← Table of contents
Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟY ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ (continued 2)

Reading edition

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη βασιμωτέραν την εις την Στερεάν Ελλάδα εκστρατείαν του, ώστε να ελπίζη πιθανώτερον περί της επιτυχίας της, επρόβαλεν εις τον Φαβιέρον να συνακολουθήση μετά του τακτικού. Αλλ' αυτός, ενώ υπεσχέθη κατ' αρχάς, ύστερον ηρνήθη είτε διά την μεταξύ αυτού και του Καραϊσκάκη δυσαρέσκειαν, είτε πεισθείς εις τους Σουλιώτας αρχηγούς, ή τελευταίον διότι ενόμιζε δύσκολον την διατήρησιν των τακτικών εις επαρχίας εν μέρει μεν έρημους, εν μέρει δε συμπραττούσας μετά των εχθρών. Ο Καραϊσκάκης ελυπήθη διά την άρνησιν· μ' όλον τούτο απεφάσισε να βάλη εις πράξιν το περί της εκστρατείας ταύτης σχέδιον και χωρίς την σύμπραξιν του τακτικού.

Αφ' ού όλα τα της εκστρατείας έγειναν έτοιμα, ο Καραϊσκάκης συνεκάλεσεν όλους τους συγκροτούντας το στρατόπεδον στρατηγούς και αξιωματικούς, και αφ' ού με την συγκατάθεσιν αυτών διώρισε τον Βάσον αρχηγόν του εν Ελευσίνι στρατοπέδου, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, όσοι έμελλον να συνακολουθήσωσιν, ότι διά να επιτύχωσιν εις την εκστρατείαν ταύτην είναι απαραιτήτως αναγκαίον να έχωσι τους στρατιώτας των εις την πλέον αυστηράν ευταξίαν και υποταγήν· να μη συγχωρήσωσι δε ή παραβλέψωσι κανέν είδος καταχρήσεως· διότι η εις τους εχθρούς υποταγή της Ρούμελης κατά μέγα μέρος επήγασεν από αυτάς τας καταχρήσεις. «Έπειτα (είπε) πώς θέλουν έλθη με ημάς οι κάτοικοι των επαρχιών, εις τας οποίας μέλλομεν να υπάγωμεν, εάν ημείς φερώμεθα προς αυτούς και από τους ιδίους Τούρκους χειρότερα;» Απεδέχθησαν όλοι με προθυμίαν τα λεγόμενα. Αλλ' ο Καραϊσκάκης διά πλειοτέραν ασφάλειαν διέταξε να γενή έγγραφον υποσχετικόν περί της ευταξίας ταύτης, το οποίον υπογραφέν απ' όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς, παρεδόθη εις χείρας του. Περιείχετο δε προς τοις άλλοις εις το έγγραφον τούτο ότι ο ατακτήσας θέλει παιδεύεται αυστηρώς από τον αρχηγόν, χωρίς να δύναται κανείς από τους συμφωνήσαντας να τον εξαιρέση της ευθύνης, και αν ήθελεν ανήκει ιδίως εις αυτόν. Όλον το σώμα το οποίον απεφασίσθη διά την εκστρατείαν ταύτην εσυμποσούτο από δύω χιλιάδας πεντακοσίους πολεμιστάς. Με τούτους επεχείρησεν ο Καραϊσκάκης το μέγα έργον της επαναστάσεως της Ρούμελης.

Την εικοστήν πέμπτην του Οκτωβρίου περί το μεσημέρι εκίνησεν από την Ελευσίνα το στράτευμα· έμεινε δε την νύκτα εις τα Κουντουριώτικα Καλύβια και την ερχομένην ημέραν μετέβη εις Κάζαν, όπου διέμεινε και την επιούσαν νύκτα. Ο Καραϊσκάκης διά να πληροφορηθή ακριβώς αν δεν υπάρχωσιν εις κανέν μέρος της διαβάσεως εχθροί, διά να προλάβη αφυλάκτους τους εις Δομπραίναν και να προξενήση καμμίαν βλάβην εις αυτούς διά το αιφνίδιον, έκρινεν αναγκαίον να στείλη μίαν εμπροσθοφυλακήν. Διώρισε λοιπόν εις τούτο τον Αλέξην Γαρδικιώτην Γρίβαν, όστις λαβών τριακοσίους περίπου στρατιώτας εκίνησεν ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου προς την Δομπραίναν. Μόλις όμως εμβήκεν εις τον δρόμον και ήρχισε ραγδαιοτάτη βροχή, η οποία δεν άφησε να τελεσφορήση τούτο το επιχείρημα. Οι στρατιώται διά το βαθύ της νυκτός σκότος και διά την βροχήν απεπλανήθησαν και διεσκορπίσθησαν, και μόλις έν σώμα από τριάκοντα μόνον έφθασε πλησίον εις την Δομπραίναν και τοποθετηθέν εις ένα αντικρύ αυτής λόφον επαρατηρούσε τα κινήματα των εχθρών· αλλά χωρικοί τινες εργαζόμενοι εις την παρακειμένην πεδιάδα, ιδόντες αυτούς και νομίσαντες ότι ήλθον να λαφυραγωγήσωσιν, ως και άλλοτε συνέβαινεν, ανήγγειλαν το πράγμα εις τους εχθρούς. Αυτοί δε έπεμψαν αμέσως τριάκοντα ιππείς διά να προφυλάξωσι τα ζώα των και τα των κατοίκων και να καταδιώξωσι τους Έλληνας. Ενώ επροχώρουν οι ιππείς ούτοι προς τον λόφον, απαντώσιν ένα στρατιώτην Βούλγαρον από την εμπροσθοφυλακήν του Ελληνικού στρατεύματος, ο οποίος επροχώρει μόνος προς την Δομπραίναν, νομίζων ότι οι φαινόμενοι ιππείς ήσαν Έλληνες. Οι εχθροί συλλαβόντες αυτόν ζώντα έμαθον ότι ήρχετο κατ' αυτών ο Καραϊσκάκης, και αμέσως επιστρέψαντες ωχυρώνοντο εις τους πύργους και εις τας δυνατωτέρας οικίας του χωρίου.

Ολίγον προ της δύσεως του ήλιου έφθασεν ο Καραϊσκάκης εις Δομπραίναν και αμέσως προσέβαλεν εις το χωρίον με όσους έτυχε να φθάσωσι συγχρόνως με αυτόν· οι δε λοιποί Έλληνες, φθάνοντες ανά σώματα (επειδή από τας βροχάς και το μάκρος της οδοιπορίας είχον διακοπή καθ' οδόν) ερρίπτοντο αμέσως κατά των εχθρών· τέλος περικυκλώσαντες πανταχόθεν το χωρίον και εφορμήσαντες το εκυρίευσαν, εκτός των τριών πύργων και των περί το μέσον του χωρίου τέσσαρων ή πέντε οικιών, όπου κατέφυγον οι εχθροί καί τινες των οικογενειών, όσαι ή επρόκριναν να μείνωσι μετά των εχθρών, ή δεν εδυνήθησαν να φύγωσιν, όταν έφυγον και οι λοιποί κάτοικοι του χωρίου. Εκυρίευσαν οι Έλληνες έως τριάκοντα ίππους πολεμιστηρίους καί τινα φορτηγά, τα οποία μετεκόμιζον τα εφόδια των εχθρών.

Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να πείση τους Έλληνας να μείνωσιν εις Δομπραίναν διά να φυλάξωσι πολιορκημένους τους εχθρούς, αλλ' αυτοί, μη όντες εις κατάστασιν ν' αγρυπνήσωσι διά την εκ της μακράς οδοιπορίας κακοπάθειαν, δεν επείσθησαν, αλλ' αφ' ού ελαφυραγώγησαν το χωρίον, μετέβησαν την νύκτα εις Κακόσι. Οι εχθροί λοιπόν μείναντες την νύκτα εκείνην αφύλακτοι ωχυρώθησαν καλήτερον και έστειλαν εις τα πλησιέστερα εχθρικά στρατόπεδα διά να πέμψωσι βοηθείας όσον το δυνατόν ταχύτερον. Εις την συμπλοκήν ταύτην από τους Έλληνας εφονεύθη είς και επληγώθησαν πέντε· ασήμαντος πρέπει να εστάθη και η ζημία των εχθρών· διότι επολεμούσαν από τας οικίας.

Την ερχομένην ημέραν εισήλθαν πάλιν οι Έλληνες εις τας οικίας της Δομπραίνας και επολέμουν τους εχθρούς, αλλ' αυτοί οχυρωθέντες την νύκτα και επελπίζοντες εις τας οποίας επεκαλέσθησαν βοηθείας, επέμενον με τολμηρότητα. Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων ότι έμελλον να φθάσωσιν ογλήγορα εχθρικαί βοήθειαι, έβαλε σκοπιάς εις όλους τους δρόμους τους φέροντας προς την Δομπραίναν και αμέσως του ανήγγειλαν ότι εκατόν περίπου ιππείς ήρχοντο από το εν Θήβαις στρατόπεδον. Τρέχει αυτοπροσώπως ο ίδιος μετά τινων πεζών και ολίγων εφίππων και προκαταλαβών έν μέρος όπου εστένευεν αρκετά ο δρόμος, εκτύπησεν, οπισθοδρόμησε και εδίωξεν εις τα οπίσω τους εχθρούς, αφ' ού τους επροξένησεν ικανήν ζημίαν.

Επιθυμών δε ο Καραϊσκάκης να εξώση τους εχθρούς από την Δομπραίναν όσον το δυνατόν συντομώτερα, διά να μην καταφθάσωσι νέαι βοήθειαι και τους ενδυναμώσωσι περισσότερον, διέταξε και μετεκόμισαν έν κανόνιον από την εις τον λιμένα Δομπραίνης ευρισκομένην Ελληνικήν γολέτταν (27), αλλ' η βλάβη την οποίαν και δι' αυτού επροξενούσεν εις τους εχθρούς ήτον ασήμαντος, διότι οι πύργοι, προς τους οποίους διευθύνετο, ήσαν δυνατής κατασκευής και εχρειάζοντο πολλαί και αλλεπάλληλοι βολαί διά να εξασθενήση ή να κατεδαφισθή μέρος αυτών. Ο Καραϊσκάκης μ' όλον τούτο είχε δώσει διαταγήν να κανονοβολώσι καθ' ημέραν μεταφέροντες το κανόνιον πλησίον εις το χωρίον, διά να έχωσιν ενασχόλησιν τρόπον τινά και εμψύχωσιν οι στρατιώται και διότι η είδησις, του ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον είναι προμηθευμένον και με κανόνια, ηδύνατο να ενθαρρύνη τους υπό τον εχθρόν Έλληνας, επειδή εβεβαιόνοντο τρόπον τινά ότι οι περί τον Καραϊσκάκην δεν ήλθον διά να λαφυραγωγήσωσι και να φύγωσιν.

Ενώ δε μίαν ημέραν ετοποθέτησαν το κανόνιον είς τινα θέσιν μόλις απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τον εις το κέντρον του χωρίου πύργον και πλήθος στρατιωτών συνέρρευσεν εις την θέσιν ταύτην και εις τας ακρινάς του χωρίου οικίας, συμβαίνει μία ραγδαιοτάτη βροχή συντροφευμένη με σφοδρότατον άνεμον, το οποίον έκαμε τους στρατιώτας να μεταβώσι κατ' ολίγους εις τας κατοικίας των. Ο Καραϊσκάκης, αν και δεν ήτον εις το μέρος όπου εγίνετο η συμπλοκή, υπώπτευσεν όμως εκείνο το οποίον και τω όντι είχε συμβή και έδραμε διά να φροντίση να μετακομισθή το κανόνιον εις τόπον ασφαλή. Έως να φθάση εις τον τόπον, όπου ήτον το κανόνιον, ολίγοι στρατιώται διέμειναν, οι λοιποί είχον ήδη φθάσει εις Κακόσι, απ' όσους δε απαντούσε καθ' οδόν εκείνοι μόνον επέστρεφον, όσοι τον εντρέποντο, και είχον φιλοτιμίαν. Έπιασε και μόνος του το σχοινίον, διά του οποίου εσύρετο το κανόνιον, έφθασε και ο Νικήτας και άλλοι τινές αξιωματικοί και ούτω το μετεκόμιζον εις το στρατόπεδον. Ενώ εγίνοντο ταύτα, αναγγέλλουσιν εις τον Καραϊσκάκην ότι έν σώμα Ελλήνων, το οποίον είχεν υπάγει εις τα αμπέλια της Δομπραίνας, επερικυκλώθη από τους εχθρούς και είναι εις μέγιστον κίνδυνον. Αφιερώνει αμέσως εις τον Νικήταν και τους λοιπούς αξιωματικούς την φροντίδα της μετακομίσεως του κανονίου και αυτός διευθύνεται προς το μέρος όπου ήσαν οι κινδυνεύοντες με μόνον ένα από τους υπηρέτας του και ένα εθελοντήν, αφ' ού όμως εμήνυσε να εξέλθωσι και άλλοι στρατιώται από το χωρίον. Αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον και απαντά ερχομένους τους Έλληνας, εις βοήθειαν των οποίων επήγαινεν. Ενώ επέστρεφεν ο Καραϊσκάκης εις την κατοικίαν του καταβεβαρημένος από την βροχήν, από την λάσπην και από τον κόπον, ιδών πλησίον του τον εθελοντήν (28), τον οποίον εγνώριζεν ότι διά περιέργειαν και φιλοτιμίαν εξέθεσε τον εαυτόν του εις τους κόπους και τους κινδύνους της εκστρατείας· «Βλέπεις (λέγει προς αυτόν) εις ποία βάσανα είμεθα υποκείμενοι; και μ' όλα ταύτα ποίος μας το γνωρίζει; — Αν κατά το παρόν (απεκρίθη ο νέος) τα πάθη δεν αφίνουν να γνωρισθώσιν αι εκδουλεύσεις και οι αγώνες σου, δεν πρέπει ν' απελπισθής. Θέλει έλθει καιρός να γνωρίσωσι την αξίαν εκάστου και ν' αποδώσωσι τον ανήκοντα έπαινον και την δικαίαν αμοιβήν. —

Γράφε καν (επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης) γράφε ό, τι βλέπεις και τούτο θέλει είναι αρκετή ανταμοιβή δι' ημάς.

Το φθάσιμον των Ελληνικών στρατευμάτων εις Δομπραίναν έγεινεν αμέσως γνωστόν εις όλας τας πέριξ επαρχίας, αλλ' οι κάτοικοι δεν ετόλμησαν να λάβωσι τα όπλα, υποπτεύοντες μήπως η εκστρατεία είναι προσωρινή και μόνον διά λαφυραγωγίαν. Ταύτην την ατολμίαν βλέπων και ο Ρούκης εζήτησεν από τον Καραϊσκάκην να στείλη εις αυτόν στρατιωτικήν τινα δύναμιν, διά να εμψυχώση τους κατοίκους και να τους κινήση πάλιν εις πόλεμον κατά του εχθρού. Ο Καραϊσκάκης πεπεισμένος και ο ίδιος διά την ανάγκην ταύτην, απέστειλε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Νάκον Πανουργιά με περίπου τετρακοσίους στρατιώτας, γράψας και προς τον Δυοβουνιώτην και προς τους λοιπούς αρχηγούς των όπλων να λάβωσι προθύμως μετοχήν εις τον παρόντα κρίσιμον αγώνα.

Διεδόθη και εις την Πελοπόννησον η είδησις της εις Δομπραίναν αφίξεως και στρατοπεδεύσεως του Καραϊσκάκη και πολλοί από τους εκεί ευρισκομένους Στερεοελλαδίτας συσσωματούμενοι ήρχοντο εις βοήθειάν του. Η προθυμία της εις Ρούμελην εκστρατείας ανεφάνη και εις τους υπό την οδηγίαν των Σουλιωτών αρχηγών στρατιώτας, οι οποίοι ήρχισαν ήδη και ν' αποσπώνται, όταν και οι ίδιοι αρχηγοί των απεφάσισαν να μεταβώσι και αυτοί εις Δομπραίναν και να συμμεθέξωσιν εις τον ιερόν τούτον αγώνα. Μόνον από τους αρχηγούς τούτους ο Κώστας Μπότζαρης και Κήτζος Τσαβέλας δεν ωδήγησαν αυτοπροσώπως τα υπό την οδηγίαν των σώματα εις ταύτην την εκστρατείαν είτε διά να μην αναγνωρίσωσι με την πράξιν αρχηγόν τον Καραϊσκάκην, είτε διότι είχον σκοπόν να λάβωσι μέρος εις την τότε συγκροτουμένην Εθνικήν Συνέλευσιν.

Οι κάτοικοι των πέριξ επαρχιών αν και έβλεπον ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον ηύξανεν ολοέν και η εκστρατεία αύτη αποκατεστήνετο σημαντικωτάτη διά την εις Βιτιρνίτζαν διάβασιν του Δ. Μακρή και Γ. Δράκου και διά την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπιακών στρατευμάτων, μ' όλα ταύτα δεν ετόλμων να λάβωσι τα όπλα κατά των εχθρών και να συμπράξωσι με τον Καραϊσκάκην. Ως και αυτά τα περί το στρατόπεδον χωρία, μ' όλον ότι δεν ήσαν πλησίον Τούρκοι, δεν ετόλμησαν να κινηθώσιν, αλλ' εζήτησαν από τον Καραϊσκάκην δύναμιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού ενεθάρρυνε τους απεσταλμένους των, έστειλεν εις βοήθειάν των τον Αντώνιον Κοντοσόπουλον και Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως με διακοσίους περίπου στρατιώτας, οι οποίοι μετέβησαν αμέσως κ' ετοποθετήθησαν εις τα χωρία Ζαγαρά και Κουτουμουλά. Οι κάτοικοι των χωρίων τούτων θέλοντες να δείξωσιν εις τους εχθρούς, (μετά των οποίων, φαίνεται, συνεννοούντο) ότι εξ ανάγκης εδέχθησαν τους Έλληνας, και ν' αποκτήσωσι με τούτο καταφύγιον εις εναντίαν περίστασιν, ειδοποίησαν τον Μουσταφάμπεην αρχηγόν των κατά τας επαρχίας ταύτας τουρκικών στρατευμάτων, ευρισκόμενον τότε εις Λεβαδείαν· αυτός δε ετοιμασθείς εκίνησεν αμέσως προς τα χωρία ταύτα. Οι Έλληνες μη ελπίζοντες να ήναι τόσον μεγάλη η εχθρική δύναμις, εξαπλωθέντες εις τόπον περισσότερον απ' όσον ήσαν ικανοί να φυλάξωσι και μη οχυρωθέντες καλώς ουδ' εις αυτόν, ηναγκάσθησαν εις πρώτην έφοδον των εχθρών να τραπώσιν εις φυγήν, ήτις απέβη εις αυτούς πολλά επιζήμιος· διότι εφονεύθησαν υπέρ τους τριάκοντα πέντε και εσυλλήφθησαν ζώντες μερικοί, εν οις και ο Γιαννάκης αδελφός του Οδυσσέως, τον οποίον όμως εφόνευσαν μετ' ολίγον.

Οι εις Ζαγαρά πολεμήσαντες Τούρκοι, όντες έως οκτακόσιοι και έχοντες επί κεφαλής τον Μουσταφάμπεην, ήλθον την ερχομένην ημέραν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν αποκλεισμένων. Ο Καραϊσκάκης μη γνωρίζων πόση ήτον η δύναμις αύτη των εχθρών και επειδή δεν ήτον θέσις αρμοδία εις τον δρόμον του διά να προσπαθήση να εμποδίση την διάβασίν των, διέταξε τους Έλληνας να φυλάττωσι καλώς τας μεταξύ Δομπραίνας και Κακοσίου θέσεις των. Οι Τούρκοι, άμα επλησίασαν εις το χωρίον, χωρίς να στρατοπεδεύσωσι και να ησυχάσωσιν οπωσούν, ώρμησαν αμέσως εναντίον σώματός τινος Ελλήνων ωχυρωμένου εις μίαν εκκλησίαν, απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τας ακρινάς οικίας της Δομπραίνας. Οι Έλληνες υπέμειναν την ορμήν των, οι δε Τούρκοι τοποθετηθέντες όπισθεν των πέριξ πετρών αντεπολέμουν, αλλά μετ' ολίγας στιγμάς οι Έλληνες εξελθόντες από τους προμαχώνας των και εφορμήσαντες κατ' αυτών τους εδίωξαν έως εις τας οικίας και ετοποθετήθησαν αυτοί όπου ήσαν οι Τούρκοι. Μετά τινα αντιτουφεκισμόν, επειδή ο στρατητηγός Νικήτας εσηκώθη διά να εφορμήση πλησιέστερον κατά των εχθρών, οι Έλληνες νομίσαντες τούτο σημείον οπισθοδρομήσεως, αμέσως επέστρεψαν όλοι εις την εκκλησίαν, οι δε Τούρκοι κατέλαβον πάλιν την προτέραν των θέσιν.

Ηκολούθει ακόμη με ζωηρότητα η μάχη, όταν εφάνη έν σώμα εχθρών πεζών και ιππέων συνιστάμενον από χιλίους περίπου πολεμιστάς και ερχόμενον από Αττικήν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν πολιορκουμένων. Οι Έλληνες, χωρίς να ταραχθώσι διόλου διά την παρουσίαν αυτής της σημαντικής εχθρικής δυνάμεως, επέμειναν αντιμαχόμενοι εις τους εχθρούς έως την νύκτα, ότε ούτοι ανεχώρησαν εις Δομπραίναν. Το από την Αττικήν ελθόν στράτευμα δεν έλαβε διόλου μέρος εις την μάχην ταύτην, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις τους Έλληνας να συμπεράνωσιν ότι την ερχομένην ημέραν έμελλε να γένη σημαντική συμπλοκή. Κανέν σώμα δεν ηθέλησε να μείνη εις την εκκλησίαν, φοβούμενον μην αποκλεισθή από τους εχθρούς και δεν δυνηθή πλέον να λάβη βοήθειαν· ο Καραϊσκάκης λοιπόν διέταξε τους φυλάττοντας ταύτην την θέσιν ν' αναχωρήσωσι την νύκτα, αφού καταστρέψωσι τα περί την εκκλησίαν οχυρώματα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι η δύναμις των εχθρών κατέστη σημαντική και υποθέτων ότι ο Μουσταφάμπεης, Αλβανός πολεμιστής και φιλότιμος, έμελλεν αφεύκτως να κινηθή κατά του στρατοπέδου αυτού των Ελλήνων, διέταξε και κατεσκευάσθη διά νυκτός έν οχύρωμα εις την πλευράν του στρατοπέδου την βλέπουσαν προς Δομπραίναν επί των ερειπίων παλαιού τινος τείχους και εσύστησε τας αναγκαίας περί το στρατόπεδον φυλακάς. Οι Τούρκοι όμως ούτε την νύκτα εκείνην, ούτε τας ακολούθους ημέρας δεν έκαμαν κανέν κίνημα· ευχαριστήθησαν μόνον να βάλωσι φρουράν εις την εκκλησίαν, την οποίαν άφησαν οι Έλληνες, και να την οχυρώσωσιν. Οι Έλληνες ενθαρρυνόμενοι από την ακινησίαν των Τούρκων, εξήρχοντο πολλάκις κατ' αυτών και έδιδον αιτίαν πολέμου, αλλ' αυτοί δεν εκινούντο εις σημαντικήν συμπλοκήν, ηκροβολίζοντο μόνον μακρόθεν και επέστρεφον εις τα ίδια. Τελευταίον ο Μουσταφάμπεης αφήσας έως επτακοσίους πολεμιστάς εις Δομπραίναν, παρέλαβε τα λοιπά στρατεύματα και ανεχώρησε.

Δεν εβράδυναν πολύ οι Έλληνες να γνωρίσωσι την αιτίαν της απραξίας και της από Δομπραίναν αναχωρήσεως των εχθρών. Ο Μουσταφάμπεης άμα έφθασεν εις Δομπραίναν, έμαθε την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπίων, οι οποίοι απέκλεισαν στενώς τους φυλάττοντας τας αποθήκας Τούρκους. Επειδή δε από το Ταλάντι εφέροντο αι τροφαί και εις τα λοιπά τουρκικά στρατόπεδα, εστοχάσθη πλέον κατεπείγον να τρέξη εις εκείνο το μέρος, παρά να πολεμήση το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, το οποίον δεν ήτον τόσον επικίνδυνον· διότι και αν ήθελεν επιτύχη να διώξη τους Τούρκους από Δομπραίναν, δεν ηδύνατο να επιφέρη σημαντικήν αλλοίωσιν εις τα τουρκικά πράγματα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι οι εχθροί, αν και με ολίγον ιππικόν, εκυρίευον όλην σχεδόν την έμπροσθεν της Δομπραίνας πεδιάδα και θέλων να συστείλη και από τούτο το μέρος τους εχθρούς, διέταξε τον αρχηγόν του ατάκτου Ελληνικού ιππικού Χατζή Μιχάλην Ταλιάνον, ευρισκόμενον εις Μέγαρα, να μεταβή εις Δομπραίναν· και αυτός υπακούσας αμέσως μετέβη εις το στρατόπεδον την νύκτα της εννάτης του Νοεμβρίου. Ο Καραϊσκάκης θέλων να ωφεληθή από την άγνοιαν των εχθρών διά να κάμη καμμίαν βλάβην εις αυτούς, διέταξε να μην εβγάλωσι τους ίππους εις μέρη όπου ήτον δυνατόν να φανώσιν εις τους εχθρούς, και την νύκτα της ενδεκάτης του αυτού μηνός διώρισε τον Γιαννάκην Σουλτάνην να υπάγη με πεντήκοντα στρατιώτας να κάμη ενέδραν εις τους αμπελώνας της Δομπραίνας, όπου εσυνείθιζον να πηγαίνωσι συχνά οι εχθροί διά σταφύλια και διά βοσκήν των ίππων των, και εάν μεν παρουσιασθώσιν ολίγοι εχθροί, να τους κτυπήση προσπαθών να τους εμποδίση την επιστροφήν, διά να δώση αιτίαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των οι λοιποί Τούρκοι από την Δομπραίναν· εάν δε ήναι πολλοί και ιππείς, να προσποιηθή φυγήν προς το μέρος της θαλάσσης και να αναβή εις τον πλησίον λόφον, όπου ο τόπος είναι άβατος εις το ιππικόν. Όποιον δε από τα δύο ταύτα ήθελε συμβή, το Ελληνικόν ιππικόν, το οποίον έμελλε να είναι έτοιμον, άμα ήθελεν ακούσει τους πρώτους πυροβολισμούς, έπρεπε να εξέλθη και να προσπαθήση ν' αποκόψη την επιστροφήν των εχθρών. Συγχρόνως έμελλε και ο Δήμος Τζέλιος να τοποθετηθή εις την επάνωθεν της Δομπραίνας θέσιν, ώστε οπόταν ήθελεν ιδεί εξερχομένους πολλούς εχθρούς από το χωρίον, να εφορμήση εις αυτό.

Δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου εκίνησεν ο Γιαννάκης Σουλτάνης από το Κακόσι και μετά τρεις ώρας συναπαντάται με έν σώμα πολεμίων, συγκείμενον από τριάκοντα περίπου ιππείς, και αμέσως πυροβολεί κατ' αυτών. Ούτοι οπισθοδρομήσαντες περισσότερον βολής τουφεκίου, εστάθησαν· οι δε Έλληνες επροσποιήθησαν φυγήν. Αλλ' οι Τούρκοι είτε υποπτεύσαντες, είτε κατά τύχην, δεν ηκολούθουν κατόπι και επομένως δεν απεμακρύνοντο πολλά από το χωρίον. Το Ελληνικόν ιππικόν αφ' ού ματαίως επρόσμενεν ικανήν ώραν διά ν' απομακρυνθώσιν οι εχθροί, τελευταίον ώρμησεν ομού με τον Καραϊσκάκην κατ' αυτών ακολουθείτο δε και από τετρακοσίους περίπου πεζούς. Οι Τούρκοι μη όντες ικανοί ν' αντιπαραταχθώσιν επιστρέφουσιν αμέσως εις Δομπραίναν και συσσωματωθέντες με τους εκείθεν εξελθόντας πεζούς και ιππείς, ετοποθετήθησαν πλησίον του κάτω πύργου και αντέκρουον τους Έλληνας. Ο Καραϊσκάκης ιδών ότι ακροβολιζόμενος κατ' αυτόν τον τρόπον με τους Τούρκους δεν τους έβλαπτε τίποτε και επιθυμών να τους αποσπάση τρόπον τινά από τας οικίας και να τους απομακρύνη προς την πεδιάδα, έκαμε σημείον εις τους Έλληνας να προσποιηθώσι φυγήν· αλλ' αυτοί εκλαβόντες ως αληθή την φυγήν, αντί να οπισθοδρομήσωσι κατ' ολίγον και με τάξιν, έφευγον βιαίως προς το στρατόπεδον· ωφελούμενοι από την αταξίαν ταύτην οι ιππείς των εχθρών, τρέχουσι κατά του Ελληνικού ιππικού, καταφθάνουσι και περικυκλόνουσι τον Γιαννάκην Σουλτάνην, ο οποίος επιστρέψας από την ενέδραν εις το στρατόπεδον και μη θέλων να μένη αργός, ενώ εγίνετο μάχη, είχε λάβει ένα από τους τυχόντας ίππους του Καραϊσκάκη μη όντα ούτε ικανόν, ούτε συνειθισμένον εις πόλεμον, με τον οποίον είχεν υπάγει εις το πεδίον της μάχης και ενωθή με το ιππικόν.

Ο Καραϊσκάκης είδεν εις ποίον κίνδυνον εξετέθη ο Σουλτάνης και αμέσως στρέφει πρώτος τον ίππον του, παρακινήσας δε και τους λοιπούς ιππείς να τον ακολουθήσωσιν, ώρμησεν εις βοήθειαν. Ο Σουλτάνης, αν και επερικυκλώθη από τους εχθρούς, αν και ο ίππος του δεν ήτον διόλου επιτήδειος και ικανός ούτε διά πόλεμον ούτε διά φυγήν, αντεμάχετο μ' όλον τούτο μόνος προς πολλούς και αντείχε, μ' όλον ότι είχε λάβει ήδη τέσσαρας πληγάς. Ο Καραϊσκάκης καταφθάνει με τον υπασπιστήν του ιππικού (29) και με τέσσαρας ή πέντε των ευτολμοτέρων ιππέων επιπίπτουν εις τους εχθρούς, φονεύουν δύο εξ αυτών, τρέπουν τους λοιπούς εις φυγήν και διασώζουν τον Σουλτάνην, μένοντα ακόμη επί του ίππου και αντιμαχόμενον. Αλλ' αι πληγαί ήσαν καίριαι και ο ήρως ούτος μετ' ολίγας στιγμάς απέθανεν.

Αν και εις την μάχην ταύτην καμμίαν άλλην ζημίαν δεν έλαβον οι Έλληνες, ενώ επροξένησαν όχι ολίγην εις τους εχθρούς, ο θάνατος όμως του Σουλτάνη ελύπησεν όλους κατάκαρδα· ο γενναίος ούτος πολεμιστής, ενώ ήτον είς των ανδρειοτέρων και φρονιμωτέρων πολεμικών της Ελλάδος, είχε τον στολισμόν της μετριοφροσύνης, ο οποίος τον κατέστηνεν εις όλους αγαπητόν· όσον ήσυχος ήτον εις καιρόν ησυχίας, τόσον ανησυχούσεν εν καιρώ μάχης· δεν ήτον δε κίνδυνος, από τον οποίον να δειλιάση· η ανδρία του εγνωρίσθη προ πάντων εις τας κατά των εχθρών εφόδους επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ότε και έλαβε δύο κατά διαφόρους καιρούς πληγάς. Αρχηγός του σώματος των Παλαμηδιωτών, εφέρετο αξιολογώτατα και αγαπάτο από όλους, προ πάντων όμως από τον Καραϊσκάκην, ο οποίος έδειξε ζωηροτάτην λύπην διά τον θάνατόν του. Απέθανε δε εις την αρχήν ενός λαμπρού σταδίου, το οποίον τα προτερήματά του και αι περιστάσεις έδειχνον ότι του προετοίμαζον.

Ο Καραϊσκάκης μαθών μετά τινας ημέρας, ότι οι εις Ταλάντι αποβάντες Ολύμπιοι ενικήθησαν κ' εδιώχθησαν, υπώπτευσεν ότι ο Μουσταφάμπεης θέλει κινηθή κατά του υπό την οδηγίαν του Γαρδικιώτου Γρίβα και Νάκου Πανουργιά σώματος, τοποθετημένου εις Δίστομον και Αράχωβαν, διά να το καταστρέψη και ούτω να επέλθη με περισσοτέραν δύναμιν και τόλμην κατά του Καραϊσκάκη. Διά να προλάβη λοιπόν το πράγμα και διά ν' αποφύγη την οποίαν η διαίρεσις του στρατεύματός του ημπορούσε να επιφέρη βλάβην, βλέπων συγχρόνως ότι καθήμενος εις Δομπραίναν, ενώ δεν ηδύνατο να καταστρέψη, τους εχθρούς, έδιδεν υποψίαν εις τους κατοίκους διά της αργοπορίας του ότι δεν ήτον εις κατάστασιν να προβή, επειδή τελευταίον εξέλιπον διόλου και αι τροφαί, απεφάσισε ν' αναχωρήση διά να ενωθή με το λοιπόν σώμα και με τους επαναστατήσαντας στρατηγούς Ρούκην και Δυωβουνιώτην. Το ν' αφήση στράτευμα να πολιορκεί την Δομπραίναν, το έκρινε περιττόν· διότι οι κάτοικοι των επαναστατησάντων χωρίων είχον μεταβή εις την Πελοπόννησον. Όθεν εκίνησεν από Κακόσι πανστρατιά περί τας δύο ώρας της νυκτός της δεκάτης τετάρτης του Νοεμβρίου, διορίσας ως οπισθοφυλακήν το ιππικόν, με το οποίον εστάθη και ο ίδιος, μετέβη δε εις Χώστια, όπου ήσαν τοποθετημένα και τα υπό τους Σουλιώτας στρατιωτικά σώματα. Οι Τούρκοι δεν ενόησαν διόλου την αναχώρησιν των Ελλήνων, την έμαθον δε από ένα των εντοπίων χωρικών, όστις αυτομόλησεν εις τους εχθρούς· δεν ετόλμησαν όμως να καταδιώξωσιν εξ οπίσω τους Έλληνας την νύκτα, αλλά μόνον το πρωί περί τα ξημερώματα εφάνη μέρος του ιππικού των περί τα Χώστια. Ο Καραϊσκάκης έπεμψεν αμέσως κατ' αυτού το Ελληνικόν ιππικόν, αλλ' οι Τούρκοι μη τολμήσαντες ν' αντιταχθώσιν, ωπισθοδρόμησαν προς την Δομπραίναν.

Ο Καραϊσκάκης μη έχων ικανάς τροφάς διά το στρατόπεδον και επιθυμών να ωφελήση τους στρατιώτας με την διαρπαγήν των ποιμνίων των Στεφανικιωτών, οι οποίοι, επίμονοι εις την τουρκολατρείαν των, συνείργησαν εν μέρει και εις την καταστροφήν των εν Ζαγαρά αγωνισθέντων Ελλήνων, διώρισεν εξακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις το χωρίον Στεφανίκου διά να το καταστρέψωσιν, αν δυνηθώσιν, ειδέ μή, ν' αρπάσωσιν όλα των κατοίκων τα ποίμνια. Την απόφασιν ταύτην την εκοινοποίησεν ο Καραϊσκάκης και προς τους Σουλιώτας αξιωματικούς και τους επρόβαλε να πέμψωσιν έν μέρος ανάλογον· αλλ' οι Σουλιώται συνελθόντες εις την οικίαν του επαραπονέθησαν διατί να κάμη την απόφασιν ταύτην χωρίς να συμβουλευθή και αυτούς, και μετά τινα λογοτριβήν περί τούτου ανενέωσαν πάλιν της αρχηγίας το πρόβλημα.

Όλοι οι αξιωματικοί του στρατεύματος του Καραϊσκάκη αντέτεινον επιμόνως λέγοντες, ότι δεν θέλουν γνωρίσει άλλον αρχηγόν παρά τον Καραϊσκάκην, ώστε κατήντησαν σχεδόν και εις προφορικάς ύβρεις μετά των Σουλιωτών. Ο Καραϊσκάκης όμως βλέπων ότι η ημέρα προέβαινε και το στράτευμα δεν έπρεπε να χάνη καιρόν, αφ' ετέρου μέρους φοβούμενος μεγαλήτερα σκάνδαλα, παρεκάλεσε τους μετ' αυτού να παραχωρήσωσι, αυτοί δε μόλις επείσθησαν, αφ' ού προεσυμφωνήθη τρόπον τινά ότι η εξουσία του Σουλιώτου αρχηγού θέλει περιορίζεται μόνον εις τα υπ' αυτόν Σουλιωτικά σώματα, εις δε τα γενικά του στρατοπέδου θέλει συσκέπτεται μόνον με τον Καραϊσκάκην.

Αφ' ού έγεινε δεκτόν το ζήτημα, ο Καραϊσκάκης επρόβαλεν εις τους Σουλιώτας να κάμωσιν αμέσως την εκλογήν του αρχηγού των· και συνήλθον επί τούτω εις ιδιαίτερον μέρος· αλλ' αφού ικανήν ώραν συνεσκέφθησαν και δεν εδυνήθησαν ν' αποφασίσωσι τίποτε, αποστέλλουν δύο εξ αυτών προς τον Καραϊσκάκην, όστις επρόσμενε την απόκρισιν, διά την οποίαν και μόνην ανέβαλε και την εδικήν του αναχώρησιν και το κίνημα των διορισθέντων διά την καταδρομήν του Στεφανίκου· του αναγγέλλουν δε ότι η εκλογή δεν είναι δυνατόν να γένη την στιγμήν ταύτην, καθ' ην ετοιμάζονται διά ν' αναχωρήσωσιν· όταν όμως φθάσωσιν εις μέρος ήσυχον, όπου θέλουν σταθή μερικάς ημέρας, τότε θέλουν κάμει την εκλογήν. Ο Καραϊσκάκης αγανάκτησε μεγάλως δι' αυτήν την απόκρισιν, νομίζων ότι η αναβολή γίνεται διά νέα σκάνδαλα, και αμέσως εσηκώθη και ανεχώρησε, διατάξας τους περί αυτόν να τον ακολουθήσωσιν· είπε δε και με θυμόν προς τους πλησίον του, ότι η μάχαιρα θέλει διαλύσει τας απαιτήσεις των Σουλιωτών.

Με όλους τους περί αυτόν αξιωματικούς μετέβη εις την οικίαν του Λάμπρου Βεΐκου, ο οποίος ενομίζετο ο αίτιος τούτων των ταραχών και εις του οποίου ήσαν συναγμένοι όλοι οι Σουλιώται αξιωματικοί, και καθώς ήτον κυριευμένος από τον θυμόν, άρχισε να ονειδίζη τους Σουλιώτας ονομάζων παράλογα και αντιπατριωτικά τα κινήματά των «Εάν (είπε) δεν είχετε σκοπόν, ή δεν ημπορούσατε να κάμετε την εκλογήν του αρχηγού σας, διατί να την προβάλετε με τόσην επιμονήν, η οποία (αν ήθελον επιμείνει και οι Στερεοελλαδίται αξιωματικοί) ήθελεν αποβή ολεθριωτάτη εις όλην την Στερεάν Ελλάδα και εις σας τους ιδίους ακόμη; Αφ' ού δε εκάμετε το πρόβλημα και έγεινε δεκτόν, διατί δεν το εκτελείτε αμέσως, αλλά το αναβάλλετε; Εκ τούτου δεν δύναται τις να συμπεράνη άλλο, ειμή ότι δεν εκινήθητε διά να επιτύχητε την αρχηγίαν, αλλά διά να φέρετε σκάνδαλον εις το στρατόπεδον και να ματαιώσετε την εκστρατείαν». Οι Σουλιώται χωρίς να ζητήσωσι να δικαιολογηθώσι διά το παρόν φέρσιμόν των, ετράπησαν εις παράπονα και εις διηγήσεις εκδουλεύσεων, θανάτων και ζημιών, τα οποία έπαθον πολεμούντες υπέρ τόπου, από τον οποίον οι μεν περί τον Καραϊσκάκην έμελλον ν' απολαύσωσιν αμέσως ωφέλειαν, αυτοί δε μικράς ελπίδας έπρεπε να έχωσιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού είδε διαφοράν εις τον τρόπον των Σουλιωτών και ότι δεν υπήρχε το προ ολίγου αγέρωχον, τους παρεκίνησε ν' αφήσωσι κατά μέρος όλα τα διατρέξαντα και ν' ακολουθήσωσιν ως αδελφοί εις την εκστρατείαν και ότι εις το τέλος του αγώνος κάνεις δεν θέλει μείνει αδικημένος. Τελευταίον τους κατέπεισε να στείλωσι μέρος στρατεύματος και αυτοί εις καταδρομήν του χωρίου, το οποίον ανωτέρω ανεφέραμεν.

Αφ' ού τοιουτοτρόπως διελύθη και αύτη η τρικυμία, το στρατόπεδον μετέβη εις το μοναστήριον του Αγίου Σεραφείμ του νέου εις Δομπόν. Ο Καραϊσκάκης, επειδή έμελλε να διαβή το στράτευμα από δυσχωρίας τινάς, θέλων να έχη ασφαλή τα οπίσθια, απεφάσισε και άφησε δύναμιν εις το μοναστήριον από εκατόν πεντήκοντα στρατιώτας· την δε επομένην ημέραν ολίγον προ της ανατολής του ηλίου ανεχώρησε και έφθασε το εσπέρας εις το μοναστήριον του Αγίου Λουκά εις Στείρι (30). Εν ώ κατεσκήνωσεν αυτού το στράτευμα, επέστρεψαν τινές των στρατιωτών, των εκστρατευσάντων κατά του χωρίου Στεφανίκου, και ανήγγειλαν την αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης, απέδωκαν δε αυτήν εις την διαφωνίαν των σταλέντων αρχηγών. Οι λοιποί στρατιώται μετέβησαν κατ' ευθείαν εις Δίστομον, όπου μετέβη την ερχομένην ημέραν και όλον το λοιπόν στρατόπεδον.

Εις τούτο το χωρίον είχε σκοπόν ο Καραϊσκάκης ν' αναπαύση μερικάς ημέρας το στράτευμα από την κακοπάθειαν της οδοιπορίας, αλλά μόλις έφθασε και του παρουσιάζεται νέων αγώνων στάδιον.

Ο Μουσταφάμπεης διαλύσας ταχύτατα την εις Ταλάντι εκστρατείαν των Ολυμπίων, ενωθείς και με τον Κεχαγιάμπεην του Κιουταχή, απεφάσισε να διαβή εις Σάλωνα διά να βοηθήση τους εκεί πολιορκουμένους από τον Γ. Δυωβουνιώτην και Νάκον Πανουργιά· επ' αυτώ τω σκοπώ ήλθε με όλον το στράτευμα εις Δαύλειαν καθ' ην ημέραν έφθασαν και τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα εις Δίστομον.

Ο Μουσταφάμπεης έμεινε την νύκτα ταύτην εις το επάνωθεν της Δαύλειας μοναστήριον επονομαζόμενον της Ιερουσαλήμ (31) και εκεί ομιλών με τους περί αυτόν ανέφερεν ότι την επομένην ημέραν έμελλε να διαβή από την Αράχωβαν διά να υπάγη εις Σάλωνα· ακούσας τούτο είς των διακόνων του Μοναστηρίου, ειδήμων της Αλβανικής γλώσσης, μεταβαίνει την νύκτα εις Δίστομον και το αναγγέλλει εις τον Καραϊσκάκην. Ολίγον προ του μεσονυκτίου έλαβεν ο Καραϊσκάκης την είδησιν ταύτην και αμέσως διώρισε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Γεώργιον Βάιον με πεντακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις Αράχωβαν, να προκαταλάβωσι τα οχυρώτερα μέρη αυτής και να κτυπήσωσι τους εχθρούς, αν επιχειρήσωσι να διαβώσι. Συγχρόνως έστειλε και σκοπιάς (καραούλια) διά να τον ειδοποιήσωσι πότε και πόθεν έμελλον να διαβώσιν οι εχθροί, διά να κινηθή εναντίον των.

Την επομένην ημέραν το πρωί οι εχθροί διηρέθησαν εις δύω και το μεν πεζικόν διέβη διά τινος στενής οδού, η οποία φέρει από το μοναστήριον εις Αράχωβαν, το δε ιππικόν και τα φορτηγά διά του Ζεμένου. Άμα ανήγγειλαν αι σκοπιαί το κίνημα των εχθρών, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να υπάγη εις βοήθειαν των προαποσταλέντων εις Αράχωβαν από τινα δρόμον διά του βουνού του Διστόμου· αυτός δε μετ' ολίγον παραλαβών περίπου οκτακοσίους στρατιώτας χωρίς αποσκευάς εκίνησε προς τον Ζεμενόν, όθεν είχον ήδη διαβή οι εχθροί διευθυνόμενοι προς Αράχωβαν.

Το πεζικόν των εχθρών, ενώ επλησίαζεν εις Αράχωβαν, ειδοποιήθη από τινας των κατοίκων ότι φυλάττεται το χωρίον από στρατιώτας Έλληνας· μαθόν όμως συγχρόνως την ολιγότητα αυτών, έλαβε θάρρος και ώρμησε προς το χωρίον. Οι Έλληνες κλεισμένοι εις την εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου και εις τας οχυρωτέρας οικίας, αντέκρουσαν την ορμήν των και επολέμησαν τρεις περίπου ώρας. Έμβαινον ήδη εις την Αράχωβαν και οι διά Ζεμένου διαβάντες Τούρκοι, όταν οι μεν υπό τον Χριστόδουλον επλησίαζον εις το χωρίον από το αντικρινόν μέρος, ο δε Καραϊσκάκης είχεν ήδη διαβή τον Ζεμενόν. Οι Τούρκοι είτε διότι δεν ήλπιζον να υπάρχη εις τούτο το μέρος τοιαύτη Ελληνική δύναμις, είτε διότι δεν ήσαν εις καλήν τάξιν, εδειλίασαν. Μόλις αντεστάθησαν ολίγον εις την πρώτην προσβολήν των Ελλήνων και αμέσως ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος των Σαλώνων. Απαντώσιν όμως και εκείθεν ερχομένους τον Γ. Δυωβουνιώτην, Νάκον Πανουργιάν και Γιαννούσην (32). Μη δυνηθέντες λοιπόν να προχωρήσωσι και καταδιωκόμενοι όπισθεν από τους περί τον Καραϊσκάκην, εστράφησαν προς το μέρος του Παρνασσού και συνήλθον όλοι ομού με τας αποσκευάς των και τα ζώα των εις ένα λόφον επάνωθεν της Αράχωβας, ωχυρωμένον προχείρως πρό τινος καιρού παρά των εντοπίων· οι δε Έλληνες καταλαβόντες τας περί αυτό το μέρος θέσεις έστησαν πολιορκίαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας δεν εφονεύθη κανείς, επληγώθησαν όμως έξ, από δε τους εχθρούς εφονεύθησαν έως δέκα, εν οις και είς ευνοούμενος υπηρέτης του Μουσταφάμπεη, επληγώθησαν δε έως τριάκοντα.

Οι Έλληνες μη έχοντες αποσκευάς μαζύ των και όντες γυμνοί, καθώς εκίνησαν από Δίστομον, δεν ημπόρεσαν διά την υπερβολικήν ψύχραν να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν. Κατ' αρχάς εσυναλλάχθησαν, αλλ' έπειτα μη δυνάμενοι ν' απαντήσωσι το κρύος ουδέ κατ' αυτόν τον τρόπον, άφησαν διόλου την πολιορκίαν και μετέβησαν εις τας οικίας της Αράχωβας, όπου διενυκτέρευσαν άγρυπνοι, απαντώντες την υπερβολήν του κρύους με τας φωτίας και τον οίνον (33). Οι Τούρκοι την νύκτα εκείνην ηδύναντο ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς ή με ολίγην ζημίαν προς όποιον μέρος ήθελον αποφασίσει· αλλ' οι αρχηγοί των δεν κατεδέχθησαν· έγραψαν δε εις όλα τα πέριξ εχθρικά στρατόπεδα και εις τον ίδιον Κιουταχήν να τους πέμψωσιν όσον το δυνατόν ταχύτερον νέας δυνάμεις διά να διορθώσωσι το συμβάν εις αυτούς ατύχημα. Προ πάντων επέμεινεν ο Κεχαγιάμπεης, ων φιλότιμος και επιστηριζόμενος εις την προς αυτόν αγάπην του Κιουταχή.

Την επομένην ημέραν, πριν ακόμη ανατείλη ο ήλιος, ο Καραϊσκάκης ετοποθέτησε περί τους εχθρούς όλον το Ελληνικόν στράτευμα, το οποίον δεν τους άφινε πλέον ουδέ κεφαλήν να προβάλωσιν έξω από το οχύρωμά των. Αφ' ού δε συνήχθησαν εις Αράχωβαν και όσοι είχον απομείνη εις Δίστομον και όσοι ήσαν εις την πολιορκίαν των Σαλώνων και ήλθε και ο Δ. Μακρής με τους περί αυτόν, ο Καραϊσκάκης απέστειλε μέρος του στρατεύματος εις Ζεμενόν και μέρος εις την οδόν την φέρουσαν εις το μοναστήριον της Ιερουσαλήμ διά να εμποδίσωσι τας βοηθείας, αι οποίαι έμελλον να έλθωσιν εις τους εχθρούς. Άμα έφθασεν εις τα διάφορα Τουρκικά στρατόπεδα η είδησις του αποκλεισμού του Μουσταφάμπεη και Κεχαγιάμπεη και αι προσκλήσεις αυτών διά να δράμωσιν εις βοήθειάν των, διάφορα σώματα εκίνησαν προς Αράχωβαν· και από μεν το μέρος του Ζεμένου ήρχοντο έως οκτακόσιοι Τούρκοι οδηγούμενοι από τινα Αμπτουλάν Αλβανόν. Οι φυλάττοντες την διάβασιν ταύτην Έλληνες αποσυρθέντες εις τας δύω πλευράς, άφησαν τους εχθρούς να εισέλθωσιν εις το στενόν, έπειτα εφορμήσαντες από τας δύω πλευράς τους έτρεψαν εις φυγήν· εφόνευσαν υπέρ τους πεντήκοντα, ήρπασαν μερικά φορτία και τους λοιπούς κατεδίωξαν ικανόν διάστημα προς την Δαύλειαν. Οι δε διά του μοναστηρίου της Ιερουσαλήμ ερχόμενοι δεν ετόλμησαν, ουδέ καν να δοκιμάσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντες εις λόφον τινά όπου ήτον δυνατόν να τους ιδώσιν οι πολιορκούμενοι, επυροβόλησαν μόνον χωρίς να προχωρήσωσιν. Όταν οι πολιορκούμενοι είδον τον πυροβολισμόν, είτε διότι ήτον τούτο σύνθημα εξόδου, είτε διότι εμψυχώθησαν, εδοκίμασαν να εξέλθωσιν από το περίφραγμα των προς το μέρος της Ιερουσαλήμ. Από το κίνημα τούτο των εχθρών εταράχθησαν τινές των Ελλήνων, οι οποίοι εφύλαττον το προς τον Παρνασσόν μέρος, και ανακατώθησαν ως διά φυγήν. Αλλ' ο Καραϊσκάκης δραμών αυτοπροσώπως προς τούτο το μέρος, τους μεν Έλληνας εμψύχωσε, τους δε πολιορκουμένους αντέκρουσε και δεν άφησε να εξέλθωσιν. Μετά τούτο διευθύνθη αμέσως μέ τινας στρατιώτας προς το μέρος όπου επυροβόλησαν οι εχθροί, διά να απαντήση και τούτων την ορμήν· αλλ' αυτοί δεν ετόλμησαν να προχωρήσωσι.

Οι Τούρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως από την έλλειψιν νερού και τροφών, απελπισθέντες του να λάβωσι βοήθειαν από τα πλησίον στρατόπεδα, επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τους συγχωρήση την έξοδον. Αυτός εδέχθη μεν το πρόβλημα τούτο, αλλ' εζήτησε να παραδοθώσιν εις αυτόν αι πόλεις Λεβαδείας και Σαλώνων και διά την ασφάλειαν της εκτελέσεως να μείνωσιν ενέχυρα εις αυτόν οι δύο αρχηγοί του εχθρικού στρατεύματος, ο Μουσταφάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων ελπίζοντες ακόμη εις την βοήθειαν του Κιουταχή δεν εδέχθησαν τούτο το πρόβλημα, το οποίον και άλλως δεν εσυμβιβάζετο με την φιλοτιμίαν των και με την πολιτικήν της αυλής των.

Αλλ' η προσδοκωμένη βοήθεια του Κιουταχή δεν εφαίνετο και ο καιρός προχωρών κατέσταινεν αφορήτους τας ελλείψεις των· το δε χειρότερον, αι συμβάσαι βροχαί την 22, 23 και 24 του Νοεμβρίου και η παρακολουθήσασα χιών τους έφεραν εις τον έσχατον βαθμόν της απελπισίας. Και άλλο όχι μικρόν δυστύχημα τους κατετάραξε καθ' υπερβολήν. Ο Μουσταφάμπεης περιερχόμενος και εμψυχώνων τους Τούρκους, επήγεν εις έν μέρος, το οποίον εκτυπάτο συνεχέστερον από τους Έλληνας, και διά να ενθαρρύνη τους εν αυτώ εκάθισε και ετουφέκιζεν ο ίδιος, αλλά μη προφυλαττόμενος όσον έπρεπε πληγώνεται εις την κεφαλήν από βόλι Ελληνικόν, το οποίον, ως ερχόμενον από μακρινόν μέρος, δεν εφάνη κατ' αρχάς θανατηφόρον, το κρύος όμως και η έλλειψις των αναγκαίων και της ανηκούσης περιποιήσεως το κατέστησαν τοιούτον, ώστε οι Τούρκοι, αν και ο Κεχαγιάμπεης τους ενεθάρρυνεν, ότι είν' αδύνατον να μην φθάση βοήθεια παρά του Κιουταχή, και τους παρεκάλει να επιμείνωσιν ολίγον ακόμη εις τα δεινά, δεν είχον πλέον προθυμίαν να υπακούσωσιν· ήτον δε τω όντι τρομερά η κατάστασίς των. Περιωρισμένοι εις στενώτατον τόπον, του οποίου το έδαφος αποκατέστη λασπωδέστατον διά τας συνεχείς βροχάς και διά το πλήθος των ζώων, τα οποία ήσαν κλεισμένα ομού με αυτούς, δεν ηδύναντο να έχωσι κανέν είδος αναπαύσεως, ουδέ καν να καθίσωσι και να εξαπλωθώσι· στερημένοι τροφών, ποτών και ξύλων, δεν είχον κανέν μέσον του να αποφύγωσι την υπερβολήν της ψύχρας, η οποία από στιγμήν εις στιγμήν απέβαινε σημαντικωτέρα και επαισθητοτέρα. Πολλών είχον ήδη βλαφθή οι πόδες από τον παγετόν και την υγρασίαν και ο θάνατος, ο οποίος είχεν ήδη αρχίσει να ολιγοστεύη τον αριθμόν των, παρουσιαζόμενος ως απαραίτητος εις τα όμματα εκάστου, ενέπνεε τρομεράν αθυμίαν. Ό, τι όμως εκορύφωσε τας δυστυχίας των ήτον η υπερβολική χιών, η οποία άρχισε να πίπτη την 24 του Νοεμβρίου και τους επαπειλούσε να τους ενταφιάση ζωντανούς. Τοιαύτα δεινά μην ημπορούντες πλέον να υπομείνωσιν, ώρμησαν εις φυγήν προς το μοναστήριον της Ιερουσαλήμ. Έγεινε δε η αρχή από τους Γκέκηδες.

Η υπερβολή του χειμώνος, η οποία ηνάγκασε τους εχθρούς να αποφασίσωσι την φυγήν, έκαμε και τους Έλληνας να παραιτήσωσι τας περί το Τουρκικόν στρατόπεδον θέσεις των και να συνέλθωσιν εις τας οικίας της Αράχωβας· ολίγοι δε μόνον διέμεινον ως φυλακή. Συνέβη δε πριν της εξόδου των εχθρών να κοινοποιηθή ψευδώς ότι έφυγον οι πολιορκούμενοι. Οι Έλληνες έδραμον αμέσως προς το εχθρικόν στρατόπεδον, αλλ' ιδόντες ότι οι εχθροί διέμεινον εις τας θέσεις των, επέστρεψαν οπίσω εις τας κατοικίας των. Όταν δε συνέβη αληθώς η φυγή, πολλοί μη δίδοντες πίστιν δεν εξήλθον εις καταδίωξιν, μ' όλον ότι ο ίδιος Καραϊσκάκης εφώναξεν αναγγέλλων την φυγήν και παρακινών ονομαστί τους σημαντικωτέρους του στρατεύματος διά να εξέλθωσιν εις καταδίωξιν. Ο Γαρδικιώτης Γρίβας και ο Χριστόδουλος Χατζή Πέτρου, οι οποίοι ήσαν φυλακή κατ' εκείνην την ημέραν εις το μέρος όπου έκαμαν το κίνημα οι εχθροί, μη έχοντες περισσοτέρους των τριάκοντα στρατιωτών, δεν ηδυνήθησαν ν' απαντήσωσι την ορμήν των. Υποχωρήσαντες λοιπόν ολίγον κατώτερον της οδού και αναγγείλαντες εις τον Καραϊσκάκην το πράγμα, έμειναν ούτως, έως ού διέβη το πλειότερον μέρος των εχθρών. Έπειτα δε αφ' ού συνήλθον και άλλοι πολλοί ομού με αυτούς, ώρμησαν εις το μέσον των εχθρών και διεχώρισαν τους όπισθεν ερχομένους. Καταδιώκοντες δε τους φεύγοντας, εφόνευον όχι κατά σειράν τον πρώτον απαντώμενον, αλλ' όποιον έβλεπον ικανώτερον να διασωθή· τους δε λοιπούς τους άφινον θύματα των όπισθεν ακολουθούντων Ελλήνων. Δεν μετεχειρίσθησαν πυροβόλα διόλου εις ταύτην την συμπλοκήν, διότι αποκατέστησαν άχρηστα διά την υπερβολήν της χιόνος. Δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έκαμαν αρχήν της φονικωτάτης ταύτης καταδιώξεως οι Έλληνες, επέμειναν δε έως μίαν ώραν της νυκτός, και τότε επέστρεψαν. Άλλος όμως εχθρός σκληρότερος επέπεσεν εις τους Τούρκους τους διαφυγόντας την Ελληνικήν μάχαιραν. Αδυνατισμένοι από την κακοπάθειαν και αποκαμωμένοι από την βίαν της φυγής και τον δρόμον, μόλις εκάθοντο διά ν' αναπαυθώσι, και αμέσως επάγωναν και δεν ήσαν πλέον ικανοί να σηκωθώσι και να κινηθώσιν, αλλ' απέθνησκον εις την οποίαν ήθελον ευρεθή στάσιν.

Ο Καραϊσκάκης, μη ακούων κρότον πυροβόλων εις την καταδίωξιν και επειδή οι φυλάττοντες τον προς το μοναστήριον δρόμον είχον προ ολίγου αναχωρήσει από τας θέσεις των διά την υπερβολήν της ψύχρας, ενόμισεν ότι οι Τούρκοι διέφυγον αβλαβείς. Επαρακινούσε μ' όλον τούτο τους Έλληνας και τους απέστελλεν εις την καταδίωξιν· ήτον όμως εις μεγίστην αθυμίαν και λύπην. Τόσον δε παράδοξος του εφάνη η καταστροφή των εχθρών, όταν επιστρέφοντες τινές με λάφυρα την ανήγγειλαν, ώστε επήγε και ο ίδιος αρκετόν διάστημα διά να ίδη με τα ίδιά του όμματα αν τω όντι ήτον τοιαύτη, οποίαν την επερίγραφον. Οι φονευθέντες εκείνην την εσπέραν εχθροί ήσαν έως εξακόσιοι, επιάσθησαν δε και πολλοί ζώντες, αλλά μόλις έως πενήντα ημπόρεσε να διασώση ο Καραϊσκάκης· οι λοιποί όντες βλαμμένοι εις τους πόδας από το υπερβολικόν κρύος απέθανον μετ' ολίγον· εχάθησαν δε και οι δύο αρχηγοί του στρατοπέδου των εχθρών, και τας κεφαλάς των έφερον οι στρατιώται εις τον Καραϊσκάκην εις πίστωσιν. Ο Καραϊσκάκης ελπίζων πάντοτε ως ενδεχομένην την συμβάσαν καταστροφήν των εχθρών, είχεν υποσχεθή σημαντικάς αμοιβάς εις τον όστις ήθελε δυνηθή να συλλάβη ζώντα κανένα από τους δύο τούτους αρχηγούς, αλλά δεν επέτυχεν· επειδή ο μεν Κεχαγιάμπεης μη δυνάμενος να κάμη γνωστόν τον εαυτόν του εις τους Έλληνας διά την άγνοιαν της γλώσσης των, εφονεύθη ολίγον μακράν από το οχύρωμα των Τούρκων. Ο δε Μουσταφάμπεης είχεν αποκεφαλισθη εις τον καιρόν της εξόδου από τον ίδιον αδελφόν του, διά να μην συλληφθή ζων από τους Έλληνας, μη ων εις κατάστασιν να φύγη ομού με τους λοιπούς· την δε κεφαλήν του παρέδωκεν είς τινας των οικείων του διά να την λάβωσι μαζή των και να μη γενή γνωστός εις τους Έλληνας· αλλ' αυτοί μη δυνάμενοι, φαίνεται, να την διασώσωσι, την έρριψαν καθ' οδόν, όπου την εύρον οι στρατιώται οι οποίοι την μετεκόμισαν εις τον Καραϊσκάκην.

Απ' όλον το εχθρικόν σώμα, το οποίον υπερέβαινε τους χιλίους οκτακοσίους, μόλις διεσώθησαν έως τριακόσιοι και εκ τούτων όχι όλοι υγιείς. Εκυρίευσαν δε οι Έλληνες είκοσι τρεις σημαίας, όλας τας αποσκευάς και όλα τα ζώα των εχθρών. Μ' όλον ότι τρεις ημέρας κατά συνέχειαν οι Έλληνες διά την επιθυμίαν των λαφύρων περιήρχοντο ερευνώντες εις τα μέρη όπου ήτον ελπίς ότι διεσπάρησαν οι εχθροί, πολλά πτώματα δεν ευρέθησαν, διότι εσκεπάσθησαν από την χιόνα, και τούτο έδωκεν αιτίαν να υποτεθή κατ' αρχάς η φθορά των εχθρών όχι τόσον μεγάλη, όσον πραγματικώς ήτον· ακολούθως όμως, λυομένης της χιόνος και ανακαλυπτομένων των πτωμάτων, εγνώσθη το μέγεθος της φθοράς των εχθρών. Από δε τους Έλληνας καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας και την έξοδον των εχθρών εφονεύθησαν μόνον δώδεκα και επληγώθησαν έως είκοσι (34).

Ο Καραϊσκάκης αφ' ού διένειμεν εις τους ανδραγαθήσαντας αναλόγους αμοιβάς ως προς τα ολίγα μέσα τα οποία είχεν εις την εξουσίαν του, διέταξε να εγερθή τρόπαιον εις Αράχωβαν από τας κεφαλάς των Τούρκων εν είδει πύργου. Το έργον τούτο, λείψανον της βαρβαρότητας των ηθών, δεν έκρινε δι' άλλον λόγον αναγκαίον να το μεταχειρισθή, ειμή να κάμη να φανώσιν ένοχοι εις τους Τούρκους οι κάτοικοι του χωρίου και να χάσωσι την ελπίδα του να υποταχθώσι πάλιν εις τους εχθρούς (35). Επέγραψαν δε εις αυτό· «ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ». Εις τας δύο πλευράς του έχοντος την επιγραφήν ταύτην λίθου ετέθησαν αι κεφαλαί του Κεχαγιάμπεη και Μουσταφάμπεη.

Μετά την καταστροφήν ταύτην των εχθρών απεφάσισε να οχυρώση την Βελίτζαν με στρατιωτικήν δύναμιν επί σκοπώ του να βλάψη τους εις Δαύλειαν εχθρούς και να δυνηθή να συνεννοηθή με τα Ολύμπια στρατεύματα, προς τα οποία είχε γράψει και κατ' ευθείαν και διά μέσου της Κυβερνήσεως διά να επανέλθωσι πάλιν εις Ταλάντιον. Έστειλε δε πρώτον τον Γ. Δυωβουνιώτην, I. Ρούκην και Χ. Περραιβόν με τριακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι διέβησαν την νύκτα πλησίον της Δαύλειας, μ' όλον ότι εστρατοπέδευεν εις αυτήν σημαντική εχθρική δύναμις. Ο δε Καραϊσκάκης αφ' ού ωχύρωσε το Δίστομον, διορίσας εις αυτό το σώμα του Κώστα Μπότζαρη, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, και τοποθετήσας Λειβαδίτας τινάς οπλαρχηγούς, αφ' ού έστειλεν εις Σάλωνα την αναγκαίαν προς πολιορκίαν δύναμιν υπό τον Γεώργιον Δράκον (36), αυτός με όλον το λοιπόν στράτευμα διαβάς από την Αγόριανην και Σουβάλαν μετέβη την 30 Νοεμβρίου εις Βελίτζαν.

Απεφάσισε να διατρίψη μερικάς ημέρας αυτόθι, πρώτον μεν διότι ήλπιζε να επανέλθωσιν οι Ολύμπιοι, μετά των οποίων ενούμενος ήλπιζε να εμποδίση ολοτελώς την διά ξηράς διάβασιν εχθρικών στρατευμάτων και τροφών, και δεύτερον διότι επεθύμει να προξενήση τινά βλάβην εις τα διαβαίνοντα εκείθεν εχθρικά στρατεύματα. Αλλά το μεν της επιστροφής των Ολυμπίων σχέδιον, αν και εζητήθη επιμόνως, δεν έλαβεν έκβασιν, ει μη μετά δύω μήνας και τότε πάλιν χωρίς καρπόν· δεν απέβη όμως ματαία η εις Βελίτζαν διατριβή του, όσον διά το δεύτερον επειδή εκέρδησε νίκην όχι ασήμαντον.

Την πέμπτην του Δεκεμβρίου ανηγγέλθη από τας σκοπιάς ότι έμελλε να διαβή διά της Φοντάνας εκείνην την ημέραν έν σώμα εχθρών υπό τον Οσμάνπεην Κόρτζαν, συνιστάμενον από επτακοσίους περίπου στρατιώτας εκτός των υπηρετών και των ακολουθούντων ως έμποροι το στρατόπεδον. Ο Καραϊσκάκης διώρισε τους μεν πεζούς να κρυφθώσιν εις τα ερείπια του Τουρκοχωρίου, όπου εσυμπέραινεν ότι έμελλον να διευθυνθώσιν οι εχθροί διά να μείνωσι την νύκτα, το δε ιππικόν να προχωρήση εις τα πλάγια της οδού, από την οποίαν ήρχοντο οι εχθροί, ώστε να τους εμποδίση την επιστροφήν, όταν ήθελον κτυπηθή από τα έμπροσθεν. Αλλά το σχέδιον δεν επέτυχεν εντελώς διά την ανυπομονησίαν των κεκρυμμένων εις τα ερείπια. Ενώ οι εχθροί ήρχοντο εξαπλωμένοι κατά μήκος ως μία σειρά, καθώς ήτον επόμενον διά την στενότητα της οδού, μόλις εφάνη η εμπροσθοφυλακή, και οι εις το Τουρκοχώριον Έλληνες εβγήκαν από τας ενέδρας των. Οι προπορευόμενοι Τούρκοι μη όντες έτοιμοι διά πόλεμον, διότι δεν ήλπιζον Ελληνικήν δύναμιν εις εκείνο το μέρος, ωπισθοδρόμησαν αμέσως· αφ' ού όμως ενώθησαν με τους όπισθεν ερχομένους και συνεκεντρώθησαν οπωσούν, αντεστάθησαν εις τους Έλληνας, αλλά μετά μισής ώρας συμπλοκήν πολεμούμενοι κατά πρόσωπον μεν από τους πεζούς, εις το πλάγιον δε από το ιππικόν, ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος από το οποίον ήρχοντο, η στενότης όμως της οδού και οι Έλληνες επιδιώκοντες δεν τους εσυγχώρησαν να διασώσωσιν εκ των οκτακοσίων φορτηγών, τα οποία έφερον μεθ' εαυτών, ειμή πολλά μικρόν αριθμόν· εφονεύθησαν δε εις τον τόπον της μάχης και καθ' οδόν έως πεντήκοντα, εν οις καί τινες χριστιανοί ακολουθούντες ως υπηρέται τους εχθρούς.

Το δυστύχημα τούτο των Τούρκων ανηγγέλθη και εις τους εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας· αλλ' ούτοι μη πιστεύοντες, απέστειλαν διακοσίους περίπου ιππείς διά να παρατηρήσωσι και να λάβωσιν ακριβή πληροφορίαν περί του πράγματος. Ο Καραϊσκάκης ιδών αυτούς διευθυνομένους προς το Τουρκοχώριον και υποθέτων ότι έμελλον να διαβώσι διά της Φοντάνης, παρέλαβε μεθ' εαυτού τινάς των ιππέων και έως τριακοσίους πεζούς και μετέβη εις Τουρκοχώριον, όπου κρύψας όλους εις τα ερείπια του χωρίου, τους διέταξε να περιμένωσιν, έως ου να πλησιάσωσιν οι εχθροί. Οι εχθροί όμως υποπτεύσαντες φαίνεται, δεν επλησίασαν ολοτελώς, αλλά κατασκοπεύοντες τον τόπον και περιεργαζόμενοι μακρόθεν, άμα απήντησαν τινά πτώματα της προλαβούσης μάχης, βεβαιωθέντες εξ αυτών περί του συμβάντος και φοβηθέντες, ωπισθοδρόμησαν αμέσως με βίαν. Οι Έλληνες ώρμησαν καταδιώκοντες, αλλά δεν ήτον δυνατόν να τους φθάσωσι φεύγοντας ούτω δρομαίως· μόλις οι ταχύτεροι των ιππέων και πεζών επλησίασαν και ακροβολισθέντες ολίγον διελύθησαν διά την επελθούσαν νύκτα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι διαμένων εις ταύτα τα μέρη δεν ηδύνατο να οικονομή τροφάς διά το στρατόπεδον και επειδή απελπίσθη του να ίδη ανανεουμένην την εις Ταλάντιον εκστρατείαν των Ολυμπίων, απεφάσισε να μεταβή εις Νέας Πάτρας, όπου και τροφάς αφθόνους έμελλε να εύρη και Τούρκοι ήσαν ολίγοι. Εκτός τούτων ήλπιζεν ότι η εκστρατεία αύτη έμελλε να ελευθερώση χωρίς πόλεμον και τας επαρχίας των Κραβάρων, Λιδωρικίου και Καρπενησίου, διότι επερικυκλώνοντο τρόπον τινά από τα Ελληνικά στρατεύματα. Όθεν αφήσας εις φύλαξιν της Βελίτζας τον Ρούκην, τον Νάκον Πανουργιάν και τον Χ. Περραιβόν, αυτός με όλον το λοιπόν στράτευμα εκίνησε την δεκάτην του Δεκεμβρίου. Αλλ' αφ' ης ώρας εβγήκεν από το χωρίον μία ραγδαιοτάτη βροχή δεν έκαμε διόλου διακοπήν έως το εσπέρας και, το χειρότερον, δεν υπήρχε κανέν χωρίον, όπου να μείνωσι την νύκτα οι στρατιώται και να λάβωσι τινά περιποίησιν διά το κρύος και τον κόπον. Οι προπορευόμενοι επροχώρησαν έως να εύρωσιν αρμόδιον τόπον διά να κατασκηνώσωσιν, οι δε όπισθεν ερχόμενοι μη δυνάμενοι να καταφθάσωσι τους έμπροσθεν απεκόπτοντο, και η νύκτα, η οποία κατέλαβε τους περισσοτέρους εις τον δρόμον, κατέστησε δυσκολωτέραν την πορείαν. Προσέτι ο προκείμενος ποταμός της Γραβιάς (Κηφισσός), του οποίου το ρεύμα είχεν ήδη εξογκωθή, ώστε υπερέβαινε τας ζώνας των διαβαινόντων, εδυσκόλευσε μεγάλως τους Έλληνας. Τέλος πάντων όμως ετοποθετήθησαν είς τινα δρυμώνα πλησίον του ποταμού και ανάψαντες φωτιάς, επεριποιούντο εαυτούς. Καταγανακτησμένοι όμως από την κακοπάθειαν και τον κόπον, εξεθύμαινον εις ύβρεις κατά του Καραϊσκάκη· αυτός όμως εφάνη πολύ περιποιητικώτερος και φιλοφρονέστερος εκείνην την νύκτα απ' ό, τι εκ φύσεως ήτον, και περιερχόμενος τας συνοικίας των στρατιωτών τους ενεθάρρυνε, φιλοφρονούμενος και δεξιούμενος αυτούς και παρακινών και συμπράττων εις το ν' ανάψωσι φωτίας· ώστε η κατ' αυτού αγανάκτησις εξαλείφθη διόλου, και αφ' ού μάλιστα έπαυσεν η βροχή και άναψαν τας φωτίας, απέδωκαν την αιτίαν όπου φυσικά ανήκε να την αποδώσωσιν, εις την αχρειότητα του καιρού. Επνίγησαν εκείνην την νύκτα εις την διάβασιν του ποταμού δώδεκα στρατιώται, απέθανον δε από το κρύος δύο, και αν η βροχή δεν ήθελε παύσει ογλήγορα, πολλοί ήθελον αποθάνει από το κρύος.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι το στράτευμα κακοπαθήσαν τοιουτοτρόπως είχεν ανάγκην αναπαύσεως, απεφάσισε να το μεταβιβάση, εις τα χωρία Σουβάλας και Αγόριανης, όπου και μετέβη την ερχομένην ημέραν. Ενώ δε διέτριβεν αυτόθι, αναγγέλλεται εις αυτόν ότι ο Ομέρ πασάς ο Καρυστινός ετοιμάζει εκστρατείαν διά να υπάγη εις βοήθειαν των εις Σάλωνα αποκλεισμένων. Όθεν δεν ενέκρινε ν' ακολουθήση το κατά των Νέων Πατρών επιχείρημα, αλλ' επέστρεψεν εις Αράχωβαν την 15 του Δεκεμβρίου ομού με όλην την στρατιάν.

Η ετοιμασία των εχθρών εγίνετο βραδυτάτη, και ο Καραϊσκάκης μη θέλων ν' αφίνη αργόν το στράτευμα, απεφάσισε να μεταβή προς τας επαρχίας Λιδωρικίου και Κραβάρων διά να καθαρίση και αυτάς τας επαρχίας από τους εχθρούς και διά να ζωοτροφήση το στρατόπεδον, χωρίς να απομακρυνθή πολύ από τα Σάλωνα και το Δίστομον, όπου, όταν ήθελε τύχει να γένη κίνημα παρά των εχθρών, επεθύμει να καταφθάση εις βοήθειαν. Επειδή δε, αν και έλαβεν ανταποκρίσεις με τον Σεφάκαν (37) και άλλους εκείνων των μερών οπλαρχηγούς, υπώπτευε μ' όλον τούτο ότι ημπορούσαν να εναντιωθώσιν, διέταξε τον Δ. Μακρήν με πεντακοσίους στρατιώτας να εισέλθη εις την επαρχίαν Λιδωρικίου και να τοποθετηθή εις το χωρίον Γρανίτζαν, να περιμείνη δε εκεί νέας διαταγάς, αν απαντήση αντίστασιν, να συνεννοηθή δε μετά του Σεφάκα διά να κινηθώσιν εκ συμφώνου κατά των εχθρών. Άμα έφθασεν εις Γρανίτζαν ο Μακρής ειδοποίησε τον Σεφάκαν, ευρισκόμενον κατ' εκείνας τας ημέρας εις Αρτοτίναν, διά να έλθη να συνομιλήσωσιν ο δε Σεφάκας απεκρίθη, ότι επειδή εξήλθεν έν σώμα εχθρών από Ναύπακτον και εστρατοπέδευσεν εις Κλημάκι με σκοπόν να προβή προς τα Σάλωνα, τα στρατεύματα νομίζει αναγκαίον να διευθυνθώσι προς εκείνο το μέρος, όπου θέλει διευθυνθή και αυτός ο ίδιος· διά να ανταμωθώσι δε κρίνει αρμοδιώτερον τόπον τα Στελιώτικα Ρουπάκια, όπου αυτός θέλει υπάγει και θέλει τους περιμείνει. Ελθόντες λοιπόν αμφότεροι την επομένην ημέραν εις την θέσιν ταύτην, έκαμαν το σχέδιον του κινήματός των, και ο μεν Ξύδης και Καλύβας με διακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας εστάλησαν εις Κράβαρα διά να καταδιώξωσιν έν εχθρικόν μικρόν σώμα ευρισκόμενον εις Λουμπουτινά, το δε λοιπόν στράτευμα απεφασίσθη να τοποθετηθή εις Παλαιοξάρι διά να απαντήση την πρόοδον των εκ Ναυπάκτου εξελθόντων εχθρών.

Αλλ' ενώ, διαλυθείσης ταύτης της συνελεύσεως, οι μεν περί τον Ξύδην και Καλύβαν εκίνησαν προς το μέρος όπου διωρίσθησαν, οι δε λοιποί εμβήκαν εις τον δρόμον τον προς το Παλαιοξάρι και διέβησαν τον Μόρνον ποταμόν, αναγγέλλεται ότι έρχεται κατόπιν και ο Καραϊσκάκης και ότι εκείνην την νύκτα έμελλε να μείνη εις το στενόν του Βελούχοβου. Ο μεν Σεφάκας λοιπόν εγύρισε προς αυτό το μέρος διά να προϋπαντήση τον αρχηγόν, ο δε Μακρής με τους περί αυτόν μετέβη εις Παλαιοξάρι, όπου έφθασε και ο Καραϊσκάκης την ερχομένην ημέραν ομού με όλον το στράτευμα και το ιππικόν.

Επειδή δε οι περί τον Ξύδην και Καλύβαν ανταποκριθέντες με τους κατοίκους των Κραβάρων και τον τότε αρχηγόν των όπλων αυτών Μακρυγιάννην (38), επληροφορήθησαν ότι δεν ήσαν ούτοι πρόθυμοι να κινηθώσι κατά των Τούρκων, ειδοποίησαν αμέσως τον Καραϊσκάκην και εζήτησαν και άλλην βοήθειαν διά να βιάσωσι τρόπον τινά τους κατοίκους, αν θελήσωσι να υπερασπισθώσι τους εχθρούς. Ο Καραϊσκάκης διώρισεν αμέσως τον στρατηγόν Μακρήν ομού με όλους τους συν αυτώ διά να υπάγη εις βοήθειαν των μετά του Ξύδη και Καλύβα. Αλλ' ενώ αυτοί επλησίαζον εις Βιτολίσταν, οι μετά του Ξύδη είχον ήδη κινήσει διευθυνόμενοι εις Λουμπουτινάν, όπου ήσαν τοποθετημένοι έως ογδοήκοντα Τούρκοι. Όταν οι Έλληνες επλησίασαν εις το χωρίον τούτο, οι Τούρκοι ειδοποιηθέντες από τους κατοίκους, έβγαινον από τας οικίας και έφευγον προς Ναύπακτον. Οι Έλληνες εφορμήσαντες κατ' αυτών τους διέκοψαν εις δύω και μέρος μεν το μεγαλήτερον διέφυγεν εις Ναύπακτον, μερικοί δε έως είκοσι αναγκασθέντες να οπισθοδρομήσωσιν, εκλείσθησαν εις δύο οικίας. Ταύτα μαθών ο Μακρής μετέβη την ερχομένην ημέραν εις Λουμπουτινάν και περικλείσας αυστηρώς τους εχθρούς, τους ηνάγκασε να παραδοθώσι και αφοπλίσας αυτούς τους απέστειλεν εις τον Γενικόν αρχηγόν.

Τα εις Λουμπουτινάν συνελθόντα στρατεύματα διατρέψαντα αυτόσε τρεις ημέρας, διαιρέθηκαν εις δύω· το έν σώμα υπό τον Καλύβαν και Ξύδην μετέβη εις Αμόρανην εναντίον ενός αποσπάσματος εχθρών, το οποίον έφυγεν εις Ναύπακτον, άμα είδεν ερχομένους τους Έλληνας. Το έτερον δε υπό τον Μακρήν μετέβη εις Πλάτανον και μετ' ολίγας ημέρας ο μεν Μακρής μετέβη εις Ζυγόν, έχων μόνον τους ιδίους αυτού στρατιώτας, το δε λοιπόν σώμα, το οποίον ήτον υπό τον Νικολάκην Κοντογιάννην, διευθύνθη εις Αρτοτίναν, όπου ήτον διατεταγμένον να περιμείνη νέας διαταγάς του Αρχηγού.

Το σώμα των εις Κλημάκι στρατοπεδευμένων εχθρών εσύγκειτο από χιλίους οκτακοσίους περίπου Τούρκους και Χριστιανούς, εν οις ήσαν και ο Ανδρέας Ίσκου, ο Σωτήρης Στράτος και ο υιός του γνωστού διά την τουρκολατρείαν Σαδήμα, εσκόπευε δε να διαβή από τα Σάλωνα και να υπάγη εις τον Κιουταχήν· αλλ' ο ερχομός των Ελληνικών στρατευμάτων εματαίωσε το σχέδιόν των. Ο Καραϊσκάκης δοκιμάζων τας δυνάμεις των επροκαλείτο αυτούς εις μάχην, αλλ' αυτοί δεν εξήρχοντο από τα οχυρώματά των. Μη θέλων δε να εφορμήση αυτός κατ' αυτών, διά να μη βλαφθώσιν οι Έλληνες, και επειδή συνέβησαν πολλαί βροχαί και κακοκαιρίαι, δεν ηδυνήθη να κάμη κανέν κίνημα ή στρατήγημα, αλλ' έμεινεν αργός εις τας θέσεις του, έως ού οι Τούρκοι απελπισθέντες του να δυνηθώσι να προχωρήσωσιν, απεφάσισαν να επιστρέψωσιν εις Ναύπακτον. Ενώ δε ετοιμάζοντο διά την αναχώρησιν, ο Καραϊσκάκης εκινήθη μ' όλον το στράτευμα κατ' αυτών. Τούτο ιδόντες οι Τούρκοι, ούτε να διαβώσι τον Μόρνον ποταμόν ετόλμησαν, φοβούμενοι την καταδίωξιν των Ελλήνων, ούτε να εξέλθωσιν από τα οχυρώματά των διά πόλεμον, αν και οι Έλληνες επλησίαζον εις αυτούς και τους επροσκαλούσαν εις μάχην. Εβγήκε μόνον το ιππικόν των κατά των Ελλήνων, αλλά καταδιωχθέν εκρύβη και αυτό υπό τα οχυρώματά των. Τελευταίον, ελθούσης της νυκτός, χωρίς να γένη κανέν σημαντικόν έργον (39) οι μεν Έλληνες επέστρεψαν εις τας θέσεις των, οι δε Τούρκοι διέβησαν τον ποταμόν, τον οποίον προτάξαντες ως φραγμόν κατά των Ελλήνων εστρατοπέδευσαν.

Ο Καραϊσκάκης μη έχων τροφάς διά το στρατόπεδον ηθέλησε να μεταχειρισθή τα εκ των δεκάτων της επαρχίας Λιδωρικίου γεννήματα, συναγμένα παρά του Σεφάκα και εναποτεθειμένα εις αποθήκας. Αλλ' ο Σεφάκας προβάλλων ότι εχαρίσθησαν από τον Κιουταχήν εις αυτόν, δεν ήθελε να συγκατατεθή· ο αρχηγός αφ' ενός μέρους παρουσιάζων εις αυτόν την ανάγκην του στρατοπέδου, αφ' ετέρου δε υποδεικνύων την βίαν, επέμενεν έως ού τελευταίον ο Σεφάκας έδειξεν ότι επείσθη να δώση μέρος διά τροφήν του στρατοπέδου. Εις την φιλονεικίαν ταύτην ο Σεφάκας, υποθαλπόμενος από τους Σουλιώτας, τους οποίους ηδυνήθη να ελκύση προς το μέρος του, εναντιώθη με πολλήν σκληρότητα εις τον Καραϊσκάκην, ώστε είπον αμοιβαίως ο είς προς τον άλλον πολλά σκληρούς και πειρακτικούς λόγους.

Ο Σεφάκας έχων σταθεράν απόφασιν να εναντιωθεί εις τον Καραϊσκάκην διά τα γεννήματα και έχων ανάγκην υποστηρίξεως, αφ' ού ματαίως εζήτησε την συνδρομήν πολλών στρατηγών και αξιωματικών εκ των μετά του Καραϊσκάκη, κατώρθωσε να επιτύχη τούτο από τους Σουλιώτας αρχηγούς· οι αρχηγοί ούτοι και προ πάντων ο Λάμπρος Βέικος, ο οποίος εθεωρείτο κατ' εκείνην την εποχήν ως ψυχή αυτού του σώματος, ενηγκαλίσθησαν προθύμως του Σεφάκα το πρόβλημα και αντέστησαν προφανώς εις τον Καραϊσκάκην. Ο Σεφάκας διά να κάμη στερεωτέρας τας μετ' αυτών σχέσεις του, τους επροσκάλεσεν εις Αρτοτίναν, όπου είχε την κατοικίαν του, και παρεκάλεσε τον Λάμπρον Βέικον διά να γένη ανάδοχος του νεογεννήτου τέκνου του. Ενώ λοιπόν αυτοί ενησχολούντο εις ταύτα, ο Καραϊσκάκης σκοπεύων να μεταβή εις τα μέρη της Λεβαδείας, απεφάσισε να συστήση στρατόπεδα εις τα πέριξ της Ναυπάκτου διά να προφυλάξη τας επαναστατημένες επαρχίας. Διώρισε λοιπόν τον μεν Γιώτην Δαγκλήν εις Βελβίτζενα, τον δε Γιαννούσην εις Παλαιοξάρι· έστειλε συγχρόνως και τον Δήμον Τζέλιον εις Λεσίνι διά να πιάση αυτήν την νήσον και να την κάμη κέντρον τρόπον τινά των κατά την Δυτικήν Ελλάδα κινημάτων. Αυτός δε εφοδιάσας το στράτευμα με τροφάς τας οποίας έλαβεν από τας αποθήκας του Σεφάκα, εκίνησε διά της ποταμιάς Λιδωρικίου προς Μαυρολιθάρι, ειδοποιήσας συγχρόνως και τους Σουλιώτας αρχηγούς διά να συνακολουθήσωσιν. Αλλ' αυτοί δεν ηθέλησαν να έλθωσιν ομού με αυτόν· μετέβησαν δε κατ' ευθείαν εις Σάλωνα.

Ο Καραϊσκάκης απεφάσισε να διαβή πλησίον της επαρχίας Νέων Πατρών με την ελπίδα να δυνηθή να λάβη τροφάς από αυτήν· είχε δε γράψει προς τους κατοίκους αυτής, ότι αν δεν ήθελον προμηθεύσει τροφάς εις το στρατόπεδον, ήθελε κινηθή κατ' αυτών. Οι Τούρκοι ήσαν αδύνατοι κατ' εκείνην την εποχήν και ήθελεν επιτύχει να τους διώξη, αν ήθελε κάμει κίνημα κατ' αυτών· επειδή όμως είχε προσκληθή παρά της Διοικήσεως διά να μεταβή εις την Αττικήν, όπου εκινδύνευεν η Ακρόπολις, δεν έκρινε συμφέρον να βραδύνη περιπλεκόμενος εις τοιούτον σημαντικόν επιχείρημα. Όθεν αφήσας ένα επιστάτην εις Λάζον διά να λάβη τας παρά των κατοίκων της επαρχίας ταύτης διά συγκαταθέσεως των Τούρκων αποστελλομένας τροφάς και να τας εναποθέση διά μελλούσας χρείας, αυτός διέβη από το Μαυρολιθάρι και έφθασε την δεκάτην ογδόην του ιδίου μηνός εις Βελίτζαν. Καθ' οδόν είχε μάθει ότι οι εις Τουρκοχώριον εστρατοπεδευμένοι εχθροί είχον αναχωρήσει. Υποπτεύων λοιπόν μήπως διά της Γραβιάς υπάγουν εις βοήθειάν των εις Σάλωνα πολιορκουμένων, επετάχυνε την οδοιπορίαν του προς την Γραβιάν διαβαίνων όμως από το μέρος τούτο εβεβαιώθη ότι οι εχθροί δεν επέρασαν εις Σάλωνα. Όταν τέλος έφθασεν εις Βελίτζαν, εβεβαιώθη θετικώς ότι οι εχθροί επήγαν εις Δίστομον, όντες έως τέσσαρες χιλιάδες τον αριθμόν και έχοντες επί κεφαλής τον Ομέρ πασάν.

Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων μήπως συμβή τι απευκταίον εις τους εις Δίστομον, όντας ολίγους ως προς τοιαύτην εχθρικήν δύναμιν, απεφάσισε να υπάγη εις βοήθειάν των αμέσως· εσχεδίασεν όμως να πράξη και καθ' οδόν κανέν αξιόλογον έργον. Απέστειλε λοιπόν πεζοδρόμον (εις τον οποίον υπεσχέθη πλουσίαν αμοιβήν, αν εν καιρώ εκπληρώση τα παραγγελλόμενα) διά να ειδοποιήση, τους εις Δίστομον Έλληνας ότι έμελλεν εκείνην την νύκτα να υπάγη εις βοήθειάν των και ότι έμελλε να επιπέση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Παρεκινούσε δε και αυτούς να μένωσιν άγρυπνοι και να ήναι έτοιμοι ώστε, άμα ακούσωσι την συμπλοκήν, να εξέλθωσιν από τας οικίας κατά των εχθρών. Περί την δεκάτην ώραν της ημέρας εκίνησεν από Βελίτζαν με τετρακοσίους στρατιώτας και αξιωματικούς. Ήσαν δε όλοι πεζοί κατά παραγγελίαν του αρχηγού, και τούτο διά να μην εννοηθώσιν από τους εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας εχθρούς, όθεν αναγκαίως έπρεπε να διαβώσι· δεν ηθέλησεν ουδέ ο ίδιος να λάβη ίππον, μ' όλον ότι όλοι τον παρεκίνησαν επιμόνως. Διά το βαθύ της νυκτός σκότος, διά την ανωμαλίαν των δρόμων και διά τας πολλάς περιστροφάς, μόλις δυο ώρας πριν εξημερώση επλησίασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, χωρίς να εννοηθώσι διόλου από τους φύλακας, και εμβαίνουν εις αυτό φωνάζοντες και τουφεκίζοντες. Αλλ' επειδή δεν είδον να γένη ταυτοχρόνως κανέν κίνημα και από τους εις Δίστομον κατά την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη, δεν επέμειναν εις μάχην, αλλά διαβάντες διά μέσου των σκηνών του εχθρού τουφεκίζοντες, έφθασαν εις Δίστομον. Οι εχθροί δεν ετόλμησαν να εξέλθωσι κατ' αυτών, περιωρίσθησαν δε μόνον εις το να φωνάζωσι και να τουφεκίζωσι από τας σκηνάς των. Από τους Έλληνας εφονεύθησαν μόνον δύο και αιχμαλωτίσθη είς, των δε εχθρών η ζημία κυρίως μεν δεν έγεινε γνωστή, πιθανολογείται όμως να ήτον όχι μικρά. Οι εις Δίστομον δεν εκινήθησαν κατά του εχθρικού στρατοπέδου, διότι ο πεζοδρόμος δεν υπήγεν εν καιρώ να τους γνωστοποιήση την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη· ελυπήθησαν μεγάλως διότι δεν ηδυνήθησαν να συμπράξωσιν εις έν σχέδιον, το οποίον έμελλεν ίσως να επιφέρη τον όλεθρον του εχθρού. Ο Ομέρ πασσάς, αρχηγός των Τούρκων εις την εκστρατείαν ταύτην, τόσον εξεπλάγη διά την αιφνίδιον παρουσίαν του Καραϊσκάκη και διά το τόσον τολμηρόν τούτο επιχείρημα, ώστε την επομένην ημέραν τους μεν στρατιώτας, τους όντας εις νυκτερινήν φυλακήν, απεκεφάλισε διότι δεν ενόησαν την διάβασιν των Ελλήνων, εις δε τας θέσεις του ωχυρώθη καλλίτερον και συγχρόνως έστειλε και διά νέαν βοήθειαν, ως από αυτομόλους εγένετο φανερόν.

Ενταύθα ας οπισθοδρομήσωμεν ολίγον διά να αναφέρωμεν τι έπραξεν ο Ομέρ πασάς, άμα έφθασεν εις Δίστομον, και πώς τον αντέκρουσαν οι φυλάττοντες ταύτην την θέσιν Έλληνες. Ο Ομέρ πασάς διωρίσθη να υπάγη να λύση την πολιορκίαν Σαλώνων, αλλ' επειδή δεν ετόλμα να εισβάλη εις ταύτην την επαρχίαν, αφίνων τρόπον τινά εις τα οπίσθιά του τους εις Δίστομον Έλληνας, απεφάσισε να κινηθή πρώτον κατ' αυτών διά να τους καταστρέψη και να κάμη ασφαλή την διάβασιν του. Ετοιμάσας λοιπόν τας δυνάμεις του μετέβη την δεκάτην έκτην του Ιανουαρίου εις Δίστομον, πλησίον του οποίου και εστρατοπέδευσε. Θέλων δε να δοκιμάση τας δυνάμεις των Ελλήνων και να οδηγηθή επομένως εις την οποίαν εμελέτα να κάμη επίθεσιν, έπεμψεν έν σώμα πεζών και ιππέων διά να ακροβολισθή με αυτούς. Ιδών δε ότι αι δυνάμεις ήσαν ολιγώταται, απεφάσισε να κάμη την επομένην ημέραν γενικήν εις το χωρίον έφοδον.

Άμα ανέτειλεν ο ήλιος, ήρχισεν ο κανονοβολισμός· έν μέγα κανόνιον, τοποθετημένον ολίγον μακρύτερον βολής τουφεκίου από το χωρίον, διευθύνετο ως επί το πλείστον εις τον κατά πρόσωπον του χωρίου τότε νεωστί κατασκευασθέντα πύργον. Αφ' ού έγεινεν ικανή βλάβη τόσον εις αυτόν, καθώς και εις άλλας τινάς οικίας, εδόθη το σημείον της εφόδου. Όλοι οι εχθροί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες επιπίπτουν εις το χωρίον από τρία διάφορα μέρη· από μεν τα δεξιά οι Αλβανοί, έχοντες επί κεφαλής τον Καρεμφίλμπεην, αδελφόν του εις Αράχωβαν φονευθέντος Μουσταφάμπεη, από δε τα αριστερά οι Γκέκηδες υπό τον Οσμάν πασάν, κατά πρόσωπον δε αυτός ο Ομέρ πασάς με τους Χαλντούπηδες. Όλοι εισήλθον ταυτοχρόνως εις το χωρίον και εκυρίευσαν τας πλειοτέρας οικίας, τας οποίας δεν εδύναντο να κατέχωσιν οι Έλληνες, ως όντες ολίγοι. Εφώρμησαν έπειτα και εις εκείνας, εις τας οποίας ήσαν κλεισμένοι οι Έλληνες, ώστε κατήντησαν εις μερικάς ν' αποσπώσι τα ξύλα της στέγης και να κρημνίζωσι τας κεραμίδας. Από τους φυλάττοντας την επί του λόφου εκκλησίαν Έλληνας (επειδή δεν επήγαν κατ' αυτών εχθροί) κατέβησαν μερικοί προς βοήθειαν των πολεμούντων εις τας οικίας. Συνέβη ταυτοχρόνως να φονευθή και είς σημαντικός Τούρκος από τους κατά πρόσωπον προσβαλόντας, ώστε είτε διά το έν, είτε διά το άλλο συμβεβηκός δειλιάσαντες οι εχθροί ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες εξελθόντες από τας οικίας τούς κατεδίωξαν ολίγα βήματα προς το στρατόπεδόν των· δεν επρόλαβον όμως να φύγωσι συγχρόνως και οι από τα δεξιά προσβαλόντες και διά τούτο, ως μείναντες ύστεροι, εζημιώθησαν περισσότερον από τους λοιπούς. Περί το εσπέρας έφθασεν από Σάλωνα και ο Γεώργιος Δράκος, ο οποίος ορμήσας αμέσως κατά των υπό τον Καρεμφίλμπεην Αλβανών, τοποθετημένων επί του προς τα δεξιά του Διστόμου λόφου, τους ηνάγκασε να φύγωσι και να τοποθετηθώσι πλησίον του στρατοπέδου των. Εις ταύτην την μάχην οι φονευμένοι των εχθρών ήσαν πολλοί, αλλά τους μεν πεσόντας εις την έφοδον τους έλαβον οι εχθροί και τους μετεκόμισαν εις το στρατόπεδόν των, όσοι δε πεσόντες περί το χωρίον εγυμνώθησαν από τους Έλληνας ήσαν υπέρ τους ογδοήκοντα· από δε τους Έλληνας εφονεύθησαν δύω και επληγώθησαν οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Μπότζαρης.

Αναπαυθείς ολίγον ο Καραϊσκάκης, άμα εφάνη η ημέρα, περιήλθε το Ελληνικόν στρατόπεδον και επαρατήρησε τας παρά των εχθρών κατεχομένας θέσεις. Ιδών δε ότι επί της κορυφής τινος λοφιδίου προ του χωρίου επροσπαθούσαν οι εχθροί να κατασκευάσωσι προμαχώνα, το οποίον ήθελεν αποβή φθοροποιόν εις τους Έλληνας, απεφάσισε να τους αντικρούση εις τον σκοπόν των και να ματαιώση το σχέδιόν των. Όθεν διώρισε να γεμισθώσι με χώμα μερικά δέρματα και καλάθια και αφ' ού ετοιμάσθησαν, παρακινήσας τους στρατιώτας, επεχείρησε διά νυκτός ν' αναβή εις την κορυφήν του λοφιδίου, την οποίαν δεν είχον κυριεύσει ακόμη οι εχθροί, ως κτυπώμενοι από τας οικίας και από τους εν τη εκκλησία Έλληνας. Προτάξας λοιπόν τα δέρματα ταύτα, ανήγειρε λιθόκτιστον πρόχειρον οχύρωμα μόλις τεσσαράκοντα βήματα απέχον του εχθρού και τούτο ασφάλισε το χωρίον από ένα όχι μικρόν κίνδυνον.

Ο δε Ομέρ πασάς πληροφορηθείς διά της πείρας ότι δεν ήτον πλέον δυνατόν να κυριεύση εξ εφόδου το χωρίον, διέθεσε το στρατόπεδόν του διά πολιορκίαν· αφ' ετέρου πάλιν μέρους ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι δι' εφόδου ή συμπλοκής κατά πρόσωπον δεν ήτον δυνατόν να καταστρέψη τους εχθρούς, εστοχάσθη να τους αποκλείση πιάνων τας δύω οδούς από τας όποιας εφέροντο αι τροφαί εις τους εχθρούς. Διώρισε λοιπόν επί τούτω τω σκοπώ να έλθωσιν εις Δίστομον τα εις Σάλωνα, Λιδωρίκι και Δίστομον ευρισκόμενα στρατεύματα, αφ' ού μείνωσιν εις έκαστον μέρος ολίγοι μόνον προς υπεράσπισιν των κατοίκων· ετοποθέτησε δε εις μεν την Αράχωβαν τον Γ. Δυωβουνιώτην και Κ. Πανουργιάν, εις δε το Στείρι τον Γιαννούσην και το ιππικόν, και τους διώρισε να προσμείνωσιν έως ου να συνέλθη η αναγκαία δύναμις και να παρουσιασθή ο ανήκων καιρός προς εκτέλεσιν του σχεδίου της αποκλείσεως. Εν τοσούτω, επειδή το εχθρικόν κανόνιον εμψύχωνε τους Τούρκους και έφερεν αθυμίαν εις τους Έλληνας, διώρισε και αυτός και έφεραν δύω κανόνια και αντεκτύπα τον εχθρόν.

Παρήλθαν ικαναί ημέραι και εκτός ακροβολισμών τινών, κανέν άλλο σημαντικόν έργον δεν επράχθη ούτε από το έν, ούτε από το άλλο μέρος. Αλλά την τριακοστήν πρώτην του Ιανουαρίου συνέβη μία μάχη, εις την οποίαν μόνην καθ' όλον το διάστημα της εκστρατείας ενικήθησαν οι Έλληνες και υπέπεσον εις αισχράν φυγήν· αλλά και τούτο συνετέλεσεν εις το να δοξάση περισσότερον τον Καραϊσκάκην, ο οποίος εφάνη πολύ σημαντικώτερος, παρά αν ήθελε κατορθώσει αξιόλογον νίκην.

Στρατιώται τινες από τους εις Στείρι ευρισκομένους, παρατηρήσαντες ότι αερικά ζώα των εχθρών βόσκοντα αφύλακτα απεμακρύνθησαν ολίγον από το εχθρικόν στρατόπεδον, ώρμησαν κατ' αυτών και περικυκλώσαντές τα, τα έλαβον και επέστρεφον εις τον τόπον της κατοικίας των. Εβγήκαν προς καταδίωξιν αυτών μερικοί από τους πλησιέστερον ευρεθέντας εχθρούς άλλοι δε ηκολούθουν κατόπιν· οι δε εις Στείρι, βλέποντες ότι εκινδύνευονν περικυκλωθώσιν οι φέροντες τα ζώα, εξήλθον όλοι εις βοήθειαν και απαντήσαντες τους πρώτους των εχθρών, τους έτρεψαν εις φυγήν. Θέλων να ωφεληθή από την περίστασιν ταύτην ο Καραϊσκάκης, διώρισε να υπάγωσι και μερικοί από τους εν Διστόμω προς ενδυνάμωσιν των από Στείρι εξελθόντων. Όλοι ομού λοιπόν διώκοντες τους εχθρούς, έφθασαν έως βολήν τουφεκίου πλησίον του στρατοπέδου αυτών και καταλαβόντες ένα λόφον εκτυπούσαν τους Τούρκους, οι οποίοι δεν ετολμούσαν να εξέλθωσιν από το στρατόπεδόν των.

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη σημαντικήν τινα βλάβην εις τους εχθρούς, έκρινεν αναγκαίον να διαμείνωσιν οι Έλληνες και την επερχομένην νύκτα εις τας οποίας ευρίσκοντο θέσεις και επομένως να βάλη εις ενέργειαν το σχέδιον της αποκλείσεως· επειδή δε ο λόφος, επί του οποίου είχον τοποθετηθή οι Έλληνες, επεριτριγυρίζετο από πεδιάδα, φοβούμενος μήπως περικυκλωθώσιν είτε διά του ιππικού των εχθρών, είτε διά τινος άλλου ανελπίστου συμβεβηκότος, κατέλαβεν αυτός με ολίγους στρατιώτας ένα τόπον πετρώδη εν τω μέσω της πεδιάδος και οχυρωθείς αυτοσχεδίως εις αυτόν αντεπολέμει τους εχθρούς και εφύλαττεν ασφαλή την κοινωνίαν των επί του λόφου Ελλήνων με τους εις Δίστομον.

Πέντε περίπου ώρας ακροβολίζοντο οι Έλληνες πλησίον του εχθρικού στρατοπέδου, και επειδή είχε γνωστοποιηθή εις αυτούς η απόφασις του Καραϊσκάκη του να διαμείνωσιν εις την θέσιν των και την επερχομένην νύκτα, ήρχισαν ήδη να οχυρόνωνται, όταν παρ' ελπίδα εφάνη ερχόμενον προς βοήθειαν των εχθρών έν σώμα τακτικών. Οι Έλληνες μη έχοντες προϋπάρχουσαν είδησιν και μη ηξεύροντες πόσος ήτον ο αριθμός των, εδειλίασαν. Ενώ δε οι τοποθετημένοι εις τους πρόποδας του λόφου, κρίναντες αναγκαίον να απομακρυνθώσιν ολίγον, εκινήθησαν προς τα υψηλότερα και οχυρώτερα του λόφου μέρη, οι επί της κορυφής του λόφου νομίσαντες τούτο τελείαν αναχώρησιν, έφευγον οι μεν προς Στείρι, οι δε προς Δίστομον. Οι Τούρκοι εμψυχωθέντες από την βοήθειαν των τακτικών, ενθαρρυνθέντες όμως πολύ περισσότερον από την φυγήν των Ελλήνων, ώρμησαν όλοι, οι μεν προς Δίστομον, οι δε κατά των φευγόντων. Αλλ' οι μεν προς Δίστομον αντικρουσθέντες γενναίως από τους εν αυτώ Έλληνας, δεν επροχώρησαν. Οι δε άλλοι επέμενον διώκοντες τους φεύγοντας, των οποίων την προς το χωρίον διάβασιν επροσπάθησαν να κόψωσι διά του ιππικού των. Ο Καραϊσκάκης όμως, ο οποίος είχε προβλέψει πόσον κινδυνώδες και ολέθριον ήτον εάν ήθελον περικυκλωθή οι Έλληνες, επέμενεν εις την θέσιν του, αντικρούων τους αλλεπαλλήλους εφορμώντας κατ' αυτής πεζούς και ιππείς. Εν ώ δε οι πλειότεροι των μετ' αυτού δειλιάσαντες έφυγον κατ' ολίγον, αυτός με μόνον είκοσιν Έλληνας αντεμάχετο, έως ου διέβησαν οι φεύγοντες και διέφυγον τον κίνδυνον· και τότε τελευταίον έφυγε και αυτός με όλους τους συν αυτώ εκτός ενός, τον οποίον ήρπασαν ζώντα τινές των ιππέων του εχθρού (40). Ο Καραϊσκάκης ακολουθών τελευταίος τους φεύγοντας, επροσπάθει να τους εμψυχώση να σταθώσι, μάλιστα αφ' ού έφθασαν εις τόπον, όπου δεν ήτον κίνδυνος από το ιππικόν αλλ' οι Έλληνες έφευγον χωρίς να τον ακούσωσιν. Αγανακτών πολλάκις διότι δεν ετουφέκιζον ουδέ καν φεύγοντες, εφώναζεν, επαρακινούσεν, ύβριζεν και τελευταίον αρπάζων τα τουφέκια των πλησιεστέρων επυροβόλει κατά των εχθρών· είχον ήδη εξέλθει τινές και από το Δίστομον εις βοήθειαν των φευγόντων, ώστε οι εχθροί, μη δυνάμενοι πλέον να εξακολουθήσωσι την δίωξιν επί λόφου πετρώδους, όπου το ιππικόν των δεν ήτον πλέον χρήσιμον, ωπισθοδρόμησαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους εχθρούς εφονεύθησαν έως τριάκοντα, από δε τους Έλληνας μόνον έξ, συμπεριλαμβανομένου και του αιχμαλωτισθέντος. Είναι τω όντι παράδοξον πώς εις τόσον σημαντικήν φυγήν να μη βλαφθώσι περισσότερον οι Έλληνες, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και την τολμηράν απόφασιν του Καραϊσκάκη, ο οποίος αν δεν ήθελε πιάσει εκείνην την θέσιν και δεν ήθελεν επιμείνει εις αυτήν, καταφρονών γενναίως τον επικείμενον κίνδυνον, πολλοί από τους Έλληνας ήθελον περικλεισθή επί του λόφου και δεν ήθελον δυνηθή να διασωθώσι.

Μ' όλον ότι οι εχθροί υπερίσχυσαν εις ταύτην την συμπλοκήν, μ' όλον τούτο δεν έκαμαν κίνημα κατά των Ελλήνων τας ακολούθους ημέρας. Οι πυροβολισταί μόνον των νεωστί ελθόντων τακτικών, παραλαβόντες το κανόνιον εις την εξουσίαν των, εκανονοβολούσαν αδιακόπως, ώστε κατήντησαν να κάμωσι και τριακοσίας βολάς εις μίαν μόνην ημέραν· αλλ' οι Έλληνες δεν εβλάπτοντο επαισθητώς από αυτό, προφυλαττόμενοι εις τας οχυρωτέρας οικίας και εις μέρη μη εκτεθειμένα εις το κανόνιον. Συνέβη κατά ταύτην την εποχήν να κάμωσιν εις Ταλάντι την δευτέραν απόβασίν των τα Ολύμπια στρατεύματα και να εμποδίσωσι τας τροφάς, τας οποίας το εχθρικόν στρατόπεδον επρομηθεύετο από αυτό το μέρος. Ο Ομέρ πασάς λοιπόν φοβούμενος την έλλειψιν των τροφών, βλέπων το στράτευμά του κακοπαθούν εν καιρώ χειμώνος εις το ύπαιθρον, υποπτεύων μην περικλεισθή από τους Έλληνας, των οποίων ηύξανε καθ' ημέραν ο αριθμός, και τελευταίον μη ελπίζων να έλθη εις βοήθειάν του νέα εχθρική δύναμις, απεφάσισε και έφυγε την νύκτα της πέμπτης του Φεβρουαρίου, αφήσας έως εκατόν σκηνάς, πολλάς αποσκευάς και το κανόνιον, αφ' ού κατέκοψεν μόνον τους τροχούς της αμάξης του.

Οι Έλληνες αν και ήσαν άγρυπνοι εις τας φυλακάς και εν μέρει δεν απείχον από το εχθρικόν περισσότερον από τεσσαράκοντα βήματα, μ' όλον τούτο δεν ημπόρεσαν να εννοήσωσι την φυγήν των· με τόσην προσοχήν και ησυχίαν έγεινεν. Αφ' ού όμως οι εχθροί εξεμάκρυναν, αυτόμολός τις χριστιανός ελθών από το εχθρικόν στρατόπεδον, ανήγγειλε την φυγήν εις τους Έλληνας, οι οποίοι αμέσως έδραμον προς το στρατόπεδον· αλλ' οι μεν πρώτοι επέπεσον εις τα λάφυρα· μόλις δε οι μη ευρίσκοντες πλέον τι να λαφυραγωγήσωσι, διευθύνθησαν προς το μέρος όπου έφυγον οι εχθροί· αλλά και εξ αυτών οι επιτυγχάνοντές τι καθ' οδόν επέστρεφον, ώστε ολίγοι μόλις έφθασαν εις την οπισθοφυλακήν των εχθρών, μετά της οποίας εσυγκρούσθησαν, χωρίς όμως να την βλάψωσιν επαισθητώς. Εζημιώθη μ' όλα ταύτα ο εχθρός εις την φυγήν ταύτην, εκτός των αποσκευών και σκηνών, υπέρ τους τριάκοντα φονευθέντας και αιχμαλωτισθέντας. Οι εχθροί την νύκτα εκείνην μετέβησαν εις Δαύλειαν· εκείθεν δε παραλαβόντες και τους εκεί στρατοπεδεύοντας μετέβησαν εις Λεβαδείαν, όθεν ακολούθως ο Ομέρ πασάς μετέβη εις Εύριπον, μη δυνηθείς να φέρη εις έκβασιν το επιχείρημά του. Οι δε εις το φρούριον των Σαλώνων πολιορκούμενοι, μαθόντες την φυγήν του Ομέρ πασά και απελπισθέντες ολοτελώς του να έλθη εις αυτούς βοήθεια, έφυγον από το φρούριον με όσας εκ των αποσκευών των ηδυνήθησαν να συμπαραλάβωσιν. Οι Έλληνες ειδοποιήθησαν, αλλά βραδέως περί της φυγής· ώστε όταν έδραμον εις την καταδίωξιν, μόλις εκατάφθασαν την οπισθοφυλακήν, εκ της οποίας φονεύσαντες μερικούς, διέσωσαν τινάς αιχμαλώτους και έλαβον ολίγας αποσκευάς.

Ο Καραϊσκάκης είχε προσκληθή και προλαβόντως παρά της Διοικήσεως διά να υπάγη εις βοήθειαν της Ακροπόλεως των Αθηνών κινδυνευούσης, αλλά δεν ηδυνήθη να ακολουθήση την διαταγήν ταύτην διά την επισυμβάσαν εκστρατείαν του Ομέρ πασά. Αφ' ού δε ελευθερώθη και από αυτήν, απεφάσισε πλέον να τρέξη εις βοήθειαν, διότι μάλιστα επροσκαλείτο και από τους εντός του φρουρίου οπλαρχηγούς. Περιπλέον την εις εκείνα τα μέρη εκστρατείαν του κατέστησεν αναγκαιοτάτην η φθορά την οποίαν έπαθον εις Καματερόν τα στρατεύματα τα υπό τον Μπούρμπαχην, Βάσον και Π. Νοταράν. Όθεν διορίσας εις μεν τα Κράβαρα τον Γιώτην Δαγκλήν, εις δε το Λιδωρίκι τον Σεφάκαν και εις το Δίστομον τον Α. Κουτσονίκαν με περίπου πεντακοσίους, αυτός παραλαβών όλους τους λοιπούς οπλαρχηγούς και έως χιλίους διακοσίους στρατιώτας ανεχώρησεν από Δίστομον την εικοστήν πρώτην του Φεβρουαρίου. Μετά δύω δε ημερονυκτίων συνεχή οδοιπορείαν έφθασεν εις Ελευσίνα, όπου τοποθετήσας το στράτευμα, διέταξε και τον Βάσον, διατρίβοντα τότε εις Μέγαρα, να μεταβή αμέσως με τους περί αυτόν. Μετέβη έπειτα εις Φαληρέα, παρετήρησε το εκεί στρατόπεδον και συνωμίλησε τα δέοντα με τον Ιωάννην Νοταράν και τους μετ' αυτού οπλαρχηγούς· μετά τούτο επέρασεν εις Σαλαμίνα, όπου διορίσας πολιτάρχην τον Νικολόν Καραμήτσον διεκήρυξεν ότι εντός εικοσιτεσσάρων ωρών όλοι οι εκεί στρατιώται να μεταβώσιν εις Ελευσίνα και επέρασεν ευθύς και αυτός εις Ελευσίνα, αφήσας εις τον πολιτάρχην να φροντίση διά την εκπλήρωσιν της διαταγής του.

Μόλις ανεπαύθη ολίγον και αμέσως επροσκάλεσε κατ' ιδίαν μόνον τους αρχηγούς των υπ' αυτώ διαφόρων σωμάτων διά να τους κοινοποιήση το σχέδιον, το οποίον είχε κατά νουν να βάλη εις ενέργειαν. Και διά να μην λάβη τινά αντίκρουσιν, εφρόντισεν αφ' ενός μεν μέρους να ενσπείρη ελπίδας τινάς πληρωμής και αμοιβής των αγώνων των, αφ' ετέρου δε να κολακεύση την φιλοτιμίαν των. Είναι δε αληθές ότι κατ' εκείνην την εποχήν είχε μεγάλας ελπίδας ο Καραϊσκάκης ότι έμελλε να βοηθηθή διά χρημάτων εις το επιχείρημά του. Επειδή οι πληρεξούσιοι του έθνους ήσαν εις δύω διηρημένοι και έκαστον των μερών ενόμιζεν ότι ήθελεν υπερισχύσει, αν προσελάμβανε με το μέρος του τον Καραϊσκάκην. Αυτός δε ζητούμενος και από τα δύω μέρη επολιτεύετο αμφότερα, χωρίς να προστεθή φανερά και σταθερά εις κανένα, ελπίζων με τούτον τον τρόπον να επιτύχη καλήτερα τον σκοπόν της πολιτικής του· ήλπιζεν ομοίως και εις εξωτερικά βοηθήματα (41) και προ πάντων της Φιλελληνικής εταιρείας των Παρισίων, της οποίας επεθύμει καθ' υπερβολήν ν' αποκτήση και την αγάπην και τον έπαινον (42)

Το σχέδιον ήτον να τοποθετηθή το εν Ελευσίνι στράτευμα εις Κερατζίνι, όθεν προχωρούν ολίγον κατ' ολίγον αναλόγως των προστιθεμένων νέων δυνάμεων, να φθάση εις τον ελαιώνα και διά του ελαιώνος, επειδή δεν ήθελε βλάπτεσθαι από το εχθρικόν ιππικόν, να προχωρήση έως εις το φρούριον και να ανοίξη συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων με την θάλασσαν. Όταν δε τούτο ήθελε κατορθωθή, ο εχθρός ήθελε κρίνει περιττόν να επιμένη εις μίαν ανωφελή πολιορκίαν και ήθελεν αναχωρήσει, αφίνων ελεύθερον από τους βεβήλους πόδας του το ιερόν έδαφος των Αθηνών. Το σχέδιον τούτο φαίνεται δυσκατόρθωτον, δεν ήτον όμως αδύνατον να επιτύχη. Ο φρόνιμος και προφυλακτικός τρόπος, τον οποίον μετεχειρίσθη ο Καραϊσκάκης, δίδει ικανάς ελπίδας, ότι αν όχι εντελώς, τουλάχιστον όμως κατά μέγα μέρος ήθελεν αποβή κατά τας ελπίδας του.

Κοινοποιών εις τους αξιωματικούς του στρατοπέδου το σχέδιον τούτο, εφρόντισε να τους το προβάλη ως συμβουλευόμενος, και τούτο τους ηνάγκασε να το δεχθώσι προθυμότερον, τον εβεβαίωσαν δε περί της τελείας εμπιστοσύνης των εις όσα αυτός κρίνει εύλογα και της προθύμου υπακοής εις τα διαταττόμενα. Ούτω λοιπόν διέταξε τριακοσίους στρατιώτας υπό τον Καλύβαν, Κασιμούλην και Αθανασούλαν Βαλτινόν να αναχωρήσωσι διά θαλάσσης και ακολουθούντες ένα έμπειρον της τοποθεσίας οδηγόν, με τον οποίον τους εσυντρόφευσε, να υπάγωσιν εις Κερατζίνι και να κατασκευάσωσιν έν οχύρωμα εις την αρμοδιωτέραν θέσιν· το δε λοιπόν στράτευμα να μεταβή την νύκτα διά ξηράς· το κίνημα τόσον των διά ξηράς, καθώς και των διά θαλάσσης απεφασίσθη να γένη μετά την δύσιν του ηλίου, διά να μη γνωσθή από τας σκοπιάς των εχθρών. Η σάλπιγξ εσήμανε την ώραν, και ο Καραϊσκάκης, αφ' ού έμβασεν εις τα πλοία τους διωρισμένους να υπάγωσι διά θαλάσσης και τους εκίνησεν, ανεχώρησεν από Ελευσίνα με το επίλοιπον στράτευμα.

Οι διά θαλάσσης εκστρατεύσαντες, φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον και αποβάντες εις την ξηράν, κατεσκεύασαν αμέσως έν οχύρωμα ανάλογον με τον αριθμόν των· φθάσας μετά ταύτα και ο αρχηγός με το λοιπόν στράτευμα διώρισε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να τοποθετηθή εις μίαν εκκλησίαν καί τινα περί αυτήν ερείπια οικιών, θέσιν κειμένην προς το μέρος του εχθρικού στρατοπέδου. Ομού με αυτόν ετοποθέτησε και τους διά θαλάσσης ελθόντας, εις δε το υπ' αυτών κατασκευασθέν οχύρωμα εδιόρισε τον Γιαννούσην και Βάσον μεταξύ δε εις τας δύω ταύτας θέσεις ετοποθέτησε τον Π. Νοταράν. Ενώ οι στρατιώται ενησχολούντο εις την οχύρωσιν των θέσεων τούτων, ο Καραϊσκάκης με τον Ρούκην και Γαρδικιώτην επροχώρησεν εις το εχθρικόν στρατόπεδον παρατηρών τον τόπον έφθασε δε εις έν μετόχι, το οποίον εφάνη εύλογον εις αυτόν και τους μετ' αυτού να πιασθή από τους Έλληνας και να οχυρωθή. Επιστρέψας εκοινοποίησε την γνώμην του και εις τους λοιπούς αξιωματικούς, και επειδή όλοι την απεδέχθησαν, διορίζει εκατόν πενήντα στρατιώτας από τους νεωστί ελθόντας από Παλαμήδι και άλλους τόσους από άλλα σώματα να τοποθετηθώσιν εις ταύτην την θέσιν. Αλλά μόλις επροχώρησαν ούτοι ολίγα βήματα, και τους προσκαλεί να επιστρέψωσιν οπίσω και να υπάγωσιν έκαστος εις τον τόπον, όπου ήτον διωρισμένος προτήτερα. Απορούντες όλοι διά την ταχυτάτην ταύτην μεταβολήν της αποφάσεως, ερωτούν την αιτίαν. «Όταν, απεκρίθη, δεν βλέπω συμφωνίαν μεταξύ σας, δεν επιχειρώ πολεμικά έργα». Ερώτησαν ποίος είναι ο αίτιος της διαφωνίας, αλλ' αυτός δεν ωμολόγησε κανένα· είπε δε ότι αύριον θέλει τον γνωστοποιήση και ας περάση ούτως η παρούσα νύκτα. Τούτο δε το είπε διά να αναπαύση, φαίνεται, τους εξετάζοντας, επειδή εις το εξής δεν έγεινε πλέον λόγος περί αυτού του αντικειμένου, τουλάχιστον δημοσίως.

Την επομένην ημέραν (43) πολλά πρωί επήγεν έφιππος ομού με ένα εκ του ιππικού διά να κατασκοπεύση την θέσιν του εχθρικού στρατοπέδου. Συρόμενος από την περιέργειαν τού να ίδη πλησιέστερον και να μάθη τι περισσότερον, επλησίασεν υπέρ το δέον εις ένα εχθρικόν προμαχώνα, ώστε τον επυροβόλησαν· μετέβη εκ τούτου εις άλλον, και λαβών δύω ίππους βόσκοντας προ των οφθαλμών των εχθρών, επέστρεψεν αφ' ού έκαμε τας αναγκαίας παρατηρήσεις του· επειδή δε είδε τριακοσίους ιππείς αποκοπέντας από το εχθρικόν στρατόπεδον και διευθυνομένους προς το Ελληνικόν, έδωκεν αμέσως διαταγήν να ετοιμασθώσιν όλοι και να ευρίσκωνται εις τας θέσεις των.

Οι Τούρκοι ιππείς φθάσαντες πλησίον εις το Μετόχι, το οποίον, ως ανωτέρω, δεν είχε πιασθή από τους Έλληνας, απέβησαν από τους ίππους, συνεκεντρώθησαν εις έν και εκάθισαν. Κατά περίστασιν την στιγμήν ταύτην είχον ευρεθή μέσα εις το Μετόχιον τούτο διάφοροι αξιωματικοί εκ του σώματος των Παλαμηδιωτών, ελθόντες χάριν περιεργείας, οι οποίοι ιδόντες τους εχθρούς ανεχώρησαν από το Μετόχιον, αφήσαντες πέντε στρατιώτας μόνον διά να φαίνωνται εις τους εχθρούς και να δίδωσιν αιτίαν να υποπτεύωσιν, ότι η θέσις αύτη δεν είναι αφύλακτος· μετά ικανήν ώραν συνήχθη και πεζικόν εχθρικόν στράτευμα, συγκείμενον από οκτακοσίους περίπου στρατιώτας· το στράτευμα τούτο ωδηγείτο από τον ίδιον Κιουταχήν, όστις μαθών από τα περί τον Φαληρέα στρατεύματά του, ότι ήλθον τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα, επήγε να παρατηρήση μόνος του και να δοκιμάση την δύναμιν αυτών.

Τον αυτόν σκοπόν έχων και ο Καραϊσκάκης ετοίμασε τους Έλληνας και διώρισε να εξέλθωσι κατά των εχθρών να κάμωσι δε αρχήν του ακροβολισμού οι ολίγοι ιππείς Έλληνες, βοηθούμενοι και από τους έχοντας ίππους αξιωματικούς του πεζικού, όσοι επροθυμήθησαν να μεθέξωσι και τούτου του κινδύνου. Αφ' ού συνεκρούσθησαν ολίγην ώραν τα δύω σώματα, χωρίς να υπερτερήση ούτε το έν, ούτε το άλλο μέρος, οι Τούρκοι διεύθυναν έν απόσπασμα στρατιωτών διά να πιάση έν ύψωμα γης, το οποίον απείχεν εξ ίσου από αυτούς και από τους Έλληνας, εφαίνετο δε ότι έκειτο ευφυώς και εις ασφάλειαν και εις περίστασιν καταδρομής εναντίον των Ελλήνων. Ο Καραϊσκάκης εννοήσας εν ακαρεί και τον σκοπόν των εχθρών και την σημαντικότητα της θέσεως, διέταξε τινάς των Ελλήνων να τρέξωσιν εις ταύτην την θέσιν· η ταχύτης του αρχηγού και η προθυμία των στρατιωτών συνέτρεξαν εις το να προληφθή η θέσις αύτη, το οποίον ηνάγκασε τους Τούρκους να οπισθοδρομήσωσι πρώτον, έπειτα να τραπώσιν εις φυγήν όλοι, ιππείς και πεζοί, και να μείνωσιν οι Έλληνες νικηταί, από το οποίον ενεθαρρύνθησαν εις τους λοιπούς αγώνας.

Μετά τον ακροβολισμόν τούτον στοχαζόμενος ο Καραϊσκάκης ότι ο εχθρός έμελλε να κινηθή με μεγαλητέρας δυνάμεις κατ' αυτού, διέταξε να πιασθή και το Μετόχιον, το οποίον και έπιασαν οι προσδιορισθέντες στρατιώται και έκαμαν και τας αναγκαίας προετοιμασίας προς αντίκρουσιν εχθρικής προσβολής. Ο Καραϊσκάκης, επειδή πολλοί στρατιώται εις την από Ελευσίνα μετάβασιν του στρατοπέδου δεν συνηκολούθησαν, αποδειλιάσαντες εις το επιχείρημα τούτο, μη έχων ικανήν δύναμιν διά να κατέχη και τον λόφον, τον οποίον προλαβόντες οι Έλληνες τους Τούρκους εκυρίευσαν, διέταξε την εις αυτόν φρουράν και απεσύρθη. Αλλ' αμέσως ετοποθετήθησαν εις αυτόν οι εχθροί και επεχείρησαν να ανεγείρωσιν οχυρώματα· το ίδιον έκαμαν και αντικρύ του Μετοχίου. Όλα δε ταύτα εγίνοντο υπ' όψιν και κατά διαταγήν του Κιουταχή, όστις διώρισε και μετεκόμισαν και έν κανόνιον, το οποίον ετοποθέτησαν αντικρύ του Μετοχίου και το κατέστησαν διά νυκτός έτοιμον.

Την ακόλουθον ημέραν περί την ανατολήν του ηλίου ο Κιουταχής συνήθροισεν όλον το εις τας θέσεις ταύτας ευρισκόμενον στράτευμά του, συμποσούμενον, ως ελέγετο, από τέσσαρας χιλιάδας πεζούς και δύο χιλιάδας ιππείς, και το εδιόρισε να προσβάλη εις το Μετόχιον· ανά χίλιοι πεζοί προσέβαλον από εκάστην πλευράν· οι δε λοιποί, προηγουμένων δύω κανονίων, εκινήθησαν κατά πρόσωπον, ηκολούθουν δε και οι ιππείς παρατεταγμένοι εις τρεις σειράς. Κατ' αυτόν τον τρόπον επροχώρουν κανονοβολούντες, έως ου επλησίασαν πανταχόθεν εις το Μετόχιον εντός βολής τουφεκίου. Τέσσαρας περίπου ώρας διέμειναν εις ταύτην την θέσιν κανονοβολούντες μόνον το Μετόχιον. Φαίνεται δε ότι επερίμενον να καταστρέψωσι τα εμπροσθινά οχυρώματα διά να κάμωσιν επομένως έφοδον· οι δε εντός, μ' όλον ότι οι τοίχοι κρημνιζόμενοι και αι πέτραι συντριβόμεναι τους επροξένουν ικανάς πληγάς, επέμενον όμως με καρτερίαν και ανήγειρον προθύμως τα κρημνιζόμενα μέρη· δεν ανταπεκρίνοντο δε διόλου με όπλα εις τους εχθρούς, θέλοντες να ήναι όλοι έτοιμοι διά να πυροβολήσωσι ταυτοχρόνως, όταν έμελλον να κάμωσιν έφοδον, το οποίον ήλπιζον εξ άπαντος. Ούτω λοιπόν έμειναν εις βαθυτάτην σιωπήν, και δεν ηκούετο ειμή μόνον η σάλπιγξ, και αύτη από καιρόν εις καιρόν. Ο αρχηγός βλέπων τον κατεδαφισμόν των οικοδομών, τον οποίον επροξενούσαν τα εχθρικά κανόνια, και υποπτεύων μη δειλιάσωσιν οι αποκλεισμένοι και αφήσαντες την θέσιν αναχωρήσωσιν, έπεμψεν ένα ιππέα και τους ενεθάρρυνεν ότι αυτός επαγρυπνεί εις τα κινήματα του εχθρού και ότι θέλει έλθει εις βοήθειάν των, όταν ήναι ώρα αρμοδία· εν τοσούτω αυτοί ν' αντέχωσι γενναίως εις τας εχθρικάς προσβολάς. Οι εις το Μετόχιον επεβεβαίωσαν τον ιππέα ότι θέλουν επιμείνει σταθερώς εις την θέσιν των, και οι έξωθεν ας κάμωσιν υπέρ αυτών ό, τι η τιμή και το συμφέρον υπαγορεύει.

Περί το μεσημέρι τέλος πάντων οι εις τα αριστερά του Μετοχίου εχθροί εφώρμησαν κατά των Ελλήνων, ωχυρωμένων εις τα ερείπια μιας οικίας· αυτοί δε μη δυνηθέντες ν' ανθέξωσιν εις την ορμήν των, απεσύρθησαν. Τούτο βλέπων ο αρχηγός απεφάσισε να κινηθή· και προς μεν τους εν δεξιά εχθρούς έστειλεν έως εκατόν πεζούς και δεκαπέντε ιππείς δι' αντιπερισπασμόν. Αυτός δε εμψυχώσας τους μεθ' εαυτού εφώρμησε κατά των εις τα αριστερά του μοναστηρίου, τους οποίους εβίασε να παραιτήσωσι την κυριευθείσαν θέσιν και να επανέλθωσι φεύγοντες εις τον πρώτον τόπον των. Μετ' ολίγον ο Κιουταχής έδωκε το σύνθημα της επιθέσεως, και μετά την συνήθη δι' αλαλαγμών ευχήν των οι Τούρκοι εκίνησαν διηθημένοι εις δύω σώματα, το μεν κατά του στρατοπέδου του Καραϊσκάκη, το δε έτερον, το οποίον ήτον και το πολυπληθέστερον, κατά του Μετοχίου. Οι εν τω Μετοχίω αφήσαντες τους Τούρκους να πλησιάσωσιν έως είκοσι βήματα, τους ετουφέκισαν ταυτοχρόνως· οι Τούρκοι όμως διά ν' αποφύγωσι την εκ των Ελληνικών όπλων φθοράν, εξαπλώθησαν κατά γης, περιμένοντες την κατάπαυσιν διά να ανανεώσωσι την έφοδον. Αλλ' οι Έλληνες, αφ' ού εις ολίγην ώραν είδον ότι οι εχθροί δεν επροχώρουν, εξέρχονται από τους προμαχώνας των και εφορμούν κατ' αυτών. Οι Τούρκοι ωφελούμενοι από την κατάπαυσιν του πυροβολισμού, φεύγουν αβλαβείς· διότι οι Έλληνες φοβούμενοι το εχθρικόν ιππικόν δεν ετόλμησαν να τους καταδιώξωσιν επί πολύ.

Εις τούτο το μεταξύ ο Καραϊσκάκης κρύψας έν μέρος πεζών εις ένα εύθετον τόπον προς τα δεξιά, διώρισε το Ελληνικόν ιππικόν να εξέλθη ως εις μάχην κατά του εχθρού και έπειτα να προσποιηθή ότι φεύγει, φεύγον δε να σύρη το εχθρικόν ιππικόν εις την προετοιμασθείσαν ενέδραν. Το σχέδιον εν μέρει επέτυχεν· οι εχθροί ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι με βιαίαν φυγήν· η ζημία των όμως δεν εστάθη σημαντική. Ταυτοχρόνως διώρισεν ο Καραϊσκάκης το υπόλοιπον του Ελληνικού ιππικού και τους έχοντας ίππους αξιωματικούς να κινηθώσιν εξ αριστερών κατά του εχθρού· ώστε ούτος προσβαλλόμενος συγχρόνως και από το κέντρον και από τας πτέρυγας, ηναγκάσθη ν' αποσυρθή διά της φυγής προς τας οχυρωμένας θέσεις του. Τούτο ιδόντες και οι εις Φαληρέα στρατοπεδευμένοι Έλληνες και εμψυχωθέντες από το παράδειγμα, έκαμαν έξοδον κατά των εις αυτούς αντιταγμένων εχθρών και ευδοκίμησαν. Το έργον τούτο εγένετο μέγα και σημαντικόν, όχι διότι αυτό καθ' εαυτό ήτον τοιούτον, αλλά διότι εμψυχώθησαν οι Έλληνες και ενεθαρρύνθησαν και διότι υπήρξεν αρχή και βάσις τρόπον τινά των εις Κερατζίνι επιγενομένων αγώνων. Εις την συμπλοκήν ταύτην από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν τρεις και επληγώθησαν έως είκοσιν· εκ δε των εχθρών ευρέθησαν περί το Μετόχιον φονευμένοι έως είκοσι πέντε· φαίνεται όμως ότι εφονεύθησαν και άλλοι ικανοί, πλην επρόλαβον και τους μετεκόμισαν εις τα οχυρώματά των οι εχθροί, και αν πρέπη να πιστεύση τις ένα Τζάμην χριστιανόν, όστις ήλθε την ακόλουθον ημέραν ως απεσταλμένος από τον Λάμπρον Κάντζον, αιχμαλωτισθέντα εις Καματερόν επί της δυστυχούς εκστρατείας του Μπούρμπαχη, ο αριθμός των φονευθέντων εχθρών ανέβη εις τριακοσίους, των δε πληγωθέντων εις τους πεντακοσίους.

Η είδησις της νίκης ταύτης, διασπαρείσα τάχιστα, ενεθάρρυνε πολλούς στρατιώτας, οι οποίοι δεν ετόλμησαν ν' ακολουθήσωσιν όταν έγεινεν η εκστρατεία. Συνερχόμενοι λοιπόν ούτοι καθ' ημέραν, ηύξανον επαισθητώς το Ελληνικόν στρατόπεδον. Ο δε αρχηγός ενησχολείτο αδιακόπως εις το να εμψυχώνη το στράτευμα, να οχυρώνη τους προμαχώνας και να έχη τους στρατιώτας εις παντοτεινήν σχεδόν κίνησιν και άμιλλαν. Όθεν μίαν εσπέραν διέταξε τους εις Μετόχιον να εξέλθωσιν εις πόλεμον κατά των πλησιεστέρων εις αυτούς εχθρικών προμαχώνων με σκοπόν αντιπερισπασμού· αυτός δε με εκατόν πενήντα εκλεκτούς στρατιώτας εκίνησε με σκοπόν να εισπηδήση εις ένα προμαχώνα, όθεν ηδύναντο, αν τον εκυρίευον, να βλάπτωσι σημαντικά τον εχθρόν.

Επροχώρησαν με ταχύτητα και ορμήν πολλά πλησίον του εχθρικού προμαχώνος, αλλά μη δυνηθέντες να εξώσωσι τους εχθρούς εξ εφόδου, ηναγκάσθησαν να σταθώσιν εις την οποίαν είχον πιάσει περί τον προμαχώνα θέσιν. Μη δυνάμενοι δε να βλάψωσι διά των πυροβόλων τους εχθρούς, μετεχειρίσθησαν τας πέτρας, κτυπούμενοι όμως και αυτοί με πέτρας από τους εχθρούς, από το οποίον και εβλάφθησαν οπωσούν, και ιδόντες έν σώμα πολυάριθμον Αλβανών ερχόμενον εις βοήθειαν των αποκλεισμένων, ηναγκάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν, αφ' ού εφονεύθη ο Σκαμπαρδώνης και επληγώθησαν και άλλοι αξιωματικοί και στρατιώται.

Βλέπων δε ο Καραϊσκάκης ότι το Μετόχιον ήτον θέσις αρμοδιωτάτη προς ασφάλειαν του Ελληνικού στρατοπέδου, απεφάσισε και το ωχύρωσε με δύω έτι προμαχώνας, ένα εκ δεξιών και ένα εξ αριστερών. Όταν ησύχαζον τα στρατεύματα, εσυνείθιζον να κάμνωσι μεταξύ των διάφορα ερωτήματα. Εξετάζοντες λοιπόν μίαν ημέραν οι εχθροί ποίος των αξιωματικών Ελλήνων ήτον εις έκαστον οχύρωμα, ερώτησαν και περί του οχυρώματος εις το οποίον ήτον ο Βάσος· και όταν έμαθον τούτο, απεκρίθησαν περιφρονητικώς ότι «αυτός είναι δι' ημάς». Ο Βάσος, μη υποφέρων την περιφρόνησιν ταύτην, ηθέλησε να πράξη κανέν έργον, δι' ού ν' αποδείξη, ψευδή την κατ' αυτού ιδέαν των εχθρών, και ούτω διευθυνθείς προς τον Καραϊσκάκην εζήτει να διορισθή είς τινα επικίνδυνον θέσιν, όπου πολεμών ή να αποθάνη ενδόξως, ή ν' ανακτήση την βλαφθείσαν υπόληψίν του. Πειθόμενος ο αρχηγός εις την αίτησίν του τον διώρισε να υπάγη διά νυκτός να τοποθετηθή εις την κορυφήν ενός λόφου πλησίον των εχθρικών προμαχώνων και να κατασκευάση και οχύρωμα.

Ετοιμασθείς λοιπόν με τους περί αυτόν επήγεν εις την θέσιν. Αλλ' ενώ άρχισαν να οικοδομώσιν, ήκουσαν οι εχθροί τον κτύπον και επυροβόλησαν κατ' αυτών· αυτοί δε δειλιάσαντες ελειποτάκτησαν και έφυγον άπρακτοι, ώστε ο Βάσος εβλάφθη μάλλον, παρ' ό, τι ωφελήθη από το επιχείρημα τούτο.

Η αύξησις του στρατοπέδου του Καραϊσκάκη ημέραν παρ' ημέραν εγίνετο επαισθητοτέρα· διάφορα Πελοποννησιακά σώματα είχον ήδη φθάσει και άλλα επεριμένοντο. Ο Καραϊσκάκης βοηθούμενος από τα χρήματα τα οποία έπεμψαν εις αυτόν οι εν Ερμιόνη πληρεξούσιοι, ενέπνευσε πολλήν προθυμίαν εις τους στρατιώτας, την οποίαν έτι μάλλον ηύξησεν η είδησις της εις την Ελλάδα αφίξεως του λόρδου Κοχράνου. Όσον όμως η κατάστασις του στρατοπέδου τούτου εφαίνετο ευχάριστος, τόσον ελεεινή επαρουσιάζετο η κατάστασις των πολιορκουμένων. Επίτηδες απεσταλμένος από την Ακρόπολιν με γράμματα παρέστησεν εις τον Καραϊσκάκην, ότι αν εντός δεκαπέντε ημερών δεν γένη καμμία θεραπεία, το φρούριον χάνεται. Ο Καραϊσκάκης απήντησεν αμέσως εις τους πολιορκουμένους με τον ίδιον απεσταλμένον των, ότι ένα και μόνον σκοπόν έχει, την διάλυσιν της πολιορκίας, και ότι εις τούτο ενασχολείται μ' όλας τας δυνάμεις του. Επρόσθεσε δε και όσα ενόμισεν αρμόδια εις την περίστασιν διά να εμψυχώση τους πολιορκουμένους να υπομείνωσι. Μετά τούτο εκάλεσεν αμέσως τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους ανέγνωσε τας επιστολάς των πολιορκουμένων. Επρόβαλε δε ότι, επειδή η ανάγκη της Ακροπόλεως παρουσιάζεται σημαντική, μ' όλον ότι τα εκ Πελοποννήσου στρατεύματα δεν έφθασαν ακόμη όλα, να δοκιμάσωσι μόνοι των οι εις το στρατόπεδον ευρισκόμενοι να λάβωσι κοινωνίαν μετά των εις Φαληρέα Ελλήνων, διασχίζοντες εις το μέσον τα εχθρικά στρατεύματα, διά να δυνηθώσιν επομένως όλοι ομού να προοδεύσωσιν οπωσούν προς τον ελαιώνα.

Το σχέδιον τούτο εγένετο δεκτόν απ' όλους τους αξιωματικούς, και αμέσως ο Καραϊσκάκης επεχείρησε να το βάλη εις ενέργειαν· διώρισε να κατασκευασθώσι δύω οχυρώματα εις δύω ερείπια οικιών κειμένων προς τον Πειραιά, θέλων με τούτο να ελευθερώση τον λιμένα και να μην έχη εκ του πλησίον εμπόδια εις τας επιχειρήσεις του· κατεσκεύασε δε και εκ δεξιών του Μετοχίου ένα προμαχώνα, όπου ετοποθέτησε τριακοσίους στρατιώτας· διά να γείνωσι δε ταύτα συντομώτερον, επεστάτησε και ο ίδιος και συνειργάσθη με τους στρατιώτας, ώστε το πρωί ευρέθησαν έτοιμα και καλώς διατεθειμένα.

Ο Κιουταχής ιδών την επομένην ημέραν την πρόοδον ταύτην των Ελλήνων και υποπτεύων την αύξησιν και επιτυχίαν των, έλαβε κατά νουν και το σχέδιον της ενώσεως του Καραϊσκάκη μετά των εις Φαληρέα να εμποδίση και το εις Κερατζίνι στρατόπεδον ν' αποκλείση, ώστε να το βιάση διά της ελλείψεως των τροφών να διαλυθή. Έπεμψε λοιπόν ολίγους ιππείς να παρατηρήσωσι τας περί το Ελληνικόν στρατόπεδον τοποθεσίας και λαβών παρ' αυτών τας αναγκαίας πληροφορίας έκαμε κίνημα με δύω περίπου χιλιάδας πεζούς και εξακοσίους ιππείς· άφησεν εξ αυτών τριακοσίους εις μιαν εκκλησίαν και με τους λοιπούς διευθυνόμενος διά του παραθαλασσίου του λιμένος, ανέβη εις την παρακειμένην ράχην, σκοπόν έχων, φαίνεται, να κατασκευάσει επ' αυτής οχυρώματα και να βάλη κανόνια εις την άκραν διά να εμποδίση την είσπλευσιν των πλοίων εις τον κόλπον του Κερατζινίου. Ταυτοχρόνως έστειλε και χιλίους πεζούς και πεντακοσίους ιππείς από το μέρος του Δαφνίου διά να τοποθετηθώσιν εις την θέσιν της Περαταριάς και να εμποδίσωσι την εκείθεν διάβασιν των Ελλήνων, ώστε το Ελληνικόν στρατόπεδον αποκλεισθέν τοιουτοτρόπως και στερηθέν τροφών ν' αναγκασθή να διαλυθή. Διατάξας ταύτα ο Κιουταχής και δώσας τας αναγκαίας οδηγίας εις τα διάφορα σώματα, αυτός συνωδευμένος από εκατόν περίπου εκλεκτούς ιππείς εστέκετο αντικρύ του Μετοχίου διά να παρατηρή τα γινόμενα και να δίδη την αναγκαίαν συνδρομήν εις τα σώματα, όσα ήθελον πιασθή εις μάχην. Ο δε Καραϊσκάκης απέστειλε πεντακοσίους πεζούς και έως πεντήκοντα ιππείς διά ν' αντιπαραταχθώσι κατά των εις την ράχην εχθρών διώρισε δε τους εις το Μετόχιον και τους περί αυτό προμαχώνας να μένωσιν ήσυχοι εις τας θέσεις των, εκτός εάν ίδωσι κινδυνεύοντας τους μαχομένους, τότε δε να στείλωσι μικράν τινα δύναμιν μόνον. Επλησίασαν οι Έλληνες εις τους περί την ράχην εχθρούς και ήρχισαν τον ακροβολισμόν, αλλ' οι ιππείς των Ελλήνων, οι οποίοι επροπορεύοντο των πεζών, οπισθοδρομήσαντες ολίγον διά να γεμίσωσι τα πυροβόλα των, έδωκαν καιρόν εις τους Τούρκους να εφορμήσωσιν, αντέστησαν όμως οι πεζοί και τους αντέκρουσαν. Εν τούτω τω μεταξύ ο Καραϊσκάκης λαβών έν σώμα πεζών διευθύνθη διά του παραθαλασσίου κατά των εχθρών, σκοπεύων να επιπέση εις αυτούς από τα οπίσθια· μόλις επροχώρησεν ολίγον ο Καραϊσκάκης, και οι Τούρκοι ιδόντες τον κίνδυνον, εις τον οποίον έμελλον να εκτεθώσιν, ετράπησαν εις φυγήν. Οι μεν Τούρκοι λοιπόν έφευγον έχοντες εις την πλευράν των την θάλασσαν, οι δε Έλληνες τους κατεδίωκον διά της πεδιάδος και επιταχύνοντες την καταδίωξίν των ηνάγκασαν τους μεν πεζούς να καταφύγωσιν εις τον πλησιέστερον προμαχώνα των, τους δε ιππείς να συνέλθωσιν εις το οχύρωμα όπου ήτον και ο Κιουταχής. Ενώ δε ούτοι έφευγον, τους εκτύπησαν και από τα Ελληνικά οχυρώματα τα πλησιέστερα εις την διάβασιν των, φονεύσαντες τινάς των ιππέων και πληγώσαντες μερικούς. Ενώ δε τινές των Ελλήνων ενησχολούντο εις το να λαφυραγωγήσωσιν όσους εκ των φονευθέντων έλαβαν εις την εξουσίαν των και ήσαν διά τούτο εις αταξίαν, νομίσας αρμόδιον καιρόν ο Κιουταχής, εφορμά ο ίδιος με όλους τους περί αυτόν ιππείς και προλαμβάνει τους Έλληνας έξω από τα οχυρώματά των· γίνεται λοιπόν συμπλοκή εκ του πλησίον, ώστε τα τουφέκια αποκατέστησαν άχρηστα. Οι Έλληνες αν και ήσαν πεζοί και αντεμάχοντο με ιππείς και εις την πεδιάδα, αντεστάθησαν όμως με γενναιότητα, ώστε οι εχθροί εβιάσθησαν ν' αποσυρθώσιν οπίσω εις τας θέσεις των· και τούτο υπήρξε το τέλος ταύτης της μάχης. Η ζημία αμφοτέρων των μερών υπήρξεν ομοία σχεδόν, οι Έλληνες όμως έλαβον την υπεροχήν εις τον αγώνα. Ο δε Κιουταχής δεν απήλαυσεν άλλο εις της ημέρας ταύτης το κίνημα, ειμή το να οχυρώση την εκκλησίαν, όπου έστειλεν ικανάς τροφάς και πολεμοφόδια.

Οι εν τη Ακροπόλει ιδόντες τους αγώνας τούτους ενεθαρρύνθησαν, και την επομένην ημέραν αποστείλαντες πεζοδρόμον ανήγγειλαν εις τον Καραϊσκάκην, ότι δύνανται ακόμη και δέκα ημέρας περισσότερον ν' ανθέξωσιν· όθεν ας μη βιασθώσιν, αλλ' ας ενασχοληθώσι να κάμωσι καλόν σχέδιον διά να διαλυθή η πολιορκία του φρουρίου. Ο αρχηγός τούς έγραψεν ενθαρρύνων, ότι εντός ολίγου ελπίζει με την βοήθειαν του Θεού να τους απαλλάξη των δεινών των. Παρήλθον μερικαί ημέραι χωρίς να γένη καμμία σημαντική συμπλοκή, εκτός ακροβολισμών, εις τους οποίους είχον πάντοτε την υπεροχήν οι Έλληνες· οι Τούρκοι δε εφαίνοντο εις αθυμίαν, συλλογιζόμενοι ίσως τους κινδύνους και τα δεινά της φυγής, αν ήθελον βιασθή να λύσωσι την πολιορκίαν και ν' αναχωρήσωσιν. Ο Καραϊσκάκης ενησχολείτο αδιακόπως και μ' επιμονήν εις την διευθέτησιν των οχυρωμάτων κ' έγραφε συχνότατα προς τους Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, όσοι ήσαν διωρισμενοι να λάβωσι μέρος εις τούτο το στρατόπεδον, διά να καταφθάσωσι το συντομώτερον· διότι επεθύμει να εξαπλώση το στρατόπεδόν του διά νέων οχυρωμάτων, διά των οποίων ν' αποκλείση την κοινωνίαν των περί τον Φαληρέα εχθρών με το λοιπόν στρατόπεδον. Ενώ δε εγίνετο λόγος περί τούτου μεταξύ των αξιωματικών του στρατοπέδου, ο Βάσος επιθυμών να εκπλύνη το προσαφθέν εις αυτόν όνειδος της ανανδρίας με κανέν λαμπρόν κατόρθωμα, επαρακάλεσε τον Καραϊσκάκην να τον διορίση, να κατασκευάση εις την θέσιν ταύτην κανέν οχύρωμα. Ο Καραϊσκάκης αποδεχθείς την αίτησίν του τον εδιόρισε να ετοιμάση αρκετόν αριθμόν παλουκίων· διώρισε ταυτοχρόνως και τους εις Φαληρέα Έλληνας να ετοιμάσωσι την αναγκαίαν ύλην διά να κατασκευάσωσι τρία οχυρώματα.

Αφ' ού εις διάστημα τριών ημερών έγεινεν η αναγκαία ετοιμασία, επήγεν ο Καραϊσκάκης μόνος του εις Φαληρέα και επροσδιόρισε τας θέσεις, όπου έπρεπε να κατασκευασθώσι τα οχυρώματα, κατέστησεν επιστάτην τον Μακρυγιάννην, διέταξε ποία σώματα να τοποθετηθώσιν εις έκαστον οχύρωμα και τους επαρακίνησεν επιμόνως να εργασθώσι δι' όλης της νυκτός, ώστε το πρωί να ευρεθώσιν έτοιμα και καλώς ασφαλισμένα τα οχυρώματα. Μετέβη μετά τούτο εις Κερατζίνι και λαβών τον Βάσον ομού με τα διωρισμένα σώματα, επήγε διά νυκτός και κατεσκεύασε δύω δυνατά οχυρώματα, περιγυρισμένα με τάφρον και έχοντα υπογείους οικίσκους, εις τους οποίους να προφυλάττωνται οι στρατιώται από τας βολάς των εχθρικών κανονίων. Ο σκοπός του αρχηγού ήτον να εμποδίση τους περί τον Φαληρέα εχθρούς του να συγκοινωνώσι με το λοιπόν στρατόπεδον του Κιουταχή. Μη διακρίνων καθαρά τον τόπον διά το βαθύ της νυκτός σκότος, ενόμισεν ότι επλησίασεν αρκετά εις τα άλλα οχυρώματα τα ανεγερθέντα από τους εις Φαληρέα Έλληνας, ώστε να αποκλεισθώσιν οι εχθροί· πλην ηπατήθη, και το πρωί την ερχομένην ημέραν είδε το λάθος.

Μεταξύ των προμαχώνων των ανεγερθέντων από τους εις Φαληρέα Έλληνας και από τους περί τον Καραϊσκάκην έμεινε κενόν διάστημα, όθεν ηδύναντο να διαβαίνωσιν οι εχθροί και να συγκοινωνώσι με το λοιπόν στρατόπεδον χωρίς βλάβην των. Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να ωφεληθή καν κατ' άλλον τρόπον από το λάθος τούτο, διώρισεν έν σώμα Ελλήνων να ενεδρεύση κεκρυμμένον όπισθεν των εις το κενόν τούτο διάστημα διεσπαρμένων πετρών. Οι Τούρκοι νομίζοντες ελευθέραν την διάβασιν, εκίνησαν προς το άλλο στρατόπεδον, όπου κατ' εκείνην την εποχήν ήτον και ο ίδιος Κιουταχής, αλλ' αντικρουσθέντες από τους ενεδρεύοντας εμποδίσθησαν ικανήν ώραν, τελευταίον όμως διέβησαν βιάσαντες τους ενεδρεύοντας ν' αφήσωσι την οποίαν εφύλαττον διάβασιν. Από το περιστατικόν τούτο εννόησεν ο Κιουταχής και το λάθος των Ελλήνων και τον κίνδυνον εις τον οποίον ήθελεν εκτεθή το κατά τον Φαληρέα στράτευμά του, εάν δεν ήθελε βοηθηθή από τούτο το λάθος. Απεφάσισε λοιπόν να κάμη όσον τάχος την διόρθωσιν, και διά τούτο όλην εκείνην την ημέραν ενησχολείτο εις ετοιμασίαν. Τας ετοιμασίας ταύτας παρατηρήσαντες οι εις το Μετόχιον Έλληνες και εννοήσαντες τον σκοπόν, έπεμψαν είδησιν και εις τον Βάσον, παρακινούντες τον να πέμψη την ερχομένην νύκτα ικανόν σώμα στρατιωτών εις νυκτερινήν φυλακήν αντί των ολίγων στρατιωτών, τους οποίους εσυνείθιζε να πέμπη προλαβόντως. Αλλ' αυτός δεν έπραξε κατά την παραγγελίαν. Την νύκτα λοιπόν δύω περίπου χιλιάδες Τούρκοι, εφωδιασμένοι με διάφορα εργαλεία, εστάλησαν από τον Κιουταχήν διά να κατασκευάσωσι προμαχώνα εις τον τόπον, τον οποίον είχον αφήσει κενόν οι Έλληνες. Άμα έφθασαν εκεί εδίωξαν την παρά του Βάσου διωρισμένην ολιγάνθρωπον φυλακήν και ήρχισαν να καταβάλλωσι τα θεμέλια του οχυρώματός των.

Αμέσως ειδοποιήθη ο Καραϊσκάκης το εχθρικόν τούτο κίνημα, και την αυτήν στιγμήν διαβάς από τα πλησιέστερα οχυρώματα, έλαβε μαζύ του μερικούς στρατιώτας καί τινας των αξιωματικών και μετέβη όπου ήτον ο Βάσος, τον οποίον αφ' ού επέπληξεν αυστηρά, τον διέταξε να λάβη όλους τους συν αυτώ και να ακολουθήση κατόπι του. Συγκροτήσας ούτως έν σώμα ικανόν, ώρμησε κατά των Τούρκων, προς τους οποίους εφώναξε μάλιστα ο ίδιος, ότι πηγαίνει αυτοπροσώπως. Οι Τούρκοι αντέστησαν εις την ορμήν των Ελλήνων, και βλέποντες αυτούς καθαρώς εις το φως της Σελήνης (διότι ήτον πανσέληνος) τους αντέκρουσαν με επιμονήν, ώστε εκινδύνευσε και ο ίδιος αρχηγός. Αλλά τελευταίον οι Έλληνες εφορμήσαντες με ανδρίαν ηνάγκασαν τους εχθρούς να αποσυρθώσιν· έμειναν μόνον ολιγώτατοι εις το νεοκατασκευασθέν εκ του προχείρου οχύρωμα, οι οποίοι και αντιπολεμούντες επλήγωσαν τινάς των Ελλήνων, τους πλησιάσαντας περισσότερον. Η άγνοια του αριθμού των διαμεινάντων εχθρών και η είδησις των πληγωθέντων έκαμε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως απέτυχε το κίνημα.

Ο Καραϊσκάκης πνέων όλος αγανάκτησιν, επιστρέφει εις το οχύρωμα του Βάσου και αφ' ού ωνείδισεν αυτόν με πολλήν σκληρότητα, του επρόσθεσεν ότι την ιδίαν νύκτα ή πρέπει με τους μετ' αυτού να διώξωσι τον εχθρόν από την θέσιν ταύτην, ή θέλει τους αποκαταστήσει όνειδος του στρατεύματος (44). Φιλοτιμούμενοι ούτοι να διορθώσωσι το σφάλμα των, επιπίπτουν εκ νέου κατά των εχθρών και κατορθώνουν να τους τρέψωσιν εις φυγήν. Αλλ' εις τούτο το μεταξύ φονεύεται ο σαλπιγκτής και είς αξιωματικός και πληγώνονται και μερικοί στρατιώται. Τούτο το συμβάν, ενώ εβράδυνε την ορμήν των Ελλήνων, εμψύχωσε τους εχθρούς, ώστε αντέστησαν θαρραλέως και επέμειναν εις το οχύρωμά των, το οποίον ήδη είχον επισκευάσει καλήτερον. Η αποτυχία αύτη ελύπησε μεγάλως τον αρχηγόν, το περισσότερον διότι από μικρόν λάθος υστερήθη μέγα αποτέλεσμα και διότι έβλεπεν ότι όχι μόνον δεν ηδύνατο να επιτύχη τον σκοπόν του με μόνας τας οποίας είχε δυνάμεις, αλλ' ότι έπρεπε και να κινδυνεύση διά να βασταχθή εις τας θέσεις του. Απεφάσισε δε να μην κάμη κανέν νέον κίνημα, αλλά να εξασφαλίζηται εις τας θέσεις του έως να λάβη νέας δυνάμεις.

Δεν επέρασαν όμως πολλαί ημέραι και έφθασεν εις το στρατόπεδον ο Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, οι Πετμεζαίοι, ο Χ. Σισίνης και άλλοι με δύω περίπου χιλιάδας στράτευμα. Ο Καραϊσκάκης αγανακτημένος από την παρελθούσαν αποτυχίαν, είχε μεγάλην επιθυμίαν να πράξη κανέν σημαντικόν έργον προς βλάβην του εχθρού. Επειδή δε ηυξήνθησαν ικανώς αι δυνάμεις του, ενόμισεν ότι ήτο πλέον αρμόδιος εις τούτο καιρός. Όθεν μίαν ημέραν περί την ανατολήν του ηλίου λαμβάνει όλον το ιππικόν και ολίγους πεζούς και διευθύνεται προς τον ελαιώνα. Ο Κιουταχής, όστις εφοβείτο και υπώπτευεν απ' όλα τα κινήματα του Καραϊσκάκη, είχε πάντοτε ετοίμην μίαν δύναμιν από τριακοσίους ιππείς και χιλίους πεζούς διά να κινήται αμέσως εις την προσταγήν του. Την δύναμιν ταύτην διεύθυνεν αμέσως κατά του Καραϊσκάκη· την διώρισε δε να προσπαθήση να διακόψη τον Καραϊσκάκην από το στρατόπεδόν του πιάνουσα τον δρόμον, όθεν έμελλε να επιστρέψη. Το κίνημα τούτο εννοήσας αμέσως ο Καραϊσκάκης απεσύρθη με ταχύτητα εις το στρατόπεδον, αφήσας εις ενέδραν τους μετ' αυτού πεζούς. Όταν οι εχθροί επλησίασαν, οι ενεδρεύοντες επυροβόλησαν αλλ' οι Τούρκοι επιπεσόντες εις αυτούς και πεζοί και ιππείς τους έτρεψαν εις φυγήν και τους ηνάγκασαν ν' αποσυρθώσι προς τον πλησίον λόφον· έπειτα έδραμον κατά του Ελληνικού ιππικού. Ιδόντες το κίνημα τούτο οι εις το Μετόχιον Έλληνες και υποπτεύσαντες έδραμον εις βοήθειαν των οικείων των. Αλλ' έως ούτοι να φθάσωσιν, οι Τούρκοι είχον ήδη συλλάβει ζώντα τον σεϊταρήν (τυμπανιστήν) του ιππικού. Όταν δε έφθασαν, απέκρουσαν την ορμήν των εχθρών, και η μάχη ήλθεν εις ισορροπίαν. Η στιγμιαία όμως τροπή των ενεδρευσάντων Ελλήνων έκαμε να δράμωσιν εις το πεδίον της μάχης όλοι οι μετά του I. Θ. Κολοκοτρώνη και άλλοι από τα πλησίον οχυρώματα, ώστε εσυσσωματώθησαν έως δύω χιλιάδες. Ο Καραϊσκάκης ευρεθείς περικυκλωμένος από τοσαύτην δύναμιν και επιθυμών να μην επιστρέψη εις το στρατόπεδον άπρακτος, ενεθάρρυνε τους Έλληνας και παρακινών ονομαστί τους σημαντικωτέρους τους διορίζει να εφορμήσωσι κατά των εχθρών. Υπήκουσαν αμέσως εις την φωνήν του αρχηγού και εφορμήσαντες έτρεψαν εις φυγήν όλην την εχθρικήν δύναμιν και ακολουθούσαν διώκοντες, έως ου οι Τούρκοι απεσύρθησαν ωθούντες αλλήλους και εσυσσωρεύθησαν εις έν κοίλωμα το οποίον τους επροφύλαττεν από τα πυροβόλα των Ελλήνων· επροσπάθησαν να οχυρωθώσιν εις τούτο το μέρος, αλλ' οι Έλληνες εφορμήσαντες τους εξέβαλον και τους διεσκόρπισαν, και οι μεν ιππείς διευθύνθησαν εις την προς Αθήνας πεδιάδα, οι δε πεζοί εις έν των γειτνιαζόντων οχυρωμάτων. Ο Κιουταχής λέγουν ότι απεκεφάλισε δύω από τους αξιωματικούς των ντελήδων πρωταιτίους τρόπον τινά της φυγής. Του εφάνη δε παράδοξον να καταδιώκωνται από τόσον ολιγάριθμον ιππικόν Ελληνικόν τριακόσιοι περίπου ιππείς Οθωμανοί.

Notes in this chapter

Note 1 · Την γολέτταν ταύτην, ήτις ήτον Τουρκική, την εκυρίευοαν εξ εφόδου τριάκοντα Έλληνες επιπεσόντες εις αυτήν με έν πλοιάριον. ↩Note 2 · Ο ενταύθα υπονοούμενος εθελοντής είναι αυτός ο συγγραφεύς της παρούσης βιογραφίας (σημ. εκδότου). ↩Note 3 · Τον Παναγιώτην Κακλαμάνον (σημ. εκδότου). ↩Note 4 · Το μοναστήριον τούτο είναι εκ των καλλίστων δημοσίων οικοδομημάτων του χριστιανισμού, των ευρισκομένων εις την Στερεάν Ελλάδα· ήτον περιεζωσNote 5 · Από του σημείου τούτου ο Δημ. Αινιάν συνέγραψε και ιδιαιτέρως υπό τύπον διηγήματος ενδιαφέρουσαν εκτενή περιγραφήν της μάχης της Αράχωβας, εNote 6 · Τον Γιαννούσην Πανομάραν Σουλιώτην (σημ. εκδότου). ↩Note 7 · Οι κάτοικοι του χωρίου φυγόντες βιαίως από τας οικίας των, είχον αφήσει τα κρασία των και ολίγα τινά τρόφιμα. ↩Note 8 · Πολλαί περί του Τουρκικού στρατοπέδου λεπτομέρειαι έγειναν γνωσταί και από τους συλληφθέντας αιχμαλώτους, προ πάντων όμως από τον Τάτζην ΜαγNote 9 · Ίσως απεφάσισε τούτο και διά την φήμην ήτις έμελλε να διαδοθή, καθώς ελέγετο, και περί του πύργου του κατασκευασθέντος από τας κεφαλάς των ΑNote 10 · Μεγάλη φιλονεικία διέτρεξεν εις τον διορισμόν του Δράκου· επειδή ο Νάκος Πανουργιάς επεθύμει να κατασταθή εις ταύτην την πολιορκίαν και διά Note 11 · Τον Ανδρίτσον Σαφάκαν (σημ. εκδότου). ↩Note 12 · Ο Μακρυγιάννης ούτος είναι έτερος ή ο διάσημος στρατηγός, όστις ήτο Δωριεύς την καταγωγήν (σημ. εκδότου). ↩Note 13 · Επληγώθησαν μόνον τρεις από τους Έλληνας, εν οις και ο στρατηγός Κ. Βέρης. ↩Note 14 · Ούτος ήτον ο γενναίος Κωνσταντής Γριβογεώργου, ο οποίος μετά τινα καιρόν διεσώθη από τας χείρας των εχθρών διά τινος τολμηράς και παραδόξου Note 15 · Τα βοηθήματα του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως της Παυαρίας, ο οποίος πρώτος των ηγεμόνων της Ευρώπης ενέδωκεν εις την φωνήν της φιλανθρωπίας και έNote 16 · Ο ένδοξος ιατρός Μπαλής, ο οποίος δικαίως απέκτησε την ευγνωμοσύνην του Έθνους και διά τας σημαντικάς ιατρικάς του εκδουλεύσεις και διά τα εNote 17 · 3 Μαρτίου. ↩Note 18 · Η οργή αύτη του Καραϊσκάκη κατά του Βάσσου χαρακτηρίζει μεν τον αρχηγόν τον απαιτούντα την πιστήν εκτέλεσιν των διαταγών του, καμμίαν όμως μ
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings