← Table of contents
Διηγήματα του Γυλιού

Front matter (continued 2)

Reading edition

Ως τόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τόρα είχε σκεπάσει όλον το από Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοίταζαν εις εκείνο το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους παρατηρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν το μέρος εκείνο, το Στενό συνεφιάση. Με τα χέρια σταυρωτά εις το στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις.

— Βρέχει στην Πάτρα!., είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς.

— Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος.

Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν. Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των άλλων.

— Κλωνί δε θα μείνη στην Πάτρα!

— Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώση στον Πύργο!

— Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα.

— εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη!

— Όχι δα, καϋμένε…

— Άκου που σου λέω! Θα την πάρη από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν…

Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλλήρων. Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπεινούς, ικετευτικούς μπροστά τους και φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν, να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφιναν να σήπεται εις τας αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδής. Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!..

— Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτησι ο Δημάκης.

— Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς.

Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά.

— Δεν είναι τίποτα. Είνε βαθειά· είπε ο Δημάκης.

— Βαθειά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος.

— Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τόρα το νερό στρατεύει.

— Άμποτε!..

— Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε;

Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαίνετο πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγίου· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα, ανθρώπους και πράγματα μ' ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε από καπνισμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν' ανησυχή τους χωρικούς και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ' αμέτρητα κέρδη των. Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπη κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό.

— Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς

— Μωρέ δος του μια με το βουνό της Κεφαλλονιάς!. . . είπε ο Δημάκης·

— Το κρέμασε… σε λίγο θα βρέξη· επέμενε ο χωρικός.

Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τόρα ανατρίχιασαν· το καπνισμένο γυαλί είχε γίνη κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν εκείνη που προηγείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή καδένα ερράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού, λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τάκλεισε πάλι στο σκοτάδι και την ασάφια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Συγκαιρα άκουσαν να κυλίωνται στον ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού: πλατσ! πλουτς!

— Θεέ και κύριε! … είπε έτοιμος να βλαστημήση ο Βρανάς.

— Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου!

— Τι διάβολο μας κινηγάς έτσι;

— Βάλθηκες να μας καταστρέψης φέτος;

Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε.

Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ' όλους τους δρόμους του χωριού, δεν άκουες παρά κροταλισμούς αλόγων, κάρρων τροχούς, μαστιγώσεις, φωνές, θρήνους και αλλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέφεραν, ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα, σκέπασμα ή στολίδι το μετέφεραν εις τ' αλώνι για να σκεπάσουν την σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό. Κ' ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδη εις το κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμποτος και καταϊδρωμένος.

— Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος ερωτηματικώς.

— Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθή φοβισμένος.

— Α ντε! να μας πετάξης στον αέρα. . . εψιθύρισε ο Δήμαρχος. Μου φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Μ Α Ρ Κ Ο Υ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1823

Καλά ήσουν Μάρκο μ' στο γιαλό, καλά στο Μεσολόγγι, Καλάτρωγες, καλάπινες, καλάχτιζες το κάστρο, Στο Καρπενήσι τ' ήθελες να πας να πολεμήσης; Μαύρα χαμπέρια σούφεραν από το Καρπενήσι Να βγης, Μάρκο μου γρήγορα μ' όσους κι αν ημπορέσης Να πιάσης την Τατάραινα να πιάσης τα γιοφύρια. Πιάνει κι αλλάζει γράμματα με τους καπεταναίους Οι Τούρκοι πούθε κάμανε κι αυτοίν' οι Σκαντραλίδες; Ο Καραϊσκάκης τόγραψε και τόνε χαιρετάει «Σε χαιρετάω Μάρκο μου και σου φιλώ τα μάτια Αν ερωτάς για την Τουρκιά, γω να σου φανερώσω. Στο Μαραθιά έχουν τ' ορδί, εκεί έχουν τα τσαντήρια» Και το τζαούση έκραζε και τους μπουλουμπασίδες — Τζαούση μοίρασ' το ψωμί και μοίρασ' τα φουσέκια· Παιδιά θα κάμω πόλεμο τ' αντέτι των Σουλιώτων, Στις πέντε ώρες της νυχτός θ' ανοίξω το ντουφέκι, Θέλω πασάδες ζωντανούς και μπέικα κεφάλια Κι αυτόν το Σκόντρα τον πασά ατός μου θα τον πάρω Αυγή γιουρούσι έκαμε κι εμπήκε στα τσαντήρια Και τουρκικά τους φώναξε και λέει στους συντρόφους — Ντουφέκι να μη ρίξετε, ντουφέκι να μην πέση, Τ' ακονισμένα σας σπαθιά να κάψουνε τους Τούρκους Οι Τούρκοι τότε σκούζανε κι ένας τον άλλον λέει Τ' είν' το κακό που γίνεται απόψε τούτ' τη νύχτα; Κι ο Μάρκος τους εφώναξε και τούρκικα τους λέει — Γιαγκίνι γίνεται παιδιά, απόψε τούτ' τη νύχτα! Δέκα τσαντήρια έκαψε πασά μέσα δεν ηύρε Κι ο Μάρκος εβαρέθηκε κι ο Μάρκος ελαβώθη Κι η συντροφιά τον άρπαξε τον έβγαλε στη ράχη.

Η Θ Υ Σ Ι Α Τ Ο Υ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Υ 1755

Ο Κωσταντάρας κάθεται ψηλά στον Μπαλαγέρα Επαινευόταν στ' άρματα στα τρία τα παιδιά του. Τα δύο σκοτωθήκανε αντάμα στο πλευρό του Το τρίτο το μικρότερο στο δάσκαλο παγαίνει. Κι ο γέρο Χρόνης φώναξεν από ψηλή ραχούλα. — Κώστα παινέψου στ' άρματα στα δυο τα σκοτωμένα Τι το μικρό ξεκλήρισε κι έγινε τρουπολόγος Πήρε τ' αλέτρι του παπά, της Παναγιάς το ράσο, Γκάστρωσε και μια παπαδιά και σκότωσ' ένα βώιδι. Ο Κώστας όταν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη — Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγκόνι, Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, Κάλλιο να κλάψω μια βολά παρά να κλαίω πάντα. Το γιαταγάνι τράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

Α Κ Α Μ Α Τ Η Σ Α Γ Ι Ο Σ

Πολλοί πέρασαν στον κόσμο χωρίς να βάλουν σε δουλειά ούτε το μικρό δαχτυλάκι τους· μα σαν τον άγιο Κασσιανό κανείς άλλος, Και όχι μόνον στον απάνω αλλά και στον κάτω κόσμο το ίδιο. Πώς το κατάφερε, αφού πέρασε έτσι τη ζωή του, να μπη στον Παράδεισο είναι ακόμα μυστήριο. Όσα χαρτιά και αν έψαξα, όσα συναξάρια και αν εδιάβασα πουθενά δεν απάντησα τ' όνομά του.

Ωστόσο ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται από χρόνια στον Παράδεισο — αυτή είναι η αλήθεια. Μα κι εκεί εξακολουθεί την ίδια του δουλειά — την ίδια ντεμπελιά ήθελα να ειπώ. Πάει και κάθεται από την αυγή στην πόρτα του Παράδεισου και κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει. Κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει μα πιο πολύ κοιτάζει τ' αφιερώματα που στέλνουν οι χριστιανοί στους αγαπημένους τους άγιους. Τόρα του γαργαλίζει τη μύτη το λιβάνι τόρα το κίτρινο κερί έπειτα της ελιάς το λάδι και λίγο αργότερα, πλακώνουν οι πεντάρτοι, λαμπάδες ίσαμε το μπόι του ανθρώπου, μεταξωτά, χρυσαφικά. Καθένα που θα ιδή με τα αφιερώματα τρέχει από κοντά και τον ρωτάει.

— Που τα πας; τίνος είνε πατριώτη:

— Της Παναγίας· του απαντά βιαστικός εκείνος.

Τον αφήνει δυσαρεστημένος και πιάνει άλλον.

— Πού τα πας: ποιόν γυρεύεις πατριώτη;

— Τον Αϊνικόλα…

Τον αφήνει και πιάνει άλλον. Μα κι ο άλλος του λέει τον Αϊγιώργη, τον Αϊγιάννη τον Καλυβήτη, τον άγιο Φίλιππα το φτωχό που αποκρεύει στο χωράφι του. Ο άγιος Κασσιανός δαιμονίζεται.

— Για θυμήσου καλά, παιδί μου του λέει. Μην κάνεις λάθος. Μη σου είπαν άλλον άγιο και ξέχασες; Μη σου είπαν — σαν να λέμε τον άγιο Κασσιανό, σαν να λέμε;

— Άγιο Κασσιανό! Μπα. Ούτε το ξέρουμε τέτοιο όνομα…

Τότε πια απελπισμένος ο άγιος πιάνει παράμερα μια θέση και κάθεται κοιτάζοντας με ζήλια τ' αφιερώματα. Η ψυχή του στάζει φαρμάκι.

— Μα κανείς να μη θυμάται και μένα! συλλολίζεται.

Έξαφνα ένοιωσε κάποιον να τον τραβάει από το μανίκι. Γυρίζει και βλέπει δυο μάτια στυλωμένα στα δικά του, δυο μάτια φωτερά που ένοιωθε να του τριβελίζουν το μυαλό· κι ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κοκκινίση. — Τι θες; τον ρώτησε απότομα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι σα να έβλεπε το Σατανά.

— Γιατί είσαι έτσι θλιμμένος;

— Τι σε μέλλει;

— Με μέλλει και με παραμέλλει.

— Τόρα ήρθες;

— Τόρα δα.

— Έχεις δίκιο… Το λοιπόν να τι συλλογίζομαι. Ο Σαβαώθ εμένα με αδίκησε, πολύ με αδίκησε. Φαντάσου! δε μου έδωκε μια μέρα το χρόνο να με μνημονεύουνε οι άνθρωποι. Για τούτο στους άλλους κουβαλάνε τόσα καλά και σε μένα τίποτα.

— Για τούτο σκας! άμ' αυτό διορθώνεται.

— Πώς διορθώνεται;

— Άκου που σου λέω γω, διορθώνεται. Να κάνης μια αναφορά στο γέρο Σαβαώθ και να του ειπής το παράπονό σου. Άγιος δεν είσαι και συ; Δε δούλεψες και συ τη χριστιανοσύνη; Σου πρέπει το λοιπόν και σένα μια θέση στο Γιορταστικό.

Άμα πάρης και συ τη μνήμη σου να ιδής πως θα σε θυμώνται.

— Σαν καλά με συμβουλεύεις· λέει ο άγιος. Μα ποιος να κάμη την αναφορά;

— Όσο γιαυτό μη ζαλίζεσαι. Εγώ την κάνω.

Και άμ' έπος άμ' έργον βγάνει από την τσέπη του μια κόλλα χαρτί, φόρα την πένα και το καλαμάρι, κάθεται και σκαρώνει την αναφορά. Την πέρνει ο άγιος, μια και δυο πάει και την αφήνει στα γόνατα του Θεού. Καθώς τη διάβασεν Εκείνος άναψε από το θυμό του. Ποιος την έγραψε; ρωτάει τον άγιο.

— Να, του λόγου του.

— Έλα κοντά, του λέει. Εσύ την έγραψες;

— Εγώ.

— Αμ τι είσαι συ;

— Δικηγόρος.

— Δικηγόρος!… Και πώς μπήκες εδώ μέσα;

Κράζει τον άγιο Πέτρο και τον βάνει στο βρυσίδι.

— Κοίταξε καλά, του λέει, στο τέλος· μια φορά μου την έφτιασες με το λοστρώμο. Τόρα μου έμπασες το δικηγόρο. Δε μένει άλλο παρά να μπάσης και το Βενιζέλο για να κάνη Μεγάλη Ελλάδα τον Παράδεισο! Πρόσεξε γιατί θα φας κλωτσιά που δε θα ιδής πούθε πάει η σκάλα.

Κάνει νεύμα. Τον αρπάζουν οι άγγελοι το δικηγόρο και τον πετάν έξω από τον Παράδεισο. Τότε γυρίζει ο Σαβαώθ στον άγιο και του λέει — Καλά του λέει, έχεις και κάπιο δίκιο μα πολύ λίγο. Εσύ για τον κόσμο δεν κάνεις τίποτα. Παραπονείσαι πως κουβαλάνε στους άλλους. Κάτι καλό βρίσκουν από τους άλλους και τους κουβαλάνε. Για να ιδούμε· φωνάχτε τον Αϊνικόλα.

Τρέχουν οι άγγελοι να φέρουν τον Άγιο Νικόλα φέρνουν γύρα όλο τον Παράδεισο πουθενά Αϊνικόλας. Πέρασε καμιά ώρα να σου ο Άγιος κι έρχεται καταμουσκεμμένος. Ρούχα του, γένεια του, μαλλιά του έσταζαν θάλασσα.

— Πού ήσουν άγιε; τον ρωτά ο Σαβαώθ.

— Κάτω στην Μπαρμπαριά αφέντη λέει ο γέρος. Κινδύνευε ένα σφουγγαράδικο και πήγα.

— Σώθηκε το σφουγγαράδικο;

— Σώθηκε.

— Κι οι άνθρωποι;

— Όλοι.

— Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ο Σαβαώθ και λέει στον Κασσιανό. Δουλεύουνε οι άγιοι και γιαυτό ο κόσμος τους θυμάται! Αμ' εσένα τι να σου θυμηθή.

— Κι εγώ δουλεύω, πάτερ άγιε.

— Τι δουλειά κάνεις;

— Μετράω τ' αφιερώματα που μπαίνουν στον Παράδεισο. Μου βγαίνει η ψυχή κάθε ημέρα.

Εγέλασε ο Άγιος Θεός με την καρδιά του.

— Ας έρθη ο χαρτουλάριος· διάταξε.

Εν τω άμα ήρθε ο Άγιος Ανδρέας μ' ένα κύλινδρο χαρτί στο χέρι και το ασημένιο καλαμάρι στη ζώνη του.

— Γράψε τον κι αυτόν είπε ο Θεός.

Δεν έχει θέση είπε δειλά ο Άγιος Ανδρέας. Εγέμισε ο κύλινδρος.

— Στρίμωξέ τον όπως — όπως σε μιαν άκρη.

Από τότε κάθε τέσσερα χρόνια έχει και ο άγιος Κασσιανός τη μνήμη του.

Η αναφορά του έπιασε.

1 8 2 1

Μαρτυράτε το Φρατζέζοι Πες τε το και σεις Εγγλέζοι Πως μια σκούνα του Τομπάζη Την Τουρκιά τήνε τρομάζει.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Γ. Κ Α Ρ Α Ϊ Σ Κ Α Κ Η 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821

Τρεις περδικούλες κάθονται στον Πειραιά στη ράχη, Η μια τηράει την Κούλουρη κ' η άλλη την Αθήνα, Η τρίτη η καλήτερη μοιρολογάει και λέει: Καραϊσκάκης έρχεται με δώδεκα χιλιάδες Στη σκάλα στένει το ορδί στη σκάλα της Αθήνας Τρία ταμπούρια έκαμε τα τρί' αράδ' — αράδα Εμπρός βάνει τους Έλληνες και πίσω τους Σουλιώτες Στη μέση τ' Αρχοντόπουλο μοιράζει τους λουφέδες. Κι' ο Κιουταχής σαν τ' άκουσε τα γένεια του τραβάει Τους μουμπασάδες φώναξε και τον Τσέλιο Πιτσάρη Τσέλιο το πώς το βρίσκουμε για τον Καραϊσκάκη; Στον κασαπά μας να μην μπη τ' είνε ντροπή μεγάλη. Καραϊσκάκης τόμαθε το Λάμπρο Βέικο κράζει Πάρε Βέικο τους Έλληνες, σύναξε τα μπουλούκια Θα πάμε να πατήσουμε τα τούρκικα ταμπούρια. Κ' ευθύς τρομπέτα φώναξε και τα μπαϊράκια σκώσαν Σαν τα σαΐνια ρίχτηκαν στα τούρκικα ταμπούρια Δέκα ταμπούρια έπηραν στα δώδεκα πηγαίνουν. Κακό μαντάτ' ακούστηκε μέσ' από τα ταμπούρια «Τον αρχηγό μας λάβωσαν πικρά φαρμακωμένα κι απ' τ' άλογό του έπεσε και πάλι πίσ' ανέβη. Ψηλή φωνίτσα έβαλε ν' ακούση το ασκέρι Έλληνες μην κιοτεύετε Έλληνες μη σκορπάτε Εγώ δεν έχω τίποτα μόν' είμαι λαβωμένος. Για πάρτε με και σύρτε με στο έρημο τσαντήρι Να πλύνω τη λαβωματιά και πάλι πίσω νάρθω ». Τον κλαί' η μαύρη Ρούμελη τον κλαίει ο κόσμος όλος, Τον κλαίνε όλ' οι Έλληνες και οι καπετανέοι Τ' είν' το κακό που πάθαμε τούτο το καλοκαίρι Τον αρχηγό μας χάσαμε τον ήρω Καραΐσκο!»

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Πεντεσκούφι. Τόνα τηράει τη Ρούμελη τ' άλλο κατ' την Αθήνα Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει! Κάτσε Γιάννη μ' κι αφέντευε σαν τσ' άλλους Μωραΐτες και μη γυρεύεις πόλεμο μη θες να πολεμήσης. Εγώ δε γένουμ' άπιστος σαν τσ' άλλους Μωραΐτες· Εψές μούρθαν τα γράμματα να πάω στην Αθήνα Απ' το Φαβιέ, απ' τς αρχηγούς κι απ' τον Καραϊσκάκη Να μάσω ασκέρι διαλεχτό όλο Μωραϊτάκια. Ο Γιάννης εξεκίνησε και πάει στην Αθήνα.

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

— Έλα συχάστε, διαβολάκια!

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι…

Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννίκης, ο γιος του κυρ Νικόλα του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι και είχαν τα γένεια μακρυά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου· βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω.

Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και το ξύγκι καθώς έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λυχούδικα δεν ημπορούσαν να κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι Καλικάντζαροι;

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα, κολλόντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια.

— Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος.

Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο κομάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χυμούσαν, πατής με πατώ σε απάνω εις το κομάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ τους, ως που το κομάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν, τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομάτι και ύστερα άλλο ως που η σούβλα εκόντευε να μείνη δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά θεονήστικος.

*

Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώση τ' αλέσματα. Κάθε στιγμή φόρτωμα — ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακκί και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε μια στιγμή να ησυχάση το παιδί. Ούτε να φάη καλά — καλά δεν μπόρειε ως που νύχτωσε. Και τόρα που επίστεβε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του, πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια.

Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!

Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με πιο τρόπο θα πείση τα διαβολάκια να τον αφήσουν να φάη.

— Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά.

— Να μας πη ο άγουρος — Ο κολοκυθομάγουλος! .. . Να μας πη ο άγουρος — ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι.

Και συνάχτικαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους ώμους του· άλλοι κρεμάστικαν από τα μουστάκια και το κοντό γενάκι του, και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον, σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί. Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα, που έκαμαν το μύλο να βρωμάη σκορδίλας.

Και παπάς θα γένης Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο Γιαννάκης. Έτσι που βρέθηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα υποφέρη. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμη. Έπειτα ήξερε καλά πως οι Καλικάντζαροι, μόνον τα Δωδεκάημερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να πειράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα βαθειά και τ' άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον κόσμο, με την κακή πρόθεσι να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν πριονίζουν ως τα Δωδεκάημερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε όμως το αφίνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που έχουν από τον Παντοδύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρεμένο και φτου κι από της αρχής.

Μα το αφίνουν· γιατί η χαρά τους να πειράζουν τους ανθρώπους είνε πολύ μεγάλη. Μα πόσο θα είνε η βασιλεία τους ακόμη; συλλογίζεται ο Γιαννάκης. Αύριο θ' αγιάσουν τα νερά και με το χάραμα τα δαιμόνια θα φύγουν φοβισμένα για να κρυφτούν πάλι εις τις σπιλιές τους. Ώρες έχουν ακόμα. Και αυτές τις ώρες πρέπει να κάμη τρόπο να τις περάση όσο μπορέση καλήτερα μαζί τους.

— Μα συχάστε λοιπόν να σας πω! λέει με χαμόγελο, πιάνοντας μερικούς απαλά για να τους ξεκολλήση από πάνω του.

— Έλα — λέγε …

— Καθήστε πρώτα χάμου.

Ακούστικε ένα δυνατό φαπ! σα να έσκασε καμιά φούσκα γεμάτη αέρα και όλοι οι Καλικάντζαροι βρέθηκαν κατάχαμα. Και εκεί που περίμεναν περίεργοι να τον ακούσουν, ο γιος του μυλωνά σοβαρός έβγαζε από τη σούβλα το κρέας κι έχαφτε ζεστά καφτά τα κομάτια.

— Έλα, θα μας πης; είπαν πολλοί ανυπόμονα.

— Μωρέ θα μας πης! είπε θυμωμένα και ο Μπάκακας.

Αυτός ο Μπάκακας είνε ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα, μακρυά όσο δυο οργιές και από κάθε τρίχα της κρέμεται και ένα καλικαντζαρόπουλο, όπως εις τα ψιλά κλωνιά οι κουρμάδες. Όταν περιπατεί και σέρνεται η άσπρη γενειάδα του εις το χώμα, καθώς πηδούν τα Καλικαντζαρόπουλα απάνω, θαρρείς πως πηδούν τα ψάρια στην απόχη. Κρατούσε εις το χέρι του ένα λιανό ραβδί — το σκήπτρο του — και μ' εκείνο εγινόταν σεβαστός εις τους συντρόφους του. Ο Γιαννάκης εκατάλαβε πως δεν μπορούσε να παίξη για πολύ με τον παμπόνηρο Μπάκακα και ηθέλησε να μιλήση. Μα δεν μπόρεσε γιατ' είταν μπουκωμένος και βιαζότανε να καταπιή το κρέας που του ζεμάτισε το στόμα. Και όσο εβιαζόταν τόσο εκιντύνευε να πνιγή και άνοιξε τα μάτια του σαν τάλλαρα.

Το γεροντάκι κατάλαβε κι έγνεψε με θυμό εις τη συντροφιά. Εκείνοι χύθηκαν σαν μανιασμένοι απάνω στη σούβλα, άρπαξαν τα κρέατα, τα σκόρπισαν κατάχαμα και άρχισαν να τα κλωτσοπατούν με πείσμα.

— Τρίτσι — πριτς .. . τρίτσι — πριτς . . . έκαναν κοιτάζοντας με γέλοια και χάχανα το Γιαννάκη.

*

Ωστόσο ο μυλωνάς κάτι έφαγε και αν δεν εχόρτασε κάπως εκράτησε την πείνα του. Για τούτο δεν τον έμελλε και πολύ. Θύμωσε όμως περισσότερο για τα βρωμερά παιγνίδια τους και απάνω εις το θυμό του, άρπαξε ένα δαυλί αναμμένο και το έριξε απάνω στα διαβολάκια.

Τρίτσι — πριτς!. . . τρίτσι — πριτς! .. . τρίτσι — πριτς!

Εσκόρπισαν όλοι εδώ κι εκεί σαν κοπάδι πρόβατα που βλέπουν το λύκο. Οι Καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Δεν ξέχασαν ακόμα το τι τους έκαμε η πονηρή γριά, λίγο παραμπρός σε μερικούς απ' αυτούς. Τους ξεγέλασε, τους έκλεισε εις ένα μικρό βουτσί και τους έκαψε ολοζώντανους. Και γιατί αυτό; Γιατί τ' αναθεματισμένα πήγαν και ντρόπιασαν την κόρη της στον ύπνο. Την γκάστρωσαν κι από τότε είνε τα καλικαντζαρόπουλα στον κόσμο . . .

Ως τόσο ο Γιαννάκης άρχισε να σκέπτεται εις τα σοβαρά πώς να γλυτώση από δαύτους. Η νύχτα πήρε δρόμο· σε λίγο θα ξημέρωνε παραμονή των Φώτων και έπρεπε να πάη το άλεσμα σπίτι του, για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Μα πώς να κάμη να ξεφύγη τα δαιμόνια;

— Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικά πηδόντας ορθός.

— Ναι, χορεύουμε! είπαν όλοι πρόθημα.

Και άρχισαν να κινούν τα αραχνένια πόδια τους, άλλοι να σηκώνουν ψηλά τα χέρια, να φωνάζουν βραχνά, να σφυρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε από κάπου ένα κουρέλι και το κουνούσε για μαντίλι τάχα.

— Όχι μέσα· είπε ο Γιαννάκης. Έξω, στο φεγγαράκι.

— Ναι έξω! εσυμφώνησαν όλοι.

Και κοπαδιαστά εχύθηκαν έξω και γέμισαν την αυλή του μύλου. Το φεγγάρι ήταν εις το μεσουράνημα· τα άστρα της αυγής ένα με το άλλο φαίνονταν λαμπρά εις τον ορίζοντα. Ο αγέρας που όλη τη νύχτα φυσούσε άγριος και κουνούσε τα δέντρα, εσάρωσε κάθε σύγνεφο από τον ουρανό. Μακρυά φαίνονταν τα βουνά που έκλειαν ολόγυρα τον πλατή κάμπο. Τα φύλλα των δέντρων λουσμένα γιάλιζαν με την αυγινή δροσιά.

Οι Καλικάντζαροι με το γιο του μυλωνά χόρευαν και χόρευαν. Οι στριγγές φωνές τους γίνονται ένα με τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια.

— Μωρέ παιδιά· τάλογο φρουμάζει· είπεν ο Γιαννάκης ξαφνικά. Να ιδώ μια ματιά κι έφτασα.

Εμπήκε βιαστικά εις το μύλο, εφόρτωσε δύο σακιά αλεύρι στο άλογο, μπήκε σ' άλλο σακί κι έπεσε απανογώμι εις το σαμάρι. Ντι! το ζώο και βγήκε από την άλλη πόρτα, πέρνωντας το δρόμο του χωριού.

Ως τόσο οι Καλικάτζαροι είχαν τόση όρεξη για χορό, που δεν επρόσεξαν καθόλου πως έλειπε ο μυλωνάς. Ένας με τον άλλον έμπαιναν μπροστά και χόρευαν διαβολεμένα κι ετραγουδούσαν δυνατά:

— Χορεύ' η λάσπη κι η σβουνιά κι η γιδοκακαρέτζα· χορεύει το παλιόσκουτο με την παλιανδρομίδα!…

— Μωρ' ο μυλωνάς τι έγινε; ερώτησεν έξαφνα ο Μπάκακας.

— Ναι, ο μυλωνάς! πού είν' ο μυλωνάς! ερώτησαν και οι άλλοι μεταξύ τους.

Μερικοί έτρεξαν αμέσως εις το μύλο, έφεραν γύρα όλα τα σακιά, έψαξαν εις τη σκάφη, κοίταξαν το βαρδάρι, χώθηκαν και κάτω από τη μυλόπετρα μα πουθενά Γιαννάκης.

— Έφυγε! είπαν κοιτάζοντας ένας τον άλλο με απορία και οργή,

— Τι να κάνουμε;

— Να τον φτάσουμε επρόσταξε θυμωμένος ο Μπάκακας.

Εις την στιγμήν εχάθηκαν όλοι σαν ανεμοστρόβιλος εμπρός, πατώντες τη λάσπη με φωνές και θόρυβο, σαν κοπάδι τσακάλια που βαδίζουν. Σε λίγο πρόφτασαν το άλογο του Γιαννάκη που πήγαινε εις το χωριό με το κανονικό βήμα του. Τριγύρισαν όλοι τ' άλογο και κοίταξαν ν' ανακαλύψουν το μυλωνά.

— Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονογώμι· μα ο μυλωνάς που είνε; ερωτούσαν μεταξύ τους αγαναχτισμένοι.

— Πίσω θάμεινε· είπε ο Μπάκακας. Αμέσως τόβαλαν όλοι πίσω με σουρητά, τριποδίζοντας σαν άγρια πουλάρια. Έψαξαν όλο το δρόμο ως το μύλο, τους τράφους και τα βάτα, σήκωσαν και τα λιθάρια ακόμη μα δεν απάντησαν πουθενά το Γιαννάκη. Εγύρισαν τότε πάλι κοντά εις το άλογο, που επήγαινε ήσυχα το δρόμο του και άρχισαν με περισσότερο πείσμα το ψάξιμο.

— Να τόνα πλευρό, να και τ' άλλο, να και τ' απονωγόμι· μα ο κερατάς ο μυλωνάς πούνε; έλεγαν συναμεταξύ τους.

— Μπροστά πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ο Μπάκακας.

Τόρα έτρεξαν όλοι μπροστά, έψαξαν όλο το δρόμο ως τα πρώτα σπίτια του χωριού.

Ως τόσο ο Γιαννάκης χωμένος εις το σακί και μ' όλο του το φόβο, δεν μπορούσε να κρατήση τα γέλοια, όσο έβλεπε τα τρεχάματα των Καλικατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτά το κεφάλι και κοίταζε ανυπόμονα εμπρός να ιδή το χωριό του. Τέλος κάτω από το πρώτο γλυκοχάραμα το είδε αριστερά, με τις πολλές μουριές του και τα άσπρα σπιτάκια του.

— Ξύλα κούτσουρα — δαυλιά καϋμένα! εφώναξε αμέσως με όλη του τη δύναμη.

Οι Καλικάτζαροι εγύρισαν και είδαν κι εκείνοι το χωριό. Κρύος φόβος τους κυρίεψε αμέσως και στάθηκαν για κάμποση ώρα άφωνοι, άλαλοι όπου βρισκόταν καθένας, σαν καρφωμένοι. Την ίδια στιγμή ακούστηκε από το χωριό το πρώτο λάλημα του πετεινού — Κουκούκου!…

— Πάμετε! είπε πικραμένος ο Μπάκακας, όταν είδε το Γιαννάκη καθισμένον απάνω εις το άλογό του να τους περιγελά. Δεν είνε πια δουλειά στον κόσμο. Οι άνθρωποι μας πέρασαν.

Και σηκώνοντας το ραβδί του ψηλά σα σημαία μπήκε μπροστά και οι άλλοι τον ακολουθούσαν φωνάζοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε γιατ' έφτασ' ο τουρλόπαπας με την αγιαστήρα του και με την πλαστήρα του. Μας έβρεξε, μας άγιασε και μας καψοκώλιασε!…

Τριτς — πριτσ! τριτσ — πριτσ! τριτσ — πριτσ!

1 8 2 1

Του Λεωνίδα το σπαθί Κολοκοτρώνης το κρατεί Κι όποιον τ' αντιδή λαβώνει Τους Περσάνους θανατώνει.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Β Ε Ρ Ρ Α 10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1825

Τρία πουλάκια κάθουνται στο κάστρο του Χλιμούτσι. Τώνα τηράει τα Λεχαινά και τ' άλλο τη Γαστούνη Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει: — Θε μου το τι να γίνηκαν του Κάμπου οι λεβέντες, Μήτε στον Κάμπο φαίνουνται μήτε και στη Γαστούνη Μας είπαν κάνουν πόλεμο μέσα στον Άι Νικόλα. Τριακόσοι διαλεχτήκανε μέσ' από το Χλιμούτσι Μεντάτι να τους γένουνε για να τους λευθερώσουν. Τη στράτα που πηγαίνανε τη στράτα που πηγαίνουν 'Στ' Αμπέλι' απαντηθήκανε με τους στραβαραπάδες. Πρώτη φωτιά που δώσανε σκοτώνουνε διακόσους. Μα πιασε μια ψιλή βροχή κι ένας βαρύς χειμώνας; νοτίσαν τα φουσέκια τους δεν πιάνουν τ' άρματά τους κι ο Βέρρας όπου τ' άκουσε σαν τ' άτι χλημιτράει — Παιδιά σηκώστε τις ποδιές και σφίχτε τα τσαρούχια γιουρούσι για να κάμουμε μέσ' στους στραβαραπάδες. Τα γιαταγάνια τράβηξαν στα δόντια τους τα βάνουν. Μα ήταν οι μούροι λιγοστοί μα ήταν οι δόλοι λίγοι. Κανένας δεν απόμεινε απ' τους παληούς συντρόφους.

Τ Ο Μ Α Γ Ε Μ Ε Ν Ο Κ Ο Υ Τ Ι

Επεράσαμε το ποτάμι της Καμινίτσας και εσταθήκαμε εις τα Νιφορέικα. Το χωριό είνε από χαμηλά σπιτάκια και από λίγες καλύβες που κατοικούν αλβανόφωνοι ποιμένες και γύφτοι. Θεωροίται απ' όλους η μέση του δρόμου από Λεχαινών εις Πάτρας και οι ταξιδιώτες συνήθιζαν να κάνουν εκεί τους πολυωροτέρους σταθμούς των.

Τόρα ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι ήρχετο και οι καρρολόγοι απεφάσισαν να ξενυκτίσουν εκεί. Εξέζεψαν τ' άλογά τους και αφού τα έτριψαν καλά με δεμάτι από άχυρο για να στεγνώσουν τον ίδρωτα τους, τα εσκέπασαν με μεγάλα μάλλινα σκεπάσματα και τα έδεσαν εις το παχνί. Έπειτα εμπήκαμεν όλοι εις το χάνι, γιατί και το ψύχος άρχισε να τσούζη.

Το χάνι ήτο μικρό παλιόσπιτο με αυλήν εις το οπίσω μέρος, με το απαραίτητο πηγάδι και υπόστεγο για τ' άλογα. Για τους ανθρώπους καμμιά φροντίδα δεν έχει ο χατζής, γιατί αυτοί συνειθίζουν να κοιμούνται κοντά εις τα πόδια των αλόγων τους ή απάνω εις τα κάρρα.

Οι τοίχοι του χανιού από μέσα ήτανε κατάμαυροι· η οροφή γεμάτη αράχνες, το έδαφος λασπερό και άνισο. Μερικές σανίδες σκεπασμένες με παλιόχαρτο έκαναν τον σκελετό γυμνών ραφιών. Στον ένα τοίχο ο πάγκος με ολίγα ποτήρια και δύο φιάλες ακάθαρτες και κατασκονισμένες έστεκε εμπρός και μακρύ τραπέζι έπιανε τον άλλο τοίχο.

Εκαθίσαμεν εις την μια άκρη του τραπεζίου, γιατί στην άλλη εκάθουνταν ήδη άλλη συντροφιά καρρολόγων. Οι σύντροφοί μου έβγαλαν από τους ντορβάδες ψωμί από αραποσίτι και ελιές και αρχίσαμε το δείπνο. Ο χατζής έφερε σε δυο μαστραπάδες το σχετικό κρασί.

Οι καρρολόγοι σχετίζονται εύκολα μεταξύ τους. Ακολουθούν τον ίδιον δρόμον, υποφέρουν τους αυτούς κόπους, δίδουν χέρι ο ένας προς τον άλλον σε ώρα ανάγκης. Εκτός τούτου έχουν να ειπούν τόσα και τόσα περί των αλόγων των, περί των συναδέλφων, περί του ταξειδίου των, ώστε ευθύς φιλιώνονται μεταξύ των ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Τούτο έγινε σε λιγάκι και με τους συντρόφους μου. Άλλαξαν ολίγας λέξεις, εκεράσθηκαν μεταξύ τους και τέλος κατήντησαν στο τραγούδι:

Μπαίνω μέσ' στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά, να κι ο νοικοκύρης πόρχεται κοντά!..

Σε λιγάκι έτριξε η πόρτα του χανιού, άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπάρπα Παναγιώτης. Τον θυμούνται όλοι οι καρρολόγοι της εποχής εκείνης του μπάρμπα Παναγιώτη, γέροντα κοντόν, ξεραγκιανόν με ψαρά μαλλιά και γενειάδα δασείαν, φρύδια πυκνά και κατσουφιασμένο μέτωπο. Διέτρεχε τότε το από Λεχαινών μέχρις Αχαΐας διάστημα, φέρων μαζί του ένα γιάλινο κουτί με τέσσερες κούκλες μέσα και το μικρό μπουζούκι του. Εσταματούσε από χωριό σε χωριό, από χάνι σε χάνι, εμπρός εις τις καλύβες των αγροτών και την στάνη των ποιμενών, εις το δάσος, πολλές φορές κοντά εις τον δρόμον και με το μπουζούκι και τα νευρόσπαστά του εκέρδιζε το ψωμί του. Ποιος όμως ήτο ο άνθρωπος αυτός, μυστήριον! Οι καρρολόγοι — άνθρωποι όχι και τόσον πιστευτοί — έλεγαν πολλά περί αυτού.

Ένας άνθρωπος, έλεγαν, υπόπτου εξωτερικού με το μαύρο φέσι του κατεβασμένο ως ταφτιά και μικρή ξεσκισμένη καπότα, εστάθη ένα βράδυ εις την άκρη μικράς λίμνης. Η λίμνη αυτή λέγεται Κάρι — Κασέλα και είνε έξω από τη Μανωλάδα. Κατά τα μεσάνυκτα ο Αράπης της λίμνης, με τη σιδερένια ματσούκα του εβγήκε να βοσκήση τα φλωριά του. Ο άνθρωπος εκείνος τα έβλεπε να πηδούν απάνω στο χορτάρι, κάτω από την αστροφεγγιά τα φλωριά και να προχωρούν αργά και να κουδουνίζουν σαν κοπάδι από πρόβατα. Όλα ήσαν κατακαίνουργα και λαμποκοπούσαν τόσο, που η χλόη εφάγκριζε σαν το πρόσωπο λίμνης. Και ο Αράπης ορθός με τη σιδερένια ματσούκα του, τα σαλαγούσε μπροστά, τα μάζευε από δω, τα έσπρωχνε από κει, εσφύριζε για να μη πλανηθούν, να μη σκορπίσουν στα χαμόκλαδα και χάση κανένα.

Ο άνθρωπος αν ήθελε ημπορούσε να γίνη πλούσιος με μιας. Έφτανε να ρίξη την καπότα του και την αυγή να εύρη πλακωμένο πλήθος από φλωριά. Αλλά ούτε το σκέφθηκε. Το γλυκύ κουδούνισμά τους δεν εκέντησε καθόλου την πλεονεξία του. Εκάθητο με το κεφάλι στα γόνατα βαθειά συλλογισμένος. Μπορεί και να έκλαιε. Τούτο φυσικά έκαμε εντύπωσι εις τον Αράπη, επλησίασε και τον ρώτησε:

— Τι κάνεις εδώ, γέροντα;

— Έρχομαι από μακρυνό τόπο και νυχτώθηκα. Δεν έχω πού να μείνω κι έγειρα εδεπά να πλαγιάσω.

— Σε βλέπω λυπημένο. Για πες μου· είσαι δυσαρεστημένος από την τύχη σου;

— Είμαι λέει; Είμαι και πολύ.

Τι θέλεις; θέλεις να σου δώσω φλωριά. Να σε κάνω να πλέης στο μάλαμα και στ' ασήμι. Θέλεις;

— Δε θέλω φλωριά. Το μάλαμα και τ' ασήμι δε γιατρεύουνε τον πόνο της καρδιάς μου.

— Αμ τι θες κάνε;

— Ε! σαν μ' έχει η τύχη μου να ζήσω ακόμη, να πίνω τα φαρμάκια, ήθελα να είχα τίποτα να βγάνω το ψωμί μου.

— Καλά! είπεν ο Αράπης.

Μπήκε μέσα στη λίμνη και σε λιγάκι γύρισε φέρων ένα κουτί σκεπασμένο με κόκκινο πανί κι ένα μπουζούκι.

— Να· είπε στον άνθρωπο. Με τούτο θα κάμης τη δουλειά σου . .. Αν με χρειαστής καμμιά φορά λέγε «Κάρι κασέλα» κι εγώ θα έρθω όπου και αν είσαι.

Αυτός ο άνθρωπος ήτο ο μπάρμπα Παναγιώτης.

Αυτός λοιπόν άμα άνοιξε η πόρτα εμπήκε στο χάνι, κρατών στο ένα χέρι το μπουζούκι του και στο άλλο το κουτί, σκεπασμένο με κόκκινο μισοτριμένο πανί.

— Α! α!.. καλώς τον μπάρμπα Παναγιώτη. Κάτσε κοντά. Μωρέ και μάννα και πατέρα!.. εφώναξαν ομόφωνοι και με χαράν οι καρρολόγοι.

Το μάννα και πατέρα, σημαίνει πως εστάθηκε τυχερός ο γέροντας γιατί τους βρήκε στο τραπέζι. Εκείνος εχαμογέλασε πικρά για το τυχερό του αυτό, εσούφρωσε τα φρύδια και γνωρίζων ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήθελαν την χαράν και πολύ ολίγον εφρόντιζαν αν την είχε και αυτός, έρριξεν εις μίαν γωνιά την κάπαν του και εκάθισε μεταξύ τους στο τραπέζι.

— Φάε, γέρο μου, και πιέ, να κάνης κέφι. θα το σκούξωμε απόψε, θα βάλης της κούκλες να χορέψουν το τσάμικο! είπε κάποιος από τους καρρολόγους.

Και χάιδεψε το γέροντα στον ώμο.

Ο μπάρπα Παναγιώτης εκίνησε το κεφάλι παραδεχόμενος. Εφαγεν ολίγον, έπιεν ολιγώτερον και έπειτα ετοποθέτησε απάνω στο τραπέζι το γιάλινο κουτί του, εσήκωσε το κόκκινο πανί και αφού πήρε το μπουζούκι του, άρχισε να παίζη τον καρσιλαμάν.

Μέσα στο κουτί εφάνηκαν τέσσερες κούκλες· δυο άνδρες και δυο γυναίκες. Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες και οι γυναίκες βλάχικα. Είχαν ανάστημα από μία πιθαμή κάθε μία. Άμα ο γέροντας άρχισε να παίζη το μπουζούκι και να τραγουδή, τα νευρόσπαστα εκινήθησαν και άρχισαν να χορεύουν σύμφωνα με τον ρυθμόν. Πότε ελύγιζαν τα γόνατα και το κορμί, εκουνούσαν το κεφάλι, εσήκωναν τα χέρια και έξαφνα εστριφογύριζαν για μιας όλες ως βακχίδες.

— Του διαβόλου τα πράματα! Κι έπειτα σου λέει δεν είνε διαβολικά! έλεγαν από καιρού εις καιρόν οι καρρολόγοι, κοιτάζοντες με αυξάνουσαν απορίαν τας κινήσεις των νευροσπάστων.

Ωστόσο ο γέροντας εξακολουθούσε να τραγουδή και να ταιριάζη τον ήχο του μπουζουκιού με τη φωνή του. Το μπουζούκι στα χέρια του καταντούσεν έμψυχον έβγαζε γλυκειές και μελωδικές φωνές. Και τα νευρόσπαστα μέσα στο γιάλινο κουτί τους εχόρευαν και ο μπάρμπα Παναγιώτης ετραγουδούσε διαφόρους χορούς: τον συρτό, τον Καλαματιανό, το πηδητό, το τσάμικο και εις την αλλαγήν των ήχων τα νευρόσπαστα ως να είχον αίσθησιν, να ήκουον τον ρυθμόν και τας λέξεις άλλαζαν τάξιν, θέσιν, κινήσεις και χορόν.

Ο χατζής, ο κύριος δηλαδή του χανιού κοντός και αδύνατος, εκάθητο τυλιγμένος μέσα εις παλιό επανωφόρι, με το κεφάλι στηριγμένο εις τον πάγκον κι' εκοίταζε αφηρημένος τα διαβολικά πράματα. Η γυναίκα του, επίσης αδύνατη και ζαρωμένη γερόντισσα, συμμαζεμένη ως γάτα κοντά στη γωνιά, έκανε κάποτε το σταυρό της και εψιθύριζε λέξεις από το Πιστεύω και έφτυνε απάνω από τον ώμο της, δηλαδή καταπρόσωπον του Οξαποδώ. Οι καρρολόγοι διαφοροτρόπως καθήμενοι εις τους πάγκους, άφωνοι και μισοφοβισμένοι εκοίταζαν με νυσταγμένα μάτια πότε τα νευρόσπαστα και πότε τον γέροντα ο οποίος έμοιαζε εκείνη την ώρα πως κρατούσε τη σφραγίδα της Σωλομονικής και ήταν κύριος εις τα ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα.

Ο Μπάρμπα Παναγιώτης έπαυσε τέλος το τραγούδι του. Εσηκώθη μέσα εις την γενικήν σιωπήν, έσυρε από το συλάχι του μικρό ξύλινο καυκί και το έβαλε απάνω στο τραπέζι για να μαζέψη την αμοιβήν του. Οι καρρολόγοι όταν θέλουν να διασκεδάσουν ξοδεύουν αλύπητα.

Ο γέροντας εφάνη ευχαριστημένος από το ποσόν που εσύναξε. Χωρίς να ειπή λέξη επήρε την κάπα του, εσκέπασε πάλι με το κόκκινο πανί τον θησαυρόν του, εκαληνύχτησε και έφυγε.

— Γέρο στρίγγλε! θα έχουμε λιβανίσματα τόρα!… εψιθύρισε ο χατζής όταν η πόρτα εκλείσθη οπίσω από τον γέροντα.

Εγώ από την ώρα που ο τραγουδιστής άρχισε τα παιγνίδια του έως την ώρα που έφυγε, δεν εκινήθην καθόλου από την θέσιν μου. Συμμαζεμένος μέσα εις μίαν φλοκάταν, εκοίταζα με φόβον και απορίαν άλλοτε τα νευρόσπαστα και άλλοτε τον γέροντα· άλλοτε το χέρι του που εκινείτο γοργά και αδιάκοπα επάνω από τις χορδές του οργάνου. Αληθινά ευρισκόμουν εις μεγάλην στενοχωρίαν που δεν ημπορούσα να καταλάβω ποια η σχέσις του γέροντα με τα νευρόσπαστα και πώς ακολουθούσαν τα τσακίσματα της φωνής του με τόσην ακρίβειαν. Ήρχισα να πιστεύω ως αληθινά τα λεγόμενα και όλην σχεδόν την νύκτα ενόμιζα ότι ευρισκόμην μεταξύ του φοβερού Αράπη της λίμνης και του μπάρμπα Παναγιώτη.

Αλλ' όπως όλα τα πράγματα τα ξεκαθαρίζει ο καιρός, εξεκαθάρισε σε λιγάκι και το μυστήριον του μπάρμπα Παναγιώτη. Έμαθα δηλαδή ότι όχι ο Αράπης της λίμνης, αλλά πολυχρόνιος φυλακή του έδωκε το μπουζούκι και τα νευρόσπαστα.

Νέος ο μπάρμπα Παναγιώτης παρεσύρθη από την κακογλωσσιά της γυναικός του εις φοβερό έγκλημα. Εσκότωσε το μόνο παιδί που είχε αποκτήσει με την πρώτην του γυναίκα. Και κατά την πολυχρόνιον κάθειρξίν του εφεύρε τον μηχανισμόν να τραγουδή και να χορεύουν τα νευρόσπαστα.

Πώς το κατώρθωσε δική του δουλειά. Φτάνει που το κατώρθωσε.

Μ Π Λ Α Χ Α Β Α Ι Ο Ι ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1809

Οι κλέφτες από τ' Άγραφα κι αρματωλοί απ' τα Χάσια Φορέστε τα γελέκια σας, ζωσθήτε τα σπαθιά σας Πιάστε ταμπούρια δυνατά ταμπούρια σιγουράτα, Το καραούλι φώναξε μέσ' από το ταμπούρι: — Πολλά κοράκια φαίνονται μαύρα σαν αρβανίτες Μην είν' ο Φώτης πόρχεται μην είν' ο Λεπενιώτης; — Μήτε ο Φώτης έρχεται μήτε ο Λεπενιώτης Μουχτάρ πασάς μας έρχεται με τριανταδυό χιλιάδες. Κι ο Παπαθύμιος φώναξε με το σπαθί στο χέρι: — Βαστάτε, παληκάρια μου όλοι μέσ' στα ταμπούρια Και τον μουρντάρ Μουχτάρ πασά χτυπάτε στο κεφάλι Κι αυτό τα λιανοκόνιαρα και τους ψωραρβανίτες Στους βράχους να τους ρίξουμε να φάνε τα κοράκια. Τρία γερούσια κάμανε με το αλλάχ — αλλάχ τους Κι όλοι στους βράχους έπεσαν Κονιάροι κι Αρβανίτες Κι άλλο γερούσι πρόσταξε Μουχτάρ πασάς να κάμουν Κι οι Τούρκοι κάμαν το ντουά και πέσαν στο γερούσι Πέντε χιλιάδες Κονιαριά και Λιάπηδες φτακόσιοι Μέσ' στα ταμπούρια των κλεφτών και των καπεταναίων. Γέμισαν βράχοι Αρβανιτιά τα ρέματα Κονιάρους Πικρή φωνή ακούστηκε — Πιάσαν τους Μπλαχαβαίους Σκλαβώσανε τους φίλους τους και όλη τη γενιά τους!…

Ε Υ Α

Κείτεται η γυναίκα η πρωτόπλαστη, ξαπλωμένη στην παχειά χλόη, κάτω από το λιοπύρι του Μαγιάπριλου. Ο Αδάμ ο άνδρας της πέρα στο χωράφι οργώνει με τα καματερά του τη γη, ιδρώνει και μάχεται, πληρώνοντας βαρειά το βαρύ του αμάρτημα. Και εκείνη στυλόνοντας το μάτι στον χαρούμενο κάμπο και τ' αγέραστα βουνά, εις τα δάση τα πυκνοντυμένα και το φειδωτό ποτάμι και τη θάλασσα, εις τα ζωντανά της γης και εις τα πετούμενα του αιθέρα, λέει συμπλήρωμα της Δημιουργίας τον δουλευτή τον άνδρα της και πως χωρίς αυτόν και τους κόπους του, όλα θα ήσαν άχαρα και νεκρά. Και ακόμα λέει, πως αυτή είνε του ανδρός το ταίρι και το συμπλήρωμα, ολάκερη η Ζωή και με τη μεγάλη της κορμοστασιά επροκαλούσε θαρρείς να παραβγούν τη Γη — η μήτρα η αστείρευτη την πλατειά κοιτίδα της Ανθρωπότητος. Κάτω από τα πύρινα σκέλια της εκλωτσούσε πεισματικά το χώμα, έδερνε τον αέρα με τα στιβαρά της μπράτσα και δείχνοντας τους λαχταριστούς λαγώνες της, ετραγουδούσε με περιφάνεια τη μυστική δημιουργία των σπλάχνων της κι εκαλούσε τα σύμπαντα στη δούλεψή της:

— Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη. Ο αέρας θα του δώση ζωή και η Γη θα τον θρέψη και θα τον μεγαλώση. Ο ουρανός θα χαρίση στην ψυχή του χρώματα αρμονικά και ο Ήλιος τόλμην και ενέργειαν. Ο Αιθέρας θα του στείλη όνειρα και η απέραντη θάλασσα απέραντες ελπίδες. Όλα τα ψυχωμένα και τ' άψυχα του κόσμου γενήτε δούλοι μου. Εγώ φέρνω στον κόσμο του κόσμου τον αφέντη…

Ο καλός Θεός κάπως άκουσε τα εγωιστικά αυτά λόγια της γυναίκας και επρόβαλλε στο φρύδι του Παραδείσου ωργισμένος:

— Βρε τη χαραμοφάγα! λέει, Εγώ την έπλασα να συντροφεύη τον άνδρα της στους κόπους και τους μόχθους της ζωής κι εκείνη στον ήλιο τ' απλώνει. Αν την αφήσω έτσι, δε θ' αργήση να κράξη κι εμένα για να της λυσωδέσω το παιδί. Α! δεν είπαμε έτσι. Για να της εύρω μια δουλειά που και να θέλη να μην ησυχάζη νύχτα ημέρα.

Παίρνει ο Θεός μια χούφτα χώμα, την φυσά τρεις φορές και λέει:

— Καταραμένος εσύ από όλα τα θηρία και απ' όλα τα ζωντανά της γης. Επί του στήθους και της κοιλίας της γυναικός βοσκήσεις και παχυνθής και πληθυνθής από του αίματος αυτής και από της σαρκός αυτής. Και έχθραν θήσω αναμέσον σού και αναμέσον της γυναικός και των δακτύλων αυτής και του σιέλου αυτής. Σιέλω ώσπερ ιξώ σιελισθής και όνυχι ώσπερ δοκάνω διασπασθής, αλλ' ου μη λείψης εις τον αιώνα. Αγαθός γαρ ο σπόρος και τροφαντόν το λειβάδι όπου υπάγης.

Και τινάζει τη χουφτιά επάνω στο κορμί της Εύας. Πετιέται εκείνη αλαφιασμένη, τρέχει από δω, φεύγει από κει, πάει και τρίβεται στους κορμούς των δέντρων, χώνεται ως το πηγούνι στα νερά — τίποτα! Άγρια φαγούρα ανάβει το κορμί της. Χίλια βελόνια κεντούν τη σάρκα της. Τι να κάμη; Ξυλώνει τα φύλλα της συκιάς που εσκέπαζαν την γύμνια της και βλέπει το ελεφαντένιο της κορμί αυλακωμένο από τα φουσάτα των ψύλλων. Και αρχινάει το ψυλλομάζωμα.

Ο Αδάμ σήκωσε κάποτε τα μάτια από τη δουλειά και τα έρριξε στη γυναίκα του. Και καθώς την είδε να δέρνεται σαν παλαβή και να μη βρίσκη ησυχία έβαλε δυνατά γέλοια:

— Ηύρε ο ανθός τον κλώνο του κι ο κλώνος τον ανθό του· είπε ευχαριστημένος.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Γ Κ Ο Υ Ρ Α 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1826

Θέλτε ν' ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια, περάστ' από την Κούλουρη και σύρτε στην Αθήνα· κι εκεί ν ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια πώς κλαίν' μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες, ν' ακούστε και τη Γκούρενα, του Γκούρα τη γυναίκα, πώς κλαίει πώς μοιρολογάει, πώς χύνει μαύρα δάκρυα σαν την τριγώνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται, σαν του κοράκου το φτερό μαυρίζ' η φορεσιά της. Και στα μπεντένια κάθεται τα πέλαγ' αγναντεύει, βλέπει καράβια κ' έρχουνται, βαρκούλες κ' αρμενίζουν. Καράβια μου βαρκούλες μου χρυσοί μου μπεγιαντέδες Ψιλή φωνίτσα έβαλε όσο κι αν εδυνάσθη: Πού ήσαι Μαμούρη αντράδερφε πολύ μ' αγαπημένε, Ο Γκούρας εβαρέθηκε και πάει για το Γένος κ' η συντροφιά του σκόρπισε, γυρεύει για να φύγη. Κι ο Μακρυγιάννης χούγιαξε κι ο Μακρυγιάννης λέει: — Παιδιά μ' να νταγιαντίσωμε ακόμη δέκα μέρες σ' εμάς μεντάτι έρχεται στερηάς και του πελάου φέρνουν μπαϊράκια με σταυρό και φράγγους με καπέλο. Μαμούρη πέσε του Φαβιέ, του καπετάνιου Τσώρτση, το κάστρο να μη δώσουμε την παινεμέν' Αθήνα κι ακούστε τσ' Αθηναίισες και τσ' Αθηνιοτοπούλες, πώς κλαίνε για τον τόπο τους και για τα πατρικά τους να μην τα παραδώσουνε στο σκύλο τον Κιουτάγια.

Ο Κ Ο Υ Ρ Δ Ο Υ Κ Ε Φ Α Λ Ο Σ

— Ήταν, που λες, τέτοιες ημέρες, παραμονή Αϊβασιλειού. Στο μικρό μου το χωριό, το θαμένο στο γούπατο ενός κάμπου, η ζωή περνά ήσυχη και ανεπαίσθητη όπως η ζωή των αψύχων. Κάτι μικρομαλώματα, κάποιες μικροφροντίδες, μια χαρά γάμου και μια θανάτου λύπη, είνε τα μόνα που τρικυμίζουν κάποτε αυτή τη νεκροθάλασσα. Μα όταν έρθουν οι καλές, οι μεγάλες ημέρες, η ζωή πετιέται και θορυβεί σαν ανάβρα κεφαλόβρυσου. Δε δουλεύουν στα χτήματα· δε μαθητεύουν στα σκολειά. Παύει ο φόβος του δασκάλου και τα ζαρωμένα φρύδια του πατέρα. Χαρές και χάδια βασιλεύουν ολούθε.

Σε τέτοια καλή στιγμή κατώρθωσα κ' εγώ μια χρονιά να ειπώ τον Άιβασίλη στα σπίτια. Ο Τάσης Γούναρης, σύντροφος στο σκολειό και στα παιγνίδια μου, ήταν πλουσιόπαιδο. Ο πατέρας του ήταν έμπορος· έκανε μαλλιά και τυριά και τα έστελνε στην Πάτρα στους μεγαλεμπόρους. Ο δικός μου ήταν φτωχώτερος μα είχε την κοινωνική του θέση. Ήταν σοβαρός, λιγόλογος, αγέλαστος· τον έλεγαν Λάζαρο οι χωριανοί για να δείξουν το μελαγχολικό του χαρακτήρα. Οπωσδήποτε και οι δυο δεν είμαστε παιδιά του δρόμου και δεν ήταν εύκολο να μας αφήσουν να γυρίζουμε τα σπίτια συνάζοντας δεκάρες.

Η μάννα μου, όταν δειλά — δειλά της το πρωτόειπα εθύμωσε στα γερά.

— Τι; θα γένης, σαν το παιδί του Κουρδουκέφαλου; Εσύ αύριο θάχεις τους μποναμάδες σου.

Ο Κουρδουκέφαλος ήταν χαλκιάς μ' ένα χοντρό ολοστρόγγυλο κεφάλι, σαν τις πέτρινες μπάλες των παλιών κανονιών με μια κοιλιά παιδιά που τ' ανάθρεφε μισόγυμνα μέσα στο χαλκιαδικό του πίσω από το φυσερό και τα κάρβουνα. Έλεγαν μάλιστα γι' αυτόν ότι επειδή χρωστούσε, για να μην του πάρουν το μόνο χτήμα που είχε, το μαγαζί του, κάθε μήνα του άλλαζε την πρόσοψη αφού δεν μπορούσε να το μεταφέρη όπως το φούρνο του ο Ναστραδίν Χότζας. Πότε άνοιγε πόρτα στο δρόμο· πότε την έκλεινε και την άνοιγε στο πίσω μέρος· πότε άφηνε παράθυρο· πότε έκλεινε και το παράθυρο και άνοιγε φανέστρα στη στέγη. Και αυτό έλεγαν το έκανε για να μην είνε ποτέ σύμφωνο με κείνο που είχε υποθηκέψη. Αλήθεια ψέματα δεν ξέρω να το βεβαιώσω.Η μάννα μου όμως παρομοιάζοντάς με με το παιδί του Κουρδουκέφαλου, ήθελε να μου δίξη την εσχάτη περιφρόνηση.

Τέλος αφού έκλαψα γύρω της από το πρωί ως το μεσημέρι την κατάφερα. Την εβεβαίωσα πως δε θα πηγαίναμε παρά στα συγγενικά μας σπίτια. Μ' έντυσε τα γιορτινά μου ρούχα, με καλοχτένισε σαν να μ' έστελνε στην εκκλησιά και με άφηκε να πάω με το φίλο μου.

— Κοίταξε καλά· μου φώναξε από το κεφαλόσκαλο· μην ξεχάσεις να πάτε και στου παπούλη σου.

— Τσ .. έκαμα εγώ ανασηκώνοντας το κεφάλι.

Και αρχίσαμε την περιπλάνησή μας μέσα στο χωριό, αναζητώντας τα συγγενικά μας σπίτια. Στους δρόμους συχναπαντούσαμε άλλες συντροφιές παιδιών, που πήγαιναν κ' εκείνα να ειπούν τον Άιβασίλη. Βαστούσανε ψηλά καλάμια στο χέρι και έτρεχαν κ' εσφύριζαν κ' εχόρευαν καταμεσίς του δρόμου, γεμάτα από υγεία και χαρά. Γυμνοπόδαρα, λασπωμένα, ξεσκούφωτα, έμπαιναν σε κάθε σπίτι, σε κάθε μαγαζί, στις ταβέρνες και άρχιζαν το τραγούδι τους δυνατό, ξάστερο, σαν πουλιά ελεύθερα στο ελεύθερο κλαδί τους.

Ανάμεσα απ' αυτά στην πρώτη γραμμή ήταν και ο γιος του Κουρδουκέφαλου, που δεν ήθελε η μάννα μου να του μοιάσω. Είχε κεφάλι ίδιο σαν του πατέρα του και πρόσωπο μελαμψί, κορμί γερό σαν από μπρούτζο μα κακοτράχαλο. Δεν φορούσε παρά ένα πουκάμισο ζωσμένο στη μέση με σχοινί και ένα βρακί που κατέβαινε λίγο κάτω από τα γόνατα. Και έτσι εφαινόταν ευτυχισμένος. Σε όλες τις συντροφιές έκανε τον αρχηγό ή για να ειπώ ακριβέστερα τον τύραννο. Εμπάτσιζε το ένα παιδί, επείραζε το άλλο, εκαβαλίκευε το τρίτο.

Εμείς, νωθροί στρατοκόποι της ζωής, από τόρα φασκιωμένοι με την κοινωνική πρόληψη, πηγαίναμε από πίσω αναζητώντας τα σπίτια, με τρόμο και με φόβο μην παραστρατήσουμε.

— Να ειπούμε τον Άιβασίλη: ρωτούσαμε δειλά κάτω στη σκάλα.

— Όχι· τον είπαν άλλοι· έπεφτε μια φωνή από πάνω.

Με λύπη και ντροπή μαζί κινούσαμε να φύγουμε αμέσως Ούτε να μας ιδούν δεν ηθέλαμε. Μα όταν μας αναγνώριζαν έτρεχαν και μας φώναζαν από τα παράθυρα οι γυναίκες.

— Μπα! ο Τάσης του Γούναρη! μπα ο Πέτρος τσ' Σβράμενας! ελάτε… ελάτ' απάνω.

Τότε γυρίζαμε χαρούμενοι, ανεβαίναμε τις σκάλες ή γλυστρούσαμε στα ισόγεια και στεκόμαστε μπροστά στα εικονοστάσια. Το καρδιοχτύπι μας μεγάλωνε· τα μάγουλά μας άναβαν σαν κάρβουνα. Τέλος ατενίζαμε τα εικονίσματα, τα Βάγια, τα στέφανα, το αναμμένο καντήλι και αρχίζαμε με βραχνή και ολότρεμη φωνή, σαν πέταγμα πουλιού ξαφνισμένου από το φως το άφθονο:

Άγιος Βασίλης έρχεται Γεννάρης ξημερώνει….

Έτσι περάσαμε ένα με το άλλο όλα τα συγγενικά μας σπίτια. Δεν αφήκαμε ούτε του παπούλη ούτε της κυρά μαμής, που εσύστησε στο σύντροφό μου η μάννα του. Μα σε ξένο σπίτι δεν πατήσαμε· δεν εμπήκαμε σε μαγαζί. Η καρδιά μας ελαχτάριζε· μα της μάννας η τσιμπιά και του πατέρα ο σφόντυλος αγρυπνούσαν φοβερά επάνω από το κεφάλι μας.

Ήρθε τέλος η ώρα της μοιρασιάς. Εγώ ήμουν ο ταμίας. Σε μια τσέπη του πανωφοριού μου έρριχνα ότι μας έδιναν. Καθίσαμε σε μια πέτρα, άδειασα την τσέπη μου και αρχίσαμε να μοιράζωμε σαν καλοί σύντροφοι. Δεκάρα ο φίλος μου δεκάρα εγώ. Πεντάρα εκείνος πεντάρα εγώ. Έκανε κρύο δυνατό· η νύχτα πλάκωνε· η πάχνη σκέπαζε με παγωμένο ίδρωτα όλο το χωριό. Έτρεξα και ρίζωσα στη γωνιά να ζεσταθώ. Η μάννα μου ετοίμαζε το χυλό που θα έφτιανε το πρωί τις τηγανίτες. Τ' άλλα μου τ' αδέρφια καθόντουσαν τριγύρω και έπαιζαν με τ' αναμμένα δαυλιά, εσγάρλιζαν τη στάχτη, εζάλιζαν τη μάννα με χίλια γλυκόλογα. Εγώ σοβαρός και αμίλητος μετρούσα τα ξεδούλειά μου. Πλάκωνε η αυριανή που θα έπαιζα τη βλάχα, το στριφτό, το ντοιχάκι με τ' άλλα συνομήλικα. Άξαφνα βρόντησαν παράδες στο πανωφόρι μου. Βάνω το χέρι μου, ψαχουλεύω, βρίσκω μέσα στη φόδρα πεσμένα σαρανταπέντε λεφτά. Ναι· τέσσερες δεκάρες, και μια πεντάρα. Ίδρωτας με τσάκισε.

— Μάννα, φωνάζω· μάννα! βρήκα κι' άλλα λεφτά στην τσέπη μου.

Εκείνη στη δουλειά της σκυμμένη δεν έδωκε απόκριση.

— Μάννα, της ξαναλέω — είχα κι' άλλα λεφτά Δεν τα μοιράσαμε τούτα. Δεν τα είδα, μα το Θεό· δεν τα είδα…

— Δεν πειράζει· τα μοιράζετε αύριο·

— Όχι· θα πάω τόρα.

Και σηκόνομαι ορθός, φορώ τα παπούτσια, έτοιμος ν' ανοίξω την πόρτα. Μα η μάννα μου θυμωμένη μου φωνάζει άγρια.

— Πού θα πας, μωρέ, τέτοια ώρα: Δεν ακούς τι κάνει όξω!

Αληθινά έξω βογγούσε ο βοριάς και το νερόχιονο έπεφτε. Το σπίτι του φίλου μου ήταν μακρυά. Έπρεπε να περάσω αυλάκια να διαβώ από τόπους στοιχειωμένους. Κοντά ήταν της θειά Κωσταντινιάς το χαγιάτι, που είδα προχτές σούρουπα τον Αϊδημήτρη και έβαλα τις φωνές. Παρακάτω η συκιά της Πλεύρενας, που για να περάσω άλλοτε άφηκα το ένα μου παπούτσι. Παραπέρα η βρύση, που τέτοια ώρα οι νεράιδες πλένουν και λευκαίνουν τα μεταξωτά τους. Όλα τώρα τα θυμώμουν και ανατρίχιαζα. Μα δεν ημπορούσα και να ησυχάσω. Φίδι ανάδευε μέσα μου. Τα σαρανταπέντε λεφτά καίγανε τα χέρια μου.

— Μάννα, άσε με να πάω…..δε θ' αργήσω· είπα κλαίοντας τόρα.

— Πήγαινε ντε να σε πάρουν οι Καλικαντζάροι. Ή ξέχασες πως έχουμε ακόμη Δωδεκάημερα;

Όχι· δεν το ξέχασα· το θυμόμουνα πολύ καλά. Οι γυναίκες κάθε ώρα μας το θύμιζαν με τα καμώματα και τ' ανέκδοτά τους. Μα τι ήτανε για μένα οι σαϊτάνιδες αυτοί μπροστά στην αγωνία που έπνιγε την ψυχή μου: Ενόμιζα πως το ήξερε τόρα ο Τάσης το αδίκημα, πως το έλεγε της μάννας του· κλέφτης, κλέφτης, κλέφτης, ήμουνα εγώ!

— Μάννα, δεν μπορώ· θα πάω! ξαναφώναξα κατακόκκινος.

Γύρισε και με είδε κατάματα· χαμογέλασε. Δεν ξέρω γιατί χαμογέλασε. Μου φόρεσε καλά το πανωφόρι, μου σήκωσε το γιακά· μου στοίβαξε ως τ' αφτιά τη σκούφια, άνοιξε την πόρτα.

— Τρέχα και πρόσεχε μην πέσης στις λάσπες.

Κατέβηκα τη σκάλα και η καρδιά μου φτερούκαε. Το άπλερο σαρκίο μου ανατρίχιαζε μέσα στη νύχτα από φόβο και κρύο. Εδώ σκόνταβα, εκεί γλυστρούσα, άλλου εβάλτωνα. Έπεφτα στις φράχτες, χτυπούσα στα κορμόδεντρα. Μα όλο προχωρούσα με τα λεφτά στη φούχτα μου. Πέρασα με κλειστά μάτια το χαγιάτι της θεια Κωσταντινιάς· διάβηκα χωρίς ν' ατενίσω τη στοιχειωμένη συκιά· πήδησα στη βρύση χωρίς να προσέξω τα τραγούδια και τα όργανα της νεράιδας· έφτασα τέλος στο σπίτι του φίλου μου.

Μα ήταν κατάκλειστο, σιωπηλό και άγριο στο σκοτάδι. Βάνω τις φωνές.

— Τάση!.. Τάση!..

Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Έτρεμα ολόκορμος. Γύριζα και έβλεπα φοβισμένα πίσω μου. Ήσκιοι πέρναγαν μπροστά μου· κρύα χέρια ψαχούλευαν στις πλάτες, στα μαλλιά μου.

— Τάση! έ Τάση!.. ξαναφώναξα βραχνά.

Τίποτα. Σκύλλοι γαύγιζαν απόπερα. Γαύγιζαν και ούρλιαζαν σαν λύκοι. Τα πόδια μου δεν ήθελαν να κρατήσουν ορθό το σώμα μου. Κάποτε ανοίγει ένα παράθυρο.

— Ποιος είνε; φώναξε ο φίλος μου.

— Τάση, εγώ είμαι· έλα κάτου να σου ειπώ.

— Δεν μπορώ, καϋμένε — δε μ' αφίνει η μητέρα· Τι θες;

— Έλα κάτου — έχω κι' άλλα λεφτά να μοιράσουμε. Ήταν μέσα στη φόδρα και δεν τα είδα .. . Να μα το Θεό, δεν τα είδα …

Κατέβηκε πάραυτα, του έδωκα τις δυο δεκάρες, κάνοντας χίλιους όρκους πως δεν τα είχα ιδή. Η καρδιά μου αλάφρωσε. Έμεινε η πεντάρα· του την χάριζα κ' εκείνη.

— Όχι, ναν τη στρίψουμε· λέει. Όποιος την πάρη.

Την έπιασε στο χέρι· την έρριξε ψηλά.

— Κορώνα ή γράμματα;

— Κορώνα.

Δεν πρόφτασα να κράξω και ένας ήσκιος θεότρομος ερίχτηκε απάνω μας, σαν ουρανοκατέβατος. Μας άνοιξε τις χούφτες, μας πήρε τα λεφτά, έσκυψε έπειτα άρπαξε την πεντάρα από χάμου και χάθηκε τσαλαπατώντας σαν βούβαλος τις λάσπες του δρόμου. Ήταν το παιδί του Κουρδουκέφαλου.

Εμείς εμείναμε για κάμποση ώρα ξυλιασμένοι εδεκεί. Έπειτα μ' ένα στόμα εβάλαμε τις φωνές και τα κλάματα ώσπου ήρθαν οι δούλοι του Τάση και μας συντρόφεψαν στα σπίτια μας.

Ο Λ Α Β Ω Μ Ε Ν Ο Σ

Ενύχτωσε και βράδιασε πάη και τούτ' η μέρα· Σύρτε παιδιά μου για ψωμί ψωμί να φάτε απόψε, και φέρτε μου παλιό κρασί από το μοναστήρι, να πλύνω τις λαβωματιές, να πλύνω τους γεράδες. Κι όσο να πάτε στο καλό, παιδιά μ' και να γυρίστε Για φέρτε μου τον ταμπουρά να λιανοτραγουδήσω την πίκρα της λαβωματιάς και του βολιού το χάλι. Κι αν δε με βρήτε ζωντανό, παιδιά μη λυπηθήτε μόν' κλείστε μου τα μάτια μου, φιλήστε μ' ένας ένας Κάψτε κλαριά και στρώστε μου κλαριά προσκεφαλάρι, φτιάστε και το κιβούρι μου πλατύ για δυο νομάτους, να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω.

Ε Υ Ε Λ Π Ι Δ Ε Σ

Η συντροφιά ήτο με αυτό το όνομα γνωστή. Ο Γιώργης ο Ίκκινης και ο Γιώργης ο Μπαλαρής. Ο Ντίνος ο Γαρίπης και ο Νιόνιος ο Άου. Κάποτε έμπαινε μεταξύ τους και ο Θανάσης ο Παλιαδερφός για να κάνη θελήματα και να λέη τις αφάνταστες παλικαριές του. Αυτός όμως ήτο της προσκολλήσεως. Αχώριστοι ήσαν οι τέσσεροι πρώτοι.

Τα επίθετά τους είχαν λησμονηθή εντελώς και εζούσαν μόνον με τα παρανόμια τους. Βέβαια θα ετελείωναν εις πούλος, αλλά και οι ίδιοι δεν θυμόνταν πως άρχιζαν. Αν τύχαινε να έρθη γράμμα τους, ο γραμματοκομιστής θα εκτυπούσεν όλες τις άλλες πόρτες και ύστερα τη δική τους. Έτυχε κάποτε να ζητηθή επειγόντως εις το τηλεγραφείο ο Γιώργης Αναγνωστακόπουλος, να γίνη τόση κουβέντα εις το καφενείο και έπειτα από μισή ώρα ν' ακουσθή ο Μπαλαρής χτυπόντας το μετωπό του:

— Μωρέ!.. Αναγνωστακόπουλος είμαι 'γω!..

*

Οι δυο πρώτοι εκρατούσαν συντροφικά ένα καφενέ στο Σταυροπάζαρο. Από πότε τον είχαν δεν θυμούνται και οι ίδιοι. Ούτε από τους γεροντοτέρους του χωριού ημπορούσε να μαρτυρήση κανείς. Όλοι θυμούνται και τον καφενέ και τους ενοικιαστάς ίδιους και απαράλλακτους. Το πρώτο με τοίχους γεμάτους αράχνες· με οροφή κατάμαυρη, το πάτωμα άπλητο κι αιωνίως βρεμμένο· τους καθρέφτες και τα κάδρα σκεπασμένα από μιγοκαθίσματα· τους πάγκους με ξεσχισμένους μουσαμάδες και τη τζαμαρία σκεπασμένη μ' ένα ξεβαμμένο μπουγασί. Τους καφετζήδες ούτε καθαρώτερους ούτε χαρωπότερους από τον καφενέ τους. Κοντοί και οι δυο, κακοτράχαλοι, με κεφάλια ωχρά και μακρουλά σαν πεπόνια, όταν δεν εκοιμώντο εις τις καθέκλες τους εβημάτιζαν σαν υπνωτισμένοι. Όταν τους έβλεπες με το δίσκο ή με τον ναργιλέ να πηγαίνουν εις τους πελάτες, ενόμιζες ότι τα πράγματα που κρατούσαν έσυραν αυτούς παρά εκείνοι τα πράγματα

Αλλά σπάνιον ήτο να υπηρετούν και οι δυο ταυτοχρόνως. Πάντα ο ένας θα έπαιζε χαρτιά αν δεν έπαιζαν και οι δύο. Και αν τότε παρουσιάζετο πελάτης και ζητούσε καφέ ή λουκούμι, ένας από τους δυο ενώ εχτυπούσε δυνατά τον φάντε εις το τραπέζι του έλεγε:

— Έμπα φτιάστον μια στιγμή! δε θα κουρασθής.

Και τούτο αν ετύχαινε ξένος. Γιατί οι τακτικοί πελάτες, άμα τους έβλεπαν καθισμένους εις το παιγνίδι, επήγαιναν ίσα στον πάγκον, έκαναν μόνοι τους τον καφέ και εσερβίριζαν μονάχοι τους.

*

Αυτά για τους δύο πρώτους. Ο τρίτος ο Γαρίπης είχε διαδεχθη τον πατέρα του στο μπακάλικο. Αντί όμως να αυξήση την πελατεία του και να πλουτήση τα είδη της μπακαλικής, έδειξε όλη του την δραστηριότητα εις το να το καλλωπίση μόνον. Όποιος το έβλεπε το έπερνε για κουρείο, όχι μπακάλικο. Πρώτη και κυριώτερη φροντίδα του έβαλε πώς να κρύψη από τα μάτια των θεατών κάθε πρόστιχο εμπόρευμα.

Δεν περιορίστηκε μόνον να τυλίξη και τα σαρδελοβάρελα με χρωματιστά χαρτιά, αλλά αφού έβαψε τα ράφια με χτυπητά χρώματα, αφού έστρωσε τους τοίχους με χρυσόχαρτα και άπλωσε χάρτινες χρωματιστές καδένας απ' άκρη σ' άκρη χιαστί στο ταβάνι, άπλωσε εις τους τοίχους αρχαία ρητά: Μηδέν άγαν. Είς οιωνός άριστος. Αμυνεσθε περί Πάτρις. Χρόνου Φείδου.

Εκτός δύο η τριών που ημπορούσαν να τα διαβάσουν και να τα εννοήσουν, οι περισσότεροι τα έπαιρναν και αυτά για κεντήματα. Όλα όμως αυτά δεν ετραβούσαν πελατείαν. Μόνον κατά το κοντόβραδο όταν εσκόλαζαν οι εργάτες, είχε κάποιο νταραβέρι χάρις εις την συνήθειαν που και αυτήν εκληρονόμησε από τον πατέρα του. Εσυνήθιζε δηλαδή να ρίχνη ένα τενεκέ νερό στο πηγάδι και οι εργάτες ήσαν βέβαιοι ότι μαζί με το ρακί θα πιουν και ένα ποτήρι δροσερό νερό. Αλλά τόσο του έφτανε.

Όσο για τον Άου και αυτός είχε κληρονομήσει ένα σπίτι με μεγάλη περιοχή για να κάθεται και λίγα στρέμματα σταφίδα. Το σπίτι είχε μεγάλον κήπον και ημπορούσε με λίγα ημεροδούλια να έχη της χρονιάς του τα λαχανικά και τα οπωρικά· αλλά τον άφηνε ακαλλιέργητον. Την σταφίδα την εκαλλιεργούσε με ξένους εργάτες. Και βέβαια η σταφίδα δεν κατόρθωνε να καλύπτη τα έξοδα της χρονιάς του· αλλά δεν εφρόντιζε να κάμη και τίποτε άλλο. Επίστευε πως δεν ήτο καμωμένος για δουλειά.

Ωστόσο μεταξύ τους οι τέσσερες φίλοι εζούσαν ζωή χαρισάμενη. Το κυριώτερο μέρος που τους απασχολούσε στη ζωή ήταν η κουβεντούλα και το φαγοπότι. Και εις αυτό είχαν ομολογήση αμοιβαία κοινοκτημοσύνη. Άμα επλησίαζε η ώρα του κολατσιού, του φαγητού ή του δείπνου πήγαινε ένας εις τον άλλον και ρωτούσε:

- Έχεις τίποτα για μάσημα;

- Κάτι θα βρεθή . . .

Και το κάτι φανερονότανε σε λιγάκι είτε ως τζουβέκι, είτε ως τσιπούρα Μεσολογγίτικη φτιασμένη με το κρεμμυδάκι, είτε γαρδούμες που κολυμπούσαν στη σάλτσα, είτε κυνήγι κατά την εποχή.

Άλλη φορά χωρίς προσυνενόηση στην ώρα του φαγητού, έφτανε στον καφενέ καμία πιατέλα έτοιμη από το σπίτι ή νταβάς από το φούρνο και εκαλείτο η συντροφιά να τον παστρέψη. Τότε εις το σπίτι εστέλλοντο μερικές δεκάρες για να αντικαταστήσουν το φαγητό με ψωμοτύρι. Ετύχαινε όμως κάποτε ένας από τη συντροφιά να προσκληθή σε δείπνο έξω της παρέας. Η συντροφιά ειδοποιείτο καταλλήλως την ώρα και το μέρος που θα εγίνετο η συγκέντρωσις. Τότε ένας με τον άλλον, δήθεν τυχαίως περνούσαν από κει και

— Μπα! εδώ είσαι κι εγώ σε γύρευα κατακαπινού!

— Με ήθελες τίποτα;

— Κάτι σ' ήθελα…

— Με φώναξε αποδώ ο τάδε να φάμε. Κάτσε να πάρης μεζέ.

— Δεν ψώνισα τίποτα για το σπίτι. Ας είνε…

Τον παίρνω ένα μεζέ στο πόδι…

Και ενώ έλεγε στο πόδι έπαιρνε κάθισμα και κάθιζε στο τραπέζι. Ο νοικοκύρης δεν έλεγε τίποτα. Μάλιστα προσπαθούσε να περιποιηθη τον απρόσκλητο. Με ένα παραπάνω το φαγί δε θα λείψη. Των ενιά νομάτων το φαί δικάει και τους δέκα. Πριν όμως προφτάσει να αποτελειώση το λαϊκό συλλογισμό του, ακουόταν από το δρόμο άλλη φωνή.

— Ρε Μπαλαρή! τι θες εδώ μέσα;

— Να, έχει μεζέ ο τάδε και με φώναξε να του κάμω συντροφιά.

— Ώστε δεν ετοίμασες τίποτα για σήμερα;

— Και μ' άφησε η πρέφα! Από την αυγή τόρα δα τελειώσαμε. Κάτσε να πάρης μεζέ.

— Τι μεζέ που δε σε βλέπω από την πείνα;

Ο νοικοκύρης ξεροκαταπίνει αλλά προσθέτει και κείνος.

— Κάτσε αδερφέ Γιώργη. Είνε αρκετό φαγί.

— Τι αρκετό; είσαστε τόσοι νομάτοι! Α! μωρέ Μπαλαρή· θα μου το πληρώσης!

Και θυμωμένος τάχα κάνει να έβγη από το μαγαζί. Ο Μπαλαρής γελά· ο νοικοκύρης το παίρνει στο φιλότιμο. Πηδάει απάνω, τρέχει στην πόρτα.

Δε σ' αφήνω να περάσης· λέει γελαστά στον Ίκκινη. Κάτσε να φάμε τόρα.

— Άσε με.

— Δε σ' αφήνω, θα κάτσης.

— Όχι. θα πάω να πάρω ψωμοτύρι να φάω!

— Το τρως κι εδώ το ψωμοτύρι…

Τέλος πείθεται ο Ίκκινης, γυρίζει και κάθεται στη συντροφιά, βρίζοντας τον Μπαλαρή. Δεν έχει βάλει τρίτη μπουκιά ο δόλιος νοικοκύρης και ορμά μέσα, αναψοκοκκινισμένος ο Άου.

— Μωρέ μπράβο σας! λέει. Καλά μου την καταφέρατε. Μωρέ Μπαλαρή δε συμφωνήσαμε από χτες να βάλης σήμερα ντζουβεκάδα: Που είνε τη;

— Να τη!

— Εδώ την είχατε κι εγώ περίμενα στον καφενέ! Γυρεύω τον ένα, λείπει γυρεύω τον άλλον, πουθενά. Κι ο καφενές γεμάτος από ευέλπιδες. Άλλοι φτιάνουν καφέδες, άλλοι σουμάδες και νοικοκύρης πουθενά.

— Ωρέ μας αφήνεις με τον καφενέ σου! λέει τάχα θυμωμένος ο Ίκκινης. Πεινάς; κάτσε φάε.

— Τι να φάω μωρέ! Τι να φάω! φωνάζει αγαναχτισμένος ο Άου, δείχνοντας τον νταβά αδειανόν σχεδόν. Κόκκαλα θα φάω; Εγώ άφησα μία συναγρίδα στο σπίτι που ήταν σαν παιδί. Την άφησα για τη συντροφιά.

— Προφτάνεις και τόρα…

— Τόρα! ούτε τα σπάραχνά της δε βρίσκω τόρα. Στο σπίτι τρώνε από τις ένδεκα.

— Ε, μην κάνεις έτσι ετόλμησε να ειπή ο νοικοκύρης. Κάτσε κι ό τι βρεθή.

— Τι να κάτσω; δε βλέπω τίποτα.

— Κάτσε θα πάρουμε και τυρί.

Και χωρίς να περιμένη απάντησι δίνει το κάθισμά του στον Άου, παίρνει λεπτά και βγαίνει να αγοράση τυρί. Πίσω του όλοι και οι τέσσερες με ένα σύνθημα φουσκώνουν τα μάγουλά τους και ξεραίνονται στα γέλοια.

*

Τα γεύματα αυτά η συντροφιά τα έλεγε της προσκολλήσεως. Έτρωγε συχνά εις βάρος άλλων συχνότερα όμως έτρωγαν άλλοι εις βάρος δικό της. Και επειδή τα γεύματά της τα έκανε πάντα μέσα εις τον καφενέ, αδύνατον κάθε φορά να μην τύχουν και άλλοι να τους ειπούν — Κοπιάστε! Και το έκαναν πάντα με ευχαρίστησί τους. Ήσαν καλοφαγάδες αλλ' όχι και λαίμαργοι· κρασοπατέρες αλλ' όχι μπεκρήδες· γλεντζέδες αλλ' όχι θορυβοποιοί.

Το νόστιμο είνε που μοναχός του καθένας έκανε την εντύπωσι κακούργου. Αμίλητος, αγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Αν τον συναντούσες μπροστά σου θ' απόφευγες να του ειπής: καλημέρα. Όταν όμως έσμιγαν μεταξύ τους άλλαζαν αμέσως γίνονταν παιδιά. Δεν ήθελαν τίποτ' άλλο παρά γύρω σ' ένα νταβά, με το ρουμπίνι στο ποτηράκι να κουτσοπίνουν και να φλυαρούν για όλα τα πράγματα της κοινωνίας, για όλα τα ανδρόγυνα, για όλα τα νιτερέσια. Και το έκαναν ελαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, άκακα. Ώρες έτσι επερνούσαν. Και όταν ετελείωναν με τους άλλους άρχιζαν και μεταξύ τους. Η μύτη του ενός, το χτένισμα του άλλου, το φόρεμα του τρίτου, το περπάτημα του τέταρτου ήσαν τόσες αφορμές για γέλοια, για παρανόματα, για πειράγματα αφάνταστα. Και στο φαγί τους ακόμη επροσπαθούσαν ο ένας να πειράξη τον άλλον. Έτρωγαν πολλές φορές βιαστικά για να μείνη στον άλλον λιγώτερο ή επροκαλούσαν του ενός μια διήγησι και ενώ εκείνος έλεγε, αυτοί επροσπαθούσαν να σαρώσουν το φαγί. Ή τον έκαναν να κοιτάζη αλλού και του άρπαζαν το φαγί από το πιάτο. Ή τον εκούρδιζαν να θυμώση και να σηκωθή από το τραπέζι για να του κλέψουν τους καλήτερους μεζέδες. Συνέβη μάλιστα κάποτε και το εξής. Ο Γαρίπης εψόνισε για την παρέα χαμοκελάδες, τα μικρά εκείνα πουλάκια του Σαραντάημερου, που έρχονται εις τον Κάμπο και τα μαζεύουν κοπάδια το βράδυ με το πυροφάνι. Πήρε δυο δωδεκάδες και τις έδωκε του Μπαλαρή να τις βάλη στο φούρνο. Πριν όμως εδιάλεξε τις πιο παχιές, και τις σημάδεψε με μια κλωστή. Ο Μπαλαρής δεν έφερε αντίρρησι· τις ετοίμασε και τις έδωκε στο φούρνο. Ειδοποίησε όμως τους άλλους για την πονηρία του Γαρίπη. Πάνε εκείνοι στο φούρνο, λύνουν την κλωστή από τις παχιές και τη δένουν σε άλλες ισάριθμες, αλλά τις πιο αδύνατες. Το βράδυ στο τραπέζι ο Γαρίπης εκοίταζε το νταβά και απορούσε: «Αι μεν χείρες χείρες Ισαάκ η δε φωνή φωνή Ιακώβ » σκεφτότανε. Έπαιρνε τα σημαδεμένα πουλιά, αλλ' ούτε η γεύσις ούτε τα μάτια του τον έπειθαν πως ήταν και τα καλήτερα. Την άλλη όμως ημέρα και όλη την εβδομάδα και μήνα ακόμη και μπορεί ως τα σήμερα να διηγείται το πάθημα του Γαρίπη και να γελάει όλο το χωριό.

*

Έξαφνα όμως ένα σύγνεφο παρουσιάστηκε εις τον γελαστόν ορίζοντα της συντροφιάς. Ο Μπάρμπα Λινάρδος. Ήταν και αυτός της αγοράς, μαγαζάτορας με υπόληψι. Αλλά πασίγνωστος για την τσιγκουνιά και την λιχουδιά του. Ποτέ δεν καθότανε σε καφενείο ή σε κρασοπουλειό, παρά όταν επλήρωνε άλλος. Τον πρωινό και τον μισημεριάτικο καφέ του, τον έπινε στο σπίτι γιατί εδικαιολογείτο — εσυχαινότανε να πίνη από τα χέρια του Μπαλαρή. Ούτε σε κουρείο επάτησε ποτέ. Δυο φορές τον χρόνο έκοβε τα μαλλιά του και τότε κατέφευγε εις την προβατοψαλλίδα του φίλου του Μπακαφούκα, που είχε μάθη την τέχνη επάνω εις την ράχη των προβάτων του.

Ο Λινάρδος είχε γυναίκα και μονάκρυβο παιδί. Για να τους γλυτώση από την ζέστη και τους πυρετούς του κάμπου, τους έστειλε να περάσουν το καλοκαίρι στο βουνό κ' εκείνος άρχισε τη ζωή του εργένη. Έτσι μια ημέρα παρουσιάσθηκε εις τον καφενέ την ώρα που αρχίζη το μάσημα της συντροφιάς. Κατά την συνήθειά τους τον εκάλεσαν να πάρη μεζέ. Εδέχθη πρόθυμα. Την άλλη μέρα το ίδιο. Επίσης και την άλλη. Ο Λινάρδος εις την ωρισμένη ώρα επερνούσε τυχαίως απόξω και άρχιζε ο διάλογος:

— Καλώς τα χαίρεστε.

— Ευχαριστούμε … ορίστε.

— Χαιρόστε. Τόρα απόφαγα κ' εγώ.

— Δεν πειράζει. Ένα μεζέ.

— Δεν πάει κάτου ..

— Θα πάη.

Και αληθινά επήγαινε και παραπήγαινε. Οι μπούκες κατέβαιναν η μια πίσω από την άλλη σαν οι χάντρες του κομπολογιού. Η συντροφιά στην αρχή διασκέδαζε με την αχορταγιά του. Κατάπινε τα κομάτια, κατασύντριβε τα κόκκαλα, εξέσχιζε τους τένοντας, ερρουφούσε το μεδούλι και κατέβαζε τα ποτηράκια απανωτά, σαν να ενήστευε βδομάδες. Η συντροφιά έκοβε το μάσημα, εδηγούντο ανέκδοτα, κοροϊδεύονταν, γελούσαν, επειράζοντο. Εκείνος εμάσα κι' έπινε αμίλητος.

— Μπα τον κόρακα! εψιθύριζε μέσ' από τα δόντια του ο Μπαλαρής.

— Μωρέ θα μας φάη κι εμάς!… έλεγε ο Γαρίπης.

Έπειτ' από λίγες ημέρες η συντροφιά άρχισε ν' ανησυχή. Ένας με τον άλλον του έρριχναν πόντους να του δείξουν τα καθήκοντά του.

— Αύριο τι θα φτιάσουμε, παιδιά;

— Είνε η σειρά του Λινάρδου αύριο. Ας φτιάση ό τι θέλει.

— Δεν μπορεί ο Λινάρδος. Πού να κάτση να κάνη τέτοια πράματα!

— Άμα ειπεί του Νικολού του Τσάντα το ετοιμάζει στη στιγμή.

— Τι του Τσάντα; έλεγε ο Μπαλαρής. Ας πη ο Λινάρδος κι εγώ το ετοιμάζω στο φτερό. Πότε θέλτε; θέλεις αύριο; Και κοίταξε το γέρο στα μάτια ερωτηματικά.

— Ωραίο ψητό! κουρκουφίγγι!.. έλεγε εκείνος σφογγίζοντας με το μαντήλι τα μουστάκια του.

— Εγώ το ετοίμασα. Να σου φτιάσω εγώ τζουβέκι που να γλείφης και τα δάχτυλά σου. Πότε το θες; εξαναρώτησε ο Μπαλαρής.

— Αφήτε να χωνέψουμε τούτο. Από τόρα θα σκεφτούμε γι' αύριο. Ας ζήσουμε ως αύριο.

Η συντροφιά έσκαε στα γέλοια με τον τρόπο που γλυστρούσε ο Λινάρδος. Και οι μέρες επερνούσαν έτσι ευχάριστες, αμέριμνες, με γέλοια και με χάχανα.

Αλλά έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Απόγεμα Σαββάτου και το Σταυροπάζαρο μοιάζει με μεγάλο αρχοντικό που περιμένει γιορτή. Τα παιδιά των μαγαζιών είνε όλα σε κίνηση. Τα περισσότερα με τα ψηλά σαρώματα στα χέρια, σαρώνουν όχι μόνον το πεζοδρόμι αλλά και το δρόμο ολόκληρο. Άλλα ξύνουν τους πάγκους με μαχαιράκια· άλλα γιαλίζουν τις ζυγαριές και τα ζύγια· άλλα πλένουν τα ρακοπότηρα, άλλα καταβρέχουν. Ολούθε κίνησις και θόρυβος. Οι εργάτες γυρίζουν από τις εργασίες συντροφιές — συντροφιές και σκορπίζουν εδώ κ' εκεί.

Ο Γαρίπης εκάθητο απόξω από το μαγαζί του μαζί με τον Λινάρδο και κοίταζαν την κίνησι της αγοράς, περιμένοντες μοιρολατρικώς τους πελάτες. Ό τι στείλει ο Θεός!

Έξαφνα ακούστηκε από το μέρος του Στρεμενού φωνή τραγουδιστή και δυνατή:

— Κύριοι πολίτες!…

Στου Δημητράκη την ταβέρνα, βάλανε καλό κρασί!… Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, δεκαπέντε η μισή! Αν ρωτάς για την ακέρια τρέχα στα παλιά δεφτέρια!…

Και πριν να σβύση το τραγούδι εφάνη ν' αναβαίνη καταμεσίς του δρόμου ο Κόλιας, ο τελάλης με τη μεγάλη κορμοστασιά του, με την Αληπασάδικη γενειάδα του, τυλιγμένος στα ράκη του μεγαλοπρεπής, αυστηρός, επιβλητικός. Στο δεξί χέρι κρατούσε επιδεικτικά ένα μεγάλο κομμάτι ρουμπίνι, μια φιάλη με κρασί και στο άλλο ποτήρι αδειανό. Επλησίαζε τις διάφορες συντροφιές, έχυνε από λίγο κρασί στο ποτήρι και το έδινε να δοκιμάσουν. Σύγκαιρα αντί να δώση απάντησι εις το ρώτημά τους, ετραγουδούσε δυνατά και ρυθμικά:

Στον Δημητράκη την ταβέρνα, βάλανε καλό κρασί! Οχτώ λεφτά το κατοστάρι, δεκαπέντε η μισή! Αν ρωτάς για την ακέρια τρέχα στα παλιά δεφτέρια!…

— Αρχίζει το γλέντι· είπε με παιδική χαρά ο Γαρίπης.

Και πραγματικώς ακούσθηκε αμέσως η πρώτη βόμβα — Βζιτ!… Ο Κόλιας ετινάχτηκε σαν το άλογο που το τσιμπά αλογόμυγα και κοίταξε γύρω του. Αλλά την ίδια στιγμή ένα σου!… συγκρατητό εβγήκε, άγνωστο από πού και το βζιτ! δεν ξανακούστηκε. Ο Κόλιας επειράχτηκε περισσότερο. Σύγουρα υπήρχε συνενόησις. Ταραγμένος έφτασε κοντά εις τους δύο φίλους και με χέρια τρεμουλιαστά τους κέρασε το τελευταίο κρασί.

— Βλέπω έχουμε ησυχία σήμερα, Διονύση· του είπε ο Γαρίπης.

— Ναι· διαβολική ησυχία! εφώναξε δυνατά ο Κόλιας.

Κι ενώ είχε τελειώση τη δουλειά του και ημπορούσε να φύγη, άρχισε πάλι να κατεβαίνη το Σταυροπάζαρο και να φωνάζη νευρικά:

— Μαρούλια! μαρούλια! Αγκουράκια, κολοκυθάκια, ραπανάκια! χλωρά κουκιά! Μπάμνιες, ντομάτες, μελιτζάνες!.. που να σας πάρη ο διάβολος !…

Τίποτε απ' αυτά δεν είχε στα χέρια του· δεν ήτο άλλως τε της εποχής. Ήθελε όμως να κάνη να τον προσέξουν στην αγορά, να τον πειράξουν όπως άλλοτε, να θυμώση, να βρύση, να γίνη ντόρος γύρω του. Αλλά τίποτα! Κανείς δεν τον επρόσεξε. Αυτό τον εσκύλιαζε περισσότερο· τα γένια του άρχισαν να τρέμουν και τα πόδια του να μην τον βαστάζουν γερά. Ωστόσο επέμενε να κοιτάζη προκλητικά, έσπρωξε δυο τρεις με τις πλάτες, τάχα κατά λάθος και τέλος εφώναξε μυστικά βζιτ! βζιτ! τάχα πως το φωνάζει άλλος. Και έτσι όμως η ίδια αδιαφορία. Εκείνοι που έσπρωχνε ή που πατούσε, πάγαιναν πάρα πέρα, εφυλάγοντο· μα ούτε λέξη του έλεγαν, ούτε γύριζαν να τον κοιτάξουν. Εφρένιασε ο άνθρωπος.

Εστάθηκε άξαφνα, έβαλε τα χέρια στους γοφούς, γύρισε τα μάτια πέρα δώθε και άρχισε τις φωνές:

— Βζιτ! βζιτ!.. Μιλάτε ρε διαόλοι! Βαλθήκατε να με τρελλάνετε σήμερα!.. Φωνάχτε βρε Βελζεβούλιδες, Εωσφόροι, Οξαποδώ, κακούργοι!… Βζιτ! βζιτ! βζιτ! βζιτ!..

* Ο Λινάρδος ωστόσο ακόμη έσκαε τη γλώσσα του από την ηδονή του κρασιού που δοκίμασε.

— Σ' άρεσε βλέπω· του είπε ο Γαρίπης.

— Μ' άρεσε λέει! Μ' άρεσε! Μα κρασί είνε τούτο ή Θεός!

— Πάμε να πιούμε από ένα;

— Πάμε θα κεράσω γω· είπε πρόθυμα ο Λινάρδος.

Ο Γαρίπης παραξενεύτηκε· είπε πως δεν άκουσε καλά και ήθελε να βεβαιωθή.

— Όχι, δα· εγώ θα κεράσω.

— Δε γίνεται επέμενε ο Λινάρδος. Είπα θα κεράσω γω. Ξέρεις, εσένα δε σε λογαριάζω σαν τους άλλους. Σαν παραστρατισμένος μου φαίνεσαι μέσα σε κείνη την παρέα.

Αληθινά ήτο παραστρατισμένος όχι μόνον στη συντροφιά αλλά και μέσα στο χωριό ο Γαρίπης. Λεπτός, αισθηματικός, επιφυλακτικός, έμοιαζε σαν να έπεσε από άλλη πιο πολιτισμένη κοινωνία εκεί. Επειδή όμως δεν ημπορούσε να κάμη αλλιώς επέμενε να συμμορφωθή με το περιβάλλον όπως ένας άλλος θα το έρριχνε στο κρασί, στα χαρτιά ή στο χαρτοπαίγνιο. Για τούτο και τόρα που του το θύμησε ο Λινάρδος εμελαγχόλησε.

— Άστα! είπε· τι κάθεσαι και ψιλοκοσκινίζεις. Και κοίταξε ερευνητικά γύρω του. Ο Λινάρδος υποψιάστηκε πως ήθελε να ειδοποιήση και τους άλλους.

— Ας τους! είπε· μην τους λες τίποτα. Πάμε μόνοι μας να το τραβήξουμε.

Φυσικά ο Γαρίπης έκαμε το αντίθετο. Έκλεισε το μάτι του Μπαλαρή, ο Μπαλαρής του συντρόφου του, εκείνος του Άου και στη στιγμή η μισή αγορά ήξερε το μέγα γεγονός ότι ο Λινάρδος επήγαινε να κεράση το Γαρίπη.

Δεν έφτασε ο τηλέγραφος των ματιών αλλά εμπήκε εις ενέργεια και το χέρι. Ο Γαρίπης πηγαίνοντας δίπλα στο Λινάρδο με τα χέρια πίσω, έγνεφε να τον ακολουθήσουν φίλοι και γνώριμοι. Και έγινε όπως ήθελε. Μόλις έφθασαν στο κρασοπουλειό και διέταξαν το κατοσταράκι σε δυο ποτήρια, εφάνηκαν, ένας πίσω από τον άλλον, από διάφορα μέρη της ταβέρνας οι φίλοι. Πρώτοι εφάνηκαν ο Άου με τον Μπαλαρή και ξαφνίστηκαν τάχα που τους είδαν.

— Μπα! έτσι, μοναχοί σας το πίνετε;

Ο Λινάρδος για να φανή κουβαρντάς είπε αμέσως στον ταβερνιάρη.

— Μοίρασέ το στα τέσσερα!.. και αμέσως έρριξε μια δεκάρα στον πάγκο.

Ο ταβερνιάρης επήρε άλλα δυο ποτήρια και άρχισε ψηλοκρεμαστά και αργά να μοιράζη το κατοσταράκι στα τέσσερα και να ψιθυρίζη τραγουδιστά.

— Το ρουμπί, το ρουμπί, το ρουμπίνι το κρασί. Την καρδού! την καρδού! την καρδούλα μου τη σει!.. Αμέσσσ!.. Μια δεκάρα στα όλα και δεκαπέντε ρέστα!..

— Εμείς μούλοι ήμαστε! Δεν μας γέννησε μάνα και μας! ακούσθηκε άξαφνα η φωνή του Ίκκινη μαζί με τον Παλιαδερφό. Ο Λινάρδος δυσαρεστήθηκε· αλλά δεν ηθέλησε να το δείξη. — Καλώς τους! είπε· ελάτε. Φέρε δυο ποτήρια ακόμη.

Και ηθέλησε ν' αδειάση από το ποτήρι του.

— Τι; ένα κατοστάρι στα έξη! είπε ο Μπαλαρής.

— Για να μεταλάβωμε ήρθαμε: είπε ο Άου.

— Κάμε το μισή! διέταξε ο Ίκκινης.

— Να βάλω, ρώτησε ο ταβερνιάρης τον Λινάρδο πιάνοντας την οκά.

— Εγώ κατοστάρι πλήρωσα. Νά τη δεκάρα.

— Μα δε φτάνει ούτε το λαρύγγι μας να βρέξωμε!

— Φτάνει και παραφτάνει· δεν ήρθαμε να μεθύσουμε.

— Πιάσε μας μισή, βρε αδελφέ! επίμενε ο Ίκκινης.

— Δεν το λέει ο Λινάρδος. Ας το ειπή και πιάνω μια βαρέλα· είπε ο ταβερνιάρης.

— Δεν έχω άλλα λεφτά μαζί μου· είπε ο Λινάρδος.

— Δεν πειράζει· τα γράφω.

— Όχι· βερεσέδια δε θέλω.

— Πιάσε μας μισή και πληρώνω γω, αδερφέ! είπε τάχα θυμωμένος ο Γαρίπης.

Ο Λινάρδος τον κοίταξε στα μάτια, εκατάλαβε το λάθος του, εξεροκατάπιε και τέλος βάζοντας όσην μπορούσε προσπάθεια είπε στον ταβερνιάρη:

— Ας είνε· Βάλε μας όλη τη δεκάρα.

Όταν το βράδυ συνάχθηκε η συντροφιά ο Γαρίπης αγανακτισμένος είπε:

— Καταλαβαίνετε τι μας γίνεται, ρε παιδιά; Εμείς γελάμε με όλο το χωριό κι ο Λινάρδος γελάει μ' εμάς. Μας φουσκώνει τα μάγουλα για καλά. Δεν εννοώ άλλη φορά να πάρη από μας ούτε ένα ποτήρι νερό:

— Να μην πάρη δεν είνε τίποτα· είπε ο Ίκκινης. Το ζήτημα είνε πως να πληρώση εκείνα που έφαγε.

— Πού πιάνετε! Ξέρεις τι πονηρό ζουλάπι είνε! ο είπε ο Μπαλαρής.

— θα πιαστή! επέμεινε ο Γαρίπης. Με όλες τις πονηριές του, θα πιαστή. Σας το υπόσχομαι.

— Να ιδούμε.

Και αληθινά δεν άργησαν πολύ να το ιδούν.

Ο Νικολός ο Τσάντας ειδοποίησε τη συντροφιά ότι ο Λινάρδος εψόνησε αρνάκι του γάλακτος. Ο Γαρίπης έβαλε εις ενέργειαν το σχέδιο του. Επήγε ίσα στο Λινάρδο.

— Τι έχεις σήμερα;

— Τι να σου ειπώ αδερφέ, είπε εκείνος σηκώνοντας τους ώμους. Ήθελα να νηστέψω, γέρος άνθρωπος, μα δε βρίσκεις και τι να φας. Ούτε ξέρω τι να κάμω …

— Εγώ έχω μια πείνα!…

— Πίννα;

Ο Λινάρδος εκοίταξε τον φίλο του με απορίαν και ζήλια μαζί. Αμέσως έννοιωσε να του γαργαλίζη τη μύτη οσμή της θαλάσσης τόσο δυνατή που τον έκαμε να δακρύση· η γλώσσα του χωρίς να θέλη έσκασε απολαυστικά και βγήκε από τα χείλη του. Είδε εμπρός του τα μεγάλα όστρακα της πίννας μισοανοικτά να στάζουν άλμη και να υπόσχονται απολαύσεις, όπως τα βελουδένια κουτιά γαργαλίζουν τη γυναίκα. Και έπειτα πάλι είδε το κρέας της μέσα στο πιάτο καρυκευμένο με κρεμμυδάκια ψιλά — ψιλά με μαϊδανό να μοσχοβολά γαργαλιστικά με την σάλτσαν μελανήν.

— Έχεις πίννα, είπες; ξαναρώτησε.

— Πείνα που δε σε βλέπω.

— Πού την ηύρες; Δεν είδα τέτοιο πράμα στο παζάρι.

— Μου την έστειλαν απ' τη Γλαρέτζα. Ο Λευκαδίτης. Τούκανα κάποια δουλειά και για να μ' ευχαριστήση μου την έστειλε.

— Πότε;

— Σήμερα την αυγή.

— Την έφτιασες;

— Μου την έστειλε έτοιμη. Ξέρεις· θέλει τέχνη για να τη φκιάσης. Να βγάλης το κάρβουνο. Στη Γλαρέτζα είνε τεχνίτες.

— Θα την φάτε στον καφενέ!

— Μπα! τ' είνε ο κάβουρας τι είν' το ζουμί του; Αν την φανερώσω στην παρέα δε θα φτάση ούτε από μια πηρουνιά. Α! μονάχος μου θα την δουλέψω. Να καταλάβω φαγί.

— Έχεις δίκιο.

— Και να ιδής που δεν ξέρω πώς να τους ξεφύγω. Όπου και να πάω θα μ' εύρουν. Να κλειστώ στο μαγαζί θα σπάσουν την πόρτα. Να πάω σπίτι θα έρθουν απόκοντα.

— Αν θέλης κάνης όπως θα σου ειπώ. Ο Λινάρδος εκόμπιασε. — Έλα να φας στο μαγαζί· είπε με τρεμουλιαστή φωνή.

Ο Γαρίπης χαμογέλασε πονηρά. Ο Λινάρδος πειράχτηκε.

— Όχι· έσπευσε να ειπή. Μη θαρρείς πως θέλω να φάω αμάκα. Έχω κι' εγώ το φαΐ μου. Για να φυλαχτής από τους άλλους στο λέω. θα κάτσουμε στο πίσω μέρος του μαγαζιού και θα βάλω το παιδί να φυλάει. Όποιος έρθει, τσ! δεν είναι μέσα!..

— Τι φαΐ έχεις εσύ; ρώτησε ο Γαρίπης με φανερή δυσπιστία.

— Χελομάνα από το Κοτίχι έσβυσε τη φωτιά από το πάχος. Μου την έφερε ο Κράγκαρης.

— Θαλασσινά και τα δυο, πάει πολύ! είπε ο Γαρίπης σουφρώνοντας τα χοντρόχειλά του με δυσαρέσκεια.

— Έχω και ψητό! επρόσθεσε βιαστικά ο Λινάρδος. Αρνάκι του γαλάτου. Στάσου να ιδής. Και γυρίζοντες προς τα μέσα του μαγαζιού εφώναξε.

— Σταύρο! Σταύρο!

— Αμέσως…! ακούστηκε ψηλοκρεμαστή φωνή. Και φάνηκε μπροστά του ξυπόλυτος, με αλατζένια ποδιά μακρύτερη από το ανάστημά του, ξεσκούφωτος υπηρετάκος.

— Τι εψώνισες σήμερα; ρώτησε ο Λινάρδος.

— Αρνάκι του γαλάτου… νεφραμιά.

— Και τι τόκαμες;

— Τόβαλα στο φούρνο· γκιουβέτσι.

— Ήταν παχύ;

— Κουρκουφίγγι!

— Καλά, ας είναι… Με κατάφερες· είπε ο Γαρίπης, χαριζόμενος δήθεν εις την επιμονή του Λινάρδου. Αλλά κοίταξε καλά. Μη μας πάρουν μυρουδιά οι άλλοι!

— Ένοια σου. Πήγαινε συ να φέρης την πίννα σου κι' εγώ ετοιμάζω. Από την πίσω πόρτα. Να ξέρης.

— Ετοίμασε κι έφτασα.

Δεν πέρασε μισή ώρα και οι δύο φίλοι είχαν αρχίση το φαγί. Δύο σαπουνοκασέλες, ριγμένες τ' απίστομα και στρωμένες με καθαρό αλατζένιο τραπεζομάντιλο έκαναν το τραπέζι και δύο κάσες του πετρελαίου εχρησίμευαν για καθίσματα. Στη μέση ήταν τοποθετημένος ο χωμάτινος νταβάς με το ψητό, που αληθινά και νεκρό ανάσταινε. Δίπλα ένας μαστραπάς γεμάτος κρασί και ποτήρια. Επειδή δεν είχε παράθυρο άφησαν ανοιχτή την πόρτα για να μπαίνει λίγο φως· άλλως τε αποκεί ο δρόμος ήτο στενοσόκακο και δεν υπήρχε φόβος να τους ενοχλήση διαβάτης. Όταν τον είδε με αδειανά τα χέρια το Γαρίπη υποψιάστηκε ο Λινάρδος και τον ρώτησε ανήσυχα:

— Που είνε το φαγί;

— Τόρα θάρθη τον ησύχασε εκείνος. Μη ρωτάς εκινδύνεψα να τους ξεφύγω. Κάτι πήραν μυρουδιά και δε με άφηναν βήμα από κοντά τους. Φαντάσου! είπα πως πάω στην ανάγκη μου για να γλυτώσω· μα πού! Ο Μπαλαρής ακόμα στέκει και με περιμένει στην πόρτα. Εγώ πήδησα από την πίσω μάντρα και ξέφυγα, θαρρώ πως ξεσκίστηκα κι όλα. Επρόσθεσε κοιτάζοντας ανήσυχα το πανταλόνι του.

— Και η πίννα; ξαναρώτησε ο Λινάρδος.

— Θάρθη. Έστειλα το Λάμπρο τον Μποντέ να το πάρη από το σπίτι.

— Μην τον πιάσουνε στο δρόμο;

— Μπα. Του είπα να έρθη από τη Λάκκα.

— Και δε θα γνωρίσουν το τσουκάλι;

— Καλά! Έχουσι τον νουν οι φύλακες. Του είπα να βάλη το τσουκάλι μέσα στην καρδάρα και να το σκεπάση με το τυροπάνι. Όποιος τον ιδή, θα ειπή πως φέρνει γάλα να πουλήση.

— Ωραία! Μπράβο! Μα του είπες νάρθη από την πίσω πόρτα;

— Του είπα. Κάτσε τόρα και θα κρυώση το φαγί.

— Δε θα περιμένουμε;

— Τι να περιμένουμε; Το θαλασσινό βλέπεις τρώγεται και κρύο. Μα το τζουβέκι…

— Έχεις δίκιο…

Εκάθισε· αλλ' ο Λινάρδος δεν έτρωγε με τόση προθυμία όπως ο σύντροφος του. Δεν ήθελε να χορτάση. Κρέας θα εύρισκε και αύριο· ήθελε ν' απολαύση το θαλασσινό.

— Εβίβα! εχαιρέτισε με το ποτήρι στο χέρι ο Γαρίπης.

— Εβίβα· πάντα με το καλό· ευχήθηκε ο Λινάρδος.

— Πάντα τέτοια.

— Αμήν, Παναγία μου!

Έξαφνα ακούστηκαν πατήματα εις τον δρόμον.

— Κάποιος έρχεται· είπε με συγκίνηση ο Λινάρδος.

— Ο Μποντές θα είνε. Την φέρνει…

Αλλ' αντί να φανή ο Μποντές με την πίννα εφάνη ένας εύελπις, ένα παιδί με το καμουτσί στο χέρι, με την τρίτσα ανάρριχτα στο κεφάλι, καταϊδρωμένο.

— Μπάρμπα Λινάρδο είπε λαχανιάζοντας· τρέχα στο σπίτι· σε θέλ' η κυρά. —

— Ποια κυρά, μωρέ;

— Η γυναίκα σου. Τόρα τους έφερα με το κάρρο. Να τρέξης, λέει, στο σπίτι. Να πας και το γιατρό.

— Το γιατρό; η γυναίκα μου;

— Ναι· αρρώστησε το παιδί. Προφτάνεις — δεν προφτάνεις.

— Συφορά μου!

— Δεν θα είνε τίποτα… Μην κάνης έτσι· είπε ο Γαρίπης.

Αλλά ο Λινάρδος είχε τιναχθή ορθός και όπως ήταν ξεσκούφωτος και ακατάστατος πετάχτηκε από την πόρτα, ρίχνοντας μόνον δυο λόγια στο σύντροφό του.

— Έχε ένοια το μαγαζί…

*

Ενώ από τη μια πόρτα έβγαινε ο Λινάρδος στην άλλη εφάνηκαν γελαστές οι μορφές των τριών φίλων.

— Του την κατάφερες μια χαρά! είπε ο Άου στο Γαρίπη.

— Νέφτη τούβαλες! πρόσθεσε ο Ίκκινης.

— Ας λείπουν τα σχόλια· είπε ο Μπαλαρής παίρνοντας τη θέση του στο τραπέζι, θα κρυώση το γκιουβέτσι.

— Και θα πλακώση ο Λινάρδος.

— Δεν είνε φόβος· είπε ο Γαρίπης· το σπίτι του είνε μακρυά. Ώστε να πάη και νάρθη τελειώνουμε.

— Ο εύελπης τα κατάφερε καλά;

— Περίφημα!

Εκάθισαν και άρχισαν με τη συνηθισμένη τους όρεξη το φαγί. Ό τι έλειπε από το τραπέζι, έστελναν το παιδί του μαγαζιού να παίρνη λεφτά από τον μπεζαχτά και να ψωνίζη ψωμί, τυρί, φρούτα· να γεμίζη και την κανάτα κρασί. Η διαφορά από άλλοτε ήταν ότι όλα τα έκαναν βιαστικά, Όταν ετελείωσαν, έστειλαν τον υπηρετάκο κάπου για δουλειά, έκλεισαν την πίσω πόρτα του μαγαζιού, έκλεισαν και την μπροστινή και εύθυμοι σαν παιδιά του σχολείου επήγαν στον καφενέ για τον καφέ τους. Πριν όμως ο Γαρίπης έγραψε με κιμωλία στην πόρτα:

&Κλειστόν ένεκα πένθους.&

Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Ι Α Τ Η Σ Τ Ρ Ι Π Ο Λ Ι Τ Σ Α Σ 1821

Κολοκοτρώνης και Νταγρές στον πόλεμο κάνουν χαρές όλη 'μέρα πολεμάνε και το βράδυ τραγουδάνε. Τους Τούρκους βάνουνε μπροστά. τους βάζουν σαν τα πρόβατα, άλλους κόβουν κι' άλλους σφάζουν, στην Τριπολιτσά τους μπάζουν. — Τούρκοι για δόστε τ' άρματα, για να γλυτώστε τα παιδιά. — Τούρκοι για παραδοθήτε γιατί όλοι θα χαθήτε. — Τ' άρματα δεν τα δίνουμε, το αίμα μας το χύνουμε. — Θαν τα δόστε θαν τα δόστε και ζωή δε θα γλυτώστε!

Π Α Σ Χ Α Σ Τ Α Π Ε Λ Α Γ Α

Το πλοίο ολοσκότεινο έσχιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του. Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια της γέφυρας ζερβόδεξα· ένα άλλο φανάρι άσπρο ακτινοβόλο ψηλά εις το πλωριό κατάρτι και άλλο ένα μικρό πίσω εις την πρύμη του. Τίποτε άλλο. Οι επιβάτες ήσαν όλοι ξαπλωμένοι στις κοκκέτες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία ερροχάλιζαν εις τα γιατάκια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν εναέριοι, έλεγες πως ήσαν πνεύματα καλόγνωμα, που εκυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και των κοιμωμένων ανθρώπων.

Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας εσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα εσήμανε και η καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επίμενε να ρίχνη τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά στον αστροφώτιστο ουρανό και να κράζη όλους εις το κατάστρωμα. Και με μιας το σκοτεινό πλοίο επλημμύρισεν από φως, από θόρυβο, από ζωή. Άφησε το πλήρωμα τα γιατάκια του και οι επιβάτες τις κοκκέτες τους.

Εμπρός εις την πλώρη και εις την πρύμη πίσω ανυπόμονες έφευγαν από τα χέρια του ναύκληρου οι σαΐτες, έφθαναν λες τ' αστέρια κι έπειτα έσβυναν στην άβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.

Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν σαν επιτάφιοι από τα κεριά. Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο, που έφευγε απάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.

Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε αγιατράπεζα. Ένα κανίστρι με κόκκινα αβγά και άλλο με λαμπροκούλουρα ήταν απάνω. Ο πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψέλνη το Χριστός Ανέστη. Το πλήρωμα κ' οι επιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι και με τα κεριά στα χέρια, ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.

— Χρόνια πολλά, — κύριοι!… Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. ευχήθηκε άμα ετέλειωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες κι έπειτα στο πλήρωμα ο πλοίαρχος.

— Χρόνια πολλά καπετάνιε! χρόνια πολλά!… απάντησαν εκείνοι ομόφωνοι.

— Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά! εξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι εφάνη στην άκρη των ματιών του.

— Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε!

Έπειτα επέρασε ένας — ένας, πρώτα οι επιβάτες έπειτα το πλήρωμα, επήραν από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι οι ευχές και τα φιλήματα:

— Χριστός Ανέστη.

— Αληθινός ο Κύριος.

— Και του χρόνου σπίτια μας…

Οι επιβάτες ετράβηξαν στας θέσεις τους να φάνε τη μαγερίτσα. Οι ναύτες ζευγαρωτά στους διαδρόμους, εφίριραν τ' αυγά τους, εγελούσαν, εσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, εκαλοχρονίζοντο σοβαρά και κοροϊδευτικά.

Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβυσαν τα κεριά. Το καράβι εβυθίστηκε πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι επάνω στη γέφυρα, πνεύματα θαρρείς εναέρια, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους σιωπηλοί και άγρυπνοι:

— Ένα κάρτο μαΐστρο!

— Μαΐστρο!

— Γραμμή!

— Γραμμή!

Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σχίζη τα νερά, ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του.

1 8 2 2

Τριάντα Νοεμβρίου Ανδρέα του Αγίου Στάικος με τα παληκάρια πήδησαν σαν τα λιοντάρια Πήρανε το Παλαμήδι κι είν' στους Έλληνας παιγνίδι.

Ο Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Σ

Εβγήκ' ο Νάνος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια Και παληκάρια μάζωνε όλο λεβεντοπαίδια. Τα μάζωξε, τα σύναξε τα έκαμε χιλιάδες Κι ολημερίς τους έλεγε κάθεται κι ορμηνεύει: — Δε θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια Μόν' θέλω άντρες για σπαθί, άντρες για το ντουφέκι Εννιά μερών περπατησιά να πάρουμε μια νύχτα Να πάμε να πατήσουμε της Πόλης τα Μπουγάζια. Ν' ανοίξουμε τις εκκλησιές, να σηκωθούνε τ' Άγια Ν' ανοίξη κ' η Άγια Σοφιά το μέγα μοναστήρι Εκεί να κοινωνίσουμε και να λειτουργηθούμε. Χριστός ανέστη! βρε παιδιά. . . — η Ελλάδα μας ανέστη!..

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings