← Table of contents
Ιστορίες αλλόκοτες

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Ν I Κ. ΣΠΑΝΔΩΝΗ (continued 2)

N. (Nikolaos) Spandones translation

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

— Ιδού μία εικών, την οποίαν δεν είδατε ακόμη, μου λέγει, χωρίς να παρατηρήση ότι εγώ εφυλλολόγησα την τραγωδίαν. Υπεγείρων δε ένα παραπέτασμα μου επέδειξε μίαν εικόνα της Μαρκησίας Αφροδίτης.

Ουδέποτε η ανθρωπίνη τέχνη, προκειμένου ν' αναπαραστήση μίαν υπεράνθρωπον καλλονήν, παρήγαγε ποτε τελειότερον καλλιτέχνημα.

Το αιθέριον πλάσμα, το οποίον μου ενεφανίσθη την προηγουμένην νύκτα επί της κλίμακος του Δουκικού ανακτόρου, το επανέβλεπον μπροστά μου. Αλλ' εν τη εκφράσει της φυσιογνωμίας της, της φωτισμένης διά μειδιαμάτων, επανεύρισκέ τις (ακατανόητον μυστήριον) την σκιάν εκείνην της μελαγχολίας, η οποία είναι αχώριστος από το τέλειον κάλλος. Η μαρκησία είχε το δεξί της χέρι ακουμβημένο στο στήθος της. Με το αριστερό της έδειχνεν ένα αγγείον περίεργα ειργασμένον. Από τα μικροσκοπικά της ποδαράκια το ένα μόνον εφαίνετο, μόλις ακουμβών επάνω στο πάτωμα.

Το βλέμμα μου εστράφη από την εικόνα αυτήν προς το πρόσωπον του φίλου μου και οι στίχοι του Μπουσσύ Δ' Αμπράζ, από Σάπμαν, μου ήλθαν στο νου μου:

Στηλώνεται εκεί Σαν αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα. Θα μείνη εκεί Έως ότου ο θάνατος τον μεταβάλλει σε μάρμαρο.

— Εμπρός! είπε τέλος, στρεφόμενος προς ένα ατόφιο ασημένιο τραπέζι, επί του οποίου ήσαν τοποθετημένα ποτήρια παραδόξου χρώματος, καθώς και δύο μεγάλα ετρουσκικά αγγεία ειργασμένα επί του αυτού εκτρόπου υποδείγματος, το οποίον είδαμεν επί της εικόνος της Μαρκησίας.

Τα αγγεία αυτά ήσαν πεπληρωμένα, ως μοι εφάνη, με κρασί Γιοχάνισμπεργ.

— Εμπρός! είπεν αποτόμως. Ας πιούμε. Είναι ενωρίς ακόμη! Αδιάφορον! Ας πιούμε!

Και έπειτα επρόσθεσε ρεμβώς, ενώ ένα χερουβείμ ωπλισμένον με ένα βαρύ χρυσούν ρόπαλον εκτυπούσε, στο διπλανόν δωμάτιον, την πρώτην μετά την Ανατολήν ώραν.

— Είναι πολύ ενωρίς, αλήθεια! . . . Μα τι μας νοιάζει; Ας πιούμε, ας χύσωμεν μίαν σπονδήν προς τιμήν του μεγαλοπρεπούς ηλίου που επεφάνη και του οποίου την λάμψιν ζητούν να σμικρύνουν αυτοί οι λαμπτήρες.

Μου εγέμισε το ποτήρι μου και ενώ έπινα στην υγείαν του, αυτός κατέβασε πολλά ποτήρια.

— Ο ρεμβασμός, είπε, επαναλαμβάνων την άνευ ειρμού ομιλίαν του και διευθύνων το ισχυρόν φως μιας λάμπας προς έν των βαρυτίμων ετρουσκικών αγγείων, ο ρεμβασμός, ιδού ο κύριος σκοπός του βίου μου. Καθώς βλέπετε δε, επίτηδες διεσκεύασα έν αναχωρητήριον κατάλληλον διά τον ρεμβασμόν μου. Μέσα στην καρδιά της Βενετίας ημπορούσα να διασκευάσω ένα πλέον χαριτωμένον από αυτό; Είναι αληθές, ότι αποτελεί τούτο έν ανακάτωμα όλων των αρχιτεκτονικών ρυθμών και κοσμημάτων. Η αγνότης του Ιωνικού ρυθμού συγκρούεται προς τα πανάρχαια ταύτα έργα και αι αιγυπτιακαί αύται σφίγγες φαίνονται ως ξένοι κόσμοι μέσα σ' αυτούς τους χρυσούς τάπητας. Μόνον όμως οι άκροι σχολαστικοί θα κακίσουν το ανακατωμένον αυτό της επιπλώσεως. Η ενότης της προελεύσεως και προ παντός η ενότης του χρόνου τρομάζουν τον άνθρωπον και τον αποτρέπουν από της πραγματικής μεγαλοπρεπείας. Άλλοτε και εγώ είχα αυτάς τας ιδέας, αλλά τας απέβαλα ταχέως, διότι αποτελούσιν αύται το άκρον άωτον της τρέλλας. Ό,τι ευρίσκεται ενταύθα είναι προσηρμοσμένον τελείως προς τας ιδικάς μου περί τέχνης ιδέας. Το πνεύμα, παρόμοιον προς τα μαυριτανικά ταύτα θυμιατήρια, συστρέφεται εν μέσω των φλογών και το παράδοξον της διακοσμήσεως ταύτης συντελεί εις το να μου παρασκευάση τελειότερον την πλήρη ατμοσφαίραν των ονειροπολήσεων, των ονείρων, προς τα οποία θα ταξιδεύσω πολύ ταχέως».

Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα εσταμάτησεν αιφνιδίως, αφήκε την κεφαλήν του να καταπέση και εφάνη ως να ήθελε ν' ακούση ένα κρότον τον οποίον δεν ηδυνάμην εγώ ν' ακούσω.

Είτα ανετινάχθη, παρετήρησε δεξιά και αριστερά και εψιθύρισε τους στίχους του Επισκόπου του Τσιστέστερ:

«Εκεί κάτω θα με περιμένης! Θα σπεύσω να σε ανεύρω εις την βαθείαν αυτήν κοιλάδα».

Μετά μίαν στιγμήν, ως να είχε ζαλισθή από το κρασί, επανέπεσε βαρύς επί του ανακλίντρου.

Βήματα γοργά ηκολούθησαν εις την κλίμακα, συνοδευθέντα από ένα κτύπημα εις την θύραν. Αμέσως δ' ηνοίχθη αύτη και υπηρέτης του μεγάρου Μεντόνι ωρμήσας εψέλλισε με φωνήν πνιγομένην από την συγκίνησιν τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις:

— Η κυρία μου! η κυρία μου! Δηλητηριασμένη, φαρμακωμένη! Ω! ωραία, ωραία Αφροδίτη!

Έκφρων, έτρεξα προς τον καναπέν και προσεπάθησα να εξυπνήσω τον κοιμώμενόν διά να του ανακοινώσω την τρομεράν είδησιν. Τα μέλη του όμως ήσαν ξυλιασμένα, τα χείλη του πελιδνά . . . τα λαμποκοπούντα άλλοτε μάτια ήσαν &σβυσμένα από τον Θάνατον.&

Ωπισθοχώρησα, κλονιζόμενος, προς την τράπεζαν. Η χειρ μου τότε σκούντησε ένα σπασμένο και μαυρισμένο ποτήρι και αιφνιδίως ολόκληρος η τρομερά αλήθεια έλαμψε προ των οφθαλμών μου.

Λ ί γ ε ι α

. . . «Και στο βάθος ευρίσκεται η θέλησις, η οποία ουδέποτε πεθαίνει. Ποίος γνωρίζει τα μυστήρια της θε- λήσεως και την δύναμίν της; Αυτός ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία με- γάλη θέλησις, η οποία επιβάλλεται επί παντός πράγματος διά μόνης της εντά- σεώς της. Οικεία βουλήσει παραδίδεται ο άνθρωπος εις τους αγγέλους, εάν δ' ο θάνατος είναι οριστικός δι' αυτόν, τούτο αποδοτέον μόνον εις το ασθενικόν της θελήσεώς του». Ιωσήφ Γλάνβιλ

Δεν δύναται η ψυχή μου ν' αναπολήση ακριβώς την εποχήν και το μέρος, ένθα κατά πρώτον έτυχε να ίδω την λαίδην Λίγειαν, διότι ο χρόνος και αι θλίψεις εξησθένισαν το μνημονικόν μου, πιθανόν δε εις τούτο να συνέτεινε και ο τρόπος, καθ' ον το αίσθημα εκείνο με είχε κυριεύσει, δηλαδή η βαθμιαία αυτού ανάπτυξις εν τη καρδία μου. Ενθυμούμαι όμως ότι πολλάκις ύστερον την είχα συναντήσει έν τινι μεγάλη και αρχαία πόλει ηρειπωμένη παρά τας όχθας του Ρήνου. Περί των γονέων της μου είχε νομίζω κάμει λόγον, διότι κατήγοντο, ως ενθυμούμαι, εξ αρχαίου γένους.

Λίγεια! Λίγεια! Αφωσιωμένος τότε εις τας μελέτας μου, ηρκούμην εις μόνον το γλυκύ της όνομα, όπως αναπλάσω εν τη φαντασία μου την μορφήν της· και τώρα δε, ενώ χαράσσω τας γραμμάς ταύτας, ενθυμούμαι αμυδρώς, ότι ουδέποτε είχον μάθει το πατρικόν της όνομα, αλλ' ουδέ καν ενθυμούμαι αν αυτό συνέβη εξ ιδιοτροπίας της Λιγείας μου ή εξ εμού, προς ένδειξιν αφοσιώσεως. Και μη απορήτε διά τούτο· διότι πώς να μη λησμονήσω τα αίτια, αφού αυτό τούτο το γεγονός αμυδρώς μόνον, ως είπα, διατηρείται εν τη μνήμη μου; Τω όντι όμως, άν ποτε η ωχρά Αστοφέτ των Αιγυπτίων με τας ζοφεράς πτέρυγας έχη παραστή εις γάμους κακών οιωνών, παρέστη και εις τους ιδικούς μου. Ό,τι όμως ενθυμούμαι καθαρώτατα είναι η εικών της Λιγείας μου· ήτο υψηλή το ανάστημα και λεπτοφυής, κατά δε τας τελευταίας ημέρας του βίου της είχε καταστή κάτισχνος, το βάδισμά της ήτον ήρεμον και μεγαλοπρεπές και περιεπάτει ελαφρά, ως σκιά, οσάκις δε εισήρχετο εντός του σπουδαστηρίου μου την ηννόουν μόνον εκ της επιθέσεως της χιονώδους χειρός της επί του ώμου μου. Η μορφή της δεν έφερε ποσώς τον κανονικόν εκείνον τύπον, τον οποίον ορίζουσιν ως πρότυπον καλλονής τα περί του αρχαίου κόσμου συγγράματα· αλλ' εν τούτοις ήτο θελκτικωτάτη και αιθερία. Ο λόρδος Βερούλαμ ορθώς αποφαίνεται περί καλλονής, ότι «δεν δύναται να υπάρξη καλλονή έκτακτος άνευ ιδιορρυθμίας τινός εν ταις αναλογίαις»· εγώ δε, μόλις είδα την ως εκ του παραδόξου της θαυμασίαν μορφήν της Λιγείας, εζήτησα ν' ανακαλύψω το παράδοξον τούτο και ακανόνιστον, το οποίον εύρισκα εν αυτή, εζήτησα δε αυτό επί του ανεπιλήπτου, ωχρού και ευρέος μετώπου της, επί του ομοίου προς το καθαρώτερον ελεφάντινον οστούν δέρματός της, επί της υπεράνω των κροτάφων προεξοχής και επί της βοστρυχώδους, μαύρης και στιλβούσης κόμης της, εις ην ήρμοζε πληρέστατα η ομηρική έκφρασις «κόμη υακίνθου»· παρετήρουν την τομήν της ρινός, το αδιοράτως γρυπόν αυτής και τους εναρμονίως καμπύλους ρώθωνας τους αποκαλύπτοντας πνεύμα ελεύθερον και υπερήφανον, και εις μόνα τα εβραϊκά ανάγλυφα εύρισκα παρομοίαν εντέλειαν· έπειτα εθεώρουν το θελκτικόν και θείον στόμα, τα εύγραμμα χείλη με το ζωηρόν των χρώμα και τους απαστράποντας οδόντας· εν τη πλατύτητι του πώγωνος ανεύρισκα την χάριν και μεγαλοπρέπειαν, την γλυκύτητα και το ελληνικόν πνεύμα, τον τύπον τέλος εκείνον, ον ο Απόλλων είχεν αποκαλύψει εν ονείρω εις τον Κλεομένην. Και επί τέλους εθαύμαζα τους μεγάλους της οφθαλμούς. Αλλά πού να εύρω το πρότυπον των οφθαλμών εκείνων, των μεγαλειτέρων παντός ανθρωπίνου οφθαλμού; ίσως εν αυτοίς εκρύπτετο το μυστήριον, περί του οποίου ομιλεί ο λόρδος Βερούλαμ. Ήσαν σχιστοί, ως οι ευμορφότεροι οφθαλμοί δορκάδος, εν στιγμαίς δε εξαιρετικής ζωηρότητος της Λιγείας, το γνώρισμά των τούτο με εξέπληττε παραδόξως, και παρίστατο αύτη τότε εν τη εξημμένη φαντασία μου ως η ακτινοβόλος Ουρί των Μωαμεθανών. Αι κόραι των οφθαλμών ήσαν λαμπρόταται και μαύραι, σκιαζόμεναι υπό μακρών μαύρων βλεφαρίδων, του αυτού δε χρώματος ήσαν και αι ολίγον ακανόνιστοι αυτής οφρύς· αλλά το παράδοξον το ενυπάρχον εντός των οφθαλμών τούτων δεν είχε ποσώς σχέσιν προς το σχήμα των, το χρώμα ή την λάμψιν, αποδίδω δε αυτό εξάπαντος εις την έκφρασιν. Α! πόσον η λέξις αύτη είναι κενή εννοίας! Είναι απλούς ήχος, ευρεία έκτασις, εν ή καταφεύγει όλη ημών η περί αΰλου άγνοια, Επί πόσας μακράς ώρας παρεδιδόμην εις μελέτας επί των ομμάτων εκείνων, και ποσάκις, επί ολόκληρον θερινήν νύκτα, προσεπάθουν να τους διερευνήσω. Αι κόραι εκείναι έκρυπτόν τι εις το βάθος των, αόριστον . . . . και αυτού του φρέατος του Δημοκρίτου βαθύτερον, και μετά πάθους είχα επιδοθή εις την ανακάλυψίν του. Οι οφθαλμοί της τέλος είχον καταστή δι' εμέ οι δίδυμοι αστέρες της Λήδας, και εγώ ο ενθερμότερος αυτών αστρολόγος.

Μεταξύ των πολλών ανωμάλων παθημάτων της ψυχής είναι και έν, εις άκρον καταπληκτικόν: Πολλάκις, προσπαθούντες ν' αναπολήσωμεν κάτι από πολλού λησμονηθέν, ευρισκόμεθα επ' αυτού του χείλους της μνήμης, χωρίς εν τούτοις να δυνάμεθα να το ενθυμηθώμεν. Το αυτό συνέβαινε και εις εμέ, ότε ανέλυα τους οφθαλμούς της Λιγείας· μοι εφαίνετο ότι προσήγγιζα εις την πλήρη κατανόησιν της εκφράσεώς των, και όμως δεν ηδυνάμην να γίνω κύριος αυτής, επί τέλους δε την απώλεσα ολοτελώς! Κατά ποίον δε παράδοξον μυστήριον ανεκάλυπτα εκφράσεις αναλόγους προς αυτήν και επί των κοινοτέρων ακόμη αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, ως και αίσθημά τι ανάλογον προς το υπ' αυτής προξενούμενον, το οποίον επίσης δεν ηδυνάμην να ορίσω ή αντιληφθώ σαφώς. Ανεύρισκα επί παραδείγματι τούτο εις την εντύπωσιν, ην μοι προυξένει άμπελος ταχέως αυξανομένη, χρυσαλλίς ιπταμένη, φάλαινα, ή ορμητικός χείμαρρος· το ανεύρισκα εις την θέαν του Ωκεανού, του πίπτοντος μετεώρου, και αυτού του βλέμματος υπεργήρων ατόμων, και εν τη διά τηλεσκοπίου θέα δύο αστέρων, και προ πάντων του ενός εξ αυτών, έκτου μεγέθους, διπλού και μεταβλητού την λάμψιν, ευρισκομένου παρά τον μέγαν αστέρα της Λήδας· επίσης εν τοις ήχοις εγχόρδων τινών οργάνων, και τέλος εν ταις περικοπαίς των αναγνώσεών μου· ενθυμούμαι μάλιστα χωρίον τι του Γλάνβιλ, όπερ μοι είχε προξενήσει ιδιάζουσαν εντύπωσιν και όπερ πάντοτε, ένεκα του ιδιορρύθμου του ίσως, παρήγεν εν εμοί το αυτό αίσθημα. «Και παραμένει εκεί αθάνατος η βούλησις, αλλ' ουδείς γνωρίζει τα μυστήριά της, όπως την ισχύν αυτής. Ο θεός είνε μεγάλη βούλησις, εισδύουσα πανταχού, ο δε άνθρωπος, ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του, υποτάσσεται εις τα πνεύματα και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον». Μετά καιρόν και κατόπιν άλλων σκέψεων κατήντησα να αποδίδω κάποιαν μακρυνήν σχέσιν μεταξύ του χωρίου τούτου και του χαρακτήρος εν μέρει της Λιγείας, διότι παράδοξος τις έντασις εν τοις έργοις, ταις σκέψεσι και τοις λόγοις αυτής μοι εφαίνετο αποτέλεσμα ή τουλάχιστον ένδειξις της γιγαντιαίας ισχύος του βουλητικού της, περί τούτου δε και θετικά δείγματα έλαβα κατά τας μακράς μετ' αυτής συνδιαλέξεις μου. Η κατά το φαινόμενον πάντοτε γαλήνιος Λίγεια ήτο το αθλιώτερον θύμα του ωμού πάθους, το μέγεθος δε αυτού υπελόγιζα εκ της θαυμασίας διαχύσεως των οφθαλμών της, οίτινες με έθελγον άμα και ενεποίουν τρόμον, εκ της μαγικής μελωδίας, του τόνου της καθαρότητος και εκ της αγρίας επενεργείας των παραδόξων αυτής λόγων, ων το αποτέλεσμα εδιπλασίαζεν η αντίθεσις της απαγγελίας. Αι γνώσεις της Λιγείας μου ήσαν άπειροι· εγνώριζε κατά βάθος τας κλασσικάς γλώσσας, εις δε τας νεωτέρας ουδέποτε την εύρον υποδεεστέραν των γνώσεων, ας εγώ κατείχα, και έλυε τα σκοτεινότερα των ακαδημαϊκών ζητημάτων, χωρίς ουδέποτε να σφάλλη. Πόσον η μοναδική αύτη ιδιοφυία της φύσεως της συζύγου μου τώρα ιδίως έχει καταπλήξει και υποτάξει την προσοχήν μου. Η παιδεία της, ως είπα, ήτο άπειρος και ουδεμίαν άλλην γυναίκα εγνώρισα κατέχουσαν τοσαύτας γνώσεις· αλλά και εκ των ανδρών ποίος ποτε διεξήλθε μετ' ίσης επιτυχίας το ευρύ πεδίον των ηθικών, φυσικών και μαθηματικών επιστημών; Δεν είχα τότε παρατηρήσει, ως τώρα βλέπω τούτο, ότι αι γνώσεις της Λιγείας ήσαν άπειροι και καταπληκτικαί, ησθανόμην όμως την μεγάλην υπεροχήν της, και μετά πίστεως μαθητού αφιέμην να με οδηγή εις το χάος των μεταφυσικών ερευνών, περί ας ενησχολούμεθα μετά ζήλου κατά τα πρώτα του γάμου μας έτη. Και τότε πλήρης θριάμβου, πλήρης ζωηρών τέρψεων και ελπίδων αιθερίων, έβλεπα διανοιγόμενον βαθμηδόν έμπροσθέν μου το μακρύ μονοπάτι, το λαμπρόν και απάτητον, δι' ου έμελλα επί τέλους να φθάσω εις σοφίαν τοσούτον θείαν και πολύτιμον· οπόση όμως υπήρξεν η θλίψις μου, ότε, μετά παρέλευσιν ετών τινων, είδα αφιπταμένας και εκλιπούσας τας ελπίδας μου ταύτας! Άνευ της Λιγείας ήμην ως παιδίον ψηλαφούν εν τω σκότει· αυτή μόνη ηδύνατο να διαχέη φως εις τα μυστήρια των μελετών ημών, άνευ δ' αυτής όλη εκείνη η πρότερον αιθερία και λαμπρά φιλολογία καθίστατο άχαρις και κατηφής.

Ήδη όμως οι ωραίοι της οφθαλμοί διέτρεχον ημέρα τη ημέρα σπανιώτερον τας σελίδας εκείνας· η Λιγεία ησθένησεν· οι παράδοξοι οφθαλμοί της εσπινθηροβόλουν, οι δάκτυλοι προσέλαβον την χροιάν διαφανούς κηρού και αι κυαναί φλέβες του μετώπου επάλλοντο μετά σφοδρότητος· προείδα τον προσεγγίζοντα θάνατον, και το πνεύμα μου επάλαιεν απελπιστικώς προς το μυσαρόν Αδραέλ.

Αλλά και αύτη, προς μεγάλην μου έκπληξιν, πάσαν προσπάθειαν κατέβαλλεν, όπως αποσοβήση τον θάνατον· υπέθετα, κρίνων τούτο εκ του χαρακτήρος της, ότι ήθελεν υποδεχθή αυτόν απαθώς, αλλ' ηπατήθην. Κατά την πάλην προς την σκιάν είχεν αντιτάξει αντίστασιν, ην αι λέξεις αδυνατούσι να εκφράσωσιν· εγώ δε εστέναζα εξ αδημονίας, βλέπων το οικτρόν εκείνο θέαμα, και εζήτουν να την παρηγορήσω και της επαναφέρω την γαλήνην, αλλά τόσον ήτο εν αυτή άγριος ο πόθος της ζωής και μόνης της ζωής, ώστε πάσα μου προσπάθεια θα ήτο αυτόχρημα αφροσύνη. Μεθ' όλας εν τούτοις τας βασάνους και ταραχάς του ανυποτάκτου πνεύματός της δεν απώλεσε ποσώς μέχρι τελευταίας πνοής την φαινομενικήν γαλήνην, η φωνή της καθίστατο βαθμηδόν βαθυτέρα και γλυκυτέρα, αλλ' απείχα του να ενδιατρίβω και επί της εννοίας των μετά τόσης γαλήνης προφερομένων εκείνων λόγων.

Το λογικόν μου συνεταράσσετο, οσάκις έτεινα το ους εις την υπεράνθρωπον μελωδίαν της φωνής της και εις τους πόθους και τας επιθυμίας εκείνης, τα οποία ουδέποτε έως τότε ους ανθρώπου είχεν ακούσει. Ότι με ηγάπα το εγνώριζα καλώς, εις στήθος δε, ως το ιδικόν της, ο έρως δεν ήτο δυνατόν να εμφωλεύη ως σύνηθες πάθος. Το μέγεθος όμως της εμπαθούς αυτής αφοσιώσεως κατενόησα προ πάντων κατά τας τελευταίας ημέρας του βίου της· επί ολοκλήρους ώρας κρατούσα την χείρα μου εντός της ιδικής της, μοι εξέχεε πλήμυρραν αισθημάτων, ενόησα δε τότε ότι τον διάπυρον πόθον της ζωής εξήγειρεν εν αυτή το πάθος του έρωτος, αλλ' έρωτος, φευ! μη ικανοποιηθέντος. Τον ακόνιστον δε και διάπυρον εκείνον πόθον του να ζήση και μόνον να ζήση δεν έχω λέξεις να τον εκφράσω. Ακριβώς το μεσονύκτιον της ημέρας, καθ' ην απέθανε, με εκάλεσε παρά την κλίνην της επισήμως, και μοι εζήτησε να τη επαναλάβω τους εξής στίχους, ους αύτη πρό τινων ημερών είχε συνθέσει:

«Ιδού, επήλθε, τέλος, νυξ πανηγύρεως μετά τους τελευταίους τούτους θλιβερούς χρόνους· πλήθος αγγέλων πτερωτών, φερόντων πέπλους και βρεχομένων από τα δάκρυα των, βλέπουσιν εντός θεάτρου δράμα ελπίδων και φόβων, ενώ εκ διαλειμμάτων η ορχήστρα ανακρούει την μουσικήν των σφαιρών».

«Μίμοι, κατ' εικόνα του Υψίστου, πετώσι, ψιθυρίζοντες και μορμυρίζοντες ταπεινοφώνως, περί την μίαν και την άλλην πλευράν, νευρόσπαστα άθλια, αγόμενα υπό την ισχυράν θέλησιν των αΰλων όντων, άτινα περιφέρουσι την σκηνήν από του ενός εις το άλλο μέρος, τινάσσοντα από των πτερύγων των την αόρατον Δυστυχίαν».

« Αλλ' ιδού έρπον τι ον, υπεισδύον από του ερήμου μέρους της σκηνής και διασχίζον τον όχλον των μίμων! Είναι ερυθρόν εξ αίματος και προχωρεί συστρεφόμενον. Συστρέφεται! Συστρέφεται! και οι μίμοι καθίστανται μετά θανασίμου αγωνίας βορά ιδική του, ενώ τα Σεραφείμ ολολύζουσι, βλέποντα τον σκώληκα αναμασώντα θρόμβους ανθρωπίνου αίματος.

«Όλα τα φώτα σβέννυνται, όλα εντελώς, και αι φρικιώσαι μορφαί καλύπτονται υπό της ορμητικώς καταπεσούσης αυλαίας, ενώ οι άγγελοι χλωμοί, ανεγειρόμενοι και αποκαλυπτόμενοι, βεβαιούσιν ότι το δράμα τούτο είναι τραγωδία, ήτις καλείται άνθρωπος, ήρως δε αυτής ο κατακτητής Σκώληξ».

— Ω! Θεέ! ανέκραξε μετά τους στίχους τούτους η Λίγεια, στηριζομένη επί των ποδών της και τείνουσα σπασμωδικώς τους βραχίονας προς τον ουρανόν· δεν θα ηττηθή ποτέ ο κατακτητής ούτος; δεν είμεθα μέρος και μόριόν Σου; Τις λοιπόν γνωρίζει τα μυστήρια της βουλήσεως, ως την ισχύν αυτής; ο άνθρωπος ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του υπείκει εις τους αγγέλους και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον.

Ταύτα ειπούσα, εξηντλημένη εκ της συγκινήσεως, αφήκε να καταπέσωσιν οι λευκοί της βραχίονες και επέστρεψεν εις την νεκρικήν της κλίνην. Την στιγμήν δε, καθ' ην έπνεε τα λοίσθια, ήκουσα να εξέρχεται από των χειλέων της συγκεχυμένος τις ψιθυρισμός, και τείνας το ους ήκουσα πάλιν τας τελευταίας λέξεις της περικοπής του Γλάνβιλ: «ο άνθρωπος ως εκ της αδυναμίας της βουλήσεώς του υπείκει εις τους αγγέλους και παραδίδεται καθ' ολοκληρίαν εις τον θάνατον».

Απέθανεν· εγώ δε, συντετριμμένος υπό λύπης και αδυνατών να υποφέρω την αποτρόπαιον μόνωσίν μου εν τη ηρειπωμένη εκείνη πόλει, αφ' ετέρου δε κατέχων εκ της Λιγείας σημαντικήν περιουσίαν, εζήτησα την ανακούφισιν επί τινας μήνας εις ανιαρά ταξίδια, έως ου εγκατέστην τέλος εις έρημον οίκημα, κείμενον επί τινος των πλέον ερήμων και ακαλλιεργήτων μερών της ωραίας Αγγλίας. Το εξωτερικόν του οικήματος τούτου ήτο εφθαρμένον και τα τείχη του εχλόαζον εκ της πολυκαιρίας· το εσωτερικόν όμως αυτού κατέγινα μετ' επιμονής όπως διακοσμήσω όσω το δυνατόν μεγαλοπρεπέστερον· την κλίσιν ταύτην είχα από παιδικής ηλικίας, ανεύρισκον δε ήδη αυτήν επί τη ελπίδι ίσως να διασκεδάσω τας θλίψεις μου.

Φευ! ηδύνατο ν' ανακαλύψη τις αρχάς παραφροσύνης εν εμοί, βλέπων τα μεγαλοπρεπή και φανταστικά παραπετάσματα, τα επιβάλλοντα αιγυπτιακά ανάγλυφα, τα αλλόκοτα έπιπλα, τα πλαίσια και τα επί των καταχρύσων ταπήτων παράδοξα αραβουργήματα! Το όπιον, εις ου την έξιν είχα από τινος παραδοθή, επενήργει, ώστε πάσα μου σκέψις ή πράξις να λαμβάνη την χροιάν των ονείρων, τα οποία μοι επέφερε. Παραλείπων την λεπτομερή αφήγησιν των τόσων άλλων μικρολογιών, θα περιορισθώ εις την περιγραφήν του κατηραμένου θαλάμου, εν ώ ωδήγησα την δευτέραν μου σύζυγον, την λαίδην Ροβέναν δε Τρεμαίν, ξανθήν και κυανόφθαλμον νεανίδα. Η διακόσμησις του νυμφικού εκείνου θαλάμου παραμένει εν πάση αυτής λεπτομερεία εις την μνήμην μου, και οσάκις την αναπολώ, μοι φαίνεται παράδοξον πώς οι γονείς της νέας απέβλεψαν εις μόνην την περιουσίαν μου και συνήνεσαν να εισέλθη η κόρη των ως νύμφη εις τοιούτον νυμφικόν θάλαμον. Η τεθλιμμένη μου μνήμη διατηρεί ζωηρότατα πάσας τας λεπτομερείας της διακοσμήσεως του παραδόξου εκείνου θαλάμου, αν και τόσα σημαντικά πράγματα διαφεύγωσιν αυτήν, εν ώ εν τη φανταστική πολυτελεία του θαλάμου δεν υπήρχε σύστημά τι ή αρμονία διά να δύναται η μνήμη να συγκρατή τας λεπτομερείας αυτής. Ο θάλαμος, αποτελών μέρος υψηλού και ως φρούριον ωχυρωμένου πύργου, ήτο πεντάγωνος και ευρύτατος, έν δε μόνον παράθυρον απετέλει όλην την δυτικήν πλευράν, καλυπτόμενον υπό μεγάλης υέλου, ης το θαμβόν χρώμα έρριπτεν εντός του θαλάμου ωχρόφαιον το φως του ηλίου ή της σελήνης. Υπεράνω αυτού εξετείνετο το δίκτυω του γηραιού κτήματος, συγκρατούμενον από του τείχους του πύργου. Η εκ μελανωπής δρυός και λίαν υψηλή οροφή του θαλάμου εσχημάτιζε θόλον και ήτο κεκοσμημένη διά των παραδοξοτέρων και φανταστικοτέρων κοσμημάτων, ρυθμού ημιγοτθικού και ημιδρυϊκού, από του κέντρου δε αυτής ανήρτητο διά χονδρής χρυσής αλύσεως λαμπτήρ επίσης χρυσούς, έχων σχήμα θυμιατηρίου, διά των αλλοκότων κεντημάτων του οποίου εξεχέετο ποικιλόχρουν φως. Διάφορα μέρη του θαλάμου ήσαν επιστρωμένα διά σπανίων ανατολικών σοφάδων, πολλαχού δε έκειντο λυχνίαι ανατολικού ρυθμού· η νυμφική κλίνη κατά τον ινδικόν ρυθμόν, χαμηλή και εκ γεγλυμμένου ξύλου εβένου, έφερεν ύπερθεν καταπέτασμα, όμοιον προς νεκρικήν σινδόνην. Αλλ' ό,τι κυρίως εξέπλησσε την φαντασίαν ήσαν, φευ! τα παραπετάσματα, άτινα εκάλυπτον καθ' ολοκληρίαν τα τεράστια εκείνα τείχη· το ύφασμα αυτών ήτο χρυσούν και βαρύτιμον λίαν, φέρον ακανονίστως μορφάς αλλοκότους, αι οποίαι ήλλασσον διαφόρους όψεις, αναλόγως του μέρους ένθα ίστατο ο παρατηρών. Ούτω, μόλις εισήρχετό τις, παρίσταντο αύται προ των ομμάτων του ως μορφαί τερατώδεις, εφ' όσον όμως προυχώρει, μετεβάλλοντο βαθμηδόν, ούτως ώστε ο θεατής, αλλάσσων θέσεις, έβλεπεν εαυτόν περιστοιχούμενον υπό σωρείας μυσαρών μορφών, ομοίων προς τα δημιουργήματα της δεισιδαιμονίας του Βορρά· σφοδρόν δε ρεύμα αέρος, εισερχόμενον τεχνηέντως διά του τοίχου όπισθεν των παραπετασμάτων, επέτεινε την φαντασμαγορίαν, παρέχον εις το όλον εμψύχωσιν τρομακτικήν και αποτρόπαιον. Τοιούτος ο θάλαμος, όπου διήνυσα τον πρώτον μήνα του γάμου μετά της δευτέρας μου συζύγου. Ουδόλως αμφέβαλλον ότι η σύζυγός μου Ροβένα εφοβείτο το άγριον ύφος μου, ότι με απέφευγε και ελαχίστην έτρεφε προς με αγάπην, αλλά τούτο με ηυχαρίστει. Την εμίσουν ως δαίμων μάλλον ή άνθρωπος, η δε μνήμη μου ενετρύφα αενάως εις την αναπόλησιν της προσφιλούς μοι Λιγείας, της σεβαστής και ωραίας νεκράς μου. Εβυθιζόμην εις αρρήτους απολαύσεις διά των αναμνήσεών μου, των αναμνήσεων της αγνότητος, της σοφίας και του περιπαθούς έρωτος.

Εφλεγόμην δι' αυτήν υπό πάθους σφοδροτέρου ίσως του ιδικού της, εν στιγμαίς μάλιστα διεγέρσεως, επερχομένης μοι εκ της χρήσεως του οπίου· την εκάλουν μεγαλοφώνως διά του ονόματός της εν τη σιγή της νυκτός και εις τα σκιερά καταφύγια των κοιλάδων κατά την ημέραν, ωσανεί διά της αγρίας ταύτης ενεργείας του σφοδρού μου πάθους έμελλον να την επαναφέρω εις την ζωήν, εξ ης είχεν απέλθει· διά παντός αρά γε; αλλ' ήτο δυνατόν; Κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου από του γάμου ημών μηνός η λαίδη Ροβένα προσεβλήθη υπό αιφνιδίας νόσου, διαρκεσάσης εφ' ικανόν, κατά τας δεινάς δε νύκτας του πυρετού εις λήθαργον διατελούσα παρελήρει, ομιλούσα περί ήχων και κινήσεων, ους ήκουεν αορίστως εν τω δωματίω, αλλά δεν προσείχα εγώ, αποδίδων τους λόγους της εις την εκ του πυρετού σύγχυσιν των ιδεών της και κυρίως εις την φαντασμαγορικήν επίδρασιν του θαλάμου. Μετά καιρόν τέλος ανέρρωσεν. Αλλά δεν παρήλθε πολύ χρόνος και νέα πάλιν προσβολή, σφοδροτέρα της πρώτης, έρριψε την Ροβέναν εις την θλιβεράν εκείνην κλίνην, και έκτοτε η σύζυγός μου, ούσα φύσει αδυνάτου κράσεως, δεν κατώρθωσε πλέον ν' ανακτήση την προτέραν υγείαν· ο χαρακτήρ του νοσήματος εγίνετο οσημέραι επιφοβώτερος, χωρίς να δύνανται οι ιατροί να παράσχωσι την παραμικράν βοήθειαν, και τέλος κατέστη τούτο χρόνιον, ενώ ταυτοχρόνως ήρχισε να προάγεται εν αυτή και νευρικός ερεθισμός, βαθμηδόν επιτεινόμενος, εξ ου τα κοινότερα των πραγμάτων τη είχον καταστή αντικείμενα τρόμου. Ωμίλει ήδη συχνότερον και μετά πλειοτέρου πείσματος περί ελαφρών κρότων και αλλοκότων κινήσεων επί των παραπετασμάτων, και έλεγεν ότι ταύτα ήσαν η κυρία αιτία του νοσήματός της. Νύκτα τινά μοι εζήτησε μετά περισσοτέρας ζωηρότητος να επιστήσω την προσοχήν μου επί των αφορήτων κρότων, οίτινες την συνετάρασσον· αφυπνίζετο εξ ύπνου ταραχώδους και, ημιεγερθείσα επί της κλίνης, μοι ωμίλει ταπεινοφώνως περί κρότων, ους δεν ηδυνάμην ν' ακούσω, περί κινήσεων, ας δεν ηδυνάμην να ίδω, καθ' ην στιγμήν εγώ, εξηπλωμένος επί τινος παρά την κλίνην της διβανίου, εξήταζα, κατεχόμενος υπό της αγωνίας αορίστου τρόμου, την αλλοίωσιν της ισχνής της φυσιογνωμίας. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός όπισθεν των παραπετασμάτων και εδοκίμασα να πείσω την ασθενή, μολονότι εγώ κατά βάθος εδίσταζα, ότι οι ανεπαίσθητοι ήχοι και αι αλλοιούμεναι μορφαί εν τω παραπετάσματι προήρχοντο εκ του όπισθεν πνέοντος ανέμου· η θανάσιμος όμως ωχρότης του προσώπου της με έπεισεν ότι μάτην προσεπάθουν να την εγκαρδιώσω. Εφαίνετο ότι έμελλε να λιποθυμήση, εγώ δ' έσπευσα να λάβω από του παρακειμένου θαλάμου φιαλίδιον ελαφρού οίνου, συστηθέντος υπό των ιατρών. Αλλ' ενώ διηρχόμην υπό το φως του λαμπτήρος εξεπλάγην ένεκα δύο αλλοκότων περιστατικών· ησθάνθην δηλαδή εγγίζον με ψηλαφητόν τι ελαφρώς αλλ' αόρατον ον, και ταυτοχρόνως είδα επί του τάπητος, ακριβώς επ' αυτού του κέντρου του φαεινού κύκλου, ον διέγραφεν επί τούτου το φως του λαμπτήρος, ασθενή και αόριστον σκιάν, ωραιοτάτου τύπου, την οποίαν μόνον ως σκιάς σκιάν ηδύνατό τις να εκλάβη. Διατελών όμως υπό την επίδρασιν του οπίου, ολιγίστην προσοχήν έδωκα, εις δε την Ροβέναν ουδ' ανέφερα περί αυτού.

Λαβών την φιάλην, επέστρεψα παρά τη συζύγω μου και έφερα εις τα χείλη της κύπελλον πλήρες οίνου, όπερ αύτη, συνελθούσα ήδη, εκράτησε διά των ιδίων χειρών, έπειτα δε εξηπλώθην πάλιν επί του σοφά και προσήλωσα το βλέμμα επ' αυτής.

Αίφνης τότε ήκουσα ευκρινώς ελαφρόν κρότον βημάτων επί του τάπητος και προς το μέρος της κλίνης· πάραυτα δε, ενώ η Ροβένα έφερε τον οίνον εις τα χείλη, είδα — ενδεχόμενον να ήτο πλάσμα της φαντασίας μου — είδα να πίπτωσιν εντός του κυπέλλου, ως από αοράτου πηγής, τρεις ή τέσσαρες σταγόνες υγρού διαυγούς και κοκκινωπού. Τας είδα, αλλ' εκείνη δεν τας είχεν ίδει, και έπιε τον οίνον αδιστάκτως, εγώ δε απεσιώπησα το συμβεβηκός, όπερ, μολονότι είχα ίδει εναργώς, εθεώρουν ως προϊόν φαντασίας εξημμένης, ης την νοσηράν ενέργειαν επέτεινον οι τρόμοι της συζύγου μου, το όπιον και η νυκτερινή ώρα. Ευθύς εν τούτοις ως η σύζυγός μου έπιεν, η κατάστασίς της εχειροτέρευσε καταπληκτικώς, την τρίτην δε νύκτα μετά το γεγονός οι υπηρέται προητοίμαζον τα του ενταφιασμού της· εγώ τότε, όλως μόνος προ του σαβανωμένου πτώματος της Ροβένας εντός του φανταστικού εκείνου θαλάμου, ενόμιζα — ίσως τούτο ήτο όνειρον προελθόν εκ του οπίου ότι αλλόκοτοι μορφαί συνεστρέφοντο ως σκιαί περί εμέ. Περιέφερα ανήσυχος το βλέμμα επί των μορφών του παραπετάσματος και των ποικιλοχρόων φώτων του λαμπτήρος, ζητών δε ν' αναπολήσω τα συμβάντα της παρελθούσης νυκτός, διηύθυνα κατά τύχην το βλέμμα επί του σημείου, ένθα είχα ίδει την σκιάν, αλλά δεν εύρον πλέον αυτήν εκεί, και, ανακουφισθείς ολίγον, έρριψα πάλιν το βλέμμα επί της εν τη κλίνη ωχράς και επιβαλλούσης μορφής· ησθάνθην τότε κυριευούσας με πληθύν αναμνήσεων της Λιγείας μου και την καρδίαν μου πλημμυρούσαν, με ορμήν παλιρροίας, υπό του αρρήτου άλγους, το οποίον επίσης με είχε καταλάβει και επί τω θανάτω εκείνης. Η νυξ προυχώρει και εγώ, κατεχόμενος υπό πικροτάτων σκέψεων, ων αντικείμενον είναι εκείνη, η μοναδική μου υπερτάτη λατρεία, έμενα με το βλέμμα προσηλωμένον επί του πτώματος της Ροβένας. Θα ήτο περίπου μεσονύκτιον, ότε αίφνης διέκοψε τους ρεμβασμούς μου λυγμός τις, ταπεινός και ελαφρός, αλλά λίαν ευδιάκριτος, από της νεκρικής κλίνης. Έτεινα το ους κατεχόμενος υπό της αγωνίας δεισιδαίμονος τρόμου, αλλ' ο κρότος είχε παύσει. Παρετήρησα το πτώμα μετ' επιμονής, αλλ' ουδέ την ελαχίστην κίνησιν ηδυνάμην να διακρίνω επ' αυτού. Εν τούτοις ήμην βέβαιος ότι δεν ηπατήθην. Είχα ακούσει εναργέστατα και εν πλήρει συναισθήσει εμαυτού. Συνεκέντρωσα λοιπόν μετά πείσματος την προσοχήν μου επί του πτώματος, και τω όντι διέκρινα καθαρώς ασθενέστατον και μόλις ορατόν ερύθημα, ανελθόν επί των παρειών της, και τας φλέβας των βλεφάρων της εξογκουμένας. Πιεζόμενος υπό απεριγράπτου φρίκης και τρόμου, ησθάνθην την καρδίαν μου συγκοπτομένην και τα μέλη του σώματος μου απονεκρούμενα· αλλ' επί τέλους ανέλαβα το θάρρος μου, σκεφθείς ότι η Ροβένα έζη και ότι ηπατήθην εκλαβών αυτήν ως αποθανούσαν, πάραυτα δε επεμελήθην κατά καθήκον όπως την επαναφέρω εις την ζωήν· επεδόθην δε εις τούτο όλως μόνος, διότι, μη έχων υπηρέτας πλησίον μου, δεν ηδυνάμην και να τους καλέσω, επειδή ουδ' επί στιγμήν ενόουν να ανέλθω εκ του θαλάμου, η δε φωνή μου δεν έφθανε μέχρι των δωμάτων των. Μετ' ου πολύ όμως το πτώμα επανήλθε και πάλιν εις την προτέραν του κατάστασιν, την επί των παρειών χροιάν αντικατέστησεν ωχρότης πλέον ή μαρμαρίνη, τα χείλη συνεσφίγχθησαν και ερρικνώθησαν νεκρικώς, εφ' όλου δε του σώματος διεχύθη θανάσιμος ψυχρότης. Ερρίφθην πάλιν φρικιών επί του διβανίου και αφέθην εις τας προτέρας μου περί Λιγείας ονειροπολήσεις. Μία ώρα διέρρευσεν ούτως, ότε αίφνης ακούω εκ νέου αόριστον κρότον επί της κλίνης. Έτεινα το ους μεθ' υπερτάτου φόβου. Ο κρότος προήρχετο εκ στεναγμού. Και πάλιν ώρμησα προς το πτώμα και είδα, είδα καθαρώς τα χείλη αυτού συσπώμενα, μετ' ου πολύ δε χαλαρωθέντα και αποκαλύψαντα λαμπράν σειράν μαργαριτωδών οδόντων. Η έκστασις και ο βαθύς τρόμος επάλαιον ήδη εν τω πνεύματί μου· η όρασίς μου εσκοτίσθη και το λογικόν με εγκατέλιπε, μόλις δε μετ' επίμονον αγώνα κατώρθωσα ν' ανακτήσω το θάρρος και να παράσχω συνδρομήν, την οποίαν εκ νέου ήδη μοι επέβαλλε το καθήκον. Το μέτωπον, αι παρειαί και ο λαιμός είχαν προσλάβει ελαφράν χροιάν ζωής, δι' όλου δε του σώματος εκυκλοφόρει θερμότης επαισθητή και η καρδιακή χώρα ανεκινείτο αδιοράτως υπό ελαφρών παλμών. Η σύζυγός μου έζη· και μετά πλειοτέρας ήδη ζέσεως προσεπάθουν να την αναστήσω εξ ολοκλήρου. Τη προσέτριψα τας χείρας και τους κροτάφους, και μετήλθα παν ό,τι εκ πείρας και εκ πολυαρίθμων ιατρικών μελετών εγνώριζα, αλλά μάτην· το ερύθημα και οι παλμοί και πάλιν εξηφανίσθησαν, τα χείλη ανέλαβον την προτέραν νεκρικήν έκφρασιν και εν μια στιγμή αποκατέστη και πάλιν επί του πτώματος η παγετώδης του θανάτου ψυχρότης, και προσέλαβεν ήδη τούτο τα χαρακτηριστικά σώματος προ πολλού ενταφιασθέντος. Και εγώ εβυθίσθην εκ νέου εις τας περί Λιγείας ονειροπολήσεις μου, ότε και πάλιν — βεβαιωθήτε ότι ακόμη φρικιώ ενώ χαράττω τας γραμμάς ταύτας — προσέβαλε το ους μου λυγμός από της κλίνης προερχόμενος. Αλλά τίνι τρόπω να εκθέσω τους ανεκφράστους τρόμους της νυκτός εκείνης; ν' αφηγηθώ ποσάκις αλλεπαλλήλως μέχρι της χαραυγής επανελήφθη το αποτρόπαιον δράμα της αναστάσεως, ήτις απέληγε πάντοτε εις θάνατον βεβαιότερον και πλέον ανεπανόρθωτον; ή να είπω ότι εκάστη αυτής νέα αγωνία ωμοίαζε προς πάλην κατ' αοράτου αντιπάλου, ης αποτέλεσμα ήτο νέα παράδοξος αλλοίωσις της φυσιογνωμίας του πτώματος;

Είχεν ήδη παρέλθει το πλείστον της φοβεράς νυκτός, ότε, Θεέ μου! — ήτο πραγματικόν ό,τι έβλεπα! — ότε το πτώμα εκ νέου ανεκινήθη, την φοράν δε ταύτην μετά πλειοτέρας ζωηρότητος, καίτοι αναλαμβάνον από βεβαιοτέρου και φρικωδεστέρου θανάτου. Αφ' ικανής ήδη ώρας εκοιτόμην ακίνητος επί του σοφά, καταβιβρωσκόμενος υπό των σφοδροτέρων συγκινήσεων, η ελαχίστη των οποίων ήτο υπέρτατος τρόμος. Το πτώμα, είπα, ανεκινήθη εκ νέου· το ερύθημα ανήρχετο επί του προσώπου μετά παραδόξου ενεργείας, τα μέλη εχαλαρούντο και, μολονότι τα πάντοτε κλειστά βλέφαρα και αι νεκρικαί ταινίαι παρίστων την Ροβέναν ως νεκράν, εφανταζόμην ότι η σύζυγός μου είχεν ήδη εντελώς αναβιώσει, Αλλ' ό,τι απλώς είχα φαντασθή είδα αυτό μετ' ου πολύ πραγματοποιούμενον, ότε η Ροβένα τυλιγμένη διά του σαβάνου ηγέρθη και, ταλαντευομένη, με βήμα ασθενές και τους οφθαλμούς κλειστούς, ως άνθρωπος διατελών εν ονείρω, προέβη μετά θάρρους εν τω μέσω του θαλάμου. Δεν ετρόμαξα, δεν εκινήθην καθόλου· σμήνος ανεκφράστων σκέψεων, παραχθεισών εν εμοί εκ της θέας του ύφους, της στάσεως και του βαδίσματος του φάσματος, εισέρρευσαν με ορμήν εν τω εγκεφάλω μου, με παρέλυσαν, με απελίθωσαν, Την εθεώρουν ακίνητος, ενώ επί των σκέψεών μου εβασίλευε παράφορος αταξία και ανήσυχος ταραχή. Ήτο αρά γε αύτη η ζώσα Ροβένα; ήτο πράγματι αύτη; η ξανθή και κυανόφθαλμος Ροβένα; Αλλά διατί, ναι, διατί ν' αμφιβάλλω περί τούτου; το στόμα, το οποίον ακόμη συνέσφιγγεν η νεκρική ταινία, πώς ήτο δυνατόν να μη ήτο το στόμα της; και αι παρειαί της, ναι, ήσαν ακριβώς αι ρόδιναι παρειαί της· και ο πώγων με τους λακκίσκους; Αλλ' είχε λοιπόν το ανάστημά της αναπτυχθή κατά την διάρκειαν της νόσου της; Επί τη σκέψει ταύτη κατεκυριεύθην πάραυτα υπό απεριγράπτου παραφοράς, και δι' ενός πηδήματος ευρέθην έμπροσθεν της, εκείνη όμως ωπισθοχώρησε, μόλις την επλησίασα, και αποκαλύψασα την κεφαλήν της από του σαβάνου αφήκε να καταπέση ατάκτως μακρά και άφθονος κόμη, κόμη μελανωτέρα της ως το πτέρωμα του κόρακος μαύρης του μεσονυκτίου ώρας. Και τότε ήρχισε ν' ανοίγη βραδέως, βραδέως τους οφθαλμούς.

— Α! Ανεκραύγασα, δεν απατώμαι πλέον! Είναι οι σχιστοί οφθαλμοί, οι μαύροι και παράδοξοι οφθαλμοί του απολεσθέντος έρωτός μου, της λαίδης, &της λαίδης Λιγείας!!&

Ο δαίμων της διαφθοράς

Εις την σπουδήν των ιδιοτήτων και των τάσεων, των πρώτων ελατηρίων της ανθρωπίνης ψυχής, οι φρενολόγοι παρέλειψαν να περιλάβουν μίαν φυσικήν κλίσιν, η οποία αν και υπάρχη εναργέστατα, αλλ' όμως ελησμονήθη ακόμη και από όλους τους ηθικολόγους, οι οποίοι προηγήθησαν των φρενολόγων. Η ατασθαλία του λογικού μας υπήρξεν αιτία της παραλείψεως. Το να έχωμεν αφήσει την ύπαρξίν της να κρύπτεται από τα μάτια μας, τούτο προέκυψεν από έλλειψιν πίστεως — πίστεως εις την αποκάλυψιν ήτοι εις την μαγείαν — να έχωμεν πίστιν, ότι θα εννοήσωμεν από εδώ την πίστιν εν τη αποκαλύψει, είτε την πίστιν εν τη μαγγανεία.

Η ιδέα δεν παρουσιάσθη ποτέ εις το πνεύμα μας εξ αιτίας του περιττεύοντος χαρακτήρος ον έχει η τάσις αυτή, η κλίσις αυτή δεν ανταπεκρίνετο εις καμμίαν ανάγκην τίποτε δεν μας επέτρεπε λοιπόν να την θεωρώμεν ως αναγκαίαν· αν η γνώσις του πρώτου ελατηρίου επεβάλλετο αφ' εαυτής, δεν θα κατορθώναμεν όμως ούτε θα κατορθώσωμεν μέχρι σήμερον να εννοήσωμεν κατά ποίον τρόπον θα ημπορούσε να χρησιμεύση εις τους σκοπούς μας. Είτε προσκαίρως είτε αιωνίως εις τους σκοπούς της ανθρωπότητος. Δεν ημπορεί ν' αρνηθή κανείς ότι η φρενολογία, όπως επίσης κατά το πλείστον και πάντα τα συστήματα της μεταφυσικής, διετυπώθη κατά την μέθοδον του εκ των προτέρων συλλογισμού. Ο άνθρωπος που σκέπτεται διά τον νουν ή τον λόγον — περισσότερον από τον άνθρωπον που περιορίζεται να εννοή και να παρατηρή — προσπαθεί να φαντασθή από παντού τα σχέδια του Θεού, και να του αποδώση σκέψεις.

Αφού αντελήφθη καλά τας προθέσεις του Ιεχωβά, κατασκευάζει επ' άπειρον συστήματα διά την φύσιν του πνεύματος. Όσον διά την φρενολογίαν, παραδείγματος χάριν, έχομεν κατά πρώτον λόγον καθορίσει — όπως είναι εξ άλλου φυσικόν — ότι η πρόθεσις της προνοίας ήτο να τρώγη ο άνθρωπος. Εδώκαμεν λοιπόν εις τον άνθρωπον έν όργανον τροφής, και το όργανον αυτό είναι το μαστίγιον με το οποίον ο Θεός αναγκάζει τον άνθρωπον να τρώγη, είτε θέλει, είτε δεν θέλει.

Η δευτέρα μας ανακάλυψις απέδιδεν εις τα σχέδια του Θεού και τον σκοπόν που είχε διά τον άνθρωπον προς διαιώνισιν του είδους του, και κατά πλειονοψηφίαν σχεδόν, εύρομεν εις τον σκοπόν αυτόν την έδραν πάσης συμπαθείας· και ούτω καθεξής διά την βιοπάλην, την ιδεολογίαν, την δημιουργικότητα· κάθε όργανον με μια λέξι ανταπεκρίνετο είτε εις ένα ηθικόν ένστικτον, είτε εις επιτηδειότητα καθαρώς πνευματικήν. Και εις την τοιαύτην κατανομήν των νόμων της ανθρωπίνης δράσεως, οι μαθηταί του Σπουρτσχάιμ αδίκως ή παραλόγως, γενικώς ή ειδικώς, δεν έκαμαν άλλο παρά ν' ακολουθήσουν, τουλάχιστον κατ' αρχήν, τα ίχνη των προηγουμένων των, καθορίζοντες κάθε σημείον εξ υπαγωγής κατά την ιδέαν μιας εκ των προτέρων γνωστής μοίρας των ανθρώπων, και λαμβάνοντες ως βάσιν τους σκοπούς του Δημιουργού.

Φρονιμώτερα και ασφαλέστερα θα ήτο να θεμελιώσουν την ταξινόμησιν αυτήν (εάν και πάλιν είναι αναγκαία η τάξις) επί του γεγονότος ότι πολλαί πράξεις του ανθρώπου προέρχονται εκ συνηθείας, καί τινες άλλαι είναι εξαιρετικαί, και μόνον εξαιρετικαί, αντί να την θεμελιώσουν επί της ιδέας, ότι η θεότης προέγραψεν εκ των προτέρων την εκπλήρωσιν των γεγονότων τούτων. Εάν δεν δυνάμεθα να μάθωμεν τον Θεόν εις τα ορατά του έργα, τι θα κάμωμεν διά τα ανεξιχνίαστα σχέδιά του τα οποία προκαλούν εις την ζωήν αυτά ταύτα τα έργα; Εάν δεν δυνάμεθα να εισχωρήσωμεν εις τα αντικειμενικά του έργα, πώς θα εγνωρίζαμεν τας υποκειμενικάς διαθέσεις του και τας φάσεις της δημιουργίας του;

Εάν μετεχειρίζοντο την επαγωγήν, δηλαδή την μέθοδον εκ των υστέρων, οι φρενολόγοι θα παρεδέχοντο ως έμφυτον και κύριον νόμον της ανθρωπίνης δράσεως κάτι το παράδοξον, το οποίον θα το ωνομάζαμεν &διαστροφήν&, εκτός εάν υπάρχη και άλλη λέξις η οποία χαρακτηρίζει καλύτερα την σκέψιν μου. Με την σημασίαν που αντιλαμβάνομαι την λέξιν αυτήν, φανερώνει αύτη πραγματικώς ένα ελατήριον άνευ αιτίου, ένα αίτιον στερούμενον αιτίας. Σύμφωνα με την υποβολήν εργαζόμεθα χωρίς καταληπτόν σκοπόν, ή άλλως διότι τα λόγια αυτά θα φανούν αναμφιβόλως αντικρουόμενα ημπορώ να μεταβάλω την πρότασιν δίδων τοιαύτην μορφήν: Σύμφωνα με την υποβολήν εργαζόμεθα διά μόνον το αίτιον άνευ ουδενός σκοπού. Θεωρητικώς δεν υπάρχει λόγος μάλλον άλογος. Αλλά πρακτικώς, τίποτε δεν είναι ισχυρότερον. Μερικά πνεύματα εις μερικάς περιστάσεις είναι απολύτως αδύνατα ν' αντισταθούν. Το γεγονός ότι αναπνέω δεν είναι δι' εμέ ακριβέστερον από αυτό: η αλήθεια είναι ότι μία οιαδήποτε πράξις, ένα κακόν ή ένα σφάλμα είναι πολλάκις η μόνη και αναντίρρητος δύναμις, η οποία μας ωθεί, και η οποία μόνη μας ωθεί εις την εκπλήρωσιν. Και αυτή η βιαία τάσις διά να κάμωμεν το κακόν από την αγάπην προς το κακόν δεν δέχεται την ανάλυσιν ή την αποσύνθεσιν εις δευτερεύοντα στοιχεία. Είναι ένα ελατήριον, ριζικόν, κύριον, — στοιχειώδες. Δεν θα παραλείψω να προσθέσω ότι, εάν η ιδική μας επιμονή προς ωρισμένην δράσιν προέρχεται εκ του ότι αισθανόμεθα ότι η επιμονή μας αύτη είναι ένοχος, η διαγωγή μας τότε είναι απλή μεταβολή των συνηθειών μας συνεπεία φρενολογικής διαμάχης. Αλλ' αρκεί μία στιγμή ν' αποκαλύψωμεν το ψεύδος της ιδέας αυτής. Η κατά φρενοπάθειαν πολεμικότης έχει ως κύριον λόγον την ανάγκην της αμύνης, οία είναι προφύλαξίς μας, λόγου χάριν, κατά του αδίκου . . . Ο νόμος ούτος αφορά αποκλειστικώς την ιδικήν μας βελτίωσιν και την επιθυμίαν προς αυτήν. Έπεται λοιπόν ότι και η επιθυμία της βελτιώσεως θα τροποποιήται εκ παραλλήλου με πάντα άλλον νόμον ο οποίος δεν θα ήτο άλλο τι ειμή μία παραλλαγή της φρενοπαθούς πολεμικότητος. Αλλ' εις την περίστασιν αυτήν, την οποίαν χαρακτηρίζω υπό το όνομα δ ι α σ τ ρ ο φ ή, όχι μόνον η επιθυμία της διατηρήσεως του γένους δεν είναι εις κίνδυνον, αλλ' απεναντίας έν αίσθημα όλως αντίθετον τώρα μόλις λαμβάνει την γένεσιν. Μία έρευνα της ιδικής μας συνειδήσεως είναι προ παντός, ο καλύτερος τρόπος ν' αρνηθώμεν το συζητούμενον επιχείρημα. Όποιος έχει πλήρη εξουσίαν επί της ψυχής του και την εξετάζει κατά βάθος, δεν δύναται ν' αρνηθή την ριζικήν υπόστασιν της περί ης πρόκειται ροπής. Είναι ολιγώτερον πασιφανής ή ακατάληπτος. Δεν ευρίσκεται ανθρώπινον ον, το οποίον εις οιανδήποτε στιγμήν της ζωής δεν εβασανίσθη, παραδείγματος χάριν από την ζωηράν επιθυμίαν του να σκανδαλίση τον ακροατήν του με περιφράσεις. Εκείνος που ομιλεί έχει την συνείδησιν ότι δυσαρεστεί, έχει την μεγαλειτέραν πρόθεσιν να ευχαριστή· είναι συνήθως σύντομος, ακριβής και διαυγής. Η μάλλον λακωνική και φωτεινή έκφρασις τού έρχεται εις τα χείλη και ζητεί να βγη. Αναγκάζεται να μεταχειρισθή βίαν διά να της απαγορεύση την δίοδον· φοβείται και θα ήθελε να προφυλαχθή την αγανάκτησιν του ακροατού. Εν τούτοις είναι υποτελής της ιδέας αυτής, η οποία με τας περιφράσεις και τας παρενθέσεις, γεννά την προστριβήν αυτήν. Η ιδέα αυτή αρκεί: η κλίσις μεταμορφώνεται εις σχέδιον, το σχέδιον εις επιθυμίαν, η επιθυμία εις ανάγκην ακατανίκητον, και η ανάγκη αυτή (με μεγάλην μας θλίψιν, διά τας συνεπείας που θα πηγάσουν) πρέπει να ικανοποιηθή. Είμεθα λοιπόν προ ενός έργου που πρέπει να εκτελεσθή εις βραχύτατον διάστημα. Δεν αγνοούμεν ότι μία επιβράδυνσις θα είναι ολεθρία. Είναι η κυρία κρίσις της υπάρξεώς μας: ως μία φωνή σάλπιγγος, μας συνιστά την άμεσον ενέργειαν και δράσιν. Καιόμεθα, αγανακτούμεν από ανυπομονησίαν να πραγματοποιήσωμεν το έργον αυτό. Η εικασία μόνη των λαμπρών αποτελεσμάτων αρκεί ν' ανάψη την ψυχήν μας. Πρέπει, πρέπει απολύτως ν' αρχίσωμεν το έργον αυτό την ιδίαν ημέραν και εν τούτοις αναβάλλομεν διά την αύριον. Διατί; Δεν ημπορούν παρά ν' απαντήσουν ως εξής: ο λόγος είναι διότι εννοούμεν ότι αυτό είναι διεστραμμένον — διά να μεταχειρισθώ την λέξιν χωρίς να δώσω και την ακριβή σημασίαν. Έρχετται η αύριον και μαζί με αυτήν μία μεγαλειτέρα ανησυχία η οποία μας ωθεί να πράξωμεν το καθήκον μας· αλλ' εν όσω αυξάνει αυτή η στενοχωρία, υπάρχει μία ανώνυμος και αληθώς τρομακτική επιθυμία, σχεδόν απαραβίαστος, μία ακόρεστος επιθυμία ν' αυξήσωμεν ακόμη την αναβολήν μας. Κάθε στιγμή που περνά αυξάνει και την δύναμιν της επιθυμίας αυτής. Διαθέτομεν ακόμη μίαν τελευταίαν ώραν προς δράσιν. Φρικιώμεν υπό την βίαν της μάχης, η οποία θέτει εν ημίν εις αγώνα το ωρισμένον και το αόριστον, την πραγματικότητα και την σκιάν. Αλλ' εάν η μάχη έφθασεν εις αυτό το σημείον, τότε θα υπερισχύση η σκιά, μάτην δε αγωνιζόμεθα. Η καμπάνα αντηχεί, είναι η πένθιμος κωδονοκρουσία της παρελθούσης ευτυχίας μας. Είναι ακόμη η κραυγή του πετεινού διά την σκιάν που τόσον μας παρέλυσεν. Ίσταται, σβύνεται, είναι η απελευθέρωσις! Η παλαιά δράσις μας ενεφανίσθη. Θα εργασθώμεν του λοιπού. Αλλοίμονον! Είναι πολύ αργά!

Είμεθα ορθοί εις το χείλος ενός κρημνού. Αισθανόμεθα την άβυσσον και μας πιάνει ζαλάδα και ίλιγγος. Το πρώτον μας μελέτημα είναι ν' απομακρυνθώμεν από τον κίνδυνον. Αλλά χωρίς κανένα πιθανόν αίτιον παραμένομεν εις την θέσιν. σιγά-σιγά, και διαδοχικώς, η ζάλη μας, ο ίλιγγός μας και η φρίκη μας πυκνούνται εις το σκοτεινόν νέφος ενός αμνημονεύτου αισθήματος. Με διαβαθμίσεις μάλλον ανεπαισθήτους ακόμη, το νέφος αυτό λαμβάνει μίαν μορφήν, όπως ο ατμός επάνω από την φιάλην οπόθεν αναβρύει το πνεύμα των χιλίων και μιας αραβικών νυκτών. Αλλ' από το πνεύμα μας, εις το χείλος της αβύσσου βγαίνει μία μορφή επί μάλλον και μάλλον απτή και τρομερά και όλα τα πνεύματα και όλοι οι δαίμονες των παραμυθιών· και εν τούτοις δεν είναι παρά μία ιδέα, αλλά μία ιδέα τρομερά, μία ιδέα που παγώνει μέχρι του μυελού των οστέων σας, και σας υποβάλλει τας αγρίας ηδονάς της φρίκης. Απλούστατα είναι η σκέψις του τι θα αισθανθώμεν πίπτοντες από ένα τόσον μεγάλο ύψος. Και η πτώσις αυτή, η αιφνίδια εκμηδένισις, διά μόνην την αιτίαν ότι παράγεται απ' αυτήν το μάλλον οδυνηρόν και το μάλλον φρικώδες από όλα τα φρικώδη και όλα τα φοβερά οράματα του θανάτου και της θλίψεως, όσα ποτέ παρουσιάσθησαν εις την φαντασίαν μας — διά μόνην αυτήν την αιτίαν μας είναι επιθυμητή έκτοτε υπερβολικά. Και το γεγονός ότι η κρίσις μάς απομακρύνει από το χείλος της αβύσσου μας προσεγγίζει εις αυτήν με μεγαλυτέραν δύναμιν. Δεν υπάρχει πάθος εις την φύσιν σατανικώτερον και μάλλον ανυπόμονον από το πάθος ενός ανθρώπου, ο οποίος, ενώ φρικιά εις το χείλος μιας αβύσσου, ονειρεύεται να πέση εις αυτήν. Το να σκεφθώμεν τώρα, ή να προσπαθήσωμεν να σκεφθώμεν, έστω και μίαν στιγμήν, σημαίνει ότι θα καταστραφώμεν αναντιρρήτως, διότι η σκέψις μας πιέζει ν' αποφύγωμεν τον κίνδυνον, και αυτή αρκεί πάλιν να μας καταστήση ανικάνους. Εάν δεν ευρίσκεται εκεί ο βραχίων ενός φίλου να μας συγκρατήση, ή, εάν δεν προβώμεν αιφνιδίως εις μίαν προσπάθειαν οπισθοχωρήσεως, θα κρημνισθώμεν αυθωρεί και θα συντριβώμεν.

Αναλύοντες τας πράξεις αυτάς και όλας τας άλλας του αυτού είδους, θα παρατηρήσωμεν ότι προέρχονται μόνον εκ του πνεύματος &της διαστροφής&. Εννοούμεν ότι δεν πρέπει να τας πραγματοποιήσωμεν, και είναι ο μόνος λόγος διά τον οποίον τας πραγμαποιούμεν. Πέραν του λόγου αυτού δεν ημπορούμεν να εύρωμεν νοητόν νόμον και θα ημπορούμεν ανεπιφυλάκτως να θεωρήσωμεν την διαστροφήν αυτήν ως μίαν απ' ευθείας υποβολήν του βασιλέως του Άδου, εάν δεν υπήρχε βεβαιωμένον ότι είς τινας περιστάσεις γίνεται αύτη χάριν του καλού.

***

Ό,τι σας ανέπτυξα διεξοδικώς, σας το ανέπτυξα διά να μου επιτρέψετε οπωσδήποτε να σας απαντήσω εις το ερώτημά σας — να σας εξηγήσω διατί είμαι εδώ και να σας καταστήσω γνωστόν το τι δύναται επί του παρόντος να δικαιολογήση τα δεσμά αυτά, διά των οποίων τυραννούμαι, και την παρουσίαν μου εις το κελλί αυτό του καταδίκου. Άνευ των μακρών αυτών εξηγήσεων ή δεν θα με είχετε εννοήσει καθ' όλην την γραμμήν, ή μάλλον, όπως όλος ο κόσμος, θα με εκλάβετε ως τρελλόν.

Και ιδού σεις, διά ν' απαλλαγήτε ευκολώτερα από εμέ, θα με θεωρήσετε ότι είμαι ένα από τα άπειρα θύματα του δαίμονος της &διαστροφής&. Δεν υπάρχει άλλη πράξις που να εμελετήθη μάλλον επισταμένως. Επί εβδομάδας όλας, επί μήνας, εστάθμισα τους διαφόρους τρόπους προς πραγματοποίησιν της δολοφονίας αυτής Απεμάκρυνα πολλά σχέδια, διότι η εκτέλεσίς των ενείχεν έστω και έν ενδεχόμενον ανακαλύψεως. Μίαν ημέραν τέλος, όταν εδιάβαζα γαλλικά απομνημονεύματα, συνήντησα περίπτωσιν ασθενείας οιονεί θανατηφόρου, που επήλθεν εις μίαν κυρίαν Πιλώ, εξ αιτίας ενός τυχαίως δηλητηριώδους κηρίου. Αμέσως η ιδέα αυτή εδέσποσε της φαντασίας μου. Εγνώριζα ότι το θύμα μου είχε την συνήθειαν να μελετά κλινήρες. — Εγνώριζα εξ άλλου ότι το δωμάτιόν της ήτο πνικτικόν και κακώς αερισμένον. Αλλά δεν είναι ανάγκη να σας επιβαρύνω με ανωφελείς λεπτομερείας, ούτε να σας περιγράψω τα εύκολα στρατηγήματα διά των οποίων κατώρθωσα ν' αντικαταστήσω το κηρί του κηροπηγίου με άλλον ιδικόν μου. Την επαύριον πρωίαν εύρον το πρόσωπον νεκρόν εις το κρεββάτι, και η ιατροδικαστική γνωμάτευσις ήτο ότι: «απέθανεν από την επίσκεψιν του Θεού».

Εκληρονόμησα την περιουσίαν του και εκαλοπερνούσα επί πολλά έτη. Ούτε μίαν φοράν δεν επέρασεν από το μυαλό μου ότι ήτο δυνατόν ν' ανακαλυφθή το έγκλημα. Εξηφάνισα επιμελώς και τα υπόλοιπα του κηρίου. Δεν άφησα να υπάρχη ούτε η παραμικροτέρα σκιά υπονοίας, ούτε κατά φαντασίαν, ότι εγώ εδολοφόνησα την γυναίκα. Δεν ημπορεί να φαντασθή κανείς τι μεγάλο αίσθημα ικανοποιήσεως εβλάστανεν εις την καρδίαν μου όταν εφανταζόμην την τελείαν ευμάρειαν της καταστάσεώς μου. Επί πολύ ακόμη εσυνήθισα να ευχαριστούμαι εις το αίσθημα αυτό. Μου παρείχε μεγαλυτέρας ευχαριστήσεις από όλα τα υλικά καλά που το έγκλημα μού έγινεν η πηγή των. Αλλ' ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν η στιγμή όπου η ευχαρίστησις αυτή μετεβλήθη σχεδόν με ανεπαισθήτους βαθμούς εις μίαν τυραννικήν και διεστραμμένην σκέψιν, και η οποία με εκούραζε διότι με ηνώχλει. Μόλις μου επέτρεπε μίαν στιγμήν αναπαύσεως. Είναι πράγμα κοινότατον να έχωμεν τα αυτιά μας κουρασμένα ή μάλλον την μνήμην από ένα είδος βόμβου, ως αντήχησιν ενός αθλίου άσματος, ή κομματιού όπερας με χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Και η νευρική ταραχή δεν είναι μικροτέρα όταν το τραγούδι έχει μίαν ιδικήν του αξίαν, ή εάν το ύφος της όπερας έχη κάποιαν αξίαν.

Έτσι λοιπόν ήρχισα να μελετώ και εγώ την ευμάρειάν μου και να επαναλαμβάνω με χαμηλήν φωνήν την φράσιν αυτήν : «Δεν έχω τίποτε να φοβηθώ».

Μίαν ημέραν, όταν περιεφερόμην κατά μήκος των οδών, επρόφερα σχεδόν με υψηλήν φωνήν τας συνήθεις συλλαβάς. Με μίαν ασυνήθη ευστροφίαν τας επανέλαβα υπό νέαν μορφήν. Δεν έχω να φοβηθώ, — δεν έχω τίποτε να φοβηθώ — μάλιστα, — εφ' όσον δεν θα κάμω την ανοησίαν να καταγγελθώ εγώ ο ίδιος.

Μόλις απήγγειλα τας λέξεις αυτάς, οπότε ένοιωσα να μου περνά πάγος την καρδιά μου.

Είχα μορφώσει κάποιαν πείραν από τας εξάρσεις αυτάς της διαστροφής, αι οποίαι μ' εβασάνιζαν όταν επεχείρουν ν' αναλύσω την φύσιν, και δεν υπωπτευόμην καν ότι δεν θα ημπορούσα καθ' οιονδήποτε λόγον να κατανικήσω τας επιθέσεις των. Και ιδού ότι η πρόσκαιρος αυθυποβολή — το δυνατόν του να καταγγελθώ ο ίδιος — με συνώρευε με την σκιάν αυτήν του θύματός μου και με τραβούσε προς τον θάνατον. Πρώτα-πρώτα επεχείρησα ν' αποσείσω τον λήθαργον αυτόν. Ήρχισα να βαδίζω νευρικά — γρηγορώτερα — ταχύτερα ακόμη — και τέλος ήρχισα να τρέχω. Εδοκίμασα την καταστρεπτικήν ανάγκην να φωνάξω με όλας μου τας δυνάμεις. Κάθε επιδρομή νέας σκέψεως μου προσέθετε και νέους τρόμους. Διότι, αλλοίμονον, ήξευρα πολύ καλά ότι πάσα σκέψις, εις την κατάστασιν που ήμουν, εσήμαινε και την καταστροφήν μου. Σαν ένας τρελλός, επηδούσα από τους δρόμους γεμάτους από ανθρώπους. Τέλος οι διαβάται ετρόμαξαν και ήρχισαν να με καταδιώκουν. Καταλάβαινα τότε ότι η δυστυχία μου επλησίαζεν. Εάν ημπορούσα να ξεσχίσω την γλώσσαν μου θα το έκαμνα. Αλλά μία αγρία φωνή ήχησεν εις τα αυτιά μου, και ένα χέρι ακόμη αγριώτερον με άρπαξεν από τον ώμο. Εγύρισα πίσω, εζήτησα ν' αναπνεύσω και πάλιν. Μίαν στιγμήν υπέστην όλην την φρίκην του πνιγμού· έγινα τυφλός, κουφός, ανόητος· και μοι εφάνη ότι ένας δαίμων αόρατος μου έδινεν από πίσω μια γερή γροθιά. Το μυστικόν, που τόσον καιρόν ήτο κρυμμένον, εβγήκεν από την ψυχήν μου.

Φαίνεται ότι εξεφράσθην με μίαν πολύ καθαράν φωνήν, με ένα διαυγή τονισμόν, και με μίαν μεγάλην ταχύτητα, ωσάν εφοβούμην μήπως διακοπώ προ του τέλους της σύντομης διακηρύξεώς μου, αλλά και θεμελιώδους, αφού με έκαμνε λείαν του δημίου και του Άδου.

Όταν είπα παν ό,τι ήτο αναγκαίον διά να πείσω πληρέστατα την δικαιοσύνην, έπεσα με τα μούτρα χάμω, λιπόθυμος.

Αλλά διατί να είπω περισσότερα; Τώρα ιδού φορτωμένος αλυσίδες εις την φυλακήν αυτήν. Αύριον θα είμαι ελεύθερος. Αλλά πού;

Χοπ-Φρωγκ

Δεν εγνώρισα ποτέ πρόσωπον έχον μεγαλυτέραν από τον βασιλέα αυτόν κλίσιν εις τας απολαύσεις της φάρσας. Εφαίνετο ότι δεν ζη παρά διά να κάμνη φάρσας. Το να διηγηθή κανείς μίαν ιστορίαν του είδους αυτού, και να την διηγηθή μάλιστα καλώς, ήτο η ασφαλεστέρα οδός προς την εύνοιάν του.

Και ιδού πώς εφρόντιζε οι επτά υπουργοί του να είναι βαρυσήμαντοι άνθρωποι τόσο με υπουργικό ταλέντο, όσο και ως φαρσέρ. Όλοι ήσαν ζωηραί αντιγραφαί της Α. Μεγαλειότητος, τόσον διά το πλάτος των, την πολυσαρκίαν των και το ξύγκι των, όσον και διά τα αμίμητα ταλέντα των ως κωμικά πρόσωπα. Ότι πρέπει να είναι κανείς χονδρός διά να κάνη φάρσας, ή ότι να υπάρχη ίσως ωρισμένον το πάχος, το οποίον και μόνον διαθέτει διά την φάρσαν, ποτέ δεν ευρέθην εις κατάστασιν να το λύσω· αλλ' είναι πλέον ή βέβαιον ότι ένας λεπτοκαμωμένος farceur είναι ένα rara avis in terris.

Δι' ό,τι ανήκει εις τας λεπτάς υποχρεώσεις του κωμικού ο βασιλεύς δεν είχε καμμίαν σκοτούραν. Όσον διά την φάρσαν, την έκρινε περισσότερον διά το πλάτος, και ευχαριστείτο διά το μήκος της από έρωτα προς την τέχνην. Αι λεπτότητες τον εκούραζαν. Προτιμότερον ανάστημα εθεώρει τον Γαργαντούα του Ραμπελαί και τον Ζαντίκ του Βολταίρου, και υπεράνω όλων αι φάρσαι με δράσεις ήσαν προτιμότεραι κατά την αισθητικήν του παρά αι ευθυμολογίαι με λόγια.

Εις την εποχήν που αναφέρεται η ιστορία μου, οι επιστημονικοί γελωτοποιοί δεν ήσαν ακόμη τότε του συρμού. Πολλαί μεγάλαι «δυνάμεις» της Ευρώπης είχον ακόμη τους τρελλούς των, οι οποίοι έφερον ακόμη ενδύματα κεντημένα με κουδουνιστά βραχιόλια, και οι οποίοι έπρεπε να ήσαν πάντοτε έτοιμοι να παρέχουν αμέσως επίκαιρα σκώμματα ως αντάλλαγμα των δώρων, τα οποία έπιπτον από το βασιλικό τραπέζι.

Ο βασιληάς μας, αν και δεν είναι ανάγκη να το είπωμεν, είχε τον τρελλόν του. Είναι γεγονός δε, εάν κάποια ανάγκη του επέβαλλεν ένα είδος τρέλλας, ότι αύτη ήρχετο ως αντιστάθμισμα προς την βαρετήν σοφίαν των επτά σοφών του υπουργείου του — διά να εξαιρέσωμεν τον ίδιον. — Εν τούτοις ο τρελλός του, ο από μελέτης γελωτοποιός του, δεν ήτο άλλο παρά τρελλός. Η αξία του, στα μάτια του βασιληά, ετριπλασιάζετο από το παράστημά του που ήταν νάνο και καμπούρικο. Οι νάνοι την εποχήν αυτήν ήσαν τόσον κοινοί εις τας βασιλικάς αυλάς όσον και οι τρελλοί, και πολλοί μονάρχαι δεν ήξεραν πώς να περάσουν τας ημέρας των, τας ημέρας αυτάς που είναι, καθώς γνωρίζομεν, αισθητώς μακρότεραι εις την αυλήν παρά παντού αλλού — εάν δεν είχαν ένα γελωτοποιόν που να τους κάνη να γελάσουν, και ένα νάνον εις βάρος του οποίου να δύνανται να γελάσουν. Αλλά, όπως και άλλοτε είπα, συμβαίνει ενενήκοντα φοράς τοις εκατόν οι γελωτοποιοί να είναι πυγμαίοι, στρογγυλοί και ογκώδεις, και ως εκ τούτου διά τον ιδικόν μας βασιληά ήτο μοναδική ευκαιρία να ευχαριστήται να έχη ως Χοπ-Φρωγκ (το όνομα του τρελλού) ένα τριπλούν θησαυρόν εις ένα και μόνον πρόσωπον.

Συμπεραίνω εκ των προτέρων ότι το όνομα αυτό του Χοπ-Φρωγκ δεν εδόθη εις τον νάνον από εκείνους που τον εκράτησαν εις τα χέρια των κατά την βάπτισιν· το όνομα αυτό εδόθη με την καθολικήν ψήφον όλου του υπουργείου, διότι ήτο ανίκανος να βαδίζη όπως όλος ο κόσμος. Πραγματικώς ο Χοπ-Φρωγκ δεν μπορούσε να κινηθή εάν δεν έκαμνε μίαν απόπειραν κινήσεως — κάτι τι σχετικόν μεταξύ του πηδήματος και του πισοσυρμού — μίαν κίνησιν η οποία ήτο διά τον βασιλέα αστείρευτος πηγή ιλαρότητος και, φυσικά, μία αυτοπρόσωπος ευχαρίστησις, διότι (παρά το πλάτος και τον γελοίον σχηματισμόν του προσώπου του) ο μονάρχης αυτός εθεωρείτο δι' όλην την αυλήν ως τελείως διαμορφωμένος.

Αλλ' εάν ο Χοπ-Φρωγκ με τα κακοφτιασμένα ποδάρια του δεν μπορούσε να κινηθή παρά με μεγάλην δυσκολίαν και κόπον επάνω εις ένα δρόμον ή εις ένα σανιδόστρωτο, εφαίνετο ότι η φύσις ηθέλησε ν' ανταμείψη την ατέλειαν των κάτω μελών του με βραχίονας, των οποίων η γιγαντιαία δύναμις των μυών επέτρεπε να κάμνη γύρους μιας καταπληκτικής ευστροφίας όταν ευρίσκετο εμπρός εις τα δένδρα, ή εις σχοινία ή εις άλλο οιονδήποτε πράγμα όπου μπορούσε να σκαρφαλώση. Με τας τοιούτου είδους ασκήσεις ωμοίαζε περισσότερον με σκίουρον ή με πίθηκον παρά με ένα βάτραχον.

Δεν θα ημπορούσα να είπω ακριβώς από ποίαν χώραν ο Χοπ-Φρωγκ είλκε την καταγωγήν του. Θα ήταν μάλλον από κάποιαν βάρβαρον χώραν, περί της οποίας δεν ήκουσε κανείς να ομιλούν και η οποία έκειτο εις μακράν απόστασιν από την αυλήν του βασιλέως μας. Ο Χοπ -Φρωγκ και μία μικρά κόρη, μόλις ολιγώτερον νάνος από αυτόν, με αστείαν αναλογίαν και η οποία εχόρευε θαυμάσια, απεσπάσθησαν από τας πατρικάς των φωλεάς και απεστάλησαν εις τον βασιλέα, ως δώρον, από ένα των στρατηγών του, τέκνον της νίκης.

Κατόπιν των περιστάσεων αυτών δεν πρέπει να εκπλαγώ διά την στενήν οικειότητα των δύο αυτών αιχμαλώτων. Και πραγματικώς έγειναν μετ' ολίγον αφωσιωμένοι φίλοι. Ο Χοπ-Φρωγκ, ο οποίος δεν είχε μεγάλην υπόληψιν παρά τους απείρους γύρους που έκαμνε, δεν ήτο εις κατάστασιν να προσφέρη πολλάς υπηρεσίας εις την Τριπέτταν· αλλ' αύτη με την χάριν της και την υψηλήν καλλονήν της έγεινεν εξαιρετικά θαυμαστή και εκλεκτή· διά τον λόγον αυτόν είχε και μεγάλην επιρροήν και δεν παρέλειπε ποτέ να την μεταχειρίζεται όταν εδίδετο αφορμή προς όφελος του Χοπ-Φρωγκ.

Επί προβλέψει, δεν γνωρίζω ποίας μεγάλης ευκαιρίας, ο βασιλεύς απεφάσισε να δώση ένα μπαλ-μασκέ. Και κάθε φοράν, όταν μια μασκαράτα ή κάτι άλλο παρόμοιον συνέβαινε, δεν άφιναν ευκαιρίαν να κάμουν έκκλησιν προς το ταλέντο του Χοπ-Φρωγκ και της Τριπέττας. Ο Χοπ-Φρωγκ, προ παντός, ήτο πολύ εφευρετικός όταν επρόκειτο να διοργανώση θεάματα, να παρουσιάση πρωτοτύπους ρόλους και να κατασκευάση ενδυμασίας διά μπαλ μασκέ, τους οποίους δεν μπορούσαν να δώσουν χωρίς την συνεργασίαν του.

Η ωρισμένη νύκτα διά τον χορόν έφθασε. Μία πολυτελής αίθουσα εστολίσθη, υπό την επίβλεψιν της Τριπέττας, με όλους τους νεωτερισμούς τους δυναμένους ν' αυξήσουν την εντύπωσιν της μασκαράτας. Όλη η αυλή ήτο εις πυρετόν αναμονής. Διά τας ενδυμασίας και τα πρόσωπα, φαντάζεται κανείς ότι ο καθείς εξέλεξε την ιδικήν του. Πολλοί ωρίσθησαν διά τους ρόλους που θα έπαιζαν, μίαν εβδομάδα ή ένα μήνα προηγουμένως και πραγματικώς δεν υπήρχε καμμία αοριστία ως προς το ζήτημα αυτό, εξαιρέσει μόνον των όσα απέβλεπον αποκλειστικώς τον βασιλέα και τους επτά υπουργούς. Διατί εδίσταζαν; Δεν μπορώ να το είπω. Ίσως να ήτο και αυτό τρόπος ευθυμολογίας εκ μέρους των. Αλλά πιθανώτερον είναι ότι το λίπος επεβράδυνε την επινόησιν των ιδεών. Ολοένα ο χρόνος επέρνα, και διά τούτο ο βασιλεύς ως τελευταίον καταφύγιον εζήτησε την Τριπέτταν και τον Χοπ-Φρωγκ.

Όταν οι δύο μικροί φίλοι υπήκουσαν εις την πρόσκλησιν του βασιλέως, τον εύρον καθισμένον να πίνη κρασί με τα επτά μέλη του υπουργικού συμβουλίου· αλλ' ο μονάρχης εφαίνετο ότι ήτο απελπιστικά δύσθυμος. Εγνώριζεν ότι ο Χοπ-Φρωγκ εμίσει το κρασί, διότι το κρασί διήγειρε τα νεύρα του πτωχού καμπουράκου μέχρι τρέλλας, και η τρέλλα δεν έχει τίποτε το εξαιρετικώς ευχάριστον. Αλλ' ο βασιλεύς αγαπούσε τας χονδράς φάρσας, και δι' ατομικήν του ευχαρίστησιν έδωκε να πίη ο Χοπ-Φρωγκ . . . διά να τον «ευχαριστήση», όπως έλεγεν.

— Έλα εδώ, Χοπ-Φρωγκ, είπε, την στιγμήν που ο γελωτοποιός και η φίλη του εισήρχοντο εις την αίθουσαν· πίε αυτό το ποτήρι εις υγείαν των απόντων φίλων σου (εδώ ο Χοπ-Φρωγκ αναστέναξε) και κίνησε την φαντασίαν σου προς χάριν μου. Μας χρειάζονται πρόσωπα, πρόσωπα με χαρακτήρα, κάτι το ανέκδοτον και ανώτερον του συνήθους. Έχομεν αρκετά κουραστικήν μονοτονίαν από τους χορούς αυτούς. Έλα να πιής. Το κρασί θα σου φωτίση τας ιδέας.

Ο Χοπ-Φρωγκ προσεπάθησε, όπως εσυνήθιζε, ν' απαντήση αστεία εις την πρότασιν του βασιλέως, αλλά τούτο ήτο ανώτερον των δυνάμεών του. Τότε ήτο η επέτειος των γενεθλίων του πτωχού νάνου, και η διαταγή να πιή «στην υγεία των απόντων φίλων» έφερε τα δάκρυα εις τα μάτια του. Έπεσαν βαρειά και πικρά, αυτά τα δάκρυα, εις την κούπα που την έπαιρνε ταπεινά από το χέρι του τυράννου.

— Χα! χα! χα! είπεν ο τελευταίος χάσκοντας από τα γέλοια, ενώ ο νάνος άδειαζε την κούπα με δυστροπίαν. — Να και το αποτέλεσμα ενός ποτηριού από κρασί! Τα μάτια έγειναν σαν αστραπή!.

Τον καϋμένον διαβολάκον! τα μάτια του ήστραπτον περισσότερον παρά έλαμπον διότι το αποτέλεσμα του κρασιού εις τον διεγερμένον εγκέφαλον ήτο όχι μόνον έντονον, αλλά και απότομον. Αφήκε νευρικά την κούπα στο τραπέζι και επροχώρησε ανάμεσα από εκείνους που τον περιέβαλλον με ένα μάτι κατά το ήμισυ τρελλό. Όλοι εφαίνοντο ότι ευχαριστούντο διά την ευθυμίαν της Α. Μεγαλειότητος.

— Και τώρα διά τας υποθέσεις μας, είπεν ο πρωθυπουργός, ένα πολύ πρόστυχο υποκείμενο.

— Ναι, είπεν, ο βασιληάς, εμπρός, Χοπ-Φρωγκ, βοήθησέ μας. Πρόσωπα με χαρακτήρα, μικρό μου. Μας πρέπει χαρακτήρ εις όλους μας. Χα! χα! χα!

Και σαν να ήτο αυτό θαυμάσια λέξις, όλοι οι επτά εξηκολούθησαν εν χορώ τα γέλοια.

Ο Χοπ-Φρωγκ εγέλασεν επίσης, αν και σιγαλά, και με ένα ύφος όλίγον αφηρημένον.

— Εμπρός, εμπρός, είπεν ο βασιληάς με ανυπομονησία, δεν ευρίσκεις τίποτα να επινοήσης;

— Προσπαθώ να εύρω κάτι το ανέκδοτον, απήντησεν ο νάνος με αφηρημένον ύφος, διότι ήτο τελείως ζαλισμένος από το κρασί.

— Προσπαθείς, απήντησεν ο τύραννος με αγριότητα. Τι εννοείς με αυτό; Α, εννοώ! μελαγχολείς και σου χρειάζεται ακόμη κρασί. Εμπρός. Πιέ προς χάριν μου και αυτό.

Και αφού εγέμισεν ένα άλλο ποτήρι κρασί το έτεινε προς τον καμπούρην, ο οποίος ηρκέσθη να το παρατηρήση, σαν να μη το ήθελε.

— Πιέ, σου λέγω, εφώναξε το θηρίον, ή θα σε πάρουν όλοι οι διάβολοι . . .

Ο νάνος εδίσταζεν· ο βασιληάς έγεινε κατακόκκινος από λύσσαν. Οι κόλακες εγελούσαν με αρκετήν διάθεσιν. Η Τριπέττα, ωχρά ωσάν μια αποθαμένη, επροχώρησε προς την έδραν του βασιλέως, και γονατισμένη στα πόδια του τον παρεκάλεσε να λυπηθή τον φίλον της.

Ο τύραννος την παρετήρησε καλά επί τινας στιγμάς, προφανώς κατάπληκτος από μίαν τέτοιαν τόλμην. Εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να είπη, ούτε τι να κάμη ούτε πώς να εύρη μίαν έκφρασιν ισοδύναμον με την οργήν του. Εις το τέλος, χωρίς να προφέρη μίαν συλλαβήν, την έσπρωξε με βίαν από κοντά του και της επέταξε κατάμουτρα το ποτήρι γεμάτο από κρασί.

Το πτωχό κορίτσι εσηκώθηκεν όπως ημπορούσε καλύτερα, και χωρίς να βγάλη ούτε ένα αναστεναγμόν, επήρε την θέσιν της εις τα κάτω της τραπέζης.

Επί ένα λεπτόν επεκράτησεν απόλυτος σιγή· θα ημπορούσα ν' ακούσω ένα φύλλο ή ένα φτερό που πέφτει. Η σιωπή αυτή διεκόπη από ένα υπόκωφον τριγμόν, αλλά τραχύν και παρατεταμένον, ο οποίος εφαίνετο ότι έβγαινεν από τας τέσσαρας γωνίας της αιθούσης.

— Τι; τι; γιατί κάμνεις αυτόν τον θόρυβον; ηρώτησεν ο βασιληάς στρεφόμενος με οργήν προς τον νάνον.

Ο νάνος εφαίνετο ότι συνήλθεν από την μεγάλην του μέθην, και παρετήρει τον τύραννον κατάμουτρα, ατενώς και ασφαλώς. Ξαναφώναξε:

— Εγώ; Εγώ; Πώς μπορώ να είμαι εγώ;

— Ο ήχος εφαίνετο πώς ήρχετο από έξω, παρετήρησεν ένας από τους αυλικούς. Φαντάζομαι πως θα ήτο ο παπαγάλος εις το παράθυρον, και εκτυπούσε το ράμφος του εις τα σιδηρά σύρματα του κλωβού του.

— Είναι αληθές, απήντησεν ο Μονάρχης, ωσάν ν' ανεκουφίσθη από την εξήγησιν αυτήν· αλλά, μα την ιπποτικήν τιμήν μου, θα ωρκιζόμην ότι ήτο αυτός εδώ ο αλήτης που έτριξε τα δόντια.

Τότε ο νάνος ήρχισε να γελά (ο βασιληάς αγαπούσε πάρα πολύ τα γέλοια ώστε να μη θέλη να εμποδίση και άλλον από του να γελά) δείχνοντας ένα στρατό από μακρούς οδόντας, δυνατούς και με πολύ τρομακτικήν θέαν. Εξ άλλον εβεβαίωσεν ότι θα πίη όσο ήθελαν κρασί. Ο μονάρχης ησύχασε, και ο Χοπ-Φρωγκ, αφού εκένωσε και άλλο ποτήρι, χωρίς να φανή δυσαρεστημένος, εισήλθεν αμέσως και με μεγάλην επιτηδειότητα εις τα σχέδια της μασκαράτας.

— Δεν θα ημπορούσα να βεβαιώσω πώς εσχηματίσθη αυτή η συσχέτισις των ιδεών, παρετήρησε με φρόνησιν, και σαν να μη είχε δοκιμάσει κρασί εις την ζωήν του, αλλ' &ακριβώς&, όταν η Μεγαλειότης σας εκτύπησε την μικράν και επέταξε κρασί εις τα μούτρα της, ακριβώς όταν η Μεγαλειότης σας έκανεν όλα αυτά, και ενώ ο παπαγάλος επροξένει τόσον θόρυβον από την άλλην πλευράν του παραθύρου, μου επανήλθεν εις το πνεύμα μου μία μοναδική ευχαρίστησις, ένα από τα αστεία της χώρας μας, που τα συνηθίζομεν ημείς πολλάκις εις τας μασκαράτας, τα οποία όμως θα περάσουν εδώ ως ανέκδοτα. Δυστυχώς θα έπρεπε για το παιγνίδι αυτό μια συντροφιά από οκτώ πρόσωπα, και . . .

— Αι καλά, αλλ' ημείς ήμεθα οκτώ, εφώναξεν ο βασιλεύς, υπερήφανος διά την λεπτήν οξυδέρκειάν του, διότι ανεκάλυψε την σύμπτωσιν αυτήν. Ήμεθα οκτώ, ακριβώς — εγώ και οι επτά υπουργοί μου. Εμπρός. Ποιο είναι το παιγνίδι αυτό;

— Το λέμε, απήντησεν ο καμπούρης, &οι οκτώ δεμένοι ουραγγουτάγκοι,& και είναι αλήθεια ένα παιγνίδι πολύ ευχάριστον όταν ξεύρουν να το παίξουν.

— Αυτό είναι δουλειά μας, είπεν ο βασιληάς, σηκώνοντας και χαμηλώνοντας τα φρύδια.

— Το ευχάριστον εις το παιγνίδι, συνέχισεν ο Χοπ-Φρωγκ, σύγκειται εις τον τρόμον που προξενεί εις τας γυναίκας.

— Τέλεια, εγέλασαν εν χορώ ο βασιλεύς και οι υπουργοί του.

— Θα σας μεταμφιέσω εγώ ο ίδιος ως ουρακουτάγκους, εξηκολούθησεν ο νάνος, μπορεί να βασισθήτε εις εμέ. Η ομοιότης θα είναι τόσον καταπληκτική, ώστε οι μασκαρεμένοι θα σας εκλάβουν ως πραγματικά ζώα και, φυσικά, θα τρομάξουν τόσον, όσον και θα εκπλαγούν.

— Να ένα θαυμάσιον πράγμα, εφώναξεν ο βασιληάς, είμαι ικανός να σε κάμω ένα άνθρωπον.

— Αι αλυσίδες φέρονται με τον σκοπόν ν' αυξήσουν την σύγχυσιν με τον θόρυβόν των. Θα υποτεθή ότι εξεφύγατε όλοι τους φύλακάς σας. Η Μεγαλειότης σας δεν δύναται να έχη μίαν ιδέαν του αποτελέσματος που θα έχη μία μασκαράτα από οκτώ ουραγγουτάγκους δεμένους, τους οποίους η πλειονότης των παρευρισκομένων θα εκλάβη ως πραγματικούς ουραγγουτάγκους και οι οποίοι θα εισέβαλλον με αγρίας φωνάς μέσα εις κοινωνίαν ανδρών και γυναικών με κομψά και πολυτελή ενδύματα. Η αντίθεσις θα είναι αμίμητος.

Πρέπει να γείνη αυτό, είπεν ο βασιληάς, και επειδή αργούσε το υπουργικόν συμβούλιον, εσηκώθηκε αποτόμως διά να προηγηθή εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του Χοπ-Φρωγκ. Ο τρόπος της μεταμφιέσεως του ομίλου των ουραγγουτάγκων ήτο πολύ απλούς, αλλά και αρκετός διά τον προβλεπόμενον σκοπόν. Την εποχήν αυτήν τα περί ου ο λόγος ζώα ήσαν ολίγον γνωστά εις τα διάφορα μέρη του πεπολιτισμένου κόσμου και φυσικά, αφού ο νάνος θα τους έδινε μίαν όψιν αρκετά κτηνώδη και πολύ δυσειδή, ο νάνος εθεωρείτο απηλλαγμένος από τα καθήκοντα της πιστής απεικονίσεως εκ του φυσικού. Ο βασιλεύς και οι υπουργοί εκλείσθησαν κατά πρώτον εις υποκάμισα και πανταλόνια πολύ στενά. Έπειτα επασαλείφθησαν με κατράμι. Την στιγμήν αυτήν της εκτελέσεως, κάποιος από την παρέαν επρόβαλλε την ιδέαν να μεταχειρισθούν και φτερά· αλλ' η ιδέα αυτή απεκρούσθη διαρρήδην από τον νάνον, ο οποίος επρόλαβε να καταδείξη εις τα οκτώ πρόσωπα με αδρά επιχειρήματα ότι το δέρμα του ουραγγουτάγκου δύναται να το απομιμηθή ακριβέστερον μεταχειριζόμενος λινόν. Συνεπώς ένα στρώμα από λινάτσα ετέθη επάνω εις το κατράμι. Επρομηθεύθησαν κατόπιν μακράν αλυσίδα.

Την επέρασαν πρώτα-πρώτα εις το σώμα του βασιλέως και την έδεσαν· έπειτα εις τον κορμόν ενός άλλου κυρίου της παρέας, τον οποίον και έδεσαν ομοίως, κατόπιν δε και όλους τους άλλους, κατά τον αυτόν τρόπον. Όταν αι προετοιμασίαι αύται ετελείωσαν, τα πρόσωπα της παρέας, απομακρυνόμενα όσον είναι δυνατόν το ένα από το άλλο, εσχημάτισαν ένα κύκλον διά να δώσουν εις το πράγμα ένα φυσικώτερον ενδιαφέρον· ο Χοπ-Φρωγκ κατώρθωσε το επιπλέον της αλύσου να το περάση διαγωνίως εις τον κύκλον των αλυσοδέτων κατά την σημερινήν εν χρήσει μέθοδον εκείνων που δένουν χιμπατζήδες ή πιθήκους μεγάλου είδους εις το Βόρνεο.

Το μεγάλο σαλόνι, μέσα εις το οποίον θα εγίνετο η μασκαράτα, ήτον ένα περιφερικό διαμέρισμα, πολύ υψηλό, και το οποίον δεν ελάμβανε το φως του ηλίου παρά από ένα μόνον άνοιγμα εις την οροφήν. Την νύκτα (καθ' όσον η σάλα περιωρίζετο διά τας εορτάς της νύκτας) ήτο φωτισμένη εις το μέσον από ένα τεράστιον πολυέλαιον κρεμασμένον με μίαν αλυσίδα από το κέντρον του άνω ανοίγματος, και ο οποίος ανέβαινε και κατέβαινε χάρις εις ένα σύνηθες αντιστάθμισμα· αλλά διά να μη χαλά το διακοσμητικόν περιβάλλον της σάλας, το βαρύδι αυτό ετοποθετείτο εις το εξωτερικόν του θόλου και επάνω από την στέγην. Η διευθέτητησις της σάλας αφέθη εις την επίβλεψιν της Τριπέττας· αλλά διά μερικάς λεπτομερείας ωδηγήθη, καθώς εφαίνετο, από την ασφαλεστέραν κρίσιν του φίλου της νάνου. Εις την συμβουλήν αυτής οφείλεται και η αφαίρεσις του πολυελαίου επί τη ευκαιρία ταύτη. Η διάλυσις του κηρού, του οποίου τα σταλάγματα δεν θα ημπορούσαμεν ν' αποφύγωμεν εις μίαν υπερθερμασμένην ατμόσφαιραν, θα έβλαπτον υπερβολικά τα πολυτελή ενδύματα των προσκεκλημένων, οι οποίοι ένεκα του συνωστισμού εις την αίθουσαν θα ηναγκάζοντο να σταθμεύουν εις το κέντρον, δηλαδή κάτω από τον πολυέλαιον. Καντηλέρια πολλά ετοποθετήθησαν εις τα διάφορα σημεία της αιθούσης κατά τρόπον που να μη ενοχλούν το πλήθος και ανά ένας φανός, από τον οποίον ανεδίδοντο φιλάρεσκα αρώματα, ετοποθετήθη εις το δεξιόν χέρι των Καρυάτιδων που ήσαν βγαλμέναι εις τον τοίχον και αι οποίαι ήσαν πεντήκοντα ή εξήκοντα εν όλω.

Κατά την συμβουλήν του Χοπ-Φρωγκ, οι οκτώ ουραγγουτάγκοι επερίμεναν υπομονητικά το μεσονύκτιον, διά να γεμίση όλη η αίθουσα από μάσκας, προτού να κάμουν την εμφάνισίν των. Μόλις το ωρολόγιον έκρουε το τελευταίον κτύπημά του, τότε εισέβαλον ή, διά να είπωμεν καλύτερα, εκυλούσαν ο ένας επάνω εις τον άλλον εις την σάλαν, διότι, καθώς ήσαν μπερδεμένοι με τα δεσμά των, μερικοί έπεσαν, και όλοι εσκόνταψαν, τουλάχιστον όταν έμπαιναν.

Η συγκίνησις των προσκεκλημένων υπήρξε μεγάλη και έδωκεν εις τον βασιλέα ωραίαν και χαριτωμένην διάθεσιν. Όπως ηλπίζετο, πολλοί από τους προσκεκλημένους εξέλαβον τα δημιουργήματα αυτά με την τόσον αγρίαν όψιν των πραγματικώς ως ζώα κάποιου είδους, αν όχι ακριβώς ως ουραγγουτάγκους. Πολλαί γυναίκες ελιποθύμησαν από τον τρόμον, και εάν ο βασιλεύς δεν ελάμβανε την προφύλαξιν ν' απαγορεύση εις την αίθουσαν πάσαν οιανδήποτε οπλοφορίαν, όλος ο όμιλος θα επλήρωνε την αστειότητα αυτήν με το αίμα του. Μία γενική επίθεσις εγένετο προς τας θύρας· αλλ' ο βασιλεύς διέταξε να τας κλείσουν ασφαλώς μετά την είσοδόν του, και τη συμβουλή του νάνου αι κλείδες εδόθησαν εις τα χέρια του.

Ενώ ο θόρυβος ήτο εις το κατακόρυφόν του, και ενώ κάθε μάσκα δεν εσκέπτετο παρά διά την ιδικήν της ασφάλειαν — διότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ως εκ της ανεμοζάλης του κατατρομαγμένου πλήθους — έβλεπαν την άλυσον, την κρατούσαν συνήθως τον πολυέλαιον, να καταβαίνη βαθμιαίως, μέχρις ότου το βαρύδιον το προσκολλημένον εις το άκρον της αλύσου έφθασε εις τρεις πόδας άνωθεν του πατώματος.

Μετ' ολίγον ο βασιλεύς και οι επτά σύντροφοί του, αφού εσκόνταψαν εις την σάλαν, εις όλας τας διευθύνσεις, ευρέθησαν τέλος εις το κέντρον, και φυσικά εις άμεσον επαφήν με την αλυσίδα. Ενώ ήσαν έτσι τοποθετημένοι, ο νάνος, ο οποίος δεν απεμακρύνθη ούτε σπιθαμήν απ' αυτούς, τους υπέμνησε να προφυλαχθούν από την απειλουμένην σύγχυσιν, έπειτα έλαβε την αλυσίδα των εις το σημείον όπου τα δύο μέρη, τα οποία διέσχιζον τον κύκλον, ετέμνοντο εις ορθήν γωνίαν. Γρήγορα σαν την σκέψιν, ετοποθέτησε μέσα εκεί το βαρύδιον, από όπου συνήθως εκρέματο ο πολυέλαιος, και εν ριπή οφθαλμού ο πολυέλαιος εκινήθη από κάποιαν αόρατον δύναμιν, ανεσύρθη πολύ προς τα άνω, διά ν' αφήση το βαρύδιον υψηλά, και επομένως ν' ανασύρη τους ουραγγουτάγκους στιβαγμένους σαν σταφύλια τον ένα επάνω εις τον άλλον, και τον ένα απέναντι του άλλου.

Την στιγμήν αυτήν αι μάσκαι συνήλθαν ολίγον από τον θόρυβόν των, και αφού ήρχισαν να θεωρούν όλην την σκηνήν ωσάν κωμωδίαν που παρεσκευάσθη με μεγάλην επιτηδειότητα, έβγαλαν ένα τρομακτικόν γέλωτα, όταν είδαν τους πιθήκους εις την στάσιν αυτήν.

— Φυλάξατέ τους μου! εφώναξε τότε ο Χοπ-Φρωγκ, και η οξεία φωνή του υπερίσχυσεν ευκόλως του θορύβου. Φυλάξατέ τους, νομίζω ότι τους γνωρίζετε. Εάν ημπορούσα μόνον να τους εξετάσω ήσυχα, θα ημπορούσα να σας είπω ποίοι ήσαν!

Εδώ, αφού εσηκώθηκε επάνω από τα κεφάλια του πλήθους, ευρήκε μέσον να πλησιάση τον τοίχον επήρεν ένα φανάρι από μια από τας καρυάτιδας, επανήθεν όπως επήγεν εις το κέντρον της αιθούσης, επήδησε με ευκινησίαν πιθήκου επάνω από το κεφάλι του βασιλέως, και από εκεί εσκαρφάλωσεν εις την αλυσίδα ολίγα βήματα παραπάνω, και χαμηλώνων τον κορμόν διά να εξετάση το ουραγγουτάγκειον σταφύλι, εφώναξε δυνατά :

«Θα σας είπω ποίος είναι!»

Και τότε, ενώ όλη η συγκέντρωσις, με αυτούς ακόμη τους πιθήκους, εξερράγη εις γέλωτας, ο γελωτοποιός έκαμεν αποτόμως ένα εκκωφαντικόν σύριγμα· η αλυσίδα ανέβηκε και πάλιν τριάκοντα πόδας, παραλαμβάνουσα μαζί της και τους ουραγγουτάγκους κατατρομαγμένους και ταραγμένους, και τους άλλους κρεμασμένους εις τον αέρα, εις το μέσον του άνω ανοίγματος του θόλου και του πατώματος. Ο Χοπ- Φρωγκ, ο οποίος ήτο δεμένος στην αλυσίδα, ανέβηκε συγχρόνως με αυτήν, πάντοτε εις την ιδίαν θέσιν με τας οκτώ μάσκας, κατεβάζοντας πάντοτε τον κορμόν του διά να ίδη τάχα ποίοι ήσαν. Όλοι οι παρευρισκόμενοι εθορυβήθησαν τόσον πολύ από την ανάβασιν, ώστε επεκράτησε νεκρική σιγή, η οποία διήρκεσε ένα λεπτόν περίπου. Εταράχθη με ένα τριγμόν υπόκωφον και σκληρόν, όμοιον με εκείνον που προσείλκυσε την προσοχήν του βασιλέως και των συμβούλων την στιγμήν κατά την οποίαν η Τριπέττα εδέχθη εις το πρόσωπον το περιεχόμενον του κυπέλλου του. Αλλ' αυτήν την φοράν δεν υπήρχε τρόπος να ερωτήση τις από που προήρχετο ο θόρυβος αυτός. Ήρχετο από την σιαγόνα του νάνου, ο οποίος έσφιγγε τα δόντια του και τα έκαμνε να τρίζουν, με το σάλιο εις το στόμα, παρατηρών με έκφρασιν υπερβολικής λύσσης τας φυσιογνωμίας του βασιλέως και των επτά συντρόφων του, των οποίων τα πρόσωπα εστράφησαν προς αυτόν.

— Α! Α! είπεν εις το τέλος ο γελωτοποιός μανιώδης. Α! Α! τώρα αρχίζω να βλέπω ποίοι είναι αυτοί εδώ οι άνθρωποι. Και προσποιούμενος ότι βλέπει τον βασιλέα από πολύ κοντά, επλησίασε τον κατραμωμένον φανόν, από τον οποίον εβγήκεν αποτόμως ένα σεντόνι από μεγάλας φλόγας. Το πολύ σε ένα δευτερόλεπτον οι οκτώ ουραγγουτάγκοι εκαίοντο σκληρά μέσα εις τας κραυγάς του πλήθους, το οποίον τους παρατηρούσεν από κάτω με μεγάλην φρίκην και ανίκανον να δράμη εις βοήθειάν των.

Εις το τέλος, επειδή αι φλόγες ηύξησαν αιφνιδίως πάρα πολύ, ηνάγκασαν τον γελωτοποιόν να σκαρφαλώση ολίγον υψηλότερα εις την άλυσον διά ν' αποφύγη τον κίνδυνον. Όταν προέβαινεν εις το έργον, αποκατεστάθη και πάλιν νεκρική σιγή. Ο νάνος επωφελήθη την περίστασιν διά να επαναλάβη τον λόγον.

— Τώρα, είπε, βλέπω ακριβώς ποίον είδος ανθρώπων είναι αυταί αι μάσκαι. Είναι ένας μεγάλος βασιλιάς και οι επτά ιδικοί του σύμβουλοι, ένας βασιλιάς, ο οποίος δεν είχε κανένα όνειδος να κτυπήση ένα μικρό κορίτσι απροστάτευτο, και οι επτά του σύμβουλοι, οι οποίοι τον ενεθάρρυναν εις την σκληρότητά του αυτήν. Όσον δι' εμέ είμαι απλώς ο Χοπ-Φρωγκ ο γελωτοποιός, και αυτό εδώ είναι η εσχάτη μου γελωτοποίησις . . . .

Χάρις εις την μεγάλην συναρμολογίαν του λινού και του κατραμιού που προσεκόλλουν τον ένα με τον άλλον, ο νάνος, μόλις ετελείωσε τον μικρόν του λόγον, είδε το έργον της εκδικήσεως εντελώς εκπληρούμενον. Τα οκτώ σώματα αιωρούντο με τας αλυσίδας των, δυσώδης μάζα, μαύρη, δυσειδής και συγκεχυμένη. Ο καμπούρης έρριψε την δάδα και εσκαρφάλωσε με επιτηδειότητα ως την οροφήν διά της οπής, διά της οποίας εξηφανίσθη. Θα νομίση τις ότι η Τριπέττα, τοποθετημένη εις την στέγην της αιθούσης, υπήρξεν η συνένοχος του φίλου της εις την τρομεράν εκδίκησίν του, και ότι έφυγαν ομού εις την χώραν των, διότι κανείς δεν επανείδε ποτέ ούτε τον ένα ούτε την άλλην (1).

Η κατήγορος καρδία

Μάλιστα! . . . νευρικός, πολύ νευρικός, τρομερά νευρικός! Πάντοτε υπήρξα τέτοιος και θα είμαι αιωνίως! Αλλά διατί επιμένετε να λέγετε ότι είμαι τρελλός; Αι δυστυχίαι ελέπτυναν τα νεύρα μου, αλλά δεν τα μετέβαλαν, ούτε τα εξησθένησαν. Καλύτερον από όλας τας άλλας αισθήσεις διατηρώ την ακοήν ιδιαιτέρως εξαιρετικήν. Ήκουα το παν — παν ό,τι ήτο δυνατόν να ακούσω εις τον ουρανόν και εις την Γιν· ήκουσα πολλά πράγματα σχετιζόμενα με τον Άδην. Τότε πώς θα ήτο δυνατόν να είμαι τρελλός; Ακούσατε! Και σημειώσατε με ποίον λογικόν και συστηματικόν τρόπον θα σας διηγηθώ εν εκτάσει την ιστορίαν. Δεν θα ημπορούσα να είπω πώς κατά πρώτον η ιδέα εισεχώρησεν εις τον εγκέφαλόν μου· αλλ' αφ' ότου την συνέλαβα, με συνεκλόνισεν ημέρα και νύκτα. Αιτία δεν υπήρχε. Το πάθος δεν συνέβαλεν εις τίποτε. Αγαπούσα αυτόν τον γέροντα. Ποτέ δεν μου έκαμε κακόν. Ποτέ δεν με προσέβαλε. Το χρυσάφι του; Ποτέ μου δεν το εφθόνησα. Νομίζω, ότι επρόκειτο διά το μάτι του! Μάλιστα δι' αυτό! Ένα από τα μάτια του ήτο όμοιον με το μάτι γυπός. Ένα μάτι γαλανά ωχρό, με ασπράδι προς τα επάνω. Κάθε φορά που το μάτι του έπεφτε επάνω μου επάγωνε το αίμα μου. Και να, ότι βαθμιαίως ωλίσθησεν εις το πνεύμα μου η σκέψις ν' αφαιρέσω την ζωήν από τον γέροντα αυτόν, και ν' απαλλαγώ τοιουτοτρόπως από το μάτι του.

Επί του παρόντος, ιδού το ζήτημα. Φαντάζεσθε ότι είμαι τρελλός, αλλ' οι τρελλοί δεν γνωρίζουν τίποτε! Έπρεπε να παρατηρήσετε, έπρεπε να ιδήτε πόσον εστάθην συνετός κατά την διάρκειαν της υποθέσεως αυτής . . . . με πόσην προφύλαξιν, με πόσην πρόνοιαν, με πόσην μυστικότητα εξετέλεσα το έργον μου αυτό. Ποτέ δεν εσυμπάθησα άνθρωπον περισσότερον από τον γέροντα αυτόν καθ' όλην την προηγουμένην εβδομάδα της δολοφονίας. Και κάθε νύκτα, όταν ήρχετο το μεσονύκτιον, έστρεφα το ρόπτρον της θύρας του και την άνοιγα! ω! τόσον ήσυχα! Και τότε, όταν το άνοιγμα ήτο αρκετόν διά να περάση η κεφαλή μου, έβαζα μέσα ένα κρυφοφάναρο, κλειστό, πολύ κλειστό, διά να μη φεύγη κανένα φως, και τότε επερνούσα το κεφάλι μου εις το δωμάτιον. Ω! θα είχετε γελάσει εάν εβλέπατε όταν έβαζα το κεφάλι μου, με πόσην προφύλαξιν το έβαζα! Το επροχώρουν αργά, πολύ αργά, διά να μη ταράξω τον ύπνον του γέροντος. Έπρεπε να παρέλθη τουλάχιστον μία όλη ώρα έως να χώσω το κεφάλι μου μέσα εις την οπήν, αρκετά μακράν διά να τον ίδω αναπαυόμενον επάνω εις το κρεββάτι του. Α! Πώς ένας τρελλός θα ήτο τόσον γνωστικός; Και τότε, όταν το κεφάλι μου ευρίσκετο μέσα εις το δωμάτιον, άνοιγα το φανάρι μου με προφύλαξιν, ω! με πόσην προφύλαξιν, διότι αι στρόφιγγες έτριζαν — το μισάνοιξα τόσον, ώστε να είναι δυνατόν το πέρασμα μιας λεπτής δέσμης φωτός, την οποίαν διηύθυνα εις το γύπειον μάτι. Και αυτό, το επανέλαβα, επί επτά όλας νύκτα — κάθε νύκτα το μεσονύκτιον ακριβώς. Αλλά πάντοτε εύρισκα το μάτι κλειστόν και ούτω δεν ήτο δυνατόν να θέσω εις πέρας τον σκοπόν μου, διά τον απλούστατον λόγον ότι εκείνο που με ετάρασσε δεν ήτο ο γέρων αλλά το μάτι. Και κάθε πρωί, όταν εξημέρωνεν, επήγαινα αποφασιστικά εις το δωμάτιόν του, και του ωμιλούσα ελεύθερα, μεταχειριζόμεμος το όνομά του με πολύ φιλικόν τόνον, και ερωτών πώς είχε περάσει την νύκτα. Όπως λοιπόν βλέπετε καλά, είναι πολύ αληθές ότι τίποτε δεν συνέβη απρόοπτον εις τον γέροντα, ώστε να υποψιασθή ότι κάθε νύκτα, ακριβώς την δωδεκάτην ώραν, τον παρετήρουν να κοιμάται.

Την ογδόην νύκτα, μετεχειρίσθην μεγαλυτέραν αφ' ό,τι συνήθως προφύλαξιν διά ν' ανοίξω την θύραν.

Ο ωροδείκτης ενός ωρολογίου προχωρεί ταχύτερον από το ιδικόν μου χέρι. Ποτέ, μέχρι της νυκτός αυτής, δεν είχα εις καλυτέραν κατάστασιν όλας τας πνευματικάς δυνάμεις μου, όλην μου την φρόνησιν. Μόλις ήτο δυνατόν να συγκρατήσω τα αισθήματά μου από ικανοποίησιν. Σκεφθήτε ότι ήμουν εκεί, ότι ήνοιγα την πόρταν λίγο- λίγο και ότι ο γέρων δεν ήτο δυνατόν να διανοηθή τας πράξεις ούτε τας σκέψεις τας οποίας έκρυπτα. Και όμως δεν ημπόρεσα να κρατήσω ένα ελαφρόν σαρκασμόν, τον οποίον ο γέρων ήκουσε πιθανώς, διότι έκαμε μίαν αιφνιδίαν κίνησιν εις την κλίνην του, ωσάν να εσκίρτα. Τότε νομίζετε αναμφιβόλως ότι έφυγα . . . αλλά καθόλου, Η πυκνότης του σκότους καθίστα το δωμάτιον μαύρο σαν την πίσσα, διότι τα παράθυρα ήσαν ερμητικώς κλεισμένα από τον φόβον των λωποδυτών. Βεβαιωμένος ότι δεν ημπορούσε να διακρίνη το άνοιγμα της πόρτας, εξηκολούθησα να την σπρώχνω κανονικά-κανονικά.

Είχα το κεφάλι εις το εσωτερικόν του δωματίου και ητοιμαζόμην ν' ανοίξω το φαναράκι, όταν ο αντίχειρ μου ωλίσθησεν ανοίγοντάς το, καμωμένον από λευκοσίδηρον, και ο γέρων ανεσκίρτησεν εις το κρεββάτι του φωνάξας:

— Ποιος είν' εκεί;

Έμεινα πραγματικώς ακίνητος και δεν είπα λέξιν. Επί μίαν όλην ώραν δεν εκίνησα ούτε ένα μυώνά μου, και όλος αυτός ο χρόνος επέρασε χωρίς να τον ακούσω ν' αποκοιμηθή. Έμεινεν εις το κρεββάτι του, κατά το ήμισυ ορθός, και ήκουεν, όπως συνήθιζε πολλάκις επί πολλάς νύκτας διαδοχικώς, προσέχων εις το ωρολόγιον του θανάτου, που ήτο κρεμασμένον εις τον τοίχον.

Τέλος ήκουσα ένα ασθενή αναστεναγμόν, και αντελήφθην ότι ήτο μία διαμαρτυρία προερχομένη από επιθανάτιον τρόμον. Δεν ήτο πόνος δυστυχίας ή βασάνου. Ω! όχι! Αλλ' ο χαμηλός και συγκαλυμμένος ήχος που εσηκώνετο από το βάθος μιας βασανισμένης από την στενοχώρια ψυχής.

Δεν ήτο άγνωστος ο ήχος αυτός. Πόσας φοράς, την νύκτα, το μεσονύκτιον ακριβώς, όταν ο κόσμος όλος εκοιμάτο, πόσας φοράς εβγήκεν από το δικό μου στήθος, και εβάρυνε με τον τρομακτικόν ήχον του το βάθος του σκότους που με ετρόμαζε. Λέγω ότι δεν ήτο άγνωστος. Εγνώριζα ό,τι εδοκίμαζεν ο γέρων, και τον ελυπούμην, αν και εγελούσα από το βάθος της καρδιάς μου. Εγνώριζα ότι ήτο ανασηκωμένος από τον πρώτον μικρόν θόρυβον και ότι εστράφη εις το κρεββάτι του. Έκτοτε ο τρόμος δεν έπαυσεν αυξάνων. Έκαμεν όλα τα δυνατά διά να πεισθή ότι ο τρόμος αυτός ήτο χωρίς αιτίαν, αλλά δεν κατώρθωσε να το επιτύχη. Είπε μόνος του : «δεν είνε τίποτα, είνε ο άνεμος μέσα εις το τζάκι ή το κάτω κάτω ένας ποντικός που τρέχει εις το πάτωμα», ή το περισσότερον : «είνε αναμφιβόλως απλούστατα η κραυγή ενός γρύλου». Ναι: έκαμε τα αδύνατα των αδυνάτων να λάβη θάρρος με τοιαύτας υποθέσεις. Αλλ' απέβησαν εις μάτην. Όλαι αι προσπάθειαι είναι μάταιαι, διότι ο θάνατος προσεγγίζει, επέρασεν από εμπρός του με την μαύρην του σκιάν, με την οποίαν καλύπτει το θύμα του. Και ακριβώς ηπλούτο επ' αυτού η θλιβερά επίδρασις της αοράτου σκιάς, αν και αυτός δεν ημπορεί ν' ακούση ούτε και να ιδή· του κατέστησεν αντιληπτήν την παρουσίαν της κεφαλής εις το εσωτερικόν του δωματίου.

Αφού επερίμενα επί πολύ, με μεγάλην υπομονήν, χωρίς να τον ακούσω να ξαναπλαγιάση, απεφάσισα ν' αποκαλύψω ολίγο το φανάρι μου — αλλά λιγούτσικα, ω! τόσο λιγούτσικα! Το απεκάλυψα, δεν μπορείτε να φαντασθήτε, πόσον λαθραία, μέχρις ότου επί τέλους μία ωχρά ακτίς, όπως ένα νήμα αράχνης, εβγήκεν από την ρωγμήν του φανού και έπεσεν επάνω εις το μάτι που έμοιαζε ωσάν γυπός. Ήτο ανοικτό, πολύ ανοικτό, ορθάνοικτο· η θέα αυτή με κατέστησεν αλλόφρονα. Το είδα κατά τρόπον τελείως καθαρόν, ολογάλανο, από ένα ξέθωρο γαλανόχρωμα με την αθλίαν δέσμην φωτός που απεδίδετο εξ αυτού και ένοιωσα να παγώνη το μυαλό εις τα κόκκαλά μου. Αλλά δεν ημπορούσα να ίδω το υπόλοιπον του προσώπου του γέροντος, ή όλον τον πρόσωπόν του. Διότι με ένα ενστικτώδη τρόπον διηύθυνα την ακτίνα ακριβώς εις το καταδικασμένον σημείον. Και την στιγμήν αυτήν — δεν σας έχω είπει ότι εκεί όπου βλέπετε τρέλλαν δεν υπάρχει πραγματικώς παρά μία υπεραισθησία των αισθήσεών μου; — την στιγμήν αυτήν, λέγω, να που ένας θόρυβος ελαφρός εκτύπησεν εις το αυτί μου, ένας θόρυβος απονεκρωμένος, ταχύς ωσάν τον θόρυβον ωρολογίου περιβεβλημένου βάμβακα. Τον ήχον αυτόν τον εγνώριζα αρκετά καλώς. Ήτο η καρδιά του γέρου που εκτύπα. Καθώς ο κρότος του τυμπάνου κεντρίζει τα θάρρος του στρατιώτου, ο θόρυβος αυτός δεν έκαμεν άλλο τίποτε από του ν' αυξήση την μανίαν μου.

Συνεκρατήθην ακόμη ολίγον, και εστάθηκα εμβρόντητος. Μόλις ανέπνεα. Εκρατούσα το φανάρι ακίνητον. Με πόσην επιμονήν προσπαθούσα να κρατήσω την ακτίνα ακριβώς επάνω εις το μάτι. Και κατά τον χρόνον αυτόν η καρδία επετάχυνε το υποχθόνιον εωθινόν της. Εγίνετο επί μάλλον και μάλλον ταχύς και επί μάλλον και μάλλον ευδιάγνωστος. Ο τρόμος του γέροντος έφθανεν εις το κατακόρυφον. Ο θόρυβος, λέγω, από στιγμής εις στιγμήν εγένετο περισσότερον διακεκριμένος . . . Καταλαβαίνετε καλά; σας είπα ότι ήμουν νευρικός; είμαι, ναι. Και ιδού ότι εις αυτήν εδώ την φρικώδη ώραν της νυκτός, εν μέσω της νεκρικής σιγής της παλαιάς αυτής οικίας, τόσον παράδοξος ήτο ο ψίθυρος, ώστε μου επροξένησεν ακατανόμαστον τρόμον· εν τούτοις ολίγα λεπτά ακόμη εκρατήθηκα και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Αλλά το τικ-τακ επεταχύνετο πάντοτε, πάντοτε. Εσκεπτόμην ότι η καρδιά θα εκραγή. Και τότε νέα ανυπομονησία με κατέλαβεν: — ο θόρυβος αυτός, αν τον ήκουε κανείς γείτονας! Η ώρα του γέροντος ήχησε. Με ένα μεγάλο ούρλιασμα απεκάλυψα το φαναράκι και επήδηοα εις το δωμάτιον. Δεν έβγαλε παρά μίαν κραυγήν, παρά μίαν μόνην. Σε μια στιγμή τον έρριψα κάτω, τον εθρυμμάτισα ρίψας επάνω του όλον το βάρος της κλίνης. Τότε εγέλασα εύθυμα, βλέποντας ότι ήρχισε το έργον. Αλλά επί πολλά λεπτά η καρδιά εξηκολούθει να κτυπά με πνιγμένον ήχον. Αλλ' όμως κανείς τόσον αδύνατον ήχον δεν μπορούσε πλέον ν' ακούση διά μέσου του τοίχου. Τέλος εσταμάτησεν. Ο γέρων είχεν αποθάνει. Ξανάβαλα το κρεββάτι εις την θέσιν του και παρετήρησα τον νεκρόν. Ναι, ήτο άκαμπτος ως νεκρός. Εστήριξα το χέρι εις το μέρος της καρδιάς και το εκράτησα έτσι επί τινα λεπτά. Δεν εκτυπούσε πλέον. Ο γέρος ήτο άκαμπτος, νεκρός. Τέλος το μάτι του δεν θα με ετρόμαζε πλέον!

Εάν επιμένετε να με νομίζετε τρελλόν, η ιδέα αυτή θα εξαλειφθή όταν θα σας περιγράψω τα συνετά μέτρα τα οποία μετεχειρίσθην διά να εξαλείψω το σώμα. Η νύκτα επερνούσε, και έπρεπε να περατώσω το έργον μου γρήγορα χωρίς θόρυβον. Προ παντός άλλου επελέκισα τον νεκρόν· του έσπασα το κεφάλι, τους βραχίονας και τας κνήμας, έπειτα απέσπασα τρεις μεγάλας σανίδας και τον ετοποθέτησα μέσα εις το πάτωμα. Μετά τούτο ξανάβαλα τας σανίδας με τόσην επιτηδειότητα, που κανένα μάτι ανθρώπινον, ούτε το ιδικόν του ακόμη, δεν θα ηδύνατο να διακρίνη τίποτε το ακανόνιστον. Δεν είχα τίποτε να πλύνω — ούτε την ελαχίστην οιανδήποτε κηλίδα, ούτε το ελάχιστον σημείον αίματος. Προς τούτο έλαβα όλα τα μέτρα μου. Το παν εξηφανίσθη μέσα εις ένα πακέτο, α! α!

Όταν το έργον αυτό ετελείωσεν, ήταν τέσσαρες πρωί και έκαμνε τόσον σκοτάδι όσον και τα μεσάνυκτα.

Όταν το ωρολόγι εκτυπούσεν αυτήν την ώραν, ένα κτύπημα αντήχησεν εις την πόρταν του δρόμου. Κατέβηκα ν' ανοίξω με ελαφρά καρδιά, διότι τι είχα πλέον να φοβηθώ; Τρεις άνθρωποι εισήλθαν, με σοβαρόν ύφος, ωσάν αξιωματικοί της αστυνομίας. Ένας γείτονας είχεν ακούσει κραυγήν κατά το μεσονύκτιον. Συνέλαβαν την υπόνοιαν μήπως συμβαίνη κανένα δυστύχημα και οι αξιωματικοί αυτοί ανέλαβαν το έργον της ανακρίσεως.

Εγέλασα, διότι, και πάλιν το λέγω, τι ημπορούσα να φοβηθώ; Είπα καλημέρα εις τους κυρίους αυτούς. Την κραυγήν, εφώναξα, ήμουν εγώ που την έβγαλα στον ύπνο μου. Όσον διά τον γέροντα, εξηκολούθησα, ευρίσκεται εις την εξοχήν. Ωδήγησα τους επισκέπτας μου εις όλας τας γωνίας της οικίας μου. Τους εβίασα να ζητούν, να ζητούν επιμελώς. Τους ωδήγησα τέλος εις το ιδικόν του δωμάτιον. Τους έδειξα το χρήμα του, που ήταν όλο εκεί και το οποίον κανείς δεν το ήγγισεν. Από την μεγάλην μου πεποίθησιν ετακτοποίησα τα καθίσματα εις το δωμάτιον και τους παρεκάλεσα ν' αναπαυθούν εκεί.

Και εγώ ο ίδιος, με το εκπληκτικόν θράσος που μου ενέπνεε μία τόσον τελεία επιτυχία, ετοποθέτησα το κάθισμά μου εις το μέρος όπου ευρίσκετο το πτώμα του θύματός μου. Οι αστυνομικοί εξεπλάγησαν. Οι τρόποι μου τους έπεισαν τελείως. Ήμουν εξαιρετικώς ευδιάθετος. Εκάθησαν και ωμίλησαν διά διάφορα πράγματα, εις τα οποία απαντούσα. Αλλά δεν ήργησα να εννοήσω ότι εκιτρίνιζα και ότι επιθυμούσα να τους ίδω να φεύγουν. Είχα πονοκέφαλον και εφανταζόμην ότι ήκουα ένα ήχον εις τα αυτιά μου.

Αλλά έμειναν καθισμένοι, και εξηκολούθουν να φλυαρούν. Ο ήχος επεταχύνετο, επέμενε και επεταχύνετο επί μάλλον και μάλλον. Ωμίλησα με ένα ύφος περισσότερον ελεύθερον διά ν' απαλλαγώ από αυτό το βάσανο. Αλλ' η ταραχή εξηκολούθει, και επεβάλλετο κυριολεκτικώς εις όλας τας δυνάμεις μου, αν και ήθελα να πείσω τον εαυτόν μου ότι ο θόρυβος δεν υπήρχεν εις τα αυτιά μου. Είμαι βέβαιος ότι έγεινα τότε πολύ ωχρός. Έγεινα ευγλωττότερος και εσήκωσα την φωνήν μου. Αλλ' ο ψίθυρος ηύξανε, και τι ημπορούσα να κάμω;

Ήτο ψίθυρος υπόκωφος, σβυσμένος, ταχύς, πραγματικός, όπως ο ήχος ενός ωρολογίου σκεπασμένου με βάμβακα. Ελαχάνιαζα και εν τούτοις οι αξιωματικοί της αστυνομίας δεν εφαίνοντο ότι ήκουον τίποτε. Εφλυάρησα με περισσοτέραν ευκινησίαν και τόλμην. Αλλ' ο θόρυβος δεν έπαυεν από του ν' αυξάνεται. Εσηκώθηκα, ωμιλούσα με μεγάλην φωνήν και με σχήματα βίαια, αλλ' ο θόρυβος δεν έπαυε ν' αυξάνεται. Πώς συνέβαινε να μη θέλουν να φύγουν! Διέτρεξα το παρκέ καθ' όλας τας διευθύνσεις, με βήματα αργά και πλατειά, προσποιούμενος ότι εταράχθην υπερβολικά από τας αντιλογίας αυτών των ανθρώπων. Αλλ' ο θόρυβος δεν έπαυεν από του ν' αυξάνεται. Ω! Θεέ μου, τι πρέπει να γείνη; Αφρίζων, παραλογιζόμενος, καταρώμενος έσεισα το κάθισμα, που εκαθήμην επάνω προηγουμένως, και το ετσάκισα επάνω εις το πάτωμα. Αλλ' ο θόρυβος εσηκώνετο πάντοτε, ο θόρυβος δεν έπαυσε ν' αυξάνη. Έγεινεν ισχυρότερος, ισχυρότερος, &ακόμη ισχυρότερος&. Και αυτοί οι άνθρωποι, που εξηκολούθουν να φλυαρούν, ν' αστειεύωνται και να γελούν, πώς δεν ήτο δυνατόν ν' ακούουν; Θεέ μου παντοδύναμε! Αλλ' όχι, όχι, ήκουον το παν, υπωψιάζοντο το παν, εγνώριζαν το παν, ενόουν τον τρόμον μου. Τέτοια ήτο η σκέψις μου, τέτοια εξακολουθεί να είναι αιωνίως. Αλλά δεν ξέρω διατί ήτο προτιμοτέρα από την αγωνίαν αυτήν. Ήτο περισσότερον υποφερτή από το σκώμμα αυτό! Δεν ήτο δυνατόν να υποφέρω επί μακρότερον την υποκρισίαν των γελοίων αυτών. Ενόησα ότι έπρεπε να φωνάξω ή ν' αποθάνω . . . και ιδού, ακόμη, ακούσατε! δυνατώτερα! δυνατώτερα, δυνατώτερα! ακόμη δυνατώτερα!

«Κακούργοι, εφώναξα, δεν αξίζει πλέον τον κόπον ν' αποκρύψω τίποτε. Το αναγνωρίζω, εγώ έκαμα το έγκλημα! — Σηκώσατε τας σανίδας αυτάς, εδώ κτυπά η βδελυρά καρδιά του! »

Ζωντανός στον τάφο

Είναι μερικά πρόσωπα και πράγματα τα οποία κινούν το σπουδαιότερον ενδιαφέρον, αλλ' είναι τόσον φρικτά, ώστε και αυτά τα έργα της φαντασίας δεν δύνανται ευπρεπώς να τα χρησιμοποιήσουν. Τα πρόσωπα αυτά μερικοί μυθιστοριογράφοι αποφασίζουν να τα αποφεύγουν, εφ' όσον δεν θέλουν να εκτεθούν εις δυσαρεσκείας, ή να προκαλέσουν την αηδίαν . . . Δεν συμφέρει ν' απασχοληθή τις με τα τοιαύτα πρόσωπα ειμή όταν επιβεβαιούνται και σχετίζονται με το αυστηρόν μεγαλείον του αληθούς. Κατ' αυτόν τον τρόπον δοκιμάζομεν με τρόμον την μεγαλυτέραν «από τας θλιβεράς ηδονάς» από τας διηγήσεις του ταξιδίου του Δε λα Βερεβίνχ, ή των σεισμών της Λισσαβώνος, ή του λοιμού του Λονδίνου, ή των σφαγών του Αγίου Βαρθολομαίου, ή του θανάτου των ογδοήκοντα τριών δεσμωτών εις την μαύρην φυλακήν της Καλκούττας. Και απλώς, όταν τα φαντάζεται κανείς, δεν δοκιμάζει άλλο τι από την αγανάκτησιν.

Εμνημόνευσα εδώ μερικάς από τας θρασυτέρας και τρομερωτέρας καταστροφάς της ιστορίας. Αλλ' εις όλα αυτά τα παραδείγματα η ευρύτης της καταστροφής, όχι ολιγώτερον παρά ο χαρακτήρ αυτής, προξενεί εις το πνεύμα μας τόσον βαθείαν εντύπωσιν. Ανωφελές να υπενθυμίσωμεν εις τον αναγνώστην ότι εις τον μακρόν και μοιραίον κατάλογον των ανθρωπίνων δυστυχιών έπρεπε να επιφυλάξωμεν εκλεκτήν θέσιν εις πολλά ατομικά επεισόδια, τα οποία περιέχουσι περισσοτέρας θανασίμους δυστυχίας από το πλείστον όλων ομού των καταστροφών. Η αληθής οδύνη, το κατακόρυφον της δυστυχίας είναι βεβαίως ζήτημα ατομικόν, όχι γενικόν.

Είθε οι μεγαλύτεροι τρόμοι της αγωνίας να επιφυλάσσωνται εις μόνον το άτομον, ποτέ εις ένα σύνολον ανθρώπων. Τούτο αναμφιβόλως θα είναι μία ευεργεσία, την οποίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν εις το έλεος του Θεού. Ο ζωντανός ενταφιασμός είναι αναντιρρήτως η τρομερωτέρα αγωνία όλως εκείνων, εις ας ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, και τούτο διά τον λόγον ότι είναι θνητός. Είτε δε είναι κάτι σπάνιον, είτε είναι συχνόν επεισόδιον, κανείς δεν ημπορεί ν' αρνηθή ότι αποτελεί καθ' εαυτόν ζήτημα άξιον πάσης μελέτης.

Τα όρια τα οποία χωρίζουν την ζωήν από τον θάνατον είναι κατά μέγιστον όρον σκοτεινά και αόριστα· ποίος δύναται να είπη πού τελειώνει το ένα και από πού αρχίζει το άλλο; Γνωρίζομεν ότι καταστάσεις ασθενών, εις τας οποίας παρατηρείται τελεία στάσις οιασδήποτε εκδηλώσεως ζωής, και εις τας οποίας εν τούτοις η στάσις δεν είναι παρά μία στιγμιαία διακοπή — ούτω πρέπει να ονομασθή — αποτελούσι πλήρη παύσιν της λειτουργίας του ζωικού μηχανισμού. Περνά λίγη ώρα, και κάτι μυστηριώδες και αόρατον εμβάλλει εις κίνησιν τας μαγικάς, θα έλεγες, πτέρυγας και τους διαφόρους τροχούς· η αργυρά χορδή δεν είχε σπάσει, το χρυσούν αγγείον δεν συνετρίβη ανεπανόρθωτα. Αλλά, επί του παρόντος, πού ήτο η ψυχή;

Πάντοτε ας θέσωμεν εκτός πάσης συζητήσεως το αναπόφευκτον αποτέλεσμα και ας δεχθώμεν το εκ των προτέρων δεκτόν αξίωμα, ότι δηλαδή εκ των ομοίων αιτίων αναπαράγονται και όμοια αποτελέσματα: ότι την στιγμήν που συναντώμεν τοιαύτα επεισόδια αναβολής αυθυπαρξίας, τα επεισόδια αυτά πρέπει επί τη ευκαιρία αυτή να καταλογίζονται πάντοτε μεταξύ των προώρων ενταφιασμών.

Εάν, λέγω, θέσωμεν εκτός πάσης συζητήσεως τας παρατηρήσεις αυτάς, μας μένει ακόμη η απ' ευθείας μαρτυρία των πειραμάτων, είτε ιατρικών είτε απλών εμπειρικών, οπόθεν εξάγεται διατί κατά την παρούσαν ακόμη εποχήν πολλοί τοιούτοι ενταφιασμοί συνέβησαν.

Μεταξύ των γεγονότων αυτών υπάρχει και έν, το οποίον έχει αληθώς αξιοσημείωτον χαρακτήρα, και του οποίου αι περιστάσεις είναι αναμφιβόλως ακόμη νωπαί εις την μνήμην μερικών από τους αναγνώστας μας. Συνέβη προ ολίγου καιρού εις την Βαλτιμόρην, όπου παρήγαγε ζωηράν εντύπωσιν, και ανεκοινώθη μάλιστα εις ευρύτατον κύκλον. Η γυναίκα ενός των εντιμοτέρων πολιτών της Βαλτιμόρης, περιφήμου νομικού και μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προσεβλήθη από αιφνιδίαν και ανεξήγητον ασθένειαν, η οποία ετάραξεν ολοτελώς τας γνώσεις των ιατρών. Μετά πολλάς βασάνους απέθανε τέλος, ή μάλλον την ενόμισαν νεκράν. Κανείς αληθώς δεν υπωψιάσθη ή δεν ημπορούσε να υποψιασθή ότι ακόμη δεν ήτο νεκρά. Παρουσίαζεν όλα τα συνήθη συμπτώματα του θανάτου. Τα χαρακτηριστικά της, όπως συνήθως συμβαίνει, ήσαν συνεσπασμένα και άκαμπτα. Όπως συνήθως συμβαίνει, τα χείλη είχαν μαρμάρινην ωχρότητα. Τα μάτια δεν διετήρουν καμμίαν λάμψιν. Πάσα θερμότης εξηφανίσθη. Οι σφυγμοί είχαν παύσει να κτυπούν. Προτού να θάψουν το σώμα, το διετήρησαν επί τρεις ολοκλήρους ημέρας, και έγεινε σκληρόν ως λίθος. Τέλος επετάχυναν την κηδείαν, εκ φόβου μήπως αρχίση η αποσύνθεσις και προχωρήση πολύ.

Η κυρία ανεπαύθη εις τον οικογενειακόν τάφον και έμεινεν εκεί επί τρία συνεχή έτη. Μετά τούτο εδέησε ν' ανοίξουν πάλιν τον τάφον διά να υποδεχθή ένα φέρετρον, αλλ' αλλοίμονον, ποίον θλιβερόν, τρομακτικόν θέαμα ανέμενε τον σύζυγον, όταν επήγε μόνος ν' ανοίξη τον τάφον!

Την στιγμήν που έσυρε προς το μέρος του την θύραν, κάτι περιτυλιγμένον εις λευκόν ένδυμα έπεσεν εις τα χέρια του με ένα τριγμόν. Ήταν ο σκελετός της γυναικός του με το σάβανον ανέπαφον. Συστηματικαί έρευναι απέδειξαν ότι αύτη επανήλθεν εις την ζωήν δύο ημέρας μετά τον ενταφιασμόν. Επειδή εκινήθη μέσα εις το φέρετρον, έπεσε τούτο από την θέσιν που ήτο τοποθετημένον εις το έδαφος, όπου και συνετρίβη, και τότε συνεπώς ηδυνήθη η γυνή να εξέλθη απ' αυτού. Μία λυχνία, την οποίαν άφησαν κατά τύχην γεμάτην έλεον, ευρέθη κενή . . . . Είναι αληθές, ότι ημπορούσε να κενωθή και από εξάτμισιν. Εις την υψηλοτέραν των βαθμίδων, η οποία κατέβαινε προς τον νεκρικόν θάλαμον, ευρίσκετο ένα πλατύ κομμάτι από φέρετρον, με το οποίον, φαίνεται, ήθελε να προκαλέση την προσοχήν με επανειλημμένα κτυπήματα εις την σιδηράν θύραν. Εν μέσω των προσπαθειών της ελιποθύμησε πιθανώς ή ίσως απέθανεν από μόνον τον τρόμον της, και κατά την πτώσιν της το σάβανό της φαίνεται ότι εκρατήθη από ένα καρφί, το οποίον εξείχεν επί της θύρας έσωθεν.

Έμεινε λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον και αποσυνετέθη ορθή! . . .

Κατά το έτος 1810 ταφή προσώπου καθ' όλα ζωντανού συνέβη εις την Γαλλίαν, παρακολουθουμένη και από περιστάσεις που αποτελούν τρανά δείγματα του συνήθους αυτού γεγονότος, περιστάσεις όμως ων η πραγματικότης είναι αναμφιβόλως παραδοξοτέρα από κάθε φαντασίαν.

Το θύμα του ενταφιασμού ήτο μία δεσποινίς Βικτωρία Φουρκάν, νέα κόρη ενδόξου οικογενείας, πλουσιωτάτη και ωραιοτάτη.

Μεταξύ των μυριοπληθών βιοπαλαιστών του τόπου υπήρχε και ο Ιούλιος Βουσουέτος, άνθρωπος των γραμμάτων και πτωχός δημοσιογράφος των Παρισίων.

Το τάλαντόν του, μαζί με άλλα προτερήματα, επροκάλεσε την προσοχήν της κληρονόμου, η οποία, φαίνεται, κατέληξε να τον συμπαθήση πραγματικά. Εν τούτοις η οικογενειακή υπερηφάνεια την ηνάγκασε να μεταμεληθή και να συζευχθή κάποιον κ. Benelle, τραπεζίτην και διπλωμάτην μικράς αξίας. Αλλά μετά τον γάμον ο κύριος αυτός την παρημέλησε και ίσως μάλιστα εσκέπτετο σοβαρώς να την διαζευχθή. Μετά τινα θλιβερά έτη τοιούτου γάμου απέθανεν, ή το ελάχιστον έπεσεν εις μίαν κατάστασιν ομοιάζουσαν τοσούτον προς τον θάνατον, ώστε να προκαλέση την περιέργειαν εις όσους την είδαν.

Ετάφη όχι εις υπόγειον, αλλ' εις ένα συνήθη τάφον, εις το κοιμητήριον του γενεθλίου της τόπου.

Κυριευμένος από την απελπισίαν, και πάντοτε φλεγόμενος από την ανάμνησιν της βαθείας συμπαθείας του, ο νέος ερωμένος εγκαταλείπει την πρωτεύουσαν διά την μακρυνήν επαρχίαν, όπου ήτο το χωρίον αυτό, με το ρωμαντικόν σχέδιον να ξεθάψη την νεκράν και να πάρη αυτός ο ίδιος την πλουσίαν κόμην της. Μεταβαίνει εις τον τάφον. Το μεσονύκτιον εκθάπτει το φέρετρον, το ανοίγει και είναι έτοιμος να κόψη την κόμην, αλλ' αποτόμως σταματά: Ιδού ότι τα μάτια της αγαπημένης ήνοιξαν.

Η ζωηρότης δεν τα είχεν εξ ολοκλήρου εγκαταλείψει και αι θωπείαι του εραστού της ήρκεσαν να την σηκώσουν από τον λήθαργον, που τον ενόμισαν διά θάνατον. Την μετέφερεν έξαλλος από χαράν εις την κατοικίαν της, εις το χωρίον. Με την χρήσιν μερικών τονωτικών, όσα τω υπέδειξαν αι ολίγαι του ιατρικαί γνώσεις, κατώρθωσε να την επαναφέρη εις την ζωήν. Ανεγνώρισε τότε τον σωτήρα της και έμεινε πλησίον του, μέχρις ότου αργά και βαθμιαίως επανεύρε τελείως την πρώτην της υγείαν.

Η γυναικεία καρδία της δεν είχε την σκληρότητα του αδάμαντος και αυτό το ύψιστον ερωτικόν μάθημα ήρκεσε να την μαλάξη. Η νέα κόρη παρέδωκε την καρδίαν της εις τον Βουσουέτον. Αντί να επιστρέψη εις τον σύζυγόν της, διετήρησε μυστικήν την ανάστασίν της και έφυγεν εις την Αμερικήν με τον δημοσιογράφον.

Είκοσι έτη έπειτα και οι δύο επανήλθον εις την Γαλλίαν, πεπεισμένοι ότι ο χρόνος είχεν αρκετά μεταβάλλει την φυσιογνωμίαν της κυρίας, ώστε θα ήτο αδύνατον να την αναγνωρίσουν οι παλαιοί της φίλοι. Ηπατήθησαν εν τούτοις, διότι πραγματικώς, από την πρώτην συνάντησιν, ο κ. Benelle ανεγνώρισε την γυναίκα του και την ανεζήτησεν. Επέμενεν εις την απαίτησίν του, αλλ' η κρίσις του δικαστηρίου υπεστήριξε την απόφασιν της κυρίας, αναγνωρίσασα ότι, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και του αριθμού των παρελθόντων ετών, προεγράφη, όχι μόνον κατ' εύλογον κρίσιν, αλλά και νομίμως, πάσα εξουσία του συζύγου.

Τελευταίον φύλλον «της Χειρουργικής εφημερίδος» της Λειψίας, περιοδικόν του οποίου το κύρος και η αξία είνε ανεγνωρισμένα, και το οποίον έπρεπε να μεταφρασθή και να επανεκδοθή από κάποιον αμερικανόν εκδότην, αναφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός, ομοίας τάξεως ιδεών. Αξιωματικός του πυροβολικού, με γιγάντειον παράστημα και άκραν υγείαν, έπεσεν από ένα αφηνιάσαντα ίππον και μωλωπισθείς εις την κεφαλήν εβυθίσθη αιφνιδίως εις την αναισθησίαν. Τα κρανίον διερράγη ελαφρώς, αλλά δεν εφοβούντο και άμεσον κίνδυνον. Η εγχείρησις επέτυχεν. Ο πληγωμένος υπέστη αιμορραγίαν και ελήφθησαν όλα τα μέσα διά να τον επαναφέρουν εις την ζωήν. Εν τούτοις έπεσε μετ' ολίγον εις την κατάστασιν αναισθησίας κατά το μάλλον και μάλλον απελπιστικήν, και τέλος έκριναν ότι είχεν αποθάνει.

Επειδή ο καιρός ήτο θερμός, τον έθαψαν με μεγάλην ταχύτητα, εις έν από τα δημόσια κοιμητήρια. Η κηδεία του έγεινε την Πέμπτην. Την επομένην Κυριακήν είχε το κοιμητήριον επισκέπτας, ως συνήθως. Και εις τα περίχωρα της μεσημβρινής Γαλλίας συγκίνησις μεγάλη επήλθεν από την διάδοσιν ενός χωρικού, ο οποίος ισχυρίζετο ότι καθήμενος εις τον τάφον ενός αξιωματικού αντελήφθη απότομον κλονισμόν του εδάφους, ωσάν να εκτυπάτο κανείς από κάτω του. Κατά πρώτον ολίγην έδωσαν προσοχήν εις τα λόγια του ανθρώπου αυτού. Αλλ' ο διαδηλωθείς τρόμος του και η επιμονή του, με την οποίαν επέμενεν εις την βεβαίωσίν του, παρήγαγον επί τέλους το φυσικόν αποτέλεσμα εις το πλήθος. Αμέσως επρομηθεύθησαν σκαπάνας, και ο τάφος, βάθους πολύ μικρού, ηνοίχθη εις ολίγα λεπτά, τότε δε αμέσως ανεφάνη και η κεφαλή του ενταφιασμένου. Είχε την όψιν ενός νεκρού, αλλ' ήτο σχεδόν όρθιος εις την κάσαν, της οποίας είχε κατά τον τρομακτικόν αγώνα του αφαιρέσει και το κάλυμμα. Μετεφέρθη πάραυτα εις το πλησιέστερον νοσοκομείον, όπου εδήλωσαν ότι είναι ακόμη ζωντανός, αλλ' εις την κατάστασιν ασφυξίας. Ολίγας ώρας κατόπιν επανήλθεν εις την ζωήν, ανεγνώρισε τους οικείους του και, διακεκομμένως, διηγήθη την αγωνίαν του εις το βάθος του τάφου.

Κατά την διήγησίν του, φαίνεται ότι, προτού να πέση εις την αναισθησίαν, μίαν ώραν ακριβώς προ της ταφής του, έσχε συνείδησιν της υπάρξεώς του. Εγέμισαν αμελώς και όχι με μεγάλην προσοχήν τον τάφον από ένα χώμα, που ήτο αρκετά πορώδες, εις τρόπον ώστε ολίγος αήρ να μη ήτο αδύνατον να εισέρχεται. Ήκουσε βήματα επάνω από το κεφάλι του και προσεπάθησε να δώση να εννοήσουν την ύπαρξίν του. Κατ' αυτόν, ο θόρυβος του πλήθους επάνω εις το έδαφος του κοιμητηρίου συνετέλεσε να εξυπνήση αυτός από τον βαθύν του ύπνον. Αλλά μόλις εκινήθη, ενόησε πληρέστατα την απελπιστικήν θέσιν της καταστάσεώς του.

Η κατάστασίς του εβελτιώθη, λέγουν, και ο ασθενής εφαίνετο εις την οδόν της τελείας θεραπείας, όταν έπεσε θύμα της ιατρικής πειραματίσεως. Μία ηλεκτρική συστοιχία εκενώθη επάνω του, οπότε εξέπνευσεν αιφνιδίως κατά την διάρκειαν των υπερεντατικων διεγέρσεών του, αίτινες είναι πάντοτε αποτέλεσμα της ηλεκτρικής επιδράσεως.

Επ' ευκαιρία των ηλεκτρικών συστοιχιών, μου επανέρχεται πάντοτε εις το πνεύμα μία γνωστοτάτη περίπτωσις και πολύ σπανία, κατά την οποίαν η δράσις των εφάνη αποτελεσματική, διότι ενεψύχωσεν ένα νέον εισαγγελέα του Λονδίνου, ο οποίος ετάφη προ δύο ημερών. Το γεγονός αυτό συνέβη κατά το 1831 και παρήγαγε βαθυτάτην αίσθησιν. Ο ασθενής κ. Έδουαρδ Στάμπλεττον απέθανε, καθώς φαίνεται, από τυφοειδή πυρετόν, παρουσιάσαντα και κάποια αντικανονικά συμπτώματα, τα οποία διήγειραν την προσοχήν των ιατρών του. Όταν τον ενόμισαν νεκρόν, παρεκάλεσαν τους φίλους του κηδευθέντος να ενεργήσωσι μίαν μεταθανάτιον εξέτασιν, αλλά τούτο τοις απηγορεύθη. Όπως συμβαίνει συνήθως εις τας τοιούτου είδους απαγορεύσεις, οι ιατροί, πρακτικώτεροι, απεφάσισαν να εκθάψουν το σώμα και να ενεργήσουν την αυτοψίαν κατά μόνας. Ελήφθησαν τα κατάλληλα μέτρα διά τας εργασίας της εκταφής — εκταφαί δε άλλως ενεργούνται συνήθως εις το Λονδίνον. Και την τρίτην νύκτα μετά την κηδείαν ο νεκρός εξήχθη από τον τάφον του, του οποίου το βάθος ήτο οκτώ ποδών, και κατετέθη εις το εργαστήριον ενός από τα ιδιωτικά νοσοκομεία της πόλεως. Μία τομή μικράς εκτάσεως ενηργείτο εις την γαστέρα, όταν η όψις του νεκρού, η οποία ήτο δροσερά και δεν έδειχνε κανέν σημείον αποσυνθέσεως, υπέβαλε την ιδέαν της ηλεκτροθεραπείας. Τα πειράματα εξηκολούθησαν διαδοχικώς με τα συνήθη των αποτελέσματα, χωρίς όμως κανέν χαρακτηριστικόν αποτέλεσμα ζωής. Μόνον τα συνήθη αντανακλαστικά φαινόμενα συσπάσεως προέκυψαν.

Ήταν αργά. Η ημέρα εχάραζεν. Έπρεπεν εν τούτοις να φθάσουν εις το κύριον μέρος της αυτοψίας. Αλλ' ένας σπουδαστής, ιδιαιτέρως επιθυμών να πειραματίση εις τον νεκρόν μίαν ιδικήν του θεωρίαν, επέμενε να εφαρμόσουν την ηλεκτρικήν συστοιχίαν εις ένα από τους μυς του θώρακος.

Εσχημάτισαν μίαν ευρείαν τομήν και εφήρμοσαν ταχέως ένα μεταλλικόν σύρμα διά να πραγματοποιήσουν την επαφήν. Τότε ο νεκρός, με μίαν κίνησιν η οποία δεν είχε τίποτε το αντανακλαστικόν, εσηκώθη από το τραπέζι, έκαμε μερικά βήματα εις το μέσον του δωματίου, παρετήρησε μελαγχολικώς γύρω του επί τινα δευτερόλεπτα και τέλος ωμίλησεν.

Ό,τι είπεν ήτο ανόητον, αλλ' επρόφερε λέξεις, και η άρθρωσις ήτο ακριβής. Αφού ωμίλησεν, έπεσε και πάλιν εις το έδαφος.

Επί τινας στιγμάς, όλοι οι παρευρισκόμενοι έμειναν παράλυτοι από τον τρόμον. Αλλά το εξαιρετικόν της περιστάσεως δεν ήργησε να επιστήση την προσοχήν των παρευρισκομένων. Παρετηρήθη ότι ο κ. Στάμπλεττον ήτο ακόμη ζωντανός, αν και λιπόθυμος. Του έδωσαν αιθέρα, και ανέλαβε τας αισθήσεις του. Μετ' ολίγον ανεύρε την υγείαν του και παρεδόθη εις τας χείρας των φίλων του, εις τους οποίους επεφυλάχθησαν να καταστήσουν γνωστήν την ανάστασίν του, μέχρις ου πας φόβος μεταπτώσεως εις τον θάνατον τελείως απεσοβήθη. Μπορείτε να φαντασθήτε την έκπληξίν των, την ευχάριστον κατάπληξίν των.

Το συγκινητικώτερον μέρος του γεγονότος τούτου ανεγράφη από τον ίδιον Στάμπλεττον· διεκήρυξεν ότι ουδέποτε η αναισθησία του ήτον άκρως τελεία, και ότι αδιακρίτως και συγκεχυμένως είχε συνείδησιν παντός συμβαίνοντος, από της στιγμής που ελέχθη από τους ιατρούς η λέξις «είναι νεκρός» έως ότου έπεσε λιπόθυμος επάνω εις το πλακόστρωτον του νοσοκομείου. «Είμαι ζωντανός», αύται ήσαν αι τελευταίαι ακατανόητοι λέξεις, τας οποίας εις την φοβεράν του θέσιν κατώρθωσε ν' αρθρώση, αναγνωρίζων ότι ευρίσκετο εις την αίθουσαν του ανατομείου.

Θα ήτο πολύ εύκολον να πολλαπλασιάσωμεν ακόμη τα ανέκδοτα επί της υποθέσεως αυτής. Αλλ' αποφεύγω, διότι τη αληθεία δεν είναι ανάγκη ν' αποδείξω τα πολυάριθμα επεισόδια των προώρων ενταφιασμών. Όταν συλλογίζεται κανείς πόσον είναι σπάνιον, λόγω αυτής της φύσεως των συμπτωμάτων, ν' ανακαλυφθούν οι ατυχείς αυτοί, πρέπει να παραδεχθώμεν ότι συχνά ενταφιασμοί ζώντων θα συμβαίνουν, χωρίς να λαμβάνωμεν καμμίαν γνώσιν.

Μεταξύ των κοιμητηρίων, οπουδήποτε και οιασδήποτε εκτάσεως, δεν υπάρχει ουδέ εν — ας μεταχειρισθώμεν αυτήν την έκφρασιν, — όπου δεν εύρον σκελετούς εμβάλλοντας τας μεγαλειτέρας υπονοίας. Τρομεραί υπόνοιαι αληθώς! Αλλά τρομερωτέρα ακόμη η κατάστασις την οποίαν προκαλούν. Μπορεί κανείς να την βεβαιώση χωρίς δισταγμόν. Τίποτε δεν είναι υποκείμενον να εμπνεύση την ιδέαν του φυσικού και ηθικού πόνου εις τον ύψιστον βαθμόν, από το γεγονός ότι ετάφη ζων. Η φοβερά πίεσις των πνευμόνων — η αποπνικτική οσμή της υγράς γης — η μεγάλη πίεσις της στενής διαμονής — το σκότος της απολύτου νυκτός — η σιωπή οιονεί ομοία προς βυθιζομένην θάλασσαν — η άπρακτος αλλά ψηλαφητή παρουσία του επιτιθεμένου σκώληκος — όλα αυτά τα πράγματα, σχετιζόμενα με την ανάμνησιν του ελευθέρου αέρος και του χόρτου που βλαστάνει από επάνω μας, σχετιζόμενα και πάλιν με την ενθύμησιν των αγαπητών φίλων, που θα επετούσαν προς βοήθειάν μας εάν η τύχη μας ήτο γνωστή, σχετιζόμενα προς την συνείδησιν ότι την τύχην αυτήν δεν θα δυνηθούν να την γνωρίσουν και ότι η μόνη μας ελπίς είναι ο θάνατος, ο πραγματικός θάνατος αυτήν την φοράν — αι παρατηρήσεις αύται, λέγω, χύνουν εις την καρδίαν, η οποία αδιακόπως πάλλει, ένα τρόμον τόσον φρικώδη και ανυπόφορον, που ενώπιόν του η μάλλον ισχυρά φαντασία υποχωρεί.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings