ΑΝΔΡ. MIX. ΑΝΔΡΕΑΔΟΥ (continued 2)
Reading edition
1) Την αναβολήν της πληρωμής των τόκων του 1861, 1862, 1863, ούπω πληρωθέντων.
2) Την παράτασιν επί πέντε έτη της συμβάσεως του 1859, δι' ης η Ελληνική κυβέρνησις υπεχρεούτο να πληρώση μόνον 900,000 φρ. κατ' έτος.
3) Το δικαίωμα διά την Ελληνικήν κυβέρνησιν ν' αφιερώση μέρος των εισοδημάτων της εις την πληρωμήν άλλου χρέους, του της επαναστάσεως (216), πριν ή καλύψη εξ ολοκλήρου τα έξοδα της υπηρεσίας του δανείου του 1832.
Αι τρεις Δυνάμεις (217) παρεδέχθησαν μόνον τα δύο πρώτα εκ των τριών αιτημάτων, απαιτήσασαι σύναμα ως ανταμοιβήν την καθιέρωσιν κλάδου των εσόδων της Ελλάδος εις την αποκλειστικήν υπηρεσίαν της συμφωνηθείσης ενιαυσίας δόσεως. Ηρνήθησαν όμως ρητώς να θυσιάσωσι τα συμφέροντά των χάριν των δανειστών του 1824 και 1825. Η Ελλάς απαντώσα εξέφρασε την ευγνωμοσύνην της προς τας Δυνάμεις, και εδήλωσεν ότι ήτο πρόθυμος ν' αφιερώση εις την υπηρεσίαν του δανείου το τρίτον των εισπράξεων του τελωνείου Σύρου (218). Τούτο εγένετο δεκτόν και επήλθε τέλος το πέρας διαπραγματεύσεων διαρκεσασών σχεδόν 22 έτη.
Σημειωτέον ότι εν τω μεταξύ είχε συνομολογηθή η συνθήκη της ενώσεως των Ιονίων νήσων μετά της Ελλάδος (Λονδίνον, 17 Μαρτίου 1864), εν η είχε καταχωρισθή όρος, διά του οποίου εκάστη των προστατίδων Δυνάμεων υπεχρεούτο να παραχωρήση εις την Α. Μ. Γεώργιον τον Α' τεσσάρας χιλιάδας λιρών στερλινών ετησίως εκ των ποσών, άτινα το Ελληνικόν ταμείον υπεχρεώθη ν' αποτίνη εκάστη αυτών. Το ποσόν τούτο των δώδεκα χιλιάδων λιρών στερλινών ετησίως προσδιορίζεται, λέγει η συνθήκη, εις προσωπικήν προίκισιν της Α. Μ., προς τη ανακτορική χορηγία τη υπό του νόμου του Κράτους οριζομένη.
Εν συνάψει τω 1865, όπως και σήμερον, η νομική θέσις του ζητήματος είναι η εξής:
1) Απέναντι του χρέους των 60 εκατ., χάριν του οποίου αι Δυνάμεις από της συνομολογήσεως μέχρι της αποσβέσεως αυτού κατέβαλον 100,392,833 φράγκα (219), η Ελλάς υποχρεούται να καταβάλλη ενιαυσίως 900,000 φράγκων, ποσόν, εξ ου το τρίτον παραχωρείται υπό των Δυνάμεων εις τον Βασιλέα ως πρόσθετος επιχορήγησις.
2) Το ποσόν τούτο των 900,000 φράγκων είναι ο ελάχιστος όρος (έν minimum), των Δυνάμεων επιφυλαχθεισών το δικαίωμα ν' απαιτήσωσιν αύξησιν του ποσού τούτου, ευθύς ως τα οικονομικά της Ελλάδος βελτιωθώσιν (220).
Υπό πρακτικήν όμως έποψιν, το ποσόν από προσωρινού κατέστη πάγιον (221), παρά δε τας, κατά το 1865, δηλώσεις των Δυνάμεων, ηδυνήθη η Ελλάς να ικανοποιήση τους δανειστάς του 1824 και 1825, πριν ή αι εγγυηθείσαι το δάνειον του 1832 Δυνάμεις αποζημιωθώσιν εντελώς.
Αναπολών δέ τις την όλην ιστορίαν του δανείου δύναται να είπη εν συμπεράσματι ότι το ενιαυσίως υπό της Ελλάδος καταβαλλόμενον ποσόν είναι μικρόν εν σχέσει προς τα ποσά τα καταβληθέντα υπό των Δυνάμεων, δεν είναι δ' όμως δυσανανάλογον παραβαλλόμενον προς τας ωφελείας (222), ας η πατρίς ημών επορίσθη εκ του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων.
Ζήτημα δ' όμως λεπτεπίλεπτον εγείρεται, προκειμένου περί της φύσεως της ενιαυσίας αποζημιώσεως των 900,000 φρ. Ερωτάται: το ποσόν τούτο αντιπροσωπεύει μόνον τόκους, ή τόκους και χρεωλύσιον, ή τέλος μόνον χρεωλύσιον: Η σπουδαιότης του ερωτήματος είναι καταφανής· εάν αι 900,000 φρ. αντιπροσωπεύωσι μόνον τόκους, τούτο σημαίνει ότι, του προς τας Δυνάμεις χρέους θεωρηθέντος ως παγίου, πληρώνεται, αντί 5%, τόκος 0,90%, και προς τούτοις ότι άνευ νέας συμφωνίας δεν υπάρχει ελπίς ν' απαλλαγώμεν του χρεωστουμένου κεφαλαίου.
Η απορία αύτη προήλθε κυρίως εκ του ότι ουδέποτε έγινεν επίσημος σύμβασις περί του ζητήματος· διότι τω 1859 αι μεν Δυνάμεις απήτησαν απλώς την ενιαυσίαν πληρωμήν ποσού φρ. 900,000, όπερ εθεώρουν αρκούν προς το παρόν, η δε κυβέρνησις αφ' ετέρου περιωρίσθη εις το ν' αναγράψη το ποσόν τούτο εις τον προϋπολογισμόν του επομένου έτους (223).
Η ασάφεια της μεταξύ των Δυνάμεων και της Ελλάδος συμφωνίας είχεν έκτοτε εκπλήξη το κοινόν· η δε επιτροπή της γερουσίας, μεταξύ άλλων πληροφοριών ας εζήτησε παρά του υπουργού των οικονομικών, εξέφρασε και την επιθυμίαν να μάθη «αν η ζητουμένη πίστωσις των 1,005,120 (900,000 φρ.) θέλει επιφέρη ελάττωσίν τινα και ποίαν επί του προκειμένου χρέους.» Αλλ' ο επί των οικονομικών υπουργός Λ. Κουμουνδούρος απήντησεν «ότι η περί τούτου απάντησις ήτο δυσχερής, διότι το ζήτημα δεν υπάρχει λελυμένον» (224). Της δε επιτροπής επιμενούσης να λάβη τουλάχιστον ανακοίνωσιν των σχετικών διπλωματικών εγγράφων, ο υπουργός απήντησεν ότι το συμφέρον του κράτους δεν επιτρέπει επί του παρόντος την κοινοποίησιν των εγγράφων εκείνων, αφ' ου η υπόθεσις δεν επερατώθη εισέτι οριστικώς (225).
Από των δηλώσεων του αειμνήστου Κουμουνδούρου ουδέν συνέβη το δυνάμενον να διασαφήση τα κατά το σπουδαίον τούτο ζήτημα (226), εκ τούτου δε προέκυψαν πλείσται αντιφάσεις. Οι ημέτεροι Kοι Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης (227) φαίνονται νομίζοντες ότι το ποσόν των 900,000 φρ. δεν είναι ειμή χρεωλύσιον, την αυτήν δε γνώμην φαίνεται έχων και ο κ. Stourm (228).
Αλλ' οι κ. κ. Λιακόπουλος και Δυοβουνιώτης δεν υποδεικνύουσιν επί ποίων πληροφοριών βασίζουσι τα πορίσματα αυτών, ο δε κ. Stourm καταλήγει εις προφανώς εσφαλμένους υπολογισμούς (229).
Ευρεθέντες δ' ούτω προ αδιεξόδου και μάτην ζητήσαντες πληροφορίας εις το τμήμα του δημοσίου χρέους (υπουργείον των Οικονομικών) και εις το επί των Εξωτερικών υπουργείον, κατεφύγομεν εις τα γραφεία του Διεθνούς Ελέγχου. Εκεί δ' επληροφορήθημεν ότι το ζήτημα της φύσεως της εξ 900,000 φρ. αποζημιώσεως εκανονίσθη τω 1859 υφ' ενός μυστικού υπομνήματος (mémoire secret) και ότι, καίπερ τα περιεχόμενα εν τω υπομνήματι τούτος δεν είναι γνωστά, υπάρχουσι λόγοι να πιστεύηται ότι τα ενιαυσίως πληρωνόμενα 900,000 φράγκα περιλαμβάνουσι και ποσόν αφιερωνόμενον εις χρεωλυσίαν.
Τας πληροφορίας ταύτας των γραφείων του Ελέγχου επιβεβαιούσι και τα μετά τον συμβιβασμόν του 1898 δημοσιευθέντα έγγραφα. Πράγματι ο εν αυτοίς καταχωρισθείς πίναξ του δημοσίου χρέους, ο περιέχων και τα κεφάλαια των δανείων και τα εισέτι υπολειπόμενα εξ εκάστου ποσά, προκειμένου περί του δανείου των τριών Δυνάμεων αναγράφει μεν εν τη πρώτη στήλη, το κεφάλαιον των 100,392,833 φρ., εν τη στήλη δ' όμως των Μηκέτι αποσβεσθέντων ποσών (Sommes non amorties) αντί ωρισμένου ποσού σημειοί απλώς την λέξιν mémoire (230).
Οφείλομεν λοιπόν να καταλήξωμεν εις το συμπέρασμα, ότι η ενιαυσία δόσις μετέχει τόκου και χρεωλυσίου, χωρίς όμως να δυνάμεθα να ορίσωμεν το ποσόν εκατέρου τούτων. Εις ανάλογον άλλως τε συμπέρασμα κατέληγε προ ενδεκαετίας ο κ. Ε. F. G. Law, όστις δεν συμπεριελάμβανεν εις τον πίνακα του δημοσίου χρέους της Ελλάδος το δάνειον των τριών Δυνάμεων, «καθ' ότι, το ακριβές ποσόν τον χρέους τούτου δεν φαίνεται ακριβώς καθωρισμένον» (231).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Βαυαρικά δάνεια και χρέος προς τους κληρονόμους του Όθωνος.
Παρ. Α'. — Τα Βαυαρικά Δάνεια (232).
Πηγή των λεγομένων Βαυαρικών Δανείων υπήρξαν, ως υπεδείξαμεν και ανωτέρω, αι εις την έκδοσιν της τρίτης σειράς του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων επελθούσαι αναβολαί. Η Ελληνική Κυβέρνησις, ήτις πάντας τους υπολογισμούς αυτής εβάσιζεν επί της εκδόσεως ταύτης, ευρέθη, αρχομένου του 1835, εις λίαν στενόχωρον θέσιν, και ο Λουδοβίκος θέλων, ως λέγει ο ίδιος, να δείξη το προς το Ελληνικόν έθνος και την Ελληνικήν μοναρχίαν διηνεκές αυτού ενδιαφέρον (233), έστερξε να προκαταβάλη έν εκατομμύριον φράγκων προς 4%, αποδοτέον όμως άμα τη εκδόσει των εκ του μεγάλου δανείου υπολειπομένων 20 εκατομμυρίων.
Το επόμενον έτος, της θέσεως των πραγμάτων μη μεταβληθείσης, ο Λουδοβίκος προυθυμήθη και πάλιν να έλθη αρωγός, χορηγών όχι πλέον έν αλλά δύο δάνεια το μεν ενός εκατομ. φράγκων (10 Μαρτίου 1836), το δε ενός εκατομ. φιορινίων (25 Δεκεμβρίου 1836), πάντοτε προς τέσσαρα τοις εκατόν.
Ολίγω βραδύτερον εξεδόθη και η τρίτη σειρά των εξήκοντα εκατομμυρίων, αλλά το εκ της εκδόσεως προκύψαν ποσόν, απερροφημένον ήδη υπό τόκων και επιτοκίων και προεξωφλημένον υπό παντοίων ελλειμμάτων του Ελληνικού προϋπολογισμού, δεν επήρκει προς απόσβεσιν των βαυαρικών δανείων, ανερχομένων εις το σχετικώς σπουδαίον ποσόν των 4,640,000 δραχμών.
Αντί λοιπόν αμέσου αποτίσεως συνήφθη η σύμβασις της 15 Μαρτίας 1838, δι' ης η Ελληνική κυβέρνησις ανελάμβανε να πληρώση εντός του έτους το δάνειον του 1835 (1 εκατ. φρ.), διά δε την εξόφλησιν των άλλων δύο δανείων να πληρώση 500,000 φρ. εντός του 1839 και, μέχρις αποσβέσεως, ανά έν εκατομμύριον κατά τα ακόλουθα έτη.
Μόλις όμως συνεφωνήθησαν οι όροι ούτοι, εφάνησάν πως βαρείς, και διά νέας συμβάσεως αι υποχρεώσεις της Ελληνικής κυβερνήσεως ανεβλήθησαν και ανετράπησαν, απεφασίσθη δηλ. ότι αι πληρωμαί θα ήρχιζον μόνον τω 1840 και ότι θα επληρώνετο πρώτη η δόσις των 500,000 φρ. Η σύμβασις αύτη εξετελέσθη εν μέρει, της Ελληνικής κυβερνήσεως καταβαλούσης τας υποσχεθείσας 500,000 φρ. του 1840, και τας τρεις πρώτας τριμήνους δόσεις (750,000) του 1841, ήτοι εν συνόλω 1,250,000 φρ. Πλην τότε, υποχρεωθείσα να πληρώση εξ ιδίων και τους τόκους του ηγγυημένου μεγάλου δανείου και αποζημίωσιν προς την Τουρκίαν διά τα βακούφια, η Ελλάς ηναγκάσθη να ζητήση νέαν μετατροπήν των μετά της Βαυαρίας συμφωνιών. Αύτη επετεύχθη διά της συμβάσεως της 13 Φεβρουαρίου 1842, δι' ης το κεφάλαιον του δανείου ωρίσθη εις 2,917,711 φρ. αποδοτέα ως εξής: (234)
250φρ. τη 18 Νοεμβρίου 1842
250φρ. τη 18 Νοεμβρίου 1843
500φρ. εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1844
500φρ. εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1845
500φρ. εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1846
και417,711φρ. εις τρεις ίσας δόσεις κατά το 1847
Εξ όλων των δόσεων τούτων η πρώτη μόνον επληρώθη ελαττώσασα το όλον χρέος εις 2,667,771, πριν δε επέλθη η λήξις της δευτέρας, εξερράγη η αναίμακτος στάσις της γ' Σεπτεμβρίου, ήτις, προκληθείσα μάλλον εκ του κατά της βαυαροκρατίας μίσους (235) ή εξ ειλικρινούς πόθου συνταγματικών θεσμών, δεν ηδύνατο ειμή να έχη τον αντίκτυπον αυτής επί του ζητήματος της πληρωμής των Βαυαρικών δανείων.
Πράγματι, ενώ η αναστολή της υπηρεσίας του δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων παρουσιάσθη πάντοτε ως γεγονός προσωρινόν υπ' ανωτέρας ανάγκης επιβληθέν, των βαυαρικών δανείων συνεζητήθη αυτή η νομιμότης. Κατόπιν δε εμπαθών συζητήσεων, οφειλομένων κυρίως εις την γραφίδα του διευθυντού της Ελπίδος Λεβίδου, η κοινή γνώμη επίεσε την Εθνοσυνέλευσιν να εκδώση ψήφισμα, ου αι δύο κυριώτεραι διατάξεις ήσαν αι εξής:
Α') Η Κυβέρνησις οφείλει, τη ευθύνη του Υπουργικού Συμβουλίου, να λάβη υπ' όψιν όλα τα διαμειφθέντα έγγραφα μεταξύ της Αυλής της Βαυαρίας και του εν Λονδίνω συμβουλίου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, αφορώντα εις την εγκατάστασιν της βασιλείας εις την Ελλάδα, και να καθυποβάλη λεπτομερή έκθεσιν εντός της πρώτης βουλευτικής περιόδου περί της εκκαθαρίσεως παντός λογαριασμού εξ αυτών των εγγράφων πηγάζοντος.
Β') Επιβάλλεται το χρέος εις την βουλήν να εξετάση τον λογαριασμόν τούτον και να επιμεληθή, διά της διπλωματικής οδού και τη μεσολαβήσει των τριών προστατίδων Δυνάμεων, περί της απαιτήσεως του εξ αυτού πηγάζοντος χρέους της Βαυαρίας προς την Ελλάδα.
Το ψήφισμα τούτο αινίσσεται τας υποχρεώσεις, ας είχεν αναλάβη η Βαυαρία, και αίτινες κατεχωρίσθησαν εις τα από 26 Απριλίου 1832 πρωτόκολλα της διασκέψεως του Λονδίνου, όσον αφορά εις τον κλήρον (apanage), συμβούλιον της αντιβασιλείας, την ακολουθίαν του πρίγκιπος και το στρατιωτικόν σώμα (236).
Αλλά προς κατάρριψιν του επιχειρήματος τούτου ήρκει να παρατηρηθή, ότι η Βαυαρία είχε μεν αναλάβη να πέμψη εν Ελλάδι Βαυαρούς ανωτέρους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους ως διοργανωτάς, εξακολουθούσα σύναμα να πληρώνη εις αυτούς τους μισθούς ους ελάμβανον εν τη πατρίδι αυτών, δεν είχεν όμως απαλλάξη την Ελλάδα της πληρωμής τακτικής αμοιβής, τοσούτω μάλλον δεδικαιολογημένης, καθ' όσον οι εν λόγω υπάλληλοι ανελάμβανον εν ξένη χώρα υπηρεσίας εξαιρετικώς βαρείας και επικινδύνους.
Επίσης, το λεχθέν τω 1843 και επαναληφθέν κατά τον συμβιβασμόν του 1880 (237), ότι η διαχείρισις των αντιβασιλέων επεβάρυνε τον εκλέξαντα αυτούς Λουδοβίκον, είναι υπό νομικήν έποψιν ήκιστα σοβαρόν επιχείρημα· καθ' ότι η αντιβασιλεία δεν ήτο επίτροπος του Λουδοβίκου, αλλ' αντιβασιλεία της Ελλάδος, κράτους ανεξαρτήτου, και κατ' ακολουθίαν δεδεσμευμένου υπό των πράξεων αυτής.
Και είναι μεν αληθές ότι η αποδοχή, ης ετύγχανον τοιαύτα επιχειρήματα, εξηγείτο εκ του ότι το κοινόν συνέχεε την ανύπαρκτον νομικήν προς την πραγματικήν ηθικήν ευθύνην, ην φέρουσιν ο μεν Λουδοβίκος διά τας ατυχείς του εκλογάς, οι δε αντιβασιλείς διά την ασύνετον αυτών πολιτείαν. Αλλ' είναι επίσης αναμφισβήτητον ότι, εάν τοιαύται συγχύσεις επιτρέπονται εις τους πολλούς, δεν συγχωρούνται δ' όμως εις πολιτικούς άνδρας και κοινοβουλευτικάς συνελεύσεις.
Το συμπέρασμα του ψηφίσματος απετέλει άλλως τε καθ' εαυτό είδος νομικού τέρατος, διότι, όπως παρετήρησεν ορθότατα ο Καλλιγάς (238), δι' αυτού προετείνετο εις συμψηφισμόν δανείου απαιτητού ανεκκαθάριστος απαίτησις.
Εν τούτοις η Βαυαρία δεν διεμαρτυρήθη αμέσως. Ότε δε δύο έτη βραδύτερον ο πρεσβευτής αυτής Gesser εξέφρασε παράπονα διά τε την καθυστέρησιν των πληρωμών και διά την μη αναγραφήν εν τω προϋπολογισμώ του αναλογούντος τω δανείω ποσού, ο Κωλέττης απήντησε διαβιβάζων την γνωστήν έκθεσιν του Μεταξά περί του γενικού λογαριασμού των εσόδων και των εξόδων από του 1833 - 1843 (239). Η απάντησις ήτο εύστοχος, αν και υπό νομικήν έποψιν τρωτή, έκτοτε δε παρήλθον δεκατέσσαρα έτη, χωρίς να γίνη σχεδόν λόγος περί των Βαυαρικών δανείων (240), ότε αίφνης τη 11 Σεπτεμβρίου 1859 η Βαυαρική κυβέρνησις ανήγγειλε τη Ελληνική, ότι από του 1849 είχε παραχωρήση τα δικαιώματα αυτής εις τον πρώην βασιλέα Λουδοβίκον (241) και εζήτει την πληρωμήν των οφειλομένων κεφαλαίων και τόκων, ήτοι 1,933,333 φλορίνια και 20 κρέυτζερ.
Πλην παρ' όλην την επιμονήν του Όθωνος, όπως το ζήτημα κανονισθή δι' αναγραφής επί τούτω ενός εκατομμυρίου εν τω προϋπολογισμώ (442), η τότε Ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη να προβή εις οριστικά προς τούτο διαβήματα, περιορισθείσα να απαντήση τη Βαυαρία, ότι το δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων προηγείτο υπό πάσαν έποψιν του βαυαρικού, και ότι, άμα τω προσεχεί κανονισμώ του πρώτου, θα ελαμβάνετο φροντίς και περί του δευτέρου (243).
Αι βαυαρικαί απαιτήσεις εφαίνοντο τεθαμμέναι διά παντός, ότε τω 1880 ο Βίσμαρκ, νέος θεός από μηχανής, βλέπων ότι η Ελλάς είχεν αναγνωρίση τα παλαιά της χρέη και θέλων κατά το σύστημά του να παράσχη προσωπικήν υπηρεσίαν προς οικογένειαν αποτελούσαν μέρος της γερμανικής αυτοκρατορίας, ενετείλατο τω γερμανώ πρεσβευτή Ράδοβιτζ ν' απαιτήση παρά της Ελληνικής κυβερνήσεως τον κανονισμόν του προς τους κληρονόμους του Λουδοβίκου χρέους. Ο δε σιδηρούς καγκελλάριος, όπως υποβάλη τας απαιτήσεις του, είχεν εκλέξη στιγμήν, καθ' ην η Ελλάς, ζητούσα την εκπλήρωσιν της Βερολινίου συνθήκης, δεν ηδύνατο ν' αναδράμη εις τας συνήθεις αντιρρήσεις· τούτο εννοήσαντες αμέσως οι ημέτεροι, παρεδέχθησαν μεν κατ' αρχήν την αίτησιν, έπεμψαν δ' εις Γερμανίαν τον κ. Στέφ. Στρέιτ, όστις μετά περισσής δεξιότητος χειρισθείς το ζήτημα κατώρθωσεν όπως η Ελλάς επιτύχη πλήρη εξόφλησιν του Βαυαρικού χρέους, υπολογισθέντος εις 5,600,000 φρ., πληρώνουσα εις τον πρίγκιπα Φερδινάνδον της Βαυαρίας εφάπαξ το ποσόν των 2,600,000 φρ.
Τούτου δε γενομένου, επινευούσης και της Ελληνικής βουλής (244), τα βαυαρικά δάνεια ανήκουσι του λοιπού μόνον εις την δημοσιονομικήν ιστορίαν.
Παρ. Β'. Χρέος προς τους Κληρονόμους του Όθωνος (245).
Το χρέος τούτο συχνάκις συγχέεται μετά του προηγουμένου, την δε σύγχυσιν προκαλεί το γεγονός ότι εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις αι κατά του Ελληνικού έθνους απαιτήσεις περιήλθον εις χείρας της οικογενείας των Βιττελσβάχων. Πράγματι δ' όμως τα δύο δάνεια έχουσιν εντελώς διάφορον φύσιν· το μεν οφείλεται εις προκαταβολάς του Λουδοβίκου τη Ελληνική κυβερνήσει, το δε εις διάφορα έξοδα, άτινα έκαμεν εξ ιδίων ο Όθων προς ανέγερσιν των ανακτόρων, προς αποκατάστασιν των ανακτορικών κήπων, προς οικοδομήν του βασιλικού φαρμακείου (246) και του βασιλικού ιπποστασίου, καθώς και εις άλλας τινάς απαιτήσεις (247), άς ο μακαρίτης βασιλεύς είχε κατά του Ελληνικού δημοσίου.
Το σύνολον των απαιτήσεων του βασιλέως κατά την ημέραν της εξώσεώς του υπελογίζετο ποικιλοτρόπως: υπό τινων μεν εις 4, υπ' άλλων δε εις 7 1/2 εκατομμύρια (248). Η δε νομιμότης των συνεζητήθη εις την εθνοσυνέλευσιν, χωρίς όμως να καταλήξη το σώμα εκείνο εις ουδέν θετικόν συμπέρασμα (249).
Εν τούτοις οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων συνελθόντες εις Λονδίνον εζήτουν όπως το προς τον Όθωνα χρέος αναγνωρισθή εν τη συνθήκη, δι' ης παρεχωρείτο τη Ελλάδι η Επτάνησος. Και τούτο μεν αληθώς δεν εγένετο, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις, καίπερ δηλώσασα διά του Χ. Τρικούπη ότι δεν υπήρχεν ιδέα ν' αδικηθή ο έκπτωτος βασιλεύς, δεν ηδυνήθη να εμποδίση τας Δυνάμεις να προσκαλέσωσιν αυτήν επισήμως να προβή εν τάχει εις την αποζημίωσιν ταύτην (250).
Η ακαριαίως σχεδόν υπέρ του Όθωνος αναπτυχθείσα αντίδρασις συνέτεινεν αφ' ετέρου ουκ ολίγον όπως το ζήτημα μη διαιωνισθή. Ολίγον δε μετά τον θάνατον του αγαθού εκείνου ανδρός υπεγράφετο υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως και των κληρονόμων αυτού (251) σύμβασις, δι' ης το προς τον Όθωνα χρέος υπολογιζόμενον εις 4,500,000 (252) ανεγνωρίζετο επισήμως.
Το κεφάλαιον τούτο, συναποφέρον τόκον 4%, υπεχρεούτο η Ελληνική κυβέρνησις να πληρώση όσον ένεστι θάττον και ει δυνατόν εντός 8 ετών. Οι περί χρεωλυσίας όμως τεθέντες όροι δεν ετηρήθησαν κατά γράμμα και το χρέος τούτο αναγράφεται εισέτι εν τω πίνακι του Δημοσίου χρέους. Πλην η επιτευχθείσα ελάττωσις είναι τόσον σπουδαία (253), ώστε δεν θα βαρύνη τον προϋπολογισμόν ειμή επ' ολίγα ακόμη έτη (254).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Εσωτερικόν χρέος και συντάξεις.
Α'. Εσωτερικόν χρέος.
Επί του θέματος τούτου ολίγον θα ενδιατρίψωμεν, διότι, εξαιρέσει της προς τας τρεις ναυτικάς νήσους αποζημιώσεως, περί ης πραγματευόμεθα εν τω επομένω κεφαλαίω, και μικρών προκαταβολών της Εθνικής Τραπέζης (255), το εσωτερικόν χρέος συνίστατο εξ υποχρεώσεων των παρελθουσών κυβερνήσεων, εξαργυρώσεων χαρτονομίσματος, τόκων εγγυοδοσιών και αποδόσεων κεφαλαίων της πρώτης Εθνικής Τραπέζης. Ένεκα δε της αποσβέσεως των παλαιών χρεών και της προϊούσης εξαργυρώσεως του χαρτονομίσματος, το χρέος τούτο προέβη τάχιστα ελαττούμενον. Από 158,148 δρ. τω 1833 περιωρίσθη εις 103,750 τω 1836, 32,198 δρ. τω 1839, και 1,460 τω 1842 (256). Από του 1843 και εντεύθεν παρατηρείται αληθώς μικρά τις αύξησις, αλλά και αύτη περιορίζεται εις ομολογίας απέναντι παλαιών απαιτήσεων και τόκους εγγυοδοσίας υπολόγων, ως εμφαίνει ο εκ του προϋπολογισμού του 1862 ερανισθείς πίναξ, αναλύων το εσωτερικόν χρέος εις:
1) Ομολογίας απέναντι παλαιών απαιτήσεων = 20,37
2) Τόκους εγγυοδοσίας υπολόγων =6,5
_________
Σύνολον 26,87δρ. (257)
Β'. Συντάξεις.
Συντάξεις επί μακρόν δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι, και πράγματι δεν καθιερώθησαν ειμή μετά το 1852. Εν τούτοις ανεγράφοντο εις τον προϋπολογισμόν και ήσαν μετά το 1843 το σπουδαιότερον τμήμα του δημοσίου χρέους. Τούτο δε, διότι υπό τον τίτλον τούτον εσημειούντο ανταμοιβαί ή αποζημιώσεις, άς το έθνος εθεώρει καθήκον να αποτίνη μετά τον Αγώνα.
Αι Συντάξεις διηρούντο εις τάξεις πέντε:
1) Εις την των Απομάχων, εις ους απενέμοντο συντάξεις δι' ονομαστικών διαταγμάτων.
Κατά τον προϋπολογισμόν του 1845 (258), υπήρχον 396 απόμαχοι λαμβάνοντες σύνταξιν μηνιαίαν δρ. 7,305.
2) Εις την των Χηρών και ορφανών ανδρών προσενεγκόντων εκτάκτους προς την πατρίδα υπηρεσίας.
Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανε 1788 άτομα (259) και προϋπέθετεν έξοδα μηνιαία δρ. 19,064.
3) Εις την των Πρεσβυτών της Φάλαγγος. Η τάξις αύτη περιελάμβανεν ελαχίστους φαλαγγίτας (260) προβεβηκότας και αναγνωρισθέντας διά βασιλικού διατάγματος αξίους ιδιαιτέρας βοηθείας.
4) Εις Χορηγήματα απέναντι παλαιών απαιτήσεων. Τα χορηγήματα ταύτα εδίδοντο εις παλαιούς πιστωτάς του κράτους, ως επί το πολύ θυσιάσαντας τα πάντα υπέρ του έθνους (261).
Τω 1845 η τάξις αύτη περιελάμβανεν:
27άτομα λαμβάνοντα από555-80 δρ. κατά μήνα
6άτομα λαμβάνοντα από70-55 δρ. κατά μήνα
12άτομα λαμβάνοντα από50-34 δρ. κατά μήνα
16άτομα λαμβάνοντα από30-20 δρ. κατά μήνα
50άτομα λαμβάνοντα από15- 6 δρ. κατά μήνα
Ήτοι σύνολον 111 ατόμων. — Η μηνιαία επιχορήγησις ήτο δρ. 9,304.
ε') Εις Προικίσεις ορφανών ανδρών διακριθέντων κατά τον Αγώνα. Τοιαύται προικίσεις είχον εγκριθή:
Δι' ειδικών καταλόγων τω1833 δρ.3,800
Δι' ειδικών καταλόγων τω1834 δρ.35,140
Δι' ειδικών καταλόγων τω1835 δρ.51,150
Δι' ειδικών καταλόγων τω1836 δρ.27,140
Διά Β. Διαταγμάτων μέχρι του1844 δρ.33,720
_______
150,950
Εκ του συνόλου τούτου των 150,950 δρ., 73,595 επληρώθησαν και 10,020 ηκυρώθησαν, έμενον λοιπόν τω 1845 δρ. 67,335 πληρωτέαι εις 522 άτομα (262). Αλλ' επειδή αφ' ετέρου είχεν ορισθή ότι αι ανώτεραι των 200 δρ. προικίσεις θα επληρώνοντο εις γαίας, ο προϋπολογισμός ανέγραφε διά την ε' τάξιν απλούν κονδύλιον 3000 δρ.
Το σύνολον των συντάξεων συμποσούμενον τω 1833 εις 172,515 δρ., ανήλθε ταχέως εις 239,329 (1834), 357,976 (1839), και 426,031 δρ. (1842) Έκτοτε περιωρίσθη πως (263), δύναται δέ τις να λάβη ως μέσον όρον δια τα μετέπειτα έτη το ποσόν των 400,000 δρ. Ανάγκη δε να ομολογήσωμεν, ως πράττει και αυτός ο About, ότι τοιούτον ποσόν δεν ήτο υπερβολικόν, λαμβανομένων υπ' όψιν και των εκτάκτων προς το έθνος υπηρεσιών και της άκρας πενίας, εις ην υπέπεσον μετά την επανάστασιν και οι προ αυτής πλουσιώτεροι (264).
Δυστυχώς όμως το κεφάλαιον των συντάξεων δεν περιελάμβανε πάσας τας πληρωνομένας αποζημιώσεις και όλα τα χορηγήματα, έτεραι δε εύρηνται εν τοις προϋπολογισμοίς των διαφόρων υπουργείων. Ούτως (265) αναγράφονται:
Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Στρα- τιωτικών. Διά μεν την φάλαγγα481,763.00, δρ. 30)
Διά συντάξεις στρατιωτικάς)δρ. 579,095.01
μη αναγραφομένας αναλυτικώτερον97,331.00, δρ. 76)
Εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου των Ναυτικών, διά τεσσαράκοντα συντάξειςδρ. 9,784.80
Εν τω προυπολογισμώ του υπουργείου της Παιδείας, διά συντάξεις εκκλησιαστικάςδρ. 71,103.00(266)
Εν τω προϋπολογ. του υπουργ. της Δικαιοσύνηςδρ. 2,040.00
Εν τω προϋπολογ. του υπουργ. των Εσωτερικών, διά πολιτικάς συντάξεις, μη συμπεριλαμβανομέ- νων δρ. 75,000 διά βοηθήματαδρ. 23,994.00
Εν όλω δρ. 686,016, εις ας προσθέτοντες τας 400,000 δρ. των συντάξεων έχομεν άθροισμα 1,086,016, ήτοι ποσόν υπέρογκον εν παραβολή προς τα άλλα έξοδα του κράτους (267). Αλλά το πράγμα δεν περιορίζεται εν τούτω. Είδομεν προ στιγμής ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου των Εσωτερικών ανέγραφεν 75,000 δρ. διά χορηγήματα, προς τούτοις τμήμα του προϋπολογισμού των ναυτικών ουδέν άλλο ήτο ουσιαστικώς ή απλούν χορήγημα. Ιδού τι γράφει ο Κωνσταντίνος Κανάρης, υπουργός των ναυτικών ων, περί δύο σπουδαιοτάτων κονδυλίων του υπουργείου, ό διηύθυνεν (268):
« Αξιωματικούς εχομεν 400, εξ ων 306 μένουσι διαθέσιμοι. Διά δε τους διαθεσίμους τούτους δαπανώμεν κατ' έτος δραχμ. 264,492. Το κεφάλαιον τούτο είναι μεν μέγα, διότι εξισούται με την του εν υπηρεσία στόλου ολικήν μισθοδοσίαν, και κατ' έτος βαίνει αυξάνον, αλλ' όλοι σχεδόν οι διαθέσιμοι αξιωματικοί είναι άνθρωποι, προς ους το Έθνος οφείλει κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν του.
«Ο λόχος των αποστράτων, αποτελούμενος εκ των μη εντελώς ανικάνων ναυμάχων, συνεστήθη τω 1833, απαρτίζεται εξ ανδρών 46, και απαιτεί ενιαυσίαν δαπάνην 24,142 δρ.».
Η Φάλαγξ υπήρξε πηγή άλλων καταχρήσεων. Ο θεσμός ούτος είχε διπλούν σκοπόν, ον είχε κάλλιστα καθορίση το ιδρύον την Φάλαγγα βασιλικόν διάταγμα της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834. «Η Φάλαγξ ιδρύεται, λέγει το διάταγμα, διά να δοθή δείγμα της Βασιλικής ευνοίας και της ευγνωμοσύνης της πατρίδος εις τους γενναίους άνδρας, οίτινες εχρησίμευσαν ως οδηγοί των συστρατιωτών των εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα, και διά να τοις δοθή ευκαιρία να διαπρέψωσιν εις την φωνήν του Βασιλέως των διά νέων εκδουλεύσεων». Ούτως εννοουμένη η Φάλαγξ, ουχί μόνον εδικαιολογείτο τελείως, αλλά και σπουδαιοτάτας ηδύνατο να προσενέγκη προς το έθνος υπηρεσίας. Δυστυχώς ούτε υπηρεσίας αξίας λόγου προσήνεγκεν ούτε διωργανώθη συνετώς.
Ούτω περιελήφθησαν εν αυτή 900 αξιωματικοί, ων πολλοί ουδέ κατά φαντασίαν υπήρξαν οδηγοί των συστρατιωτών των. Εκ δε της εξογκώσεως ταύτης των στελεχών προέκυψεν η υπερβολική ενιαυσία δαπάνη ενός εκατομμυρίου. Εδέησε λοιπόν ταχέως να μετριασθή το κακόν, και εξεδόθη προς τούτο τω 1838 νόμος θεσπίζων ότι, όσοι εκ των φαλαγγιτών δεν ήθελον να μείνωσιν εις τετραρχίας ενεργητικάς, ηδύναντο να λάβωσι προικοδοτήσεις εις γαίας αναλόγους προς το σύνολον των μισθοδοσιών των. Τα αποτελέσματα του νόμου τούτου υπήρξαν κατ' αρχάς λίαν ευεργετικά· ο αριθμός των φαλαγγιτών περιωρίσθη από 900 εις 350 (269) και η εν τω προϋπολογισμώ αναγραφομένη δαπάνη από ενός εκατομμυρίου εις 400,000 δρ. Δυστυχώς πολλοί φαλαγγίται δεν εφρόντισαν ν' ανταλλάξωσι τα εις αυτούς δοθέντα γραμμάτια αντί γαιών, αλλά πωλήσαντες αυτά αντί 25 και 30% της αξίας, και σπαταλήσαντες τα συλλεχθέντα, ταχέως περιέπεσον εις την εσχάτην ένδειαν (270). Τότε δε αντί να υποστώσι τα αντίποινα της ατασθαλίας των, ήγειραν νέας κατά του δημοσίου απαιτήσεις και έχοντες ισχυρούς πολιτικούς προστάτας, επέτυχον, πράγμα απίστευτον, νέαν αυτών κατάταξιν εις την Φάλαγγα, ης ο προϋπολογισμός ανήλθε και πάλιν από 400,000 εις σχεδόν 500,000 δραχμών (271).
Έτη δέ τινα μετά ταύτα, ότε πλέον ο αριθμός των φαλαγγιτών είχε περιορισθή εις 240, εψηφίσθη ο νόμος «Περί συντάξεως και προικοδοτήσεως της εν ενεργεία Φάλαγγος» της 12 Οκτ. 1856, όστις, ισοδυναμών εν τοις πράγμασι προς διάλυσιν της Φάλαγγος, μετέτρεψε τον εις τους φαλαγγίτας πληρωνόμενον μισθόν εις σύνταξιν και συμπεριέλαβεν αυτόν εις τας υπό του υπουργείου των Στρατιωτικών πληρωνομένας συντάξεις.
Και ταύτα μεν καθ' όσον αφορά εις τας συντάξεις μέχρι του 1852. Αλλ' από της εποχής εκείνης ομολογουμένως τα πράγματα μετεβλήθησαν. Πρώτον παρερχομένων των ετών επέστη η ανάγκη εγκαθιδρύσεως αληθούς συστήματος συντάξεων στρατιωτικών, ναυτικών και πολιτικών, και επί τούτω εψηφίσθη σειρά νόμων. Δεύτερον αι συντάξεις δεν διηρούντο πλέον εις πέντε τάξεις, αλλ' ανεγράφοντο κατά είδος. Ο δε προϋπολογισμός του 1862, ο τελευταίος της Βαυαρικής Δυναστείας, υπολογίζων την υπηρεσίαν του δημοσίου χρέους εις 2,848,889, περιλαμβάνει τον εξής Αναλυτικόν Πίνακα:
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ
1) ΣτρατιωτικαίΆτομαΣυντάξεις
α') Παλαιαί από του 183)1.780559.998)
β') Νέαι από του 1852)
γ') Αποστρατ. μισθ. φάλαγγος323313.782)
_____
2.103
δ') Ενδεχ. αυξήσεις25.000)
ε’) Αύξησις 20% επί μισθών φάλαγγος62.756)961.500
.
2) Ναυτικαί
α') Παλαιαί από τoυ 1834)
β') Νέαι από του 1853)592146.658)
γ') Αποστρατευτικοί μισθοί ναυτικών Επιτάκτων202221.990)
__________
794462.448
Ενδεχ. αυξήσεις25.000)
Αύξησις 20% επί μισθών Επιτάκτων44.394)438.046
.
3) Εκκλησιαστικαί
Παλαιαί από του 18342814.049
,
4)Πολιτικαί
α') Παλαιαί από του 1834)3152.928
β') Νέαι από του 185)
-
5)Προίκισις ταμείου Πολιτ. Συντάξεων (272)100.000
_________
1.566.523
Οπωσδήποτε, όμως, παρ' όλας τας εξωτερικάς αλλαγάς, σπουδαίον μέρος των νέων συντάξεων εξηκολούθει να μη είναι άλλο ή ανταμοιβή παρελθουσών και κατά το μάλλον ή ήττον πραγματικών πατριωτικών υπηρεσιών (273).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. Xρέος προς τας ναυτικάς νήσους.
Γνωστόταται είναι αι προς το Έθνος υπηρεσίαι των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, αίτινες, υποστάσαι σχεδόν όλον το βάρος του κατά θάλασσαν αγώνος, εκλήθησαν και ναυτικαί. Γνωστόταται δ' είναι επίσης αι μεγάλαι χρηματικαί θυσίαι, δι' ων αι νήσοι αύται ηδυνήθησαν να καλύψωσι τα έξοδα του αρίστου στόλου, ον είχον καταρτίση.
Το δε μέγεθος των θυσιών εκείνων δύναταί τις ν' αντιληφθή κάλλιον, αναλογιζόμενος αφ' ενός μεν ότι αι θυσίαι αύται ανήρχοντο εις 18 εκατ. δρ. νέων (274), ήτοι εις ποσόν ακόμη σήμερον υπέρογκον διά τρεις μικράς νήσους, αφ' ετέρου δε ότι τα εξ άλλων πηγών καθ' όλην την Επανάστασιν εις το δημόσιον εισαχθέντα συμποσούνται περίπου εις 37,800,000 δρ. Επειδή δε πάλιν εκ των 37,800,000 δρ. τούτων, μόνον 22,500,000 δρ. κατεβλήθησαν υπό Ελλήνων (αι 15,300,000 άλλαι προήλθον εκ των εξωτερικών δανείων), άγεταί τις, μετά του Παπαρρηγοπούλου (275), εις το συμπέρασμα, ότι το σύνολον των χρηματικών εισφορών της όλης Ελλάδος ολίγον υπερβαίνει τας των τριών νήσων.
Παρατηρητέον προς τούτοις ότι αι θυσίαι αύται εγένοντο εν ταις ναυτικαίς νήσοις, ουχί, όπως εν τη λοιπή Ελλάδι, υφ' όλων των τάξεων, αλλά μόνον υπό των προκρίτων (276), ιδίως δε υπό των Κουντουριωτών (277)·
Το όλως έκτακτον των προς την πατρίδα υπηρεσιών των τριών νήσων συνησθάνθησαν ανέκαθεν αι Ελληνικά κυβερνήσεις, αποζημιώσασαι μεν αυτάς κατά την επανάστασιν (278), βραδύτερον δε αναγνωρίσασαι τας απαιτήσεις αυτών, εν ώ οι λογαριασμοί των θυσιών της Πελοποννήσου και της Στερεάς μένουσιν εισέτι ανεκκαθάριστοι (279).
Αναγνώρισις τον Χρέους — Ο Νόμος του 1853
Η ιστορία της αναγνωρίσεως των προς τας τρεις νήσους υποχρεώσεων είναι μακρά. Από της 14 Απριλίου 1823 αι νήσοι ζητούσι παρά της εν Άστρει συνελεύσεως, όπως η Πελοποννησιακή γερουσία αναλάβη την αποζημίωσιν αυτών (280). Μετά μακράν συζήτησιν, καθ' ην ανεγνώσθη και έγγραφον διαφόρων πελοποννησίων στρατηγών προς τας τρεις νήσους (281), η πρότασις αυτών εγένετο δεκτή. Ολίγω δε βραδύτερον η εν Επιδαύρω εθνική συνέλευσις απεφάσισε ν' αναγνωρισθώσιν ως δημόσια χρέη και τα από του 1823 μέχρι του 1826 γενόμενα και αποδεδειγμένα έξοδα (282).
Ο Κυβερνήτης βαίνων έτι πρόσω συνέστησεν εις την Δ' εθνικήν συνέλευσιν να λάβη υπ' όψιν τας αναφοράς των τριών νήσων (283), έδωκε δε εις αυτάς και προσωρινάς μικράς αποζημιώσεις (284).
Ο Καποδίστριας όμως εδολοφονήθη πριν ή κανονισθή το ζήτημα και επί μακρόν ενομίσθη ότι αι απαιτήσεις των τριών νήσων θα ελάμβανον την τύχην των αξιώσεων της λοιπής Ελλάδος. Τούτο εγέννησε μάλιστα και ταραχάς εν Ύδρα (285). Πλην, ως είπομεν, το έθνος είχε την συναίσθησιν ότι αι υποχρεώσεις αυτού προς τας τρεις ναυτικάς νήσους είχον τι το εξαιρετικόν. Προς τούτοις οι έχοντες απαιτήσεις νησιώται, εκτός του ότι ήσαν ολίγοι και κάτοχοι αναμφισβητήτων τίτλων, ήρχισαν να λαμβάνωσι, λόγω των υπηρεσιών αυτών, παντοίας χορηγήσεις και συντάξεις (286). Εθεωρήθη λοιπόν εν ταυτώ επάναγκες και δίκαιον ν' αποκατασταθή ποια τις ισότης μεταξύ των δικαιούχων, δι' ειδικού νόμου, όστις εψηφίσθη τη 22α Ιανουαρίου 1853 (287). Τρία έτη βραδύτερον, τη 12η Ιουλίου 1856, Βασιλικόν Διάταγμα ώρισε τας απαιτήσεις των νήσων εις δρ. παλαιάς 20,000,000 (288) (18,000,000 δρ. νέας), απέναντι των οποίων εδίδετο το υπό του νόμου ορισθέν ενιαύσιον χορήγημα δρ. παλ. 200,000, ήτοι τόκος 1%.
Η προσωρινή αύτη κατάστασις, ήτις παρετάθη μέχρι του παρόντος έτους, υπ' ουδεμίαν έποψιν ήτο ικανοποιητική. Διότι αφ' ενός μεν ούτε αι προς τας τρεις νήσους πολλάκις επισήμως αναγνωρισθείσαι υποχρεώσεις εξετελούντο, και πράγματι τόκος 1% δυσκόλως δύναται να υποληφθή ως αρκούσα αποζημίωσις, ούτε το κεφάλαιον του χρέους του δημοσίου ωρίζετο μετά τινος ακριβείας. Αφ' ετέρου δε παρατεινομένης της καταστάσεως και αυτός ο νόμος του 1853 εστερείτο καθ' ημέραν του πατριωτικού εκείνου χαρακτήρος, όστις εδικαιολόγει το εξαιρετικόν αυτού· καθ' ότι παρερχομένων των ετών οι αρχικοί δικαιούχοι απεξενούντο των δικαιωμάτων και υπήρχε κίνδυνος μήπως θάττον ή βραδύτερον πάντα τα χορηγήματα και μετ' αυτών αι απαιτήσεις εξοφλήσεως εις το άρτιον περιέλθωσιν εις οικογενείας, προς ας ουδεμίαν το έθνος ώφειλεν ευγνωμοσύνην.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εδέησεν η Κυβέρνησις να επέμβη. Υπεβλήθη δε υπ' αυτής νομοσχέδιον, διά του οποίου ανεγνωρίζοντο αι προς τας ναυτικάς νήσους υποχρεώσεις και ελαμβάνετο φροντίς προς απόσβεσιν αυτών, χωρίς όμως να επιβαρυνθή σπουδαίως ο προϋπολογισμός.
Αι κυριώτεραι διατάξεις του νομοσχεδίου τούτου, νυν νόμου ΓΚΕ' της 16ης Ιουνίου 1904, είναι αι εξής:
Αι απαιτήσεις των τριών νήσων αναγνωρίζονται χρέος δημόσιον, ου το κεφάλαιον ορίζεται άπαξ διά παντός εις 18 εκατ. δρ. Απέναντι του κεφαλαίου τούτου και επί τη βάσει των μέχρι τούδε χρηματικών ενταλμάτων, εκδίδονται τοις δικαιούχοις ονομαστικαί ή και ανώνυμοι ομολογίαι αποφέρουσαι τόκον 1%.
Κανονισθέντος δε ούτω του κεφαλαίου του χρέους, ο νέος νόμος μεριμνά περί της αποσβέσεως αυτού, προς τούτο δε ορίζει ότι:
α') Διά την υπηρεσίαν του νέου δημοσίου χρέους, εις τας μέχρι τούδε αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ 180,000 δρ. προστίθεται ενιαυσίως ποσόν 20,000 δρ. αντιπροσωπευουσών το χρεωλύσιον, όπερ θέλει αυξάνεσθαι κατ' έτος διά των τόκων των διά κληρώσεως αποσβεννυμένων ομολογιών. Επειδή δε προφανώς η μέθοδος αύτη της χρεωλυσίας είναι βραδυτάτη, ο νόμος προσθέτει
β') Αι νέαι ομολογίαι γίνονται δεκταί έτι τω αρτίω εις προεξόφλησιν ανανεουμένου προς το δημόσιον χρέους, και εις πληρωμήν δόσεων Εθνικών και Εκκλησιαστικών κτημάτων, δηλαδή εν άλλαις λέξεσιν εις απότισην δυσχερώς εισπραττομένων χρεών.
Διά του διπλού τούτου μέσου υπολογίζεται υπό της βραχυτάτης εισηγητικής του νομοσχεδίου εκθέσεως (289), ότι εντός ουχί μακρού χρόνου και άνευ θυσίας διά το δημόσιον θέλουσιν αποσβεσθή αι εκδοθησόμεναι ομολογίαι. Η δε απόσβεσις αύτη επιταχύνεται και διά του άρθρου 8, ορίζοντος ότι, εάν εντός πέντε ετών από της δημοσιεύσεως δεν ήθελε ζητηθή η έκδοσις ομολογιών, παν δικαίωμα επί των διά του νόμου τούτου χορηγουμένου πλεονεκτήματος διαγράφεται.
Ο ούτω συνοψισθείς νόμος της 16 Ιουνίου δεν έτυχε πολύ ευμενούς υποδοχής. Παρετηρήθη πράγματι έν τισιν οργάνοις του τύπου, ότι ήθελεν είναι ίσως χρήσιμος και δίκαιος ψηφιζόμενος προ πεντηκονταετίας, ότε οι τίτλοι ευρίσκοντο έτι εις χείρας των αρχικών δικαιούχων, αλλ' ότι έκτοτε οι τίτλοι ούτοι είχον ως επί το πολύ πωληθή εις ευτελή τιμήν, και συνεπώς ότι ο νέος νόμος, ο σκοπών την αμοιβήν μεγάλων προς την πατρίδα υπηρεσιών, θα ανταμείψη μόνον την οξυδέρκειαν ευφυών κερδοσκόπων.
Υπάρχει βεβαίως ποιά τις αλήθεια εν ταις σκέψεσι ταύταις, αλλά δεν νομίζω αυτήν αρκούσαν, όπως απορριφθή η αρχή του νόμου της 16ης Ιουνίου. Διότι αφ' ενός μεν πλείστοι των αρχικών δικαιούχων, ως επείσθην εκ προχείρου ανακρίσεως, δεν απεξενώθησαν των δικαιωμάτων των, αφ' ετέρου δε πάσα αναβολή εις τον διακανονισμόν του χρέους θα είχεν ακριβώς το αποτέλεσμα να ελαττώνη βαθμηδόν τον αριθμόν των οικογενειών, ων ο νομοθέτης του 1853 ηθέλησε ν' ανταμείψη τας υπηρεσίας. Επειδή δε μοιραίως ώφειλε κανονισμός τις να επέλθη, ήτο σύμφωνον προς το πνεύμα του νόμου να γίνη ο κανονισμός ούτος όσον ένεστι θάττον.
Όσον αφορά νυν εις τας λεπτομερείας του νόμου, πολλά δύναται τις βεβαίως ν' αντείπη. Συνέτεινεν αναμφιβόλως εις την ατέλειαν αυτού η έλλειψις προκαταρκτικής μελέτης (290), και η σπουδή μεθ' ης ο νόμος εψηφίσθη.
Εκ της αμελείας και της σπουδής ταύτης προέκυψαν δυσκολίαι εις την εφαρμογήν του νόμου, το δε προς εκτέλεσιν του νόμου εκδοθέν βασιλικόν διάταγμα περιέπλεξεν, έτι πλέον τα πράγματα (291). Ουχ ήττον όμως ο νέος νόμος, μετά τινων τροποποιήσεων ή άνευ τοιούτων, δεν θα βραδύνη να εφαρμοσθή, εφαρμοζόμενος δε θα έχη, ως είπομεν, το πλεονέκτημα ν' αποσβέση από του προϋπολογισμού βάρος μη ακριβώς καθωρισμένον και όπερ ένα σχεδόν αιώνα μετά την επανάστασιν δεν ανταποκρίνεται πλέον εις τον αρχικόν αυτού σκοπόν.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΕΠΙ ΤΟΥ Β' ΒΙΒΛΙΟΥ
Ανασκοπούντες νυν τα κατά το Δημόσιον χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας, παρατηρούμεν ότι η αντιπάθεια του Όθωνος προς τα δάνεια, η αναστολή της υπηρεσίας των δανείων των τριών Δυνάμεων και των Βαυαρικών, καθώς και η μη αναγνώρισις των δανείων της ανεξαρτησίας, κατέληξαν αφ' ενός μεν εις το να βαρυνθή ελάχιστα ο προϋπολογισμός, αφ' ετέρου δ' όμως να φθάση το ονοματικόν χρέος της Ελλάδος εις ύψη δυσθεώρητα.
Και εν ώ η αποστροφή του Βασιλέως προς τα δάνεια, εξηγουμένη και εκ του ότι μόνον υπό επαχθεστάτους όρους ηδύνατο τότε να δανεισθή η Ελλάς, είναι αξία παντός επαίνου, η μη επιδίωξις συμβιβασμού ως προς τα μεγάλα ημών εξωτερικά δάνεια είναι τοσούτω μάλλον κατακριτέα, καθ' όσον ηναγκάσθημεν βραδύτερον να υποβληθώμεν ένεκεν αυτών εις βαρείας θυσίας.
Ανεξαρτήτως νυν πάσης κρίσεως περί της δημοσιονομικής ταύτης πολιτείας, παρατηρούμεν ότι το δημόσιον χρέος της Βαυαρικής Δυναστείας εις τας παραμονάς της πτώσεως αυτής συνοψίζεται ως εξής:
α') Δάνειον του 1824 και 1825.
Εκ των δανείων έμενον εν κυκλοφορία ομολογίαι αξίας 2,250,615 (292). Εις ταύτας προσθετέοι οι καθυστερούμενοι τόκοι από του 1826.
β') Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων. Εις το χρεωστούμενον κεφάλαιον προσθετέοι και οι τόκοι από τον 1843.
γ') Τα Βαυαρικά Δάνεια.
Εκ τούτων υπελείπετο κεφάλαιον 2,700,000 δρ., εις ό προσθετέοι, ως και άνω, οι τόκοι από του 1843.
δ') Το εσωτερικόν χρέος, απαρτιζόμενον καθ' ολοκληρίαν σχεδόν εκ του χρέους προς τας ναυτικάς νήσους, χρέους υπολογισθέντος εις 20 εκατ. παλαιών δραχμών (293).
ε') Αι Συντάξεις, περιλαμβάνουσαι, και μετά το 1852, αποζημιώσεις ή ανταμοιβάς σχετιζομένας προς τον Αγώνα.
Απέναντι του ονοματικού τούτου χρέους, ου το βάρος είναι δύσκολον να υπολογισθή μετά τινος ακριβείας (294), ο τελευταίος προϋπολογισμός της Βαυαρικής Δυναστείας αναγράφει τον εξής πίνακα:
ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ
Χρέος εξωτερικόν
1) Απόδοσις εις λογαριασμόν των προκαταβολών των Δυνάμεων1,005,120
2) Προμήθεια κτλ. δανείου Ρόσχιλδ50,376
_________
1,055,496(295)
Χρέος εσωτερικόν
1) Χορήγημα Ναυτικών νήσων200,000
2) Ομολογ. απέναντι παλαιών απαι- τήσεων20,370
3) Τόκοι εγγυοδοσίας υπολόγων6,500
_______
226,870
Συντάξεις
1. Στρατιωτικαί961,600
2. Ναυτικαί438,046
3. Εκκλησιαστικαί14,049
4. Πολιτικαί52,928
5. Προίκισις ταμείου Εθν. συντάξεων100,000
________
1,566,523
Σύνολον2,848,899 (296)
ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (σελ. ε' - ιε')
ΒΙΒΛION A'
ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1824 - 1825)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Έκδοσις και χρήσις α' Δανείου.
Εισαγωγικαί παρατηρήσεις σελ. 1 - 3. — Τα οικονομικά της Ελλάδος κατά την επανάστασιν (Δημόσιαι πρόσοδοι, λαφυραγωγία, εκούσιαι και καταναγκαστικαί εισφοραί)· σελ. 4 - 8 — Ανάγκη δημοσίου δανείου. Πρώται διαπραγματεύσεις (Κεφαλάς Ολύμπιος, Μεταξάς, ο Jourdain και οι ιππόται της Ρόδου, Ρώμας)· κάθοδος εις Ελλάδα των Ρούπενθαλ, Πήκοκ και Βουίτς· σελ. 8 - 13.
Νέαι διαπραγματεύσεις, ο Λουριώτης και ο Blaquière, ανάμιξις του Greek Committee· αποστολή εις Αγγλίαν I. Ορλάνδου, Α. Λουριώτου και I. Ζαΐμη· σελ. 13 - 15. — Κατάστασις του Λονδινίου Χρηματιστηρίου· κερδοσκοπική μανία, δάνεια Κύπρου και Ηπείρου· σελ. 15 - 17. — Επιτυχία Ελληνικού δανείου 800,000 Λ., οι όροι της εκδόσεως - σελ. 17 - 18. — Αποστολή των χρημάτων, τα κατά την αποστολήν επεισόδια· σελ. 18 - 19. — Άφιξις των χρημάτων εις Ελλάδα· ελεεινή χρήσις αυτών· κρίσεις Φίνλεϋ και Γερβίνου· σελ. 19 - 21.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Έκδοσις και χρήσις β' Δανείου.
Διαπραγματεύσεις περί νέου δανείου εν Παρισίοις και Λονδίνω· σελ. 22 - 23 — Επιτυχής έκδοσις δανείου δύο εκατομμυρίων στερλινών· αθλία διαχείρισις του δανείου· ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και η τετραρχία· κρίσεις περί των Ελλήνων επιτρόπων· σελ. 23 - 27.
Ανάλυσις της χρήσεως του β' δανείου· σελ. 28 - 29. — Παρ. Α'. Ποσά διατεθέντα εν τω χρηματιστηρίου του Λονδίνου αθρόαι και σκανδαλώδεις εξαγοραί ομολογιών· σελ. 29 - 33.
Παρ. Β'. Χρήματα διατεθέντα εις στρατιωτικάς και ναυτικάς παρασκευάς.
I. Προμήθεια όπλων, καννονίων και πολεμεφοδίων· σελ. 34 - 35.
II. Κατασκευή ατμοπλοίων εν Αγγλία. — Εμφάνισις Κόχραν (Ανάγκη ατμήρους στόλου· σχέδιον του Hastings· επέμβασις της τετραρχίας· ανάμιξις του Κόχραν, επιβλαβείς αυτής συνέπειαι· διασπάθησις 160,000 Λ. - ο παραγγελθείς στολίσκος αποβαίνει πάντη άχρηστος τη Ελλάδι) σελ. 35 - 40.
III. Ναυπήγησις Φρεγατών εν Αμερική. — Αποστολή Κοντοσταύλου παραγγελία φρεγατών εν Νέα Υόρκη· νέα σκάνδαλα, ο στρατηγός Λαλλεμάν και οι κ. κ. Λερουά, Βαγιάρ και Σα· αποστολή Κοντοσταύλου εις Ουασιγκτώνα· ο εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις κρατών φιλελληνισμός, επέμβασις της Αμερικανικής κυβερνήσεως· νέαι δυσκολίαι, η αιρετοκρισία και ο αιρετοκρίτης Πραττ· κάθοδος της Ελλάδος εις Ναύπλιον υπηρεσίαι του Κοντοσταύλου, προς το Έθνος) σελ. 40 - 46.
Παρ. Γ'. Χρήματα περιελθόντα εις χείρας Ελληνικάς (Σπατάλη των περισωθέντων 308,000 Λ. Αι ευθύναι Ορλάνδου και Λουριώτου) σελ. 46 - 49.
Συμπέρασμα περί του β' δανείου· σελ. 49 - 50 — Δάνεια προς διάσωσιν του Μεσολογγίου· αποτυχία αυτών σελ. 50 - 51.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Διαρρύθμισις των δανείων της Ανεξαρτησίας.
Νομική άποψις του ζητήματος· αι υποχρεώσεις της Ελλάδος· σελ. 52 - 54.
Πρώται διαπραγματεύσεις 1827 - 1832. (Ψηφίσματα Εθνικών Συνελεύσεων Άργους και Τροιζήνος· έκθεσις και σχέδιον της επί των δανείων επιτροπής· σχέδιον αποσβέσεως των δανείων διά παραχωρήσεως εθνικών γαιών) 54 - 57. — Λόγοι δι' ους αι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν· σελ. 57 - 58. — Παράτασις της καταστάσεως καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος· σελ. 58.
Ανάγκη διακανονισμού των δανείων (λόγοι ηθικοί και λόγοι υλικοί) σελ. 58 - 60. — Αναβολή του συμβιβασμού και αιτίαι αυτής σελ. 60 - 63.
Νέαι διαπραγματεύσεις 1866 - 1872. (Προτάσεις Μέρλιν, ο κ. Σπάρταλης, ο Π. Βράιλας Αρμένης. Υπογραφή συμβάσεως και ψήφισις αυτής εις α' ανάγνωσιν υπό της Βουλής· ατυχής πολιτεία Βαλασσοπούλου· αποστολή Οικονομίδου)· σελ. 63 - 66.
Επανάληψις των διαπραγματεύσεων. — Ο κ. I. Γεννάδιος (Δράσις του κ. Γενναδίου, αι προς επίτευξιν συμβιβασμού μεγάλαι δυσχέρειαι, σύμβασις μετά των Άγγλων κατόχων ομολογιών, κύρωσις αυτής υπό της Βουλής)· σελ. 66 - 70.
Διαρρύθμισις οριστική των δανείων. (Τα κατά την μετατροπήν, η Λευκή Βίβλος του 1879· Έκθεσις Λογιστική περί του γενικού λογαριασμού των μετατραπέντων δανείων) σελ. 70 - 72.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΒΙΒΛΙΟΥ
Β I Β Λ I Ο Ν Β'
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ EΠΙ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ
Εισαγωγικαί παρατηρήσεις (σελ. 73 - 74).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων.
Επιτακτική ανάγκη εξωτερικού δανείου· σελ. 75 - 77. Η εγγύησις των Δυνάμεων (λόγοι δι' ους εδόθη)· σελ. 78 - 80.
Παρ. Α '. Συνομολόγησις και έκδοσις δανείου (Διαβήματα Καποδιστρίου και Λεοπόλδου· αι Δυνάμεις προτείνουσιν εις την Βαυαρίαν να εγγυηθώσι δάνειον εξήκοντα εκατομμυρίων· όροι της εγγυήσεως, το άρθρον 12 § 6 της Συνθήκης της 7 Μαΐου 1832. — Έκδοσις του δανείου εις τρία τμήματα, τα κατά την έκδοσιν της γ' σειράς) σελ. 81 - 84.
Παρ. Β'. Χρήσις του δανείου (Μεσιτικά και έξοδα εκδόσεως· τόκοι και χρεωλύσια από 1833 - 1843· αποζημιώσεις — Ανωφελείς δαπάναι: έξοδα αντιβασιλείας και έξοδα στρατού, οι από του 1833 - 1843 δύο στρατοί. — Θυσίαι και προσπάθειαι της Ελλάδος, αναστολή των πληρωμών· σελ. 85 - 92.
Παρ. Γ'. Διαπραγματεύσεις προς κανονισμόν τον δανείου. (Περίοδος του 1848 - 1856, η Αγγλία και ο Κωλέττης, εσφαλμένη πολιτεία των Ελληνικών κυβερνήσεων. — Περίοδος 1856 — 1864, επέμβασις των Δυνάμεων, η Διεθνής Επιτροπή και η έκθεσις αυτής, σύμβασις Ιουνίου 1860. — Μη εκτέλεσις της συμβάσεως, νέαι διαπραγματεύσεις (1864 - 1865). — Διαρρύθμισις του δανείου, φύσις της εξ 900,000 φρ. ενιαυσίας εισφοράς, σελ. 92 - 104.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Βαυαρικά δάνεια και Χρέος προς τους κληρονόμους του Όθωνος.
Παρ. Α'. Τα Βαυαρικά Δάνεια. (Πηγή των Βαυαρικών δανείων αι από 1838 - 1842 συμβάσεις· αναστολή της υπηρεσίας των δανείων, νομική άποψις του ζητήματος· επέμβασις του Βίσμαρκ, ο συμβιβασμός του 1880) σελ. 105 - 111.
Παρ. Β'. Το προς τους Κληρονόμους του Όθωνος Χρέος. Αι απαιτήσεις του Όθωνος, υπολογισμός αυτών επέμβασις των Δυνάμεων, η υπέρ του Όθωνος αντίδρασις, συμβιβασμός του 1868· προσεχής απόσβεσις του χρέους τούτου) σελ. 111 - 113.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Εσωτερικόν Χρέος και Συντάξεις.
Α'. Το Εσωτερικόν Χρέος· σελ. 114. — Β'. Αι Συντάξεις (Αι παλαιαί συντάξεις, φύσις αυτών: είναι ανταμοιβαί ή αποζημιώσεις πηγάζουσαι από του Αγώνος· διαίρεσις των συντάξεων εις πέντε τάξεις. Άλλα Χορηγήματα, η Φάλαγξ, παντοίαι καταχρήσεις. — Αι νέαι συντάξεις (από του 1852). — Αναλυτικός πίναξ των συντάξεων κατά τον προϋπολογισμόν του 1862) 115 - 122.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Χρέος προς τας τρεις Ναυτικάς νήσους.
Έκτακτοι υπηρεσίαι των Ναυτικών νήσων παραβολή προς τας χρηματικάς θυσίας της λοιπής Ελλάδος· σελ. 123 - 125. — Αναγνώρισις του χρέους, αι εθνικαί συνελεύσεις, ο Κυβερνήτης, ο νόμος της 22ας Ιανουαρίου 1853 και το Β. Διάταγμα της 12ης Ιουλίου 1856· σελ. 126 - 127. — Ανάγκη νομοθετικής μεταρρυθμίσεως. — Ο Νόμος ΓΚΕ' της 16ης Ιουνίου 1904, ο διπλούς αυτού σκοπός: καθορισμός του χρέους, ταχεία και ολιγοδάπανος απόσβεσις αυτού· κρίσεις περί του νόμου ΓΚΕ' σελ. 128 - 130.
Συμπέρασμα επί του Β' Βιβλίου (Ονοματικόν και Πραγματικόν χρέος της Ελλάδος· πίναξ αναλυτικός του Δημοσίου Χρέους κατά τον προϋπολογισμόν του 1862) σελ. 131 - 133.
Πίναξ των Περιεχομένων σελ. 134 - 138.
TΙMATAΙ ΔΡΑΧ. 5
Εν Αθήναις, Tυπογραφείον «Εστία»· Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη - 4398.
*****
1) Η μελέτη αύτη αποτελεί μέρος (σελ. 174 - 187) της étude économique de la Grèce, ήτοι του αρτιωτέρου οικονομικού έργου, όπερ εγράφη μέχρι τούδε περί της χώρας ημών. Προσθετέον ότι ο Casimir Leconte ομιλεί κυρίως περί του Δανείου των εξήκοντα εκατομμυρίων, ελάχιστα δε λέγει περί των Δανείων της Ανεξαρτησίας, άτε μη ανεγνωρισμένων τότε και μη αναφερομένων εν τω προϋπολογισμώ. Η étude économique de la Grèce εδημοσιεύθη εν Παρισίοις τω 1847, μετά διετή διαμονήν του συγγραφέως εν Ελλάδι.
2) Το απόφθεγμα τούτο του Guizot ανέγραψεν ο Παπαρρηγόπουλος ως ρητόν εν αρχή της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.
3) Παράβ. τον ημέτερον Εισιτήριον λόγον εις το μάθημα της δημοσιολογίας, σελ. 30.
4) Τα Εθνικά Δάνεια απετέλεσαν το θέμα των ημετέρων παραδόσεων κατά το β' εξάμηνον του παρελθόντος σχολικού έτους. Κατά το α' εξάμηνον εδιδάχθη η Γενική θεωρία του δανείου, κατά δε το ακαδημαϊκόν έτος 1902 - 1903 είχον μελετηθή αι Γενικαί αρχαί της δημοσιονομικής, αι Δημόσιαι Πρόσοδοι και το παρ' ημίν κρατούν φορολογικόν σύστημα. Μικρόν μέρος των παραδόσεων τούτων συνοψισθέν εξεδόθη γαλλιστί υπό τον τίτλον: L'impôt direct en Grèce et son évolution.
5) Βλ. κατωτ. έτερον έργον αγγλικόν του Κοντοσταύλου, [A narrative of the material facts in relation with the building of the two frigates]
6) Η έκθεσις αύτη τυπωθείσα τω 1849 είχεν υποβληθή εις την Βουλήν από του 1845.
7) Υπό Βιάρου Καποδιστρίου.
8) Τα δάνεια της ανεξαρτησίας διαιρούνται εις δύο περιόδους, εις την της συνομολογήσεως και χρήσεως, ήτις περιορίζεται εις τρία έτη αφ' ενός, και εις την της διαρρυθμίσεως, ήτις επεκτείνεται επί έξ δεκαετηρίδας, αφ' ετέρου.
Και δια μεν την μελέτην της πρώτης περιόδου πολλαί δυσκολίαι απαντώσιν:
α') Δεν υπάρχουσιν επί του θέματος ειδικαί πραγματείαι, διότι τοιαύτη βεβαίως δεν δύναται να θεωρηθή το δεκατρισέλιδον Υπόμνημα περί Αγγλοελληνικών Δανείων του Ν. Θ. Κορεσίου (Αλεξάνδρεια, 1868), όπερ άλλως τε δεν είναι ή ανατύπωσις άρθρων τινών εν τη Μερίμνη καταχωρισθέντων.
β') Επίσημα έγγραφα ελάχιστα εδημοσιεύθησαν υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως, και αυτά δε τα δημοσιευθέντα είναι μικράς σημασίας. Επειδή δε ουδέποτε αι Δυνάμεις επενέβησαν εις τα δάνεια της ανεξαρτησίας, στερούμεθα των ξένων, ιδίως Αγγλικών, εκείνων δημοσιευμάτων, άτινα είναι σπουδαιότατον βοήθημα δια την μελέτην των μεταγενεστέρων ελληνικών δανείων.
Αι γενικαί ιστορίαι και αυταί μικρόν βοήθημα προσφέρουσι τω φιλίστορι, καθ' ότι, δια λόγους ους εκθέτομεν εν τω κειμένω, οι γράψαντες περί της επαναστάσεως παρημέλησαν την οικονομικήν αυτής άποψιν. Εν τούτοις εύρηνται σποραδικώς πληροφορίαι παρά τω Φίνλεϋ, τω Τρικούπη, τω Βλακιέρ, τω Μένδελσων - Βαρθόλδη και τω Γερβίνω, αφθονώτεραι μεν παρά τω πρώτω, ασφαλέστεραι δε παρά τω τελευταίω. Επίσης ενδιαφέρουσαι πληροφορίαι περί δύο μη πραγματοποιηθέντων δανείων, του μετά των ιπποτών της Ρόδου και του προς διάσωσιν του Μεσολογγίου, δίδονται υπό του Jourdain (Mémoires historiques et militaires sur les événements de Grèce) και υπό του Fabre (Histoire du siège de Missolonghi). Τέλος το υπό του κ. Δ. Γρ. Καμπούρογλου δημοσιευθέν Αρχείον Ρώμα, εκτός ότι περιέχει ποικίλας πληροφορίας περί των δανείων εν γένει, αποκαλύπτει άχρι τούδε αγνώστους διαπραγματεύσεις προς εξεύρεσιν δανείου εν Ιταλία.
Πλην πάντα ταύτα θα ήρκουν μόλις προς συγγραφήν ολιγοσελίδου διατριβής, οία είναι η του Κορεσίου. Εξ άλλου δ' όμως η αθλία χρήσις των δανείων εγένετο πρόξενος μομφών και κατηγοριών, αίτινες καταλήξασαι εν μεν τη Ελλάδι εις μακράς δίκας, εν δε τη Αγγλία εις μεγάλην δημοσιογραφικήν ανάκρισιν, έρριψαν, ευτυχώς δια τον γράφοντα, άπλετον φως επί του προκειμένου θέματος.
Και αι μεν εν Ελλάδι δίκαι είναι αι του Ορλάνδου και Λουριώτου. Οι δύο ούτοι άνδρες, περί της ικανότητος των οποίων υπάρχουσιν αμφιβολίαι, αλλά των οποίων η τιμιότης πρέπει, νομίζω, να θεωρήται ανεπίληπτος, είχον πεμφθή εις Αγγλίαν ως αντιπρόσωποι της Ελληνικής κυβερνήσεως δια την υπόθεσιν των δανείων. Η ατυχεστάτη χρήσις του β' δανείου επέσυρε κατ' αυτών την γενικήν αγανάκτησιν, ήτις εξεδηλώθη και δι' αποφάσεως, μηδέποτε άλλως εκτελεσθείσης, του Ελεγκτικού συνεδρίου (14 Ιαν. 1835), κηρυττούσης αυτούς αλληλεγγύως χρεώστας 809,008 δρ.
Προς ανασκευήν της αποφάσεως ταύτης ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης εδημοσίευσαν τω 1839 - 1840 μέγα δίτομον έργον, 529 σελίδων εις τέταρτον, όπερ καλείται μεν Απολογία, είναι δ' όμως πράγματι αποθήκη όλων των εγγράφων επισήμων και μη, όσα ευρίσκοντο εις τας χείρας των συγγραφέων. Ούτως, εκτός της κυρίως απολογίας, το έργον περιλαμβάνει πάσαν την μεταξύ της κυβερνήσεως και των επιτρόπων διαμειφθείσαν αλληλογραφίαν, άσχετον εν πολλοίς προς τα δάνεια, μέγα μέρος των περί των δανείων εν Αγγλία γραφέντων, τέλος δε παντοίαν ύλην οπωσδήποτε σχετιζομένην προς την επίσημον αποστολήν των δύο συνεργατών. Δυστυχώς όμως το πολυτιμότατον τούτο έργον είναι εις άκρον δύσχρηστον, διότι, εκτός ότι στερείται πινάκων των περιεχομένων, φαίνεται στερούμενον και αρχικού σχεδίου. Καθ' ημάς τουλάχιστον, καίτοι διεξήλθομεν επισταμένως πλέον ή δεκάκις την Απολογίαν, καίτοι κατεστρώσαμεν πρόχειρον ευρετήριον αυτής, δεν κατωρθώσαμεν εισέτι ν' ανακαλύψωμεν ποίον σχέδιον ηκολούθουν οι συγγραφείς, διατί κατεχώρισαν τούτο ή εκείνο το έγγραφον και διατί κατεχώρισαν αυτό εις ταύτην την θέσιν και ουχί εις εκείνην.
Πολύ μεθοδικωτέρα είναι η προς αντίκρουσιν του Ορλάνδου και Λουριώτη δημοσιευθείσα υπό του Σπανιολάκη μελέτη (Παρατηρήσεις επί της Απολογίας I. Ορλάνδου και Α. Λουριώτη, Αθήναι 1840), ήτις, καίπερ βραχεία (84 σελ.), περιλαμβάνει, ιδίως εν τοις παραρτήμασι, πολυτίμους πληροφορίας μη παρεχομένας υπό της Απολογίας.
Και ταύτα μεν καθ' όσον αφορά εις τα ελληνικά δημοσιεύματα. Αλλ' η αισχρά διασπάθησις των χρημάτων του β' δανείου εγέννησεν αφ' ετέρου και την αγανάκτησιν των εν Αγγλία φιλελλήνων, οίτινες επιληφθέντες ανακρίσεων ανεκάλυψαν ότι η σπατάλη των ιερών εκείνων χρημάτων ωφείλετο ιδίως εις τους αναλαβόντας την διαχείρισιν του δανείου συμπατριώτας αυτών. Η αγανάκτησις τότε του κοινού εκορυφώθη καί τινες αγγλικαί εφημερίδες, ιδίως ο Χρόνος, ήρξαντο λεπτομερεστέρας ανακρίσεως, ήτις απεκάλυψε νέα σκάνδαλα και έφερεν εις φως πράγματα, άτινα άνευ αυτής θα ηγνοούντο δια παντός. Πολλά των εκ της αφορμής εκείνης εν Λονδίνω γραφέντων είχον μεταφρασθή Ελληνιστί και καταχωρισθή εν τη Απολογία, προϊόντος όμως του χρόνου τα σκάνδαλα του 1825 και 1826 ελησμονήθησαν, επεκράτησε δ' εν Ευρώπη πεποίθησις περί της κακής πίστεως της Ελληνικής κυβερνήσεως, ήτις κατασπαταλήσασα δήθεν τα δάνεια δεν ανεγνώριζε καν αυτά. Προς διαφώτισιν του κοινού και συνεπώς προς επίτευξιν δικαιοτέρου συμβιβασμού, ο κ. Γεννάδιος εδημοσίευσε τα κυριώτερα των άρθρων εκείνων υπό τον τίτλον: The Greek Loans of 1824 - 1825 — How they were handled and what the world thought of (London. P. S. King. 1878). Ο δε αναγνώστης θέλει εύρη εν τω παρόντι έργω όσον ένεστιν αρτιώτερον κατάλογον των κατά την εποχήν εκείνην δημοσιευθέντων εν τω Αγγλικώ τύπω άρθρων, ως και πολλάς περικοπάς αυτών.
Προσθετέον τέλος ότι μέρος των χρημάτων του β' δανείου εδαπανήθη εις κατασκευήν φρεγατών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Η παραγγελία δ' αύτη των φρεγατών προεκάλεσε πρώτον μεν την εις Αμερικήν αποστολήν του Κοντοσταύλου, συνοδευθείσαν υπό παντοίων δικών και διαβολών, ως συνέπειαν δε της αποστολής ταύτης παντοία εν Αμερική και Ελλάδι δημοσιεύματα. Των δημοσιευμάτων τούτων, δια των οποίων μανθάνουσι και οι μεταγενέστεροι τα εν Αμερική τότε συμβάντα, δίδεται εν τω οικείω κεφαλαίω εκτενής κατάλoγoc (βλ. Κεφ. Β' παρ. β', ΙΙΙ).
Η δευτέρα περίοδος η της διαρρυθμίσεως των δανείων επεξετάθη επί εξήκοντα έτη. Δι' ους λόγους όμως θα εκθέσωμεν βραδύτερον, καθ' όλην την βασιλείαν του Όθωνος δεν διεξήχθησαν σοβαραί διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδος και των δανειστών αυτής. Προσπάθειαι ειλικρινείς προς συμβιβασμόν εγένοντο αφ' ετέρου από του 1827 - 1832 και από της ελεύσεως του Γεωργίου μέχρι του οριστικού συμβιβασμού. Και δια μεν το πρώτον χρονικόν διάστημα ικαναί πληροφορίαι ευρίσκονται παρά τω Μάμουκα (Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Θ' και Ι') και παρά τω Parish (Diplomatic and financial history of Greece. Περί του έργου τούτου θα ομιλήσωμεν εκτενέστερον εν τω κεφαλαίω τω αφορώντι εις το δάνειον των εξήκοντα εκατομμυρίων). Τας δε από της ελεύσεως του Γεωργίου διαπραγματεύσεις αφηγείται εκτενώς εν θαυμασία εκθέσει ο βραδύτερον τοσούτον συντελέσας εις την διαρρύθμισιν των δανείων κ. I. Γεννάδιος (Έκθεσις 17/22 Δεκεμβρίου 1875· η έκθεσις αύτη εξετυπώθη και διενεμήθη εις τους βουλευτάς τρία έτη βραδύτερον).
Τέλος η Περί μετατροπής των Δανείων τον 1824 και 1825 Λευκή Βίβλος (Αθήναι 1879) διαλαμβάνει εν λεπτομερεία περί των κατά την επιχείρησιν ταύτην.
Τοιαύται εν συντόμω αι προς μελέτη των δανείων της ανεξαρτησίας κυριώτεραι πηγαί. Εν τη αναπτύξει του θέματος θα υποδείξωμεν και πολλά άλλα έργα, άτινα οπωσδήποτε εχρησίμευσαν ημίν.
9) Σπανίως ιστορικόν γεγονός προεκάλεσεν τηλικαύτην συγκίνησιν και τοσαύτας συγγραφάς όσον η Ελληνική επανάστασις, ήτις εκρίθη πολλάκις και δη επ' εσχάτων εν κυρίω άρθρω του «Figaro» υπό του βαρώνου Κουβερτέν ως το σπουδαιότερον, υπό πολλάς επόψεις, γεγονός του 19ου αιώνος.
10) Όπως λάβη ο αναγνώστης ποιάν τινα ιδέαν της λογιστικής, ήτις ετηρείτο επί της επαναστάσεως, παραθέτομεν ενταύθα αποσπάσματά τινα της εκθέσεως, ην καθυπέβαλεν εις την γ' εθνικήν συνέλευσιν η επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπή τη 11 Απρ. l827. Τα αποσπάσματα ταύτα ερανιζόμεθα παρά του Παπαρρηγοπούλου Ιστορία Ελλην. Έθνους τόμ. ε'. σελ. 744 — 748, καθ' ότι το πρωτότυπον της εκθέσεως παρ' επιμόνους προσπαθείας ουδαμού ηδυνήθημεν να εάλωμεν. Κατά φίλον εντριβέστατον περί τα κατά την επανάστασιν, η εν λόγω έκθεσις εδημοσιεύθη πιθανώς εν παραρτήματι της Γενικής Εφημερίδος· δυστυχώς του φύλλου τούτου παραρτήματα δεν ετηρήθησαν εν ταις βιβλιοθήκαις. Προσθετέον ότι ο Παπαρρηγόπουλος ουδαμού παραπέμπει).
Εκ της εκθέσεως της επιτροπής συγκειμένης εκ των κ.κ. Πολυάδου, Κ. Τασσίκα, Μ. Κ. Παγκάλου. Χ. Οικονομίδου και Α. Σκανδαλίδου, προκύπτουσι συν τοις άλλοις και τα εξής:
Τα εθνικά κατάστιχα ήσαν νοθευμένα και πλήρη από καταχρήσεις, πλαστοπαρτίδας, ελλείψεις, λάθη και ανωμαλίας. Προς τούτοις αι θυσίαι, εις ας ασμένως υπεβάλλετο το έθνος καταβάλλον φόρους ικανούς και αναλαμβάνον βαρυτάτας υποχρεώσεις, εις παν άλλο εχρησίμευον ή εις τας ανάγκας του πολέμου. Ούτω κατά τον α' νόμον της διοικήσεως της α' περιόδου ετυπώθησαν εθνικαί ομολογίαι 17,250 εκπροσωπούσαι αξίας γροσίων 5,000,000. Εκ των ομολογιών τούτων εξεδόθησαν μεν 3,688, γροσίων 1,471,000, ευρέθησαν δε ανέκδοτοι μόνον 408, γροσίων 42,100· ώστε έλειπον 13,154 αξίας 3,486,900 γρ. Ούτως ακόμη εν τω καθημερινώ της Β' περιόδου ανεφέρετο ότι επληρώθησαν εις διαφόρους γρόσια 339,098 δι' όσα είχον δώση ούτοι πρότερον εις την διοίκησιν, δεν αναφέρεται δ' όμως ούτε πότε τα χρήματα ταύτα εδόθησαν ούτε πώς κατόπιν εδαπανήθησαν. Ουδαμού σημειούται «εις ποία μέρη εδόθησαν ή εστάλησαν προς κοινήν χρήσιν τα μεγάλης ποσότητος γεννήματα, πολεμεφόδια και άλλα τοιαύτα, όσα ηγοράσθησαν δια δημοσίων χρημάτων παρά του υπουργείου της Οικονομίας, και ούτε βιβλία των υποθηκών ευρίσκονται». Εις τα κατάστιχα ευρίσκονται και παράνομοι πωλήσεις εθνικών κτημάτων και ανύπαρκτοι πληρωμαί αυτών».
Αλλ' έλθωμεν εις έτι σπουδαιότερα. Ουδαμού υπήρχαν σεσημειωμένα τα πολεμεφόδια, άτινα εστάλησαν προς την Κυβέρνησιν υπό της εν Λονδίνω επιτροπής των εθνικών δανείων και όμως η αξία των πολεμεφοδίων τούτων συνεποσούτο εις εκατομμύρια. Ουδαμού υπήρχον σεσημειωμέναι αι λείαι ουδέ τα εκ των λειών εισπραχθέντα εθνικά δικαιώματα. «Εκ δε των συνεισφορών, αι οποίαι εδόθησαν εις το έθνος από τους φιλέλληνας και Έλληνας εντός και εκτός της επικρατείας, απ' αρχής του αγώνος μέχρι του τέλους της γ' περιόδου, και αι οποίαι ειμπορούν να αναβαίνουν εις μιλλιόνια γροσίων, δεν ευρίσκονται περασμέναι εις τα κατάστιχα ειμή μόνον μερικαί εκατοντάδες χιλιάδων γροσίων· το ίδιον δε τρέχει και εις τους κατά καιρούς δοθέντας εράνους».
11) Ο συγγραφεύς ο δυνάμενος να περιγράψη τα ήθη των κλεφτών, τα άθλα του Κανάρη, την πτώσιν του Μεσολογγίου, τους στρατούς του Δράμαλη και του Ιμπραήμ είχε πράγματι προ αυτού θέματα τοσούτον επαγωγά και δι' αυτόν και δια τον αναγνώστην, ώστε δυσκόλως επελαμβάνετο οικονομικής μελέτης, ην προς τοις άλλοις ήτο σχεδόν αδύνατον να φέρη εις πέρας.
12) Βλ. σελ. 227 και εφεξής και σελ. 337 — 342.
13) Ο μεγαλείτερος και θετικώτερος των ημετέρων ιστορικών, ο Παπαρρηγόπουλος, συνοπτικότατα επραγματεύθη τα της Επαναστάσεως. Είναι πιθανόν ότι, εάν είχε συγγράψη εκτενέστερον, δεν θα ημέλει το οικονομικόν ζήτημα. Παρ' όλην δ' αυτού την βραχυλογίαν διέσωσεν ημίν την προμνησθείσαν έκθεσιν της επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπής και δίδει ικανάς πληροφορίας περί των χρηματικών θυσιών των τριών νήσων.
14) Ίσως μάλιστα η σύναψις των δανείων έλαβε μεγαλειτέραν επίδρασιν ή η αναγνώρισις ημών ως εμπολέμων. Ιδού δε πώς εκφράζεται περί τούτου ο Γερβίνος: «Η σύναψις των εν Αγγλία δανείων ήτο επιτυχία σπουδαιοτέρα πάσης στρατιωτικής νίκης. Όλοι εγνώριζον ότι, κατόπιν τοιούτων συμμαχιών χρηματικών, λαοί τινες επέτυχον την προστασίαν της Αγγλίας, και μάλιστα εις πολλούς κύκλους η απαρχή αύτη οικονομικών σχέσεων εθεωρήθη ως αντιστοιχούσα, εν τοις πράγμασι, προς αναγνώρισιν του Ελληνικού κράτους» (τόμ. β' σελ. 15, γαλλικής μεταφράσεως).
15) Των προσόδων τούτων δύναται να δώση ιδέαν τινά ο εις την εν Άστρει β' εθνοσυνέλευσιν υποβληθείς υποθετικός προϋπολογισμός (βλ. Μάμουκαν, αυτόθι τόμ. γ' σελ. 24 - 59).
Κατά το έγγραφον εκείνο, τα έσοδα προϋπελογίζοντο εις 12,846,220 γρ. και τα έξοδα εις 38,616,000 γρ. Σημειωτέον προς τούτοις, ότι η επιτροπή εδήλωσεν ότι μόνον διά τα έξοδα επλησίασεν εις την αλήθειαν, δια δε τα έσοδα, επειδή δεν είχεν ουδεμίαν θετικήν πληροφορίαν, εβασίσθη μόνον εις τους υπολογισμούς των πληρεξουσίων των διαφόρων επαρχιών.
Οπωσδήποτε τα προϋπολογισθέντα κεφάλαια εσόδων ήσαν τα εξής:
ΈσοδαΚρήτης7,383,620γρ.
»Νήσων1,419,100»
»Ανατ. Ελλάδος708,200»
»Δυτ. Ελλάδος729,500»
»Πελοποννήσου2,605,800»
Το φορολογικόν σύστημα ήτο το Τουρκικόν, εκτός μερικών καταδυναστικών φόρων, και ουκ ην δυνατόν άλλως. Αι εθνικαί γαίαι και τα νομήματα διβάρια ή ιχθυοτροφεία κτλ. απέφερον ουκ ολίγα· μόναι αι πρόσοδοι των εθνικών ελαιών Κρήτης ανήρχοντο εις 5,000,000 γρ. Η σταφίς φαίνεται σχεδόν μη υπάρχουσα, αναφέρεται δε μόνον εν τω προϋπολογισμώ της επαρχίας Βοστίτζης διά 30,000 γρ. περίπου ή 73,000 λ. και παρέργως εν τω προϋπολογισμώ Μεσολογγίου.
Ιδού χάριν περιεργίας ο προϋπολογισμός της επαρχίας Αττικής (ή Αθηνών όπως εκαλείτο τότε).
Απόδέκατα σταροκριθαρίου και εθνικών γαιών=72,000γρ.
»Εθνικούς μύλους, εργοστάσια και περιβόλια=40,000»
»Δουγάνες (Τελωνεία.)=15,000»
»δέκατα ελαίων και εθνικά έλαια=175»
______
302,000»
Ως προς τα έξοδα ο γενικός προϋπολογισμός δεν ποιείται μνείαν ειμή περί των εξόδων του εξαμήνου Μαΐου - Νοεμβρίου. Διαιρεί δε τας δαπάνας εις:
α) Έξοδα ναυτικά. — Τα έξοδα ενός πλοίου προϋπολογίζονται εις 10,800 γρ. κατά μήνα, μετά δε των εξόδων συντηρήσεως και επισκευής ανέρχονται εις 13,130. Τα εξήκοντα λοιπόν καράβια του εθν. στόλου απαιτούσι 780,000 γρ. κατά μήνα, εις α προσθετέον και 400,000 γρ. δια πολεμεφόδια. — Σύνολον ναυτικού προϋπολογισμού 1,180,100 γρ. μηνιαίως.
β') Έξοδα στρατιωτικά. — Η Ελλάς συνετήρει τριών ειδών στρατεύματα:
1ον) Στρατεύματα δια πολιορκίαν διαφόρων φρουρίων (Κορώνης, Μεθώνης, Πατρών, Κορίνθου) και δια κατοχήν Κρήτης=18,300άνδρες
2ον) Στρατεύματα δια το εσωτερικόν=6,050»
3ον) Στρατεύματα δι' εκστρατείας=26,650»
_________
51,000»
Διά τας 51,000 ταύτας ανδρών εδαπανώντο κατά μήνα 2,044,000 γρ., ο δε οπλισμός των απήτει άλλας 400,000 γρ. Ώστε ναυτικός και στρατιωτικός προϋπολογισμός ανήρχοντο κατά μήνα εις 3,624,000 γρ. Η άλλη διοίκησις υπέθετεν έξοδα μόνον 500,000 γρ. Το σύνολον των εξόδων ήτο λοιπόν 4,124,000 γρ. κατά μήνα ή 24,724,000 από Μαΐου μέχρι Νοεμβρίου. Διά τους χειμερινούς μήνας τα έξοδα υπελογίζοντο μόνον εις το ήμισυ. Έχομεν συνεπώς σύνολον εξόδων 38,616,000 γροσίων απέναντι εσόδων 12,846,220 γρ.
Βεβαίως δεν δυνάμεθα να δώσωμεν απόλυτον πίστιν εις τους άνω αριθμούς. Ουχ ήττον ο προϋπολογισμός ο υποβληθείς εις την β' εθνοσυνέλευσιν τη l5η Απριλίου 1823, όσον υποθετικός και αν είναι, διαφωτίζει μεγάλως την δημοσιονομικήν ιστορίαν της επαναστάσεως. Δι' αυτού γνωρίζομεν ότι, και καθ' ην εποχήν τα πράγματα ήσαν ευνοϊκά, τα έσοδα δεν ανήρχοντο, κατά τους αισιοδοξοτέρους υπολογισμούς, ούτε καν εις το τρίτον των εξόδων. Μανθάνομεν επίσης ότι πλέον του ημίσεος των εσόδων προήρχετο εκ Κρήτης. Άρα προ της καταλήψεως της μεγαλονήσου ταύτης αι όλαι πρόσοδοι, ας διέθετεν η Ελληνική κυβέρνησις μόλις υπερέβαινον τα πέντε εκατομμύρια γροσίων.
Ολίγω βραδύτερον απολεσθείσης της Κρήτης, ο Gordon (History of the Greek Revolution τ. β' σελ. 273) υπολογίζει και αυτός τα έσοδα της Ελληνικής κυβερνήσεως κατά το 1825 εις 5,587,000 γρ. ή 93,000 λ. στ., και επιβεβαιώνει ούτω τους υπολογισμούς της εν Άστρει συνελεύσεως.
16) Αι συνεισφοραί αύται ήσαν ως επί το πολύ εκούσιαι, υπήρξαν όμως και καταναγκαστικαί τοιαύται. Τύπος αναγκαστικής εισφοράς υπήρξεν η υπό της Πελοποννησιακής γερουσίας θεσπισθείσα τη 22 Ιουλίου 1822. Το πρωτότυπον του θεσπίσματος εδημοσίευσεν ο κ. Φωτήλας εν τη Εστία της 2 Απρ. 1904. Ιδού αντίγραφον του πολυτίμου τούτου εγγράφου:
«Η κινδυνεύουσα πατρίς προσκαλεί τους ευκαταστάτους να την βοηθήσουν εις τον ιερόν αγώνα τον υπέρ της φυσικής, ηθικής και πολιτικής υπάρξεώς της. Ώστε η Κεντρική Διοίκησις της Πελοποννήσου και ο γενναιότατος στρατηγός κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διά την κοινήν σωτηρίαν της Ελλάδος εψηφίσαντο χρηματολογίαν παρά των κάτωθι και αποστέλλουν καθ' όλην την Πελοπόννησον τους κυρίους συγγερουσιαστάς Ανδρέαν Καλαμογδάρτην, Ηλίαν Καράπαυλον και Χριστόδουλον Άχολον με τον φιλογενή κύριον Παναγιώτην Σοφιανόπουλον, συνοδευομένους με την εκτελεστικήν δύναμιν προς τους οποίους δίδουν όλην την πληρεξουσιότητα να βιάσουν τόσον τους καταγεγραμμένους εις τον παρόντα κατάλογον, διά να λάβουν τας προσδιωρισμένας ποσότητας, όσον και όσους άλλους γνωρίσουν ευκαταστάτους εκτός του καταλόγου εις πάσαν επαρχίαν διά να λάβουν όσα χρήματα κρίνουν εύλογον αναλόγως των καταστάσεων δίδοντες απόδειξιν ισχύουσαν αντί της ακολούθως δοθησομένης τακτικής ομολογίας παρά της διοικήσεως προς τους δανειστάς, προς τους οποίους η Γερουσία και ο στρατηγός υπόσχονται εκ μέρους του έθνους μετά την αποκατάστασίν του να πληρώσουν τα ληφθησόμενα δάνεια.»
Ο κατάλογος περιείχε συν τοις άλλοις και τα εξής ονόματα ακολουθούμενα υπό των εξής ποσών:
Από την Βοστίτζαν ο Δ. Μελετόπουλος 10,000, από την Πράστα ο Παν. και Αναγ. Τροχάνης 75,000, από τα Καλάβρυτα ο Ασημάκης Φωτήλας 18,000, ο Σ. Χαραλάμπης 30,000, ο I. Παπαδόπουλος 60,000 και οι Ζαϊμαίοι 20,000. Από το Άργος ο Χ. Περούκας 25,000. Από τας Πάτρας ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος 15,000, ο Αθανάσιος Κανακάρης 20,000, ο Ν. Λόντος 50,000, ο Π. Μπουκαούρης 10,000. Από την Καρύταιναν οι αδελφοί Δεληγιανναίοι 120,000, οι αδελφοί Ταμπακόπουλοι 20,000. Από τον Μιστρά ο Α. Κοπανίτζας 50,000, ο Παν. Κρεββατάς 30,000, ο Άγιος Λακεδαιμονίων 15,000, οι Αδελφοί Σαλταφέρα 10,000, ο Αναγν. Γραμματικάκης 15,000. Από την Αρκαδίαν ο Πρωτοσύγγελος Αμβρόσιος 25,000, ο Γρ. Πασχάλης 20,000, ο Θ. Σκορδάκης 15,000. Από την Γαστούνην ο Γ. Σισίνης 40,000, ο I. Σισίνης 20,000. Από τον Άγιον Πέτρον ο Π. Σαρίγιαννης 25,000. Από την Καλαμάταο Αθ. Κυριάκος 10,000. Από το Νησίον οι Αδελφοί Μιχαλόπουλοι 25,000...»
Το έγγραφον εγένετο εν Άργει τη 29 Ιουλίου 1822, φέρει δε εκτός των υπογραφών και τας σφραγίδας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη.
Καίτοι δε, παρατηρεί η Εστία, κατά την εποχήν εκείνην η Πελοπόννησος είχε σχεδόν ερημωθή, το πλείστον δε των ακινήτων κτήσεων είχε καταστραφή, εν τούτοις οι πλούσιοι της Πελοποννήσου εις τας αποφάσεις της Γερουσίας υπείκοντες προσέφερον τα ορισθέντα ποσά και συνελέγη ούτω το ποσόν του 1,066,000 γροσίων, το οποίον αντιστοιχεί σήμερον εις 1,066,000 δραχμάς και πλέον.
17) Συστηματική λαφυραγωγία συνεπάγουσα την πώλησιν μέρους ή όλων των λαφύρων προς όφελος του δημοσίου ήθελεν είναι ιδίως κατά τα πρώτα έτη της Επαναστάσεως σπουδαιοτάτη πρόσοδος.
Είς δε των χρηστοτέρων ανδρών του αγώνος, ο Δ. Υψηλάντης, προσεπάθησε να θέση ως κανόνα ότι μέρος των λαφύρων θα διετίθετο υπέρ του κοινού ταμείου. Πλην ουδέν άλλο απέλαβεν, ή γέλωτα και χλεύην. Μετά την άλωσιν της Τριπολιτζάς, εις ην δεν τω επετράπη να παραστή, ο Κεφάλας προσήνεγκεν αυτώ δέκα χαλκά κοχλιάρια, ως μόνα πρωτόλεια εις τον βωμόν της πατρίδος (Βλ. Μένδελσων - Βαρθόλδη, μετάφρ. Άγγ. Βλάχου, τόμ. α' σελ. 322). Επίσης εκ των εν τω Ακροκορίνθω διαφυλαττομένων θησαυρών μικρόν μέρος μόνον διετέθη υπέρ των κοινών (αυτόθι, σελ. 325).
18) Περί του στόλου, βλ. άνω σημείωσι 15, τους προϋπολογισμούς της επισήμου Ελλάδος. Κατά τον Πάλμα (Letters on Greece σελ. 17) έκαστον πλοίον του στόλου, συνισταμένου τω 1825 εξ 90 — 100 πλοίων, απήτει μηνιαίαν δαπάνην 10,000 γροσίων κατά μέσον όρον. Τα υλικά έξοδα ανήρχοντο λοιπόν δι' έκαστον οκτάμηνον εις 8 εκατ. γροσίων, ήτοι περίπου 4 εκατ. φράγκων. — Αμφότεροι οι προϋπολογισμοί ούτοι έχουσιν υποθετικόν χαρακτήρα.
19) Βλ. Μάμουκαν, τόμ. α' σελ. 91 — 92. Αι σελίδες 93 — 94 του αυτού τόμου περιέχουσι δύο αποδείξεις του Κεφαλά, ότι επί των 150,000 φλ. συνήψεν εν Ζυρίχη και Μασσαλία, τη 16 Σεπτ. και 16 Νοεμβρίου 1823, δύο δάνεια 40,000 και 62,000 φλωρινίων.
20) Είναι δίκαιον εξ άλλου ν' αναγραφή ότι οι ιππόται εποιήσαντο σοβαράς προσπαθείας προς εξεύρεσιν δανείου: Πρώτον εν τη αγορά του Λονδίνου δια των τραπεζιτών Hullet επεζητείτο δάνειον 640,000 Λ. και δεύτερον εν Παρισίοις (βλ. Mémoire remis à un banquier de Paris pour le déterminer à ouvrir un emprunt de 10 millions en faveur de l'ordre de Malte. Ανετυπώθη εν τω έργω του Jourdain σελ. 269 - 283).
Ανεξαρτήτως των μετά των ιπποτών της Ρόδου διαπραγματεύσεων, συνήφθησαν σχεδόν ταυτοχρόνως και άλλαι εν Ιταλία. Χάριν των διαπραγματεύσεων τούτων έμειναν εν Αγκώνη, και μετά την αναχώρησιν του Μεταξά, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Γ. Μαυρομιχάλης. Προέκειτο περί δανείου ενός εκατομμυρίου ταλλήρων, ο δε Δ. Ρώμας κατέβαλε πολλάς προσπαθείας προς συνομολόγησιν αυτού, ως δεικνύει και η μετά του Γερμανού ωραία αυτού αλληλογραφία. Δυστυχώς τα σχίσματα των Γραικών εμβάσασι εις υποψίας τους συντρόφους του Τραπεζίτου, όστις επρόκειτο ν' αναλάβη το δάνειον, και αι διαπραγματεύσεις εις ουδέν αποτέλεσμα κατέληξαν (βλ. ιδίως επιστολήν 16/28 Φεβρ. 1824, Αρχείον Ρώμα, σελ. 221).
21) Βλ. τας προς τους μετέπειτα πληρεξουσίους οδηγίας του Μαυροκορδάτου, Απολογία, σελ. 12 - 16.
22) Ο Κοργιαλένιος, ον ο Μαυροκορδάτος, ονομάζει «γνωστόν έμπορον εν Κεφαλληνία», ανεμίχθη μεγάλως εις τα του Αγώνος, χρηματίσας και τραπεζίτης του Βύρωνος.
23) Ούτως αι προτάσεις του Πέπε απερρίφθησαν υπό της Διοικήσεως ως απαράδεκτοι. Η δε Απολογία (σελ. 21) χαρακτηρίζει τους de Wuitz και Roupenthal ως απλούς τυχοδιώκτας. Είναι βέβαιον ότι ο πρώτος αναμιχθείς εις την υπόθεσιν του δανείου της Κύπρου (βλ. περί του δανείου τούτου, κατωτέρω «...της Κύπρου, της Ηπείρου κτλ. . .») κατεδικάσθη υπό των Αγγλικών δικαστηρίων δι' απάτην και δόλον. Ο Roupenthal ανεμίχθη και αυτός εις την υπόθεσιν του δανείου Μεσολογγίου (βλ. Απολογίαν σελ. 194 - 195).
24) Βλ. άνω σημ. 15, προς το τέλος.
25) Βλ. το διάταγμα του εκτελεστικού και την επιστολήν του Μαυροκορδάτου εν τη Απολογία, σελ. 11 - 16.
26) Αι κρίσεις αύται προέρχονται συνήθως εκ της καταπτώσεως του τρέχοντος τόκου, ην συνεπιφέρει η αφθονία του χρήματος. Τα κεφάλαια τότε δεν ευρίσκουσι πλέον τοποθετήσεις ικανοποιητικάς άμα και ασφαλείς, και άρχονται επιδιώκοντα τα υψηλότερα κέρδη, έστω και επί ελάσσονι ασφαλεία, ολίγον δε κατ' ολίγον ο κόσμος καταλαμβάνεται υπό αληθούς μανίας κερδοσκοπίας, αγούσης μοιραίως εις μεγάλας καταστροφάς. Το φαινόμενον, ό περιγράφομεν, είναι τόσον γνωστόν, ώστε κατέστη παροιμιώδες, λέγεται δε κοινώς εις τον αγγλικόν εμπορικόν κόσμον ότι « ο John Bull αντέχει εις πάντα εκτός τόκου 2% ».
27) Βλ. την ημετέραν Ιστορίαν της Τραπέζης της Αγγλίας τομ. δ' σελ. 5 — 16.
28) Ιδού τα κατά την εποχήν ταύτην εκδοθέντα εν Λονδίνω δάνεια μετά της τιμής της εκδόσεως αυτών (βλ. αυτόθι σελ. 8, σημείωσις.
Έτος 1822Χιλή1,000,000ΛΣ 70%
Κολομβία2,000,00084»
Δανία2,000,000771/2»
Περουβία450,00088»
Ρωσία3,500,00081»
Έτος 1823Αυστρία1,500,00082»
Πορτογαλλία1,500,00087»
Έτος 1824Βρασιλία1,686,00075»
Αργεντινή1,000,00085»
Κολομβία4,750,000881/2»
Ελλάς800,00059»
Μεξικόν3,200,00058»
Νεάπολις2,500,000911/2»
Περουβία750,00082»
Έτος 182Βρασιλία4,000,00085»
Δανία3,500,00075»
Ελλάς2,000,000561/2»
Γουατεμάλα167,00073»
Μεξικόν3,200,000891/2»
Περουβία616,00078»
29) Οι πληρεξούσιοι έφθασαν εις Λονδίνον τη 21 Ιανουαρίου, ήτοι, ως παρατηρεί ο Κορέσιος, εννέα ημέρας μετά τον θάνατον του Μαίτλανδ.
30) Βλ. άρθρον ε' οδηγιών.
31) Η προμήθεια ωρίσθη εις τρία επί τοις εκατόν, τα δε ασφάλιστρα, καίτοι η Ελλάς περιεκυκλούτο πανταχόθεν υπό πολεμίων, εις 1 1/2. (Τα ασφάλιστρα της αποστολής του δανείου του 1825 ωρίσθησαν εις 1 5/9). Πόσον επιεικείς ήσαν οι τελευταίοι όροι ούτοι, δύναταί τις ν' αντιληφθή, παρατηρών ότι ολίγον διέφερον των ειδικών αναλόγων όρων του δανείου των 60 εκατ., περί ου μετά ταύτα, δανείου συναφθέντος εν καιρώ ειρήνης και ηγγυημένου υπό τριών μεγάλων Δυνάμεων.
32) Δεν θέλετε δεχθή, έλεγεν ο Μαυροκορδάτος, τιμήν ουσιωδώς κατωτέραν των 60%.
33) Παράβ. την εν φυλλαδίω εκδοθείσαν εγκύκλιον του Committee of Greek Bonholders, υφ' ημερομηνίαν της 7ης Νοεμβρίου 1862.
34) Εν σχέσει προς την αποστολήν των χρημάτων εν Ελλάδι, ο εκ Τεργέστης Α. Μ. Αντωνόπουλος διεβίβαζε τω Δ. Ρώμα την εξής επιστολήν, ην είχε λάβη εκ Λονδίνου (βλ. Αρχείον Ρώμα σελ. 227 - 228).
«Λόνδρα τη 17η Φεβρουαρίου 1824.
»Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από έν ρισπετάμπιλε οσπίτιον . . . Ας γνωρίσουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κατ' εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λορδ Byron και τον Colonel Stanhope διά να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται».
35) Βλ. Μένδ. Βαρθόλδη, αυτόθι, σελ. 457. — Πολύ εκτενέστεραι πληροφορίαι εύρηνται παρά τω Blaquière, Narrative of a Second visit to Greece, ιδίως σελ. 5 και 14. Ο Blaquière είναι τοσούτω μάλλον αξιόπιστος, καθ' όσον ούτος ήτο ο κομίσας τα χρήματα εις Ζάκυνθον, το δε προμνησθέν έργον του περιέχει και περικοπάς αλληλογραφίας διαμειφθείσης μεταξύ Blaquière και Μαυροκορδάτου διά την παράδοσιν των κομισθέντων χρημάτων εις την Ελλάδα. Τέλος προσθετέον ότι το αυτό έργον περιέχει την γνωστήν περιγραφήν των τελευταίων ημερών του Βύρωνος.
36) Η εξουσία εφάνη τω όντι έτι μάλλον επίφθονος, ότε συνεκέντρωσεν εις εαυτήν και την διάθεσιν σπουδαιοτάτων κεφαλαίων. Όπως δε παρατηρεί και ο Palma (Letters on Greece σελ. 17), πρόφασις του β' εμφυλίου σπαραγμού υπήρξεν, ότι η κυβέρνησις δεν ελογοδότει περί των διά του δανείου πορισθέντων χρημάτων.
37) Βλ. Μένδελσων - Βαρθόλδη, αυτόθι σελ. 457 - 458. — Bulver - (Η. L.). An autumn in Greece σελ. 14 - 17. Ο μετέπειτα πρεσβευτής εν Κ/πόλει προσθέτει εν σημειώσει (σελ. 20): «The benefit of the loan has been confined to the navy and the neighbourhood of Napoli of Romania. Those who have not touched the dollars are disgusted at the manner of their expenditure » — Renseignements sur la Grèce et l'administration du Comte Capodistrias (Par un témoin occulaire des faits qu'il rapporte) σελ. 118 - 123. Ο συγγραφεύς του τελευταίου τούτου έργου (ο Βιάρος Καποδίστριας), μένεα πνέων κατά του Κουντουριώτου, θεωρεί τούτον ως τον κύριον ένοχον της σπατάλης των χρημάτων.
Οι ημέτεροι και οι προς ημάς φιλικώτατα διακείμενοι ιστορικοί αποφεύγουσι να πραγματευθώσι το παρόν θέμα. Είς και μόνος αναλαμβάνει την υπεράσπισιν της Ελληνικής κυβερνήσεως. Είναι δ' ούτος ο φιλέλλην και ιπποτικός κόμης Palma. Ο ευγενής Ισπανός, ακάματος υπέρμαχος της Ελληνικής υποθέσεως εν Αγγλία, υποστηρίζει ότι τα χρήματα εξωδεύθησαν διά τον στόλον, και ότι ουδεμία σπατάλη εγένετο. (Ότι το πλείστον των χρημάτων εδαπανήθη διά τον στόλον, μαρτυρεί εκτός του Bulver και ο Finlay λέγων: «the waste of money on the navy was even greater than on the army »).
38) Τινές των σελίδων τούτων, μεσταί πικρών αληθειών, είναι εκ των ευφυεστέρων ας έγραψεν ο εν Αθήναις ανταποκριτής εκείνος του Times. Ευφυεστάτη δε είναι εκείνη, εν η περιγράφει την καταλαβούσαν τους πάντας μανίαν προς λαμπράς στολάς, αίτινες αδρά δαπάνη εκομίζοντο εκ Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων. Η μανία αύτη είχε, φαίνεται, μεταδοθή και εις τους προς άλλοτε εν ρεδιγκότη αφικομένους εν Ναυπλίω επιστήμονας και Φαναριώτας, ων ο Finlay δίδει την εξής, πλήρη ζωής, εικόνα: « Το βραχύ ανάστημα, αι λάλοι γλώσσαι, αι στρεβλαί κνήμαι, και αι εβραϊκαί φυσιογνωμίαι των Βυζαντινών τούτων μεταναστών, περιφερομένων εν βαρυτίμοις αλβανικαίς περιβολαίς, απαστραπτόντων εκ λαμπρών αλλ' αχρήστων όπλων, και ακολουθουμένων υπό βραχυσώμων τσιμπουκοφόρων και υψηλών σωματοφυλάκων, εκίνουν την ζηλοτυπίαν και την περιφρόνησιν των εντοπίων ».
39) Βλ. Γερβίνον, μετάφρασις γαλλική Minssen και Σγούτα τόμ. β' σελ. 129 - l33. — Ίσως τις των αναγνωστών κατακρίνη ημάς ως περιοριζομένους, επί τόσον σπουδαίου θέματος, εις την παράθεσιν ξένων γνωμών. Αλλ' ενταύθα η παράθεσις των συγκρουομένων περικοπών του Finlay και του Γερβίνου δεν είναι άλλο ή έκθεσις των επί του θέματος ιδεών ημών. Στηλιτεύομεν πράγματι μετά του πρώτου την φαυλότητα ή την αφροσύνην των τότε πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών, νομίζομεν όμως ότι οι άνδρες εκείνοι δεν είναι δυνατόν να κριθώσιν απολύτως, αλλ' ότι πρέπει να ληφθώσιν υπ' όψει οι όροι, υφ' ους έζων και κατά την επανάστασιν και προ αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει τα εγκλήματα αυτών δεν πρέπει να κρίνωνται αυστηρότερον ή τα των εν Λονδίνω και Νέα Υόρκη τραπεζιτών.
40) Βλ. εν τη Απολογία, τόμ. α' σελ. 22, την επιστολήν της 17ης Μαΐου.
41) Βλ. τα σχετικά έγγραφα εν τη Απολογία, τόμ. α' σελ. 23 - 24.
42) Ο Ιωάννης Ζαΐμης, ου την χρηστότητα και την φιλοπατρίαν και αυτός ο Finlay αναγνωρίζει, έμεινεν επί βραχύ μόνον μέλος της επιτροπής, ανακληθείς την 12ην Φεβρουαρίου. Τέσσαρας μήνας δε βραδύτερον διωρίσθη ως αναπληρωτής αυτού ο Γ. Σπανιολάκης.
«Ο διορισμός ούτος, έγραφε το Εκτελεστικόν (βλ. Απολογίαν τόμ. β', σελ. 35, έγγραφον 21ης Ιουνίου) έγινε διά την επιφάνειαν, ο δε κύριος σκοπός ήτο να σας πληροφορήση περί πάντων των καθ' ημάς, και να φέρη την προς τον Κύριον Κάννιγγ επιστολήν». Ο Σπανιολάκης όμως ανήρ πεπροικισμένος διά πολλών δώρων, μετέπειτα δε και υπουργός των Οικονομικών γενόμενος, δεν έστερξε να περιορισθή εις την επιφάνειαν, θελήσας δε ν' αναμιχθή εις την διαχείρισιν του δανείου και δυστρόπου χαρακτήρος ων, ήλθεν εις σύγκρουσιν προς τους δύο άλλους πληρεξουσίους. Εκ της συγκρούσεως ταύτης προέκυψε βραδύτερον η προ του Ελεγκτικού συμβουλίου κατηγορία κατά των Ορλάνδου και Λουριώτη, και αι προμνηθείσαι Παρατηρήσεις επί της Απολογίας.
43) Ιδού μερικαί λεπτομέρειαι περί των προτάσεων των Γάλλων τραπεζιτών:
Το δάνειον έμελλε να συναφθή μετά των τραπεζιτικών οίκων André et Cottier και Gabriel Odier et Ce. Τιμή της εκδόσεως ωρίζετο εις 59%, ο τόκος εις 5% και το χρεωλύσιον εις 1% επί του ονοματικού κεφαλαίου. Προς τούτοις οι εκδίδοντες το δάνειον οίκοι επεφυλάσσοντο το δικαίωμα να παρακρατήσουν α') έν εκατομμύριον διά τους τόκους των δύο πρώτων ετών, β') 500,000 φρ. ως μεσιτείαν, γ') 550,000 φρ. διά χρεωλύσιον και διάφορα άλλα έξοδα.
Εν συνόψει, οι Γάλλοι τραπεζίται προσέφερον, επί δανείου ονοματικού 10,000,000, μόνον 3,850,000 φρ. Διότι το δάνειον, προς 59% θα εξεκαθαρίζετο εις 5,900,000, εκ των οποίων παρεκρατούντο 2,050,000. (Βλ. το κείμενον του συμβολαίου, του συνταχθέντος εν Παρισίοις, τη 5ην Φεβρουαρίου 1825, Απολογία, τόμ. β', σελ. 127 - 129).
44) Παράβ. και το άρθρον 7 του συμβολαίου.
45) Κατά την συνομολόγησιν του δευτέρου δανείου αι ομολογίαι του πρώτου προσεφέροντο εις την αγοράν προς 60% της ονοματικής αυτών αξίας ήτοι προς 4 1/2% άνω της τιμής της νέας εκδόσεως. Δεν είπετο δ' όμως εκ τούτου, καθώς ενόμισάν τινες, εν οις και ο Σπανιολάκης, ότι νέον δάνειον πολύ μεγαλείτερον του πρώτου ηδύνατο να εκδοθή εις την αγοραίαν τιμήν εκείνου.
46) «Η συρροή των προσφερθέντων ήτο τόσον μεγάλη, λέγει ο Σπανιολάκης (βλ. Παρατηρήσεις επί της Απολογίας, σελ. 40), ώστε, γενομένου μετά δύο ημέρας του αθροίσματος, ευρέθησαν υπογραφαί διά 4 1/2 εκατομμύρια, αντί των προκηρυχθέντων 2 εκατομμυρίων. Οι δε κ.κ. Ρικάρδοι, επιθυμούντες να μη δυσαρεστήσουν κανένα, παρεχώρησαν την δι' αναλογίας εξαγομένην ως ανήκουσαν εις έκαστον μερίδα».
47) Χαρακτηρίζων τους δύο αντιπροσώπους, ο Γερβίνος λέγει πολύ ορθώς, ότι ο μεν Λουριώτης ήτο άνθρωπος καλών προθέσεων αλλ' όχι μεγάλης αξίας, ο δε Ορλάνδος ανήρ τιμιώτατος αλλ' εις άκρον πείσμων.
48) Τον χαρακτηρισμόν τούτον εφεύρε πρώτος ο κόμης Πάλμα.
49) Ο Times εδημοσίευσε κατά το φθινόπωρον του 1826 μακροτάτην σειράν άρθρων περί των Ελληνικών δανείων. Τινά των άρθρων τούτων εξεδόθησαν και εν τω προμνησθέντι φυλλαδίω The Greek Loans etc. Το φυλλάδιον τούτο εξηντλήθη. Δύναται ο αναγνώστης να συμβουλευθή ιδίως τα φύλλα της 5, 12, 20, 27 Σεπτεμβρίου, 23, 24, 26, 27, 28, 31 Οκτωβρίου και 1, 3, 4, 13 Νοεμβρίου 1826.
50) Βλ. το φύλλον της 26ης Οκτωβρίου.
51) Η σπατάλη εν Αγγλία τοσούτων χρημάτων επέσυρε, βραδέως πως, την προσοχήν των απανταχού φιλελλήνων. Ο Εϋνάρδος έγραφεν εις τον Stanhope, ότι πρώτιστον καθήκον του Φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου είναι να επιτύχη λογοδοσίαν της χρήσεως του ελληνικού δανείου. Η κακή διαχείρισις του δανείου τούτου εν Αγγλία είχε φέρη την Ελλάδα εις τα πρόθυρα της καταστροφής, εν τούτοις όμως η Ελλάς κατηγορείτο ως σπαταλήσασα το δάνειον (βλ. την επιστολήν του Εϋνάρδου εν τω Times της 27ης Σεπτεμβρίου).
Ο Stanhope είχεν ήδη προκαλέση εν τω μεταξύ συλλαλητήριον φιλελλήνων και ομολογιούχων. Το meeting συνεκροτήθη εις το City of London Tavern, τη 5η Σεπτεμβρίου 1826, εξέλεξε δε επιτροπήν προς διαλεύκανσιν του ζητήματος.
Η έκθεσις της επιτροπής ταύτης, υποβληθείσα τη 23η Οκτωβρίου, λέγει συν τοις άλλοις και τα εξής: «Εν ώ οι κ.κ. Loughman και O'brien ως και οι Έλληνες αντιπρόσωποι έδοσαν εις την επιτροπήν πάσας τας ζητηθείσας πληροφορίας, οι κ. κ. Ρικάρδοι όχι μόνον ηρνήθησαν ν' αναγνωρίσωσι την επιτροπήν, αλλά και προσεπάθησαν να παρεμβάλωσι παν πρόσκομμα εις την ανεύρεσιν της αληθείας» (βλ. την όλην έκθεσιν εν τω Times της 24ης Οκτωβρίου). Βλ. επί του αυτού ζητήματος την επιστολήν του Ρικάρδου εν τω Times της 20ης Σεπτεμβρίου, και τους Times των 25 - 30 Οκτωβρίου. Το τελευταίον τούτο φύλλον περιέχει και έν άρθρον του Λουριώτου υπό τον τίτλον «A voice from Marathon».
52) Ήτοι τας σελ. 15 - 18 και 127 - 133 τομ. β'.
53) Παραβ. και άνω σελ. 19. [Ο συγγραφεύς αναφέρεται στην σελίδα που αρχίζει με τις λέξεις «άγγλον έμπορον Σ. Βαρφ». Πιο κάτω αναφέρεται υπόλοιπο δανείου 28,100 Λ. Προφανώς ένας από τους 2 αριθμούς 18,100 / 28,100 έχει τυπογραφικό λάθος.]
54) Η εν Καλκούτη παροικία, εισέτι ανθηρά, είνε πολύ προγενεστέρα της επαναστάσεως.
55) Η εξαγορά των ομολογιών τούτων εγένετο διττώς·
Πρώτον, διά των ποσών των κατά τας συμβάσεις τεθέντων κατά μέρος προς χρεωλυσίαν, εξηγοράσθησαν:
α') Διά των 16,000 Λ. του δανείου του 1824, ομολογίαι ονοματικής αξίας 30,200 Λ.
β') Διά των 20,000 Λ. του δανείου του 1825, oμολογίαι ονοματικής αξίας 67,000 Λ.
(Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των εξαγορασθεισών αξιών οφείλεται εις το ότι από των μέσων του 1825 αι Ελληνικαί ομολογίαι υπέστησαν μεγάλην έκπτωσιν. Ο αναγνώστης ενθυμείται αφ' ετέρου, ότι κατά το α' δάνειον εκρατήθη χρεωλύσιον δύο ετών, κατά δε το β' μόνον ενός).
Δεύτερον, προς απόσβεσιν των δύο χρεών αφιερώθη, ως θα ίδωμεν μετ' ολίγον, και σπουδαίον μέρος του προϊόντος του β' δανείου. Ανεξαρτήτως του χρεωλυσίου εξηγοράσθησαν ούτω 250,000 Λ. ομολογίαι του α' και 218,000 Λ. ομολογίαι του β' δανείου.
Αι ουτωσί αποσυρθείσαι oμολογίαι απέφερον εν συνόλω τόκους 23,385 Λ. (Βλ. τα καθ' έκαστα εν τη Απολογία, τόμος β' σελ. 16 - 17). Εκ δε των 23,385 τούτων λιρών 10,500 περιήλθον εις χείρας των Ελλήνων πληρεξουσίων, το δε υπόλοιπον διά του κ. Loughman αφιερώθη εις πληρωμήν του ε' τοκομεριδίου του δανείου του 1824. Ούτω δε κατωρθώθη να πληρωθώσι πέντε εξάμηνα τοκομερίδια του α' δανείου, εν ώ διά το δάνειον του 1825 μόνον οι ήδη κρατηθέντες τόκοι των δύο πρώτων ετών επληρώθησαν. Σημειωτέον ότι το α' δάνειον, ελαττωθέν διά της εξαγοράς ομολογιών αξίας 280,200 Λ. εις 519,800 Λ., δεν απήτει πλέον ειμή τόκον ενιαύσιον ελάσσονα των 26,000 Λ. και συνεπώς τόκον εξάμηνον ελάσσονα των 13,000 Λ.
56) Αι διαμαρτυρίαι αύται υπήρξαν σφοδρόταται. Ο Times της 5ης Σεπτεμβρίου 1826, αναλύων την χρήσιν του β' δανείου, έλεγεν: «Οι κ. κ. Ρικάρδοι have pocketed (ενεθυλάκωσαν) 64,000 Λ.». Δέκα ημέρας βραδύτερον η αυτή εφημερίς, σχολιάζουσα την δράσιν του Φιλελληνικού Κομιτάτου των Παρισίων, παρατηρεί ότι αι εισφοραί κατά το 1825 ανήλθον εις 239,649 φρ., κατά δε το πρώτον εξάμηνον του 1826 εις 651,867 φρ., αναγραφομένων μεταξύ των δωρητών του Εϋνάρδου με 25,000 φρ., της οικογενείας του Δουκός δ' Ορλεάν (του κατόπιν Λουδοβίκου - Φιλίππου) με 27,000, του Καζιμίρ Περριέ με 6,000 κτλ. Τα συλλεγέντα από θύρας εις θύραν υπό των Κυριών των Παρισίων ανήλθον εντός έξ μηνών εις 129,881 φρ. Αλλά τι είναι, ανακράζει η αγγλική εφημερίς, τα ποσά ταύτα παραβαλλόμενα προς τα απορρεύσαντα από του δανείου και διασπαθηθέντα αμελώς και κακοήθως εν Αγγλία; Ερχόμενος δε εις τους Ρικάρδους ο Times προσθέτει: «The pretty item reserved as commission by the contractors of the second loan (amounting to 64,000 L.) nearly doubles the voluntary contributions of all the Philhellenes in Europe, including those of committees and corporations, of colleges and universities, of classical ladies and benevolent princes — of priests, artists, philosophers and statesmen — the produce of benefit concerts, and the collection of charity sermons». Ήτοι· «Το κομψόν ποσόν, όπερ επεφύλαξαν δι' εαυτούς οι εκδόται του δευτέρου δανείου (64,000 Λ.), είναι σχεδόν διπλάσιον των συνεισφορών όλων των εν Ευρώπη φιλελλήνων, συμπεριλαμβανομένων των συνεισφορών των κομιτάτων και των συλλόγων, των σχολείων και των πανεπιστημίων, των φιλαρχαίων κυριών και ευεργετικών πριγκίπων — των ιερέων, καλλιτεχνών, φιλοσόφων και πολιτευτών — του προϊόντος των συναυλιών και των εν εκκλησίαις εράνων».
57) Βλ. τας τρεχούσας τιμάς των μηνών Δεκεμβρίου 1824, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1825 παρά Σπανιολάκη, παράρτημα Ζ. Η έκπτωσις επήλθε ραγδαία μετά την έκδοσιν, ευθύς ως εγνώσθησαν αι μεγάλαι ημών εθνικαί συμφοραί. Τη 4η Οκτωβρίου 1825 τα ελληνικά χρεώγραφα υφίσταντο έκπτωσιν 24 - 25% και τη 27η του αυτού μηνός, έκπτωσιν 30% (Βλ. τας ιταλιστί γεγραμμένας εκ Λονδίνου προς τους αδελφούς Στεφάνου επιστολάς του Π. Γιάμαρη — Αρχείον Ρώμα, σελ. 707 και 727).
58) Εξηγοράσθησαν ούτως ομολογίαι του β' δανείου αξίας ονοματικής 218,000 Λ.
Ήτοι:158,000 λιρών ομολ. υπό των κ.κ. Ρικάρδων=67,895
8,000 και 5,000 λ. ομολ. υπό των αυτών
Ρικάρδων τη 15η Οκτωβρίου και 19 Νοεμβρίου
προς 55 1/2 και 56 1/2=7,265
25,000 λ. ομολογίαι υπό του κ. Π. Ράλλη=11,550
8,000 λ. ομολογίαι υπό του κ. Π. Ράλλη
τη 12η Οκτωβρίου, προς 55=4,400
__________
91,110
Εις το ποσόν τούτο των 91,100 Λ. δέον να προστεθώσι και 7,910 Λ., δι' ων ηγοράσθησαν άλλαι 14,000 λ. ομολογίαι διά λογαριασμόν της Ελληνικής κυβερνήσεως.
Η εξαγορά αύτη κατά μεν τους Ορλάνδον και Λουριώτην είχε προσωρινόν χαρακτήρα, εσκοπείτο δε η πώλησις των ομολογιών άμα τη βελτιώσει της αγοράς. Κατά τον Σπανιολάκην όμως (βλ. σελ. 43) η επιχείρησις, γενομένη εκ συμφώνου μετά των κ.κ. Μανιάκη, Ψύχα και Λη, ήτο απλή κερδοσκοπία.
Είναι δύσκολον μετά οκτώ δεκαετίας να εξακριβώση τις την περί τούτου αλήθειαν. Το βέβαιον είναι ότι η Ελλάς δεν εζημιώθη εκ της επιχειρήσεως ταύτης, διότι, αναγορευθέντος του Λεοπόλδου βασιλέως, αι ομολογίαι των δανείων της επαναστάσεως ανήλθον εις 60 και 61, και τότε αι ονοματικαί 14,000 επωλήθησαν προς 10,060 Λ., εν ώ είχον αγορασθή μόνον προς 7,910. Αφ' ετέρου δ' όμως είναι προφανές ότι διά την Ελλάδα 7,910 Λ. ήσαν πολυτιμότεραι τω 1826 ή 10,060 Λ. τέσσαρα έτη βραδύτερον.
59) Τούτο έλεγον και έγραφον ρητώς οι Ρικάρδοι. Ιδού το κείμενον επιστολής των προς τους Ορλάνδον και Λουριώτην (βλ. Απολογίαν, τόμ. β' σελ. 28):
Messieurs,
Notre Bourse est aujourd'hui dans une condition affreuse: l'emprunt grec est à 10 et a 11 d'escompte, et il y a une peur terrible. Nous ne savons pas s'il y a de mauvaises nouvelles, mais tout le monde veut vendre. Si vous avez toute cette confiance dans les affaires de la Grèce, que ce que vous dites de la belle position de la cause mérite, ne sera - t - il pas de l'interet de votre Gouvernement et pour soutenir un peu son crédit, qu'une bonne portion de l' emprunt serait achetée pour son compte, d'être revendue dans un temps plus heureux? Considèrez bien cette proposition. Nous et nos amis ont déjà une forte quantitité sur le dos, sur laquelle il y a une grande pertes. Nous ne désirons pas qu'aucune chose soit faite pour nous, mais c'est désespérant de voir l'affaire dans un si mauvais état; Votre réponse par le porteur nous obligera.
Avec considération 28 Mai 1825. Vos serviteurs dévoués J. et S. Ricardo
Το γαλλικόν ύφος της επιστολής ταύτης είναι πρωτότυπον, η σημασία δ' όμως αυτής είναι λίαν ευκρινής.
60) Επειδή αναμφιβόλως θα υποληφθώμεν ως γράφοντες υπερβολάς, περιοριζόμεθα προς απόδειξιν των γραφομένων να παραπέμψωμεν τον αναγνώστην εις τους λογαριασμούς της επιτροπής των Ρικάρδων και του Σπανιολάκη, εξ ων καταφαίνεται ομοφώνως ότι τη 15 και 19 Νοεμβρίου 1825 εξηγοράσθησαν διά των κ. κ. Ρικάρδων προς 55 1/2 και 56 1/2 ομολογίαι αξίας ονοματικής 7,265, και ότι τη 12 Οκτωβρίου εξηγοράσθησαν διά του κ. Π. Ράλλη άλλαι 8,000 Λ. ομολογίαι προς 55. Η αγοραία τιμή των ομολογιών εκυμαίνετο τότε μεταξύ 15 και 20.
Χαρακτηριστικά περί της διαγωγής των περί την τετραρχίαν φιλελλήνων αναγράφει και ο Times της 28 Οκτωβρίου, εν κυρίω άρθρω. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι ο κ. Hume, όστις είχεν αγοράση 10,000 Λ. ομολογίας, μετά την έκπτωσιν αυτών εζήτησε να τον αποζημιώση η επιτροπή, όπερ και εγένετο, ίνα μη απολεσθή ισχυρός φίλος της Ελλάδος. (Περί του Hume βλ. καθ' έκαστα εν τω Χρόνω της 4 Νοεμβρίου και εν τω άρθρω του Oriental Herald, Ιανουάριος 1826, σελ. 76 - 80, «The Greek Loan and Mr. Hume»).
Άλλος φιλέλλην διακεκριμένος υπήρξε, κατά τον Times, ο κ. Bowring. Ούτος είχεν εγγραφή διά 25,000 Λ. ομολογίας. Μετά την έκπτωσιν έκαμε σφοδράς παραστάσεις, επικαλούμενος συνάμα τας προς την Ελληνικήν υπόθεσιν υπηρεσίας (he made vehement remonstrances coupled with representations of his services to the Greek cause), επέτυχε δε να εξαγορασθώσιν αι ομολογίαι αυτού με έκπτωσιν 10%. Αίφνης αι ομολογίαι ανέρχονται εις την προτέραν αυτών αξίαν, ο δε κ. Bowring, υπερακοντίζων τον κ. Hume, ζητεί να τω αποδοθώσιν αι ομολογίαι. Μάτην τω απεδεικνύετο ότι αι αξίαι εκείναι, τη ρητή αυτού αιτήσει, είχον εξαγορασθή υπό των Ελλήνων αντιπροσώπων· ο κ. Bowring, λέγων ότι δεν ενθυμείται τι περί τούτου, επέμενε και οι αντιπρόσωποι ηναγκάσθησαν να τω μετρήσωσι 2,500 λίρας, διά ν' απαλλαγή πάσης ζημίας. Σημειωτέον, λέγει ο Times, ότι ο δεύτερος ούτος φίλος της Ελλάδος είχε λάβη 11,000 Λ. μεσιτικά κατά την έκδοσιν του α' δανείου.
61) Αι αγοραί εγένοντο κυρίως εκ των εξής εργοστασίων: (βλέπε τους σχετικούς λογαριασμούς εν τη Απολογία τόμ. α' σελ. 130 - 156).
Ήτοι:ΕργοστάσιονBurtonαγορά διά Λ.12,206
»Mackintoschαγορά διά Λ.10,266
»Grahamαγορά διά Λ.26,688
______
49,160
Οι Έλληνες επίτροποι κατηγορήθησαν ως μη επιτυχόντες την έκπτωσιν των διδομένων εις τους αγοράζοντας τοις μετρητοίς. Η έκπτωσις αύτη υπελογίζετο εις 10% (Βλ. Σπανιολάκην, αυτόθι σελ. 14 - 17).
62) Βλ. τας περί τούτου λεπτομερείς οδηγίας της 14ης Αυγούστου 1824. Απολογία σελ. 54.
63) Ούτως οι επίτροποι, μη δυνηθέντες να επιτύχωσι την υπό της Κυβερνήσεως ποθουμένην ανταλλαγήν (βλ. τους λόγους της αποτυχίας εν επιστολή της επιτροπής προς την Κυβέρνησιν υπό ημερομηνίαν 4/10/1825. Απολογία σελ. 60), εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να πωλήσωσι τα ορειχάλκινα καννόνια του Ναυπλίου εις τους κ. κ. Κοντοσταύλους και Σα , να παραγγείλωσι δε τα σιδηρά εις τους κ. κ. Graham. Δυστυχώς όμως ημέλησαν να ορίσωσιν ότι η παραλαβή των ορειχαλκίνων δεν θα γίνη ειμή άμα τη αφίξει των σιδηρών. Ότε δε έφθασεν απεσταλμένος των κ. κ. Κοντοσταύλων, όπως παραλάβη τα πρώτα, απητούντο έτι οκτώ μήνες διά να φθάσωσι τα δεύτερα. Η Κυβέρνησις, μη δυναμένη ν' αφοπλίση το Ναύπλιον, ηναγκάσθη τότε να πληρώση αποζημίωσιν 600 Λ., όπως ακυρωθή το συμβόλαιον της πωλήσεως. Το δε ελεγκτικόν συνέδριον κατεδίκασε κατόπιν την επιτροπήν εις πρόστιμον 1000 λιρών.
64) Το υπόμνημα τούτο του ηρωικού κυβερνήτου της Καρτερίας εύρηται εν παραρτήματι του Ζ' τόμου της Ιστορίας του Finlay.
65) Ο Χρόνος, εν τω προμνημονευθέντι άρθρω της 28 Οκτωβρίου 1826, παρατηρεί, ότι αι 10,000 Λ. εμετρήθησαν εις τον κ. Ellice τη 25 Μαρτίου, το δε ατμοκίνητον Καρτερία δεν επληρώθη ειμή ότε απέπλευσε, δηλαδή μετά 15 μήνας, ούτως ώστε «ο φιλέλλην και αφιλοκερδής κ. Ellice ωφελήθη 15 μηνών τόκους».
66) Παρ. την σχετικήν επιστολήν του Hastings (16 Ιαν. 1826). Εν τη Απολογία σελ. 292 - 293.
67) Το ατμόπλοιον υπέστη αβαρίας κατά τον πλουν.
68) «Άνευ της αδείας μας και άνευ οιασδήποτε προηγουμένης κοινοποιήσεως εδώσατε διαταγάς περί κατασκευής πέντε ατμοπλοίων, αντί ν' αγορασθώσι τα πλοία ταύτα έτοιμα». (Απόσπασμα επιστολής Ορλάνδου και Λουριώτου προς Ρικάρδους).
69) Άριστον ατμόπλοιον το Valencia είχε, κατά τον Times (φύλλον 12 Σεπτεμβρίου) πωληθή ακριβώς την εποχήν εκείνην αντί 11,000 Λ. Οι Άγγλοι δικτάτωρες έλεγον προς υπεράσπισίν των, ότι τα έτοιμα πλοία δεν ηδύναντο να φέρωσι καννόνια 64 λιτρών.
70) Ηλπίζετο πράγματι ότι θα διεκόπτοντο αι μεταξύ Αιγύπτου και Ιβραήμ - Πασσά συγκοινωνίαι, και ότι ούτω θ' ανεχαιτίζετο πάσα προς τα πρόσω πορεία του στερουμένου πολεμεφοδίων Αιγυπτιακού στρατού.
71) Βλ. Times 12 Σεπτεμβρίου. — Γερβίνον, αυτόθι.
72) «Εντός ολίγων εβδομάδων, έλεγεν εις τους επιτρόπους ο Ellice, ο Cochrane θα είναι εις την Κωνσταντινούπολιν και θα κατακαύση τον Τουρκικόν στόλον εντός του Κερατίου κόλπου. Θέσατε εις την διάθεσιν του Κόχραν το όλον ποσόν των 150,000 Λ., και εντός ολίγου θέλει καθαρίση την Ελλάδα από των Τούρκων».
73) Ο Κόχραν επεφύλασσεν εαυτώ το δικαίωμα του διορίζειν τους αξιωματικούς και τους ναύτας, εις ους η Ελληνική κυβέρνησις ώφειλε να χορηγή πολεμεφόδια και μισθούς.
74) Το ποσόν τούτο εχαρακτηρίζετο ως αποζημίωσις απαιτήσεως 55,000 Λ., ην ο Κόχραν είχε κατά της Βρασιλίας, και ης, ένεκα των νέων αυτού καθηκόντων, δεν θα ηδύνατο να επιδιώξη την πληρωμήν. Ο Κόχραν είχεν αφ' ετέρου δικαίωμα εις μέρος των νομίμων λειών (Βλέπε το κείμενον του συμβολαίου εν τη Απολογία σελ. 288 - 289).
75) Εις το ποσόν τούτο δεν περιλαμβάνονται αι διά την Καρτερίαν απαιτηθείσαι 10,000 Λ.
76) Ο Σπανιολάκης ενεχείρισεν εις τον Καποδίστριαν, διερχόμενον κατά το 1827 εκ Λονδίνου, έκθεσιν περί της υποθέσεως των ατμοπλοίων. Μέρος της εκθέσεως ταύτης κατεχώρισε βραδύτερον, εν είδει παραρτήματος, εις το βιβλίον του. (Βλέπε Παράρτημα Η).
77) Πάντα τα πλοία ταύτα έπρεπε να ώσιν έτοιμα εντός πέντε μηνών.
78) Το πλοίον τούτο ο Ερμής μετήνεγκεν εν Ελλάδι τον Κόχραν, κατά την δευτέραν αυτού κάθοδον. Την πρώτην φοράν ο άγγλος ναύαρχος είχεν επιβή του Σωτήρος, πλοίου αγορασθέντος εν Μασσαλία υπό του Εϋνάρδου και του φιλελληνικού κομιτάτου των Παρισίων,
79) Η μελέτη του περιεργοτάτου τούτου θέματος διηυκολύνθη ως εκ των δικών ας η κακή πίστις των κατασκευαστών προεκάλεσεν εν Αμερική και των συκοφαντιών ων έπεσε θύμα ο αντιπροσωπεύσας εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις την Ελλάδα χρηστός, αλλ' ατυχής Αλέξανδρος Κοντόσταυλος. Αι εν Αμερική δίκαι έδοσαν αφορμήν εις συνταξιν ποικίλων συγγραμμάτων, άπερ κατώρθωσα ν' ανεύρω άπαντα κατά τύχην και μόνον διότι εν τω Βρεττανικώ Μουσείω τα συγγράμματα τα αφορώντα εις τας σχέσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως μετά των Ηνωμένων Πολιτειών είναι δεδεμένα ομού εις σειράν τόμων. Η ούτως αυτοσχεδίως καταρτισθείσα συλλογή, περιέχουσα μελέτας, λόγους, λογοδοσίας εράνων, εκθέσεις συλλαλητηρίων κτλ., είναι πολυτιμοτάτη εισφορά εις την ιστορίαν του φιλελληνισμού εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, ιστορίαν ήτις δεν εγράφη εισέτι, αν και τιμά επίσης τους τε ευεργετήσαντας και τους ευεργετηθέντας.
Τα εν Αμερική γραφέντα έργα είναι τα εξής:
1) An Exposition of the conduct of the two houses of G. G. and S. Howland, and Le Roy, Bayard and Co, in relation to the two frigates Liberator and Hope. In answer to a Narrative on that subject by Mr. Alexander Contostavlos. By William Bayard (New - York 1826 σελίδες 47). — 2) An examination of the controversies between the Greek Deputies and two mercantile houses of New - York. By John Duer and Robert Sedgwick (New - York 1826 σελ. 179). — 3) Report of the evidence and reasons of the award between J. Orlandos and A. Louriottis, Greek Deputies, on one part, and Le Roy, Bayard and Co and G. G. and S. Howland on the other part. By the Arbitrators (New - York 1826 σελ. 72). — 4) A Vindication of the conduct and character of Henry D. Sedgwick against certains charges made by the hon. Jonas Platt together with some statements and inquiries intendet to elicit the reasons of the award in the case of the Greek Frigates (2α έκδ. New - York Σεπτέμβριος 1826. σελ. 96). — 5) Refutation of the reasons assigned by the arbitrators for their award in the case of the two Greek Frigates (New - York. Νοέμβριος 1826, σελ. 57). Τα δύο τελευταία ταύτα έργα εγράφησαν υπό του δικηγόρου Sedgwick.
Ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος εξέδωκεν επί του θέματος έργα δύο:
1) A narrative of the material facts in relation to the building of the two greek frigates. New - York, 1826, σελ. 88 (Β' έκδοσις With a postscriptum by R. Sedgwick New - York, 1826. σελ. 96). — 2) Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών Φρεγατών· Αθήναι 1855.
Τέλος ο γνωστός ήδη ημίν φιλέλλην Πάλμα συνέγραψεν επί του ζητήματος αξιόλογον εκθεσιν, καταχωρισθείσαν εν τω Times της 12 Σεπτεμβρίου 1826. (Το φύλλον τούτο εδημοσίευσεν ολίγω βραδύτερον περί της κατασκευής των πλοίων εν Αμερική ιδίαν μελέτην. Βλ. τον Times της 9 Νοεμβρίου).
80) Βλ. τον υποβληθέντα υπό του Βαγιάρδ λεπτομερή προϋπολογισμόν, παρά Κοντοσταύλω, Narrative σελ. 5.
81) Η εκλογή του Lallemand ήτο παράδοξος, καθότι ο Lallemand, πρώην αξιωματικός του ιππικού, δεν είχεν ειδικότητα περί τα ναυτικά, ο δε μισθός (120 Λ. κατά μήνα), όστις εδόθη εις αυτόν, ήτο υπό πάσαν έποψιν υπερβολικός. — «Αναμφιβόλως, έλεγεν εν τη εκθέσει του ο Palma, η εκλογή σώφρονος επιτρόπου, όστις ήθελεν αρκεσθή εις μισθόν μηνιαίον μικρότερον των 120 λιρών, ήθελεν είναι επιτυχεστέρα της εκλογής αξιωματικού του ιππικού, πρώην υπασπιστού του Ναπολέοντος, ειθισμένου εις μεγάλας επιχειρήσεις και επιβαλλομένου υπό ισχυράς ομάδος φιλελλήνων». Ολίγω βραδύτερον συνετελέσθη νέον σκάνδαλον: οι κατασκευασταί αυτοπροαιρέτως ωνόμασαν επιθεωρητήν της κατασκευής των πλοίων τον πρώην αξιωματικόν του αμερικανικού ναυτικού Chauncey, προς 12,000 δολλαρίων (60,000 φρ.) κατ' έτος. Ο μισθός ούτος έμελλε ν' αναγραφή εις τον λογαριασμόν της μηδόλως πληροφορηθείσης περί τούτου Ελλάδος.
82) Δι' επιστολής των της 15 Απριλίου 1825, βλ. Narrative σελ. 7.
83) Βλ. το κείμενον των δοθεισών εις τον Κοντόσταυλον οδηγιών. Περί των εν Αμερική κτλ. σελ, 19 - 26.
84) Το ποσόν τούτο συνίστατο εκ 261,840 δολλαρ. απαιτουμένων προς αποπεράτωσιν της μιας φρεγάτας, εξ 73,258 δολλαρ. αντιπροσωπευόντων ζημίαν 20% επί των δυο μη πληρωθεισών συναλλαγματικών 55,000 Λ., ας οι κατασκευασταί είχον εκδώση επί των Ρικάρδων και Σας, και τρίτον εκ διαφόρων άλλων μικρομεσιτικών και δευτερευουσών απαιτήσεων. (Βλ. διά τα καθ' έκαστα: Report of the evidence and reasons σελ. 8 - 9, Examination of the controversies, σελ. 138 και 149, Narrative σελ. 40, 41 και 61).
85) Οι Αμερικανοί ηπείλουν επίσης τους ημετέρους διά του άρθρου 3 του νόμου της 20 Απριλίου 1818, δυνάμει του οποίου, πας όστις ήθελε παραγγείλη, εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις, την κατασκευήν πλοίου, μέλλοντος να χρησιμοποιηθή βραδύτερον υπό ηγεμόνος ή πολιτείας εναντίον άλλου ηγεμόνος ή πολιτείας, μεθ' ου αι Ηνωμέναι Πολιτείαι διετέλουν εν ειρήνη, κατεδικάζετο εις πρόστιμον όχι ανώτερον των 10,000 δολλαρίων και ειρκτήν μη υπερβαίνουσαν τα τρία έτη. Προς τούτοις το πλοίον και όλα τα εξαρτήματα αυτού εγίνοντο ιδιοκτησία της Αμερικανικής κυβερνήσεως. Αλλ' οι ούτως απειλούντες εκ προθέσεως ελησμόνουν ότι δυνάμει του αυτού νόμου οι κατασκευασταί υπέκειντο εις τας αυτάς ποινάς, εις ας και οι παραγγέλλοντες, και συνεπώς, καθώς παρετήρησε βραδύτερον πολύ ορθώς ο φιλέλλην κ. Webster, ότι αυτοί ούτοι έπρεπε κυρίως να φοβώνται την εφαρμογήν του νόμου του 1818.
86) Βλ. Examination σελ. 157.
87) Τον Κοντόσταυλον είχε συστήση εις τον Everett ο Κοραής.
88) Μεταξύ των διακριθέντων διά την προθυμίαν των να εξυπηρετήσωσι την ημετέραν πατρίδα καταλέγονται οι κυριώτεροι των υπουργών, ο γνωστός φιλέλλην Webster και ο γερουσιαστής συνταγματάρχης Benton. «Ότε εσπούδαζον τον Όμηρον, έλεγεν ο τελευταίος ούτος εις τον Κοντόσταυλον, δεν υπέθετόν ποτε ότι θα ηδυνάμην μίαν ημέραν να φανώ χρήσιμος εις τους απογόνους του».
Εν γένει ο ενθουσιασμός των εν Ουασιγκτώνι διά τα ανδραγαθήματα των ημετέρων προγόνων ήτο ανεκδιήγητος. Πάντες ηκροώντο μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς τας υπό του Κοντοσταύλου περιγραφάς του αγώνος. Ο δε Webster, όστις ήτο άριστος νομικός και όστις καθωδήγησεν εν πολλοίς τον Κοντόσταυλον, ηρνήθη την υπό τούτου προταθείσαν αμοιβήν. (Βλ. Κοντόσταυλον. Τα περί των δύo φρεγατών, σελ. 36 - 37).
89) Εισηγητής του νομοσχεδίου εν τη γερουσία ήτο ο Benton.
90) Οι κατασκευασταί έσχον την απίστευτον αναίδειαν ν' απαιτήσωσι προμήθειαν και διά την υπό της Αμερικανικής κυβερνήσεως γενομένην αγοράν.
91) Όπως καταδείξη την ασύγγνωστον κακήν πίστιν των κατασκευαστών ο Times, εν τη μελέτη αυτού της 9 Νοεμβρίου 1826, παρατηρεί ότι η μεν φρεγάτα «Brandywine», κατεσκευασμένη εκ δρυός πρώτης ποιότητος και τελείως εξωπλισμένη, εστοίχισεν εις την Αμερικανικήν κυβέρνησιν μόνον 273,000 δολλ. (1,365,000 φρ.), το δε μόνον πλοίον, όπερ μετά τοσούτους αγώνας κατώρθωσε ν' αποπλεύση εκ Νέας Υόρκης εις Ελλάδα, κατήντησε να στοιχίση πλέον των 150,000 Λιρών Στερλινών (3,750,000), ήτοι σχεδόν ποσόν τριπλάσιον της υπό πάσαν έποψιν προτιμοτέρας αυτού φρεγάτας Brandywine.
92) «Sir, you have done all that was in your power to ruin a country and disgrace another». Παράβ. και τα προμνησθέντα δύο φυλλάδια του Sedgwick, A vindication και Refutation of the reasons assigned by the arbitrators. Ο δικαστής Pratt, ον ο Λονδίνιος Χρόνος εσατύρισε καταλλήλως, επονομάσας αυτόν συν τοις άλλοις και Αμερικανόν Σολομώντα (βλ. τον Times της 9ης Νοεμβρίου), εφάνη καθ' όλην αυτήν την υπόθεσιν μεριμνών ιδίως περί του βαλλαντίου του. Εδήλωσε δ' εν τη αποφάσει ότι προ πάσης άλλης πληρωμής έπρεπε να μετρηθή εις τους αιρετοκρίτας, ήτοι εις τον Pratt και τους δύο παρέδρους, ποσόν όπερ αυτοί ούτοι ώριζον εις 4,500 δολλ. — Εν δε τω έργω, όπερ εδημοσίευσαν προς υπεράσπισιν αυτών, οι αιρετοκρίται αξιούσιν ότι η υπ' αυτών ορισθείσα αμοιβή είναι μετριωτάτη (βλ. Report of the evidence and reasons, σελ. 67).
93) Κατά τον εις Ελλάδα πλουν οι μισθωθέντες ναύται εστασίασαν (βλ. τα κατά την στάσιν παρά Κοντοσταύλω, σελ. 113).
94) Βλ. το επίσημον έγγραφον αυτόθι σελ. 128.
95) Αντί πάσης αμοιβής ο Κοντόσταυλος έλαβε 400 Λ. δι' έξοδα ταξειδίου και διαμονής.
96) Πόσον αι κατά των υπηρετησάντων το έθνος διαβολαί έβλαψαν ημάς, μαρτυρεί και το ότι επί καιρόν πολλοί των αρίστων δεν ηθέλησαν ν' αναμιχθώσιν εις τα οικονομικά του Κράτους, φόβω των συνήθων αιτιάσεων και συκοφαντιών. Ούτω, τω 1878, ανήρ διακεκριμένος και φιλόπατρις, ο κ. Περόγλου, καίπερ διαμένων εν Λονδίνω, ηρνήθη ν' αντιπροσωπεύση την Ελληνικήν κυβέρνησιν κατά την μετατροπήν των δανείων της Επαναστάσεως, μη αισθανόμενος εαυτόν, ως έλεγεν, ίσον προς τον άχαριν αγώνα της απαντήσεως και απολογίας κατά κακοβούλων μομφών, ας προέβλεπεν ως βεβαίας. (Βλ. Λευκήν Βίβλον 1879, σελ. 10 - 11).
97) Τας 33,700 Λ. ταύτας συμπεριλαμβάνω εις τα ποσά τα περιελθόντα εις Ελληνικάς χείρας, διότι ουσιαστικώς, εάν όχι τυπικώς, διά της πληρωμής των συναλλαγματικών, ας υπέγραψεν, εκαρπώθη αυτάς η Ελληνική κυβέρνησις.
98) Ενθυμείται ο αναγνώστης ότι εκ του ονοματικού κεφαλαίου του α' δανείου εξεκαθαρίσθησαν οριστικώς, μετά την παρακράτησιν τόκων, χρεωλύτρων κτλ. 348,000 Λ. και ότι εκ τούτων 308,000 Λ. εις μετρητά, τη φροντίδι του φιλελληνικού κομιτάτου, εστάλησαν εις την Ελλάδα. (Βλ. αν. σελ. 18). [Ο συγγραφεύς αναφέρεται στην σελίδα που αρχίζει με τις λέξεις . . . και ποσά ικανά όπως . . . . Εκεί πιο κάτω, αναφέρεται ο αριθμός 348,800]
99) Βλ. αν. σελ. 19 - 21. [Ήτοι τις σελίδες που αρχίζουν με τις λέξεις . . . άγγλον έμπορον Σ. Βαρφ . . . και τελειώνουν με τις λέξεις . . . μελετώντες τα κατά το δεύτερον δάνειον. . . .
100) Ήτοι παράγρ. α' 496.220· παράγρ. β' 393,000 και παράγρ. γ' 232,558 Λ.
101) Ως μέγα έξοδον δύναται να θεωρηθή προ παντός η πληρωμή είς τινα Bonfils μεσιτείας 4,800 Λ. διά την διαπραγμάτευσιν του β' δανείου. Το ελεγκτικόν συνέδριον και ο Σπανιολάκης εθεώρησαν ότι η τοιαύτη πληρωμή υπήρξεν αδικαιολόγητος, αφ' ου είχε πληρωθή ήδη μεσιτεία 64,000 Λ. εις τους Ρικάρδους. Οι επίτροποι απήντων ότι εις μεν τους Ρικάρδους εδόθη μεσιτεία διά την έκδοσιν, η δε τον Bonfils διά την διαπραγμάτευσιν του δανείου.
102) Τοιαύτα η Απολογία αναφέρει πολλά: Λ.χ. Διά τον κ. Βικτόρ αναλαβόντα να υπηρετήση εν Ελλάδι Λ. 80. — Δι' εκτύπωσιν της επιστολής των Ελληνίδων προς τας φιλελληνίδας Λ. 8 — Εις τον κ. Ρεβώ διά μετάβασιν εις Ελλάδα και μισθούς Λ. 170 — Εις τον Βλακιέρ διά βοήθειαν 90 Λ. — Εις τον Ν. Κεφαλάν, εις δάνειον, διά να παύση να ενοχλή την επιτροπήν, Λ. 30 κτλ.
103) Ιδίως η ζημία 2,700 Λ. η εκ της χρεωκοπίας του οίκου Μαυρογορδάτου προκύψασα. — Επίσης απωλέσθησαν καθ' οδόν, από Λονδίνου εις Φάλμουθ, 1,700 Λ. στελλόμεναι εις Ελλάδα.
104) Χάριν προσωπικής περιεργίας προσεπάθησα να εξιχνιάσω την υπόθεσιν ταύτην. Μετά δεκαπενθήμερον μελέτην επείσθην όμως, ότι και ένεκα του παρελθόντος χρόνου, και ένεκα της αγνοίας των πραγμάτων και των ανθρώπων και ένεκα τέλος του λαβυρινθώδους της διτόμου Απολογίας, η εκ της μελέτης δυναμένη να προκύψη ωφέλεια ήτο δυσανάλογος προς τον κόπον ον ήθελεν απαιτήση. Εν συνόψει αι κατά των κ. κ. Ορλάνδου και Λουριώτη κατηγορίαι συνίστανται α') εις το ότι επλήρωσαν εις τον Bonfils μεσιτείαν 4,800 (βλ. σημ. 101)· β') ότι δεν επέτυχον επί των αγορασθέντων πολεμεφοδίων την συνήθη έκπτωσιν των 10%· γ') ότι προέβησαν εις τας, ήδη εκτενώς αναπτυχθείσας, επιβλαβείς εξαγοράς πολλών χιλιάδων ομολογιών· δ') ότι δεν έδειξαν την απαιτουμένην μέριμναν εις την γνωστήν υπόθεσιν της αγοράς των σιδηρών καννονίων.
Διά ταύτα πάντα ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης εκηρύχθησαν υπό του Ελεγκτικού συνεδρίου, δι' αποφάσεως της 14 Ιανουαρίου 1835, αλληλεγγύως χρεώσται λιρών στερλινών 28,769 — 17 — 0, ή δραχμών 809,008.18.
Η απόφασις αύτη ουδέποτε εξετελέσθη, και η εντύπωσίς μου είναι ότι η καταδίκη των επιτρόπων δεν ήτο δικαία. Παραλείπων την υπόθεσιν Bonfils, δι' ην οι επίτροποι εδικαιολογήθησαν ικανώς, νομίζω πράγματι ότι τα κατ' αυτών προσαπτόμενα μάλλον ως σφάλματα ή ως εγκλήματα δύνανται να χαρακτηρισθώσιν. Και ότι μεν ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης διέπραξαν σφάλματα μέγιστα, δεν είναι αμφισβητήσιμον, αλλ' ο κρίνων αυτούς πρέπει να ενθυμηθή μετά του Γερβίνου ποία ήτο η εν Λονδίνω θέσις αυτών και να μη λησμονήση τας προς την πατρίδα σημαντικάς αυτών υπηρεσίας.
Εκείνο δε όπερ με προτρέπει να πιστεύσω ότι αι κατηγορίαι του Σπανιολάκη ενεπνέοντο και υπό προσωπικού πάθους, είναι ότι αι κατηγορίαι αύται εποίκιλλον κατά τας περιστάσεις και δεν ήσαν άσχετοι προς προσωπικάς αντιζηλίας.
105) «Το εκτελεστικόν, λέγει ο Παπαρρηγόπουλος (αυτ. σελ. 740), καταναλώσαν πολλούς των εκ των δανείων πόρων δεν ηδυνήθη ν' ανθέξη τω 1825 εις τον κατά πρώτον τότε ενσκήψαντα αιγυπτιακόν στρατόν».
106) Βλ. το κείμενον ελληνιστί και γαλλιστί παρά Fabre, Histoire du siège de Missolonghi σελ. 346 - 351.
107) Βλ. Fabre, αυτόθι σελ. 229.
108) Βλ. το ψήφισμα της εθνικής συνελεύσεως και τας προς τους πληρεξουσίους οδηγίας και επιστολήν παρά Μάμουκα, τόμ. δ' σελ. 87 - 90 και 124 - 125.
109) Έπρεπε να δοθώσι τουλάχιστον ενός μηνός μισθοί εις τας τρεις ναυτικάς μοίρας.
110) Παρ. τας οδηγίας, αυτόθι.
111) Οι Δ. Ρώμας, Π. Στεφάνου και Κ. Δραγώνας απετέλουν πατριωτικήν επιτροπήν τω 1824 συσταθείσαν και πολλαχώς ευεργετήσασαν το έθνος. Κατά τον κ. Καμπούρογλουν (βλ. Εισαγωγήν Αρχείου Ρώμα σελ. ξα' και εφεξής), σκοπός της επιτροπής εκείνης ήτο· α' το να στέλλη πολεμεφόδια και τρόφιμα εις τας πολιορκουμένας πόλεις· β') το να φροντίζη περί προσωρινών δανείων και εξαργυρώσεως συναλλαγματικών της Ελληνικής κυβερνήσεως εν Ζακύνθω. — Ούτω διενήργησε και επραγματοποίησε δάνεια 20,000 και 10,000 ταλλήρων (Αρχείον αριθ. 189, 230 και 249), και εξηργύρωσε πλείστας συναλλαγματικάς, εν αις και μίαν 1,500 λιρών (Αρχείον αρ. 276) — γ') το να προστατεύη λιμώττοντα γυναικόπαιδα και ν' απελευθερώνη αιχμαλώτους.
Αφ' ετέρου, όπερ και σπουδαιότατον, η εν Ζακύνθω επιτροπή κατώρθωσε να διοργανώση ανταπόκρισιν μετά φιλελλήνων αξιωματικών εν τω στρατοπέδω του Ιμβραήμ· συλλαβούσα δε πρώτη την ιδέαν της προς την Αγγλίαν αιτήσεως προστασίας, συνέταξε το κείμενον της αποσταλείσης σχετικής εκθέσεως.
Αναμφιβόλως η επιτροπή και διά την σύναψιν του παρόντος δανείου πολλάς θα κατέβαλε προσπαθείας. Δυστυχώς ο α' τόμος, ο μόνος εκδοθείς, του Αρχείου Ρώμα, φθάνει μόνον μέχρι Δεκεμβρίου 1825 και κατ' ακολουθίαν ουδεμίαν παρέχει περί του προκειμένου θέματος πληροφορίαν.
112) Η Κρήτη, η Χίος, τα Ψαρά, η Σάμος, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Νότιος Μακεδονία κτλ. Βλ. άλλως τε τον χάρτην των εξεγερθεισών ελληνικών χωρών παρά τω Blaquières: The Greek Revolution; its origin and progress (Λονδίνον 1824).
113)Ιδίως ο Λεβέντης: Περί του Δημοσίου των Ελλήνων Χρέους του 1824 και 1825 και περί Νέου Δανείου, σελ. 7 - 9. Η διατριβή του Λεβέντη έργον μικράς αξίας και βρίθον ανακριβειών εδημοσιεύθη και γαλλιστί υπό του συγγραφέως.
114)Λέγω, ότι υπό νομικήν έποψιν είχον άδικον, διότι τω 1824 και 1825 είχον δοθή ως εγγύησις εις τους δανειστάς όλα τα εθνικά κτήματα, όλων των Ελλήνων όντων αλληλενδέτως υπευθύνων. Εφ' όσον λοιπόν τα κτήματα των ελευθερωθεισών επαρχιών ήρκουν όπως αντιμετωπισθώσιν αι δίκαιαι απαιτήσεις των δανειστών, δεν υπήρχε λόγος να υποστώσιν αύται ελάττωσιν.