← Table of contents
Η Νέα Διαθήκη

Front matter (continued 4)

Alexandros Palles translation

[18] 114. Και τους έλεγε παραβολή για το πώς πρέπει πάντα να προσεύκουνται δίχως ν' αποδειλιούνε, λέγον- τας «Είτανε σε μια χώρα ένας κριτής που δε φοβούν- » ταν το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουνταν. Κι' είτανε » στη χώρα αυτή μια χήρα, και πήγαινε και τούλεγε » Δώσε μου το δίκιο μου από τον αντίδικο μου. Και » καιρό δεν ήθελε. Κι' είπε κατόπι μέσα του Αν και » δε φοβάμαι το Θεό κι’ άνθρωπο δε σέβουμαι, όμως » γιατί με ζαλίζει καν η χήρα αυτή θαν της δώσω το » δίκιο της, μήπως με το να έρχεται στο τέλος μ' αρ- » ρωστήσει». Κι' είπε ο Κύριος «Τ' ακούσατε τι λέει » ο άδικος κριτής· αμή ο Θεός δε θα δώσει το δίκιο » τους στους εκλεχτούς του που μέρα νύχτα του φω- » νάζουνε, και δε θάχει απομονή μαζί τους; Σας λέω » πως θαν τους δώσει γλήγορα το δίκιο τους. Όμως » σαν έρθει ο γιος τ' ανθρώπου, τάχα θα βρει στη γη, » την πίστη;» 115. Κι' είπε και για μερικούς, που πίστευαν πως είναι ενάρετοι και καταφρονούσαν τους λοιπούς, αυτή την παραβολή «Διο ανθρώποι πήγαν απάνου στο ναό » να προσευκηθούν, ο ένας Φαρισαίος κι’ ο άλλος τε- » λώνης. Κι' ο Φαρισαίος στάθηκε κι’ αυτά περίκα- » λιούνταν μέσα του Ευχαριστώ σε, Θε μου, που δεν » είμαι σαν τους λοιπούς ανθρώπους, τους άρπαγες, » τους άδικους, παράλυτους, ή και σαν τον τελώνη » εκεί. Νηστεύω τη βδομάδα διο φορές, δίνω το δέ- » κατο απ' όλα όσα κερδίζω. Όμως ο τελώνης έστεκε » μακριά και δεν ήθελε μήτε τα μάτια να σηκώσει » στα ουράνια, μόνε στηθοκοπιούνταν κι’ έλεγε Θε μου, » σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό. Σας λέω, αυτός κα- » τέβη αθωωμένος σπίτι του παρά ο άλλος, γιατί όπιος » ανυψώνεται θα χαμηλωθεί, κι’ όπιος χαμηλώνεται » θ' ανυψωθεί». 116. Και τούφερναν και τα μωρά για ναν τ' αγ- γίξει· κι’ οι μαθητάδες τόδαν και τους μάλωναν. Κι' ο Ιησούς τα φώναξε κι’ είπε «Αφίστε τα παιδάκια κι’ » ας έρχουνται κοντά μου, και μην τ' αμποδίζετε· » γιατί των τέτιων είναι η βασιλεία του Θεού. Αλη- » θινά σας λέω, όπιος δε δεχτεί σαν παιδάκι τη βασι- » λεία του Θεού, μέσα δε θα μπει». 117. Και τόνε ρώτησε ένας άρχοντας κι’ είπε «Κα- » λέ μου δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω » ζωή παντοτινή;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Τι με λες » καλόν; Κανείς καλός εξόν ένας, ο Θεός. Τις εντολές » τις ξέρεις· μη μοιχεύεις, μη σκοτώνεις, μην κλέβεις, » μην ψευτομαρτυράς, τίμα τον πατέρα σου και τη » μητέρα ». Κι' εκείνος είπε «Όλα αυτά τα φύλαξα » από μικρός». Κι' άκουσε ο Ιησούς και τούπε «Ένα » σου λείπει ακόμα· όλα όσα έχεις πούλατα και μοί- » ρασέ τα σε φτωχούς — και θα λάβεις θησαυρό στα » ουράνια — κι’ έλα ακολούθα με». Κι' εκείνος σαν τ' ά- κουσε, καταλυπήθη γιατί είταν πλούσιος υπερβολικά. Κι' όταν τόδε ο Ιησούς, είπε πως «Δύσκολα όσοι » έχουνε τα πλούτη μπαίνουνε στη βασιλεία του Θεού. » Γιατί ευκολώτερα θα μπει γκαμήλα από βελόνας » μάτι παρ' ό,τι μπαίνει πλούσιος στη βασιλεία του » Θεού». Κι' είπαν όσοι τ' άκουσαν «Και πιος μπορεί » να σωθεί;» Κι' εκείνος είπε «Τ' αδύνατα με τους » ανθρώπους δυνατά με το Θεό». Κι' ο Πέτρος είπε » Νά, εμείς αφήκαμε τα δικά μας και σ' ακολουθή- » σαμε». Κι' εκείνος τους είπε «Αληθινά σας λέω, » πως κανείς δεν άφισε σπίτι ή γυναίκα ή αδερφούς ή » γονέους ή παιδιά για τη βασιλεία του Θεού παρά θα » λάβει πολλαπλά στον τωρινόν καιρό, και στον αιώ- » να πούρχεται ζωή παντοτινή». 118. Και πήρε τους δώδεκα και τους είπε «Νά » ανεβαίνουμε στην Ιερουσαλήμ και θα πάθει ο γιος » τ' ανθρώπου όλα τα γραμένα μέσο των Προφητών. » Τι θαν τον παραδώσουνε στους εθνικούς και θαν τον » περιπαίξουν και ντροπιάσουνε και φτύσουν, και βουρ- » δουλίζοντάς τον θαν τόνε σκοτώσουν, και σε τρεις » μέρες θ' αναστηθεί». Κι' εκείνοι τίποτα απ' αυτά δεν ένιωσαν, και τους έμενε αφανέρωτος αυτός ο λόγος και δεν ήξεραν τι έλεγε. 119. Και συνέβη, ότα ζυγώσανε στην Ιερειχώ, ένας τυφλός καθότανε σιμά στο δρόμο και ζητιάνευε. Κι' αγρικώντας πλήθος που περνούσε, ρώταε τι να τρέ- χει· και τον πληροφόρησαν πως ο Ιησούς περνάει ο Ναζωραίος. Κι' έβαλε τις φωνές κι’ είπε «Ιησού, γιέ » του Δαυείδ, σπλαχνίσου με». Κι' αυτοί που περπα- τούσανε μπροστά τόνε μαλώνανε να σωπάσει· μα αυ- τός πολύ περισσότερο φώναζε «Γιέ του Δαυείδ, σπλα- » χνίσου με». Και στάθηκε ο Ιησούς και πρόσταξε ναν του τον παν κοντά του. Κι' όταν ήρθε, τόνε ρώτη- σε «Τι θέλεις να σου κάνω;» Κι' εκείνος είπε «Κύ- » ριε, να ξαναδώ». Κι' ο Ιησούς του είπε «Να ξανα- δείς· η πίστη σου σε γλύτωσε». Κι' είδε πάλι στη στιγμή και τον ακολουθούσε δοξάζοντας το Θεό. Κι' όλος ο λαός σαν τόδε, βλόγησε το Θεό. 120. Και μπήκε μέσα και περνούσε την Ιερειχώ. [19] Και να ένας άνθρωπος που τ' όνομά του λέγουνταν Ζακχαίος, κι’ είταν πρωτοτελώνης κι’ είταν πλούσιος, ζητούσε να δει τον Ιησού πιος είναι, και δε μπορούσε από το πλήθος γιατί είχε ανάστημα κοντό. Και τρέ- χοντας ομπρός ανέβηκε σε μια συκομουριά ναν τόνε δει, γιατί είταν από κει να περάσει. Και σαν έφτασε στο μέρος, σήκωσε τα μάτια ο Ιησούς και τούπε « Ζακχαίε, κατέβα γλήγορα, πρέπει σήμερα να μείνω » σπίτι σου». Και κατέβηκε γλήγορα και τόνε δέ- χτηκε με χαρά. Και βλέποντάς το μουρμουρίζανε όλοι κι’ έλεγαν πως «Μπήκε σ' ανθρώπου αμαρτωλού να » μείνει». Κι' ο Ζακχαίος στάθηκε κι’ είπε στον Κύ- ριο «Νά τα μισά μου υπάρχοντα, Κύριε, τα δίνω σε » φτωχούς, κι’ αν καταχράστηκα κανέναν τίποτα, του » τα γυρίζω πίσω τετραπλά». Κι' ο Ιησούς του είπε πως «Σήμερα σ' αυτό το σπίτι ήρθε σωτηρία, γιατί » είναι γιος κι’ αυτός του Αβραάμ Γιατί ο γιος τ' αν- » θρώπου ήρθε να ζητήσει και να σώσει το χαμένο». 121. Κι' ενώ τάκουγαν αυτά, τους είπε ακόμα και μια παραβολή, επειδή ζύγωνε στην Ιερουσαλήμ και θαρρούσαν πως αμέσως θα προβάλει η βασιλεία του Θεού. Είπε λοιπόν «Ένας άνθρωπος άρχοντας μίσεψε » σε τόπο μακρυνό για να λάβει βασιλεία και να γυρί- » σει πίσω. Κι' έκραξε δέκα σκλάβους του, κι’ έδωκέ » τους δέκα μνάδες και τους είπε Εμπορεύεστε ως που » να γυρίσω. Μα οι συντοπίτες του τόνε μισούσαν, » και στείλανε γεροντεία πίσω του και λέγανε Δεν τόνε » θέλουμε αυτόνε βασιλέα. Και συνέβηκε, σαν έλαβε » τη βασιλεία κι ήρθε πίσω, είπε και του φώναξαν » τους σκλάβους πούχε δώσει τα χρήματα, για να » μάθει το τι εμπορεύτηκαν. Και παρουσιάστη ο πρώ- » τος κι’ έλεγε Αφέντη, η μνα σου κέρδισε ακόμα δέκα » μνάδες. Και τούπε Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε· α- » φού σ' ένα μικρότατο είσουνα πιστός, όριζε δέκα χώ- » ρες. Κι' ήρθε κι’ είπε ο δεύτερος Η μνα σου, αφέντη, » έβγαλε πέντε μνάδες. Κι' είπε και σ' εκείνον Κι' εσύ » όριζε πέντε χώρες. Κι' ο άλλος ήρθε κι’ είπε Νά τη » μνα σου, που την είχα φυλαγμένη σε κομπόδεμα· » τι σε φοβούμουν, επειδή είσαι άνθρωπος στρυφνός, » παίρνεις ό,τι δεν έβαλες και θερίζεις ό,τι δεν έσπει- » ρες. Του λέει Από το στόμα σου θα σε καταδικάσω, » σκλάβε κακέ. Ήξερες πως εγώ 'μαι άνθρωπος στρυ- » φνός, παίρνοντας ό,τι δεν έβαλα και θερίζοντας ό,τι » δεν έσπειρα· και γιατί δεν έβαλες το χρήμα μου σε » τράπεζα, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θαν το σύναζα με » τόκο. Κι' είπε στους εκεί Πάρτε του τη μνα και δώ- » στε τη σ' εκείνον με τις δέκα μνάδες. Και τούπαν » Αφέντη, έχει δέκα μνάδες. Σας λέω πως σ' όπιον » έχει θα δοθεί, κι’ όπιος δεν έχει θαν του πάρουν κι’ » ό,τι έχει. Ως τόσο τους εχτρούς μου εκείνους που » βασιλιά τους δε με θέλησαν, φέρτε τους εδώ και » σφάξτε τους μπροστά μου». 122. Και σαν είπε αυτά, περπατούσε ομπρός ανε- βαίνοντας στα Ιεροσόλυμα. Και συνέβηκε, όταν έφτασε στη Βηθφαγή και Βηθανία κοντά στο βουνό που λέ- γεται Ελιοβούνι, έστειλε διο μαθητάδες κι’ είπε «Πη- » γαίνετε στ' αντικρυνό χωριό, και μπαίνοντας θα » βρείτε ένα πουλάρι δεμένο που δεν κάθησε απάνου » του κανείς ακόμα, και λύνοντάς το φέρτε το. Κι' α » σας ρωτάει κανείς γιατί το λύνετε, έτσι ναν του πει- » τε, πως ο αφέντης το χρειάζεται». Και πήγαν οι αποσταλμένοι κι’ ηύρανε καθώς τους είπε. Κι' όταν έλυναν το πουλάρι, τους είπαν οι νοικοκυρέοι του «Τι » λύνετε το πουλάρι;» Κι' εκείνοι είπαν πως «Ο α- » φέντης το χρειάζεται». Και το πήγανε στον Ιησού, κι’ έρρηξαν απάνου τα φορέματά τους στο πουλάρι κι’ ανεβάσανε τον Ιησού· και καθώς πήγαινε, έστρωναν από κάτου τα φορέματά τους μέσ' στο δρόμο. Και πια σα ζύγωνε κοντά στον πόδα του Ελιόβουνου, άρχισε όλος ο σωρός χαρούμενος των μαθητάδων και δοξολο- γούσε με φωνή μεγάλη το Θεό για όλα όσα εί- δανε τα θάματα, κι’ έλεγε «Βλογητός αυτός που φτάνει — ο » βασιλέας — στ' όνομα του Κυρίου. Στα ουράνια ει- » ρήνη, και δόξα στα ύψιστα». Και μερικοί Φαρι- σαίοι από το πλήθος τούπανε «Δάσκαλε, μάλωσε » τους μαθητάδες σου». Κι' αποκρίθη κι’ είπε «Σας » λέω πως αν αυτοί σωπάσουνε, οι πέτρες θα φωνά- » ξουν». 123. Και σαν έφτασε, είδε τη χώρα και την έκλα- ψε λέγοντας πως «Αν ίσως σήμερα ήξερες κι’ εσύ πιος » είναι ο δρόμος της ειρήνης! Μα τώρα κρύφτηκε απ' » τα μάτια σου. Τι μέρες θενά σου πλακώσουν που » τριγύρω θα σου στήσουν οι εχτροί σου φράχτη, και » θα σε ζώσουνε και θα σε σφίξουν από κάθε μέρος, και » θενά σε γκρεμίσουνε μαζί με τα παιδιά σου μέσα σου, » και μέσα δε θ' αφίσουνε λιθάρι σε λιθάρι απάνου, για » τούτο, που δεν ένιωσες την εποχή του κοιταγμού » σου». Και μπήκε στο ναό κι’ άρχισε να βγάζει τους εμπό- ρους λέγοντας τους «Είναι γραμένο Ο οίκος μου οί- » κος προσευχής θα γίνει , μα εσείς τον κάνατε κλε- » φτοσπηλιά». Και δίδασκε κάθε μέρα μέσα στο ναό. Κι' οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι ζητούσαν ναν τον ξολο- θρέψουν, [καθώς] κι’ οι πρώτοι του λαού, και δεν έβρι- σκαν το τι να κάνουν, γιατί κρέμουνταν απάνου του όλος ο λαός ακούοντας.

[20] 124. Και συνέβηκε μια μέρα, ενώ δίδασκε το λαό μέσα στο ναό και κήρυχνε το καλό το μήνημα, βγή- καν ομπρός του οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι μαζί με τους δημογερόντους κι’ είπανε λέγοντάς του « Πες μας με πια εξουσία κάνεις αυτά, ή πιος σ' την » έδωκε αυτή την εξουσία;» Κι' αποκρίθη και τους είπε «Θα σας ρωτήσω κι’ εγώ 'να λόγο και πέστε μου· » το βάφτισμα του Ιωάνη από τον ουρανό είταν ή απ' » ανθρώπους;» Κι' εκείνοι μεταξύ τους συλλογίστη- καν κι’ είπαν πως «Αν πούμε από τον ουρανό, θα πει » γιατί δεν τον πιστέψατε; Κι' αν πούμε απ' ανθρώ- » πους, όλος ο λαός θα μας πετροβολήσει, τι σταθερά » πιστεύει πως ο Ιωάνης είτανε προφήτης». Κι' απάν- τησαν πως δεν το ξέρουν από πού. Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήτε κι’ εγώ δε σας λέω με πια εξουσία κάνω » αυτά». 125. Κι' άρχισε κι’ έλεγε του λαού την παραβολή αυτή «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι, και το νοί- » κιασε σε γεωργούς και ξενιτεύτηκε αρκετόν καιρό. » Και στην ώρα του έστειλε στους γεωργούς σκλάβο » για ναν του δώσουν απ' τον αμπελόκαρπο· κι’ οι » γεωργοί τον έδειραν και τόνε διώξανε εύκαιρο. Κι' » έστειλε κι’ άλλο σκλάβο ακόμα· κι’ εκείνοι τον έδειραν » κι’ αυτόν και τόνε ντρόπιασαν και τόνε διώξανε εύκαι- » ρο. Κι' έστειλε και τρίτο ακόμα· κι’ εκείνοι κι’ αυτόν » τόνε σακάτεψαν και τόνε βγάλανε όξω. Κι' είπε ο νοι- » κοκύρης τ' αμπελιού Τι να κάνω; Θα στείλω το γιο » μου τον αγαπητό· ίσως αυτόν τον σεβαστούν. Κι' οι » γεωργοί όταν τον είδαν, λογαριάζανε ένας με τον άλ- » λον κι’ έλεγαν Αυτός είναι ο κληρονόμος· ας τόνε σκο- » τώσουμε για να μας μείνει εμάς η κληρονομιά. Και » βγάζοντάς τον όξω από τ' αμπέλι, τόνε σκότωσαν. » Λοιπόν τι θαν τους κάνει ο νοικοκύρης τ' αμπελιού; » Θάρθει και θα ξολοθρέψει αυτούς τους γεωργούς, και » τ' αμπέλι θαν το δώκει σ' άλλους». Κι' άμα τ' α- κούσανε, είπανε «Μη γένοιτο!» Κι' εκείνος τους κοί- ταξε κι’ είπε «Τι λοιπόν θα πει αυτό που γράφτηκε » Πέτρα π' απόρριψαν οι χτίστες έγινε αγκωνάρι . Ό- » πιος πέσει σ' αυτή την πέτρα απάνου, θενά τσακιστεί· » και σ' όπιον πέσει, θαν τον κάνει θρύματα». Και ζήτησαν οι διαβασμένοι κι’ οι πρωτοπαπάδες ναν τόνε βάλουνε στο χέρι αυτή την ώρα, και φοβήθηκαν το λαό· γιατί ένιωσαν πως γι' αυτούς την είπε εκείνη την παραβολή. 126. Και καιροφυλαχτώντας ευκαιρία έστειλαν κα- τασκόπους, πούκαναν τάχα τους ενάρετους, για ναν του πιάσουνε λόγο, τέτιον που ναν τον παραδώσουνε στον ορισμό και στην εξουσία τ' αρχηγού. Και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Δάσκαλε, ξέρουμε πως λες το » ίσιο και διδάσκεις, και δεν κοιτάς ανθρώπους παρά » με την αλήθια διδάσκεις το δρόμο του Θεού. Έχουμε » άδια να δώσουμε του Καίσαρα φόρο ή όχι;» Κι' ένιωσε την πονηριά τους και τους είπε «Δείξτε μου » δηνάρι. Πιανού έχει ζουγραφιά κι’ επιγραφή;» Κι' εκείνοι είπαν «Του Καίσαρα». Κι' εκείνος τους είπε « Δώστε λοιπόν πίσω ό,τι είναι του Καίσαρα στον » Καίσαρα κι’ ό,τι είναι του Θεού στο Θεό». Και δεν κατορθώσανε ναν του πιάσουν λόγο στο λαό μπροστά, κι απορώντας με την απάντησή του σώπασαν. 127. Και πήγανε μερικοί Σαδδουκαίοι, αυτοί που λένε δεν υπάρχει ανάσταση, και τόνε ρωτούσαν κι’ εί- πανε «Δάσκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε Αν κανενός » πεθάνει παντρεμένος αδερφός κι’ είναι άκληρος, να » παίρνει ο αδερφός του τη γυναίκα και ναν του βγά- » ζει σπέρμα τ' αδερφού του . Είτανε λοιπόν εφτά α- » δερφοί. Και πήρε ο πρώτος γυναίκα και πέθανε ά- » κληρος, και την πήρε ο δεύτερος κι’ ο τρίτος· και » το ίδιο κι’ οι εφτά δεν άφισαν παιδιά και πέθαναν· » ύστερα πέθανε κ' η γυναίκα. Η γυναίκα λοιπόν στην » ανάσταση πιανού τους γίνεται γυναίκα; γιατί κι’ οι » εφτά την είχανε γυναίκα». Κι' ο Ιησούς τους είπε « Οι γιοι του κόσμου ετούτου παίρνουν άντρες και » γυναίκες· μα όσοι αξιωθήκανε να κερδίσουν τον κό- » σμο εκείνον, [καθώς] και την ανάσταση από τους » νεκρούς, μήτ' άντρες παίρνουνε μήτε γυναίκες, μήτε » να πεθάνουν πια μπορούνε, γιατί 'ναι ισάγγελοι, και » του Θεού 'ναι γιοι όντας γιοι της ανάστασης. Και » το πως ανασταίνουνται οι νεκροί το φανέρωσε κι’ ο » Μωυσής στο μέρος του βάτου, καθώς λέει Τον Κύ- » ριο το Θεό του Αβραάμ και το Θεό τον Ισαάκ και » το Θεό του Ιακώβ . Και Θεός δεν υπάρχει νεκρώνε, » μόνε ζωντανών γιατί όλοι μέσο του ζουν». Και με- 1 ρικοί διαβασμένοι απάντησαν κι’ είπανε «Δάσκαλε, » καλά μίλησες». Τι δεν τολμούσαν πια ναν τόνε ρω- τήσουν τίποτα. 128. Και τους είπε «Πώς λένε το Χριστό πως εί- » ναι γιος του Δαυείδ; Γιατί ο ίδιος ο Δαυείδ λέει στο » βιβλίο των Ψαλμών Είπε ο αφέντης στον αφέντη » μου Κάθου δεξιά μου ως που να βάλω τους εχτρούς » σου των ποδιώνε σου σκαμνί . Αφέντη λοιπόν τόνε » λέει ο Δαυείδ, και πώς είναι γιος του;» Κι' ενώ άκουγε όλος ο λαός, είπε στους μαθητάδες « Προσέχετε από τους διαβασμένους, που θέλουν το » να περπατούνε με στολές κι’ αγαπούνε χαιρετισμούς » στις αγορές και πρωτοστάσιδα μέσα στα συναγώγια » και πρωτοκαθίσματα στα δείπνα· που κατατρών τα » σπίτια των χηρών και τάχα κάνουν προσευκές με- » γάλες. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη ποινή». 129. Και σηκώνοντας τα μάτια είδε τους πλού- [21] σιους πούρηχναν τα χαρίσματα τους στο ταμείο [του ναού]. Κι' είδε μια φτωχούλα χήρα εκεί να ρήχνει διο λιανά κι’ είπε «Αλήθια σας λέω πως η χήρα αυτή » η φτωχιά πιο πολύ έρρηξε απ' όλους· γιατί όλοι εκεί- » νοι από το περίσσεμά τους ρήξανε στα χαρίσματα, » μα αυτή από το υστέρημά της όλο της το βιος πούχε » τόρηξε». 130. Κι' εκεί που μερικοί μιλούσανε για το ναό πως είναι στολισμένος με πανώρια μάρμαρα και με ταξί- ματα, είπε «Αυτά που βλέπετε, θα φτάσουνε μέρες » που πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ' αφεθεί που » να μην γκρεμιστεί». Και τόνε ρώτησαν κι’ είπανε « Δάσκαλε, πότε λοιπόν αυτά θα γίνουν; και πιο το » σημάδι σαν είναι να γίνουν;» Κι' εκείνος είπε «Κοι- » τάξτε μη σας πλανέσουν. Γιατί πολλοί θαρθούνε » στ' όνομά μου λέγοντας Εγώ 'μαι κι’ ο καιρός σί- » μωσε· μην τους ακολουθήστε. Κι' όταν ακούστε πο- » λέμους κι’ ακαταστασίες, μη δειλιάστε· γιατί πρέ- » πει αυτά να γίνουν πρώτα, όμως όχι ευτύς το τέ- » λος». Τότες τους έλεγε «Θα σηκωθεί έθνος να χτυ- » πήσει έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, » και θα γίνουνε σεισμοί μεγάλοι κι’ εδώ κι’ εκεί θα- » νατικά και πείνες, και φόβητρα θα γίνουν κι’ από » τον ουρανό τρανά σημάδια. Μα πριν απ' όλα αυ- » τά θα βάλουνε τα χέρια απάνου σας και θα σας κα- » τατρέξουν, σε συναγώγια παραδίνοντας σας και σε » φυλακές, πηγαίνοντάς σας μπροστά σε βασιλιάδες » κι’ αρχηγούς, για τ' όνομά μου· σε διαφέντεμά σας » θα σας βγει. Λοιπόν θυμάστε να μη συλλογιέστε » πριν τι θ' απολογηθείτε· τι εγώ θενά σας δώσω στό- » μα και σοφία, που αδύνατο ναν της αντισταθεί ή » ν' αντιπεί κανείς αντίθετός σας. Και θα σας παρα- » δώσουν και γονέοι κι’ αδερφοί και συγγενήδες και » φίλοι, και μερικούς σας θα σκοτώσουν, κι’ όλοι θα » σας μισούνε για τ' όνομά μου. Και τρίχα από την » κεφαλή σας δε θα χαθεί. Με την απομονή σας θα » κερδίστε τη ζωή σας. 131.» Και σα δείτε που κυκλώνουνε στρατοί την » Ιερουσαλήμ τότες έφτασε, να ξέρτε, ο ρημαγμός » της. Τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε στα » όρη, κι’ οι μέσα της ας βγαίνουν όξω. κι’ οι [όξω] » στα χωράφια ας μη γυρνούνε μέσα της, γιατί 'ναι » μέρες παιδωμής αυτές που θ' αληθέψουν όλα τα γρα- » μένα. Αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαίνουν τότες· » γιατί θα γίνει συφορά μεγάλη εδώ στη γη κι’ οργή » σ' ετούτον το λαό, και θενά πέσουνε με του σπαθιού » το στόμα και σκλάβους σ' όλα θαν τους παν τα έθνη, » και θα καταπατούνε οι εθνικοί την Ιερουσαλήμ ως » να συμπληρωθεί και φτάσει η ώρα των εθνών. Και » θα γενούν σημάδια μέσ' στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ' » άστρα, και καρδιοχτύπι εθνών στη γη από σάστι- » σμα με τη βουή γιαλού κι’ ανεμοζάλης, παγώνοντας » ανθρώποι από τρομάρα κι’ απ' απαντοχή των όσα » θα πλακώνουνε στην οικουμένη· τι κάθε δύναμη των » ουρανών θα κλονιστεί. Και τότες θενά δουν το γιο » τ' ανθρώπου που θα φτάνει μέσ' σε σύννερο με δύνα- » μη και δόξα πολλή. Κι' όταν αυτά αρχινούν και » γίνουνται, αναρθωθείτε και σηκώστε το κεφάλι σας, » γιατί κοντεύει ο γλυτωμός σας». Και τους είπε μια παραβολή «Κοιτάξτε τη συκιά » κι’ όλα τα δέντρα. Όταν πια προβάλλουν, βλέ- » ποντάς το μόνοι σας το ξέρτε πως κοντεύει πια το » καλοκαίρι· έτσι κι’ εσείς, σα δείτε αυτά και γίνουν- » ται, να ξέρτε πως κοντεύει η βασιλεία του Θεού. » Αληθινά σας λέω πως αυτή δε θα περάσει η γενεά » πρι γίνουν όλα· ο ουρανός κι’ η γη θενά περάσει, » όμως τα λόγια μου δε θα περάσουν. Και προσέχετε » μήπως σας βαρήνει ο νους από [το] φαγοπότι και » μεθύσι και φροντίδες κοσμικές, κι’ άξαφνα η μέρα » αυτή σας βγει μπροστά σας σαν παγίδα· γιατί 'ναι » να πλακώσει σ' όλους όσοι κάθουνται στο πρόσωπο » οληνής της γης. Και προσεύκεστε άγρυπνοι κάθ' ώρα » για να κατορθώστε ν' αποφύγετε όλα αυτά που μέλ- » λουνται να γίνουν, και για να σταθείτε ομπρός στο » γιο τ' ανθρώπου». 132. Και την ημέρα δίδασκε μέσα στο ναό, κι’ έβγαινε τη νύχτα κι’ έμενε στο βουνό που λέγεται Ε- λιοβούνι. Κι' όλος ο λαός πήγαινε ό,τι χάραζε κοντά του μέσα στο ναό για ναν τον ακούει.

[22] Και σίμωνε η σκόλη των άζυμων — αυτή που λένε πάσκα — και ζητούσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δια- βασμένοι το πως ναν τόνε θανατώσουν γιατί φοβούν- ταν το λαό. Και μπήκε ο Σατανάς μέσα στον Ιούδα που λέγανε Ισκαριώτη, πούταν από τον αριθμό των δώδεκα, και πήγε και τα μίλησε με τους πρωτοπαπά- δες και τους αρχιφυλάκους πώς ναν τους τον παρα- δώσει. Και χάρηκαν και συφωνήσανε ναν του δώκουνε χρήματα· και παραδέχτηκε και ζήταε ευκαιρία να τον παραδώσει δίχως εκείνοι να ταραχτούν. 133. Κι' έφτασε η μέρα των άζυμων όταν έπρεπε να γίνει η θυσία του πάσκα, κι’ έστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάνη κι’ είπε «Πηγαίνετε κι’ ετοιμάστε μας » το πάσκα για να φάμε». Κι' εκείνοι τούπαν «Πού » θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το πάσκα;» Κι' εκείνος τους είπε «Νά, πηγαίνοντας στη χώρα θ' » απαντήστε άνθρωπο που θα κουβαλάει σταμνί νερό· » ακολουθήστε τον στο σπίτι που πηγαίνει. Και να » πείτε του νοικοκύρη του σπιτιού Σου λέει ο δάσκα- » λος Πού 'ναι το κονάκι όπου θα φάω το πάσκα με » τους μαθητάδες μου; Κι' εκείνος θα σας δείξει ένα » μεγάλο ανώι στρωμένο· εκεί ετοιμάστε». Και πή- γαν κι’ ηύρανε καθώς τους είχε πει, κι’ ετοίμασαν το πάσκα. 134. Και σαν ήρθε η ώρα κάθησε, [καθώς] κι’ οι απόστολοι μαζί του. Και τους είπε «Αποθυμιά απο- » θύμησα τούτο το πάσκα ναν το φάω μαζί σας, πρι » να πάθω. Γιατί σας λέω πως πια δε θαν το φάω » παρά σα φτάσει η ώρα του, μέσα σ' τη βασιλεία του » Θεού». Και παίρνοντας [από το χέρι τους] ποτήρι, δοξολόγησε κι’ είπε «Πάρτε αυτό και μοιράστε το· » γιατί σας λέω, δε θα πιω από τώρα πια αμπελό- » θρέμμα ως που να φτάσει η βασιλεία του Θεού». Και παίρνοντας ψωμί, δοξολόγησε και τόκοψε κομά- τια και τους έδωκε λέγοντας «Αυτό 'ναι το κορμί » μου που δίνεται για το καλό σας. Κάνετέ το για » να με θυμάστε». Και το ίδιο [πήρε] το ποτήρι ύ- « στερα από το δείπνο κι’ είπε «Ετούτο το ποτήρι [εί- » ναι] η καινούργια η διαθήκη με το αίμα μου που » χύνεται για το καλό σας. Όμως να το χέρι του πα- » ραδότη μου μαζί μου απάνου στο τραπέζι. Γιατί » ναι μεν πηγαίνει ο γιος τ' ανθρώπου κατά τ' αποφα- » σισμένα· όμως αλίμονο τ' ανθρώπου εκείνου που κάνει » τον και παραδίνεται», Κι' άρχισαν αυτοί να συζητού- νε μεταξύ τους το πιος τους είτανε ναν το κάνει αυτό. 135. Κι' έγινε μεταξύ τους και συνερισμός το πιος τους τάχα να 'ναι ο μεγαλύτερος. Κι' εκείνος τους είπε «Οι βασιλιάδες των εθνών τα ορίζουν, κι’ όσοι » τα κυβερνούνε κράζουνται ευεργέτες· όμως όχι εσείς » το ίδιο, μόνε ο πιο μεγάλος σας ας γίνει σαν τον πιο » μικρό κι’ ο αρχηγός καθώς τον υπερέτη. Γιατί πιος » ο μεγαλύτερος, ο καθισμένος ή αυτός που υπερετεί; » δεν είναι ο καθισμένος; Εγώ όμως μεταξύ σας εί- » μαι σαν τον υπερέτη. Κι' εσείς σταθήκατε μαζί μου » ως στο τέλος κατά τα παθήματά μου· κι’ αφίνω » εγώ για σας — όπως όρισε ο πατέρας μου για μένα » βασιλεία — το να τρώτε και να πίνετε από το τρα- » πέζι μου μέσα στη βασιλεία μου, και θα κάτσετε » σε θρόνους κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. 136. «Σίμωνα, Σίμωνα, να ο Σατανάς σάς γύ- » ρεψε για να σας κοσκινίσει σαν το στάρι. Εγώ όμως » παρακάλεσα για σένα, η πίστη σου να μη σωθεί, κι’ » εσύ, μια μέρα σα γυρίσεις, στήριξε τους αδερφούς » σου». Κι' εκείνος τούπε «Κύριε, είμαι έτοιμος μαζί » σου και σε φυλακή να σήρω και σε θάνατο». Κι' ε- κείνος είπε «Σου λέω, Πέτρο, πρι σήμερα λαλήσει πε- » τεινός, ως τρεις φορές θαν τ' αρνηθείς πως δε με ξέ- » ρεις». Και τους είπε «Ότα σας έστειλα χωρίς πουγγί » και ταγάρι και σαντάλια, μήπως στερηθήκατε τί- » ποτα;» Κι' εκείνοι είπαν «Τίποτα». Και τους είπε « Μα τώρα όπιος έχει πουγγί ας το πάρει, το ίδιο και » ταγάρι· κι’ όπιος δεν έχει, ας πουλήσει το φόρεμά του » κι’ ας αγοράσει σπαθί. Γιατί σας λέω πως τούτο το » γραμένο πρέπει να μου τύχει, το Και με κακούργους » τόνε λογάριασαν . Γιατί τα δικά μου τέλιωσαν». Κι' εκείνοι είπανε «Κύριε, να διο σπαθιά εδώ». Κι' εκείνος τους είπε «Σώνουν». 137. Και βγήκε και πήγε όπως συνήθιζε στο Ε- λιοβούνι· και τον ακολούθησαν κι’ οι μαθητάδες. Κι' όταν έφτασε στο μέρος, τους είπε «Προσεύκεστε για » να μην πέστε σε πειρασμό». Κι' αυτός τραβήχτη χώρια τους ως μια πετριά, κι’ αφού γονάτισε, περικα- λιούνταν κι’ έλεγε «Πατέρα, α θέλεις, πάρε το από » κοντά μου το ποτήρι αυτό· όμως όχι το θέλημά μου, » μόνε το δικό σου ας γίνει». Και σα σηκώθηκε από την προσευκή, ήρθε στους μαθητάδες και τους βρήκε από τη λύπη κοιμισμένους, και τους είπε «Τι κοιμά- » στε; Σηκωθείτε και προσεύκεστε για να μη πέστε » σε πειρασμό». 138. Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, να πλήθος, κι’ ο Ιού- δας πούλεγαν, ένας από τους δώδεκα, περπατούσε ομπρός τους, και πήγε στον Ιησού κοντά ναν τόνε φι- λήσει. Κι' ο Ιησούς τούπε «Ιούδα, με φίλημα παρα- » δίνεις το γιο τ' ανθρώπου;» Και σαν είδαν οι τρι- γύρω του το τι θα γίνει, είπαν «Κύριε, να χτυπή- » σουμε με το σπαθί;» Και χτύπησε κάπιος τους το σκλάβο του αρχιπαπά και τούκοψε τ' αυτί του το δε- ξύ. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη κι’ είπε «Αφίστε· ως αυ- » τού». Κι' άγγιξε τ' αυτί και τόνε γιάτρεψε. Κι' είπε ο Ιησούς στους πρωτοπαπάδες και τους αρχιφυλάκους του ναού και στους δημογερόντους πούρθανε εναντίον του «Λες για κακούργο βγήκατε με σπαθιά και ξύλα. » Κάθε μέρα είμουνα μαζί σας μέσα στο ναό και δεν » απλώσατε τα χέρια να με πιάστε. Όμως αυτή 'ναι » η ώρα σας κι’ ο ορισμός της σκοτεινιάς». Κι' αφού τον έπιασαν, τον πήραν και τον πήγανε στου αρχιπαπά. Κι' ο Πέτρος ακολούθαε από μακριά. [139]. Και σαν ανάψανε φωτιά στη μέση της αυλής κι’ όλοι καθίσανε μαζί, καθότανε στη μέση τους [κι’] ο Πέτρος. Και τον είδε μια κοπέλλα καθισμένο στη φωτιά κοντά, και στυλώνοντας τα μάτια απάνου του είπε «Κι' αυτός είτανε μαζί του». Κι' αυτός αρνήθη κι’ είπε «Δεν τον ξέρω, κορίτσι [μου]». Και σε λίγο τον είδε ένας άλλος κι’ είπε «Κι' εσύ 'σαι από κεί- » νους». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν είμαι». Και σαν πέρασε ως μια ώρα, ένας άλλος έλεγε με πει- σμα «Αλήθια κι’ αυτός είτανε μαζί του · γιατί 'ναι » και Γαλιλαίος». Κι' ο Πέτρος είπε «Άνθρωπε, δεν » ξέρω τι λες». Και στη στιγμή, ενώ μιλούσε ακόμα, λάλησε πετεινός, κι’ ο Κύριος γυρνώντας κοίταξε τον Πέτρο, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου, όπως τούπε, πως «Πρι σήμερα λαλήσει πετεινός, τρεις » φορές θα μ' αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έκλαψε πικρά. Κι' οι άντρες που τον φύλαγαν, τον περγελού- σαν κι’ έδαιρναν, και του σκέπασαν τα μάτια και τόνε ρωτούσαν κι’ έλεγαν «Προφήτεψε πιος σε χτύπησε». Κι' άλλα πολλά του λέγανε με τις βλαστήμιες. 140. Και σαν ξημέρωσε, μαζεύτηκε η γεροντεία του λαού, οι πρωτοπαπάδες κι’ οι διαβασμένοι, και τον πήρανε στη σύνοδό τους λέγοντας «Αν εσύ 'σαι ο Χρι- » στός; Πες μας». Και τους είπε «Α σας πω, δε θα » πιστέψτε· κι’ α σας ρωτήσω, δε θ' αποκριθείτε. Ό- » μως από τώρα θα κάθεται ο γιος τ' ανθρώπου δεξιά » από του Θεού τη δύναμη». Κι' είπαν όλοι. «Λοιπόν » εσύ είσαι ο γιος του Θεού;» Κι' εκείνος τους είπε « Εσείς το λέτε πως εγώ 'μαι». Κι' εκείνοι είπαν «Τι » θέλουμε πια μαρτυρία; Γιατί τ' ακούσαμε οι ίδιοι » από το στόμα του».

[23] Και σηκώθηκε όλο τους το πλήθος και τον πήγανε στον Πειλάτο. 141. Κι' αρχίσανε ναν τον κατηγο- ρούνε λέγοντας «Αυτόν εδώ τον ηύραμε που στρέβλωνε » το έθνος μας και του Καίσαρα αμπόδιζε ναν του » δίνουνε φόρους κι’ έλεγε πως είναι ο μυρωμένος βα- » σιλέας». Κι' ο Πειλάτος τόνε ρώτησε κι’ είπε «Εσύ » 'σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι' εκείνος τ' α- πάντησε κι’ είπε «Εσύ το λες». Κι' ο Πειλάτος εί- πε στους πρωτοπαπάδες και στα πλήθη «Δε βρίσκω » φταίξιμο σ' αυτόν τον άνθρωπο». Κι' εκείνοι λέγανε πεισματικά πως «Αναστατώνει το λαό διδάσκοντας » σ' όλη την Ιουδαία κι’ αρχινώντας από τη Γαλιλαία » ως εδώ». Και σαν τ' άκουσε ο Πειλάτος, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος, και σαν έμαθε πως είταν από την εξουσία του Ηρώδη, τον έστειλε απάνου στον Ηρώδη πούτανε κι’ εκείνος τότες στα Ιεροσό- λυμα. 142. Κι' ο Ηρώδης όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε υπερβολικά· γιατί αρκετόν καιρό ήθελε ναν τόνε δει με το ν' ακούει γι' αυτόν, κι’ έλπιζε κάνα σημάδι ναν τόνε δει να κάνει. Και τόνε ρωτούσε λόγια πολλά· μα αυτός δεν τ' αποκρίθη τίποτα. Κι' οι πρωτοπαπά- δες κι’ οι διαβασμένοι έστεκαν και τον κατηγορούσανε με πείσμα. Κι' ο Ηρώδης αφού τόνε ξευτέλισε μαζί με τα στρατό του και τόνε περίπαιξε, του φόρεσε με- γαλόπρεπη στολή και τον έστειλε του Πειλάτου. Και φιλιώθηκαν εκείνη την ημέρα ο Ηρώδης κι’ ο Πειλά- τος μεταξύ τους· γιατί 'τανε μαλωμένοι πριν. 143. Κι' ο Πειλάτος έκραξε τους πρωτοπαπάδες και τους προεστούς και το λαό και τους είπε «Μου » φέρατε αυτόν τον άνθρωπο πως τάχα στρεβλώνει το » λαό, και να εγώ τον ανάκρινα μπροστά σας και δεν » ηύρα σ' αυτόν τον άνθρωπο κανένα φταίξιμο που του » κατηγοράτε. Μα μήτε κι’ ο Ηρώδης, γιατί τον έ- » στειλε σ' εμάς. Και να τίποτα δεν έκανε που ν' αξί- » ζει θάνατο. Λοιπόν θαν τον παιδέψω και θαν τον » αφίσω». Και φωνάξανε όλοι σύψυχοι και λέγανε « Σκότωσέ τον κι’ απόλυσέ μας το Βαραββά.», που για κάπια ταραχή πούγινε στη χώρα και για φόνο εί- τανε βαλμένος φυλακή. 144. Κι' ο Πειλάτος πάλι τους μίλησε θέλοντας ν' απολύσει τον Ιησού. Κι' αυτοί του φώναζαν και λέ- γανε «Σταύρωνε, σταύρωνέ τον». Κι' εκείνος τρίτη φορά τους είπε «Γιατί τι κακό έκανε αυτός; Κανένα » φταίξιμο δεν του βρήκα για θάνατο. Λοιπόν θαν τον » παιδέψω και θαν τον αφίσω». Κι' εκείνοι με φωνές μεγάλες [τόνε] βίαζαν παρακαλώντας τον ναν τόνε σταυρώσει, κι’ όλο δυναμώνανε οι φωνές τους. Κι' απο- φάσισε ο Πειλάτος ναν τους γίνει η χάρη, και λευτέ- ρωσε το φυλακισμένο για ταραχή και φόνο που ζη- τούσαν, και τον Ιησού [τους] τον παράδωκε στη βού- λησή τους. 145. Και πηγαίνοντάς τον σταματήσανε έναν κά- πιο Σίμωνα από την Κυρήνη που γύριζε από το χω- ράφι, και του φορτώσανε να κουβαλήσει το σταυρό πίσω από τον Ιησού. Και τον ακολούθαε πλήθος πο- λύ λαός, και γυναίκες που στηθοκοπιούνταν και τον έ- κλαιγαν. Και γύρισε ο Ιησούς στις γυναίκες κι’ είπε « Κόρες της Ιερουσαλήμ μη με κλαίτε· παρά εσάς « να κλαίτε, [εσάς] και τα παιδιά σας, γιατί έρχουν- » ται νά μέρες που θα πουν Καλότυχες οι στείρες κι’ » οι κοιλιές που δε γέννησαν κι’ οι κόρφοι που δε βύ- » ζαξαν. Τότες θ' αρχίσουν και θα λένε στα όρη Πέστε » απάνου μας, και στα βουνά Πλακώστε μας, γιατί » αν αυτά του κάνουν του χλωρού του δέντρου, τι θα » πάθει το ξερό;» 146. Και πηγαίνανε μαζί του κι’ άλλους διο κα- κούργους ναν τους θανατώσουν. Κι' ότα φτάσανε στο μέρος που το λένε Κάρα, εκεί τόνε σταυρώσανε, [κα- θώς] και τους κακούργους, ένανε δεξιά κι’ έναν αριστε- ρά. Και μοιράζοντας τα φορέματά του ρήξανε λαχνό. Κι' έστεκε ο λαός και κοίταζε. Κι' οι προεστοί τον περγελούσαν κι έλεγαν «Άλλους έσωσε, ας σωθεί » [κι’] ο ίδιος αν είναι ο γιος ο μυρωμένος του Θεού ο » εκλεχτός». Και πηγαίνοντας κι’ οι στρατιώτες τον περίπαιξαν, προσφέρνοντάς του ξύδι και λέγοντας « Αν εσύ σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων, σώσου ο » ίδιος». Κι' είταν κι’ επιγραφή από πάνου του Βασι- λέας των Ιουδαίων αυτός . 147. Κι' ένας από τους κρεμασμένους τους κακούρ- γους τόνε βλαστημούσε «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός; » σώσου εσύ και [σώσε μας κι’] εμάς». Κι' αποκρίθη ο άλλος και τόνε μάλωσε κι’ είπε «Μήτε το Θεό δε φο- » βάσαι εσύ που παιδεύεσαι το ίδιο; Κι' εμείς ναι δίκια· » γιατί στα έργα μας αξίζει το ό,τι βρήκαμε· μα τί- » ποτα αυτός δεν έκανε άπρεπο». Κι' έλεγε «Ιησού, » θυμήσου με όταν πας στη βασιλεία σου». Και τού- πε «Αληθινά σου λέω, σήμερα θα βρεθείς μαζί μου » στον παράδεισο». 148. Κι' είταν πια τότε η ώρα ως έξη και σκο- τείνιασε όλη η γη ως στις εννιά η ώρα με το να χάθη ο ήλιος, και σκίστηκε τ' άπλωμα του ναού στη μέση. Και φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε «Πατέ » ρα, στα χέρια σου αφίνω την ψυχή μου». Κι' άμα τόπε αυτό, ξεψύχησε. Κι' όταν είδε ο εκατόνταρχος τι έτυχε, δόξαζε το Θεό λέγοντας «Αληθινά ο άνθρωπος » αυτός είταν άγιος». Κι' όλα τα πλήθη πούχανε μα- ζευτεί να δουν αυτό το θέαμα, σαν είδαν όσα γίνανε, γυρνούσαν πίσω χτυπώντας τα στήθια. Κι έστεκαν όλοι οι δικοί του από μακριά, [καθώς] κι’ οι γυναίκες όσες τόνε συνόδευαν από τη Γαλιλαία, βλέποντάς τα αυτά. 149. Και να ένας άνθρωπος μ' όνομα Ιωσήφ πού- τανε συνοδικός, άνθρωπος καλός ενάρετος (αυτός δεν είχε συφωνήσει με τη σύνοδο και με το κάμωμά τους), από την Αριμαθαία, χώρα των Ιουδαίων, π' απάν- τεχε τη βασιλεία του Θεού, αυτός πήγε στον Πειλά- το και ζήτησε το λείψανο του Ιησού, και το κατέ- βασε και τύλιξε μέσα σε σάβανο, και τόθαψε σε πε- λεκημένο μνήμα που κανείς ακόμα δεν είτανε θαμένος. Κι' η μέρα είτανε παρασκευή και χάραζε σαββάτο. Και καταπόδι ακολουθώντας οι γυναίκες, όσες ήρθανε μαζί του από τη Γαλιλαία, παρατήρησαν το μνήμα και πως θάφτηκε το λείψανο του. Και γυρνώντας πί- σω ετοιμάσανε μπάλσαμα και μυρουδικά.

[24] Και το σαββάτο ησύχασαν κατά την εντολή. 150. Και τα πρωτοβδόμαδα με τα βαθιά χαράματα ήρθανε στο μνήμα φέρνοντας τα μπάλσαμα πούχαν ετοιμάσει. Και βρήκανε την πέτρα κυλισμένη πέρα από το μνή- μα, και μπαίνοντας δε βρήκαν το λείψανο του Κυρίου [μας] του Ιησού. Και συνέβη, ενώ απορούσανε μ' αυ- τό, να διο άντρες πρόβαλαν ομπρός τους με στολές αστραφτερές. Κι' εκεί που τρόμαξαν και πούγαιρναν το πρόσωπό τους χάμου, τους είπαν «Τι γυρεύετε το » ζωντανό με τους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, μόνε ανα- » στήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε όταν είτανε στη » Γαλιλαία ακόμα, λέγοντας πως πρέπει ο γιος τ' αν- » θρώπου να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων αμαρτω- » λών και να σταυρωθεί και την τρίτη μέρα ν' ανα- » στηθεί». Και θυμήθηκαν τα λόγια του, και γύρισαν από το μνήμα πίσω κι’ είπαν όλα αυτά στους έντε- κα και σ' όλους τους λοιπούς. Κι' είταν η Μαγδαληνή η Μαρία, κι’ η Ιωάνα, κι’ η Μαρία [η μητέρα] του Ιακώβου, κι’ οι λοιπές μαζί τους τάλεγαν αυτά στους αποστόλους. Και τους φανήκανε σα μύθοι αυτά τα λόγια και δεν τα πιστεύανε. Κι' ο Πέτρος σηκώθη κι’ έτρεξε στο μνήμα, κι’ έσκυψε και βλέπει μοναχά τα σάβανα, κι’ έφυγε απορώντας μέσα του με το περι- στατικό. 151. Και να διο τους την ίδια μέρα πηγαίνανε σε χωριό εξήντα στάδια αλάργα από την Ιερουσαλήμ, που τ' όνομά του Εμμαούς, και μιλούσανε μεταξύ τους για όλα αυτά που έτυχαν. Και συνέβηκε, την ώρα που μιλούσανε και συζητούσαν, σίμωσε ο Ιησούς και περ- πατούσε μαζί τους· μα τα μάτια τους τούς είτανε πιασμένα να μην τόνε γνωρίσουν. Και τους είπε «Τι » 'ναι αυτά τα λόγια που περπατώντας συζητάτε με- » ταξύ σας;» Και σταθήκανε λυπημένοι. Κι' απο- κρίθη ο ένας, μ' όνομα Κλεόπας, και τούπε «Εσύ » μονάχα κάθεσαι στην Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες » όσα έτυχαν εκεί αυτές τις μέρες;» Και τους είπε « Πια;» Κι' εκείνοι τούπαν «Αυτά του Ιησού του » Ναζαρηνού που στάθηκε προφήτης δυνατός μ' έργο » και με λόγο στα μάτια του Θεού και σ' όλου του » λαού, και πως τον παραδώκανε οι πρωτοπαπάδες » κι’ οι αρχόντοι μας να τιμωρηθεί με θάνατο και τόνε » σταύρωσαν. Κι' εμείς ελπίζαμε πως είναι αυτός που » θα λευτέρωνε τον Ισραήλ μα ως τόσο να τρεις μέ- » ρες τώρα παν απ' όταν έγιναν αυτά. Μόνε και μερι- » κές γυναίκες μας μάς σάστισαν, που πήγαν την αυγή » στο μνήμα, και σα δε βρήκανε τα λείψανό του ήρ- » θαν και μας λεν πως είδανε κι’ αγγέλων ίδωμα που » λεν πως ζει. Και πήγανε μερικοί και δικοί μας στο » μνήμα, και βρήκαν έτσι καθώς είπαν οι γυναίκες, » όμως τον ίδιο δεν τον είδαν». Κι' εκείνος τους είπε « Ω ανθρώποι δίχως νου και με καρδιά αργοπίστευτη » ύστερα απ' όλα όσα γράψανε οι Προφήτες! Αυτά δεν » έπρεπε ο Χριστός να πάθει και να μπει στη δόξα » του;» Κι' αρχίζοντας από το Μωυσή κι απ' όλους τους Προφήτες, τους ξήγησε τα δικά του μέσα σ' όλες τις Γραφές. Κι' είχανε φτάσει στο χωριό που πήγαιναν, κι’ αυτός καμώθη πως πηγαίνει πιο μακρύτερα· και τον κάνανε [να μείνει] λέγοντας «Μείνε μαζί μας, γιατί » κοντεύει βράδυ κι’ έγηρε πια η μέρα». Και μπήκε να μείνει μαζί τους. Και συνέβηκε, όταν κάθησε [να φάει] μαζί τους, πήρε το ψωμί και βλόγησε, και τό- κοψε κομάτια και τους έδινε· κι’ άνοιξαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Κι' αυτός τους έγινε άφαν- τος. Κι' είπανε μεταξύ τους «Δεν έκαιγε η καρδιά » μας, καθώς στο δρόμο μας μιλούσε, το πώς μας ξή- » γαε τις Γραφές!» 152. Και σηκώθηκαν την ίδια ώρα και γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ. Και βρήκανε μαζεμένους τους έντεκα και τους συντρόφους τους, που λέγανε πως α- ληθινά αναστήθη ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σί- μωνα. Κι' αυτοί ξηγούσαν όσα τύχανε στο δρόμο και πως τον αναγνώρισαν κατά το κόψιμο του ψωμιού. Κι' ενώ μιλούσαν έτσι, στάθηκε εκείνος μεταξύ τους και τους λέει· «Ειρήνη σας». Κι' από την ταραχή τους και το φόβο που τους πήρε νόμιζαν πως θωρούνε φάν- τασμα. Και τους είπε «Τι είστε ταραγμένοι και τι » στοχασμοί σας ανεβαίνουνε στο νου; Κοιτάξτε μου » τα χέρια μου και πόδια μου, πως είμαι εγώ ο ίδιος. » Ψάξτε με και κοιτάξτε, τι φάντασμα δεν έχει σάρκα » μήτε κόκκαλα όπως θωράτε κι’ έχω εγώ». Και σαν τόπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και τα πόδια. Κι' ενώ ακόμα αυτοί απιστούσαν από τη χαρά και σά- στιζαν, τους είπε «Έχετε τίποτα εδώ φαγώσιμο;» Κι' αυτοί του δώκανε λίγο ψημένο ψάρι, και το πήρε ομπρός τους κι’ έφαγε. Και τους είπε «Αυτά 'ναι τα » λόγια μου που σας μίλησα όταν είμουνα ακόμα μαζί » σας, πως πρέπει ν αληθέψουν όλα τα γραμένα μέσα » στο Νόμο του Μωυσή και μέσα στους Προφήτες και » Ψαλμούς για μένα». Τότες τους άνοιξε το νου να καταλάβουν τις Γραφές, και τους είπε πως «Έτσι » γράφτηκε, ο Χριστός να πάθει και ν' αναστηθεί από » τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και στ' όνομά του να » διαλαληθεί σ' όλα τα έθνη — αρχίζοντας από την » Ιερουσαλήμ — μετανιωμός για να συχωρεθούν οι α- » μαρτίες. Εσείς αυτά θαν τα κηρύξτε. Και να εγώ » σας στέλνω το ό,τι έταξε ο πατέρας μου. Κι' εσείς » καθήστε μέσ' στη χώρα ως που να φορεθείτε από τα » ύψη δύναμη». Και τους πήγε όξω ως κοντά στη Βηθανία και σή- κωσε τα χέρια και τους βλόγησε. Και συνέβη, εκεί που τους βλογούσε, αποχωρίστη από κοντά τους και σηκώνουνταν στον ουρανό. Κι' εκείνοι τον προσκύνη- σαν, και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη, κι’ έμεναν πάντα μέσα στο ναό δοξολογών- τας το Θεό. Αμήν.

ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΟΥΚΑ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΗ

Στην αρχή 'ταν ο λόγος κι’ ο λόγος είτανε με το Θεό και Θεός είταν ο λόγος. Είταν εκείνος στην αρχή με το Θεό. Όλα τα πάντα μέσο του έγιναν, και χωρίς του τίποτα δεν έγινε που γίνηκε. Μέσα του είτανε ζωή κι’ η ζωή 'τανε το φως των ανθρώπων, και το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν το κυρίεψε. 2. Βγήκε ένας άνθρωπος σταλμένος από το Θεό· τ' όνομα του Ιωάνης. Αυτός ήρθε για κήρυγμα, για να κηρύξει το φως, που να κάνει κι’ όλοι να πιστέ- ψουν. Δεν είταν εκείνος το φως, παρά για να κηρύξει το φως. Το φως τ' αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχότανε στον κόσμο· στον κόσμο είταν κι’ ο κόσμος μέσο του έγινε, κι’ ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε. Στα δικά του ήρθε, κι’ οι δικοί του δεν τον παραδέχτηκαν όμως όσοι τόνε δέχτηκαν, τους έδωκε εξουσία να γίνουν του Θεού παιδιά, σ' αυτούς που πίστεψαν τ' όνομά του, που όχι από αίματα μήτε από θέλημα σάρκας μήτε από θέλημα αντρός, μόνε από το Θεό γεννή- θηκαν. Κι' ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας — κι’ είδαμε τη δόξα του, δόξα σα μοναχογιού [δο- σμένη] από πατέρα — γιομάτος χάρη, αλήθια. Ο Ιωά- νης τον κηρύχνει και φωνάζει λέγοντας «Αυτός είναι » που είπα Αυτός που φτάνει πίσω μου έγινε προτύ- » τερά μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Γιατί από το πε- » ρίσσεμά του λάβαμε όλοι εμείς, και χάρη για χάρη. » Επειδής ο Νόμος μέσο του Μωυσή δόθηκε· η χάρη » κι’ η αλήθια ήρθε μέσο του Ιησού Χριστού». 3. Το Θεό κανείς ποτές ακόμα δεν τον είδε· ο μο- ναχογιός Θεός πούναι στον κόρφο του πατέρα, εκείνος τον ξήγησε. Κι' αυτό 'ναι το κήρυγμα του Ιωάνη όταν έστειλαν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα παπάδες και Λευείτες ναν τόνε ρωτήσουν «Εσύ πιος είσαι;» Κι' ομολόγησε και δεν αρνήθηκε· κι’ ομολόγησε πως «Εγώ » δεν είμαι ο Χριστός». Και τόνε ρώτησαν «Εσύ λοι- » πόν τι; Ο Ηλίας είσαι;» Και λέει «Δεν είμαι». « Ο Προφήτης είσαι εσύ;» Κι' αποκρίθηκε «Όχι». Τούπανε λοιπόν «Πιος είσαι; Για να δώκουμε απάν- » τηση σ' εκείνους που μας έστειλαν. Τι λες για σένα;» Είπε « Εγώ φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο » Ίσιο κάντε το δρόμο του Κυρίου , καθώς είπε ο Η- » σαΐας ο προφήτης». Κι' είταν οι σταλμένοι Φαρι- σαίοι, και τόνε ρώτησαν και τούπαν «Τι λοιπόν βα- » φτίζεις αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ουδ' ο Ηλίας ουδ' » ο Προφήτης;» Τους αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε « Εγώ βαφτίζω με νερό· μεταξύ σας στέκει, δίχως ναν » τον ξέρετε, κι’ έρχεται πίσω μου αυτός που εγώ δεν » είμαι άξιος να λύσω το λουρί του σανταλιού του». Αυτά γίνανε στη Βηθανία αντίπερα του Ιορδάνη, όπου βάφτιζε ο Ιωάνης. 4. Την κατόπι μέρα βλέπει τον Ιησού που πήγαινε κοντά του και λέει «Νά τ' αρνί του Θεού που βγάζει » την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι που σας είπα » Πίσω μου έρχεται άνθρωπος που γίνηκε προτύτερά » μου, γιατί 'ταν πρώτος μου. Κι' εγώ δεν τον ήξερα, » παρά για να φανερωθεί στον Ισραήλ για τούτο ήρθα » εγώ και βαφτίζω με νερό». Και κήρυξε ο Ιωάνης κι’ είπε πως «Είδα το Πνέμα που κατέβαινε σαν περι- » στέρι από τον ουρανό και κάθησε απάνου του. Κι' » εγώ δεν τον ήξερα· μα αυτός που μ' έστειλε να βα- » φτίζω με νερό, εκείνος μούπε Σ' όπιονε δεις να κατε- » βεί το Πνέμα και καθήσει απάνου του, αυτός βαφτί- » ζει με πνέμα άγιο. Κι' εγώ είδα και κήρυξα πως » αυτός είναι ο γιος του Θεού». 5. Την κατόπι μέρα έστεκε πάλι ο Ιωάνης με διο του μαθητάδες, και τηρώντας τον Ιησού που περπα- τούσε λέει «Νά τ' αρνί του Θεού». Και τον ακούσανε οι διο του μαθητάδες που μιλούσε, κι’ ακολούθησαν τον Ιησού. Και γύρισε ο Ιησούς, και βλέποντάς τους που τον ακολουθούσανε τους λέει «Τι ζητάτε;» Κι' εκείνοι τούπανε «Ραββεί (που ξηγημένο θα πει Δάσκα- λε ), πού κάθεσαι;» Τους λέει «Ελάτε και θα δείτε» Πήγανε λοιπόν κι’ είδαν που κάθεται, και μείνανε μαζί του εκείνη την ημέρα. Είταν ως δέκα η ώρα. Είταν ο Αντρέας, ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου, ένας από τους διο π' ακούσανε από τον Ιωάνη και τον ακο- λούθησαν. Αυτός βρίσκει πρώτο τον αδερφό του το Σίμωνα και του λέει «Βρήκαμε το Μεσσία», που ξη- γημένο θα πει Χριστός. Τον πήγε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε κι’ είπε «Εσύ 'σαι ο Σίμωνας, ο » γιος του Ιωνά· θα σε κράζουν εσένα Κηφά», που θα πει Πέτρος . 6. Την κατόπι μέρα θέλησε να βγει στη Γαλιλαία. Και βρίσκει το Φίλιππο ο Ιησούς και του λέει «Ακο- » λούθα με». Κι' ο Φίλιππος είταν από τη Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Αντρέα και του Πέτρου. Βρί- σκει ο Φίλιππος το Ναθανιήλ και του λέει «Εκείνον »πούγραψε ο Μωυσής μέσα στο Νόμο κι’ οι Προφή- » τες, τον ηύραμε, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από » τη Ναζαρέτ». Κι' ο Ναθανιήλ τούπε «Από τη Να- » ζαρέτ μπορεί να γίνει τίποτα καλό;» Του λέει ο Φίλιππος «Έλα και δες». Είδε ο Ιησούς το Ναθα- νιήλ που πήγαινε κοντά του και λέει για αυτόν «Να » αληθινά Ισραηλίτης με δίχως πονηριά». Του λέει ο Ναθανιήλ «Πώς με ξέρεις;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Πρι σε φωνάξει ο Φίλιππος, σ' είδα σαν » είσουνα στη συκιά από κάτου». Τ' αποκρίθηκε ο Να- θανιήλ «Ραββεί, εσύ 'σαι ο γιος του Θεού, εσύ 'σαι ο » βασιλέας του Ισραήλ». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Γιατί σούπα πως σ' είδα στη συκιά από κά- » του, πιστεύεις· μεγαλύτερά τους θα δεις». Και του λέει «Αλήθια αλήθια σας λέω· θα δείτε τον ουρανό » ανοιχτό και τους αγγέλους του Θεού που θ' ανεβαί- » νουν και θα κατεβαίνουν απάνου στο γιο τ' ανθρώ- » που». 7. Και τρεις μέρες κατόπι έγινε γάμος στην Κανά [2] της Γαλιλαίας, κι’ είταν εκεί η μητέρα του Ιησού· και προσκάλεσαν και τον Ιησού και τους μαθητάδες του στο γάμο. Κι' έλειψε το κρασί, και λέει του Ιησού η μητέρα του «Δεν έχουν κρασί». Κι' ο Ιησούς της λέει « Τι θέλεις από μένα, [ω] γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η » ώρα μου». Λέει η μητέρα του στους δούλους «Ό,τι » σας λέει κάντε το». Κι' είταν εκεί έξη στάμνες πέτρι- νες, βαλμένες όπως συνειθίζεται για τον καθαρισμό των Ιουδαίων, που χωρούσαν από διο ή τρία μέτρα. Τους λέει ο Ιησούς «Γιομίστε τις στάμνες νερό». Και τις γιόμισαν ως απάνου. Και τους λέει «Βγάλτε τώρα και » πηγαίνετε τ' αρχιτράπεζου». Και του πήγαν. Και σα δοκίμασε ο αρχιτράπεζος το νερό το κανωμένο κρασί και δεν ήξερε από πού είταν — όμως οι δούλοι τόξεραν πούχανε βγάλει το νερό — , φωνάζει το γαμπρό ο αρχι- τράπεζος και του λέει «Κάθε άνθρωπος πρώτα δίνει » το καλό κρασί, και σα μεθύσουν, το χειρότερο· εσύ » φύλαξες ως τώρα το καλό κρασί». Από τούτο άρ- χισε τα θάματά του ο Ιησούς στην Κανά της Γαλι- λαίας και φανέρωσε τη δόξα του και τον πίστεψαν οι μαθητάδες του. 8. Κατόπι κατέβηκε στην Καφαρναούμ αυτός κι’ η μητέρα του και τ' αδέρφια κι’ οι μαθητάδες του· κι’ έμειναν εκεί λίγες μέρες. Και κόντευε το πάσκα των Ιουδαίων, κι’ ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς. Και βρήκε καθισμένους μέσα στο ναό όσους πουλούσανε βό- δια και πρόβατα και περιστέρια, και τους σαράφηδες. Και κάνοντας βούρδουλα από σκοινιά τους έβγαλε ό- λους από το ναό, [καθώς] και τα πρόβατα και βόδια, και των σαράφηδων σκόρπισε όξω τα χρήματα κι’ α- ναποδογύρισε τα τραπέζια· κι’ είπε των περιστεράδων « Πάρτε τα αυτά από δω· μην κάνετε τον οίκο του » πατέρα μου αργαστήρι». Και θυμήθηκαν οι μαθη- τάδες του πως είναι γραμένο Ο ζήλος του οίκου σου θα με φάει . Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι λοιπόν και τού- παν «Τι σημάδι μας δείχνεις που κάνεις αυτά;» Α- ποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Γκρεμίστε ετούτον » το ναό και σε τρεις μέρες τόνε στήνω». Είπανε λοι- πόν οι Ιουδαίοι «Σε σαράντα έξη χρόνια χτίστηκε » ο ναός αυτός, κι’ εσύ τόνε στήνεις σε τρεις μέρες;» Εκείνος όμως έλεγε το ναό του κορμιού του. Σαν ανα- στήθηκε λοιπόν από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθη- τάδες του πως αυτό έλεγε και πίστεψαν τη Γραφή και το λόγο πούπε ο Ιησούς. 9. Κι' ενόσω είτανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη του πάσκα, πολλοί πιστέψανε τ' όνομά του θωρώντας του τα σημάδια πούκανε. Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν τους φανερώνουνταν, έτσι που ναν τόνε μάθουν όλοι, τι κανενός δεν είχε ανάγκη να κηρύξει τον άνθρωπο, γιατί ο ίδιος τόξερε το τι 'τανε μέσα στον άνθρωπο. 10. Κι' είταν ένας Φαρισαίος μ' όνομα Νικόδημος [3] προεστός των Ιουδαίων. Αυτός πήγε νύχτα στον Ιησού και τούπε «Ραββεί, ξέρουμε πως από το Θεό ήρθες δά- » σκαλος, τι δε μπορεί κανείς να κάνει τα σημάδια αυ- » τά που κάνεις εσύ εξόν αν είναι ο Θεός μαζί του». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Αλήθια αλήθια » σου λέω, αν κανείς δε γεννηθεί από πάνου, δε μπορεί » να δει τη βασιλεία του Θεού». Του λέει ο Νικόδη- μος «Πώς γίνεται άνθρωπος να γεννηθεί όντας γέρος; » Μήπως μπορεί να ξαναμπεί μέσα στην κοιλιά της » μητέρας του και να γεννηθεί;» Αποκρίθηκε ο Ιη- σούς «Αλήθια αλήθια σου λέω, α δε γεννηθεί κανείς » από νερό και πνέμα, αδύνατο να μπει στη βασιλεία » του Θεού. Το γεννημένο από τη σάρκα σάρκα είναι, » και το γεννημένο από το πνέμα πνέμα είναι. Μην » απορήσεις που σούπα Πρέπει να γεννηθείτε από πά- » νου. Η πνοή όπου θέλει πνέει και τη βουή της την » ακούς, όμως δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού » πηγαίνει· έτσι είναι ο κάθε γεννημένος από το πνέ- » μα». Αποκρίθηκε ο Νικόδημος και τούπε «Πώς » μπορούν αυτά να γίνουν;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τούπε «Εσύ 'σαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι’ αυτά δεν » τα κατέχεις; Αλήθια αλήθια σου λέω, πως ό,τι ξέ- » ρουμε λέμε κι’ ότι είδαμε κηρύχνουμε, και το κήρυγ- » μά μας δεν το δέχεστε. Αν τα γήινα σας είπα και » δεν πιστεύετε, πώς θα πιστέψτε α σας πω τα ουρά- » νια; Και κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό εξόν όπιος » κατέβηκε από τον ουρανό, ο γιος τ' ανθρώπου. Και » καθώς ο Μωυσής έστησε ψηλά το φείδι μέσα στην » έρημο, έτσι πρέπει να στηθεί ψηλά [κι’] ο γιος τ' αν- » θρώπου, που όπιος τον πιστεύει νάχει ζωή παντο- » τινή. Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, που » και το γιο του έδωκε το μονογέννητο, π' όπιος τον » πιστεύει να μη χάσει παρά νάχει ζωή παντοτινή. » Γιατί δεν έστειλε ο Θεός το γιο του στον κόσμο να » καταδικάσει τον κόσμο, παρά για να κάνει κι’ ο κό- » σμος να σωθεί. Όπιος τον πιστεύει δεν καταδικάζε- » ται, κι’ όπιος δεν πιστεύει είναι κι’ όλας καταδικα- » σμένος γιατί δεν πίστεψε τ' όνομα του μονογέννητου » γιου του Θεού. Κι' είναι για τούτο η καταδίκη, » γιατί ήρθε το φως στον κόσμο και προτιμήσανε οι » ανθρώποι το σκοτάδι από το φως· γιατί είτανε κακά » τα έργα τους. Γιατί όπιος κάνει έργατα άσκημα, » μισεί το φως και δεν πάει κοντά στο φως για να μην » αποδειχτούν τα έργα του· μα όπιος κάνει την αλή- » θια, πάει κοντά στο φως για ναν του φανερωθούν τα » έργα, τι είναι κανωμένα με Θεό». 11. Κατόπι πήγε ο Ιησούς κι’ οι μαθητάδες του στον τόπο της Ιουδαίας, κι’ έμενε εκεί μαζί τους και βάφτιζε. Και βάφτιζε κι’ ο Ιωάνης στην Αινών κοντά στο Σαλείμ — γιατί εκεί 'τανε νερά πολλά — και πή- γαινε ο κόσμος και βαφτίζουνταν, γιατί δεν είχε ακό- μα ο Ιωάνης φυλακιστεί. Λοιπόν φιλονεικήσανε οι μα- θητάδες του Ιωάνη μ' έναν Ιουδαίο για καθαρισμό. Και πήγαν κι’ είπανε του Ιωάνη «Ραββεί, εκείνος » πούτανε μαζί σου αντίπερα του Ιορδάνη, που εσύ » τον κήρυξες, κοίτα αυτός βαφτίζει κι όλοι σ' εκεί- » νον πάνε». Αποκρίθη ο Ιωάνης κι’ είπε «Τίποτα » δε μπορεί να λάβει ο άνθρωπος α δεν του δόθηκε από » τον ουρανό. Είστε μάρτυρες μου εσείς οι ίδιοι πως » εγώ είπα Δεν είμαι εγώ ο Χριστός παρά πως στάλ- » θηκα προτύτερά του. Όπιος έχει τη νύφη 'ναι γαμ- » πρός· κι’ ο φίλος του γαμπρού που στέκεται και τον » ακούει, χαρά χαίρεται με τη φωνή του γαμπρού. » Λοιπόν αυτή η χαρά η δική μου έγινε. Αυτός να » μεγαλώνει πρέπει και να μικραίνω εγώ. Όπιος έρχε- » ται από πάνου, απάνου απ' όλους είναι. Όπιος είναι » από τη γη, από τη γη 'ναι κι’ από τη γη λαλεί· » όπιος έρχεται από τον ουρανό, απάνου απ' όλους εί- » ναι. Ό,τι είδε κι’ άκουσε, εκείνο κηρύχνει, και το » κήρυγμά του κανείς δεν το δέχεται· όπιος δέχεται » το κήρυγμά του, έβαλε τη βούλα του πως είναι αλη- » θινός ο Θεός. Γιατί όπιον έστειλε ο Θεός, τα λόγια » του Θεού λαλεί, τι δίνει αμέτρητα το πνέμα. Ο » πατέρας αγαπά το γιο, κι’ όλα τα πάντα τάδωκε » στο χέρι του. Όπιος πιστεύει το γιο, έχει ζωή παν- » νοτινή· όπιος όμως παρακούει το γιο, δε θα δει ζωή » μόνε κάθεται απάνου του η οργή του Θεού». 12. Σαν έμαθε λοιπόν ο Κύριος πως τ' άκουσαν οι [4] Φαρισαίοι πως ο Ιησούς πιο πολλούς μαθητάδες κάνει και βαφτίζει από τον Ιωάνη (αν κι’ αλήθια ο Ιησούς δε βάφτιζε ο ίδιος, μόνε οι μαθητάδες του), άφισε την Ιουδαία κι’ έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. Κι' έπρεπε να περάσει από τη Σαμάρεια. Φτάνει λοιπόν σε χώρα της Σαμάρειας που τη λέγανε Σιχάρ κοντά στο μέρος το δοσμένο από τον Ιακώβ στον Ιωσήφ το γιο του· κι’ εκεί 'ταν ένα πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν κουρασμένος από το δρόμο κάθουνταν έτσι σιμά στο πηγάδι· η ώρα είταν ως έξη. Έρχεται γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Της λέει ο Ιησούς «Δώσε » μου να πιώ», γιατί οι μαθητάδες του είχαν πάει στη χώρα να ψωνίσουν. Του λέει λοιπόν η γυναίκα η Σαμαρείτισσα «Πώς εσύ Ιουδαίος όντας ζητάς να » πιείς από μένα, γυναίκα Σαμαρείτισσα; Γιατί δε » συντροφιάζουν Ιουδαίοι με Σαμαρείτες». Αποκρί- θηκε ο Ιησούς και της είπε «Αν ήξερες το χάρισμα » του Θεού και πιος σου λέει Δώσε μου να πιώ, εσύ » θαν του ζητούσες και θα σούδινε νερό ζωντανό». Του λέει «Κύριε, μήτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι » 'ναι βαθύ· λοιπόν πώς έχεις το νερό το ζωντανό; » Μην είσαι μεγαλύτερος εσύ απ' τον πατέρα μας τον » Ιακώβ που μας έδωκε το πηγάδι κι’ ήπιε από το » πηγάδι ο ίδιος [καθώς] κι’ οι γιοί του και τα θρέμ- » ματά του;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε «Όπιος πίνει » από τούτο το νερό, θα διψάσει πάλι· μα όπιος πιεί » νερό που θαν του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώ- » να, μόνε το νερό που θαν του δώσω θενά γίνει μέσα » του πηγή νερού που θ' αναβρύζει ως σε ζωή παντο- » τινή». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, δώσε μου το » αυτό το νερό, για να μη διψώ μηδ' έρχουμαι ως εδώ » να βγάζω». Της λέει «Σήρε φώναξε τον άντρα σου· » και γύρισε εδώ». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του εί- πε «Δεν έχω άντρα». Της λέει ο Ιησούς· «Καλά εί- » πες πως Άντρα δεν έχω· γιατί είχες πέντε άντρες, » και τον άντρα πούχεις τώρα δεν είναι άντρας σου » Αλήθια αυτό το είπες». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, » βλέπω πως προφήτης είσαι εσύ. Οι πατέρες μας σ' ε- » τούτο το βουνό προσκύνησαν, κι’ εσείς λέτε πως στην » Ιερουσαλήμ είναι το μέρος όπου πρέπει να προσκυ- » νούμε». Της λέει ο Ιησούς «Πίστευέ με, [ω] γυναί- » κα, πως φτάνει ώρα που μήτε σ' ετούτο το βουνό » μήτε στα Ιεροσόλυμα δε θα προσκυνάτε τον πατέρα. » Εσείς προσκυνάτε ό,τι δεν ξέρετε· εμείς προσκυνούμε » ό,τι ξέρουμε, το πως η σωτηρία από τους Ιουδαίους » είναι νάρθει. Όμως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν » οι αληθινοί προσκυνητάδες θα προσκυνήσουν τον πα- » τέρα με πνέμα και μ' αλήθια· γιατί κι’ ο πατέρας » έτσι τους θέλει όσους τον προσκυνούν. Πνέμα ο Θεός· » κι’ όσοι τον προσκυνούνε, με πνέμα και μ' αλήθια » πρέπει ναν τον προσκυνούν». Του λέει η γυναίκα « Ξέρω πως είναι νάρθει Μεσσίας (ο Χριστός που λένε)· » όταν έρθει εκείνος, θα μας πει τα πάντα». Της λέει ο Ιησούς «Εγώ 'μαι που σου μιλώ». Κι' εκείνη τη στιγμή έφτασαν οι μαθητάδες του κι’ απορούσαν που μιλούσε με γυναίκα· όμως κανείς δεν είπε «Τι θέλεις » ή γιατί μιλείς μαζί της;» Άφισε λοιπόν τη στάμνα της η γυναίκα και πήγε στη χώρα και λέει στους αν- θρώπους «Ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου τάπε όλα » όσα έκανα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» Βγή- καν από τη χώρα και πηγαίνανε στον Ιησού. 13. Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητάδες και λέγανε «Ραββεί, φάγε». Κι' εκείνος τους είπε « Εγώ 'χω φαγητό να φάω που εσείς δεν το ξέρετε». Λέγανε λοιπόν οι μαθητάδες μεταξύ τους «Μήπως » τούφερε κανένας κι’ έφαγε;» Τους λέει ο Ιησούς « Δικό μου φαγητό 'ναι το 'να κάνω το θέλημα του » στάλτη μου και να τελειώσω τη δουλιά του. Εσείς δε » λέτε πως τέσσερεις μήνες ακόμα και φτάνει ο θέρος; » Νά σας λέω, σηκώστε τα μάτια σας, και κοιτάξτε » τα χωράφια πως ασπρολογούνε [έτοιμα] για θερισμό. » Τώρα παίρνει μεροδούλι ο θεριστής και συνάζει καρπό » ως σε ζωή παντοτινή, που να χαίρεται ο σπάρτης » μαζί κι’ ο θεριστής. Γιατί σε τούτο είναι αληθινός ο » λόγος, πως άλλος είναι ο σπάρτης κι’ άλλος ο θερι- » στής. Εγώ σας έστειλα να θερίστε σ' ό,τι εσείς δεν » κοπιάσατε· άλλοι έκαναν τον κόπο, κι’ εσείς μπή- » κατε στον κόπο τους». Κι' από τη χώρα εκείνη πολλοί τον πίστεψαν Σα- μαρείτες από τα λόγια της γυναικός που κήρυχνε πως « Μου τάπε όλα όσα έκανα». Σαν ήρθανε λοιπόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσανε να μείνει μαζί τους· κι’ έμεινε εκεί διο μέρες. Και πολύ πιότερους έκανε και πίστεψαν ο λόγος του, κι’ έλεγαν της γυναικός «Πια » δεν πιστεύουμε απ' όσα είπες· γιατί οι ίδιοι ακού- » σαμε, και ξέρουμε πως αυτός είναι αληθινά ο σωτή- » ρας του κόσμου».

[14]. Κι' ύστερ' από τις διο τις μέρες βγήκε από κει και πήγε στη Γαλιλαία. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς κή- ρυξε πως προφήτη στη δική του την πατρίδα δεν τι- μούν. Σαν έφτασε λοιπόν στη Γαλιλαία, τόνε δέχτη- καν οι Γαλιλαίοι, γιατί 'χανε δει όλα όσα έκανε στην Ιερουσαλήμ κατά τη σκόλη· γιατί είχαν πάει κι’ ε- κείνοι στη γιορτή. Πήγε λοιπόν πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας όπου 'χε κάνει το νερό κρασί. Κι' είταν ένας βασιλικός υπάλληλος π' ο γιος του είταν άρρωστος στην Καφαρναούμ· αυτός σαν άκουσε πως έρχεται ο Ιησούς από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε και τον παρακαλούσε να κατεβεί και ναν του γιατρέψει το γιο του· γιατί είτανε να πεθάνει. Τούπε λοιπόν ο Ιη- σούς «Α δε δείτε σημάδια και τέρατα, δε θα πιστέ- » ψτε». Του λέει ο βασιλικός [υπάλληλος] «Κύριε, έλα » κάτου πριν πεθάνει το παιδί μου». Του λέει ο Ιη- σούς «Πήγαινε, ο γιος σου ζει». Πίστεψε ο άνθρω- πος το λόγο που τούπε ο Ιησούς, και πήγαινε. Κι' ενώ πια κατέβαινε απάντησε τους σκλάβους του και τούλεγαν πως «Το παιδί σου ζει». Ρώτησε λοιπόν πια ώρα καλιτέρεψε. Τούπανε λοιπόν πως εχτές στις εφτά η ώρα τον αφήκε η θέρμη· κατάλαβε λοιπόν ο πατέρας πως εκείνη την ώρα όταν τούπε ο Ιησούς «Ο » γιος σου ζει». Και πίστεψε, [κι’] αυτός κι’ όλο του το σπιτικό. Κι' αυτό πάλι έκανε δεύτερο σημάδι ο Ιησούς σαν πήγε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. 15. Κατόπι είτανε σκόλη των Ιουδαίων, κι’ ανέ-[5] βηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Κι' είναι στα Ιερο- σόλυμα κοντά στην προβατινή μπασιά λουτρό που εβραίικα λέγεται Βηθσαϊδά με πέντε λιακωτά· εκεί μέσα κοίτουνταν πλήθος οι αρρωστημένοι — στραβοί, κουτσοί, πιασμένοι. Κι' είταν εκεί ένας άνθρωπος πού- χε τριάντα οχτώ χρόνια την αρρώστια του· αυτόνε όταν τον είδε ο Ιησούς πλαγιασμένο κάτου κι’ ένιωσε πως έχει από πολύν καιρό, του λέει «Θέλεις να για- » τρευτείς;» Του αποκρίθηκε ο αρρωστημένος «Κύ- » ριε, δεν έχω άνθρωπο, που σα σαλέψει το νερό να με » βάλει στο λουτρό& κι’ ενώ πηγαίνω εγώ, άλλος κα- » τεβαίνει πριν». Του λέει ο Ιησούς «Σήκω, πάρε » το κλινάρι σου και περπάτα». Κι' αμέσως έγινε ο άνθρωπος καλά, και πήρε το κλινάρι του και περπα- τούσε. Κι' είτανε σαββάτο εκείνη την ημέρα. Λέγανε λοιπόν του γιατρεμένου οι Ιουδαίοι «Σαββάτο είναι, » δεν πρέπει να σηκώνεις το κλινάρι». Κι' αυτός τους αποκρίθηκε «Εκείνος που με γιάτρεψε, εκείνος μούπε » Πάρε το κλινάρι σου και περπάτα». Τόνε ρωτού- σανε λοιπόν «Πιος σούπε Πάρ' το και περπάτα;» Κι' ο γιατρεμένος δεν ήξερε πιος είναι, γιατί ξέκοψε ο Ιησούς επειδή 'ταν πλήθος μέσα εκεί. Κατόπι τόνε βρίσκει ο Ιησούς μέσα στο ναό και τούπε «Νά έγινες » καλά· μην κάνεις πια αμαρτίες, μήπως πάθεις τί- » ποτα χειρότερο». Έφυγε ο άνθρωπος και πληροφό- ρησε τους Ιουδαίους πως ο Ιησούς τον έκανε καλά. Και για τούτο κατατρέχανε οι Ιουδαίοι τον Ιησού, γιατί αυτά τάκανε το σαββάτο. Και τους αποκρίθηκε « Ο πατέρας μου και τότε εργάζεται· εργάζουμαι κι’ » εγώ». Για τούτο λοιπόν πιο πολύ ζητούσανε ναν τόνε θα- νατώσουν οι Ιουδαίοι, γιατί όχι μοναχά χαλνούσε το σαββάτο, παρά και πατέρα του έλεγε το Θεό κάνον- τας τον εαυτό του ίσο του Θεού. Αποκρίθη λοιπόν και τους έλεγε «Αλήθια αλήθια σας λέω, τίποτα δε μπο- » ρεί να κάνει μοναχός του ο γιος, εξόν α βλέπει τον » πατέρα που [το] κάνει· γιατί όσα κάνει εκείνος, αυτά » το ίδιο κάνει κι’ ο γιος. Γιατί ο πατέρας αγαπά το » γιο κι’ όλα του τα δείχνει όσα κάνει ο ίδιος, και » μεγαλύτερά τους θαν του δείξει έργα, που ν' απο- » ρείτε εσείς· γιατί όπως ο πατέρας ανασταίνει τους » νεκρούς και ζωντανεύει, έτσι κι’ ο γιος όσους θέ- » λει ζωντανεύει. Γιατί και δεν καταδικάζει ο πατέ- » μας κανένα, μόνε κάθε καταδίκη την έδωκε του γιου, » π' όλοι να τιμούν το γιο καθώς τιμούνε τον πατέρα. » Όπιος δεν τιμά το γιο, δεν τιμά τον πατέρα που » τον έστειλε. Αλήθια αλήθια σας λέω, πως όπιος α- » κούει το λόγο μου και πιστεύει το στάλτη μου, έχει » ζωή παντοτινή και δεν πάει σε καταδίκη, μονάχα » πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Αλήθια αλήθια σας » λέω, πως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν οι νεκροί » θ' ακούσουν τη φωνή του γιου του Θεού, κι’ όσοι α- » κούσουνε θα ζήσουν. Γιατί όπως ο πατέρας έχει μέσα » του ζωή, έτσι και του γιου τούδωκε κι’ έχει μέσα » του ζωή και τούδωκε εξουσία να καταδικάζει, γιατί » είναι γιος ανθρώπου. Μην απορείτε αυτό, το πως » φτάνει ώρα όταν όλοι μέσ' στα μνήματα θ' ακούσουν » τη φωνή του, και θα βγούνε οι εργάτες του καλού » σ' ανάσταση ζωής κι’ οι εργάτες του κακού σ' ανά- » σταση καταδίκης. Δε μπορώ από μένα εγώ να κάνω » τίποτα· καθώς ακούω καταδικάζω, κι’ η καταδίκη » μου είναι δίκια, γιατί δε γυρεύω το δικό μου θέλημα » παρά το θέλημα του στάλτη μου. Αν εγώ κηρύ- » χνουμαι ο ίδιος, δεν είναι αληθινό το κήρυγμά μου· » άλλος με κηρύχνει, και ξέρω πως είναι αληθινό το » κήρυγμά του που κηρύχνει για μένα. Εσείς στείλατε » στον Ιωάνη και κήρυξε την αλήθια· εγώ όμως δε » γυρεύω ανθρώπου κήρυγμα, παρά σας λέω αυτά για » να σωθείτε εσείς. Εκείνος είταν το λυχνάρι πούταν » αναμένο κι’ έφεγγε, κι’ εσείς θελήσατε στο φως του » να χαρείτε μια στιγμή. Εγώ όμως έχω κήρυγμα » μεγαλύτερο από του Ιωάνη· γιατί τα έργα που μού- » δωκε ο πατέρας να βγάλω πέρα, τα έργα αυτά που » κάνω είναι κηρυχτής μου πως ο πατέρας μ' έστειλε. » Κι' ο πατέρας που μ' έστειλε, εκείνος με κήρυξε. » Μήτε ποτές φωνή του ακόμα δεν ακούσατε μήτε εί- » δατε μορφή του, και το λόγο του δεν τον κρατάτε » μέσα σας, γιατί τον αποσταλμένο του, αυτόν εσείς » δεν τον πιστεύετε. Τις Γραφές τις ψάχνετε γιατί » θαρρείτε πως μ' αυτές λαβαίνετε ζωή παντοτινή· κι’ » εκείνες είναι κηρυχτής μου, και δε θέλετε σ' εμένα » νάρθετε για νάχετε ζωή. Δόξα απ' ανθρώπους δε » ζητώ, παρά [σας τα λέω γιατί] σας ξέρω πως μέσα » σας δεν έχετε την αγάπη του Θεού. Εγώ ήρθα στ' » όνομα του πατέρα μου, και δε με δέχεστε· αν άλ- » λος έρθει σ' όνομα δικό του, εκείνον θα δεχτείτε. » Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψτε, που γυρεύετε ένας » δόξα από τον άλλον, και τη δόξα που δίνει ο μόνος » δε γυρεύετε; Μη νομίζετε πως θα σας κατηγορήσω » εγώ στον πατέρα· υπάρχει ο κατήγορος σας στον » πατέρα, ο Μωυσής που εσείς στηρίζεστε. Γιατί αν » πιστεύατε το Μωυσή, θα με πιστεύατε [κι’] εμένα· » γιατί εκείνος έγραψε για μένα. Αν όμως τα γραμένα » εκείνου δεν πιστεύετε, πώς πιστεύετε τα λόγια μου;»

[6] 16. Κατόπι πήγε ο Ιησούς αντίπερα της λίμνης της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδας· και τον ακολουθούσε λαός πολύς, γιατί θωρούσαν τα σημάδια πούκανε με τους αρρώστους. Κι' ανέβη το βουνό ο Ιησούς και κά- θουνταν εκεί με τους μαθητάδες του. Και κόντευε το πάσκα, η σκόλη των Ιουδαίων. Σήκωσε λοιπόν τα μάτια ο Ιησούς, και θωρώντας πως έρχεται πολύς λαός ναν τόνε βρει, λέει του Φιλίππου «Πού θ' αγο- » ράσουμε ψωμιά για να φάνε αυτοί;» Κι' αυτό τό- λεγε δοκιμάζοντάς τον γιατί ο ίδιος ήξερε τι θα κάνει. Τ' αποκρίθη ο Φίλιππος «Διακόσα δηνάρια ψωμί δεν » τους φτάνει για να πάρουν όλοι λίγο». Του λέει ένας μαθητής του, ο Αντρέας ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου «Είναι ένα παιδί εδώ κι’ έχει πέντε κριθαρό- » ψομα και διο ψάρια· μα τι είναι αυτά για τόσους;» Είπε ο Ιησούς «Βάλτε τους ανθρώπους να καθήσουν». Κι' είχε εκεί χορτάρια πολλά. Καθήσανε λοιπόν οι αν- θρώποι, αριθμός ως πέντε χιλιάδες. Πήρε λοιπόν τα ψωμιά ο Ιησούς, κι’ αφού δοξολόγησε μοίρασε στους καθισμένους· το ίδιο κι’ από τα ψάρια όσο ήθελαν. Κι' αφού χορτάσανε, λέει στους μαθητάδες του «Μα- » ζέψτε τα κομάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί » τίποτα». Μαζέψανε λοιπόν, και γιομίσανε δώδεκα καλάθια με κομάτια από τα πέντε κριθαρόψωμα που περίσσευαν απ' όσους έφαγαν. Οι ανθρώποι λοιπόν σαν είδαν τι σημάδια έκανε, έλεγαν πως «Αυτός είναι » αληθινά ο Προφήτης πούρχεται στον κόσμο». 17. Ο Ιησούς λοιπόν όταν ένιωσε πως σκοπεύουνε ναρθούν και ναν τον αρπάξουν για ναν τον κάνουνε βασιλέα, έφυγε πάλι στο βουνό καταμόναχος. Και σα βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητάδες του στη λίμνη, και μπήκανε σε καράβι και πήγαιναν αντίπερα της λίμνης στην Καφαρναούμ. Κι' είχε σκοτεινιάσει πια κι’ ο Ιη- σούς δεν είχε φτάσει ακόμα, κι’ η λίμνη φυσώντας ά- νεμος μεγάλος φούσκωνε. Σαν τραβήξανε λοιπόν ως εικοσιπέντε στάδια ή τριάντα, βλέπουν τον Ιησού που περπατούσε στη λίμνη απάνου και σίμωνε στο καράβι, και φοβήθηκαν. Κι' εκείνος τους λέει «Εγώ είμαι, μη » φοβάστε». Θέλανε λοιπόν ναν τον πάρουνε στο κα- ράβι, κι’ αμέσως βρέθηκε το καράβι στην ξηρά [εκεί] που πήγαιναν. 18. Την κατόπι μέρα το πλήθος πούστεκε στ' αν- τικρυνά της λίμνης είδαν πως άλλη βάρκα εκεί δεν είταν εξόνε μια και πως δε μπήκε μαζί με τους μα- θητάδες του ο Ιησούς στο καράβι, παρά [πως] έφυγαν οι μαθητάδες μοναχοί (άλλα καράβια ήρθαν από την Τιβεριάδα κοντά στο μέρος πούφαγαν το ψωμί σα δο- ξολόγησε ο Κύριος)· ότα λοιπόν είδε ο λαός πως ο Ιη- σούς δεν είναι εκεί, μήτε οι μαθητάδες του, μπήκανε αυτοί στις βάρκες κι’ ήρθανε στην Καφαρναούμ ζη- τώντας τον Ιησού, κι’ όταν τον ηύρανε στ' αντικρυνά της λίμνης, τούπανε «Ραββεί, πότε έφτασες εδώ;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς κι’ είπε «Αλήθια αλήθια » σας λέω, με ζητάτε όχι γιατί είδατε σημάδια, μόνε » γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Εργά- » ζεστε όχι για τη θροφή που χάνεται, παρά για τη » θροφή που μένει ως σε ζωή παντοτινή, που θα σας » δώσει, ο γιος τ' ανθρώπου· γιατί εκείνον όρισε με τη » σφραγίδα του ο πατέρας, ο Θεός». Τούπανε λοιπόν « Τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα του » Θεού; » Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Αυτό » 'ναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε τον απόστολό » του». Τούπανε λοιπόν «Λοιπόν τι σημάδι κάνεις » εσύ που να δούμε και να σε πιστέψουμε; τι [έργο] » εργάζεσαι; Οι πατέρες μας φάγανε στην έρημο το » μάννα, καθώς είναι γραμένο Ψωμί τους έδωκε από » τον ουρανό να φάνε ». Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς « Αλήθια αλήθια σας λέω, δε σας έδωκε ο Μωυσής το » ψωμί από τον ουρανό, μόνε ο πατέρας μου σας δίνει » από τον ουρανό το ψωμί τ' αληθινό· γιατί το ψωμί » του Θεού είναι όπιο κατεβαίνει από τον ουρανό δί- » νοντας ζωή του κόσμου». Τούπανε λοιπόν «Κύριε, » πάντα δίνε μας αυτό το ψωμί». Τους είπε ο Ιησούς « Εγώ είμαι το ψωμί της ζωής. Όπιος έρχεται σ' εμέ- » να δε θα πεινάσει, κι’ όπιος με πιστεύει δε θα διψά- » σει ποτές. Όμως σας είπα πώς Και μ' είδατε και δεν » πιστεύετε. Ό,τι δίνει μου ο πατέρας σ' εμένα θάρθει, » κι’ όπιος έρχεται σ' εμένα δε θαν τόνε βγάλω όξω, » γιατί κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το » θέλημα το δικό μου παρά το θέλημα του στάλτη » μου. Και το θέλημα του στάλτη μου είναι αυτό, » απ' ό,τι μούδωκε να μη χάσω τίποτα, μόνε ναν τ' α- » ναστήσω τη στερνή τη μέρα. Γιατί ετούτο 'ναι το » θέλημα του πατέρα μου, το όπιος θωρά το γιο και » τον πιστεύει νάχει ζωή παντοτινή και ναν τον ανα- » στήσω εγώ τη στερνή τη μέρα». 19. Αγαναχτούσανε λοιπόν μαζί του οι Ιουδαίοι γιατί είπε «Εγώ 'μαι το ψωμί που κατέβηκε από τον » ουρανό», και λέγανε «Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο » γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα » του και τη μητέρα; Πώς τώρα λέει πως Κατέβηκα » από τον ουρανό;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Μην αγαναχτείτε μεταξύ σας. Κανείς δε μπορεί » νάρθει σ' εμένα εξόν αν τόνε σήρει ο πατέρας που » μ' έστειλε, κι’ εγώ θαν τον αναστήσω τη στερνή τη » μέρα. Είναι γραμένο μέσα στους Προφήτες Και θα » γίνουν όλοι διδαχτοί του Θεού . Όπιος ακούσει από » τον πατέρα και μάθει, έρχεται σ' εμένα. Όχι πως » είδε κανείς τον πατέρα, εξόν όπιος έρχεται από το » Θεό· αυτός είδε τον πατέρα. Αλήθια αλήθια σας » λέω, όπιος πιστεύει έχει ζωή παντοτινή. Εγώ είμαι » το ψωμί της ζωής. Οι πατέρες σας φάγανε στην έ- » ρημο το μάννα και πέθαναν& αυτό 'ναι το ψωμί που » κατεβαίνει από τον ουρανό, το ναν το φάει κανείς » και να μην πεθαίνει. Εγώ είμαι το ψωμί το ζωντανό » που κατέβη από τον ουρανό· όπιος φάει αυτό το ψω- » μί θα ζήσει στον αιώνα. Και το ψωμί που δώσω » εγώ η σάρκα μου είναι για τη ζωή του κόσμου». 20. Λογομαχούσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν « Πώς αυτός μπορεί να μας δώσει να φάμε τη σάρκα » του;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια » σας λέω, α δε φάτε τη σάρκα του γιου τ' ανθρώπου » και δεν πιείτε το αίμα του, μέσα σας ζωή δεν έχετε. » Όπιος μου τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αί- » μα, έχει ζωή παντοτινή και θαν τον αναστήσω εγώ » τη στερνή τη μέρα· γιατί η σάρκα μου είναι αληθι- » νή θροφή, και το αίμα μου αληθινό 'ναι πιόσιμο. » Όπιος τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αίμα, » μένει μέσα μου, κι’ εγώ μέσα του. Όπως μ' έστειλε » ο ζωντανός πατέρας κι’ εγώ ζω από τον πατέρα, [έ- » τσι] κι’ όπιος με τρώει θα ζήσει κι’ εκείνος από μένα. » Αυτό 'ναι το ψωμί που κατέβη από τον ουρανό, όχι » καθώς φάγανε οι πατέρες [σας] και πέθαναν· όπιος » τρώει αυτό το ψωμί θα ζήσει στον αιώνα». Αυτά είπε μέσα σε συναγώγι διδάσκοντας στην Κα- φαρναούμ. Πολλοί λοιπόν άκουσαν μαθητάδες του κι’ είπανε «Τραχύς είναι αυτός ο λόγος' πιος μπορεί ναν » τον ακούει;» Και σαν ένιωσε μέσα του ο Ιησούς πως έκανε αυτό τους μαθητάδες του κι’ αγαναχτούσαν, τους είπε «Αυτό σας πειράζει; Α βλέπετε λοιπόν το γιο » τ' ανθρώπου κι’ ανεβαίνει όπου 'ταν πριν; Η πνοή » ζωντανεύει, η σάρκα τίποτα δεν ωφελεί· τα λόγια » που εγώ σας είπα, πνοή 'ναι και ζωή. Όμως μερικοί » σας δεν πιστεύουν». Γιατί ήξερε από την αρχή ο Ιησούς πιοι δεν πιστεύουν και πιος θαν τον παραδώ- σει. Κι' έλεγε «Για τούτο σας είπα πως δε μπορεί κα- » νείς νάρθει σ' εμένα α δεν του δόθηκε από τον πατέ- » ρα». Για τούτο πολλοί μαθητάδες του έφυγαν πίσω και δεν πήγαιναν πια μαζί του. Είπε λοιπόν ο Ιησούς στους δώδεκα «Μήπως θέλετε κι’ εσείς να πάτε;» Τ' αποκρίθηκε ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, σε πιόνε » να πάμε; Ζωής παντοτινής έχεις λόγια, κι’ εμείς πι- » στέψαμε και ξέρουμε πως εσύ 'σαι ο Άγιος του Θεού». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δε σας διάλεξα εγώ εσάς » τους δώδεκα; Κι' ένας σας είναι διάβολος». Κι' έ- λεγε τον Ιούδα του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί εί- ταν αυτός ναν τον παραδώσει, ένας από τους δώδεκα. 21. Και κατόπι γύριζε ο Ιησούς μέσα στη Γαλι- [7] λαία, γιατί δεν ήθελε να γυρνά μέσα στην Ιουδαία επειδή ζητούσαν οι Ιουδαίοι ναν τόνε θανατώσουν. Και κόντευε η σκόλη των Ιουδαίων, το καλυβοστή- σιμο. Τούπανε λοιπόν οι αδερφοί του «Μη μένεις εδώ, » μον πήγαινε στην Ιουδαία, για να δουν κι’ οι μαθη- » τάδες τα έργα [σου] που κάνεις. Γιατί κανείς δεν » κάνει τίποτα κρυφά π' απαιτεί να γνωρίζεται. Αν » αυτά τα κάνεις, φανερώσου στον κόσμο». Γιατί μήτε οι αδερφοί του δεν τον πίστευαν. Τους λέει λοι- πόν ο Ιησούς «Η δική μου η ώρα ακόμα δεν έφτασε· » όμως η δική σας ώρα πάντα εδώ 'ναι έτοιμη. Εσάς » δεν μπορεί να σας μισεί ο κόσμος, μα εμένα με μισεί » γιατί εγώ κηρύχνω πως είναι τα έργα του κακά. » Πηγαίνετε εσείς απάνου στη σκόλη· σ' αυτή τη σκόλη » δεν πηγαίνω ακόμα εγώ, γιατί η ώρα μου ακόμα » δεν έφτασε». Κι' αφού τους τάπε αυτά, έμεινε στη Γαλιλαία. 22. Κι' όταν ανέβηκαν τ' αδέρφια του στη σκόλη, τότε ανέβηκε κι’ αυτός, όχι φανερά, μόνε [έτσι] σαν κρυφά. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τόνε ζητούσανε στη σκόλη κι’ έλεγαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Κι' είταν κρυφομί- λημα πολύ για τον Ιησού μέσα στα πλήθη· άλλοι λέ- γανε πως είναι καλός, κι’ άλλοι λέγανε «Όχι, μόνε » παρασύρει το λαό». Κανείς όμως φανερά, δεν τόνε μελετούσε από το φόβο των Ιουδαίων. 23. Κι' όταν είχε πια μισοπεράσει η σκόλη, ανέ- βηκε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε. Απορούσανε λοι- πόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν «Πώς αυτός γνωρίζει γράμ- » ματα χωρίς να μάθει;» Ο Ιησούς λοιπόν τους α- ποκρίθη κι’ είπε «Η δική μου η διδαχή δική μου δεν » είναι, παρά του στάλτη μου. Όπιος θέλει το θέλημά » του να κάνει, θα καταλάβει τη διδαχή πια είναι, » : από το Θεό ή εγώ δικά μου λαλώ. Όπιος δικά του » λαλεί, τη δόξα τη δική του ζητά· όπιος όμως ζητά » τη δόξα του στάλτη του, αυτός είναι αληθινός και » μέσα του δεν έχει κακοσύνη. Δε σας έδωκε ο Μωυ- » σής το Νόμο; και το Νόμο κανείς σας δεν τον κά- » νει. Τι ζητάτε να με θανατώστε;» Αποκρίθηκε το πλήθος «Δαιμονισμένος είσαι· πιος γυρεύει να σε θα- » νατώσει;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Ένα » έργο έκανα κι’ όλοι απορείτε. Ο Μωυσής σας έδωκε » την περιτομή (όχι πως είναι από το Μωυσή, μόνε » από τους προπατόρους), και περιτομίζετε άνθρωπο » σαββάτο. Αν ο άνθρωπος περιτομίζεται σαββάτο » για να μη χαλαστεί ο νόμος του Μωυσή, θυμώνετε » μαζί μου γιατί γιάτρεψα ολόκληρο άνθρωπο σαββά- » το; Μη δικάζετε απ' ό,τι φαίνεται, παρά τη σωστή » τη δίκη να δικάζετε». Μερικοί λοιπόν Ιεροσολυμεί- τες λέγανε «Δεν είναι αυτός που ζητούνε να σκοτώ- » σουν; Και νά λαλεί ανοιχτά και δεν του λένε τίπο- » τα. Μήπως αλήθια οι προεστοί γνωρίζουν πως αυτός » είναι ο Χριστός; Ως τόσο αυτόν τον ξέρουμε από » πού είναι· όμως ο Χριστός σαν είναι νάρθει, κανείς » δεν ξέρει από πού είναι». Έκραξε λοιπόν μέσα στο ναό ο Ιησούς διδάσκοντας και λέγοντας «Κι' εμένα » με ξέρετε, και ξέρετε από πού είμαι. Και μόνος μου » δεν ήρθα, μόνε είναι αληθινός ο στάλτης μου, που » εσείς δεν τον ξέρετε· εγώ τον ξέρω, γιατί από κείνον » είμαι κι’ εκείνος μ' έστειλε». Ζητούσανε λοιπόν ναν τον πιάσουν, και κανείς δεν έβαλε χέρι απάνου του γιατί δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα του. 24. Κι' από το λαό πολλοί τον πίστευαν κι’ έλεγαν « Ο Χριστός σαν έρθει, μήπως θα κάνει περισσότερα » σημάδια απ' ό,τι έκανε αυτός;» Άκουσαν οι Φαρι- σαίοι το λαό που κρυφομιλούσε αυτά για τον Ιησού, και στείλανε οι αρχιπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι κλητή- ρες ναν τον πιάσουν. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Ακόμα » λίγο μένω μαζί σας και πηγαίνω στο στάλτη μου. » Θα με ζητάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι » εγώ εσείς να πάτε δε μπορείτε». Είπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι μεταξύ τους «Πού 'ναι αυτός να πάει που » εμείς δε θαν τον βρούμε; Μήπως στο σκόρπισμα των » Ελλήνων σκοπεύει να πάει και να διδάσκει τους » Έλληνες; Τι 'ναι αυτός ο λόγος πούπε θα με ζη- » τάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι εγώ, εσείς » να πάτε δε μπορείτε;» 25. Και την τελευταία μέρα τη μεγάλη της σκό- λης έστεκε ο Ιησούς κι’ έκραξε λέγοντας «Αν κανείς » διψά, σ' εμένα ας έρχεται κι’ ας πίνει. Όπιος με πι- » στεύει, καθώς είπε η Γραφή, ποτάμια ζωντανό νερό » θα τρέξουν από την κοιλιά του». Κι' αυτό τόπε για το πνέμα που θα λάβαιναν όσοι τον πιστέψανε· γιατί δεν είχε ακόμα δοθεί πνέμα άγιο, επειδής δεν είχε α- κόμα δοξαστεί ο Ιησούς. Από το λαό λοιπόν άκουσαν αυτά τα λόγια κι’ έλεγαν πως «Αυτός είναι αληθινά ο » Προφήτης» · άλλοι έλεγαν «Αυτός είναι ο Χριστός»· κι’ άλλοι έλεγαν «Τάχα από τη Γαλιλαία έρχεται ο » Χριστός; Η Γραφή δεν είπε πως από το σπέρμα » του Δαυείδ έρχεται ο Χριστός κι’ από τη Βηθλεέμ το » χωριό όπου γεννήθηκε ο Δαυείδ;» Διχόνια λοιπόν έγινε απ' αφορμή του στο λαό, και μερικοί τους θέλανε ναν τον πιάσουν, μα δεν έβαλε χέρι απάνου του κανείς. 26. Πήγανε λοιπόν οι κλητήρες στους πρωτοπαπά- δες και τους Φαρισαίους, κι’ αυτοί τους είπανε «Γιατί » δεν τόνε φέρατε;» Αποκριθήκανε οι κλητήρες «Πο- » τές άνθρωπος δε μίλησε έτσι». Απάντησαν λοιπόν » Φαρισαίοι «Μήπως κι’ εσείς παρασυρθήκατε; Μή- πως τον πίστεψε κανένας προεστός ή Φαρισαίος; » Μόνε αυτός ο όχλος που δεν κατέχει το Νόμο κατα- » ραμένοι είναι». Τους λέει ο Νικόδημος, που πήγε πριν στον Ιησού, όντας ένας τους «Μήπως ο Νόμος » μας καταδικάζει τον άνθρωπο α δεν τον ακούσει » πρώτα και μάθει το τι κάνει;» Αποκρίθηκαν και τούπανε «Μήπως κι’ εσύ 'σαι από τη Γαλιλαία; Ξέ- » τασε και μάθε πως δε βγαίνει από τη Γαλιλαία προ- » φήτης».

[8] [Και πήγαν ο καθένας σπίτι του, κι’ ο Ιησούς πήγε στο Ελιοβούνι. Και το πρωί ήρθε πάλι στο ναό, κι’ όλος ο λαός πήγαινε ναν τόνε βρει, και κάθησε και τους δίδασκε. Και φέρνουν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι γυναίκα πιασμένη σ' ατιμία, και στήνοντάς τη στη μέση του λένε «Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα πιάστηκε » την ώρα π' ατιμάζουνταν, κι’ ο Μωυσής μέσα στο » Νόμο μας προστάζει αυτές ναν τις πετροβολούμε· » εσύ λοιπόν τι λες;» Και τόλεγαν αυτό δοκιμάζον- τάς τον, για νάχουνε ναν τον κατηγορούν. Κι' έσκυψε κάτου ο Ιησούς κι’ έγραφε με το δάχτυλο στο χώμα χάμου. Και σαν επίμεναν και τόνε ρωτούσαν, σήκωσε το κεφάλι κι’ είπε «Ο αναμάρτητός σας πρώτος ας » την πετροβολήσει». Κι' έσκυψε πάλι κάτου κι’ έγραφε στο χώμα. Κι' όταν τ' άκουσαν εκείνοι, βγαί- νανε ένας ένας αρχινώντας από τους δημογερόντους, κι’ έμεινε μονάχος, κι’ η γυναίκα εκεί στη μέση. Κι' ο Ιησούς σηκώνοντας την κεφαλή της είπε «Γυναίκα, » πoύ 'ναι τους; Κανένας δε σε καταδίκασε;» Κι' αυτή είπε «Κανένας, Κύριε». Κι' ο Ιησούς είπε «Μήτ' » εγώ δε σε καταδικάζω· πήγαινε, από τώρα μην κά- » νεις πια αμαρτία».] 27. Πάλι λοιπόν τους μίλησε ο Ιησούς κι’ είπε « Εγώ είμαι το φως του κόσμου· όπιος μ' ακολουθά, » δε θα περπατήσει μέσα στο σκοτάδι, παρά θα λάβει » το φως της ζωής». Τούπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι « Εσύ κηρύχνεσαι μονάχος σου· το κήρυγμά σου δεν » είναι αληθινό». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε « Κι' αν εγώ κηρύχνουμαι μονάχος μου, το κήρυγμά » μου είναι αληθινό, τι ξέρω από πού ήρθα και πού » πηγαίνω, μα εσείς δεν ξέρετε από πού έρχουμαι και » πού πηγαίνω. Εσείς κατά τη σάρκα καταδικάζετε, » εγώ δεν καταδικάζω κανέναν κι’ αν κι’ εγώ καταδι- » κάζω, η καταδίκη μου είναι αληθινή, τι δεν είμαι » μόνος παρά εγώ κι’ ο πατέρας που μ' έστειλε. Κι' » είναι και μέσα στο Νόμο σας γραμένο πως η μαρτυ- » ρία διο ανθρώπων είναι αληθινή· εγώ 'μαι μάρτυράς » μου και μάρτυράς μου ο πατέρας που μ' έστειλε». Του λέγανε λοιπόν «Πού 'ναι ο πατέρας σου;» Απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Μήτ' εμένα ξέρετε μήτε τον πα- » τέρα μου· αν εμένα ξέρατε, και τον πατέρα μου θα » ξέρατε». Αυτά τα μίλησε ο Ιησούς κοντά στο τα- μείο [του ναού] διδάσκοντας μέσα στο ναό, και κανείς δεν τον έπιασε γιατί δεν είχε ακόμα φτάσει η ώρα του. 28. Τους είπε λοιπόν πάλι «Εγώ πηγαίνω και θα » με ζητήστε, κι’ από την αμαρτία σας θα θανατω- » θείτε. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε δε μπορεί- » τε». Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Μήπως θα σκο- » τωθεί; Γιατί λέει Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε » δε μπορείτε». Και τους έλεγε «Εσείς από τα κά- » του είστε, εγώ 'μαι από τα πάνου· εσείς είστε απ' » αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυ- » τόν. Σας είπα λοιπόν πως θα θανατωθείτε από τις » αμαρτίες σας, γιατί α δεν πιστέψτε πως είμαι εγώ, » θα θανατωθείτε από τις αμαρτίες σας». Του λέγανε λοιπόν «Πιος είσαι εσύ;» Τους είπε ο Ιησούς «Γιατί » πρώτα σας μιλώ; Πολλά έχω για σας να πω και να » καταδικάσω· όμως ο στάλτης μου είναι αληθινός, » κι’ εγώ όσα άκουσα από κείνον, αυτά λέω [εδώ] στον » κόσμο». Δεν ένιωσαν πως τον πατέρα τους έλεγε. Είπε λοιπόν ο Ιησούς πως «Όταν ανεβάστε το γιο » τ' ανθρώπου, τότες θα μάθετε πως εγώ είμαι και » δικό μου τίποτα δεν κάνω, παρά καθώς με δίδαξε » ο πατέρας μου, αυτά μιλώ. Κι' είναι μαζί μου ο » στάλτης μου· μονάχο δε μ' αφήκε, τι εγώ τους ορι- » σμούς του κάνω πάντα». Και λέγοντας αυτά ο Ιη- σούς, πολλοί τον πίστεψαν. 29. Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς στους Ιουδαίους που τον πίστεψαν «Αν εσείς μείνετε στο λόγο μου, αλη- » θινά 'στε μαθητάδες μου και θα μάθετε την αλήθια » κι’ η αλήθια θα σας λευτερώσει». Τ' αποκρίθηκαν « Του Αβραάμ είμαστε σπέρμα και κανενός ποτές δε » γίναμε ακόμα σκλάβοι· πως εσύ λες πως θα λευτε- » ρωθείτε;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Αλήθια α- » λήθια σας λέω, πως όπιος κάνει την αμαρτία, σκλά- » βος είναι της αμαρτίας· κι’ ο σκλάβος δε μένει στο » σπίτι αιώνια, ο γιος μένει αιώνια. Α λοιπόν ο γιος » σας λευτερώσει, αληθινά θα λευτερωθείτε. Ξέρω πως » είστε σπέρμα του Αβραάμ· όμως ζητάτε να με θα- » νατώστε, γιατί ο λόγος μου δε χωρεί μέσα σας. Όσα » εγώ είδα στου πατέρα, αυτά μιλώ· κι’ εσείς λοι- » πόν όσα ακούσατε από τον πατέρα [σας], [αυτά] κά- » νετε». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Πατέρας μας είναι » ο Αβραάμ». Τους λέει ο Ιησούς «Αν είστε παιδιά » του Αβραάμ τα έργα του Αβραάμ θα κάνατε· τώ- » ρα όμως θέτε να με θανατώστε, άνθρωπο που σας » είπα την αλήθια π' άκουσα από το Θεό. Αυτό δεν » τόκανε ο Αβραάμ· εσείς τα έργα του πατέρα σας » κάνετε». Τούπαν «Εμείς απ' ατιμιά δε γεννηθήκα- » με· έναν πατέρα έχουμε, το Θεό». Τους είπε ο Ιησούς « Αν ο Θεός είταν ο πατέρας σας, εμένα θα μ' α- » γαπούσατε, τι εγώ από το Θεό βγήκα κι’ έρχουμαι· » γιατί και μόνος μου δεν ήρθα, μόνε εκείνος μ' έστει- » λε. Γιατί δε νιώθετε ό,τι σας μιλώ; Επειδή δε μπο- » ρείτε ν' ακούστε τα λόγια μου. Εσείς είστε από πα- » τέρα το Διάβολο, και τους ορισμούς του πατέρα σας » θέλετε να κάντε· εκείνος φονιάς ανθρώπων είταν από » την αρχή, και με την αλήθια δεν πηγαίνει γιατί » μέσα του δεν έχει αλήθια. Όταν ψέματα λαλεί, δικά » του λαλεί, γιατί ψεύτης είναι [καθώς] κι’ ο πατέρας » του. Εγώ όμως γιατί λέω την αλήθια, δε με πιστεύ- » ετε. Πιος σας με βγάζει αμαρτωλό; Α λέω αλήθια, » εσείς γιατί δε με πιστεύετε; Όπιος είναι από το Θεό, » τα λόγια του Θεού τ' άκουες· για τούτο εσείς δεν » τ' ακούτε, γιατί από το Θεό δεν είστε». Απάντησαν οι Ιουδαίοι και τούπαν «Καλά εμείς δε λέμε πως εσύ » είσαι Σαμαρείτης κι’ έχεις δαιμόνιο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εγώ δαιμόνιο δεν έχω παρά τιμώ τον πα- » τέρα μου, κι’ εσείς δε με τιμάτε. Κι' εγώ δε ζητώ τη » δόξα μου· υπάρχει αυτός που τη ζητά κι’ αποφασί- » ζει. Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος φυλάξει τα λό- » για μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Τώρα ξέρουμε πως έχεις δαιμόνιο. Ο Α- » βραάμ πέθανε κι’ οι προφήτες, κι’ εσύ λες Όπιος φυ- » λάξει τα λόγια μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα; » Εσύ 'σαι τάχα μεγαλύτερος του πατέρα μας του Α- » βραάμ που πέθανε κι’ οι προφήτες πέθαναν; Τι λέει » πως είσαι;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μόνος μου » εγώ δοξαστώ, η δόξα μου δεν είναι τίποτα. Υπάρ- » χει ο πατέρας μου που με δοξάζει, που λέτε εσείς » πως είναι Θεός σας, και δεν τόνε γνωρίζετε, μα εγώ » τον ξέρω· κι’ αν πω πως δεν τον ξέρω, θα γενώ ό- » μιος σας, ψεύτης. Όμως τον ξέρω και φυλάω τα λό- » για του. Ο Αβραάμ ο πατέρας σας αναγάλλιασε με » το να δει τη μέρα μου, και την είδε και χάρηκε». Τούπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Πενήντα χρονών δεν εί- » σαι ακόμα και τον Αβραάμ είδες;» Τους είπε ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, πρι γεννηθεί ο Α- » βραάμ υπάρχω εγώ». Πήρανε λοιπόν πέτρες ναν του ρήξουν· ο Ιησούς κρύφτηκε και βγήκε από το ναό.

[9] 30. Και περνώντας είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλό. Και τόνε ρώτησαν οι μαθητάδες του κι’ είπανε «Ραβ- » βεί, πιος έκανε αμαρτία, αυτός ή οι γονιοί του, για » να γεννηθεί τυφλός;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Μήτε » αυτός έκανε αμαρτία μήτε οι γονιοί του, παρά για » να φανερωθούνε μέσο του τα έργα του Θεού. Πρέπει » εμείς να δουλεύουμε τα έργα του στάλτη μου όσο » είναι μέρα· έρχεται η νύχτα όταν κανείς δε μπορεί » να δουλέψει. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είναι του » κόσμου». Όταν είπε αυτά, έφτυσε χάμου κι’ έκανε λάσπη από το φτύσιμο, και τούβαλε τη λάσπη στα μάτια απάνου και τούπε «Πήγαινε πλύσου στο λου- » τρό του Σιλωάμ (που θα πει απόστολος )». Έφυγε βλέποντας. Οι γειτόνοι λοιπόν κι’ όσοι πριν τον έβλε- παν πως είτανε ζητιάνος, λέγανε «Δεν είναι αυτός που » κάθεται και ζητιανεύει;» Άλλοι λέγανε πως «Αυ- » τός είναι»· άλλοι λέγανε «Όχι, παρά του μιάζει» · εκείνος έλεγε πως «Εγώ είμαι». Του λέγανε λοιπόν « Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» Αποκρίθη εκείνος «Ο » άνθρωπος που τόνε λεν Ιησού έκανε λάσπη και μ' ά- » λειψε τα μάτια, και μούπε πως Πήγαινε στο Σιλωάμ » και πλύσου. Πήγα λοιπόν, κι’ άμα πλύθηκα είδα». Και τούπαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Λέει «Δεν ξέ- » ρω». Τον πηγαίνουνε στους Φαρισαίους τον άλλοτες τυφλό. Κι' είτανε σαββάτο η μέρα όταν έκανε ο Ιησούς τη λάσπη και τ' άνοιξε τα μάτια. Πάλι λοιπόν τόνε ρωτούσανε κι οι Φαρισαίοι πώς είδε. Κι' εκείνος τους είπε «Λάσπη μούβαλε στα μάτια απάνου, και πλύθηκα » και βλέπω». Λέγανε λοιπόν από τους Φαρισαίους μερικοί «Δεν είναι αυτός από το Θεό ο άνθρωπος, τι δε » φυλάει το σαββάτο». Κι' άλλοι λέγανε «Πώς μπορεί » άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτια σημάδια;» Κι' είχανε διχόνια μεταξύ τους. Λέγανε λοιπόν πάλι του τυφλού «Εσύ τι λες γι' αυτόν; γιατί σ' άνοιξε τα μά- » τια;» Κι' εκείνος είπε «Γιατί είναι προφήτης». Δεν πιστέψανε λοιπόν οι Ιουδαίοι πως τυφλός είταν εκεί- νος κι’ είδε ως που φώναξαν τους γονιούς τ' ανθρώπου πούδε και τους ρωτήσανε λέγοντας «Είναι αυτός ο γιος » σας που λέτε εσείς πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοι- » πόν βλέπει τώρα;» Απαντήσανε λοιπόν οι γονιοί του κι’ είπαν «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας » και πως γεννήθηκε τυφλός, μα πώς τώρα βλέπει » δεν ξέρουμε· ή πιος τ' άνοιξε τα μάτια εμείς δεν » ξέρουμε. Τον ίδιονε ρωτήστε· ηλικία έχει, αυτός » ας μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γο- νιοί του γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή είχα- νε συφωνήσει πριν οι Ιουδαίοι πως αν κανείς τον κη- ρύξει Χριστό, ν' αφοριστεί από το συναγώγι. Για τούτο οι γονιοί του είπαν πως «Ηλικία έχει, ρωτήστε τον » τον ίδιο». 31. Φωνάξανε λοιπόν τον άνθρωπο ξανά τον πριν τυφλό και τούπανε «Δόξασε το Θεό. Εμείς » ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός». Αποκρίθηκε λοιπόν εκείνος «Αν είναι αμαρτωλός » δεν ξέρω· ένα ξέρω, πως είμουνα τυφλός και τώρα » βλέπω». Τούπανε λοιπόν «Τι σούκανε; πώς σ' ά- » νοιξε τα μάτια;» Τους αποκρίθηκε «Σας τόπα τώρα » και δεν ακούσατε; τι λοιπόν θέτε να ξανακούστε; » Μήπως θέλετε κι’ εσείς να γίνετε μαθητάδες του;» Και τον έβρισαν κι’ είπαν «Εσύ 'σαι εκείνου μαθητής, » μα εμείς είμαστε του Μωυσή μαθητάδες. Εμείς ξέ- » ρουμε πως του Μωυσή μίλησε ο Θεός· αυτόν δεν τον » ξέρουμε από πού είναι». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε «Εδώ ναι είναι το παράξενο, πως ε- » σείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μ' άνοιξε τα μά- » τια. Ξέρουμε πως ο Θεός αμαρτωλούς δε συνακούει· » παρά αν είναι κανείς θεοφοβούμενος και κάνει το θέ- » λημά του, αυτόνε συνακούει. Στον αιώνα δεν ακού- » στη πως άνοιξε κανείς μάτια τυφλού γεννημένου. Αν » αυτός δεν είταν από το Θεό, δε μπορούσε τίποτα » να κάνει». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Μ' αμαρτίες » εσύ ολόκληρος γεννήθηκες κι’ εσύ μας μαθαίνεις ε- » μάς;» Και τόνε βγάλανε όξω. Άκουσε ο Ιησούς πως τόνε βγάλανε όξω, και τον ηύρε κι’ είπε «Εσύ πιστεύεις το γιο τ' ανθρώπου;» « Και πιος είναι» είπε «Κύριε, για ναν τον πιστέψω;» Τούπε ο Ιησούς «Και τον είδες, κι’ αυτός είναι που » μιλά μαζί σου». Κι' εκείνος είπε «Πιστεύω, Κύ- » ριε,» και τον προσκύνησε. Κι' είπε ο Ιησούς «Για » δίκασμα ήρθα εγώ σ' αυτόν τον κόσμο που όσοι δε » βλέπουνε να βλέπουν, κι’ όσοι βλέπουνε να τυφλω- » θούν». Τ' άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι όσοι είτανε μαζί του, και τούπαν «Μήπως κι’ εμείς είμαστε τυ- » φλοί;» Τους είπε ο Ιησούς «Αν είσαστε τυφλοί, δε » θάχατε αμαρτία. Μα τώρα λέτε πως Βλέπουμε· η » αμαρτία σας μένει. » Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος δε μπαίνει από [10] » τη μπασιά στη μάντρα των προβάτων, μόνε απ' » αλλού ανεβαίνει, εκείνος είναι κλέφτης και κακούρ- » γος· μα όπιος μπαίνει από τη μπασιά, βοσκός είναι » των προβάτων. Σ' αυτόνε ο θυρωρός ανοίγει και τη » φωνή του ακούνε τα πρόβατα, και τα πρόβατά του » με τ' όνομά τους τα φωνάζει, και τα βγάζει [στη » βοσκή]. Όταν όλα βγάλει τα δικά του, ομπρός τους » περπατεί, και τα πρόβατα τον ακολουθούνε τι γνω- » ρίζουν τη φωνή του· μα ξένο δε θ' ακολουθήσουνε, » μόνε θα φύγουνε, τι δε γνωρίζουν τη φωνή των ξέ- » νων». Αυτή την παροιμία τούς είπε ο Ιησούς, μα εκείνοι δεν ένιωσαν τι τους έλεγε. 32. Είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, εγώ 'μαι η μπα » σιά των προβάτων. Όλοι όσοι ήρθαν προτύτερά μου, » κλέφτες είναι και κακούργοι· μα δεν τους άκουσαν » τα πρόβατα [πως μπαίνουνε]. Εγώ 'μαι η μπα- » σιά· αν από μένα μπει κανείς, θα σωθεί και θάμπει » και θα βγει και θα βρει βοσκή. Ο κλέφτης δεν έρ- » χεται παρά να κλέψει και να θύσει κι’ απολέσει· εγώ » ήρθα για νάχουνε θροφή και περισσεύουν. Εγώ 'μαι » ο βοσκός ο καλός. Ο βοσκός ο καλός δίνει τη ζωή » του για τα πρόβατα· ο πλερωμένος και βοσκός μην » όντας, που δεν είναι τα πρόβατα δικά του, βλέπει » το λύκο πούρχεται κι’ αφίνει τα πρόβατα και φεύγει, » κι’ ο λύκος τ' αρπάζει και σκορπά, γιατί είναι πλε- » ρωμένος και δεν πονάει τα πρόβατα. 33.» Εγώ 'μαι ο βοσκός ο καλός, και γνωρίζω » τα δικά μου και τα δικά μου με γνωρίζουν — καθώς » με γνωρίζει ο πατέρας κι’ εγώ γνωρίζω τον πατέρα- » και δίνω τη ζωή μου για τα πρόβατα. Έχω κι’ » άλλα πρόβατα που δεν είναι αυτής της στάνης· κι’ » εκείνα πρέπει ναν τα φέρω, και θ' ακούσουν τη φωνή » μου, και θα γενούνε ένα κοπάδι, ένας βοσκός. Για » τούτο μ' αγαπά ο πατέρας, γιατί εγώ δίνω τη ζωή » μου για ναν τη λάβω πίσω. Κανείς δε μου την πήρε, » μόνε εγώ τη δίνω μόνος μου. Εξουσία έχω ναν τη » δώσω, κι’ εξουσία έχω ναν την πάρω πάλι· αυτή την » προσταγή έλαβα από τον πατέρα μου». Διαιρέθη- καν πάλι οι Ιουδαίοι γι' αυτούς τους λόγους. Και πολ- λοί τους λέγανε «Δαιμονισμένος είναι και παραλαλεί· » τι τον ακούτε;»· άλλοι λέγανε «Τα λόγια αυτά δεν » είναι δαιμονισμένου· μήπως μπορεί δαιμόνιο ν' ανοί- » ξει μάτια τυφλών;» 34. Είταν τότες τα εγκαίνια στα Ιεροσόλυμα. Εί- τανε χειμώνας, και περπατούσε ο Ιησούς μέσα στο ναό στο λιακωτό του Σολομώνα. Τον τριγυρίσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι και τούλεγαν «Ως πότε θα μας βγάζεις την » ψυχή; Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες μας το ανοι- » χτά». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Σας είπα και » δεν πιστέψατε. Τα έργα που κάνω εγώ με τ' όνο- » μα του πατέρα μου, αυτά 'ναι κηρυχτής μου· όμως » εσείς δεν πιστεύετε γιατί δεν είστε από τα πρόβατά » μου. Τα πρόβατά μου ακούν τη φωνή μου κι’ εγώ τα » γνωρίζω· και μ' ακολουθούν κι’ εγώ τους δίνω ζωή » παντοτινή, και δε θα χαθούνε στον αιώνα και κανείς » δε θαν τ' αρπάξει από το χέρι μου. Ο πατέρας μου » που μου τάδωκε είναι απ' όλους μεγαλύτερος, και » κανείς δε μπορεί ν' αρπάξει από το χέρι του πατέρα. » Ένα είμαστε, εγώ κι’ ο πατέρας». Σήκωσαν πάλε πέτρες οι Ιουδαίοι ναν τον πετροβολήσουν. Τους απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Πολλά έργα σας έδειξα καλά από » τον πατέρα· για πιο τους έργο με πετροβολάτε;» Τ' αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι «Για καλό έργο δε σε πε- » τροβολάμε, παρά για ασέβεια και γιατί εσύ όντας » άνθρωπος γίνεσαι Θεός». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς « Δεν είναι γραμένο μέσα στο Νόμο σας πως » Εγώ είπα Είστε θεοί; Αν εκείνους είπε θεούς που » λάβανε το λόγο του Θεού, και δε μπορεί να χα- » λαστεί η Γραφή, εκείνονε π' άγιασε ο πατέρας κι’ » έστειλε στον κόσμο, εσείς του λέτε πως Ασεβείς, » γιατί είπε Είμαι γιος του Θεού; Α δεν κάνω τα » έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως κά- » νω, [τότες] κι’ εμένα α δεν πιστεύετε, πιστέψτε τα » έργα, για να μάθετε και γνωρίζετε πως μαζί μου ο » πατέρας κι’ εγώ με τον πατέρα». Ζητούσαν πάλι ναν τον πιάσουν· και βγήκε από τα χέρια τους, κι’ έ- φυγε πάλι αντίπερα του Ιορδάνη, στο μέρος που βά- φτιζε πριν ο Ιωάνης, κι’ έμενε εκεί. Και πολλοί ήρθαν εκεί κι’ έλεγαν πως «Ο Ιωάνης ναι μεν δεν έκανε κα- » νένα σημάδι, όμως όλα όσα είπε γι' αυτόν ο Ιωάνης » είταν αληθινά», Και πολλοί τον πίστεψαν εκεί.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings