ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Ν I Κ. ΣΠΑΝΔΩΝΗ (continued 3)
N. (Nikolaos) Spandones translation
Δεν γνωρίζομεν τίποτε από τας υποχθονίους αυτάς αγωνίας, αλλά δεν ημπορούμεν να φαντασθώμεν περισσότερον φρικτόν έστω και τον τελευταίον κύκλον του βασιλείου του Άδου. Διά τούτο, υπό την έννοιαν ταύτην, όλαι αι διηγήσεις παρέχουν βαθύ ενδιαφέρον, ένα ενδιαφέρον, το οποίον και τότε — από τον ιερόν φόβον που εμπνέει η υπόθεσις αυτή καθ' εαυτήν — προέρχεται από την εμπιστοσύνην που έχομεν εις την αυθεντίαν της διηγήσεως. Ιδού λοιπόν τώρα ό,τι μου υπολείπεται να διηγηθώ, βγαλμένο από τας ιδικάς μου αναμνήσεις — από την θετικήν και προσωπικήν πείραν μου.
Επί πολλά έτη υπήρξα το αντικείμενον συχνών προσβολών του εξαιρετικού κακού, το οποίον οι ιατροί συνήθως ονομάζουν καταληψίαν, μη υπάρχοντος άλλου όρου που να το καθορίση καλύτερον. Αν και απολύτως αι σημαντικαί αιτίαι της αταξίας αυτής, και μέχρι της αληθούς των διαγνώσεως, είναι ακόμη μυστηριώδεις, είναι γνωστοί όμως αρκετά καλά οι εξωτερικοί και φαινομενικοί χαρακτήρες. Αι διαφοραί τας οποίας παρατηρούμεν δεν είναι άλλο τι από τας κατά βαθμόν διαφοράς.
Κάποτε ο ασθενής μένει επί μίαν μόνην ημέραν, ή επί μίαν μικράν περίοδον, εις ένα είδος μεγάλης ληθαργίας. Το εξώτατον μέρος της υπάρξεώς του είναι αναίσθητον και ακίνητον. Οι παλμοί της καρδίας μόλις διακρίνονται ακόμη, διατηρούνται ολίγα ίχνη θερμότητος, ένας ελαφρός χρωματισμός μόλις αναφαίνεται εις τας παρειάς και η εφαρμογή ενός καθρέπτου εις τα χείλη αρκεί ν' αποκαλύψη μίαν κοιμισμένην ζωτικότητα άνισον, αόρατον, των πνευμόνων·
Εις εμέ προϊόντος του χρόνου η διάρκεια των κρίσεων παρετείνετο επί πολλάς εβδομάδας — είτε επί πολλούς μήνας. Κατά τας τοιαύτας περιόδους η μάλλον επιστημονική εξέτασις και αι προσεκτικώτεραι ιατρικαί δοκιμαί δεν θα ήτο δυνατόν να καταστρώσουν πραγματικήν διάκρισιν μεταξύ της καταστάστάσεως ασθενείας και εκείνης που την εννοούμεν ως αμετάκλητον θάνατον. Συχνότατα σώζονται μερικοί από τους προώρους ενταφιασμούς χάρις εις τας ενεργείας των φίλων των, οι οποίοι γνωρίζουν ότι υπόκεινται εις καταληψίαν, και των οποίων αι υπόνοιαι πάντοτε παραμένουν, προ παντός όμως χάρις εις την έλλειψιν των φαινομένων της αποσυνθέσεως. Αι πρόοδοι της ασθενείας είναι λοιπόν βαθμιαίαι και πρέπει ως εκ τούτου να θεωρούμεθα ευτυχείς. Τα πρώτα συμπτώματα δεν παρέχουν καμμίαν πιθανότητα. Έπειτα αι κρίσεις καθίστανται επί μάλλον και μάλλον σαφείς και διαρκεί εκάστη περισσότερον από την προηγουμένην, πράγμα που αποτελεί διά τον ασθενή την κυρίαν πιθανότητα ν' αποφύγη την ταφήν. Ο ατυχής, του οποίου η πρώτη προσβολή θα παρουσίαζε τον τελευταίον χαρακτήρα, πράγμα που συμβαίνει συνήθως, σχεδόν θα ήτο ανεπιφυλάκτως καταδικασμένος να ταφή ζωντανός.
Η πρώτη μου περίπτωσις δεν θα διέφερεν ουσιωδώς από όσας κάμνουν μνείαν τα ιατρικά βιβλία. Κάποτε, χωρίς την ελαχίστην φαινομενικήν αιτίαν, παρεδιδόμην, ολίγον κατ' ολίγον, εις μίαν κατάστασιν, η οποία ολίγον διέφερε κατά το άλλο ήμισυ της συγκοπής και κατά το άλλο ήμισυ της λιποθυμίας. Και παρέμενα τοιουτοτρόπως, χωρίς να υποφέρω, χωρίς δύναμιν δράσεως, ακόμη Δε — διά να είπω ακριβέστερον — χωρίς δύναμιν σκέψεως, αλλά με μίαν συγκεχυμένην και ληθαργικήν συνείδησιν του εγώ μου, που έζη, και της παρουσίας εκείνων που περιέβαλλον το κρεββάτι μου, μέχρι της στιγμής που, αφού η κρίσις θα ελάμβανεν ένα τέλος, θα ανεύρισκα αυθωρεί την τελείαν αίσθησιν.
Άλλοτε η επίθεσις με προσέβαλλεν αιφνιδίως, ακατάσχετα· κατελαμβανόμην τότε από παραλήρημα, ζάλην, και ζαλισμένος όπως ήμουν και κρύος έπιπτα αιφνιδίως κάτω. Τότε, επί εβδομάδας όλας, το παν δεν ήτο άλλο παρά κενόν, σκότος και σιωπή, και το Μηδέν καθίστατο όλος ο κόσμος μου. Η καθολική εξουδένωσις δεν θα ήτο δυνατόν να είναι βαρυτέρα. Από τα είδη αυτά των υπερβολικών διεγέρσεων εσηκωνόμην βραδέως και βαθμιαίως και τόσον το ταχύτερον όσον η προσβολή καθίστατο αιφνιδία. Όμοιον προς την αυγήν η οποία έρχεται διά τον αλήτην χωρίς φίλον και στέγην, που βαδίζει εις τους απεράντους και ερημικούς δρόμους μιας νύκτας του χειμώνος, τόσον ασαφές, τόσον αργόν, τόσον διστακτικόν, και τόσον ακόμη χαρούμενον εφαίνετο εις εμέ το φως της ψυχής.
Τέλος, καθ' όλον τον χρόνον της τάσεως μου προς την καταληψίαν, η υγεία μου ήτο καλή. Αλλά κατά την γνώμην των ιατρών κατεστρέφετο βαθμηδόν και αυτή από την μεγάλην επίδρασίν της ασθενείας μου.
Θα έπρεπε εν τούτοις ν' αναφέρω και μίαν παράδοξον κατάστασιν, η οποία πιθανώς ήτο συνέπεια της αναισθησίας μου. Ενίοτε, όταν εξυπνούσα από ένα απλούν ύπνον, δεν ημπορούσα να επανέλθω αυθωρεί και τελείως εις την επίγνωσιν των αισθήσεών μου, και παρέμενα πάντοτε επί τινας στιγμάς θορυβημένος και αναίσθητος — όταν αι πνευματικαί ιδιότητες, γενικώς, και η μνήμη μου ιδιαιτέρως, εσταματούσαν απολύτως.
Ό,τι εδοκίμαζα δεν είχε καμμίαν φυσικήν σχέσιν, αλλά μίαν απέραντον ηθικήν θλίψιν. Η φαντασία μου επήγαινε πάντοτε προς τον θάνατον. Δεν ωμιλούσα δι' άλλο τι παρά διά σκώληκας, διά τάφους και επιτάφια. Επλανώμην εις όνειρα θανάτου και η ιδέα μιας προώρου ταφής εκυρίευε συνεχώς τον εγκέφαλόν μου.
Ο φοβερός κίνδυνος, διά την πρόβλεψιν του οποίου ήμουν δικαιολογημένος, με εβασάνιζε νύκτα και ημέραν. Την ημέραν η σκέψις αύτη ήτο υπερβολικός τρόμος, αλλά την νύκτα έφθανε σχεδόν εις τον παροξυσμόν. Όταν τα δύσμορφα σκότη εκάλυπταν την γην, φοβούμενος εις κάθε μίαν σκέψιν μου από ταύτας έτρεμα, έτρεμα σαν τα πούπουλα που τρέμουν επάνω εις τα κοράκια. Όταν δε η πρόβλεψις της φυσικής εξελίξεώς μας με έφερεν εις την σκέψιν του θανάτου, μου ήτο αδύνατον να μη φρικιώ, έρμαιον της ιδέας μόνον ότι ήτο πιθανόν να συμβή και εις εμέ πρόωρος ενταφιασμός. Και όταν τέλος παρεδιδόμην εις τον ύπνον, ενοούσα τότε ότι με περισσότερον τρόμον ευρισκόμην εις ένα φαντασμαγορικόν κόσμον, υπεράνω του οποίου, εις ένα ευρύν, σκιερόν και σκοτεινόν τόπον, επλανάτο κυριαρχούσα η μόνη και θλιβερά επίσκεψις των ονείρων.
Από τας πολλάς παρακρούσεις που μου ήρχοντο εν ονείρω θα διηγηθώ μόνον μίαν. Μου εφάνει ότι ήμουν βυθισμένος εις μίαν καταληπτικήν κρίσιν μακροτέραν και βαθυτέραν του συνήθους. Αιφνιδίως ένα παγωμένο χέρι απλώθηκε εις το μέτωπόν μου, μία δε ζωηρά και τραυλή φωνή εσύριξεν εις τα αυτιά μου την λέξιν «Σήκω».
Εσηκώθηκα. Το σκότος ήτο απόλυτον. Δεν ημπορούσα να ίδω το πρόσωπον εκείνο που μ' εσήκωσε. Δεν ημπορούσα να ενθυμηθώ την στιγμήν που έπεσα εις τον λήθαργον, ούτε το μέρος όπου ευρισκόμην. Ενώ έμενα ακίνητος, και προσπαθούσα να τακτοποιήσω τας σκέψεις μου, το ψυχρό χέρι έπιασε τραχύτατα την παλάμην μου και την έσεισε με ανυπομονησίαν.
Και η τραυλή φωνή επανέλαβε :
— Σήκω! Δεν σου είπα να σηκωθής;
— Και ποίος είσαι; ηρώτησα.
— Δεν έχω όνομα εις τα βασίλεια που μένω, απήντησεν η φωνή θλιμμένα. Ήμουν θνητός άλλοτε, τώρα είμαι πνεύμα. Ήμουν αδυσώπητος, τώρα είμαι ελεήμων. Πρέπει να εννοήσης ότι τρέμω. Τα δόντια μου τρέμουν όταν ομιλώ· εν τούτοις τούτο δεν είναι εξ αιτίας της νύκτας αυτής που είναι ψυχρά, της νύκτας αυτής που δεν έχει τέλος. Αλλά δεν ημπορώ να υποφέρω επί πολύ ακόμη την φρίκην αυτήν. Πώς εσύ μπορείς να κοιμηθής ήσυχος; Η κραυγή των απεράντων αγωνιών με εμποδίζει ν' αναπαυθώ. Είναι πολύ, δεν ημπορώ να υποφέρω αυτήν την θέαν. Σήκω! Έλα μαζί μου εις την νύκτα έξω και άφησέ με να σου αποκαλύψω τους τάφους. Δεν είναι αυτό ένα δυσάρεστον θέαμα; Ιδέ!
Παρετήρησα. Και το αόρατον πρόσωπον, το οποίον πάντοτε μου έσφιγγε τη φούχτα, άνοιγε τους τάφους της ανθρωπότητος, και από καθένα έφευγεν η ασθενής και φωσφορίζουσα λάμψις της αποσυνθέσεως, εις τρόπον ώστε ήτο δυνατόν να ερευνήσω το βάθος των κρυφιωτέρων καταφυγίων . . . Και ιδού ότι παρετήρησα τα θαμμένα σώματα, εις τον σκοτεινόν και βασιλικόν ύπνον των, με συντροφιά το σκουλήκι. Αλλά αλλοίμονον! όσοι εκοιμώντο πραγματικά ήσαν πολύ ολίγοι, εκατομμύρια φορές ολιγώτεροι, από εκείνους που εκοιμώντο διά παντός. Και από το βάθος των απείρων τάφων, ιδού ότι ανέβαινεν από τα σάβανα μελαγχολική ψύχρα.
Και μεταξύ εκείνων που ανεπαύοντο ήσυχοι έβλεπα ότι πολλοί είχαν μετατεθή από την ασάλευτον και αδυσώπητον θέσιν που τους έδωσαν εις τον τάφον. Και η φωνή πάλιν μου είπε οιονεί ψιθυρίζουσα :
— Δεν είναι! ω! δεν είναι ένα θλιβερόν θέαμα!
Αλλά προτού να εύρω λέξεις διά ν' απαντήσω, τα φάντασμα έπαυσε να σφίγγη την παλάμην μου, η φωσφορική λάμψις έσβυσε, και οι τάφοι εκλείσθησαν και πάλιν με αιφνιδίαν βίαν, ενώ εσηκώνετο ένας θόρυβος απελπιστικών κραυγών που επανελάμβανε : «Δεν είναι, ω! δεν είναι ένα θέαμα αληθώς θλιβερόν!»
Εφιάλται, όπως αυτός, ερχόμενοι την νύκτα, παρέτειναν την τρομακτικήν επίδρασίν των και τας ώρας της αγωνίας μου. Τα νεύρα μου είχαν υπερβολικά ερεθισθή, καθιστάμενα υποχείρια μιας διαρκούς φρίκης.
Εδίσταζα ν' αναβώ εις το άλογο, να περιπατήσω και να επιχειρήσω άσκησιν που θα μου μετέβαλλε κατάστασιν. Πραγματικώς δεν ετολμούσα να παραδοθώ εις την τύχην ουδαμού, εάν δεν ήσαν παρόντες και εκείνοι που εγνώριζαν ότι ήμουν υποκείμενος εις μίαν καταληψίαν. Εφοβούμην μήπως πέσω εις μίαν από τας συνήθεις καταστάσεις και ταφώ τοιουτοτρόπως, προτού να διαγνώσουν την πραγματικήν μου κατάστασιν. Αμφέβαλλα διά τας περιθάλψεις, διά την πίστιν των μάλλον αγαπητών μου φίλων.
Εφοβούμην μήπως υποθέσουν — εις μίαν διάρκειαν καταληψίας μακροτέρας του συνήθους — ότι ήμουν αποθαμένος. Κάποτε μάλιστα εφοβούμην μήπως, από τους πολλούς κόπους που τους έδινα, εθεωρούσαν εύκαιρον την περίστασιν εις μίαν διαρκή καταληψίαν μου ν' απαλλαγούν από εμέ διά παντός. Μάτην προσπαθούσαν να με πείσουν με τας πλέον κατηγορηματικάς υποσχέσεις των. Εζητούσα από αυτούς τους ιερωτέρους όρκους, παρακαλών αυτούς να μη με θάψουν επ' ουδενί λόγω προτού η αποσύνθεσις προχωρήση πολύ, και καταστήση τοιουτοτρόπως αδύνατον την επάνοδόν μου εις την ζωήν.
Εφαντάσθηκα μίαν σειράν όλην πραγματικά περιεσκεμμένων προφυλάξεων. Μεταξύ άλλων μετερρύθμισα και τον τάφον της οικογενείας μου κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να είναι δυνατή η έξοδός μου από το εσωτερικόν αυτού. Η ασθενεστέρα πίεσις εις ένα μοχλόν που έφθανε μέχρι του τάφου ήρκει να ωθήση οπίσω τας σιδηράς θύρας. Έλαβα προληπτικά μέτρα να επιτραπή η ελευθέρα είσοδος αέρος και φωτός, και ευρίσκοντο δοχεία ύδατος και τροφών πλησιέστατα του φερέτρου, το οποίον θα με εδέχετο. Το φέρετρον αυτό ήτο ζεστά και μαλακά στρωμένο· είχεν ένα κάλυμμα κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετημένον, όπως και η πόρτα, και εργαλεία τοιουτοτρόπως τακτοποιημένα, ώστε η ελαχίστη κίνησις να επαρκή διά την απελευθέρωσιν του σώματός μου.
Επί τέλους εκρέμασα εις τον θόλον του τάφου μου μίαν μεγάλην καμπάνα, της οποίας η αλυσίδα, όπως μου υπεσχέθησαν, θα επερνούσε από μίαν τρύπαν του φερέτρου και θα ευρίσκετο μέσα εις τα χέρια μου.
Αλλά αλλοίμονον! τι ημπορεί η προφύλαξις ενός ανθρώπου εναντίον της μοίρας του; Όλαι αύται αι ευφυείς προφυλάξεις θα ήσαν ανεπαρκείς διά να προφυλάξουν από τας μεγίστας αγωνίας της προώρου ταφής ένα δυστυχή καταδικασμένον προηγουμένως εις τας αγωνίας αυτάς. Ήλθε μία ημέρα . . . . Όπως συχνάκις το παρετήρησα ήδη, μου εφάνη ότι ευρισκόμην εις μίαν τελείαν ασυνειδησίαν με έν αίσθημα ασθενές και αόριστον της υπάρξεώς μου. σιγά-σιγά, με βήματα χελώνης, επλησίαζεν ελαφρά-ελαφρά η αυγή της ψυχικής ημέρας. Μία κουραστική νάρκωσις. Μια πίεσις όχι δυστυχίας, αλλ' αοράτου δυσθυμίας. Ούτε ανησυχία, ούτε ελπίς, ούτε προσπάθεια. Έπειτα μετ' ολίγον ένας βόμβος εις ταυτιά. Έπειτα μετ' ολίγην παύσιν ηκολούθησε ένας νυγμός, ένας τιναγμός εις τα άκρα. Έπειτα, μία περίοδος, που μου εφάνη ως μία αιωνιότης μακαριότητος, κατά την οποίαν τα αισθήματα ζωογονούνται και μεταμορφώνονται εις σκέψιν. Έπειτα και πάλιν νέα επάνοδος εις την ανυπαρξίαν, και κατόπιν επάνοδος στιγμιαία εις την ζωήν. Τέλος ένα ελαφρόν τρεμούλιασμα των φρυδιών, και αμέσως μία ηλεκτρική συγκίνησις, ένας θανάσιμος και αόριστος τρόμος, που μεταδίδει το αίμα χειμαρρωδώς από τους κροτάφους εις την καρδιά. Και τότε η πρώτη πραγματική δοκιμή της σκέψεως, η πρώτη προσπάθεια διά να ενθυμηθώ. Τότε ίσως και μία επιτυχία παροδική και φευγαλέα. Ίσως και πάλιν, από την μεγάλην επίδρασιν της μνήμης, λάβω κατά τι συνείδησιν της καταστάσεώς μου. Αισθάνομαι ότι δεν σηκώνομαι από τον συνήθη μου ύπνον. Ενθυμούμαι ότι υπόκειμαι εις την καταληψίαν, και τότε τέλος, όπως τα κύματα του ωκεανού, η τρέμουσα ψυχή μου καταβυθίζεται εξ αιτίας της φρίκης του κινδύνου, εξ αιτίας της σκελετώδους αλλά παντοδυνάμου ιδέας μου.
Ολίγα λεπτά ακόμη, αφού η έμμονος ιδέα κατίσχυσεν, έμεινα χωρίς να κινηθώ. Διατί; Δεν ησθανόμην ακόμη το θάρρος, δεν ετόλμων να κάμω την αναγκαίαν προσπάθειαν. Μία απελπισία — μία απελπισία χωρίς προηγούμενον — με ηνάγκαζε να θέσω τέλος εις την μακράν μου αναποφασιστικότητα, να σηκώσω τα βαρειά καλύμματα των ματιών μου. Τα εσήκωσα. Ήταν σκοτάδι, θεοσκόταδο. Εγνώρισα τότε ότι η κρίσις της ασθενείας μου επέρασε προ πολλού. Ανεγνώρισα ότι είχα τελείως τότε ανεύρει την λειτουργείαν των οργάνων της οράσεως, και ότι εν τούτοις το παν δεν ήτο άλλο παρά σκοτάδι, σκοτάδι παντού, — το μέγιστον και ανώτατον σκοτάδι της νυκτός που θα διαρκέση πάντοτε.
Προσεπάθησα να φωνάξω· και προς τον σκοπόν αυτόν τα χείλη μου και η ξηρά γλώσσα εταράσσοντο συσπώμενα — αλλά κανείς ήχος δεν διέφυγεν από τα σπήλαια των πνευμόνων μου, οι οποίοι, σαν να επιέζοντο από το τρομερόν βάρος ενός όρους, ελαχάνιαζαν και έπαλλαν σαν την καρδιά μου, εις κάθε οδυνηράν και δύσκολον αναπνοήν.
Όταν εκινούσα τας σιαγόνας μου κατά την προσπάθειάν μου να φωνάξω, ενόησα ότι ήσαν φιμωμένοι, όπως συνηθίζεται εις τους νεκρούς. Ενόησα επίσης ότι ήμουν εξηπλωμένος επάνω εις σκληράν ύλην, και ότι ο θώραξ μου επιέζετο στενώς από κάτι ανάλογον πράγμα. Έως εδώ δεν διεκινδύνευσα ακόμη να μετακινήσω έν οιονδήποτε από τα μέλη μου.
Αλλά τότε ετίναξα με βίαν τους βραχίονας μου, που έμεναν εξηπλωμένοι κατά μήκος του σώματός μου. Εσκόνταψαν εις ένα σταθερόν ξύλινον τοίχον, που εξηπλώνετο επάνω από το σώμα μου εις απόστασιν έξ ποδών από το πρόσωπόν μου. Δεν ημπορούσα πλέον ν' αμφιβάλλω ότι ανεπαυόμην διά πάντοτε εις το φέρετρόν μου.
Και τότε εν τούτοις, ενώ ήμην βυθισμένος εις την αμέτρητον δυστυχίαν μου, ενόησα την ελαφράν προσέγγισιν του χερουβείμ της ελπίδος : ενθυμήθηκα όλα τα τόσον έξυπνα μέτρα μου. Επέστρεψα και έκαμα σπασμωδικάς προσπαθείας διά ν' ανοίξω το κάλυμμα. Ούτε καν το έσπασα. Επασπάτευα με τη χούφτα μου να εύρω το σχοινί της καμπάνας: δεν το ευρήκα πουθενά. Και τότε η ελπίς επέταξε διά πάντοτε, και μία απελπισία κατά το μάλλον και μάλλον οξεία εβασίλευσε θριαμβευτικώς, διότι ήμην πολύ αγανακτημένος, παρατηρήσας ότι έλειπε το μαλακόν στρώμα που τόσον επιμελώς προετοίμασα, και επί πλέον έφθασεν εις τους ρώθωνάς μου η φρικώδης και χαρακτηριστική οσμή του υγρού εδάφους. Το συμπέρασμα επεβάλλετο: δεν ήμην εις το υπόγειόν μου. Θα ήμην ίσως μακράν των οικείων μου κατά τον θάνατόν μου, εις ξένους, — πότε και πώς, δεν ήτο δυνατόν να το ενθυμηθώ — και ήσαν αυτοί που με έθαψαν σαν σκύλλον, κλειδωμένον εις το πρώτον τυχόν φέρετρον, και χωσμένον βαθειά-βαθειά, χωσμένον διά πάντοτε σε κάποιον κοινόν τάφον, εις κάποιον ανώνυμον τάφον. Όταν μία τοιαύτη πεποίθησις εισήλασεν εις την κρυφιωτέραν πτυχήν της ψυχής μου, έκαμα μίαν νέαν προσπάθειαν να εκβάλλω κραυγήν! και η δευτέρα αυτή προσπάθεια απέτυχε. Κραυγή αγωνίας, μία μακρά υλακή αγρία, συνεχής, αντήχησε διά μέσου του βασιλείου της υποχθονίας νυκτός.
— Αι συ! Αι συ, τι λοιπόν; απήντησε μία τραχεία φωνή.
— Τι διάβολο συμβαίνει; είπε μία δευτέρα.
— Βγαίνει από εδώ μέσα, είπε μία τρίτη.
— Τι συμβαίνει και τσιρίζεται έτσι, σαν ερωτευμένη γάτα; είπε μία τετάρτη φωνή.
Και ιδού ότι συνελήφθην και εσείσθην χωρίς μεγάλην φασαρίαν, επί πολλά λεπτά, από μίαν ομάδα πολύ χονδρών ατόμων. Δεν με εσήκωσαν — διότι ήμην πραγματικά σηκωμένος όταν έβγαλα την κραυγήν αυτήν — αλλά με επανέφεραν εις την μνήμην μου.
Η περιπέτεια συνέβη εις Richmond της Βιργινίας.
Με συνοδείαν ενός φίλου διέτρεξα, εις ένα κυνήγιόν μου, πολλά μίλια επί της όχθης του ποταμού Jámes.
Η νύκτα επλησίαζε και κατελήφθημεν έξαφνα από μίαν καταιγίδα. Η καμπίνα ενός μικρού σλεπίου, που ήτο ηγκυροβολημένον εις το ρεύμα του νερού και ήτο φορτωμένον από βοσκήν, μας παρέσχε την μόνην δυνατήν στέγην.
Συνεμορφώθημεν με τας περιστάσεις και επεράσαμεν την νύκτα επί του σλεπίου. Εκοιμήθην εις το ένα από τα δύο κρεββάτια του πλοίου. Είναι ανωφελές να περιγράψω τα κρεββάτια ενός σλεπίου των 60 έως 70 τόννων. Εκείνο που είχα εγώ δεν είχε καθόλου στρωμνήν.
Ήτο πολύ στενόν με ακριβώς τας αυτάς διαστάσεις της γεφύρας που ήτο επάνω από το κεφάλι μου: ηγωνίσθην πολύ μέχρις ότου κατορθώσω να εισέλθω εις το κιβώτιον αυτό. Τέλος πάντων εκοιμήθηκα αμέσως. Και το υπόλοιπον του οράματός μου — διότι δεν ήτο ούτε όνειρον, ούτε εφιάλτης — πηγάζει φυσικώτατα από τας περιστάσεις της θέσεώς μου — από τας συνήθεις τάσεις του πνεύματός μου και από τας δυσκολίας που είχα — όπως είπα άλλως — να επαναφέρω τας αισθήσεις μου, ειδικώς να συγκεντρώσω την μνήμην μου, διήρκεσε δε το όραμα πολύ και μετά το ξύπνημά μου.
Οι άνθρωποι που με ετίναξαν ήσαν άνδρες του πληρώματος του σλεπίου και μερικοί εργάται εργαζόμενοι διά την εκφόρτωσιν του εμπορεύματος. Από το φορτίον του πλοίου προήρχετο και η οσμή της χωματίλας. Όσον διά τον επίδεσμον επάνω εις τας σιαγόνας μου, απετελείτο από μεταξωτό πανί που το έδεσα μόνος μου γύρω εις το κεφάλι μου, ελλείψει καλύμματος, κατά την ιστορικήν νύκτα.
Παρά ταύτα όμως αι βάσανοι που υπέφερα ήσαν αδιστάκτως ισοδύναμοι, εάν εξαιρέσωμεν την διάρκειαν, με εκείνας της πραγματικής ταφής. Ήσαν τρομεραί — ήσαν μιας ακαταλήπτου αγριότητος. Αλλά συνήθως διά του δαίμονος ενεργεί ο Θεός. Το τυχαίον αυτό γεγονός, ένεκα του εξαιρετικού χαρακτήρός του, μου έφερεν αναγκαστικά αντίδρασιν εις το πνεύμα μου.
Η ψυχή μου ετονώθη, ανέλαβα, έκαμνα ταξείδια εις το εξωτερικόν. Επεδόθην εις μεγάλας ασκήσεις. Ανέπνευσα τον ελεύθερον αέρα των ουρανών. Δεν περιωρίσθην πλέον εις την σκέψιν του θανάτου. Επέρασα τον καιρόν μου σκώπτων τα κοιμητήρια. Εν συντόμω έγεινα άλλος άνθρωπος.
Από την ιστορικήν αυτήν νύκτα απελευθερώθην από τους θλιβερούς φόβους μου και μαζί με αυτούς εσβέσθη η καταληπτική αταξία, της οποίας οι φόβοι μου ήσαν συνέπεια και όχι αιτία.
ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Το σύστημα του δόκτορος Γκουντρόν και του καθηγητού Πλουμ Σελ. 3 Το πηγάδι και το εκκρεμές » 26 Η συνάντησις » 47 Λίγεια » 64 Ο δαίμων της διαφθοράς » 79 Χοπ-Φρωγκ » 88 Η κατήγορος καρδία » 101 Ζωντανός στον τάφο » 109
***
1) Είνε κάπως ωφέλιμον να υπενθυμίσωμεν ότι η είδησις ενεπνεύσθη από κάποιο ιστορικόν γεγονός, το οποίον συνέβη εις την Γαλλίαν κατά την βασιλείαν του Καρόλου VI. Επί τη ευκαιρία του γάμου ενός ιππότου του Βερμαντοά με μίαν δεσποινίδα της βασιλίσσης ο βασιλεύς έδωσεν ένα χορόν. Ένας από τους υπασπιστάς του προέτεινε να μεταμορφωθή, με πέντε άλλους φεουδάρχας, εις αγρίους, διά να προκαλέσουν έκπληξιν εις τας κυρίας. Ενεδύθησαν με τεμάχια λινού, έβαλαν μέσα πίσσα, και εκάλυψαν όλον το σώμα των με πτερά και στουπί. Όταν ενεφανίσθησαν εις την σάλαν, κανείς δεν ημπορούσε να τους αναγνωρίση. Οι πέντε ήσαν προσδεδεμένοι ο ένας μαζί με τον άλλον, και ο βασιλεύς τους ωδήγει εις τον χορόν. Ένας αφηρημένος επλησίασε κατά τύχην ένα φανόν και η πίσσα επήρε φωτιά· σε μια στιγμή όλοι ευρέθησαν εις τας φλόγας. Η δούκισσα του Berry, αφού ανεγνώρισεν επί τέλους τον βασιλέα, τον εκάλυψε με τον μανδύαν της, και ούτω τον έσωσεν.