← Table of contents
Θεαίτητος

Front matter (continued 2)

Kyriakos Zambas translation

Θεόδωρος. Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Καθώς ο Θαλής, καλέ Θεόδωρε, ενώ εξήταζε τα άστρα και έβλεπε υψηλά, έπεσε εις ένα πηγάδι και μία Θράκισσα ωραία και νόστιμη υπηρέτρια λέγουν ότι τον επερίπαιξε, διότι όσα μεν είναι εις τον ουρανόν έχει πόθον να τα γνωρίση, ενώ όσα είναι εμπρός εις τα πόδια του δεν τα γνωρίζει. Και ο ίδιος εμπαιγμός εφαρμόζεται εις όλους, όσοι καταγίνονται εις την φιλοσοφίαν. Διότι πραγματικώς ο τοιούτος διά μεν τον πλησίον του και τον γείτονά του δεν έχει είδησιν, όχι μόνον τι κάμνει, αλλά σχεδόν ακόμη και αν είναι άνθρωπος ή κανέν κτήνος. Το τι όμως είναι ο άνθρωπος και τι αρμόζει εις την ανθρωπίνην φύσιν να κάμνη ή να πάσχη, διαφορετικόν από τα άλλα ζώα, κάθεται και το εξετάζει με πολύν κόπον. Με εννοείς, φίλε Θεόδωρε, ή όχι;

Θεόδωρος. Σε εννοώ και λέγεις την αλήθειαν.

Σωκράτης. Δι' αυτό λοιπόν, φίλε μου, ο τοιούτος και εις τας ιδιωτικάς του συναναστροφάς και εις τας κοινωνικάς του σχέσεις, καθώς έλεγα εις την αρχήν, όταν εντός δικαστηρίου ή εις κανέν άλλο μέρος αναγκασθή να συζητήση διά πράγματα που είναι εμπρός εις τα πόδια του και εις την μύτην του, γίνεται γελοίος όχι μόνον ενώπιον των Θρακισσών αλλά και όλου του λαού, διότι πίπτει εις πηγάδια και εις διαφόρους δυσκολίας ένεκα της αμαθείας του, και τότε η εντροπή του είναι τρομερά, διότι προξενεί εντύπωσιν αβελτηρίας. Διότι και εις τας ύβρεις δεν έχει συνήθειαν ποτέ να υβρίζη κανένα, αφού δεν γνωρίζει κανέν σφάλμα κανενός, επειδή δεν τους εσπούδασε. Επειδή λοιπόν δεν έχει να ειπή τίποτε, γίνεται γελοίος. Και πάλιν εις τους επαίνους και τα καυχήματα των άλλων φανερώνεται ότι γελά όχι προσποιητώς αλλά πραγματικώς και φαίνεται ότι είναι ακριτολόγος. Διότι και όταν ακούη να εγκωμιάζεται ηγεμών ή βασιλεύς νομίζει ότι ακούει να καλοτυχίζουν κανένα χοιροβοσκόν ή ποιμένα, διότι αρμέγει πολύ γάλα. Νομίζει μάλιστα ότι αυτοί οι βασιλείς βόσκουν ένα ζώον δυστροπώτερον και επιφοβώτερον από εκείνα και επειδή δεν έχουν καιρόν να παιδευθούν, γίνονται κατ' ανάγκην όχι ολιγώτερον αγροίκοι και απαίδευτοι από τους βοσκούς. Όταν πάλιν ακούση περί κτημάτων ότι κάποιος θαυμάζεται, διότι έχει περισσότερα από δέκα χιλιάδες στρέμματα, αυτός νομίζει ότι είναι πολύ ολίγα διότι συνηθίζει να τα συγκρίνη προς όλην την γην. Προ πάντων δε όταν επαινούν την καταγωγήν και λέγουν ότι είναι ευγενής όστις αποδείξη ότι έχει επτά πάππους πλουσίους, αυτός νομίζει ότι δεν βλέπουν διόλου μακράν, όταν επαινούν, και ότι ένεκα της αμαθείας των δεν είναι εις θέσιν να ρίπτουν εκάστοτε βλέμμα εις το όλον, ούτε να υπολογίσουν, ότι πάππους και προγόνους έχει ο καθείς πολλάς χιλιάδας και εις το διάστημα αυτό αναρίθμητοι υπήρξαν πλούσιοι και πτωχοί βασιλείς και δούλοι βάρβαροι και Έλληνες πολλάκις διά τον καθένα. Όσοι όμως υπερηφανεύονται, διότι έχουν κατάλογον είκοσι πέντε προγόνων και αναβιβάζουν την καταγωγήν των εις τον Ηρακλέα του Αμφιτρύωνος, φαίνονται εις αυτό παράξενοι διά την μικρολογίαν των, Ότι όμως από τον υιόν του Αμφιτρύωνος και άνω υπήρχε άλλος εικοστός πέμπτος πρόγονος και από εκείνον άλλος πεντηκοστός και ήτο καθώς τον έκαμε η τύχη του, γελά διότι δεν ημπορούν να το υπολογίσουν και να αποδιώξουν την χαυνότητα από την ανόητον ψυχήν των. Εις όλα αυτά λοιπόν ο τοιούτος περιπαίζεται από τον λαόν, διότι εις το ένα ζήτημα ημπορεί να υπερηφανεύεται, καθώς φαίνεται, ενώ όσα είναι εμπρός εις τους πόδας του, τα αγνοεί και έχει απορίας εις έκαστον από αυτά.

Θεόδωρος. Λέγεις εντελώς πράγματα, που συμβαίνουν, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Όταν όμως, φίλε μου, σύρη ο ίδιος κανένα εις το δικαστήριον και του επιτρέψη κανείς να αφήση κατά μέρος την μικροσυζήτησιν: Όχι, εγώ αδικώ εσέ, όχι, συ αδικείς εμέ, και να υψωθή εις την εξέτασιν της καθ' αυτό δικαιοσύνης και αδικίας διά να εύρη τι διαφέρουν αυτά το έν από το άλλο και από όλα τα άλλα πράγματα, ή από την μικροσυζήτησιν, αν ο βασιλεύς είναι ευτυχής, διότι έχει πολύ χρήμα, να υψωθή εις την εξέτασιν της βασιλείας και εν γένει της ανθρωπίνης ευτυχίας, ή αθλιότητος, διά να εύρη τι είναι το καθέν από αυτά και με ποίον τρόπον αρμόζει εις την φύσιν του ανθρώπου το μεν έν από αυτά να το αποκτήση, το δε άλλο να το αποφύγη, θριαμβεύει. Όταν πάλιν περί όλων αυτών γίνη ανάγκη να ομιλήση ο μικρόψυχος εκείνος και οξύθυμος και δικανικός, αυτός πάλιν κάμνει τα αντίστροφα. Διότι ζαλίζεται ωσάν κρεμασμένος υψηλά και βλέπει με βλέμμα μετεωρισμένον και επειδή είναι ασυνήθιστος και αδημονεί και απορεί και τραυλίζει, δεν λέγω ότι γίνεται γελοίος εις τας Θρακίσσας ούτε και εις κανένα άλλον απαίδευτον, διότι αυτό δεν το εννοούν, γίνεται όμως γελοίος εις τους λαβόντας αντίθετον ανατροφήν από την ανδραποδώδη. Ιδού λοιπόν ο χαρακτήρ ενός εκάστου από αυτούς τους δύο, καλέ Θεόδωρε, ο μεν ένας ανετράφη πραγματικώς με ελευθερίαν και με άνεσιν, τον οποίον ακριβώς ονομάζεις φιλόσοφον, και δεν θεωρεί προσβολήν να τον νομίζουν μωρόπιστον και ότι δεν αξίζει τίποτε, όταν περιεπλεχθή εις υπηρεσίας δουλικάς, λόγου χάριν να μη γνωρίζη να δέση ένα στρωματόδεμα, ή να κατασκευάζη ένα νόστιμον φαγητόν, ή να ειπή δύο έξυπνα λόγια. Ο άλλος πάλιν όλα αυτά ημπορεί να τα εκτελέση επιτηδείως και ταχέως, δεν ημπορεί όμως να ενδυθή με επιτηδειότητα ελευθέρου ανθρώπου, ουδέ εγνώρισε την αρμονίαν των λόγων, διά να εξυμνήση την αληθινήν ζωήν των θεών και των ανθρώπων που ευτυχούν.

Θεόδωρος. Εάν, καλέ Σωκράτη, οι λόγοι σου έπειθαν όλους καθώς εμέ, θα επληθύνετο η ειρήνη εις τον κόσμον και θα ήτο μικροτέρα η δυστυχία.

Σωκράτης. Και όμως ούτε να εξαλειφθή το κακόν είναι δυνατόν, καλέ Θεόδωρε, διότι είναι ανάγκη να υπάρχει πάντοτε μία αντίθεσις προς το αγαθόν ούτε πάλιν ημπορεί να έχη θέσιν μεταξύ των θεών, αλλά μόνον εις την θνητήν φύσιν και εις τούτον τον τόπον περιφέρεται εξ ανάγκης. Διά τούτο πρέπει να προσπαθήσωμεν να φύγωμεν το γρηγορώτερον από τον κόσμον τούτον εις εκείνον. Φυγή δε είναι το να γίνωμεν όσον το δυνατόν όμοιοι με τον θεόν, η δε ομοίωσις συνίσταται εις το να γίνωμεν δίκαιοι και ευσεβείς μαζί με την φρόνησιν. Αλλά βεβαίως, φίλε μου, δεν είναι τόσον εύκολον να πείση κανείς άλλον, ότι όχι διά τους λόγους διά τους οποίους λέγει ο λαός πρέπει να αποφεύγη το πονηρόν και να ζητή την αρετήν, δηλαδή διά να φαίνεται ότι δεν είναι κακός, αλλά αγαθός. Διότι αυτά μου φαίνονται ότι είναι φλυαρία γραϊδίων, η δε αλήθεια είναι η εξής: ο θεός δεν είναι άδικος με κανένα τρόπον εις καμμίαν περίστασιν, αλλ' όσον το δυνατόν είναι δίκαιος εις την εντέλειαν, και κανέν άλλο πράγμα δεν είναι ομοιότερον με αυτόν, παρά εκείνος από ημάς ο οποίος θα γίνη δίκαιος εις την εντέλειαν. Αυτό είναι εκείνο το οποίον κάμνει ένα άνθρωπον πραγματικώς θαυμάσιον, και πάλιν ουτιδανόν και άνανδρον. Διότι η μεν γνώσις αυτού είναι αληθινή σοφία και αρετή, η δε άγνοια είναι φανερά αμάθεια και κακία. Αι άλλαι όμως φαινομενικαί ικανότητες και σοφίαι εις μεν την διαχείρισιν των πολιτικών είναι βάρος εις τους άλλους, εις δε τας τέχνας είναι χονδροειδία. Και λοιπόν εις εκείνον ο οποίος αδικεί και ομιλεί η κάμνει ασεβή πράγματα, το καλλίτερον είναι να μη τον θεωρήσωμεν τρομερόν εις την πανουργίαν. Διότι αυτοί ευχαριστούνται να ακούουν τοιαύτην κατηγορίαν και νομίζουν ότι δεν είναι φλύαροι, αφού άλλως είναι βάρος της γης, αλλά ότι είναι άνθρωποι καθώς πρέπει να είναι εις μίαν πόλιν όσοι θέλουν να σωθούν. Πρέπει λοιπόν να ειπούμεν την αλήθειαν, ότι δηλαδή τόσον περισσότερον είναι ό,τι δεν υποθέτουν, όσον περισσότερον δεν το γνωρίζουν. Διότι αγνοούν την ζημίαν της αδικίας, την οποίαν διόλου δεν πρέπει να αγνοή κανείς. Διότι αδικία δεν είναι αυτό που νομίζεται συνήθως, δηλαδή οι δαρμοί και οι θάνατοι, τα οποία πολλάκις τα παθαίνουν όσοι δεν είναι άδικοι, αλλά εκείνη την οποίαν είναι αδύνατον να την αποφύγουν.

Θεόδωρος. Ποίαν λοιπόν εννοείς;

Σωκράτης. Υπάρχουν, φίλε μου, δύο πρότυπα δείγματα εις την φύσιν, το θείον το οποίον είναι ευτυχέστατον και ο αντίθεος ο οποίος είναι ο αθλιώτατος και όμως δεν τα βλέπουν και από την ηλιθιότητά των και την υπερβολικήν ανοησίαν των χωρίς να το αισθάνωνται γίνονται όμοιοι με τον δεύτερον από τα άδικα έργα των και ανόμοιοι με το πρώτον. Δι' αυτό λοιπόν πληρώνουν τα αντίποινα εν όσω ζουν ζωήν ανάλογον με αυτόν που ομοιάζουν. Και αν ελέγαμεν εις αυτούς ότι, αν δεν αποκηρύξουν την επιτηδειότηταν, όταν θα αποθάνουν, δεν θα τους δεχθή εκείνος ο καθαρός από το κακόν τόπος και ότι εις την παρούσαν ζωήν πάντοτε θα απολαμβάνουν τα ανάλογα προς την διαγωγήν των, κακοί αυτοί με άλλους κακούς συντρόφους, τότε προ πάντων θα φανούν τρομεροί και πανούργοι ως να τους τα λέγη αυτά κανείς ανόητος.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.

Σωκράτης. Το γνωρίζω αγαπητέ μου φίλε. Ένα πράγμα όμως συμβαίνει εις αυτούς, δηλαδή αν γίνη ανάγκη ατομικώς να δώσουν και να λάβουν τον λόγον δι' εκείνους τους οποίους κατακρίνουν και δεχθούν αξιοπρεπώς να υπομείνουν πολύν χρόνον και να μη φύγουν ανάνδρως, τότε παραδόξως, φίλε μου, εις το τέλος δεν αρέσουν οι ίδιοι τον εαυτόν των, δι' όσα λέγουν, και όλη των εκείνη η ρητορική μαραίνεται, ώστε να μην έχουν καμμίαν διαφοράν από μικρά παιδιά. Και αυτά μεν, επειδή είναι έξω της υποθέσεως, ας τα αφήσωμεν. Άλλως θα συσσωρευθούν πολλά διαρκώς και θα κατακαλύψουν τον λόγον, τον οποίον αρχίσαμεν. Ώστε ας έλθωμεν εις τα προηγούμενα, αν είσαι σύμφωνος και συ.

Θεόδωρος. Καλέ Σωκράτη, εγώ ευχαριστούμαι πολύ να ακούω τοιαύτα ζητήματα, διότι είναι ευκολώτερον εις την γεροντικήν μου ηλικίαν να παρακολουθώ, εάν όμως συ θέλης, ας επανέλθωμεν εις τα πρώτα πάλιν.

Σωκράτης. Δεν εφθάσαμεν λοιπόν εις το μέρος εκείνο του λόγου, εις το οποίον ελέγαμεν ότι όσοι παραδέχονται ότι τα όντα μετακινούνται και ότι εκείνο το οποίον νομίζει έκαστος, αυτό και υπάρχει δι' εκείνον ο οποίος το νομίζει, εις όλα μεν τα άλλα και προ πάντων εις τα δίκαια είναι πρόθυμοι να διισχυρίζωνται ότι ωρισμένως όσα νομοθετήση μία πόλις, αφού τα εγκρίνη, αυτά είναι και δίκαια δι' αυτήν που τα ενομοθέτησε, εφ' όσον μένουν; Ως προς το αγαθόν όμως ουδείς είναι τόσον ανδρείος ώστε να τολμά να διισχυρίζεται ότι και όσα νομίση ωφέλιμα η πόλις και τα νομοθετήση, είναι ωφέλιμα όσον χρόνον μένουν. Εκτός εάν απλώς λέγωμεν το όνομα. Αλλά τούτο πάλιν θα ήτο εμπαιγμός δι' όσα λέγομεν. Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Όστε ας μην ομιλούμεν διά το όνομα αλλά διά το πράγμα, το οποίον εκφράζει το όνομα.

Θεόδωρος. Μάλιστα, ας μην ομιλούμεν.

Σωκράτης. Αλλά το πράγμα το οποίον εκφράζει το όνομα, έχει υπ' όψει της η πόλις όταν νομοθετή, και όσον της είναι δυνατόν κάμνει όλους τους νόμους ωφελιμωτάτους διά τον εαυτόν της. Ή νομίζεις ότι βλέπει εις άλλο τίποτε όταν νομοθετή;

Θεόδωρος. Διόλου μάλιστα.

Σωκράτης. Αί λοιπόν, άραγε επιτυγχάνει πάντοτε ή σφάλλει εις πολλά πράγματα εκάστη πόλις;

Θεόδωρος. Εγώ νομίζω ότι εις πολλά σφάλλει.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν τα ίδια θα τα παραδεχθή έκαστος πολύ ευκολώτερον, εάν κανείς ερωτήση περί ολοκλήρου του είδους εις το οποίον ανήκει και το ωφέλιμον, νομίζω δε ότι εις τούτο ανήκει και ο μέλλων χρόνος. Διότι όταν νομοθετούμεν θέτομεν τους νόμους διά να είναι ωφέλιμοι εις τον κατόπιν χρόνον, αυτό δε πολύ καλά ημπορούμεν να το ονομάσωμεν μέλλον.

Θεόδωρος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν ας ερωτήσωμεν τον Πρωταγόραν ή κανένα από τους οπαδούς του. Δεν λέγετε σεις, κύριε Πρωταγόρα, ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς που τα μετρά είναι ο άνθρωπος, δηλαδή των λευκών, των βαρέων, των ελαφρών και όλων ανεξαιρέτως των τοιούτων, διότι έχει εντός του το κριτήριον δι' όλα αυτά και όπως τα αισθάνεται, τοιαύτα τα νομίζει, και τα νομίζει πραγματικά διά τον εαυτόν του. Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλ' άραγε, κύριε Πρωταγόρα, και διά τα μέλλοντα έχει εντός του το κριτήριον, και όπως νομίζει ότι θα συμβούν, τοιαύτα πραγματικώς θα συμβούν εις αυτόν που τα ενόμισε; Λόγου χάριν ως προς τα θερμά, εάν κανείς αμαθής νομίση ότι θα τον πιάση θέρμη, θα έχη πραγματικώς αυτήν την θερμότητα και αν άλλος, ιατρός όμως αυτός, ειπή το εναντίον, τότε κατά την γνώμην ποίου από αυτούς τους δύο θα δεχθούμεν ότι θα συμβή το μέλλον; Ή μήπως θα γίνη συμφώνως με την γνώμην και του ενός και του άλλου και διά μεν τον ιατρόν δεν θα είναι θερμός, ουδέ θερμασμένος, διά δε τον εαυτόν του θα είναι και τα δύο μαζί;

Θεόδωρος. Αυτό πραγματικώς θα ήτο κωμικόν.

Σωκράτης. Ακόμη δε νομίζω ότι και ως προς την γλυκύτητα ή στυφάδα την οποίαν μέλλει να αποκτήση ο οίνος έχει κύρος η γνώμη του αμπελουργού και όχι του κιθαριστού.

Θεόδωρος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Ούτε πάλιν διά την αρμονίαν ή δυσαρμονίαν, η οποία θα συμβή εις το μέλλον, ημπορεί να έχη καλλιτέραν γνώμην ο γυμναστής από τον μουσικόν, πράγμα το οποίον κατόπιν και ο γυμναστικός θα το παραδεχθή ότι είναι αρμονικόν.

Θεόδωρος. Όχι βεβαίως.

Σωκράτης. Επίσης και όστις μέλλει να κάμη το γεύμα του χωρίς να γνωρίζη μαγειρικήν, όταν ετοιμάζεται τα φαγητόν, δεν έχει ολιγώτερον κύρος η γνώμη του από τον μάγειρον διά την ευχαρίστησιν την οποίαν τούτο θα προξενήση; Διότι όσον διά την ευχαρίστησιν η οποία υπάρχει ή υπήρξε, τόρα πλέον ας παύσωμεν να φιλονεικούμεν, περί εκείνης όμως η οποία μέλλει να νομισθή και να υπάρξη εις έκαστον τι φρονείς; άραγε είναι ο καλλίτερος κριτής αυτός ο ίδιος διά τον εαυτόν του; Η μήπως συ, κύριε Πρωταγόρα, δεν θα διδάξης καλλίτερα από οποιονδήποτε αναρμόδιον τι είναι πιθανόν να συμβή εις έκαστον από ημάς εις το δικαστήριον, όσον εξαρτάται από τους λόγους;

Θεόδωρος. Πραγματικώς, φίλε μου Σωκράτη, πάρα πολύ εκείνος εβεβαίωνε ότι ο ίδιος είναι εις αυτό ανώτερος από όλους.

Σωκράτης. Και έκαμνε καλά μα τον Δία, αγαπητέ μου φίλε. Άλλως βεβαίως κανείς δεν θα εκάθητο να συζητή μαζί του και να πληρώνη τόσον πολύ χρήμα, εάν δεν κατέπειθε τους συνομιλητάς του, ότι και εκείνο το οποίον εις το μέλλον θα υπάρξη και θα νομισθή ούτε μάντις ούτε άλλος κανείς ημπορεί να το κρίνη καλύτερον από τον εαυτόν του.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αί λοιπόν και αι νομοθεσίαι και το ωφέλιμον δεν ανήκουν εις το μέλλον, και δεν ομολογεί πας τις ότι κατ' ανάγκην πολλάκις μία πόλις, η οποία θέτει νόμους, δεν επιτυγχάνει το ωφελιμώτερον από όλα;

Θεόδωρος. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Επομένως δικαίως ημπορούμεν να ειπούμεν εις τον διδάσκαλόν σου, ότι είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή ότι υπάρχει σοφώτερος ένας άλλος από κάθε άλλον, και ο σοφώτερος αυτός βεβαίως είναι ο πήχυς που μετρά τα πράγματα. Εγώ όμως ο αμαθής δεν υπάρχει η παραμικρά ανάγκη να γίνω πήχυς καθώς με ηνάγκαζε να γίνω με το καλό και με την βίαν ο λόγος τον οποίον είπα με το μέρος εκείνου.

Θεόδωρος. Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι με αυτά περισσότερον εξελέγχεται ψευδής ο λόγος του, ο οποίος όμως εξελέγχεται και με το ότι παραδέχεται ως εγκύρους τας γνώμας των άλλων, διότι αύται απεδείχθησαν ότι δεν παραδέχονται κατ' ουδένα τρόπον αληθείς τους λόγους εκείνου.

Σωκράτης. Και με άλλους πολλούς τρόπους, καλέ Θεόδωρε, είναι εύκολον να εξελεχθή το ότι δεν είναι αληθινή η γνώμη του καθενός. Αλλά ως προς τα πάθη τα οποία συμβαίνουν εις έκαστον, από τα οποία προέρχονται αι αισθήσεις και αι γνώμαι αι οποίαι τας συνοδεύουν, είναι δυσκολώτερον να αποδείξωμεν ότι δεν είναι αληθή. Πιθανόν όμως να απατώμαι, διότι ίσως είναι αψευδείς, και ίσως να λέγουν την αλήθειαν όσοι διισχυρίζονται ότι είναι σαφείς και επιστημονικαί. Ώστε πιθανόν και ο Θεαίτητος απ' εδώ να μη απέτυχε, όταν είπε ότι είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει να πλησιάσωμεν περισσότερον εις το ζήτημα, καθώς το επέβαλλε ο λόγος τον οποίον είπα υπερασπιζόμενος τον Πρωταγόραν, και να ερευνήσωμεν αυτήν την κινουμένην ουσίαν, αν λέγει τίποτε το ορθόν ή είναι σαθρά. Τουλάχιστον περί αυτής έως τόρα δεν έγινε μικρός πόλεμος ούτε μεταξύ ολίγων ανθρώπων.

Θεόδωρος. Πολύ απέχει του να είναι μικρά, εις την Ιωνίαν μάλιστα, διαρκώς μεγαλόνει. Διότι οι φίλοι του Ηρακλείτου με μεγάλην ανδρείαν δίδουν τα έξοδα προς χάριν αυτού του λόγου.

Σωκράτης. Δι' αυτό, φίλε Θεόδωρε, ακόμη περισσότερον είναι ανάγκη να εξετάσωμεν και μάλιστα από την αρχήν, πώς την υποστηρίζουν οι ίδιοι.

Θεόδωρος. Βεβαιότατα. Διότι, φίλε μου Σωκράτη, δι' αυτούς τους λόγους του Ηρακλείτου, ή καθώς συ λέγεις του Ομήρου και των άλλων ακόμη αρχαιοτέρων, όσοι ευρίσκονται εις τα μέρη της Εφέσου και καυχώνται ότι είναι έμπειροι οι ίδιοι μεν δεν είναι ικανοί να συζητήσουν καλλίτερον από τους εξωφρενικούς. Διότι πραγματικώς μετακινούνται και αυτοί καθώς λέγουν τα συγγράμματα. Το να μείνουν όμως σταθεροί εις ένα λόγον και εις μίαν ερώτησιν και με ησυχίαν να απαντήσουν εις την σειράν των και να ερωτήσουν και αυτοί, τούτο ολιγώτερον υπάρχει εις αυτούς από το μηδενικόν. Ή μάλλον πολύ κάτω από το μηδέν. Διότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ουδέ την παραμικράν ησυχίαν. Αλλ' αν ερωτήσης κανένα παίρνουν στο στόμα κάτι λεξείδια αινιγματώδη, ωσάν τόξα μέσα από την φαρέτραν, και σου τα πετούν, και αν θελήσης να του ζητήσης κανενός εξήγησιν τι είπε, θα την έχεις πάθη με άλλο λεξείδιον με πρωτοφανή σημασίαν, και ποτέ δεν θα τελείωσης καμμίαν υπόθεσιν με κανένα από αυτούς. Αλλ' ούτε και οι ίδιοι μεταξύ των τελειώνουν, αλλά προσέχουν παρά πολύ να μην αφήσουν τίποτε να μείνη στερεόν, ούτε εις τον λόγον ούτε εις τας ψυχάς των, επειδή νομίζουν, καθώς μου φαίνεται, ότι αυτό είναι στασιμότης. Αυτοί όμως την στασιμότητα την πολεμούν υπερβολικά, και όσον ημπορούν την εκδιώκουν από παντού.

Σωκράτης. Ίσως, φίλε μου Θεόδωρε, αυτούς τους ανθρώπους τους είδες μόνον την ώραν που πολεμούν, και δεν τους επέτυχες όταν έχουν ειρήνην, διότι δεν είναι φίλοι σου. Εγώ όμως νομίζω ότι αυτά τα λέγουν εις τους μαθητάς των, την ώραν του σχολείου, τους οποίους θέλουν να τους κάμουν ομοίους με τον εαυτόν των.

Θεόδωρος. Πού τους ευρήκαν τους μαθητάς, ευλογημένε μου; Διότι από αυτούς ουδέ μαθητής γίνεται ο είς του άλλου, αλλά φυτρώνουν μόνοι των, κυριευόμενοι από ενθουσιασμόν με ό,τι τύχη, και ο είς τον άλλον δεν τον θεωρεί τίποτε. Από αυτούς λοιπόν, καθώς ήθελα να ειπώ, δεν θα λάβης ποτέ λόγον ούτε με το καλό ούτε με την βίαν. Δι' αυτό πρέπει να λάβωμεν εμπρός μας αυτούς τους ιδίους ωσάν ένα πρόβλημα και να τους εξετάσωμεν.

Σωκράτης. Πολύ καλά το λέγεις. Λοιπόν αυτό το πρόβλημα δεν είναι αυτά τα οποία εμάθαμεν από τους αρχαίους, οι οποίοι τα κρύπτουν από τον λαόν με τους στίχους των, ότι δηλαδή η πηγή όλων των πραγμάτων, η οποία είναι ο Ωκεανός και η Τηθύς, δεν είναι άλλο παρά ρεύματα και διαρκώς κινούνται; Πράγματα τα οποία μόνον οι νεώτεροι τα λέγουν φανερά διά να φανούν σοφώτεροι, διά να μάθουν και οι υποδηματοποιοί την σοφίαν των και να μη νομίζουν πλέον βλακωδώς ότι άλλα μεν από τα όντα κινούνται, άλλα δε στέκονται, αλλά να μάθουν ότι όλα κινούνται και να τιμούν αυτούς. Παρ' ολίγον όμως να λησμονήσω, φίλε μου Θεόδωρε, ότι άλλοι πάλιν είπαν το αντίθετον από αυτούς, παραδείγματος χάριν ότι μένει ακίνητον εκείνο το οποίον ονομάζεται ον, και τα άλλα όσα διισχυρίζονται οι Μέλισσοι και οι Παρμενίδαι αντιθέτως προς όλους αυτούς, ότι δηλαδή έν είναι τα πάντα και μένει ακίνητον εις την θέσιν του, διότι δεν υπάρχει χώρος εις τον οποίον να μετακινηθή. Λοιπόν, φίλε μου, τι θα κάμωμεν με όλους αυτούς; Διότι ολίγον κατ' ολίγον επροχωρήσαμεν και χωρίς να το εννοήσωμεν επέσαμεν εις το μέσον αυτών των δύο μερών. Και αν δεν λάβωμεν τα μέτρα μας να φύγωμεν, θα τιμωρηθουμεν καθώς εκείνοι οι οποίοι μέσα εις τας παλαίστρας παίζουν επάνω εις την γραμμήν, και τότε τους σύρουν και από τα δύο μέρη αντιθέτως. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν το έν μέρος από το οποίον αρχίσαμεν, δηλαδή αυτούς που κινούνται (!). Και αν μεν ιδούμεν ότι λέγουν κάτι τι, τότε θα σύρωμεν τον εαυτόν μας προς αυτούς και θα προσπαθήσωμεν να ξεφύγωμεν από τους άλλους. Εάν όμως ιδούμεν ότι το αντίθετον κόμμα των ενιζόντων, λέγει αληθέστερα, τότε θα τρέξωμεν πάλιν με το μέρος αυτών, φεύγοντες από εκείνους οι οποίοι κινούν τα ακίνητα. Αν δε πάλιν και οι δύο φανούν ότι δεν λέγουν τίποτε ορθόν, τότε θα είμεθα γελοίοι (!), αφού ημείς που είμεθα μηδαμινοί νομίζομεν ότι κάτι λέγομεν, αυτούς δε που είναι παμπάλαιοι και πάνσοφοι άνθρωποι τους αποδοκιμάζομεν. Πρόσεξε λοιπόν, φίλε Θεόδωρε, αν συμφέρει να προχωρήσωμεν εις τόσον μεγάλον κίνδυνον.

Θεόδωρος. Βεβαίως δεν είναι διόλου υποφερτόν, Σωκράτη μου, να μη συσκεφθώμεν τι λέγουν τα κόμματα αυτών των ανθρώπων.

Σωκράτης. Τότε βέβαια πρέπει να σκεφθώμεν, αφού συ είσαι πρόθυμος. Εγώ λοιπόν νομίζω ότι ως προς την κίνησιν η αρχή της σκέψεως είναι να εύρωμεν, τι εννοούν όταν λέγουν ότι τα πάντα κινούνται. Θέλω δε να ειπώ το εξής: Άραγε ένα είδος κινήσεως παραδέχονται, ή δύο, καθώς νομίζω εγώ, αλλά ας μη το νομίζω μόνον εγώ αλλά και συ λάβε μέρος, διά να υποφέρωμεν το βάρος μαζί, αν γίνη ανάγκη. Λοιπόν λέγε: άραγε δεν ονομάζεις κίνησιν όταν ένα πράγμα αλλάζη τόπον ή και στρέφεται εις τον ίδιον τόπον;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Τούτο λοιπόν ας το θεωρήσωμεν έν είδος κινήσεως. Όταν όμως μένη μεν εις τον ίδιον τόπον, αλλά γηράσκη, ή γίνεται μαύρον από λευκόν, ή σκληρόν από μαλακόν, ή παθαίνη καμμίαν άλλην μεταβολήν, άραγε δεν αξίζει να το ονομάσωμεν αυτό δεύτερον είδος κινήσεως;

Θεόδωρος. Εγώ τουλάχιστον αυτό φρονώ.

Σωκράτης. Και βέβαια είναι λογικόν. Λοιπόν αυτά τα δύο είδη της κινήσεως παραδέχομαι, την μεταβολήν και την μεταφοράν.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά λέγεις.

Σωκράτης. Αφού λοιπόν διαιρέσαμεν την κίνησιν εις δύο, τόρα ας συζητήσωμεν με αυτούς που λέγουν ότι τα πάντα κινούνται και ας τους ερωτήσωμεν: Άραγε παραδέχεσθε ότι όλα κινούνται με τας δύο κινήσεις, δηλαδή ότι συγχρόνως μεταφέρονται και μεταβάλλονται, ή άλλο μεν με τας δύο κινήσεις, άλλο όμως με μίαν;

Θεόδωρος. Μα τον Δία εγώ δεν ημπορώ να απαντήσω. Νομίζω όμως ότι θα παραδεχθούν ότι όλα κινούνται και με τας δύο κινήσεις.

Σωκράτης. Αλλέως, φίλε μου, θα παραδεχθούν ότι κινούνται και στέκονται συγχρόνως, και τότε τόσον είναι ορθόν να ειπούν ότι όλα κινούνται, όσον και ότι όλα στέκονται.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά ομιλείς.

Σωκράτης. Αφού λοιπόν πρέπει όλα να κινούνται, η δε ακινησία να μην υπάρχη εις κανέν, τότε βεβαίως όλα κινούνται με όλην την κίνησιν διαρκώς.

Θεόδωρος. Είναι ανάγκη.

Σωκράτης. Πρόσεξε λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το εξής: Δεν ελέγαμεν ότι την γέννησιν της θερμότητος και της λευκότητος και οποιουδήποτε άλλου από τα όμοια, αυτοί την εξηγούν ούτω πως, ότι δηλαδή έκαστον από αυτά μεταφέρεται μαζί με την αίσθησιν μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού, και το μεν παθητικόν γίνεται αισθητόν και όχι πλέον αίσθησις, το δε ενεργητικόν γίνεται έν ωρισμένον είδος και όχι γενικώς ποιότης; Ίσως όμως η ποιότης σου φαίνεται παράδοξον όνομα και συγχρόνως δεν εννοείς το πράγμα με αυτήν την γενικήν έκφρασιν. Ώστε άκουσε χωριστά τα μέρη του. Δηλαδή το ενεργητικόν δεν γίνεται ούτε θερμότης ούτε λευκότης, αλλά θερμόν και λευκόν και τα άλλα ομοίως. Διότι ενθυμείσαι βεβαίως ότι αυτό ελέγαμεν και προηγουμένως, ότι δηλαδή κανέν δεν είναι έν μόνον του, ούτε πάλιν το ενεργητικόν ή παθητικόν, αλλά από αυτά τα δύο, αφού πλησιάσουν μεταξύ των, γεννώνται αι αισθήσεις και τα αισθητά και άλλα μεν αποκτούν μίαν ωρισμένην ποιότητα, άλλα δε την αίσθησιν αυτής.

Θεόδωρος. Πώς δεν το ενθυμούμαι;

Σωκράτης. Και λοιπόν τα άλλα μεν, ας τα αφήσωμεν κατά μέρος, χωρίς να σκοτιζώμεθα αν τα λέγουν κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον. Εκείνο όμως χάριν του οποίου τα λέγομεν, ας προσέχωμεν όταν τους ερωτούμεν: Κινούνται και ρέουν, λέγετε, τα πάντα; Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Άραγε όχι με τας δύο κινήσεις, τας οποίας διεκρίναμεν, δηλαδή με την μεταφοράν και με την μεταβολήν;

Θεόδωρος. Πώς όχι; αφού πρόκειται να είναι τελεία η κίνησίς των;

Σωκράτης. Λοιπόν εάν μόνον μετεφέροντο χωρίς να μεταβάλλωνται, θα ημπορούσαμεν ίσως να ειπούμεν ποίου είδους είναι αυτά τα οποία ρέουν, όταν μεταφέρονται. Ή όχι;

Θεόδωρος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αφού όμως δεν παραδεχόμεθα ούτε αυτό ως μόνιμον, ότι δηλαδή μεταφέρεται ως λευκόν αυτό που ρέει, αλλά ότι μεταβάλλεται, ώστε να υπάρχη ροή και αυτού του ιδίου, δηλαδή της λευκότητος, και μεταβολή αυτού εις άλλο χρώμα, άραγε διά να μη αποδειχθή ότι μένει με αυτό το χρώμα, είναι ποτέ δυνατόν να του αποδώσωμεν ένα οιονδήποτε χρώμα, ώστε να είναι ορθός ο χαρακτηρισμός του;

Θεόδωρος. Πού να ευρεθή τοιούτον μηχάνημα, καλέ Σωκράτη, δι' αυτό το χρώμα ή διά κανέν άλλο από αυτά, αφού διαρκώς την ώραν που το λέγομεν ξεφεύγει, διότι είπαμεν ότι ρέει διαρκώς;

Σωκράτης. Και τι θα απαντήσωμεν δι' οποιανδήποτε αίσθησιν, λόγου χάριν την όρασιν ή την ακοήν; μένει ποτέ εντός αυτής το να βλέπη ή να ακούη;

Θεόδωρος. Βεβαίως δεν μένει, αφού τα πάντα κινούνται.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν έχομεν δικαίωμα να την χαρακτηρίσωμεν ούτε ως όρασιν περισσότερον παρά έλλειψιν οράσεως, ούτε ως άλλην καμμίαν αίσθησιν περισσότερον παρά έλλειψιν αυτής, αφού όλα κινούνται απολύτως.

Θεόδωρος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Και όμως η αίσθησις είναι επιστήμη, καθώς είπαμεν εγώ και ο Θεαίτητος.

Θεόδωρος. Το είπατε αυτό.

Σωκράτης. Επομένως δεν απαντήσαμεν περισσότερον διά την επιστήμην παρά διά την έλλειψιν επιστήμης, όταν μας ερώτησαν τι είναι επιστήμη.

Θεόδωρος. Αυτό εκάματε, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Ωραία διόρθωσις της απαντήσεώς μας είναι αυτή, που εφάνημεν πρόθυμοι να αποδείξωμεν ότι τα πάντα κινούνται, διά να φανή πλέον ορθή εκείνη η απάντησις(!). Και όμως καθώς φαίνεται, εάν όλα κινούνται, πάσα απάντησις, δι' οτιδήποτε απαντά κανείς, αποδεικνύεται ορθή, είτε ειπής ότι είναι ούτω πως είτε ότι δεν είναι, και μάλιστα αν θέλης ειπέ το καλλίτερον ότι γίνεται, διά να μη παραστήσωμεν τον εαυτόν μας ως ακίνητον με τον λόγον μας.

Θεόδωρος. Πολύ ορθά ομιλείς.

Σωκράτης. Με την εξαίρεσιν βέβαια, καλέ Θεόδωρε, ότι εγώ δεν είπα και ούτω πως και όχι ούτω πως. Και πραγματικώς και αυτό το ούτω πως δεν πρέπει να το λέγωμεν, διότι τότε δεν είναι δυνατόν να κινήται αυτό το ούτω πως (!). Ούτε πάλιν πρέπει να λέγωμεν: όχι ούτω πως, διότι και αυτό δεν θα εκινείτο. Αλλά άλλην καμμίαν λέξιν πρέπει να νομοθετήσουν αυτοί οι οποίοι λέγουν αυτήν την θεωρίαν, διότι τόρα δεν υπάρχει κατάλληλος λέξις διά την υπόθεσίν των εκτός ίσως το: με κανένα τρόπον (!). Προ πάντων όμως ίσως τούτο αρμόζει εις αυτούς, διότι είναι απεριόριστον (!)(7).

Θεόδωρος. Πραγματικώς αυτή η γλώσσα είναι η αρμοδιωτέρα δι' αυτούς.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν; φίλε Θεόδωρε, και από τον επιστήθιον σου φίλον είμεθα απηλλαγμένοι, και πλέον δεν δεχόμεθα τον λόγον του, ότι δηλαδή πας άνθρωπος είναι πήχυς όλων των πραγμάτων, εκτός εάν είναι κανείς φρόνιμος. Και την επιστήμην δεν την παραδεχόμεθα ως αίσθησιν διά της μεθόδου της κινήσεως των πάντων, εκτός εάν μας ειπή άλλο τίποτε ο Θεαίτητος απ' εδώ.

Θεόδωρος. Έξοχα το είπες, Σωκράτη μου. Διότι τόρα, που έλαβαν τέλος αυτά, πρέπει και εγώ κατά την συμφωνίαν μας να απαλλαχθώ από το να απαντώ εις εσέ, αφού πλέον έλαβε τέλος η συζήτησίς μας διά τον λόγον του Πρωταγόρου.

Θεαίτητος. Μη, σας παρακαλώ, καλέ Θεόδωρε, πριν τόρα πάλιν ο Σωκράτης και συ ερωτήσετε εκείνους, οι οποίοι λέγουν ότι το παν μένει ακίνητον, καθώς προ ολίγου είχατε σκοπόν.

Θεόδωρος. Συ που είσαι νέος, καλέ Θεαίτητε, διδάσκεις ημάς τους γεροντοτέρους να κάμνωμεν αδικίαν και να παραβαίνωμεν τας συμφωνίας; Τότε λοιπόν ετοιμάσου, διά να δώσης λόγον διά τα επίλοιπα εις τον Σωκράτη.

Θεαίτητος. Εάν θέλη, διατί όχι. Εγώ, σε βεβαιώ, ευχαριστούμαι να τον ακούω, όταν ομιλή δι' όσα λέγω εγώ.

Θεόδωρος. Ιππικόν άνδρα προκαλείς εις την πεδιάδα, όταν προκαλής τον Σωκράτην εις την συζήτησιν. Ερώτα τον λοιπόν και θα ακούσης.

Σωκράτης. Ναι, αλλά εγώ, φίλε Θεόδωρε, δεν έχω σκοπόν να ακούσω τον Θεαίτητον εις ό,τι αυτός επιβάλλει.

Θεόδωρος. Διατί άραγε δεν θα τον ακούσης;

Σωκράτης. Διότι τον Μέλισσον και τους άλλους οι οποίοι λέγουν ότι το παν είναι έν ακίνητον, και αυτούς μεν τους εντρέπομαι μήπως τους εξετάσωμεν με βαναυσότητα, αλλά πάλιν δεν τους εντρέπομαι περισσότερον από τον Παρμενίδην ο οποίος είναι μόνος. Ο Παρμενίδης όμως μου φαίνεται, καθώς λέγει ο Όμηρος (8), ότι είναι συγχρόνως σεβαστός και τρομερός. Διότι εγώ εσχετίσθην αυτόν τον άνθρωπον, όταν ήμην πολύ νέος, ενώ αυτός ήτο γέρων, και μου εφάνη ότι έχει βαθύτητα όλως διόλου ασυνήθη. Δι' αυτό φοβούμαι μήπως ημείς και τους λόγους του δεν εννοούμεν και πολύ περισσότερον απέχομεν να εννοήσωμεν τι είχε εις τον νουν του, όταν έλεγε αυτούς. Και το κυριώτερον, εκείνο διά το οποίον ακριβώς αρχίσαμεν την συζήτησιν μας, δηλαδή τι πράγμα είναι άραγε η επιστήμη, φοβούμαι μήπως αυτό μείνη ανεξέταστον, διότι διαρκώς μας έρχονται πατινάδες από λόγους, εάν έχη κανείς καιρόν να τους ακούη. Άλλως τε και αυτός ακόμη τον οποίον εστήσαμεν έχει τόσον ατελείωτον έκτασιν, ώστε αν μεν το εξετάσωμεν παρέργως, θα αναξιοπαθήση, εάν δε όσον χρειάζεται, θα παραταθή και χάνεται πλέον το ζήτημα της επιστήμης. Από αυτά όμως δεν πρέπει να γίνη ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλά πρέπει ημείς να προσπαθήσωμεν να ελευθερώσωμεν τον Θεαίτητον από όσα εγκυμονεί διά την επιστήμην.

Θεόδωρος. Βέβαια, αφού το θέλεις, αυτό πρέπει να γίνη.

Σωκράτης. Λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, τόσον μόνον πρόσεξε ως προς εκείνα τα οποία είπαμεν. Δηλαδή απήντησες ότι η αίσθησις είναι επιστήμη. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Εάν λοιπόν σε ερωτήση κανείς: Με τι βλέπει τα λευκά ο άνθρωπος και με τι ακούει τους οξείς και βαρείς ήχους; Νομίζω ότι θα έλεγες με τα μάτια του και με τα αυτιά του.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Συνήθως η πρόχειρος χρήσις των ονομάτων και των βημάτων άνευ της ακριβούς εξετάσεως δεν είναι αγένεια, αλλά μάλλον το αντίθετον από αυτό είναι δουλοπρεπές. Κάποτε όμως είναι και αναγκαίον, καθώς λόγου χάριν τόρα είναι ανάγκη να προσέξωμεν εις την απάντησιν που έδωκες, κατά τι δεν είναι ορθή. Πρόσεξε να ιδής, ποία είναι ορθοτέρα απάντησις; Εκείνο με το οποίον βλέπομεν είναι οφθαλμός, ή εκείνο διά μέσου του οποίου βλέπομεν; Και πάλιν εκείνο με το οποίον ακούομεν είναι αυτί, ή εκείνο διά μέσου του οποίου ακούομεν;

Θεαίτητος. Εκείνα διά μέσου των οποίων αισθανόμεθα ένα πράγμα, μου φαίνεται περισσότερον, καλέ Σωκράτη, παρά με τα οποία αισθανόμεθα.

Σωκράτης. Διότι βεβαίως, παιδί μου, θα ήτο φρίκη εάν είχαμεν εντός μας εγκαθέτους πολλάς αισθήσεις, ως να είμεθα δούρειοι ίπποι, και δεν συγκεντρούνται όλα αυτά εις μίαν γνώσιν, είτε θέλεις να την ονομάσης αυτήν ψυχήν, είτε οτιδήποτε άλλο, με την οποίαν αισθανόμεθα ημείς διά μέσου αυτών ως άλλων οργάνων, όσα είναι αισθητά.

Θεαίτητος. Πραγματικώς τούτο μου φαίνεται ορθότερον παρά εκείνο.

Σωκράτης. Αλλ' άραγε διά ποίον λόγον σου λέγω αυτάς τας λεπτολογίας; Διά να ιδούμεν αν υπάρχει έν και το αυτό πράγμα, με το οποίον ημείς διά μέσου μεν των οφθαλμών μας φθάνομεν έως εις τα λευκά και τα μαύρα, διά μέσου δε των άλλων αισθήσεων εις άλλα παρόμοια, και αν ημπορείς όλα αυτά να τα αποδώσης εις το σώμα, όταν ερωτηθής. Ίσως όμως είναι καλλίτερον συ να απαντάς και να τα λέγης αυτά, παρά εγώ να παραβαρύνωμαι διά σε. Και λοιπόν λέγε μου. Εκείνα διά μέσου των οποίων αισθάνεσαι τα θερμά και τα σκληρά και τα ελαφρά και τα γλυκά, δεν τα θεωρείς όλα μέρη του σώματος; ή μήπως κανενός άλλου;

Θεαίτητος. Όχι κανενός άλλου.

Σωκράτης. Άραγε θα παραδεχθής ακόμη ότι, όσα αισθάνεσαι διά μέσου μιας δυνάμεως, είναι αδύνατον να τα αισθανθής διά μέσου άλλης, ως λόγου χάριν, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της ακοής, να τα αισθανθής διά μέσου της οράσεως, και αντιστρόφως, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της οράσεως, να τα αισθανθής διά μέσου της ακοής;

Θεαίτητος. Και πώς δεν θα το παραδεχθώ;

Σωκράτης. Επομένως, εάν έχης εις τον νουν σου κάτι κοινόν δι' αυτά τα δύο, αυτό το κοινόν διά τα δύο δεν είναι δυνατόν να το αισθανθής ούτε διά μέσου του ενός μόνου από αυτά, ούτε διά μέσου του άλλου.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Διά την φωνήν όμως και τα χρώματα μαζί, δεν έχεις άραγε εις τον νουν σου αυτό το ίδιον, δηλαδή τι είναι και τα δύο;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Και ακόμη ότι το καθέν από τα δύο είναι διάφορον μεν από το άλλο, όμοιον όμως με τον εαυτόν του;

Θεαίτητος. Πώς αλλέως;

Σωκράτης. Και ότι τα δύο μαζί είναι δύο, χωριστά όμως το καθέν είναι έν;

Θεαίτητος. Και αυτό.

Σωκράτης. Αί λοιπόν και αν είναι όμοια το έν με το άλλο ή ανόμοια, δεν είσαι άραγε ικανός να το σκεφθής;

Θεαίτητος. Πιθανόν.

Σωκράτης. Αυτά λοιπόν όλα διά μέσου ποίου οργάνου τα σκέπτεσαι δι' αυτά τα δύο; Διότι βεβαίως ούτε διά μέσου της ακοής, ούτε διά μέσου της οράσεως είναι δυνατόν να συλλάβης το κοινόν δι' αυτά. Ακόμη δε και το εξής είναι απόδειξις δι' όσα λέγομεν. Ότι δηλαδή αν ήτο δυνατόν να σκεφθώμεν διά τα δύο μαζί, άραγε είναι αλμυρά ή όχι, θα γνωρίζης να μου ειπής διά μέσου ποίου οργάνου θα το σκεφθής, και αυτό δεν είναι ούτε η όρασις ούτε η ακοή, αλλά κάτι άλλο.

Θεαίτητος. Πώς δεν θα είναι άλλο, αφού είναι η διά μέσου της γλώσσης ενεργούσα δύναμις;

Σωκράτης. Πολύ καλά το είπες. Τόρα όμως η διά μέσου ποίου οργάνου ενεργούσα δύναμις θα φανερώση εις σε το κοινόν εις όλα αυτά, διά μέσου της οποίας εκφράζεις το ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, και όλα τα άλλα, όσα προ ολίγου ερωτούσαμεν δι' όλα αυτά; εις όλα αυτά ποία όργανα θα παραδεχθής διά μέσου των οποίων αισθάνεται έκαστον από αυτά η εντός ημών αισθανομένη δύναμις;

Θεαίτητος. Χωρίς άλλο εννοείς την ύπαρξιν και ανυπαρξίαν, και την ομοιότητα και την ανομοιότητα, και την ταυτότητα και την διάκρισιν, και ακόμη το έν και τους άλλους αριθμούς. Είναι δε φανερόν ότι ερωτάς: διά μέσου ποίου οργάνου του σώματός μας άραγε αισθανόμεθα με την ψυχήν μας και τον άρτιον και περιττόν αριθμόν και όλα τα άλλα όσα είναι συνέπεια τούτων.

Σωκράτης. Έξοχα παρακολουθείς, καλέ Θεαίτητε, και αυτά ακριβώς σε ερώτησα.

Θεαίτητος. Ναι, αλλά μα τον Δία, Σωκράτη μου, εγώ τουλάχιστον δεν έχω να απαντήσω τίποτε άλλο, εκτός ότι κατ' αρχήν ουδέ υπάρχει καν δι' αυτά ιδιαίτερον όργανον, καθώς δι' εκείνα, αλλά μόνη της η ψυχή διά μέσου της δυνάμεώς της φαίνεται ότι επιθεωρεί τα κοινά εις όλα αυτά.

Σωκράτης. Εύγε, καλέ Θεαίτητε, συ είσαι ωραίος και όχι άσχημος, καθώς έλεγε ο Θεόδωρος. Διότι όστις ομιλεί καλά είναι ωραίος και αγαθός. Εκτός δε του ωραίου μου έκαμες ευεργεσίαν, διότι με απήλλαξες από μίαν μεγάλην πολυλογίαν, αφού νομίζεις ότι άλλα μεν η ψυχή επιθεωρεί διά μέσου της ιδικής της δυνάμεως, άλλα δε διά μέσου των δυνάμεων του σώματος. Διότι αυτό ακριβώς ενόμιζα και εγώ, ήθελα όμως να το παραδεχθής και συ.

Θεαίτητος. Αι λοιπόν το παραδέχομαι.

Σωκράτης. Εις ποία λοιπόν από τα δύο κατατάσσεις την ύπαρξιν; Διότι αυτό προ πάντων συμβαδίζει με όλα τα πράγματα.

Θεαίτητος. Εγώ μεν την κατατάσσω μεταξύ εκείνων τα οποία συλλαμβάνει μόνη της η ψυχή.

Σωκράτης. Άραγε και την ομοιότητα και ανομοιότητα και την ταυτότητα και διάκρισιν;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλά το ωραίον και το άσχημον και το αγαθόν και το κακόν;

Θεαίτητος. Νομίζω ότι μεταξύ των πρώτων η ψυχή και αυτών των πραγμάτων επιθεωρεί την ουσίαν, συλλογιζομένη μόνη της τα παρελθόντα και τα παρόντα εν συγκρίσει προς τα μέλλοντα.

Σωκράτης. Στάσου λοιπόν. Δεν παραδέχεσαι ότι αυτή του μεν σκληρού την σκληρότητα θα την αισθανθή διά της επαφής, ομοίως δε και του μαλακού την μαλακότητα;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Την ουσίαν (ύπαρξίν) των όμως και το τι είναι και την αντίθεσιν του ενός προς το άλλο, και πάλιν την ύπαρξιν αυτής της αντιθέσεως μόνη της η ψυχή προσπαθεί να τα κρίνη επιστρέφουσα πολλάκις εις αυτά και συγκρίνουσα το έν με το άλλο.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Και λοιπόν μόλις γεννηθούν και οι άνθρωποι και τα ζώα αμέσως δεν έχουσι την αίσθησιν των πραγμάτων, όσα προχωρούν διά μέσου του σώματος προς την ψυχήν; Ενώ οι συλλογισμοί δι' αυτά και ως προς την ύπαρξιν και ως προς την ωφέλειαν έρχονται με πολύν κόπον και με τον καιρόν διά μέσου πολλών δυσκολιών και διά της εκπαιδεύσεως, και πάλιν εις όσους έρχονται;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη την αλήθειαν δι' εκείνο, διά το οποίον δεν επιτυγχάνει ουδέ την ύπαρξιν;

Θεαίτητος. Αδύνατον.

Σωκράτης. Και εις ό,τι πράγμα δεν επιτύχη κανείς την αλήθειαν, είναι δυνατόν να γίνη επιστήμων αυτού;

Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Επομένως εις τα παθήματα δεν υπάρχει επιστήμη, αλλά μόνον εις τον συλλογισμόν αυτών. Διότι καθώς φαίνεται, εδώ μεν είναι δυνατόν να συλλάβωμεν την ύπαρξιν και την αλήθειαν, εκεί όμως είναι αδύνατον.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Αί λοιπόν το ίδιον θεωρείς εκείνο και τούτο, αφού έχουν τόσον μεγάλην διαφοράν;

Θεαίτητος. Όχι, διότι δεν είναι δίκαιον.

Σωκράτης. Τι όνομα λοιπόν αποδίδεις εις εκείνο, δηλαδή το να βλέπης, να ακούης, να οσφραίνεσαι, να κρυώνης, να θερμαίνεσαι;

Θεαίτητος. Αίσθησιν το ονομάζω εγώ· τι άλλο βέβαια;

Σωκράτης. Άραγε ολόκληρον αυτό το ονομάζεις αίσθησιν;

Θεαίτητος. Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης. Δηλαδή αυτό, το οποίον δεν έχει την ικανότητα να συλλάβη την αλήθειαν, διότι δεν συλλαμβάνει ουδέ την ύπαρξιν.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Επομένως ούτε την επιστήμην.

Θεαίτητος. Ούτε.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, δεν είναι δυνατόν να είναι το ίδιον πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη.

Θεαίτητος. Όχι, καθώς φαίνεται, καλέ Σωκράτη. Τόρα μάλιστα έγινε εντελώς φανερόν ότι η επιστήμη είναι διάφορος από την αίσθησιν.

Σωκράτης. Αλλά ημείς δεν αρχίσαμεν την συζήτησιν μας δι' αυτό και μόνον, δηλαδή διά να εύρωμεν τι δεν είναι η επιστήμη, αλλά τι είναι. Τόρα όμως τόσον μόνον επροχωρήσαμεν, ώστε διόλου να μην την ζητούμεν μέσα εις την αίσθησιν, αλλά εις εκείνο το όνομα, οποιονδήποτε είναι αυτό το οποίον έχει η ψυχή, όταν μόνη της ασχολήται εις τα υπάρχοντα.

Θεαίτητος. Αυτό βεβαίως, καλέ Σωκράτη, καθώς εγώ νομίζω, ονομάζεται κρίσις.

Σωκράτης. Πολύ καλά το νομίζεις, φίλε μου. Και τόρα πάλιν πρόσεξε από την αρχήν αφού σβύσης όλα τα προηγούμενα, μήπως εννοείς τίποτε περισσότερον, αφού επροχώρησες εις αυτό το σημείον. Και τόρα πάλιν λέγε τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Να την ονομάσωμεν ολόκληρον την επιστήμην κρίσιν, Σωκράτη μου, δεν είναι δυνατόν, διότι υπάρχει και ψευδής κρίσις. Σχεδόν όμως η αληθής κρίσις είναι επιστήμη και αυτό θεώρησε ως απάντησίν μου. Διότι, ενώ προχωρούμεν, αν δεν το εγκρίνωμεν καθώς και το προηγούμενον, τότε θα προσπαθήσωμεν να ειπούμεν άλλο.

Σωκράτης. Και βέβαια έτσι πρέπει, καλέ Θεαίτητε, να ομιλής με περισσοτέραν προθυμίαν, παρά καθώς προηγουμένως εβαρύνεσο να απαντήσης. Διότι, εάν κάμωμεν έτσι, τότε έν από τα δύο, ή θα εύρωμεν αυτό το οποίον ζητούμεν, ή τουλάχιστον δεν θα νομίζωμεν ότι γνωρίζομεν εκείνο, το οποίον δεν γνωρίζομεν με κανένα τρόπον. Και βεβαίως αυτή η αμοιβή δεν είναι αξιόμεμπτος. Και τόρα λοιπόν τι λέγεις; Από τα δύο είδη της κρίσεως, δηλαδή την αληθινήν και την ψευδή, παραδέχεσαι ότι η αληθινή κρίσις είναι επιστήμη;

Θεαίτητος. Μάλιστα το παραδέχομαι, διότι αυτό μου φαίνεται ορθόν τόρα πάλιν (!).

Σωκράτης. Αλλ' άραγε δεν αξίζει τον κόπον να αρχίσωμεν πάλιν περί κρίσεως;

Θεαίτητος. Τι πράγμα να αρχίσωμεν;

Σωκράτης. Αυτό το πράγμα πολλές φορές έως τόρα με ετάραξε, ώστε ευρέθην εις δυσκολίαν και απέναντι του εαυτού μου και απέναντι του άλλου, διότι δεν γνωρίζω να ειπώ τι είναι αυτό το πάθημα, το οποίον μας συμβαίνει, και με ποίον τρόπον συμβαίνει.

Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;

Σωκράτης. Το να κάμνωμεν ψευδή κρίσιν. Δι' αυτό λοιπόν και τόρα με δισταγμόν παρατηρώ, αν πρέπει να το αφήσωμεν κατά μέρος, ή να το εξετάσωμεν με τρόπον διάφορον από τον προηγούμενον.

Θεαίτητος. Διατί όχι, καλέ Σωκράτη, αφού παρεδέχθημεν, ότι πρέπει να το εξετάσωμεν και με οποιονδήποτε τρόπον; Διότι προ ολίγου πολύ καλά συ και ο Θεόδωρος ελέγατε ως προς την ευκαιρίαν, ότι τίποτε δεν μας βιάζει εις αυτά τα ζητήματα.

Σωκράτης. Καλά που μου το ενθύμισες. Διότι ίσως δεν είναι παράκαιρον να το ακολουθήσωμεν πάλιν ωσάν ίχνος. Διότι είναι καλλίτερον να τελειώσωμεν ολίγον μέρος καλά, παρά περισσότερον χωρίς να ικανοποιηθώμεν.

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Πώς λοιπόν; Τι είπαμεν τόρα; Δεν είπαμεν ότι υπάρχει πολλάκις ψευδής κρίσις, και ότι άλλος μεν έχει ψευδή κρίσιν, άλλος δε πάλιν αληθινήν, διότι εκ φύσεως επλάσθησαν κατ' αυτόν τον τρόπον;

Θεαίτητος. Αυτό είπαμεν βεβαίως.

Σωκράτης. Λοιπόν δι' όλα τα πράγματα ομού και δι' έκαστον χωριστά δεν μας εδόθη το εξής, δηλαδή να τα γνωρίζωμεν ή να μη τα γνωρίζωμεν; Διότι προς το παρόν αφήνω κατά μέρος την μάθησιν και την επιλησμοσύνην, τα οποία κείνται εις το μέσον αυτών, διότι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με το παρόν ζήτημα.

Θεαίτητος. Πραγματικώς, Σωκράτη μου, τίποτε άλλο δεν μας μένει δι' έκαστον πράγμα, παρά να το γνωρίζωμεν ή να μη το γνωρίζωμεν.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν δεν είναι λογικόν όστις κρίνει, ή να κρίνη κανέν πράγμα από όσα γνωρίζει, ή από όσα δεν γνωρίζει;

Θεαίτητος. Αυτό είναι λογικόν.

Σωκράτης. Και βεβαίως είναι αδύνατον, αν το γνωρίζη, να μην το γνωρίζη το ίδιον πράγμα, ή, αν δεν το γνωρίζη, να το γνωρίζη.

Θεαίτητος. Πώς όχι;

Σωκράτης. Αλλ' όμως όστις έχει ψευδή κρίσιν, άραγε όσα γνωρίζει, τα νομίζει ότι δεν είναι αυτά, αλλά κάποια άλλα από όσα γνωρίζει επίσης, και ενώ γνωρίζει και τα δύο, νομίζει ότι και τα δύο δεν τα γνωρίζει;

Θεαίτητος. Αυτό είναι αδύνατον, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Αλλά τότε μήπως αντιθέτως, όσα δεν γνωρίζει, τα νομίζει ότι είναι κάποια άλλα από όσα επίσης δεν γνωρίζει; Και τούτο ισοδυναμεί ως να μη γνωρίζη ούτε εσέ τον Θεαίτητον ούτε εμέ τον Σωκράτη και να βάλη εις τον νουν του ότι ο Σωκράτης είναι Θεαίτητος, ή ο Θεαίτητος Σωκράτης;

Θεαίτητος. Βεβαίως πώς αλλέως;

Σωκράτης. Ποτέ όμως, όσα γνωρίζει κανείς, δεν νομίζει ότι είναι εκείνα τα οποία δεν γνωρίζει, ούτε πάλιν όσα δεν γνωρίζει ότι είναι εκείνα τα οποία γνωρίζει.

Θεαίτητος. Όχι βεβαίως, διότι αυτό θα ήτο τερατώδες.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν πώς είναι δυνατόν να έχωμεν ψευδή κρίσιν; Διότι έξω από αυτούς τους τρόπους είναι αδύνατον να έχωμεν κρίσιν, διότι όλα ή τα γνωρίζομεν ή δεν τα γνωρίζομεν, εις αυτά τα δύο όμως δεν υπάρχει τρόπος να έχωμεν ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν μήπως πρέπει άραγε να σκεπτώμεθα όχι κατ' αυτόν τον τρόπον δι' αυτό το οποίον εξετάζομεν, δηλαδή με την μέθοδον της γνώσεως και της αγνοίας, αλλά με την μέθοδον της υπάρξεως και ανυπαρξίας;

Θεαίτητος. Πώς το εννοείς;

Σωκράτης. Μήπως είναι αυταπόδεικτον, ότι όστις δι' οποιονδήποτε πράγμα κρίνει τα μη υπάρχοντα είναι αδύνατον να μη έχη ψευδή κρίσιν, οποιανδήποτε άλλην σκέψιν και αν έχη εις τον νουν του.

Θεαίτητος. Αυτό πάλιν είναι βεβαίως λογικόν, Σωκράτη μου.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν τι θα ειπούμεν, φίλε Θεαίτητε, εάν κανείς μας ερωτήση: άραγε αυτό το οποίον λέγετε, είναι δυνατόν να συμβή εις τον καθένα και υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να κρίνη το ανύπαρκτον, είτε ως προς κανέν από τα όντα είτε καθ' εαυτό; Και ημείς λοιπόν, καθώς φαίνεται, θα απαντήσωμεν εις αυτόν ότι υπάρχει, όταν δεν κρίνη την αλήθειαν. Τι άλλο ημπορούμεν να απαντήσωμεν;

Θεαίτητος. Τίποτε άλλο.

Σωκράτης. Αλλ' όμως άραγε συμβαίνει αυτό και εις κανέν άλλον μέρος;

Θεαίτητος. Τι πράγμα;

Σωκράτης. Το να βλέπη κάτι τι, να μη βλέπη όμως τίποτε;

Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν;

Σωκράτης. Και όμως όταν βλέπη έν οποιονδήποτε πράγμα βλέπει κάποιο από τα υπάρχοντα. Ή μήπως νομίζεις, ότι αυτό το έν ανήκει εις τα μη υπάρχοντα;

Θεαίτητος. Όχι βεβαίως.

Σωκράτης. Επομένως όστις βλέπει έν οποιονδήποτε, βλέπει πράγμα που υπάρχει.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Και όστις ακούει οποιονδήποτε πράγμα, και έν ακούει και πράγμα που υπάρχει ακούει.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Επομένως και όστις άπτεται κάτι τι, άπτεται έν οποιονδήποτε πράγμα, και πράγμα που υπάρχει, αφού είναι έν;

Θεαίτητος. Επίσης.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν όστις κρίνει, δεν κρίνει έν οποιονδήποτε πράγμα;

Θεαίτητος. Αυτό είναι λογικόν,

Σωκράτης. Και όστις κρίνει έν, δεν κρίνει πράγμα που υπάρχει;

Θεαίτητος. Συμφωνώ μαζί σου.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν όστις δεν κρίνει πράγμα το οποίον υπάρχει, τίποτε δεν κρίνει.

Θεαίτητος. Φαίνεται ότι δεν κρίνει.

Σωκράτης. Αλλά όστις δεν κρίνει τίποτε, δεν κάμνει όλως διόλου κρίσιν.

Θεαίτητος. Αυτό είναι επόμενον, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Επομένως δεν είναι δυνατόν να κρίνωμεν πράγμα, που δεν υπάρχει, ούτε ως προς τα όντα ούτε καθ' εαυτό.

Θεαίτητος. Όχι, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν κάτι άλλο είναι η ψευδής κρίσις, παρά το να κρίνωμεν πράγματα, τα οποία δεν υπάρχουν.

Θεαίτητος. Άλλο, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Διότι ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε καθώς εσκεπτόμεθα προηγουμένως, υπάρχει εντός μας ψευδής κρίσις.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα όχι.

Σωκράτης. Αλλ' άραγε μήπως πρέπει να ειπούμεν ότι αυτό γίνεται ως εξής;

Θεαίτητος. Πώς;

Σωκράτης. Μήπως είναι ένα είδος λάθος αυτό το οποίον λέγομεν ψευδή κρίσιν, όταν δηλαδή κανείς εκλάβη έν πράγμα με τον νουν του ως άλλο, και ειπή ότι αυτό είναι. Διότι τότε, πάλιν μεν κρίνει πράγμα που υπάρχει, άλλο όμως αντ' άλλου, και επειδή αποτυγχάνει εκείνο το οποίον είχε κατά νουν, είναι δίκαιον να θεωρηθή ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος. Μου φαίνεται, ότι το είπες πολύ ορθά. Διότι όταν κανείς κρίνη αντί ωραίου άσχημον, ή αντί ασχήμου ωραίον, τότε πραγματικώς κάμνει ψευδή κρίσιν.

Σωκράτης. Σε εννόησα, φίλε Θεαίτητε, ότι μου πήρες τον αέρα και δεν με τρέμεις.

Θεαίτητος. Από πού κυρίως;

Σωκράτης. Ίσως σου φαίνομαι ότι δεν αντελήφθην το πραγματικώς ψευδές, και δεν σε ερώτησα αν είναι δυνατόν ένα ταχύ πράγμα να γίνη αργόν, ή ένα ελαφρόν πράγμα να γίνη με τρόπον βαρύν ή κανέν άλλο να γίνη όχι συμφώνως με το φυσικόν του, αλλά συμφώνως με το φυσικόν του αντιθέτου, αντιθέτως προς τον εαυτόν του. Αυτό λοιπόν θα το παραλείψω, διά να μη χαθή εις μάτην το θάρρος σου. Παραδέχεσαι λοιπόν, καθώς είπες, ότι η ψευδής κρίσις είναι ένα είδος λάθος;

Θεαίτητος. Παραδέχομαι.

Σωκράτης. Επομένως κατά την ιδικήν σου κρίσιν είναι δυνατόν να δεχθώμεν με τον νουν ένα πράγμα ως άλλο και όχι ως εκείνο το ίδιον.

Θεαίτητος. Βέβαια είναι δυνατόν.

Σωκράτης. Όταν λοιπόν κάμνη τούτο ο νους ενός ανθρώπου, δεν είναι συγχρόνως ανάγκη να συλλογίζεται ή και τα δύο ή το έν από τα δύο;

Θεαίτητος. Βέβαια είναι ανάγκη να τα συλλογίζεται ή συγχρόνως ή εν μέρει.

Σωκράτης. Έξοχα. Αλλ' άραγε το να συλλογίζεται το εννοείς όπως εγώ;

Θεαίτητος. Συ πώς το εννοείς;

Σωκράτης. Ως λόγον τον οποίον διηγείται μόνη της η ψυχή εις τον εαυτόν της δι' όσα πράγματα εξετάζει. Καθώς λόγου χάριν την ώραν, που εγώ δεν γνωρίζω τι να σου απαντήσω (!), Διότι μου φαίνεται ότι, όταν συλλογίζεται, δεν κάμνει άλλο τίποτε παρά συνομιλεί η ιδία με τον εαυτόν της, ερωτώσα και απαντώσα και παραδεχομένη και μη παραδεχομένη. Όταν όμως πλέον αποφασίση, είτε με ένα αργότερον είτε με ένα ταχύτερον πήδημα, και πλέον παραδέχεται το ίδιον πράγμα και δεν διστάζει, αυτό το ονομάζομεν κρίσιν αυτής. Επομένως εγώ την κρίσιν την θεωρώ λόγον ο οποίος ελέχθη, όχι όμως προς άλλο πρόσωπον, ούτε με την φωνήν, αλλά σιωπηρώς προς τον εαυτόν μας. Συ όμως τι την θεωρείς;

Θεαίτητος. Και εγώ το ίδιον.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν όταν κανείς κρίνη έν πράγμα ως άλλο πράγμα, τότε, καθώς φαίνεται, λέγει και προς τον εαυτόν του, ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα.

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Ενθυμήσου λοιπόν εάν έτυχε καμμιάν φοράν να ειπής εις τον εαυτόν σου: ιδού ασφαλώς ότι το ωραίον είναι άσχημον, ή το άδικον δίκαιον. Ή εν γένει πρόσεξε, εάν εδοκίμασες ποτέ σου να πείσης τον εαυτόν σου, ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα, ή μήπως όλως το αντίθετον ούτε εις τον ύπνον σου ποτέ δεν ετόλμησες να ειπής εις τον εαυτόν σου, ότι τάχα ασφαλώς τα περιττά είναι άρτια ή κανέν άλλο παρόμοιον.

Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν.

Σωκράτης. Και νομίζεις, ότι άλλος κανείς υγιής ή μανιακός θα τολμήση σοβαρώς να ειπή εις τον εαυτόν του, προσπαθών να τον μεταπείση, ότι είναι ανάγκη ο βους να είναι ίππος, ή το δύο να είναι έν;

Θεαίτητος. Όχι μα τον Δία.

Σωκράτης. Λοιπόν, αφού η κρίσις είναι ομιλία με τον εαυτόν μας, δεν υπάρχει κανείς ο οποίος με τον λόγον και με την κρίσιν από κοινού, εγγίζων με την ψυχήν του και τα δύο αυτά θα έλεγε και θα έκρινε ότι ένα πράγμα είναι άλλο πράγμα. Πρέπει όμως και συ να παραλείψης το ρήμα εις τα εν μέρει, διότι το ένα και τα άλλο γίνονται όμοια ως προς το ρήμα. Δηλαδή εγώ το εννοώ αυτό ως εξής· ότι κανείς δεν κρίνει το ωραίον ως άσχημον ή κανέν άλλο από τα παρόμοια.

Θεαίτητος. Τότε λοιπόν, καλέ Σωκράτη, το παραλείπω, και παραδέχομαι την γνώμην σου.

Σωκράτης. Επομένως όταν κανείς κρίνη και τα δύο είναι αδύνατον να κρίνη το έν ως το άλλο.

Θεαίτητος. Φαίνεται.

Σωκράτης. Εξ άλλου όμως όταν μόνον το έν κρίνη, το δε άλλο δεν το κρίνη διόλου, ποτέ του δεν θα κρίνη το έν ως το άλλο.

Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν, διότι θα ηναγκάζετο να εγγίση και εκείνο το οποίον δεν κρίνει.

Σωκράτης. Επομένως ούτε όταν κρίνη και τα δύο, ούτε όταν κρίνη το έν, είναι δυνατόν να κάμη λάθος. Ώστε αν κανείς ορίση ότι η ψευδής κρίσις είναι λάθος, δεν λέγει τίποτε. Διότι ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε με όσα παρεδέχθημεν προηγουμένως, αποδεικνύεται ότι υπάρχει εντός μας ψευδής κρίσις.

Θεαίτητος. Δεν υπάρχει, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης. Και όμως, φίλε Θεαίτητε, αν αυτό δεν το παραδεχθώμεν ως αληθές, θα αναγκασθώμεν να παραδεχθώμεν πολλά άλλα και παράλογα.

Θεαίτητος. Ποία δηλαδή;

Σωκράτης. Δεν θα σου το ειπώ πριν δοκιμάσω να το εξετάσω καθ' όλους τους τρόπους. Διότι εγώ εντρέπομαι διά λογαριασμόν μας, όταν εις την απορίαν μας αναγκαζώμεθα να παραδεχώμεθα παράλογα πράγματα, καθώς σου είπα. Εάν όμως το εύρωμεν ημείς και κερδίσωμεν την ελευθερίαν μας, τότε πλέον θα ομιλούμεν διά τους άλλους οι οποίοι θα παθαίνουν την προσβολήν, ενώ ημείς θα στεκώμεθα έξω από την γελοιοποίησιν. Εάν όμως ευρεθώμεν εντελώς εις απορίαν, θα ταπεινωθούμεν, καθώς νομίζω, από τον λόγον και θα του δώσωμεν καιρόν, ωσάν εκείνοι οι οποίοι πάσχουν ναυτίαν, να μας καταπατήση και να μας κάμη ό,τι θέλει. Πρόσεξε λοιπόν να ακούσης κατά ποίον τρόπον ευρίσκω ακόμη διέξοδον από αυτό το ζήτημα.

Θεαίτητος. Λέγε και μη σε μέλει.

Σωκράτης. θα ειπώ ότι ημείς ουχί ορθώς παρεδέχθημεν εκείνην την φοράν ότι, όσα δεν γνωρίζει κανείς, είναι αδύνατον να κρίνη ότι αυτά είναι εκείνα τα οποία δεν γνωρίζει, και επομένως να απατηθή. Δεν είναι αδύνατον, αλλά είναι κάπως δυνατόν.

Θεαίτητος. Μήπως θέλεις να ειπής αυτό το οποίον και εγώ υπωπτεύθην την ώραν που το ελέγαμεν ότι είναι τοιούτον; Ότι δηλαδή εγώ ενώ γνωρίζω τον Σωκράτη, αν ιδώ από μακράν κανένα τον οποίον δεν γνωρίζω, τυχαίνει κάποτε να τον νομίσω ότι είναι ο Σωκράτης, αυτόν τον οποίον δεν γνωρίζω; Διότι πραγματικώς εις αυτήν την περίπτωσιν συμβαίνει αυτό το οποίον λέγεις.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν το αποκηρύττομεν αυτό, το οποίον απεδείκνυε ότι δεν γνωρίζομεν όσα γνωρίζομεν, ενώ τα γνωρίζομεν;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Δηλαδή ας μη το δεχθώμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, αλλά κατά τον εξής, και ίσως να το επιτύχωμεν κάπως, ίσως όμως να μας εναντιωθή. Αλλά τι να γίνη, ευρισκόμεθα εις τοιαύτην θέσιν, ώστε είναι ανάγκη να στρέφωμεν από όλα τα μέρη και να βασανίζωμεν πάντα λόγον. Πρόσεξε λοιπόν, αν αυτό το οποίον λέγω έχει σημασίαν. Άραγε είναι δυνατόν όστις δεν γνωρίζει κάτι να το μάθη ύστερον;

Θεαίτητος. Βεβαίως είναι δυνατόν.

Σωκράτης. Και λοιπόν και κατόπιν πάλιν άλλο και έπειτα άλλο;

Θεαίτητος. Και πώς όχι;

Σωκράτης. Υπόθεσε λοιπόν λόγου χάριν, ότι μέσα εις τας ψυχάς μας υπάρχει κήρινον εκμαγείον, εις τον ένα μεγαλείτερον και εις τον άλλον μικρότερον, και εις τον ένα μεν από καθαρώτερον κηρίον, εις δε τον άλλον από ακάθαρτον και σκληρότερον, εις μερικούς δε πάλιν ελαστικώτερον, και εις άλλους μέτριον.

Θεαίτητος. Το υποθέτω.

Σωκράτης. Αυτό λοιπόν ας το είπωμεν δώρον της θεάς Μνημοσύνης και ας δεχθώμεν ότι, όταν θέλωμεν να απομνημονεύσωμεν κάτι τι από όσα ιδούμεν ή ακούσωμεν ή μόνοι μας εννοήσωμεν, πλησιάζομεν αυτό εις τας αισθήσεις και τας αντιλήψεις μας και αποτυπόνεται καθώς όταν αποτυπόνωμεν εικόνας εις τα δακτυλίδια. Και εκείνο μεν το οποίον θα αποτυπωθή, το ενθυμούμεθα και το γνωρίζομεν, εν όσω υπάρχει εντός μας η εικών του. Εκείνο όμως το οποίον θα εξαλειφθή ή δεν θα κατορθωθή να αποτυπωθή, το λησμονούμεν και δεν το γνωρίζομεν.

Θεαίτητος. Ας είναι και έτσι.

Σωκράτης. Όστις λοιπόν γνωρίζει αυτά, και εξετάζει κανέν από όσα βλέπει ή ακούει, πρόσεξε να ιδής αν είναι δυνατόν να κάμη ψευδή κρίσιν κατά τον εξής τρόπον.

Θεαίτητος. Ποίον τρόπον δηλαδή;

Σωκράτης. Να νομίση, ότι όσα γνωρίζει, άλλοτε μεν είναι εκείνα που γνωρίζει, άλλοτε δε εκείνα που δεν γνωρίζει. Διότι αυτά δεν τα είπαμεν καλά εις τα προηγούμενα, όταν παρεδέχθημεν ότι είναι αδύνατον να γίνουν.

Θεαίτητος. Και τόρα πώς τα εννοείς;

Σωκράτης. Το εξής πρέπει να λέγωμεν δι' αυτά χωρίζοντες το ζήτημα από την αρχήν, ότι δηλαδή εκείνο μεν το οποίον γνωρίζω διότι

(σελίς 104)

έχω ενθύμιον εις την ψυχήν μου, δεν το βλέπω πλέον όμως με τα αισθητήριά μου, είναι αδύνατον να το νομίσω ως κανέν άλλο πράγμα από εκείνα που γνωρίζω, όταν έχω και εκείνου την εντύπωσιν, δεν το βλέπω όμως. Ούτε αντιστρόφως εκείνο το οποίον γνωρίζω, είναι δυνατόν να το νομίσω ότι είναι εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω και του οποίου δεν έχω την σφραγίδα. Ούτε αρνητικώς εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω, να το νομίσω ως άλλο το οποίον δεν γνωρίζω. Ούτε πάλιν αντιστρόφως εκείνο το οποίον δεν γνωρίζω να το νομίσω ως άλλο το οποίον γνωρίζω. Το ίδιον και διά την αίσθησιν. Δεν είναι δυνατόν εκείνο το οποίον βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο από όσα επίσης βλέπω. Ούτε αντιστρόφως εκείνο το οποίον βλέπω ότι είναι κανέν από εκείνα τα οποία δεν βλέπω. Ούτε πάλιν ό,τι δεν βλέπω να νομίσω ότι είναι κανέν από όσα δεν βλέπω. Ούτε πάλιν αντιστρόφως ό,τι δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν από όσα βλέπω, Και τόρα πάλιν με συνδυασμόν, κανέν από όσα γνωρίζω και βλέπω και έχω το αποτύπωμα από την αίσθησιν, δεν είναι δυνατόν να νομίσω ως κανέν άλλο, από εκείνα τα οποία επίσης γνωρίζω και βλέπω και έχω και αυτών την αποτύπωσιν και την αίσθησιν. Τούτο μάλιστα είναι πολύ περισσότερον αδύνατον από εκείνας τας δύο μονομερείς περιπτώσεις, και αν ακόμη εις εκείνας ήτο δυνατόν. Επίσης εκείνο το οποίον γνωρίζω και το βλέπω, και κρατώ το ενθύμιον ακριβώς, είναι αδύνατον να το νομίσω ως άλλο πράγμα το οποίον γνωρίζω. Και πάλιν ό,τι γνωρίζω και βλέπω και το κατέχω αναλόγως, αδύνατον να το νομίσω ως άλλο το οποίον βλέπω. Ούτε αντιθέτως ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως άλλο, το οποίον δεν γνωρίζω και δεν βλέπω. Ούτε ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο το οποίον δεν γνωρίζω. Ούτε τέλος ό,τι δεν γνωρίζω και δεν βλέπω να το νομίσω ως κανέν άλλο το οποίον δεν βλέπω. Όλαι αυταί αι τελευταίαι έξ περιπτώσεις είναι κάτι περισσότερον από αδύνατον διά να κρίνη κανείς ψευδώς με αυτάς. Τόρα λοιπόν το πολύ πολύ υπολείπεται να είναι δυνατόν το τοιούτον εις τας εξής περιπτώσεις ακόμη.

σελίς 105

Θεαίτητος. Εις ποίας δηλαδή; Μη τυχόν ημπορέσω από αυτάς να εννοήσω καλλίτερα. Διότι τόρα δεν σε παρακολουθώ.

Σωκράτης. Όσα γνωρίζω, να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω συγχρόνως και βλέπω, ή από όσα δεν γνωρίζω αλλά βλέπω. Και όσα γνωρίζω και βλέπω, να τα νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω αλλά δεν βλέπω, ή δεν γνωρίζω αλλά βλέπω.

Θεαίτητος. Τόρα πλέον έμεινα πολύ περισσότερον πίσο παρά προηγουμένως (!).

Σωκράτης. Τότε λοιπόν άκουσε να σου τα ειπώ αλλέως. Εγώ ο οποίος γνωρίζω τον Θεόδωρον και ενθυμούμαι εις τον νουν μου ποία είναι η μορφή του, ομοίως δε και τον Θεαίτητον, δεν είναι αληθές ότι άλλοτε μεν τους βλέπω, άλλοτε όμως όχι, και πολλάκις τους δοκιμάζω με την αφήν μου και άλλοτε πάλιν όχι, και τους ακούω ή με άλλην καμμίαν αίσθησιν τους αισθάνομαι; Πολλάκις όμως ναι μεν δεν σας αισθάνομαι με κανέν από τα αισθητήρια, σας ενθυμούμαι όμως όχι ολιγώτερον, και σας γνωρίζω μέσα εις την ψυχήν μου;

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Πρώτον λοιπόν αυτό να εντυπώσης από όσα σου λέγω, ότι δηλαδή είναι δυνατόν όσα γνωρίζω να μη τα βλέπω και τα αισθάνωμαι με τα αισθητήριά μου, είναι όμως δυνατόν και να τα βλέπω.

τέλος σελίδος 105

Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης. Το ίδιον λοιπόν και όσα δεν γνωρίζω, πολλάκις μεν είναι δυνατόν και να μη τα βλέπω, πολλάκις όμως μόνον να τα βλέπω.

Θεαίτητος. Και αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πρόσεξε μήπως σου είναι ευκολώτερον να με παρακολουθήσης. Εάν ο Σωκράτης γνωρίζη τον Θεόδωρον και τον Θεαίτητον, και όμως δεν βλέπη κανένα από αυτούς τους δύο, ούτε με καμμίαν άλλην αίσθησιν τους αισθάνεται, ποτέ δεν είναι δυνατόν να κρίνη εντός του ότι ο Θεαίτητος είναι Θεόδωρος. Λέγω, ή δεν λέγω τίποτε;

Θεαίτητος. Βεβαίως πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αυτό λοιπόν που λέγω τόρα ήτο η πρώτη περίπτωσις από όσα σου έλεγα τότε.

Θεαίτητος. Μάλιστα, ήτο.

Σωκράτης. Το δεύτερον ήτο ότι, όταν τον ένα από σας τον γνωρίζω, τον δε άλλον δεν τον γνωρίζω, και δεν βλέπω με τας αισθήσεις μου κανένα από τους δύο σας, δεν είναι δυνατόν πάλιν να νομίσω ότι αυτός που γνωρίζω είναι εκείνος που δεν γνωρίζω.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Το τρίτον ήτο ότι: όταν δεν γνωρίζω κανένα από τους δύο σας ούτε τους βλέπω με καμμίαν αίσθησιν, δεν είναι δυνατόν να τον νομίσω, αυτόν που δεν τον γνωρίζω, ότι είναι κάποιος άλλος από εκείνους που δεν γνωρίζω. Και όλα τα προηγούμενα υπόθεσε ότι σου τα λέγω τόρα πάλιν κατά σειράν, εις τα οποία εγώ ποτέ δεν θα κρίνω ψευδώς διά σε και τον Θεόδωρον, ούτε όταν σας γνωρίζω και τους δύο, ούτε όταν δεν σας γνωρίζω, και ούτε πάλιν αν τον ένα γνωρίζω και τον άλλον δεν τον γνωρίζω. Το ίδιον συμβαίνει και διά τας αισθήσεις, αν βεβαίως παρακολουθής.

Θεαίτητος. Μάλιστα, παρακολουθώ.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν η ψευδής κρίσις μένει εις την εξής περίπτωσιν, όταν εγώ γνωρίζω και σε και τον Θεόδωρον και έχω αποτυπωμένα εις εκείνο το κήρινον όργανον τα χαρακτηριστικά των δύο σας, ως να είσθε δακτυλίδια, σας βλέπω όμως και τους δύο ύστερα από πολύν καιρόν και όχι τόσον καθαρά, και προσπαθών να αποδώσω τα χαρακτηριστικά του καθενός σας εις την ιδικήν του μορφήν, τα εμβάζω και τα προσαρμόζω εις τα ίχνη τα οποία άφησαν εντός μου, διά να γίνη η αναγνώρισις. Και ύστερα από όλα αυτά αποτυγχάνω, και καθώς εκείνοι που φορούν τα υποδήματά των ανάποδα ανταλλάσσω την μορφήν του καθενός από σας και την πλησιάζω προς τα ξένα χαρακτηριστικά, ή καθώς γίνεται εις το βλέμμα μας εμπρός εις ένα κάτοπτρον, όπου τα δεξιά μετατίθενται εις τα αριστερά, κατά τον ίδιον τρόπον συμβαίνει να απατηθώ. Τότε λοιπόν συμβαίνει το λάθος και η ψευδής κρίσις.

Θεαίτητος. Έτσι θα είναι, καλέ Σωκράτη. Περίφημα εξηγείς αυτό το πάθημα της κρίσεως.

Σωκράτης. Και πάλιν όταν γνωρίζω και τους δύο και τον μεν ένα εκτός του ότι τον γνωρίζω συγχρόνως τον βλέπω, τον άλλον όμως όχι, και την γνώσιν του άλλου δεν έχω από τας αισθήσεις, πράγμα το οποίον σου έλεγα προηγουμένως και συ τότε δεν το ενοούσες.

Θεαίτητος. Ναι, δεν σε ενοούσα.

Σωκράτης. Αυτό λοιπόν έλεγα, ότι δηλαδή όστις γνωρίζει τον ένα από τους δύο και τον βλέπει και έχει γνώσιν αυτού από την αίσθησιν, ποτέ δεν θα νομίση ότι αυτός είναι κάποιος άλλος τον οποίον γνωρίζει και βλέπει και επίσης έχει γνώσιν αυτού από την αίσθησιν. Δεν ήτο αυτό;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Τότε όμως βεβαίως παρελείπαμεν αυτό που λέγομεν τόρα, ότι ψευδής κρίσις γίνεται όταν κανείς γνωρίζη και τους δύο και έχη και τους δύο με την όρασιν ή με καμμίαν άλλην αίσθησιν, δεν διατηρεί όμως τα χαρακτηριστικά εκάστου σύμφωνα με την αίσθησιν, αλλά ωσάν ανεπιτήδειος τοξότης, όταν ρίπτη, αλλάζει το σημάδι του και αποτυγχάνει, το οποίον θα ονομάσωμεν ψεύδος.

Θεαίτητος. Πολύ λογικά βεβαίως.

Σωκράτης. Και όταν λοιπόν διά τον ένα μεν υφίσταται ακόμη η αίσθησις των γνωρισμάτων, διά τον άλλον όμως όχι, και ημείς το γνώρισμα της υφισταμένης αισθήσεως το προσαρμόζομεν εις την μη υφισταμένην, και τότε σφάλλει η διάνοιά μας απολύτως. Και με μίαν λέξιν, δι' όσα μεν κανείς ούτε εγνώρισε ούτε είδε ποτέ, δεν είναι δυνατόν, καθώς φαίνεται, ούτε να κρίνη ψευδώς ούτε να γίνη ψευδής κρίσις, εάν τόρα ημείς λέγωμεν κάτι τι βέβαιον. Αλλά και μόνον εις όσα γνωρίζομεν και συγχρόνως τα αισθανόμεθα, εις αυτά μόνον περιστρέφεται η ψευδής κρίσις, η οποία γίνεται και αληθής, και όταν μεν φέρη αντικριστά και κατ' ευθείαν τα ορθά αποτυπώματα, είναι αληθής, όταν όμως τα φέρη πλαγίως και λοξώς, είναι ψευδής.

Θεαίτητος. Πολύ καλά τα λέγεις, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Και όμως περισσότερον θα βεβαιώσης αυτό, αφού ακούσης και τα εξής.

σελίς 109 Δηλαδή η ορθή κρίσις είναι αξιέπαινον πράγμα, ενώ η ψευδής κρίσις είναι εντροπή.

Θεαίτητος. Και πώς δεν είναι βεβαίως;

Σωκράτης. Αυτά λοιπόν λέγουν ότι προέρχονται από το εξής· όταν δηλαδή το κηρίον μέσα εις την ψυχήν είναι βαθύ και πολύ και λείον και καλώς ετοιμασμένον, τότε όσα διέρχονται από τας αισθήσεις μας τα αποτυπόνομεν εις αυτό το &κηρ& της ψυχής μας, καθώς το ωνόμασε ο Όμηρος, διά να κάμη υπαινιγμόν με την ομοιότητα αυτού προς το κηρίον. Και τότε εις αυτά αποτυπόνονται καθαρά τα γνωρίσματα και με αρκετόν βάθος και γίνονται μακροχρόνια, και όσοι είναι τοιούτοι πρώτον μεν μανθάνουν ευκόλως, έπειτα έχουν καλόν μνημονικόν, και τέλος δεν συγχέουν τα γνωρίσματα, αλλά κρίνουν ορθώς. Διότι είναι καθαρά και εις ευρύχωρον μέρος και τα αποδίδουν αμέσως εις τα αποτυπώματά των, τα οποία ως γνωστόν ονομάζονται όντα, και αυτοί ωρισμένως ονομάζονται σοφοί. Τι δεν το παραδέχεσαι;

Θεαίτητος. Το παραδέχομαι πάρα πολύ.

Σωκράτης. Συμβαίνει όμως να έχη κανείς το &κηρ& δασύτριχον, το οποίον ωρισμένως εγκωμίασε πολύ ο πάνσοφος ποιητής, ή να το έχη βρωμισμένον και με ακάθαρτον κηρίον, ή πολύ μαλακόν ή πολύ σκληρόν. Τότε εις όσους μεν είναι μαλακόν, αυτοί μανθάνουν ευκόλως, αλλά και λησμονούν ευκόλως, εις όσους δε είναι σκληρόν, συμβαίνουν τα αντίθετα, όσοι δε το έχουν δασύτριχον και ανώμαλον, διότι ανεμίχθη κανέν μέρος από λίθους ή από χώμα ή από κόπρον, αυτοί σχηματίζουν ασαφή εκμαγεία. Επίσης δε ασαφή σχηματίζουν και όσοι το έχουν σκληρόν, διότι δεν έχουν βάθος. Επίσης δε ασαφή εκμαγεία σχηματίζουν και όσοι το έχουν μαλακόν, διότι από την σύγχυσιν γίνονται αμέσως αμυδρά. Εάν δε ύστερα από όλα αυτά συμπέση και το έν επάνω εις το άλλο ένεκα του στενού χώρου, εάν τύχη κανείς να έχη μικρή ψυχούλα, τότε γίνονται τα εκμαγεία πολύ περισσότερον ασαφή. Όλοι αυτοί λοιπόν είναι εύκολον να κάμουν ψευδή κρίσιν. Διότι όταν βλέπουν τίποτε ή ακούουν ή φαντάζωνται δεν είναι ικανοί αμέσως να αποδώσουν όλα τα γνωρίσματα και δι' αυτό είναι βραδείς και συγχέουν και παραβλέπουν και παρακούουν και παρανοούν πάρα πολλά, και αυτοί βεβαίως είναι οι απατώμενοι περί των πραγμάτων και οι αμαθείς.

Θεαίτητος. Το λέγεις τόσον ορθά, Σωκράτη μου, όσον δεν ημπορούσα να φαντασθώ ποτέ μου.

Σωκράτης. Να παραδεχθώμεν λοιπόν ότι υπάρχουν εντός μας ψευδείς κρίσεις;

Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Και κρίσεις αληθείς;

Θεαίτητος. Και αληθείς.

Σωκράτης. Τόρα πλέον λοιπόν δεν θεωρούμεν ότι απεδείχθη πειστικώς, ότι υπάρχουν χωρίς άλλο και τα δύο αυτά είδη της κρίσεως;

Θεαίτητος. Όσον φαντάζεσαι.

Σωκράτης. Πλην, φίλε Θεαίτητε, πραγματικώς ο αθυρόστομος άνθρωπος πλησιάζει να είναι ανυπόφορον πράγμα και αηδές.

Θεαίτητος. Πώς έτσι; προς τι το είπες αυτό;

Σωκράτης. Δεν χωνεύω την ιδικήν μου ελαττωματικήν μάθησιν και αληθινήν μωρολογίαν. Διότι πώς αλλέως να το ονομάσης αυτό, όταν κανείς σύρη τους λόγους δεξιά και αριστερά από την βλακείαν του και δεν ημπορή να πεισθή και δυσκόλως ξεκάμνη έκαστον ζήτημα (!);

Θεαίτητος. Συ όμως διατί θυμόνεις;

Σωκράτης. Δεν θυμόνω μόνον, αλλά και φοβούμαι τι θα απαντήσω, αν με ερωτήση κανείς: Κύριε Σωκράτη, τάχα ανεκάλυψες ότι η ψευδής κρίσις δεν έγκειται ούτε εις τας αισθήσεις μεταξύ της μιας και της άλλης, ούτε εις τα νοήματα, αλλά εις την σύνδεσιν των αισθήσεων με τα νοήματα; Και εγώ θα το παραδεχθώ, ίσως διότι τάχα ανεκαλύψαμεν κανέν σπουδαίον πράγμα.

Θεαίτητος. Εγώ τουλάχιστον, Σωκράτη μου, νομίζω ότι δεν είναι άσχημον αυτό το οποίον απεδείχθη.

Σωκράτης. Λοιπόν, θα απαντήση εκείνος πάλιν: νομίζεις ότι τον άνθρωπον τον οποίον ενθυμούμεθα μόνον χωρίς να τον βλέπωμεν, δεν είναι ποτέ δυνατόν να τον νομίσωμεν ίππον, τον οποίον πάλιν ούτε βλέπομεν ούτε απτόμεθα, αλλά απλώς τον ενθυμούμεθα και καμμίαν αίσθησιν δεν έχομεν περί αυτού; Μάλιστα αυτά λέγω, θα του είπω ίσως.

Θεαίτητος. Και πολύ καλά βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, θα μου ειπή εκείνος, τα ένδεκα τα οποία κανείς δεν τα αισθάνεται παρά μόνον τα έχει εις τον νουν του, σύμφωνα με αυτόν τον λόγον δεν είναι αληθές ότι ποτέ δεν είναι δυνατόν να τα νομίση δώδεκα, τα οποία επίσης μόνον εις τον νουν του τα έχει; Έλα λοιπόν τόρα απάντησε συ.

Θεαίτητος. Βεβαίως θα απαντήσω, ότι όταν μεν βλέπη ή άπτεται κανείς τα ένδεκα, είναι δυνατόν να τα νομίση δώδεκα, εκείνα όμως τα ένδεκα, τα οποία έχει εις τον νουν του, δεν είναι δυνατόν να τα νομίση τόσα.

Σωκράτης. Και λοιπόν; Νομίζεις ότι κανείς ποτε ηθέλησε να βάλη εις τον νουν του πέντε και επτά, δεν εννοώ όμως πέντε ή επτά ανθρώπους ή άλλο κανέν παρόμοιον, αλλά τους αφηρημένους αριθμούς πέντε και επτά, τους οποίους λέγομεν ότι μένουν εκεί εις το εκμαγείον ως ενθύμια και είναι αδύνατον με αυτούς να κρίνωμεν ψευδώς. Αυτούς εννοώ αν κανείς έως τόρα τους εσυλλογίσθη και ερώτησε τον εαυτόν του πόσα κάμνουν, και αν άλλος μεν ενόμισε ότι κάμνουν ένδεκα, άλλος δε δώδεκα, ή όλοι λέγουν και νομίζουν αυτούς ότι κάμνουν δώδεκα;

Θεαίτητος. Όχι μα τον Δία, αλλά παρά πολλοί τους νομίζουν ότι κάμνουν και ένδεκα. Εάν μάλιστα δοκιμάση κανείς με μεγαλειτέρους αριθμούς θα κάμη μεγαλείτερον λάθος. Διότι νομίζω ότι συ εδώ ομιλείς γενικώς περί οποιουδήποτε αριθμού.

Σωκράτης. Καλά το νομίζεις αυτό. Και πρόσεξε μήπως τότε συμβαίνει τίποτε άλλο παρά ότι νομίζει τον αριθμόν δώδεκα του εκμαγείου ότι είναι ένδεκα.

Θεαίτητος. Αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει.

Σωκράτης. Λοιπόν αυτό δεν ανήκει πάλιν εις τους προηγουμένους λόγους; Διότι όστις παθαίνει αυτό, ένα πράγμα που το γνωρίζει, νομίζει ότι είναι άλλο πράγμα το οποίον γνωρίζει επίσης. Τούτο όμως το είπαμεν αδύνατον και με αυτό το ίδιον παραδεχόμεθα λογικώς ότι δεν υπάρχει ψευδής κρίσις, διά να μη δεχθώμεν ότι τα ίδια πράγματα ο ίδιος τα γνωρίζει και δεν τα γνωρίζει.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Λοιπόν δεν έπεται ότι πρέπει να θεωρήσωμεν ότι η ψευδής κρίσις κάθε άλλο είναι παρά σύγχυσις μεταξύ σκέψεως και αισθήσεως. Διότι, αν αυτό ήτο αληθές, δεν ήτο δυνατόν να απατώμεθα με τας σκέψεις. Τόρα όμως ή δεν υπάρχει ψευδής κρίσις, ή όσα κανείς δεν γνωρίζει είναι δυνατόν να τα γνωρίζη. Και λοιπόν ποίον προτιμάς από αυτά τα δύο;

Θεαίτητος. Μου προτείνεις μίαν δύσκολον εκλογήν, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Και όμως είναι φόβος να μην επιτρέψη ο λόγος ούτε το έν ούτε το άλλο. Αλλά τι να γίνη, βεβαίως κανείς πρέπει να το πάρη απόφασιν, και τι πειράζει αν αποφασίσωμεν να γίνωμεν ξετσίπωτοι;

Θεαίτητος. Πώς;

Σωκράτης. Εάν θελήσω μεν να ειπούμεν ποίου είδους είναι η επιστήμη.

Θεαίτητος. Και διατί αυτό να είναι ξετσίπωμα;

Σωκράτης. Φαίνεται ότι δεν εννοείς ότι ολόκληρος η ομιλία μας από την αρχήν ήτο έρευνα της επιστήμης, διότι δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Απ' εναντίας, το εννοώ.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν σου φαίνεται αναίδεια, αφού δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη, να κρίνωμεν τι είδους είναι η επιστήμη; Και όμως πάλιν, φίλε μου Θεαίτητε, πολλήν ώραν η ομιλία μας εξακολουθεί να μη είναι ξεκαθαρισμένη. Διότι έως τόρα χίλιες φορές ανεφέραμεν το γνωρίζω και δεν γνωρίζω και την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην, ωσάν τάχα να ενοούμεν ο είς τον άλλον, αφού ακόμη δεν γνωρίζομεν τι είναι επιστήμη. Και αν αγαπάς μάλιστα, και αυτήν την στιγμήν εκάμαμεν χρήσιν του δεν γνωρίζω και του εννοώ, ενώ δεν έπρεπε, αφού δεν κατέχομεν την επιστήμην.

Θεαίτητος. Ναι, αλλά τότε με ποίον τρόπον θα συνομιλήσης, καλέ Σωκράτη, όταν αποφεύγης αυτάς τας λέξεις;

Σωκράτης. Με κανένα τρόπον, αφού είμαι ό,τι είμαι. Εάν όμως ήμην εριστικός, τότε μάλιστα. Διότι και τόρα, αν παρουσιάζετο ένας τοιούτος κύριος, και αυτά θα εζήτει να τα αποφεύγωμεν και πολύ θα μας επέπληττε δι' αυτά τα οποία είπα. Αφού λοιπόν είμεθα πρόστυχοι, θέλεις να κάμω πραξικόπημα και να ειπώ τι είναι η επιστήμη; Διότι νομίζω ότι θα μας εχρησίμευε κάπως.

Θεαίτητος. Τότε λοιπόν κάμε αυτό το πραξικόπημα μα τον Δία. Και αν δεν αποφύγης αυτά, πάλιν θα είσαι εντελώς συγχωρημένος,

Σωκράτης. Δεν έμαθες πώς την ορίζουν τόρα την γνώσιν;

Θεαίτητος. Ίσως να ήκουσα, αλλά αυτήν την στιγμήν δεν το ενθυμούμαι.

Σωκράτης. Κατοχήν της επιστήμης ονομάζουν αυτήν.

Θεαίτητος. Έχεις δίκαιον.

Σωκράτης. Ημείς λοιπόν ας το αλλάξωμεν ολίγον και ας την ονομάσωμεν απόκτησιν της επιστήμης.

Θεαίτητος. Και ποίαν διαφοράν ευρίσκεις εις αυτά τα δύο ονόματα;

Σωκράτης. Ίσως δεν υπάρχει καμμία. Άκουσε όμως αυτήν την οποίαν ευρίσκω εγώ και ειπέ την γνώμην σου και συ.

Θεαίτητος. Εάν ημπορέσω, ευχαρίστως.

Σωκράτης. Λοιπόν δεν μου φαίνεται ότι είναι το ίδιον πράγμα η απόκτησις με την κατοχήν. Καθώς παραδείγματος χάριν αν κανείς αγοράση φόρεμα και το έχη εις την κατοχήν του χωρίς να το φορή, δεν ημπορούμεν να ειπούμεν ότι το έχει τόρα μαζί του, αλλά ότι είναι κτήμα του.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά!

Σωκράτης. Πρόσεξε λοιπόν αν είναι δυνατόν και την επιστήμην όταν είναι κτήμα σου να μην την έχης πρόχειρον, αλλά να την έχης καθώς έχει κανείς τα άγρια πουλιά, δηλαδή τας περιστεράς και οτιδήποτε άλλο, αφού τα συλλάβη και κάμη εις την οικίαν του ένα περιστερεώνα και τα τρέφη. Βεβαίως θα ειπούμεν κάπως ότι αυτός τα έχει διαρκώς, και ακριβώς ότι είναι κτήμα του.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Υπό άλλην όμως έποψιν βεβαίως δεν κρατεί καμμίαν, αλλά έχει μεν την δύναμιν ως προς αυτάς, αφού τας έκαμε κτήμα του μέσα εις το περίφραγμά του, να τας συλλάβη και να τας κρατή ό,τι ώρα θέλει και πάλιν να τας απολύση. Και τούτο ημπορεί να το κάμνη όσας φοράς έχει διάθεσιν.

Θεαίτητος. Πραγματικώς.

Σωκράτης. Λοιπόν καθώς προηγουμένως παρεδέχθημεν κατασκευασμένον μέσα εις τας ψυχάς ένα είδος κήρινον πλάσμα, ας κατασκευάσωμεν μέσα εις εκάστην ψυχήν αυτήν την φοράν πάλιν ένα περιστερεώνα από διάφορα πουλιά, άλλα μεν εις ολόκληρα σμήνη χωριστά, άλλα δε από ολίγα μαζευμένα, και άλλα μόνα των μεταξύ όλων, να πετούν όπου τύχη.

Θεαίτητος. Καλά παραδέχομαι ότι τον κατεσκευάσαμεν. Αλλά ποίον θα είναι το αποτέλεσμα;

Σωκράτης. Όταν έχωμεν εμπρός μας μικρά παιδία, πρέπει να ειπούμεν ότι αυτό το δοχείον είναι κενόν, εις την θέσιν δε των πουλιών να φαντασθώμεν τας επιστήμας. Και οποιανδήποτε επιστήμην αποκτήση κανείς και την κλείση μέσα εις το περίφραγμά του, πρέπει να λέγη ότι έμαθε ή ευρήκε το πράγμα εκείνο εις το οποίον ασχολείται εκείνη η επιστήμη, και αυτό είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Παραδέχομαι.

Σωκράτης. Και λοιπόν το να καταδιώκη οποιανδήποτε επιστήμην θέλει, και αφού την συλλάβη να την κρατή, και ύστερον να την απολύση πάλιν, πρόσεξε να ιδής ποία ονόματα χρειάζεται, άραγε τα ίδια με εκείνο το οποίον εχρειάζετο εις την αρχήν, όταν την έκαμνε κτήμα του, ή διαφορετικά, θα εννοήσης δε καλλίτερα αυτό το οποίον λέγω από το εξής. Παραδέχεσαι την αριθμητικήν;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αυτήν λοιπόν θεώρησε την κυνήγιον της επιστήμης όλων των αρτίων και των περιττών αριθμών.

Θεαίτητος. Την θεωρώ.

Σωκράτης. Με αυτήν λοιπόν την τέχνην και ο ίδιος κρατεί εις την διάθεσίν του την επιστήμην των αριθμών και εις άλλον την παραδίδει, όστις την παραδίδει.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Και όστις μεν την παραδίδει, λέγομεν ότι την διδάσκει, όστις δε την παραλαμβάνει, λέγομεν ότι την μανθάνει, όταν δε την κατέχη μέσα εις εκείνον τον περιστερεώνα, λέγομεν ότι την γνωρίζει επιστημονικώς.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πρόσεξε εις τα συμπεράσματα. Δηλαδή, αφού είναι τέλειος αριθμητικός, δεν θα γνωρίζη όλους τους αριθμούς; Διότι υπάρχει μέσα εις την ψυχήν του η επιστήμη όλων των αριθμών.

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Λοιπόν ο τοιούτος δεν συμβαίνει κάποτε να μετρά μόνος του αυτούς τους αριθμούς, ή κανέν άλλο πράγμα εξωτερικόν, από εκείνα τα οποία μετρούνται;

Θεαίτητος. Πώς όχι;

Σωκράτης. Το μέτρημα όμως άλλο τίποτε θα ειπούμεν, παρά εξέτασιν διά να εύρωμεν πόσος αριθμός υπάρχει;

Θεαίτητος. Αυτό βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν εκείνο το οποίον γνωρίζει, τόρα αποδεικνύεται ότι τα εξετάζει, ως να μην το γνωρίζη, αυτός ο οποίος, καθώς παρεδέχθημεν, γνωρίζει όλους τους αριθμούς. Έχεις ακούσει δηλαδή ότι πολλοί τα διαφιλονικούν αυτά εις τας συζητήσεις των;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν ημείς παρομοιάζοντες αυτά προς το κυνήγιον και την σύλληψιν των περιστερών, θα ειπούμεν ότι το κυνήγιον είναι δύο ειδών. Το έν ήτο πριν να τας συλλάβωμεν, διά να τας έχωμεν κτήμα μας, το δε άλλο διά να τας συλλάβωμεν και να κρατούμεν εις το χέρι εκείνο, το οποίον προ πολλού είχαμεν κτήμα μας. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον είναι δυνατόν και όσα κανείς προ πολλού είχε μάθει και τα εγνώριζε, να τα μάθη και πάλιν αυτά τα ίδια, αποκτών πάλιν την επιστήμην εκάστου και κρατών πρόχειρον εις τον νουν του τόρα, αυτήν την οποίαν εγνώρισε προ πολλού.

Θεαίτητος. Πραγματικώς.

Σωκράτης. Ακριβώς λοιπόν αυτό σε ερωτούσα προ ολίγου, τι ονόματα πρέπει κανείς να δώση εις αυτά, όταν λόγου χάριν ο αριθμητικός πρόκειται να μετρήση κανέν πράγμα, ή ο γραμματοδιδάσκαλος να αναγνώση, άραγε θα ειπούμεν ότι το γνωρίζει και έρχεται τόρα πάλιν να μάθη από τον εαυτόν του, αυτό το οποίον γνωρίζει;

Θεαίτητος. Αυτό είναι παράλογον, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Αλλά τότε λοιπόν θα ειπούμεν ότι θα αναγνώση και θα αριθμήση όσα δεν γνωρίζει, ενώ παρεδέχθημεν ότι γνωρίζει όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς;

Θεαίτητος. Και αυτό βεβαίως είναι παράλογον.

Σωκράτης. Λοιπόν θέλεις να ειπούμεν ότι όσον διά τα ονόματα ημάς δεν μας μέλει διόλου, εάν επεκτείνη κανείς όπως θέλει την σημασίαν του γνωρίζω και μανθάνω. Αφού όμως ωρίσαμεν ότι άλλο πράγμα είναι η απόκτησις της επιστήμης και άλλο η πρόχειρος κατοχή αυτής, δεχόμεθα ότι είναι αδύνατον να μην έχη κτήμα του κανείς εκείνο το οποίον απέκτησε, ώστε ποτέ δεν συμβαίνει να μη γνωρίζη εκείνο το οποίον γνωρίζει, είναι όμως δυνατόν να κάμη ψευδή κρίσιν περί αυτού. Διότι είναι δυνατόν να μην έχη την επιστήμην τούτου, αλλά άλλην εις την θέσιν εκείνης, όταν κυνηγά την ώραν που ξεπετούν και συλλάβη κατά λάθος άλλην αντί άλλης, και τότε βεβαίως συμβαίνει να εκλάβη τα ένδεκα ως δώδεκα, διότι συνέλαβε μέσα του την επιστήμην των ένδεκα αντί των δώδεκα, ωσάν κανέν αγριοπερίστερο αντί περιστεράς.

Θεαίτητος. Αυτό φαίνεται λογικόν.

Σωκράτης. Όταν όμως συλλάβη εκείνην την οποίαν προσπαθεί να συλλάβη, τότε δεν κάμνει λάθος και κρίνει το πράγμα καθώς είναι. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον υπάρχει και αληθής και ψευδής κρίσις, και όσα προηγουμένως μας εστενοχώρησαν, κανέν δεν είναι εμπόδιον. Ίσως λοιπόν θα μείνης σύμφωνος μαζί μου, ει δε μη τι σκοπόν έχεις;

Θεαίτητος. Το παραδέχομαι καθώς το λέγεις.

Σωκράτης. Και βεβαίως, διότι τόρα πλέον είμεθα απηλλαγμένοι από το να γνωρίζη κανείς όσα δεν γνωρίζει, διότι όσα έχομεν κτήμα μας δεν συμβαίνει πουθενά, να μην τα έχωμεν ιδικά μας ούτε κατά λάθος ούτε χωρίς λάθος. Τόρα όμως εγώ νομίζω ότι παρουσιάζεται ένα άλλο πάθημα πολύ φοβερώτερον.

Θεαίτητος. Ποίον είναι αυτό;

Σωκράτης. Εάν ημπορή να θεωρηθή ψευδής κρίσις η αλλαγή της μιας επιστήμης με την άλλην.

Θεαίτητος. Πώς δηλαδή;

Σωκράτης. Πρώτον μεν, ενώ κατέχει κανείς ενός πράγματος την επιστήμην, να μη γνωρίζη αυτό το ίδιον, όχι πλέον με αμάθειαν αλλά με την επιστήμην του. Έπειτα πάλιν ένα άλλο πράγμα να το θεωρήση ως τούτο εδώ, και τούτο εδώ ως άλλο. Πώς δεν είναι μέγας παραλογισμός, αφού υπάρχει η επιστήμη, να μη γνωρίζη τίποτε η ψυχή, αλλά να αγνοή όλα τα πράγματα; Διότι συμφώνως με τον λόγον αυτόν δεν είναι δύσκολον και η αμάθεια (!), όταν υπάρχη, να μας κάμη να γνωρίζωμεν ένα πράγμα, και η τύφλωσις (!) να μας κάμνη να βλέπωμεν, αφού και η επιστήμη ημπορεί να κάμη ποτέ κανένα να μη γνωρίζη (!)

Θεαίτητος. Πραγματικώς, Σωκράτη μου, ίσως ουχί ορθώς παρεδέχθημεν τα πουλιά μόνον ως επιστήμας, ενώ έπρεπε να δεχθώμεν και ως ανεπιστημοσύνας και να πετούν εναλλάξ μέσα εις την ψυχήν μας. Και όστις κυνηγά, ότι άλλοτε συλλαμβάνει επιστήμην και άλλοτε ανεπιστημοσύνην διά το ίδιον πράγμα, και διά τούτο κάμνει ψευδή κρίσιν με την ανεπιστημοσύνην, και αληθινήν με την επιστήμην.

Σωκράτης. Είναι βεβαίως δύσκολον, καλέ Θεαίτητε, να μη σε επαινέση κανείς. Αυτό όμως το οποίον είπες εξέτασέ το και πάλιν. Οπωσδήποτε ας το δεχθώμεν (!) καθώς το λέγεις. Αλλά τότε, όστις συλλάβη την ανεπιστημοσύνην, λέγεις ότι θα κάμη ψευδή κρίσιν. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Όχι όμως και ότι θα φρονή συγχρόνως ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος. Αλλά πώς;

Σωκράτης. Αλλά αληθινήν, και θα φαίνεται ως να γνωρίζη αυτά εις τα οποία απατάται.

Θεαίτητος. Πώς αλλέως βέβαια;

Σωκράτης. Επομένως θα φρονή ότι συνέλαβε εις το κυνήγι και κατέχει επιστήμην και όχι ανεπιστημοσύνην.

Θεαίτητος. Αυτό είναι φανερόν.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν εκάμαμεν ένα μεγάλον γύρον και πάλιν εφθάσαμεν εις την ιδίαν απορίαν (!). Διότι εκείνος ο εριστικός θα γελάση και θα μας ειπή. Πώς το εννοείτε, ευλογημένοι άνθρωποι; Και τας δύο γνωρίζει κανείς, δηλαδή και την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και αυτήν που γνωρίζει νομίζει ότι είναι κάποια άλλη, από εκείνας που γνωρίζει; Ή δεν γνωρίζει καμμίαν από τας δύο, και τότε εκείνην που δεν την γνωρίζει, την νομίζει ως κάποιαν άλλην από εκείνας που δεν γνωρίζει; Ή την μίαν γνωρίζει και την άλλην δεν την γνωρίζει, και αυτήν που γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που δεν γνωρίζει; Ή αυτήν που γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που γνωρίζει; Ή θα μου ειπήτε τόρα πάλιν, ότι υπάρχουν και επιστήμαι των επιστημών και ανεπιστημοσυνών, τας οποίας όστις τας έχει κτήμα του, τας κλείει μέσα εις άλλους γελοίους περιστερεώνας ή κήρινα πλάσματα, και ενόσω τας έχει κτήμα του τας γνωρίζει, και όταν ακόμη δεν τας έχη προχείρους εις τον νουν του; Και κατ' αυτόν τον τρόπον πλέον θα αναγκασθήτε εις το ίδιον μέρος να στριφογυρίζετε χίλιες φορές, χωρίς να φέρετε κανέν αποτέλεσμα; Τι θα απαντήσωμεν εις αυτά, καλέ Θεαίτητε;

Θεαίτητος. Εγώ μα τον Δία, Σωκράτη μου, δεν γνωρίζω τι πρέπει να απαντήσωμεν.

Σωκράτης. Λοιπόν, παιδί μου, άραγε έχει δίκαιον αυτός ο λόγος που μας επιπλήττει και μας αποδεικνύει, ότι δεν είναι ορθόν να ζητούμεν προηγουμένως από την επιστήμην, τι είναι η ψευδής κρίσις, αφίνοντες εκείνην κατά μέρος; Και όμως είναι απολύτως αδύνατος πάσα γνώσις, εάν προηγουμένως δεν κατέχωμεν καλώς τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Προς το παρόν, Σωκράτη μου, είναι ανάγκη να παραδεχθώμεν αυτό το οποίον λέγεις.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν πώς θα ορίσωμεν τόρα πάλιν την επιστήμην από την αρχήν; διότι δεν πιστεύω από τόρα να είμεθα κουρασμένοι.

Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα, αρκεί συ να μην αποκάμης.

Σωκράτης. Λέγε λοιπόν, πώς πρέπει να την ονομάσωμεν, ώστε να μην αντιφάσκωμεν προς τον εαυτόν μας.

Θεαίτητος. Εκείνο, καλέ Σωκράτη, το οποίον εδοκιμάσαμεν προηγουμένως, διότι εγώ δεν γνωρίζω κανέν άλλο όνομα.

Σωκράτης. Ποίον δηλαδή;

Θεαίτητος. Ότι η αληθής κρίσις είναι επιστήμη. Διότι βεβαίως η αληθής κρίσις είναι αλάνθαστος, και όσα πηγάζουν από αυτήν όλα γίνονται καλά και αγαθά.

Σωκράτης. Όστις οδηγεί εις την διάβασιν του ποταμού, φίλε Θεαίτητε, ορθώς λέγει ότι μόνος του θα δείξη τι πρέπει να γίνη. Ομοίως και εις τούτο το ζήτημα, όσον προχωρούμεν ίσως παρουσιασθή κανέν εμπόδιον, και μόνον του μας φανερώση αυτό το οποίον ερευνώμεν, ενώ όταν μένωμεν ακίνητοι δεν θα ιδούμεν τίποτε.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά ομιλείς, ώστε ας προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν.

Σωκράτης. Και λοιπόν τούτο δεν θέλει πολλήν σκέψιν. Διότι μία ολόκληρος τέχνη σου λέγει ότι δεν είναι επιστήμη.

Θεαίτητος. Πώς δηλαδή; Και ποία είναι αυτή;

Σωκράτης. Η τέχνη εκείνων οι οποίοι είναι οι ανώτεροι εις την πολυμάθειαν, τους οποίους ακριβώς ονομάζουν ρήτορας και δικηγόρους. Διότι αυτοί καταπείθουν με την τέχνην των όχι διότι διαφωτίζουν (!) τους άλλους, αλλά διότι τους κάμνουν να φρονούν όσα θέλουν αυτοί. Ή μήπως συ νομίζεις ότι υπάρχουν διδάσκαλοι τόσον ικανοί, ώστε εις ανθρώπους οι οποίοι δεν παρευρέθησαν εις καμμίαν λωποδυσίαν ή κανένα άλλον εκβιασμόν, να ημπορούν να εξηγήσουν πειστικώς την αλήθειαν των γεγονότων, την ώραν που τρέχει το ολίγον νερόν της κλεψύδρας;

Θεαίτητος. Εγώ διόλου δεν νομίζω αυτό, αλλά πιστεύω ότι πείθουν.

Σωκράτης. Το να πείθουν όμως άλλο τι σημαίνει, παρά να τους καταφέρουν να νομίζουν;

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Λοιπόν όταν οι δικασταί πεισθούν δικαίως (!), δι' όσα μόνον όταν τα ιδή κανείς είναι εις θέσιν να γνωρίζη, όχι όμως κατ' άλλον τρόπον, δεν έπεται ότι η δικαία (!) των κρίσις, εάν βεβαίως εδίκασαν ορθώς (!), στηρίζεται εις τας εξ ακοής πληροφορίας, από τας οποίας εσχημάτισαν αληθή κρίσιν (!), χωρίς να τας γνωρίζουν;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Αί λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε, εάν ήτο το ίδιον πράγμα η αληθής και δικαστική (!) κρίσις με την επιστήμην, δεν ήτο δυνατόν ποτέ ο καλλίτερος δικαστής να κάμη ορθήν κρίσιν άνευ της επιστήμης. Τόρα όμως φαίνεται ότι είναι διαφορετικά αυτά το έν από το άλλο.

Θεαίτητος. Τόρα εννοώ, καλέ Σωκράτη, εκείνο που είπε κάποιος και το είχα λησμονήσει. Αυτός δε είπε ότι επιστήμη είναι η αληθής κρίσις, όταν συνοδεύεται και με τον λόγον, ενώ άνευ λόγου είναι έξω από την επιστήμην. Και εις όσα πράγματα δεν υπάρχει ο λόγος, δεν μανθάνονται επιστημονικώς, — με αυτάς τας λέξεις τα έλεγε μάλιστα — , εις όσα όμως υπάρχει λόγος, μανθάνονται.

Σωκράτης. Πολύ ορθά. Τόρα όμως όσα μανθάνονται και όσα δεν μανθάνονται, ειπέ μου πώς τα διέκρινε, διότι θέλω να ιδώ αν τα ήκουσες και συ καθώς εγώ.

Θεαίτητος. Δεν ηξεύρω αν θα το ενθυμηθώ. Νομίζω όμως ότι θα ημπορούσα να παρακολουθήσω, αν το έλεγε άλλος κανείς.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν άκουσε ένα όνειρον εις την θέσιν άλλου ονείρου. Διότι και εγώ πάλιν νομίζω ότι ήκουσα από κάποιον, ότι τα πρώτα στοιχεία από τα οποία αποτελούμεθα και ημείς και τα άλλα πράγματα, δεν έχουν λόγον. Διότι δι' έκαστον από αυτά μόνον το όνομά του είναι δυνατόν να ειπούμεν και τίποτε άλλο ούτε δηλαδή ότι υπάρχει, ούτε ότι δεν υπάρχει. Διότι τότε πλέον προσθέτομεν εις αυτό και την ύπαρξιν, ενώ δεν πρέπει να προσθέσωμεν τίποτε, αφού πρέπει να το ονομάσωμεν μόνον του. Αφού μάλιστα δεν πρέπει να προσθέσωμεν ούτε την λέξιν αυτό, ούτε εκείνο, ούτε έκαστον, ούτε μόνον, ούτε τούτο εδώ, ούτε κανέν άλλο, από τα παρόμοια προσδιοριστικά επίθετα. Διότι αυτά τριγυρίζουν όλα τα άλλα και προσκολλώνται εις αυτά, ενώ είναι διαφορετικά από εκείνα εις τα οποία προστίθενται. Έπρεπε όμως αυτό το στοιχείον, εάν ήτο δυνατόν να λέγεται, και αν είχε ιδιαίτερον ορισμόν, να λέγεται χωριστά από όλα τα άλλα. Τόρα όμως είναι αδύνατον, έν οποιονδήποτε από τα πρώτα στοιχεία να εκφρασθή διά λόγου. Διότι τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να γίνη δι' αυτό, παρά μόνον να το ονομάσωμεν. Διότι μόνον όνομα έχει. Όσα όμως αποτελούνται από αυτά τα στοιχεία, καθώς συμπλέκονται τα ίδια, ομοίως συμπλέκονται και τα ονόματά των και σχηματίζεται λόγος. Διότι η συμπλοκή των λέξεων είναι η ουσία του λόγου. Λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον τα μεν στοιχεία είναι απροσδιόριστα με τον λόγον και άγνωστα, και απλώς αισθητά. Αι συλλαβαί όμως είναι γνωσταί και εκφράζονται διά λόγου και κρίνονται με αληθή κρίσιν. Όταν λοιπόν χωρίς λόγον συλλάβη κανείς την αληθινήν κρίσιν ενός πράγματος, κατέχει μεν η ψυχή του την αλήθειαν ως προς αυτό, αλλ' όμως δεν το γνωρίζει. Διότι όστις δεν ημπορεί να δώση και να δεχθή λόγον δεν έχει επιστημονικήν γνώσιν αυτού του πράγματος. Όταν όμως αποκτήση και τον λόγον, τότε γίνεται ικανός εις όλα αυτά, και είναι τέλειος διά την επιστήμην. Έτσι το ήκουσες και συ το όνειρον αυτό ή αλλέως;

Θεαίτητος. Ακριβώς το ίδιον, σε βεβαιώ.

Σωκράτης. Σου αρέσει λοιπόν και είσαι σύμφορος με αυτό, ότι η αληθής κρίσις όταν συνοδεύεται με τον λόγον είναι επιστήμη:

Θεαίτητος. Είμαι εντελώς σύμφωνος.

Σωκράτης. Καλέ Θεαίτητε, είναι δυνατόν άραγε τόσον εύκολα σήμερον να επετύχαμεν εκείνο, το οποίον δεν ημπόρεσαν να εύρουν σοφοί άνθρωποι ερευνώντες αυτό μέχρι του γήρατός των;

Θεαίτητος. Εγώ τουλάχιστον, Σωκράτη μου, φρονώ ότι είναι ορθόν αυτό, το οποίον είπαμεν προ ολίγου.

Σωκράτης. Και είναι λογικόν να είναι ορθόν βεβαίως, διότι αλλέως, ποία επιστήμη ήτο δυνατόν να υπάρξη, χωρίς να συνοδεύεται από τον λόγον και την ορθήν κρίσιν; Ένα όμως ελαφρόν (!) πράγμα δεν μου αρέσει από τα προηγούμενα.

Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;

Σωκράτης. Ακριβώς αυτό το οποίον εφάνη ότι ήτο το ευφυέστερον, ότι δηλαδή τα μεν στοιχεία είναι άγνωστα, ενώ όλαι αι συλλαβαί είναι γνωσταί.

Θεαίτητος. Και μήπως δεν εφάνη ορθώς;

Σωκράτης. Αυτό λοιπόν ας το εύρωμεν. Διότι έχομεν ως άλλους ομήρους τα παραδείγματα του λόγου, τα οποία μετεχειρίσθη, όταν διισχυρίζετο όλα αυτά.

Θεαίτητος. Ποία είναι λοιπόν;

Σωκράτης. Τα στοιχεία των γραμμάτων και αι συλλαβαί. Ή νομίζεις ότι εις άλλα απέβλεπε, όταν είπε αυτά που είπαμεν, όστις τα είπε;

Θεαίτητος. Όχι, αλλά εις αυτά.

Σωκράτης. Λοιπόν ας τα βασανίσωμεν αυτά από την αρχήν, ή μάλλον τον ίδιον εαυτόν μας, άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον εμάθαμεν τα γράμματα ή όχι. Και πρώτον: Άραγε μόνον αι συλλαβαί έχουν λόγον, και τα στοιχεία δεν έχουν;

Θεαίτητος. Πιθανόν.

Σωκράτης. Βεβαίως και εις εμέ φαίνεται πιθανόν (!). Και λοιπόν, αν κανείς ερωτήση ποία είναι η πρώτη συλλαβή του Σωκράτους, ως λόγου χάριν: Ειπέ μου, φίλε Θεαίτητε, τι είναι Σω; Τι θα απαντήσης;

Θεαίτητος. Ότι είναι σίγμα και ω μέγα.

Σωκράτης. Λοιπόν δεν είναι αυτό ο λόγος της συλλαβής αυτής;

Θεαίτητος. Βεβαίως.

Σωκράτης. Έλα λοιπόν τόρα ειπέ μας και τον λόγον του σίγμα.

Θεαίτητος. Και πώς είνε δυνατόν να έχωμεν στοιχεία των στοιχείων; Διότι, καλέ Σωκράτη, το σίγμα είναι ένα από τα άφωνα, δηλαδή ένας απλούς ήχος, ωσάν να σφυρίζη η γλώσσα. Και το βήτα πάλιν δεν έχει ούτε ήχον ούτε κρότον, ούτε τα περισσότερα στοιχεία. Ώστε πολύ ορθόν είναι να λέγωνται αυτά ότι δεν έχουν λόγον, αφού από όλα αυτά, τα ζωηρότερα επτά, μόνον φωνήν έχουν, λόγον όμως δεν έχουν ουδέ τον παραμικρόν.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, καλέ φίλε, καλά τα καταφέραμεν διά την επιστήμην (!);

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Τι λοιπόν; Ορθώς απεδείξαμεν άραγε ότι το στοιχείον δεν είναι δυνατόν να γνωρισθή αλλά μόνον η συλλαβή;

Θεαίτητος. Ορθώς βεβαίως.

Σωκράτης. Ειπέ μου λοιπόν, τι ονομάζομεν συλλαβήν, δηλαδή και τα δύο στοιχεία και μάλιστα, αν είναι περισσότερα από δύο, όλα μαζί, ή ένα σύνολον μορφής, το οποίον απετελέσθη από την σύνθεσιν αυτών;

Θεαίτητος. Νομίζω το όλον μαζί.

Σωκράτης. Πρόσεξε λοιπόν εις τα δύο, δηλαδή εις το σίγμα και το ω μέγα, τα οποία είναι και τα δύο μαζί η πρώτη συλλαβή του ονόματός μου. Δεν είναι αληθές ότι, όστις γνωρίζει αυτήν, γνωρίζει και τα δύο αυτά;

Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης. Επομένως γνωρίζει το σίγμα και το ω μέγα.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Και πώς αυτό (!); Είπες ότι το καθέν χωριστά δεν το γνωρίζει, και αφού δεν γνωρίζει κανέν από αυτά, τόρα γνωρίζει και τα δύο;

Θεαίτητος. Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, αυτό είναι τρομερός παραλογισμός.

Σωκράτης. Τόρα όμως, αφού κατ' ανάγκην γνωρίζει το καθέν όστις γνωρίζει και τα δύο, έπεται λογικώτατα, ότι γνωρίζει προηγουμένως τα στοιχεία εκείνος, ο οποίος πρόκειται να μάθη την συλλαβήν, και τότε πλέον μας φεύγει εκείνος ο καλός (!) λόγος και τον χάνομεν.

Θεαίτητος. Και πολύ μάλιστα εξαφνικά.

Σωκράτης. Διότι δεν τον φυλάττομεν καλά. Διότι ίσως έπρεπε να μη θεωρήσωμεν ως συλλαβήν τα στοιχεία, αλλά ως ένα τύπον, ο οποίος παρήχθη από εκείνα, ως μίαν ιδιαιτέραν μορφήν διάφορον από τα στοιχεία.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα. Και διόλου παράδοξον να είναι καθώς το λέγεις τόρα, παρά τότε.

Σωκράτης. Πρέπει να εξετάσωμεν και όχι να εγκαταλείψωμεν ανάνδρως τόσον σεβάσμιον λόγον.

Θεαίτητος. Όχι βέβαια.

Σωκράτης. Ας είναι λοιπόν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, η συλλαβή είναι μία ιδιαιτέρα μορφή σχηματιζομένη από όλα τα προσαρμοζόμενα στοιχεία, όχι μόνον ως προς τα γράμματα, αλλά και ως προς όλα τα άλλα.

Θεαίτητος. Πολύ καλά.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν πρέπει να υπάρχουν μέρη αυτής.

Θεαίτητος. Διατί άραγε;

Σωκράτης. Διότι παν ότι έχει μέρη, κατ' ανάγκην το όλον του είναι όλα τα μέρη. Ή μήπως εννοείς ότι και το όλον πάλιν αποτελεί ιδιαιτέραν μορφήν, διάφορον από όλα τα μέρη;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν το όλον και το ολόκληρον άραγε τα θεωρείς το ίδιον ή διαφορετικόν το καθέν;

Θεαίτητος. Δεν έχω σαφή ιδέαν αυτών, επειδή όμως με προτρέπεις να είμαι πρόθυμος εις τας απαντήσεις, ριψοκινδυνεύων σου λέγω ότι είναι διαφορετικόν.

Σωκράτης. Η προθυμία σου, φίλε Θεαίτητε, είναι ορθή, αν όμως είναι ορθή και απάντησις, αυτό πρέπει να το εξετάσωμεν.

Θεαίτητος. Βεβαίως πρέπει.

Σωκράτης. Λοιπόν δεν είπες ότι διαφέρει το ολόκληρον από το όλον;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Τι φρονείς όμως; το ενικόν όλον έχει καμμίαν διαφοράν από το πληθυντικόν όλα; Λόγου χάριν, όταν αριθμούμεν ένα, δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε, έξ, εάν ειπούμεν δύο φοράς τρία ή τρεις φοράς δύο, ή τέσσαρα συν δύο, ή τρία συν δύο συν έν, άραγε εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις το ίδιον λέγομεν ή διάφορον:

Θεαίτητος. Το ίδιον.

Σωκράτης. Άραγε άλλο τίποτε παρά έξ;

Θεαίτητος. Όχι άλλο.

Σωκράτης. Επομένως εις όλας τας περιπτώσεις δεν είπαμεν όλα τα έξ.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Εξ άλλου όμως αφού τα λέγομεν όλα δεν λέγομεν και ένα.

Θεαίτητος. Είναι ανάγκη.

Σωκράτης. Διάφορον άραγε από τα έξ;

Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα.

Σωκράτης. Επομένως εις όσα συνίστανται από αριθμόν δεν θεωρούμεν ως το ίδιον το ολόκληρον και όλον;

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Λοιπόν ας το εκφράζωμεν αυτό κατά τον εξής τρόπον: Ο αριθμός ενός στρέμματος και το στρέμμα είναι το ίδιον. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Και του ενός σταδίου λοιπόν επίσης.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Αλλά μήπως και ο αριθμός ενός στρατοπέδου δεν είναι το ίδιον με το στρατόπεδον, και όλα τα παρόμοια ομοίως; Διότι ολόκληρος ο αριθμός αποτελεί όλην την ουσίαν εκάστου από αυτά.

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Ο δε αριθμός εκάστου από αυτά, άραγε άλλο τίποτε είναι, παρά τα μέρη του;

Θεαίτητος. Δεν είναι άλλο.

Σωκράτης. Όσα λοιπόν έχουν μέρη δεν αποτελούνται από τα μέρη των;

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Ναι, αλλά όλα τα μέρη είπαμεν ότι είναι το ολόκληρον, αφού και ο ολικός αριθμός είναι το ολόκληρον.

Θεαίτητος. Βεβαίως.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν το ολόκληρον δεν αποτελείται από μέρη, διότι αν ήτο άθροισμα των μερών θα ήτο όλον.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Αφού δε είναι μέρος, άραγε κανενός άλλου πράγματος είναι μέρος παρά του ολοκλήρου;

Θεαίτητος. Βεβαίως του ολοκλήρου.

Σωκράτης. Παλικαρίστικα πολεμείς, φίλε Θεαίτητε. Το όλον όμως δεν είναι κυριολεκτικώς όλον, όταν δεν του λείπη τίποτε;

Θεαίτητος. Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης. Αλλά και το ολόκληρον δεν είναι άραγε ακριβώς τοιούτον όταν πουθενά δεν του λείπη τίποτε; Ενώ όταν λείπη κάτι τι, δεν είναι ούτε ολόκληρον ούτε όλον, και αυτά τα δύο γίνονται με το ίδιον πάθος το ίδιον πράγμα;

Θεαίτητος. Τόρα μου φαίνεται ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν το όλον και το ολόκληρον.

Σωκράτης. Δεν ελέγαμεν λοιπόν ότι εις παν ότι έχει μέρη, το όλον του ή το ολόκληρόν του είναι όλα τα μέρη του;

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πάλιν, καθώς προ ολίγου εδοκίμασα να ειπώ, εάν η συλλαβή δεν είναι τα στοιχεία, δεν έπεται ότι δεν τα έχει τα στοιχεία ως μέρη ιδικά της; Άλλως, αν αυτή είναι το ίδιον με αυτά, οφείλει να είναι εξ ίσου με εκείνα γνωστή;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Λοιπόν, διά να μη γίνη αυτό, δεν παρεδέχθημεν ότι αυτή είναι διάφορος από αυτά;

Θεαίτητος. Βεβαίως;

Σωκράτης. Τόρα όμως; Αφού τα στοιχεία δεν είναι μέρη της συλλαβής, ημπορείς να αναφέρης άλλα, τα οποία είναι μέρη της συλλαβής χωρίς να είναι στοιχεία αυτής (!);

Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα. Διότι, καλέ Σωκράτη, εάν παρεδεχόμην μέρη αυτής, θα ήτο κωμικόν να αφήσω τα στοιχεία και να ζητώ άλλα.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, σύμφωνα με αυτόν τον διισχυρισμόν, ωρισμένως η συλλαβή είναι μία αδιαίρετος έννοια.

Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης. Ενθυμείσαι λοιπόν, φίλε μου, ότι προ ολίγου προηγουμένως παρεδέχθημεν ως ορθόν, ότι δεν υπάρχει λόγος των στοιχείων από τα οποία σύγκεινται τα άλλα πράγματα, διότι έκαστον από αυτά τα στοιχεία καθ' εαυτό είναι ασύνθετον, και ούτε την ύπαρξιν είναι ορθόν να προσθέσωμεν εις αυτό, ούτε το δεικτικόν τούτο, διότι αυτά είναι διαφορετικά και άσχετα, και αυτή είναι η αιτία η οποία τα καθιστά ανεπίδεκτα ορισμού και άγνωστα.

Θεαίτητος. Το ενθυμούμαι.

Σωκράτης. Άραγε λοιπόν άλλη καμμία είναι η αιτία παρά ότι το αυτό είναι απλόμορφον και αδιαίρετον;

Θεαίτητος. Δεν φαίνεται πραγματικώς να είναι άλλη.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν και η συλλαβή δεν καταντά εις την ιδίαν μορφήν με εκείνο, αφού δεν έχει μέρη και είναι μία έννοια;

Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Εάν λοιπόν η συλλαβή αποτελήται από πολλά στοιχεία, ως ένα ολόκληρον πράγμα από τα μέρη του, τότε και αι συλλαβαί και τα στοιχεία είναι εξ ίσου γνωστά και επιδέχονται ορισμόν, αφού απεδείχθη ότι όλα τα μέρη είναι ίσα με ολόκληρον το πράγμα.

Θεαίτητος. Βεβαιότατα.

Σωκράτης. Ενώ όταν η συλλαβή είναι έν και αδιαίρετον, τότε είναι και αυτά καθώς και το στοιχείον ανεπίδεκτον ορισμού και άγνωστον. Διότι, η ιδία αιτία θα τα κάμη τοιαύτα.

Θεαίτητος. Δεν ημπορώ να ειπώ διαφορετικήν γνώμην.

Σωκράτης. Λοιπόν ας μη παραδεχθώμεν, όταν μας ειπή κανείς ότι η συλλαβή είναι γνωστή και επιδέχεται ορισμόν, ενώ το στοιχείον αντιθέτως είναι άγνωστον και ανεπίδεκτον ορισμού.

Θεαίτητος. Βεβαίως ας μη το παραδεχθώμεν, εάν πρόκειται να υποταχθώμεν εις τον λόγον που είπαμεν.

Σωκράτης. Τόρα όμως; Αν αυτός μας ειπή το αντίθετον, συ άραγε δεν θα το παραδεχθής, από όσα γνωρίζεις ότι σου συνέβησαν, όταν εμάνθανες τα γράμματα;

Θεαίτητος. Ποίον είναι αυτό;

Σωκράτης. Ότι όλον τον καιρόν σου, που εσπούδαζες, δεν εμάνθανες άλλο τίποτε παρά τα στοιχεία, δοκιμάζων να διακρίνης το καθέν χωριστά, όχι μόνον με το βλέμμα αλλά και με την ακοήν, διά να μη συγχύζη η αλλαγή της θέσεως των, όταν προφέρωνται και όταν γράφωνται.

Θεαίτητος. Πολύ αληθινά το λέγεις.

Σωκράτης. Αλλά άραγε εις το μάθημα του κιθαριστού, διά να γίνης τέλειος, άλλο τίποτε εχρειάζετο, παρά να ημπορής να αποδίδης έκαστον τόνον, και να γνωρίζης το όνομά του, από την χορδήν η οποία τον παράγει; Πράγματα τα οποία έκαστος θα ομολογήση ότι είναι τα στοιχεία της μουσικής.

Θεαίτητος. Όχι άλλο τίποτε.

Σωκράτης. Εξ όσων λοιπόν όλοι εκ πείρας γνωρίζομεν περί των στοιχείων και των συλλαβών, εάν πρόκειται από αυτά να συμπεράνωμεν και διά τα άλλα, θα δεχθώμεν ότι η τάξις των στοιχείων μανθάνεται πολύ σαφέστερον και αποτελεσματικώτερον παρά η συλλαβή, και αν κανείς διισχυρισθή ότι η συλλαβή είναι γνωστή, το στοιχείον όμως ότι είναι εκ φύσεως άγνωστον, θα είπωμεν ότι αυτός αστειεύεται είτε εν γνώσει του είτε ανεπιγνώστως.

Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.

Σωκράτης. Αλλά όσον δι' αυτό, είναι δυνατόν να ευρεθούν και άλλαι αποδείξεις, καθώς μου φαίνεται. Ας μη λησμονήσωμεν όμως δι' αυτά να προσέξωμεν εις το προκείμενον. Δηλαδή τι εννοούν λέγοντες ότι η τελειοτάτη επιστήμη είναι η αληθής κρίσις, όταν συνοδεύεται και από τον λόγον.

Θεαίτητος. Βεβαίως πρέπει να το προσέξωμεν αυτό.

Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν, τι άραγε εννοεί ότι είναι αυτός ο λόγος; Διότι εγώ νομίζω ότι είναι έν από τα εξής τρία.

Θεαίτητος. Ποία δηλαδή;

Σωκράτης. Το πρώτον μου φαίνεται ότι είναι το να εκφράζη την σκέψιν του διά της φωνής του με ρήματα και ονόματα, αποτυπόνων την κρίσιν του εις το ρεύμα που διέρχεται από το στόμα του ως να είναι κάτοπτρον ή νερά. Ή μήπως συ δεν φρονείς ότι ένα τοιούτον πράγμα είναι ο λόγος;

Θεαίτητος. Αυτό φρονώ. Τουλάχιστον όστις κάμνει ένα τοιούτον πράγμα λέγομεν ότι λέγει λόγον.

Σωκράτης. Αυτό όμως ο καθείς είναι ικανός να το κάμη, άλλος ταχύτερα και άλλος με αργοπορίαν, δηλαδή να δηλώση ποίαν γνώμην έχει να ειπή δι' έκαστον πράγμα, αρκεί να μην είναι κωφάλαλος. Κατ' αυτόν τον τρόπον όσοι έχουν μίαν ορθήν κρίσιν όλοι την συνοδεύουν με λόγον, και τότε πλέον εις κανέν μέρος δεν θα υπάρχη ορθή κρίσις άνευ λόγου.

Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης. Και όμως ας μη κατακρίνωμεν τόσον ευκόλως εκείνον, ο οποίος είπε αυτό που εξετάζομεν τόρα. Διότι ίσως αυτός δεν εννοούσε τούτο, αλλά το να είναι κανείς ικανός, όταν τον ερωτήσουν τι είναι έκαστον πράγμα, να δώση την απάντησιν με τα στοιχεία.

Θεαίτητος. Ειπέ μου ένα παράδειγμα, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης. Καθώς λόγου χάριν ο Ησίοδος (Έργ, 454) λέγει περί της αμάξης, ότι έχει εκατόν ξύλα. Αυτά εγώ δεν θα ημπορούσα να τα μετρήσω, καθώς νομίζω, ούτε συ. Και απλώς, όταν μας ερωτήσουν τι είναι άμαξα, θα είμεθα ευχαριστημένοι αν ημπορέσωμεν να απαντήσωμεν ότι είναι τροχοί, άξων, πάτωμα, κανάτια, ζυγός.

Θεαίτητος. Πολύ ορθά.

Σωκράτης. Εκείνος όμως ίσως μας νομίζει γελοίους, όταν μας ερωτήσουν διά το όνομά σου και απαντήσωμεν με συλλαβισμόν αυτού, διότι ναι μεν κρίνομεν και λέγομεν ορθώς όσα λέγομεν, νομίζομεν όμως ότι τάχα είμεθα γραμματικοί και κατέχομεν και λέγομεν γραμματικώς τον ορισμόν του ονόματος του Θεαιτήτου. Αλλά τούτο δεν είναι επιστημονικός ορισμός, πριν να εξακριβώσωμεν έκαστον πράγμα εις τα στοιχεία του με αληθή κρίσιν, το οποίον το είπαμεν και προηγουμένως.

Θεαίτητος. Το είπαμεν βεβαίως.

Σωκράτης. Το ίδιον λοιπόν και διά την άμαξαν, ναι μεν έχομεν ημείς ορθήν κρίσιν, εκείνος όμως όστις ημπορεί να εξακριβώση την ουσίαν αυτής διά μέσου των εκατόν εκείνων μερών, όταν το προσθέση και τούτο, προσθέτει και τον λόγον εις την αληθινήν κρίσιν, και από απλήν κρίσιν τον κάμνει ορισμόν τεχνικόν και επιστημονικόν περί της ουσίας της αμάξης, λεπτολογών το σύνολον με τα στοιχεία.

Θεαίτητος. Λοιπόν σου φαίνεται ορθόν αυτό, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης. Εάν, φίλε μου, συ εγκρίνης και παραδέχεσαι, ότι η εξακρίβωσις με τα στοιχεία είναι δι' έκαστον πράγμα ο ορισμός, ενώ με τας συλλαβάς και με άλλα μεγαλήτερα τμήματα είναι αοριστία, να μου το ειπής διά να το εξετάσωμεν.

Θεαίτητος. Εγώ το παραδέχομαι ευχαρίστως.

Σωκράτης. Άραγε νομίζεις ότι επιστήμων είναι οποιοςδήποτε εις οποιονδήποτε πράγμα, όταν νομίζη ότι έν και το αυτό μέρος άλλοτε μεν είναι μέρος του ιδίου πράγματος, άλλοτε δε άλλου, ή και όταν διά τα ίδιον πράγμα άλλοτε κάμνει άλλην κρίσιν και άλλοτε άλλην;

Θεαίτητος. Όχι μα τον Δία.

Σωκράτης. Και λησμονείς λοιπόν όταν εμάνθανες τα γράμματα, πόσον τα επάθαινες αυτά εις τας αρχάς και συ και οι άλλοι;

Θεαίτητος. Μήπως εννοείς ότι εις την ιδίαν συλλαβήν άλλοτε ενόμιζα άλλο γράμμα της και άλλοτε άλλο, και το ίδιον γράμμα, άλλοτε το εθέταμεν εις την ιδικήν του συλλαβήν, άλλοτε όμως εις ξένην;

Σωκράτης. Αυτό εννοώ.

Θεαίτητος. Τότε λοιπόν μα τον Δία δεν λησμονώ, ούτε θεωρώ ακόμη επιστήμονας αυτούς που παθαίνουν αυτά.

Σωκράτης. Και λοιπόν; Εάν κανείς εις εκείνην την εποχήν γράφη το όνομα Θεαίτητος και νομίζη ότι πρέπει να γράψη θήτα και έψιλον, και πάλιν εάν αρχίση να γράψη το όνομα του Θεοδώρου και γράψη ταυ και έψιλον, διότι αυτό ενόμισε ότι πρέπει να γράψη, άραγε θα ειπούμεν ότι αυτός γνωρίζει την πρώτην συλλαβήν των ονομάτων των δύο σας.

Θεαίτητος. Προ ολίγου παρεδέχθημεν ότι όστις παθαίνει αυτά δεν τα γνωρίζει ακόμη.

Σωκράτης. Υπάρχει λοιπόν κανέν εμπόδιον να μην κάμη αυτός τα ίδια και διά την δευτέραν συλλαβήν και την τρίτην και την τετάρτην;

Θεαίτητος. Δεν υπάρχει.

Σωκράτης. Επομένως, όταν γράψη κατά σειράν ορθώς το όνομα Θεαίτητος, δεν κατέχει την ακριβή χρήσιν των στοιχείων με ορθήν κρίσιν;

Θεαίτητος. Είναι φανερόν.

Σωκράτης. Δεν είναι όμως ακόμη ανεπιστήμων, αν και έχει ορθήν κρίσιν, καθώς είπαμεν;

Θεαίτητος. Μάλιστα.

Σωκράτης. Διότι δίδει λόγον με ορθήν κρίσιν. Διότι ηκολούθησε τον δρόμον εκάστου στοιχείου, όταν έγραφε, και τούτο το παρεδέχθημεν ότι είναι λόγος.

Θεαίτητος. Έχεις δίκαιον.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν, φίλε μου, υπάρχει και ορθή κρίσις συνοδευομένη από λόγον χωρίς ακόμη να ημπορή να ονομασθή επιστήμη.

Θεαίτητος. Σχεδόν.

Σωκράτης. Καθώς φαίνεται λοιπόν, με όνειρα εγίναμεν πλούσιοι, όταν ενομίσαμεν ότι κατέχομεν τον αληθέστερον ορισμόν της επιστήμης. Ή θέλεις να μη τον κατακρίνωμεν ακόμη; Διότι ίσως κανείς ειπή ότι δεν είναι αυτός ο ορισμός αυτού, αλλά έν άλλο από τα τρία είδη, από τα οποία, καθώς είπαμεν, έν ήτο να ορίσωμεν την επιστήμην ως ορθήν κρίσιν μετά λόγου.

Θεαίτητος. Καλά μου το ενθύμισες. Διότι μας μένει ακόμη έν. Διότι το πρώτον ήτο ωσάν εικών της σκέψεως διά της φωνής, το δε άλλο που είπαμεν προ ολίγου ήτο η μέθοδος της αναλύσεως από τα στοιχεία εις το όλον. Το τρίτον όμως πώς το λέγεις;

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings