Front matter
Reading edition
Produced by Sophia Canoni
·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΥΛIΟΥ
Μαζί κι εγώ στους κόπους σου μαζί και στη χαρά σου Και στο καλό το γύρισμα λεβέντη μου κοντά σου.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕIΟΝ "ΕΣΤΙΑ,, 1922
Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
Σύρτε χαμπέρια στη Φραγγιά, στη Μοσκοβιά μαντάτα Πήραν την Πόλη πήραν την οπ' ήταν ξακουσμένη! Πήρανε και το Γαλατά, πήραν και το Φανάρι Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι Με τετρακόσια σήμαντρα μ' εξηνταδυό καμπάνες, Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος Με πεντακόσες καλογριές και χίλιους καλογέρους. Τούρκοι χιλιάδες μπήκανε στου Ρωμανού την Πόρτα Κι ο Κωνσταντίνο — Δράγασης με το σπαθί στο χέρι Τρέχει χτυπάει την Τουρκιά που μετρημούς δεν έχει. Κλάψτε αδέρφια Χριστιανοί και μαύρα να ντυθήτε! Το βασιλιά μας σκότωσαν αυτόν τον Παλαιολόγο! Που είχε καρδιά του λιονταριού και δύναμη του δράκου Τρέξετ' αδέρφια Χριστιανοί στον Άγιον Πατριάρχη Ναρθή με τ' άγια θυμιατά να κάμωμε το ξώδι. Γιρούσι έκαμ' η Τουρκιά κι' αυτοί οι Γιανιτσάροι Κι ο Αμηράς επρόσταξε να κόψουν τους Ρωμαίους Τρεις μέρες μας εκόβανε και άλλες τόσες νύχτες. Εκόψαν και το Νοταρά μ' όλη τη φαμελιά του. Έπεσ' η Πόλη στη σκλαβιά στ' Αγαρηνού τα χέρια Βόηθα Χριστέ και Παναγιά τη Χριστιανωσύνη!…
Τ Ζ Α Κ
— Ωχ, κακό που μας ηύρε! κακό που μας ηύρε! …
— Μπα που να πάη και να μην έρθη!
— Να είχε καή η ώρα που τον έβγαλε!
— Να πνιγόταν το βαπόρι που τον έφερνε.
Πλατύς κύκλος από γυναίκες της γειτονιάς είχε σχηματισθή εμπρός εις την αυλόπορτα της κυρά — Γερασιμίνας. Η δεσποινίς Κατερινιώ η δασκάλα του Βατραχονησιού· η Χρίστενα η παχουλή και δροσερή γυναίκα του μανάβη· η Μαρή του φούρναρη και άλλες που αντιπροσώπευαν όλας τας ηλικίας και όλους τους χαρακτήρας του γυναικείου φύλου, ήσαν μαζεμένες εκεί και συνομίλουν θορυβωδώς και πολυτρόπως. Και δεν είνε βέβαια σπάνιαι αι συναθροίσεις και αι θορυβώδεις συνομιλίαι των γυναικών κατά τα μέρη εκείνα. Αλλά τόρα είχαν γίνη πολύ συχνώτεραι. Γιατί θέμα της ομιλίας των ήτο ο Τζακ, ο φοβερός του Λονδίνου αντεροβγάλτης.
Από μηνός αι εφημερίδες έγραφαν ότι ούτος είχε βαρεθή τας μεγαλοπόλεις της Ευρώπης και κατέβη εις Αθήνας διά να συνεχίση τα φοβερά κατορθώματά του. Από εφημερίδα εις εφημερίδα και από στόμα εις στόμα, από τον γραμματισμένον εις τον αγράμματον διεδόθη σε λιγάκι εις όλας τας τάξεις της κοινωνίας. Εφοβήθηκαν πολύ οι άνδρες, ετρόμαξαν τα παιδιά αλλά προ παντός έπαθαν πανικόν αι γυναίκες. Και με το δίκιο τους. Όλες αι διαδόσεις έλεγαν ότι αυτάς και μόνον καταδιώκει ο κακούργος. Μόλις ιδεί γυναίκα, σαν να τον πιάνη το δαιμόνιο τραβά το μαχαίρι του και την ξεκοιλιάζει άψε — σβήσε. Και μήπως τον γνωρίζει κανείς να προφυλαχθή. Λέγουν πως είνε νέος, μόλις είκοσι τριών χρονών, με μαύρα μάτια και μαύρο μουστάκι. Τουλάχιστον έτσι τον παρέστησε το τελευταίον θύμα του πριν ξεψυχήση. Αλλά μήπως ένας και δυο είνε οι νέοι με τα μαύρα μάτια και το μαύρο μουστάκι!
Αι γυναίκες τόρα ανατρίχιαζαν εις το όνομά του αλλά και δεν έπαυαν να ζητούν την αιτίαν που τον ηνάγκασε να κυνηγά τόσον άγρια το φύλον των.
— Εγώ βάζω το κεφάλι μου πώς κάποια του έκαψε την καρδιά!… είπε με ακλόνητη πεποίθησι η κυρά Γερασιμίνα.
— Έρωτας είνε στη μέση! . . . έρωτας χωρίς άλλο! επρόσθεσε η κυρά Φρόσω, καλοθρεμμένη χήρα, με μαύρα ρούχα ξεβαμμένα από την πολυκαιρία και κόκκινα μάγουλα ζωηρά από το φκιασίδι.
— Δεν τον αφίνεις τον κακούργο! εφώναξεν η δασκάλα με αποστροφήν. Αιμοβόρος άνθρωπος!… Αποφόλιον τέρας!. . .
— Αχ! και να τον έπιαναν! Πώς θάτρεχα να τον ιδώ — είπε ανυπόμονη η Μαρή.
— Ποιος να τον πιάση, καλέ! Δεν τον πιάσανε άλλες κι' άλλες αστυνομίες και θα τον πιάση η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! επρόσθεσε με αγανάκτησιν η Φρόσω. Δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη της μπουγάδας μου και θα πιάσουν τον Τζακ.
— Τι άγριο όνομα! Τζακ! Λες και σου δίνει τη μαχαιριά.
— Θεός φυλάξει, παιδί μου! είπε η Γερασιμίνα ανατριχιάζουσα σύγκορμη.
— Και δεν ακούς καλότυχη πώς τις ξεκοιλιάζει· επρόσθεσεν η κυρά Θοδωριά καταζαρωμένη εξηντάρα, κάμνουσα διαφόρους μορφασμούς.
Και εξήγησε με λεπτομέρειαν τον τρόπον με τον οποίον ο φοβερός κακούργος δολοφονεί τα θύματά του. Τα μόνα του όπλα, ακούς, είνε ένας πλατής δίκοπος λάζος κι ένα μπουκαλάκι με υπνωτικό. Εκεί που πηγαίνει στο δρόμο της το κορίτσι — η Ελένη σου να πούμε, μακρυά από λόγου της, κυρά Γερασιμίνα μου — πλησιάζει με τέχνη ο Τζακ της ακουμπά στη μύτη το μπουκαλάκι, εκείνη εν τω άμα — ακούς! — εν τω άμα υπνωτίζεται και εκείνος με το λάζο του της ανοίγει την κοιλιά σαν πετάλι.
— Μήσθητί μου, Κύριε! Ο άδης τον έβγαλε!… εψιθύρισε σταυροκοπούμενη η Γερασιμίνα.
Και αι άλλαι γυναίκες εφρικίων από κεφαλής μέχρι ποδών, και συνεταράσσοντο κατάχλωμοι, με τα μάτια ολάνοικτα ως να έβλεπαν εμπρός των τον φοβερόν κακούργον.
— Και κυνηγάει όλο τις χήρες…
— Τις ανύπαντρες!
Βέβαια η Μαρή το είπε για να φοβήση την κυρά Φρόσω. Αλλά εκείνη το ανταπέδωκε αμέσως. Γιατί ναι μεν ήταν χήρα η Φρόσω, αλλά προ πολλού είχε αγαπητικό έναν πλούσιο φοιτητή από την Σύρα, ο οποίος άμα έδιδε εξετάσεις θα την έπαιρνε. Επίστευε λοιπόν ότι από καιρού δεν ελογαριάζετο πια με τις χήρες και δεν είχε να φοβηθή τίποτα από τον Τζακ.
— Τι τις χήρες; όλο τα κοριτσάκια τ' ανύπαντρα κυνηγάει· εφώναξε η Θοδωριά. Όποια έχει ανύπαντρα ας βρη γαμπρούς!
Και εκοίταξε κατάματα την Γερασιμίνα σαν να τις έλεγε: Για σε τα λέω και άκου τα.
Η Γερασιμίνα ήτο σαραντάρα και πλέον, ξερακιανή, με άσπρα μαλλιά εις το κεφάλι και μέτρια καμπούρα εις την ράχη. Ήτο δεκαπέντε χρόνια χήρα και δεν είχε από τον άντρα της παρά ένα σπιτάκι σε κεντρικό μέρος της συνοικίας και μια κόρη την Ελένη. Από το νοίκι του απάνω πατώματος είχε εισόδημα τριανταπέντε δραχμές και από την Ελένη πολλές σκοτούρες.
Ότι όμως υπέφερε τόσα χρόνια όλα τα ελησμόνει όταν έβλεπε την κόρη της. Τόρα εδούλευαν και οι δύο. Η Γερασιμίνα έπλυνε τα ασπρόρουχα· η Ελένη ειργάζετο εις μοδιστράδικο με μεροκάματο μιας δραχμής. Είνε αλήθεια μικρά και τιποτένια η πληρωμή, αλλά τι να γίνη; Με αυτήν και τις οικονομίες της θα κατόρθωνε σιγά — σιγά να κάμη την προίκα της και να αποκατασταθή. Και εις αυτόν τον συλλογισμόν, κύμα θερμόν ευφροσύνης έτρεχεν εις όλην την ύπαρξιν της Γερασιμίνας και μισογελούσαν τα χείλη ενώ εκοκκίνιζαν τα μαραμένα μάγουλα.
Αλλά τόρα εις τους λόγους της γειτόνισας ότι ο Τζακ μαχαιρώνει κατά προτίμησιν τα κορίτσια τα ετοιμόγαμα, ετινάχθη από την πέτραν όπου εκάθητο ορθία και την εκοίταξε ερωτηματικά.
— Ποιος σου το είπε;
— Τι ποιος μου το είπε; Δε ρωτάς οποίον θέλεις …. Δε ρωτάς το Γιάννη μου….
Αλλά τι ανάγκη να ερωτήση τον Γιάννη η Γερασιμίνα; Ενθυμείτο τόρα ότι το είχε ακούσει και από άλλους πριν. Και ο μπακάλης της το είπε και ο παπάς της ενωρίας και ο μανάβης χθες ακόμη, όταν επήγε ν' αγοράση λάχανα, την εκοίταξε κατάματα και της είπε σοβαρά:
— Τήραξε γρήγορα να παντρέψης την Ελένη.
Τόρα η πτωχή μητέρα έτρεμεν από φόβον.
Εσκέφθη ότι η κόρη της δεν είχεν έλθει ακόμη από την μοδίστρα και άρχισε να βάνη με τον νουν της χίλια κακά. Από την ανυπομονησίαν της άφησε την συντροφιάν και αργά βαδίζουσα έφθασε εις την γέφυραν του Ιλισσού και εκοίταξε με περιέργειαν γύρω.
— Μα πώς δε φαίνεται ακόμη! εψιθύρισε με αδημονίαν.
Και κάτι της έσφιγγε τον λαιμόν. Η καρδιά της εβροντοκτύπα από προσδοκίαν, ενώ δύο δάκρυα ανέβαιναν από τα γεροντικά μάτια της έτοιμα να κυλισθούν κατά γης.
Ο ήλιος είχε δύσει από αρκετής ώρας, και μόλις αι ανταύγειαί του διετηρούντο ακόμη επάνω εις τα ξανθά μάρμαρα της Ακροπόλεως. Τα άστρα είχαν αναφανή ένα με το άλλο εις τον γαλανόν ουρανόν· οι φανοί του φωταερίου ανάψανε εις την πλατείαν του Ζαππείου· ένα προς ένα εφωτίζοντο ως λαμπρά σκαλοπάτια τα σπίτια που εσκάλωναν εις τους γύρω λόφους, οι περιπατηταί έγιναν αραιοί και μόνον οι φωνές μιας συντροφιάς παιδιών ηκούοντο συγχεόμεναι με τον αδιάκοπον και βαθύν θόρυβον της πόλεως. Και όσον επροχωρούσε η νύχτα τόσον περισσότερον ανησυχούσεν η Γερασιμίνα. Είνε αλήθεια ότι και άλλοτε αργούσε η Ελένη, όταν είχαν βιαστική δουλειά εις το κατάστημα και ηναγκάζετο να πηγαίνη η ιδία προς αναζήτησίν της. Αλλά τόρα, έπειτα από τόσες διαδόσεις θα ήτο δυνατόν να εβράδυνε χωρίς κακό το κορίτσι της;
— Μπα! Δεν είνε για καλό! εψιθύρισε σταυροκοπουμένη.
Και σχεδόν μισοκλαίουσα απεφάσισε να πάη έως το κατάστημα να πληροφορηθή. Μόλις όμως έκαμε ολίγα βήματα από την γέφυραν και διέκρινε μακράν από το καμαρωτόν περπάτημά της. την κόρην σπεύδουσαν με το δέμα εις την μασχάλην. Πλησίον της όμως είδε να βαδίζη και άλλην σκιάν ανδρικήν αυτήν, και ελαχτάρισε φαντασθείσα ευθύς τον Αντεροβγάλτην.
— Έλα κορίτσι μου, τόρα! εφώναξε δυνατά.
— Εδώ είσαι, καλέ! απάντησε η κόρη.
Αλλ' ούτε η ταραγμένη φωνή της, ούτε η κίνησις του συντρόφου της, που εστάθη παράμερα διέφυγε την γριάν. Το εναντίον μάλιστα. Η Γερασιμίνα εγνώρισεν ότι ήτο ο Γιάννης, ο γιος της γειτόνισσας, τον οποίον της εσύσταιναν να ερωτήση διά τον Τζακ. Και έτσι όμως δεν ησύχασε, αλλά περισσότερον δυσαρεστήθη.
— Μπα! συντροφιά μούρχεσαι! είπε με θυμόν εις την θυγατέρα της.
Και όλον τον δρόμον ως που έφθασαν εις το σπίτι, δεν έπαυσε να ψιθυρίζη βρισές εναντίον του συντρόφου της Ελένης. Διότι η Γερασιμίνα εγνώριζε από καιρόν ότι η κόρη της ησθάνετο την καρδιά της κλίνουσαν προς τον Γιάννη.
Και δεν ηπατάτο καθόλου η Γερασιμίνα. Ο Γιάννης ήτο κοντόχοντρος νέος, είκοσι χρονών, τσαγκάρης το επάγγελμα και κούτσαβος κατά συνήθειαν. Μυτερά παπούτσια, πλατύ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι και ρεπούμπλικα κάτω της οποίας προς το μέτωπον, επρόβαλαν λαδωμένες αφέλειες. Τις καθημερινές εδούλευε μεροκάματο, και τις γιορτές εχόρευε με την λατέρνα εις την πλατείαν της συνοικίας. Η Θοδωριά η μάννα του τον εκαμάρωνε περισσότερο για τον χορόν του παρά για την δουλειά του. Ώρες καθόταν και τον κοίταζε να γυρίζη σαν σβούρα στις μύτες των παπουτσιών του, όταν εχόρευε το χασάπικο και συχνά έλεγε με περηφάνεια εις τις άλλες γυναίκες.
— Τι ελεύθερος, καλέ γειτόνισές μου! τι ελεύθερος! Δε χορεύει· πετάει σα γεράκι.
Όμως από αυτά κι αυτά η Γερασιμίνα καθόταν στα κάρβουνα. Δεν το ήθελε το γεράκι κοντά εις την περιστέρα της. Ο Γιάννης, εκτός που ήταν καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μιαν αδελφή να υπαντρέψη. Και δεν είχε τίποτα άλλο από τα δυο του χέρια. Εις το σπίτι εκάθοντο με νοίκι. Όταν την αυγήν ο Γιάννης επήγαινε εις την πόλιν να πιάση δουλειά, με το τσιγάρο εις το στόμα και τα χέρια εις τις τσέπες του πανταλονιού, ετύχαινε πολλές φορές και η Ελένη να πηγαίνη με το δεματάκι της εις την μασχάλην. Και όταν το βράδυ εγύριζεν ο ίδιος εις το σπίτι, νωθρά σύρων τα παπούτσια του εις τον δρόμον και συρίζων τραγουδάκια του παλκοσένικου, ετύχαινε να γυρίζη και εκείνη με το υπόπτερον βάδισμα της, ωσάν βιαζομένη να φθάση εις την μητέρα της. Τότε εις τα συναπαντήματα εκείνα εγνωρίσθηκαν αμοιβαίως. Και επειδή η νεότης έχει πάντα την καρδιά εις το χέρι και πρόθυμα ανταποδίδει την φιλίαν, οι δύο νέοι γρήγορα εφιλιώθησαν τόσον, ώστε δεν άργησε ο ένας να ομολογήση εις τον άλλον, τον πόθον που είχαν και οι δύο, να πηγαίνουν μαζί εις την εργασίαν και μαζί να γυρίζουν το βράδυ εις το σπίτι τους. Επειδή δε πρώτη ομολογία του έρωτος είνε η προσπάθεια που καταβάλει καθένας για να κρύψη από τον άλλον τα αισθήματά του, οι δύο νέοι εγνωρίσθησαν περισσότερον όταν εσυμφώνησαν να φυλάσσωνται από τους γονείς των.
Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και η αγάπη τους έγινε περισσότερη. Μέχρις ου ο Γιάννης το είπεν εις την μάνα του και εκείνη έπειτα από μερικούς δισταγμούς απεφάσισε να το προτείνη εις την κυρά Γερασιμίνα. Αλλά η γριά αμέσως έδειξεν ότι ούτε ν' ακούση ήθελε τέτοιο γάμο. Την κόρη της αυτή δεν την είχε για τον Γιάννη· ας το βγάλη από τον νουν του! . . . Και σήμερα τα ίδια εξηκολούθει να καλαναρχά εις την θυγατέρα της, θυμωμένη που την είδε πάλιν με τον νέον υποδηματοποιόν.
— Συντροφιές ε! Δεν μπορείς, βλέπεις, νάρθης μοναχή σου! — έλεγε και ξανάλεγε η γριά.
— Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη. Δεν ακούς τι γίνεται με τον αντεροβγάλτη.
Εις το όνομα του κακούργου η Γερασιμίνα έπαυσεν αμέσως τις φωνές της. Ο θυμός της κατέπεσε διά μιας όπως μετά ψυχρολουσίαν και το ρίγος επέρασε πάλιν όλον της το σώμα.
— Τι άκουσες νυφούλα μου; ερώτησε σιγά την θυγατέρα της. Αλήθεια πως κυνηγάει τα κορίτσια;…
— τα ετοιμόγαμα· εσυμπλήρωσεν αμέσως η κόρη. Βέβαια. Δεν άκουσες που ξεκοίλιασε ένα στη Βάθεια.
— Πότε;
— Ψες — όχι, σήμερα το μεσημέρι.
— Τι λες;
— Εκείνο που λέω. Και ήταν αρραβωνιασμένο. Την Κυριακή θα γινόταν ο γάμος της.
— Ωχ αλοίμονό μου της άμοιρης! . . . εφώναξεν η γριά κοιτάζουσα φοβισμένη την θυγατέρα της.
— Αμ βέβαια! εψιθύρισεν η κόρη δειλά. Ο ένας δεν της αρέση, ο άλλος της βρωμάει. Να μη μας χαιρετίση κανείς! να μη μας συντροφέψη κανένας!
Η νύχτα είχε προχωρήσει αλλά ο ύπνος δεν εκάθιζε εις τα βλέφαρα της κυρά Γερασιμίνας. Τα λόγια της μάνας του Γιάννη, η συμβουλή του μανάβη, τα λόγια του παπά που έφτυσε τρις και έκαμε τον σταυρό του εις το όνομα του κακούργου ως να επρόκειτο περί του Οξαποδώ, εγύριζαν κι εξαναγύριζαν εις το κεφάλι της γριάς διασταυρούμενα μεταξύ των ως αστραπαί εις νεφελώδη ουρανόν. Αλλά προ πάντων η Γερασιμίνα εσκέπτετο τα λόγια που της είπε η θυγατέρα της απόψε. Η μητρική της στοργή εύρισκε μέσα εις αυτά κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο της δροσεράς νεότητος και της ζωής εν γένει, που εκινδύνευε. Και εύρισκεν ότι εκινδύνευεν όχι διά τίποτ' άλλο αλλά διά την μωράν επιμονήν της, να μη δεχθή ως γαμπρόν της τον Γιάννη, το παιδί της Θοδωριάς.
Αλλά μήπως και αυτή το έκαμε για κακό! εσυλλογίζετο τόρα η Γερασιμίνα, θέλουσα να δικαιολογηθή εις τον εαυτόν της. Κάθε γονιός για το καλό του παιδιού του φροντίζει. Ήθελε να πανδρέψη την κόρη της· αλλά ήθελε να της δώση άνδρα, από τον οποίον να μη στερηθή τουλάχιστον το ψωμάκι. Αλήθεια ο Γιάννης ήτο καλός· ψυχή μάλαμα· αλλά τι να τον κάμης που ήτο πτωχός· είχε και συνάλλαγμα να εξοφλήση — την αδελφή του. Ενώ ο διπλανός μπακάλης, που είχε παραμεστωμένον από εμπορεύματα το μαγαζί του, εφαίνετο πολύ προτιμώτερος. Ήτο βέβαια ηλικιωμένος, είχε περάσει τα πενήντα αλλά είχε γεμάτο το πουγγί. Ότι είχε και αυτός την ιδέα του για την Ελένην, δεν υπήρχεν αμφιβολία. Όταν η Γερασιμίνα επήγαινε εις το μαγαζί του της έκανε τόσες περιποιήσεις και την ερωτούσε συχνά πυκνά για την κόρη της. Όταν λοιπόν μια μάνα έχει τόσες καλές ελπίδες για την τύχην της κόρης της, βέβαια δεν μπορεί να βιασθή να την δώση σε χειρότερα.
— Μπόραγα να κάμω αλλιώς; ερωτούσε μονάχη της.
Αλλά τόρα παρεδέχετο και αυτή ότι έπρεπε να βιασθή. Ο μπακάλης δεν έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Και όμως η Ελένη της είχεν ανάγκην από προστασίαν, ισχυράν προστασίαν. Άσε που μπορεί να κλείση έξαφνα και εκείνη τα μάτια της και να την αφήση εις τους πέντε δρόμους! Και τόσο ζωντανή εφάνη εις την φαντασίαν της η ερημιά της κόρης της ώστε άρχισε σιγά σιγά να αλλάζη την ιδέα που είχε πριν διά τον Γιάννη. Καλό παιδί και αυτός! γερός, δουλευτής. Πώς είνε μαχαιροβγάλτης; Αλλά τάχα και αυτό δε χρειάζεται εις τους καιρούς που ζούμε; Ας πάρη τα μούτρα του ο κύριος Τζακ να φανή μπροστά του. Έπειτα την αγαπάει την Ελένη.
— Δος μου την Ελένη κι ας είνε με το πουκάμισο! της είχε ειπή κάποτε για να δείξη πως εκείνη αγαπά και όχι την προίκα της.
Ε! Αφού αγαπιώνται ας ζήσουν τα παιδιά της· κατέληξεν η γριά. Και άμα μέσα εις τις σκέψεις της αυτές ετύχαινε να καταβάλλεται η γεροντική της κράσις και να βυθίζεται εις νάρκην, ο Αντεροβγάλτης πελώριος με μακρυά μαύρα μουστάκια και γενειάδα δασείαν, με δυο μάτια φλογερά και μεγάλα ως άστρα, εφαίνετο έξαφνα να μπαίνη από τις χαραμάδες της πόρτας, με γιγάντια μάχαιρα εις το ένα χέρι και παμμεγίστη μποτίλια εις το άλλο. Και τίποτε δεν εζήτει εκεί ο κακός άνθρωπος παρά να ξεκοιλιάση την θυγατέρα της. Τότε η γριά ετινάζετο εις το στρώμα έξαλλος και άπλωνε τα χέρια προς τ' αριστερά όπου εκοιμάτο η Ελένη και για πολλήν ώραν εκοίταζε το πρόσωπόν της, θέλουσα εις το αμυδρόν φως που έχυνε επάνω της η κανδύλα του εικονίσματος να καμαρώση τα χαρακτηριστικά της. Και έξαφνα τα μητρικά της αισθήματα εκυρίευσαν τόσον την καρδιάν της, ώστε έσφιξε την κόρην εις τους κόλπους της σπασμωδικώς χύνουσα άφθονα δάκρυα.
— Τι έχεις μαμάς ερώτησε η κόρη εξυπνώσα κατατρομαγμένη.
— Τίποτα κόρη μου! τίποτα νυφούλα μου . . . είπε η γριά τρυφερά. Ναι αύριο θα σε δώσω του Γιάννη . . . τ' απεφάσισα.
Μόλις εξημέρωσεν η κυρά Γερασιμίνα ήτο στο πόδι. Περισσότερον ανυπομονούσε τόρα αυτή παρά η Ελένη. Την εύρισκε μάλιστα τόσον φυσικήν την απόφασίν της που δεν ημπορούσε να εξηγήση πώς εμπόδισε τόσον καιρόν αυτόν τον γάμον, αφού επρόκειτο να ευτυχήσουν όχι μόνον οι δύο νέοι, αλλά και αυτή η ιδία. Και η ανυπομονησία της έγινε μεγαλύτερη όταν ανοίξασα την πόρτα της είδε της γειτόνισσας κλειστήν ακόμη. Γούστο είνε να έφυγαν πρωί πρωί και να περιμένη ως το βράδυ. Και αν δεν έρθουν το βράδυ κι αν δεν έρθουν ούτε αύριο; Και πού να πήγαν: Μην επήγαν στον Περαία; Μην άλλαξαν κατοικία; Μην τον πάντρεψε σώγαμπρο πουθενά τον Γιάννη η κυρά Θοδωριά; Όλα γίνονται. Ο διάβολος άμα θέλει να χαλάση μια δουλειά όλα τα καταφέρνη… Η Γερασιμίνα έπινε τον καφέ της, εσυλλογίζετο και όσο που δεν έκλαιε.
Τέλος άνοιξε η απέναντι πόρτα και η Θοδωριά εχαιρέτισε πρώτη. Η Γερασιμίνα ήθελε να πετάξη μια στιγμή, να κάμη την πρότασί της και να τελειώσουν μια ώρα αρχήτερα. Αλλά πράγμα παράδοξον — κάτι της έσφιξε την καρδιά και εδίστασε. Η ιδέα της παλαιάς της διαγωγής, ο πρόστυχος τρόπος με τον οποίον άλλοτε απέρριψε αυτή τας προτάσεις των, ήλθε τόρα και την εκάρφωσε εις το κατώφλι της. Δεν ήτο τάχα δίκαιο να της φερθούν έτσι κι εκείνοι τόρα;
— Καλημέρα, θειά Γερασιμίνα;
Ο Γιάννης επέρασε κοντά και την εχαιρέτισε με πολύν σεβασμόν. Και η μητέρα του που ήρχετο από πίσω με την στάμνα, την εχαιρέτισε και εκείνη με μαλακό και γλυκό χαμόγελο.
— Καλημέρα κι από κοντά, γειτόνισσα. Πώς πέρασες απόψε;
Η Γερασιμίνα εμαγεύθη από την καλοσύνη και των δύο. Καρδιές μια φορά! Ρουμπίνια να βάλης δε ζυγιάζονται. Επήρε τέλος θάρρος, έσφιξε τον εαυτό της και τους έκραξε με τόνομα.
— Γιάννη! κυρά Θοδωριά!… κοπιάστε μέσα μια στιγμή!
— Ελυπήθηκ' η καρδιά σου επί τέλους! εφώναξε με χαρά η Θοδωριά.
Η Γερασιμίνα έκαμε πως δεν άκουσε. Εμπήκε πρώτη εις το σπίτι, άναψε το καμινέτο, έβαλε νερό εις το μπρίκι και το ετοποθέτησε απάνω. Έπειτα εσυμπλήρωσε την πρόσκλησί της:
— να πάρτε έναν καφέ …
Μάνα και γιός εκοιτάχθηκαν με απορία. Γι' αυτό τους κάλεσε! να πάρουν έναν καφέ; Τάχα δεν έχουν καφέ στο σπίτι τους; Η Θοδωριά ετοιμάζετο να ζήτηση εξηγήσεις, αλλά εμπήκεν η Ελένη δροσερή και χαρούμενη και άρχισε να φιλή την γειτόνισσά της σαν να είχε να την ιδή χρόνους. Σύγκαιρα τα μάτια της λαμπερά και γελαστά έπαιζαν του νέου, δίνοντας του υπόσχεση πως όλα ετελείωσαν πια.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε έξω δυνατή φωνή:
— Εφημερίδες! και η σύλληψη του Άντεροβγάλτη! . .
— Τι, τι, τι; έκαμε η Γερασιμίνα.
— Α! το τέρας!… εφώναξε η Ελένη
— Τον έπιασαν τέλος πάντων! είπε με ανακούφισιν η Θοδωριά.
Ο Γιάννης εβγήκεν εις την πόρτα, αγόρασε την εφημερίδα και αφού εκοίταξε εδώ κι εκεί, άρχισε να διαβάζη δυνατά:
— Τέλος απηλλάγη η πόλις μας — τι λέγομεν η πόλις μας, ο κόσμος όλος και ιδία ο γυναικείος — απηλλάγη ενός εφιάλτου. Ο Τζακ, ο φοβερός Τζακ ο αντεροβγάλτης δεν θα διαπράξη πλέον τα στυγερά αυτού κακουργήματα. Ο πέλεκυς της Δικαιοσύνης τάχιστα θα επιπέση βαρύς επί του τραχήλου του…
— Δόξα σοι ο Θεός!… εστέναξε η Γερασιμίνα.
— Γειτόνισσα, πάει ο καφές!… εφώναξε βιαστικά η Θοδωριά.
Αληθινά η γριά τόσον είχεν αφαιρεθή από τα νέα της εφημερίδας, ώστε δεν επρόσεχε καθόλου εις το μπρίκι. Ο καφές εφούσκωσε, εχύθη και έσβυσε το καμινέτο.
— Ω! έκαμεν η γριά με θλίψιν. Να βάλω άλλον.
— Όχι, δεν είνε ανάγκη, θειά Γερασιμίνα· είπε ο Γιάννης. Ώρα να πηγαίνω.
— Να μην πάρτε έναν καφέ!… Δε γίνεται! επέμενε η γριά.
— Δεν είνε καιρός, μητέρα· είπε στενοχωρημένη και η Ελένη. Πες ότι έχεις να ειπής και να πηγαίνη.
— Άργησα μάλιστα και θα φάω πρόστιμο· είπε ο Γιάννης, παίζοντας νευρικά τη ρεμπούπλικα στο χέρι του.
— Βγάλε τον πια το λόγο σου και δε θα σε κρεμάσουν! … είπε με γέλοιο και αγανάκτηση μαζί η Θοδωριά.
Η κυρά Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Αλήθεια τι είχε να τους ειπή; Ο αντεροβγάλτης επιάστηκε· δεν τον εφοβόταν πια. Ο μπακάλης ήταν εκεί με το εμπορικό του τίγκα. Γιατί να βιαστή; Απόφευγε όσο ημπορούσε τα μάτια της κόρης της. Γύρισε σαν να ζητούσε κάτι και τέλος έσκυψε, έβγαλε από το πόδι της μια μισολυωμένη παντόφλα και την παρουσίασε στο Γιάννη.
— Είπα γιε μ' κάνε μου τη χάρη να την μπαλώσης. Το βράδυ που θα γυρίσης μου τη φέρνεις. Δεν έχω άλλη και θα βάλω τα καλά μου σήμερα όλη μέρα. Κι ότι κάνει θα σε πληρώσω…
Ο νέος άπλωσε μηχανικά επήρε την παντόφλα και εστάθη ακίνητος εκεί, κατάχλωμος, με τα χείλη τρέμοντα, τα μαλλιά σηκωμένα. Η Ελένη εκοίταζε πότε αυτόν πότε τη μάνα της και πότε τη Θοδωριά κατάπληκτη κι εκείνη και όλο εψιθύριζε σαν αποβλακωμένη.
— Τι λέει! τι λέει! τι λέει!…
Και η κυρά Θοδωριά έπαθε την ίδια κατάπληξη· αλλά συνήλθε αμέσως. Γρήγορα ένοιωσε την μεταβολή της γειτόνισσάς της και την αφορμή που την εγέννησε.
— Πήγαινε, παιδί μου· είπε εις τον γιο της ήσυχα πέρνοντας την εφημερίδα από τα χέρια του. Πήγαινε. Δεν είνε λόγος να χάσης το μεροκάματο σήμερα.
— Μαμά!… εφώναξε με παράπονο η κόρη.
Η Γερασιμίνα εφαίνετο αφωσιωμένη εις το να σφογγίζη τους καφέδες από το τραπέζι και ούτε εγύρισε να ιδή την κόρη της.
— Μα τι μας διάβασες παιδί μου! είπε έξαφνα η Θοδωριά παίζοντας ταυτοχρόνως το μάτι και εις τους δυο νέους. Δεν είδες παρακάτω;
Και άρχισε να διαβάζη δυνατά και χτυπητά: «Κατά δυστυχίαν όλα είνε ψεύματα. Ο φοβερός Άγγλος και πάλιν ελεύθερος. Εκεί που τον ωδηγούσαν εις την ανάκρισιν εξέφυγε από τας χείρας του χωροφύλακα — κουλαμάρα ντε! — φόρα την κάμα και ανοίγει σαν πετάλι την κόρη του Διαφεντή — ετοιμόγαμη κοπέλλα είκοσι χρονών.»
— Έλα Χριστέ και Παναγιά! . . . διέκοψεν η Γερασιμίνα.
— Μπα το τέρας! . . . είπε η Ελένη κοιτάζοντας με κρυφή χαρά τον τρόμον της μάνας της.
— Τον έπιασαν το ελάχιστον; ερώτησεν ο Γιάννης
— Μπα! δεν ακούς τι λέει; έκαμε η Θοδωριά και άρχισε πάλι το διάβασμα. Η εξουσία ετράπη προς καταδίωξί του. Λέγεται ότι ο κακούργος διευθύνεται στο Βαθρακονήσι….
— Πωπωπωπώ! . . . ηκούσθη η φωνή της Γερασιμίνας. Και συγχρόνως ώρμησε και έκλεισε δυνατά την πόρτα με τον σύρτη.
— Δεν έχεις να πας πουθενά, κορίτσι μου· είπε τρέμουσα ολόκορμη. Δεν θα βγης από την πόρτα μας βήμα.
— Και βέβαια! είπε η Θοδωριά, Καλέ τι τούτο που μας ηύρε! Να μην ωρίζουμαι τα παιδιά μας!..
Οι δύο νέοι την εκοίταζαν με θαυμασμόν: Πώς τα καταφέρνει, καλέ!
— Εγώ θα φύγω ως τόσο· είπε ο Γιάννης. Δε θα γλυτώσω, φοβάμαι το πρόστιμο.
— Θα μας αφήσης μονάχες! . . . εψιθύρισεν η Ελένη τρομασμένη τάχα.
Ο Γιάννης εκίνησε να φύγη, έφτασε εις την πόρτα και κοντοστάθηκε.
— Λοιπόν, θειά Γερασιμίνας ερώτησε με χαμόγελο· ποια θες να πάρω να μπαλώσω;
— Την παντόφλα ή την… κυρά Λένη; επρόσθεσε γελαστή η Θοδωριά.
Η γριά τον εκοίταξε με αγωνίαν. Έρριξε τα μάτια εις όλα γύρω, έμψυχα και άψυχα σαν να τους εζητούσε συμβουλή και τέλος απάντησε σαν να παραμιλούσε:
— Πάρτες και τις δυο! πάρτες με την ευχή μου!…
Σ Τ Ρ Α Τ Ι Ω Τ Η Σ 1912 — 1922
Έβγα μανούλα να με ιδής έβγα να μ' αγνατέψης. Το πώς γυρίζω την Τουρκιά όλα τα βιλαέτια, Το πώς γιαλίζ' η λόγχη μου, πώς λάμπει το ντουφέκι Κι αυτό το καταυχένι μου στις πλάτες ανεμίζει! Κι η μάνα του του μίλησε κι η μάνα του του λέει: Με τι ποδάρια να σταθώ να βγω να σ' αγναντέψω; Γέρασα η μαύρη γέρασα κι ακόμα παντυχαίνω Ν' ακούσω πως τα πάτησες της Πόλης τα Μπουγάζια!…
ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
Εις του Γέροντα τον κάβο καραντί κάνει μεγάλο. Μια φρεγάδα βόλτα — βόλτα φοβερίζει τα μπουρλότα. Μπουρλότα τής μολύσανε στην πρύμνη το κολλήσανε. Άλλο ένα της μολάρουν και στην μπάντα την τρακάρουν. Επήρ' ο τσιμπχανές φωτιά και φοβηθήκαν τα σκυλιά. Μώρ' απόψε θα μας κάψουν όλους σκλάβους θα μας πιάσουν.. Χάιντε γεια σου μώρ' ναβέτα πούκαμες τις μπάλες νέτα. Νάταν δυο σαν το Μιαούλη καίγαν την αρμάδα ούλη. Νάταν άλλη μια ναβέτα κάναν την αρμάδα νέτα.
Φ Ρ Α Γ Κ Α Β Ι Λ Λ Α 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
Ήσαν ψηλές και λιγερές σαν το κυπαρίσι, ωραίες σαν την Αφροδίτη, χαρούμενες και γελαστές όπως θέλουν την Αμαριλίδα. Και είχαν τα αυτά χαρακτηριστικά: Μεγάλα γαλανά μάτια με μακριές βλεφαρίδες· χείλη λεπτά και κόκκινα σαν το λουλούδι της ροδιάς· μαλλιά χρυσά και τόσο μακρυά που όταν έπεφταν εις την λίμνη εσκέπαζαν όλο της το πρόσωπο σαν χρυσοπλεγμένο δίχτυ.
Την μία την έλεγαν Ροδιά και την άλλη Τριανταφυλλιά.
Μιαν αυγή ανοιξιάτικη κατέβηκαν εις την λίμνη και αφού έβγαλαν τα πέπλα τους έπεσαν εις το νερό, που με ανατριχίλα και αυτό άρχισε να γλείφη το άσπρο τους κορμί.
— Είνε άλλη καλήτερη από μας; ερώτησεν έξαφνα η Ροδιά την αδελφήν της.
— Είσαι και συ, είμαι κι εγώ· μα είνε κι η Νεράιδα της λίμνης που λέει: φέξε ήλιε μου τι εγώ θα φέξω.
— Και είνε καλήτερη από με;
— Είνε, βέβαια.
— Αμή δε… Σα θέλη ας έβγη και θα ιδούμε.. είπε με θυμό η Ροδιά.
Αλλά δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον της και η κοιλάδα εφωτίσθη από μαγικήν λάμψιν. Μαύρα ως άσφαλτος μαλλιά πλεγμένα κατά την αρχαίαν ελληνικήν συνήθειαν απάνω σε κεφάλι κανονικό και έπειτα πάγκαλον και απαλόν στήθος εφάνησαν επάνω από το νερό. Ήτο η Νεράιδα. Αι δύο αδελφαί έκλεισαν τα μάτια τους από την λάμψιν.
— Ιδές με, είπε στη Ροδιά η Νεράιδα· είμαι καλήτερή σου;
— Είσαι, κυρά… είπεν εκείνη, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.
— Τότε, θα σε πάρω στο παλάτι μου, να γένης δουλεύτρα μου. Θα σε κλείσω εκεί να μαραθούν τα κάλη σου και να μη καυχηθής πια.
Και έσυρε μέσα εις την λίμνη χωρίς να θέλη την Ροδιάν.
Όταν έμεινε μόνη η Τριανταφυλλιά έκλαιε και δεν ήθελε να αφήση το μέρος όπου ετάφη ζωντανή η αδελφή της. Έφερε μελόπητες από τις σπηλιές και γάλα από τα γίδια και ξανθό μαλλί από νεογέννητο αρνί και τα έρριξε εις την λίμνην για να μαλακώση την Νεράιδα. Αλλά δεν κατώρθωνε τίποτα.
Κάποια ημέρα, εβαρέθηκε τα κλάματά της και εβγήκε η Νεράιδα.
— Τι θέλεις εδώ Τριανταφυλλιά; της είπε με θυμό.
— Κυρά, είπεν εκείνη δειλά, δος μου την αδερφή μου ή πάρε κι εμένα μαζί… Εκείνη δεν έμαθε να δουλεύη· είμαι καλήτερη δουλεύτρα εγώ.
— Δεν σε θέλω εσένα. Αν θες την αδερφή σου κόψε και δος μου τα μαλλιά σου.
— Τα μαλλάκια μου; είπε με ανατριχίλα η Τριανταφυλλιά.
Δεν εδίστασεν όμως, αλλ' ευθύς έκοψε και έρριξεν εις την λίμνην τα χρυσά της μαλλιά. Τότε εφάνη επάνω από τα νερά ένα κλωνί ροδιάς· αλλά δεν τον επρόσεξε η κόρη, γιατί περίμενε να ιδή την αδελφήν της. Και άρχισε πάλι τα κλάματα.
Την άλλην ημέραν εφάνη πάλιν η Νεράιδα.
— Γιατί κλαις Τριανταφυλλιά; της είπε, με χαρούμενο γέλιο.
— Είσαι κακή και σκληρή· η αδερφή μου δεν εφάνηκε πουθενά.
— Εφάνηκε, αλλά δεν μπορείς να την γνωρίσης… Δος μου τα μάτια σου και θα την αποκτήσης.
— Ω! τα μάτια μου!… είπε με πόνο η κόρη.
— Δεν θέλεις; είπεν η Νεράιδα τότε…
Και εκινήθη να φύγη.
— Ω, στάσου! στάσου! είπε με δάκρυα και δένουσα παρακλητικά τα χέρια η κόρη. Δε θέλεις άλλο από τα μάτια μου; Έχει πολύ χρυσάφι ο πατέρας και η μάνα μου, διαμάντια και μπριλάντια που λάμπουν σαν τον ήλιο. Θέλεις να σου φέρω από κείνα;
— θέλω τα μάτια σου· μου τα δίνεις; είπεν απειλητικά η Νεράιδα.
— Τα μάτια μου!… είπε με φρίκην η κόρη. Να, πάρε κι αυτά και δος μου την αδερφή μου… Ορκίσου όμως πως θα μου τη δώσης.
— Ορκίζομαι να πεθάνω και να μη ξαναζήσω πια. Τα χείλη μου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό μου να γίνη βρωμερό· είπεν η Νεράιδα.
— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια, και το νερό σου να γίνη βρωμερό· ξανάειπε η Τριανταφυλλιά.
Και με την άκρη του βούρλου εκέντησε τα μάτια της και τα έχυσε μέσα εις την λίμνην.
— Να η αδελφή σου, ηκούσθη ευθύς η φωνή της Νεράιδας.
Η δυστυχής τυφλή, αργοβατούσα και σφάλλουσα, άπλωσε τα χέρια, αλλά μόνον αγκάθια έσφιγγεν εις τα στήθη της.
— Ω! δος μου την! έλεγε με πόνον ψυχής· δος μου την …
— Σφίξε την αγκαλιά σου και θα την εύρης, είπεν η Νεράιδα.
Εκείνη έσφιξε πρόθυμα την αγκαλιά της, αλλ' αντί το σώμα της αδελφής της, αγκάθια ροδιάς ένοιωσε να τρυπούν το σώμα της.
— Ω! με γέλασες! είπε με πόνον και έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Και δεν έννοιωσεν ότι η ροδιά που αγκάλιαζε ήτο η μεταμορφωθείσα αδελφή της.
Η Τριανταφυλλιά όταν συνήλθε αργότερα, εσηκώθη και ηθέλησε να βαδίση, αλλά εσκόνταβε εις κάθε βήμα… Έλειπαν τα γαλανά και μαγευτικά μάτια της. Το φως εκείνο, δίχως του οποίου και ο ήλιος χάνεται και αυτή η θεία και φεγγοβόλος στήλη θα καταντούσε περιτή εις τους υιούς του Ισραήλ, είχε σβύση διά αυτήν.
— Μου έλεγαν τις Νεράιδες κακές και φθονερές· μα δεν το πίστευα τόσο !… Έκοψα τα μαλλιά μου, τα χρυσά μαλλιά μου και της τα έδωκα… Έπειτα της έδωκα τα μάτια μου. «Τι με μέλλει, έλεγα, αφού θα μου δώση την αδερφή μου; Εκείνη θα με παίρνη από το χέρι, θα μου μιλή, θα γελούμε μαζί και θα τα λησμονώ όλα» μα τόρα;
— Αχ!… Είπε, και άρχισε τα δάκρυα.
Άκουσε τότε φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκύλων. Ένας άνθρωπος επλησίαζε προς αυτήν· εμαζεύθη πίσω από τα βάτα όπως η Άρτεμις προ των περιέργων βλεμμάτων του Ακταίωνος.
— Κόρη μου!… εφώναξεν ο άνθρωπος μόλις την είδε.
— Πατέρα μου!… είπεν εκείνη εις την φωνήν και έπεσε εις την αγκαλιά του.
Αλήθεια ήτο ο δύστυχος πατέρας, που είχεν έβγει εις αναζήτησιν των θυγατέρων του.
Ο γέρος έμαθε τα πάντα. Εφώναξε τους υπηρέτας του, άδειασαν την λίμνην, και εις τον πάτον αυτής εύραν μια πλάκα στακτιά.
— Από κάτω από αυτήν είνε η κόρη μου είπε και διέταξε να την σηκώσουν.
Αλλά εις το πρώτον κτύπημα, φωνή τρομώδης ηκούσθη. Οι εργάται ετράπησαν εις φυγήν. Η λίμνη εγέμισε πάλι νερό και μια φωνή γλυκεία, αλλά μελαγχολική ηκούσθη να λέγη.
— Του κάκου ζητείς να με σώσης, πατέρα … Πάρε την άλλη σου κόρη και φύγε … Εδώ είνε τόπος κακός. Μη θελήσης να βγάλης την πλάκα, γιατί αμέσως θα πηδήση νερό που θα πνίξη τον κόσμο… Δεν είνε σωστό για μια ψυχή όσο αγαπητή κι αν είνε, να θυσιάζη κανείς τη ζωή των άλλων…
Η φωνή εσιώπησεν. Ο γέροντας και η τυφλή εκυριεύθησαν από φρίκην, έφυγαν μακρυά. Ο γέροντας θλιμένος έφερε την τυφλήν θυγατέρα του εις τον πύργον και έμεινεν η κοιλάδα ήσυχη και η Ροδιά δίχως την aδελφήν της…
Αλλά η τυφλή δεν θέλει να λησμονήση. Όπως ο Αλφειός την Αρέθουσαν, ο Παν την Σύριγγα, ο Ωρίων τας Πλειάδας και η Γη τον Ουρανόν, έτσι και αυτή ποθεί το μέρος όπου η αδελφή της μένει κλεισμένη. Κάποτε εξέφυγε από τους φύλακάς της κατέβηκε εις τον κήπον και τρέχει εκεί που είχαν φυτεύσει με την αδελφήν της μίαν ροδιάν. Έκοψε ένα μικρό κλωνάρι πιστεύουσα ότι τούτο, επειδή από εκείνην εφυτεύθη, θα ωδήγει τα βήματά της, όπως ο χρυσόφυλλος κλάδος τον Αινείαν εις τα δάση του Αόρνου, και θα αντικαθίστα τα σβυσμένα μάτια της προς ανεύρεσιν της Ροδιάς. Και τόρα κρατούσα αυτό εις το αριστερόν χέρι, και εις το δεξιόν οζώδη ράβδον και ακολουθουμένη υπό μικράς λευκομάλλου ελάφου, επέρα βραδυπορούσα φάραγκας και δρυμούς, διευθυνομένη προς το μέρος όπου ήλπιζεν ότι ήτο η αδελφή της.
Μετά καιρόν έφθασεν εις μέρος όπου ο Πηνειός εκύλιε με πάταγον τα ψυχρά και θολά νερά του, ανάμεσα εις πέτρες και κορμούς δένδρων.
Δεν εδίστασεν. Καθόλου δεν την τρομάζει ο βρόντος των νερών. Έκραξε την πιστήν της έλαφον και καθήσασα επάνω της, πέφτει εις τον ποταμόν. Αλλά το ρεύμα είναι ορμητικόν· η έλαφος αγωνίζεται, φθάνει εις το μέσον, και μόνον το μικρόν και ωραίον κεφάλι της φαίνεται απάνω από τα νερά. Ο άνεμος φουσκώνει τα φορέματα της τυφλής, σκορπίζει τους αναπτυχθέντας χρυσούς βοστρίχους της και εκείνοι ραπίζουν ελαφρά το ωχρόν, πλην γαλήνιον πρόσωπόν της. Εις τα χείλη της που έχουν το χρώμα μαραμένου κρίνου κάθηται πικρία, τα βλέφαρά της κινούνται, ως να θέλουν να δείξουν εις αυτήν τον κίνδυνον. Έχει σταυρωμένα εις το στήθος τα χέρια και εις το ένα κρατεί την ροδιάν, μόνην της ελπίδα. Φαντάζεται την έκτασιν, τον ποταμόν που περνά, τα χαλίκια και τας όχθας του και τας ιτέας, αλλά γνωρίζει ότι δεν ημπορεί να ίδη, και κρατεί την κεφαλήν της ίσα προς το μέρος όπου η έλαφος διευθύνεται.
Ο Πηνειός, νομίσας αυτήν ως την αγαπητήν του νύμφην Κρέουσαν, κρατεί το ρεύμα του και η έλαφος αποθέτει εις την όχθην την τυφλήν. Σηκώνεται εκείνη και εξακολουθεί, μέσα από αγκάθια και τριβόλους, τον δρόμον της· βάτα ξεσχίζουν τα φορέματά της και τα αγκάθια τους πόδας της, αλλά αδιαφορεί.
— Ω! αν είχα τα μάτια μου! λέγει. Και σπεύδει, σπεύδει εκεί, όπου ταχύτερος έχει φθάσει ο λογισμός της.
Σε λιγάκι ακούει κοντά εις τα πόδια της άλλα νερά ορμητικώς θραυόμενα, αλλά συγχρόνω, και γλυκείαν φωνήν, περιπαθώς ψάλλουσαν ένα απελπιστικό τραγούδι, όπως το τραγούδι ισοβίου καταδίκου:
Ο ήλιος έσβυσε, Παν τα λουλούδια, Φύγαν τα όνειρα, Χαρές, τραγούδια· Η γη σκοτείνιασε, Χάθη τ' αηδόνι, Βοριάς εχύμηξε, Πλακώνει χιόνι… Νιάτα περήφανα, Περίσσια κάλλη Όλα χαθήκανε… Ανεμοζάλη, Τα πήρε κι έφυγε… Αχ! έλα, Χάρε, Κι εμέ την άμοιρη, Μαζί σου πάρε…
Εγνώρισε την φωνήν της αδελφής της και συγκινημένη και κατάκοπος από την οδοιπορίαν εκάθησε κοντά εις την ρίζαν πολυφύλλου πλατάνου.
— Ω αδερφή μου, που ήσαι; έλεγε η Ροδιά. Με άφησες λοιπόν και συ… Όταν ήμεθα μικραί, εσύναζα τα λουλουδάκια κ' έπλεκα με αυτά τα μαλλιά σου … Σου έφερνα νεράκι κρύο από την πηγή και την πρωτομαγιάτικη δροσιά για να νίβης το πρόσωπό σου … Τόρα με λησμόνησες… Αχ! με λησμόνησες και συ!…
Η τυφλή ηθέλησε ν' απαντήση, αλλά δεν ηδυνήθη. Εσηκώθη τότε και ηθέλησε να περάση τον ποταμόν αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον εις το νερό εφοβήθη και εβγήκε.
Αλλά η φωνή της Ροδιάς ηκούσθη πάλιν.
— Μη φοβήσαι το νερό, αδερφή μου. Θα γνωρισθούμε από τους χτύπους της καρδιάς μας. Έλα· εσύ με την αγκαλιά σου θα μου δώσης ζωή κ' εγώ με τα φιλήματά μου τα μάτια σου.
— Δεν θέλω τα μάτια μου, φθάνει να σε αποκτήσω· είπεν η τυφλή.
Και ερρίφθη ασυλλόγιστα εις το νερό.
Αλλά το ρεματάκι που τόρα μόλις κυλά κάτω από τα χόρτα, τότε εχύνετο με ορμήν και μανίαν. Η τυφλή σηκώνει ψηλά τα χέρια για να ζητήση βοήθειαν· αλλ' ούτε η καλλίσφυρος Λευκοθέα έρριξεν εις αυτήν τον πέπλον της, ούτε κανένα δένδρον έγειρε τα κλαδιά του, για να πιασθή και να σωθή.
Επνίγη. Και τα καλάμια εις την όχθην άρχισαν πάλιν τους θρήνους των και ο νυκτοκόρακας ηκούσθη επάνω εις το κυπαρίσσι.
Την άλλην ημέραν μικρή τριανταφυλλιά εφάνη κοντά εις την ρίζαν του πλατάνου. Παρεκάλεσεν αυτόν να την πάρη εις το ψήλωμά του και αυτός έγειρε και εσκάλωσε εις τον κορμόν του η τριανταφυλλιά. Αλλά όλο και εστέναζεν.
— Τι έχεις τριανταφυλλιά μου; την ερώτησε κάποτε ο πλάτανος.
— Εκεί εις την αντικρυνή όχθη, είνε η αδελφή μου. Ο ποταμός με εμπόδισε να την ιδώ όταν εζούσα. Τόρα αδύνατη δεν μπορώ να την φτάσω και να την φιλήσω, καθώς πρώτα· είπε με στεναγμόν.
Ο πλάτανος εσυγκινήθηκε· άπλωσε ένα του κλαδί, έκαμε τόξον απάνω από το νερό, ετυλίχθη εκεί η τριανταφυλλιά και έπειτα έσκυψε το κλωνάρι της, ακριβώς απάνω από την ροδιά. Όταν ο άνεμος φυσήξη ταλαντεύει το κλωνάρι της τριανταφυλλιάς και η άκρη της φιλεί την ροδιάν τρυφερά. Τότε τα καλάμια συρίζουν ηδονικά, τα πουλιά γλυκοκελαδούν, τα φυτά στολίζονται με τα ευωδέστερα άνθη, το ρυάκι κελαρύζει, και αι δύο αδελφαί ανταλλάσουν τα άνθη των και δεν παύουν να ψιθυρίζουν τον όρκον της Νεράιδας.
— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό σου να γίνη βρωμερό.
Και αληθινά. Από τότε το νερό της λίμνης εβρώμησε και τα βούρλα εσκέπασαν το πρόσωπό της.
Α Ρ Μ Α Τ Ω Λ Ο Σ
— Κάτσε Σεβντή μου φρόνημα κι εγώ να σε παντρέψω. — Δε θέλω, μάνα μ' παντρειά, δε θέλω 'γω γυναίκα. Εζήλεψα τη λεβεντιά και το ζαριφιλίκι Και τα τσαπράζια των κλεφτών, των καπεταναραίων Και τ' ασημένια τ' άρματα πώχουν τα παληκάρια. Ζύμωσ' το μάνα μ' το ψωμί και κάμτο παξιμάδι, Θέλεις με δάκρυα ζύμωσ' το θέλεις με μοιρολόγια Κι εγώ θα πάω αρματωλός και γω θα πάω κλέφτης.
Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ' Α Ν Α Π Λ Ι Ο Υ 9 ΙΟΥΛΙΟΥ 1715
Να ήμουν πουλί ν' αγνάντευα της Πόλης την αρμάδα Πώς αρμενίζει κι έρχεται και πρίμα κατεβαίνει. Εμπρός πάνε τα κάτεργα και πίσω τα ντελίνια Στη μέση ο Αλή μπέης με μια χρυσή φρεγάδα. Έχει και στα καφάσια της τρία όμορφα κορίτσια Τόνα βαρεί τον ταμπουρά, το άλλο το τσιβούρι, Το τρίτο το καλήτερο λέει όμορφο τραγούδι: — Όλα τα κάστρα χαίρονται κι όλα βαρούν παιγνίδια Τ' Ανάπλι κι η Μονομπασιά κάθουνται μαραμένα Ανάπλι για δε χαίρεσαι για δε βαρείς παιγνίδια; Το τι καλόχω να χαρώ παιγνίδια να βαρέσω; Μένα Τουρκιά με πλάκωσε στεριά και του πελάγου, Μεριά με δέρν' η θάλασσα μεριά οι Σαροτζαγλίδες Κι απόξω ο Γιανιτσάραγας ρίχνει και με γκρεμίζει Ανάπλι δόσε τα κλειδιά Ανάπλι παραδόσου. Τιγάρις είμαι Νέπαχτος, Άγια Μαύρα πουτάνα· Εγώ είμ' Ανάπλι ξακουστό Ανάπλι ξακουσμένο Θα πάει το αίμα ποταμός και τα κουφάρια πύργος Γερούσι κάν' η Αρβανιτιά μ' αυτούς τους Γενιτσάρους Κι αυτός ο Γενιτσάραγας μοιρολογεί και λέει: Τα παληκάρια τ' Αναπλιού οι όμορφες της χώρας, Που δεν καταδεχόντανε τη γη για να πατήσουν Και τώρα καταντήσανε σκλάβοι στους Αρβανίτες!, Δε κλαίν' οι μαύροι τη σκλαβιά που πάνε σκλαβωμένοι Μόν' κλαίνε τον ξεχωρισμό που θέλει ξεχωρίσουν. Χωρίζ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα Χωρίζει κι έν' αντρόγυνο το πολυαγαπημένο Η κόρη πάει στην Τσαμουργιά κι ο νιος κατά την Πόλη. Πάει και ένας Τάταρης μ' εννιά παιδιά δεμένα Πάει κι η μάνα τους κοντά σκούζουσα και βαζούσα — Αφέντ' αφέντη Τάταρη αφέντη Ταταρίνε, Χάρισέ μου της έρημης και μένα ένα παιδάκι· Θέλεις το μεσονώτερο, θέλεις τον Αναγνώστη, Θέλεις τη θυγατέρα μου τη νυχτογεννημένη, Ή σκότωσέ με Τάταρη και κάνεμε κομάτια!..
Ο Κ Λ Ε Φ Τ Ο Κ Ο Τ Α Σ
Ταχτικά, είτε την αυγήν όταν εξυπνούσε διά να πάγη εις την δουλειά του, είτε την εσπέραν όταν εγύριζε με το κάρρο του ο Σταμάτης Τομαράς πρώτα απ' όλα ήθελε ερωτήσει με τρέμουσαν φωνήν την γυναίκα του:
— Πώς είν' οι κότες;
— Ε, καϋμένε και συ! Σκοινί — λουρί τόπιασες!… εφώναζε κάπως δυσαρεστημένη η Δεσποινιώ. Δε ρωτάς κάνεμου για τη γυναίκα σου παρά για τις κότες!.. .
— Μωρ' ακούω τόσα! .. . έλεγε με φοβισμένον βλέμμα ο Σταμάτης.
Και αληθινά· άκουε τόσα ο αγαθός καρρολόγος. Αι εφημερίδες από το Σαραντάημερο κι εδώ δεν έκαναν άλλο παρά να γράφουν ότι κάθε ημέραν γίνονται φοβεραί ορνιθοκλοπαί εδώ και εις τον Πειραιά. Οι συνάδελφοί του τα βράδια, συναγμένοι γύρω εις τα τραπεζάκια του Ταρούση, απάνω από την ξανθή ρετσινόκουπα, διηγούντο ότι ενώ κουβαλούσαν χαλίκι από τον Ιλισσό, άλλο δεν απαντούσαν εις τον δρόμον τους παρά σωρούς από φτερά πουλερικών. Ο Σταμάτης ανατρίχιαζε εις το άκουσμα και έμενε ώρες άφωνος και συλλογισμένος. Και δεν εσυλλογίζετο τίποτε άλλο παρά τις κότες του, των οποίων τα πούπουλα μαύρα και άσπρα και ρεβιθιά, επίστευεν ότι εξεχώριζε εις τους σωρούς που έβλεπαν οι άλλοι καρρολόγοι και τα κεφάλια τους με τα ματάκια κλειστά και τα πόδια τους με τα στενόμακρα γυριστά νύχια, ξυλιασμένα εις το χώμα. Και εβιάζετο να φθάση εις το σπίτι του, μικρό, καινούργιο με στενόχωρη αυλή τριγυρισμένη από πλήθες, εκεί πίσω από το μνημείο του Φιλοπάπου. Και μόλις έφθανε, εσήκωνε τα μάτια προς το μονάκριβον δένδρον, την μουριά που εσκέπαζε την αύλήν και εμέτρα τις κότες, ενώ αυτές εκοιμώντο με το κεφάλι κάτω από το φτερόν. Τότε ευχαριστημένος που τις εύρισκε σωστές, εψιθύριζε τρίβοντας τα χέρια με χαϊδευτική φωνή:
— Κότες μου! κοτούλες μου! κοτίτσες μου! . ..
Δεν είχε και πολλές κοτούλες ο Σταμάτης παρά μόνον τέσσερες. Αλλά τις είχε καλοθρεμμένες. Το πώς τις απόχτησε είνε ολόκληρη ιστορία.
Πρώτα επήρε την Κοκκό, μιαν αρχοντόκοτα με λειρί κόκκινο και μεγάλο, σαν το στέμμα που ζωγραφίζουν εις του Σολομώντα το κεφάλι. Όταν εβάδιζε ή όταν εκοίταζε εδώ κι εκεί, την έλεγες δίχως άλλο βασίλισσα μέσα στις άλλες κότες. Την εψώνισε ο Σταμάτης για να την φάνε ανήμερα των Χριστουγέννων. Μα την παραμονή, ενώ η κυρά Δεσποινιώ με τροχισμένο μαχαίρι επήγαινε να την προσφέρη θυσία, την βλέπει τσοπ! ν' απολάη ένα αυγό μέσα στο καλάθι με τα κάρβουνα. Η νοικοκυρά εσυγκινήθηκε — ήταν άλλως τε καλή ψυχή, Πολίτισσα καλέ! από το Μπογιατζίκιοϊ, το χωριό του Πατριάρχη Ιωακείμ — επέταξε μακρυά το μαχαίρι, επήρε την κότα εις την αγκαλιά της και άρχισε να την φιλή και να λέη:
— Δε σε σφάζω γω κυρά μου! δε σε σφάζω γω κοπέλλα μου!…
Και να! τα δάκρυα η ευαίσθητη ψυχή.
Αλλά και ο Σταμάτης όταν το έμαθε άρχισε τα δάκρυα.
— Τέτοια κότα γουρλίδικη να σφάξης! είνε κρίμα κι από το Θεό.
Έτσι εσώθηκε η Κοκκό και για το ευχαριστώ άρχισε κάθε ημέρα ν' απολάη κι από ένα αυγό εις το καλάθι. Και τι αυγό! μεγαλείτερο από τη γροθιά του καρρολόγου — γροθιά που την ήξερε γιατί κάποτε την δοκίμαζε η κυρά Δεσποινιώ.
Αντί λοιπόν κότα έφαγε κρέας χοιρινό τις ημέρες των Χριστουγέννων το αντρόγυνο. Αποφάσισε όμως ωρισμένως του Αγίου Βασιλείου ν' αγοράση μιαν άλλη κότα. Α! δεν μπορή! Κότα πήτα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη. Ο Σταμάτης εννοούσε ν' ακολουθήση κατά γράμμα την παλιά λαϊκή παραγγελία. Γιατί ιδρώνει τάχα και δουλεύει και αγωνίζεται; Και αγόρασε αληθινά η Δεσποινιώ μιαν άλλη κότα από ένα χωρικό που εγύριζε κοντά στο Θησείο φωνάζοντας. Κότες! πάρτε κότες!… παχιές κότες!…
Αλλά — τι ευχή θεού! — ο Σταμάτης μόλις την είδε, σαν να κατάπιε το ψαροκόκκαλο. Ήταν μια κότα λαθουράτη· το όλον της παράξενο. Με πρώτη ματιά σου θύμιζε στρουθοκάμηλο. Είχε ένα λαιμό μακρότατο ως της χήνας κι ένα κεφάλι μικρό σαν καρύδι. Και ποτέ δεν έστεκαν ήσυχα στη θέση τους· είχαν ένα αδιάκοπο τρέμουλο που σου έφερνε το γέλοιο.
Αλλά και έτσι δεν θα εγλύτωνε από το μαχαίρι της Δεσποινιώς αν δεν έκανε το εξής: Ο Σταμάτης την παραμονή της πρωτοχρονιάς ετσάκιζε καρύδια για να χρησιμέψουν σε κάποιο γλύκισμα. Η Πιπή όμως επλησίασε ύπουλα και άρχισε να τσιμπά ένα ένα κομμάτι. Ο Σταμάτης απόρησε. Μπα! Επήρε τα καρύδια και τα έκρυψε στα γόνατά του. Η Πιπή έγινε πιο τολμηρή. Ο λαιμός ετεντώθηκε περισσότερο· το κεφάλι εσκαρφάλωσε εις τα γόνατά του και άρχισε να τσιμπά τις φούχτες του, ανάμεσα από τα χοντρά δάχτυλά του. Ο καρρολόγος ελιγώθηκε στα γέλοια.
— Μωρέ τ' είνε τούτο! μωρέ θα με φάη το θηρίο!… Μωρέ τη παλαβόκοτα είνε αυτή!…
Το αποτέλεσμα είνε ότι το αντρόγυνο έφαγε χοιρινό και του Αγίου Βασιλείου και η κότα εξακολούθησε ν' αρπάζη τα καρύδια και τις παλαβωμάρες της.
Η κυρά Δεσποινιώ όμως — από το Μπεγιατζίκιοϊ καλέ! — άρχισε να σκέφτεται πρακτικώτερα από τον άντρα της. «Καλά δεν τις σφάζουμε· είπε. Δεν τις βάζω κάνε μου κλώσσες να μου βγάλουν πουλιά, να φάω αυγά, να φάω κι από τα πουλιά τους.»
Και άμ' έπος άμ' έργον εδόθηκε να συνάξη αυγά.
Πώς τα σύναξε ο θεός ξέρει· τα σύναξε όμως. Δώδεκα καλοδιαλεγμένα, σποράτα αυγά και τα έβαλε της Πιπής. Εκείνη έκρινε πιο θερμοαίματη. Γκλαν — γκλαν! η φωνή της, σαν καμπάνα, Μα που ήταν παλαβή! θα έχη την υπομονή να κάτση να κλωσσήση ή θα τα παρατήση στη μέση σαν τη μητέρα την αλαφαλού!
Οπωσδήποτε η Δεσποινιώ την εμπιστεύτηκε. Εκείνη εκάθισε πρόθυμα και άρχισε να κλωσσά. Εκάθισε τρεις, τέσσερες, πέντε ημέρες! Το αντρόγυνο έκανε το θάμα του με την φρονιμάδα της Πιπής. Τι δεν κάνει η μητρότης!.. Έξαφνα όμως επάνω εις τις πέντε, μέσα εις το καταμεσήμερο, ετρόμαξε η γειτονιά από ένα φοβερό φτεροκόπημα. Το όρνεον Ροκ να κατέβαινε δεν θα εθορυβούσεν έτσι. Η Πιπή πετάχτηκε με ορμή μέσα από τη φωλιά της, επέρασε την πόρτα, επέρασε την σάλα, πετάχτηκε από το παράθυρο και χάθηκε στη γειτονιά.
Η Δεσποινιώ έβαλε τις φωνές, απελπίστηκε. «Πάνε τ' αυγά μου! Είπε· κρίμα στα έξοδα! θα κρυώσουν και τόρα θα χαλάσουν. Τι έπαθα να εμπιστευθώ σ' αυτή την παλαβή! Δεν έβανα την Κοκκό»
Όχι· καλά έκαμε που δεν έβαλε την Κοκκό.
Έπειτα από μισή ώρα η Πιπή εφάνηκε πηδητή, ταρναριστή, ανέβηκε την σκάλα γυρίζοντας εδώ κι εκεί ερευνητικά το κεφάλι, με τον μακρύ τρεμουλιαστό λαιμό της, επήγε ίσα και εκάθισε εις τα αυγά της.
Αυτό εγινότανε τακτικά καθεμέρα πια, ως που η κότα έβγαλε τα πουλιά της. Ω χαρές και παιγνίδια η κυρά Δεσποινιώ με τα ξεπεταρόνια της! Ω τα χαρωπά γαυγίσματα του Φρίγκου, που τα μάζευε όταν τα έβλεπε μακρυά από το κοτέτσι· τα μάζευε αβρά, απαλά με το στόμα και τα έφερνε κοντά εις την μάνα τους. Ω η μανούλα η παλαβή πως εσήκωνε τα πούπουλά της και ετέντωνε το λαιμό της και αγρίευε σαν τίγρις να ξεσχίση τον αγαθό το Φρίγκο όταν επλησίαζε τα πουλιά της! Και ακόμη ω! κι ο Σταμάτης ο καρρολόγος, όταν την έβλεπε όλη μαζί τη φαμελιά του: τα κοτοπούλια, τις κότες, τ' άλογό του, το σκυλί του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του!..
— Αβράμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ!,.. έλεγε συχνά για να δείξη την αφθονίαν των κτημάτων του…
Ο χρόνος όμως έκαμε κι εδώ το μέρος του. Από τα τόσα κλωσσοπούλια και με όλη τη φιλοστοργία της Πιπής και με όλη τη αγαθή φροντίδα του Φρίγγου και την προσοχή της Δεσποινιώς άλλα πάτησε το άλογο, άλλα χάθηκαν στις γειτονικές αυλές, άλλα εξεκοκκάλισε μόλις έγιναν για φάγωμα ο κυρ Σταμάτης. Δεν απόμειναν παρά οι δύο αρχικές κότες και άλλες δύο που μεγάλωσαν κι εκείνες και άρχισαν να κάνουν αυγά. Η μία απ' αυτές είχε κάτι μάτια μεγάλα και μπλάβα που σε μαγνίτιζαν. Και ήταν ήμερη σαν αρνάκι. Μόλις άπλωνες χέρι και της έλεγες «κάτσε»! δέκα οργιές δρόμο να ήταν μακρυά θα καθότανε. Η άλλη έμοιαζε εις τα φτερά και εις το παράστημα της Κοκκός μα ήταν φλύαρη σαν γαλιάντρα. Με την κυρά Δεσποινιώ — από το Μπογιατζίκιοϊ καλέ! — έπιανε αληθινή κουβέντα.
— Πες κυρά μου κρα κρα κρα! … της έλεγε η Πολίτισσα.
— Κρα — κρα — κρα — κρα!… αρχίναε πρόθυμα η Κελαϊδίστρα όλο και ανεβάζοντας τη φωνή της ως που να φθάση στο απροχώρητο.
Πήγαινε λοιπόν εσύ να πείσης τον κυρ Σταμάτη και την συμβία του να σφάξουν τέτοιες κότες. Μπα!
Αλλά πάλι να τις φάνε οι άλλοι! Ή μήπως τάχα είνε δύσκολο! Οι κλέφτες άδειασαν το ένα κοτέτσι, άδειασαν το άλλο, τίποτε δεν θα τους εμπόδιζε να κάμουν την ίδια τιμή και εις το ιδικόν του. Όταν η αρκούδα χορεύει στου γείτονα την αυλή γρήγορα θα χορέψη και στη δική σου· λέει μια παροιμία. Αυτό όμως δεν του άρεσε καθόλου του κυρ Σταμάτη. Αν πολλές φορές έξεκαρδίζετο εις τα γέλοια, όταν τελειώνων το ιδικόν του φαγητόν άρπαζε και από το πιάτο του συντρόφου του, με την δικαιολογίαν ότι όπου φυλάει φυλάει γι' άλλον δεν ήθελε όμως να το κάνουν και οι άλλοι προς ζημίαν του. Τις έθρεφε, εννοεί να τις φάγη αυτός τις κότες του! Και για τούτο ο αγαθός καρρολόγος εθύμωσε και παραθύμωσε όταν ανεκάλυψεν έξαφνα ότι μία από τις κότες του έλειπε.
— Μωρέ Δεσποινιώ! Τάκη!. . Μιστόκλη! εφώναξε τη γυναίκα και τα παιδιά του μέχρι του μικροτέρου που είχε εις την φασκιά ακόμη.
— Τ' είνε καλέ; τι τρέχει; ερώτησε η γυναίκα του τρομασμένη.
— Η κότα!… Λείπει η Κελαϊδίστρα!
Εκοίταξαν παντού γύρω, έψαξαν όλες τις γειτονικές αυλές, ερώτησαν όλους, φίλους και γνωστούς από το Βαρθακονήσι ως τα Πατήσια, αλλά πουθενά κότα. Και ο Σταμάτης εσυλλογίζετο με θυμόν ότι την νύκτα, εις του ύπνου του το βύθος, σαν ν' άκουσε κακάρισμα· και δεν είνε απίθανον να ήτο της κοτούλας του και εθύμωνε γιατί δεν έτρεξε να την ελευθερώση. Έτσι να έκανε πως έβηχε, θα την άφιναν αμέσως την κότα! Και χωρίς να σκεφθή ότι το κακάρισμα αυτό μόνον εις το όνειρόν του είχεν ακούσει, ωρκίζετο εις όλους τους αγίους, την ερχομένη νύκτα να φυλάξη έξω μήπως του αρπάξουν και τις άλλες. Βέβαια ο κλέφτης ήτο αδύνατον να μη ξαναέρθη. Και ο καρρολόγος ελυπείτο κατάκαρδα, έκλαιε σχεδόν σκεπτόμενος πως θα εκοκίνισεν ο λαιμός της κότας του από το μαχαίρι· πως θα ετσιτσίριζε εις την χύτρα το κρέας της και πως θα εκριτσάνιζαν τα κοκκαλάκια της ανάμεσα εις τα κοφτερά δόντια τίποτε αλιτών. Και τόσον υπέφερε από τους συλλογισμούς αυτούς ώστε κάθε λίγο και λιγάκι εψιθύριζε με πόνον:
— Κότα μου, Λαλίστρα μου, εγώ δε θα σε τραγάνιζα έτσι!…
Όταν ήλθε η νύκτα ο Σταμάτης αφού έπεισε όχι και με λίγον κόπον την γυναίκα του ν' αποσυρθή με τα παιδιά και να μη φοβάται, εκάθησε εις το χαγιάτι με μόνη συντροφιά το τσιγάρο και κοντή σκουριασμένη καραμπίνα. Πλησίον, επάνω εις σωρόν από κλήματα εκοιμάτο γρίζων ο Φρίγγος κι επάνω εις την στέγην ο γάτος του με άλλους της γειτονιάς επροσπαθούσαν να αρμόσουν επιθαλάμιον συναυλίαν.
Η νύκτα ήτο αγρία· ο αέρας εφύσα ψυχρός και ταραχώδης· εσάρωνε καθετί που εύρισκεν εμπρός του. Ο ουρανός σκεπασμένος με μαύρα σύννεφα, φερόμενα από βοριά προς νότον ως γιγάντιαι αράχναι. Το φεγγάρι σπανίως εφώτιζε μ' ένα κοκκινωπόν χρώμα, πένθιμον ημπορεί κανείς να ειπή όλην την αυλήν. Για τον χουζουρλή Σταμάτην ήτο και τούτο μια σκληρά δοκιμασία. Η κυρά Δεσποινιώ δυο και τρεις φορές άνοιξε την πόρτα, τυλιγμένη εις την κουβέρτα της και τον εκάλεσε να πάη εις την ζεστασιά της και ν' αφήση τις κότες να κουρεύωνται. Αλλά ο Σταμάτης δεν άλλαζε την απόφασίν του. Θα μείνη εκεί έστω και αν πρόκηται να ξεπαγιάση! Και εις κάθε νέον ρόφημα του τσιγάρου του ήρχετο εις αυτόν και μία ιδέα περί του τρόπου που έπρεπε να φερθή εις τον κλέπτην. Έκανε το σχέδιόν του ήσυχα και πότε εσκέπτετο μόλις τον ιδή να του φωνάξη αλτ! τόσον δυνατά που να παγώση το αίμα εις τις φλέβες του· πότε να τον αφήση να ανεβή εις το δέντρον και τότε να βαδίση σιγά, να τον αρπάξη από το πόδι και να τον γκρεμοτσακίση· πότε να βήξη μόνον για να καταλάβη ότι τον έννοιωσαν και να φύγη· και άλλοτε παραφερόμενος εις γενναίας ορμάς και ενθυμούμενος τους καιρούς που κατεδίωκε τους ληστάς μαζί με τ' αποσπάσματα έλεγε αποφασιστικά: Μωρέ του ανάβω μια και τον κάνω στάχτη !…
Και άπλωνε το χέρι προς την καραμπίνα του.
Έξαφνα όμως ανατρίχιασε. Αντίκρυ του, κάτω από τη μουριά είδε ένα μαύρον όγκον, όχι μεγαλείτερον από σταμνί και επάνω εις το σταμνί δύο φωτεινά σημάδια, κατακόκκινα άλλοτε και άλλοτε χαλκοπράσινα, πάντα όμως στυλωμένα ψηλά προς τις κότες του. Ο καρρολόγος εσκέφθη, ότι τέτοιο πράγμα δεν ήτο πριν εκεί. Ούτε βέβαια το είδε να έρχεται από πουθενά. Εξεφύτρωσε ξαφνικά· αλλά πώς εξεφύτρωσε; Κ' ενώ εβασάνιζε τον νουν του να λύση το μυστήριον, εις μίαν του φεγγαριού ακτίνα παρετήρησε το σταμνί να μεταμορφώνεται εις τετράποδον με αυτιά μακρυά, δυσανάλογα προς το ανάστημά του, κινούμενα εμπρός — οπίσω αδιάκοπα και ουράν μακρυάν και μαλλιαρήν.
— Μπα διάτανε!
Ο Σταμάτης θυμήθηκε ότι τα Δωδεκαήμερα ακόμη δεν ετελείωσαν και ότι οι Καλικάντζαροι και τ' άλλα πονηρά πνεύματα, ακόμη περιτρέχουν την γην και πειράζουν διαφοροτρόπως τους ανθρώπους. Ηθέλησε να κάμη τον σταυρόν του· αλλά το χέρι ήτο απρόθυμον να υπακούση. Ηθέλησε να ψιθυρίση κανένα τροπάρι· αλλ' ούτε ο νους ούτε τα χείλη του τον εβοηθούσαν. Εδοκίμασε να σηκώση τα μάτια του από το τετράποδο· αλλά δεν είχαν ξεκολλημό. Η καρδιά του εβροντοκτύπα εις τα στήθη του και τους άκουε τους κτύπους σαν τα σφυριά στο αμόνι μακρυά. Άπλωσε το χέρι του εις το όπλον του και το χέρι έπεσε ξερό. Δεν είχε θέληση, δεν είχε δύναμη πια ο καρρολόγος.
Αλλά το μαύρο εκείνο ζώον απέναντί του εξηκολούθει να μένη εκεί, ακίνητον με τα δύο φωσφορίζοντα σημάδια επάνω προς τις κότες του. Κ' έξαφνα ηκούσθη από πάνω κάποιος ρόγχος, μικρόν φτεράκιασμα κι ένας δούπος ως σάκκος χώματος εκτύπησε κατά γης. Ήταν μια κότα. Ο Σταμάτης είδε τότε το τετράποδο ν' αρπάζη την κόταν κακαρίζουσαν και να φεύγη μακρυά. Αλλά ταυτοχρόνως είδε και τον Φρίγγον να τινάσσεται από τα κλήματα και να ορμά κατόπιν της.
Τότε ελύθη η βασκανία του Σταμάτη.
— Η Αλπού! εφώναξε αρπάζοντας την καραμπίνα και τρέχοντας έξω από την αυλή.
Αλλά δεν επρόφθασε να κάμη ολίγα βήματα και εφάνη ο Φρίγγος να φέρνη θριαμβευτικώς εις το στόμα του την κυρά Μάρω σφαδάζουσαν.
— Δεσποινιώ!… Τάκη!… Μιστόκλη!… εφώναξε κι εχτύπησε με χαρά την πόρτα του. Τον πιάσαμε τον κλέφτη.
— Ω! τι λαμπρό γουναρικό! εφώναξε η κυρά Δεσποινιώ θωπεύοντας το τρίχωμα της Αλεπούς. θα φτιάσω μία γούνα που θα είνε τρέλλα.
— θέλουμε και μεις γούνα!.. θέλουμε και μεις γούνα! . . εφώναξαν μονόγνωμα τα παιδιά χωρίς να ξέρουν περί τίνος πρόκειται.
— Βρε Α να μου χαθήτε! που θέλετε και σεις γούνα! . . είπε η Δεσποινιώ.
— Όχι, θέλουμε κι εμείς! θέλουμε κι εμείς!… επέμεναν τα παιδιά.
— Σκάστε να χαθήτε που σηκώσατε τη γειτονιά! είπε η Δεσποινιώ.
Και έδωκε από ένα χάστουκο ελαφρό στα παιδιά για να ησυχάσουν. Εκείνα όμως έβαλαν δυνατώτερες φωνές. Τότε ο Σταμάτης ενώ επήγαινε να κρεμάση εις τον τοίχο την καραμπίνα, εγύρισε απότομα, εσήκωσε τον γρόθο του και τον κατάφερε απανωτά εις τις πλάτες της συμβίας του.
— Τι βαράς μωρή τα παιδιά! Τι σου κάμανε!..,
Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Μ Ε Θ Ω Ν Η Σ Κ Α Ι Κ Ο Ρ Ω Ν Η Σ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1715
Ερόδισ η Ανατολή και ξέφεξεν η Δύση Γεμίσαν τα βουνά δροσιά κι η νερατζούλες άνθη, Σημάδι εδειξ' ο καιρός αρμάδα κατεβαίνει Μ' εξηνταπέντε κάτεργα κι εξηνταδυό φρεγάδες Και πάνε για να πάρουνε Μεθώνη και Κορώνη — Μεθώνη δος μας τα κλειδιά Κορώνη παραδόσου. — Δεν είμαι Πάτρα να σκιαχτώ, Βοστίστα να κιοτέψω Είμαι Κορώνη ξακουστή Μεθώνη παινεμένη Έχω και Κορωνόπαιδα όλο παληκαράδες Στα δόντια σέρνουν το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι Θενά βαστάξω πόλεμο σαρανταπέντε χρόνια.
Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Δ Ι Α Κ Ο Υ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821
Τρία πουλάκια κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι. Τόνα τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζατούνι Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει — Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης Ούτ' ο Καλύβας έρχεται ούτ' ο Λεβεντογιάννης Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες. Ο Διάκος σαν τ' αγροίκισε πολύ του κακοφάνη Ψιλή φωνίτσα σήκωσε τον πρώτο του φωνάζει — Το στράτεμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια Δος τους μπαρούτι περισσό και βόλια με τις χούφτες Γρήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα Πούνε ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. Πέρνουνε τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια — Καρδιά παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε Ανδρείοι ωσάν Έλληνες κι ωσάν Γραικοί σταθήτε! Εκείνοι φοβηθήκανε κι εσκόρπισαν στους λόγκους Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες. Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες Σχίστηκε το ντουφέκι του και γίνηκε κομμάτια, Σέρνει και τ' αλαφρό σπαθί και στη φωτιά χυμάει Έκοψε Τούρκους άπειρους κι εφτά μπουλουμπασίδες Και το σπαθί του σχίστηκε απάν' από τη χούφτα Κι έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις του εχθρού τα χέρια! Χίλιοι τον πήραν από μπρος και δυο χιλιάδες πίσω Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα — Γένεσαι Τούρκος Διάκο μου τη πίστη σου ναλλάξης, Να προσκυνάς εις το τζαμί την εκκλησιά ν' αφήσης; Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και με θυμό του λέει· — Πάτε και σεις κι η πίστη σας μουρτάτες να χαθήτε! Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε να πεθάνω Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες Μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρήστε Όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς κι ο Βάγιας ο Θανάσης. Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει — Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσα Το Διάκο να χαλάσετε το φοβερόν το κλέφτη Γιατί θα σβύση την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι. Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάζουν Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε, Τους έβριζε την πίστη τους τους έλεγε μουρτάτες: — Σκυλιά κι α με σουβλίσατε ένας Γραικός εχάθη. Ας είνε ο Δυσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας Αυτοί θα φάνε την Τουρκιά, θα κάψουν το ντοβλέτι.
Τ Ο Τ Α Μ Μ Α
— Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.
Μεγάλη ήτο η θλίψις της κόρης κατά την ημέραν εκείνην. Έξαφνα — έξαφνα, χωρίς να το θέλει και αυτή, ενώ επλανάτο χαρούμενη ανά τας μαγευτικάς εκτάσεις του Παραδείσου, απλούν τι πράγμα, ένα κουνέλι άσπρο σαν πυγμή από χιόνι που έφευγε δρομαίως υπό τας πρασιάς, την έκαμε να ενθυμηθή τον μικρόν πατρικόν λαχανόκηπον και την χαμηλήν ερεικοσκεπή μάνδραν του και τον πενιχρόν οικίσκον και την γραίαν μητέρα της. Η χαρά της εσβέσθη ευθύς· το μειδίαμά της εξηφανίσθη· το ωραίον και παρθενικόν πρόσωπόν της εσκυθρώπασε· ρυτίδες τινές διεγράφησαν επί του μετώπου και παρά το μεσόφρυον ως εις πρόσωπον γραίας και εστάθη. Σιγά — σιγά η φαντασία της έφερεν εμπρός της την μητέρα της, την μικρόσωμον εκείνην συμπαθητικήν γριάν με το μαύρο γεμενί εις την κεφαλήν, με τας χείρας αδρανείς επί των γονάτων, καθημένην καταμόναχην επί του κατωφλίου της θύρας της ως μάγισσαν εις το σταυροδρόμι και μη στρέφουσαν να ίδη εντός του οικίσκου φοβουμένη την ερήμωσιν και την σιωπήν του. Έβλεπε τα δάκρυα ν' αναβλύζουν από τους γεροντικούς οφθαλμούς της και αργά να κυλίωνται επί των μαραμένων παρειών και των πτωχικών φορεμάτων της· έβλεπε το σώμα της ν' αναπηδά από τους λιγμούς και σχεδόν ήκουε το σιγαλό — σιγαλό αναφύλλητο της. Και η Μαρούλα ενώ όλα γύρω της εχαίροντο, η φύσις αυτή, τα πουλάκια, τα ζώα, και οι άνθρωποι οι πλανώμενοι ευτυχείς υπό τους πρασίνους θόλους των δένδρων — η Μαρούλα εθλίβετο ότι δεν είχε την μάνα της και προστρίβουσα με τα δάκτυλά της ένα φύλλον από κραμβολάχανο απαλόν ως βελούδον, έλεγε με παράπονον:
— Τρίζει — τρίζει το κραμπάκι. Έτσι τρίζει και της μάνας μου η καρδούλα για τ' εμένα τη Μαρούλα.
Και τα δάκρυα της κόρης έσταζαν καυτά επάνω εις το δροσερόν κραμβολάχανον.
— Θέλεις να πας Μαρούλα στη μάνα σου; ερώτησε έξαφνα κάποια φωνή από πίσω της.
Η κόρη εστράφη και είδε τον Θεόν που την εκοίταζε με το ήμερον και γλυκύ βλέμμα του. Εντράπηκε που άκουσε ο Θεός το μυστικό της, άναψε το πρόσωπό της και εχαμήλωσε την κεφαλήν.
— Ε Μαρούλα; Θέλεις να πας στη μάνα σου; ερώτησε πάλι ο Θεός μειδιών πάντοτε.
Η κόρη έμεινε άφωνος, κλίνουσα ακόμη περισσότερον την κεφαλήν, ως να την εβάρυνε το βλέμμα του Παντοδύναμου. Αλλά και τι ν' απαντήση; Μήπως δεν του έλεγε περισσότερα με την στάσιν της εκείνην, την πένθιμον και συνάμα απελπιστικήν; Μη δεν ήξευρεν Αυτός τι αισθάνεται η μάνα για το παιδί και το παιδί για τη μάνα; Πώς λαχταρίζει του ενός η καρδιά για τον άλλον. Ποιος μπορεί ποτέ να ειπή ότι δεν θέλει να ιδή την μανούλα του! .. .
Ο Θεός που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» είδε την καρδιά της Μαρούλας και εγνώρισε τα αισθήματά της. Εκίνησε με οίκτον το σεβάσμιο κεφάλι του και εχτύπησε ελαφρά τα παλαμάκια. Επρόσταξε
— Ελαφάκι — κουδουνάκι κούκου κι έλα δω!…
Αμέσως ένα έμορφο παρδαλό ελαφάκι με χρυσά κέρατα εφάνηκε μπροστά του.
— Πάρε τη Μαρούλα να την πας στη μάνα της είπε. Μα κοίταξε. Να μην αργήση να την στείλη πίσω γιατί ξέρει. . . Σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!…
Το ελαφάκι είνε ο παντοτεινός αγγελιοφόρος του Θεού. Ταχύτερον και από το φως έτρεχε τόρα εις τον αέρα και έφερε εις τις πλάτες του την Μαρούλαν, ανυπομονούσαν να ιδή την μάνα της. Η κόρη ήτο το μόνον αγαπημένον ον που είχεν αποκτήσει εις την γην η κυρά Διαμάντω. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από την ημέραν των γάμων της και δεν απέκτησε παιδί. Έβλεπε τας άλλας γυναίκας, τας συντρόφους της παιδικής της ηλικίας, τας μικροτέρας της όλας με παιδί εις την αγκαλιά και άλλο κρατούμενον από τα φορέματά των και εμαύριζε η καρδιά της.
— Θεέ μου, δος μου ένα παιδάκι! παρεκάλεσε τέλος μίαν ημέραν που είχαν ξεχειλίση τα μητρικά της αισθήματα· και άμα γίνη δέκα χρονών στείλε και πάρε το μου! …
Η δέησίς της ήτο τόσον θερμή και ειλικρινής που ο καλός θεός την εισήκουσεν. Εγέννησε την Μαρούλα. Πόσα υπέφερεν η πτωχή ως που να την αναθρέψη. Εσύναζε κλήματα κατά την εποχήν του κλαδεύματος· αστάχυα κατά την ώραν του θερισμού· ετρύγα εις τις σταφίδες και τα αμπέλια· εξενόπλυνεν, εξενόρραπτεν, έκανε τα πάντα για να θρέψη καλά την Μαρούλα και να την ενδύση καλήτερα. Όλαι αι φροντίδες της ήσαν έκτοτε δι' αυτήν ο σκοπός διά τον οποίον έζη. Ήρχισε μάλιστα να της κάμνη και προικιά ως προβλεπτική μάνα, με ευχαρίστησιν σκεπτομένη από τόρα την καλήν αποκατάστασιν της κόρης της μίαν ημέραν.
Έξαφνα όμως εις τον ωρισμένον καιρόν, όταν η Μαρούλα έγινεν ωραία μελαχρινή κόρη δέκα ετών, η κυρά Διαμάντω ηναγκάσθη να ενθυμηθή το τάμμα της. Το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα και το αστέρι εις το μέτωπον εστάθη μια ημέρα εμπρός εις την πόρτα της και εζήτησε την κόρην.
— Τι την θέλεις; Ποιος σέστειλε; ερώτησε η χήρα με αγωνίαν.
— Ο Θεός.
— Φουρτούνα μου! . . . εβόγγιξεν η κυρά Διαμάντω.
Και έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της. Πάνε οι κόποι της! πάνε και τα όνειρά της! Τι να κάμη όμως; Έβαλε σίδερο στην καρδιά της, εστόλισε με ό,τι είχε καλήτερο την θυγατέρα της και την έδωκεν εις το ελαφάκι. Και έμεινε πάλιν εις την πρώτην της ερημιάν. Το σπιτάκι της εβυθίσθη και πάλιν εις την σιωπήν και εκείνη εις την λύπην και το πένθος της. Διά τούτο και τόρα που της την έφερε πάλιν το ελαφάκι δεν πιστεύει και στα ίδια της τα μάτια.
— Μαρούλα μου! κυρά μου! αφέντρα μου! έλεγε σφίγγουσα αυτήν εις τας αγκάλας της.
Αι ημέραι περνούν η μία με την άλλην γρήγορα χωρίς αι δύο γυναίκες να το εννοήσουν καθόλου. Ενόμιζαν ότι προ ολίγου είδεν η μία την άλλην.
— Πώς επέρασες Μαρούλα μου;
— Καλά μάνα μου, καλά. Όλα δεν έχουν άλλο σκοπό εκεί παρά να δοξάζουν το Δημιουργό.
— Και μένα; Με θυμόσουνα εμένα στον Παράδεισο;
— Μόνο στην αγκαλιά της μάνας είνε ο Παράδεισος.
Και η κόρη ελιγώνετο κάτω από τα φιλήματα της μάνας της και εμαζεύετο μέσα εις την αγκαλιά της ως τον χειμώνα μέσα εις απαλά και ζεστά φορέματα. Έξαφνα εθυμήθηκε τους λόγους του Θεού να γυρίση γρήγορα εις τον Παράδεισο και το αυστηρό όσο και γλυκύ βλέμμα όταν απειλούσε: Γιατί σκάφτω — λάφτω, την καρδιά της θάφτω!…
— Μάνα μου, να φύγω πια! είπε.
— Πού να πας;
— Στο Θεό.
Α! μπα! Δεν έπρεπε να φύγη, να την αφήση μοναχή, τόρα που εσυνήθισε τόσο καλά εις την συντροφιά της. Έπειτ' από λίγο θα έλθουν αι μακραί και παγεραί νύκτες του χειμώνος και πώς θα έκανε αύτη, έρημη και καταμόναχη εις το παραγώνι της; Όχι· δεν έπρεπε να την αφήση. Ο Θεός δεν είνε δα και τόσο κακός· δεν θα της θυμώση. Η γριά θα υπάγη ξυπόλυτη εις την εκκλησίαν. Θα του κάψη σερνικό λιβάνι. Θα του ανάψη μια λαμπάδα από κίτρινο κερί και θα τον παρακάλεση να την συχωρέση. Όχι, δεν έπρεπε να της φύγη.
Έτσι έλεγε η κυρά Διαμάντω για να κρατήση κοντά της την Μαρούλα. Ο Θεός είνε τόσον υψηλά και τόσον άγνωστος η μορφή του, ώστε ο άνθρωπος δεν τον συλλογίζεται παρά όταν έχη την ανάγκην του. Και η Μαρούλα ενόμιζε ότι δεν τον είχε ανάγκη τόρα. Τα φτωχικά σπιτάκια του χωριού της ήσαν τόσον ασφαλή οι μικρές και σαρακοφαγωμένες πόρτες των ωμίλουν εις την ψυχήν της τόσον ζωηρά περί της ευτυχίας και αγάπης που βασιλεύει μέσα εκεί, ώστε σχεδόν την εμάγευαν· αι χωρικαί της εφαίνοντο τόσον γλυκομίλητες· τα παλλικάρια τόσον ευμορφοντυμένα και ευχαριστημένα από την ζωήν των, οι γέροντες τόσον σεβαστοί και σοβαροί ώστε μικρόν κατά μικρόν ευχαριστείτο να μένη εκεί ως ο κύκνος μέσα εις το νερό. Και τόσο σε λιγάκι ελησμόνησε τον Παράδεισον και τα καλά του ώστε, όταν η μητέρα της της επρότεινε τον Αντώνη για άνδρα της, η Μαρούλα εκοκκίνισεν ως τ' αφτιά και εχαμήλωσε τα μάτια.
Άμα οι λυγερές κοκκινίζουν και χαμηλώνουν τα μάτια, ψιθυρίζουσαι μάλιστα ασυναρτήτους λέξεις, είνε σημείον ότι δέχονται τον γάμον. Η κυρά Διαμάντω εννόησεν ευθύς τι ήθελε να ειπή η θυγατέρα της. Έσπευσε λοιπόν να κάμη τον γάμον μη θέλουσα να χρονοτριβήση εις αρραβώνας από φόβον μήπως χάση τον γαμβρόν. Και οι καλοί γαμβροί είνε πολύ ακριβοί και δυσκολοεύρετοι εις τα χωριά.
— Τι τις θέλεις τις μεγάλες δουλειές! Φαντασίες! Ένα «Κύριε λέησον» έξω από την πόρτα! έλεγε εις την θυγατέρα της φοβουμένη μήπως της ζητήση αναβολήν.
Αλλά και η Μαρούλα ήτο της αυτής γνώμης. Για να ζήση καλά το ανδρόγυνο έλεγε, δεν χρειάζεται να γίνη πολυτελής ο γάμος· ούτε είνε ανάγκη να διαβάσουν την ευχή Δεσπότης ή Πατριάρχης. Αρκεί να είνε η αγάπη. Και την αγάπη αυτήν την ησθάνετο από καιρού να καίη τα στήθη της για τον Αντώνη. Όχι μόνον δεν ήθελε να αναβληθή ο γάμος, αλλά να γίνη όσον ήτο δυνατόν γρηγορότερα.
— Πέντε μέρες θέλουμε, θυγατέρα κι έπειτα δικός σου ο Αντώνης· της είπεν η μάνα της διά να ησυχάση την ανυπομονησίαν της.
Και η Μαρούλα εμετρούσε τις ημέρες εις τα δάχτυλα με λαχτάραν, περισσότερον από όσην έχει η χωρική που περιμένει να της βγάλη τ' αυγά η κότα της.
Τέλος έφθασε η ωρισμένη ημέρα. Το σπιτάκι της από την αυγήν εβούιζε ως κυψέλη. Έξω τα παιδιά του χωριού έπαιζαν, επήδων, εσύριζαν, μέσα δε οι φιλενάδες της Μαρούλας εχόρευαν, ετραγουδούσαν επαίνους και ευχές διά τους μελλονύμφους. Η Μαρούλα ευμορφοστολισμένη, με το κοντογούνι και το φουστάνι από μουσελίνα και το στεφάνι εις το κεφάλι έμοιαζε σαν να εκέρδισε το βραβείον της καλλονής. Εκάθητο κοντά εις τον Αντώνη, στολισμένον και αυτόν με φουστανέλλαν, κεντητά μεντανογέλεκα, και λεβέντικα το φέσι, από του οποίου κατέβαινε μέχρι του ώμου η φούντα, κατάμαυρη ως του κοράκου το φτερό. Ο υμέναιος είχε τελειώσει· αι γαμήλιοι ευχαί ειπώθηκαν απερίττως από τον παπάν του χωρίου, και τόρα χωρικοί και χωρικαί ήρχοντο και έδιναν τας ευχάς και τας ευλογίας των. Η κυρά Διαμάντω εγύριζε ακούραστη μέσα εις το σπίτι προσφέρουσα ζαχαρωτά και ρακί εις τους χωρικούς.
— Να ζήσουν τα παιδιά σου, κυρά Διαμάντω και με γιους.
— Ο Θεός να δώση και στ' αρχοντόπουλά σας.
Έξαφνα εκεί που πήγαινε να πάρη το ρακί από το τραπέζι επισωπάτησε με φρίκην και έκλεσε τα μάτια. Το ελαφάκι εφάνη εις την πόρτα και με αργό βάδισμα ήλθε ίσα εις την κυρά Διαμάντω:
— Ο Θεός μ' έστειλε να πάρω τη Μαρούλα· είπε σοβαρά! Κοίταξε, είπε καλά μην αρνηθής γιατί σκάφτει — λάφτει την καρδιά σου θάφτει.
Και χωρίς να προσθέση άλλο τίποτα μέσα εις τον τρόμον και την κατάπληξιν όλων, επήγε στην Μαρούλαν που εσημαζεύετο σαν πουλάκι κοντά εις τον άνδρα της, την έρριξεν εις τις πλάτες του και εχάθη.
— Ήταν θέλημα Θεού! θέλημα Θεού!… έκραξεν όταν συνήλθε χτυπώσα το κεφάλι της με τα δυο της χέρια η κυρά Διαμάντω.
— Και βέβαια! επρόσθεσε κάποιος από τους καλεσμένους. Ότι τάξουν του Θεού πίσω δεν το παίρνουν.
Ο Κ Α Β Α Λ Λ Α Ρ Η Σ
Στο Βαρδάρι, στο Βαρδάρι και στου Βαρδαριού τον κάμπο Δήμος ήταν ξαπλωμένος και του λέει ο πιστός μαύρος: Σήκω, αφέντη μου να πάμε γιατί φεύγ' η συντροφιά μας. Δεν μπορώ, μαύρε να πάμε τι κοντεύω να πεθάνω. Σύρε σκάψε με τα νύχια με τ' αργυροπέταλά σου, κι έπαρέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα. Έπαρε και τ' άρματά μου, να τα πάγης των δικών μου έπαρε και το μαντήλι, το χρυσό το δαχτυλίδι, να το πάγης της καλής μου να με κλαίει όταν το βλέπει.
Η Ε Ξ Ο Δ Ο Σ Τ Ο Υ Μ Ε Σ Ο Λ Ο Γ Γ Ι Ο Υ 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1826
Ποιος θε ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια Πέρασ' από το Κάρλελι κι από το Μεσολόγγι Κι εκεί ν' ακούση κλάμματα, γυναίκεια μοιρολόγια Πώς κλαίν' οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες Δεν κλαίνε για το σκοτωμό πως θε να σκοτωθούνε Μα κλαίνε για το σκλαβωμό που θε να σκλαβωθούνε. Ήταν Σαββάτο αποβραδύς, ανήμερα Λαζάρου Τρανό τελάλη βάρεσαν μέσα στο Μεσολόγγι Στις εκκλησίες μαζώχτηκαν όλοι μικροί μεγάλοι Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλον λέει Αδέρφια τι θα κάμωμε στο χάλι που μας ηύρε, Είκοσι μέρες πέρασαν που ο ζαϊρές εσώθη Φάγαμε ακάθαρτα σκυλιά και γάτους και ποντίκια· Το Βασιλάδι έπεσε τ' Αντελικό εχάθη· Ήρθαν και τα καράβια μας και πάλε πίσω πάνε. Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σαν λιοντάρια Και το γιουρούσ' ας κάμουμε για να διαβούμε πέρα· Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. Εγίνηκε το τσάκισμα μέσ' στου Μακρή την τάπια Και το γεφύρι χάλασε και τα παιδιά πνιγήκαν. Αρρώστοι, μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη Φωτιά στο κάστρο βάλανε κανένας δε σκλαβώθη.
Α Ρ Η Σ Φ Ι Λ Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ
Ορθώνεται υψηλό, τετράγωνο, βαρύ σαν κολοσσός το οικοδόμημα. Τα παράθυρά του, τα δώματα, ανοίγονται εις τον αέρα και εις τον ήλιο. Οι πόρτες του διάπλατες δείχνουν μαρμαροστρωμένες τις σκάλες του, διαδρόμους πλακόστρωτους, τοίχους βαμμένους φιστικί που αντιλάμπουν σαν καθρέφτες.
Εμπρός εις την είσοδο και εις τους διαδρόμους ανάμεσα βουή και σάλαγος στρατώνος. Βροντούνε τα σπαθιά, λάμπουν γαλόνια, αντιλαλούν αυστηρά προστάγματα. Τι θυμός και ποια φρίκη! Σείονται και λυγίζονται κορμιά, μάτια γιαλίζουν, μουστάκια στρίβονται· βροντά εις το πάτωμα το πάτημα, φλυαρούν τα σπιρούνια: γλιν — γλιν!… γλιν — γλιν!… Ο Άρης βασιλεύει μέσα εις το πλατύχωρο οικοδόμημα. Ντυμένος τον ολόχρυσον λεπιδωτόν θώρακά του, με το μεγάλο σπαθί στο πλευρό και το βαρύ κοντάρι στο χέρι, αρματοδροδεί ο θεός του πολέμου φοβερός. Ο λόφος της περικεφαλαίας του χύνει ανεμοστρόβιλλο γύρω. Ο Δείμος και ο Φόβος τρέχουν εμπρός του, σκορπίζοντας τον πανικόν.
Η Ενυώ με το δαδί αναμμένο εις το χέρι κρατεί άσβεστη την αμάχη. Η Διχόνοια, ο Θυμός και η Βοή τρέχουν κατόπιν του σπείροντας την φρίκην και την απόγνωσιν…
Έξαφνα ακούστηκε η προσταγή:
— Αναφορά!. . .
Αμέσως είκοσι — τριάντα άνδρες, ένας πίσω από τον άλλον, με βήμα σταθερόν, με κορμί ορθόν και ζωντανό βλέμμα, μπαίνουν και παρατάσσονται εις την γραμμήν. Όλοι φορούν το ίδιο μαύρο φόρεμα· κρατούν τα πιλίκια εις την αριστεράν μασχάλη· κρέμεται το σπαθί στο πλευρό ακίνητο· πέφτει δεξιά το χέρι και το κεφάλι ορθοκάθεται εμπρός με τα μάτια ατενώς. Απέναντι ένας γηραλαίος κύριος με την ίδια στολή, με την ίδια στάσι. Το βλέμμα του γλυστρά από τον ένα εις τον άλλον, από τα πόδια ως την κεφαλή, ερευνητικό, αυστηρό. Και από το άφωνο εκείνο βλέμμα σαν να είνε μαγνητικό κουμπί, αναταράσσονται εις την τάξιν όλοι. Ένα πόδι τραβιέται έξαφνα πίσω· ένα χέρι κολλά εις το μηρί· κάποια δάχτυλα περνούν αστραπή εμπρός εις το στήθος· ένα σπαθί πατά στο πάτωμα δειλά, τακ! Και ψηλά εις τους τοίχους μέσα από τις μεγάλες χρυσές κορνίζες, κοιτάζουν οι συνάδελφοι, περασμένοι συνάδελφοι, λησμονημένοι ήδη με το ίδιο αυστηρό βλέμμα, αλλά και με χαμόγελο αγαθοσύνης, ίσως ειρωνικό, ξένοι από τον κόσμο τούτο και την πειθαρχία του.
Έξαφνα προβάλει ένας δυο βήματα και λέγει:
— Λαμβάνω την τιμή ν' αναφέρω ότι παραδίδω υπηρεσίαν.
Προχωρεί άλλος και προσθέτει:
— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παραλαμβάνω υπηρεσίαν.
Άλλος:
— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι παρουσιάζομαι ως τοποθετηθείς ενταύθα.
Και άλλος:
— Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω ότι επανέρχομαι ληξάσης της αδείας μου.. .
Έπειτα αρχίζει το διάβασμα της Ημερησίας Διαταγής. Ακούονται: ο Παλαιός Στρατών, τα Παραπήγματα, οι φυλακές Αβέρωφ. Μνημονεύονται ονόματα, τοποθεσίες, συντάγματα, υπηρεσίες. Αναφέρονται τιμωρίες, νουθεσίες, έπαινοι, παρατηρήσεις. Και μέσα εις την νεκρικήν σιγήν, επάνω από τ' ακίνητα εκείνα κορμιά και τας νεκράς θελήσεις, ακούεται έξαφνα μια φωνή που παγώνει το αίμα εις τις φλέβες και φέρνει στα μάτια το δάκρυ.
Ωχ, Ωχ!…
Είνε ο πόνος που έρχεται από κάπου γύρω αόρατος. Είνε το άσθμα που ξεσπά σε αγωνίαν. Είνε πολλές φορές ο ρόγχος του θανάτου. Ότι όμως και αν είνε πόνος ή ρόγχθος η υπηρεσία δεν ανησυχεί· η πειθαρχία δεν θέλει να τον ακούση. Κάπου ίσως να παίξη ένα βλέμμα συμπαθείας. Σε κάποιο κρανίον μπορεί να σχηματισθή ένας θλιβερός συλλογισμός. Μα μόνον ως εκεί. Αλλά να εκδηλωθή σε κίνηση όχι. Τα κορμιά εξακολουθούν να μένουν ακίνητα, τα πρόσωπα αυστηρά και η φωνή του ανωτέρου αποδίδει τι δίκαιον μονοκόμματη, χτυπητή και τελειωτική σαν μπαλταδιά:
— Δέκα ημέρες φυλάκισις! εξαήμερος κράτησις! περιορισμός! Εγκρίνεται — δεν εγκρίνεται· να γίνη έγγραφον! να σταλή εις το σώμα του!…
Κι ενώ ξεστομίζονται αυτά, οι φυσιογνωμίες γύρω μένουν απολιθωμένες ως να μη λέγεται γι αυτούς, ως να μην ενδιαφέρουν αυτούς· να μη θίγουν τα συμφέροντά τους, τη ζωή τους, την ελευθερία τους, την υπαρξίν τους. Ένα χαλάζι καταστρεπτικό είτε ένας ήλιος ζωογόνος πέφτει απάνω εις τα πλάσματα του Θεού κι εκείνα τον δέχονται με την αυτήν υπομονήν, με την αυτήν εγκαρτέρησιν.
— Δέκα ημέρες φυλάκισις!
Τέλος αντήχησε η προσταγή:
— Διάλυσις!…
Και μέσα εις το σούσουρο που σηκώνεται παρόμοιο με σάλαγος φουσκοθαλασιάς ακούεται καμπάνας κλαγγή:
— Στους θαλάμους!… επίσκεψις!… πετά από στόμα σε στόμα.
Τρέχουνε αμέσως δώθε κείθε τα γαλόνια. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί, αξιωματικοί, ανακατεύονται, συναλλάσσονται, προστάζουν, φωνάζουν, όπως το πλήρωμα πλοίου καταληφθέντος υπό θυέλλης. Μην είνε τάχα πολεμική κραυγή, εφόδου καμπανοχτύπημα; Μην αίμα θα τρέξη και θα πέσουν κορμιά; Ωιμέ τι έχει να γένη! Να τοι, έρχονται!… Αλλά δεν είνε άγριοι πια, δεν είνε πολεμόχαροι. Τα στριμμένα μουστάκια δεν φοβερίζουν τον ουρανό και τα μάτια είνε ιλαρά, παιγνιδιάρικα. Στα πρόσωπά τους κάθεται γαλήνη και συμπάθεια. Σεμνή χαμογελούσα η Επιστήμη προπορεύεται. Κι εκείνοι την ακολουθούν πρόθυμα μ' ένα κονδυλοφόρο εις το χέρι τους καθένας. Την ακολουθούν και χάνονται μέσα εις τους θαλάμους, που η αρρώστεια βασιλεύει και ενεδρεύει ο θάνατος.
Τα πατήματα γίνονται ελαφρά, οι φωνές συμπαθητικές.
— Καλημέρα, παιδί μου.
— Πως είσαι, λεβέντη μου;
— Πού πονείς;
— Θα περάση … ησύχασε…
— θα γράψουμε της μάνας σου ναρθή…
— θα σου δώσουμε άδεια. Κάνε υπομονή.
Και τα προστάγματα γίνονται απλά σαν κουβέντα, σαν φιλική σύστασις.
— Ήμισυ.
— Δύο σούπες.
— Μία οκά γάλα, τέσσερα ωά.
— Νηστεία.
Και το βαρύ τετράγωνο οικοδόμημα δεν μοιάζει πια στρατώνας, αλλά ναός, μέγας και σιωπηλός ναός που τελείται μυσταγωγία. Κάπου ν' ακουσθή κανείς καλπασμός αγγελιοφόρου. Κάπου να φανή καμία στρατιωτική στολή. Ο θυρωρός μισοκοιμάται ξαπλωμένος στο κάθισμά του. Οι διάδρομοι χάσκουν αδειανοί. Οι τοίχοι και το πάτωμα αλληλοκαθρεφτίζονται στην λάμψιν τους φιλάρεσκα. Και τα σπαθιά τ' αράθυμα, κοίτονται τόρα σωριασμένα εις τις γωνίες σαν περιττά παλιο — σίδερα. Κλαίνε τη λεβεντιά και τη μοίρα τους. Κανείς δεν τα χρειάζεται· ούτε θα χύσουν αίμα, ούτε θα λιανίσουν κόκκαλα. Ο Άρης ο δικός τους ευνουχίστηκε…
Όμως την ίδια ώρα κάποιος ίσκιος εφάνηκε. Είνε η Υγεία. Δάφνινο στεφάνι κάθεται στο κεφάλι της. Ένα ραβδί στο χέρι και στο άλλο φιάλη ολόχρυση. Μεγάλο φίδι, μακρύτατο, διπλώνεται και ανεβαίνει από τη μέση στους κόρφους της. Βαδίζει αργά και μεγαλόπρεπα η Υγεία. Την ακολουθούν η Ιασώ, η Πανάκεια και ο Τελεσφόρος, τυλιγμένοι σε μακρυά πέπλα. Μπαίνουν ελαφρά από θάλαμο σε θάλαμο, πλησιάζουν εις τα κρεββάτια των άρρωστων, εδώ αφίνουν τον Ύπνο — ένα φτερωτό σγουρόμαλλο παιδί που ακουμπά σε λαμπάδα και κρατεί αγκαλιές παπαρούνες· εκεί παραιτούν τα Όνειρα — κάτι παιδιά παχουλά, ωμορφοντυμένα, γελαστά. Και στην παρουσία τους τρέχουν να κρυφθούν φοβισμένες οι Ασθένειες ο Πόνος και αυτός ο θάνατος.
Η Υγεία έτσι προχωρεί με την καλόβουλη συντροφιά της, φθάνει εμπρός εις τα σπαθιά. Τα κοιτάζει με συμπάθεια κι εκείνα, σαν να βλέπει άρρωστο, χαμογελάει. Έπειτα βουτά το κρινάτο χέρι της στο υγρό της φιάλης, το τινάζει απάνω τους και ψιθυρίζει πονετικά:
— Να μη βασκαθήτε!…
Τ' Α Ρ Μ Α Τ Α
Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται Μόν πρέπει να είνε σ' εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται. Να κρέμωνται ψηλά ψηλά σ' αραχνιασμένον πύργο Σκουριά να τρώει τ' άρματα κ' η γη τον αντρειωμένο.
Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α Τ Η Σ Κ Α Σ Α Ν Δ Ρ Α Σ 1807
Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας Είχε πανιά κατάμαυρα και τ' ουρανού παντιέρα Εμπρός κορβέτα μ' άλικο μπαϊράκι της εβγήκε Μάινα, φωνάζει, τα πανιά! Ρίξε τα, λέγει, κάτω! Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτω Μη με θαρρείτε νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκαβάλα Τράκο λεβέντες! Ρίξετε στην πλώρη το καράβι! Των Τούρκων αίμα χύσετε, άπιστους μην ψηφάτε! Οι Τούρκοι βόλταν έρριξαν κι εγύρισαν την πλώρη Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί στο χέρι. Στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει Αλλάχ Αλλάχ! οι άπιστοι κράζουν και προσκυνάνε.
Τ Ο Ζ Ο Υ Δ Ι Ο
Κατά τον περασμένο Οκτώβριο εβγήκα μία ημέρα εις το κυνήγι. Είχε βρέξη και το χώμα ήτο μαλακό και εβούλιαζε εις το πάτημα ως παχύμαλλο καινούργιο ταπέτο. Αι πρώται πνοαί του φθινοπώρου είχαν έλθη και τα δέντρα ήρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους, τα οποία κίτρινα υπεχώρουν εις το παραμικρόν φύσημα του ανέμου. Τ' αμπέλια ήσαν έρημα. Κανείς δεν εγύριζε να τα ιδή τόρα που έχασαν τον γλυκόχυμον καρπόν τους, όπως μια μαραμένην καλλονήν. Ο μούστος έβραζεν εις τα βαρέλια και επερίμενε τον Άι δημήτρη διά να χυθή εις τα ποτήρια και να δροσίση τα διψασμένα χείλη κάθε κρασοπατέρα.
Αφού επλανήθην επί πολύ και έκαυσα την μπαρούτη ανωφελώς, εκάθισα το μεσημέρι κοπιασμένος κάτω από μίαν λεύκαν, κοντά εις το χείλος διαυγούς ρυακίου. Έβγαλα από την τσάντα μου ολίγον ψωμί και τυρί, έρριξα το ανάλογο μερίδιον εις τα σκυλιά και έφαγα το υπόλοιπον με μεγάλη όρεξι. Μετά εξηπλώθην εις τον ίσκιο της λεύκας και αφού εσκέπασα με την ψάθα το πρόσωπόν μου προσεπάθουν να κοιμηθώ.
Φαίνεται όμως ότι δεν ήτο πεπρωμένον να κοιμηθώ, διότι μόλις ήρχισε να με κυριεύη η νάρκη, η προηγουμένη του ύπνου, τα σκυλιά ήρχισαν να γαυγίζουν δυνατά. Εσήκωσα το κεφάλι και είδα ερχόμενον προς εμέ με το όπλον επ' ώμου τον αγροφύλακα. Τον εγνώρισα από τον μαύρον στεμματοφόρον σκούφον του.
— Γεια — χαρά· είπε πλησιάζων και στηρίζων κατά γης το όπλον του.
— Καλώς τονε.
— Βάρεσες τίποτε;
— Όχι… δε βρήκα.
— Έχεις καπνό; Έχω από προχτές να πάω στο χωρό και κάηκα για τσιγάρο.
— Έχω· πάρε· του είπα, και του έδωσα φύλλον σιγαροχάρτου.
— Δε θέλω χαρτί· φουμάρω με πούσι. Και έδειξε μικρόν και λεπτόν φύλλον αραβοσίτου που μεταχειρίζονται αντί σιγαροχάρτου για οικονομίαν οι περισσότεροι χωρικοί.
Του έδωκα καπνό και έκαμε τσιγάρο. Αλλά παρετήρησα ότι από καιρού εις καιρόν εσήκωνε τα μάτια και με κοίταζε με κάποια περιέργεια και ανησυχία.
— Έλα κάτσε· του είπα. Γιατί στέκεσαι και σε βαρεί ο ήλιος;
— Όχι! μου είπε χαμογελώντας. Σ' αυτό το δέντρο δεν κάθουνται οι άνθρωποι.
— Γιατί;
Αντί να απαντήση άπλωσε το χέρι και μου έδειξε την ρίζαν του δέντρου. Γύρω εις τον κορμόν της λεύκας το χώμα ήτο σκαμμένο και απάνω του αφημένο ένα σκουριασμένο τσεκούρι. Εις την ρίζαν του κορμού ήσαν ανοιγμένοι τέσσερες λάκκοι και μέσα εις αυτούς είχαν εμπηχθή τέσσερα χοντρά και μεγάλα καρφιά. Εγύρισα και κοίταξα με απορία τον αγροφύλακα.
— Πάμε εκεί κάτω και σου λέω· μου απάντησε. Εσηκώθην και τον ηκολούθησα κάτω από μικράν αχυρίνην καλύβα. Εκεί μου διηγήθη τα ακόλουθα:
Εσείς οι γραμματισμένοι θαρρείτε πως τα ξέρετε ούλα· μα τίποτα δεν ξέρετε με συμπάθειο. Τι το ώφελος σαν ξέρεις γράμματα και δεν ξέρεις να φυλάξης τη ζωή σου;
Ο οξωμάχος γνωρίζει καλήτερ' από σένα πως η καρυδιά λόγου χάριν ή η καστανιά έχουν βαρύν ίσκιο και δεν πάει να κάτση από κάτω της. Πόσοι δεν τόπαθαν το κακό! Άλλος ξύπνησε πιασμένος· άλλος στραβός, άλλος άλαλος κι άλλος με ξυλιασμένα πόδια. Αμ τι; όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρν' ούλος ο χρόνος.
Με τούτο θέλω να σου ειπώ, πως το δέντρο που έγειρες να κοιμηθής είνε στοιχειωμένο. Είδες τα περόνια και το τσεκούρι; Εδώ και δέκα χρόνια κάρφωσε ο Ζούδιαρης εκεί το Ζούδιο του κατακαϋμένου του Αντώνη… Πήγε απ' αγάπη το δυστυχισμένο το παιδί. Και τι παιδί! μάλαμα! Σταλιά νερό δε θόλωνε ποτέ του. Την Κυριακή σα νύφη περπάταγε στο παζάρι· την καθημερινή δούλευε σα σκυλί. Κοίταζε όπως όπως να οικονομήση τις δόλιες του αδερφάδες. Ο πατέρας του ήταν αρρωστιάρης· ποτέ δεν έβλεπε γεια. Μια λυκοφαμελιά και όλοι από τον Αντώνη κρεμόσαντε.
Μα είδες που λέει: κάθε φτωχός κι η Μοίρα του. Δεν έσωναν τα τόσα που τράβαγε, πήγε ν' αγαπήση κι όλα. Και ποια ν' αγαπήση; Μια που δεν ήταν για δαύτονε. Ήταν πλούσια η κόρη, με γράμματα και με καλά πιθέματα. Έπειτα ήταν και ξένη. Εγώ — τι να σου ειπώ — τις ξένες δεν τις χωνεύω. Αλλοιώς είνε μαθημένες κι αλλοιώς βρίσκουν: Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είν' και μπαλωμένο.
Ξέχωρ' απ' αυτό η κόρη ήταν παιγνιδιάρα αλαφαλού. Ήξερε, που λες, πως τον πλούσιο ότι κι αν τον πουν δεν τον φτάνουν τα λόγια. Εμείς οι φτωχοί είνε να στεκόμαστε μη στάξη και μη βρέξη. Κάλλιο νάβγη το μάτι σου παρά τ' όνομά σου.
Ο Αντώνης ήταν ώμορφος, πολύ ώμορφος νέος. Ήξερε κάτι γραμματάκια, έλεγε κάποτε και τον Απόστολο στην εκκλησία. Θες από δω, θες από κει έπιασαν την αγάπη.
Εδώ στα δικά μας τα χωριά τόχουμε. Κάθε νιος δουλευτής, τα πρώτα λεφτά που θα πάρη απ' τη δουλειά του, θα κάμη μια αλλαξιά ρούχα. Έπειτα δεν τον γνοιάζει πια· τα δίνει όλα στο σπίτι. Εμ καρολόγος είνε, εμ τσαγκάρης, εμ σκαφτιάς, τη γιορτή θα είνε φριγγί.
Έτσι κι ο Αντώνης. Μα τόρα το παράκανε Γιορτή καθημερνή ένα το είχε: Καθισιό κι αναπαή κι από καιρού καζάντι. Στο σπίτι του άρχισαν να πεινάνε.
— Γιατί, παιδί μου. δεν πιάνεις δουλειά; τον ρώταγε η κακομοίρα η μάνα του.
Δεν έχει δουλειά· έλεγ' εκείνος βάζοντας το κεφάλι κάτου.
Κι έφευγε· μα όποιος τον έβλεπε ένοιωθε με τι ντροπή έλεγε το λόγο. Ωχ! κλαίγε τον οποίος πιαστή σε αγάπη. Του πουλιού ο νους στο κεχρί κρέμεται.
Σε λίγο εμαθεύτηκε στο χωριό πώς ο Αντώνης αγάπαγε τη Φροσύνη — έτσι την έλεγαν τη νια. — Ο κόσμος, καθώς ξέρεις, και στην αγάπη ακόμα δεν κατηγορεί παρά το φτωχότερο. Ο πλούσιος ότι κι αν κάμη καλά καμωμένα: Του φτωχού είνε καρύδια και βροντάνε· του πλούσιου είνε σύκα και δεν ακούγονται. Σα να λέμε ο φτωχός δεν πρέπει, νάχει καρδιά· δεν πρέπει ν' αγαπάει!
Πολλοί του το είπαν του παιδιού. — Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην απλώνης.
Η μάνα του η άμοιρη σαν τ' άκουσε την έπιασε ο χτύπος — ήταν αρρωστιάρα η δόλια — κι έμεινε τρεις ώρες ξερή. Όχι πώς δεν το ήθελε η γριά να πάρη ο γιος της τη Φροσύνη. Θες στραβέ τα μάτια σου; — μαγάρι να είχα τόνα. Ποιος δε θέλει το καλό; Μα ένοιωθε πως ήταν δύσκολο να γένη και φοβότανε μη χάση το παιδί της. — Το παιδί μου δεν πάει τον ίσιο δρόμο! έλεγε κουνώντας το κεφάλι.
— Τ' είν' το κακό που σε συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλτο να μη σε φάει και χαθούμε. Η κοπέλλα δεν είνε για το φτωχικό μας.
Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος!
Μα πού να ιδή, πού ν' ακούση ο Αντώνης.
— Μ' αγαπάει· έλεγε.
Κι έτσι με την ελπίδα ζούσε.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια· η Φροσύνη ήταν στον καιρό της· δεκαεφτά χρονών κορίτσι.
Εδώ στα χωριά μας ότι είνε να γένη πρώτα — πρώτα θα το μάθουν οι γυναίκες. Την ημέρα έξω στις αργατιές και το βράδυ — βράδυ στις αυλές τους κάθουνται και τα ξομπλιάζουν η μια με την άλλη.
— Τάμαθες κυρά Γιάννενα; Τως και τως ο τάδε με την τάδε.
— Τι λες καλότυχη; αλήθεια!
— Ναι, ναι· — μα την ψυχούλα μου την αμαρτωλή! Αμ' εγώ τα μυρίστηκα από καιρού, αδερφή δεν τάλεγα;… Κι είνε — πού ήσαι — είνε κι η άλλη δουλειά· άκουγεμε μένα.
— Θε μου γλύτωνε που καταντήσαμε!
Και μαγουλοτραβιόνται τάχα.
Έτσι εμαθεύτηκε σε λίγο πως τη Φροσύνη την πέρνει ένας έμπορος από την Πάτρα.
Ο Αντώνης τόμαθε. — Είνε ψέμα! είπε. Κι είχε δίκιο να ειπή πως είνε ψέμα το παιδί, αφού η κόρη του έκανε νοήματα ακόμη.
Σε λίγο γίνηκαν και οι αρρεβώνες. Ξέρεις πώς γένονται οι αρρεβώνες εδώ. Δύο τρεις πάνε τη νύχτα με το γαμπρό και τον παπά στο σπίτι της νύφης, αλλάζουν το δαχτυλίδι και τελειώνει η δουλειά.
Ο Αντώνης πού ν' ακούση, πού να πιστέψη τέτοιο πράμα! Βλέπεις η αγάπη στραβώνει.
Έπειτ' από λίγο έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο γαμπρός ήρθε και ο γάμος θα γινότανε την Κυριακή.
Από τότες έπαψε και η κόρη να κάνη νοήματα του Αντώνη. Όπου τον έβλεπε του γύριζε τις πλάτες… Α! δε θέλεις άλλο ψευτότερο πράμα από τη γυναίκα. Σήμερα μπορεί να σου λέει πως πεθαίνει κι αύριο να σου κουνάει κλαρί. Κάπου μ' είδες κάπου σ' είδα.
Ο Αντώνης ήταν παιδί με καρδιά· δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήγε μαζί με το συμπεθεριό στην εκκλησία, φίλησε και τα στεφάνια… Εγώ ήμουν σ' ένα στασίδι αντίκρυ και τον κοίταζα. Ήταν κίτρινος σαν το θειαφοκέρι· τα χείλη του μαραμένα έτρεμαν. Πήγε σιγά, φίλησε τα στεφάνια, έπειτα γύρισε και ακούμπισε σε μια κολώνα. Έβγαλε το μαντήλι και τόβαλε στα χείλη του. Το μαντήλι μάτωσε.
Από τότε το κατάλαβα.
— Κρίμα στο νιο! είπα μέσα μου
Όταν γύρισε στο σπίτι ο Αντώνης ηύρε τη μάνα του στη γωνιά να κλαίη … Την έτρωγαν τα φίδια.
— Σώπα, καϋμένη μάνα. που κλαις! είπε της γριας να την παρηγορήση. Έτσι ήταν γραφτό, Εγώ το ξέρω· πάντα άτυχος θα είμαι.
Κι έπεσε στη δουλειά με τα μούτρα. Ήταν η εποχή που καίνε τα καμίνια για κεραμίδια. Μπήκε σύντροφος σ' ένα καμίνι κι έβγαζε παράδες. Δέκα δραχμές το μεροκάματο του ερχότανε.
Η κακομοίρα η μάνα του πέταγε από τη χαρά της.
Πάει το παιδί μου. ξέχασε! έλεγε. Ο Θεός με λυπήθηκε.
Μα δεν το χάρηκε πολύ. Μια βδομάδα ήταν όλη η προκοπή του Αντώνη. Έπειτα παράτησε το καμίνι κι έτρεχε δώθε κείθε στις εξοχές· ούλο τ' απόσκια έπιανε.
Μια φορά έλειψε κάμποσες ημέρες από το σπίτι. Η μάνα του υποψιάστηκε.
— Τι να έγινε το παιδί μου; είπε.
Κι επήρε τις αργατιές ρωτώντας τους στρατολάτες, και μυρολογώντας αδιάκοπα. Πού δεν επήγε; ποιον δεν ερώτησε; Τα πόδια της έβγαλαν νερό από τις στράτες· τα φουστάνια της εκουρελιάστηκαν από τ' αγκάθια. Το ηύρε τέλος μέσα σ' έναν τράφο και μαυλίζοντάς το σαν σκυλάκι το έφερε στο σπίτι της. Μα πώς το έχασε πώς το ηύρε! Όλοι το ένοιωσαν πως έπαθε απ' αγέρι. Κάποιος είπε πως το είδε να ξεμεσημεριάζεται κάτω από μιαν αγριλιά — ξέρεις η αγριλιά έχει βαρύν ίσκιο.
Η γριά έπεσε στου Θεού τα χέρια. Έταζε λαμπάδες, έκανε παράκλησες, επήγε με τα γόνατα στην Παναγία· μα το παιδί όλο στο χειρότερο. Κάθε Κυριακή το έφερναν στην εκκλησιά και το απόθεταν σωρό — κουβάρι μπροστά στην Ωραία Πύλη. Εκαθόταν ως την ώρα που θα έβγαιναν τ' Άγια ήσυχο και ακίνητο σαν ζωντόβολο. Με μόλις ακουγόταν από μέσα η φωνή του παπά «τας θύρας… τας θύρας!…» έβανε κάτι αγριοφωνές που έτριζαν τα γιαλιά της εκκλησιάς και ίδρωναν τα εικονίσματα. Ίδρωναν τα εικονίσματα κι ετρόμαζε ο λαός από τα λόγια του. Κάτι τι λάγνο και κάτι βρωμερό εμόλυνε για μιας του ναού τ' άδυτα, έφερνε τη ντροπή και στων γερόντων τα πρόσωπα. Και ποιος να το κρατήση, ποιος να το συμμαζέψη τότε; Έκοβε τα σχοινιά, εχτύπαε τις αλυσσίδες, όσο που έπεφτε λυποθυμισμένο στις πλάκες.
Είδαν κι απόειδαν έστειλαν να φέρουν το Ζούδιαρη από το Ιμάμ Τσαούση.
— Έχει τον Ανάποδο μέσα του· είπε ο Ζούδιαρης άμα είδε το παιδί.
Ο Ανάποδος — θα έχης ακουστά — είνε ένας διαβολάκος τόσος δα, μια πιθαμή. Όπου γίνεται τραπέζι, όπου φιλονεικούν, όπου χαρτοπαίζουν εκεί βρίσκεται. Αν τύχη και βλαστημήση κάποιος την ώρα που ο άλλος πίνει ή χασμουριέται, μπαίνει μέσα του και του βυζαίνει το αίμα… Για κείνο — άκου που στο λέω — άμα ακούς και βλαστημάν να φτεις… Μη γελάς· δεν ξέρω, μπορεί να μην είνε τίποτα· κάνε το εσύ: Το καλό πάντα καλό είνε.
Το παιδί σαν αντίκρυσε το μάτι του Ζούδιαρη έπαψε τις φωνές και λάιασε. Ηύρε το μάστορή του είδες που λέει.
Ο Ζούδιαρης είπε σε καμιά δεκαριά ανθρώπους να πάρουν τα ντουφέκια τους και να πάνε κοντά του.
Εγώ — είμαστε μια πόρτα με τον Αντώνη — είδες που λέει: ο Θεός κι ο γείτονας· πρώτα θα ιδής το γείτονά σου κ' έπειτα τον ήλιο — πήρα το ντουφέκι μου, το γιόμισα με το ζερβί χέρι — έτσι μας είπε ο Ζούδιαρης και πήγα κοντά. Σε λίγο ήμαστε όξω από το χωριό. Μπροστά πήγαινε το παιδί ήσυχο σαν αρνάκι. Πίσω πήγαινε ο Ζούδιαρης με τα περόνια και το τσεκούρι στα χέρια· και παραπίσω εμείς.
— Να τος! βαρείτε του! μας λέει ο Ζούδιαρης σαν είδε ένα δέντρο.
Εμείς δεν είδαμε τίποτα από το φόβο μας ρίξαμε στα στραβά. Μπαμ! μπουμ! κόσκινο το δέντρο.
— Δεν τον πετύχαμε· λέει ο Ζούδιαρης. Να τος, πέρα πάει.. .
Και άρχισαν τα τρεχάματα, μπροστά εκείνος με το παιδί και πίσω εμείς, μέσα στα χωράφια και τις σταφίδες λαχανιάζοντας. Σε κάθε δέντρο που απαντούσαμε διάταζε ο Ζούδιαρης και αδειάζαμε τα ντουφέκια. — Μπαμ! μπουμ!
Μας παίδεψε ο αναθεματισμένος. Γυρίσαμε από τον Άιθανάση στ' Αληκανιωτέικα, το Καταράχι, τα Κατσαπέικα, μα τίποτα.
Ο Ζούδιαρης το είχε ειπωμένο:
— Είνε δυσκολοβάρετος ο Ανάποδος.
Να μην τα πολυλογώ φτάσαμε και στη λεύκα, που έγειρες να κοιμηθής. Καθώς βλέπεις, άλλο δέντρο μεγάλο δεν είνε εδώ πέρα.
— Σταθήτε· μας λέει ο Ζούδιαρης· εδώ θα κάτση· αλλού δεν έχει να πάη. Ετοιμάστε τα ντουφέκια σας και άμα σας πω βαράτε.
— Μπαμ μπουμ! ρίξαμε άμα μας είπε.
— Άου! άου! άου! ούρλιασε το παιδί.
Το πετύχαμε το ζούδιο. Μα έννοια σου κι εμείς διορθωθήκαμε! Αλλουνού έσπασε το ντουφέκι, άλλος αιματοκυλίστηκε. Εμένα μου φάνηκε πως μ' έπιασε κάποιος από τη μπούκα μ' έσπρωξε κ' έπεσα ανάσκελα στον τράφο.
Μα ο Ζούδιαρης κάρφωσε στο δέντρο το ξωτικό. Άξαφνα νοιώθομε μια μυρουδιά σαν καϋμένη θειάφι κι ακούμε ένα φοβερό και παράξενο γέλοιο κι ένα φρου!… απάνω από το κεφάλι μας, σαν όταν σηκώνονται από τη βοσκή μπουλούκι αγριόπαπια. Τότε έδωκε το στερνό χτύπημα κ' είπε το φοβερώτερο ξώρκι ο Ζούδιαρης.
— Πάει να χαθή· το καρφώσαμε· είπε.
Και απίθωσε το τσεκούρι χάμω για να το βλέπουν οι οξωμάχοι να μη ζυγώνουν.
Πήγαμε τότε να πάρουμε κ' εμείς το παιδί. Ήταν χάμου ξαπλωμένο, κατακίτρινο και ξυλιασμένο. Το σηκώσαμε, το πήραμε στα χέρια, το πήγαμε στο σπίτι και το ξαπλώσαμε στο κρεβάτι,
Το δόλιο! δεν ήταν γραφτό του να σηκωθή. Ο Ζούδιαρης άργησε να βάλη το χέρι του. Το ζούδιο που φώλιαζε μέσα του, του είχε βυζάξει όλο το αίμα.
Δυο τρεις ημέρες και πάει χάθηκε το παιδί.
1 8 2 1
Κλείσαν τα κάστρα κλείσανε, κλείσαν και τα δερβένια, Κλείσαν και της Τριπολιτσάς το παινεμένο κάστρο, Κλείσαν και τον Καμίλ μπέη τον Κοθρινό τον Μπέη Που ήταν κορώνα στο Μωριά, λελούδι μέσ' στην Πόλη. Τα γράμματα πάν' κι έρχονται στη νένε του στην Κόρθο — Φλωριά κι αν έχεις δόσετα γρόσια μην τα λυπάσαι — Φλωριά δε θέλουν οι Έλληνες γρόσια για να τους δώσω παρ' θέλουν την πατρίδα τους να την ελευθερώσουν που ήτανε σκλάβα στην Τουρκιά τριακόσια τόσα χρόνια
Τ Α Π Α Τ Ρ Ι Κ Α Α Ρ Μ Α Τ Α
Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη το ποτάμι με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι κάμε πόρο, για να περάσω αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια, πόχουν οι κλέφτες σύναξη τα δώδεκα πρωτάτα. Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει, βλέπει τον Κίτσο ομπροστά στα σίδερα δεμένο Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και πεντακόσοι πίσω κι η μάνα του του έλεγε κ' η μάνα του του λέει: — Κίτσο που τάχεις τ' άρματα, που τάχεις τα τσαπράζια; — Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμιαλιασμένη, Δεν κλαις μάνα, τα νιάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου παρ' κλαις τα δόλια τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια!.. — Κάλλια Κίτσο να χάνουσαν, νάχανες το κεφάλι, Παρά να χάσης τ' άρματα τα πατρικοδοσμένα.
Τ Ο Σ Υ Γ Ν Ε Φ Ο
Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε; Ναι· μακάρι πάντα μας!
— Εγώ φοβόμουνα την αυγή.
— Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο καιρός αλλάζει.
— Και μαζί κι η τύχη μας.
— Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται.
Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσημες ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ' αλώνι την σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες τις ημέρες εις τα δάκτυλα, επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθή. Φυσικά λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα, δεν έχουν άλλον σκοπόν παρά την κατάστασιν του καιρού και τις τιμές της σταφίδας.
— Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπάρος του κυρ Γιάννη· είχε γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του εμπιστευτικά.
— Λες;
— Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ' αμπέλια στη Γαλλία χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα.
— Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν — αμάν!Τι σαράντα; Εξήντα δε λες!
Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει:
Κι άλλος θέλει τον Άγουστο πούνε τα ταλλαράκια.
— Ταλλαράκια· ψυχή μου φρούτο!… είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θεριστής τ' αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλλαρα. Αν παραφάς από τ' άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλλαρα, γίνεσαι κυρ Λινάρδος. Λέω γω ο φτωχός πως μούφαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει. Λέει ο κυρ Λινάρδος πως τούφαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο.
— Μωρέ καλός να είνε κι ας είνε και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο Δημάκης.
Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυπημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα.
— Τ' είνε Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς.
— Δε βλέπετε; Ένα σύγνεφο.
— Σύγνεφο!…
Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί.
— Αμ' το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρανάς με κλαψάρικο ύφος. Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό.
— Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί.
— Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νυβόταν στην άστρια.
Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος μ' την άσπρη λινή φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιοπρεπής, ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημερίδες που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρομείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξάγνιζε το κοιμισμένο Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων: Με τις υγείες! Γεια σου!
— Γεια σου, κυρ Δήμαρχε!
— Ευχαριστώ!., ευχαριστώ!., απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος για τη δημοτικότητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας ματιά από την εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε.
— Τι είνε: τι τρέχει; Γιατί κάνετ' έτσι;
— Ένα σύγνεφο…
— Σύγνεφο!..
Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι γνωστή εις όλην την άγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι χασάπιδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσίδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το μέρος όπου έστεκε ο κυρ Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις έν σημείον του ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είνε όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι, δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον, αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθη τα σημεία των καιρών.