζω ότι τον βλέπω ενώπιόν μου. Ο άνθρωπος μου έδειξε τον λογαριασμόν πωλήσεως και μου παρέδωκεν αυθωρεί το προϊόν των σκούφων, συμποσούμενον εις πέντε χιλιάδας γροσίων. Πέντε χιλιάδας ! Το ευτελές εκείνο ποσόν μου εφάνη πλούτος αμύθητος! Ούτε τον λογαριασμόν εκκαθαρίσεως ηθέλησα να εξελέγξω, ούτε να υπολογίσω κατά πόσον ηδύναντο ή έπρεπε να πωληθώσι καλλίτερον οι σκούφοι. Το δοθέν ποσόν ήτο ανέλπιστος δι' εμέ απόκτησις, δι' αυτού μου ηνοίγετο του εμπορίου ο δρόμος. Ήμην ήδη κεφαλαιούχος, είχα πέντε χιλιάδας γρόσια ! Έτρεξα προς την μητέρα μου να διακοινώσω την καλήν μας ταύτην τύχην, επέδειξα τον θησαυρόν μου, εζήτησα την ευχήν της και πλήρης ελπίδων και σχεδίων μετέβην μετά δύο ημέρας εις Σύρον.
Εις Τήνον δι' έλλειψιν λιμένος δεν ήρχοντο μεγάλα πλοία, αλλ' υπήγαινον εις Σύρον, της οποίας ο λιμήν εθεωρείτο και υπό των Τούρκων ουδέτερος. Οι δυτικοί της νήσου κάτοικοι δεν συμμετέσχον της επαναστάσεως, ουδ' ανεγνώριζον αυτήν, επί δε του σχηματίζοντος την πόλιν των κώνου εκυμάτιζεν η λευκή της Γαλλίας σημαία, υπό την προστασίαν της οποίας είχον τεθή.
Ο πληθυσμός της Σύρου περιωρίζετο τότε εντός της αποτόμου εκείνης και πενιχράς κορυφής. Καθ' όλην την έκτασιν, την οποίαν σήμερον καλύπτει η πλουσία Ερμούπολις, δεν έβλεπες ή βράχους γυμνούς. Μόνον εκεί όπου σήμερον, επί λιθοστρώτου πλατείας, παιανίζει η μουσική και σύρουν αι κυρίαι τας μεταξωτάς ουράς των, κήποί τινες και ολίγα δένδρα εμαρτύρουν των πτωχών κατοίκων την φιλοπονίαν. Έν εκκλησίδιον δυτικόν και τρεις ή τέσσαρες αποθήκαι διά τους οίνους ήσαν τα μόνα επί της ακτής κτίρια. Πλησίον αυτών, επί του αιγιαλού, είχε νεωστί οικοδομηθή πενιχρόν καφενείον, χρησιμεύον και ως ξενοδοχείον, και ως γραφείον, και ως χρηματιστήριον. Ολίγον δε μακρύτερα, εκεί όπου σήμερον ναυπηγούνται πλοία και ακούεται ο εύρυθμος της σφύρας κρότος, κατέκειτο τότε, παρά τον έρημον αιγιαλόν, σκάφος ναυαγήσαντος πλοίου.
Τοιαύτη ήτο η Σύρος ότε πρώτην φοράν δύο ή τρεις άλλοι Χίοι και εγώ, πρόδρομοι της μελλούσης εμπορικής της νήσου επιδόσεως, εμένομεν εντός του μοναδικού επί της ακτής καφενείου προσδοκώντες άφιξιν πλοίου φέροντος εμπορεύματα.
Ευτυχώς δεν εβράδυνε να φθάση τοιούτον εκ Ρωσσίας προερχόμενον. Ήτο εκείνη η πρώτη δοσοληψία της οποίας εδέησεν εγώ μόνος ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν και την εκτέλεσιν, διότι δεν είχα πλέον τον πατέρα μου σύμβουλον και οδηγόν. Έτρεμα μη διακινδυνεύσω τα χρήματά μου εις κακήν τινα επιχείρησιν. Επεσκέφθην τρις και τετράκις τα επί του πλοίου, εσκέφθην, διεπραγματεύθην, υπελόγισα, εδίστασα, επί τέλους το απεφάσισα ! Ηγόρασα αντί χιλίων γροσιών ιχθύς παστούς, τους εφόρτωσα εις πλοιάριον διά Τήνον, επέβην και αυτός, έκαμα τον σταυρόν μου, και απεπλεύσαμεν.
Εις Τήνον είχε τότε νομιμοποιηθή το έθιμον να πωλώνται τα φαγώσιμα επί τρεις ημέρας δημοσίως εις την αγοράν, όπως προμηθεύηται εξ αυτών ο λαός, μετά ταύτα δε επετρέπετο η μεταξύ εμπόρων διαπραγμάτευση των περισσευόντων. Εχρεώστουν, φυσικώ τω λόγω, να συμμορφωθώ προς την επικρατούσαν συνήθειαν, αλλά δεν μου ήρχετο να τεθώ επί κεφαλής των βαρελιών μου και να πωλώ δημοσίως τους ιχθύς μου ανά ένα. Μεθ' όλην την επελθούσαν κακοτυχίαν, διετήρουν εισέτι τας έξεις της αρχαίας αξιοπρεπείας. Όθεν κατέγεινα κατά πρώτον να εύρω αρμόδιόν τινα αντικαταστάτην μου, αλλ' η ατυχία των πρώτων προς ανεύρεσίν του ερευνών μου και, προ πάντων, των άλλων πωλητών το παράδειγμα, μ' έπεισαν ν' αφήσω κατά μέρος την αξιοπρέπειαν και να πωλήσω εγώ αυτός την πραγματείαν μου.
Ιδού λοιπόν εγώ πωλητής παστών εν πλήρει αγορά! Κατέλαβα θέσιν κατάλληλον εις την μικράν παρά την προκυμαίαν πλατείαν και ήρχισα μετά τινος, κατ' αρχάς, δειλίας να προσκαλώ αγοραστάς. Ήτο εισέτι πολύ ενωρίς, αλλ' αγορασταί δεν έλειπον, οι δε ιχθύς μου ήσαν εις ζήτησιν και η υπόθεσις προέβαινε κατ' ευχήν. Όσον δ' επροχώρει η πώλησις κατά τοσούτον εσυνείθιζα, και με κατελάμβανε της επιτυχίας ο ενθουσιασμός, και μ' εκυρίευεν ο ζήλος του έργου, αμιλλώμενος δε προς τους άλλους παρ' εμέ πωλητάς επήνουν την πραγματείαν μου, και ύψωνα την φωνήν, όπως ελκύσω αγοραστάς, και ελησμόνουν την πρώτην μου περί τας κινήσεις και τας χειρονομίας συστολήν.
Ενώ ήμην εις τον βρασμόν της πωλήσεως, ήκουσα αίφνης κρότον αντικρύ μου και, υψώσας τους οφθαλμούς, είδα εις την απέναντι μου οικίαν νέαν ξανθήν ανοίγουσαν το παράθυρον και στηλόνουσαν τα φύλλα του, τα οποία ο άνεμος εκτύπα επί του τοίχου. Αφού τα εστήλωσεν, εσταύρωσε τους βραχίονας επί του παραθύρου και στηρίξασα επί των βραχιόνων το στήθος έστρεψε προς εμέ το πρόσωπον. Μ' ετάραξε το βλέμμα της, ο δε οίστρος μου διεκόπη. Πώς να φωνάζω προσκαλών αγοραστάς υπό τους οφθαλμούς μιας ωραίας ξανθής, ήτις με παρετήρει; Επροσπάθουν να εξακολουθήσω το έργον μου, αλλ' ο νους μου ήτο εις το παράθυρον και τα βλέμματά μου υψούντο συχνάκις προς αυτό. Αίφνης βλέπω την νέαν μειδιώσαν.
Τι μειδιά ; Με περιπαίζει μήπως ; Μη με γνωρίζη και είναι χαιρετισμός το μειδίαμα της; Ησθάνθην ταραχήν εις το στήθος και ερύθημα εις τας παρειάς μου, και μη προσέχων εις την εργασίαν μου έδωκα εις ένα αγοραστήν διπλάσιους ιχθύς του δοθέντος αντιτίμου. Αλλά, ιδών αμέσως το λάθος, εστράφην να τον κράξω. Άμα εστράφην είδα όπισθεν μου, εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής, νέον Τήνιον με την χείρα επί της ζώνης, τον ώμον επί της θύρας και την κεφαλήν εστραμμένην προς το παράθυρον. Τα ερωτικά βλέμματά του ήσαν δι' εμέ αποκάλυψις. Αι από των οφθαλμών της νέας ακτίνες διήρχοντο άνωθεν της κεφαλής μου, αλλά δεν ήσαν δι' εμέ, ούτε είχα επί του μειδιάματος το ελάχιστον δικαίωμα. Το μάθημα με ωφέλησε, ανέλαβα την προτέραν μου ζωηρότητα και εξηκολούθησα την πώλησίν μου.
Εντός δύο ημερών εξεπώλησα τους ιχθύς μου απολαύσας είκοσι τοις εκατόν ωφέλειαν. Νέα εις Σύρον εκδρομή. Επανήλθα μ' ελαιόλαδον, το οποίον επώλησα με οκτώ τοις εκατόν κέρδος, μετά δε το ελαιόλαδον ηγόρασα και μετεπώλησα χαβιάρι μετά της αυτής επιτυχίας και εξηκολούθουν ούτω δραστηρίως εργαζόμενος. Τα κέρδη κατόπιν εμετριάσθησαν, διότι επήλθε συναγωνισμός, αλλ' οι κόποι μου αντημείβοντο πάντοτε, εντός δε ολίγων μηνών, αφού έζησα μετά των περί εμέ και αφού επανέφερα άνεσίν τινα υπό της πτωχικής κατοικίας μας την στέγην, το κεφάλαιόν μου από πέντε χιλιάδων γροσιών ανήρχετο ήδη εις οκτώ !
Έκτοτε πολλά χρήματα εκέρδισα και πολλά έχασα. Χάριτι θεία, το λαβείν απέβη εν συνόλω μεγαλείτερον του δούναι, ώστε σήμερον έχω την ικανοποίησιν να βλέπω, διά των ιδρωτών μου, εξησφαλισμένην την άνετον των τέκνων μου ύπαρξιν. Αλλά την γλυκύτητα των πρώτων εκείνων ευτελών κερδών ουδέποτε κατόπιν ησθάνθην, ουδ' εξισούνται αι ευχαριστήσεις και των επιτυχεστέρων επιχειρήσεων του μετέπειτα εμπορικού μου βίου προς την χαράν της πρώτης των παστών ιχθύων εκκαθαρίσεως.
Η εκ του μηδενός προαγωγή, η ευτυχής έκβασις των πρώτων μου ατομικών συνδυασμών, η συναίσθησις ότι ήμην εις θέσιν να μη αφήσω πεινώσαν την μητέρα και τας αδελφάς μου, η ελπίς την οποίαν αι πρώται εκείναι απαρχαί μου έδιδον διά το μέλλον, όλα ταύτα ομού ανεδείκνυον πολλαπλασίως πολύτιμα και ευάρεστα τα πρώτα μου εκείνα κέρδη. Δεν θέλω να είπω ότι μετά ταύτα ειργαζόμην μετά φιλοσοφικής δήθεν αδιαφορίας. Όχι! Ο ζήλος μου δεν εμετριάσθη και κατόπιν, η δ' επιτυχία είναι πάντοτε ευχάριστος. Αλλ' ο ενθουσιασμός μου εχαλαρώθη, η δε ηδονή του κέρδους βαθμηδόν ημβλύνθη. Αφού άπαξ ησθάνθην ότι απέκτησα την υλικήν ανεξαρτησίαν και εξησφάλισα τα μέσα ζωής ανέτου, έπαυσα να κλείω τα ισοζύγια μου μετά παλμών αγαλλιάσεως. Διότι η απόκτησις του πλούτου δεν είναι αυτή καθ' εαυτήν πηγή ευτυχίας. Η ανεξαρτησία,― ιδού το αληθές, ιδού το υγιές του εργατικού ανθρώπου ελατήριον!
Δεν ήμην τότε εις Τήνον ο μόνος εκ Χίου νέος, ο αγωνιζόμενος να παράξη από του μηδενός το έν και να κάμη τα δύο τέσσαρα. Ήσαν και άλλοι πολλοί, μετά των οποίων μ 'εσχέτισεν η κοινή συμφορά και η συνεχής συνάντησις εις την αγοράν της Τήνου ή επί της ερήμου της Σύρου ακτής. Μεταξύ τούτων ήτο και ο αρραβωνιαστικός της πρεσβυτέρας των αδελφών μου, καταφυγών και αυτός εις Τήνον μετά Οδύσσειαν παθημάτων. Της νεωτέρας μου αδελφής ο μνηστήρ ηχμαλωτίσθη, ουδέποτε δε ηκούσθη τι απέγεινε. Και εγώ ήμην παιδιόθεν μεμνηστευμένος, αλλ' είχα χηρεύσει προτού νυμφευθώ, αποθανούσης προ ετών της μνηστής μου, η δ' ανεμοζάλη της Επαναστάσεως είχεν επέλθει πριν ή ο πατήρ μου προφθάση να συνάψη νέον δι' εμέ αρραβώνα.
Τοιαύτα ήσαν της Χίου τα έθιμα. Εκάστη οικογένεια επεδίωκε την μετά ομοτίμων επιμιξίαν, επειδή δε ο αριθμός των εκλεκτών ήτο περιωρισμένος, ήρχιζε πρωίμως ο συναγωνισμός προς συνδυασμόν καταλλήλων συνοικεσίων, η δ' αριστοκρατική των συμβαλλομένων αποκλειστικότης και το στενόν του Χιακού κύκλου έφερον εξ ανάγκης τους μεταξύ στενών συγγενών επί τέλους γάμους.
Δεν προτίθεμαι να επαινέσω τους πατέρας μας διά τας πρωίμους εκείνας μνηστεύσεις, διά των οποίων εσφράγιζον αυτοί, εκ προοιμίων, το σπουδαιότερον του βίου συμβόλαιον, άνευ της γνώσεως ή της συγκαταθέσεως των συμβαλλομένων. Αλλ' όμως είχον προς δικαιολόγησίν των την επιτυχίαν των τοιούτων συζυγιών. Οι νέοι ανετρέφοντο μικρόθεν ο είς διά τον άλλον, προηγείτο δε της συζυγικής αγάπης σχέσις μακρά και της αφοσιώσεως η συνήθεια. Ο γάμος επήρχετο μετά της μνηστείας τον πρόλογον, άνευ των κλονισμών της καρδίας, άνευ της αμοιβαίας του παρελθόντος αγνοίας και της περί του μέλλοντος αβεβαιότητος, αίτινες συνοδεύουν συνήθως τα εξ έρωτος συνοικέσια. Η ζωή προητοιμάζετο και διήρχετο άνευ βιαίων κυματισμών, δεν ηλαττούτο δ' ως εκ τούτου η ήρεμος των οικογενειών ευτυχία. Αλλ' υπό τας μεταβληθείσας του έθνους περιστάσεις το αρχαίον τούτο έθιμον δεν ηδύνατο ή ν' απολήξη εις υλικών μόνον συμφερόντων υπολογισμούς και εις προικός ζήτημα, ώστε βεβαίως δεν θα θρηνήσω την κατάργησίν του.
Άλλως τε τα πράγματα ήλλαξαν εν συνόλω έκτοτε. Τότε οι νεώτεροι ήγοντο υπό των πρεσβυτέρων, εθεώρουν δε τούτο ως πράγμα φυσικόν και μη επιδεχόμενον συζήτησιν. Διά της πειθαρχίας εκείνης και διά της συμπνοίας η οικογένεια απετελείτο ισχυρά, επηύξανε δε την δύναμίν της ο σύνδεσμος των επιμιξιών. Είναι και τούτο μία εξήγησις της επιτυχίας των Χίων, όχι μόνον κατά την προ της Επαναστάσεως διοίκησιν των κοινών των, αλλά και κατά την μετά την καταστροφήν της Χίου εμπορικήν διοργάνωσίν των.
Οπωςδήποτε, δεν είχομεν εισέτι κατ' εκείνην την εποχήν μεταβάλει σύστημα, αλλ' εμένομεν υπό την επήρειαν των παραδόσεων και της ανατροφής μας, ώστε της μεν μιας αδελφής μου τον μνηστήρα εθεώρουν ήδη ως αδελφόν, ανυπομόνως δε επεζήτουν να μνηστεύσω και την δευτέραν. Ευτυχώς δεν εβράδυνα να εύρω και να υποδείξω εις την μητέρα μου νέον φίλον μου, τον οποίον το δυσχερές των περιστάσεων δεν εμπόδιζεν από του ν' αντιμετωπίση τας ευθύνας του γάμου, και εμνηστεύσαμεν ούτω και την νεωτέραν των αδελφών μου.
Μετά των δύο τούτων μελλόντων γαμβρών μου εσυμφωνήσαμεν να συντροφεύσωμεν, καταθέτοντες εταιρικόν κεφάλαιον ανά χίλια γρόσια έκαστος, επί τω όρω ο μεν των τριών να μένη εις Τήνον προς πώλησιν, ο άλλος εις Σύρον προς αγοράν, ο δε τρίτος να συνοδεύη εκάστοτε την εκ Σύρου εις Τήνον μεταφοράν των εμπορευμάτων. Ο κλήρος έπεσεν εις εμέ ν' αναλάβω της αγοράς την εργασίαν. Έλαβα λοιπόν το πλείστον του μικρού κεφαλαίου μας, απεχαιρέτησα την μητέρα μου και απεβιβάσθην εις σακολέβαν ετοίμην ν' αποπλεύση εις Σύρον.
Αλλ' ενώ ανεσύρετο η άγκυρα, βλέπω λέμβον μετά βίας ερχομένην προς ημάς από της πόλεως, και εντός αυτής τους δύο συνεταίρους μου κινούντας τας χείρας διά να εμποδίσωσι την αναχώρησίν μας. Έφερον την δυσάρεστον είδησιν ότι εντός πλοίου αφιχθέντος εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Πάνορμον της Τήνου ανεφάνη πανώλης, και ότι η περί τούτου είδησις μετεπέμφθη ήδη εκ Πανόρμου εις Σύρον, ώστε δεν ήθελον βεβαίως μας δεχθή εκεί, διά τον φόβον του μολύσματος, ουδέ ήθελον επιτρέψει την εξακολούθησιν της μετά της Τήνου συγκοινωνίας. Κατά συνέπειαν απεφασίσαμεν ν' αποβώ του πλοίου και ν' αναβληθή η εις Σύρον μετάβασίς μου, μέχρις ου διασκεδασθώσιν αι περί επιδημίας υποψίαι. Δυστυχώς μετεδόθη από του πλοίου η πανώλης εις την νήσον. Δεν ήτο βαρεία ουδ' έκαμνε θραύσιν πολλήν, ήτο όμως ικανή όπως φοβίση τας πέριξ νήσους και μας αποκλείση εις Τήνον.
Ούτως εματαιώθησαν τα σχέδια και εναυάγησεν η εταιρία μας, έμενα δε άεργος, και απέβαινε διπλασίως οχληρά η αναγκαστική εκείνη απραξία μου, μετά των τελευταίων μηνών την κίνησιν και την ζωηρότητα.
Άλλως ήμεθα ήσυχοι επί της νήσου, ουδ' ετάραττον ως άλλοτε τας σκέψεις μου των Τούρκων φόβοι ή του πολέμου η ταραχή. Μόνον μίαν ημέραν, κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου, ενόμισα ότι ήλθε και της Τήνου η σειρά και ότι μας καλύπτουν εκ νέου αι μαύραι πτέρυγες του Ολέθρου. Αλλ' έζων ήδη εντός ανδρικωτέρας ατμοσφαίρας, το δε φρόνημά μου ενισχύετο διά του παραδείγματος των άλλων, και αντί να σκέπτωμαι περί φυγής ητοιμάσθην κ' εγώ εις αντίστασιν και εις πόλεμον.
Διότι η θάλασσα μεταξύ της Σύρου και Μυκόνου εκαλύφθη υπό πλοίων Τουρκικών, κρατουμένων επί ώρας εκεί υπό παντελούς νηνεμίας. Και είδομεν τας λέμβους ενός των πλοίων διευθυνομένας προς τα παράλια της Μυκόνου και ηκούσαμεν πυροβολισμούς, εν μέσω δε του καπνού διεκρίναμεν επιστρεφούσας προς το πλοίον τας λέμβους. Τα προοίμια ταύτα εφαίνοντο επαπειλούντα απόβασιν και προσβολήν εκ του στόλου. Ήρχισε λοιπόν κωδωνοκρουσία εις την Τήνον και συνέρρεον ωπλισμένοι οι κάτοικοι, έσυρα δε κ' εγώ μετά των λοιπών έν παλαιόν κανόνιον, το οποίον εστήσαμεν επί λόφου προέχοντος, του Πασά Ακρωτήρι λεγομένου. Αλλά σφαίρας δεν είχομεν και εκαίομεν πυρίτιδα μόνην, απειλούντες δήθεν ή προκαλούντες τους Τούρκους. Εγώ δε επί του λόφου, υπηρέτης του θαύματος, ακούων τους κενούς κανονοβολισμούς και βλέπων τα Τουρκικά πλοία, ενθυμούμην τας περιπετείας της εκ Χίου φυγής κ' επερίμενα μ' εσφιγμένην καρδίαν το αποβησόμενον.
Ευτυχώς δεν ετέθη εις μεγαλειτέραν δοκιμασίαν των Τηνίων η σταθερότης. Ο Πασάς δεν μας έλαβεν εις σημείωσιν, ουδέ τους Μυκονίους απεπειράθη να τιμωρήση, καίτοι φονεύσαντας πολλούς των εις τας λέμβους αποκρουσθέντων ναυτών, αλλ' ωφεληθείς του επιπνεύσαντος ανέμου, απεμακρύνθη των νήσων μας.
Έκτοτε δεν εταράχθημεν ουδαμώς, ηδυνάμεθα δε να λησμονήσωμεν ότι ευρισκόμεθα εντός του κύκλου του πολέμου, άνευ της συνεχούς αντηχήσεως των συμβάντων αυτού. Ότε προ πάντων εμάθομεν της Τουρκικής ναυαρχίδος την πυρπόλησιν και του εχθρικού στόλου την ήτταν, ενθουσιασμός άκρατος κατέλαβε πάντας ημάς τους πρόσφυγας, ιδόντας εις του Κανάρη το κατόρθωμα την εκδίκησιν της καταστροφής της Χίου. Και του Δράμαλη η κατατρόπωσις εις τα Δερβενάκια, και η λύσις της πρώτης του Μεσολογγίου πολιορκίας, και όλοι οι αλλεπάλληλοι θρίαμβοι των πρώτων της Επαναστάσεως ετών ανεπτέρουν τας ελπίδας και εστερέονον τας πεποιθήσεις μας. Δεν είχον εισέτι καταστραφή τα Ψαρά και η Κάσος, δεν είχεν αρχίσει διά της Κρήτης του Μεχμέτ Αλή η επέμβασις, δεν είχεν αλωθή το ηρωϊκόν Μεσολόγγιον, ουδ' είχον εισέτι αναφυή οι εμφύλιοι σπαραγμοί και αι ανόσιοι των Ελλήνων αλληλομαχίαι. Τα πράγματα εβάδιζον καλώς και χειρ Κυρίου εφαίνετο ευλογούσα την Ελλάδα, βλέποντες δε την Επανάστασιν προκόπτουσαν και ριζοβολούσαν, προοιωνιζόμεθα ταχύ και αίσιον το τέλος της.
Ήρχιζεν ήδη το τρίτον του αγώνος έτος κ' επρωτοήνθιζον της Τήνου αι αμυγδαλέαι. Εγώ δε απρακτών εστενοχωρούμην και, τρεφόμενος διά σκέψεων και σχεδίων, συνέλαβα την ιδέαν του να μεταβώ εις Χίον προς ανεύρεσιν των υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντων κειμηλίων. Ανεπόλουν τους λόγους του πατρός μου ότε εκαλύψαμεν τον λάκκον υπό την μηλέαν. Εκείνος απέθανε και ήμην ήδη εγώ της οικογενείας ο προστάτης και το στήριγμα, η δε ανάκτησις της παρακαταθήκης εκείνης ηδύνατο και την ταχείαν των αδελφών μου αποκατάστασιν να διευκολύνη και την εις Ευρώπην ίσως μετάβασίν μας.
Όσω εκυοφορείτο εις την κεφαλήν μου η ιδέα αύτη, τόσω ερριζόνετο της εκτελέσεώς της ο πόθος. Με κατεκυρίευσε του σχεδίου μου η μελέτη. Περί τούτου και μόνου εσκεπτόμην έξυπνος, ή κοιμώμενος ωνειρευόμην.
Είχον ήδη μεταβή εις Χίον κρυφίως συμπολίταί μου τινές, επανήλθον δε σώοι και αβλαβείς. Αι εκεί Αρχαί ελάμβανον εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να προσελκύωσι τους επιστρέφοντας των Χριστιανών και να μη τους ενοχλώσι. Ταύτα επληροφορούμην, η δε πείρα των επιστρεψάντων μ' ενεθάρρυνε. Διεκοίνωσα τον σκοπόν μου εις την μητέρα μου, ήτις επροσπάθησε παντοίοις τρόποις να με αποτρέψη, φοβουμένη μη κακοπάθω. Αλλ' η απόφασίς μου ήτο ακλόνητος. Έβλεπα τους κινδύνους, επειθόμην ότι ήτο παράτολμον το επιχείρημα, αλλ' ακατάσχετος τις ορμή με ώθει προς εκτέλεσίν του και δεν ήκουα τους λόγους της μητρός μου. Τη παρέδωκα την μικράν περιουσίαν μου, εζήτησα την ευχήν της και ανεχώρησα μετημφιεσμένος εις χωρικόν.
Το τρεχαντήριον επί του οποίου επεβιβάσθην έφερε φορτίον σίτου προς πώλησιν εις τους αποκέντρους της Χίου λιμένας, ο δε πλοίαρχός του, ο Καπετάν Κεφάλας, με υπεσχέθη να με αποβιβάση ασφαλώς. Ότε με είδεν επί του πλοίου του με το λευκόν εσώβρακον, και την χωρικήν γουνέλαν μου, και με τα δύο μικρά μου βαρέλια κοκκίνου χαβιαρίου, εγέλασεν ο καλός πλοίαρχος. Εγέλασα κ' εγώ, αλλά κατ' εκείνην την ώραν εσυλλογιζόμην περισσότερον την μητέρα μου ή την μηλέαν του κήπου μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Ο άνεμος ήτο νότιος το δε τρεχαντήριον επήδα ταχύ, διευθυνόμενον προς την Χίον. Αλλά καθ' όσον επροχώρουν της νυκτός αι ώραι, ηύξανε δυσαρέστως η ταχύτης του δρόμου του υπό την βίαν του σφοδρυνομένου ανέμου.
Οι έχοντες την πείραν του Αιγαίου γνωρίζουν πόσον ο νότος αποβαίνει οχληρός επ' αυτού. Πρώτην τότε φοράν κατελήφθην υπό της νόσου των θαλασσοπορούντων. Εξηπλωμένος επί της πρύμνης ησθανόμην υπ' εμέ το σκάφος υψούμενον και καταπίπτον και ήκουα τον άγριον ρόχθον της θαλάσσης πληττούσης τα πλευρά του, τον οργίλον συριγμόν των αφριζόντων κυμάτων, των σχοινιών τον γογγυσμόν, και του πηδαλίου το τρίξιμον. Είχα τους οφθαλμούς κλειστούς, αλλά δεν εκοιμήθην όλην την νύκτα. Τα μέλη μου ήσαν βαρέα, μου έλειπε δε και δύναμις και θέλησις να τα κινήσω. Πολλάκις εβράχην υπό των κυμάτων, αλλ' ούτε να μετατοπίσω ηδυνάμην, ούτε συνδρομήν να επικαλεσθώ.
Περί το μεσονύκτιον ήκουσα τον πλοίαρχον λέγοντα προς τον πηδαλιούχον, ότι εάν δυναμώση περισσότερον ο άνεμος, θα κάμη χύσιν. Να κάμη χύσιν! Εσυλλογίσθην τα δύο μου βαρέλια, τα οποία κείμενα επί του σίτου ήσαν τα προχειρότερα προς θυσίαν. Δι' αυτών εσκόπουν να περιπλανηθώ εις Χίον, ως πωλητής, μέχρις ου φθάσω εις τον Πύργον μας. Άνευ αυτών ανετρέπετο το σχέδιόν μου και κατεστρέφετο η ελπίς μου. Ήθελα ν' αποτείνω τον λόγον προς τον πλοίαρχον, να τον παρακαλέσω να μου φεισθή, τουλάχιστον να μη ρίψη και τα δύο εις την θάλασσαν, αλλ' ούτε να κινηθώ είχα την δύναμιν ούτε να λαλήσω. Το δε πλοίον υψούτο και κατέπιπτε βιαιότερον επί των κυμάτων και ήρχισε να με καταλαμβάνη ο φόβος μη δεν κίνδυνεύωσι τα βαρέλια μου μόνα.
Ευτυχώς οι φόβοι μου απεδείχθησαν μάταιοι. Το πλοίον ήτο καλόν, ο δε Καπετάν Κεφάλας εγνώριζε την τέχνην του. Την αυγήν ελλιμενιζόμεθα εντός ορμίσκου ασφαλούς και ησύχου, κατά τα μεσημβρινώτερα της Χίου παράλια.
Η περί τον όρμον παραλία ήτο καλλιεργημένη αλλ' ακατοίκητος, επί των υψωμάτων όμως, εις ικανήν από της θαλάσσης απόστασιν, εν μέσω λόφων χλοερών, ο ήλιος ηκτινοβόλει επί των λευκών οικιών τριών ή τεσσάρων μικρών χωρίων. Παρά δε τον αιγιαλόν ήτο ηγκυροβολημένον άλλο πλοιάριον, και παρ' αυτό εβλέπομεν επί της ακτής περιμένοντας χωρικούς τινας με τα ζώα των.
Γλυκύ αίσθημα και ισχυρόν η αγάπη της πατρίδος ! Ότε από του τρεχαντηριού είδα περί εμέ καταπράσινον την φύσιν, και τ' απέχοντα χωρία, και την επί της άμμου μικράν συνάθροισιν, η καρδία μου ηυφράνθη. Επανέβλεπα την Χίον, οι δε χωρικοί εκείνοι ήσαν συμπατριώται μου ! Το μικρόν παρά την ακτήν πλοίον έδιδε ζωήν εις την προ των οφθαλμών μου εικόνα και το παρετήρουν μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως, σκεπτόμενος ότι δεν ήσαν τα πάντα καταστροφή και ερήμωσις εις την νήσον μας.
Αλλ' εντός ολίγου τα αισθήματά μου μετεβλήθησαν, και ηυχήθην να μη ευρίσκετο εντός του λιμένος το πλοίον εκείνο! Ήρχετο εκ Ψαρών με φορτίον σίτου προς πώλησιν, η δε σύγχρονος του τρεχαντηρίου μας άφιξις επροκάλεσε ρήξιν φοβεράν. Οι Ψαριανοί δεν είχον την ελαχίστην διάθεσιν να υποβληθώσιν εις ειρηνικόν συναγωνισμόν πωλήσεως, αλλ' ήθελον δι' απειλών να πείσωσι τον πλοίαρχόν μας ν' αποπλεύση εκ της αυτοσχεδιασθείσης εκείνης αγοράς, όπου είχον των πρωτείων τα δικαιώματα.

Ο Κεφάλας αφ' ετέρου δεν επείθετο, αλλ' επέμεινε διεκδικών τας αρχάς του ελευθέρου εμπορίου. Από λόγων η έρις εκινδύνευε ν' απολήξη εις έργα. Εσείοντο γρόνθοι και ανεσύροντο μάχαιραι. Δεν γνωρίζω οποίον τέλος έλαβεν η υπόθεσις, διότι, ενώ εισέτι διήρκει η διαμάχη, εγώ αποβιβασθείς ησύχως με τα δυο μου βαρέλια, εσυμφώνησα μεθ ' ενός των παρισταμένων χωρικών να φορτώση την πραγματείαν μου επί του όνου του, και ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς το χωρίον του.
Ο αγωγιάτης μου, εικοσαετής περίπου χωρικός, ρωμαλέος, καλόκαρδος και ευτράπελος, δεν εβράδυνε να προκαλέση και να ελκύση την εμπιστοσύνην μου. Πριν έτι προφθάσωμεν εις της οδοιπορίας μας το τέρμα εγνώριζα τα καθέκαστα του ταπεινού βίου του, τω εξεμυστηρεύθην δε κ' εγώ το όνομα και την καταγωγήν μου, αλλ' όχι και τον κύριον της επανόδου μου σκοπόν. Τον εξώρκισα να μη φανερώση εις κανένα ότι είμαι Χίος εκ του Κάστρου. Μου το υπεσχέθη και ετήρησε την υπόσχεσίν του, καθ' όλην δε την διάρκειαν της επί της νήσου διατριβής μου μ' επροστάτευσε και μου εχρησίμευσεν ως φίλος αληθής. Νέα αύτη προσθήκη εις τον αριθμόν των αγαθών ψυχών, των οποίων η παρήγορος συμπάθεια μ' ελέησε, ενόσω διηρχόμην την μακράν του κλαύθμωνος κοιλάδα.
Ότε επλησιάσαμεν εις το χωρίον του, ο καλός Παντελής απέθεσε τα βαρέλιά μου εντός πατητηρίου ηρειπωμένου, εις την άκραν αμπελώνος παρά τον δρόμον, και με παρήγγειλε να τον περιμένω εκεί, διά να υπάγη πρώτος εκείνος με το ζώον του και εξετάση μη ευρίσκωνται Τούρκοι εις το χωρίον. Εκάθησα επί κορμού ελαίας εις του τοίχου την σκιάν και επερίμενα βλέπων την στροφήν του δρόμου, όθεν ήλπιζα να προβάλη εντός ολίγου ο Παντελής επιστρέφων.
Ήτο ησυχία περί εμέ άκρα και μόνοι οι τέττιγες, ενθουσιώντες υπό τας ακτίνας του ηλίου, διέκοπτον της εξοχής την σιωπήν. Αίφνης γέλωτες παιδικοί αντήχησαν πλησίον μου. Έστρεψα την κεφαλήν και είδα τέσσαρας μικρούς χωρικούς στηλόνοντας επ' εμού περίεργα βλέμματα, αλλ' άμα οι οφθαλμοί μας απηντήθησαν, έφυγον δρομαίως όπισθεν του πατητηρίου. Μετ' ολίγα λεπτά νέος ορμαθός παιδίων παρουσιάζεται όπισθέν μου. Με το δάκτυλον εις το στόμα με παρετήρησαν έκθαμβα επί τινας στιγμάς, και στρέψαντα τα νώτα απεμακρύνθησαν τρέχοντα. Κατόπιν αυτών ήλθον άλλα. Ήρχισε να με ανησυχή η εξέτασις εις την οποίαν η νέα γενεά του χωρίου με υπέβαλλεν, η δ' ανησυχία μου ετρέπετο εις ανυπομονησίαν διά την μακράν του Παντελή απουσίαν, και η βραδύτης του ηύξανε τας υποψίας μου. Επί τέλους τον είδα επιστρέφοντα, αλλ' αντί όνου τον ηκολούθει έτερος χωρικός.
― Δεν έχει Τούρκους. Έλα μαζή μας, Λουτσή.
Άνευ πλειοτέρων επεξηγήσεων επήρεν έκαστος των χωρικών έν βαρέλιον επί του ώμου του, και εισήλθομεν οι τρεις ομού εις το χωρίον. Εις το μέσον αυτού, εντός μικράς πλατείας, εύρομεν πλήθος χωρικών, οίτινες επερικύκλωσαν τους δύο οδηγούς μου, και ήρχισε χαμηλή τη φωνή μεταξύ των συζήτησις, ήτις έλαβε διά μιας διαστάσεις ζωηράς λογομαχίας.
Ο Παντελής και ο φίλος του απέθεσαν κατά γης τα βαρέλια, όπως δώσωσι μεγαλειτέραν ελευθερίαν εις την γλώσσαν και τας χειρονομίας των, τοσαύτη δ' ήτο η ταχύτης μετά της οποίας όλοι συγχρόνως ελάλουν, τοσαύτη η χασμωδία, ώστε δεν ηδυνάμην να εννοήσω περί τίνος πρόκειται, καίτοι συμπεραίνων ότι ο λόγος ήτο περί εμού.
Επί τέλους επήλθε συνεννόησις ή συμβιβασμός, ανυψώθησαν εκ νέου τα βαρέλια επί των ώμων των δύο προστατών μου, και διεσχίσαμεν την εν τη πλατεία συνάθροισιν διευθυνόμενοι προς του Παντελή την κατοικίαν.
― Δεν μου λέγεις τι τρέχει; τον ηρώτησα, ότε απεμακρύνθημεν του κυκεώνος εκείνου.
― Δεν είναι τίποτε, Λουτσή, θα τα διορθώσωμεν!
Η απάντησις ήτο λακωνική, αλλ' είχε τι το καθησυχαστικόν ο τόνος του χωρικού και ο τρόπος δι' ού επρόφερε το όνομά μου μετά της φωνητικής του Κάππα αλλοιώσεως. Δεν εζήτησα πλειοτέρας εξηγήσεις, αλλά τα πάντα με έδιδον να εννοήσω ότι επλανάτο εισέτι ο φόβος των Τούρκων εις την ατμοσφαίραν της Χίου.
Ο Παντελής ήτο νεόνυμφος, κατείχε δε μετά μόνης της συζύγου του την μικράν καλύβην, όπου με επρόσφερε φιλοξενίαν, αλλά μετ' αλαζονικού μειδιάματος μου υπέδειξεν ότι επέπρωτο ν' αυξήση προσεχώς της οικογενείας του ο αριθμός. Η προσδοκία της τοιαύτης αυξήσεως ουδαμώς ηλάττονε την δραστηριότητα της συζύγου του, της καλής Παρασκευής, η οποία μας ητοίμασεν εντός ολίγου δείπνον συνιστάμενον από χλωρά κουκκία μαγειρευμένα μ' ελαιόλαδον, και από χαβιάρι το οποίον κατέβαλα εγώ, εγκαινιάσας ούτω των βαρελιών μου το άνοιγμα. Συνεκάθησε και ο φίλος του Παντελή και εφάγαμεν οι τέσσαρες ως βασιλείς.
Μόλις είχομεν απογευθή, ότε η θύρα εκρούσθη.
― Οι δημογέροντες θα είναι! λέγει ο Παντελής.
Ήσαν τω όντι του χωρίου οι δημογέροντες. Εισήλθον κρατούντες χονδράς ράβδους αξέστους, μας εκαλησπέρισαν, εκάθησαν επί των σκαμνιών τα οποία επρόσφερεν η πρόθυμος Παρασκευή, εκαθήσαμεν και ημείς και εμένομεν όλοι σιωπώντες. Επερίμενα ανυπομόνως ν' αρχίση η ομιλία, όπως εννοήσω τι θέλουν, αλλ' ουδείς ελάλει, αι δε περί εμέ φυσιογνωμίαι δεν εξέφραζον ευαρέσκειαν. Επί τέλους ο πρεσβύτερος, των δημογερόντων έλυσε την σιωπήν.
― Τι είναι τούτος που μας έφερες εδώ, Παντελή; Φωτιά 'βαλες 'ς το κεφάλι μας! Καλλίτερα να χαθή τούτος παρά όλοι μας εδώ !
Οι λόγοι του γέροντος με κατεθορύβησαν, αλλ' ο Παντελής έλαβε τον λόγον ενθέρμως υπερασπιζόμενος με, είπεν ότι είμαι πτωχός νέος από την Ικαρίαν ερχόμενος, ότι θα πωλήσω την πραγματείαν μου και θ' αναχωρήσω χωρίς να βλάψω κανένα, ότι οι Τούρκοι δεν θα με λάβωσιν εις σημείωσιν, και άλλα πολλά αλλεπαλλήλως εκσφενδονιζόμενα από την εύστροφον γλώσσαν του. Οι δημογέροντες τον ήκουον κινούντες την κεφαλήν ως μη πειθόμενοι, ουδ' απεκρίθησαν αφού έπαυσε λαλών, αλλ' ανεχώρησαν εν σιωπή με το πρόσωπον σκυθρωπόν και ανήσυχον το βλέμμα.
Τοσούτος με κατέλαβε φόβος ότι θα με παραδώσωσιν εις τους Τούρκους, ώστε συνέλαβα σχεδόν την απόφασιν ν' αφήσω εκεί τα βαρέλια μου και, παραιτούμενος του σκοπού όστις μ' έφερεν εις Χίον, να καταβώ διά νυκτός εις τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το τρεχαντήριον και να φύγω. Αλλ' ο Παντελής με καθησύχασε.
― θα τα διορθώσωμεν, έλεγε. Κοιμήσου απόψε και αύριον βλέπομεν.
Τον ηρώτησα εάν νομίζη καλόν να προσφέρω ανά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εις τους δημογέροντας.
― Χάρισμα ; ηρώτησε μετά θάμβους ο Παντελής.
― Χάρισμα, απεκρίθην.
― Τότε μη φοβάσαι, Λουτσή. Ιδικούς σου τους έχεις.
Και εξέθεσε διά μακρών τα πολιτικά του χωρίου. Η ουσία της μακράς του διηγήσεως ήτο, ότι υπήρχον εις το χωρίον δύο φατρίαι αντιμαχόμεναι, αι οποίαι υπερίσχυον, εναλλάξ εξευμενιζόμεναι τους Τούρκους, ώστε η μεν εφοβείτο διαρκώς την δε, και ότι ο Παντελής δεν ανήκεν εις την μερίδα των δημογερόντων οίτινες μας επεσκέφθησαν, αλλ' ότι αι γλώσσαι του χαβιαρίου θα θαυματουργήσωσιν.
Οι λόγοι του Παντελή μου έδωκαν θάρρος, αλλά μου έφερον και ύπνον συγχρόνως. Ήμην απηυδημένος εκ του ταξειδίου. Έπεσα λοιπόν κατά γης επί τριχίνου σάκκου και εντός ολίγου απεκοιμήθην.
Την πρωίαν ανέτελλε μόλις ο ήλιος, ότε οι δημογέροντες έκρουσαν εκ νέου την θύραν και εισήλθον εις την καλύβην, σιωπηλοί και κατηφείς ως χθες. Τους είχα προλάβει εξυπνήσας ενωρίς, και ήσαν ήδη έτοιμοι αι γλώσσαι του χαβιαρίου εντός λαχανοφύλλων τυλιγμέναι. Η προσφορά μου τους υπερηυχαρίστησε και μετεβλήθη διά μιας το προς εμέ ύφος των. Με περιεκύκλωσαν μειδιώντες και θωπεύοντες προστατευτικώς πως τους ώμους μου.
― Μη φοβάσαι, Λουτσή. Είσαι ιδικός μας άνθρωπος. Ημείς χανόμεθα, και όχι συ.
Με κατέλαβε αγανάκτησις και αηδία, μολονότι με είχε προαναγγείλει ο Παντελής της δωρεάς μου τ' αποτελέσματα. Χθες ηπείλουν να με θυσιάσωσι και σήμερον διά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εθυσιάζοντο αυτοί δι' εμέ ! Αλλ' υπέκρυψα τα αισθήματά μου και εκφράσας την ευγνωμοσύνην μου εζήτησα την άδειαν να πωλήσω. Η άδεια μου εδόθη και κατασκευάσας εκ του προχείρου πλάστιγγα έστησα τα βαρέλια μου εις την πλατείαν του χωρίου.
Την επιούσαν οι δημογέροντες με διέταξαν να τους συνοδεύσω εις Καταρράκτην, χωρίον ολίγας ώρας απέχον του ιδικού των, όπου ήδρευε Τούρκος Αγάς. Έχοντες να μεταβώσιν εκεί δι' άλλας υποθέσεις των, έκριναν φρόνιμον να με συμπεριλάβωσιν, όπως επικυρωθή η άδεια διαμονής μου και προληφθή ούτω πάσα ενδεχομένη καταγγελία της εναντίας φατρίας.
Το μέτρον των τούτο εσυμβιβάζετο με τα σχέδια μου, διότι ο σκοπός μου ήτο να προχωρήσω προς τον Πύργον μας. Οι δημογέροντες υπεσχέθησαν να ζητήσωσι δι' εμέ από τον Αγάν άδειαν να περιέλθω τα χωρία ως πωλητής, ο δε Παντελής προθύμως εδέχθη να με συνακολουθήση, άμα επιστρέψω φέρων την άδειαν. Εξεκινήσαμεν λοιπόν, οι μεν δημογέροντες επί των όνων των, εγώ δε πεζός, και εφθάσαμεν εις Καταρράκτην ενώπιον της κατοικίας του Αγά, όπου εκείνοι ανέβησαν αφήσαντες εμέ κάτω φύλακα των ζώων των.
Ενώ επερίμενα κρατών τους όνους, βλέπω πλησιάζοντα Τούρκον ωπλισμένον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είχα ίδει εκ του πλησίον Τούρκον, αφ' ης ημέρας εγκαταλείψαμε την εν Χίω οικίαν μας, ούτε μακρόθεν, ύστερον από τους τέσσαρας εκείνους των οποίων οι τουφεκισμοί συνόδευαν την εκ της νήσου φυγήν μας. Η θέα του πλησιάζοντος οπλοφόρου ανακάλεσε διά μιας εις την μνήμην μου την μακράν αγωνίαν του διωγμού, και την εν Σμύρνη ζωήν, και της Ανδριάνας τον θάνατον. Μου ήλθον όλα συγχρόνως εις τον νουν, καθώς εις πνιγόμενου την μνήμην συσφίγγονται αλλεπάλληλοι αι συσσωρευμένε της ζωής του αναμνήσεις. Μ' κυρίευση διπλούν αίσθημα μίσους και φόβου, και έβλεπα ακίνητος τον άγριον εκείνον Τούρκον ερχόμενον προς εμέ. Μου απηύθυνεν αποτόμως ερώτησιν, την οποίαν δεν ενόησα, και δεν απεκρίθην. Εκτόξευσε βλέμμα οργίλον και ύβριν αισχράν και εισήλθεν εντός της οικίας. Δεν επανείδα ευτυχώς την απεχθή μορφήν του !
Αλλ' η ώρα παρήρχετο και ανυπομόνουν περιμένων τους δημογέροντας. Επί τέλους κατέβησαν, αλλά δεν ήσαν μόνοι. Τους συνώδευον είς Τούρκος, είς ιερεύς και χωρικός τις νέος. Τους είχομεν συνοδοιπόρους και τους τρεις εις την επιστροφήν μας. Ο ιερεύς και ο Τούρκος επρομηθεύθησαν ζώα εντός του χωρίου, ο δε νέος χωρικός κ' εγώ εβαδίζομεν πεζοί.
Ήθελα να ερωτήσω τι απέγεινε περί εμού και διατί ηύξησεν η συνοδία μας, αλλ' η παρουσία του Τούρκου έφραττε την γλώσσαν μου. Ωνομάζετο ούτος Μουλά Μουσταφάς, ήτο δ' εκ Κρήτης και ελάλει Ελληνιστί, αλλά πολλά δεν έλεγε, μη θέλων, Τούρκος αυτός, να δώση θάρρος εις τους λοιπούς, οίτινες τον ηκολούθουν κατά σειράν, επί του όνου του έκαστος.
Εγώ, κατά διαταγήν των δημογερόντων, εβάδιζα, δίκην υπηρέτου, παρά τον όνον του. Άπαξ μόνον μου απηύθυνεν ο Μουλάς τον λόγον. Παρά τον δρόμον παρετήρησε τάφρον πλήρη ανθέων αγρίων και με διέταξε να του κόψω έν εξ αυτών, δακτυλοδεικτών και λέγων την Τουρκικήν ονομασίαν του. Μη εννοήσας ακριβώς οποίον το ζητούμενον, έκοψα διάφορα εκ της τάφρου άνθη και τρέξας, όπως προφθάσω την προχωρήσασαν συνοδίαν, προσέφερα ταπεινώς την ανθοδέσμην μου. Ατυχώς δεν περιείχεν αύτη το ελκύσαν του Μουλά την προσοχήν.
― Δεν είναι εκείνο όπου σου είπα, μωρέ. Από που έρχεσαι;
― Από την Ικαρίαν.
― Διά τούτο είσαι κουτός. Δεν είσαι Χιώτης.
Ο κολακευτικός διά την πατρίδα μου υπαινιγμός μ' επαρηγόρησε διά την περί του ατόμου μου ιδέαν του Τούρκου, αλλά προ πάντων με ηυχαρίστησεν η απροσδόκητος ημερότης του ήθους του.
Αφού εφθάσαμεν εις το χωρίον έμαθα διά τι ήλθε μεθ' ημών ο Μουλάς. Ήθελε διά της βίας να νυμφεύση τον νέον όστις μας συνώδευε μετά χωρικής, της οποίας είχεν ως φαίνεται λόγους ο Μουλά Μουσταφάς ν' αναλάβη την προστασίαν. Ο νέος αρνούμενος εφυλακίσθη, και ηθέλησαν οι δημογέροντες να επέμβωσιν, αλλ' ο Αγάς απεφάνθη υπέρ του συνοικεσίου, και ήρχετο ο Μουλάς μετά του δυστυχούς γαμβρού και του ιερέως προς τέλεσιν του γάμου. Κυβέρνησις πατρική, μα την αλήθειαν! Αλλ' όπως δήποτε το πράγμα ενέφαινε πρόοδον. Ούτε η μάχαιρα έλυσε το ζήτημα, ούτε εκλείσθη εις χαρέμιον η νέα. Ήτο αγαθός άνθρωπος ο Μουλάς. Τα του Καίσαρος Καίσαρι!
Περί εμού εν τούτοις τι απεφασίσθη; Επληροφορήθην ότι οφείλω να μεταβώ εις θολόν Ποτάμι προς απόκτησιν της ζητουμένης αδείας. Εκεί ήτο η έδρα του μεγάλου Αγά, είχον δε να μεταβώσι προς επίσκεψίν του μετά δύο ημέρας οι δημογέροντες.
Μετά δύο λοιπόν ημέρας εξεστρατεύσαμεν εκ νέου. Την φοράν ταύτην η συνοδία ήτο μεγαλειτέρα, διότι οι δημογέροντες έφερον φόρτωμα οίνου, δώρον εις τον Αγάν, εγώ δε είχα σύντροφον και συνοδοιπόρον τον καλόν Παντελήν, σύροντα όπισθεν του τον όνον του φορτωμένον με το έν των βαρελιών μου. Το άλλο, το οποίον είχεν ήδη κατά το ήμισυ κενωθή, έμεινεν εις το χωρίον, ως παρακαταθήκη, υπό την φύλαξιν της Παρασκευής.
Μετά πέντε περίπου ωρών οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις θολόν Ποτάμι, αλλ' ο προβλεπτικός Παντελής δεν ενέκρινε να φέρωμεν το χαβιάρι υπό τους οφθαλμούς και την ρίνα του Αγά ή των περί αυτόν Τούρκων, και έμεινε με το ζώον του έξω του χωρίου, εις εξοχικήν καλύβην χωρικού γνωστού του, όπου εσυμφωνήσαμεν να με περιμείνη. Εγώ δε ακολουθών τους δημογέροντας εισήλθα εντός της κωμοπόλεως.
Φρίκη με κατέλαβεν άμα εισεχώρησα εις τας στενάς οδούς της, και είδα τα σημεία της εκείθεν διαβάσεως των Τούρκων. Πρώτην τότε φοράν έβλεπα της καταστροφής τ' αποτελέσματα. Έως τότε έφευγα προ αυτής και ησθανόμην όπισθεν μου ενσκήπτουσαν την θύελλαν, αλλά δεν είχα εισέτι ακολουθήσει τα ίχνη της.
Έτος σχεδόν είχε παρέλθει αφ' ότου επάτησαν το θολόν Ποτάμι οι Τούρκοι, αλλ' εφαίνετο νωπός έτι ο όλεθρος. Από τας θύρας και τα παράθυρα των πλείστων οικιών έλειπον ή εκρέμαντο ημίθραυστα τα φύλλα, πολλαχού δε εις τους τοίχους έμενε των σφαιρών η σφραγίς ή της πυρκαϊάς το απαίσιον μελάνωμα. Υπό ένα κατεστραμμένον εξώστην έβαφε τον λευκόν εισέτι τοίχον η ροή χυθέντων αιμάτων. Τις οίδεν οποία σκηνή διωγμού και σφαγής ετελέσθη επί του εξώστου εκείνου!
Μεταξύ των ηρειπωμένων ή κενών οικιών ήσαν καί τινες, των οποίων οι εναπομείναντες κάτοικοι επροσπάθησαν να επισκευάσωσι τας ζημίας, αλλ' η όλη του χωρίου άποψις εμαρτύρει τρανώς οποίος θρήνος εγένετο εντός αυτού, και ήτο εξήγησις ικανή του ενώπιον των Τούρκων δέους των πτωχών δημογερόντων μου. Το ιδικόν των χωρίον είχε διαμείνει μέχρι τούδε σώον, αλλά πώς ηδύναντο οι δυστυχείς να είναι και περί του μέλλοντος ήσυχοι; Μη το θολόν Ποτάμι δεν είχε διαφύγει επίσης την πρώτην των Τούρκων προσβολήν; Ότε προ δύο ετών είχον επιπέσει κατά της νήσου και την εξωλόθρευσαν όλην, ηλέησαν ή ελησμόνησαν την μεσημβρινήν ταύτην άκραν της, οι δε χωρικοί ενόμισαν ότι ο κίνδυνος παρήλθε πλέον, ότι εκορέσθησαν οι σφαγείς αρκούντως και ότι η νήσος επλήρωσεν ήδη ικανώς τον φόρον του αίματος. Αλλ' ηπατώντο οικτρώς. Ότε του Κανάρη το πυρ εξεδίκησε τα πρώτα της Χίου δεινά, και αντεβόησε καθ' όλον το πέλαγος ο κρότος της αναφλεχθείσης ναυαρχίδος, η δε θάλασσα εκαλύφθη υπό πτωμάτων και ο Καπετάν Πασάς εξεψύχησεν ημίκαυστος επί της ακτής, εξεμάνησαν εκ νέου οι Τούρκοι και εξεστράτευσαν παμπληθείς κατά των αόπλων Μαστιχοχωριτών, βάψαντες και πάλιν μέχρι της λαβής εις αίμα αθώον τα ξίφη των.
Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ' έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην.
Μετ' ολίγον μ' έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο Αγάς. Αριστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι, σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί.
Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε διά του διερμηνέως πόθεν έρχομαι;

― Από την Ικαρίαν.
― Πώς ήλθον;
― Με πλοιάριον.
― Πότε;
― Προ τεσσάρων ημερών.
― Τι θέλω;
― Άδειαν να πουλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου.
Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείρα επί του στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος.
― Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα είναι κατάσκοπος.
Και δεικνύει διά της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα. Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδεσις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των ηδύνατο να με προδώση, αλλ' ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος.
― Βάλετε τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς.
Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού.
Ταύτα πάντα έγειναν διά μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι.
Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος εκεί. Δυο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα των. Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ' ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του.
Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ' έγκλημά των ήτο η πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, διά τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την επλήρονεν όπως και όποτε ήθελεν.
Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην, και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν του. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ' έκλαιε σιωπηλώς· έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού του την χείρα, διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, διά να αποτείνη προς εκείνον λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας.
Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου.
Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του, ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ' εφυλάκισαν ανεξετάστως ως κατάσκοπον, ηδύναντο επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι' αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον;
Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ' ολίγον δε ο Αράπης ελθών μ' εξήγαγε της φυλακής και μ' έφερεν εις σκιάδα εντός του κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας, εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφάν, η δε θέα του μου έδωκε θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν συνοδοιπορίαν μας.
Ήρχισαν εκ νέου να μ' εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω; Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν.
― Αγά μου, δεν με είδες. . .
Ο Μουλάς έστρεψεν απ' εμού το πρόσωπον, και ενόησα ότι δεν θέλει να με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν' αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν περί εμού συνέλαβε της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ' ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε το περί του άνθους πρόσταγμά του.
― Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτυμόνας του. Δεν είναι διά κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός ο δυστυχής!
Και εξηκολούθησε ταπεινότερα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, αλλά δεν ήκουα τι έλεγον.
Ο Αράπης μ' έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την φυλακήν.
Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, αναγνώστα μου.
Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν επέστρεψαν, έμεινα δ' εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν' απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του.
Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά. Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμενεν ελπίς, η υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τας χείρας εσταυρωμένας επί του στήθους.
― Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ' επί όρω να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες.
Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα βήματά τινα. Αλλ' εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλιά μου και τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις Τήνον επιστροφής.
― Τι χάσκει εκεί; ηρώτησεν ο Αγάς.
― Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει να υπάγω να το πάρω.
Δεν ενόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν, ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου.
― Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να υπάγης προς την χώραν.
Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ 'επερίμενεν ο Αράπης, προτείνων αγερώχως την παλάμην.
― Τα χαψιάτικα, είπεν !
Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας. Αλλ' οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοι μου δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο Αράπης, ή μ' ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα μου την κατεβίβασε ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος αποχαιρετισμού, και ανεχώρησεν.
Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και εβάδισα κατ' ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ' η πύλη ήτο κλειστή και ουδείς παρ' αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να υπάγω κ' εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν διά την λύτρωσίν μου, αλλ' υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το θολόν ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής υπεσχέθη να με περιμείνη. Αλλά δυο ημερόνυκτα παρήλθον έκτοτε. Περιμένει αρά γε εισέτι;
Η καλύβη ήτο κλειστή. Έκρουσα την θύραν, έκραξα: Παντελή, Παντελή ! αλλ' ουδείς απεκρίθη.
Όπισθεν της καλύβης ήτο ο σταύλος. Ήνοιξα τον μάνδαλον και εισήλθα εντός αυτού και είδα, ώ χαρά μου! είδα τον όνον του Παντελή ησύχως εκεί περιμένοντα. Μη γελάσης, αναγνώστα. Τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα ! Ενόησα ότι ο ευλαβής κύριος του εκκλησιάζεται. Δεν με παρήτησεν ,ο αγαθός Παντελής ! Μετ' ου πολύ τον είδα επιστρέφοντα. Δεν περιγράφω την αμοιβαίαν της συναντήσεως μας αγαλλίασιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Δεν εβραδύναμεν να ορίσωμεν μετά του Παντελή το δρομολόγιόν μας και ν' αρχίσωμεν την οδοιπορίαν μας. Διευθυνόμενοι προς βορράν μετεβαίνομεν από χωρίον εις χωρίον, η δε πώλησις του χαβιαρίου έβαινε κατ' ευχήν, και ηύξανον βαθμηδόν τα περιεχόμενα του σακκουλίου μου.
Ότε επί τέλους ανέβημεν εις τα περικλείοντα τον Κάμπον υψώματα και είδα μακρόθεν την πόλιν, εις δε τας υπωρείας των άντικρυ βουνών επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω το σημείον όπου έκειτο ο Πύργος μας, ησθάνθην την καρδίαν μου συστελλομένην εντός του στήθους και τα γόνατά μου τρέμοντα. Εκάθησα επί των βράχων και έβλεπα την χλοεράν υπό τους πόδας μου έκτασιν υπό του πρωινού ηλίου φωτιζομένην, αναμέσον δε των δένδρων διέκρινα τας ποικιλλούσας την πεδιάδα κατοικίας, από τας εστίας των οποίων καπνός δεν ανήρχετο.
Δεξιόθεν, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν, έκειτο η μονή του Αγίου Μηνά. Δεν εφαίνετο εκ του σημείου όπου ήμεθα, αλλ' ούτε ηθέλησα να επισκεφθώ τα ερείπιά της. Δεν επεζήτουν νέας επί της Χίου συγκινήσεις, επεθύμουν μόνον να εκτελέσω τον σκοπόν μου και να φύγω όσον τάχιον. Δεν ήθελα να βλέπω την καταστροφήν της πατρίδος μου, ούτε Τούρκους να βλέπω ήθελα.
Ο Παντελής εκάθητο πλησίον μου τρώγων το λιτόν πρόγευμά του, ο δε όνος του παρέκει κατεγίνετο εις εύρεσιν τροφής μεταξύ των ολίγων επί της πετρώδους κορυφής θάμνων. Η όρεξις των δύο συντρόφων μου ήνοιξε και την ιδικήν μου, ο δε άρτος και αι ελαίαι του Παντελή και η έμφυτος φαιδρότης της απλοϊκής ψυχής του εστερέωσαν το επί στιγμήν κλονισθέν φρόνημά μου.
Εντός ολίγου η συνοδία μας ετέθη εκ νέου εις κίνησιν.
Το χωρίον Νεοχώρι, όπου καταβάντες το βουνόν εσταθμεύσαμεν, περιέσωζεν έτι και αυτό, καθώς το θολόν Ποτάμι, άφθονα σημεία μαρτυρούντα ότι διέβησαν οι Τούρκοι εκείθεν. Αλλ' ήσαν πλειότεραι σχετικώς εις αυτό αι επισκευασθείσαι οικίαι, η δ' ερήμωσις εφαίνετο εκ πρώτης όψεως ολιγωτέρα. Το καφενείον όπου εκαθήσαμεν προς αναψυχήν ήτο πλήρες ανθρώπων. Ούτε Αγάς υπήρχεν εις το χωρίον, ούτε φρουρά, ώστε οι χωρικοί έζων κάπως ανετώτερον, προσπαθούντες εν τη ησυχία της σήμερον να λησμονήσωσι τα βάσανα της χθες και τους ενδεχομένους της αύριον κινδύνους.
Η πρόθεσίς μου ήτο να διατρίψωμεν δύο ή τρεις ημέρας εις Νεοχώρι, όπως εκεί ωριμάσω τα σχέδιά μου, αλλ' έμαθα εις το καφενείον είδησιν, η οποία ήλλαξε την απόφασίν μου. Έμαθα από των χωρικών τας ομιλίας, ότι μοίρα του Τουρκικού στόλου έφθασεν εις Τσεσμέν και ότι επεριμένοντο εντός ολίγων ημερών άλλα εκ Κωνσταντινουπόλεως πλοία, όπως όλα συνηνωμένα εκπλεύσωσι κατά των Ελλήνων. Ώστε έπρεπε να επισπεύσω την αναχώρησίν μου. Οι Τούρκοι ήσαν επί της θαλάσσης οποίοι και επί της ξηράς, αλλοίμονον δε εις τ' άοπλα πλοιάρια, άτινα έπιπτον εις χείρας των, και εις τους δυστυχείς επιβάτας των ! Δι' αυτών επληρόνοντο αι επιτυχίαι του Μιαούλη και του Κανάρη, ταύτα ήσαν τ' απατηλά τρόπαια διά των οποίων εκάλυπτον οι Τούρκοι ναύαρχοι την καταισχύνην των.
Αλλ' εγώ δεν είχα την ελαχίστην διάθεσιν ν' αποτελέσω τοιούτου τροπαίου μέρος, ούτε να προμηθεύσω το πτώμα μου ως στολισμόν εις τας κεραίας Τουρκικής ναυαρχίδος, και ήθελα διά παντός τρόπου να επιστρέψω εις Τήνον, προλαμβάνων του εχθρικού στόλου την αναχώρησιν.
Έκραξα τον Παντελήν και εξήλθομεν του καφενείου. Ο όνος δεμένος έξωθεν αυτού, επερίμενε φέρων εις την ράχιν του το βαρέλιόν μου.
― Παντελή, μείνε συ εδώ να πωλήσης χαβιάρι και περίμενέ με. Εγώ θα φύγω.
― Πού πηγαίνεις ;
― Πηγαίνω να ιδώ τον Πύργον μας. Αύριον την αυγήν επιστρέφω.
Επροσπάθησεν ο Παντελής να με μεταπείση, ηθέλησε να με συνοδεύση, μου ενθύμισε την εις Θολόν Ποτάμι φυλάκισίν μου, αλλά δεν ήκουα. Εσυμφωνήσαμεν πού εντός του χωρίου θα τον εύρω την επαύριον, ηγόρασα αξίνην διά να φαίνωμαι ως εργάτης πηγαίνων δι' ημερομίσθιον, και τον απεχαιρέτησα.
Ήτο ανήσυχος και πλήρης φόβων εκείνος, αλλ' εγώ ησθανόμην την καρδίαν μου ελαφράν. Είχα προαίσθημα ότι θα επιτύχω.
Εβάδιζα προς την έξοδον του χωρίου με την αξίνην επί του ώμου, ότε εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής είδα ιστάμενον άνθρωπον ενδεδυμένον κατά το ήμισυ ευρωπαϊστί και καπνίζοντα. Τον ανεγνώρισα μακρόθεν ! Ήτο ο Ζενάκης, ο γέρων του πατρός μου φίλος. Αι τρίχες του ήσαν λευκότεραι ή προ δυο ετών, το δε πρόσωπόν του ειπέρποτε κατηφές.

Η παρουσία του εις Νεοχώρι μ' εξέπληξε κατά πρώτον, αλλ' ενθυμήθην αμέσως ότι είχε κτήματα εκεί. Διέβην ενώπιον του και επροχώρησα χωρίς να με αναγνωρίση. Που να γνωρίση υπό την χωρικήν ενδυμασίαν μου του φίλου του τον υιόν !
Ενώ διέβαινα έμπροσθέν του εδίστασα, να γνωρισθώ ή όχι; Καλλίτερον όχι, και επροχώρησα. Αλλά μετ' ολίγα βήματα μετενόησα. Μου ήλθε διά μιας εις την μνήμην ολόκληρος η περίοδος της εν Χίω διαβιώσεώς μας, και η ανά πάσαν εσπέραν περιμενομένη επίσκεψίς του, ενθυμήθην τον πατέρα μου και ηθέλησα να θλίψω την χείρα του γέροντος και να του είπω ότι ο φίλος του απέθανεν. Επέστρεψα προς αυτόν και εστάθην ενώπιόν του. Διέκοψε το κάπνισμα εκείνος και με ητένισεν απορών.
― Έχω να σου ειπώ δύο λόγια μυστικά, αυθέντα μου.
― Έλα μέσα, παιδί μου. Τι θέλεις;
Και εισήλθεν εντός της αυλής. Τον ηκολούθησα και έκλεισα όπισθέν μου την θύραν.
― Δεν με γνωρίζεις;
― Όχι. Ποίος είσαι;
Είπα το όνομά μου. Ύψωσεν έκπληκτος τας χείρας, με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς ασκαρδαμυκτί και αρπάσας με εκ της χειρός μ' εφίλησε και μ' έσυρεν εις το δωμάτιόν του. Δεν επερίμενα ότι η καρδία του ψυχρού εκείνου γέροντος περιέκλειεν όσην ευαισθησίαν τότε μου επέδειξε. Με ηρώτησε τι εγείναμεν, πώς εσώθημεν, και διηγήθην τα καθέκαστα της φυγής και του πλάνητος βίου μας, του πατρός μου τον θάνατον και την εις Τήνον διαμονήν της χήρας μητρός και των αδελφών μου. Με ηρώτησε διά τι επανήλθα, και εξεμυστηρεύθην τον σκοπόν μου. Ηπόρησε πώς ετόλμησα να αψηφήσω τους κινδύνους του επιχειρήματος και με παρεκίνησε να παραιτηθώ αυτού και να επιστρέψω όθεν ήλθα, ανύψωσε δε τους ώμους μειδιών, ότε απεκρίθην ότι η απόφασίς μου είναι σταθερά και δεν δύναμαι να μεταβάλω γνώμην.
Ηγέρθην και τον απεχαιρέτησα. Μου έδωκε την ευχήν του, με ησπάσθη και με ωδήγησεν εις την θύραν. Προτού την ανοίξη έθεσε την χείρα επί του ώμου μου και ηθέλησεν εκ νέου να με προτρέψη να λησμονήσω τον ταφέντα θησαυρόν και να φύγω εκ Χίου. Αλλ' η δυσκολία ήτο να φθάσω έως εκεί όπου ευρισκόμην ήδη. Πώς ν' αναχωρήσω χωρίς ούτε καν να ίδω τον Πύργον μας;
― Το έβαλες εις τον νουν σου και ετελείωσεν, είπεν ο γέρων δυσανασχετών. Είσαι υιός του πατρός σου! Δεν ήκουε λόγον κ' εκείνος. Πήγαινε ! Αν σκαλώσης πούποτε με Τούρκους, επρόσθεσε μετά φωνής ηπιωτέρας, μήνυσέ με. Ως πρόξενος κάτι δύναμαι, και ίσως σου χρησιμεύσω. Ο Θεός μαζή σου !
Και μου ήνοιξε την θύραν.
Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, ήτο δε δύο σχεδόν ωρών η μέχρι του Πύργου μας απόστασις. Έσπευσα το βήμα, διότι ήθελα να φθάσω εκεί πριν νυκτώση. Πολικός αστήρ ήτο δι' εμέ ο γνωστός λοφίσκος και τα δένδρα τα κρύπτοντα την θέαν του επ' αυτού παρεκκλησίου μας.
Εβάδιζα ταχέως με την αξίνην επί του αυχένος, ο δε νους μου εδούλευεν. Εσκεπτόμην προ πάντων περί του μέλλοντος. Είχα την πεποίθησιν ότι θ' ανεύρω τους δύο σάκκους, και εσυλλογιζόμην πώς θα πωλήσω τα χρυσά και αργυρά σκεύη, σχεδιάζων πώς διά του προϊόντος αυτών θα μεταβώ μετά της οικογενείας μου εις Ιταλίαν,― εις Αγγλίαν ίσως,― και οποίου είδους εμπόριον εκεί θα διοργανίσω, η δε φαντασία μου έπλαττεν εικόνας μελλούσης επιτυχίας.
Καθ' όσον όμως επλησίαζα και εξηπλούντο επί της εξοχής αι σκιαί της εσπέρας, ήρχισε να με καταλαμβάνη μυστηριώδες τι αίσθημα ανησυχίας. Διατί να έλθω μόνος; Διατί να μη αφήσω τον Παντελήν να με συνοδεύση ; Είχα θεωρήσει ασφαλέστερον να μη τον προσλάβω, φοβηθείς μη προκαλέσω υποψίας αν εφαινόμην εκεί με τον σύντροφόν μου και τον όνον του. Μόνος ηδυνάμην ευκολώτερον να κρυφθώ, να κατασκοπεύσω και να εισχωρήσω εντός του κήπου, τους δε σάκκους είχα κατά νουν να τους κρύψω εις το δάσος πλησίον του παρεκκλησίου, και να έλθω την επιούσαν με τον Παντελήν να τους παραλάβωμεν. Αλλ' ήδη μετενόουν και ηυχόμην να είχα τον Παντελήν πλησίον μου. Η γενναιότης μου εκλονίζετο καθ' όσον ήγγιζε της εκτελέσεως η ώρα.
Αλλ' ήτο αργά πλέον. Ήμην παρά τον τοίχον του κήπου μας και έβλεπα ήδη εκ του δρόμου το ανώγειον της οικίας μας. Ιδού του μικρού μου δωματίου το παράθυρον, ιδού τα δύο του κοιτώνος των γονέων μου, ιδού... Αλλά διατί έχουν καφάσια τα λοιπά παράθυρα; Μη έχω λάθος ; Όχι... Κατοικείται η οικία μας, κατοικείται υπό Τούρκων ! Εγώ δε εις τους δρόμους βλέπω ως ξένος τους τοίχους της και κατασκοπεύω ως κλέπτης τα παράθυρά της!
Ηθέλησα να ίδω καλλίτερον, να κορέσω τους οφθαλμούς μου με της αποξενώσεώς μου το θλιβερόν θέαμα, και πηδήσας την απέναντι του περιβόλου μας φραγήν ανέβην εις τον αμπελώνα, τον οποίον ο δρόμος εχώριζεν από τον κήπον μας.
Το έδαφος ήτο ανωφερές, ώστε έβλεπα εκείθεν ολόκληρον την περιοχήν μας. Εντός της οικίας και περί αυτήν δεν εφαίνετο ψυχή, αλλ' εις τον κήπον γέρων κηπουρός έσκαπτε μετά κόπου το χώμα. Ανεγνώρισα την μορφήν του. Ήτο ο ιδικός μας κηπουρός, ο γέρων Γιάννης του οποίου την θυγατέρα ηύρα υπηρετούσαν εις την οικίαν του Μαυρογένη εις Τήνον. Μετά πόσης χαράς τον ανεγνώρισα ! Ουδ' ήτο άμοιρος εγωϊσμού η ευχαρίστησίς μου, διότι απέκτων βοηθόν ασφαλή εις το επιχείρημά μου, έφερα δε εις τον γέροντα, ευπρόσδεκτον της συνδρομής του πληρωμήν, την χαροποιάν είδησιν ότι η θυγάτηρ του έζη.
Αλλά πώς να συνεννοηθώ μετ' αυτού; Δεν ετόλμων ούτε να τον κράξω, ούτε να εισέλθω εντός του κήπου. Ας περιμείνω μέχρις ου νυκτώση, και τότε κρυφίως εισχωρών μέχρι της καλύβης του τον ευρίσκω, αναγνωρίζομαι και επικαλούμαι την σύμπραξίν του.
Αλλ' έως τότε;
Ο ήλιος είχε κρυφθή όπισθεν του βουνού, αλλ' από του διαυγούς ουρανού αντενακλάτο άφθονον το φως της δείλης. Ήτο φαιδρά θερινή εσπέρα και ησύχαζεν η γη, υπό δε τα δένδρα εφαίνοντο τα πάντα τόσον ευτυχή εις την πεδιάδα ! Δεν συμπάσχει μεθ' ημών η φύσις, η δε γαλήνη της επαυξάνει της ανησύχου καρδίας το βάρος!
Κατέβην εκ του αμπελώνος εις τον δρόμον και διηυθύνθην προς το παρεκκλήσιον, με την κεφαλήν προς την γην κεκλιμένην, ωσεί προσπαθών ν' ανεύρω επί του χώματος τα ίχνη εκείνων μετά των οποίων τοσάκις επορεύθην εκεί.
Ήμην εισέτι μακράν του περικυκλούντος τον ναΐσκον άλσους, ότε είδον προβαίνουσας εκ των δενδρων μορφάς γυναικείας και παιδία τρέχοντα περί αυτάς. Κατέβαινον προς εμέ ενώ εγώ ανέβαινα, δεν ήμην δε πλέον εν καιρώ να οπισθοχωρήσω, ότε ανεκάλυψα ότι ήσαν Τούρκισσαι. Τας συνώδευεν Άραψ ευνούχος, το ποδήρες του οποίου φόρεμα δεν εξεχωρίζετο μακρόθεν από τα των γυναικών.
Παρεμέρισα και διέβη το χαρέμιον, τα δε παιδία ηκολούθουν παίζοντα. Έν μόνον εξ αυτών, το τελευταίον, κοράσιον δωδεκαετές περίπου, δεν έπαιζε μετά των λοιπών αλλ' επεριπάτει ησύχως φέρον άνθη εις την μίαν χείρα, η δ' άλλη εκρέματο εις το πλευρόν του βαρεία. Ενώ διέβαινεν ενώπιόν μου εστάθη και με παρετήρησεν. Εξηκολούθησα εγώ τον δρόμον μου.

Αίφνης ακούω όπισθεν μου φωνήν γλυκείαν ψιθυρίζουσαν το όνομά μου― Λουκή ! Πριν ή προφθάσω να σκεφθώ ότι αν στραφώ προδίδομαι και αν φανερωθώ κινδυνεύω, εστράφην. Εστράφην και είδα το κοράσιον ιστάμενον ολίγα βήματα μακράν μου. Τα άλλα παιδία είχον προχωρήσει. Άμα με είδε στρεφόμενον εγονάτισεν επί του εδάφους. Την εγνώρισα! Ηθέλησα να κράξω: Δέσποινα ! αλλ ' έθεσε το δάκτυλον εις τα χείλη και ψιθύρισε βλέπουσα με:― Γλύτωσέ με, Λουκή! Και σκύψασα επροσποιήθη ότι συλλέγει άνθη, διότι ηκούσθη η βραγχώδης φωνή του ευνούχου, επιστρέφοντος διά να περιμαζεύση το ποίμνιόν του. Ηγέρθη η Δέσποινα και έτρεξε προς τα άλλα παιδία. Εγώ δε κρυπτόμενος όπισθεν των δένδρων ηκολούθησα μακρόθεν την συνοδίαν, μέχρις ου είδα τον Αιθίοπα ανοίγοντα την θύραν του κήπου μας και τας γυναίκας μετά των παιδίων εισερχομένας εντός αυτού. Τελευταία εισήλθεν η Δέσποινα. Προτού διαβή την θύραν εστράφη. Ησθάνετο ότι ακολουθώ τα ίχνη της! Εισήλθε μετ' αυτής ο φύλαξ του χαρεμίου, και η θύρα εκλείσθη.
Εκάθησα υπό τα δένδρα με την κεφαλήν εντός των χειρών, προσπαθών να συλλέξω τας ιδέας μου.
Η Δέσποινα εις χείρας Τούρκων, Τούρκων κατοικούντων τον Πύργον μας! Πώς με ανεγνώρισεν αμέσως, ως να μ' επερίμενε ! Η επίκλησίς της αντήχει εις τα ώτα μου·― «Γλύτωσέ με, Λουκή!» Ιδού ο μυστηριώδης μαγνήτης όστις με είλκυεν εις Χίον, ιδού προς τι με ωδήγησεν η Θεία Πρόνοια ! θα την σώσω! Αλλά πώς; Και μετέβαινα από σχεδίου εις σχέδιον.
Επήλθεν εν τούτοις η νυξ, αλλ' όχι το σκότος εισέτι. Η σελήνη είχε δύο περίπου ωρών δρόμον μέχρις ου κρυφθή και επρόβαινε βραδέως προς την δύσιν της, φωτίζουσα τον ουρανόν άνωθέν μου. Αι ακτίνες της, παίζουσαι με των δένδρων τα φύλλα, εσχημάτιζον μυρίας φαντασιώδεις σκιάς επί του εδάφους όπου εκαθήμην, και τας έβλεπα, και ήκουα τας υλακάς των σκύλων εις τας απεχούσας επαύλεις, και των γρύλλων περί εμέ τον θόρυβον, και τους ηχηρούς των βατράχων κοασμούς. Ο νους μου ήτο αλλαχού και ήκουα χωρίς να προσέχω, αλλ' ενετυπούντο εις την μνήμην μου αι εξοχικαί της σιωπηλής εκείνης νυκτός διαταράξεις, και η οσμή των ανθών, και τα παίγνια της σελήνης υπό των δένδρων τους κλώνους.
Ότε έδυσεν η σελήνη, το δε σκότος εκάλυψε την εξοχήν, ηγέρθην, επεκαλέσθην την βοήθειαν του Θεού, και επροχώρησα προς τον δρόμον. Εβάδιζα άνευ δισταγμών, διότι εγνώριζα τι θέλω. Εσκέφθην και απεφάσισα. Το σχέδιόν μου ήτο έτοιμον. Εβάδιζα προς εκτέλεσίν του και ο Θεός βοηθός !