Front matter
Kyriakos Zambas translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
& _ footnotes, παροράματα ·
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Errors indicated in a Table of Errors have been corrected in the text. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words with bold characters are enclosed in &. Words in italics are enclosed in _. Footnotes have been converted to endnotes. Pages 104, 105 and 109 are indicated within the text, so that one can understand the references to them in the prologue. The length of the first lines of pages 104 and 105 have been kept as in the text of the book, so that their numbers are as in the prologue.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Το κείμενο έχει λάβει υπόψη τον πίνακα παροραμάτων. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Οι σελίδες 104, 105 και 109 έχουν ένδειξη μέσα στο κείμενο, ώστε κανείς να μπορεί να καταλάβει τις αναφορές του προλόγου. Το μήκος των πρώτων στίχων των σελίδων 104 και 105 είναι το ίδιο με του βιβλίου, ώστε η αρίθμηση των γραμμών να είναι ως και στον πρόλογο.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣIΣ
ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΦΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
1. Περιεχόμενον.
Ο Θεαίτητος ως προς το περιεχόμενον ηδύνατο κάλλιστα να ονομασθή θεωρία της γνώσεως ή περί γνώσεως. Και όμως αντί της τόσον γνωστής και κανονικής, και τότε καθώς και σήμερον, λέξεως γνώσις απροσδόκητον, προβάλλει, εις τον Θεαίτητον ο πρωτοφανής όρος διά την καθ' όλου Ελληνικήν γλώσσαν επιστήμη, και όχι μόνον διήκει εις ολόκληρον τον προκείμενον διάλογον, αλλά και εις τον Σοφιστήν και τον Πολιτικόν, οι οποίοι και αποτελούν συμπλήρωσιν του ιδίου θέματος. Το παράδοξον τούτο φαινόμενον ευρίσκει την λύσιν του μόνον εις τον Κρατύλον, ο οποίος, καθώς εθίξαμεν εκεί, αποτελεί την βάσιν της σειράς αυτής των ανωτέρων φιλοσοφικών έργων του Πλάτωνος. Εάν συγκρίνωμεν τα δύο χωρία του Κρατύλου, όπου γίνεται λόγος περί επιστήμης (σελ. 58 και 104), εξάγομεν ότι η φθογγική ή μουσική έκφρασις αυτής της λέξεως ήρεσε εξαιρετικώς εις τον Πλάτωνα, διά να εκφράζη την τελείαν εκείνην ενέργειαν της ψυχής, η οποία επέρχεται σαφώς εις την ωριμωτέραν ηλικίαν, και συνίσταται εις το να εξέρχεται ως προβολεύς η ψυχική μας αντίληψις επάνω εις τα πράγματα, και να τα περιλαμβάνει ρεαλιστικώς διά της διαισθητικής και τηλεπαθικής πλέον και σχεδόν προφητικής δυνάμεώς της. (Ίδε και συμφέρον Κρατ. σελ. 66 και ευφροσύνη σελ. 71.
2. Άλλοι όροι επιστημονικοί.
Και δεν είναι μόνον η λέξις επιστήμη η οποία ενισχύει την γνησιότητα των ετυμολογιών του Κρατύλου. Πολύ περισσότερον ενισχύει αυτήν η εν σελίδι 109 ετυμολογία του ομηρικού &κηρ& (καρδία) από το &κηρός&, από την οποίαν δεν έχει καμμίαν παραδοξοτέραν ετυμολογίαν ο Κρατύλος. Ώστε οι αθετούντες εκείνον ας προχωρήσουν και εις τον Θεαίτητον. Και αυτή μεν η πλάνη δεν έχει ανάγκην περισσοτέρας αναιρέσεως, αλλά ημείς ενταύθα τονίζομεν ότι, όστις εις εκάστην σελίδα του Θεαιτήτου δεν αναγνωρίζει μίαν τελειοτέραν ανάπτυξιν των θεωριών του Κρατύλου και ιδίως του τελευταίου μέρους, εκ του οποίου και παραδείγματα αυτολεξεί θα εύρη, αυτός δεν ενόησε ούτε τον Θεαίτητον ούτε την βαθμιαίαν εξέλιξιν των θεωριών του Πλάτωνος και ιδίως της τελειοτέρας αυτών διατυπώσεως, ως θα ίδωμεν και εις τους μετ' αυτόν διαλόγους. Εκ των άλλων όρων την δόξαν μετεφράσαμεν ως κρίσιν όχι διότι ακριβώς ισοδυναμεί η κρίσις προς την δόξαν, αλλά διότι εν μέρει πλησιάζει και τείνει να φθάση αυτήν. Η δόξα δηλαδή του Πλάτωνος δεν είναι άλλη από την συνήθως περιφρονουμένην (και μάλιστα εμπαιζομένην εν Μενεξένω) κοινήν ή λαϊκήν γνώμην, ως πάντοτε πλανωμένην. Οπωσδήποτε όμως αυτή η ιδία είναι ο υποτυπώδης τύπος της κατόπιν ακραιφνούς και επιστημονικής Αριστοτελικής κρίσεως. Ο δε &λόγος& είναι κυρίως η διά της γλώσσης διατύπωσις της κρίσεως και αποτελεί επίσης αρχικόν και υποτυπώδη τύπον του ορισμού, όστις τελειοποιείται και σαφηνίζεται εις τον Σοφιστήν και τον Πολιτικόν, οι οποίοι υπό αυτήν την έποψιν αποτελούν το συμπλήρωμα του Θεαιτήτου.
3. Αι ειρωνείαι.
Άλλο φαινόμενον άξιον προσοχής εις ολόκληρον τον Θεαίτητον είναι αι ειρωνείαι, όχι αι Σωκρατικαί και πικραί, αλλά αι πλατωνικώτεραι και αγαθαί και καλλιτεχνικαί, αι οποίαι καθιστούν ολόκληρον τον διάλογον τερπνόν, ως ένα χιουμοριστικώτατον σημερινόν ανάγνωσμα. Κατά δε την συνήθειαν των νεωτέρων φιλολογιών μετεχειρίσθημεν εις τα κυριώτερα μέρη αυτής το ειρωνικόν σημείον του εν παρενθέσει ερωτηματικού ή θαυμαστικού σημείου. Αι πολυπληθέστεραι ειρωνείαι, ευρίσκονται εις τον λόγον του Σωκράτους (σελ. 51 έ), όταν υπερασπίζεται δήθεν τον Πρωταγόραν, ενώ κατ' ουσίαν τον προπηλακίζει και τον εξευτελίζει. Και πρέπει αυτός ο λόγος ολόκληρος να αντιστραφή εις το αντίθετον, ως φοβερόν μεν κατηγορητήριον της βλακώδους αντιφάσεως του Πρωταγόρου, ως ύψιστον δε εγκώμιον της Πλατωνικής διανοίας.
Μία τοιαύτη ειρωνεία ωρισμένως η εξοχωτέρα λανθάνει εις το παρανοηθέν και διαστραφέν χωρίον 190 α «ως γε μη ειδώς σοι αποφαίνομαι» τα οποίον πρέπει να διορθωθή κάπως: «οίον έγωγε μη ειδώς τι σοι αποφαίνομαι» και κυριολεκτικώς μεν σημαίνει (καθώς το μετεφράσαμεν σελ. 109): «Καθώς εγώ, όταν δεν γνωρίζω τι να σου απαντήσω», κατ' ουσίαν όμως κρύπτει την αληθινήν σημασίαν: Καθώς το παθαίνεις συ, όταν συλλογίζεσαι και δεν γνωρίζεις τι να μου απαντήσης.
4. Πίναξ των συνδυασμών.
Και τόρα παραλείποντες μερικάς διορθώσεις του κειμένου και συμπληρώσεις, αι οποίαι δεν έχουσι μεγάλην σημασίαν διά την μετάφρασιν, ερχόμεθα εις την σελίδα 104 της οποίας τους 14 συνδυασμούς παρουσιάζομεν επί το μαθηματικώτερον εις τον εν τέλει του προλόγου προσηρτημένον πίνακα ούτως ώστε και αυτοί ευκολώτατα να εννοηθούν, αλλά προ πάντων να συντελέσουν εις την διασάφησιν των δυσκολιών της σελίδος 105 (στίχ. 5—8) ιδία διά τους ειδικώς εις την σπουδήν του Πλάτωνος ασχολουμένους.
Εκάστη περίπτωσις του πίνακος αναγινώσκεται, εάν θέσωμεν ως υποκείμενον ό,τι είναι γραμμένον άνωθεν της στήλης του αριθμού 1 και ως κατηγορούμενον ό,τι είναι άνωθεν του 2.
Αι περιπτώσεις αριθμούνται εις τον πίνακα με αύξοντα αραβικόν αριθμόν και είναι 14. Αντιστοιχούν δε εις εκάστην περίοδον της σελίδος 104 και μόνον η περίπτωσις 5 έχει διά την μετάβασιν 2 περιόδους και η 9, χάριν διασαφήσεως.
Εκ του πίνακος φαίνεται ότι του πρώτου συστήματος μόνον τέσσαρες περιπτώσεις είναι δυναταί (1—4), ομοίως δε και του δευτέρου (4—8). Εις το τρίτον όμως σύστημα πλην των περιπτώσεων 9, 10, 11, επιτρέπονται και αι περιπτώσεις α, β, γ, δ, ομοίως δε εις το τέταρτον σύστημα πλην των περιπτώσεων 12, 13, 14 επιτρέπονται και οι συνδυασμοί Α, Β, Γ, Δ. Περιπλέον δε ήτο δυνατόν να σχηματισθούν και ανάμικτοι συνδυασμοί εκ του τρίτου και τετάρτου συστήματος ομού.
Αυτοί λοιπόν οι συνδυασμοί οι σημειούμενοι με γράμματα υπονοούντα, εις το τέλος της σελίδος 104 ως υπολειπόμεναι περιπτώσεις, αι οποίοι αναλύονται εις την σελίδα 105 στίχ. 4—8.
Ότι πρόκειται ενταύθα περί συνθέτων συνδυασμών και δυσκολωτέρων φαίνεται από την κατόπιν απάντησιν του Θεαιτήτου, ο οποίος ομολογεί ότι τόρα δεν εννοεί πλέον τίποτε.
Αλλά καθώς είναι το κείμενον εις το πρώτον ήμισυ αρμόζει τελείως η συγχώνευσις των περιπτώσεων α και β. Ενώ όμως το δεύτερον ήμισυ έπρεπε να αποδίδη τον συνδυασμόν γ και δ, παρέχει ατοπώτατα μίαν βλακώδη επανάληψιν της περιπτώσεως 9 συντόμως διατυπουμένην. Ημείς μη δυνάμενοι να φαντασθώμεν τοιούτον μνημονικόν λάθος εις βάρος του Πλάτωνος συμπληρώνομεν το δεύτερον ήμισυ, επαναλαμβάνοντες το τέλος του πρώτου και τροποποιούντες τα υπόλοιπα πολύ ελαφρά ως εξής:
129 d) Και ά μη οίδεν αισθάνεται δε, ών οίδεν αύ και αισθάνεται, ή ων οίδεν αλλά μη αισθάνεται. = Και όσα δεν γνωρίζω αλλά βλέπω να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω και βλέπω, ή γνωρίζω αλλά δεν βλέπω (ούτω διορθωτέοι οι στίχοι 7—8 της σελίδος 105). Κ. ΖΑΜΠΑΣ
ΟΔΗΓΙΑΙ ΠΡΟΣ ΑΝΑΛΥΣΙΝ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΟΣ
1. Ανάλυσις των περιπτώσεων του πίνακος 5—8.
5 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω. 6 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω. 7 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω. 8 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω.
2.Ανεύρεσις αυτών υπό πλήρη μορφήν εις την σελ. 104.
Περίπτωσις 5 = Σελίς 104 στίχ. 10 - 11 Περίπτωσις 6 = Σελίς 104 στίχ. 12 Περίπτωσις 7 = Σελίς 104 στίχ. 13 Περίπτωσις 8 = Σελίς 104 στίχ. 14 - 15
ΠΙΝΑΞ
Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι δεν γνωρίζω 1 1 2| 2 1 | 2 3 2| 1 2 4 2| 1
Ό,τι βλέπω | Ό,τι δεν βλέπω 5 1 2 | 6 1 | 2 7 | 1 2 8 2 | 1
Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι γνωρίζω |Ό,τι βλέπω και βλέπω | (δεν βλέπω) |(δεν γνωρ.) 9 1 2 | | 10 1 | 2 | 11 1 | | 2 α 2 | 1 | β | 1 | 2 γ 2 | | 1 δ | 2 | 1
Ό,τι δεν γν. και δεν βλ. | Ό, τι δεν γν. | Ό,τι δεν βλ. 12 1 2 | | 13 1 | 2 | 14 1 | | 2 Α 2 | 1 | Β | 1 | 2 Γ 2 | | 1 Δ 2 | 1
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ (ή περί επιστήμης)
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ - ΤΕΡΨΙΩΝ - ΣΩΚΡΑΤΗΣ - ΘΕΟΔΩΡΟΣ - ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
Ευκλείδης. Καλέ Τερψίων, τόρα γλήγορα ήλθες από τον αγρόν ή έχεις πολλήν ώραν;
Τερψίων. Είναι αρκετή ώρα. Και ακριβώς εσένα εζητούσα στην αγορά και απορούσα, διότι δεν κατώρθωσα να σε εύρω. (11)
Ευκλείδης. Βέβαια, διότι δεν ήμην μέσα εις την πόλιν.
Τερψίων. Πού ήσο λοιπόν;
Ευκλείδης. Ενώ κατέβαινα εις τον λιμένα απήντησα τον Θεαίτητον, ο οποίος μετεφέρετο από το στρατόπεδον της Κορίνθου εις τας Αθήνας.
Τερψίων. Ζωντανός ή αποθαμένος;
Ευκλείδης. Μόλις έζη ακόμη, διότι ευρίσκεται εις αθλίαν κατάστασιν και από μερικάς πληγάς, περισσότερον όμως τον θερίζει η επιδημία η οποία ενέσκηψε εις το στράτευμα.
Τερψίων. Μήπως είναι η δυσεντερία;
Ευκλείδης. Μάλιστα.
Τερψίων. Κρίμα στον άνθρωπον, ο οποίος διατρέχει κίνδυνον καθώς λέγεις.
Ευκλείδης. Είναι λαμπρός άνθρωπος, καλέ Τερψίων, αφού και αυτήν την φοράν ήκουσα να τον εγκωμιάζουν μερικοί διά την μάχην.
Τερψίων. Αυτό δεν είναι διόλου παράδοξον, αλλά θα ήτο πλέον παράδοξον, αν δεν ήτο τοιούτος. Πώς όμως δεν κατέλυσε εδώ εις τα Μέγαρα;
Ευκλείδης. Εβιάζετο διά την πατρίδα. Άλλως τε και εγώ πολύ τον παρεκάλεσα και τον συνεβούλευσα, αλλά αυτός δεν ήθελε. Και λοιπόν, αφού τον προέπεμψα και επέστρεψα, κατόπιν ενθυμήθην τον Σωκράτην και τον εθαύμασα πόσον προφητικώς ωμίλησε μεταξύ άλλων και περί τούτου. Διότι μου φαίνεται, ότι ολίγον πριν αποθάνη συνήντησεν αυτόν, ενώ ήτο ακόμη παλικαράκι, και αφού τον εσχετίσθη και ωμίλησε μαζί του, εξετίμησε μεγάλως τα φυσικά του προσόντα. Και όταν εγώ επήγα εις τας Αθήνας, μου διηγήθη τους λόγους που συνεζήτησε με αυτόν, οι οποίοι ήσαν πολύ αξιόλογοι, και μου είπε ότι χωρίς άλλο αυτός θα διακριθή όταν φθάση εις ηλικίαν.
Τερψίων. Καθώς φαίνεται, είπε την αλήθειαν. Όμως ποίοι ήσαν εκείνοι οι λόγοι; Σου είναι εύκολον να τους διηγηθής;
Ευκλείδης. Όχι μα τον Δία, τουλάχιστον όχι απ' έξω. Έγραψα όμως αναμνηστικά τότε αμέσως μόλις επέστρεψα εις την πατρίδα, κατόπιν δε οσάκις μου εδίδετο καιρός τους έγραφα, και οσάκις ηρχόμην εις τας Αθήνας, ερωτούσα εκ νέου τον Σωκράτη δι' όσα δεν ενθυμούμην, και επιστρέφων εδώ τους εδιόρθωνα. Ώστε σχεδόν ολόκληρον τον λόγον τον έχω γραμμένον.
Τερψίων. Το γνωρίζω, διότι και άλλοτε μου το είπες. Και σε βεβαιώ ενώ πάντοτε είχα σκοπόν να σε παρακαλέσω να μου τον παρουσίασης, το ανέβαλλες έως τόρα. Τι μας εμποδίζει όμως τόρα να τον διέλθωμεν; Εγώ τουλάχιστον έχω απόλυτον ανάγκην να αναπαυθώ, διότι έρχομαι από τον αγρόν.
Ευκλείδης. Αλλά και εγώ προέπεμψα τον Θεαίτητον έως εις τον Ερινεόν και επομένως έχω και εγώ ανάγκην αναπαύσεως. Λοιπόν ας υπάγωμεν, και ενώ θα ξεκουραζώμεθα θα μας τον αναγινώσκη το παιδί.
Τερψίων. Πολύ ορθά ομιλείς.
Ευκλείδης. Και λοιπόν το βιβλίον, καλέ Τερψίων, είναι τούτο εδώ. Το έγραψα δε κατ' αυτόν τον τρόπον, όχι δηλαδή να μου το διηγήται ο Σωκράτης, καθώς μου το διηγείτο, αλλά να συνομιλή με τα πρόσωπα, με τα οποία μου είπε ότι συνωμίλησε. Αυτοί δε είπε ότι είναι ο γεωμέτρης Θεόδωρος και ο Θεαίτητος. Και λοιπόν ενώ τον έγραφα, διά να μη με δυσκολεύουν αι παρεμβαλλόμεναι μεταξύ των διαφόρων λόγων διηγήσεις, είτε οσάκις λέγει περί του εαυτού του ο Σωκράτης παραδείγματος χάριν «και εγώ απήντησα» ή «και εγώ είπα», είτε περί του αποκρινομένου ότι παρεδέχθη ή «δεν παρεδέχθη», δι' όλα αυτά, τον έγραψα ως να συνομιλή ο ίδιος με αυτούς και αφήρεσα αυτάς τας παρεμβολάς.
Τερψίων. Διόλου δεν έκαμες άσχημα, Ευκλείδη μου.
Ευκλείδης. Εμπρός, παιδί, πάρε το βιβλίον στο χέρι και λέγε.
Σωκράτης. Εάν ενδιεφερόμην περισσότερον δι' όσα συμβαίνουν εις την Κυρήνην, καλέ Θεόδωρε, θα ερωτούσα διά τα εκεί και διά τους κατοίκους της, εάν υπάρχουν εκεί μερικοί νέοι καταγινόμενοι εις την γεωμετρίαν ή εις την άλλην φιλοσοφίαν. Τόρα όμως εγώ εκτιμώ ολιγώτερον εκείνους από τους εδώ, και περισσότερον επιθυμώ να μάθω, ποίοι από τους νέους εις τον τόπον μας δίδουν ελπίδας ότι θα αναδειχθούν. Αυτά λοιπόν και μόνος μου τα εξετάζω όσον μου είναι δυνατόν, και τους άλλους ερωτώ, όσους βλέπω ότι προτιμούν να τους σχετίζωνται οι νέοι. Εσέ δε ωρισμένως σε σχετίζονται όχι ολίγοι και δικαίως. Διότι είσαι άξιος, όχι μόνον διά τα άλλα, αλλά και διά την γεωμετρίαν. Εάν λοιπόν εσχετίσθης κανένα που να αξίζη τον κόπον, πολύ θα με ευχαριστήσης να μου το ειπής.
Θεόδωρος. Και πραγματικώς, Σωκράτη μου, αξίζει τον κόπον και εγώ να σου ειπώ και συ να το ακούσης, τι παλικαράκι εγνώρισα μεταξύ των συμπολιτών σας. Και αν ήτο πολύ ωραίος, θα εφοβούμην πολύ να κάμω λόγον, μήπως με νομίση κανείς ότι του ρίχτηκα. Τόρα όμως — και σε παρακαλώ να με συγχωρής — δεν είναι ωραίος, και σου ομοιάζει πολύ και ως προς την σιμότητα της μύτης και ως προς την προεξοχήν των οφθαλμών. Αυτά όμως τα έχει εις μικρότερον βαθμόν από σε. Επομένως ομιλώ χωρίς να φοβούμαι. Αλλά σε βεβαιώ από όσους εσχετίσθην έως τόρα — και είναι παρά πολλοί οι τοιούτοι — κανένα ακόμη δεν είδα να έχη τόσον πολλά φυσικά χαρίσματα, όσον αυτός. Διότι το να είναι επιδεκτικός μαθήσεως, όσον κανείς άλλος, και πάλιν γλυκύς καθ' υπερβολήν και χωριστά από αυτά ανδρείος περισσότερον από κάθε άλλον, εγώ αυτό ούτε το εφανταζόμην ότι είναι δυνατόν να γίνη, ούτε βλέπω να υπάρχουν πολλοί τοιούτοι. Αλλά όσοι είναι καθώς αυτός ζωηροί και ευφυείς και με καλόν μνημονικόν, συνήθως έχουν και εξάψεις ζωηράς, και σύρονται απερισκέπτως καθώς τα ανερμάτιστα πλοία, και γίνονται περισσότερον εξωφρενικοί παρά ανδρείοι. Όσοι δε πάλιν είναι εμβριθέστεροι, είναι κάπως βραδυκίνητοι εις την μάθησιν και ολονέν λησμονούν. Αυτός όμως τόσον κανονικά και απταίστως και αποτελεσματικώς παρακολουθεί τα μαθήματα και τας συζητήσεις με πολλήν γλυκύτητα εις τους τρόπους, ωσάν να χύνεται λάδι χωρίς κρότον, ώστε απορεί κανείς πώς αυτός, τόσον νέος, τόσον καλά τα καταφέρνει.
Σωκράτης. Καλά νέα μου φέρεις. Αλλά τίνος παιδί είναι αυτός;
Θεόδωρος. Μου είπαν το όνομά του, αλλά το ελησμόνησα. Αλλ' ιδού από αυτούς που μας πλησιάζουν είναι ο μεσαίος. Διότι προ ολίγου πήγαν έξω εις το στάδιον να αλειφθούν έλαιον αυτός και μερικοί φίλοι του, που βλέπεις μαζί του, και τόρα καθώς μου φαίνεται ηλείφθησαν και έρχονται εδώ. Λοιπόν πρόσεξε μήπως τον γνωρίζεις.
Σωκράτης. Τον γνωρίζω. Είναι ο υιός του Ευφρονίου από το Σούνιον. Και πραγματικώς, φίλε μου, ο πατήρ του ήτο καθώς συ μου παρέστησες τούτον, και κατά τα άλλα άνθρωπος καθώς πρέπει, και ο οποίος, σημείωσε, άφησε πολύ μεγάλην περιουσίαν. Όμως το όνομα του νέου αυτού δεν το γνωρίζω.
Θεόδωρος. Το όνομά του, Σωκράτη μου, είναι Θεαίτητος. Αλλά την περιουσίαν νομίζω ότι την κατέστρεψαν κάποιοι επίτροποι. Είναι όμως και εις την ελευθεριότητα διά το χρήμα αξιοθαύμαστος.
Σωκράτης. Μου παριστάνεις ευγενή αυτόν τον άνθρωπον, και σε παρακαλώ, ειπέ του να έλθη να καθίση πλησίον μας.
Θεόδωρος. Αυτό γίνεται. Θεαίτητε, έλα εδώ κοντά εις τον Σωκράτη.
Σωκράτης. Ναι βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διά να μελετήσω και εγώ πάλιν τον εαυτόν μου, τι είδους πρόσωπον έχω. Διότι ο Θεόδωρος λέγει ότι έχω όμοιον με το ιδικόν σου. Αλλ' αν οι δύο μας είχαμεν ο καθείς μίαν λύραν, και μας έλεγε ότι είναι χορδισμέναι ομοίως, φρονείς ότι έπρεπε αμέσως να τον πιστεύσωμεν, ή να εξετάσωμεν αν είναι μουσικός και τα λέγη αυτά;
Θεαίτητος. Έπρεπε να εξετάσωμεν.
Σωκράτης. Και λοιπόν δεν είναι αληθές, ότι, αν εβλέπαμεν ότι είναι μουσικός, θα τον επιστεύαμεν, αν όμως δεν είναι μουσικός, δεν θα επιστεύαμεν;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Τόρα όμως νομίζω, εάν ενδιαφερώμεθα οπωσδήποτε διά την ομοιότητα του προσώπου μας, πρέπει να ερωτήσωμεν αν είναι ζωγραφικός και τα λέγει αυτά, ή μήπως δεν είναι.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Λοιπόν σε ερωτώ, είναι ζωγραφικός ο Θεόδωρος;
Θεαίτητος. Όχι, εξ όσων εγώ τουλάχιστον γνωρίζω.
Σωκράτης. Άραγε δεν είναι ούτε γεωμετρικός;
Θεαίτητος. Αυτό μάλιστα, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Άραγε και αστρονομικός και λογιστής και μουσικός και ό,τι άλλο σχετίζεται με την μόρφωσιν;
Θεαίτητος. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης. Και λοιπόν. Εάν μεν λέγη ότι είμεθα όμοιοι ως προς ένα ή άλλο μέλος του σώματος και μας επαινή ή μας κατακρίνη κάπου, δεν αξίζει τον κόπον να δώσωμεν προσοχήν εις τους λόγους του.
Θεαίτητος. Ίσως όχι.
Σωκράτης. Εάν όμως του ενός από τους δύο μας εγκωμιάζη την ψυχήν ως προς την αρετήν και την σοφίαν, άραγε δεν είναι δίκαιον εκείνος μεν ο οποίος θα ακούση αυτά να είναι πρόθυμος να εξετάση τον εγκωμιασθέντα, αυτός δε πάλιν να παρουσιάση τον εαυτόν του με προθυμίαν;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Είναι καιρός λοιπόν, φίλε μου Θεαίτητε, συ μεν να παρουσιασθής, εγώ δε να σε εξετάσω. Διότι μάθε ότι ο Θεόδωρος έως τόρα και άλλους πάρα πολλούς εγκωμίασε εμπρός μου και ξένους και συμπολίταις, κανένα όμως δεν εγκωμίασε όσον εσέ.
Θεαίτητος. Πολύ καλά, Σωκράτη μου. Πρόσεξε όμως μήπως τα έλεγε αστεϊζόμενος.
Σωκράτης. Δεν είναι τοιούτος ο χαρακτήρ του Θεοδώρου. Λοιπόν μην αθετείς την συμφωνίαν μας με την πρόφασιν ότι τα λέγει αστεϊζόμενος, διά να μην αναγκασθή να το δηλώση. Ώστε με θάρρος μείνε πιστός εις την συμφωνίαν.
Θεαίτητος. Μάλιστα πρέπει να πράξω αυτό, αφού σου αρέσει.
Σωκράτης. Λοιπόν λέγε μου, μήπως μανθάνεις από τον Θεόδωρον κανέν μέρος της γεωμετρίας;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και αστρονομίαν και αρμονίαν και λογιστικήν;
Θεαίτητος. Προσπαθώ οπωσδήποτε.
Σωκράτης. Και εγώ, παιδί μου, προσπαθώ να μάθω και από τούτον και από άλλους, οποιοιδήποτε μου φανούν ότι έχουν κάποιαν ειδικότητα εις αυτά. Και ως προς τα άλλα μεν πηγαίνω αρκετά καλά εις αυτά, έχω όμως μίαν μικράν απορίαν, την οποίαν πρέπει να εξετάσω μαζί με σε και με τους παρευρισκομένους. Λοιπόν λέγε μου σε παρακαλώ, άραγε μάθησις δεν είναι το να γίνη κανείς σοφώτερος εις ό,τι μανθάνει;
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Με σοφίαν δε, νομίζω, είναι σοφοί οι σοφοί.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Μήπως όμως αυτό το πράγμα διαφέρει διόλου από την επιστήμην;
Θεαίτητος. Ποίον;
Σωκράτης. Η σοφία. Ή μήπως εις ό,τι είναι επιστήμονες δεν είναι εις τα ίδια συγχρόνως και σοφοί;
Θεαίτητος. Τι άλλο;
Σωκράτης. Επομένως είναι το ίδιον πράγμα η επιστήμη και η σοφία;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Ακριβώς λοιπόν αυτή είναι η απορία μου, και αυτό δεν ημπορώ να χωνεύσω εις τον νουν μου καλά, τι είναι άραγε η επιστήμη. Λοιπόν μήπως είναι δυνατόν να το ειπή κανείς από ημάς; Τι λέγετε; Ποίος θα το ειπή πρώτος; Και όποιος σφάλη και σφάλη επανειλημμένως, θα τον ονομάσωμεν όνον, καθώς λέγουν τα παιδιά όταν παίζουν σφαίρας. Όποιος δε περάση τους άλλους χωρίς λάθος, θα γίνη βασιλεύς εις ημάς και θα διατάξη να του αποκριθούμεν ό,τι ζητήση. Διατί σιωπάτε; Μήπως, καλέ Θεόδωρε, από την λογομανίαν μου γίνομαι αγενής, επειδή έχω ζήλον να σας παρακινήσω να συζητήτε και να γίνετε μεταξύ σας φίλοι και να ομιλήσθε;
Θεόδωρος. Διόλου μάλιστα, Σωκράτη μου, δεν είναι αγένεια αυτό, αλλ' όμως παρακίνησε κανένα από τους νέους να σου απαντήση. Διότι εγώ μεν είμαι ασυνήθιστος εις αυτήν την διαλεκτικήν, και εξ άλλου δεν το επιτρέπει η ηλικία μου να συνηθίσω, ενώ εις τούτους είναι και πρέπον και είναι δυνατόν να προοδεύσουν πολύ. Διότι πραγματικώς η νεότης εις όλα προοδεύει, ώστε καθώς ήρχισες, μην αφίνης τον Θεαίτητον, άλλα ερώτα αυτόν.
Σωκράτης. Ακούεις λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, τι λέγει ο Θεόδωρος; εις τον οποίον, νομίζω, ούτε συ θα θελήσης να μην υπακούσης, ούτε είναι ορθόν, συ νεώτερος να μην υπακούης εις άνδρα σοφόν εις τοιαύτα ζητήματα, ο οποίος σε διατάσσει. Ώστε ειπέ καλά και ευγενώς, τι νομίζεις ότι είναι η επιστήμη;
Θεαίτητος. Βεβαίως, Σωκράτη μου, αφού συ το απαιτείς είναι ανάγκη να γίνη. Διότι είμαι βέβαιος ότι και αν κάμω κανέν λάθος θα μου το διορθώσετε.
Σωκράτης. Βεβαιότατα, αν είμεθα εις θέσιν.
Θεαίτητος. Λοιπόν εγώ νομίζω, ότι και όσα μανθάνει κανείς από τον Θεόδωρον είναι επιστήμαι, δηλαδή η γεωμετρία και αυτά τα οποία είπες συ προ ολίγου, και πάλιν η υποδηματοποιία και αι τέχναι των άλλων εργατών, και όλαι ομού και εκάστη χωριστά, δεν είναι άλλο τίποτε παρά επιστήμη.
Σωκράτης. Με ευγένειαν, φίλε μου, και με φιλοδωρίαν αν και σου εζητήσαμεν έν, συ μας έδωκες πολλά, και αντί ενός απλού πράγματος συ μας έδωκες ποικιλίαν.
Θεαίτητος. Πώς; Τι εννοείς με τούτο, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Ίσως δεν είναι τίποτε. Όμως θα σου ειπώ τι εννοώ. Όταν λέγης υποδηματοποιίαν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά επιστήμην της κατασκευής υποδημάτων;
Θεαίτητος. Τίποτε άλλο.
Σωκράτης. Και λοιπόν; όταν λέγης ξυλουργικήν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά την επιστήμην κατασκευής ξυλίνων επίπλων!
Θεαίτητος. Ούτε τότε.
Σωκράτης. Λοιπόν και εις τα δύο αυτά άραγε δεν ορίζεις το πράγμα μόνον, του οποίου είναι επιστήμη κάθε μία;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά, καλέ Θεαίτητε, η ερώτησις δεν ήτο αυτή, δηλαδή τι παράγει η επιστήμη; ουδέ πόσαι είναι αι επιστήμαι, διότι δεν ερωτήσαμεν με σκοπόν να τας μετρήσωμεν, αλλά απλώς ηθελήσαμεν να μάθωμεν τι πράγμα είναι η ιδία η επιστήμη. Ή μήπως δεν εκφράζομαι καλώς;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν λάβε υπ' όψιν σου και το εξής· Εάν κανείς μας ερωτήση διά κανέν από τα μηδαμινά και πρόχειρα πράγματα, παραδείγματος χάριν διά την λάσπην, τι πράγμα είναι, και ημείς του απαντήσωμεν, ότι είναι η λάσπη των αγγειοπλαστών, η λάσπη των κοροπλαστών και η λάσπη των πλινθοποιών, δεν θα φανώμεν γελοίοι;
Θεαίτητος. Ίσως.
Σωκράτης. Πρώτον βεβαίως, διότι νομίζομεν, ότι μας ενόησεν αυτός ο οποίος ερώτησε από την απάντησίν μας, όταν του είπαμεν η λάσπη, και επροσθέσαμεν είτε η λάσπη των κοροπλαστών είτε η λάσπη άλλων οποιωνδήποτε εργατών. Ή μήπως φρονείς ότι εννοεί ο άλλος ένα όνομα, όταν δεν γνωρίζη την σημασίαν του;
Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν εννοεί ούτε την επιστήμην των υποδημάτων, όστις δεν γνωρίζει τι είναι επιστήμη.
Θεαίτητος. Όχι βέβαια.
Σωκράτης. Επομένως δεν εννοεί την υποδηματοποιίαν ούτε καμμίαν άλλην τέχνην, όστις δεν γνωρίζει τι είναι επιστήμη.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Επομένως είναι γελοία η απάντησις από εκείνον όστις ερωτήθη τι είναι επιστήμη, εάν απαντήση ένα όνομα μιας τέχνης, διότι απαντά τι παράγει η επιστήμη, ενώ δεν το ερωτήσαμεν αυτό.
Θεαίτητος. Φαίνεται.
Σωκράτης. Και έπειτα βεβαίως ήτο δυνατόν να απαντήση με το τίποτε και συντόμως, και όμως εκείνος διέτρεξε ένα απέραντον δρόμον. Παραδείγματος χάριν ακόμη και εις την ερώτησιν της λάσπης ήτο δυνατόν να δώση μίαν πρόχειρον και απλήν απάντησιν, ότι το χώμα όταν αναμιχθη με το νερόν γίνεται λάσπη, και να αφήση κατά μέρος τι είδους λάσπη.
Θεαίτητος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, τόρα, καθώς το είπες, φαίνεται ευκολώτερον. Μου φαίνεται όμως ότι ερωτάς πράγμα, το οποίον και μόνοι μας ημείς το εσκέφθημεν προ ολίγου συνομιλούντες, εγώ και ο συνονόματός σου Σωκράτης απ' εδώ.
Σωκράτης. Τι πράγμα, καλέ Θεαίτητε;
Θεαίτητος. Ο Θεόδωρος απ' εδώ μας εσχεδίασε γεωμετρικά σχήματα διά τας ρίζας των αριθμών καθώς την ρίζαν του αριθμού 3 και την ρίζαν του 5, και απεδείκνυε ότι δεν είναι σύμμετροι με την ρίζαν του 1. Και επροχώρησε κατ' αυτόν τον τρόπον εις την ρίζαν εκάστου αριθμού έως εις τον 17. Εις αυτήν όμως κάπως εσταμάτησε. Τότε λοιπόν ημείς εσκέφθημεν ότι πρέπει, αφού αι ρίζαι εφαίνοντο άπειροι κατά τον αριθμόν, να δοκιμάσωμεν να τας συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα, με το οποίον να ονομάζωμεν όλας αυτάς τας δυνάμεις.
Σωκράτης. Αι λοιπόν ευρήκατε κανέν όνομα;
Θεαίτητος. Νομίζω ότι ευρήκαμεν. Πρόσεξε όμως και συ.
Σωκράτης. Λέγε.
Θεαίτητος. Διαιρέσαμεν εις δύο πάντα αριθμόν και όστις μεν είναι δυνατόν να δώση ίσα επί ίσα τον παρωμοιάσαμεν κατά τα σχήμα προς τετράγωνον και τον ωνομάσαμεν τετράγωνον και ισόπλευρον.
Σωκράτης. Πολύ καλά εκάματε.
Θεαίτητος. Και λοιπόν τους διαμέσους αριθμούς καθώς είναι το 3 και το 5 και κάθε αριθμός, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να δώση ίσα επί ίσα, αλλά δίδει ή περισσότερα επί ολιγώτερα ή ολιγώτερα επί περισσότερα και τον περιλαμβάνει μία πλευρά μεγαλητέρα και μία μικροτέρα, αυτόν πάλιν τον παρωμοιάσαμεν κατά το σχήμα με προμήκη και τον ωνομάσαμεν προμήκη αριθμόν.
Σωκράτης. Πολύ καλά. Αλλά κατόπιν τι εκάματε;
Θεαίτητος. Όσαι μεν γραμμαί τετραγωνίζουν τον ισόπλευρον και ισόπεδον αριθμόν τας ωνομάσαμεν μήκος, όσαι δε τετραγωνίζουν τον προμήκη αριθμόν, τας ωνομάσαμεν ρίζας, επειδή κατά το μήκος δεν είναι σύμμετροι με εκείνας τας γραμμάς, αλλά μόνον με τα εμβαδά, τα οποία σχηματίζουν. Το ίδιον εκάμαμεν και διά τα στερεά.
Σωκράτης. Πολύ περίφημα εκάματε, παιδιά μου. Ώστε μου φαίνεται ότι ο Θεόδωρος δεν θα ενοχοποιηθή ως ψευδομάρτυς.
Θεαίτητος. Και όμως, καλέ Σωκράτη, εις αυτό το οποίον ερωτάς περί της επιστήμης δεν θα ημπορέσω να απαντήσω καθώς απήντησα περί μήκους και περί ρίζης. Μολονότι μου φαίνεται ότι ζητείς ένα παρόμοιον πράγμα. Ώστε τόρα πάλιν αποδεικνύεται ψεύτης ο Θεόδωρος.
Σωκράτης. Και πώς; εάν σε επαινούσε διά την ταχύτητά σου και έλεγε, ότι δεν είδε έως τόρα άλλον τόσον ταχύν μεταξύ των νέων, έπειτα όμως συ έτυχε να νικηθής εις τον δρόμον από ένα ακμαίον και τάχιστον, νομίζεις ότι ολιγώτερον είναι αληθείς οι έπαινοι τούτου;
Θεαίτητος. Όχι.
Σωκράτης. Μήπως όμως νομίζεις ότι είναι μικρόν πράγμα να εύρης τι είναι επιστήμη, καθώς προ ολίγου ελέγαμεν, και όχι έν από τα υψηλότερα;
Θεαίτητος. Μα τον Δία εγώ τουλάχιστον το νομίζω έν από τα υψηλότερα.
Σωκράτης. Λοιπόν μην αποθαρρύνεσαι και πίστευε ότι λέγεις κάτι τι σπουδαίον, προσπάθησε όμως με κάθε τρόπον να μας ειπής και περί των άλλων και περί της επιστήμης, τι πράγμα είναι.
Θεαίτητος. Όσον διά προθυμίαν, καλέ Σωκράτη, δεν θα μείνω οπίσω.
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν. Και σε βεβαιώ καλά είχες αρχίσει προ ολίγου. Δοκίμασε να μιμηθής την απάντησιν, την οποίαν έδωκες περί ριζών, καθώς αυτάς ενώ είναι πολλαί τας περιέλαβες ως μίαν κατηγορίαν, ομοίως προσπάθησε να χαρακτηρίσης με μίαν λέξιν τας πολλάς επιστήμας.
Θεαίτητος. Σε βεβαιώ, Σωκράτη μου, πολλάκις εδοκίμασα να το εξετάσω αυτό, οσάκις ήκουα να διαδίδουν τας ερωτήσεις, τας οποίας συνηθίζεις συ να προβάλλης. Αλλά ούτε μόνος μου ημπορώ να πείσω τον εαυτόν μου, ότι ευρήκα ικανοποιητικήν απάντησιν, ούτε ήκουσα κανένα άλλον να ομιλή καθώς προτρέπεις συ. Και μολαταύτα όμως δεν θα αποφύγω να προσπαθήσω,
Σωκράτης. Βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διότι συ δεν είσαι κούφος, αλλά κάτι θα γεννήση το μυαλό σου.
Θεαίτητος. Δεν ηξεύρω τι να ειπώ, Σωκράτη μου. Σου λέγω όμως αυτό, το οποίον συμβαίνει.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, κακομοίρη μου, δεν έμαθες ότι εγώ είμαι υιός μαίας πολύ ικανής και σοβαράς, δηλαδή της Φαιναρέτης;
Θεαίτητος. Αυτό μάλιστα το ήκουσα.
Σωκράτης. Άραγε και ότι εξασκώ το ίδιον επάγγελμα με εκείνην, το ήκουσες και αυτό;
Θεαίτητος. Διόλου δεν το ήκουσα.
Σωκράτης. Αι λοιπόν γνώριζέ το από εμέ. Αλλά μην τύχη και με καταδώσης εις άλλους. Διότι εγώ, καλέ φίλε, το έχω μυστικά αυτό το επάγγελμα. Αυτοί δε επειδή δεν το γνωρίζουν δεν διαδίδουν περί εμού αυτήν την είδησιν, αλλά λέγουν ότι είμαι πολύ ακατανόητος και κάμνω τους ανθρώπους να απορούν. Αί το ήκουσες και αυτό;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Θέλεις να σου ειπώ ποία είναι η αιτία;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν σκέψου όλην την υπόθεσιν μιας μαίας, και τότε ευκολώτερον θα εννοήσης τι θέλω να ειπώ. Θα γνωρίζεις δηλαδή ότι καμμία από αυτάς δεν ξεγεννά άλλας ενόσω η ιδία εγκυμονεί και γεννά, αλλά αφού πλέον δεν έχει ικανότητα να γεννήση.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Αιτία δε τούτου λέγουν ότι είναι η Άρτεμις, η οποία ενώ δεν γίνεται λεχόνα έλαβε υπό την προστασίαν της τας λεχόνας. Και λοιπόν εις μεν τας στείρας δεν επέτρεψε να εξασκούν την μαιευτικήν, διότι η ανθρωπίνη φύσις δεν έχει την δύναμιν να εξασκή την τέχνην εκείνων, τα οποία δεν εδοκίμασε. Και μόνον εις τας μη γεννώσας ένεκα της περασμένης ηλικίας επέβαλε το επάγγελμα τούτο διά να τας τιμήση ένεκα της ομοιότητος προς αυτήν.
Θεαίτητος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν σου φαίνεται ότι και τούτο είναι επόμενον και μάλιστα λογικόν, ότι δηλαδή όσαι κυοφορούν και όσαι δεν κυοφορούν ευκολώτερον γνωρίζονται από τας μαίας παρά από τας άλλας;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Εκτός τούτου αι μαίαι δίδουν κάτι μικρά ιατρικά και κάμνουν και μερικά διαβάσματα, ώστε κατορθόνουν να προκαλέσουν τους πόνους και να τους καταστήσουν μαλακωτέρους αν θέλουν, και να γεννήσουν όσαι έχουν δυστοκίαν, και αν κριθή αναγκαίον να εκτρώσουν το έμβρυον, κάμνουν την έκτρωσιν.
Θεαίτητος. Αυτά είναι γνωστά.
Σωκράτης. Αλλ' όμως άραγε έμαθες και το εξής περί αυτών· ότι και προξενήτριαι είναι πολύ επιτήδειαι, διότι είναι εμπειρόταται εις το να διακρίνουν ποία πρέπει να συζήση με τον δείνα άνδρα διά να αποκτήση όσον είναι δυνατόν καλλίτερα παιδιά;
Θεαίτητος. Αυτό δεν το γνωρίζω τόσον καλά.
Σωκράτης. Και όμως μάθε ότι περισσότερον δι' αυτό υπερηφανεύονται παρά διά την ομφαλοτομίαν. Κάμε δε την εξής σκέψιν. Νομίζεις ότι είναι η ιδία τέχνη ή διαφορετική, το να τρυγήσωμεν τους καρπούς από την γην και πάλιν το να γνωρίζωμεν εις ποίον χώμα πρέπει να φυτεύσωμεν το δείνα φυτόν και τον δείνα σπόρον;
Θεαίτητος. Όχι, αλλά η ιδία τέχνη είναι.
Σωκράτης. Ως προς την γυναίκα όμως, φίλε μου, άλλη μεν νομίζεις ότι είναι η τέχνη αυτής της διαγνώσεως και άλλη του τρύγου.
Θεαίτητος. Δεν φαίνεται να είναι άλλη.
Σωκράτης. Βέβαια όχι. Αλλά επειδή απέτυχε πολλάκις η ένωσις ενός ανδρός με μίαν γυναίκα, εις το οποίον αποδίδεται το όνομα της μαστροπείας, αποφεύγουν αι μαίαι την προξενείαν, διότι είναι σεμναί και φοβούνται μήπως εξ αιτίας αυτής αποκτήσουν εκείνην την δυσφημίαν. Αλλέως όμως μόνον αι αληθιναί μαίαι είναι επόμενον και να προξενεύουν ορθώς.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Λοιπόν το μεν έργον των μαιών αυτά τα κατορθώματα έχει, είναι όμως κατώτερον από το ιδικόν μου. Διότι εις τας γυναίκας, δεν προστίθεται και η δυσκολία, άλλοτε μεν να γεννούν φανταστικά και άλλοτε αληθινά, και τούτο να μη είναι εύκολον να το διακρίνη κανείς. Διότι, αν επροστίθετο και τούτο, τότε το ανώτερον και το καλλίτερον έργον διά τας μαίας θα ήτο να κρίνουν ποίον είναι αληθινόν και ποίον δεν είναι. Ή μήπως δεν το παραδέχεσαι;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Εις την ιδικήν μου όμως μαιευτικήν, όλα μεν τα άλλα υπάρχουν καθώς και εις εκείνας, η διαφορά όμως είναι ότι ξεγεννώ άνδρας και όχι γυναίκας και ότι επιβλέπω να γεννήσουν αι ψυχαί των και όχι τα σώματά των. Είναι δε πολύ σπουδαίον τούτο εις την τέχνην μας, δηλαδή η ικανότης εις το να εξακριβώσωμεν διά παντός μέσου, άραγε φάντασμα και ψευδές γεννά ο νους του νέου ή πραγματικόν και αληθές. Άλλως και εγώ έχω το ίδιον με τας μαίας, ότι δηλαδή είμαι άγονος, και αυτό το οποίον πολλοί με ωνείδισαν έως τόρα, ότι δηλαδή τους μεν άλλους ερωτώ, ο ίδιος όμως δεν δίδω καμμίαν απάντησιν, διότι δεν έχω να δώσω σοφήν απάντησιν, και τούτο ακόμη είναι αληθές. Αιτία δε αυτού του πράγματος είναι η εξής. Ο θεός μου επέβαλε μόνον να ξεγεννώ, όχι όμως και να γεννώ. Δι' αυτό λοιπόν ο ίδιος μεν δεν είμαι πολύ σοφός, ουδέ έχω να αναφέρω καμμίαν ανακάλυψιν, η οποία να είναι έργον της ιδικής μου ψυχής. Όσοι όμως με σχετίζονται εις την αρχήν φαίνονται αμαθείς, μερικοί μάλιστα φαίνονται πολύ αμαθείς, όλοι όμως, όσον προχωρεί η σχέσις μας και αν τους επιτρέψη ο θεός, προοδεύουν εις θαυμάσιον βαθμόν καθώς κρίνουν και οι ίδιοι και ο άλλος κόσμος. Αν και είναι ολοφάνερον ότι από εμέ ποτέ δεν εδιδάχθησαν τίποτε, αλλά οι ίδιοι από τον εαυτόν των ανεκάλυψαν και συγκρατούν πολλάς και καλάς ιδέας. Όσον όμως διά το ξεγέννημα πρωτουργός είναι ο θεός και εγώ. Τούτο αποδεικνύεται από το εξής. Πολλοί έως τόρα δεν το εγνώριζαν τούτο και απέδιδαν εις τον εαυτόν των την αιτίαν της προόδου των, δι' αυτό με επεριφρόνησαν εμέ, ή εξ ιδίων, ή αφού κατεπείσθησαν από άλλους, και με εχωρίσθησαν, πολύ πριν έλθη η κατάλληλος στιγμή, και τότε πλέον όλα τα άλλα πνευματικά των προϊόντα έγιναν εξαμβλώματα ένεκα των κακών των σχέσεων, και όσα είχα ξεγεννήσει εγώ τα ανέθρεψαν κακώς και κατεστράφησαν, εις το τέλος δε απεδείχθησαν αμαθείς και εις τον εαυτόν των και εις τους άλλους. Είς από αυτούς είναι και ο Αριστείδης Λυσιμάχου και πολλοί άλλοι. Από τούτους όμως, όταν έλθουν πάλιν εις εμέ και με παρακαλούν να γίνουν και αυτοί συνομιληταί μου μεταχειριζόμενοι υπερβολικήν επιμονήν, μερικούς μεν με εμποδίζει το δαιμόνιόν μου να τους σχετίζωμαι, μερικούς όμως μου το επιτρέπει και τότε πάλιν αυτοί κάμνουν προόδους. Και λοιπόν όσοι με σχετίζονται παθαίνουν και το εξής, καθώς αι γεννώσαι γυναίκες. Δηλαδή έχουν πόνους και στενοχωρίας ημέραν και νύκτα πολύ περισσότερον από εκείνας. Αυτούς όμως τους πόνους γνωρίζει να τους καταπαύη η ιδική μου τέχνη. Και όσον μεν δι' αυτούς, αυτό κάμνω. Ενίοτε όμως, φίλε Θεαίτητε, όσοι μου φανούν ότι δεν έχουν τίποτε να γεννήσουν, αφού αντιληφθώ ότι δεν έχουν διόλου την ανάγκην μου, εγώ πολύ προθύμως τους συνιστώ εις άλλους και, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά μαντεύω ποίους πρέπει να σχετισθούν διά να ωφεληθούν. Από αυτούς πάρα πολλούς συνέστησα εις τον Πρόδικον, και αρκετούς εις άλλους σοφούς και θαυμασίους ανθρώπους. Αυτά λοιπόν, καλέ μου φίλε, τα εμάκρυνα ολίγον, διότι σε υποπτεύομαι καθώς και μόνος σου φρονείς, ότι έχεις πόνους και θα γεννήσης κάτι τι. Λοιπόν εμπιστεύσου εις εμέ ως υιόν της μαίας και έμπειρον της μαιευτικής, και προσπάθησε όσον σου είναι δυνατόν να απαντήσης εις όσα θα σ' ερωτήσω. Και αν εγώ, εννοείται, παρατηρών όσα λέγεις, εύρω κανέν ότι είναι φάντασμα και όχι αληθινόν, και επομένως το αποσπάσω και το αφήσω κατά μέρος, μη μου αγριεύεις καθώς κάμνουν διά τα παιδιά των αι πρωτότοκοι γυναίκες. Διότι έως τόρα, λαμπρέ μου άνθρωπε, μου έδειξαν τοιαύτας διαθέσεις, ώστε, σε βεβαιώ, ήσαν έτοιμοι να με δαγκάσουν, καθ' ην στιγμήν αποσπώ από την ψυχήν των καμμίαν φλυαρίαν, και νομίζουν ότι αυτό εγώ δεν το κάμνω διά το καλόν των. Διότι είναι πολύ μακράν διά να εννοήσουν ότι κανείς θεός δεν θέλει το κακόν των ανθρώπων, και ούτε και εγώ κάμνω με κακήν πρόθεσιν κανέν από αυτά, αλλά διότι δεν μου είναι συγχωρημένον να επιτρέψω να υπάρχη το ψεύδος και να εξαφανίσω την αλήθειαν, ώστε προσπάθησε πάλιν από την αρχήν, καλέ Θεαίτητε, να ειπής τι είναι επιστήμη. Και ποτέ να μην ειπής ότι δεν είσαι ικανός. Διότι, εάν θέλη ο θεός και αν συ δείξης ανδρισμόν, θα φανής ικανός.
Θεαίτητος. Και βέβαια, Σωκράτη μου, αφού συ τόσον πολύ με προτρέπεις, είναι εντροπή μου να μη προσπαθήσω με κάθε τρόπον να ειπώ ό,τι μου είναι δυνατόν. Λοιπόν μου φαίνεται ότι, όστις γνωρίζει επιστημονικώς κάτι τι, αισθάνεται αυτό το οποίον γνωρίζει, και καθώς τουλάχιστον μου φαίνεται αυτήν την στιγμήν, η επιστήμη δεν είναι τίποτε άλλο παρά αίσθησις.
Σωκράτης. Πολύ καλά και με γενναιότητα το είπες, παιδί μου. Και βέβαια έτσι πρέπει να εκφράζης την γνώμην σου. Τόρα όμως ας το εξετάσωμεν αυτό οι δύο μαζί, άραγε είναι γόνιμον ή ανύπαρκτον. Λέγεις ότι η αίσθησις είναι επιστήμη;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Πραγματικώς αυτός ο ορισμός της επιστήμης, τον οποίον είπες, σχεδόν δεν είναι περιφρονητέος, αλλά είναι ο ίδιος με εκείνον τον οποίον έλεγε ο Πρωταγόρας. Διότι αυτός λέγει ότι ο πήχυς που μετρά όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος, διά να ευρίσκη ότι τα υπάρχοντα υπάρχουν, και τα μη υπάρχοντα δεν υπάρχουν. Μήπως το ανέγνωσες αυτό πουθενά;
Θεαίτητος. Το ανέγνωσα μάλιστα πολλές φορές.
Σωκράτης. Άραγε λοιπόν δεν εννοεί επάνω κάτω ότι, όπως φαίνεται εις εμέ το κάθε πράγμα, τοιούτον είναι δι' εμέ, και όπως εις εσέ τοιούτον διά σε πάλιν, είσαι δε άνθρωπος και συ καθώς και εγώ;
Θεαίτητος. Μάλιστα αυτό φαίνεται ότι εννοεί.
Σωκράτης. Και είναι βεβαίως ορθόν να δεχθώμεν ότι, αφού είναι σοφός αυτός ο άνθρωπος, δεν λέγει φλυαρίας. Και λοιπόν ας τον παρακολουθήσωμεν. Άραγε ενίοτε, όταν φυσά άνεμος, δεν συμβαίνει την ιδίαν στιγμήν άλλος μεν να κρυόνη, άλλος όμως να μη κρυόνη; και πάλιν άλλος μεν να κρυόνη ολίγον, άλλος δε πάρα πολύ;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Τι φρονείς λοιπόν, τον άνεμον εκείνον καθ' εαυτόν πρέπει να τον ονομάσωμεν ψυχρόν, ή όχι ψυχρόν; ή θα δεχθώμεν την γνώμην του Πρωταγόρα, ότι δι' εκείνον μεν ο οποίος κρυόνει είναι ψυχρός, δι' εκείνον όμως ο οποίος δεν κρυόνει δεν είναι ψυχρός;
Θεαίτητος. Αυτό φρονώ.
Σωκράτης. Δεν θα δεχθώμεν ακόμη ότι και φαίνεται κατ' αυτόν τον τρόπον εις έκαστον από αυτούς τους δύο;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αυτό δε το φαίνεται δεν σημαίνει ότι τον αισθάνεται;
Θεαίτητος. Βεβαίως αυτό σημαίνει.
Σωκράτης. Η φαινομενικότης λοιπόν και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα και ως προς τα θερμά και ως προς όλα τα παρόμοια. Διότι, όπως τα αισθάνεται έκαστος, τοιαύτα είναι σχεδόν αυτά εις έκαστον.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Η αίσθησις λοιπόν αναφέρεται πάντοτε εις το υπάρχον και δεν είναι ψευδής.
Θεαίτητος. Φαίνεται.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν μα τας Χάριτας θα ήτο σχεδόν πάνσοφος ο Πρωταγόρας και εις ημάς μεν τον κοινόν λαόν είπε αυτό αινιγματωδώς, εις τους μαθητάς του όμως έλεγε υπό εχεμύθειαν την αλήθειαν.
Θεαίτητος. Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Εγώ θα σου δώσω μίαν εξήγησιν, η οποία είναι σπουδαία. Ότι δηλαδή κανέν πράγμα δεν είναι έν και το αυτό, και ούτε είναι δυνατόν να δώσης ορθόν όνομα εις οποιονδήποτε πράγμα, αλλά αν μεν το ονομάσης μέγα, θα φανή συγχρόνως και μικρόν, και αν πάλιν το ονομάσης βαρύ, θα φανή και ελαφρόν, και όλα εν γένει ομοίως, διότι κανέν πράγμα δεν είναι έν, ούτε έχει μίαν ωρισμένην, ή άλλην οποιανδήποτε ποιότητα. Αλλά από την μεταφοράν και την κίνησιν και την ανάμιξιν του ενός προς το άλλο γίνονται όλα, όσα λέγομεν ότι δήθεν υπάρχουν. Και όμως δεν τα ονομάζομεν ορθώς, διότι κανέν δεν υπάρχει ποτέ, αλλά πάντοτε γίνεται. Και ως προς τούτο όλοι οι σοφοί κατά σειράν εκτός του Παρμενίδου συμφωνούν, καθώς είναι ο Πρωταγόρας και ο Ηράκλειτος και ο Εμπεδοκλής και από τους ποιητάς οι κορυφαίοι των δύο ειδών της ποιήσεως, ήτοι ο Επίχαρμος από το μέρος της κωμωδίας και ο Όμηρος από το μέρος της τραγωδίας, ο οποίος είπε:
&Ο Ωκεανός εγέννησε θεούς και η γραία Τηθύς.&
Και τα πάντα εθεώρησε ως γεννηθέντα από την ροήν και κίνησιν. Ή νομίζεις ότι δεν είναι αυτό;
Θεαίτητος. Αυτό νομίζω.
Σωκράτης. Ποίος λοιπόν ημπορεί να εναντιωθή εις τόσον μέγα στρατόπεδον με αρχιστράτηγον τον Όμηρον χωρίς να γίνη γελοίος;
Θεαίτητος. Δεν είναι εύκολον αυτό, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Βέβαια δεν είναι, καλέ Θεαίτητε. Άλλως τε και τα εξής αποτελούν ισχυρούς λόγους, ότι δηλαδή εκείνο το οποίον είναι και γίνεται το δίδει η κίνησις, εκείνο δε το οποίον δεν είναι και χάνεται το δίδει η ηρεμία. Διότι και αυτό το ίδιον το θερμόν και το πυρ, το οποίον μάλιστα γεννά και επιτηρεί και τα άλλα, γεννάται από την κίνησιν και την τριβήν, αυτά δε τα δύο είναι κινήσεις. Ή μήπως από αυτά δεν παράγεται το πυρ;
Θεαίτητος. Βεβαίως από αυτά.
Σωκράτης. Αλλά και το γένος των ζώων από αυτά τα ίδια παράγεται.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Και πάλιν τι φρονείς; η υγεία των σωμάτων δεν φθείρεται από την ακινησίαν και αργίαν, ενώ από την γυμναστικήν και την κίνησιν ως επί το πλείστον διατηρείται;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά τόρα άραγε η υγιής κατάστασις της ψυχής δεν είναι αληθές ότι από την μάθησιν και την σπουδήν, αι οποίαι είναι κινήσεις, λαμβάνει μαθήματα και διατηρείται και γίνεται καλλιτέρα, ενώ από την ησυχίαν, οποία είναι η έλλειψις σπουδής και αμάθεια, δεν μανθάνει τίποτε και περιπλέον λησμονεί όσα έμαθε;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Η κίνησις λοιπόν δεν είναι το ωφέλιμον και ως προς την ψυχήν και ως προς το σώμα, το δε άλλο όλως το αντίθετον;
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Θέλεις να σου αναφέρω ακόμη και την νηνεμίαν και την γαλήνην, διά να ιδής ότι αι μεν ακινησίαι φέρουν σήψιν και καταστροφήν, ενώ τα αντίθετα είναι σωτήρια; Και τόρα θέτω την κορωνίδα εις τας αποδείξεις μου ότι ο Όμηρος (2), όταν λέγη χρυσήν σειράν, δεν εννοεί άλλο παρά τον ήλιον, και εξηγεί ότι, εφ' όσον υπάρχει αυτή η περιφορά του ηλίου, όλα τα πράγματα υπάρχουν και διατηρούνται μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, εάν όμως αυτός σταματήση, ως να είναι δεμένος, όλα τα πράγματα θα καταστραφούν και θα γίνουν όλα, καθώς λέγομεν συνήθως, άνω κάτω.
Θεαίτητος. Το κατ' εμέ, καλέ Σωκράτη, νομίζω ότι αυτό εννοούν αυτά τα οποία λέγει.
Σωκράτης. Λοιπόν, καλέ μου φίλε, δέξου το εξής. Πρώτον ως προς τους οφθαλμούς, ότι αυτό το οποίον ονομάζεις χρώμα λευκόν δεν είναι κανέν πράγμα το οποίον υφίσταται έξω από τους οφθαλμούς σου, ούτε μέσα εις αυτούς, ούτε πρέπει να προσδιορίσης δι' αυτό ιδιαίτερον τόπον, διότι τότε πλέον θα είχε ωρισμένην θέσιν και θα έμενε σταθερόν, και δεν θα ευρίσκετο εις τον δρόμον της γεννήσεως.
Θεαίτητος. Πώς όμως;
Σωκράτης. Ας ακολουθήσωμεν την προηγουμένην αρχήν παραδεχόμενοι ότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα μόνον του ως έν. Και τότε θα εννοήσωμεν ότι το μαύρον και το λευκόν και οποιονδήποτε άλλο χρώμα εσχηματίσθη από την προσβολήν των οφθαλμών εις την σχετικήν κίνησιν, και επομένως παν ό,τι ονομάζομεν ιδιαίτερον χρώμα δεν είναι ούτε αυτό το οποίον προσβάλλει, ούτε αυτό το οποίον προσβάλλεται, αλλά κάτι τι εις το μέσον και ιδιαίτερον δι' ένα έκαστον από ημάς. Ή μήπως συ θα διισχυρισθής ότι όπως φαίνεται εις σε έκαστον χρώμα, το ίδιον φαίνεται και εις τον σκύλλον και εις οποιονδήποτε άλλο ζώον;
Θεαίτητος. Όχι, μα τον Δία.
Σωκράτης. Και λοιπόν; άραγε εις άλλον άνθρωπον φαίνεται έν οποιονδήποτε πράγμα όμοιον όπως εις σε; Επιμένεις πολύ εις αυτό; ή παραδέχεσαι μάλλον ότι ουδέ εις τον ίδιον εαυτόν σου δεν φαίνεται όμοιον, διότι ποτέ δεν είσαι όμοιος με τον εαυτόν σου;
Θεαίτητος. Μάλλον παραδέχομαι το δεύτερον παρά το πρώτον.
Σωκράτης. Διότι, εάν εκείνο το οποίον μετρούμεν, ή το οποίον απτόμεθα, ήτο μέγα, ή λευκόν, ή θερμόν, δεν ήτο δυνατόν να γίνη διαφορετικόν όταν συμπέση με άλλο, αφού αυτό το ίδιον δεν μεταβάλλεται. Εάν δε πάλιν το μετρούμενον αυτό ή το εφαπτόμενον είχε μίαν από αυτάς τας ιδιότητας, δεν ήτο δυνατόν να μεταβληθή αυτό το ίδιον, όταν το πλησιάση κανέν άλλο, ή πάθη τίποτε αυτό το οποίον το πλησιάζει, χωρίς να πάθη αυτό το ίδιον. Αλλέως, φίλε μου, είμεθα αναγκασμένοι να υποχωρούμεν ευκόλως και να παραδεχώμεθα παράδοξα και γελοία πράγματα, καθώς θα έλεγε ο Πρωταγόρας και πας όστις προσπαθεί να ειπή τα ίδια με εκείνον.
Θεαίτητος. Πώς δηλαδή και ποία είναι αυτά;
Σωκράτης. Λάβε ένα μικρόν παράδειγμα και αμέσως θα τα εννοήσης όλα. Έχομεν καθ' υπόθεσιν έξ αστραγάλους. Εάν θέσης απέναντι των τέσσαρας, λέγομεν ότι εκείνοι είναι περισσότεροι από τούτους τους τέσσαρας και μάλιστα μιάμιση φοράν, εάν όμως θέσης απέναντι των δώδεκα, λέγομεν ότι είναι ολιγώτεροι και μάλιστα οι μισοί. Και δεν δεχόμεθα εις αυτό καμμίαν αντίρρησιν. Ή μήπως συ δέχεσαι;
Θεαίτητος. Δεν δέχομαι.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Αν σε ερωτήση ο Πρωταγόρας ή άλλος κανείς, καλέ Θεαίτητε, είναι δυνατόν ένα πράγμα με άλλον τρόπον να γίνη μεγαλείτερον ή περισσότερον παρά διά της αυξήσεως; Τι θα απαντήσης;
Θεαίτητος. Σωκράτη μου, εάν μεν απαντήσω συμφώνως προς την τελευταίαν αυτήν ερώτησιν, θα ειπώ ότι δεν είναι δυνατόν. Εάν όμως απαντήσω συμφώνως προς την προηγουμένην, θα ειπώ ότι είναι δυνατόν, διότι θα προσέχω μήπως περιέλθω εις αντίφασιν.
Σωκράτης. Μα την Ήραν πολύ καλά θα απαντήσης και σαν θεός. Με την διαφοράν, καθώς φαίνεται, ότι αν απαντήσης ότι είναι δυνατόν, θα συμβή εκείνο το οποίον λέγει ο Ευριπίδης. Δηλαδή η μεν γλώσσα μας δεν θα αποδειχθή ψευδής, θα αποδειχθή όμως ψευδής ο νους μας.
Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης. Και λοιπόν, αν εγώ και συ ήμεθα δεινοί και σοφοί, από εκείνους οι οποίοι εξήτασαν όλα τα βάθη της σκέψεως, θα είχαμεν καιρόν τόρα πλέον να δοκιμάζωμεν ο είς τον άλλον, συναντώμενοι ως σοφισταί εις μίαν τοιαύτην μάχην, καθ' ην να προσβάλλωμεν ο είς τους λόγους του άλλου. Τόρα όμως, επειδή είμεθα αμαθείς, πρέπει βεβαίως πρώτον να τα εξετάσωμεν μόνα των αυτά τα οποία έχομεν εις τον νουν μας, αν είναι σύμφωνα μεταξύ των, ή μήπως δεν είναι διόλου σύμφωνα.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα αυτό επιθυμώ και εγώ.
Σωκράτης. Και εγώ βεβαίως. Τότε λοιπόν, αφού είναι έτσι, δεν είναι καλόν με την ησυχίαν μας, αφού έχομεν πολύν καιρόν εις την διάθεσίν μας, να τα εξετάσωμεν και πάλιν από την αρχήν, χωρίς να θυμόνωμεν, αλλά πραγματικώς ερευνώντες τον εαυτόν μας, δηλαδή τι είναι άραγε αυτά τα φαντάσματα που έχομεν εις την ψυχήν μας; Και πρώτον, καθώς νομίζω θα δεχθώμεν, όταν τα εξετάζωμεν, ότι ποτέ κανέν πράγμα δεν γίνεται μεγαλείτερον ούτε μικρότερον ούτε κατά τον όγκον ούτε κατά τον αριθμόν, εν όσω μένει ίσον προς τον ίδιον εαυτόν του. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Δεύτερον θα δεχθώμεν βεβαίως, ότι εκείνο εις το οποίον δεν προστίθεται και δεν αφαιρείται τίποτε, ούτε αυξάνει ποτέ ούτε ελαττόνεται, αλλά είναι πάντοτε ίσον.
Θεαίτητος. Είμαι εντελώς σύμφωνος.
Σωκράτης. Άραγε δεν θα δεχθώμεν και τρίτον ότι εκείνο το οποίον δεν ήτο προηγουμένως, αλλά έγινε κατόπιν, είναι αδύνατον να υπάρξη χωρίς να γίνεται διαρκώς;
Θεαίτητος. Αυτό φρονώ.
Σωκράτης. Αί λοιπόν αυταί αι τρεις γνώμαι, καθώς νομίζω, συγκρούονται μεταξύ των εντός της ψυχής μας, όταν λέγωμεν εκείνα τα οποία είπαμεν διά τους αστραγάλους, ή όταν ειπούμεν ότι εγώ εις την ηλικίαν που ευρίσκομαι, χωρίς να μεγαλώσω ούτε να πάθω το αντίθετον εντός ενός έτους, τόρα μεν είμαι μεγαλείτερος από σε τον νέον, αργότερα όμως μικρότερος, ενώ εγώ δεν έχασα διόλου από τον όγκον μου, αλλά μόνον συ εμεγάλωσες. Διότι την δευτέραν φοράν είμαι ό,τι δεν ήμην εις την αρχήν, χωρίς να γίνω τοιούτος. Διότι χωρίς να μεταβληθώ δεν είναι δυνατόν να γίνω τίποτε, και χωρίς να χάσω τίποτε από τον όγκον μου δεν είναι δυνατόν να γίνω μικρότερος. Και άλλα βέβαια άπειρα συμβαίνουν κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν παραδεχθώμεν αυτά. Με παρακολουθείς βέβαια, καλέ Θεαίτητε, τουλάχιστον δεν μου φαίνεσαι ασυνήθιστος εις τας τοιαύτας συζητήσεις.
Θεαίτητος. Μάλιστα, και σε βεβαιώ, Σωκράτη μου, ότι απορώ καθ' υπερβολήν πώς συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και κάποτε τα συλλογίζομαι και ζαλίζομαι.
Σωκράτης. Και βέβαια, φίλε μου, ο Θεόδωρος φαίνεται ότι πολύ ορθά μαντεύει περί της φύσεως σου, διότι αυτό το πάθος του θαυμασμού είναι ασφαλές σημείον φιλοσοφικής διανοίας. Πραγματικώς δεν υπάρχει άλλη αρχή της φιλοσοφίας από αυτήν. Και φαίνεται ότι δεν κάμνει λανθασμένην γενεαλογίαν εκείνος, ο οποίος είπε ότι η Ίρις κατάγεται από τον Θαύμαν. Ειπέ μου όμως, εννοείς τόρα διατί τα πράγματα είναι καθώς τα είπαμεν συμφώνως με την αρχήν του Πρωταγόρα, ή όχι ακόμη;
Θεαίτητος. Όχι ακόμη, νομίζω.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν θα μου χρεωστής χάριν, εάν ερευνήσω μαζί σου ενός ανδρός ή μάλλον πολλών διασήμων ανδρών την αληθινήν γνώμην, την οποίαν απέκρυψαν.
Θεαίτητος. Πώς δεν θα σου χρεωστώ χάριν, και πολλήν μάλιστα;
Σωκράτης. Άκουε λοιπόν και πρόσεχε ολόγυρα μήπως μας ακούση κανείς από τους αμυήτους. Αυτοί δε είναι όσοι νομίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνον ό,τι είναι δυνατόν να συλλάβουν χειροπιαστά, τας πράξεις όμως και τας γενέσεις και παν ό,τι είναι αόρατον δεν παραδέχονται ότι έχουν ύπαρξιν.
Θεαίτητος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, αυτοί οι άνθρωποι είναι σκληροί και ανοικονόμητοι.
Σωκράτης. Ναι, παιδί μου, είναι παρά πολύ αμαθείς. Άλλοι όμως, των οποίων θα σου ειπώ τόρα τα μυστήρια, είναι νοστιμώτεροι. Η δε αρχή των, από την οποίαν εξαρτώνται και αυτά τα οποία ελέγαμεν προ ολίγου, είναι η εξής. Ότι το παν είναι κίνησις και τίποτε άλλο, της δε κινήσεως υπάρχουν δύο είδη και είναι ως προς το ποσόν έκαστον εκ των δύο άπειρον, δύναμιν δε έχει το μεν έν ενεργητικήν, το δε άλλο παθητικήν, Και από την συσχέτισιν και την τριβήν των δύο τούτων μεταξύ των παράγονται προϊόντα άπειρα κατά τον αριθμόν και δίδυμα, το έν αισθητόν και το άλλο αίσθησις, η οποία πάντοτε εξέρχεται και γεννάται μαζί με το αισθητόν. Και αι μεν αισθήσεις είναι όσαι έλαβαν από ημάς τα εξής ονόματα, οράσεις, ακοαί, οσφρήσεις, ψύξεις και καύσεις, έπειτα ηδοναί και λύπαι και επιθυμίαι και φόβοι, και άλλαι, χωρίς τέλος μεν, όσαι δεν έλαβαν όνομα, πολυπληθείς όμως και όσαι έλαβαν. Και πάλιν το είδος των αισθητών γεννάται μαζί με εκάστην από αυτάς, καθώς με τας όψεις τας ποικιλωτάτας γεννώνται χρώματα ποικιλώτατα, με τας ακοάς δε επίσης φωναί, και με τας άλλας αισθήσεις γεννώνται τα άλλα αισθητά. Λοιπόν τι σχέσιν έχει αυτός ο μύθος με τα προηγούμενα, Θεαίτητε; άραγε το ενόησες;
Θεαίτητος. Όχι τόσον καλά, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Τότε πρόσεξε μήπως φθάσωμεν εις το συμπέρασμα. Δηλαδή θέλει να είπη ότι όλα αυτά, καθώς τα είπαμεν, κινούνται, υπάρχει όμως εις την κίνησιν αυτών ταχύτης και βραδύτης. Επομένως το μέρος το οποίον είναι βραδύ συγκρατεί την κίνησιν εις τον ίδιον χώρον ως προς τα ερχόμενα πλησίον του και τα γονιμοποιεί, τα δε γεννώμενα κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται βραδύτερα. Και αντιθέτως το ταχύτερον μέρος εξασκεί την κίνησίν του και εις τα μακρινά και τα γονιμοποιεί, και το γεννώμενον κατ' αυτόν τον τρόπον έχει περισσοτέραν ταχύτητα. Διότι μεταφέρεται εις το διάστημα και η κίνησίς του συνίσταται εις αυτήν την μεταφοράν. Όταν λοιπόν ο οφθαλμός και κανέν από τα ανάλογα προς αυτόν πλησιάση και γεννήση την λευκότητα με την σύμφυτον προς αυτήν αίσθησιν, τα οποία ήτο αδύνατον να γεννηθούν, εάν έκαστον από εκείνα τα δύο εκινείτο προς άλλο πράγμα, τότε πλέον καθ' ην στιγμήν μετακινείται η μεν όρασις προς τους οφθαλμούς, η δε λευκότης προς εκείνο το οποίον γεννά από κοινού το χρώμα, ο μεν οφθαλμός βεβαίως παραγεμίζεται από όρασιν και βλέπει, και τούτο δεν είναι όρασις, αλλά οφθαλμός ο οποίος βλέπει. Και εκείνο το οποίον από κοινού εγέννησε το χρώμα παραγεμίζεται από λευκότητα, και πάλιν τούτο δεν είναι λευκότης, αλλά λευκόν. Αδιάφορον αν έτυχε να χρωματισθή με αυτό το χρώμα είτε ένα ξύλον είτε ένας λίθος είτε οποιονδήποτε άλλο πράγμα. Και τα άλλα βεβαίως κατά τον ίδιον τρόπον πρέπει να τα εννοήσωμεν, το σκληρόν και το θερμόν και όλα τα όμοια, ότι δηλαδή μόνον του το καθ' έν δεν είναι τίποτε, καθώς και τότε το ελέγαμεν, αλλά διά της συσχετίσεως μεταξύ των γίνονται τα πάντα και παντοειδή ένεκα της κινήσεως. Άλλως τε, λέγουν αυτοί, δεν είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ακλονήτως ούτε το ενεργητικόν από αυτά ούτε το παθητικόν μόνον του, διότι ούτε το ενεργητικόν είναι τίποτε πριν συσχετισθή με το παθητικόν, ούτε το παθητικόν πριν συσχετισθή με το ενεργητικόν. Εκτός τούτου εκείνο το οποίον σχετιζόμενον με έν πράγμα είναι ενεργητικόν, όταν πλησιάση εις άλλο, πιθανόν να φανή παθητικόν. Έπεται λοιπόν από όλα αυτά, καθώς ελέγαμεν εις την αρχήν, ότι κανέν πράγμα δεν είναι έν λαμβανόμενον καθ' εαυτό, αλλά γίνεται εν σχέσει προς άλλο τι. Την δε ύπαρξιν πρέπει να την αφαιρέσωμεν από παντού, αφίνω ότι και ημείς οι ίδιοι πολλάκις ηναγκάσθημεν προηγουμένως να την μεταχειρισθώμεν ένεκα της συνηθείας και της ανεπιστημοσύνης μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται, καθώς λέγει η γνώμη των σοφών, ούτε να επιτρέπωμεν εις κανένα άλλον ούτε εις εμέ, είτε αυτήν την λέξιν είτε καμμίαν άλλην η οποία εκφράζει στασιμότητα, αλλά να τα εκφράζωμεν κατά φύσιν ως γινόμενα και κατασκευαζόμενα και καταστρεφόμενα και μεταβαλλόμενα. Διότι, εάν κανείς παραστήση στάσιμον με τον λόγον του έν πράγμα, είναι εύκολον να εξελεγχθή. Πρέπει δε να εκφραζώμεθα κατ' αυτόν τον τρόπον και ως προς τα μέρη και ως προς το άθροισμα των πολλών μερών, από εκείνα τα οποία λέγονται άνθρωπος και λίθος και έν άτομον ή είδος ζώου. Αυτά λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, άραγε σου αρέσουν και θέλεις να τα δοκιμάσης, αν σου αρέσουν;
Θεαίτητος. Δεν ξεύρω τι να σου ειπώ, Σωκράτη μου, διότι ακόμη και διά σε δεν ημπορώ να εννοήσω τι συμβαίνει· άραγε τα παραδέχεσαι και τα λέγεις, ή θέλεις να δοκιμάσης εμέ.
Σωκράτης. Ελησμόνησες, φίλε μου, ότι εγώ μεν ούτε γνωρίζω ούτε αναγνωρίζω τίποτε από αυτά ως ιδικόν μου γέννημα, αλλά είμαι στείρος εις τοιαύτα πράγματα. Προσπαθώ όμως να ξεγεννήσω σε και δι' αυτό σου λέγω διαβάσματα και σου δίδω να δοκιμάσης μέρη καθενός από τους σοφούς, έως ότου να φέρω εις φως την ιδικήν σου γνώμην. Όταν δε έβγη αυτή, τότε πλέον εγώ θα εξετάσω αν είναι κούφη ή γόνιμος. Ώστε με θάρρος και με καρτερίαν απάντησε καλώς και ανδρείως, ποία είνε η γνώμη σου εις όσα σε ερωτώ.
Θεαίτητος. Ερώτα λοιπόν.
Σωκράτης. Λέγε λοιπόν πάλιν, αν παραδέχεσαι το ότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα, αλλά γίνεται πάντοτε και το αγαθόν και το καλόν και όλα όσα ελέγαμεν προ ολίγου.
Θεαίτητος. Πραγματικώς, όταν σε ακούω να ομιλής κατ' αυτόν τον τρόπον μου φαίνεται ότι είνε παρά πολύ ορθά και πρέπει να φρονούμεν καθώς είπες.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν ας μη παραλείψωμεν εκείνο το οποίον υπολείπεται ακόμη από αυτό. Και υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί ονείρων και ασθενειών και μεταξύ άλλων περί μανίας, και περί όσων λέγονται παρακρούσεις και οφθαλμαπάται ή άλλαι παραισθήσεις. Διότι γνωρίζεις ότι εις όλα αυτά ομολογουμένως φαίνεται ότι ελέγχεται ως ψευδής ο λόγος τον οποίον ελέγαμεν προ ολίγου, ότι δηλαδή ασφαλέστατα, όταν ευρισκώμεθα εις αυτά τα κακά, έχομεν ψευδείς αισθήσεις, και πολύ απέχει από να είναι αληθινά όσα φαίνονται εις έκαστον, αλλά όλως το αντίθετον, τίποτε δεν είναι αληθινόν από όσα φαίνονται.
Θεαίτητος. Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Λοιπόν τι έχει πλέον, παιδί μου, να μου απαντήση εκείνος ο οποίος θεωρεί ως επιστήμην την αίσθησιν, και νομίζει ότι, καθώς φαίνονται τα πράγματα εις έκαστον, τοιαύτα είναι δι' εκείνον εις τον οποίον φαίνονται;
Θεαίτητος. Εγώ, καλέ Σωκράτη, φοβούμαι να ειπώ πάλιν ότι δεν ηξεύρω τι να ειπώ, διότι το είπα και προ ολίγου και συ με εμάλωσες. Διότι πραγματικώς δεν ημπορώ να διαμφισβητήσω ότι οι μανιακοί και οι ονειρευόμενοι δεν έχουν ψευδή γνώμην, αφού άλλοι μεν από αυτούς νομίζουν ότι είναι θεοί, άλλοι δε ότι είναι πτερωτοί και βλέπουν εις τον ύπνον των ότι πετούν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν συλλογίζεσαι ουδέ την άλλην σκεπτικότητά των ως προς αυτά, και μάλιστα ως προς το όνειρον με την πραγματικότητα;
Θεαίτητος. Ποία είναι αυτή;
Σωκράτης. Αυτό το οποίον νομίζω ότι ήκουσες πολλάκις αυτούς να το ερωτούν, δηλαδή και ποίαν τάχα απόδειξιν έχομεν να παρουσιάσωμεν, όταν θελήση κανείς να μας ερωτήση, μήπως αυτήν την στιγμήν κοιμώμεθα και όλαι μας αι σκέψεις είναι όνειρα, ή είμεθα έξυπνοι και ομιλούμεν μεταξύ μας αληθινά.
Θεαίτητος. Και πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, είναι ακατανόητον με ποίαν απόδειξιν θα ημπορέσωμεν να το αποδείξωμεν, διότι όλα ανταποκρίνονται και εις τας δύο περιπτώσεις ως να αντιστρέφουν. Διότι και αυτά τα οποία λέγομεν τόρα, δεν είναι διόλου δύσκολον να ιδούμεν ότι τα λέγομεν και εις τον ύπνον μας. Και πάλιν, όταν εις το όνειρον βλέπομεν ότι διηγούμεθα, είναι πολύ δυσδιάκριτος η ομοιότης τούτων με εκείνα.
Σωκράτης. Βλέπεις λοιπόν ότι το να εναντιώνεται κανείς δεν είναι δύσκολον, αφού φιλονεικείται ακόμη αν υπάρχει διαφορά μεταξύ πραγματικότητος και ονείρου, αφού μάλιστα είναι ίσος ο χρόνος του ύπνου και της εγρηγόρσεως και η ψυχή μας συγκρούεται προς τον εαυτόν της κατά τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα, και επιμένει ότι χωρίς άλλο η γνώμη εκείνης της στιγμής είναι αληθινή. Επομένως όσον χρόνον λέγομεν ότι είναι αληθινά αυτά εδώ, άλλον τόσον λέγομεν ότι είναι αληθινά εκείνα. Και με την ιδίαν επιμονήν διισχυριζόμεθα και το έν και το άλλο.
Θεαίτητος. Καμμία αμφιβολία δεν υπάρχει περί τούτου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν το ίδιον δεν ισχύει και διά τας ασθενείας και τας μανίας με μόνην την διαφοράν του χρόνου, ο οποίος εις αυτάς δεν μοιράζεται εξ ίσου;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Άραγε από το ποσόν του χρόνου θα κριθή η αλήθεια;
Θεαίτητος. Αυτό βέβαια θα ήτο διά πολλούς λόγους γελοίον.
Σωκράτης. Τότε έχεις συ να αποδείξης με κανένα άλλον τρόπον, ποία από αυτάς τας γνώμας είναι αληθινή;
Θεαίτητος. Όχι, νομίζω.
Σωκράτης. Άκουσε λοιπόν από εμέ, τι λέγουν δι' αυτά αυτοί οι οποίοι λέγουν ότι, όσα φαίνονται είναι αληθή και εις όποιον φαίνονται. Και νομίζω ότι ερωτούν ως εξής: Καλέ Θεαίτητε, εκείνο το οποίον είναι όλως διόλου διάφορον πράγμα, μήπως έχει καμμίαν δύναμιν κοινήν κάπως με το άλλο; Αλλά μη νομίσης ότι αυτό το οποίον ερωτώμεν είναι εν μέρει μεν το ίδιον, εν μέρει δε διάφορον, αλλά ότι είναι εντελώς διάφορον.
Θεαίτητος. Τότε λοιπόν είναι αδύνατον να έχη κάτι τι κοινόν ή ως προς την δύναμιν ή ως προς άλλην ιδιότητα, όταν είναι εντελώς άλλο πράγμα.
Σωκράτης. Αλλά τότε δεν έπεται κατ' ανάγκην, ότι πρέπει να παραδεχθώμεν ότι το τοιούτον είναι και ανόμοιον;
Θεαίτητος. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης. Επομένως, όταν συμβή κανέν πράγμα να γίνεται όμοιον ή ανόμοιον προς άλλο είτε και προς τον εαυτόν του, εφ' όσον μεν γίνεται όμοιον δεν θα το χαρακτηρίσωμεν ως το ίδιον, εφ' όσον δε γίνεται ανόμοιον ως διάφορον;
Θεαίτητος. Είναι ανάγκη.
Σωκράτης. Αλλά προηγουμένως δεν ελέγαμεν ότι πολλά και άπειρα είναι τα ενεργητικά και πάλιν πολλά και άπειρα επίσης τα παθητικά;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και ακόμη ότι, όταν έν πράγμα αναμιγνύεται με άλλο και κατόπιν πάλιν με άλλο, δεν θα γεννήση τα ίδια αλλά διάφορα;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Δεν λέγομεν λοιπόν και δι' εμέ και δι' εσέ και διά τα άλλα πράγματα ομοίως, ότι παραδείγματος χάριν ο Σωκράτης υγιαίνει και πάλιν ο Σωκράτης ασθενεί; λοιπόν τι φρονείς, το δεύτερον είναι όμοιον με το πρώτον;
Θεαίτητος. Άραγε εννοείς τον ασθενή Σωκράτη να τον συγκρίνωμεν με τον υγιή, δηλαδή ολόκληρον το δεύτερον να το συγκρίνωμεν προς ολόκληρον το πρώτον;
Σωκράτης. Καλά με επρόλαβες, αυτό ακριβώς εννοώ.
Θεαίτητος. Τότε βεβαίως είναι ανόμοιον.
Σωκράτης. Επομένως δεν είναι και άλλο πράγμα, αφού είναι ανόμοιον;
Θεαίτητος. Είναι κατ' ανάγκην.
Σωκράτης. Και ότι κοιμάται και ότι κάμνει όλα όσα είπαμεν, θα το παραδεχθής και αυτό;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Δεν είναι αληθές, ότι έκαστον από όσα εκ φύσεως είναι ενεργητικά αλλέως θα με μεταχειρισθούν όταν συναντήσουν εμέ τον Σωκράτη υγιή, και αλλέως όταν με συναντήσουν ασθενή;
Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά;
Σωκράτης. Επομένως δεν θα γεννήσωμεν διάφορα πράγματα εγώ ο οποίος πάσχω και εκείνο το οποίον ενεργεί;
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Παραδείγματος χάριν, όταν πίνω οίνον, δεν μου φαίνεται νόστιμος και γλυκύς;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Διότι βεβαίως, συμφώνως προς όσα παρεδέχθημεν, το ενεργητικόν και το παθητικόν εγέννησαν μαζί γλυκύτητα και αίσθησιν, τα οποία και τα δύο κινούνται μαζί, και η μεν αίσθησις προερχομένη από το παθητικόν μέρος έκαμε την γλώσσαν να αισθάνεται, η δε γλυκύτης μεταβαίνουσα από τον οίνον προς αυτόν, κατέστησε τον οίνον γλυκύν διά την υγιή γλώσσαν, όχι μόνον να φαίνεται, αλλά και να είναι.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά, έτσι εμείναμεν σύμφωνοι εις αυτά προηγουμένως.
Σωκράτης. Όταν όμως με συναντήση ασθενή, δεν είναι αληθές πρώτον μεν ότι δεν με εύρε τον ίδιον, διότι με συνήντησε ανόμοιον;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και τόρα πάλιν αρνείσαι, ότι εγέννησαν άλλα πράγματα ο ασθενής αυτός Σωκράτης και η γεύσις του οίνου, δηλαδή εις την γλώσσαν μίαν αίσθησιν της πικρότητος και εις τον οίνον μίαν γεννηθείσαν και κινουμένην πικρότητα, ο οίνος όμως δεν είναι πλέον πικρότης αλλά πικρός, καθώς και εγώ δεν είμαι πλέον αίσθησις αλλά αισθανόμενος;
Θεαίτητος. Το παραδέχομαι καθ' ολοκληρίαν.
Σωκράτης. Λοιπόν είναι αδύνατον και εις εμέ να γίνω άλλο τίποτε από το να έχω αυτήν την αίσθησιν, διότι το άλλο έχει άλλην αίσθησιν και κάμνει διαφορετικόν και άλλον τον αισθανόμενον. Αλλά και εκείνο το οποίον ενεργεί επάνω μου δεν είναι δυνατόν, αν συναντήση άλλο πράγμα, να γεννήση το ίδιον και να γίνη το ίδιον, διότι από άλλο πράγμα θα γεννήση άλλο και θα γίνη διαφορετικόν.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Και πάλιν εγώ δεν θα γίνω τοιούτος διά τον εαυτόν μου, ούτε εκείνο θα γίνη τοιούτον διά τον εαυτόν του.
Θεαίτητος. Όχι βεβαίως.
Σωκράτης. Αλλά κατ' ανάγκην και εγώ, όταν αισθάνωμαι, θα αισθάνωμαι κάτι τι, διότι είναι αδύνατον να αισθάνωμαι απλώς χωρίς κάτι τι. Και εκείνο πάλιν γίνεται διά κάποιον, όταν γίνεται γλυκύ ή πικρόν ή κάτι τι παρόμοιον, διότι το να γίνη γλυκύ, όχι όμως γλυκύ διά κάποιον, είναι αδύνατον πράγμα.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν, καθώς φρονώ, μεταξύ εμού και αυτού του πράγματος μένει να προστεθή το είναι, εάν είμεθα, ή το γίνεται, εάν γινώμεθα, αφού η ανάγκη συνδέει την ύπαρξίν μας μόνον μεταξύ μας χωρίς να την συνδέη με κανέν από τα άλλα, ούτε και με τον ίδιον τον εαυτόν μας. Μένει δηλαδή μόνον μεταξύ των να συνδεθούν, ώστε, είτε το ονομάσωμεν αυτό είναι, είτε το ονομάσωμεν γίνεται, πρέπει να λέγωμεν ότι είναι ή γίνεται διά κάτι τι, ή κάτι τι, ή ως προς κάτι τι. Το ίδιον όμως ότι είναι ή ότι γίνεται μόνον του, ούτε ημείς πρέπει να το ειπούμεν ούτε, αν το ειπή άλλος, να το δεχθώμεν, συμφώνως βέβαια με όσα είπαμεν έως τόρα.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Λοιπόν, αφού αυτό το οποίον ενεργεί εις εμέ, υπάρχει εις εμέ και όχι εις κανένα άλλον, δεν θα δεχθώμεν ότι εγώ πάλιν αισθάνομαι αυτό και όχι άλλος;
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Επομένως πολύ ωραία το είπες, ότι η επιστήμη δεν είναι άλλο τίποτε παρά η αίσθησις, και κατ' αυτόν τον τρόπον όλαι αι γνώμαι ταυτίζονται, διότι κατά τον Όμηρον και τον Ηράκλειτον και ολόκληρον αυτήν την φυλήν όλα κινούνται ως ρεύματα, κατά δε τον Πρωταγόραν τον σοφώτατον ο άνθρωπος είναι ο πήχυς ο οποίος μετρά όλα τα πράγματα, κατά δε τον Θεαίτητον, συμφώνως με αυτά που είπαμεν, η αίσθησις είναι επιστήμη. Δεν είναι έτσι, καλέ Θεαίτητε; Δέχεσαι ότι τούτο είναι ένα είδος νεογέννητον ιδικόν σου παιδί, και ιδικόν μου ξεγέννημα; Ή πώς αλλέως;
Θεαίτητος. Κατ' ανάγκην είναι, Σωκράτη μου, καθώς το λέγεις.
Σωκράτης. Αυτό λοιπόν, καθώς φαίνεται, με πολλήν κόπον τέλος πάντων το εγεννήσαμεν, οτιδήποτε και αν είναι. Τόρα όμως μετά τον τοκετόν πρέπει να πανηγυρίσωμεν τα αμφιδρόμιά του (3) και να κάμωμεν κυκλικόν τρέξιμον με τον λόγον ωσάν αληθινό παιδί, και να προσέξωμεν μήπως δεν αξίζει τον κόπον να το αναθρέψωμεν, αλλά είναι κούφον και ανύπαρκτον. Άραγε μήπως συ εννοείς με κάθε τρόπον να αναθρέψης το ιδικόν σου γέννημα και όχι να το πετάξης, ή θα δεχθής να βλέπης να το εξελέγχωμεν και δεν θα θυμώσης πολύ, ωσάν πρωτότοκος γυνή, εάν σου το πάρη κανείς;
Θεόδωρος. Θα το δεχθή ο Θεαίτητος, καλέ Σωκράτη, διότι δεν είναι διόλου δύστροπος. Αλλά δι' όνομα θεού ειπέ μου, μήπως πάλιν δεν είναι αυτά ορθά.
Σωκράτης. Χωρίς να σε κολακεύω, καλέ Θεόδωρε, συ είσαι λογόφιλος και λαμπρός, διότι με νομίζεις ότι είμαι κανένα σακκί γεμάτο λόγους, και ημπορώ να βγάλω και να ειπώ τόρα πάλιν ότι δεν είναι ορθά αυτά. Και δεν αντελήφθης τι συμβαίνει, ότι δηλαδή κανείς από τους λόγους δεν βγαίνει από μέσα μου, αλλά πάντοτε από εκείνον ο οποίος συζητεί μαζί μου, εγώ όμως τίποτε περισσότερον δεν γνωρίζω, παρά μόνον να συλλάβω λόγον από άλλον σοφόν και να τον παραδεχθώ γνωρίζω αρκετά καλά. Και τόρα λοιπόν τούτο θα προσπαθήσω να κάμω από αυτόν εδώ, και όχι να το ειπώ ο ίδιος.
Θεόδωρος. Συ τα λέγεις πολύ καλά, Σωκράτη μου, και κάμε όπως θέλεις.
Σωκράτης. Άραγε, φίλε μου Θεόδωρε, γνωρίζεις τι πράγμα θαυμάζω εις τον φίλον σου Πρωταγόραν;
Θεόδωρος. Τι πράγμα;
Σωκράτης. Όλα τα άλλα όσα λέγει πολύ μου αρέσουν, ότι δηλαδή εκείνο το οποίον φαίνεται εις έκαστον αυτό είναι και πραγματικόν. Απορώ όμως διά την αρχήν του λόγου διότι δεν είπε εις την αρχήν της «Αληθείας» του ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς είναι ο χοίρος, ή ο πίθηκος, ή κανέν άλλο χειρότερον ακόμη από όλα όσα έχουν αίσθησιν, διά να κάμη την αρχήν του λόγου του μεγαλοπρεπή και περιφρονητικήν προς ημάς και να επιδεικνύη ότι ημείς μεν τον θαυμάζομεν διά την σοφίαν του ωσάν θεόν, αυτός όμως, ως φαίνεται, δεν ήτο ως προς την φρόνησιν καλλίτερος ουδέ από ένα μικρόν βάτραχον, και όχι πλέον από κανένα άλλον άνθρωπον. Ή πώς θέλεις να φρονούμεν, καλέ Θεόδωρε; Διότι, εάν πραγματικώς πρόκειται να είναι δι' έκαστον αληθής πάσα γνώμη την οποίαν σχηματίζει με τας αισθήσεις του, και όχι να κρίνη ο είς καλλίτερον το πάθημα του άλλου, ούτε να έχη περισσότερον κύρος εις το να κρίνη ο είς την γνώμην του άλλου, αν είναι ορθή η ψευδής, αλλά, καθώς επαναλάβαμεν πολλάκις, μόνος του ο καθείς θα έχη την ατομικήν του γνώμην, όλαι όμως αυταί αι γνώμαι θα είναι ορθαί και αληθιναί, τότε λοιπόν, καλέ μου φίλε, διά ποίον λόγον τάχα ο μεν Πρωταγόρας είναι σοφός, ώστε να κρίνεται άξιος να διδάσκη και άλλους με μεγάλους μισθούς, ημείς δε αμαθέστεροι και πρέπει να λαμβάνωμεν μαθήματα από εκείνον, αφού ο καθείς είναι ο ίδιος ο πήχυς της ιδικής του σοφίας; Πώς να μη υποθέσωμεν ότι τα λέγει αυτά ο Πρωταγόρας, διά να μας εμπαίζη; Αφίνω πλέον κατά μέρος το άτομόν μου και την ιδικήν μου τέχνην την μαιευτικήν, πόσον αποδεικνύεται γελοία, καθώς νομίζω, και όλη η ασχολία εις την συζήτησιν. Διότι το να εξετάζη και να εξελέγχη ο είς του άλλου την γνώμην και την φαντασίαν, αφού είναι ορθή η γνώμη του καθενός, δεν είναι άραγε μεγάλη και ελεεινή φλυαρία, εάν είναι αληθινή η «Αλήθεια» του Πρωταγόρου, και αν δεν αστειεύθη, όταν ωμίλησε από τα άδυτα του βιβλίου αυτού;
Θεόδωρος. Καλέ Σωκράτη, είναι ιδικός μας φίλος και αυτός καθώς το είπες και προ ολίγου. Δι' αυτό λοιπόν δεν ήθελα να εξελεγχθή ο Πρωταγόρας με την ιδικήν μου ομολογίαν, αλλά πάλιν ούτε και εις εσέ δεν θέλω να εναντιωθώ παρά την γνώμην μου. Ώστε πάρε πάλιν τον Θεαίτητον. Είμαι βέβαιος ότι και προ ολίγου πολύ αρμονικά εφαίνετο ότι δέχεται την γνώμην σου.
Σωκράτης. Άραγε, καλέ Θεόδωρε, και όταν υπάγης εις την Λακεδαίμονα και επισκεφθής τας παλαίστρας, θα έχης την αξίωσιν να βλέπης άλλους γυμνούς, μερικούς με ελεεινά σώματα, και συ δεν θα ξεγυμνωθής διά να δείξης το σώμα σου;
Θεόδωρος. Διατί όχι, εάν επρόκειτο να μου το επιτρέψουν και να πεισθούν εις τους λόγους μου; Ακριβώς καθώς τόρα νομίζω ότι θα σας πείσω, εμέ μεν να με αφήσετε θεατήν και να μη με σύρετε εις το γυμναστήριον, αφού πλέον είμαι χονδροκόκκαλος, και να παλαίβετε μόνον με αυτόν που είναι νεώτερος και ευκαμπτότερος.
Σωκράτης. Εάν αυτό, αγαπητέ μου Θεόδωρε, είναι αρεστόν εις εσέ, τότε και εις εμέ δεν είναι μισητόν, διά να το ειπούμεν ωσάν παροιμίαν. Ώστε πάλιν πρέπει να αποταθώ εις τον σοφόν Θεαίτητον. Λοιπόν λέγε μου, καλέ Θεαίτητε, πρώτον μεν εις όσα προ ολίγου είπαμεν, δεν απορείς και συ πώς τόσον έξαφνα αναδεικνύεσαι όχι κατώτερος εις την σοφίαν από οποιονδήποτε άνθρωπον ή θεόν ακόμη; Ή μήπως νομίζεις ότι ο πήχυς του Πρωταγόρου ολιγώτερον εφαρμόζεται εις τους θεούς παρά εις τους ανθρώπους;
Θεαίτητος. Μα τον Δία δεν το νομίζω αυτό, και ακριβώς πολύ απορώ, καθώς είπες, όταν με ερώτησες. Διότι την ώραν που εξετάζαμεν πώς εννοούν, ότι εκείνο το οποίον νομίζει έκαστος αυτό είναι και αληθινόν δι' αυτόν που το νομίζει, τότε μου εφαίνετο ότι ελέγετο πολύ ορθά. Τόρα όμως αμέσως μετεβλήθη εις το αντίθετον.
Σωκράτης. Αυτό συμβαίνει, διότι είσαι νέος, καλό παιδί, και διά τούτο ακούεις προθύμως τας διαλέξεις και πείθεσαι. Λοιπόν εις αυτά θα απαντήση ο Πρωταγόρας ή άλλος κανείς εις την θέσιν του: Φιλόμουσοι κύριοι, παίδες και γέροντες, σεις, ενώ συνεδριάζετε και συζητείτε, παρουσιάζετε εις το μέσον τους θεούς, τους οποίους εγώ τους επέταξα έξω και από το να συζητώμεν και από το να γράφωμεν περί αυτών, αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν. Και λέγετε πράγματα τα οποία μόνον ο λαός θα τα παρεδέχετο, αν τα ήκουε, ότι δηλαδή είναι τρομερόν πράγμα αν δεν θα είναι ανώτερος κατά την σοφίαν πας άνθρωπος από οποιονδήποτε κτήνος. Και δεν παρουσιάζετε καμμίαν απόδειξιν πειθαναγκαστικήν, αλλά μεταχειρίζεσθε την πιθανότητα. Και όμως, αν ο Θεόδωρος ή άλλος κανείς από τους γεωμέτρας μετεχειρίζετο αυτήν την πιθανότητα εις την γεωμετρίαν, δεν θα άξιζε να τον ακούη κανείς. Σκεφθήτε λοιπόν αν συ και ο Θεόδωρος θα δεχθήτε να ομιλούμεν περί αυτών των πραγμάτων με πιθανότητας και εικασίας.
Θεαίτητος. Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, και συ και ημείς θα ελέγαμεν ότι αυτό δεν είναι ορθόν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν, καθώς φαίνεται, κατ' άλλον τρόπον, συμφώνως προς όσα λέγεις συ και ο Θεόδωρος.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα κατ' άλλον τρόπον.
Σωκράτης. Λοιπόν ας εξετάσωμεν ως εξής: αν πραγματικώς είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη, ή είναι διαφορετικόν. Διότι εις αυτό καταλήγει όλη η συζήτησίς μας, και προς χάριν αυτού ανεστατώσαμεν όλα αυτά τα πολλά και τα παράξενα. Είσαι σύμφωνος;
Θεαίτητος. Συμφωνότατος.
Σωκράτης. Ε λοιπόν θα παραδεχθώμεν ότι όσα πράγματα αισθανόμεθα με την όρασιν και με την ακοήν, όλα αυτά συγχρόνως και τα γνωρίζομεν; Παραδείγματος χάριν, πριν να μάθωμεν την γλώσσαν των βαρβάρων, θα λέγωμεν ότι δεν τους ακούομεν όταν ομιλούν, ή ότι και τους ακούομεν και τους εννοούμεν; Επίσης και διά τα γράμματα, όταν δεν τα γνωρίζωμεν και τα βλέπωμεν τι θα ειπούμεν, ότι δεν τα βλέπομεν ή θα επιμένωμεν να λέγωμεν ότι τα γνωρίζομεν, αφού τα βλέπομεν;
Θεαίτητος. Καλέ Σωκράτη, τόσον μέρος μόνον θα ειπούμεν ότι γνωρίζομεν από αυτά, όσον βλέπομεν και ακούομεν. Δηλαδή από τα γράμματα μεν θα ειπούμεν ότι βλέπομεν και γνωρίζομεν το σχήμα και το χρώμα, από δε την γλώσσαν ότι ακούομεν και γνωρίζομεν μόνον τον υψίφωνον και βαρύφωνον τονισμόν. Όσα όμως εξηγούν οι γραμματοδιδάσκαλοι διά τα γράμματα και οι διερμηνείς διά την γλώσσαν, αυτά ούτε τα αισθανόμεθα με την όρασιν ή με την ακοήν, αλλ' ούτε και τα γνωρίζομεν.
Σωκράτης. Περίφημα τα λέγεις, καλέ Θεαίτητε, και δεν αρμόζει να εναντιωθώ εις αυτούς τους λόγους σου, διά να μεγαλώνης. Κύτταζε όμως ότι μας πλησιάζει και κάτι άλλο και σκέψου πώς θα το αποδιώξωμεν.
Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης. Το εξής: εάν μας ερωτήση κανείς άραγε είναι δυνατόν, όταν κανείς γίνη επιστήμων εις ένα πράγμα, εφ' όσον ακόμη το διατηρεί εις την μνήμην του, ακριβώς τότε που το ενθυμείται να μη το γνωρίζη επισταμένως αυτό το οποίον ενθυμείται. Και μου φαίνεται ότι είπα πολυλογίας, ενώ ήθελα να ερωτήσω, αν, όταν μάθη κανείς έν πράγμα και το ενθυμήται, δεν το γνωρίζει.
Θεαίτητος. Πώς γίνεται αυτό, καλέ Σωκράτη; Αυτό θα ήτο βεβαίως τερατώδες.
Σωκράτης. Μήπως λοιπόν εγώ φλυαρώ; Πρόσεξε δε: άραγε δεν παραδέχεσαι ότι η όρασις και η ακοή είναι αισθήσεις;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν όστις είδε κάτι τι, δεν έγινε επιστήμων αυτού, συμφώνως προς όσα είπαμεν προ ολίγου;
Θεαίτητος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Αλλά πώς; Δεν παραδέχεσαι αυτό το οποίον λέγομεν μνήμην;
Θεαίτητος. Το παραδέχομαι.
Σωκράτης. Πώς την εννοείς; ως μνήμην ενός πράγματος ή όχι;
Θεαίτητος. Ως μνήμην ενός πράγματος βεβαίως.
Σωκράτης. Αυτά τα πράγματα δεν είναι επάνω κάτω όσα έμαθε κανείς και ησθάνθη;
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης. Δηλαδή ό,τι είδε κανείς, το ενθυμείται κάποτε;
Θεαίτητος. Το ενθυμείται.
Σωκράτης. Άραγε και όταν ακόμη κλείση τους Οφθαλμούς του, ή μήπως το λησμονεί τότε;
Θεαίτητος. Θα ήτο παράλογον, καλέ Σωκράτη, να το ειπή κανείς αυτό.
Σωκράτης. Και όμως είναι ανάγκη να το ειπούμεν, αν πρόκειται να διασώσωμεν τον προηγούμενον λόγον, άλλως τον εχάσαμεν.
Θεαίτητος. Και εγώ το υποπτεύομαι αυτό, μα τον Δία, αλλά δεν το εννοώ τελείως, ειπέ λοιπόν πώς.
Σωκράτης. Ιδού πώς: Είπαμεν βεβαίως ότι όστις βλέπει έγινε επιστήμων εκείνου του πράγματος το οποίον βλέπει. Διότι η όρασις και η αίσθησις και η επιστήμη παρεδέχθημεν ότι είναι το ίδιον.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά όστις βλέπει και έγινε επιστήμων αυτού του πράγματος το οποίον έβλεπε, εάν τόρα κλείση τους οφθαλμούς του, το ενθυμείται και όμως δεν το βλέπει. Το παραδέχεσαι;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά δεν το βλέπει σημαίνει δεν το γνωρίζει, αφού το βλέπει θα ειπή το γνωρίζει.
Θεαίτητος. Έχεις δίκαιον.
Σωκράτης. Επομένως εκείνο εις το οποίον έγινε κανείς επιστήμων, ενώ ακόμη το ενθυμείται πρέπει να μην το γνωρίζη, επειδή δεν το βλέπει, αλλά τούτο εάν εγίνετο είπαμεν ότι θα ήτο τερατώδες.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Επομένως φαίνεται ότι φθάνομεν εις το άτοπον, εάν παραδεχθώμεν ότι η επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Επομένως πρέπει να δεχθώμεν ότι άλλο είναι το έν και άλλο το άλλο.
Θεαίτητος. Σχεδόν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να ερευνήσωμεν από την αρχήν τι είναι επιστήμη. Και όμως, καλέ Θεαίτητε, τι κάμνομεν;
Θεαίτητος. Ως προς τι;
Σωκράτης. Μου φαίνεται ότι ωσάν πετεινοί αναξιοπρεπείς πριν να νικήσωμεν, απεμακρύνθημεν από την συζήτησιν, διά να τραγωδήσωμεν.
Θεαίτητος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Μου φαίνεται ότι κατά την εριστικήν μέθοδον εμείναμεν σύμφωνοι εις λέξεις και αφού με αυτάς ενικήσαμεν, μένομεν ευχαριστημένοι. Και ενώ ημείς δεν καυχώμεθα ως εριστικοί αλλά ως φιλόσοφοι, χωρίς να το εννοήσωμεν κάμνομεν τα ίδια με εκείνους τους ακατονοήτους ανθρώπους.
Θεαίτητος. Ακόμη δεν εννοώ αυτό το οποίον λέγεις.
Σωκράτης. Εγώ όμως θα προσπαθήσω να σου αναπτύξω τι εννοώ. Ερωτήσαμεν δηλαδή, αν, όστις μάθη και ενθυμείται έν πράγμα, το γνωρίζει ή όχι, και αφού είπαμεν ότι όστις είδε κάτι τι και έκλεισε τους οφθαλμούς του, το ενθυμείται και όμως δεν το βλέπει, με αυτό απεδείξαμεν ότι δεν το γνωρίζει και συγχρόνως το ενθυμείται. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Και κατ' αυτόν τον τρόπον πήγε χαμένος ο λόγος του Πρωταγόρου και ο ιδικός σου ότι η επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Και όμως αυτό δεν θα εγίνετο, νομίζω, καλέ μου φίλε, εάν έζη ακόμη ο πατήρ του ενός από τους δύο αυτούς λόγους, αλλά θα τον υπερήσπιζε πολύ. Τόρα όμως ημείς τον ευρήκαμεν ορφανόν και τον εξευτελίζομεν. Διότι δεν τον υπερασπίζουν και οι κηδεμόνες ακόμη, τους οποίους άφησε ο Πρωταγόρας, εκ των οποίων ένας είναι και ο Θεόδωρος απ' εδώ. Αλλά τότε σχεδόν ημείς οι ίδιοι πρέπει να τον βοηθήσωμεν, χάριν της δικαιοσύνης.
Θεόδωρος. Σε βεβαιώ, καλέ Σωκράτη, δεν είμαι εγώ από τους κηδεμόνας, αλλά μάλλον ο Καλλίας Ιππονίκου. Ημείς όμως κυρίως συγκατανεύσαμεν από θεωρητικούς λόγους της γεωμετρίας. Θα σου γνωρίζωμεν όμως χάριν, εάν τον βοηθήσης.
Σωκράτης. Το παραδέχομαι, καλέ Θεόδωρε. Πρόσεξε λοιπόν να ιδής ποίου είδους είναι η βοήθειά μου. Διότι χειρότερα ακόμη από τα προηγούμενα είναι δυνατόν να παραδεχθή κανείς, εάν δεν προσέχη εις τας λέξεις με τας οποίας συνήθως λέγομεν, ότι μένομεν ή δεν μένομεν σύμφωνοι. Θέλεις εις εσέ να ειπώ το πώς, ή εις τον Θεαίτητον;
Θεόδωρος. Και εις τους δύο καλλίτερα, αλλά ας απαντά ο νεώτερος, διότι, εάν κάμη λάθος, θα είναι ολιγώτερον εντροπή του.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν ερωτώ την παραλογωτέραν ερώτησιν, η οποία, νομίζω, είναι η εξής: άραγε είναι δυνατόν ο ίδιος όστις γνωρίζει κάτι τι, αυτό το οποίον γνωρίζει να μην το γνωρίζη;
Θεόδωρος. Λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, τι θέλεις να απαντήσωμεν;
Θεαίτητος. Εγώ νομίζω ότι είναι αδύνατον.
Σωκράτης. Δεν είναι αδύνατον, εάν δεχθής ότι η όρασις είναι επιστήμη. Πραγματικώς τι θα απαντήσης εις την αναπόφευκτον ερώτησιν, όταν καθώς λέγουν πέσης στον λάκκον, και αφού κάποιος σου κλείση με το χέρι τον ένα οφθαλμόν σου, σε ερωτήση αν βλέπεις το ένδυμά του με τον κλειστόν σου οφθαλμόν;
Θεαίτητος. Βεβαίως δεν θα ειπώ ότι βλέπω με αυτόν, θα είπω όμως, καθώς μου φαίνεται, ότι βλέπω με τον άλλον.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν συγχρόνως βλέπεις και δεν βλέπεις το ίδιον πράγμα;
Θεαίτητος. Ένα τέτοιο πράγμα κάπως.
Σωκράτης. Δεν πρόκειται περί τούτου, θα ειπή εκείνος, ούτε σε ερώτησα εγώ το πώς, αλλά αν το ίδιον πράγμα το γνωρίζεις και δεν το γνωρίζεις. Τόρα δε αποδεικνύεσαι ότι το ίδιον πράγμα το βλέπεις και δεν το βλέπεις. Εξάλλου όμως παρεδέχθης ότι η όρασις ισοδυναμεί προς την επιστήμην, και η έλλειψις οράσεως προς την έλλειψιν επιστήμης. Από αυτά λοιπόν κάμε συλλογισμόν και εύρε το συμπέρασμα.
Θεαίτητος. Κάμνω τον συλλογισμόν και ευρίσκω ότι εξάγεται το αντίθετον από ό,τι παρεδέχθην εις την αρχήν.
Σωκράτης. Και ίσως, περισπούδαστε φίλε μου, επάθαινες περισσότερα ακόμη, εάν σε ερωτούσε κανείς, αν υπάρχει επιστήμη οξύνους και επιστήμη αμβλύνους, και αν εκ του πλησίον υπάρχει επιστήμη, από μακράν όμως όχι, και αναλόγως επί ταχύτητος και αργοπορίας και χίλια δύο άλλα, ημπορούσε να σε ερωτήση, όταν σε εύρη εις το καρτέρι ένας καλός στρατιώτης πληρωμένος, την ώραν που έλεγες ότι είναι το ίδιον πράγμα η επιστήμη και η αίσθησις, και αφού κάμη έφοδον εις την ακοήν και την όσφρησιν και τας άλλας αισθήσεις, αρχίση να σε εξελέγχη ορμών εναντίον σου και μη παραιτούμενος, πριν θαυμάσης την πολύκροτον σοφίαν του και συλληφθείς από αυτόν, ο όποιος, αφού σε υποτάξη και σε δέση χειροπόδαρα, τότε πλέον θα εζητούσε όσα λύτρα ήτο δυνατόν να δεχθής διά να σε ελευθερώση. Ίσως όμως θα ειπής, άραγε ποίον λόγον θα είχε να ειπή ο Πρωταγόρας προς βοήθειαν των συμμάχων του; Δεν είναι χρέος μας να προσπαθήσωμεν να το εύρωμεν;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Πρώτον, νομίζω, θα ειπή όλα αυτά, όσα λέγομεν ημείς υπερασπιζόμενοι αυτόν, και έπειτα, νομίζω, θα κάμη έφοδον περιφρονών ημάς και λέγων: Να τέτοιος είναι ο Σωκράτης ο προκομμένος, επειδή ένα μικρό παιδί εφοβήθη, όταν το ερώτησε αν είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος το ίδιον πράγμα συγχρόνως να το ενθυμήται και να μη το γνωρίζη, και επειδή από τον φόβον του είπε όχι, διότι αυτό δεν ήτο εις θέσιν να προβλέψη το αποτέλεσμα, τάχα απέδειξε το άτομόν μου γελοίον εις τους λόγους. Και όμως, κοιμισμένε μου, Σωκράτη, το πράγμα έχει ως εξής. Όταν κανέν από όσα είπα εγώ το εξετάζης με την συζήτησιν, τότε, εάν μεν ο ερωτηθείς απήντησε καθώς θα απαντούσα εγώ και έχη λάθος, το λάθος είναι ιδικόν μου, αν όμως αυτός απαντήση διαφορετικά από εμέ, τότε πταίει ο ίδιος ο ερωτηθείς. Και τόρα παραδείγματος χάριν νομίζεις ότι παραδέχομαι εγώ, ότι ενθυμείται κανείς εκείνο το οποίον έπαθε, τόρα που δεν πάσχει πλέον, αφού η μνήμη είναι κάτι τι, το οποίον είχε όταν έπασχε; Πολύ απέχω από αυτό. Ή νομίζεις πάλιν ότι θα δυσκολευθώ να σου απαντήσω ότι είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος το ίδιον πράγμα και να το γνωρίζη και να μη το γνωρίζη; Ή αν κανείς δειλιάση να ειπή αυτό, θα σου χαρίση ποτέ το ότι εκείνος ο οποίος μετεβλήθη είναι ο ίδιος ό,τι ήτο πριν μεταβληθή; Ή μάλλον θα δεχθή ότι είναι ένας αυτός και όχι πολλοί, και αυτοί οι πολλοί ότι γίνονται άπειροι, αφού παραδεχόμεθα ότι συμβαίνει μεταβολή, εάν βεβαίως πρόκειται να προφυλαττώμεθα από το να καταστρατηγή ο ένας τους λόγους του άλλου; Ευλογημένε μου, θα ειπή πάλιν εκείνος, αν ημπορής πολέμησε με περισσοτέραν γενναιότητα αυτό το οποίον είπα, και απόδειξε ως ψευδές ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτεραι αισθήσεις εις έκαστον από ημάς, ή, αφού υπάρχουν ιδιαίτεραι αισθήσεις, απόδειξε ότι δεν έπεται πάλιν εκ τούτου, ότι, εκείνο, που φαίνεται εις έκαστον, γίνεται τοιούτον ή είναι (διά να μεταχειρισθώ την λέξιν είναι) δι' αυτόν μόνον. Όταν όμως αναφέρης χοίρους και πιθήκους, όχι μόνον συ ο ίδιος φαίνεσαι χοίρος, αλλά πείθεις και εκείνους οι οποίοι σε ακούουν, να φαίνωνται χοίροι εις τα συγγράμματά μου, και δεν κάμνεις καλά (!). Διότι εγώ ναι μεν διισχυρίζομαι, ότι η αλήθεια είναι καθώς την έγραψα, δηλαδή όχι έκαστος από ημάς είναι ο πήχυς και διά τα υπάρχοντα και διά τα μη υπάρχοντα, απείρως όμως διαφέρει ο είς από τον άλλον ακριβώς εις αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή άλλα υπάρχουν και φαίνονται εις τον ένα και άλλα εις τον άλλον. Επομένως πολύ απέχω από το να ειπώ ότι δεν υπάρχει σοφία και σοφός άνθρωπος, αλλά ακριβώς αυτόν τον ίδιον ονομάζω σοφόν, ο οποίος εις ένα οποιονδήποτε από ημάς, εις τον οποίον τα πράγματα φαίνονται και είναι κακά, θα τα μεταβάλη και θα τα κάμη να φαίνωνται και να είναι αγαθά. Έπειτα μη με πολεμής εις τας λέξεις, αλλά με τον εξής τρόπον εννόησε σαφέστερον τι θέλω να ειπώ. Ενθυμήσου δηλαδή τι ελέγαμεν προηγουμένως, ότι εις τον ασθενή φαίνονται και είναι πικρά τα φαγητά που τρώγει, εις δε τον υγιή το αντίθετον και είναι και φαίνονται. Και λοιπόν από αυτούς τους δύο δεν είναι ανάγκη να κάμωμεν σοφώτερον κανένα, διότι ούτε μας είναι δυνατόν. Ούτε και πρέπει να τους χαρακτηρίσωμεν και να ειπούμεν, ότι ο μεν ασθενής είναι αμαθής, διότι έχει αυτήν την γνώμην, ο δε υγιής είναι σοφός, διότι έχει διαφορετικήν γνώμην. Αλλά απλώς πρέπει το έν να το μεταβάλλωμεν εις το άλλο, διότι η δευτέρα κατάστασις είναι προτιμοτέρα. Το ίδιον δε και εις την εκπαίδευσιν, την άλλην κατάστασιν πρέπει να την μεταβάλλωμεν εις το καλλίτερον. Και ενώ ο ιατρός μεταχειρίζεται φάρμακα διά την μεταβολήν, ο σοφιστής μεταχειρίζεται λόγους. Δε θέλω όμως να ειπώ ότι, έναν άνθρωπον που έχει ψευδή γνώμην είναι δυνατόν να τον κάμης κατόπιν να έχη αληθινήν, διότι ούτε είναι δυνατόν να έχη κανείς γνώμην διά τα μη υπάρχοντα, ούτε να φρονή άλλα από όσα πάσχει, αυτά δε είναι εκάστοτε αληθινά (!). Νομίζω μόνον ότι εκείνον ο οποίος ένεκα της μοχθηράς ψυχικής του καταστάσεως φρονεί παρόμοια προς την κατάστασίν του, η αγαθή κατάστασις τον κάμνει να φρονή άλλα φρονήματα, τα οποία ακριβώς μερικοί από αμάθειαν τα ονομάζουν αληθινά, εγώ όμως παραδέχομαι μεν ότι είναι καλλίτερα τα δεύτερα από τα πρώτα, όχι όμως και αληθέστερα, Και τους σοφούς, αγαπητέ μου φίλε Σωκράτη, πολύ απέχω να τους ονομάζω βατράχους, αλλά ως προς τα σώματα τους ονομάζω ιατρούς, ως προς δε τα φυτά γεωργούς. Διότι λέγω ότι και αυτοί εις τα φυτά, όταν κανέν από αυτά ασθενή, του αφαιρούν τας κακάς αισθήσεις και του δίδουν καλάς και υγιεινάς αισθήσεις και αληθείας, οι δε σοφοί και καλοί ρήτορες κάμνουν τας πόλεις να νομίζουν, ότι είναι δίκαια τα καλά και όχι τα κακά (!). Διότι όσα εις εκάστην πόλιν φαίνονται δίκαια και καλά, αυτά είναι δίκαια και καλά δι' αυτήν εν όσω τα θεωρεί ως τοιαύτα. Ο σοφός όμως, από εκεί που είναι όλα εις αυτούς κακά, τα κάμνει να είναι και να φαίνωνται καλά. Το ίδιον και ο σοφιστής, εάν είναι ικανός να παιδαγωγή κατ' αυτόν τον τρόπον τους εκπαιδευομένους, είναι σοφός και άξιος να λαμβάνη πολλά χρήματα από τους εκπαιδευθέντας. Και κατ' αυτόν τον τρόπον άλλος είναι σοφώτερος από άλλον και κανείς δεν έχει ψευδή γνώμην, και εσέ, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, θα σε ανεχθώμεν να είσαι ο πήχυς (!). Διότι με αυτό ενισχύεται αυτός ο λόγος μου (!). Τον οποίον αν συ είσαι ικανός να τον πολεμήσης από την αρχήν, πολέμησέ τον με συνεχή λόγον, ή, αν προτιμάς με ερωτήσεις, έστω με ερωτήσεις. Διότι και τούτο δεν πρέπει να το αποφύγη, απ' εναντίας μάλιστα πρέπει να το επιδιώκη όστις έχει νουν. Κάμε όμως ως εξής· μην είσαι άδικος εις τας ερωτήσεις, διότι είναι πολύ παράλογον, αφού λέγεις ότι φροντίζεις διά την αρετήν (!), να μην κάμνης τίποτε ολιγώτερον από το να είσαι άδικος εις τους λόγους. Αδικία δε είναι εις αυτά τα πράγματα όταν κανείς δεν κάμνη διάκρισιν μεταξύ εριστικής ομιλίας και συζητήσεως, και εις μεν την πρώτην αστειεύεται και σφάλλει όσον ημπορεί, εις δε την συζήτησιν σοβαρεύεται και διορθώνει τον αντικρυνόν του, δεικνύων μόνον τα σφάλματα εις τα οποία υπέπεσε μόνος του ή εξ αιτίας των προηγουμένων διδασκάλων του!). Διότι, αν κάμης έτσι, τότε θα κατακρίνουν τον εαυτόν των διά την ταραχήν και την απορίαν όσοι συζητούν μαζί σου, και όχι εσέ, και σε μεν θα σε εκτιμήσουν και θα σε ζητήσουν πάλιν, τον εαυτόν των δε θα τον μισήσουν και θα τον απαρνηθούν, διά να εγκολπωθούν την φιλοσοφίαν, με σκοπόν να γίνουν διαφορετικοί και να ξεφορτωθούν την προηγουμένην των κατάστασιν. Εάν όμως κάμνης το αντίθετον από αυτά, καθώς κάμνουν οι περισσότεροι, το αντίθετον θα συμβή εις σε και εις τους ακροατάς σου, αντί να γίνουν φιλόσοφοι θα τους κάμης να μισούν αυτό το πράγμα, όταν μεγαλώσουν. Εάν λοιπόν θέλης να με ακούσης, καθώς σου είπα και προηγουμένως, όχι με έχθραν ούτε πολεμικώς, αλλά με επιείκειαν και αληθινήν συγκατάβασιν, θα σκεφθής, τι άραγε εννοούμεν, όταν λέγωμεν ότι τα πάντα κινούνται, και ότι εκείνο το οποίον φαίνεται εκείνο και υπάρχει εις έκαστον, και εις τα άτομα και εις ολόκληρον την πόλιν. Και από αυτά κατόπιν θα κρίνης αν είναι το ίδιον πράγμα ή διαφορετικόν η επιστήμη και η αίσθησις και αν δεν προέρχονται όλα, καθώς είπαμεν προ ολίγου, από την συνήθειαν των βημάτων και των ονομάτων, τα οποία οι περισσότεροι τα σύρουν όπως τύχη και προξενούν δυσκολίας όσας ημπορείς να φαντασθής ο είς εις τον άλλον. Αυτά, καλέ Θεόδωρε, είχα να είπω πρώτος εγώ κατά τας δυνάμεις μου προς βοήθειαν του φίλου σου, και είναι ολίγα από τα ολίγα που γνωρίζω. Αν όμως έζη ο ίδιος θα υπερασπίζετο τους λόγους του με περισσότερον μεγαλείον.
Θεόδωρος. Αστειεύεσαι, Σωκράτη μου, διότι με πολλήν ανδρείαν υπερήσπισες αυτόν τον άνθρωπον.
Σωκράτης. Σε ευχαριστώ διά τους λόγους σου, καλέ μου φίλε, και ειπέ μου σε παρακαλώ, ενόησες προ ολίγου ότι ο Πρωταγόρας κάπου μας προσέβαλε, λέγων ότι συζητούμεν με ένα μικρό παιδί και ότι εκμεταλλευόμεθα τον φόβον αυτού του παιδιού, ενώ συζητούμεν τα ιδικά του διδάγματα, διά τούτο τα θεωρεί αστεία και αποδίδων σπουδαιότητα εις τον πήχυν όλων των πραγμάτων μας προέτρεψε να καταγίνωμεν εις τα διδάγματά του;
Θεόδωρος. Πώς δεν το ενόησα, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Και λοιπόν; Προτείνεις να τον ακούσωμεν;
Θεόδωρος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Βλέπεις λοιπόν ότι όλοι οι παρόντες εκτός σού είναι παιδιά. Εάν λοιπόν πρόκειται να τον ακούσωμεν αυτόν τον άνθρωπον, πρέπει εγώ και συ με ερωτήσεις και απαντήσεις να σπουδάσωμεν τον λόγον του, διά να μη έχη παράπονον ως προς τούτο τουλάχιστον, ότι δηλαδή, ενώ αστειευόμεθα εμπρός εις παλικαράκια, τάχα εξετάσαμεν αυτόν τον λόγον.
Θεόδωρος. Και πώς; Τάχα ο Θεαίτητος δεν ημπορεί καλλίτερα από πολλούς πωγωνοφόρους να παρακολουθήση την έρευναν του λόγου;
Σωκράτης. Όχι όμως και από εσέ καλλίτερα, καλέ Θεόδωρε. Ώστε μην νομίζης ότι εγώ μεν έχω χρέος να υπερασπισθώ με κάθε τρόπον τον φίλον σου ο οποίος απέθανε, συ όμως όχι, αλλ' εμπρός, αγαπητέ, ακολούθησέ με ολίγον έως ότου να εννοήσωμεν, αν πρέπει συ να θεωρηθής διά τα γεωμετρικά σχήματα ο πήχυς που τα μετρά, ή όλοι θα γίνωμεν καθώς συ αυτάρκεις και εις την αστρονομίαν και εις τα άλλα εις τα οποία υπάρχει λόγος να είσαι συ ανώτερος.
Θεόδωρος. Δεν είναι εύκολον, Σωκράτη μου, όταν κανείς κάθηται μαζί σου να μη λάβη μέρος εις την συζήτησιν. Εγώ όμως προ ολίγου ωμίλησα εις τον αέρα, όταν ενόμιζα ότι συ θα μου επιτρέψης να απέχω, και δεν θα με αναγκάσης καθώς κάμνουν οι Λακεδαιμόνιοι. Συ όμως μου φαίνεσαι ότι πλησιάζεις τον Σκείρωνα(4) περισσότερον. Διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι επιβάλλουν έν από τα δύο, ή να φύγης ή να γυμνωθής προς πάλην, συ όμως μου φαίνεται ότι το κάμνεις καθώς ο Ανταίος (5). Διότι όποιος σου πλησιάση, δεν τον αφίνεις να φύγη πριν τον αναγκάσης να ετοιμασθή και να παλαίση με τους λόγους.
Σωκράτης. Περίφημα εχαρακτήρισες την ασθένειάν μου, καλέ Θεόδωρε. Εγώ όμως είμαι δυνατώτερος από εκείνους. Διότι έως τόρα με ευρήκαν στον δρόμον χιλιάδες ωσάν τον Ηρακλέα και τον Θησέα ανδρειωμένοι εις τους λόγους και με εξεκούφαναν. Εγώ όμως πάλιν δεν παραιτούμαι. Τόσον πολύ με εκυρίευσε κάτι τι ωσάν ανίκητος έρως δι' αυτάς τας ασκήσεις. Δι' αυτό λοιπόν μην αποφεύγης και συ από φθόνον να συγκρουσθής μαζί μου και να ωφελήσης συγχρόνως και τον εαυτόν σου και εμέ.
Θεόδωρος. Εγώ πλέον δεν αντιλέγω τίποτε, ώστε φέρε με όπου θέλεις. Χωρίς άλλο πρέπει να δεχθώ με υπομονήν το γραφτό, το οποίον ως μοίρα θα μου διαγράψης συ, όταν θα με εξελέγχης. Σε ειδοποιώ όμως ότι δεν θα ημπορέσω να σε χρησιμεύσω περισσότερον από ό,τι με επρότεινες.
Σωκράτης. Αλλά και τόσον είναι αρκετόν. Και σε παρακαλώ πολύ πρόσεχε εις αυτό, μήπως λησμονήσωμεν και συζητήσωμεν παιδαριωδώς, και κατόπιν πάλιν μας το ονειδίση κανείς τούτο.
Θεόδωρος Και βέβαια θα προσπαθήσω όσον μου είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Λοιπόν ας πάρωμεν πάλιν το προηγούμενον εκείνο και ας ιδούμεν, άραγε έχομεν δίκαιον ή όχι να οργιζώμεθα και να κατακρίνωμεν τον λόγον, διότι παρουσίαζε τον καθένα αυτάρκη διά την φρόνησιν. Και ο Πρωταγόρας συνεφώνησε μαζί μας ότι διακρίνονται μερικοί και ως προς το καλλίτερον και ως προς το χειρότερον, οι οποίοι ακριβώς είναι οι σοφοί. Δεν είναι έτσι;
Θεόδωρος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και λοιπόν, εάν μεν ήτο ο ίδιος παρών και συνεφώνει, χωρίς να τον υπερασπιζώμεθα ημείς μόνοι μας και να δίδωμεν συγκατάθεσιν, δεν θα ήτο ανάγκη να τα επαναλάβωμεν διά να βεβαιωθώμεν. Τόρα όμως ίσως κανείς θελήση να ακυρώση την συγκατάθεσίν μας χάριν εκείνου. Διά τούτο είναι ωραιότερον να εξηγηθούμεν μεταξύ μας καλλίτερα ως προς αυτό. Διότι δεν είναι μικρά η διαφορά, αν το παραδεχθώμεν κατά τούτον τον τρόπον, ή κατά τον αντίθετον.
Θεόδωρος. Λέγεις την αλήθειαν.
Σωκράτης. Λοιπόν ας μην ανοίξωμεν άλλας συζητήσεις, αλλά από τον λόγον του ιδίου ας λάβωμεν την συγκατάθεσιν όσον το δυνατόν συντομώτερα.
Θεόδωρος. Πώς;
Σωκράτης. Ιδού πώς: Λέγει, νομίζω, ότι, εκείνο το οποίον φαίνεται εις έκαστον, αυτό είναι και πραγματικόν εις εκείνον εις τον οποίον φαίνεται;
Θεόδωρος. Αυτό το λέγει πραγματικώς.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, καλέ Πρωταγόρα, και ημείς εδώ προτείνομεν γνώμην ανθρώπου ή μάλλον όλων των ανθρώπων, και λέγομεν ότι κανείς δεν υπάρχει, ο οποίος εις άλλα μεν δεν νομίζει τον εαυτόν του σοφώτερον από τους άλλους, εις άλλα δε άλλους σοφωτέρους από τον εαυτόν του, και μάλιστα εις τους μεγαλιτέρους κινδύνους, καθώς όταν ταλαιπωρούνται εις τας εκστρατείας ή από τα νοσήματα ή από την τρικυμίαν, και αποβλέπη ο καθείς εις τον αρχηγόν του ωσάν θεόν και από αυτόν περιμένη την σωτηρίαν του, ο οποίος δεν έχει καμμίαν άλλην διαφοράν παρά τας γνώσεις. Και εις όλα τα άλλα πράγματα καθημερινώς οι άνθρωποι ζητούν διδασκάλους και άρχοντας διά τον εαυτόν των και τα άλλα ζώα και διά τας εργασίας, διότι επίσης νομίζουν ότι αυτοί είναι ικανοί να διδάσκουν και να είναι αρχηγοί. Και εις όλα αυτά τα πράγματα τι άλλο θα ειπούμεν, παρά ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι παραδέχονται, ότι υπάρχει σοφία και αμάθεια εις τον εαυτόν των;
Θεόδωρος. Τίποτε άλλο.
Σωκράτης. Λοιπόν αυτοί δεν νομίζουν ότι η μεν σοφία είναι αληθινή νόησις, η δε αμάθεια ψευδής γνώμη;
Θεόδωρος. Τι άλλο βεβαίως; .
Σωκράτης. Λοιπόν, καλέ Πρωταγόρα, τι θα απαντήσωμεν εις αυτά; Άραγε θα δεχθώμεν ότι πάντοτε οι άνθρωποι έχουν αληθινήν γνώμην, ή άλλοτε μεν αληθινήν άλλοτε δε ψευδή; Διότι και από τα δύο αυτά εξάγεται ότι δεν έχουν πάντοτε αληθινήν γνώμην, αλλά άλλοτε αληθινήν και άλλοτε ψευδή. Και λάβε υπ' όψιν σου, καλέ Θεόδωρε, ότι πιθανόν να θελήση κανείς από τους οπαδούς του Πρωταγόρα ή συ ο ίδιος ακόμη να αντιλέξης, ότι διόλου δεν νομίζει ο ένας τον άλλον ότι είναι αμαθής και έχει ψευδή γνώμην.
Θεόδωρος. Ναι αλλά αυτό κανείς δεν θα το παραδεχθή, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Και όμως αυτό επιβάλλει κατ' ανάγκην ο λόγος ο οποίος λέγει, ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς που τα μετρά είναι ο άνθρωπος.
Θεόδωρος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Όταν συ κάμνης μόνος σου μίαν κρίσιν, και έρχεσαι εις εμέ και μου λέγης μίαν γνώμην περί ενός πράγματος, τότε εγώ σε αφίνω να θεωρής αληθινήν την γνώμην σου σύμφωνα με τον λόγον του Πρωταγόρα, αλλά τάχα εις ημάς τους άλλους δεν επιτρέπεται να γίνωμεν επικριταί της ιδικής σου κρίσεως, ή νομίζεις ότι θα παραδεχθώμεν ότι συ έχεις πάντοτε αληθινήν γνώμην; Ή μήπως σε αντικρούσουν εκάστοτε χιλιάδες από τους αντιφρονούντας, νομίζοντες ότι συ έχεις ψευδή κρίσιν και γνώμην;
Θεόδωρος. Μα τον Δία, χιλιάδες των χιλιάδων υπάρχουν, καθώς λέγει ο Όμηρος, οι οποίοι θα με φέρουν εις δύσκολον θέσιν.
Σωκράτης. Και λοιπόν; θέλεις να παραδεχθώμεν ότι εκείνην την στιγμήν συ, διά μεν τον εαυτόν σου έχεις αληθινήν γνώμην, διά τας χιλιάδας όμως των ανθρώπων έχεις ψευδή;
Θεόδωρος. Αυτό νομίζω ότι είναι το αναγκαίον συμπέρασμα αυτού του λόγου.
Σωκράτης. Ο ίδιος όμως ο Πρωταγόρας τι νομίζει; Δεν θα αναγκασθή να παραδεχθή ότι, εάν ούτε αυτός ενόμιζε ότι ο πήχυς των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος, ούτε ο πολύς κόσμος νομίζει, καθώς και πράγματι δεν νομίζει, τότε εις κανένα δεν υπάρχει αυτή η «αλήθεια» την οποίαν εκείνος συνέγραψε; Εάν δε πάλιν αυτός μεν ενόμιζε τούτο, ο πολύς όμως κόσμος δεν συμμερίζεται την γνώμην του, γνωρίζεις ότι πρώτον μεν όσον περισσότεροι είναι εκείνοι, οι οποίοι δεν δέχονται αυτήν την γνώμην, από εκείνους οι οποίοι την παραδέχονται, τόσον περισσότερον είναι ψευδής παρά αληθινή;
Θεόδωρος. Κατ' ανάγκην, αφού η αλήθεια και το ψεύδος κανονίζεται από τον αριθμόν των γνωμών (!).
Σωκράτης. Εκτός τούτου το νοστιμώτερον είναι το εξής: Αφού εκείνος λέγει ότι όλοι έχουν αληθινήν γνώμην, βεβαίως παραδέχεται ότι είναι αληθινή η γνώμη εκείνων οι οποίοι εναντιώνονται εις την γνώμην του, και νομίζουν ότι έχει ψευδή γνώμην.
Θεόδωρος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν θα παραδεχθή ότι η ιδική του γνώμη είναι ψευδής, αφού την γνώμην εκείνων οι οποίοι νομίζουν, ότι αυτός ψεύδεται την παραδέχεται ως αληθινήν;
Θεόδωρος. Κατ' ανάγκην.
Σωκράτης. Γνωρίζεις ακόμη ότι οι άλλοι δεν παραδέχονται διά τον εαυτό των, ότι έχουν ψευδή γνώμην
Θεόδωρος. Βεβαίως δεν παραδέχονται.
Σωκράτης. Αυτός όμως πάλιν παραδέχεται και αυτήν την γνώμην των ως αληθινήν, συμφώνως προς όσα έγραψε.
Θεόδωρος. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Επομένως όλοι και πρώτος πρώτος ο Πρωταγόρας (!) θα διαφιλονική την ιδικήν του γνώμην ή μάλλον, αφού δέχεται ότι έχει αληθινήν γνώμην εκείνος ο οποίος εναντιώνεται εις αυτόν, τότε ο ίδιος ο Πρωταγόρας παραδέχεται ότι ούτε ο κύων ούτε ο τυχών άνθρωπος είναι πήχυς διά κανέν πράγμα το οποίον δεν έμαθε. Δεν είναι έτσι;
Θεόδωρος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν αφού διαφιλονικείτε από όλους, τότε δεν θα είναι αληθινή η γνώμη του Πρωταγόρα, ούτε δι' άλλον κανένα, ούτε διά τον ίδιον εαυτόν του.
Θεόδωρος. Καλέ Σωκράτη, πάρα πολύ κατατρέχομεν τον φίλον μου.
Σωκράτης. Όχι μόνον αυτό, φίλε μου, αλλά πολύ πιθανόν και να παρατρέχωμεν την αλήθειαν. Και βέβαια είναι λογικόν αφού εκείνος ήτο γέρων να ήτο σοφώτερος από ημάς. Και αν από κανένα μέρος έβγαζε την κεφαλήν έως τον λαιμόν και μας έβλεπε, χωρίς άλλο θα με κατέκρινε εμέ ως φλύαρον και εσέ διότι συγκατανεύεις, και αμέσως θα εχώνετο εις το χώμα διά να φύγη μακράν από ημάς. Ημείς όμως, καθώς νομίζω, έχομεν χρέος να δείξωμεν ποίαν γνώμην έχομεν, και την γνώμην μας αυτήν να την εκφράζωμεν πάντοτε ειλικρινώς. Λοιπόν και τόρα δεν θα δεχθώμεν, ότι, αφού πας τις παραδέχεται ότι υπάρχει και σοφώτερος άλλος από άλλον, υπάρχει και αμαθέστερος;
Θεόδωρος. Εγώ τουλάχιστον αυτό φρονώ.
Σωκράτης. Άραγε φρονείς ακόμη ότι μένει ακλόνητος και ως προς κείνο το οποίον οι ίδιοι επροσθέσαμεν διά να υπερασπισθώμεν τον Πρωταγόραν, ότι δηλαδή τα περισσότερα πράγματα, όπως φαίνονται, τοιαύτα και είναι εις έκαστον, ως τα θερμά, τα ξηρά, τα γλυκά και όλα όσα είναι αυτής της κατηγορίας; Και ότι εάν εις μερικά αναγνωρίζη ότι διαφέρει ο είς από τον άλλον, το πολύ εις τα υγιεινά και νοσώδη ημπορεί να δεχθή, ότι οιονδήποτε γύναιον, ή παιδίον, ή θηρίον δεν είναι εις θέσιν να θεραπευθή μόνον του, χωρίς να γνωρίζη το υγιεινόν, και ότι εις τούτο προ πάντων ο είς διαφέρει του άλλου;
Θεόδωρος. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν και διά τα πολιτικά είναι πραγματικώς καλά και αισχρά και δίκαια και άδικα και όσια και ανόσια όσα παραδεχθή εκάστη πόλις και νομοθετήση διά τον εαυτόν της, και επομένως ως προς αυτά δεν είναι σοφώτερον ούτε ένα άτομον από άλλο άτομον, ούτε μία πόλις από άλλην πόλιν. Μόνον όμως εις το να νομοθετή όσα συμφέρουν προ πάντων ή δεν συμφέρουν εις την ιδίαν, θα αναγνωρίση πάλιν ότι έχει διαφοράν ο είς σύμβουλος από τον άλλον και η μία γνώμη της πόλεως από την άλλην ως προς την αλήθειαν, και δεν θα τολμήση να ειπή ότι όσα νομοθετήση μία πόλις, διότι ενόμισε ότι συμφέρουν εις αυτήν, ωρισμένως αυτά θα την ωφελήσουν περισσότερον από παν άλλο. Ενώ εκεί, που είπα προηγουμένως, δηλαδή εις τα δίκαια και άδικα και όσια και ανόσια, είναι πρόθυμοι να διισχυρίζωνται ότι κανέν από αυτά δεν έχει εκ φύσεως την ουσίαν του, αλλά παν ό,τι νομίση η κοινή γνώμη, τούτο γίνεται αληθές και μόνον όσον χρόνον το νομίζει. Επί τέλους δε και όσοι δεν έχουν εντελώς την γνώμην του Πρωταγόρα με αυτά σχεδόν κάμνουν τον φιλόσοφον. Ημείς όμως, καλέ Θεόδωρε, από τον ένα λόγον πηγαίνομεν εις τον άλλον και από τον μεγαλίτερον εις τον μικρότερον.
Θεόδωρος. Και μήπως δεν έχομεν καιρόν, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Φαίνεται. Και σε βεβαιώ, αξιοθαύμαστε φίλε, πολλάκις το παρετήρησα καθώς και τόρα, ότι ήτο επόμενον όσοι χάνουν πολύν καιρόν εις την φιλοσοφίαν, όταν παρουσιασθούν εις τα δικαστήρια να φαίνωνται γελοίοι ρήτορες.
Θεόδωρος. Πώς λοιπόν το εξηγείς;
Σωκράτης. Σχεδόν όσοι κυλίονται μέσα εις τα δικαστήρια και τα παρόμοια από μικροί, συγκρινόμενοι με όσους εμεγάλωσαν μέσα εις την φιλοσοφίαν και τας παρομοίας σπουδάς, είναι ωσάν δούλοι απέναντι ελευθέρων.
Θεόδωρος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Διότι οι μεν πρώτοι έχουν πάντοτε καιρόν, καθώς είπες, και συνομιλούν με ησυχίαν και χωρίς βίαν. Καθώς ημείς τόρα εδώ τρεις φοράς με αυτήν αλλάζομεν λόγον. Το ίδιον κάμνουν και εκείνοι, όταν τους αρέση εκείνο που τους κατεβαίνει περισσότερον από το προκείμενον, καθώς αρέσει εις ημάς. Και δεν τους μέλει αν ομιλούν πολλήν ώραν ή συντόμως, αρκεί να επιτύχουν την αλήθειαν, ενώ αυτοί οι άλλοι ομιλούν πάντοτε βιαστικά — διότι τους βιάζει το νερόν της κλεψύδρας (6) που τρέχει — και δεν επιτρέπει να ομιλήσουν δι' έν ζήτημα το οποίον επιθυμούν, διότι ο αντίδικος στέκει επάνω από το κεφάλι των και τους πιέζει και αναγινώσκει σχέδιον, έξω από το οποίον δεν επιτρέπεται κατά τον νόμον να ομιλούν, και το οποίον ακριβώς λέγεται αντωμοσία. Και οι λόγοι των πάλιν λέγονται πάντοτε δι' ένα δούλον, καθώς είναι αυτοί, καθήμενοι εμπρός εις ένα σατράπην, ο οποίος κρατεί εις το χέρι του την δικαιοσύνην, και αι δίκαι ποτέ δεν γίνονται διά το τίποτε, αλλά πάντοτε διά το ατομικόν των συμφέρον και πολλάκις αγωνίζονται διά να σώσουν το κεφάλι των. Επομένως από όλα αυτά γίνονται φωνασκοί και οξύθυμοι και γνωρίζουν να κολακεύουν τον σατράπην με τους λόγους των και να τον ευχαριστήσουν με κάτι τι πραγματικόν, και είναι μικροπρεπείς και στρεψόδικοι. Διότι την αύξησιν και την ευθύτητα και την ελευθερίαν της ψυχής των την αφήρεσε η μακροχρόνιος δουλεία, η οποία τους αναγκάζει να κάμνουν στραβά πράγματα, διότι εν όσω ακόμη αι ψυχαί των είναι τρυφεραί, επιβάλλει εις αυτούς μεγάλους κινδύνους και φόβους και επειδή δεν ημπορούν να τους υποφέρουν εντός του δικαίου και της αληθείας, αμέσως προσπαθούν να απατήσουν και να αδικήσουν ο είς τον άλλον και πέφτουν και τσακίζονται. Επομένως γίνονται εις το τέλος άνδρες από παιδιά χωρίς καμμίαν ψυχικήν υγείαν, και νομίζουν πλέον ότι έγιναν φοβεροί και σοφοί. Και αυτοί μεν, αγαπητέ Θεόδωρε, είναι τοιούτοι. Αυτούς όμως, όσοι ανήκουν εις τον ιδικόν μας χορόν θέλεις άραγε να τους χαρακτηρίσωμεν και αυτούς, ή να τους αφήσωμεν και να έλθωμεν πάλιν εις την συζήτησίν μας, ώστε, καθώς ελέγαμεν και προ ολίγου, να μην κάμνωμεν μεγάλην κατάχρησιν εις την ελευθερίαν και αλλαγήν των λεγομένων;
Θεόδωρος. Όχι, καλέ Σωκράτη, αλλά ας τους χαρακτηρίσωμεν. Διότι αυτό το είπες πολύ ωραία, ότι δηλαδή ημείς όσοι αποτελούμεν τούτον τον χορόν δεν είμεθα υπηρέται των λόγων, αλλά οι λόγοι είναι ως άλλοι δούλοι μας, και έκαστος από αυτούς περιμένει να συμπληρωθή, όταν μας έλθη η όρεξις. Διότι εις τον χορόν μας δεν επιβλέπει ούτε δικαστής ούτε θεατής, καθώς εις τους ποιητάς, διά να μας κατακρίνη και να μας επιβληθή.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν, αφού το θέλεις, νομίζω ότι πρέπει να ομιλήσωμεν περί των κορυφαίων. Διότι προς τι κανείς να αναφέρη τους αναξίους διά τας φιλοσοφικάς συζητήσεις; Και λοιπόν αυτοί από μικράν ηλικίαν πρώτον μεν διά να υπάγουν εις την αγοράν δεν γνωρίζουν τον δρόμον, ούτε γνωρίζουν πού είναι το δικαστήριον, ή το βουλευτήριον, ή κανέν άλλο κοινόν της πόλεως συνέδριον. Τους δε νόμους και τα ψηφίσματα τα προφορικά ή γραπτά, ούτε τα βλέπουν, ούτε τα ακούουν. Τρεχάματα δε διά συλλόγους διά να καταλάβουν την εξουσίαν και συνεδριάσεις και γεύματα και πατινάδες με οργανοπαικτρίας, ούτε εις το όνειρόν των δεν τους κατεβαίνει να τα βλέπουν. Εάν δε εις την πόλιν γεννηθή κανείς από μεγάλην ή μικράν οικογένειαν, ή αν εις κανένα συμβή δυστύχημα εξ αιτίας των προγόνων του, είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες, περισσότερον το αγνοούν αυτό, παρά πόσας σταγόνας έχει η θάλασσα. Και ύστερα από όλα αυτά δεν γνωρίζουν ακόμη και ότι δεν τα γνωρίζουν. Διότι διά να έχουν υπόληψιν δεν τα αμελούν και αυτά, αλλά πραγματικώς το σώμα των μόνον ευρίσκεται μέσα εις την πόλιν, ενώ η ψυχή των όλα αυτά τα θεωρεί μικρά και μηδαμινά και τα περιφρονεί και περιφέρεται, καθώς λέγει ο Πίνδαρος, καταμετρούσα και τα κάτωθεν της γης και την επιφάνειαν αυτής και σπουδάζουσα αστρονομικώς τον ουρανόν και εις όλα τα μέρη ερευνώσα την φύσιν έκαστου πράγματος του σύμπαντος, χωρίς να περιορίζη τον εαυτόν της εις τα πλησίον.