← Table of contents
Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟY ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Reading edition

ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ ΤΟΥ

Δ. Α Ι Ν Ι Α Ν Ο Σ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ (Μετά συλλογής ανεκδότων και αποφθεγμάτων)

ΥΠΟ Ι. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Γ.Σ. ΒΛΑΣΤΟΥ

20 ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΣ — ΟΔΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ 2

1903

Καραϊσκάκης
Καραϊσκάκης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η σπουδαιοτάτη αυτή βιογραφία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, γραφείσα παρ' ανδρός όστις μετέσχε των δύο τελευταίων μεγάλων εκστρατειών του ηρωϊκού στρατάρχου και υπηρέτησεν υπ' αυτόν ως έμπιστός του γραμματεύς και συμμαχητής, είναι η μόνη αυθεντική έκθεσις περί του βίου και των έργων του βαθυγνώμονος και γενναιοκάρδου Ρουμελιώτου, όστις υπήρξεν η πρώτη στρατιωτική μεγαλοφυία της νεωτέρας Ελλάδος. Το έργον του Δημητρίου Αινιάνος εχρησίμευσεν αργότερα ως η κυριωτέρα πηγή εις την γνωστήν βιογραφικήν μελέτην του ιστορικού Κ. Παπαρρηγοπούλου. Υπάρχει όμως και παλαιοτέρα, πολύ σύντομος, βιογραφία του Καραϊσκάκη γραφείσα υπό του αγωνιστού Γ. Γαζή (1), η οποία περιέχει πληροφορίας τινάς μη υπαρχούσας εις το έργον του Αινιάνος. Ο Καραϊσκάκης λοιπόν, κατά τον Γαζήν, εγεννήθη από γονείς καλούς. Η μητέρα του ήτον αδελφή του Κώστα Δημισκή και πρώτη εξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακώλα. Ανετράφη εις την Αυλήν του Αλή πασά και εχρημάτισεν εις την δούλευσίν του έως εις τον αποκλεισμόν του. Με τον Κατσαντώνην όταν ήτον, εφόνευσε με το χέρι του τον αδόμενον ντερβέναγα Βεληγκέκα. Όταν ο Αλή πασάς επήγεν εις το Βιδίνι κατά του Πασβάντογλου, ο Καραϊσκάκης άφησε τον Αλή πασά και εγύρισε με τον Πασβάντογλου κλεισθείς εις το Βιδίνι μήνας τρεις. Και δια να μη γνωρισθή ότι ήτον χριστιανός, μετωνομάσθη Καραλής. Όταν όμως εβγήκεν από το κάστρον και τον έβαλεν εις το χέρι ο Αλή πασάς, τον έστρωσεν εις τον φάλαγγα και του έδωκεν εις τα ποδάρια ξυλιαίς χίλιαις. Άλλην μίαν φοράν τον έβαλεν εις την φυλακήν εις τον άλυσον και εις το κούτσουρον χρόνους δύο. Πολλάκις όμως τον επεριποιήθη και τον εδιόρισεν επί κεφαλής σημαντικών στρατευμάτων και εκδουλεύσεων, πολιτευόμενος αυτόν έως εις τον αποκλεισμόν του.

Περί του στρατιωτικού χαρακτήρος του Καραϊσκάκη ιδού τι γράφει ο Γαζής·

«Βάσιν είχε το πώς να κερδαίνη την αγάπην και σέβας των στρατευμάτων.

Το να γνωρίζη εις πόσον βαθμόν φιλοτιμίας ευρίσκεται ο καθείς.

Από ποία πάθη κυριεύεται ο καθείς.

Όσους εγνώριζεν ικανούς του να τον βλάψουν ή να τον ωφελήσουν, επάσχιζε να τους κερδαίνη ή με το πουγγί ή με το σπαθί.

Εβράβευε τους αξίους και ανδραγαθούντας με άττια, με άρματα, με γρόσια, με βαθμούς, γινώσκων ότι όπου άθλα αρετής πρόκεινται, εκεί και άνδρες αγαθοί γίνονται, κατά το ρητόν.

Προικισμένος ων με όλα τα φυσικά και τυχηρά προτερήματα, όσους εγνώριζε φιλοτίμους και φιλοδόξους, ερέθιζε την φιλοτιμίαν τους τόσον με τους επαίνους και κατηγορίας, ώστε πολλοί ηναγκάζοντο ή να φανούν άξιοι των επαίνων του, ή να φύγουν απ' αυτόν, διά να μην ακούουν τας κατηγορίας του· διότι οι έπαινοί του ανέβαινον έως τρίτου ουρανού και αι κατηγορίαι του έως τα καταχθόνια, ή, τολμώ ειπείν, έξω του παντός. Η ευφράδειά του και η συναναστροφή του ήτον έν θέατρον και πολλάκις οι στρατιώται χάσκοντες εις τας κομψότητας και αστειολογίας του, αλησμονούσαν να γευματίσουν. Ήτον μεγαλόδωρος και ευεργετικός, μεταδοτικώτατος και χαριστής· το φλωρί το εθεωρούσεν ως οβολόν εις τας χρείας του. Είχε νουν εφευρετικόν και γεννητικόν και φυσικήν ρητορείαν. Πολλάκις έπλαττε ψεύματα τεχνικώτερα της αληθείας και εξουθένωνε την αλήθειαν ως ανυπαρξίαν. Ελάττωμα μόνον είχε την οξυθυμίαν· είχεν όμως πάντοτε ειλικρινή καρδίαν. Η Τουρκία όλη τον είχεν εις μεγάλον θαυμασμόν και ωνόμαζεν αυτόν Ρούμελη και Μώρα βαλεσί, ο εστιν ηγεμόνα της Ελλάδος. Οι Αλβανοί μάλιστα ομνύουν εις το όνομά του. Περιηγούμενος προ οκτώ μηνών εις την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν, ήκουσα πολλάκις εις την Αλβανίαν, όταν πιάνωνται εις εμφύλιον πόλεμον αναμεταξύ των οι Αλβανοί, φοβερίζοντες ο ένας τον άλλον, να λέγουν· «Ντάλε! ντάλε! τιέ σιότζι νιέρ ντουφέκ Καραϊσκάκιτ», ήγουν «στάσου, στάσου, να ιδής μια φορά ντουφέκι του Καραϊσκάκη».

Ιδού τι και ο Σπυρ. Τρικούπης αναφέρει περί του Καραϊσκάκη εις τον λόγον, τον οποίον απήγγειλε την 24 Απριλίου 1827, μετά τον θάνατον του στρατηγού· «Άτρομος πάντοτε εις τους πολέμους, ατρομώτερος πολύ εφάνη καθ' ο διάστημα ήτον αρχηγός των κατά την Στερεάν Ελλάδα στρατευμάτων· τότε είχε ψωμί και αυτός, όταν είχαν και οι αγαπητοί του Έλληνες· η κλίνη του ήτον κλίνη απλού στρατιώτου· πρωταγωνιστής επαρουσιάζετο, και την τιμήν του αγώνος όλην την απέδιδεν εις άλλους· ενθουσιασμένος διά την παληκαριάν, ως παληκάρι και ο ίδιος, την ετιμούσεν όπου την έβλεπε και την αντάμειβε πλουσιοπάροχα· τους γνωστούς διά την ανδρείαν τους έκραζε κατ' όνομα, όταν εξεσπάθωνεν εν καιρώ μάχης, διά να τον ακολουθήσουν· έβγανε τα πιστόλια του από την μέσην του και με αυτά εις ανταμοιβήν παληκαριάς εστόλιζε του παληκαριού την μέσην· έλυε την ζώνην του και έδιδεν εις τας ανάγκας του πολέμου και το ύστερον νόμισμά του».

Ο δε Παναγιώτης Σούτσος εις τον πανηγυρικόν της 25 Μαρτίου 1846 ως εξής περιγράφει τον ηθικόν και φυσικόν χαρακτήρα του μεγάλου Καραΐσκου· «...Ο ανήρ αυτός έχων νουν ακατέργαστον, αλλά γεννητικώτατον και οξύτατον, άμοιρος ων παιδείας, αλλ' αγαπών και τιμών τους πεπαιδευμένους, φιλάσθενος, αλλά καρτερικώτατος εις τας σκληραγωγίας, δαπανών αφειδώς την ιδίαν περιουσίαν εις τας δημοσίας ανάγκας, εκθέτων τους περί αυτόν εις τους υπέρ πατρίδος κινδύνους και πρώτος αυτός εκτιθέμενος, στρατηγηματικώτατος απάντων και των πάντων τας στρατιωτικάς γνώμας ακούων και σταθμίζων, ακόρεστος δόξης και ονόματος . . . . Ανάστημα μέτριον, σώμα ισχνόν, χρώμα υπομέλαν, μέτωπον πλατύ, ευρεία εστία σκέψεως, οφρείς πυκναί και πλήρεις μεριμνών, ελαιόμαυροι και μικροί οφθαλμοί, αλλ' αστράπτοντες, αιθέριόν τι πνεύμα υποφουσκώνον τους μυκτήρας του και διακεχυμένον εις όλον το πρόσωπον αυτού... κόμη ως χαίτη λέοντος . . .».

Ηδικήθη μέχρι σήμερον το όνομα και η μνήμη του Καραϊσκάκη. Το μέγα και σημαντικόν έργον αυτού δεν κατέλαβεν εις την συνείδησιν του έθνους την αρμόζουσαν αυτώ θέσιν. Προς τον σκοπόν ακριβώς τούτον παρέχομεν εις το κοινόν την βιογραφίαν του μεγαλοφυούς «Γυιού της Καλόγριας», ευχόμενοι να καταστή αύτη πανελλήνιον ανάγνωσμα και να χρησιμεύση ως αφορμή θετικωτέρας εκδηλώσεως της προς τον Καραϊσκάκην εθνικής ευγνωμοσύνης. Διότι τώρα, ότε αι Αθήναι απέκτησαν τον ανδριάντα του ετέρου των μεγάλων του Αγώνος στρατηλατών, του Κολοκοτρώνη, επιβάλλεται νομίζομεν, εις την Πρωτεύουσαν μάλιστα του Ελληνικού Κράτους, υπέρ της οποίας ηγωνίσθη και απέθανεν ο Καραϊσκάκης, πάσα ενέργεια προς ίδρυσιν μνημείου αξίου της δόξης αυτού, το οποίον θα ζωντανεύη μεν προ των ομμάτων ημών και των μεταγενεστέρων το ηρωικόν παράστημα του Καραϊσκάκη, θα τιμά δε την πατρίδα ως διαφυλάττουσαν εν τη καρδία αυτής ιεράν την προς τους δημιουργούς της ελευθερίας της ευγνωμοσύνην.

Ι. Βλαχογιάννης

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Α Ι Ν Ι Α Ν

Ο Δημήτριος Αινιάν ήτο υιός του διδασκάλου Ζαχαρίου Αινιάνος, αδελφός δε τον αγωνιστού Γεωργίου Αινιάνος, χρηματίσαντος επί Επαναστάσεως Υπουργού, μέλους τον Αρείου Πάγου, γενικού εφόρου των στρατευμάτων της Στερεάς Ελλάδος κλπ.

Ο Δημήτριος Αινιάν εγεννήθη εν Μαυρίλω της Φθιώτιδος την 21 Νοεμβρίου 1800. Εξεπαιδεύθη εν Κωνσταντινουπόλει, φοιτήσας εις την Σχολήν της Ξηροκρήνης, εν η εδίδασκε και ο πατήρ αυτού. Πολλάς υπέστη καταδρομάς και φυλακίσεις η των Αινιάνων οικογένεια ένεκα της αναμίξεως αυτής εις τα πράγματα της Φιλικής Εταιρίας. Αρξαμένου του αγώνος και διασπαρείσης της οικογενείας, ης και η μεγάλη περιουσία εδημεύθη, ο Δημ. Αινιάν κατέφυγεν εις Ρωσσίαν, εκείθεν δε κατήλθεν εις την Ελλάδα. Διαρκούσης της Επαναστάσεως ο Αινιάν μετέσχε διαφόρων εκστρατειών, ηκολούθησε δε εξ ενθουσιασμού τον Καραϊσκάκην τω 1826, πληγωθείς εν τη μάχη της Δομπραίνας. Και μαχόμενος και εκτελών τα του γραμματέως καθήκοντα παρά τω Καραϊσκάκη, εκράτει σημειώσεις, σκοπών έκτοτε να συγγράψη βιβλίον ιστορικόν περί του Καραϊσκάκη. Μετά το ατυχές πέρας της υπέρ των Αθηνών εκστρατείας ο Αινιάν μετέβη εις Πελοπόννησον, κατέλαβε δ' επί Καποδίστρια διαφόρους διοικητικάς και δικαστικάς θέσεις.

Από του 1833-43 ο Δ. Αινιάν ιδιώτευσεν εν Λαμία. Τω 1847 αντιδρών κατά των εκλογικών καταπιέσεων μετέσχε της εν Λαμία ανταρσίας, ότε κατεστράφη η οικία αυτού μετά της πολυτίμου των Αινιάνων βιβλιοθήκης. Επανελθών εκ του Οθωμανικού ο Αινιάν μετά την δοθείσαν αμνηστείαν, δεν ηδυνήθη να διασκεδάση την βασιλικήν δυσμένειαν, ακυρωθείσης δις της ως βουλευτού εκλογής του. Έκτοτε ο Αινιάν εδημοσιογράφει, εκδίδων και την «Βιβλιοθήκην του λαού» και συγγράφων διάφορα πρακτικής ωφελείας συγγράμματα.

Βραδύτερον ο Αινιάν εχρημάτισε μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κλπ. Το 1864 εξελέγη πληρεξούσιος της Εθνικής Συνελεύσεως. Απέθανε δε τη 25 Σεπτεμβρίου του 1881 εν Υπάτη.

ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Προς τους γενναίους συναγωνιστάς του Καραϊσκάκη.

Εις σας, ω γενναίοι συναγωνισταί του αοιδίμου Καραϊσκάκη, αφιερόνω το παρόν μου πόνημα· ήθελα βέβαια σας αδικήσει, εάν την βιογραφίαν του ενδόξου τούτου ήρωος ήθελα την προσφέρει εις άλλους, παρά Σας, οι οποίοι συναγωνίσθητε και συνεκινδυνεύσατε μετ' αυτού, τον υπεστηρίξατε και συνεργήσατε να αναβή εις τον βαθμόν της δόξης, εις τον οποίον προώδευσεν.

Αι ελλείψεις, αι σκληραγωγίαι, οι υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως κόποι και τελευταίον οι τρομεροί και συνεχείς κίνδυνοι, εις τους οποίους εξετέθητε καθ' όλον το διάστημα της τελευταίας εκστρατείας του Καραϊσκάκη υπέρ των Αθηνών, Σας δίδουν αδιαφιλονείκητα δικαιώματα εις την ευγνωμοσύνην του Έθνους. Τοιούτον ισχυρόν δικαίωμα δεν ηδύνατο να διαφύγη την παρατήρησίν μου. Δεχθήτε λοιπόν την _προσφοράν_ μου· εάν δεν εξέθεσα αξίως τας πράξεις σας, αποδώσατέ το εις την αδυναμίαν μου· βεβαιωθήτε όμως, ότι η αφορμή, την οποίαν δίδω εις το κοινόν διά του πονήματος τούτου, θέλει φέρει το επιθυμητό και εις Σας και εις εμέ αποτέλεσμα, το να εκτιμηθώσι κατ' αξίαν αι πράξεις σας, ώστε επομένως να εκτεθώσιν εις το κοινόν χωρίς να φοβώνται πλέον την εκ των παθών παραμόρφωση».

Δ. Α Ι Ν I Α Ν

Εν τη πρώτη εκδόσει το βιβλίον επιγράφεται: «Ο Καραϊσκάκης, ή του Καραϊσκάκη βιογραφία και λεπτομερής έκθεσις της τελευταίας εκστρατείας αυτού υπέρ των Αθηνών. Εν Χαλκίδι. Εκ της Τυπογραφίας διευθυνομένης παρά Κωνσταντίνου Μ. Αρσενιάδου εκ Μαντινείας. 1834».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ : «Προς τους αναγνώστας. Επειδή η παρούσα βιογραφία του Καραϊσκάκη, της οποίας ανεδέχθην την έκδοσιν, ενδέχεται να έχη ελλείψεις ή λάθη, από τα οποία να προσβάλλωνται άτομα αναφερόμενα εις αυτήν, όσοι από τους αναγνώστας ήθελον απαντήσει τοιαύτα, παρακαλούνται χάριν της αληθείας και του δικαίου να πέμψωσιν εις εμέ τας παρατηρήσεις των, συντροφευμένας με τας αποδείξεις επί των οποίων αύται στηρίζονται. Υπόσχομαι δε να τα δημοσιεύσω ή εις χωριστόν φυλλάδιον, ή με άλλον τινά αρμόδιον τρόπον προς ικανοποίησιν εκείνων, των οποίων ήθελεν εγγίζεται αδίκως, ή κατά λάθος η υπόληψις. Εν Χαλκίδι, την 16 Οκτωβρίου 1833. Ο Εκδότης Δ. Αινιάν».

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Ο Καραϊσκάκης εγεννήθη εις το 1782 έτος· η μήτηρ του ήτον καλογραία γεννημένη εις το χωρίον Σκωληκοκαρυά της Επαρχίας Άρτης (2). Μη ακολουθούσα αυστηρώς τους κανόνας του βίου, εις τον οποίον είχεν αφιερωθή, συνέλαβε τον Καραϊσκάκην· δεν έλαβεν όμως την σκληρότητα και ανοησίαν του να ζητήση να κρύψη το έν σφάλμα πίπτουσα εις άλλο μεγαλήτερον και σκληρότερον. Εγέννησε τον Καραϊσκάκην· τον ανέθρεψεν όμως καθώς ήτον επόμενον εις γυναίκα, η οποία περιήρχετο τας επαρχίας διά να πορίζεται τα προς το ζην. Επειδή δε διά την τολμηρότητά της και διά την γλώσσαν της είχε γείνει γνωστή εις πολλάς επαρχίας, ο Καραϊσκάκης εγνωρίζετο πολλάκις με την επωνυμίαν «ο υιός της Καλογραίας».

Μόλις ο Καραϊσκάκης έφθασεν εις ηλικίαν να φέρη όπλα και αμέσως συγκατετάχθη εις έν σώμα κλεπτών, σύνηθες καταφύγιον των εχόντων εντονώτερον της ελευθερίας το ελατήριον και των όσοι, καταδυναστευθέντες παρά των Τούρκων, δεν ηδυνήθησαν να εύρουν δίκαιον. Ικανούς χρόνους ηκολούθησεν ευτυχώς το έργον τούτο, αλλά τελευταίον η τύχη του πολέμου τον έκαμε να πέση ζων εις τας χείρας ενός σώματος Αλβανών, διωρισμένου παρά του Αλή πασά προς καταδίωξιν των κλεπτών, κατά δε την επικρατούσαν συνήθειαν εστάλη δέσμιος εις Ιωάννινα. Ο Αλή πασάς διά χάριν της μητρός του, την οποίαν εγνώριζε, δεν του αφαίρεσε την ζωήν και ούτως ο Καραϊσκάκης απέφυγε την συνήθη τύχην των κλεπτών, όσοι ήθελον ευρεθή εις ομοίαν με αυτόν περίστασιν (3)· εβάλθη όμως εις την φυλακήν. Ικανόν διάστημα καιρού υπέφερε της αθλίας ταύτης ζωής τας βασάνους, αλλά τελευταίον επέβλεψεν ευμενώς η τύχη εις αυτόν, και έφυγε κρυφίως από την φυλακήν.

Μόλις ησθάνθη τον εαυτόν του ελεύθερον από τα δεσμά, και αμέσως έδραμεν εις Άγραφα με την επιθυμίαν του να αναλάβη τον πρώτον τρόπον του ζην διά να εκδικηθή και δι' όσα υπέφερε. Κατ' εκείνην την εποχήν ήκμαζον οι Κατζαντωναίοι, οι οποίοι όσον κατεδιώκοντο, τόσον ελαμπρύνοντο με τα κατορθώματά των, και ηύξανον τας δυνάμεις των. Ο Καραϊσκάκης ως τολμηρός και φιλότιμος δεν άργησε να γνωστοποιήση διά των πράξεων (4) τα προτερήματά του και να νομίζεται ως εις της πρώτης ταξεως (πρωτοπαλήκαρον).

Πολλούς κατά συνέχειαν χρόνους το σώμα τούτο αντέσχεν εις τους διωγμούς του Αλή πασά, ο οποίος, αν και κατέστρεψε τον Κατσαντώνην, δεν κατώρθωσεν άλλο, ει μη να καταστήση λαμπρότερον και επιφοβώτερον το σώμα του, οδηγούμενον από τον αδελφόν αυτού Λεπενιώτην. Ο Αλή πασάς, αφ' ού διά της δυνάμεως δεν ηδυνήθη να το καταστρέψη, μετεχειρίσθη τον δόλον, μέσον διά του οποίου κατά δυστυχίαν επέτυχεν.

Αφ' ού εφονεύθη ο Λεπενιώτης διωρίσθη γενική καταδρομή κατά του σώματός του διά να μην του συγχωρηθή καιρός να λάβη μέτρα υπερασπίσεως, ή να καταστήση τινά αρχηγόν του. Το σώμα τούτο εσύγκειτο τότε από περισσοτέρους των τριακοσίων, και μη δυνάμενον να διαμένη όλον ομού, εχωρίσθη εις κόμματα, αλλά και ούτως οι Τούρκοι το κατεδίωκον με μεγάλην επιμονήν. Μερικά εξ αυτών εσύντριψαν και διέλυσαν, και άλλα τα ανάγκασαν να διαλυθώσιν αφ' εαυτών.

Ο Καραϊσκάκης τότε ευρέθη εις έν σώμα το πολυανθρωπότερον και από τους εκλεκτοτέρους συγκείμενον, το οποίον μη βλέπον άλλως την σωτηρίαν του, απεφάσισε να υπάγη κατ' ευθείαν να προσκυνήση εις τον ίδιον Αλή πασάν. Ο τύραννος ούτος, ο οποίος εγνώριζε την ανδρίαν αυτών, αφ' ενός μέρους επιθυμών να ωφεληθή απ' αυτούς εις τους οποίους είχε τότε ανά χείρας πολέμους, και αφ' ετέρου θέλων με το παράδειγμα της καλής προς αυτούς υποδοχής να ελκύση και τους λοιπούς ομοίους αυτών και να εξαλείψη ούτω το σύστημα των κλεπτών, τους εδέχθη φιλοφρόνως, και τον μεν Τσιώγκαν, τον οποίον αυτοί είχον παρουσιάσει ως αρχηγόν των, τον έκαμε καπιτάνον της Βόνιτσας, τον δε Καραϊσκάκην εκράτησε πλησίον του, συγκατατάξας αυτόν εις την σειράν των σωματοφυλάκων του (τσοχαδαραίων).

Με το έργον τούτο έζησεν εις Ιωάννινα έως εις τα πρώτα κατά του Αλή πασά κινήματα των βασιλικών στρατευμάτων· ηγωνίσθη με τόλμην και ανδρίαν και ενόσω ήτον κλεισμένος μετά του Αλή πασά και όταν μετέβη εις τα βασιλικά στρατεύματα. Δυσαρεστηθείς και αυτός από τους βασιλικούς, καθώς και πολλοί άλλοι των καπιτάνων Ελλήνων, ανεχώρησε κρυφίως από Ιωάννινα· ο τρόπος με τον οποίον εξέκλεψε την σύζυγόν του και η τόλμη του εις το επιχείρημα τούτο του επέφερον ικανήν υπόληψιν και έδωκαν αιτίαν να τον θαυμάσωσιν όλοι.

Αφ' ού διεσώθη από Ιωάννινα, την μεν σύζυγόν του την έστειλεν εις Κάλαμον, αυτός δε μετέβη εις Βόνιτσαν, όπου επροσπάθησε να κινήση τους κατοίκους εις επανάστασιν κατά των Τούρκων, αλλ' επειδή δεν εκρίθη εύλογον ακόμη διά να κινηθή εις τα όπλα η επαρχία αύτη, ο Καραϊσκάκης μετέβη εις Τσομέρκα και συνεννοηθείς με τον Κοτυλίδαν, έκαμε πρώτος επαναστάσεως κίνημα κατά των Τούρκων, καθ' ην εποχήν και ο Οδυσσεύς εκτύπησεν εις Τατάρναν ταχυδρόμους τινάς Τούρκους διευθυνομένους εις Ιωάννινα. Διεδόθη τάχιστα και εις τας λοιπάς επαρχίας το παράδειγμα, και αμέσως μέρος μεν Ελλήνων κατέλαβον την θέσιν του Μακρυνόρους, μέρος δε εκτύπησαν το Βραχώρι και άλλοι την Βόνιτσαν. Ο Καραϊσκάκης διευθύνθη έπειτα εις Μακρυνόρος, όπου και τοποθετηθείς συμμετέσχε των εκεί γενομένων αγώνων, εις ένα εκ των οποίων γενόμενον πλησίον εις Κομπότι, επληγώθη εις τα αιδοία, καταφρονήσας περισσότερον από ό, τι έπρεπε τον κίνδυνον.

Επειδή δε εις Άγραφα οι από της γενεάς του Βουκουβάλα καπιτανεύοντες δεν ήσαν ικανοί να κατέχωσιν αυτήν την επαρχίαν και διά τούτο υποκειμένην εις συχνάς μεταβολάς, ο Καραϊσκάκης συνέλαβε την ιδέαν του να κατασταθή αυτός καπιτάνος διά της ιδίας αυτού δυνάμεως· ωφελούμενος λοιπόν από τον καιρόν και από την αστασίαν των πραγμάτων, συνεκρότησεν έν σώμα δυνατόν από Βαλτινούς και από άλλους πλησιοχώρους Έλληνας και συμβοηθούμενος από τον Γιαννάκην Ράγκον, μετέβη εις Άγραφα, κατασταθείς αυτοχειροτόνητος καπιτάνος εις ταύτην την επαρχίαν.

Ων δε τολμηρός και δραστήριος δεν άργησε να αναγνωρισθή και από τους κατοίκους, οι οποίοι δεν ετόλμων να εναντιωθώσι και από τους κατ' εκείνην την εποχήν πασάδες, εις τους οποίους δεν συνέφερε να τον καταδιώξωσι δι' όπλων, διότι είχον την προσοχήν των εις την Πελοπόννησον και εις το Σούλι. Ο Καραϊσκάκης ευρισκόμενος εις το μεθόριον των Ελλήνων και των Τούρκων και βλέπων ότι προφανώς δεν ηδύνατο να κηρυχθή εναντίον ούτε του ενός ούτε του άλλου μέρους, οικονομούσεν αμφότερα. Κλίνων όμως προς τους Έλληνας έδωκεν αιτίαν πολλάκις να κινηθώσιν εναντίον του οι Τούρκοι· αλλ' αντικρούσας πάντοτε τας δυνάμεις των διέμεινε και ακόντων αυτών εις την επαρχίαν των Αγράφων.

Επειδή όμως η μετά των Τούρκων σύγχυσις αυτού δεν συνέφερεν ούτε εις τους Χριστιανούς κατοίκους της επαρχίας ταύτης, διότι εξετίθεντο εις κίνδυνον λεηλασίας από μέρους των Τούρκων, ούτε εις τους Τούρκους τους κατοικούντας εις τους πρόποδας των βουνών των Αγράφων, διότι ήσαν εκτεθειμένοι εις τας επιδρομάς του Καραϊσκάκη, οι μεν κάτοικοι των Αγράφων κατέπεισαν αυτόν να προσποιηθή ότι είναι υποκείμενος εις τας διαταγάς της τουρκικής εξουσίας, οι δε Τούρκοι παρεκάλεσαν τους κατά καιρόν πασάδες να προσποιώνται ότι πιστεύουσι την φαινομένην υποταγήν του Καραϊσκάκη. Οι κατά καιρόν πασάδες απεδέχθησαν το ζήτημα τούτο, μη θέλοντες να έχουν τόσον πλησίον τοιούτον επίφοβον εχθρόν, οποίος ήτον ο Καραϊσκάκης, εν ώ ήσαν αναγκασμένοι να διευθύνωσι τα στρατεύματά των εις την Πελοπόννησον και εις τας ενδοτέρας επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος.

Ο Καραϊσκάκης συνδέσας με τους εις Λάρισσαν εχθρούς το είδος τούτον της ανακωχής, δεν αμέλησε να δείξη εις τους Έλληνας, ότι τούτο δεν είναι τελεία υποταγή, αλλά μερική μόνον προς έν μέρος εχθρικόν συνθήκη. Εις όλας σχεδόν τας εις την Δυτικήν Ελλάδα γενομένας Ελληνικάς εκστρατείας έστειλεν ανάλογον δύναμιν. Μάλιστα όταν, διαλυθείσης της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, ο Ομέρ πασάς μη δυνάμενος να διαβή τον Άσπρον (Αχελώον) διευθύνθη να περάση διά των Αγράφων εις Λάρισσαν, ο Καραϊσκάκης συνάξας έως χιλίους στρατιώτας προκατέλαβε την διάβασιν αυτών εις τον Άγιον Βλάσην. Οι Τούρκοι, αφ' ού ματαίως εζήτησαν διά λόγου να τον πείσωσι να τους αφήση ελευθέραν την διάβασιν, επεχείρησαν και διά της βίας. Συγκροτηθείσης λοιπόν μάχης, υπερίσχυσαν οι εχθροί και έτρεψαν εις φυγήν το μεγαλήτερον μέρος της στρατιάς του Καραϊσκάκη· αυτός όμως με εκατόν πεντήκοντα στρατιώτας περίπου οχυρωθείς είς τινα δυνατήν θέσιν ανθίστατο εις την ορμήν των εχθρών. Οι Τούρκοι δεν ηκολούθησαν επί πολύ την καταδίωξιν των τραπέντων εις φυγήν, βλέποντες διαμένον ακόμη ακέραιον περί τον Καραϊσκάκην έν μέρος της στρατιάς του. Οι δε τραπέντες εις φυγήν Έλληνες βλέποντες ότι δεν ήτον ο Καραϊσκάκης μαζή των εις την φυγήν, και εννοήσαντες ότι εκλείσθη, εστράφησαν οπίσω με σκοπόν να δώσωσι βοήθειαν εις αυτόν διά να δυνηθή να φύγη. Αλλ' οι εχθροί, οι οποίοι πολεμούντες πολλήν ώραν είχον αποκάμει, βλέποντες επιστρέφοντας τους Έλληνας, ετράπησαν εις φυγήν. Τότε εκπηδήσαντες και οι περί τον Καραϊσκάκην ερρίφθησαν εις τους εχθρούς και τους κατεδίωξαν ικανόν διάστημα, φονεύσαντες υπέρ τους διακοσίους, εν οις οι πλειότεροι Αλβανοί. Εφονεύθη όμως εις ταύτην την μάχην ο Βακογιάννης, ο οποίος συνετέλεσε πολύ και εις το να λάβη τα Άγραφα ο Καραϊσκάκης και εις το να τα διαφυλάξη, και τον οποίον ηγάπα και εσέβετο ο Καραϊσκάκης διά την φρόνησιν και γλυκολογίαν του.

Οι αρχηγοί της νικηθείσης ταύτης στρατιάς επαραπονέθησαν πολλά προς τους εν Λαρίσση Τούρκους διά το έργον τούτο του Καραϊσκάκη· επειδή όμως εκείνοι δεν είχον την αναγκαίαν δύναμιν διά να καταπολεμήσωσι και να εκριζώσωσιν από τα Άγραφα τον Καραϊσκάκην, εξηκολούθουν να προσποιώνται ότι δεν επειράχθησαν από το κίνημα τούτο, περιμένοντες αρμόδιον καιρόν διά να ρίψωσι το προσωπείον· διότι επιχειρισθέντες πολλάκις με τας δυνάμεις των εντοπίων, όχι μόνον δεν έβλαψαν διόλου τον Καραϊσκάκην, αλλά μάλιστα έγειναν αίτιοι να λεηλατισθώσι πολλά χωρία τουρκικά.

Η πολιτική αύτη διήρκεσεν έως εις την εποχήν του πασά της Σκόδρας, ο οποίος ελθών εις Λάρισσαν εζήτησε τον Καραϊσκάκην να υπάγη εις προσκύνησίν του αυτοπροσώπως και όχι ως άλλοτε, ότε έστειλεν ως συγγενείς του ανθρώπους μη έχοντας ουδεμίαν συγγενικήν σχέσιν μετ' αυτού. Ο Καραϊσκάκης, ο οποίος αφ' ενός μέρους επεθύμει να διαμείνη εις Άγραφα, αφ' ετέρου δε δεν ετόλμα να υπάγη εις το μέρος των εχθρών, υποπτεύων και εκδίκησιν διά τα παρελθόντα και απλώς κίνδυνον διά τας συνεχείς πολιτικάς μεταβολάς των τουρκικών πραγμάτων και διά την απιστίαν των Τούρκων, ικανόν καιρόν εταλαντεύετο. Τελευταίον, επειδή είχεν υπερισχύσει ικανώς και το κυριεύον αυτόν πάθος του στήθους, απεφάσισε να αναχωρήση από τα Άγραφα, διότι δεν ήθελε δυνηθή ν' αντικρούση την κατ' αυτού ετοιμασθείσαν εχθρικήν δύναμιν. Μετέβη λοιπόν εις Προυσόν με τριακοσίους περίπου στρατιώτας και τους μεν στρατιώτας έστειλε να συναγωνισθώσι με τον Μάρκον Μπότσαρην εις Καρπενήσιον, όπου και παρευρέθησαν, αυτός δε μετά την μάχην ταύτην, επειδή το πάθος του εγίνετο εντονώτερον, μετέβη εις Ιθάκην διά να τον επισκεφθώσιν ιατροί έμπειροι και να δώση εις εαυτόν την ανήκουσαν περιποίησιν.

Μ' όλον ότι οι ιατροί, αφ' ου εδοκίμασαν το πάθος του, δεν τον έδωκαν ελπίδας ζωής, αυτός μην υποφέρων την εις τας νήσους διατριβήν, και ων φύσεως ανησύχου, εξήλθε πάλιν εις Μεσολόγγιον και εζήτει να διορισθή αρχηγός των όπλων της επαρχίας Αγράφων αλλ' εκεί, ωφεληθείς από την απουσίαν αυτού, είχεν ήδη στερεωθή ο Γιαννάκης Ράγκος, ο οποίος ενώ είχε βοηθήσει τον Καραϊσκάκην εις το να κατασταθή εις Άγραφα και είχε συμμεθέξει της εξουσίας, ύστερον είχεν αποβληθή. Ο Καραϊσκάκης επαρουσιάσθη εις τον Μαυροκορδάτον, Διευθυντήν τότε της Δυτικής Ελλάδος, και εζήτει επιμόνως να διορισθή εις την επαρχίαν των Αγράφων, αλλά το πρόβλημά του δεν εισηκούσθη.

Δυσαρεστηθείς διά τούτο από τον Μαυροκορδάτον, και φανερώς εναντίον αυτού έλεγε και κρυφίως ωργάνιζε τους διαφόρους αρχηγούς να τους ελκύση εις βοήθειάν του, και δεν άργησε να σύρη προς το μέρος του ικανούς, καθώς τους Τζαβέλας και άλλους, και να γένη τρόπον τινά κέντρον όλων των δυσαρεστημένων από την διοίκησιν του Μαυροκορδάτου. Αλλά μ' όλον ότι πολλοί παρέστησαν εις τον Μαυροκορδάτον, ότι ήτον ανάγκη να θεραπευθή το ζήτημα του Καραϊσκάκη, αυτός επέμεινε βιαζόμενος από το άλλο κόμμα το υπερασπιζόμενον τον Ράγκον.

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών καθ' υπερβολήν να επιτύχη το ζήτημά του, και νομίζων ότι ηδύνατο να ωφεληθή από την επικρατούσαν κατ' εκείνην την εποχήν διαίρεσιν εις την Πελοπόννησον, έγραψε προς τον Κολοκοτρώνην, ότι όλοι σχεδόν οι αρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος είναι σύμφωνοι με το πνεύμα του και επιθυμούν να τον συνδράμωσιν, αλλ' ότι εμποδίζονται από τον Μαυροκορδάτον και ολίγους άλλους ομόφρονάς του. Εάν λοιπόν του σταλή έν σώμα τριακοσίων μόνον στρατιωτών Πελοποννησίων, θέλει κατορθώσει να διώξη τον Μαυροκορδάτον και επομένως ότι θέλει υπάγει εις την Πελοπόννησον με όλους τους αρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος. Και τούτο το σχέδιον του Καραϊσκάκη δεν έφερε κανένα καρπόν, είτε διότι ο Κολοκοτρώνης δεν ενόμισε πιθανά τα γραφόμενα, διά να τα αποδεχθή, είτε διότι δεν ήτον εις κατάστασιν να τα βάλη εις ενέργειαν (5)

Ο Καραϊσκάκης και οι Τζαβελαίοι έχοντες ικανήν δύναμιν στρατιωτικήν εις Μεσολόγγιον και Ανατολικόν και δυσαρεστημένοι, ως είπομεν, ούτε αυτοί εφέροντο με την ανήκουσαν ευταξίαν, αντεκδικούμενοι τρόπον τινά δι' όσα ενόμιζον ότι ηδικήθησαν, ούτε τους στρατιώτας των ατακτούντας συνέστελλον. Ενώ λοιπόν ο Καραϊσκάκης διέτριβεν εις Ανατολικόν, είς εκ των πρώτων αξιωματικών του ατακτήσας εις Μεσολόγγιον επιάσθη και ερραβδίσθη παρά των εντοπίων. Τούτο μαθών ο Καραϊσκάκης στέλλει και συλλαμβάνει δύο των προκρίτων Μεσολογγίου και τους μεταφέρει εις Ανατολικόν διά να κάνη την αντεκδίκησιν. Εταράχθησαν καθ' υπερβολήν διά το κίνημα τούτο του Καραϊσκάκη όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου και καθώς συμβαίνει εις εξαγριούμενον λαόν, ελέγοντο πολλά περί εξώσεως του Καραϊσκάκη και των μετ' αυτού Σουλιωτών από το Μεσολόγγιον και άλλα όμοια, διά τα οποία μερικοί απεσταλμένοι από τον Καραϊσκάκην επήγαν αιφνηδίως και εκυρίευσαν το Βασιλάδι. Τούτο έτι μάλλον ετάραξε τους Μεσολογγίτας· διότι υπώπτευσαν ότι δεν ήτο αποτέλεσμα των τρεχουσών ταραχών, αλλ' εκ προμελέτης σχέδιον.

Ενώ διά ταύτα είχεν αυξήσει αρκετά ο βρασμός μεταξύ των δύο αντιφερομένων μερών, προσετέθη και νέον υποψίας αίτιον κατά του Καραϊσκάκη. Εκοινοποιήθη ότι κάποιος Κωνσταντής Βουλπιώτης εστάλη παρά του Καραϊσκάκη εις τον Ομέρ πασά Βρυόνην διά να του υποσχεθή από μέρους του, ότι θέλει του παραδώσει το Μεσολόγγιον και Ανατολικόν (6). Η επιστολή αύτη από μέρους του Καραϊσκάκη προς τον Ομέρ Βρυόνην είχε γένει τω όντι (7) και επειδή ο Βουλπιώτης εξωμολογείτο τρόπον τινά το σφάλμα του, έδωκεν αιτίαν εις το να φανή το πράγμα πιστευτόν εις πολλούς· ωφελούμενοι λοιπόν από την περίστασιν ταύτην οι εχθροί του Καραϊσκάκη, επέκειντο τολμηρότερον κατ' αυτού· οι δε φίλοι του διά την οποίαν και αυτοί οι ίδιοι έλαβον υποψίαν περί αυτού του πράγματος, απέβησαν ατολμότεροι εις την υπεράσπισιν αυτού, ώστε και οι μετ' αυτού Σουλιώται μετεκάλεσαν τους κυριεύσαντας το Βασιλάδι, όντας εκ των στρατιωτών των, και το άφησαν πάλιν εις την εξουσίαν των Μεσολογγιτών.

Επειδή λοιπόν από την εξομολόγησιν του Βουλπιώτου ανεκαλύπτετο προδοσία, διωρίσθη από τον Μαυροκορδάτον επιτροπή διά να εξετάση την κατηγορίαν ταύτην. Μετεφέρθησαν και πολλά διοικητικά στρατεύματα διά να διώξωσι διά της βίας τον Καραϊσκάκην, αν εκουσίως δεν ήθελεν αναχωρήσει με τους υπ' αυτόν από Ανατολικόν. Ο Καραϊσκάκης όμως είχε προηγουμένως μεταφέρει εις Ανατολικόν και τους εν Μεσολογγίω στρατιώτας του και τους των συμβοηθών του και είχεν οχυρωθή, εις τας οικίας, ώστε οι εναντίοι του δεν ετόλμων να επιφέρωσι βίαν εις αυτόν, διότι εφοβούντο τα αποτελέσματα ενός πολέμου, όστις ήθελε γένει εν τω μέσω γυναικών και παιδίων και πολλών αόπλων πολιτών, και διότι έβλεπον τον αποφασιστικόν τρόπον του Καραϊσκάκη. Επροσπάθησαν λοιπόν με διαφόρους τρόπους, ώστε τρόπον τινά τον επειθανάγκασαν να εξέλθη από το Ανατολικόν με όλους τους μετ' αυτού.

Ο Μαυροκορδάτος και η παρ' αυτού διορισθείσα επιτροπή ομού με άλλους τινάς των αξιωματικών του στρατιωτικού διεκήρυξαν προδότην τον Καραϊσκάκην, του αφήρεσαν τον βαθμόν και τον διέταξαν να αναχωρήση από την Δυτικήν Ελλάδα. Αφ' ού κατ' αυτόν τον τρόπον διετέθησαν τα πράγματα, ολίγοι ήσαν πλέον οι αμφιβάλλοντες διά την προδοσίαν ταύτην. Επειδή όμως ο Βουλπιώτης, όστις υπετίθετο ως όργανον αυτής, έλαβεν υποδοχήν από τον Μαυροκορδάτον αντί της ανηκούσης εις τοιούτον αμάρτημα ποινής, έδωκεν αιτίαν να πιθανολογήσωσιν ότι απέδωκεν εις τον Καραϊσκάκην κατά ζήτησιν των εχθρών αυτού σκοπούς, τους οποίους εκείνος δεν είχε διόλου κατά νουν.

Ό, τι δε πολλοί φρόνιμοι και απαθείς παρατηρηταί εσυμπέραινον περί της υποθέσεως ταύτης είναι το εξής : Ο Καραϊσκάκης επεθύμει να κατασταθή εις Άγραφα· βλέπων δε ότι διά της Διοικήσεως δεν ηδύνατο να το κατορθώση, διότι πλησίον αυτής υπερίσχυε το κόμμα των εναντίων του, επροσπάθει να το κατορθώση δι' όπλων· αλλά επειδή ο τότε αρχηγός της επαρχίας των Αγράφων Ράγκος ήτον σύμφωνος με τον Σούλτσην Κόρτσαν, Οθωμανόν διοικητήν των Τρικκάλων, και ήτον βέβαιον ότι ήθελε λάβει συνδρομήν παρ' αυτού εις πάσαν ανάγκην, ο Καραϊσκάκης εσχεδίασε να καταφύγη εις τον Ομέρ Βρυόνην, όντα εχθρόν του Σούλτση Κόρτσα, διά να λάβη συνδρομήν παρ' αυτού, ώστε να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν. Τοιαύτας ανταποκρίσεις και μυστικάς συνομιλίας μετά των Αλβανών δεν έκαμεν ούτε μόνος ούτε πρώτος. Πολλοί εκ των Αλβανών υπέθαλπον και εκαλλιέργουν τοιαύτας διά να ωφελώνται δι' αυτών εις τας παρά του Σουλτάνου επιφερομένας κατ' αυτών επιδρομάς και εις τας μεταξύ των έριδας.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ου εξήλθεν από το Ανατολικόν, απεφάσισε να υπάγη, εις Άγραφα διά να δοκιμάση να κατασταθή διά των ιδίων του όπλων εις την επαρχίαν ταύτην· αποκρύπτων όμως τον αληθή αυτού σκοπόν, εκοινοποίησεν ότι πηγαίνει να πολεμήση όπου εύρη Τούρκους διά να αποδείξη ψευδή τα κατ' αυτού λεγόμενα. Οι λόγοι του δεν εφάνησαν πιστευτοί, αλλά και κανείς δεν ημπορούσε να τον εμποδίση από του να κινηθή, διότι χειροπιαστή αιτία δεν υπήρχε και διότι είχεν όχι ευκαταφρόνητον στρατιωτικήν δύναμιν· μ' όλον ότι ήτο κατατρεγμένος από την Διοίκησιν και ασθενής εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν ηδύνατο, όταν εξήλθεν από το Ανατολικόν, ουδέ έφιππος να σταθή. Ο Στορνάρας λοιπόν κατά διαταγήν της Διοικήσεως έμελλε να παρατηρή τα κινήματά του, οι δε λοιποί στρατηγοί ήσαν ιδεασμένοι να εμποδίσωσιν αυτόν από παν κατά των Αγράφων κίνημα, όταν ήθελον ιδεί ότι επεχειρίζετό τι τοιούτον.

Ο Καραϊσκάκης συνεννοούμενος και με τον Ανδρέαν Ίσκον, ο οποίος του ευκόλυνε την διάβασιν, διέβη εις Ασπροπόταμον, εκείθεν έγραψεν εις τον επίτροπον του Σούλτση Κόρτζα Αλβανόν, ότι αυτός καταδιωγμένος από τους Έλληνας έρχεται εις τα Άγραφα, όπου αν οι Τούρκοι συνεργήσωσι να κατασταθή, θέλει αποβή ωφελιμώτατος εις αυτούς. Οι Τούρκοι όντες πολλά αδύνατοι κατ' εκείνην την εποχήν, έκλιναν εις το να του δώσωσι διαταγήν να κατασταθή καπιτάνος εις Άγραφα· υπώπτευον μ' όλον τούτο ότι ο καθ' αυτό σκοπός του κινήματος του Καραϊσκάκη δεν είναι ο προβαλλόμενος, αλλ' ότι υποκρύπτεται τι στρατήγημα, το να προσποιήται αυτός μεν ότι διώκεται, οι δε άλλοι, οι κατ' αυτού ερχόμενοι, ότι τον διώκουσι, διά να εισβάλωσιν εξαίφνης εις τα Άγραφα και τα δύο κόμματα και να βλάψωσι τους Τούρκους ευρίσκοντες αυτούς ολίγους και ανετοίμους.

Ο Ράγκος αφού διά πολλών τρόπων επροσπάθησε ν' αποδείξη εις τους Τούρκους, ότι ο Καραϊσκάκης είναι τω όντι κατατρεγμένος από την Διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος και ότι τα κινήματά του ταύτα είναι έργα απελπισίας, μόλις τελευταίον τους έπεισε να μη δεχθώσι το πρόβλημα του Καραϊσκάκη, αλλ' εκ συμφώνου να τον πολεμήσωσι και να τον καταστρέψωσιν. Ενώ λοιπόν ο Καραϊσκάκης είχε τοποθετηθή εις τον Κόζιακα του Ασπροποτάμου, επήγε κατ' αυτού ο Ν. Στορνάρης, ο Λιακατάς, ο Ράγκος και άλλοι τινές και τον επολέμησαν. Η μάχη δεν είχε σημαντικά αποτελέσματα ούτε διά το έν μέρος ούτε διά το άλλο. Ιδών όμως ο Καραϊσκάκης ότι εκεί ήθελεν αποκλεισθή, ανεχώρησε κρυφίως την νύκτα· και επειδή είχε μάθει ότι ο Σούλτσης Κόρτσας με χιλίους περίπου Τούρκους είχε προκαταλάβει τας Πόρτας, όπου ήτον η πιθανωτέρα διάβασις αυτού, κατέβη εις την πεδιάδα του Μολαληκίου, όπου δεν επιθανολογούσαν ποτέ οι Τούρκοι ότι ήτο δυνατόν να καταβή, και εμβήκεν εις την επαρχίαν των Αγράφων καταδιωκόμενος και από Τούρκους και από Έλληνας.

Αλλ' ενώ τον ηκολούθουν τοσούτοι κατά πόδας, ο Ράγκος προλαβών δι' άλλης οδού εβγήκεν έμπροσθεν αυτού, ώστε ο Καραϊσκάκης ηναγκάσθη και αύθις να ακροβολισθή. Έπειτα μέρος μεν των κατ' αυτού στρατευμάτων έμεινεν οπίσω, μέρος δε τον ηκολούθει καταδιώκον· εκινήθησαν ταυτοχρόνως κατ' αυτού και οι εις Μαυρίλου ευρισκόμενοι Τούρκοι, ώστε περικυκλωθείς ηναγκάσθη να πολεμήση και τρίτον, κλεισθείς εις το μοναστήριον της Βράχας· εις την μάχην ταύτην από μεν τους του Καραϊσκάκη εφονεύθησαν ο Αντώνιος Ζαραλής και άλλοι τινές, από δε τους πολιορκούντας Τούρκους και Έλληνας εφονεύθησαν έως τεσσαράκοντα. Έφυγε δε και εκείθεν την νύκτα ο Καραϊσκάκης και μετέβη εις την επαρχίαν Καρπενησίου, όπου έλαβεν υποδοχήν από τους Γιολδασαίους, όντας κατ' εκείνην την εποχήν φίλους του.

Αφ' ού ησύχασεν ολίγον εις Καρπενήσιον, έγραψεν εις τον Μαυροκορδάτον απολογούμενος τρόπον τινά και ζητών συγχώρησιν (8) Αλλ' επειδή δεν ήτο πλέον επίφοβος και επειδή επέμενον πολλά όλοι οι εναντίοι του και προ πάντων ο Τσιώγκας και Ράγκος, οι οποίοι δι' αλλεπαλλήλων γραμμάτων εβίαζον τον Μαυροκορδάτον όχι μόνον να μην του δώση την συγχώρησιν, αλλά μάλιστα και να τον κατατρέξη όσον το δυνατόν σκληρότερα, εστάθη αδύνατον να επιτύχη την συγχώρησιν. Βλέπων λοιπόν ότι δεν ήτον δυνατόν να υπάρξη μεταξύ τοσαύτης εναντιότητος και από μέρους των στρατηγών (9) και από την ιδίαν διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος, απεφάσισε να αναχωρήση από αυτά τα μέρη, μετέβη δε εις Ναύπλιον, όπου τότε η Διοίκησις, καταβαλούσα τους εναντιωθέντας εις την στερέωσιν αυτής Πελοποννησίους, είχε κατασταθή ισχυρά.

Εις Ναύπλιον εύρε και τον Οδυσσέα, και επειδή ουδ' εκείνος δεν έχαιρε την υπόληψιν του κοινού και της Κυβερνήσεως, συνενώθησαν στενώς μεταξύ των διά να βοηθώνται αμοιβαίως εις πάσαν περίστασιν. Συμφώνως λοιπόν αμφότεροι εζήτησαν από το Εκτελεστικόν διαταγάς να εξέλθωσιν εις την Στερεάν Ελλάδα, έχοντες έκαστος υπ' αυτόν χιλίους μισθωτούς στρατιώτας, και ο μεν Οδυσσεύς να διορισθη αρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος, ο δε Καραϊσκάκης αρχηγός των όπλων της επαρχίας Αγράφων. Βοηθούμενοι από τον Κολέττην, τον οποίον είχον κατορθώσει να πείσωσιν, είχον πολλάς ελπίδας ότι θέλουν κατορθώσει τα ζητήματά των. Ενώ εταλαντεύετο ο Κουντουριώτης, διότι από μεν τους εν Μεσολογγίω εμάνθανεν ότι ο Καραϊσκάκης ήτον προδότης, από δε τον Κολέττην εβεβαιόνετο ότι η κατηγορία είχε την πηγήν της από την φατρίαν, ο Γεώργιος Αινιάν (10) νεωστί τότε ελθών από Μεσολόγγιον, κατέπεισε τον Κουντουριώτην να μην αποδεχθή τα ζητήματα αυτών, κυρίως όμως το του Καραϊσκάκη, λέγων ότι ο εις Άγραφα πηγαιμός αυτού ήθελε ταράξει μεγάλως τα πράγματα της Δυτικής Ελλάδος και ήθελε καταστήσει όλως διόλου ανίσχυρον την εκεί διοίκησιν, εάν ήθελον ακυρωθή τα παρ' αυτής περί Καραϊσκάκη αποφασισθέντα και πραχθέντα.

Αφ' ού μεταχειρισθέντες διαφόρους τρόπους δεν κατώρθωσαν τίποτε, ανεχώρησαν δυσαρεστημένοι από Ναύπλιον. Έμειναν δε εις Άργος, ελπίζοντες ότι η υποψία του μήπως κατασταθώσιν επιβλαβείς εις το έθνος, θέλει μεταπείσει την Διοίκησιν να συγκατατεθή εις τα ζητήματά των· αλλά βλέποντες την αυτήν επιμονήν, εζήτησαν πλαγίως να τους δοθώσι διαταγαί να εκστρατεύσωσιν εις την Ανατολικήν Ελλάδα με τριακόσιους μισθωτούς στρατιώτας έκαστος. Η Κυβέρνησις απεδέχθη το ζήτημά των και εξέδωκε τας αναγκαίας διαταγάς· και ούτως αυτοί ανεχώρησαν.

Μόλις έφθασαν εις Σάλωνα, όπου ήσαν συγκεντρωμένα μερικά στρατεύματα, και αναγγέλλεται εις την Διοίκησιν ότι ο Οδυσσεύς ανταποκρίνεται και συνεννοείται μετά των εχθρών. Ενομίσθη και ο Καραϊσκάκης συμμέτοχος διά την μετά του Οδυσσέως φιλίαν· αλλά δεν ήτον αληθές. Η Κυβέρνησις φοβουμένη τας της αγανακτήσεως αυτών ενδεχομένας συνεπείας και θέλουσα να τας προλάβη, διώρισεν έφορον των στρατευμάτων της Στερεάς Ελλάδος τον Γεώργιον Αινιάνα, όστις είχεν ικανάς σχέσεις μετά των λοιπών στρατηγών και οπλαρχηγών της Ρούμελης. Όταν ο Αινιάν έφθασεν εις Σάλωνα, ο Οδυσσεύς και ο Καραϊσκάκης έχοντες μεγαλειτέραν ισχύν εις το στρατόπεδον και θέλοντες να εκδικηθώσι διά τα εις Ναύπλιον διατρέξαντα, διήγειραν και πολλούς άλλους εναντίον του, ώστε απεφάσισαν όλοι ομού διά να μη τον δεχθώσιν. Αλλ' ενώ ο Αινιάν ειδοποιηθείς ετοιμάζετο να αναχωρήση, ο Καραϊσκάκης μετέβαλε γνώμην, μη θέλων να εξαγριώση επί πλέον την Διοίκησιν εναντίον του, και πείθει και τους λοιπούς να μην εναντιωθώσιν.

Ο Καραϊσκάκης μετά τινων ημερών παρέλευσιν διέλυσε την μετά του Οδυσσέως φιλίαν· διότι, ενώ ρητώς από όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς του στρατοπέδου απηγορεύθη αυστηρώς η μετά των Τούρκων ανταπόκρισις, ο Οδυσσεύς όχι μόνον διά γραμμάτων συνεννοείτο μετ' αυτών, αλλά και προσωπικώς ανταμώθη. Τούτο εδυσαρέστησεν όλους εν γένει τους στρατηγούς, προ πάντων όμως τον Καραϊσκάκην, ο οποίος επιθυμών επιμόνως να κατασταθή εις Άγραφα, δεν ήθελε να δώση παραμικράν αιτίαν υποψίας ή δυσαρεσκείας εις την Διοίκησιν, μάλιστα εφρόντιζε να αθωωθή εντελώς και να συγχωρηθή διά όλα τα διατρέξαντα προλαβόντως.

Επειδή δε είχον παραστήσει εις την Διοίκησιν, ότι οι κάτοικοι της επαρχίας Αγράφων δεν ήθελον τον Καραϊσκάκην και ότι αν ήθελε διορισθή εκεί, ήθελον προέλθη πολλά σκάνδαλα, εστοχάσθη αυτός ότι διά να αναιρέση ταύτα, ήτον ανάγκη να κατορθώση τους κατοίκους να τον ζητήσωσι δι' αναφοράς των. Απέστειλε λοιπόν εκεί τινάς των οικείων του, και οι κάτοικοι των Αγράφων, ή τουλάχιστον έν μέρος ικανόν, είτε διά φόβον του Καραϊσκάκη, είτε αληθώς δυσαρεστούμενοι από τον Ράγκον, συνελθόντες απεφάσισαν να τον ζητήσωσι παρά της Διοικήσεως, εις την οποίαν και απέστειλαν επί τούτω τέσσαρας αντιπροσώπους αυτών. Η Διοίκησις αφ' ού κατ' αρχάς εναντιώθη, τελευταίον μη θέλουσα να παροξύνη επί πλέον τον Καραϊσκάκην, φερόμενον καλώς, και διά να συμβιβάση οπωσούν το πράγμα, ώστε να μην έχη επιβλαβείς συνεπείας, εις μεν το ήμισυ της επαρχίας κατέστησεν αρχηγόν τον Καραϊσκάκην, εις δε το άλλο ήμισυ άφησεν αρχηγόν τον Ράγκον. Ο Καραϊσκάκης, αν και με τούτο δεν ευχαριστήθη, εσιώπησεν όμως, ελπίζων ότι εις δευτέραν ευκαιρίαν θέλει κατορθώσει εντελώς τον σκοπόν του.

Διά τον συμβάντα κατ' εκείνην την εποχήν δεύτερον ανταρτικόν πόλεμον διετάχθη και ο Καραϊσκάκης, καθώς και όλα σχεδόν τα της Στερεάς Ελλάδος στρατεύματα, να μεταβή εις Πελοπόννησον. Συμμετέσχε των κατά του Ζαΐμη αγώνων εις Κερπινήν, και ακολουθών τον Κολέττην, όντα αρχηγόν της κατά των ανταρτών εκστρατείας, διέβη πολλάς επαρχίας της Πελοποννήσου έως εις Αρκαδίαν και Μεσσηνίαν, ότε κατά πρώτον έφθασε το πρώτον μέρος των Αιγυπτιακών στρατευμάτων.

Ο Κολέττης ανεκαλέσθη τότε και εξεστράτευσε κατά του Ιμβραήμη ο Κουντουριώτης. Υπό την οδηγίαν αυτού διωρίσθη και ο Καραϊσκάκης, καθώς και τα λοιπά στρατεύματα, και παρευρέθη εις την εν Κρομμυδίω μάχην, εις την οποίαν ενικήθησαν και εβλάφθησαν σημαντικά οι Έλληνες. Επειδή δε η αποτυχία αύτη απεδόθη εις την ανικανότητα του Σκούρτη, τον οποίον είχε διορίσει ο Κουντουριώτης επί κεφαλής όλων των στρατευμάτων, ο Καραϊσκάκης, όστις δεν είχε διόλου εις την γλώσσαν του χαλινόν, δεν περιωρίσθη μόνον εις περιφρονητικάς εκφράσεις και πικρούς σαρκασμούς κατά του Σκούρτη, επροχώρησε και εις κατηγορίας κατά του Κουντουριώτου διά την τοιαύτην εκλογήν, ώστε τον εδυσαρέστησε σημαντικά. Έτι μάλλον ηύξησε την δυσαρέσκειαν και η δυσπιστία την οποίαν έλαβε προς τον Κουντουριώτην διά την προς τον Μαυροκορδάτον εμπιστοσύνην και σχέσιν του. Ο Καραϊσκάκης έχων αδιάλλακτον εχθρόν τον Μαυροκορδάτον, του οποίου τας οδηγίας εφαίνετο ότι ηκολούθει ο Κουντουριώτης, δεν ήλπιζε να περάση καλώς εις την οποίαν ευρίσκετο θέσιν. Συνέβη να δυσαρεστηθώσι και άλλοι πολλοί δι' άλλας αίτιας, ώστε ο Καραϊσκάκης γενόμενος κέντρον όλων των τοιούτων εις ολίγον διάστημα καιρού ευρέθη με έν σώμα δισχιλίων περίπου στρατιωτών συμφώνων μετ' αυτού (11).

Ενώ τα πράγματα ήσαν εις τοιαύτην στάσιν, ανηγγέλθη ότι ικανά τουρκικά στρατεύματα επροχώρησαν εις τας επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος· ο Καραϊσκάκης με τους αρχηγούς του ομοφρονούντος με αυτόν στρατεύματος, επιθυμών και προλαβόντως να αναχωρήση εκείθεν, άμα ήλθεν η είδησις αύτη, εζήτησε την άδειαν από τον Κουντουριώτην, προβάλλων ότι οι στρατιώται, ως έχοντες τας οικογενείας των εις την Στερεάν Ελλάδα και όντες αναγκασμένοι να υπάγωσι να τας υπερασπισθώσιν, ήθελον λειποτακτήσει, εάν δεν τους εδίδετο η άδεια να εκστρατεύσωσιν εις τας πατρίδας των. Ο Κουντουριώτης βλέπων ότι η αναχώρησις εκείνου του σώματος ήθελε δώσει αφορμήν και εις πολλά άλλα διά να πράξωσι το ίδιον, δεν συγκατένευσεν αλλ' ο Καραϊσκάκης με τους συν αυτώ ανεχώρησε και χωρίς άδειαν, και μετέβη εις Ναύπλιον. Άμα ανεχώρησεν ο Καραϊσκάκης, ο Κουντουριώτης έγραψε προς το Εκτελεστικόν όχι μόνον να μην δεχθή τον Καραϊσκάκην και τους συν αυτώ αρχηγούς, αλλά μάλιστα να καθαιρέση των αξιωμάτων αυτούς και να διαλύση τα σώματά των. Το Εκτελεστικόν όμως δεν εστοχάσθη αρμόδιον να μεταχειρισθή τοιούτον αυστηρόν μέτρον εναντίον ενός σώματος από δισχιλίους στρατιώτας, καθ' ην εποχήν ο Ιμβραήμης άρχισε να προοδεύη εις την Πελοπόννησον και οι Τούρκοι εις την Στερεάν Ελλάδα ελεηλάτουν πολλάς επαρχίας· όθεν λαβόν και την γνώμην της Βουλής, επεριποιήθη αυτό, και αφ' ού το εφωδίασε με χρήματα, τροφάς και πολεμοφόδιά, το απέστειλεν εις την Στερεάν Ελλάδα κατά την ζήτησίν του.

Ο τρόπος της υποδοχής ταύτης εφάνη παράδοξος εις πολλούς· διότι ηλπίζετο να βάλη το Εκτελεστικόν εις πράξιν αν όχι όλα, μέρος καν των όσα έγραψε κατ' αυτών ο Κουντουριώτης, διά να μη λάβωσιν αιτίαν απειθείας και τα λοιπά στρατεύματα, απεδόθη δε εις τον Κολέττην, ο οποίος είχε τότε όλην την ισχύν εις το Εκτελεστικόν, καθώς εις αυτόν απεδόθη και η αιτία της από Νεόκαστρον αναχωρήσεως του Καραϊσκάκη, επί σκοπώ του να ματαιώση την εκστρατείαν ταύτην, την οποίαν ήρπασε τρόπον τινά από τας χείρας του η προς αυτόν έχθρα και αντίπραξις του Μαυροκορδάτου.

Αναχωρήσας από Ναύπλιον ο Καραϊσκάκης μετέβη εις την Στερεάν Ελλάδα (12) καθ' ην εποχήν ο Γκούρας είχε λάβει υπό την εξουσίαν του και ετοίμαζε να πέμψη εις την Κυβέρνησιν τον Οδυσσέα, ο οποίος υποπτεύσας από μέρους των Τούρκων κίνδυνον είχεν επιστρέψει πάλιν εις τους Έλληνας. Το έργον του Γκούρα δεν εφάνη αρεστόν ούτε εις τον Καραϊσκάκην, ούτε εις τους λοιπούς αρχηγούς, διότι εφοβούντο το παράδειγμα. Ο Γκούρας υποπτεύσας ότι ηδύναντο και διά της βίας να αποσπάσωσιν από τας χείρας του τον Οδυσσέα και να τον ελευθερώσωσι, τον διευθύνε κρυφίως εις το φρούριον των Αθηνών.

Ο Καραϊσκάκης με όλους τους μετ' αυτού στρατηγούς διέβη εις τα πέριξ της πόλεως Σαλώνων, όπου εστρατοπέδευσεν ο Κεχαγιάς του Κιουταχή. Εις την Ανατολικήν Ελλάδα ήτον τότε διωρισμένος γενικός αρχηγός ο Γκούρας, ώστε όλα τα εις την Ανατολικήν Ελλάδα στρατεύματα ήσαν υπό την οδηγίαν του. Αλλ' ο Καραϊσκάκης, είτε διά την φυλάκωσιν του Οδυσσέως, είτε νομίζων ανίκανον τον Γκούραν διά τοιαύτην αρχηγίαν, είτε τέλος διά το ανήσυχον και φιλόδοξον πνεύμα του διεφέρθη εντόνως μετ' αυτού, ώστε η Διοίκησις μη θέλουσα ούτε από τον Γκούραν να αφαιρέση την αρχηγίαν, διότι όχι μόνον δεν ήτον υπεύθυνος, αλλ' είχεν έτι και ικανά σώματα υπακούοντα εις τας διαταγάς του, ούτε τον Καραϊσκάκην να δυσαρεστήση, υποστηριζόμενον από μέγα μέρος Σουλιωτών, εύρε μέσον αρμόδιον προς κατάπαυσιν το να μη μένωσι και οι δύω εις το αυτό στρατόπεδον. Όθεν επειδή του Μεσολογγίου η πολιορκία απέβαινεν ολοέν στενωτέρα, η Διοίκησις διώρισε τον Καραϊσκάκην (13) να υπάγη να τοποθετηθή εις κανέν εύθετον μέρος περί το εχθρικόν στρατόπεδον, το πολιορκούν το Μεσολόγγιον, όπου βλάπτων τους εχθρούς από τα οπίσθια, να αποσπά προς αυτόν τας δυνάμεις των και να ελαφρύνη οπωσούν τους πολιορκουμένους. Μεταβάς λοιπόν εις Λιδωρίκι και εκείθεν συνεννοηθείς και με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, επήγε με όλους εις Καρπενήσι, όπου ήτον έν μικρόν σώμα εχθρών, εις τους οποίους μέρος των πλησιοχώρων κατοίκων είχεν υποταχθή.

Επιπεσών εις αυτούς τους ηνάγκασε να κλεισθώσιν εις τας οικίας· επειδή όμως η καταστροφή αυτών ήτον μακροτέρας πολιορκίας έργον, παρ' όσον αι ανάγκαι του Μεσολογγίου τον εσυγχώρουν να διατρίβη μακράν αυτού, ευχαριστήθη μόνον να λάβη μερικάς τροφάς από τους εχθρούς και από τους κατοίκους των πέριξ χωρίων και ανεχώρησεν εις Πλάτανον των Κραββάρων.

Δύο ημέρας μετά το φθάσιμον του Καραϊσκάκη εις Πλάτανον έφθασεν εκεί και ο στρατηγός Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς και ικανόν σώμα στρατιωτών. Μετά ταύτα συνελθόντες όλοι οι προϊστάμενοι ταύτης της στρατιάς εις Άμπλαν, τόπον των Κραβάρων, και συσκεφθέντες απεφάσισαν να επιπέσωσι διά νυκτός εις το εχθρικόν στρατόπεδον, αφ' ού προειδοποιήσωσιν εν καιρώ και τους εντός του Μεσολογγίου, διά να εξέλθωσι ταυτοχρόνως και αυτοί και να γένη μεγαλητέρα η σύγχυσις και η φθορά του εχθρού. Κατ' αυτήν την απόφασιν δύω χιλιάδες περίπου Έλληνες, χωρίς να φέρωσι μεθ' εαυτών αποσκευάς, αλλά έχοντες έκαστος εις τον ώμον του τεσσάρων ημερών τροφάς, εκίνησαν προς το εχθρικόν στρατόπεδον με την μεγαλητέραν δυνατήν μυστικότητα, την μεν νύκτα περιπατούντες δι' ασυνειθίστων δρόμων και ατραπών, την δε ημέραν κρυπτόμενοι εις δάση και τόπους, όπου δεν εσύχναζον άνθρωποι, μόλις μετά τετραήμερον νυκτοπορείαν έφθασαν εις εν δάσος του Ζυγού, δύω ώρας περίπου απέχον του εχθρικού στρατοπέδου, όπου κρυφθέντες απεφάσισαν να διημερεύσωσιν, έως ου να αναλάβωσιν εντελώς τας δυνάμεις των, και την επιούσαν νύκτα να βάλωσιν εις πράξιν το σχέδιον.

Τινές από το εχθρικόν στρατόπεδον, μ' όλον ότι προχωρήσαντες διά να κόψωσι ξύλα επλησίασαν πολύ εις το μέρος, όπου ήσαν οι Έλληνες, δεν ημπόρεσαν μ' όλον τούτο να τους εννοήσωσι, τόσον επιδεξίως είχον κρυφθή εις τους θάμνους και τα σύδενδρα μέρη και τόσον μεγάλην σιωπήν και ησυχίαν διετήρησαν. Προς το εσπέρας δε, επειδή εφάνησαν πλησίον των Ελλήνων τρεις χριστιανοί εκ των ακολουθούντων ως υπηρέται το εχθρικόν στρατόπεδον, ο Καραϊσκάκης έστειλε τινάς των στρατιωτών διά να τους συλλάβωσιν, οι οποίοι και εξετέλεσαν επαξίως την διαταγήν. Από τους χριστιανούς τούτους επληροφορήθη ο Καραϊσκάκης την κατάστασιν του εχθρικού στρατοπέδου και ωδηγήθη εις την έφοδον. Αφ' ού το βαθύ σκότος της νυκτός διεδέχθη το τόσον οχληρόν εις τους Έλληνας φως του ηλίου, εξελθόντες αφόβως και ησύχως από τα καταφύγιά των συνήχθησαν όλοι ομού και προετοιμάσθησαν.

Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός ο Καραϊσκάκης διώρισε και έκαμαν τρεις φανούς εις μέρος, όπου οι μεν εν Μεσολογγίω (προς τους οποίους είχε δοθή τούτο σύνθημα επιθέσεως) να τους ίδωσιν, εις δε τους εχθρούς, να μείνωσιν αόρατοι. Έπειτα διαιρέσας εις τρία σώματα τους Έλληνας διά να επιπέσωσιν από διάφορα μέρη κατά των εχθρών, αυτός επί κεφαλής ενός, το οποίον έμελλε να προσβάλη εις τας σκηνάς του Κιουταχή, ώρμησε με προθυμίαν κατά των εχθρών. Έφθασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον κατά την τετάρτην ώραν της νυκτός, ότε οι Τούρκοι ήσαν ανυπόπτως βυθισμένοι εις το πρωτοΰπνιον, οδηγηθέντες από τόπους αρμοδίους· ούτε από τας προφυλακάς των εχθρών εννοήθησαν, ούτε από τους εις το στρατόπεδον, ειμή όταν έφθασαν πλέον εις τας ακρινάς σκηνάς· τότε δε εκκενώσαντες όλοι ταυτοχρόνως τα πυροβόλα των εφώρμησαν εις τους εχθρούς, οι οποίοι εκπλαγέντες διά το απροσδόκητον άφησαν ερήμους τας πλειοτέρας σκηνάς των και έφευγον εις το μέρος όπου εστρατοπέδευεν ο Κιουταχής, το οποίον ήτο περιασφαλισμένον με βαθείας τάφρους και οχυρώματα. Εφώρμησαν και εκεί οι Έλληνες με την ελπίδα του να τους αποτινάξωσι και να τους σκορπίσωσιν, αλλ' αντικρουσθέντες και εμποδιζόμενοι και από το βάθος των τάφρων, δεν ημπόρεσαν να προχωρήσωσι. Λαβόντες λοιπόν καιρόν οι εχθροί και συνελθόντες από τον εξαφνικόν φόβον ενεθαρρύνοντο και επεχείρουν να εξέρχωνται κατά των Ελλήνων, οι οποίοι είχον στραφή τότε εις τα λάφυρα. Συγχρόνως και το ιππικόν το περιπολεύον κατά νύκτα το στρατόπεδον, συγκεντρωθέν επέπιπτε κατά των Ελλήνων. Αυτοί δε διά το ήδη ανατέλλον φως της Σελήνης (το οποίον ήτον κατά πάντα εναντίον εις το επιχείρημά των), όχι ολιγώτερον δε και διά την εις τους εχθρούς γνωστοποίησιν του συνθήματός των, ηναγκάσθησαν να αναχωρήσωσιν από το εχθρικόν στρατόπεδον. Οι δε εντός του Μεσολογγίου, άμα είδον τους φανούς, προετοιμάσθησαν και ακούσαντες των άλλων την συμπλοκήν, ώρμησαν κατά των εχθρών, τους εξέβαλον από τινας προμαχώνας, έλαβον δι' ικανήν ώραν υπό την εξουσίαν των τα εν αυτοίς κανόνια και επροχώρησαν ικανώς προς το μέρος όπου επολέμουν οι μετά του Καραϊσκάκη, αλλ' αφ' ού εκείνοι ανεχώρησαν, ηναγκάσθησαν και αυτοί να επανέλθωσιν εις τα ίδια.

Η νυκτομαχία αύτη διήρκεσε περισσότερον από δύο ώρας. Εφονεύθησαν από μεν τους μετά του Καραϊσκάκη υπέρ τους εξήκοντα, εν οις μόνον είς αξιωματικός· των δε εχθρών η φθορά συμπεραίνεται μεν να έγεινε πολλά σημαντική, καθαρά όμως πληροφορία περί της αληθούς ποσότητος δεν υπάρχει, διότι, ως λέγουσιν, ο Κιουταχής, διά να μη γνωστοποιηθή η φθορά και φέρη δειλίαν εις τα στρατεύματά του, διώρισε και έθαψαν πολλά σώματα εις ένα και τον αυτόν τάφον.

Ολίγας ημέρας μετά την νυκτομαχίαν ταύτην (30 Ιουλίου) ο Καραϊσκάκης υπήγε κατά των εις Πετροχώρι στρατοπεδευμένων εχθρών, επί κεφαλής των οποίων ήτον ο Άγος Μουχουρδάρης. Οι Έλληνες επιπεσόντες από διάφορα μέρη, εκυρίευσαν πολλά από τα ποίμνια των εχθρών βόσκοντα περί το χωρίον. Οι Τούρκοι εξελθόντες εις υπεράσπισιν αυτών, συνεπλάκησαν με τους Έλληνας και ηκροβολίζοντο όλην σχεδόν την ημέραν περί δε το εσπέρας οι εχθροί επιστρέφοντες εις τας σκηνάς των κατεδιώχθησαν από τους Έλληνας με ολίγην βλάβην των.

Μετά τούτο ο Καραϊσκάκης εστρατοπέδευσεν εις Δερβέκισταν, ανταποκριθείς δε μετά των εντός του Μεσολογγίου και πληροφορηθείς περί της ανάγκης νέας στρατιωτικής βοηθείας, συνεκάλεσεν όλους τους προκρίτους της στρατιάς του και τους επρόβαλε την ανάγκην και το ζήτημα των εντός του Μεσολογγίου. Μετά τινα σκέψιν λοιπόν απεφασίσθη να εισέλθη εις Μεσολόγγι ο στρατηγός Κήτσος Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς, έχοντες όλοι ομού έως εξακοσίους στρατιώτας δοθέντας κατ' αναλογίαν από τα διάφορα σώματα, το οποίον και εγένετο περί τας αρχάς του Αυγούστου.

Ο δε Καραϊσκάκης επιθυμών ν' αποδιώξη τον Άγον Μουχουρδάρην από Πετροχώρι και μη έχων ικανήν δύναμιν διά να το εκτελέση διά των όπλων, επενόησε το ακόλουθον στρατήγημα, το οποίον και επέτυχε θαυμασιώτατα. Διώρισε διάφορα μικρά σώματα να περιφέρωνται εις τα περί το Πετροχώρι δάση τουφεκίζοντα, ανάπτοντα φωτίας την νύκτα και κάμνοντα καπνούς την ημέραν. Τούτο διέταξε να κάμνωσι και όλοι οι εις τα πέριξ χωρία θερίζοντες. Την δε εβδόμην του Αυγούστου διέταξε το μεγαλήτερον μέρος της στρατιάς του να διαβή το μέρος εκείνο του ποταμού, όθεν έπαιρνον οι εχθροί νερόν, και να τοποθετηθή εκεί πλησίον· αυτός δε με το λοιπόν στράτευμα διέβη εις χωρίον Μποτίνου. Την νύκτα διώρισε και ετουφέκιζον κατά σύνθημα τριγύρω εις Πετροχώριον, άναψαν πολλάς πυράς, έκαμαν θορύβους και φανούς καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός, ώστε μόλις άρχισε να φαίνεται το φως της ημέρας, και οι εχθροί λαβόντες βιαίως εκ των πραγμάτων των όσα ήσαν ευμετακόμιστα, έφευγον αφήσαντες όλας τας σκηνάς και τας βαρυτέρας αποσκευάς· από δε τους Έλληνας άλλοι ερρίφθησαν εις τα εν Πετροχωρίω λάφυρα και άλλοι κατεδίωκον ακολουθούντες εξ οπίσω τους εχθρούς. Διότι απ' έμπροσθεν ήτον αυστηρώς απηγορευμένον να τους αντικρούσωσι. Κατ' αυτόν τον τρόπον φεύγοντες καταδιωκόμενοι οι εχθροί, πολλά ολίγας από τας αποσκευάς των διέσωσαν. Τελευταίον μετέβησαν εις το γενικόν στρατόπεδον του Κιουταχή, αφήσαντες ελευθέραν την επαρχίαν Αποκούρου και τα πέριξ αυτής.

Αφ' ού ησφαλίσθη τρόπον τινά το Μεσολόγγιον και αφ' ού οι Τούρκοι ανεχώρησαν από το Πετροχώριον, βλέπων ότι η επί πλέον εις τα μέρη ταύτα διατριβή του ήτον περιττή, ή τουλάχιστον μικράς ωφελείας πρόξενος, απεφάσισε να περάση εις Ξηρόμερον διά να προξενή εμπόδια εις την μετακόμισιν των τροφών του Κιουταχή. Αλλ' επειδή όλα τα διαβατά μέρη του Αχελώου εφυλάττοντο από τους εχθρούς, απεφάσισε να υπάγη διά των Αγράφων και Βάλτου. Αναχωρήσας λοιπόν περί τα μέσα του Αυγούστου από Απόκουρον και διαβάς διά Κραβάρων και Καρπενησίου έφθασεν εις Άγραφα, όπου έμαθεν ότι ο Σταμούλης Γάτσος, διωρισμένος παρά των Τούρκων καπιτάνιος αυτής της επαρχίας, ευρίσκετο εις χωρίον Καροπούλαν με περίπου τριακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας. Διευθύνθη λοιπόν εναντίον αυτού· αλλ' επειδή με μικράν προσβολήν εκλείσθησαν οι περί τον Σταμούλην, ο Καραϊσκάκης μη έχων σκοπόν να αργοπορήση εις πολιορκίαν και νομίζων τα τοιαύτα πάρεργα ως προς τον οποίον είχε σκοπόν, ανεχώρησε και διέβη εις Βάλτον, συγχωρήσας εις τους στρατιώτας του να διαρπάσωσι τα καθ' οδόν χωρία των Αγράφων.

Όταν έφθασεν εις Βάλτον, έμαθεν ότι ο Δημήτρης Γώγου αποκλείσας εις έν στενόν πολλάς οικογενείας Βαλτινών, οι οποίοι δεν ήθελον να υποκύψωσιν εις τους εχθρούς, τους έλαβεν υπό την εξουσίαν του. Κινηθείς λοιπόν εναντίον αυτού, τας μεν οικογενείας τας ελευθέρωσε, τους δε περί τον Γώγον εκυνήγησεν.

Ακολουθών την οδοιπορίαν του, έπεσε την νύκτα εις τους εις Μαχαλάν φυλάττοντας Τούρκους, μη ηξεύρων ότι η θέσις αύτη ήτον πιασμένη απ' αυτούς. Επειδή όμως είχον πλησιάσει αρκετά, ώστε δεν ήτο πλέον καιρός να οπισθοδρομήσωσιν, ούτε αλλαχόθεν να διαβώσιν, ενθαρρύνας τους στρατιώτας, ώρμησεν εμπρός, και διέβησαν όλοι πολεμούντες, βλάψαντες πολύ περισσότερον τους εχθρούς, παρ' όσον αυτοί εβλάφθησαν από εκείνους. Ενώ δε επροπορεύετο τοιουτοτρόπως, μη διακρίνας διά το βαθύ της νυκτός σκότος το πλάτος τάφρου τινός προκειμένης και ζητήσας να πηδήση, πίπτει εις αυτήν, χωρίς να εννοηθή από τους ακολουθούντας, οι οποίοι διαβαίνοντες αλλεπαλλήλως και πηδώντες επ' αυτόν, δεν του έδωκαν καιρόν να σηκωθή προτήτερα παρ' όταν δεν ήτον πλέον άλλος να διαβή.

Ύστερον από πολυήμερον διάστημα κακοπαθείας και νυκτοπορείας έφθασε τελευταίον εις Δραγαμέστον, όπου οχυρωθείς έδωκε καιρόν εις τους στρατιώτας του ν' αναπαυθώσιν οπωσούν και να αναλάβωσιν, αυτός δε εμβήκεν εις Μεσολόγγιον να παρατηρήση την κατάστασιν των πολιορκουμένων και να ομιλήση περί τροφών του υπ' αυτόν στρατεύματος με την εκεί Διευθυντικήν επιτροπήν. Αφ' ού συνωμίλησε μετ' αυτής και έκαμε τας παρατηρήσεις του, επαίνεσε μεγάλως τους πολιορκουμένους διά την γενναιότητα και καρτερίαν των προς τον κίνδυνον, ωνείδισεν όμως την επικρατούσαν εις τας τροφάς κατάχρησιν και εξήλθεν αμέσως εις Δραγαμέστον, όπου απεφάσισε να στήση το γενικόν του στρατόπεδον.

Αφ' ού ικανάς ημέρας ανεπαύθη το στράτευμα, ο Καραϊσκάκης έκρινεν εύλογον να γένη κίνημα προς εμπόδισμα της διαβάσεως των τροφών του εχθρικού στρατοπέδου. Λαβών λοιπόν το εκλεκτότερον μέρος της στρατιάς του, επήγε και ενήδρευσεν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Μάνιανην, όπου είναι έν σύμφυτον δάσος. Οι διωρισμένοι εις τας σκοπιάς είδον μακρόθεν έν σώμα μέγα εχθρών συνοδευόντων πλήθος φορτηγών. Ο Καραϊσκάκης βλέπων το σώμα τούτο πολλά μεγάλον ως προς την εδικήν του δύναμιν, δεν έκρινεν εύλογον να το κτυπήση κατά πρόσωπον, αλλ' αφ' ού άφησε και διέβη το πλειότερον μέρος, επέπεσεν εις την οπισθοφυλακήν, την οποίαν τρέψας εις φυγήν, έλαβε πολλά φορτηγά και εφόνευσε καί τινας των εχθρών.

Κατά ταύτην την εποχήν ο Τσιώγκας και Ράγκος είχον συγκεντρώσει μερικάς δυνάμεις εις Ξηρόμερον, αλλά δεν ηθέλησαν να ενωθώσι με τον Καραϊσκάκην διά το παλαιόν μεταξύ των πάθος και διά να μην τον γνωρίσωσιν αρχηγόν των.

Αυτός λοιπόν μη δυνάμενος με μόνας τας εδικάς του δυνάμεις ν' αντικρούση κατά πρόσωπον σημαντικά σώματα εχθρών, εξέκοπτε μόνον αποσπάσματα και τα έστελλε διά να βλάπτωσι την διάβασιν των τροφών του εχθρού. Ήτον όμως εις τοιούτον τρόπον η οδός ασφαλισμένη από τον Κιουταχήν, ώστε δεν ήτον εύκολον να γένη σημαντική βλάβη εις τους διαβαίνοντας. Εις όλον το από Καρβασαράν έως εις Μεσολόγγιον διάστημα ήσαν τοποθετημένα εχθρικά σώματα, συνιστάμενα από οκτακοσίους έως χιλίους πολεμιστάς, και απέχοντα περί μίαν ή δύω ώρας αλλήλων. Το έν δε εχθρικόν σώμα ήτον εις χρέος να συνοδεύη τα φορτηγά έως εις την θέσιν του άλλου, ώστε οι Έλληνες δεν ελάμβανον ευκαιρίαν διά να τα βλάψωσι. Μ' όλον τούτο ο Καραϊσκάκης λαβών τους μισούς εκ των μετ' αυτού Ελλήνων, επέπεσε διά νυκτός κατά των εις Καρβασαράν τοποθετημένων εχθρών. Ο Καρβασαράς ήτον το μέρος όπου απεβιβάζοντο αι τροφαί του εχθρικού στρατοπέδου διά να μετακομίζωνται εις Μεσολόγγιον. Το μέρος τούτο ενομίζετο ολιγώτερον υποκείμενον εις τας επιδρομάς των Ελλήνων, διά τούτο και δεν ήτον ικανώς ωχυρωμένον από στρατιωτικήν δύναμιν· ήσαν μ' όλον τούτο εις τα ερείπια του παλαιού φρουρίου, το οποίον είχον επισκευάσει εκ του προχείρου, και εις τας παρά τον αιγιαλόν αποθήκας έως πεντακόσιοι πολεμισταί. Οι Έλληνες επιπεσόντες εξαίφνης, τους μεν εν τω φρουρίω απέκλεισαν, τους δε εις το παραθαλάσσιον ηνάγκασαν να καταφύγωσι με ζημίαν των εις τα ευρεθέντα εκείσε πλοία. Έλαβον οι Έλληνες υπέρ τας εκατόν καμήλους καί τινα εκ των φορτηγών και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών λαβών πάλιν ο Καραϊσκάκης έως οκτακοσίους των εκλεκτοτέρων στρατιωτών επήγε να πιάση θέσιν τινά μεταξύ Λάσπης και Ρίβιου, όπου είναι στενωτέρα η διάβασις, διά να κτυπήση την συνοδίαν την παραπέμπουσαν τας τροφάς των εχθρών, αλλ' όταν αυτός έφθασεν, η συνοδία είχε διαβή. Ενώ λοιπόν ήσαν εις αθυμίαν οι Έλληνες διά την αποτυχίαν, έξαφνα βλέπουν ερχόμενον από το μέρος Μεσολογγίου έν μικρόν εχθρικόν σώμα, εσύγκειτο δε από εξήκοντα πέντε ιππείς πολυτελώς ενδεδυμένους και από τινας πεζούς σύροντας πολλά φορτηγά με αποσκευάς. Ο Καραϊσκάκης διέταξε και προκατέλαβον έμπροσθεν τον τόπον μερικοί, οι δε λοιποί διαμοιρασθέντες εις τα δύω πλάγια της οδού άφησαν τους Τούρκους έως ου εισήλθον εις την ενέδραν· τότε δε αποκλείσαντες αυτούς και από τα όπισθεν, τους εκτύπησαν πανταχόθεν, ώστε εις ολίγων στιγμών διάστημα τους εφόνευσαν όλους εκτός δύο μόνον διασωθέντων διά της φυγής και άλλων δύω ζωγρηθέντων. Μεταξύ των συγκροτούντων το σώμα τούτο ήσαν ο Αγιάνης της Σόφιας, ο Ντελήμπασης, ο Γιουρούκ μπαϊρακτάρης και ο Τατάραγας του Κιουταχή, πηγαίνοντες να κάμωσι νέαν στρατολογίαν. Όλης της αποσκευής, η οποία ήτον πλουσιωτάτη, έγειναν κύριοι οι Έλληνες, από τους ίππους όμως ολίγους έλαβον ζώντας, διότι εφονεύθησαν εις την μάχην.

Μετά ταύτην την ενέδραν καμμία σημαντική πράξις εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν έγεινε, μάλιστα τα στρατεύματα, μη έχοντα τροφάς και αναγκαζόμενα να εξοδεύωσιν εξ ιδίων, δεν είχον προθυμίαν να διαμείνωσιν επί πλέον εις Δραγαμέστον. Βλέπων και ο Καραϊσκάκης αφ' ενός μέρους την δυσαρέσκειαν του στρατεύματος, αφ' ετέρου δε ότι δεν εδύνατο να εμποδίση την εις το στρατόπεδον του Κιουταχή μετακόμισιν των τροφών, απεφάσισε να μεταβή πάλιν πλησίον εις το πολιορκούν το Μεσολόγγι στρατόπεδον, όπου ημπορούσε να λαμβάνη τροφάς από τας πέριξ επαρχίας.

Μετέβη λοιπόν περί τα μέσα Μαρτίου εις Κράβαρι και ετοποθετήθη εις Πλάτανον, αλλά μόλις έφθασε και ασθένησε βαρέως. Κατ' εκείνην την εποχήν εξέλειπον ολοτελώς αι τροφαί εις Μεσολόγγιον· και οι εν αυτώ είχαν πλέον αποφασίσει να εξέλθωσι διά των όπλων, αφ' ού απέρριψαν τας παρά του Κιουταχή και Ιμβραήμη προβληθείσας συνθήκας ως ανοικείους εις άνδρας αγωνισθέντας με τοσαύτην γενναιότητα και επιμονήν. Εζήτησαν λοιπόν από τον Καραϊσκάκην να καταβή εις τους πρόποδας του βουνού, πλησίον εις την πεδιάδα του Μεσολογγίου, διά να δεχθή τους εξερχομένους και να αντικρούση την ορμήν των εχθρών, οι οποίοι αναμφιβόλως ήθελον ακολουθεί διώκοντες. Πολλοί ήθελον διαφύγει την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον, εάν ο Καραϊσκάκης δεν ήθελεν είναι ασθενής. Μ' όλον ότι επροσπάθησε να πέμψη εις βοήθειαν των εξερχομένων τα υπ' αυτόν στρατιωτικά σώματα, δεν ημπόρεσεν όμως να πείση ειμή έν μέρος μόνον, και εκ τούτων ολίγοι επροχώρησαν έως εις τους πρόποδας, οι δε λοιποί έμειναν καθ' οδόν αποδειλιάσαντες να προχωρήσωσιν. Απεδέχθη ο Καραϊσκάκης και επεριποιήθη όσον εδύνατο τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον και τους παρέπεμψεν εις Σάλωνα διαμείνας αυτός μερικάς ημέρας, έως να ιδή τα κινήματα των εχθρών και να αναλάβη.

Αφ' ού το αθάνατον Μεσολόγγι έπεσεν εις τας χείρας των εχθρών, όλοι της Στερεάς Ελλάδος οι κάτοικοι εκυριεύθησαν από ηθικήν τινα δειλίαν και ταπείνωσιν, άφευκτον επακολούθημα τοιούτων αποτυχιών. Η υπερβολική πείνα, η οποία επεκράτει εις όλας τας επαρχίας, ηνάγκασεν όλον το στρατιωτικόν ομού με τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον να αποσυρθώσιν όπου εύρισκον αφθονώτερα τα προς ζωάρκειαν. Όλοι, όσοι δεν κατεδέχοντο ή εφοβούντο να υποβάλωσι πάλιν τον τράχηλόν των εις τον Οθωμανικόν ζυγόν, και οι γυμνασμένοι περισσότερον εις την στρατιωτικήν κατέφυγον εις την Πελοπόννησον. Οι λοιποί πολίται, μείναντες απροστάτευτοι από στρατιωτικήν δύναμιν και μη έχοντες τρόπον διά να μεταφέρωσιν αλλού τας οικογενείας των, εζήτησαν άσυλον εις τας αποτόμους κορυφάς των ορέων, εις τα δάση και εις τα σπήλαια· αλλά καταδιωκόμενοι και εκεί από τον ανίκητον εχθρόν, την πείναν, και βλέποντες ότι διά να αποφύγωσιν έν είδος θανάτου, έμελλον να υποπέσωσιν εις άλλο σκληρότερον, ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν εις ένα τρόπον σωτηρίας, τον οποίον μόνον τα ανίκητα ταύτα αίτια καταστήνουσιν ολιγώτερον επονείδιστον.

Απεδέχθησαν την πολλάκις παρά των εχθρών προβληθείσαν υποταγήν. Ώστε εις διάστημα ενός μηνός μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου, όλαι αι επαρχίαι της Στερεάς Ελλάδος υπετάχθησαν χωρίς πόλεμον εις τον Κιουταχήν, αυτός δε θέλων να καθησυχάση τα έτι εξηγριωμένα πνεύματα των Ελλήνων, εφέρετο με απαραδειγμάτιστον ημερότητα και συγκατένευσεν ευκόλως εις όλα των τα ζητήματα. Διά να καταστήση δε στερεωτέραν την ησυχίαν και να αφαιρέση πάσαν αιτίαν επαναστάσεως, διέταξε να φυλάττεται η μεγαλειτέρα ευταξία εις τα στρατεύματά του και επαίδευσεν αυστηρώς τους καταφρονήσαντας τας παραγγελίας του.

Ο Καραϊσκάκης αναλαβών από την ασθένειάν του διευθύνθη εις Λάζον, όπου είχον καταφύγει διάφορα στρατιωτικά σώματα· ενόμιζεν ότι δι' αυτών ήθελε δυνηθή να βλάψη τίποτε ακόμη τους εχθρούς· αλλά ταύτα μη έχοντα πλέον τον αυτόν σκοπόν, δεν ήτον ελπίς να κατορθώσωσι τίποτε· μέρος επραγματεύετο μετά των εχθρών και μέρος έβλεπε τον Κάλαμον. Μόνος δε ο Καραϊσκάκης συνέλαβε την ιδέαν του να υπάγη εις την Διοίκησιν, να ζητήση νέας δυνάμεις και εφόδια διά να κινηθή εις νέαν εκστρατείαν κατά των Τούρκων εις Ρούμελην. Με αυτήν την απόφασιν εκίνησεν από τον Λάζον, έχων μεθ' εαυτού όλους, όσους εύρε συμφώνους με τα εδικά του φρονήματα, οι οποίοι εσυμποσούντο έως οκτακόσιοι. Διαβάς δε από τον Ισθμόν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ναύπλιον την δεκάτην ογδόην Ιουλίου, καθ' ην εποχήν είχεν αναλάβει των Ελληνικών πραγμάτων την διεύθυνσιν η Διοικητική Επιτροπή.

Πολλοί, και μάλιστα οι σημαντικώτεροι των κατοίκων της Στερεάς Ελλάδος, ευρίσκοντο κατ' εκείνην την εποχήν εις Ναύπλιον. Άμα έφθασεν ο Καραϊσκάκης και είδον ότι ο μόνος του σκοπός ήτον το να κατορθώση εκστρατείαν διά την πατρίδα των, όλοι προθύμως ανεδέχθησαν να φροντίσωσι διά παν ό, τι ήτον δυνατόν να συντελέση εις επιτυχίαν αυτής· αλλ' αι απόπειραί των εματαίοναν τας ελπίδας των επειδή η Διοικητική Επιτροπή, μ' όλον ότι έδειχνε μεγαλωτάτην προθυμίαν, δεν επραγματοποιούσε την εκστρατείαν ταύτην, διότι δεν ηδύνατο να χορηγήση τας αναγκαίας τροφάς και πολεμοφόδια· εκτός τούτου ανεφύη και άλλο εμπόδιον διά την τρέχουσαν τότε διαφωνίαν μεταξύ του στρατηγού και αντιστρατήγου Νοταρά περί της συνάξεως των εν Κορίνθω εθνικών σταφίδων, πολλοί απεσταλμένοι των δύο τούτων οπλαρχηγών συνήθροιζον στρατιώτας εις Ναύπλιον, υποσχόμενοι μισθούς και προπληρόνοντες μάλιστα και ικανά. Τούτο αδυνάτισε και ωλιγόστευσε το στράτευμα του Καραϊσκάκη, ώστε η εκστρατεία αύτη, αν και επιθυμείτο από τους πλειοτέρους, δεν ήθελε λάβει ποτέ έκβασιν, εάν δεν ήθελον συντρέξει αφ' ενός μεν μέρους ο κίνδυνος των Αθηνών, όπου είχον ήδη φθάσει αι προφυλακαί του εχθρικού στρατοπέδου, αφ' ετέρου δε αι σταλείσαι από τας Φιλελληνικάς εταιρίας τροφαί και πολεμοφόδια. Εις τας συνεισφοράς ταύτας των γενναίων Φιλελλήνων δικαίως πρέπει να αποδώση τις την επιτυχίαν και υποστήριξιν των έργων του Καραϊσκάκη.

Ύστερον από μεγάλα εμπόδια και επιμόνους αντενεργείας, τας οποίας μόλις ημπόρεσε να υπερνικήση ο Καραϊσκάκης εις Ναύπλιον (14) απεφασίσθη τέλος πάντων Γενικός αρχηγός της Στερεάς Ελλάδος και διετάχθη να εκστρατεύση εις βοήθειαν των Αθηνών. Ανεχώρησεν από Ναύπλιον την 19 Ιουλίου, αλλ' αντί να έβγη εκείθεν αν όχι με πλειοτέρους, τουλάχιστον με όσους είχεν όταν ήλθεν από την Στερεάν Ελλάδα, μόλις ευρέθη με διακοσίους στρατιώτας και από αυτούς μερικοί έφυγον καθ' οδόν, συρόμενοι από την επιθυμίαν των μισθών, τους οποίους υπέσχοντο οι πολεμούντες περί σταφίδων, ώστε με μόνον εκατόν τριάκοντα στρατιώτας έφθασεν εις Σαλαμίνα. Με αυτούς επεχειρίσθη το μέγα της νέας επαναστάσεως της Ρούμελης έργον. Και είναι παράδοξον πώς ημπόρεσε να συγκροτήση στερεόν στρατόπεδον χωρίς ικανήν στρατιωτικήν δύναμιν και χωρίς χρήματα, ενώ όλα τα στρατεύματα και της Πελοποννήσου και της Ρούμελης συνέρρεον εις την διανομήν των σταφίδων της Κορίνθου. Αλλ' εις την συγκρότησιν του στρατοπέδου τούτου κατά μέγα μέρος συνετέλεσαν και οι στρατηγοί Ν. Κριζιώτης, Βάσος και Λέκας, οι οποίοι είχον τοποθετηθή εις Ελευσίνα διά να προφυλάξωσι τα Δερβενοχώρια· δεν ήθελον όμως διαμείνει επί πολύ μόνοι των εις ταύτην την θέσιν, εάν δεν επεστηρίζοντο από την ελπίδα της ταχείας αφίξεως του Καραϊσκάκη. Το επιχείρημα τούτο του Καραϊσκάκη, καθ' ην εποχήν μάλιστα τα λοιπά στρατεύματα ενησχολούντο εις τον σταφιδοπόλεμον, συνετέλεσε πολλά εις το να στήση, τα πρώτα θεμέλια της δόξης του, την οποίαν εστερέωσεν ακολούθως διά των λαμπρών έργων του.

Άμα έφθασεν εις Σαλαμίνα ο Καραϊσκάκης, ανταμώθη με τους στρατηγούς Βάσον και Κριζιώτην, ελθόντας εκεί διά να τον προϋπαντήσωσι. Μη θέλων να χάση καιρόν, τους εσυμβουλεύθη εις ποίον μέρος είναι ωφελιμώτερον να συγκροτήση στρατόπεδον. Επειδή δέ τις επρόβαλε τον Πειραιά, ο Καραϊσκάκης ων άπειρος των τόπων, έκρινεν εύλογον να υπάγωσιν όλοι ομού διά να παρατηρήσωσι την θέσιν ταύτην και ούτω να επιχειρήσωσι την συγκρότησιν του στρατοπέδου. Την επομένην λοιπόν ημέραν εμβήκαν εις πλοιάρια όλοι οι ανωτέρω στρατηγοί, έχοντες μαζύ των έως είκοσι στρατιώτας, και απέβησαν εις τον Πειραιά. Αλλ' ενώ παρατηρούντες την θέσιν επροόδευον προς την ξηράν, εμπίπτουσιν εις μίαν ενέδραν εχθρικήν πολύ ανωτέραν από αυτούς κατά την πληθύν των ανθρώπων. Βλέποντες λοιπόν ότι δεν ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθώσι κατ' αυτών, τρέπονται εις φυγήν και διασώζονται εις τα πλοιάριά των· εφονεύθη όμως είς από τους μετ' αυτών στρατιώτας και επιάσθησαν ζώντες έξ.

Ο Καραϊσκάκης μη δυνηθείς να παρατηρήση καλώς την θέσιν του Πειραιώς, υποπτεύσας μάλιστα ότι επροδόθη το σχέδιον (15), δεν έκρινε πλέον ωφέλιμον, και ίσως ούτε δυνατόν, το να συγκεντρωθή εις τον Πειραιά στρατόπεδον. Όθεν απεφάσισε να τοποθετήση το στράτευμα εις Ελευσίνα μερικόν καιρόν, έως ου δηλαδή να λάβη την αναγκαίαν αύξησιν, και έπειτα να υπάγη διά ξηράς να τοποθετηθή πλησίον του Κιουταχή, διά να ελαφρύνη το βάρος των πολιορκουμένων, αναγκάζων τον εχθρόν να διαμοιράζη τας δυνάμεις του. Αλλ' ο Κιουταχής υποπτεύσας ταύτα, απεφάσισε να κάμη έφοδον εις την πόλιν και να προλάβη την κυρίευσίν της, πριν καταφθάση ο Καραϊσκάκης να συγκροτήση το μελετώμενον στρατόπεδον.

Το πρωί λοιπόν της τρίτης του Αυγούστου έκαμεν έφοδον από το μέρος της πύλης των Γύφτων (16) και από τους προμαχώνας των Αγίων Θεοδώρων και Αγίων Αναργύρων, μέρη τα οποία εικοσιτέσσαρας ώρας αδιακόπως προεκανονοβόλησεν· αλλ' από μεν την πύλην των Γύφτων αντεκρούσθησαν ανδρείως και ωπισθοδρόμησαν οι εχθροί, εισήλθον όμως εις την πόλιν από τα κρημνισθέντα μέρη του περιβόλου του μεταξύ των δύο ανωτέρω προμαχώνων.

Η μεγάλη έκτασις της πόλεως και του περιβόλου των Αθηνών δεν ήτον δυνατόν να φυλαχθή όχι από χιλίους πολεμιστάς, οι οποίοι την υπερασπίζοντο, αλλά και από δεκαπλασίαν δύναμιν, ενώ μάλιστα οι πολιορκούντες εχθροί ελέγετο να είναι είκοσι περίπου χιλιάδες. Οι πολιορκούμενοι μ' όλο τούτο αντέστησαν με μεγάλην ανδρίαν και προθυμίαν, αλλά μη προφθάνοντες να ανοικοδομώσι τα από τους εχθρικούς κανονοβολισμούς κρημνιζόμενα μέρη του περιβόλου, ηναγκάζοντο να οπισθοδρομώσι προς την Ακρόπολιν, πολεμούντες όμως μ' επιμονήν και μη αφίνοντες τους εχθρούς να κυριεύσωσιν ατιμωρητί ουδέ μικρόν μέρος της πόλεως.

Εις την μάχην ταύτην πολλοί εξ αμφοτέρων των μερών και εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν. Οι Έλληνες όμως είχον την υπεροχήν του να πολεμώσιν από τας οικοδομάς και τα τείχη και διά τούτο δεν έπαθον τόσην φθοράν, εις όσην κατά φυσικόν λόγον πρέπει να υπέπεσον οι εχθροί. Καθ' όσον όμως είναι δυνατόν να πιθανολογήση τις τας ζημίας αμφοτέρων των μερών, από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν έως είκοσιν, επληγώθησαν έως εβδομήκοντα και επιάσθησαν ζώντες έως πεντήκοντα, εκ των οποίων δέκα μεν ήσαν άνδρες, αι δε λοιπαί γυναίκες και παιδία· από δε τους εχθρούς εζωγρήθησαν μεν ολίγοι, εν οις όμως ο πρώτος των πυροβολιστών του Κιουταχή, εφονεύθησαν δε υπέρ τους τριακοσίους και επληγώθησαν πολύ περισσότεροι. Οι πολιορκούμενοι δεν παρεχώρησαν εις τον εχθρόν εξ ολοκλήρου όλην την πόλιν, αλλ' οχυρωθέντες εις τας πλησίον της Ακροπόλεως οικοδομάς από το μέρος του Καρασογιού έως της πύλης των Αλβανών (17) αντέστησαν εις τους εχθρούς και απέκρουσαν την ορμήν των ικανάς ημέρας.

Η πτώσις της πόλεως των Αθηνών ηνάγκασε τον Καραϊσκάκην να επιταχύνη τα κατά των εχθρών κινήματα. Εξέδωκε λοιπόν προσκλήσεις διά να συνέλθωσιν όλα τα στρατεύματα εις Ελευσίνα, όπου έμελλε να συγκροτηθή το γενικόν στρατόπεδον. Έφθασε κατ' εκείνας τας ημέρας και το τακτικόν υπό τον Φαβιέρον, συγκείμενον από χιλίους διακοσίους περίπου, και έν σώμα υπό τον Γεώργιον Χελιώτην, σταλμένον εις βοήθειαν του Καραϊσκάκη από τον στρατηγόν Νοταράν. Εγένοντο λοιπόν όλοι οι ετοιμασθέντες διά την εκστρατείαν ταύτην περίπου τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.

Την πέμπτην του Αυγούστου περί το εσπέρας εκίνησαν από Ελευσίνα όλα τα ανωτέρω στρατεύματα και περί τα μεσάνυκτα έφθασαν εις Χαϊδάρι, όπου επυροβόλησαν μονόφορα διά να κάμωσι γνωστόν τον ερχομόν των εις τους πολιορκουμένους και να τους προδιαθέσωσιν εις τον αγώνα, όστις έμελλε να συμβή την ερχομένην ημέραν. Από τον τουφεκισμόν τούτον ενόησαν και οι Τούρκοι τον ερχομόν των Ελληνικών στρατευμάτων, και ο Κιουταχής διπλασιάσας αμέσως τας νυκτερινάς φυλακάς προετοιμάζετο όλην την νύκτα διά να συγκροτήση μάχην την ακόλουθον ημέραν.

Ο Καραϊσκάκης γνωρίζων ότι αι δυνάμεις του δεν ήσαν ικαναί διά να εφορμήση αυτός πρώτος κατά του εχθρού και ων βέβαιος ότι οι Τούρκοι, αφ' ού αυτός ήθελεν οχυρωθή εις ταύτην την θέσιν, έπρεπε να κινηθώσι κατ' αυτού (διότι δεν ηδύναντο να μένωσιν ήσυχοι, έχοντες εις τα οπίσθιά των τοιούτον σώμα), απεφάσισε να κατασκευάση οχυρώματα, εις τα οποία να τοποθετήση μέρος των ατάκτων στρατευμάτων διά ν' απαντήσωσι πρώτα την εχθρικήν ορμήν. Όλον δε το τακτικόν εκρίθη εύλογον να τοποθετηθή εις μίαν κοιλάδα, όπισθεν δε και εκ πλαγίων αυτού να τοποθετηθή το άτακτον· περιπλέον το υπό τον Κριζιώτην και Βάσον σώμα διωρίσθη να εφορά τα κινήματα του στρατεύματος και όπου ήθελεν ίδει ανάγκην, να τρέχη εις βοήθειαν.

Κατ' αυτόν τον τρόπον παραταχθέντες ολίγον προ της ανατολής του ηλίου επερίμενον τους εχθρούς. Αυτοί δε αντιταχθέντες, αφ' ού εκανονοβόλησαν ικανώς με δύο κανόνια, τα οποία διά νυκτός έστησαν αντικρύ του Ελληνικού στρατεύματος, ώρμησαν με προθυμίαν εναντίον των Ελλήνων. Διηθημένοι δε εις όσα σώματα έβλεπον παρατεταγμένους και τους Έλληνας, προσέβαλεν έκαστον εις τους αντιτεταγμένους· αλλά δύο, τα πολυπληθέστερα και δυνατώτερα, επέπεσον το μεν προς τους κλεισμένους εις τα οχυρώματα, οι οποίοι ήσαν το Θετταλομακεδονοθρακικόν σώμα υπό την οδηγίαν του Περραιβού και Στέφου, το δε προς το τακτικόν. Αντεκρούσθησαν όμως με ανδρείαν και από τα δύο μέρη· και επειδή δεν ημπόρεσαν ούτε το έν ούτε το άλλο σώμα να μετακινήσωσιν από τον τόπον του, εκρύφθησαν όπισθεν εις τας εξοχάς της γης και μέσα εις τα κοιλώματα, κατά την συνήθειαν των Αλβανών· αλλά πριν λάβωσι καιρόν να οχυρωθώσι τόσον πλησίον, εφώρμησαν πανταχόθεν οι Έλληνες, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν έως εις τας θέσεις των, ότε ολίγον έλειψε να κυριεύσωσι και τα κανόνια των.

Εις την περίστασιν ταύτην ο Φαβιέρος έδωκε γνώμην να εξακολουθήσωσι την καταδίωξιν έως να έμβωσιν εις την πόλιν, προβάλλων ότι η επιτυχία αύτη των Ελλήνων θέλει προξενήσει τόσην δειλίαν εις τους εχθρούς, ώστε να μην αντιπαραταχθώσι πλέον και ν' αφήσωσι την πόλιν χωρίς πόλεμον. Ο Καραϊσκάκης όμως δεν έκρινεν ωφέλιμον την επί πλέον καταδίωξιν διότι εφοβείτο τον σκορπισμόν και εξάπλωσιν των Ελλήνων εις τόπον επίπεδον, όπου ο εχθρός ήτον επικρατέστερος διά το ιππικόν, και διότι ο εχθρός είχεν ακόμη αρκετόν αριθμόν στρατιωτών, οι οποίοι δεν είχον λάβει μέρος εις ταύτην την μάχην. Διά ταύτα ανεκάλεσε τα Ελληνικά στρατεύματα από την καταδίωξιν και τα διέταξε να πιάσωσι τας οποίας είχον εξ αρχής θέσεις. Ο Φαβιέρος ελυπήθη κ' εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν, διότι δεν εισηκούσθη το πρόβλημά του, και την δυσαρέσκειάν του την έκαμε γνωστήν εις τον Καραϊσκάκην.

Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν οκτώ και επληγώθησαν είκοσι δύω, από δε τους εχθρούς ελέγετο να εφονεύθησαν περισσότεροι των τετρακοσίων και να επληγώθησαν διπλάσιοι. Όλοι οι παρευρεθέντες εις ταύτην την μάχην Έλληνες ηγωνίσθησαν με ανδρείαν· η μεγαλητέρα όμως φθορά του εχθρού έγεινεν από τον λόχον των ανδρείων Φιλελλήνων, από το τακτικόν και από το οχύρωμα των υπό τον Περραιβόν. Τα εις την αριστεράν πλευράν σώματα επί μεν της εφόδου των εχθρών ηκροβολίζοντο μόνον, διότι δεν ήλθε κατ' αυτών σημαντικόν σώμα, συνετέλεσαν όμως εις την τροπήν των Τούρκων, η οποία έλαβε την αρχήν της πρώτον από το μέρος των.

Εις το λοιπόν της ημέρας ταύτης διάστημα, καθώς και εις όλην την ερχομένην, δεν έγεινεν ούτε από το έν μέρος, ούτε από το άλλο κανέν πολεμικόν κίνημα. Καθείς ωχυρώνετο εις την θέσιν του και ετοιμάζετο εις μέλλουσαν συμπλοκήν. Ο Κιουταχής μη νομίζων ικανήν την οποίαν είχε δύναμιν, επροσκάλεσε και τον Ομέρ πασάν Καρυστινόν και άλλα σώματα, τα οποία είχε τοποθετήσει προηγουμένως αλλαχού, ώστε όλοι οι εις μάχην ετοιμασθέντες συνίσταντο εις έξ χιλιάδας πεζούς και δισχιλίους ιππείς. Οι δε Έλληνες επεσκεύασαν τα οχυρώματά των και έστησαν και τέσσαρα μικρά κανόνια.

Την επομένην ημέραν πριν της ανατολής του ηλίου αντιπαρετάχθησαν αμφότερα τα μέρη εις μάχην. Οι Έλληνες εφύλαξαν την ιδίαν τάξιν, την οποίαν είχον και εις την προλαβούσαν συμπλοκήν, εκτός του Φαβιέρου (18) όστις αποχωρήσας από το όλον του τακτικού διακοσίους στρατιώτας τους ετοποθέτησε τεσσαράκοντα βήματα μακράν του περιβολίου το οποίον κατείχον οι λοιποί τακτικοί και μέρος άτακτων. Εδόθη εις τους Τούρκους το σημείον της επιθέσεως, και αμέσως εφώρμησαν κατά των Ελλήνων, έκαστον σώμα προς ους ήτον διωρισμένον, το δε ιππικόν όλον σχεδόν ώρμησε κατά των προτεταγμένων τακτικών· αυτοί εδέχθησαν τους ιππείς με μεγάλην ανδρίαν και, κατά την οποίαν είχον διαταγήν, οι εις την πρώτην σειράν τεταγμένοι πυροβολήσαντες μετέβησαν όπισθεν, το ίδιον έπραξαν και οι εις την δευτέραν. Επειδή όμως οι εχθροί αν και εφονεύοντο ικανοί, ως μη απέχοντες ουδ' είκοσι βήματα των Ελλήνων, επροχώρουν μ' όλον τούτο πάντοτε και κατά πρόσωπον και εκ πλαγίων με σκοπόν να περικυκλώσωσι το σώμα τούτο των τακτικών, οι της τρίτης σειράς δεν επρόφθασαν να πυροβολήσωσιν, αλλά διαλυθείσης της τάξεως αυτών από τους ιππείς, ηναγκάθησαν να τραπώσιν εις φυγήν. Ιππείς και τακτικοί επεριπλέχθησαν, ώστε και οι εις τον τοίχον του περιβολίου Έλληνες δεν εδύναντο να πυροβολήσωσι διά τον φόβον του να βλάψωσι και τους οικείους των· εις ολίγων στιγμών διάστημα όσοι εκ των τακτικών επρόλαβον, κατέφυγον εις τους οικείους των· οι δε περικυκλωθέντες, οι οποίοι ήσαν έως τεσσαράκοντα, κατεκόπησαν και αιχμαλωτίσθησαν.

Αφ' ού διεχωρίσθησαν οι τακτικοί από το ιππικόν, άρχισεν ο πυροβολισμός πανταχόθεν, και οι μεν ιππείς κτυπώμενοι από τους εις το περιβόλιον Έλληνας, τους οποίους δεν ημπόρεσαν να μετακινήσωσιν, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε εις τα άλλα Ελληνικά σώματα προσβαλόντες, μη δυνηθέντες να τρέψωσιν αυτά εις φυγήν με την πρώτην έφοδον, ετοποθετήθησαν πλησίον και υποκρυφθέντες όπισθεν των εξοχών της γης και εντός των κοιλωμάτων των ρυάκων, αντεμάχοντο με τους Έλληνας, των οποίων ο τουφεκισμός ήτον αδιάκοπος· αφ' ού δε εκ διαλειμμάτων έκαμαν και ικανάς εφόδους κατά των Ελληνικών προμαχώνων και απεκρούσθησαν, τελευταίον εδόθησαν εις συνεχή κανονοβολισμόν. Αυτό τούτο έκαμον και οι Έλληνες, αλλ' η εκ των Ελληνικών κανονίων βλάβη ήτον πολλά μικρά, ως προς εκείνην την οποίαν επροξενούσαν τα των εχθρών, διότι τα Ελληνικά κανόνια ήσαν ασυγκρίτως μικρότερα των τουρκικών και διότι δύο εξ αυτών αποκατέστησαν ανίκανα ως συντριβέντων των τροχών των.

Ο τρόπος ούτος του πολεμείν διήρκεσεν έως το εσπέρας. Επειδή δε ικανός αριθμός Ελλήνων επληγώθησαν, τους οποίους δεν είχον ευκολίαν δι' έλλειψιν φορτηγών να τους μεταφέρωσιν εις Ελευσίνα ή άλλον τόπον ασφαλείας, επειδή το νερόν δεν ήτον ικανόν εις όλον το στρατόπεδον, επειδή εξέλιπαν και αι τροφαί, όσας είχον λάβει μαζύ των οι Έλληνες, επειδή όλα ταύτα, λέγω, παρατηρούμενα από τους στρατιώτας, επροξένουν ζωηράν αθυμίαν και ψιθυρισμόν, ο Καραϊσκάκης φοβούμενος μήπως την ερχομένην νύκτα λειποτακτήσωσι τινές και το παράδειγμά των δώση αιτίαν να διαλυθή αισχρώς το στρατόπεδον και ίσως να πάθη και καμμίαν αδιόρθωτον ζημίαν, διώρισε να ετοιμασθώσιν όλοι διά να αναχωρήσωσι πλησιαζούσης της νυκτός.

Ολίγον λοιπόν προ της δύσεως του ήλιου εκίνησαν συγχρόνως οι Έλληνες προς Ελευσίνα. Αλλ' οι Τούρκοι, οι οποίοι καθ' όλον το διάστημα της ημέρας δεν είχον προξενήσει σημαντικήν φθοράν εις τους Έλληνας, ώστε να υποπτεύσωσι φυγήν, ιδόντες αυτούς περιστρεφομένους εις τας θέσεις των, υπέθεσαν ότι έμελλον να κάμωσι γενικήν έφοδον· συγκεντρωθέντες λοιπόν ενεδυναμώνοντο εις αυτάς με σκοπόν να αντικρούσωσι την ορμήν των. Όταν δε είδον ότι οι Έλληνες έφευγον, δεν ήτον καιρός πλέον να τους καταδιώξωσι, διότι είχον αρκετά απομακρυνθή απ' αυτούς.

Εις την φυγήν των οι Έλληνες δεν έπαθον καμμίαν ζημίαν, αποπλανηθέντες όμως διά το σκότος της επελθούσης νυκτός, άλλοι μεν την επιούσαν ημέραν έφθασαν εις το στρατόπεδον, άλλοι δε μόλις την δευτέραν και τρίτην. Τα δε κανόνια, μη δυνάμενοι να τα μετακομίσωσιν οι παραλαβόντες ταύτα χωρικοί, τα έκρυψαν εις μέρος απόκρυφον· αλλά προδοθέντα εκυριεύθησαν μετά ταύτα από τους εχθρούς. Εις την τελευταίαν μάχην εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν Έλληνες υπέρ τους εβδομήκοντα, εκ των οποίων οι περισσότεροι τακτικοί· από δε τους εχθρούς, ως ελέγετο μετά ταύτα από Αλβανούς, εφονεύθησαν υπέρ τους πεντακοσίους, επληγώθησαν δε πολύ περισσότεροι, εκ των οποίων ολίγοι διέφυγαν τον θάνατον μη έχοντες, εν καιρώ θέρους μάλιστα, την ανήκουσαν περιποίησιν.

Μετά την μάχην ταύτην ανεχώρησαν από το στρατόπεδον πολλοί από τους Δερβενοχωρίτας, Αιγινήτας και Σαλαμινίους, καθώς και από τους Στερεοελλαδίτας, όσοι δεν επαγγέλλοντο τον στρατιώτην, αλλ' ήλθον διά να λάβωσι μέρος εις ταύτην την μάχην. Το δε τακτικόν χωρίς την γνώμην και συγκατάθεσιν του Καραϊσκάκη μετεβιβάσθη από τον Φαβιέρον εις Αμπελάκι, χωρίον της Σαλαμίνος, επί λόγω του να αναλάβη εις μερικάς ημέρας από τους κόπους της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν και δεν είχε πλέον διόλου συστολήν εις την φύσει αχαλίνωτον γλώσσαν του· δεν έμεινεν όμως ούτε ο Φαβιέρος αδιάφορος εις τα κατ' αυτού λεγόμενα· ελπίζων μάλιστα να ωφεληθή από την αποτυχίαν ταύτην, την οποίαν αυτός απέδιδεν εις τον Καραϊσκάκην, και υποθαλπόμενος από τους εν Ναυπλίω εχθρούς του Καραϊσκάκη, ανέφερεν εις την Κυβέρνησιν ότι δεν είναι δυνατόν να οδηγηθή καλώς τακτικόν στράτευμα από άνθρωπον ανίδεον διόλου της τακτικής. Επεθύμει και ήλπιζε να κατασταθή γενικός αρχηγός της εκστρατείας ταύτης, ή αν τούτο δεν εκατορθώνετο, τουλάχιστον να επιτύχη ώστε το τακτικόν να μην υπόκειται διόλου εις τον Καραϊσκάκην.

Η Διοίκησις, γνωρίζουσα αφ' ενός μέρους πόσον αναγκαίος ήτον ο Καραϊσκάκης εις την εκστρατείαν ταύτην διά τα προσωπικά του προτερήματα και διά την οποίαν έχαιρεν υπόληψιν από το στρατόπεδον, μη θέλουσα δε αφ' ετέρου να δυσαρεστήση και τον Φαβιέρον, τον οποίον ομοίως ενόμιζεν ωφέλιμον διά τα πράγματα της Στερεάς Ελλάδος, επροσπάθησε να συμβιβάση την μεταξύ των διαφοράν· και διά να οικονομήση την αίτησιν του Φαβιέρου, χωρίς να πειράξη την φιλοτιμίαν του Καραϊσκάκη, έγραψε προς τον δεύτερον να συμβουλεύεται τον Φαβιέρον εις τα πολεμικά του σχέδια, ως άνθρωπον έμπειρον εις τα πολεμικά και φίλον της πατρίδος. Αλλά τόσον τούτο το μέσον καθώς και όσα άλλα μετεχειρίσθησαν άλλοι προς συμβιβασμόν απέβησαν μάταια. Ο Καραϊσκάκης επιμένων διέταξε τον Φαβιέρον να μεταφέρη το τακτικόν εις το στρατόπεδον της Ελευσίνος, όπου ήτον υποψία να γένη κίνημα παρά των εχθρών· ο Φαβιέρος όμως δεν υπήκουσεν, επρόβαλε δε ως δικαιολόγημα ότι οι τακτικοί συναναστρεφόμενοι μετά των ατάκτων διαφθείρουσι τα ήθη των. Τούτο παρώξυνε μεγάλως τον Καραϊσκάκην, ώστε δεν άφινε να του διαφύγη καμμία περίστασις, εις την οποίαν ηδύνατο να κατακρίνη και να υβρίση σκληρώς τον Φαβιέρον.

Οι εχθροί του Καραϊσκάκη, εκ των οποίων τινές ευρίσκοντο και εις το ίδιον στρατόπεδόν του, επιθυμούντες ν' αφαιρέσωσι από αυτόν την αρχηγίαν και αποτυχόντες του να το κατορθώσωσι διά της Κυβερνήσεως, έβαλαν προ οφθαλμών να διαλύσωσι το στρατόπεδον, διό και εζήτουν αφορμήν, ήτις κατά δυστυχίαν δεν άργησε να παρουσιασθή. Ο Κιουταχής έγραψε διαταγάς προς τους κατοίκους των χωρίων της Αττικής (οι οποίοι ήσαν μεν υποτεταγμένοι εις τους Τούρκους, συνεννοούτο όμως τινές εξ αυτών και με τους Έλληνας) ότι εντός ολίγων ημερών εκστρατεύει εις Ελευσίνα διά να καταστρέψη τους εκεί εμφωλεύοντας Έλληνας, γνωστοποιεί δε τούτο εις τους κατοίκους διά να μη δειλιάσωσιν από το κίνημα, αλλά να μένωσιν ήσυχοι εις τα χωρία των. Τα γράμματα ταύτα εφέρθησαν εις το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη. Συνέβη δε ταυτοχρόνως να έλθη και ετέρα είδησις περί της εκστρατείας ταύτης από το ίδιον στρατόπεδον του Κιουταχή. Ώστε οι εχθροί του Καραϊσκάκη, οι οποίοι επεθύμουν του στρατοπέδου την διάλυσιν, επαρουσίαζον εις τους στρατιώτας μέγιστον τον κίνδυνον, εάν δεν προλάβωσι να φύγωσιν από Ελευσίνα, και τον όλεθρον άφευκτον, αν πολιορκηθώσιν. Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας· βλέπων όμως ότι ο θόρυβος εγίνετο από στιγμήν εις στιγμήν μεγαλήτερος, εκάλεσεν όλους τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους παρεκίνησεν, εάν δεν θέλωσι να μείνωσιν εις την θέσιν των διά να πολεμήσωσι τον εχθρόν, τουλάχιστον ας υπομείνωσιν εις το στρατόπεδον, έως ου να ιδώσιν ερχόμενον τον εχθρόν, και τότε δύνανται χωρίς εντροπήν να μεταβώσιν εις άλλο οχυρώτερον μέρος. Ενώ εγίνοντο αι συνομιλίαι αύται, ήρχοντο αγγελίαι από στιγμήν εις στιγμήν ότι οι στρατιώται λειποτακτούσιν αδιακόπως από το στρατόπεδον· οι επιθυμούντες μάλιστα την διάλυσιν του στρατοπέδου επαρουσίαζαν την λειποταξίαν μεγαλητέραν και τον κίνδυνον σημαντικότερον. Επειδή δε ο Καραϊσκάκης επιμένων δεν έδιδε γνώμην να φύγωσι, τινές των αξιωματικών προσκαλούντες και τους άλλους εις την φυγήν ενώπιον του Καραϊσκάκη, είπον ότι δεν κάθονται να γένωσι θύματα της φιλοδοξίας του Καραϊσκάκη, τότε ο Καραϊσκάκης απεκρίθη με αγανάκτησιν «Πηγαίνετε όπου αγαπάτε. Ο Καραϊσκάκης θέλει επιμείνει εις την θέσιν του, και ας χαθή. Όταν όμως σας ερωτήσωσιν οι άνθρωποι τι εκάμετε τον αρχηγόν σας, ειπέτε ότι τον παρεδώσαμεν εις τους εχθρούς, διότι δεν ηθέλησε να γένη αρχηγός της λειποταξίας». Ο λόγος ούτος εκφωνηθείς με τόνον και πάθος, οποίον απαιτούσεν η περίστασις, έκαμε ζωηράν εντύπωσιν εις όλους τους παρευρεθέντας αξιωματικούς και στρατιώτας, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση και τους ενεργούντας την διάλυσιν του στρατοπέδου. Αυτοί παρασύραντες και τους στρατιώτας ανεχώρησαν από Ελευσίνα περί τα μεσάνυκτα και μετέβησαν εις Σαλαμίνα (19).

Ο Καραϊσκάκης συντροφευμένος από τους σημαντικωτέρους αξιωματικούς επήγεν εις τον τόπον, όπου εσυνείθιζον να θέτωσι την νυκτερινήν εμπροσθοφυλακήν, και ανάψαντες φωτίας διενυκτέρευσαν εκεί διά να δώσωσι τρόπον τινά θάρρος εις τους δειλιάσαντας στρατιώτας. Μ' όλα όμως τα μέτρα ταύτα, μόλις έμειναν εις το στρατόπεδον οι σημαντικώτεροι αξιωματικοί και έως τριακόσιοι στρατιώται, και ούτοι δε αφού τους παρεκάλεσε θερμώς ο Καραϊσκάκης να διαμείνωσιν εις το στρατόπεδον την νύκτα εκείνην διά να μη φύγωσιν με καταισχύνην, και τους υπεσχέθη ότι συγκατατίθεται ν' αναχωρήσωσι την επομένην ημέραν. Μ' όλα ταύτα ο Καραϊσκάκης μη έχων απόφασιν ν' αναχωρήση, εκτός εάν έβλεπε σημαντικήν εχθρικήν δύναμιν, επροσπαθούσε να ενθαρρύνη τους μείναντας αξιωματικούς και στρατιώτας, και οι λόγοι του (αφ' ού προϊούσης της ημέρας άρχισε να διαλύεται κατ' ολίγον ο φόβος, τον οποίον είχεν αποκαταστήσει μεγαλήτερον το βαθύ της νυκτός σκότος) έκαμαν τοιαύτην προσβολήν, ώστε μ' όλον ότι εφάνησαν ερχόμενοι οι εχθροί, αυτοί δεν εσυλλογίζοντο πλέον διά φυγήν, αλλ' ετοιμάζοντο δι' αντίκρουσιν. Οι εχθροί επλησίασαν έως βολής τουφεκίου εις το Ελληνικόν στρατόπεδον, και αφ' ού έκαμάν τινας αποπείρας και είδον ότι οι Έλληνες δεν φεύγουσιν, ανεχώρησαν οπίσω εις τας Αθήνας. Όλοι απέδωκαν εις μόνον τον Καραϊσκάκην την διατήρησιν του στρατοπέδου, και οι διαμείναντες αξιωματικοί και στρατιώται ευχαριστήθησαν πολλά διότι επείσθησαν εις την γνώμην αυτού και δεν ανεχώρησαν. Ο Καραϊσκάκης έγραψεν αμέσως αναφοράν εις την Κυβέρνησιν εναντίον των πρωταιτίων της λειποταξίας. Επειδή όμως αυτοί μετανοήσαντες εζήτησαν την συγχώρησιν, δεν ενέκρινε να επιμείνη, και ούτως εις ολίγας ημέρας συνήλθον πάλιν όλοι εις το στρατόπεδον.

Οι εν τω φρουρίω απελπισθέντες του να ιδώσι την πολιορκίαν διαλυομένην ογλίγωρα, έλαβον υποψίαν ότι η σταθερότης και η επιμονή του Κιουταχή θέλει αποκλείσει το φρούριον ως και το Μεσολόγγιον. Και καθώς φυσικά συμβαίνει εις τους αποκλεισμένους, αισθανόμενοι ως και των μικροτάτων πραγμάτων την έλλειψιν και δυσαρεστούμενοι, κατέφυγον εις την ζήτησιν των μισθών των, πρόφασιν εις την οποίαν καταφεύγουσιν, όταν πλησιάζη ο κίνδυνος, όλοι όσοι δεν κινούνται από το αίσθημα του πατριωτισμού και της φιλοτιμίας (20). Ο δε φρούραρχος, μη δυνάμενος ν' αναβάλη την επίμονον αίτησίν των, ηναγκάσθη και την εθεράπευσε πραγματικώς με δόσιν μέρους του μισθού των, διότι μ' ελπίδας μόνον και υποσχέσεις δεν εδύνατο πλέον να τους αναπαύση. Αλλά μ' όλον ότι έγεινεν η οικονομία αυτή, πολλοί έφευγον κρυφίως από το φρούριον. Ο Γκούρας βλέπων τούτο και ακούων πολλούς μη ευχαριστουμένους να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν, εστοχάσθη ως απαραιτήτως αναγκαίον ν' αυξήση την εν τω φρουρίω δύναμιν, ώστε και άν ποτε μέρος της φρουράς ήθελεν αποφασίσει ν' αναχωρήση, η φυγή του να μην γείνη επαισθητή εις τους όσοι ήθελον μείνει. Απέστειλε λοιπόν τον εξάδελφόν του Ιωάννην Μαμούρην εις τον Καραϊσκάκην διά να ζητήση στρατιωτικήν δύναμιν, τον διέταξε δε, αν δεν δυνηθή να κατορθώση διά του Καραϊσκάκη τίποτε, να στρατολογήση αυτός αριθμόν τινα στρατιωτών και να τους οδηγήση ο ίδιος εις το φρούριον· του έδωκε δε και τ' αναγκαία διά την στρατολογίαν ταύτην χρήματα.

Αν και η αποτυχία της εις Χαϊδάρι εκστρατείας ηνάγκασε την Κυβέρνησιν να λάβη μέτρα διά να δυναμώση περισσότερον το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, η βραδύτης όμως, με την οποίαν ενεργούσε διά την έλλειψιν των μέσων, εβίασε τον Καραϊσκάκην να φροντίση περί εσωτερικής ενδυναμώσεως της Ακροπόλεως Αθηνών· αλλά μη έχων χρήματα δεν εδυνήθη να πείση κανέν σώμα διά να εισέλθη εις το φρούριον. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Μαμούρης και του εξήγησε την ανάγκην του φρουρίου, απεφάσισε να εμψυχώση το σώμα των Επτανησίων διά να εισέλθη εις το φρούριον, καθώς ήτον προ πολλού σχεδιασμένον. Το σώμα τούτο συνίστατο από διακοσίους περίπου στρατιώτας και εφοδιασθέν με τα διά συνεισφοράς συναχθέντα υπέρ αυτού χρήματα, απεφάσισε να εισέλθη, εις το φρούριον, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μαμούρην, όστις είχε την ανήκουσαν εμπειρίαν των οδών και των από τους εχθρούς αφυλάκτων διαβάσεων. Προσετέθησαν εις τούτους και πεντήκοντα περίπου στρατιώται, τους οποίους μισθώσας έλαβε μαζύ του ο Μαμούρης.

Συνελθόντες λοιπόν όλοι ούτοι εις Αμπελάκι της Σαλαμίνος και γενόμενοι κατά πάντα έτοιμοι, εμβήκαν εις τα πλοία την δωδεκάτην του Σεπτεμβρίου και απέβησαν εις τα παράλια της Αττικής. Προχωρήσαντες προς το φρούριον από δρόμους μη φυλαττομένους από τους εχθρούς, επλησίασαν ικανώς, αλλά μετά επτά ωρών συνεχή οδοιπορίαν αποκαμόντες οι προπορευόμενοι, εστάθησαν ολίγον διά να περιμείνωσι τους ακολουθούντας· αυτοί όμως δεν εφάνησαν, διότι ταραχθέντες ως από πανικόν τινα φόβον είχον αποκοπή από τους προπορευομένους και είχον επιστρέψει οπίσω εις τα παράλια, όπου ήσαν τα πλοία περιμένοντα να ίδωσι την έκβασιν του επιχειρήματος. Ο Μαμούρης αφ' ενός μέρους διά την βραδύτητα των λοιπών στρατιωτών, αφ' ετέρου δε βλέπων ότι το φως της Σελήνης, η οποία είχεν ήδη προχωρήσει εις τον ορίζοντα, ήθελεν είναι επιβλαβές δι' αυτούς, διότι έμελλον να διαβώσι μεταξύ των εχθρικών χαρακωμάτων, συσκεφθείς και με τους λοιπούς στρατιώτας, απεφάσισε με κοινήν γνώμην να μην επιχειρήσωσιν εκείνην την νύκτα διά να έμβωσιν εις το φρούριον, αλλά κρυφθέντες εις κανέν μέρος να επιχειρήσωσι τούτο την ερχομένην νύκτα. Μετέβησαν λοιπόν εις Καρέαν, εις το μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου, όπου παρέμειναν το λοιπόν της νυκτός διάστημα και την ακόλουθον ημέραν· αλλ' επειδή παρετήρησαν νέους προμαχώνας εις το μέρος, όπου έμελλον να εισέλθωσι, και επειδή υπώπτευσαν ότι εγνώσθησαν από τους εχθρούς, διότι τινές εξ αυτών κατά τύχην περιπατούντες είχον πλησιάσει αρκετά εις το μοναστήριον, ακούσαντες και την νύκτα μέγαν πυροβολισμόν των εχθρών, δεν έκριναν συμφέρον να δοκιμάσωσι την είσοδον, φοβούμενοι τα επακόλουθα της αποτυχίας δεινά. Όθεν επέστρεψαν την νύκτα εις το μέρος όπου είχον αποβή και εμβάντες εις τα πλοία ομού με τους οπισθοδρομήσαντας πρότερον επέστρεψαν εις Σαλαμίνα.

Διά την αποτυχίαν ταύτην ελυπήθη μεγάλως ο Καραϊσκάκης, βλέπων δε όσον δυσκολοτέραν, τόσον αναγκαιοτέραν την εις το φρούριον είσοδον νέας δυνάμεως, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, εν Ελευσίνι στρατηγούς να μισθώσωσιν εκατόν είκοσι στρατιώτας, να τους ενώσωσι με το Επτανήσιον σώμα, το οποίον δεν είχεν απελπισθή του να εισέλθη εις το φρούριον μ' όλην την αποτυχίαν, και να τους αποστείλωσιν εις το φρούριον με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Εγένετο δεκτόν το πρόβλημά του· και αφ' ού έγεινεν η αναγκαία ετοιμασία, επεφορτίσθη ο Κριζιώτης να τους οδηγήση έως εις τον τόπον της αποβάσεως. Εμβάντες λοιπόν εις τα πλοία την εικοστήν εβδόμην του Σεπτεμβρίου, απέβησαν πλησίον των Τριών Πύργων και μετά δύω σχεδόν ωρών συνεχή οδοιπορίαν έφθασαν πλησίον εις την Ακρόπολιν. Αλλ' επειδή συναπαντήθησαν κατά τύχην από έν σώμα ιππικού των εχθρών, νομίσαντες ότι επροδόθη το σχέδιόν των ετράπησαν εις φυγήν. Οι εχθροί, μ' όλον ότι ήκουσαν τον θόρυβον των φευγόντων, δεν εκινήθησαν αμέσως εις καταδίωξιν είτε διά το σκότος της νυκτός, είτε διότι ενόμισαν εαυτούς ολίγους, και τούτο έδωκε καιρόν εις τους Έλληνας να διασωθώσι. Φεύγοντες μ' όλον τούτο διεκόπησαν εις διάφορα κόμματα· μέρος μεν, εν οις και ο επίτροπος του αρχηγού του σώματος των Επτανησίων (21), έφυγον προς τα βουνά και εκείθεν την ερχομένων ημέραν μετέβησαν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον. Εκ δε των προς την θάλασσαν φυγόντων έν σώμα κατεδιώχθη από τους εχθρούς εις τον τόπον της αποβάσεως, αλλά πολέμησαν γενναίως και βοηθούμενον από τα πλοία διεσώθη αβλαβές, έξ δε καταφυγόντες εις μίαν εκκλησίαν κειμένην πλησίον των Τριών Πύργων ύστερον από ικανήν αντίστασιν εφονεύθησαν εκτός ενός, όστις διεσώθη κολυμβών, έν μέρος δε, συνιστάμενον από εικοσιπέντε σχεδόν εκ του σώματος των Επτανησίων, κατέφυγεν εις έν νησίδιον πλησίον της ξηράς, όπου οχυρωθέν εκ του προχείρου και αντιπολεμήσαν γενναίως προς πλήθος πεζών και ιππέων εχθρών και υπομείναν αφόβως τον συνεχή και αλλεπάλληλον κανονοβολισμόν όλην την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα, διεσώθη τελευταίον αβλαβές από τον Κριζιώτην, όστις επήγεν εις βοήθειάν του με δύω πλοιάρια, με τα οποία και τους μετέφερεν εις τα μεγάλα πλοία, τα οποία δεν ημπορούσαν να πλησιάσωσιν εκεί διά την ρηχότητα των νερών.

Η δευτέρα αύτη αποτυχία κατελύπησε τον Καραϊσκάκην και ομού με αυτόν όλους τους ευαισθήτους πατριώτας, αλλά την λύπην του την εκορύφωσεν η είδησις του θανάτου του Γκούρα (22), την οποίαν επίτηδες απεσταλμένοι από το φρούριον έφερον εις το στρατόπεδον. Δεν ήτον πλέον καιρός μακρών και βραδέων σκέψεων διότι εκτός της αθυμίας, την οποίαν φυσικώ τω λόγω επροξένησεν εις τους πολιορκουμένους, το συμβεβηκός τούτο ήτον υποψία διαιρέσεων και διχονοιών, το οποίον ημπορούσε να αυξήση τα δεινά των πολιορκουμένων. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς τους συγκροτούντας το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και ωμίλησεν ούτω· «Το φρούριον των Αθηνών κινδυνεύει και η πτώσις του θέλει είναι πτώσις όλης της Στερεάς Ελλάδος· δεν έχει εις άλλους τας ελπίδας του, παρά εις ημάς· δεν είναι εντροπή μας να το αφήσωμεν απροστάτευτον;» Όλοι ομοφώνως απεκρίθησαν ότι προσφέρουσι και την ιδίαν των ύπαρξιν διά την σωτηρίαν του φρουρίου. «Λοιπόν, επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης, εγώ δεν βλέπω άλλον τρόπον αρμοδιώτερον και προχειρότερον, ειμή να δεχθή να εισέλθη εις το φρούριον επί κεφαλής της αποσταλησομένης εις αυτό βοηθείας είς από ημάς, όστις ήθελεν έχει ιδιαίτερον στρατιωτικόν σώμα, το οποίον να τον αγαπά ενταυτώ και να τον σέβεται· διά να μην αποτύχωμεν δε και ταύτην την φοράν, το οποίον θέλει είναι ολεθριώτατον, δύω βλέπω αρμοδιωτέρους, τον εαυτόν μου και τον στρατηγόν Κριζιώτην». Επειδή δε είπον μερικοί ότι δεν συμφέρει ο Γενικός αρχηγός να κλεισθή μέσα εις το φρούριον, αλλά να μείνη έξω και να προσπαθή περί διαλύσεως της πολιορκίας· — «Εκτός τούτου, επρόσθεσεν ο Καραϊσκάκης, ενώ δεν ημπορώ να χρησιμεύσω εις το φρούριον, όσον ο αδελφός μας Κριζιώτης· διότι πρώτην φοράν πατώ ταύτα τα χώματα· ο δε Κριζιώτης ως διατρίψας πολύν καιρόν εις τα εδώ γνωρίζει και τας θέσεις και τους κατοίκους και προ πάντων, διά τας οποίας έχει σχέσεις μετά των εν τω φρουρίω πολεμικών, θέλει κατασταθή σεβαστός εις τους πολιορκουμένους και θέλει διαθέσει άριστα τα πράγματα του φρουρίου». Όλοι ομοφώνως επαίνεσαν την γνώμην του Καραϊσκάκη και παρεκίνησαν τον Κριζιώτην διά να δεχθή το πράγμα. Ο δε Κριζιώτης κινούμενος από φιλοτιμίαν απεδέχθη χωρίς δυσκολίαν το πρόβλημα.

Αλλ' άμα εκοινοποιήθη το πράγμα εις τους στρατιώτας αυτού, συνήχθησαν αμέσως περί αυτόν και μ' όλον ότι τον αγαπούσαν και τον εσέβοντο εις τον ανώτατον βαθμόν, μ' όλον τούτο δεν έλειψαν να του προξενήσωσιν ικανάς δυσκολίας· του επαρρησίασαν κατ' αρχάς τον κίνδυνον, με σκοπόν διά να τον αποτρέψωσιν από τούτο το επιχείρημα. Αλλ' επειδή αυτός επρόβαλεν, ότι είναι έτοιμος να καταφρονήση πάντα κίνδυνον, διά να μην παραβή την υπόσχεσίν του, εστράφησαν εις την αληθή αιτίαν, ότι χωρίς ικανά χρήματα δεν πρέπει να επιχειρισθή τοσούτον επικίνδυνον έργον.

Το κεφάλαιον των χρημάτων το εστοχάσθη απ' αρχής ο Καραϊσκάκης, αλλά μη βλέπων τινά πόρον εσχεδίασε να υποχρεώση, τους στρατηγούς να καταθέσωσι μέρος και τα λοιπά να βιάση τους πλουσιωτέρους εκ των πλησιεστέρων χωρίων διά να τα δώσωσι. Πολλά σύντομα συνήχθησαν τα χρήματα και έγεινεν η ετοιμασία. Αλλά διά να μην αποτύχη και ταύτην την φοράν το επιχείρημα της εις το φρούριον εισόδου, εκρίθη αρμόδιον ώστε όλον το εν Ελευσίνι στράτευμα και τα εν Μεγάροις τότε νεωστί ελθόντα από Κόρινθον να υπάγωσι να τοποθετηθώσι πλησίον του εις Πατήσια στρατοπέδου του Κιουταχή και την νύκτα, καθ' ην ήτον συμφωνημένον να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον, να επιπέσωσιν, ή τουλάχιστον να πλησιάσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, διά να μη δυνηθώσιν οι εχθροί να υπάγωσιν εις βοήθειάν των εν τη πόλει, όταν ο Κριζιώτης ήθελε δοκιμάσει την είσοδον.

Την νύκτα της ενδεκάτης του Οκτωβρίου ήτον προσδιωρισμένον να δοκιμάση ο Κριζιώτης την είσοδον· έμελλε δε προηγουμένως να υπάγη να ετοιμασθή εις Αμπελάκι, να παραλάβη εκείθεν και το σώμα των Επτανησίων και διά των πλοίων να μεταβή εις τα παράλια της Αττικής. Την ενδεκάτην λοιπόν περί το γεύμα ειδοποιήσας ο Καραϊσκάκης και τους εις Μέγαρα ευρισκομένους, εκίνησε μ' όλον το στράτευμα προς τας Αθήνας διά του Μενιδίου· ήσαν δε όλοι ομού υπέρ τας τρεις χιλιάδας.

Άμα είδον οι εν Μενιδίω Τούρκοι τους Έλληνας, ειδοποίησαν όλους τους κατοίκους, όντας εξαπλωμένους και εργαζομένους εις την προκειμένην πεδιάδα, να συνέλθωσιν εις το χωρίον διά να προφυλαχθώσιν· η από ιππείς όμως συγκειμένη εμπροσθοφυλακή των Ελλήνων προλαβούσα αιχμαλώτισεν ένα Οθωμανόν και δύο εκ των κατοίκων· ακροβολίσθη δε ολίγον και με τους εχθρούς έμπροσθεν του χωρίου. Διαβάντες εκείθεν οι Έλληνες έφθασαν περί την δύσιν του ηλίου εις Ζευγολατείον, χωρίον μικρόν έρημον, μίαν ώραν σχεδόν απέχον του εχθρικού στρατοπέδου. Άμα ενύκτωσεν οπωσούν και συνήλθον όλοι οι στρατιώται, διώρισεν ο Καραϊσκάκης ν' ανάψωσι φωτίας όσας πλειοτέρας δυνηθώσι, διά να φανερώσωσι τον ερχομόν των εις του εχθρούς και να τους παρουσιάσωσι την δύναμίν των μεγαλειτέραν απ' ό, τι πραγματικώς ήτον. Οι εχθροί όμως είχον ήδη πληροφορηθή περί τούτων από δύω ιππείς προαποσταλέντας επίτηδες από τους εις Μενίδι ευρισκομένους Τούρκους.

Την πέμπτην ώραν της νυκτός ήτον συμφωνημένον να πλησιάση ο Κριεζώτης εις το φρούριον, και την ώραν ταύτην έπρεπε και τα έξω στρατεύματα να προσβάλωσιν εις το στρατόπεδον του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης λοιπόν συγκαλέσας όλους τους αξιωματικούς του στρατεύματος επρόβαλε να γένη έφοδος γενική εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Αλλ' επειδή πολλοί εναντιώθησαν, λέγοντες ότι δεν ήτον φρονήσεως έργον να επιπέσωσιν εις ωχυρωμένον στρατόπεδον, αντεπρόβαλε να εκλεχθώσιν οι ανδρειότεροι και τολμηρότεροι, διά να πλησιάσωσι καν εις το στρατόπεδον του εχθρού, να τουφεκίσωσιν από πλησίον και να κάμωσι κάποιον αντιπερισπασμόν, οι δε λοιποί να σταθώσιν οπίσω διά να υποστηρίξωσι τους πρώτους, αν συμβή να κινδυνεύσωσιν. Επειδή όμως ουδέ τούτο το σχέδιον δεν έγεινεν απ' όλους δεκτόν, και από φιλονεικίαν εις φιλονεικίαν μεταβαίνοντες δεν κατώρθωνον τίποτε, ο Καραϊσκάκης υποπτεύσας ότι εγίνετο οργανισμός διά να ματαιωθή ολοτελώς τούτο το κίνημα και ων ανήσυχος διά τον κίνδυνον των περί Κριζιώτην και επομένως του φρουρίου, είπε προς τους παρεστώτας αποφασιστικά· «Η ώρα ήλθε και όποιος αγαπά την πατρίδα ας έλθη κατόπι διά να σώσωμεν το φρούριον». Εκίνησε δε αμέσως πρώτος προς το εχθρικόν στρατόπεδον, και το παράδειγμά του ενέπνευσε θάρρος εις όλους, ώστε εκίνησαν προθύμως κατόπι του και ήθελον ίσως πλησιάσει όλοι εις το εχθρικόν στρατόπεδον, εάν είς από τους σημαντικούς Σουλιώτας αρχηγούς δεν ήθελεν οπισθοδρομήσει, λέγων· «Δεν πηγαίνω να θυσιάσω όσους στρατιώτας διέσωσα από το Μεσολόγγι». Το παράδειγμα τούτου έγεινεν αιτία να μην ακολουθήσωσι και οι λοιποί, άλλοι μην εννοούντες το πράγμα, οι περισσότεροι όμως χωρίς να ηξεύρωσι τίποτε, αλλ' υποθέτοντες ότι έγεινε κατά διαταγήν του αρχηγού.

Ο Καραϊσκάκης επροχωρούσε προς τους εχθρούς, χωρίς να ηξεύρη ότι δεν ακολουθούν οι λοιποί. Τελευταίον όταν επλησίαζον αρκετά εις το εχθρικόν στρατόπεδον, ώστε διέκρινον τους περί τας φωτίας στρατιώτας, του αναγγέλλουν οι περί αυτόν ότι οι λοιποί δεν έρχονται και ότι είναι κίνδυνος μόνοι των, ενώ είναι τόσον ολίγοι, να παρουσιασθώσι πλησίον εις τον εχθρόν· αυτός μ' όλον τούτο επέμενεν εις το να προχωρή και μόλις επείσθη από τας παρακινήσεις των φίλων του να σταθή ολίγον μακράν από τας προφυλακάς του εχθρού, επί λόγω του να συσσωματωθώσιν όλοι ομού πριν εννοηθώσιν από τους εχθρούς. Σταθείς δε ολίγον και ιδών ότι δεν ακολουθούσαν άλλοι, έβαλεν εις γραμμήν τους συνακολουθήσαντας, όντας έως εκατόν πεντήκοντα, και διέταξε να πυροβολήσωσι προς το εχθρικόν στρατόπεδον. Ο σκοπός του τουφεκισμού δεν ήτον πλέον διά βλάβην του εχθρού, αλλά διά να τους ειδοποιήση μόνον περί της πλησιάσεως και να μην τον αφήση να κινηθή προς το μέρος, όθεν έμελλε να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον (εάν ήθελε γένει γνωστόν το επιχείρημα). Συγχρόνως με τους προχωρήσαντας επυροβόλησαν και οι μείναντες εις το Ζευγολατείον ταχθέντες εις γραμμάς, και αφ' ού ετριπλασίασαν αμφότερα τα μέρη τον πυροβολισμόν των, οι προχωρήσαντες επέστρεψαν όπου και οι λοιποί, και ενωθέντες όλοι ομού επανήλθον την αυτήν νύκτα εις το στρατόπεδον.

Ήτον σύνθημα της εις το φρούριον εισόδου του Κριζιώτου το να ριφθώσιν εννέα κανόνια. Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι επροχώρει η νύκτα, ήτον εις μεγάλην αγωνίαν περί του επιχειρήματος· διότι δεν ηκούετο σύνθημα· αλλά τελευταίον περί την δεκάτην ώραν της νυκτός ηκούσθη ο κρότος των κανονίων της Ακροπόλεως, και ο Καραϊσκάκης, όλος χαρά, δεν είχε πλέον όρεξιν ύπνου, αν και αγρύπνησε και εκακοπάθησεν ικανώς όλην εκείνην την νύκτα. Το αίτιον του να μη προφθάση ο Κριζιώτης εις το φρούριον κατά την διωρισμένην ώραν υπήρξεν η εναντιότης των ανέμων· κανέν άλλο εναντίον συνάντημα δεν συνέβη εις αυτόν. Αποβάς περί το μεσονύκτιον εις το μεταξύ του Πειραιώς και Μουνυχίας παράλιον και αναπαυθείς ολίγον, εκίνησε προς το φρούριον ενθαρρύνων και παρακινών τους στρατιώτας· διαβάς δε εν τω μέσω των εχθρών, πριν τους δώση καιρόν να τον εννοήσωσι και να τον κτυπήσωσιν, εισήλθεν ασφαλώς εις το φρούριον (23).

Προ καιρού ο Καραϊσκάκης είχε γνωρίσει ότι κατά πρόσωπον πολεμών τον εχθρόν, δεν ήτον δυνατόν να διαλύση την πολιορκίαν των Αθηνών. Ενόμιζε λοιπόν ωφέλιμον προς διάλυσιν της πολιορκίας ταύτης το να εκστρατεύση εις τας έμπροσθεν επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος, όπου όσον ήθελε προχωρεί, τόσον ήθελεν αυξάνει τας εδικάς του δυνάμεις με την προσθήκην των εις τους εχθρούς υποδουλωμένων Ελλήνων και ήθελε βλάπτει τας του εχθρού με το εμπόδισμα των τροφών και της διαβάσεως νέων στρατευμάτων. Αλλά διά να βάλη εις πράξιν τοιούτον σχέδιον έπρεπε να έχη πολύ περισσοτέρας δυνάμεις απ' όσας είχεν υπό την οδηγίαν του. Επ' αυτώ τω σκοπώ είχε γράψει προ καιρού εις την Διοίκησιν διά να τον ενδυναμώση και με άλλα στρατεύματα. Επειδή δε είχεν ήδη τελειώσει η σύναξις των σταφίδων της Κορίνθου και τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα ήσαν πλέον περιττά, η Διοίκησις τα διέταξε να υπάγωσιν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον υπό τη οδηγίαν του Καραϊσκάκη διά να συμπράξωσιν εις τα υπέρ της Στερεάς Ελλάδος πολεμικά επιχειρήματά του.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού το φρούριον κατέστη εις την ανήκουσαν ασφάλειαν, βλέπων ότι ήτον αρμόδιος καιρός να εκστρατεύση κατά το προμελετηθέν σχέδιον, προσκληθείς και από τον Γ. Δυωβουνιώτην και I. Ρούκην όντας τότε υποτεταγμένους εις τους εχθρούς, απεφάσισε να κινηθή· έκρινε όμως αναγκαίον να κοινοποιήση προηγουμένως το σχέδιον τούτο και εις τους εις Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας αρχηγούς, διά να τους πείση να συνεκστρατεύσωσι προθύμως και αυτοί· και τούτο διότι υπώπτευεν ότι, έχοντες προς αυτόν αντιζηλίαν, εμπορούσαν να μην ακολουθήσωσιν εις την εκστρατείαν, προφασιζόμενοι ότι δεν τους εσυμβουλεύθη. Επροσκάλεσε λοιπόν όλους τους αρχηγούς και πρώτους αξιωματικούς αυτού του σώματος και τους εκοινοποίησε το σχέδιον. Αυτοί απεκρίθησαν ότι το εγκρίνουν και το αποδέχονται, αλλ' ότι ως υπηρετήσαντες και αυτοί σημαντικά την πατρίδα, ενόμιζον ανάξιον του χαρακτήρος των να μην έχωσιν ιδιαίτερον αρχηγόν. Ο Καραϊσκάκης, είτε από μετριοφροσύνην, είτε από πολιτικήν, απεδέχθη το πρόβλημά των και απεφάσισαν εκ συμφώνου να διαιρεθή η γενική αρχηγία εις τριμελή επιτροπήν, να ήναι μέλη αυτής ο Καραϊσκάκης, ο Νικήτας και όποιος έμελλε να εκλεχθή από τους Σουλιώτας.

Όταν εγίνετο η συνομιλία αύτη, ο Καραϊσκάκης δεν είχε μαζύ του κανένα σχεδόν από τους υπ' αυτόν στρατηγούς και αξιωματικούς. Έκρινε λοιπόν αναγκαίον να τους προσκαλέση και να τους κοινοποιήση τα γενόμενα. Η ομιλία αύτη είχεν ήδη διαδοθή εις το στρατόπεδον και εγίνετο πολύς ψιθυρισμός· είχε δε ούτος την αρχήν του από την μεταξύ Σουλιωτών και λοιπών Στερεοελλαδιτών υπάρχουσαν διαίρεσιν (24), η οποία τόσον είχεν εξάψει τα πνεύματα αμφοτέρων των μερών, ώστε ουδ' εις το παραμικρόν δεν παρεχώρει παντελώς το έν εις το άλλο. Όταν ο Καραϊσκάκης εκοινοποίησε το πράγμα εις τους συνελθόντας αξιωματικούς του στρατοπέδου, όλοι αντέτειναν με αγανάκτησιν (25). Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να τους καταπραΰνη, λέγων ότι το πράγμα τούτο αν ήναι πειρακτικόν, είναι διά την εδικήν του φιλοτιμίαν· αυτός όμως παραχωρεί διά το συμφέρον της πατρίδος· αλλ' αυτοί επιμένοντες κατήντησαν να του ειπώσιν, ότι υπ' αυτόν μόνον αρχηγόν είν' έτοιμοι να θυσιάσωσι και την ιδίαν των ζωήν, δεν ανέχονται όμως να τον ακολουθήσωσιν εις εκστρατείαν, καθ' ην θέλει έχει και άλλους συναρχηγούς. Αν δε αυτός έχει σταθεράν απόφασιν να κάμη κατά την γνώμην των Σουλιωτών, ας μη λογαριάση πλέον αυτούς διά συντρόφους του. Επρόσθεσαν δε ότι τότε μόνον ηδύναντο ν' αποδεχθώσι της αρχηγίας την διαίρεσιν, όταν ήθελε το διορίσει η Κυβέρνησις (26).

Ο Καραϊσκάκης βλέπων το αμετάπειστον της γνώμης των, ειδοποίησε τους Σουλιώτας διά γράμματος, εις το οποίον υπεγράφησαν και όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, τους επρόβαλε δε, αν θέλουν, να συνακολουθήσωσιν εις την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, μενόντων των πραγμάτων εις την οποίαν ήσαν κατάστασιν. Οι Σουλιώται ηρνήθησαν αποφασιστικά το να λάβωσι μέρος εις ταύτην την εκστρατείαν. Αλλ' έν συμβεβηκός, το οποίον ημπορεί να νομισθή, ως ευτύχημα διά τον Καραϊσκάκην και την Στερεάν Ελλάδα, συνετέλεσεν εις την επιτυχίαν της εκστρατείας και εμψύχωσε τους περί τον Καραϊσκάκην.

Μέγα μέρος των εν Κορίνθω υπό διαφόρους οπλαρχηγούς συνελθόντων στρατευμάτων νομίζον ότι αδικείτο εις τους μισθούς του από τους πρωτίστους Σουλιώτας αρχηγούς, απεχωρίσθη από αυτούς· συσσωματωθέν δε και συνδεθέν με όρκους και άλλους δεσμούς ωνομάσθη Ηπειρωτοσουλιωτικόν σώμα και απεφάσισε ν' ακολουθήση τον Καραϊσκάκην, της βοηθείας του οποίου ενόμισεν ότι είχεν ανάγκην. Οι συγκροτούντες τούτο το σώμα ήρπασαν ικανόν μέρος σταφίδων ανήκον εις ιδιώτας Κορινθίους διά να πληρωθώσι μισθούς, χρεωστουμένους εις αυτούς παρά της Διοικήσεως ή παρά των αρχηγών των. Υποπτεύοντες δέ τινα καταδρομήν επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τον συνακολουθήσωσιν επί υποσχέσει του να υπερασπισθή τα οποία ενόμιζον ότι είχον δίκαια. Ο Καραϊσκάκης νομίζων ότι δεν ήτον όλον το άδικον από μέρος των και επειδή με την συνδρομήν αυτών ηδύνατο να βάλη εις ενέργειαν την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, εδέχθη ευχαρίστως το πρόβλημά των, υποσχεθείς να διορθώση το πράγμα από μέρους της Κυβερνήσεως.

Ενώ δε εγίνοντο ταύτα, ο Φαβιέρος μείνας αρκετόν καιρόν εις Αμπελάκι άπρακτος, διά να παύση την κατακραυγήν των ανθρώπων ότι δεν λαμβάνει μέρος εις τον πόλεμον, απεφάσισε να κινηθή εις κανέν επιχείρημα. Ελθών λοιπόν εις Ελευσίνα επρόβαλεν εις τον Καραϊσκάκην ότι εσχεδίασε να επιπέση εις τους εις Θήβας στρατοπεδευμένους εχθρούς και ότι επιθυμεί να λάβη συμβοηθούς εις το επιχείρημά του έως τριακοσίους ατάκτους στρατιώτας. Ο Καραϊσκάκης μαθών ότι η διάβασις του στρατεύματος έμελλε να γένη από τόπον πεδινόν και γνωρίζων τον χαρακτήρα και την συνήθειαν των Ελλήνων στρατιωτών, παρέστησεν εις τον Φαβιέρον το δυσκατόρθωτον της επιχειρήσεως, του επρόσθεσε δε· «Αν κατορθώσης να διώξης τους Τούρκους από την πόλιν των Θηβών και να την κυριεύσης, δυσκόλως μεν, ίσως όμως δυνηθής να την διαφυλάξης εις δευτέραν εχθρικήν συμπλοκήν· εάν όμως αποτύχης, ολίγους των τακτικών θέλεις διασώσει διωκομένους εις την πεδιάδα από το ιππικόν των εχθρών». Αλλ' επειδή ο Φαβιέρος επέμενεν, ο Καραϊσκάκης, διά να μη λέγεται ότι εμπόδισε το πράγμα από κακοβουλίαν του, παρεχώρησε και διέταξε τον Δ. Καλλέργην και Στέφον Σέρβον (τους οποίους ονομαστί εζήτησεν ο Φαβιέρος) να παραλάβωσι τους στρατιώτας των, όντας έως τριακοσίους, και να ακολουθήσωσι τον Φαβιέρον εις τούτο το επιχείρημα.

Την εννάτην λοιπόν του Οκτωβρίου οι δύω ούτοι αξιωματικοί κινήσαντες από Ελευσίνα και ενωθέντες εις Κούντουρα με τους τακτικούς, επροχώρησαν εκείνην την νύκτα έως εις τον Ασωπόν, όπου έμειναν ν' αναπαυθώσιν ολίγον. Ιδόντες δε οι Έλληνες και προ πάντων οι άτακτοι, ότι ο δρόμος ήτον διά της πεδιάδος, και φοβηθέντες μη απαντηθώσιν από εχθρικόν ιππικόν, ή αποτυχόντες του επιχειρήματος καταδιωχθώσι, δεν ηθέλησαν να προχωρήσωσι· και μέρος μεν εκ των ατάκτων αντέτεινε φανερά, μέρος δε εκρύπτετο καθ' οδόν, ώστε ο Φαβιέρος, αφ' ού επροχώρησεν ολίγον και είδεν ότι όσον προώδευε το στράτευμα, τόσον ωλιγόστευε, απελπισθείς του να δυνηθή να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν, διώρισε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως οι μεν μετά του Καλλέργη και Στέφου επέστρεψαν πάλιν εις Ελευσίνα, το δε τακτικόν μετά του Φαβιέρου μετέβη και εστάθη εις Μέγαρα.

Notes in this chapter

Note 1 · Ιδού η επιγραφή του βιβλίου· «Βιογραφία των ηρώων Μάρκου Μπότσαρη και Καραϊσκάκη συνοπτικώς συγγραφείσα και τύποις εκδοθείσα υπό Γεωργίου ΓαNote 2 · Κατά τον Αθηναίον ιστορικόν Διον. Σουρμελήν ο Καραϊσκάκης εγεννήθη εις το χωρίον Μαυρομάτι των Αγράφων (σημ. εκδότου). ↩Note 3 · Οι συλλαμβανόμενοι κλέπται εφονεύοντο μετά πολλάς και οχληράς τιμωρίας· τινών εσύντριβον τα γόνατα, άλλων απέκοπτον τα μέλη, άλλους επαλούκοNote 4 · Λέγουν ότι ήτον είς των τριών, οι οποίοι πρώτον ετουφέκισαν τον Βελή Γκέκαν και τον εφόνευσαν. ↩Note 5 · Αμφιβάλλομεν ότι ο Καραϊσκάκης έγραψε τοιαύτην επιστολήν και ότι τοιούτο ήτο το περιεχόμενον αυτής. Ούτε ο Καραϊσκάκης ήτο τόσον ανόητος να Note 6 · Επιθανολόγησαν έτι μάλλον την ύπαρξιν της προδοσίας ταύτης, διότι κατ' αυτήν την εποχήν εξήλθεν από Ναύπακτον έν σώμα Τούρκων και διευθύνετοNote 7 · Η επιστολή είχε γίνη τω όντι, όχι όμως με το πνεύμα της παραδόσεως του Μεσολογγίου και Αιτωλικού. Ολίγον κατωτέρω βλέπει ο αναγνώστης την αλNote 8 · Περίεργος είναι η περικοπή δι' ης ζητεί την συγχώρησιν: «Εμένα (λέγει) η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω· δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα Note 9 · Δεν ήτον μόνος ο Καραϊσκάκης κατ' εκείνην την εποχήν· ήσαν σύμφωνοι με αυτόν ο Ανδρέας Ίσκου, οι Γιολδασαίοι, ο Γιαννάκης Στάικος κ.τ.λ., οιNote 10 · Ο μεγαλείτερος αδελφός του συγγραφέως της βιογραφίας ταύτης (σημ. εκδότου). ↩Note 11 · Ο Κώνστας Μπότσαρης και Κήτσος Τζαβέλας ήσαν οι σημαντικώτεροι αρχηγοί των δυσαρεστηθέντων στρατιωτικών σωμάτων. ↩Note 12 · Περί τας αρχάς Μαΐου 1825. ↩Note 13 · Περί τας αρχάς Ιουλίου 1825. ↩Note 14 · Απαντών δυσκολίας εις την εκστρατείαν και αποδίδων την αιτίαν εις την κακήν θέλησιν των τότε διοικούντων τα πράγματα, κατήντησε να προφέρη κNote 15 · Την επομένην ημέραν ο Κιουταχής έστειλε στρατεύματα και έπιασε τας περί τον Πειραιά θέσεις· προ πάντων ωχύρωσε το μετόχιον του Αγίου ΣπυρίδωNote 16 · Η Γύφτικη λεγομένη πόρτα έκειτο προς τα ΒΔ. της πόλεως. Προμαχώνες είναι τα λεγόμενα τότε μπούρτζια του τείχους της πόλεως. ↩Note 17 · Καράσοϊ είναι ο βράχος του Αρείου Πάγου. Η Αρβανίτικη, πόρτα έκειτο παρά το Στρατιωτικόν Νοσοκομείον. ↩Note 18 · Λέγουν ότι ο Καραϊσκάκης δεν ήτον σύμφωνος εις την καινοτομίαν ταύτην του Φαβιέρου και ότι προείπε με αίσθημα λύπης τον όλεθρον των προτεταγNote 19 · Πολλοί των αξιωματικών υπέπεσον εις την λειποταξίαν δι' άγνοιαν των γενομένων και διότι εκοινολογήθη ότι η φυγή ήτον γενική. ↩Note 20 · Μεταξύ των πολιορκουμένων ήσαν πολλοί με αισθήματα πατριωτισμού και φιλοτιμίας, και είναι δίκαιον να μη συμπεριληφθώσιν εις την κατηγορίαν τNote 21 · Αρχηγός του σώματος των Επτανησίων ήτο ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος, πολιορκούμενος ήδη εν τη Ακροπόλει, επίτροπος δ' αυτού επί του σώματος ήτοNote 22 · Συνέβη την νύκτα της 30 Σεπτεμβρίου από βόλι εχθρικόν διευθυνθέν εις την κεφαλήν, εν ώ εκάθητο πλησίον ενός παραθυριού μετά το δείπνον. (Ο ΓNote 23 · Ενοήθησαν οι εισελθόντες υπό των εχθρών και επυροβολήθησαν· επληγώθησαν δύο καί τινες επέταξαν τας καπότας των (σημ. εκδότου). ↩Note 24 · Τα από Μεσολόγγι εις Ναύπλιον ελθόντα στρατεύματα διαιρέθησαν μεταξύ των και διεφέροντο οι Σουλιώται και Ηπειρώται με τους Στερεοελλαδίτας, Note 25 · Δεν ειξεύρω αν ο Καραϊσκάκης προδιωργάνισε να τον ομιλήσωσι κατ' αυτόν τον τρόπον όμως τα φαινόμενα ήσαν τοιαύτα. ↩Note 26 · Ήξευρον, φαίνεται, ότι οι Σουλιώται είχον ζητήσει τούτο από την Κυβέρνησιν και δεν είχον εισακουσθή. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings