Front matter (continued 5)
Alexandros Palles translation
[11] 35. Κι' είταν ένας άρρωστος, ο Λάζαρος από τη Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας της αδερφής της. Κι' η Μαριάμ εκείνη π' άλειψε τον Κύριο μυρουδικό και με τα μαλλιά της σφούγγισε τα πόδια του, αυτή 'τανε που ο Λάζαρος ο αδερφός της είταν άρρωστος. Του μήνησαν λοιπόν οι αδερφάδες κι’ είπαν «Κύριε, νά είναι άρρωστος εκείνος π' αγαπάς». Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς είπε «Αυτή η αρρώστια » δεν είναι για θάνατο μόνε για τη δόξα του Θεού, για » να κάνει και να δοξαστεί ο γιος του Θεού». Κι' ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της και το Λάζαρο. Όταν άκουσε λοιπόν πως είναι άρρωστος, τότ' έμεινε διο μέρες στο μέρος που βρίσκουνταν έπει- τα κατόπι λέει στους μαθητάδες «Πάμε στην Ιου- » δαία πάλι». Του λένε οι μαθητάδες «Ραββεί, ό,τι » ζητούσανε να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και » πάλι πας εκεί;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δεν είναι » δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Όπιος περπατά την » ημέρα, δε σκουντάφτει γιατί βλέπει το φως του κό- » σμου τούτου· όπιος όμως περπατά τη νύχτα, σκουν- » τάφτει γιατί δεν έχει μέσα του το φως». Είπε αυτά και κατόπι τους λέει «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμή- » θηκε· μόνε πάω ναν τον ξυπνήσω». Τούπανε λοιπόν οι μαθητάδες «Κύριε, αν κοιμήθηκε, ο ύπνος του θα » σωθεί». Κι' ο Ιησούς είχε πει για το θάνατο του· μα εκείνοι νόμισαν πως το κοίμισμα του ύπνου λέει. Τότες λοιπόν τους είπε ο Ιησούς ανοιχτά «Ο Λάζα- » ρος πέθανε, και χαίρουμαι για σας, για να πιστέψτε, » αφού δεν είμουν εκεί· μόνε πάμε στο Λάζαρο». Είπε λοιπόν ο Θωμάς που τόνε λέγανε Δίδυμο στους συμμα- θητάδες του «Πάμε κι’ εμείς να μας σκοτώσουνε μαζί » του». Σαν ήρθε λοιπόν ο Ιησούς, τον ηύρε πούχε τότες τέσσερεις μέρες μέσα στον τάφο. Κι' είταν η Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα, ως δεκαπέντε στάδια μακριά. 36. Και πολλοί Ιουδαίοι είχαν ερθεί στης Μάρθας και Μαρίας, ναν τις παρη- γορήσουνε για τον αδερφό. Λοιπόν η Μάρθα όταν ά- κουσε πως έρχεται ο Ιησούς, βγήκε ναν τον προδεχτεί· η Μαρία όμως έμενε σπίτι. Είπε λοιπόν η Μάρθα στον Ιησού «Αν είσουν εδώ, δεν πέθαινε ο αδερφός μου· » και τώρα ξέρω πως ό,τι ζητήσεις του Θεού θα σ' το » δώσει ο Θεός». Της λέει ο Ιησούς «Θ' αναστηθεί ο » αδερφός σου». Του λέει η Μάρθα «Ξέρω πως θ' α- » ναστηθεί κατά την ανάσταση τη στερνή τη μέρα». Της είπε ο Ιησούς «Εγώ 'μαι η ανάσταση κι’ η ζωή. » Όπιος με πιστεύει, κι’ αν πεθάνει θα ζήσει· κι’ όπιος » ζει και με πιστεύει, δε θα πεθάνει στον αιώνα. Το » πιστεύεις αυτό;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εγώ πι- » στεύω πως εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του Θεού πού- » ναι νάρθει στον κόσμο». Και σαν τόπε αυτό, έφυγε και φώναξε κρυφά τη Μαριάμ την αδερφή της κι’ είπε « Ο δάσκαλος ήρθε και σε φωνάζει». Κι' εκείνη σαν τάκουσε, σηκώθη γλήγορα και πήγαινε στον Ιησού· κι’ ο Ιησούς δεν είχε ακόμα φτάσει στο χωριό, μόνε είταν ακόμα στο μέρος όπου τον προδέχτηκε η Μάρθα. Οι Ιουδαίοι λοιπόν πούτανε μαζί της σπίτι και την παρηγορούσαν, σαν είδαν τη Μαριάμ πως γλήγορα ση- κώθηκε και βγήκε, την ακολουθήσανε θαρρώντας πως πάει στον τάφο για να κλάψει εκεί. Η Μαριάμ λοιπόν σαν έφτασε στο μέρος πούταν ο Ιησούς, μόλις τον είδε και τούπεσε στα πόδια λέγοντάς του «Κύριε, αν είσουν » εδώ, δε μου πέθαινε ο αδερφός [μου]». Ο Ιησούς λοιπόν, όταν την είδε πούκλαιγε και πούκλαιγαν [κι’] οι Ιουδαίοι όσοι ήρθανε μαζί της, στέναξε η καρδιά του και συγκινήθη κι’ είπε «Πού τόνε θάψατε;» Του λένε «Κύριε, έλα να δεις». Δάκρυσε ο Ιησούς. Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Κοίτα πώς τον αγαπούσε». Και μερικοί τους είπανε «Δε μπορούσε αυτός π' άνοιξε τα » μάτια του τυφλού να κάνει που κι’ αυτός να μην » πεθάνει;» Ο Ιησούς λοιπόν πάλι στενάζοντας μέσα του έρχεται στον τάφο· κι’ είτανε βραχότρυπα κι’ α- πάνου της βαλμένη πέτρα. Λέει ο Ιησούς «βγάλτε » την πέτρα». Του λέει η αδερφή του πεθαμένου η Μάρθα «Κύριε, μυρίζει τώρα· γιατί είναι τέσσερων με- » ρών». Της λέει ο Ιησούς «Δε σου είπα πως αν ίσως » πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;» Βγάλανε λοιπόν την πέτρα· κι’ ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια κι’ είπε «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που μ' άκουσες. Εγώ όμως » ήξερα πως πάντα μ' ακούς· μόνε τόπα για το λαό » τριγύρω, για να πιστέψουν πως εσύ μ' έστειλες». Κι' όταν τάπε αυτά, φώναξε με φωνή μεγάλη «Λά- » ζαρε, έλα όξω». Και βγήκε ο νεκρός σαβανωμένος χεροπόδαρα, κι’ είτανε το πρόσωπό του δεμένο γύρω με προσόψι. Τους λέει ο Ιησούς «Λύστε τον κι’ αφίστε » τον να σήρει». Πολλοί λοιπόν Ιουδαίοι, πούχαν ερ- θεί στης Μαριάμ κι’ είδαν όσα έκανε, τον πίστεψαν μερικοί τους όμως πήγανε στους Φαρισαίους και τους είπαν όσα έκανε ο Ιησούς. 37. Μαζεύανε οι ποωτοπαπάδες λοιπόν κι’ οι Φα- ρισαίοι συβούλιο κι’ έλεγαν «Τι κάνουμε, γιατί αυτός » ο άνθρωπος κάνει πολλά σημάδια. Αν τον αφίσουμε » έτσι, όλοι θαν τον πιστέψουν, και θάρθουν οι Ρω- » μαίοι και θα μας καταστρέψουν πατρίδα κι’ έθνος». Κι' ένας τους κάπιος Καϊάφας, αρχιπαπάς όντας του χρόνου εκείνου, τους είπε «Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, » μηδέ στοχάζεστε πώς μας συφέρνει ένας άνθρωπος » να πάει για το καλό του λαού κι’ όχι να χαθεί ολό- » κληρο το έθνος». Κι' αυτός δεν είτανε δικός του λόγος, μόνε αρχιπαπάς όντας εκείνου του χρόνου προ- φήτεψε πως είτανε να πεθάνει ο Ιησούς για το καλό του έθνους, κι’ όχι για το καλό του έθνους μοναχά παρά και για να συνάξει σ' ένα τα παιδιά του Θεού τα σκορπισμένα. 38. Από κείνη λοιπόν τη μέρα αποφασίσανε ναν τόνε θανατώσουν. Ο Ιησούς λοιπόν δεν περπατούσε πια ανάμεσα στους Ιουδαίους φανερά, μον έφυγε από κει [και πήγε] σε μέρος κοντά στην έρημο, σε χώρα που τη λεν Εφραίμ κι’ έμενε εκεί μαζί με τους μα- θητάδες. Και σίμωνε το πάσκα των Ιουδαίων, και πριν το πάσκα ανέβηκαν πολλοί από τα ξώχωρα στα Ιεροσόλυμα για να καθαριστούν. Ζητούσανε λοιπόν τον Ιησού και λέγανε μεταξύ τους στέκοντας μέσα στο ναό «Τι λέτε; πως δε θαρθεί στη σκόλη;» Κι' είχανε δώσει οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι προ- σταγές, πως αν κανένας μάθει πούναι, να μηνήσει για ναν τον πιάσουν.
[12] 39. Ο Ιησούς λοιπόν έξη μέρες πριν το πάσκα πήγε στη Βηθανία όπου βρίσκουνταν ο Λάζαρος π' α- νάστησε από τους νεκρούς ο Ιησούς. Τούκαναν εκεί λοι- πόν τραπέζι, κι’ η Μάρθα υπερετούσε κι’ ο Λάζαρος εί- ταν ένας από τους καθισμένους μαζί του. Η Μαριάμ λοιπόν πήρε μια λάτρα μυρουδικό από ναρδόσταμο πο- λύτιμο κι’ άλειψε τα πόδια του Ιησού, και του σφούγ- γισε με τα μαλλιά της τα ποδάρια· και το σπίτι γιό- μισε από την ευωδιά του μυρουδικού. Και λέει ο Ιού- δας ο Ισκαριώτης, ένας μαθητής του, πούτανε ναν τον παραδώσει «Γιατί αυτό το μυρουδικό δεν πουλή- » θηκε τρακόσα δηνάρια και δε δόθηκε σε φτωχούς;» Και τόπε αυτό όχι γιατί τον έμελε για τους φτωχούς, μόνε γιατί είταν κλέφτης κι’ έχοντας το κουτί βα- στούσε τις συνεισφορές. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Άφισέ » την κι’ ας το φυλάξει για τη μέρα της θαφής μου· » γιατί πάντα τους φτωχούς τους έχετε μαζί σας, μα » εμένα πάντα δε μ' έχετε». Έμαθε λοιπόν πλήθος πολύ των Ιουδαίων πως είναι εκεί, κι’ ήρθαν όχι μο- ναχά για τον Ιησού, παρά για να δούνε και το Λά- ζαρο π' ανάστησε από τους νεκρούς. Κι' αποφασίσανε οι πρωτοπαπάδες να θανατώσουν και το Λάζαρο, γιατί απ' αφορμή του πήγανε πολλοί Ιουδαίοι και πίστεψαν τον Ιησού. 40. Την κατόπι μέρα το μεγάλο πλήθος πούχε έρθει στη σκόλη, σαν άκουσαν πως έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, πήραν τα χουρμαδόκλαδα και βγήκανε ναν τον προδεχτούν, κι’ έκραξαν «Ωσαννά. Βλογητός » αυτός που φτάνει στ' όνομα του Κυρίου» κι’ «Ο » βασιλέας του Ισραήλ». Κι' ο Ιησούς βρήκε ένα ονάρι και κάθησε απάνου, καθώς είναι γραμένο Μη φοβάσαι, κόρη της Σιών νά έρχεταί σου ο βασιλέας σου καθι- σμένος σ' όνισσας πουλάρι . Αυτά δεν τάνιωσαν οι μα- θητάδες του πρώτα, όμως σα δοξάστηκε ο Ιησούς, τό- τες θυμήθηκαν πως αυτά για κείνον είτανε γραμένα κι’ αυτά τούκαναν. Κήρυχνε λοιπόν ο κόσμος πούτανε μα- ζί του ότα φώναξε από τον τάφο το Λάζαρο και τον ανάστησε από τους νεκρούς· για τούτο και βγήκε ναν τον προδεχτεί κι’ ο λαός, γιατί άκουσαν πως έκανε ο Ιησούς εκείνο το σημάδι. Είπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι μεταξύ τους «Βλέπετε πως τίποτα καλό δεν κάνετε; » Νά πήγε ο κόσμος ξοπίσω του». 41. Κι' είτανε μερικοί Έλληνες απ' αυτούς π' ανέ- βαιναν να προσκυνήσουνε στη σκόλη. Αυτοί λοιπόν πή- γανε στο Φίλιππο, εκείνον από τη Βηθσαϊδά της Γα- λιλαίας, και τον παρακαλούσαν κι’ έλεγαν «Αφέντη, » θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Πάει ο Φίλιππος και το λέει τ' Αντρέα· πάει ο Αντρέας κι’ ο Φίλιππος και το λένε του Ιησού. Κι' ο Ιησούς τους αποκρίνεται και λέει «Ήρθε η ώρα που θα δοξαστεί ο γιος τ' ανθρώπου. » Αλήθια αλήθια σας λέω, αν το σταρόσπυρο πέσει » κατά γης και δεν πεθάνει, αυτό μονάχα μένει· αν » όμως πεθάνει, βγάζει καρπό πολύ. Όπιος αγαπά τη » ζωή του, τη χάνει· κι’ όπιος μισεί τη ζωή του σ' ε- » τούτον τον κόσμο, θαν τη φυλάξει ως σ' ύπαρξη παν- » τοτινή. 42.»Όπιος με δουλεύει ας ακολουθά, κι’ οπού 'μαι » εγώ εκεί κι’ ο δουλευτής μου θάναι. Αν κανένας, με » δουλεύει, θαν τον τιμήσει ο πατέρας. Τώρα συγκινή- » θηκε η ψυχή μου και τι να πω; Πατέρα, σώσε με » απ' αυτή την ώρα; Όμως για τούτο ήρθα σ' αυτή » την ώρα. Πατέρα, δόξασέ μου τ' όνομα». Βγήκε λοιπόν φωνή από τον ουρανό «Και δόξασα και πάλι » θα δοξάσω». Το πλήθος εκεί που [την] άκουσε έλεγε πως έγινε βροντή· άλλοι λέγανε «Άγγελος του λά- » λησε». Αποκρίθηκε κι’ είπε ο Ιησούς «Δε βγήκε για » μένα αυτή η φωνή παρά για σας. Τώρα καταδικά- » ζεται αυτός ο κόσμος· τώρα όξω θα βγαλθεί ο αρ- » χηγός του κόσμου ετούτου. Κι' εγώ αν ανυψωθώ από » τη γη, όλους θαν τους σήρω κοντά μου». Και τό- λεγε αυτό σημαίνοντας με τι θάνατο θα πέθαινε. Τ' α- ποκρίθηκε λοιπόν ο λαός «Εμείς ακούσαμε από το Νό- » μο πως ο Χριστός μένει στον αιώνα, και πώς λες εσύ » πως πρέπει ν' ανυψωθεί ο γιος τ' ανθρώπου: Πιος » είναι αυτός ο γιος τ' ανθρώπου;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Λιγάκι μένει ακόμα το φως μαζί σας. Περ- » πατάτε όσο έχετε το φως, μήπως σας προφτάσει το » σκοτάδι· κι’ όπιος στο σκοτάδι περπατά, δεν ξέρει » πού πηγαίνει. Όσο έχετε το φως, πιστεύετε το φως » για να γίνετε γιοι του φωτός». Αυτά μίλησε ο Ιη- σούς, κι’ έφυγε και κρύφτηκε από κοντά τους. 43. Κι' ενώ έκανε τόσα σημάδια μπροστά τους, δεν τον πιστέψανε για ν' αληθέψει ο λόγος του Ησαΐα του προφήτη, που είπε Κύριε, πιος πίστεψε το μήνημά μας και σε πιόνε φανερώθη το βραχιόνι του Κυρίου; Για τούτο δε μπορούσανε να πιστέψουν, γιατί είπε ο Ησαΐας πάλι Τους τύφλωσε τα μάτια και τους πέ- τρωσε την καρδιά, μην τυχόνε δούνε με τα μάτια και με την καρδιά τους νιώσουν, και γυρίσουνε και τους γιατρέψω . Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα του και λάλησε γι' αυτόν. Ως τόσο και προεστοί πολ- λοί τον πίστευαν, μα για τους Φαρισαίους δεν τ' ομο- λογούσανε μήπως αφοριστούν από το συναγώγι· για- τί προτίμησαν τη δόξα των ανθρώπων κάλια παρά τη δόξα του Θεού. 44. Κι' ο Ιησούς φώναξε κι’ είπε «Όπιος με πι- » στεύει, δεν πιστεύει εμένα παρά το στάλτη μου· κι’ » όπιος με θωρεί, θωρεί το στάλτη μου. Εγώ φως ήρθα » στον κόσμο, που όπιος με πιστεύει να μη μένει στο » σκοτάδι. Κι' αν κανείς ακούσει μου τα λόγια και δεν » τα φυλάξει, εγώ δε θαν τον καταδικάσω· γιατί δεν » ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο, μόνε να σώσω τον » κόσμο. Όπιος με παρακούει και δε δέχεται τα λό- » για μου, έχει τον καταδικαστή του· ο λόγος που λά- » λησα, αυτός θαν τον καταδικάσει τη στερνή τη μέ- » ρα. Γιατί εγώ δικά μου δε λάλησα, μόνε ο πατέρας » που μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε τι να πω και τι » λαλήσω. Και ξέρω πως η προσταγή του ζωή θα πει » παντοτινή. Όσα λοιπόν εγώ λαλώ, καθώς είπε μου ο » πατέρας έτσι λαλώ». 45. Και πριν τη σκόλη του πάσκα, όταν ένιωσε ο [3] Ιησούς πως ήρθε η ώρα του να μισέψει απ' αυτόν τον κόσμο στον πατέρα, τους δικούς του [εδώ] στον κόσμο όπως τους αγάπησε, ως στο τέλος τους αγάπησε. Κι' ενώ τρώγανε — όταν πια τόχε βάλει ο Διάβολος στο νου του το ναν τον παραδώσει ο Ιούδας ο γιος του Σίμω- να ο Ισκαριώτης — γνωρίζοντας πως τα πάντα τούδωκε στα χέρια [του] ο πατέρας και πως από το Θεό βγήκε και στο Θεό πηγαίνει, σηκώνεται από το δείπνο, και βγάζοντας το φόρεμά του πήρε ποδιά και τη ζώστηκε· έπειτα βάζοντας νερό στη λεκάνη, αρχίνησε κι έπλενε τα πόδια των μαθητάδων και τα σφούγγιζε με την ποδιά πούτανε ζωσμένος. Έρχεται λοιπόν στο Σίμω- να τον Πέτρο. Του λέει «Κύριε, εσύ μου πλένεις τα » πόδια;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Ό,τι » κάνω εγώ, εσύ τώρα δεν το ξέρεις, μα θαν το μά- » θεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Ποτές δε θα μου » πλύνεις τα πόδια». Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α δε » σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου». Του λέει ο Πέτρος ο Σίμωνας «Κύριε, όχι τα πόδια μου μονάχα, » παρά και τα χέρια [μου] και το κεφάλι». Του λέει ο Ιησούς «Ο λουσμένος δε χρειάζεται παρά τα πόδια » του να πλύνει, κι’ είναι όλος καθαρός· κι’ εσείς είστε » καθαροί, Όμως όχι όλοι». Γιατί ήξερε τον παραδότη του· για τούτο είπε πως «Όλοι δεν είστε καθαροί». 46. Ότα λοιπόν τους έπλυνε τα πόδια και πήρε τα ρούχα του και κάθησε πάλι, τους είπε «Ξέρετε τι σας » έκανα; Εσείς με κράζετε Δάσκαλε και Κύριε, και » καλά λέτε, γιατί είμαι. Α λοιπόν εγώ σας έπλυνα » τα πόδια, ο Κύριος κι’ ο δάσκαλος, πρέπει κι’ εσείς » να πλένετε ο ένας τ' αλλουνού τα πόδια· γιατί σας » έδωκα παράδειγμα να κάνετε κι’ εσείς καθώς εγώ » σας έκανα. Αλήθια αλήθια σας λέω, δεν έχει σκλά- » βο ανώτερο από τον αφέντη του μηδ' αποσταλμένο » ανώτερο απ' το στάλτη του. Αν αυτά τα ξέρετε, κα- » λότυχοί 'στε αν τα κάνετε. Για όλους σας δε μιλώ· » εγώ ξέρω πιους διάλεξα· παρά για ν' αληθέψει η » Γραφή Εκείνος πούτρωγε το ψωμί μου σήκωσε απά- » νου μου τη φτέρνα του . Από τώρα σας το λέω, πρι » γίνει, για να πιστέψτε σα γίνει πως εγώ είμαι. Αλή- » θια αλήθια σας λέω, όπιος δέχεται, α στείλω κανέ- » ναν, εμένα δέχεται· κι’ όπιος εμένα δέχεται, δέχεται » το στάλτη μου». 47. Σαν είπε αυτά ο Ιησούς, του συγκινήθηκε η καρδιά και κήρυξε κι’ είπε «Αλήθια αλήθια σας λέω, » πως ένας σας θα με παραδώσει». Κοιτάζανε ένας τον άλλο οι μαθητάδες, κι’ απορούσαν πιόνε λέει. Εί- ταν ένας μαθητής του γηρμένος στον κόρφο του Ιη- σού, που τον αγαπούσε ο Ιησούς· του νεύει λοιπόν ο Σίμωνας ο Πέτρος και του λέει «Πες πιόνε λέει». Έπεσε εκείνος στα στήθια του Ιησού και του λέει « Κύριε, πιος είναι;» Αποκρίνεται λοιπόν ο Ιησούς « Εκείνος είναι που βουτήσω εγώ το ψωμί ·και του το » δώσω». Βουτώντας λοιπόν το ψωμί παίρνει και [το] δίνει στον Ιούδα το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη. Κι' ύστερα από το ψωμί, τότ' εκεινού του μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Του λέει λοιπόν ο Ιησούς «Ό,τι κά- » νεις κάνε γλήγορα». Αυτό κανείς δεν τόνιωσε από τους καθισμένους με τι νόημα του τόπε· γιατί μερι- κοί θαρρούσαν, επειδή είχε το κουτί ο Ιούδας, πως του λέει ο Ιησούς «Αγόρασε ό,τι μας χρειάζεται για τη » σκόλη», ή στους φτωχούς να δώσει κάτι. Πήρε λοι- πόν εκείνος το ψωμί και βγήκε ευτύς. Κι' είτανε νύχτα. 48. Σα βγήκε λοιπόν, λέει ο Ιησούς «Τώρα δοξά- » στηκε ο γιος τ' ανθρώπου και μέσο του δοξάστηκε » ο Θεός, κι’ ο Θεός θαν τόνε δοξάσει εκείνον κι’ ευτύς » θαν τόνε δοξάσει. Παιδιά [μου], λίγο ακόμα βρίσκου- » μαι μαζί σας. Θα με ζητάτε, κι’ όπως είπα στους » Ιουδαίους, πως όπου εγώ πηγαίνω εσείς να πάτε δε » μπορείτε, τώρα και σ' εσάς το λέω. Καινούρια εντο- » λή σας δίνω, ν' αγαπάστε· καθώς σας αγάπησα, κι’ » εσείς ν' αγαπάστε. Έτσι θα μάθουν όλοι πως είστε » μαθητάδες μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Του λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, πού πας;» Απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Όπου πάω δε μπορείς να μ' ακο- » λουθήσεις τώρα· θα μ' ακολουθήσεις έπειτα». Του λέει ο Πέτρος «Κύριε, γιατί δε μπορώ να σ' ακολου- » θήσω τώρα; τη ζωή μου δίνω για σένα.». Αποκρί- θηκε ο Ιησούς «Τη ζωή σου δίνεις για μένα; Αλήθια » αλήθια σου λέω, πρι λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές » θα μ' αρνηθείς.
[14] 49.» Μη σας κλονίζεται η καρδιά· πιστεύετε το » Θεό και πιστεύετε κι’ εμένα. Στου πατέρα μου έχει » μέρη να μείνετε πολλά· ειδεμή, θα σας έλεγα πως » πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Κι' α σήρω και » σας ετοιμάσω τόπο, πάλι γυρίζω και σας παίρνω » κοντά μου, έτσι όπου 'μαι εγώ, για να είστε κι’ ε- » σείς. Και πού πηγαίνω εγώ, ξέρετε το δρόμο». Του λέει ο Θωμάς «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πας· πώς » ξέρουμε το δρόμο;» Του λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι » ο δρόμος κι’ η αλήθια κι’ η ζωή· κανείς δεν πάει » στον πατέρα εξόν από μένα. Α με γνωρίζατε, θα » ξέρατε και τον πατέρα μου. Από τώρα τον ξέρε- » τε και τον είδατε». Του λέει ο Φίλιππος «Κύριε » δείξε μας τον πατέρα και μας φτάνει». Του λέει ο Ιησούς «Τόσον καιρό μαζί σας είμαι, και δε με γνω- » ρίζεις, Φίλιππε; Όπιος μ' είδε εμένα, είδε τον πα- » τέρα· πώς εσύ λες Δείξε μας τον πατέρα; Δεν πι- » στεύεις πως εγώ με τον πατέρα, κι’ ο πατέρας πως » είναι μαζί μου; Τα λόγια εγώ που σας λέω, δικά » μου δε λαλώ, μόνε ο πατέρας που μένει μαζί μου » κάνει τα έργα του. Πιστεύετέ με, πως εγώ με τον » πατέρα κι’ ο πατέρας μαζί μου· ειδεμή, από τα έργα » μου πιστεύετέ με. 50.» Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος με πιστεύει, » τα έργα εγώ που κάνω θα κάνει κι’ εκείνος, και με- » γαλύτερά τους θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον » πατέρα κι’ ό,τι ζητά στ' όνομά μου θαν το κάνω, » για να δοξαστεί μέσο του γιου ο πατέρας. Ό,τι ζη- » τήστε στ' όνομά μου θαν το κάνω, Α μ' αγαπάτε, » φυλάξτε τα παραγγέλματά μου, και θα παρακαλέσω » εγώ τον πατέρα, κι’ άλλον παρήγορο θα σας δώσει » που αιώνια να μένει μαζί σας, το πνέμα της αλή- » θιας, που δε μπορεί να λάβει ο κόσμος, τι δεν το » θωρά μήτε το ξέρει· εσείς το ξέρετε, γιατί κοντά σας » μένει κι’ είναι μέσα σας. Ορφανούς δε θα σας αφή- » κω· θα γυρίσω κοντά σας. Ακόμα λίγο, κι’ ο κό- » σμος δε με βλέπει πια· μα εσείς με βλέπετε, τι εγώ » ζω και θα ζήστε κι’ εσείς. Εκείνη τη μέρα εσείς θα » μάθετε πως εγώ με τον πατέρα μου κι’ εσείς μαζί » μου κι’ εγώ μαζί σας. Όπιος κατέχει τα παραγγέλ- » ματά μου και τα φυλάει, εκείνος μ' αγαπά· κι’ όπιος » μ' αγαπά, θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και θαν » τον αγαπήσω κι’ εγώ και θαν του φανερωθώ». 51. Του λέει ο Ιούδας — όχι ο Ισκαριώτης — «Κύ- » ριε, πώς γίνεται να φανερωθείς σ' εμάς κι’ όχι στον » κόσμο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Όπιος » μ' αγαπά, θα φυλάξει τα λόγια μου, κι’ ο πατέρας » μου θαν τον αγαπήσει, και θα πάμε και θα μείνου- » με μαζί του· όπιος δε μ' αγαπά, τα λόγια μου δεν » τα φυλάει. Κι' ο λόγος π' ακούτε δεν είναι δικός » μου, παρά του πατέρα μου που μ' έστειλε. Αυτά » σας είπα μένοντας μαζί σας· ο παρήγορος όμως, το » πνέμα τ' άγιο, που στ' όνομά μου θα σταλθεί από » τον πατέρα, εκείνος τα πάντα θα σας μάθει κι’ όλα » θα σας τα θυμίσει που σας είπα. 52.» Εγώ ειρήνη σας αφίνω, την ειρήνη σας δί- » νω τη δική μου· καθώς σας δίνει ο κόσμος δε σας » δίνω εγώ. Μη σας κλονίζεται η καρδιά μήτ' ας σας » δειλιά. Τ' ακούσατε πως εγώ σας είπα Πηγαίνω » και γυρνώ κοντά σας. Α μ' αγαπούσατε, θα χαιρό- » σαστε που πάω στον πατέρα, γιατί ο πατέρας είναι » μεγαλύτερός μου. Και τώρα, πρι γενεί, σας τόπα για » να πιστέψτε σα γενεί. Πολλά δε θα μιλήσω πια » μαζί σας γιατί έρχεται του κόσμου ο αρχηγός. Κι' » όχι [πως] έχει εξουσία απάνου μου καμιά, παρά για » να μάθει ο κόσμος πως αγαπώ τον πατέρα και » [πως] καθώς με πρόσταξε ο πατέρας έτσι κάνω. 53. » Σηκωθείτε, πάμε.
[15]» Εγώ είμαι τ' αμπέλι τ' αληθινό, κι’ ο πατέρας » μου είναι ο γεωργός. Κάθε κλήμα μου άκαρπο το » βγάζει, και κάθε καρπερό το καθαρίζει για να γίνει » καρπερώτερο. Εσείς πια είστε τώρα καθαροί χάρη » στο λόγο που σας λάλησα. Μείνετε μαζί μου, [κα- » θώς] κι’ εγώ μαζί σας. Καθώς το κλήμα δεν καρ- » πίζει μόνο του — α δε μένει μέσα στ' αμπέλι — , έτσι » μήτ' εσείς α δε μείνετε μαζί μου. Εγώ είμαι τ' αμ- » πέλι, εσείς τα κλήματα. Όπιος μένει μαζί μου κι’ » εγώ μαζί του, αυτός καρποφορεί πολύ, τι δίχως μου » δε μπορείτε τίποτα να κάνετε· όπιος δε μένει μαζί » μου, τον πετάξανε όξω σαν το κλήμα και ξεράθηκε, » και τα μαζεύουν και τα βάζουνε στη φωτιά και » καίγουνται. Α μείνετε μαζί μου και μείνουν και τα » λόγια μου μαζί σας, ό,τι θέλετε ζητήστε και θαν το » λάβετε. Μ' αυτό δοξάστηκε ο πατέρας μου, με το » να δίνετε πολύν καρπό και να γενείτε μαθητάδες μου. » Καθώς μ' αγάπησε ο πατέρας σας αγάπησα κι’ εγώ· » μείνετε με την αγάπη μου. Α φυλάξτε τις εντολές » μου, θα μείνετε με την αγάπη μου, καθώς εγώ φύ- » λαξα τις εντολές του πατέρα και μένω με την α- » γάπη του. 54. » Αυτά σας τάπα για να μένει μαζί σας η χα- » ρά η δική μου κι’ η χαρά σας να ξετελιωθεί. Αυτή » είναι η εντολή μου, ν' αγαπάστε όπως σας αγάπησα. » Αγάπη μεγαλύτερη κανείς δεν έχει παρά τούτο, το » να δώσει τη ζωή του για τους αγαπητούς του. Ε- » σείς είστε αγαπητοί μου αν κάνετε ό,τι εγώ σας πα- » ραγγέλνω. Σκλάβους δε σας λέω πια, γιατί ο σκλά- » βος δε γνωρίζει το τι κάνει ο αφέντης του· μόνε σας » είπα αγαπητούς, γιατί σας τάμαθα όλα π' άκουσα » από τον πατέρα μου. Εσείς δε με διαλέξατε, παρά » εγώ σας διάλεξα και διόρισα, για να πάτε εσείς και » να καρποφοράτε κι’ ο καρπός σας για να μένει, που » ό,τι ζητάτε του πατέρα μου στ' όνομά μου να σας » το δώσει. 55. » Αυτό σας παραγγέλνω, ν' αγαπάστε. Αν ο » κόσμος σας μισεί, μάθετε πως εμένα μίσησε προτύ- » τερά σας. Αν είσαστε από τον κόσμο, ο κόσμος θ' » αγαπούσε το δικό του· μα γιατί δεν είστε από τον » κόσμο παρά εγώ σας διάλεξα από τον κόσμο, για » τούτο ο κόσμος σας μισεί. Μην ξεχνάτε το λόγο που » εγώ σας είπα, δεν έχει σκλάβο ανώτερο από τον α- » φέντη του. Αν εμένα με κατάτρεξαν, κι’ εσάς θα κα- » τατρέξουν· α φύλαξαν το λόγο μου, και το δικό σας » θα φυλάξουν. Όμως όλα αυτά θα σας τα κάνουνε » για τ' όνομά μου, τι δεν ξέρουνε το στάλτη μου. Α » δεν ερχόμουν και δεν τους μιλούσα, δε θάχανε αμαρ- » τία· μα τώρα δεν έχουν πρόφαση της αμαρτίας » τους. Όπιος εμένα μισεί, μισεί και τον πατέρα μου. » Α δεν τους έκανα τα έργα που κανείς δεν έκανε » άλλος, δε θάχανε αμαρτία· μα τώρα κι’ είδαν και » με μίσησαν, κι’ εμένα και τον πατέρα μου. Όμως » για ν' αληθέψει ο λόγος ο γραμένος μέσα στο Νόμο » τους, πως Δίχως αφορμή με μίσησαν . 56. »Όταν έρθει ο παρήγορος που εγώ θα σας » στείλω από τον πατέρα — το πνέμα της αλήθιας που » βγαίνει από τον πατέρα — εκείνο θα με κηρύξει· ό- » μως κι’ εσείς κηρύχνετέ με, γιατί είστε από την » αρχή μαζί μου.
[16] » Αυτά σας είπα για να μην πέστε σε πειρασμό. » Θα σας αφορίσουν από συναγώγια· κι’ έρχεται μά- » λιστα ώρα που όπιος θανατώνει θα θαρρεί προσφέρ- » νει του Θεού λατρεία. Κι' αυτά θαν τα κάνουνε για- » τί δε γνώρισαν τον πατέρα μήτ' εμένα. Κι' αυτά » σας τα μίλησα που σαν έρθει η ώρα τους ναν τα θυ- » μάστε πώς σας τα είπα. Όμως από την αρχή δε » σας τα είπα γιατί είμουνα μαζί σας· όμως τώρα » πάω στο στάλτη μου. Και δε μ' ερωτά κανείς σας » Πού πηγαίνεις, μόνε γιατί σας τα είπα γιόμισε η » καρδιά σας λύπη; Μα εγώ σας λέω την αλήθια, σας » συφέρνει να μισέψω εγώ. Γιατί α δε μισέψω, δε σας » έρχεται ο παρήγορος· όμως α μισέψω, θα σας τόνε » στείλω. Και σαν έρθει εκείνος, του κόσμου θ' απο- » δείξει αμαρτία κι’ αγιοσύνη και καταδίκη· αμαρτία, » που δε με πιστεύουν· κι’ αγιοσύνη, που πηγαίνω » στον πατέρα μου και δε με θωράτε πια· και κατα- » δίκη, που καταδικάστηκε του κόσμου ετούτου ο αρ- » χηγός. 57. » Πολλά έχω ακόμα να σας πω, μα να νιώστε » δε μπορείτε τώρα· όταν όμως έρθει εκείνος, το πνέ- » μα της αλήθιας, θα σας οδηγήσει σ' όλη την αλή- » θια· τι δε θα πει δικά του, μόνε όσα ακούσει θα λα- » λήσει και θα σας μηνήσει τα μελλούμενα. Αυτός θα » με δοξάσει εμένα, τι δικά μου θενά πάρει και θα » σας μηνήσει. Όλα όσα έχει ο πατέρας δικά μου εί- » ναι· για αυτό σας είπα πως δικά μου παίρνει και » θα σας μηνήσει. Λίγο και δε με θωράτε πια· και » πάλι λίγο και θενά με δείτε». Είπανε λοιπόν μερικοί του μαθητάδες μεταξύ τους « Τι 'ναι τούτο που μας λέει Λίγο και δε με θωράτε » και πάλι λίγο και θενά με δείτε, και πως Πηγαίνω » στον πατέρα;» Λέγανε λοιπόν «Τι 'ναι αυτό που » λέει, [το] λίγο; Δεν κατέχουμε». 58. Ένιωσε ο Ιησούς πως θέλανε ναν τόνε ρωτήσουν και τους είπε « Αυτό συζητάτε μεταξύ σας, πως είπα Λίγο και δε » με θωράτε, και πάλι λίγο και θενά με δείτε. Αλή- » θια αλήθια σας λέω, πως θα κλάψτε εσείς και θα » θρηνήστε, κι’ ο κόσμος θα χαρεί· θα λυπηθείτε εσείς, » κι’ η λύπη σας χαρά θα γίνει. Η γυναίκα, σα γεν- » νά, λυπάται, γιατί ήρθε η ώρα της· μα σα γεννήσει » το παιδί, δεν τη θυμάται πια τη στεναχώρια, από » τη χαρά που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Κι' » εσείς λοιπόν λυπάστε τώρα· μα πάλι θα σας δω, και » θα σας χαρεί η καρδιά και κανείς δε θα σας πάρει » τη χαρά σας. Κι' εκείνη την ημέρα δε θα με παρα- » καλέστε εμένα τίποτα. Αλήθια αλήθια σας λέω, Ό,τι » ζητήστε του πατέρα, θα σας [το] δώσει στ' όνομά » μου. Ως τώρα τίποτα δε ζητήσατε στ' όνομά μου· » ζητάτε και θα λάβετε το να ξετελιωθεί η χαρά σας. 59.» Αυτά σας τάπα με παροιμίες· έρχεται ώρα » που δε θα σας μιλώ πια με παροιμίες, παρά ανοιχτά » για τον πατέρα θα σας πληροφορώ. Τότες στ' όνο- » μά μου θα ζητήστε, και δε σας λέω πως εγώ για » σας θα παρακαλέσω τον πατέρα· τι ο ίδιος σας α- » γαπά ο πατέρας, γιατί μ' αγαπήσατε εμένα και πι- » στέψατε πως εγώ από τον πατέρα βγήκα. Από τον » πατέρα βγήκα κι’ ήρθα στον κόσμο· πάλι αφίνω τον » κόσμο και πηγαίνω στον πατέρα». Λένε οι μαθη- τάδες του «Νά τώρα ανοιχτά μιλείς και δε λες κα- » μιά παροιμία· τώρα ξέρουμε πως ξέρεις τα πάντα » κι’ ανάγκη δεν έχεις να σ' ερωτά κανείς. Μ' αυτό » πιστεύουμε πως από το Θεό βγήκες». Τους αποκρί- θηκε ο Ιησούς «Τώρα πιστεύετε; Νά έρχεται ώρα » κι’ ήρθε που θα σκορπιστεί ο καθείς σας σπίτι του » κι’ εμένα θα μ' αφίστε μοναχό· και δεν είμαι μο- » ναχός, γιατί είναι μαζί μου ο πατέρας. Αυτά σας » τάπα για νάχετε [του νου] ησυχία μέσο μου. Στον » κόσμο πίκρες έχετε· μα θάρρος, εγώ νίκησα τον κό- » σμο».
[17] [60]. Μίλησε αυτά ο Ιησούς, και σηκώνοντας τα μάτια κατά τον ουρανό είπε «Πατέρα, ήρθε η ώρα· » δόξασε το γιο σου, για να σε δοξάσει ο γιος, [έτσι] » καθώς τούδωκες εξουσία κάθε σάρκας για να δώσει » σ' όλους όσους τούδωκες ζωή παντοτινή. Κι' αυτή » είναι η ζωή η παντοτινή, το να σε γνωρίζουν εσένα » το μόνο αληθινό Θεό, [καθώς] και τον αποσταλμένο » σου, τον Ιησού Χριστό. Εγώ σε δόξασα στη γη τε- » λιώνοντας το έργο που μούδωκες να κάνω· και τώρα » δόξασέ με εσύ, πατέρα, κοντά σου με τη δόξα πού- » χα κοντά σου πρι να γίνει ο κόσμος. Φανέρωσά σου » τ' όνομα στους ανθρώπους που μούδωκες από τον » κόσμο. Δικοί σου είταν κι εμένα μου τους έδωκες, » και το λόγο σου φυλάξανε. Τώρα νιώσανε πως όλα » όσα μούδωκες από σένα είναι, πως τα λόγια που » μούδωκες τους έδωκα, κι’ αυτοί τα πήραν κι’ ένιωσαν » αληθινά πως από σένα βγήκαν, και πίστεψαν εσύ πως » μ' έστειλες. Εγώ για αυτούς παρακαλάω· για τον κό- » σμο δεν παρακαλώ, παρά για όσους μούδωκες γιατί » δικοί σου είναι, και τα δικά μου όλα δικά σου είναι και » τα δικά σου δικά μου, και με δόξασαν. Και δεν είμαι » πια στον κόσμο, κι’ αυτοί 'ναι στον κόσμο, κι’ εγώ έρ- » χουμαι σ' εσένα. Πατέρα άγιε, βάσταξε τους [πιστούς] » στ' όνομά σου που μούδωκες, για να είναι ένα καθώς » κι’ εμείς. Όταν είμουνα μαζί τους, εγώ τους βαστού- » σα [πιστούς] στ' όνομά σου που μούδωκες, και τους » φύλαξα και κανείς τους δε χάθηκε, εξόν ο γιος του » χαμού για ν' αληθέψει η Γραφή. [61]. Και τώρα έρ- » χουμαι σ' εσένα, κι’ αυτά τα λέω εδώ στον κόσμο, » έτσι που νάχουν τη χαρά μου ξετελιωμένη μέσα τους. » Εγώ τους έδωκα το λόγο σου, κι’ ο κόσμος τους μί- » σησε, γιατί δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι] εγώ » δεν είμαι από τον κόσμο. Δε γυρεύω ναν τους πά- » ρεις από τον κόσμο, [μόνε ναν τους φυλάξεις] από » τον Κακό. Δεν είναι από τον κόσμο καθώς [κι’] εγώ » δεν είμαι από τον κόσμο. Άγιασε τους μ' αλήθια· » ο λόγος ο δικός σου είναι η αλήθια. Καθώς εμένα μ' » έστειλες στον κόσμο, κι’ εγώ τους έστειλα στον κό- » σμο. Κι' εγώ για το καλό τους αγιάζουμαι, για ν' α- » γιαστούν κι’ αυτοί μ' αλήθια. Και δεν παρακαλώ για » αυτούς μονάχα, παρά και για όσους κάνει ο λόγος » τους και με πιστεύουν, για να γίνουν όλοι ένα· κα- » θώς, πατέρα, εσύ μαζί μου κι’ εγώ μαζί σου, [έτσι] κι’ » αυτοί μαζί μας νάναι, που ο κόσμος να πιστεύει εσύ » πως μ' έστειλες. Κι' εγώ τους έδωκα τη δόξα αυτή » που μούδωκες, έτσι να γίνουν ένα όπως ένα εμείς, » εγώ μαζί τους κι’ εσύ μαζί μου, για να καταντήσουν » ένα, που να ξέρει ο κόσμος το πως μ' έστειλες εσύ και » τους αγάπησες καθώς μ' αγάπησες [κι’] εμένα. Πα- » τέρα, αυτούς που μούδωκες θέλω οπού 'μαι εγώ νά- » ναι κι’ αυτοί μαζί μου, για να θωρούν τη δόξα μου » που μούδωκες, γιατί μ' αγάπησες πρι να θεμελιωθεί » ο κόσμος, πατέρα άγιε. Κι' ο κόσμος δε σε γνώρισε, » μα εγώ σε γνώρισα, και γνώρισαν κι’ αυτοί εσύ πως » μ' έστειλες, και τ' όνομά σου τους φανέρωσα και θαν » τους φανερώσω, έτσι μαζί τους νάναι η αγάπη που » μ' αγάπησες, [καθώς] κι’ εγώ μαζί τους».
[18] 62. Είπε αυτά ο Ιησούς, και βγήκε με τους μα- θητάδες του πέρα από το ξεροπόταμο των κέδρων, κι’ εκεί 'ταν περιβόλι που μπήκε μέσα αυτός κι’ οι μαθη- τάδες του. Και τόξερε το μέρος κι’ ο Ιούδας ο παρα- δότης του, γιατί πολλές φορές συνάχτηκε με τους μα- θητάδες του εκεί ο Ιησούς. Πήρε λοιπόν ο Ιούδας το λόγο, και κλητήρες από τους πρωτοπαπάδες και τους Φαρισαίους, κι’ έρχεται εκεί με φανάρια και με φώτα κι’ άρματα. Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίζοντας όλα τα μελλούμενά του βγήκε και τους λέει «Πιόνε γυρεύετε;» Τ' αποκρίθηκαν «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους λέει «Εγώ είμαι ο Ιησούς». Κι' είτανε μαζί τους κι’ ο Ιούδας ο παραδότης του. Άμα λοιπόν τους είπε «Εγώ » είμαι», πήγαν πίσω και πέσανε χάμου. Πάλι λοιπόν τους ρώτησε «Πιόνε γυρεύετε;» Κι' εκείνοι είπαν «Τον » Ιησού το Ναζωραίο». Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας » είπα πως εγώ είμαι. Α λοιπόν εμένα γυρεύετε, αφί- » στε τους αυτούς να φύγουνε για ν' αληθέψει ο λόγος » πούπα, πως όσους μούδωκες δεν έχασα κανένα τους». Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος έχοντας σπαθί το τρά- βηξε και χτύπησε το σκλάβο του αρχιπαπά κι’ έκοψε τ' αυτί του το δεξύ· κι’ είταν τ' όνομα του σκλάβου Μάλχος. Είπε λοιπόν ο Ιησούς του Πέτρου «Βάλε το » σπαθί στη θήκη. Το ποτήρι που μούδωκε ο πατέρας » να μην το πιώ;» 63. Ο λόχος λοιπόν κι’ ο χιλίαρχος κι’ οι κλητήρες των Ιουδαίων σύλλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν και τον πήγανε στον Άννα πρώτα· γιατί είταν πεθερός του Καϊάφα, πούταν αρχιπαππάς του χρόνου εκείνου. Κι' είταν ο Καϊάφας εκείνος που συβούλεψε τους Ιουδαίους πως συφέρνει να πεθάνει ένας άνθρωπος για το καλό του λαού. Κι' ακολουθούσε τον Ιησού ο Σίμωνας ο Πέτρος κι’ ένας άλλος μαθητής. Κι' ο μαθητής εκείνος είτανε γνώριμος του αρχιπαπά, και μπήκε μαζί με τον Ιησού στην αυλή του αρχιπαπά. 64. Κι' ο Πέτρος έστεκε κοντά στην ξώπορτα όξω. Βγήκε λοιπόν ο μαθητής ο άλλος ο γνώριμος του αρ- χιπαπά, κι’ είπε της θυρωρής κι’ έμπασε τον Πέτρο. Λέει λοιπόν του Πέτρου η δούλα η θυρωρή «Μήπως » κι’ εσύ είσαι από τους μαθητάδες του αυτού τ' αν- » θρώπου;» Λέει εκείνος «Δεν είμαι». Κι' είταν οι σκλάβοι εκεί κι’ οι κλητήρες έχοντας κανωμένη αθρα- κιά, γιατί είταν κρύο και ζεσταίνουνταν· κι’ είταν εκεί μαζί μ' αυτούς κι’ ο Πέτρος και ζεσταίνουνταν. Ρώ- τησε λοιπόν τον Ιησού ο αρχιπαπάς για τους μαθητά- δες του και για τη διδαχή του. Τ' αποκρίθηκε ο Ιη- σούς «Εγώ ανοιχτά μίλησα του κόσμου· εγώ πάντα » δίδαξα μέσα στο συναγώγι και ναό όπου μαζεύουν- » ται όλοι τους οι Ιουδαίοι, και κρυφά, δεν είπα τί- » ποτα. Τι με ρωτάς; Ρώτησε όσους άκουσαν τι τους » είπα· να, αυτοί ξέρουν όσα είπα εγώ». Κι' άμα τάπε αυτά, ένας εκεί κοντά κλητήρας τούδωκε ένα χτύπημα του Ιησού κι’ είπε «Έτσι απαντάς στον αρχιπαπά;» Τ' αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μίλησα κακά, δείξε το » κακό· αν όμως καλά, τι με χτυπάς;» 65. Τον έστειλε λοιπόν ο Άννας δεμένο στον Καϊ- άφα τον αρχιπαπά. Κι' ο Σίμωνας ο Πέτρος έστεκε και ζεσταίνουνταν. Τούπανε λοιπόν «Μήπως κι’ εσύ » είσαι από τους μαθητάδες του;» Αρνήθηκε εκείνος κι’ είπε «Δεν είμαι». Λέει ένας σκλάβος του αρχιπα- πά, όντας συγγενής εκείνου που τούκοψε τ' αυτί του ο Πέτρος, «Δε σε είδα εγώ στο περιβόλι μαζί του;» Πάλι λοιπόν αρνήθη ο Πέτρος, κι’ αμέσως λάλησε πε- τεινός. 66. Λοιπόν πηγαίνουνε στ' αρχηγείο τον Ιησού από του Καϊάφα. Κι' είτανε πρωί. Κι' αυτοί δε μπήκανε μέσα στ' αρχηγείο, για να μη λερωθούν παρά να φαν το πάσκα. Βγήκε λοιπόν ο Πειλάτος όξω και τους λέει « Τι του κατηγοράτε αυτού τ' ανθρώπου;» Αποκρί- θηκαν και τούπαν «Αν αυτός δεν είτανε κακούργος, » δε σου τον παραδίναμε». Τους είπε λοιπόν ο Πει- λάτος «Πάρτε τον εσείς και κατά το Νόμο σας δικά- » στε τον». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Εμάς μας αμπο- » δίζεται να θανατώσουμε κανένα», για ν' αληθέψει ο λόγος του Ιησού, που είπε σημαίνοντας τι θάνατο εί- τανε να πεθάνει. 67. Μπήκε λοιπόν πάλι στ' αρχηγείο ο Πειλάτος και φώναξε τον Ιησού και τούπε «Εσύ 'σαι ο βασι- » λέας των Ιουδαίων;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μόνος » σου εσύ το λες αυτό ή άλλοι σούπανε για μένα;» Α- ποκρίθηκε ο Πειλάτος «Μήπως εγώ 'μαι Ιουδαίος; Το » δικό σου έθνος κι’ οι πρωτοπαπάδες σε παραδώκανε » σ' εμένα· τι έκανες;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Η » δική μου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο ετού- »τον. Αν είταν απ' αυτόν τον κόσμο η βασιλεία μου, » οι υπερέτες μου θα πολεμούσανε να μην παραδοθώ » στους Ιουδαίους· μα τώρα η βασιλεία μου δεν είναι » από δω». Τούπε λοιπόν ο Πειλάτος «Λοιπόν βα- » σιλέας είσαι εσύ;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εσύ λες » πως εγώ 'μαι βασιλέας. Για αυτό γεννήθηκα και για » αυτό ήρθα στον κόσμο, για να κηρύξω την αλήθια· » όπιος είναι από την αλήθια μ' ακούει τη φωνή». Του λέει ο Πειλάτος «Τι είναι αλήθια;» Κι' αφού τόπε αυτό, πάλι βγήκε στους Ιουδαίους και τους λέει « Εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο. Κι' είναι σύστημά » σας να σας λευτερώνω ένανε το πάσκα· θέλετε λοι- » πόν να σας λευτερώσω το βασιλέα των Ιουδαίων;» Φώναξαν ξανά λοιπόν και λέγανε «Όχι αυτόν παρά » το Βαραββά». Κι' είταν ο Βαραββάς κακούργος. 68. Τότες λοιπόν πήρε τον Ιησού ο Πειλάτος και [19] τόνε βουρδούλισε. Κι' οι στρατιώτες πλέξανε στεφάνι απ' αγκάθια και του το φορέσανε στην κεφαλή, και βάζοντάς του βυσσινιά στολή πήγαιναν και του λέ- γανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των Ιουδαίων», και τόνε χτυπούσαν. Και βγήκε πάλι όξω ο Πειλάτος και τους λέει «Νά, σας τόνε φέρνω όξω για να δείτε πως » δεν του βρίσκω φταίξιμο». Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς όξω φορώντας τ' αγκαθένιο το στεφάνι και τη βυσσι- νιά στολή. Και τους λέει [ο Πειλάτος] «Νά [ο] άνθρω- » πος». Σαν τον είδανε λοιπόν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι κλητήρες κράξανε λέγοντας «Σταύρωσε, σταύρωσε». Τους λέει ο Πειλάτος «Πάρτε τον εσείς και σταυρώ- » στε τον, γιατί εγώ δεν του βρίσκω φταίξιμο». Τ' α- ποκριθήκανε οι Ιουδαίοι «Εμείς έχουμε νόμο, και κατά » το νόμο πρέπει να θανατωθεί, γιατί έγινε γιος του » Θεού». Σαν άκουσε λοιπόν το λόγο αυτό ο Πειλά- τος, πιο πολύ φοβήθηκε, και μπήκε στ' αρχηγείο πάλι και λέει του Ιησού «Από πού είσαι εσύ;» Κι' ο Ιη- σούς δεν τούδωκε απάντηση. Του λέει λοιπόν ο Πει- λάτος «Δε μου μιλείς; Δεν ξέρεις πως εξουσία έχω να » σ' αφίσω κι’ εξουσία έχω να σε σταυρώσω;» Τ' απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Δε θάχες εξουσία απάνου μου κα- » μιά α δε σούτανε δοσμένη από πάνου· για τούτο αυ- » τός που με παράδωκε σ' εσένα έχει μεγαλύτερη α- » μαρτία». Για κείνο ο Πειλάτος ζήταε ναν τόνε λευ- τερώσει· μα οι Ιουδαίοι φώναξαν και λέγανε «Αν τον » λευτερώσεις, δεν αγαπάς τον Καίσαρα· όπιος γίνε- » ται βασιλέας, πολεμά τον Καίσαρα». Σαν άκουσε λοιπόν τα λόγια αυτά ο Πειλάτος, έφερε όξω τον Ιη- σού και κάθησε σε βήμα, σε μέρος που το λέγανε Λι- θόστρωτο , κι’ οβραίικα Γαββαθά . Κι' είταν η παραμονή του πάσκα, η ώρα ως έξη. Και λέει στους Ιουδαίους « Νά ο βασιλέας σας». Κράξανε λοιπόν εκείνοι «Πάρ' » τον, πάρ' τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πειλάτος « Το βασιλέα σας να σταυρώσω;» Αποκριθήκανε οι πρωτοπαπάδες «Δεν έχουμε βασιλέα εξόν τον Καί- » σαρα». 69. Τότες λοιπόν τους τον παράδωκε να σταυρωθεί. Πήρανε λοιπόν τον Ιησού, και κουβαλώντας το σταυ- ρό του πήγε όξω στο μέρος που λέγεται Κάρας μέρος, που το λεν οβραίικα Γολγόθ , όπου τόνε σταύρωσαν, και μαζί του άλλους διο δεξιά κι’ αριστερά, και στη μέση τον Ιησού. Κι' έγραψε κι’ επιγραφή ο Πειλάτος και την έβαλε απάνου στο σταυρό· κι’ είτανε γραμέ- νο Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλέας των Ιουδαίων . Αυτή λοιπόν την επιγραφή πολλοί τήνε διαβάσανε Ιουδαίοι, γιατί είτανε σιμά στη χώρα το μέρος που σταυρώθηκε ο Ιησούς· κι’ είτανε γραμένο οβραίικα, λα- τινικά, ελληνικά. Λέγανε λοιπόν του Πειλάτου οι πρω- τοπαπάδες των Ιουδαίων «Μη γράφεις Ο βασιλέας » των Ιουδαίων, παρά πως είπε εκείνος Είμαι βασι- » λέας των Ιουδαίων «Αποκρίθηκε ο Πειλάτος «Ό,τι » έγραψα έγραψα». 70. Οι στρατιώτες λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Ιη- σού, πήραν τα φορέματά του και τα μοίρασαν σε τέσ- σερα, του καθενός στρατιώτη ένα μέρος, [καθώς] και το πουκάμισο. Κι' είταν το πουκάμισο άρραφο, φα- σμένο από τα πάνου ως στην άκρη. Είπανε λοιπόν μεταξύ τους «Ας μην το σκίσουμε, μόνε ας βάλουμε » λαχνό πιος ναν το πάρει», για ν' αληθέψει η Γραφή Μοίρασαν τα φορέματά μου και για τη φορεσιά μου βάλανε λαχνό . 71. Αυτά λοιπόν κάνανε οι στρατιώτες. Κι' έστεκαν κοντά στο σταυρό του Ιησού η μητέρα του, κι η α- δερφή της μητέρας του Μαρία η γυναίκα του Κλωπά, κι’ η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο Ιησούς λοιπόν σαν είδε τη μητέρα του και το μαθητή εκεί κοντά π' αγάπαε, λέει της μητέρας του «Μητέρα, να ο γιος σου»· έπει- τα λέει του μαθητή «Νά η μητέρα σου». Κι' από κείνη την ώρα την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του. Ύστερα ο Ιησούς σαν ένιωσε πως όλα τέλιωσαν, για ν' αληθέψει η Γραφή, λέει «Διψώ». Έστεκε λαγήνι γιομάτο ξύδι· στήσανε λοιπόν σε ύσσωπο σφουγγάρι γιομισμένο ξύδι και του το προσφέρανε στο στόμα. Λοιπόν σαν πήρε ο Ιησούς το ξύδι, είπε «Τέλιωσε», και γαίρνοντας την κεφαλή του παράδωκε την ψυχή. 72. Οι Ιουδαίοι λοιπόν, επειδή είτανε παρασκευή για να μη μείνουν το σάββατο απάνου στο σταυρό τα λείψανα (γιατί είτανε μεγάλη η μέρα εκείνη του σαβ- βάτου) παρακάλεσαν τον Πειλάτο ναν τους σπάσουνε τα σκέλια και ναν τους σηκώσουν. Ήρθανε λοιπόν οι στρατιώτες, και του πρώτου τούσπασαν τα σκέλια, [καθώς] και τ' αλλουνού του σταυρωμένου μαζί του σαν ήρθαν όμως στον Ιησού και πια τον είδαν πεθα- μένο, δεν τούσπασαν τα σκέλια, μόνε ένας στρατιώτης του κάρφωσε μ' ένα κοντάρι το πλευρό, και βγήκε αμέ- σως αίμα και νερό. Κι' ο μάρτυρας το λέει (κι’ αληθινή 'ναι η μαρτυρία του κι’ εκείνος ξέρει πως αλήθια λέει) για να πιστεύετε κι’ εσείς. Γιατί έγιναν αυτά για ν' α- ληθέψει η Γραφή Κόκκαλο δε θαν του σπάσουν · και πάλε άλλη γραφή λέει Θαν τον κοιτάξουν αυτόν π' α- κόντισαν. 73. Κατόπι παρακάλεσε τον Πειλάτο ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία — όντας μαθητής του Ιησού, κρυφός όμως από φόβο των Ιουδαίων — να πάρει του Ιησού το λείψανο· και τον άφισε ο Πειλάτος. Ήρθε λοιπόν και πήρε το λείψανό του· κι’ ήρθε κι’ ο Νικόδημος- πούχε πάει πριν νύχτα στον Ιησού — φέρνοντας μίγμα μύρρων κι’ αλόης ως λίτρες εκατό. Πήρανε λοιπόν του Ιησού το λείψανο και το σαβάνωσαν με τα μυρουδικά μαζί, καθώς συνειθίζουνε να θάφτουν οι Ιουδαίοι. Κι' είτανε στο μέρος που σταυρώθη περιβόλι, και στο πε- ριβόλι μέσα μνήμα καινούριο όπου κανείς ακόμα δεν είχε θαφτεί· εκεί λοιπόν αφορμή η παρασκευή των Ιου- δαίων (γιατί είτανε σιμά το μνήμα) θάψανε τον Ιησού. 74. Και τα πρωτοβδόμαδα η Μαρία η Μαγδαλη- [20] νή έρχεται πρωί, σκοτάδι ακόμα, στο μνήμα, και θω- ρά την πέτρα σηκωμένη από το μνήμα. Τρέχει λοιπόν και πάει στο Σίμωνα τον Πέτρο και στον άλλο μαθητή π' αγάπαε ο Ιησούς και τους λέει «Πήραν από το » μνήμα τον Κύριο και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν». Βγήκε λοιπόν ο Πέτρος κι’ ο άλλος μαθητής και πη- γαίνανε στο μνήμα. Κι' έτρεχαν κι’ οι διο μαζί, μα ο άλλος μαθητής πρότρεξε γοργότερα από τον Πέτρο κι’ έφτασε στο μνήμα πρώτος, και σκύβοντας βλέπει κατά γης τα σάβανα· όμως δε μπήκε μέσα. Έρχεται λοιπόν κι’ ο Σίμωνας ο Πέτρος πίσω του, και μπήκε μέσα στο μνήμα και θωρά κατά γης τα σάβανα, και το προσόψι (πούτανε στην κεφαλή του απάνου) πως δεν είταν κάτου με τα σάβανα, παρά κάπου εκεί τυ= λιγμένο χωριστά. Μπήκε λοιπόν τότες κι’ ο άλλος μα- θητής πούχε φτάσει πρώτος στο μνήμα, κι’ είδε και πίστεψε· γιατί δεν κάτεχαν ακόμα τη Γραφή, πως πρέπει ν' αναστηθεί από τους νεκρούς. Γυρίσανε λοιπόν πάλι σπίτι οι μαθητάδες. 75. Κι' η Μαρία έστεκε κοντά στο μνήμα όξω κι’ έκλαιγε. Καθώς έκλαιγε λοιπόν έσκυψε να δει στο μνή- μα, και βλέπει διο αγγέλους μέσα στ' άσπρα, καθι- σμένους τον ένα σιμά στην κεφαλή και τον άλλο σιμά στα πόδια εκεί πούχανε βάλει του Ιησού το λείψανο. Κι' αυτοί της λεν «Γυναίκα, τι κλαις;» Και τους λέει « Γιατί πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον » έβαλαν». Και σαν είπε αυτά, γύρισε πίσω και κοι- τάζει τον Ιησού που στέκουνταν, μα δεν ήξερε πως είναι ο Ιησούς. Της λέει ο Ιησούς «Γυναίκα, τι κλαις; » πιόνε γυρεύεις;» Κι' αυτή νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός του λέει «Κύριε, αν εσύ τον πήρες, πες μου » πού τον έβαλες κι’ εγώ τον παίρνω». Της λέει ο Ιη- σούς «Μαριάμ». Γύρισε εκείνη και του λέει οβραίικα « Ραββουνεί », που θα πει Δάσκαλε . Της λέει ο Ιη- σούς «Μη μ' αγγίζεις γιατί ακόμα δεν ανέβηκα στον » πατέρα· μόνε πήγαινε στους αδερφούς μου και πες » τους Ανεβαίνω στον πατέρα μου και πατέρα σας και » Θεό μου και Θεό σας». Πηγαίνει η Μαριάμ η Μαγ- δαληνή και πληροφορεί τους μαθητάδες πως «Είδα » τον Κύριο» και πως «Αυτά μου είπε». 76. Όντας λοιπόν βράδυ τότες κατά τα πρωτο- βδόμαδα κι’ η πόρτα κλειστή εκεί που βρίσκουνταν οι μαθητάδες από το φόβο των Ιουδαίων, ήρθε ο Ιη- σούς και στάθηκε στη μέση και τους είπε «Ειρήνη » σας»· κι’ αυτό σαν τόπε, τους έδειξε και τα χέρια [του] και το πλευρό. Χαρήκανε λοιπόν οι μαθητάδες όταν είδαν τον Ιησού. Πάλι λοιπόν τους είπε ο Ιησούς « Ειρήνη σας. Καθώς μ' έστειλε ο πατέρας, σας στέλ- » νω κι’ εγώ». Κι' ειπόντας αυτό φύσηξε μέσα [τους] και τους λέει «Πάρτε πνέμα άγιο. Όπιου συχωρέστε » τις αμαρτίες, συχωρεμένες τους· όπιου τις κρατήστε, » κρατημένες». 77. Ο Θωμάς ως τόσο, ένας από τους δώδεκα, ο δίδυμος καθώς τον έλεγαν, δεν είτανε μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του λέγανε λοιπόν οι άλλοι μαθητάδες « Είδαμε τον Κύριο». Κι' εκείνος τους είπε «Α δε δω » στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δε βάλω » το δάχτυλό μου στα σημάδι των καρφιών και το » χέρι μου δε βάλω στα πλευρό του, δεν πιστεύω». 78. Κι' οχτώ μέρες κατόπι είταν πάλι μέσα οι μαθη- τάδες του, κι’ ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Ιησούς όντας κλεισμένη η πόρτα, και στάθηκε στη μέση κι’ είπε «Ειρήνη σας». Έπειτα λέει του Θωμά «Φέρε το » δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, και φέρε το » χέρι σου και βάλε στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι » άπιστος μόνε πιστός». Αποκρίθηκε ο Θωμάς και τούπε «Ο Κύριος μου κι’ ο Θεός μου». Του λέει ο Ιησούς «Γιατί μ' είδες πίστεψες· μακαρισμένοι που » δε δούνε και πιστέψουν». Πολλά λοιπόν κι’ άλλα σημάδια έκανε ο Ιησούς μπροστά στους μαθητάδες που δεν είναι μέσα στο βι- βλίο αυτό γραμένα. Όμως αυτά γραφτήκανε για να πιστεύετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο γιος του Θεού, και πιστεύοντας με τ' όνομά του νάχετε ζωή. 79. Κατόπι φανερώθη πάλι ο Ιησούς στους μαθη-[21] τάδες απάνου στη λίμνη την Τιβεριάδα, και φανερώ- θηκε έτσι. Είτανε μαζί ο Σίμωνας ο Πέτρος κι’ ο Θωμάς ο δίδυμος καθώς τον έλεγαν, κι’ ο Ναθανιήλ από την Κανά της Γαλιλαίας, κι’ οι γιοι του Ζεβεδαίου κι’ άλ- λοι διο του μαθητάδες. Τους λέει ο Σίμωνας ο Πέτρος « Πηγαίνω να ψαρέψω». Του λεν «Ερχόμαστε κι’ ε- » μείς μαζί σου». Βγήκαν και πήγανε μέσα στο κα- ράβι, κι’ εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτα· κι’ όταν πια ξημέρωνε, παρουσιάστηκε ο Ιησούς στην ακρο- λιμνιά, μα δεν ένιωσαν οι μαθητάδες πως είναι ο Ιη- σούς. Τους λέει λοιπόν ο Ιησούς «Παιδιά, μήπως έχετε » κανένα ψάρι;» Τ' αποκριθήκανε «Όχι». Κι' εκείνος τους είπε «Ρήξτε το δίχτυ δεξιά του καραβιού και » θα βρείτε». Ρήξανε λοιπόν και δε μπορούσαν πια ναν το τραβήξουν από το πολύ το ψάρι. Λέει λοιπόν ο μαθητής εκείνος π' αγαπούσε ο Ιησούς του Πέτρου « Ο Κύριος είναι». Ο Σίμωνας λοιπόν ο Πέτρος, όταν άκουσε πως είναι ο Κύριος, ζώστηκε το πανω- φόρι (γιατί είτανε γυμνός) και ρήχτηκε μέσα στη λίμνη· κι’ ήρθανε με το καράβι οι άλλοι μαθητάδες (γιατί δεν είτανε μακριά από την ξηρά, μόνε ως διακόσες πήχες) σαίρνοντας το δίχτυ των ψαριών. Ότα βγή- κανε λοιπόν στην ξηρά, βλέπουν αθρακιά στρωμένη με ψάρι απάνου της βαλμένο, και ψωμί. Τους λέει ο Ιησούς «Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε». Βγήκε λοιπόν τότε ο Σίμωνας ο Πέτρος και τράβηξε το δίχτυ στην ξηρά γιομάτο ψάρια μεγάλα εκατόν πενήντα τρία· κι’ αν κι’ είταν τόσα, το δίχτυ δε σκίστηκε. Τους λέει ο Ιησούς «Ελάτε φάτε». Κανένας μαθητής δεν τόλ- μαε ναν τόνε ρωτήσει «Εσύ πιος είσαι;», γνωρίζον- τας πως είναι ο Κύριος. Πηγαίνει ο Ιησούς και παίρνει το ψωμί και τους δίνει, και το ψάρι το ίδιο. Αυτή 'ναι ως τότε η τρίτη φορά που φανερώθηκε ο Ιησούς στους μαθητάδες απ' όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς. 80. Και σα φάγανε, λέει του Σίμωνα του Πέτρου ο Ιησούς «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγαπάς πιο » πολύ τους;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις » πως σ' αγαπώ». Του λέει «Βόσκε τ' αρνιά μου». Του λέει πάλι δεύτερη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, » μ' αγαπάς;» Του λέει «Ναι, Κύριε, εσύ το ξέρεις πως » σ' αγαπώ». Του λέει «Οδήγα τα προβατάκια μου». Του λέει τρίτη φορά «Σίμωνα γιέ του Ιωάνη, μ' αγα- » πάς;» Λυπήθηκε ο Πέτρος πως τούπε τρίτη φορά « μ' αγαπάς», κι’ είπε «Κύριε, εσύ τα πάντα κατέ- » χεις· εσύ το ξέρεις πως σ' αγαπώ». Του λέει ο Ιη- σούς «Βόσκε τα προβατάκια μου. Αλήθια αλήθια σου » λέω, όταν είσουνα πιο νιος, ζώννουσουν ο ίδιος και » περπάταες όπου ήθελες· μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις » τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου » δε θέλεις». Και τόπε αυτό σημαίνοντας με τι θά- νατο θενά δοξάσει το Θεό. Κι' αυτό σαν τόπε, του λέει « Ακολούθα με». Γύρισε ο Πέτρος και θωρά π' ακο- λουθούσε ο μαθητής π' αγάπαε ο Ιησούς, αυτός που κι’ έπεσε κατά το δείπνο στα στήθια του κι’ είπε «Κύ- » ριε, πιος είναι ο παραδότης σου»· αυτόν λοιπόν όταν τον είδε ο Πέτρος, λέει του Ιησού «Κύριε, κι’ αυτός » τι;» Του λέει ο Ιησούς «Α θέλω αυτόν να μείνει ως » να γυρίσω, τι σε μέλει; Εσύ ακολούθα με». Βγή- κε λοιπόν στους αδερφούς αυτός ο λόγος πως ο μαθη- τής εκείνος δεν πεθαίνει. Όμως δεν τούπε ο Ιησούς πως δεν πεθαίνει, παρά «Α θέλω αυτόν να μείνει ως » να γυρίσω, τι σε μέλει;» Αυτός είναι ο μαθητής που κι’ είναι μάρτυρας αυτών [των περιστατικών] και τά- γραψε, και ξέρουμε πως είναι αληθινή η μαρτυρία του. Κι' είναι και πολλά άλλα πούκανε ο Ιησούς, που α γράφουνται ένα ένα, κι’ αυτός νομίζω ο κόσμος πως δε θα χωρέσει τα βιβλία τα γραμένα.
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ
PARIS. — IMPRIMERIE CHARLES BLOT, RUE BLEUE, 7.
Η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπως την αντιλαμβάνονταν οι και μετέπειτα αθεράπευτοι θιασώτες της Εθνικής Εταιρίας, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού. Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «αποδίδει εις την γνησίαν γλώσσαν του ελληνικού Λαού» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «εργαστήριον εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη. Η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα. Παραδόξως εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «του Αθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρία. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.
Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θα την πυρπολήσουν. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τους διεβεβαίωσεν ότι δεν θα επαναληφθή η δημοσίευσις της περί ης ο λόγος μεταφράσεως. Αφού δε επανειλημμένως εζητωκραύγασαν υπέρ αυτού οι φοιτηταί απεσύρθησαν εκείθεν». Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Η εφημερίδα συνέχισε την δημοσίευση, αλλά στις 20 Οκτωβρίου αναγκάστηκε να σταματήσει. Παρ’ όλα αυτά, στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «επάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «έκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ίνα επιμεληθή της αποπομπής του Αρχιεπισκόπου».
Οι εφημερίδες της εποχής κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για υποτιθέμενους «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσας των προγόνων» μας. Όταν κάποιοι «εν εθνική μέθη τελούντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διά να φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή —καθώς δεν υπήρχε Αστυνομία τότε — «εδοκίμασε επί κεφαλών (των διαδηλωτών) άμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις. Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή. Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν οκτώ έως έντεκα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, νεκροί. Επίσης, υπήρξαν 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα. Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη.
Λόγω των γεγονότων, η εφημερίδα Εμπρός, Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 1901,αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ευρωπαϊκός Τύπος χαρακτηρίζει την Ελλάδα "ανάξια μέλλοντος, στενοκέφαλη, απειθή και σοφιστική".
Για περισσότερες πληροφορίες, διαβάστε την Βικιπαίδεια (Ευαγγελικά) ↩