Front matter (continued 3)
Reading edition
— Ε, και τι θες από 'μέ; ηρώτησε με την χονδρήν φωνήν του τον Δημήτρην, αφού ήκουσε τους λόγους του.
— Ήρθα να μου 'πή η αγιοσύνη σου, τι να κάμω.
— Τι να κάμης; να μετρήσης τα λεφτά και γρήγορα γιατ' είσαι χαμένος άνθρωπος· είπεν ο ιερεύς με αυστηρόν ύφος, θέλων να κάμη σοβαρωτέραν την εντύπωσιν των λόγων του.
— Μα δεν έχω· πού να οικονομήσω τρακόσες δραμές;
— Έχεις δεν έχεις πρέπει να της δώκης· συλλογίσου, παιδί μου, επρόσθεσεν ηπίως, την κατάρα του Θεού και τη 'δική μας. . . τον αφωρεσμό και το άλυοτο κουφάρι σου. . . Θα στενάζης και θα τρέμης, ως ο Κάιν. . . θα ιδρώνης και θα παγώνης. . .
Και ο πάπα Σταύρος εξηκολούθει ν' απαριθμή τας εν τω επιτιμίω διαλαμβανομένας τιμωρίας, προσθέτων και τας ιδικάς του, όσας ενόμιζεν ικανάς να σηκώσουν τον νουν του εργάτου μίαν ώραν αρχήτερα. Ο Δημήτρης έτρεφε σεβασμόν εις τους ιερείς και τους λόγους των ήκουε μετά προσοχής θεωρών αυτούς ως εκ στόματος του Θεού εκπορευομένους. Εις εκάστην πράξιν την οποίαν ήθελε κάμη, σχετιζομένην πως προς την εκκλησίαν, ελάμβανε πρώτον την γνώμην των ιερέων ενήστευε μετ' ακριβείας, τας τετράδας και παρασκευάς, τα τρίμερα, τας δευτέρας, ως αι γραίαι κ' εν γένει ήτο τύπος θεοφοβούμενου χωρικού. Ήδη ακούων τας φοβεράς λέξεις του ιερέως ήρχιζε ν' ανατριχιάζη και να τρέμη σύσσωμος μη υπομένων δε πλέον επήδησεν όρθιος.
— Πάψε, πάψε για όνομα Θεού! εφώναξε προς τον ιερέα, τραβών τα μαλλιά του εκ φρίκης.
Και ητοιμάζετο να εξέλθη της οικίας.
— Άκουσε, Δημήτρη· είπεν ο ιερεύς με ύφος συμπαθείας· να δώσης τα λεφτά και να φέρης να σου ρίξω κανένα σαραντάρι για την ψυχή.
Ο Δημήτρης δεν ήκουε πλέον κ' εξήλθε της οικίας αλλοφρόνων. Η τιμωρία του ήτο άφευκτος· το πάθημά του δεν εδέχετο άλλην θεραπείαν¬ ή έπρεπε να δώση οπίσω τα χρήματα άθικτα ή αιωνία κόλασις και μίασμα της γης και κατάρα του ουρανού. Αλλά πώς να οικονομήση τα χρήματα αυτά;!. .
— Ποιος μου δίνει! ποιος με 'μπιστώνει εμένα; έλεγε καθ' όλον τον δρόμον του, μονολογών.
Αίφνης εσυλλογίσθη τον Γιάννη Ρούσον. Εις αυτόν μόνον ηδύνατο ν' αποταθή με κάποιαν ελπίδα επιτυχίας. Ο Ρούσος ήτο έμπορος τίμιος και χρηστός συνεπάθει κ' επροστάτευε τους δυστυχείς, εδάνειζε τους πτωχούς κτηματίας και γεωργούς, χωρίς ν' απαιτή υπερόγκους τόκους κ' εθεωρείτο παρ' όλων καλός χριστιανός. Ο Δημήτρης είχεν εργασθή επί πολλά έτη εις τα κτήματά του, και απελάμβανε της εμπιστοσύνης και της αγάπης του.
— Θα πάω και ο Θεός βοηθός· εσκέφθη.
Και διηυθύνθη κατ' ευθείαν εις το κατάστημα προς αντάμωσιν του εμπόρου. Καθ' όλον τον δρόμον η καρδία του έπαλλε σφοδρώς. Η ώρα εκείνη ήτο η κρισιμοτέρα της ζωής του· η τύχη του σώματος και της ψυχής του εκρέματο από τα χείλη του εμπόρου· ένα ναι ή ένα όχι αυτού εζύγιζεν όσον ουδέ ολόκληρος ο κόσμος. Ο Δημήτρης δεν ητένιζε κατά πρόσωπον κανένα εξ όσων απήντα εμπρός του, φοβούμενος μη δειλιάση και οπισθοδρομήση άπρακτος.
— Πού είνε ο αφέντης; ηρώτησε τον υπηρέτην, μόλις έφθασεν.
— Δεν είν' εδώ· πάρε το 'μεροδούλι σου και φύγε απήντησεν ούτος, αποθέτων επί του πάγκου τεσσαράδραχμον κύλινδρον δεκαρών.
— Δεν ήρθα, παιδί μου, για το μεροδούλι· είπεν ο Δημήτρης δειλώς· τον αφέντη θέλω.
— 'Σου είπα δεν είν' εδώ· επέμεινεν ούτος οργίλως.
Ο Δημήτρης έτρεμεν όλος. Πριν φθάση εις το κατάστημα είχεν ίδη τον κυρ Γιάννη εντός του γραφείου του. Φαίνεται ότι και ούτος τον είδε και, υποθέτων ότι επήγαινε να ζητήση το οφειλόμενον ημεροδούλι του, το έδωσεν εις τον υπηρέτην και αυτός εκρύβη. Λοιπόν και ο κυρ Γιάννης τον απέφευγεν· ούτε να τον αντικρύση, ούτε να τον ίδη κατά πρόσωπον δεν ήθελεν αυτός από τον οποίον ήλπισε σωτηρίαν και ο οποίος εγνώριζε καλλίτερον παντός άλλου πώς τα εύρε και τα διέθεσε τα χρήματα του ζωεμπόρου!. . .
Ο Δημήτρης περιέφερε το βλέμμα πέριξ θολόν χωρίς να διακρίνη τι κ' αίφνης ετράπη φεύγων διά της αγοράς ταχέως, ίνα μη ίδη και ακούση τα σαρκαστικά βλέμματα και τας ύβρεις των χωρικών. . .
*
Η απελπισία του Δημήτρη δεν είχε πλέον όρια. Η καρδία του εβροντοκτύπα αδιακόπως συγκινουμένη και πάσχουσα εις τον παραμικρόν ψόφον· ο εγκέφαλός του, υπεραιμών, κατέκαιε το κρανίον, ως αναλυμένος μόλυβδος, απειλών εκ της πληθύος να το διαρρήξη· ο νους του ωμοίαζε προς χάος άνω του οποίου έρχονται και παρέρχονται αδιακόπως κ' εν αλληλουχία σκιαί και λάμψεις, μορφαί απαίσιαι και σαρκαστικαί. Ετελείωσε πλέον η ζωή και τα καλά της! Αι μεταξύ αυτού και του κόσμου σχέσεις έληξαν διά παντός! Ο αφωρισμός, αποτρόπαιον και βδελυκτόν στίγμα, προσεκολλήθη επ' αυτού, ως το νεκρικόν σουδάριον επί του σώματος του Ιησού και ούτε διά της ζωής ούτε διά του θανάτου ηδύνατο να τον αποβάλη. Η εκκλησία, της οποίας είνε εφεύρημα, εθέσπισε την ισχύν του και πέραν του τάφου, ώρισε την ενέργειάν του εντός του κάτω κόσμου ακόμη, υπό το βλέμμα του Θεού. Ο Δημήτρης, ημέραν με την ημέραν, έβλεπε καταφανέστερον την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, την οργήν των· ήκουε τους πικρούς λόγους και τους χλευασμούς των κ' επικραίνετο. Αλλ' αίφνης ήλθεν εις τον νουν του η ιδέα ότι και αν όλα αυτά ηδύνατο όπως όπως να τα υποφέρη, δεν θα ηδύνατο όμως να υποφέρη και τα μετά θάνατον.
— Ως εδώ καλά, είπε· μα έπειτα;
Και ήρχισε να σκέπτηται τόρα την μέλλουσαν ζωήν, την τύχην του σώματος και της ψυχής του. Βεβαίως το λάδι του κανδηλίου το οποίον εκπροσωπεί την ζωήν του όπως και των άλλων ανθρώπων εις τα υπόγεια του Χάρου βασίλεια, θα τελειώση μίαν ημέραν, το φως του θα σβεσθή και ο Χάρος θα έλθη να τον συλλάβη έξαφνα εις τον δρόμον του. Και τότε, όπου και αν θάψουν το σώμα του, αν δεν το αφήσουν άταφον εις καμμίαν τάφρον ως ψωφήμι και αν ρίψουν επάνω του χώμα άφθονον, βουνόν ολόκληρον, το βουνόν της Κεφάλληνίας, την επομένην αυγήν ο τάφος θα ραγισθή απ' επάνω έως κάτω, το χώμα θα σκορπίση εδώ κ' εκεί και το σώμα του θα ριφθή έξω. Διότι ο τάφος, ο οποίος δέχεται όλους και τους κρύπτει εμπιστευτικώς εις τους κόλπους του, δεν δέχεται τον αφωρισμένον· τον αποδιώκει, ως να είνε άνθρωπος και αυτός και να φοβήται μη μολυνθούν τα χώματά του εκ της επαφής, μη πάθη το όνομά του εκ της σχέσεως!
Αλλά δεν φθάνει μόνον αυτό. Το σώμα, νεκρόν, δεν θα υποφέρη με όλα αυτά παρά την εντροπήν του ατόμου του. Η ψυχή όμως, η ζώσα και άφθαρτος, θα τυραννήται αδιακόπως εις την Κόλασιν. Θα βράζη εις λέβητας μεγάλους και μαύρους, ως ήτο εκείνος επί του οποίου ο ιερεύς ανέγνωσε το επιτίμιον, εντός μαύρης ασφάλτου θα βηματίζη επί πυριφλεγών ράβδων, θα μεταπίπτη ως σάκκος αλεύρου από της μιας εις την άλλην αρπάγην των διαβόλων, έπειτα θα ρίπτεται εις τα κρύα Τάρταρα, εις την παγεράν και απέραντον λίμνην των. Θα αισθάνεται δίψαν ακατάσχετον, πείναν ακόρεστον αλλά τίποτε δεν θα ευρίσκεται προς παρηγορίαν της. Ο θορυβώδης κοχλασμός των λεβήτων θα την εκκωφαίνη, οι σαρκασμοί και οι γέλωτες των δαιμόνων θα την κάμνουν ν' ανατριχιάζη, οι στόνοι κ' αι κραυγαί των βασανιζομένων θα την καταθλίβουν, το σύφλογο της μαύρης φωτιάς, η οποία καίεται αδιακόπως άνευ αναλαμπής, θα την αργοψήνη και ο καπνός, μαύρος και δυσώδης θα την κάμνη ν' ασφυκτιά. Και τούτο θα εξακολουθή πάντοτε ημέραν και νύκτα, μέχρι συντελείας των αιώνων!. .
— Όλο τα ίδια! αιωνίως τα ίδια!. . εψιθύριζεν ο Δημήτρης άπελπις.
Ο Δημήτρης αμαθής χωρικός, ανατραφείς εις τον φόβον του Θεού και της θρησκείας τας παραδόσεις, εγνώριζεν αυτά εκ της αναγνώσεως του &Αμαρτωλών Σωτηρία&, προσφιλές και σύνηθες ανάγνωσμα των ανθρώπων της τάξεώς του κ' εκ παραδόσεων - Πολλάκις είχεν ακούσει ότι εις τα πέριξ χωρία οι τάφοι εξήμουν τους νεκρούς των, ότι ιερείς καλούμενοι ανεγνώριζον αυτούς ως αφωρισμένους· οι χωρικοί επέμενον θάπτοντες αυτούς βαθύτερον αλλά και η γη εξήμει αυτούς επιμόνως αρνουμένη να τους δεχθή εις τους κόλπους της. Κ' εξηκολούθει η πάλη αυτή της γης και των ανθρώπων επί πολύ, μέχρις ου εάν ο νεκρός είχε καλούς συγγενείς και πλουσίους, εκάλουν επί τόπου, πληρώνοντες αδρά, τον Δεσπότην ο οποίος ανεγίνωσκε πάλιν επ' αυτού το επιτίμιον, είτα την συγχώρησιν και ούτω ο τάφος εξηυμενίζετο και ο νεκρός ανελύετο εν διαστήματι τριών Σαββάτων. Αλλά ποίος θα ευρεθή να κάμη τόσα και τόσα δι' αυτόν όταν αποθάνη; ποίος θα τον ελεήση νεκρόν, αφού δεν τον συντρέχει τόρα, ζώντα και δυνάμενον ν' αποδώση την ευεργεσίαν;
— Κανείς· ποιος θα δώση ένα παρά για το τομάρι μου! εσκέπτετο.
Ο Δημήτρης από ημέρας εις ημέραν εγίνετο χειρότερα. Ολίγαι ημέραι είχον παρέλθει από της αναγνώσεως του επιτιμίου και ήτο αγνώριστος τόρα. Οι οφθαλμοί του εκοιλάνθησαν, οι μυς του προσώπου του, συνεσταλμένοι εκ της αδιακόπου αγωνίας, του έδωκαν ύφος τραχύ και άγριον, η γενειάς του παρημελημένη και η κόμη του πιναρά εκ της προστριβής επί των τοίχων, όπου ο εργάτης εκτύπα την κεφαλήν, παρωμοίαζον αυτόν με κατάδικον, μόλις απαλλαγέντα πολυχρονίου καθείρξεως.
Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε να τον βασανίζη και η πείνα. Τα ολίγα χρήματα όσα είχεν εκ της εργασίας του, τα είχεν εξαντλήσει εις τρόφιμα. Ο ημεροκαματιστής δεν ειμπορεί ποτέ όσον και αν θέλη να έχη και απόθεμα· 'μεροδούλι, 'μεροφάι. Δύο τρεις κτηματίαι εις τους οποίους είχεν εργασθή προ μηνός και οίτινες του εχρεώστουν ακόμη τα ημεροδούλια του, απέπεμψαν βαναύσως την γραίαν γείτονά του την οποίαν έστειλε να τα ζητήση.
— Να χαθή, ο αφωρισμένος, που θέλει λεφτά! είπον μετά θυμού.
Η ανάγκη τον έκαμε μίαν ημέραν και απεφάσισε να εξέλθη εις την αγοράν και ζητήση εργασίαν. Ήτο μεγάλη έλλειψις εργατών και τα κτήματα είχον ανάγκην να σκαφούν διότι ήρχιζαν ν' ανοίγουν.
— Θα με ιδούν πώς έγεινα και θα με λυπηθούν διελογίσθη ο Δημήτρης.
Και εξήλθε με την αξίναν του εις την αγοράν.
Επερίμενεν εκεί επί πολύ, όρθιος εις μίαν στήλην, ως κατάδικος, αλλά κανείς δεν τον εζήτησεν. Οι φίλοι με τους οποίους είχε φάγει ψωμί κι' αλάτι, οι κτηματίαι οι οποίοι τον εγνώριζον ως τον καλλίτερον κ' ευσυνειδητότερον εργάτην και οι έμποροι, των οποίων απελάμβανε πριν την εκτίμησιν, παρήρχοντο τόρα μακράν, παρατηρούντες αυτόν λάθρα, χωρίς να του αποτείνουν ένα λόγον.
— Του κάκου, εψιθύρισε κανείς δεν με παίρνει!
Και επέστρεψε πικραμένος εις τον οικίσκον του.
Το εσπέρας εξήλθε ν' αγοράση έλαιον διά την κανδήλαν του εικονισματίου του. Επειδή παρ' όλων είχεν εγκαταλειφθή, απεφάσισε και αυτός να ζήση ως ασκητής μόνος, μετά της θρησκείας του. Έλαβε την Παναγίαν, την πονετικήν μητέρα του Χριστού και όλων των ανθρώπων, σύντροφον των ημερών και των νυκτών του, μάρτυρα βωβήν της αγωνίας και της οδύνης του. Δεν ήλπιζε πλέον από κανένα παρά από αυτήν, την μεσίτριαν. Διά τούτο όμως εφρόντιζε να την περιποιήται, να μη την δυσαρεστή ποτέ. Ηδύνατο να υποβάλλη τον εαυτόν του εις πολλάς στερήσεις, αλλά δεν ήθελε να λείψη το έλαιον από την κανδήλα της Παρθένου και το δεκάλεπτον κίτρινον κηρίον κατά τας εορτάς: Άγιου κερί μην τάξης και μικρού παιδιού κουλούρα. Οι άγιοι και τα μικρά παιδία δυσαρεστούνται πολύ όταν τους υστερήση τις του οφειλομένου σεβασμού και ο Δημήτρης δεν ήθελε ποτέ να δυσαρεστήση την Παναγίαν!. . .
Όταν επέστρεφε, τα παιδία της γειτονιάς ημίγυμνα και ανυπόδητα εις το τόσον ψύχος, πλην ροδοκόκκινα και υγιέστατα, άλλα ξανθά και λευκότατα, άλλα μελαχρινά, με οφθαλμούς λάμποντας εκ πονηρίας, μέλη παχουλά, έπαιζον βυθιζόμενα μέχρι γόνατος εις τον βόρβορον του δρόμου κ' ετόνιζον εν συμφωνία το τραγούδι των ορφανών:
Έπιασ' η ψιχάλα, ποιος μας δίνει γάλα!. . — Έπιασε το τούρτουρο, ποιος μας δίνει βούτυρο!. . — Έπιασε το χιόνι, ποιος μας συμμαζώνει!. . .
Αίφνης παρετήρησαν τον Δημήτρην, μαζευμένον εντός του σεγουνίου του, κρύπτοντα εντός της σκεπής του καπότου ολόκληρον το κατηφές πρόσωπόν του.
— Ο αφωρεσμένος!. . . ο αφωρεσμένος!. . . εφώναξαν εν εξάλλω ενθουσιασμώ.
Ευθύς επερικύκλωσαν αυτόν, κατ' αρχάς μακράν είτα, λαμβάνοντα θάρρος εκ της ανεκτικότητος του εργάτου, πλησιέστερον και ήρχισαν να υβρίζουν, να πτύουν και να ρίπτουν τον βόρβορον του δρόμου κατ' επάνω του. Ένα τούτων, τολμηρότερον των άλλων, επλησίασε σιγά σιγά εκ των όπισθεν και είλκυσεν αυτόν τόσον βιαίως εκ του καπότου ώστε έπεσεν η κανδήλα από τας χείρας του.
— Διαβολόπαιδο! εφώναξεν ο Δημήτρης εν αγανακτήσει.
Και διά της καλάμου την οποίαν εκράτει εις χείρας έπλεξε τον μικρόν κατά τα νώτα. Τα παιδία εκ συμφώνου ήρχισαν ευθύς, τας φωνάς και τα κλαύματα, τρέχοντα εδώ κ' εκεί ως χήνες κατά την ώραν της βροχής. Αι γυναίκες και οι άνδρες της γειτονιάς εξήλθον ευθύς των οικιών των και μαθόντες την αιτίαν των φωνών, ήρχισαν όλοι ομού να ρίπτουν λίθους και ξύλα κατ' επάνω του.
— Να χαθής, αφωρεσμένε, να χαθής!
— Έχεις χέρι να βαρέσης κι' όλα!
— Φεύγα από κοντά μας, φεύγα!
— Όξω μη βουλιάξης το χωριό, θεοκατάρατε!
Οι χωρικοί, τόρα, ελκυόμενοι από τας φωνάς, συνέρρεον πανταχόθεν και μανθάνοντες την αιτίαν συνηνούντο και αυτοί κατά του εργάτου. Άνδρες, γυναίκες και παιδία, όλοι τον επετροβόλουν και τον ανεθεμάτιζον οργίλοι, ως τα πλήθη της Ιερουσαλήμ κατά του μάρτυρος Στεφάνου. Η αγανάκτησίς των δεν είχε πλέον όρια· εκόχλαζε προ τόσου καιρού, ο φανατισμός των ώστε η μικρά αυτή αφορμή ήτο ικανή να τους κάμη να τον κατασπαράξουν, πιστεύοντες εν ακραδάντω πεποιθήσει ότι ούτω θα ευηρέστουν τον Θεόν.
Ο Δημήτρης έβλεπεν ήδη φανερά ότι δεν ήτο δυνατόν να συζήση εις το εξής μετά των συγχωρικών του. Φωνή λαού, οργή Θεού! Δεν τον ήθελε πλέον κανείς εις το χωρίον. Όλοι τον υπωπτεύοντο, όλοι τον απεδίωκον· όπως αποδιώκουν σκύλον από τας οικίας κατά την ώραν της θυέλλης, γνωρίζοντες εκ παραδόσεως ότι το τρίχωμά του προσελκύει το αστραπόβολον. Αποτεθαρρυμένος, μη έχων ουδεμίαν πλέον ευχαρίστησιν εις την ζωήν, εξουθενημένος εκ της κατακραυγής, χωρίς να πλησιάση εις την κατοικίαν του εξήλθε του χωρίου σπεύδων, ωσεί υπείκων εις βιαίαν ώθησιν ανάγκης αναποδράστου, παρακολουθούμενος υπό των αρών των συγχωρικών του και των γαυγισμάτων των σκύλων.
Καθ' όλην την νύκτα ο Δημήτρης έφευγε διαπερών λάκκους, γεφύρας, τάφρους, ρευματιές, ό,τι εύρισκε προ αυτού, μετά σπουδής. Ο νους του ήτο ένας κυκεών, πιστή εικών μιας θυέλλης εν τη οποία μετά δαιμονίου ταχύτητος όλα ανακατεύονται, σύννεφα σκοτεινόχροα και άνεμοι λυσσαλέοι και νερά και φύλλα και ξύλα και κόνις, χωρίς ουδέν εξ αυτών να δύναται να χωρισθή και ν' αποτελέση μίαν ιδικήν του εντύπωσιν. Ούτε τι έπαθε ηδύνατο να συλλογισθή ούτε πού κατηυθύνετο. Άλλο τι δεν διέκρινε πέριξ ειμή τον λευκάζοντα προ των ποδών του στενόν δρομίσκον. Δεν ήκουεν ούτε τον άνεμον, ο οποίος εσύριζεν εις τας καλάμους των τάφρων και τα δενδρύλλια, ούτε την οξείαν φωνήν και τον ψόφον του βυζογιδίου, πλανωμένου εις τας βάτους, ούτε των λύκων τας ωρυγάς, αι οποίαι ήρχοντο έντονοι και φοβεραί από του πλησίον δάσους της Δροσελής. Μόνον από καιρού εις καιρόν ησθάνετο κάτι κτυπούν το στήθος του προς αριστερά, ωσεί η καρδία ήθελε ν' ανοίξη και να φύγη εκείθεν. . .
Ούτω περί το γλυκοχάραγμα είχε φθάσει εις τους πρόποδας ενός λόφου και επερικυκλώθη αίφνης υπό ποιμενικών σκύλων, υλακτούντων θορυβωδώς. Τότε συνήλθεν εις εαυτόν κ' εστάθη περισκοπών το μέρος πέριξ.
— Μωρέ, πού 'βρέθηκα!. . εσκέφθη απορών.
Ήτο τω όντι μακράν της κωμοπόλεως, εις το μέρος όπου ήρχιζεν ο δήμος Καλότυχον, ο ύστερον μετονομασθείς δήμος Βουπρασίων. Απέναντι του Δημήτρη ήσαν τα Μπακογιαννέικα, συνοικισμός βλάχων από αδελφούς κ' εξαδέλφους συγκροτούμενος. Εις τας λάμψεις της πρωίας διεκρίνοντο ως μελανοί όγκοι τα γρέκια των βλάχων, το έν μετά το άλλο κατά σειράν με τας καλύβας των κωνοειδείς, ως μεγάλας κυψέλας, τους ορνιθώνας και τα μανδριά των.
Οι βλάχοι είχον ήδη εξυπνήσει με την ανατολήν του αυγερινού και ήρχισαν ν' αμέλγουν τα πρόβατά των. Αι βλαχοπούλαι με την μακράν αγκλίτσαν εις χείρας, εντός των εκ λύγου μανδριών, απώθουν ανά μίαν αμνάδα εις την ποριάν, όπου ο βοσκός παραφυλάττων την συνελάμβανε και την ήμελγεν. Αι βλάχισσαι, έχουσαι ελεύθερα τα εύτορνα κ' εξωγκωμένα στήθη και γυμνούς μέχρις ακρωμίου τους ρωμαλέους βραχίονας, έδερον μετά δυνάμεως τον κάδδον του βουτύρου, το οποίον ανεπήδα μέσω των οκτώ οπών του εμβόλου, επαφρίζον και λευκότατον. Τα βλαχόπουλα διεσπαρμένα εσύναζον φρύγανα και ξηρούς κλάδους, τους οποίους έρριπτον εις δύο μεγάλας φωτοβολούσας πέριξ πυράς, όπου θα έβραζε το γάλα, και τα μικρά επί κινητών λίκνων, ανηρτημένων από τους κλάδους των πέριξ αγριαπιδιών, ήνοιγον έκπληκτα τους οφθαλμούς προς τα μαγευτικά χρώματα της χαραυγής κ' εναναρίζοντο μόνα των ευαρέστως.
— Ρε, πού βαδίζουν τα σκυλιά; ηρώτησε τις των βλάχων αορίστως.
— 'σα κάτ' πλαϊνά· δεν αηκούς;
— Ντε 'ς τον άνεμο τι χάλασαν τον κόσμο; ψιθύριζε νεαρός βλάχος θορυβηθείς.
Και ανατείνας την κεφαλήν εφώναξε στεντορείως:
— Ορέ του λόγου σου! ποιος είσαι συ, ρε!. . .
Αλλά ουδείς απήντησεν. Ο Δημήτρης περικυκλωμένος υπό των μαντρόσκυλων επάλαιεν απελπιστικώς· η ράβδος του είχε συντριβή εις μύρια τεμάχια· ούτε ν' ακούση ούτε ν' απαντήση ήτο δυνατόν εις τας φωνάς του Βλάχοι.
— Ορέ συ!. . . διαβάτης είσαι, ρε!. . επανέλαβεν ούτος εντονώτερον.
Και συγχρόνως θέσας τον λιχανόν και τον παράμεσον της δεξιάς χειρός εις το στόμα, υπό την γλώσσαν του, ανέδωκε διάτορον συριγμόν.
Οι σκύλοι ανεγνώρισαν τον συριγμόν κ' έπαυσαν ευθύς τας υλακάς των. Έμενον όμως εκεί επί τόπου, ατενίζοντες με τους μεγάλους υελώδεις οφθαλμούς των τον Δημήτρην και μόλις τον είδον κινούμενον επανέλαβον τας υλακάς και την επίθεσίν των.
— Ρε, αγρίμι νάνε;
— Μπα· διαβάτης θα νάνε.
— Να μην ένε λύκος;
Οι βλάχοι ήρχισαν ν' ανησυχούν τόρα. Η τόση επιμονή των σκύλων, εις τους οποίους ούτοι αποδίδουν εξαίρετον νοημοσύνην, έκαμνεν αυτούς να υποπτεύωνται μήπως δεν ήτο εκεί απλούς διαβάτης, αλλά κάποιος παραμονεύων να κλέψη τα πρόβατα ή λύκος ορεγόμενος λείας.
— Ρε, Νάσο· για κάμε 'σα κά' τορό-τορό να ιδής τι γένεται· είπεν εις τον νεαρόν βλάχον ο γέρω Αλέξης, ο γεροντότερος όλων και αρχηγός της οικογενείας, όστις δεν ήμελγεν αλλά στηριζόμενος όρθιος επί της αγκλίτσας του επέβλεπε τας εργασίας.
Ο Νάσος υπήκουσεν ευθύς και λαβών την αγκλίτσαν του διηυθύνθη προς τον Δημήτρην.
— Ούρντε, να! ούρντε!. . . εφώναξε προς τους σκύλους πλησιάζων.
Οι σκύλοι διεσκορπίσθησαν ευθύς.
— Ρε, Χριστιανέ, πώς εδώ τέτοιαν ώρα; είπεν εις τον Δημήτρην.
Κ' επλησίασεν ακόμη ίνα ίδη τον ξένον κατά πρόσωπον. Τότε υπό τας αμυδράς λάμψεις της ημέρας ανεγνώρισε μ' έκπληξίν του τον παλαιόν φίλον του γέρω Βαγγέλη.
— Παπού! εσύ 'σαι παπού; εφώναξεν εν αγαλλιάσει εναγκαλιζόμενος αυτόν.
— Εγώ, παιδί μου, είπεν ο Δημήτρης συγκεκινημένος.
Ο εργάτης εξ αρχής είχεν αναγνωρίσει το μέρος όπου η τύχη τον έφερεν. Αλλά φοβούμενος μήπως πάθη και παρά των βλάχων ό,τι παρά των συγχωρικών του, ηθέλησε να κρυβή και θα έφευγεν, αν ήτο δυνατόν, πριν περικυκλωθεί από τους σκύλους. Ιδών όμως την χαράν με την οποίαν ο Νάσος τον υπεδέχετο, εσκέφθη ότι ούτος ή δεν ήξευρε τίποτε ή συνεπάθει εις την δυστυχίαν του. Ήτο τόσον κατακουρασμένος ώστε αν και του εφαίνετο δυσάρεστος εκείνη η συνάντησις, κατά βάθος όμως την επεθύμει και ηκολούθησε τον βλάχον εις την καλύβαν προθύμως.
— Μπήλιω!. . . ε, Μπήλιω! εφώναξεν ο Νάσος περιχαρής, μόλις επλησίασαν.
— Έι- ου!. . .
— Ο παπούς, έβγα, να διής τον παπού!. . .
Η Μπήλιω, φορούσα στενόν εκ ριγωτού αλατζά φουστάνι, τραγίνην γκιούρντα, φακιόλι εκ κίτρινου ανοικτού χρώματος εις την κεφαλήν, κάλτσες κεντιστές εκ κοκκίνου και μαύρου μαλλιού και χονδρά πλατέα πασουμάκια εις τους πόδας, εξήλθε του μανδρίου ευθύς, κρατούσα εν τη δεξιά υψηλήν, δύο και ήμισυ μέτρων, αγκλίτσαν.
— Καλώς τα κάνετε· είπεν ο Δημήτρης, συνηθισμένος εις την βλαχικήν προφοράν.
— Καλώς ορίστε, παπού· σαν το κρύο νερό· είπε χαμογελώσα η Μπήλιω και φιλούσα την χείρα του.
Η Μπήλιω ήτο ωραία βλάχα, μετρίου αναστήματος, εύρωστος και υγιής, με πρόσωπον στρογγύλον, οφθαλμούς αμυγδαλωτούς, καλυπτομένους υπό μακρών μαύρων βλεφαρίδων· την όψιν της είχε ροδοκοκκινίση, ως ερίφιον αργοψημένον ο ήλιος εις τον οποίον ήτο καθημερινώς εκτεθειμένη είτε βόσκουσα τα πρόβατα εις το λειβάδι είτε πλύνουσα εις το λαγκάδι τα ενδύματα. Ήτο προ πάντων καλή οικοκυρά, φημισμένη καθ' όλην την περιφέρειαν εκείνην των βλάχων και εις αυτά τα πέριξ χωρία.
Μετ' ολίγον ετελείωσε το άμελγμα των προβάτων και οι βοσκοί έφερον πλησίον της πυράς μεγάλους λέβητας και καρδάρας πλήρεις γάλακτος, επαφρίζοντος και ψοφούντος, ως ο αφρός σόδας. Έπειτα οι βλάχοι ήρχοντο ο ένας μετά τον άλλον και εκαλημέριζον τον Δημήτρην μετά τόσης αφελείας και προσηνείας ώστε τον έκαμνον να συγκινήται. Ο Νάσος έφερε και παρέθεσε προ αυτού μεγάλην καρδάραν και τον παρεκίνει να ροφήση τον αφρόν.
— Πιε, παπού, να ζεσταθής· είπε και η Μπήλιω, δίδουσα εις αυτόν ξύλινον κοχλιάριον με διαφόρους γλυφάς.
Ο Δημήτρης, καταβεβλημένος εκ του κόπου και του ψύχους, ήρχισε να ροφά μετά μεγάλης ευχαριστήσεως τον θερμόν και χιονώδη αφρόν του γάλακτος. Ολίγον κατ' ολίγον αισθανόμενος την ήρεμον και γλυκείαν περί αυτόν φύσιν, την χαράν και την αγάπην με την οποίαν τον υπεδέχθησαν οι βλάχοι, ήρχισε κάπως ν' ανακουφίζηται. Έπειτα από τόσων ημερών εναγώνιον σάλον η καρδία του ήρχισε να πάλλη κανονικώτερον, ευρούσα άλλας καρδίας που δεν τον απεδίωκον· ο τρομώδης παροξυσμός των νεύρων του ήρχισε κάπως να μετριάζηται. Μετ' ολίγον τα βλέφαρά του ήρχισαν να καταπίπτουν ναρκωμένα εις ύπνον κ' έγειρεν επί μιας κάπας το κατάκοπον σώμα του, έξω της καλύβας, έχων μεγάλην πέτραν αντί προσκεφάλου.
Τα βληχήματα των μικρών αμνών οι οποίοι, κλεισμένοι καθ' όλην την νύκτα εις το γαλάρι ίνα μη πίνουν το γάλα των μητέρων των, τόρα αφεθέντες ελεύθεροι έτρεχον με χαριτωμένα σκιρτήματα πλησίον των, οι εύθυμοι γέλωτες των παιδιών, το συχνόν λάλημα του ατσαράντου και της γαλιάντρας, των πρώτων της αυγής μηνυτών, και ο περιπαθής ήχος φλογέρας ήρχοντο σιγά σιγά, κατακηλούντα την ακοήν του μέχρις ου τον απεκοίμησαν.
Είχον παρέλθει δέκα ημέραι αφ' ης ο Δημήτρης έφθασεν εις την καλύβαν του Νάσου και της Μπήλιως. Η χαρά με την οποίαν τον υπεδέχθησαν την πρώτην ημέραν, διετηρείτο ακόμη ακμαία και απροσποίητος · έτρωγον εις την αυτήν τάβλαν κ' εκοιμώντο εις την ιδίαν καλύβαν, αχώριστοι. Όσην φιλίαν ησθάνετο πριν ο γέρω Βαγγέλης διά τον Δημήτρην, την αυτήν ησθάνοντο τόρα και η κόρη και ο γαμβρός του. Η φύσις των βλάχων, η αφελής και απλοϊκή, είνε τοιαύτη ώστε να δεχωνται και τα αισθήματα κατά διαδοχήν, όπως την καλύβαν και τα πρόβατα· η φιλία είνε πατροπαράδοτος εις αυτούς· εισχωρεί εις τα στήθη των ανεπαισθήτως, όπως ο δεσμός της συγγενείας.
Ο γέρω Βαγγέλης ούτε εις την κόρην, ούτε εις τον γαμβρόν του είχεν εκμυστηρευθή την ευεργεσίαν την οποίαν ο Δημήτρης του είχε κάμει. Αλλά ούτοι τον είχον συνειθίσει πλέον. Από της ημέρας ιδίως του γάμου των, τον έβλεπον συχνά κατά τας εορτάς να έρχηται από πρωίας εις την καλύβαν και να φεύγη τη άλλην πρωίαν. Καθ' όλην δε την ημέραν εκάθηντο μαζί και οι τέσσαρες, ως μία αγαπημένη οικογένεια· ο γέρω Βαγγέλης έσφαζε τον αμνόν, ο Νάσος τον απέδερε και τον επεριποιείτο, η Μπήλιω τον έβαινεν εις την γάστρα, και ο Δημήτρης έστρωνε την τάβλαν. Όλοι ελάμβανον μέρος εις την προετοιμασίαν, διά να μη φαίνεται ότι υπήρχε καμμία εξαίρεσις του οικοκύρη από του ξένου του. Και πολλάκις όταν απέτρωγον, εν τη διαχύσει της ευτυχίας και της χαράς των, ετραγώδουν όλοι εκ συμφώνου το Λαγιαρνί, το τόσον πιστώς εκφράζον την πτωχείαν των βλάχων και εις χαριτωμένους και γοργούς στίχους εικονίζον την ζωήν των ολόκληρον. . . Μόνον καθ' ην ώραν απέθνησκεν ο γέρω Βαγγέλης, εκτός των άλλων συμβουλών και παραγγελμάτων τα οποία άφινεν εις αυτούς, είπε και διά τον Δημήτρην:
— Ο Δημήτρης είνε αδερφός.
Και τίποτε άλλο. Αλλά τούτο ήτο αρκετόν να τον θεωρήσουν και οι δύο πατέρα των.
Τόρα ούτε ο Νάσος ούτε η Μπήλιω ηρώτησαν αυτόν διά ποίαν αιτίαν έφυγεν από την κωμόπολιν κ' έμενεν επί τόσας ημέρας εις την καλύβαν των. Ο Δημήτρης τας πρώτας ημέρας εύρε κάποιαν ανακούφισιν μεταξύ αυτών. Εντός της καλύβας εύρισκε την ευτυχίαν και την χαράν μεταξύ του νεαρού ανδρογύνου, την αγνότητα του έρωτος, του οποίου καρπός τρυφερώτατος ο μικρός και παχουλός Μήτσος διέσπειρε την ιλαρότητα· έβλεπεν εκεί μέσα φωλεάν τερπνήν της χαράς, διασκορπισμένην εις όλα τα πενιχρά έπιπλα, παντού την αγάπην, και συναισθανόμενος την ευτυχίαν που έδωκεν εις τους άλλους, υπερηφανεύετο διά μίαν στιγμήν κ' εδέχετο αγογγύστως την τιμωρίαν.
Έξω δε της καλύβας, μεταξύ των βλάχων, έβλεπε το ήθος εκείνο το απροσποίητον, την φιλίαν την άδολον, το θρησκευτικόν σέβας, τόσω υψηλόν εν τη αξέστω αυτού παραστάσει, την οικογενειακήν ειρήνην τόσω τελείαν κ' εντός της αφελούς εκείνης κοινωνίας, μακράν της τύρβης του πολυταράχου βίου, των κουτοπονηριών και των ψόγων, διήρχετο τας ώρας του ευαρέστως. Ότε οι βλάχοι διεσπείροντο εδώ κ' εκεί με τα πρόβατά των, ο Δημήτρης εκάθητο μετά των γεροντοτέρων και των γραιών ακούων τας διαφόρους διηγήσεις των. Πότε ωμίλει με αυτούς περί των προβάτων και του καιρού, πότε με την Μπήλιω περί των μαλλιών, των μαλλίνων κηλιμίων και των γειτονισσών ποιμενίδων κ' εχόρευε πάντοτε και απεκοίμιζεν εις τας αγκάλας του τον παχουλόν υιόν της.
Αλλά με την πάροδον του καιρού ήρχισε και αυτή η ζωή να μη του κάμνη καμμίαν εντύπωσιν. Τίποτε εξ όλων των περί αυτόν, ούτε η φύσις η μαγευτική, ούτε τα δροσερά νερά, τα οποία έτρεχον μουρμουρίζοντα εδώ κ' εκεί, ούτε τα κοπάδια των προβάτων και των αιγών, ούτε το τραγούδι και ο περιπαθής ήχος της φλογέρας είλκυον την προσοχήν του.
Τα αφελή και ποιητικά έθιμα των βλάχων, το φαιδρόν ύφος των, αι χαριτωμέναι διηγήσεις των δεν ήγειρον επί της καρδίας του κανένα ευάρεστον παλμόν. Ο νους ήρχισε πάλιν να τρέχη ακαταπόνητος εις το μέλλον, να εξερευνά και ν' αριθμή μίαν προς μίαν τας φοβεράς σκηνάς του· ο πυρετός κατέτηκε το σώμα του καθημερινώς, αργά αργά, ως η φλοξ το κηρίον, απομυζών πάσαν ικμάδα ζωτικήν του αίματος και υποσκάπτων την υγείαν· το νευρικόν του σύστημα ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν, ωσεί υπό γαλβανισμόν, τα φρίκη επήρχοντο αλλεπάλληλα και τον εξήντλουν. Το μέλλον ήτο δι' αυτόν σκώληξ ακοίμητος. Τι αν εύρε μίαν φιλικήν στέγην ν' αναπαυθή επ' ολίγον; Όλα δι' αυτόν εχάθησαν διά παντός: Η υπόληψις, η αποκτηθείσα μετά πολυετή έντιμον βίον, το καλόν όνομα, το ήσυχον παρελθόν, η γαλήνη και αυτή η μέλλουσα ζωή!
— Τίποτε, τίποτε, δεν μ' άφησαν! έλεγε συχνά.
Ο Δημήτρης εσκέφθη να ζητήση από τον Νάσον τας τριακοσίας δραχμάς και ούτω να τ' αποκτήση πάλιν όλα. Αλλ' ευθύς ανελογίσθη ότι ο Νάσος δεν είχε παρά ογδοήκοντα πρόβατα· χρήματα ούτε λεπτόν.
Οι βλάχοι τρεις φοράς καθ' όλον το έτος βλέπουν χρήματα εις τας χείρας των όταν πωλούν το τυρί, το μαλλί και τ' αρνία των. Πληρώνουν ευθύς τα χρέη των, θεραπεύουν τας πρώτας ανάγκας των και μένουν πάλιν όπως και πριν, με την αγκλίτσαν εις την χείρα, την γυναίκα και τα παιδία εις την καλύβην και ολίγα πρόβατα, τον σπόρον μελλούσης εσοδείας εις το μανδρί.
— Γυρεύω να βγάλω από τη μύγα σπλήνα· εσκέφθη εν αποθαρρύνσει.
Και δεν είπε τίποτε.
Ήδη είχεν έλθει η Μεγάλη Εβδομάς. Την Μεγάλην Πέμπτην η Μπήλιω μετά των άλλων γυναικών έβαψαν τ' αυγά και τα έκρυψαν υπό μίαν κοφίναν μέχρι της Δευτέρας της Λαμπρής, διότι ο πιάνων κόκκιν' αυγό πρότερον χάνει τα πρόβατά του. Η Μεγάλη Παρασκευή είνε διά τους βλάχους πανηγύρι. Εξυπνούν την αυγήν κ' εξημερόνονται εις Λεχαινά, παρατάσσοντες εις τα πλέον συχναζόμενα μέρη της κωμοπόλεως τ' αρνία των προς πώλησιν. Η ημέρα εκείνη είνε δι' αυτούς ό,τι ο αύγουστος διά τους σταφιδοκτήμονας. Τότε γεμίζει από χρήματα το κεμέρι και παρουσιάζονται, ως λέγει η παροιμία, προ του δανειστού των με το στήθος προτεταμένον, ζητούντες τα δεφτέριά του.
Ο Νάσος δεν είχε πολλά αρνία να πωλήση. Η βδέλλα από του χειμώνος είχεν αποδεκατίσει το ποίμνιόν του· δεν του έμενον προς πώλησιν παρά δεκαπέντε αρνία, τα οποία ήνωσε με τ' αρνία ενός εξαδέλφου του. Ηκολούθησεν όμως τους λοιπούς, λαβών μαζί του και την Μπήλιω, να ψωνήσουν τας λαμπάδας διά την Ανάστασιν και ό,τι άλλο εχρειάζοντο διά την καλύβην και δι' αυτούς.
— Θα νάρθης, παπού; ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρη.
— Όχι δεν έρχομαι, παιδιά μου· ώρα καλή.
— Καλό βράδυ.
— Κύτταξε να μου φυλάξης το γρέκι! είπεν η Μπήλιω αστειευομένη.
Ο Δημήτρης ήτο καθ' όλην την ημέραν ανήσυχος. Τον εβασάνιζεν η ιδέα ότι οι βλάχοι εις την κωμόπολιν ήτο αδύνατον να μη μάθουν τον αφόρισμόν του και άλλα ακόμη εξωγκωμένα. Διότι αι ειδήσεις, εις την κωμόπολιν αυξάνουν με την πάροδον του χρόνου κ' εξογκώνονται καθ' ημέραν ως αι φημισμέναι κολοκύνθαι του Βαρθολομιού. Εγνώριζε τους συγχωρικούς του πολύ καλά. Φίλοι της κατηγορίας είν' έτοιμοι να μεταδώσουν εις τα τετραπέρατα του κόσμου μίαν είδησιν, βλάπτουσαν κάπως την υπόληψιν του γείτονος. Το ολιγάριθμον της κοινωνίας, η έλλειψις νέων τα οποία να δίδουν τροφήν εις τας συζητήσεις των, αναγκάζει αυτούς να τρέπωνται εις τα μεταξύ των. Καθήμενοι εις τα καφενεία και τα οινοπωλεία λαμβάνουν, ως θέμα έν άτομον, αναλύουν ελευθέρως και μετά πάσης ακριβείας τα κατ' αυτό, έπειτα μεταπηδούν εις άλλο, έπειτα εις άλλο κακολογούντες, εκθέτοντες οικογενειακάς ή ατομικάς ασχημίας, όχι εκ κακής προθέσεως αλλ' απλώς, διά να περάσουν τον καιρόν των. Το πνεύμα των, περίεργον και σαρκαστικόν, παντού εισχωρεί κ' ερευνά. Εξάγει πορίσματα από τα παραμικρότερα πράγματα· από ένα φέσι το οποίον κάθηται ολίγον στραβά επί μιας κεφαλής, από μίαν χειρίδα πολύ ανασηκωμένην, από μίαν κάλτσα αμελώς φορεμένην, από μίαν πτυχήν εις γυναικείον φόρεμα, απ' ένα βεργολύγισμα εις ωρισμένον μέρος, από ένα ανασήκωμα του φουστανίου κατά την δίοδον αύλακος, από ένα ανακίνημα των ενωτίων. Έπειτα προσαρμόζει αυτά όλα με ακρίβειαν, ως δόκιμος ζωγράφος τα χρώματα επί της εικόνος και παράγει έν όλον, το οποίον ρίπτει ζωντανόν σχεδόν εις την διψασμένην περιέργειαν του πλήθους.
Τα πορίσματα αυτά είνε λίαν τολμηρά και ως επί το πλείστον αδικαιολόγητα· αλλ' αδιαφορούν δι' αυτά και διά τας κακάς συνεπείας των. Διότι όλοι εις ένα δριμόνι ανακινούνται. Όταν τελειώσουν τας συζητήσεις των περί του ξένου αρχίζουν και περί αυτών των ιδίων· ο πριν σύντροφος γίνεται μόλις απομακρυνθή της ομηγύρεως κέντρον της κακολογίας των άλλων. Δεν ήτο λοιπόν δυνατόν ούτοι να σεβασθούν και να τηρήσουν μυστικόν το πάθημα του Δημήτρη. Είτε κατά την αγοράν των αρνίων, είτε κατά την περιοδείαν των εις τα οινοπωλεία, οι φίλοι μεταξύ των άλλων θα ομιλήσουν και περί αυτού· θα το μάθη ο Νάσος και η Μπήλιω και τότε δεν ήτο να μείνη πλέον εκεί μεταξύ των.
— Γρήγορα θα φύγω κ' εδώθε· εσκέφθη μετά πικρίας.
Και με αυτήν την σκέψιν δεν ηδύνατο να ησυχάση καθ' όλην την ημέραν.
Περί το εσπέρας οι βλάχοι εφάνησαν επιστρέφοντες, εύθυμοι και γελαστοί, με ολιγώτερα αρνία αλλά περισσότερον χρήμα εις τα κεμέρια των. Τινές τούτων, κρίνοντες απαραίτητον την μέθην, ήσυχον όμως, άνευ συγκρούσεως ποτηρίων προς ένδειξιν πένθους κατά την Μεγάλην Παρασκευήν, ήρχοντο παίζοντες το τζιρίτι και φωνάζοντες ευθύμως. Οπίσω ήρχοντο αι γυναίκες πεζή φέρουσαι τα οψώνια και από των ώμων της νάκες με τα παιδία των αι περισσοτέραι.
Ο Δημήτρης μόλις είδε τον Νάσον και την Μπήλιω ητένισεν αυτούς εις το πρόσωπον δειλά ως ένοχος τον δικαστήν του. Τα πρόσωπα και των δύο ήσαν αίθρια, διεκρίνετο όμως επ' αυτών τύπος τις αόριστος πικρίας και δυσαρεσκείας.
— Καλά μ' έτρωγαν τα φίδια· εσκέφθη.
Και την νύκτα ότε έπεσαν να κοιμηθούν, εις την μίαν άκραν της καλύβας αυτός και εις την άλλην ο Νάσος με την γυναίκα και το παιδί του ήκουσε την αλήθειαν.
— Ξέρω κ' εγώ, αδερφέ έλεγεν ο Νάσος σιγά εις την γυναίκα του· έκλεψε σου λένε.
— Και τον αφώρεσαν;
— Τον αφώρεσαν λέει; δεν αηκούς με μαύρες λαμπάδες και λεβέτια καπνισμένα και αναθέματα!. . .
— Για 'κείνο ήρθ' εδώ;
— Για 'κείνο — αμ' τι;
— Εμείς δεν μπορούμε να τον διώξωμε.
— Να τον διώξωμε όχι· ο Θεός να μας φυλάη μονάχα. . . .
Ο Δημήτρης τα ήκουεν όλα κ' εφρικία από κεφαλής μέχρι ποδών. Καθ' όλην την νύκτα δεν ημπόρεσε να κλείση μάτι. Και την πρωίαν ευρέθη μ' ένα πυρετόν τόσο σφοδρόν ώστε αν και ήθελε ν' απέλθη της καλύβας ευθύς, πριν ίδη εκδηλουμένην την δυσαρέσκειαν των φίλων του, δεν ηδυνήθη να κινηθή της στρωμνής του. Μόνον το εσπέρας εξήλθε μετά κόπου κ' εκάθισεν έξω παρά την θύραν της καλύβας.
Οι αμνοί της Λαμπρής, κάτασπροι ωσάν τα χιόνια εκ του πάχους, εκρέμαντο προ της θύρας των καλυβών καθ' όλα έτοιμοι διά το σουβλί. Τινές των βλάχων έξυον μακράς χονδράς ράβδους εξ αγριελαίας, μετασχηματίζοντες αυτάς εις σούβλας· αι βλάχισσαι όλαι εις κίνησιν, εκαθάριζον την πουγάναν όπου θα εψήνετο ως ηλιαστόν το κατσίκιον, άλλαι εζύμωνον την τυρόπητα, άλλαι έκαιον τους μικρούς φούρνους κ' έρριπτον το μαύρον αλλά νοστιμώτατον εκ κριθής και αραβοσίτου ψωμί.
Τα μικρά βλαχόπουλα, τα οποία έλειπον από πρωίας εις το λειβάδι, επέστρεφον κατ' εκείνην την ώραν οδηγούντα την κοπήν εις το μανδρί· αι βλαχοπούλαι ήρχοντο εκ της πηγής, εύσωμοι και ροδοκόκκιναι με το ξύλινον βαρέλι όρθιον επί κεφαλής, ως Καρυάτιδες και τους κάδους πλήρεις νερού εις τας χείρας.
— Τι λες παπού! καλός είνε ο λαμπριάτης μας; ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρης επιδεικνύων μετά τινος υπερηφανείας τον παχύτατον αμνόν του.
— Καλός, παιδί μου, καλοφάωτος· και του χρόνου να δώσ' ο θεός.
— Ο Θεός κι' ο λόγος σου παπού· καλά 'στερνά!
Μικρόν κατά μικρόν ήλθεν η νυξ. Οι βλάχοι ήμελξαν έκαστος τα πρόβατά του, έθεσαν το γάλα εντός μεγάλου λέβητος και περάσαντες διά των λαβίδων του χονδράν ράβδον, εστήριξαν τα δύο άκρα της επί δύο ορθίων στηλών και αφήκαν ανηρτημένον τον λέβητα εις την δρόσον της νυκτός. Εισήλθον έπειτα ενωρίς εις τας καλύβας των και ηπλώθησαν επί των μαλλίνων στρωμνών των να υπνώσουν ολίγον μέχρι της ώρας της Αναστάσεως.
Ο Δημήτρης τους εμιμήθη αλλ' ο ύπνος δεν ήρχετο ν' αναπαύση τα μέλη του ο πυρετός τον κατέκαιεν. Η ιδέα του παθήματός του και ότι το έμαθον ο Νάσος και η Μπήλιω, οι μόνοι απομείναντες φίλοι του, επέτεινον την εκ του πυρετού αγρυπνίαν. Ηγείρετο και κατέπιπτεν επί της στρωμνής του, κατέπιπτε και ηγείρετο αλληλοδιαδόχως. Το μικρόν ξυλοκάνατο, που είχεν εις το πλευρόν του, δέκα φοράς το εγέμισε δροσερού νερού από του μεγάλου βαρελιού και το εκένωσεν εντός του· δίψα άσβεστος, ικανή να στειρεύση ολόκληρον ποταμόν, τον κατεφλόγιζεν· εν τη παραζάλη του ενόμιζεν ότι ήκουε παφλασμούς ποταμού κ' έβλεπε βρύσεις πολυαρίθμους και πολυκρούνους με τα κατάργυρα και αφρώδη νερά των· το στόμα του ήτο πικρόν, η γλώσσα του ξηρά και χολώδης. . . Ούτω αγωνιών διήλθεν όλην την νύκτα μέχρις ου οι βλάχοι ήρχισαν να εγείρωνται.
— Παπού! ε, παπού! εφώναξεν ο Νάσος, θίγων αυτόν διά του ποδός.
— Τι 'νε;
— Ασήκου να ιδούμε την Ανάστασι. . .
Ότε εξήλθον της καλύβας ηκούοντο καθ' όλην την κοιλάδα και τας πέριξ ράχεις φωναί συγκεχυμέναι. Οι βλάχοι όλοι της περιφερείας εκείνης ήσαν επί ποδός, στολισμένοι, με τα κηριά εις χείρας, αναμένοντες την Ανάστασιν.
Όλη εκείνη η περιφέρεια εκ λοφίσκων κυματοειδών και μικρών κοιλάδων, πλουσία εις βλάστησιν και εις νερά, κατέχει την μεσημβρινήν πλευράν του δήμου Βουπρασίων. Οι βλάχοι έχουν κατασκηνώσει εκεί πολυάριθμοι, άλλοι εις μικρούς συνοικισμούς, ως τα Μπακογιαννέικα και Βυτινέικα, άλλοι μεμονωμένοι κατά οικογενείας, νεμόμενοι πολλά στρέμματα γης, και άλλοι αναμίξ μετ' εντοπίων κατοικούντες μικρά χωρίδια, ως το Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζι και άλλα, εκ δέκα-είκοσιν οικίσκων έκαστον.
Οι βλάχοι έρχονται εκεί και ξεχειμάζουν από του Απριλίου δε μέχρι του Σεπτεμβρίου με τας οικογενείας και τα ποίμνιά των αναχωρούν διά τα βουνά, όπου ξεκαλοκαιριάζουν. Δεν είνε δυνατόν διά τούτο ν' απαντήση τις καθ' όλην εκείνην την έκτασιν εκκλησίας παρά μικράς μόνον, ως κελλία εις τα πέριξ χωρίδια. Τα χωρίδια όμως αυτά αν έχουν εκκλησίας, δεν έχουν ιερείς. Διότι οι χωρικοί, ανθρακείς ως επί το πλείστον και υλοτόμοι, είνε τόσον πτωχοί, ώστε μόλις να εξαρκούν εις την πενιχράν τροφήν των και την πενιχροτέραν ενδυμασίαν των. Ίνα μη λησμονήσουν όμως καθόλου τον Θεόν, εσυμφώνησαν όλοι από κοινού κ' εκάλεσαν ένα ιερέα, ο οποίος υπεχρεούτο εις κάθε εορτήν να λειτουργή κατά σειράν και εις έν χωρίδιον. Και οι βλάχοι των πέριξ συνοικισμών συνεισέφερον εφ' όσον καιρόν μένουν εκεί και οπόταν ο ιερεύς λειτουργή εις το πλησιέστερον χωρίδιον, πηγαίνουν όσοι θέλουν και λειτουργούνται.
Αλλ' η Ανάστασις πρέπει να τελήται εις όλους ταυτοχρόνως και να μετέχουν όλοι της ιερωτέρας και μεγαλειτέρας εορτής της χριστιανικής θρησκείας. Διά τούτο ίνα μη εγείρωνται παράπονα προτιμήσεως και ίνα μετέχουν όλοι και οι πλέον απομεμακρυσμένοι της ιεράς τελετής, τελούσιν αυτήν έξω, εις το ύπαιθρον, υπό τον διάστερον ουρανόν και τον ευρύν ορίζοντα.
Ήδη είχε πλησιάσει η ώρα. Ο αυγερινός φεγγοβολών ανήρχετο εις τα ύψη ωσεί μέγας μυσταγωγός του χριστιανισμού, φέρων εις τους ανθρώπους το Φως το αληθινόν. Οι βλάχοι με τας γυναίκας και τα παιδία των ίσταντο έτοιμοι, έκαστος έξω της καλύβης του οι χωρικοί από τα πέριξ χωρίδια είχον ανέλθει εις τα υψώματα, νέοι ακμάζοντες και ζωηροί, γέροντες λευκόμαλλοι, παιδία, γυναίκες νέαι και γραίαι, όλοι προσηλωμένους έχοντες τους οφθαλμούς προς το ανατολικόν μέρος του ορίζοντος, όπου εγνώριζον ότι εν μέσω του σκότους υψούτο υψηλή ράχη, επί της οποίας θ' ανεφαίνετο ο ιερεύς με την λαμπάδα εις χείρας κηρύσσων εις τους πιστούς την Ανάστασιν του Σωτήρος. Αι μεγάλαι πυραί ελαμπάδιζον εις τα ύψη επιρρίπτουσαι ροδόχρουν χροιάν επί των προσώπων και των καθαρών ενδυμάτων και ποικίλλουσαι με πολυχρώμους λάμψεις, τα πολύτιμα γκιορτάνια και τους αργυρούς παφτάδες της ζώνης των γυναικών. Η καρδία όλων εβροντοκτύπα ανυπόμονος εις την εγγίζουσαν μεγάλην και ιεράν δι' αυτούς στιγμήν. Κάθε άστρον, το οποίον προέκυπτεν από την ράχην, εξελάμβανον ως την λαμπάδα του ιερέως και ανεκραύγαζον και ανεπήδων οι νεώτεροι μετά χαράς:
— Για το· εφάνηκε!
— Αμ' πού ακόμη!. .
— Θ' ασπρίση το μάτι σου για να το ιδής;. .
Κ' επειράζοντο μεταξύ των και διηγούντο ευάρεστα ανέκδοτα και οι γεροντότεροι παραμύθια διά να περάση ο καιρός.
— Για το, για το! εκειό ένε! εφώναξε τις αίφνης περιχαρής.
Τω όντι προς ανατολάς εφάνη φως λαμπάδος, τρεμοσβύνον εις του ανέμου την πνοήν. Διέσχιζε την σκοτίαν κ' επέρριπτε παρήγορον και ιλαράν την λάμψιν του πέριξ, ως η ιδέα του Χριστιανισμού την οποίαν εξεπροσώπει την ώραν εκείνην, διέλυσε τ' άγρια σκότη της αμαθείας και βαρβαρότητος.
Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί απ' όλα τα μέρη πέριξ συνεκέντρωσαν εκεί τους οφθαλμούς και έτεινον την ακοήν των.
— Χριστός ανέστη, παιδιά!. . .
Η φωνή ηκούσθη από την ράχην έντονος και παρατεταμένη. Αναπαλλομένη έφθασεν εις τας καρδίας των αξέστων ακροατών όλων κ' επέχυσεν επ' αυτών γλυκύτητα και συγκίνησιν.
— Χριστός ανέστη, παιδιά!. . .
Η φωνή ήχησεν εντονωτέρα. Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί έκλινον την κεφαλήν κ' έκαμαν τον σταυρόν των. Όλη εκείνη η εκτεταμένη περιφέρεια ήτο κατά την ώραν εκείνην ευρύτατος ναός, όπου εδοξάζετο το μεγαλείον του Θεού.
— Χριστός ανέστη, ορέ παιδιά!. .
Η φωνή ήχησεν εκ τρίτου. Συγχρόνως παρά το φως της λαμπάδος εφάνη αναλαμπή πυρολίθου και μετά μίαν στιγμήν διεχύθη ανά την έκτασιν βαρύς βρόμος πυροβόλου. Ο ιερεύς ολίγον διαφέρων κατά την παίδευσιν των πέριξ ακροατών του, αφελής όπως αυτοί, δοξολογών τον θεόν του όπως και οι ποιμένες και οι υλοτόμοι και οι ανθρακείς, με τους οποίους έζησε και ανετράφη, έδιδεν απ' εκεί πρώτος, μετά το άγγελμα της Αναστάσεως, το σύνθημα των πυροβολισμών και της χαράς.
Ευθύς ωσεί όλη εκείνη η έκτασις κατείχετο υπό πολυαρίθμου στρατού, παραμονεύοντος κ' επιπίπτοντος αίφνης κατά του εχθρού, πλείστοι εξήλθον πυροβολισμοί, φωτίσαντες δι' αστραπιαίας ταχύτητος χλοαζούσας ράχεις, λαγκάδια καθαρά, δένδρα και καλύβας, πρόβατα και μανδριά. Οι βλάχοι εν εξάλλω ενθουσιασμώ μετέδιδον προς αλλήλους την ευχάριστον είδησιν της Αναστάσεως:
— Χριστός ανέστη, ορέ αδέρφια!. . .
— Αληθινώς ανέστη!. . αληθινώς ανέστη!
— Ζη και βασιλεύει, ορέ μπρατίμοι!. . . ζη και βασιλεύει!. . .
Ήδη πολυάριθμα μικρά φώτα επλανώντο κατά διαφόρους διευθύνσεις· τα βλαχόπουλα έσπευδον προθύμως να μεταφέρουν εις τους άλλους το Άγιον φως, όπερ έλαβον από την λαμπάδα του ιερέως. Μετ' ολίγον όλαι αι ράχεις, πεπληρωμέναι μικρών φώτων, εφεγγοβόλουν εδώ κ' εκεί, εν μέσω της σκοτίας, ως αδάμαντες πολυάριθμοι. Από εκάστης καλύβης τα καρυοφύλλια κ' αι ασημοπιστόλαι ήστραπτον κ' εβρόντων και αι σφαίραι διεσταυρούντο εις τα ύψη συρίζουσαι. Τα εντός των μανδριών πρόβατα εβέλαζον κ' επήδων φοβισμένα εκ των κρότων οι σκύλοι υλάκτουν, οι ίπποι εχρεμέτιζον και όλη η έκτασις ήτο πλήρης συμμιγούς και ακαταλήπτου θορύβου. . .
Η ράχη επί της οποίας ανεφάνη το πρώτον το φως της Αναστάσεως, ήτο ήδη κατάφωτος. Είκοσιν έως εικοσιπέντε βλάχοι, ασκεπείς, με την λαμπάδα ανημμένην εις χείρας, εγονυπέτουν πέριξ του ιερέως, ο οποίος όρθιος εκίνει την λαμπάδα του άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ψάλλων το «Χριστός ανέστη», καταλαμπόμενος υπό του φωτός, ως Θεός μέσω των αστραπών του Σινά.
Εις τα Μπακογιαννέικα όλοι, γυναίκες, άνδρες, παιδιά εν ομίλω, με τας λαμπάδας των ανημμένας, είχον ανέλθει εις την κορυφήν του λόφου των και παρεστάθησαν εις την τελετήν της Αναστάσεως. Έπειτα ετράπησαν εις τας καλύβας των ίνα φάγη έκαστος με την οικογένειάν του τον τζορβάν.
— Παπού, ε, παπού! πάμε να φάμε· εφώναξεν ο Νάσος εις τον Δημήτρην, κατευθυνόμενος εις την καλύβαν του.
Αλλ' ο Δημήτρης ούτε εκεί ούτε εις την καλύβαν ήτο. Ο Νάσος εξήλθε, τον εκάλεσεν επανειλημμένως, εσύριξε, τον ανεζήτησεν εις όλας τας καλύβας, αλλά δεν τον εύρε πουθενά.
— Έφυγεν είπεν εισερχόμενος εις την Μπήλιω.
Και οι δύο ητένισαν επί μακρόν ο ένας τον άλλον, άφωνοι.
— Ο Θεός να τον σχωρέση· είπε τέλος η Μπήλιω, ενώ έν δάκρυ έπιπτεν, ως μαργαρίτης, από τους οφθαλμούς της.
*
Τω όντι ο Δημήτρης ήτο μακράν της καλύβας. Αφ' ης ώρας εβεβαιώθη ότι ο Νάσος και η Μπήλιω έμαθον την κατάραν που εβάρυνεν επ' αυτού είχεν αποφασίσει να φύγη. Ηννόει μόνος του ότι, όσον και αν τον ηγάπων, δεν ηδύναντο να τον έχουν δίχως ενδοιασμούς και φόβους πλησίον των.
Η θρησκεία έχει ριζώσει εις την καρδίαν του λαού με όλα τα μεγάλα και πλούσια αγαθά της αλλά και με διαφόρους προλήψεις, τας οποίας η αμάθεια πάντοτε δημιουργεί. Ο Δημήτρης εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Θεός, ο τόσον εύσπλαγχνος και συμπαθής, εις τον αφωρισμένον είνε πολύ αυστηρός· αναγνωρίζει το κύρος της εκκλησίας, δέχεται τα θεσπίσματά της και τιμωρεί, όχι μόνον αυτόν αλλά κ' εκείνους που θα τον περιθάλψουν, ως ο νόμος κατατρέχει τους ληστάς και τους λησταποδόχους. Ο αφορισμένος είνε μία αθλία και φοβερά δύναμις, αποπνέουσα πανταχού μόλυσμα απαίσιον και δυσθεράπευτον της ψυχής. Το σώμα δύναταί τις πολλάκις να το εκθέση εις τους κινδύνους και τας τιμωρίας, αλλά την ψυχήν πρέπει να φυλάσση ως το πολυτιμότερον πράγμα του ανθρώπου.
— Κ ' εγώ να ήμουνα δεν το έκανα, εψιθύρισεν ο Δημήτρης εν ειλικρινεία.
Κ' έφυγε μόλις εύρεν ευκαιρίαν χωρίς να τον εννοήση κανείς, σπεύδων ωσεί καταδιωκόμενος. Ο τόσος αλλαλαγμός κ' αι φωναί των βλάχων επί τη αναστάσει του Ιησού, τα φώτα και η χαρά εκείνη, η έξαλλος, έθλιβον την καρδίαν του σφιγκτά σφιγκτά, ως να την είχε συλλάβει χειρ Βριάρεως. Ο Δημήτρης, επειδή απεκηρύσσετο παρά των ανθρώπων και κατετρύχετο παρά της εκκλησίας, ήρχισε σιγά σιγά ν' αναπτύσση και αυτός εν τη καρδία του μίσος καθ' όλων. Εν τη αλλοφροσύνη και τη μηδαμινότητί του, εθλίβετο ακόμη και διά την ανάστασιν του Ιησού, αφού αυτός ούτε ανάστασιν, όπως όλοι οι χριστιανοί, ούτε θάνατον καλά καλά ήλπιζεν.
Ο Δημήτρης επλανήθη επί πολύ εις την ερημίαν, εν μέσω του σκότους της νυκτός. Η αυγή εύρεν αυτόν επί τινος λόφου, πλησίον του ερημοκκλησίου του αγίου Γεωργίου. Όπισθεν του ερημοκκλησίου, πλησίον του τοίχου του ιερού βήματος είδε νεοσκαφή τάφον. Επί του τάφου ούτε όνομα εφαίνετο, ούτε σταυρός, ούτε κυπάρισσος ή ιτέα, τ' αχώριστα σύμβολα του θανάτου· μόνον μία κέραμος, ημιτεθραυσμένη και αυτή, ώριζε το μέρος όπου ανεπαύετο η κεφαλή του νεκρού και παρ' αυτήν έκειντο απεσβεσμένοι άνθρακες και λίβανος απηνθρακωμένος.
Ο Δημήτρης επλησίασε μετά δειλίας, φοβούμενος μήπως και ο νεκρός σηκωθή και τον αποδιώξη, εγονυπέτησε κ' εφίλησε μετά κατανύξεως το χώμα του τάφου.
— Ο Θεός σχωρέσει, αδερφέ εψιθύρισε.
Και ητένισε τον τάφον με βλέμμα τόσον τρυφερόν οποίον δεν έρριψε κανείς άλλος άνθρωπος επί τάφου. Ο Δημήτρης εζήλευε πολύ τον άγνωστον εκείνον ο οποίος τόρα ανεπαύετο εκεί, μακράν του κόσμου και των παθών του. Τα δάκρυά του έπιπτον κατά θρομβία επί του χώματος και αυτός εσκέπτετο την πλάνην και το μέγα άδικον της Εκκλησίας. Την αμάθειάν του εκάλυπτον τα ίδια παθήματα, ο πόνος εκείνος ο μύχιος της καρδίας, και τον έκαμνον αυτόν, ο οποίος άλλοτε δεν ετόλμα ουδέ να συλλογισθή τους νόμους της εκ φόβου μήπως αμαρτήση, τόρα να την κρίνη και να την καταδικάζη. Είχε φθάσει πλέον το μαχαίρι εις το κόκκαλο και δεν εφοβείτο τίποτε. Ο κόσμος μεταξύ του οποίου ο άνθρωπος ζη, η γη εις την οποίαν θάπτεται και ο ουρανός όπου η ψυχή επιστρέφει, απαλλαγείσα των δεσμών της είνε τα μόνα καταφύγια του θνητού. Κ' εν τούτοις ο κόσμος και η γη και ο ουρανός αποδιώκουν τον αφωρισμένον. Αειφυγία από παντού και άνευ τέλους! Ο Δημήτρης, περιπλανώμενος Ιουδαίος της ζωής και του θανάτου, δεν εύρισκε πουθενά θέσιν να σταθή. Είχεν αηδιάση την ζωήν και όμως έτρεμε προ του θανάτου, ως παις προ μορμολυκείου.
Ο Δημήτρης έμεινεν εκεί επί πολύ σκεπτόμενος και κλαίων. Κατεφίλει κ' έθλιβε το χώμα του τάφου, το έβρεχε με τα δάκρυά του κ' ψιθύριζε κάτι ωσεί το παρεκάλει να δώση και εις αυτόν την ανάπαυσιν την οποίαν έδιδεν εις τον νεκρόν.
Μετ' ολίγον τον κατεκυρίευσεν η δίψα και ηγέρθη διά να ζητήση νερό. Ήτο τόσον εξησθενημένος ώστε δεν ηδύνατο να σταθή εις τους πόδας του. Ησθάνετο βάρος εις την κεφαλήν, τα ώτα του εβόιζον φρικωδώς, οι οφθαλμοί του ήσαν νωθροί και κάθυγροι εκ του πυρετού. Σιγά σιγά, αργοβατών κατήλθε μετά πολλού κόπου εις το λαγκάδι του Μπάστα.
Το νερόν έτρεχε διαυγές και ήσυχον μέσω των πρασίνων φυλλωμάτων των ιτεών και των ανθισμένων χαμοκλάδων¬ πλάτανοι υψηλοί και λεύκαι πλούσιαι εις φύλλωμα και εις χάριν, έρριπτον την σκιάν των πέραν επί του περιβολιού του αγίου Γεωργίου, καταφύτου εκ λεμονέων και χρυσομηλέων, βαθυπρασίνων καρυδιών και συκών κιτρινοφύλλων ροδακινών και στενοφύλλων αμυγδαλών. Η πλευρά του βουνού με την ρωμαλέαν φυτείαν της παρουσίαζεν έν όλον γιγάντειον μωσαϊκόν ένεκεν του διαφόρου χρωματισμού των δένδρων και των χαμοκλάδων της. Αι ξανθαί αγράμπελοι και οι κισσοί, με τα πεντοβολούντα βοτρυοειδή άνθη των, ανερριχώντο επί των κλάδων, σχηματίζουσαι τερπνά παραπετάσματα, κρεββάτια χαριτωμένα διά τας νύμφας της κοιλάδος.
Προέκυπτον εδώ κ' εκεί τα μεγάλα κόκκινα άνθη των ροδοδαφνών, τα χιονώδη της μυρτιάς και πλούσια τα φυλλώματα των κουμαριών. Εις τους πόδας του βουνού λιθόκτιστος βρύσις έχυνε προς τα έξω διά μικράς μαρμαρίνης λεκάνης νερό ψυχρόν και διαυγές απ' ολίγον μακράν ήρχετο βοή αδιάκοπος, ο ρόχθος του Βρόντου, μικρού καταρράκτου, χυνομένου διά πλακοστρώτου κοίτης εις το λαγκάδι του Μπάστα. Επί των απέναντι χαμηλών λοφίσκων έβοσκον κατεσπαρμένα πρόβατα και αίγες υπό την επίβλεψιν των μικρών βοσκών και των σκύλων των. Προς δυσμάς, εις την είσοδον της κοιλάδος, εφαίνοντο κυματοειδείς τινες λοφίσκοι εκ κοκκινοχώματος και κάτω, αλληλοδιαδόχως, η βαθυπράσινος πεδιάς με τας ευφόρους σταφιδοφυτείας και τους λευκούς οικίσκους των, το Ιόνιον Πέλαγος με τα γαλανά νερά του και εις το βάθος εν σκιαυγεία ο Αίνος της Κεφάλληνίας, πελώριος.
Ότε ο Δημήτρης έφθασεν εκεί, ο ήλιος είχεν υψωθή αρκετά ώστε να στεγνώση την πάχνην της νυκτός και ν' αφήση τα άνθη και τα φυτά να χύσουν ελεύθερα το άρωμά των. Αι αηδόνες, οι κόσσυφοι, όλα τα πουλάκια της λαγκαδιάς, έψαλλον εν αμίλλη ευτυχισμένα· η χλιαρότης εκείνη εμέθυε και τα ζωύφια ακόμη και ήρχετο από παντού πέριξ βόμβος γλυκύς και αόριστος. Αλλ' ο Δημήτρης εκ του κόπου, τον οποίον κατέβαλε κατερχόμενος το κατωφερές μονοπάτι του λόφου, κατέπεσεν εξηντλημένος εις μίαν λόχμην ροδοδάφνης, πριν ακόμη κατορθώση να φθάση εις την βρύσιν. Επροσπάθησε να συρθή με τα γόνατα έως εκεί, να πίη ολίγο νερό να δροσισθή αλλά δεν ηδύνατο καλά καλά ουδέ τον βραχίονα να σηκώση.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα βαρέα, ωσεί τύπτοντα μετά πάθους την γην κ' εφάνη νεαρός βλάχος, διερχόμενος την αντίπεραν της λαγκαδιάς πλευράν, νωθρώς, εν αφροντισία βηματίζων και τραγωδών:
Μια βλαχοπούλα έπλενε, σε βρύσι μαρμαρένια· είχε τον κόπανο χρυσό, Μαλαματένια πλάκα!. . .
Ο βλάχος ετραγώδει με όλον τα πάθος και την δύναμιν εκείνην, την δίδουσαν ζωήν εις τας απλάς λέξεις και ηλεκτρίζουσαν τας ψυχάς. Έχων ολίγον υψωμένην την κεφαλήν, επρόφερε κατ' αρχάς σιγά και ηπίως τας λέξεις και όταν έφθανεν εις το γύρισμα, επέτεινε την φωνήν του εις υψηλόν και γλυκύν τρεμουλιαστόν τόνον, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αηδονιού. Ούτω επροχώρει εις την λαγκαδιάν, άλλοτε εξαφανιζόμενος εις τας συστάδας των δένδρων και άλλοτε αναφαινόμενος υψηλά, κατά τα κλώσματα του μονοπατιού, κ' εξακολουθών πάντοτε το τραγούδι του ευθύμως :
Κι' από τη φόρτσα την πολλή Κι' από τη δύναμί της· Της ετσακίσθ' ο κόπανος Της ερραγίσθ' η πλάκα!. .
Κ' εφ' όσον απεμακρύνετο ο βλάχος, το τραγούδι ήχει εις την λαγκαδιά, γλυκύτερον και περιπαθές όσον η ποίησις και η αφέλειά του. Ο Δημήτρης, ο οποίος ήλπισεν επί στιγμήν ότι ο βλάχος θα διήρχετο πλησίον του και θα τον εβοήθει, ήδη ότε τον ήκουεν απομακρυνόμενον, κατέπεσεν εις εντελή απελπισίαν.
— Εδώ θα χαθώ! εψιθύριζεν από καιρού εις καιρόν μετά πικρίας.
Μετ' ολίγον ηκούσθησαν άλλα βήματα ξένος ιππεύς ήρχετο εις το λαγκάδι διά να ποτίση τον ίππον του. Εφόρει μαύρο σκουφάκι εις την κεφαλήν, μεϊντανογέλεκα από λευκό σαγάκι, κεντημένα με μαύρα σειρήτια, υποκάμισον με χειρίδας ανοικτάς, κοντήν και λερήν φουστανέλλαν, και τσαρούχια εις τους πόδας. Από του σελαχίου του προέκυπτον κοκκαλίνη λαβή μαχαίρας και ολίγον το κοντάκι πιστολιού. Εις την χείρα εκράτει την μπατίναν του, ράβδον μακράν, εις το κάτω μέρος φέρουσαν κεφαλήν χονδράν, διά της οποίας καταβάλλουν τους ταύρους. Το ύφος του ήτο γλυκύ και συμπαθές οι οφθαλμοί του γοργοί και ευκίνητοι τα χείλη του πάντοτε χαμογελώντα. Ο ζωέμπορος είχεν υπάγει από της προτεραίας να ίδη το λειβάδι του αγίου Γεωργίου, το οποίον εσκέπτετο να ενοικιάση διά την βοσκήν. Ήδη δε ήρχετο να ποτίση τον ίππον του και να κατευθυνθή εις Ανδραβίδα, όπου τον ανέμενον οι σύντροφοί του.
Αλλ' ο ίππος δεν ήθελε να πλησιάση εις το νερόν. Ήνοιγε τους οφθαλμούς, ανώρθου την χαίτην του, εκαμάρωνε την κεφαλήν, εφρύμαζε στρεφόμενος εδώ κ' εκεί κ' ετριπόδιζεν ωσεί διακρίνων κάτι μέσω των φυλλωμάτων και θέλων να υποχωρήση. Ο ιππεύς επέμενε, τον εκέντα διά των πτερνιστήρων, τον εκτύπα διά της μπατίνας, αλλ' ουδέν κατώρθου κ' ήτο έτοιμος να υποχωρήση φοβισμένος και αυτός. Διότι εσυλλογίσθη ότι ήτο μεσημέρι και αυτήν την ώραν εις τοιούτους τόπους δεν είνε ακίνδυνον να συχνάζη κανείς. Όλα τα εξωτικά της λαγκαδιάς θα εκοιμώντο τόρα εκεί και βεβαίως δεν θα επέτρεπον εις κανένα να τα ενοχλήση. Και ο ίππος με την εξαιρετικήν οξυδέρκειαν την οποίαν έχουν τα ζώα, θα τα έβλεπε τόρα αυτά και ήθελε να οπισθοχωρήση.
Ο ζωέμπορος εσταυροκοπήθη δις και τρις ψιθυρίζων μέσα του προσευχήν κ' έστρεψε τον ίππον να φύγη ησύχως. Αίφνης όμως ήκουσε γογγυσμόν και φωνήν ανθρωπίνην, ερχομένην ασθενώς μέσ' από τα φυλλώματα και ζητούσαν βοήθειαν. Εστάθη τότε, επέζευσε, αφήκε τον ίππον του κ' επροχώρησε προς το μέρος οπόθεν ήρχετο η φωνή, πάντοτε μετά προφυλάξεως, διότι δεν ελησμόνει ούτος ότι τα εξωτικά πολλάκις διά τοιούτων προσποιήσεων φέρουν πλησίον των τους διαβάτας. Εύρε δ' εκεί τον Δημήτρην κατακείμενον εν μέσω της λόχμης, κατακόκκινον, με ημικλείστους οφθαλμούς.
— Πατριώτη, ρε πατριώτη! είπε, λακτίζων αυτόν ελαφρώς.
— Νερό, λίγο νερό! εψιθύρισεν ο Δημήτρης ασθενώς.
Ο ζωέμπορος έλαβε μικρόν κασσιτέρινον τάσι, ανηρτημένον αριστερά του σελαχίου του και το εγέμισεν από την βρύσιν. Ο Δημήτρης ανεσηκώθη ολίγον, έλαβε τα τάσι μετά σπουδής και τα εκένωσεν απνευστί.
— Τη δροσιά του νάχης εψιθύρισε.
Και ημιανοίγων τους οφθαλμούς ητένισεν ευγνωμόνως τον Νίκαν. Αλλ' ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του, οι οδόντες του ήρχισαν να συγκρούονται και το τάσι έπεσε των χειρών του. Ο Δημήτρης ανεγνώρισεν ευθύς τον ζωέμπορον, τον κύριον των τριακοσίων δραχμών και αίτιον όλων των δυστυχιών του. Τα παθήματά του μετ' αστραπιαίας ταχύτητος, το έν μετά το άλλο, ήλθον όλα και παρεστάθησαν προ της φαντασίας του με όλην την φοβεράν όψιν των.
— Ωχ, λυπήσου με! είπε φρικιών υπό το βλέμμα του ζωεμπόρου· σώνει πια, λυπήσου με!. .
— Τι θέλεις; ηρώτησεν ούτος, νομίσας ότι ο άρρωστος παρεμίλει εκ του πυρετού.
— Σώσε με, λύσε με από τον αφορεσμό!. . . Τα χρήματά σου, εγώ τα βρήκα τα χρήματά σου. . .
— Εσύ 'σαι ο Νουλάς!
— Εγώ — ναί.
Και ο Δημήτρης διηγήθη εις τον ζωέμπορον πώς έτυχε ν' ανεύρη τα χρήματά του και πώς τα διέθεσε. Τρέμων όλος, με δάκρυα πύρινα εις τους οφθαλμούς, ήρχισε να διηγήται έν προς έν τα παθήματά του, αφ' ης ημέρας το επιτίμιον ανεγνώσθη εις την κωμόπολιν, την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, τους πικρούς και καυστικούς λόγους των, τα μειδιάματά των, τα πλήρη αναιδούς σαρκασμού, τα βλέμματά των τα σουβλερά· να λέγη την πτωχείαν και αθλιότητα του, την παίδευσιν του σώματος και την ακοίμητον βάσανον της ψυχής επί τόσας ημέρας!. . .
— Λύσε με από τον αφορεσμό· εξηκολούθησε υψόνων προς τον ζωέμπορον ικέτιδας χείρας· σώσε με από την παίδεψι!. . .να πώς κατάντησα· συχώρα με κι' ο Θεός σχωρέσοι!. . .
Ο ζωέμπορος ήκουεν έκπληκτος και μετά συντριβής τον Δημήτρην. Ήρχισε να ελέγχη εαυτόν, διότι διά τόσον μικρόν πράγμα εξέδωσεν επιτίμιον το οποίον κατέστρεψε τελείως ένα τίμιον και αξιόλογον εργάτην. Ιδού ότι η τύχη τον είχεν ευνοήσει τόσον πολύ ώστε από ενός έτους, ότε έχασε τας τριακοσίας δραχμάς, αι επιχειρήσεις του προώδευον καταπληκτικώς, η περιουσία του ηύξησε. Τι ήσαν δι'αυτόν τόρα τριακόσιαι δραχμαί!
— Συχωρεμένος να ήσαι, αδερφέ συχωρεμένος να ήσαι!. . . ανέκραξε μετά θέρμης ο ζωέμπορος, εναγκαλιζόμενος τον Δημήτρην με δάκρυα εις τους οφθαλμούς· δεν φταίω εγώ. . . μη μου κακοψυχάς!. . .
— Όχι, δεν φταις· λύσε με από τον αφορεσμό!
— Ναι, θα σε λύσω.
Και ο ζωέμπορος είπεν εις τον Δημήτρην ότι τόρα αμέσως θα επήγαινεν εις Λεχαινά και θα εφρόντιζε δι' όλων των μέσων ν' ανακληθή το επιτίμιόν του
— Αλήθεια; ηρώτησεν ο Δημήτρης, κάπως δυσπίστως.
— 'Σ το Χριστό που πιστεύομε· είπεν ο ζωέμπορος μετά πειστικότητος.
— Και θα διαβασθή το συχώριο 'ς τα χωριό;
— Ναι· αν θες πάμε μαζί ως εκεί.
— Όχι, δεν μπορώ.
Και ο Δημήτρης, επανέπεσεν εξηντλημένος επί της χλοεράς στρωμνής του. Το βλέμμα, του εστράφη πέριξ εις την χλοάζουσαν φύσιν, εις τον καταγάλανον ουρανόν, εις τα υψηλά δένδρα τα σειόμενα υπό του ανέμου ησύχως· το ους του επρόσεξεν εις τον βόμβον εκείνον, τον μαλακόν και εις το συνεχές λάλημα των πουλιών και ο Δημήτρης εδάκρυσεν, επιθυμήσας την ζωήν και τα καλά της ενθέρμως.
— Πάμε, αδερφέ· σε βάνω 'ς τ' άλογό μου· είπεν ο ζωέμπορος.
Και διά συριγμού εκάλεσε τον ίππον του. Ο Τσίλιας εις τον συριγμόν του κυρίου του προσήλθεν, αργά αργά, καμαρόνων ως να έφερε καμμίαν νύμφην επάνω του.
— Γονάτισε· είπεν ο ζωέμπορος, συνοδεύων τον λόγον του μ' εμφαντικόν νεύμα.
Ο Τσίλιας έκλινεν ευθύς προς την γην, πρώτον τα εμπροσθινά γόνατα κ' έπειτα τα οπισθινά. Ο ζωέμπορος έκυψε να λάβη τον Δημήτρην εις τας αγκάλας και τον θέση επί του ίππου· αλλά την ιδίαν στιγμήν σπασμός ισχυρός εκλόνησε το σώμα του αρρώστου και τον αφήκε νεκρόν.
Ο Δημήτρης Νουλάς εξεψύχησεν αφού συνεφιλιώθη με τον τάφον.
1888
Ν Ε Ο Ι Θ Ε Ο Ι
— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. . .
Ούτε η σύλληψις του Καγκάλου, τον οποίον ισχυρόν απόσπασμα χωροφυλάκων έφερε σιδηροδέσμιον, ούτε η πανήγυρις την οποίαν ήγον σήμερον, Δευτέραν της Λαμπρής, συνεκίνει τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα από πενταετίας κατορθώματα του διασήμου ληστού της Δωρίδος, το άγριον κ' επιβάλλον ήθος του, άντικρυς αντίθετον προς το νανώδες ανάστημά του, η παρά την Γερομαστήν προ τίνος καιρού ευτυχής αντίστασίς του, μόνου εναντίον λόχου όλου στρατιωτών και πολιτών, δεν εγαλβάνιζον όπως άλλοτε τους πολεμοχαρείς χωρικούς. Ολόκληρος της φαντασίας των η ορμή ανεκόπτετο ήδη προ του ενωμοτάρχου, του οδηγούντος το στρατιωτικόν απόσπασμα και προ του όπλου, με το οποίον ήσαν εφωδιασμένοι οι άνδρες του και αυτός. Κ' ενώ επί του αλωνίου του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίται γύφτοι προσεπάθουν με τους βαρείς ήχους του τυμπάνου και τας γαργαλιστικάς φωνάς ζεύγους αυλών να διεγείρουν τας ψυχάς, κ' οι λυγερές χειροκρατούμεναι εκάλουν μ' ελκυστικόν χαμόγελο τους νέους ν' ανοίξουν τον χορόν, ούτοι ολίγον παρεκεί, συνωθούμενοι πέριξ του ενωμοτάρχου, προσέβλεπον περίεργοι το όπλον, το οποίον ούτος εκολακεύετο να επιδεικνύη εις αυτούς, και από καιρού εις καιρόν επιφώνημα εξέφευγε των χειλέων του:
— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. .
Από ενός και πλέον έτους αόριστοι φήμαι εφέροντο κ' εν Βουνιχώρα περί του νέου όπλου. Τινές καταβάντες δι' υποθέσεις των μέχρι Γαλαξειδίου είτε μέχρι Σαλώνων, μετέδωκαν εις τους συμπατριώτας των το σχήμα, τας κινήσεις και τας ενεργείας του, όπως τα ήκουον εξωγκωμένα πάντοτε καθώς ήκουον παραμορφωμένον και τ' όνομα του Γάλλου εφευρέτου. Έμαθον ότι ο στρατός όλος, παραιτήσας πλέον τας βαρείας καραμπίνας του Μινιέ, εφωδιάσθη δι' αυτού, κατασταθείς μάλλον αξιομάχητος. Από τους ιδίους ληστάς, οσάκις εξένιζον αυτούς εις το χωρίον των είτε εις τα ποιμνιοστάσιά των, ήκουον οι χωρικοί την θραύσιν την οποίαν επέφερε τούτο εις τας τάξεις των· πώς εκαλύπτοντο αίφνης από χάλαζαν σφαιρών πριν ακόμη προφθάσουν ούτοι να γεμίσουν τα ιδικά των. Έβλεπον τας χαινούσας πληγάς τας οποίας εις αυτούς επροξένουν τα βλήματά του και κατενόουν την μεγάλην αξίαν του όπλου από την αγανάκτησιν και τας ύβρεις, όσας εξετόξευον κατά του πτωχού εφευρέτου. Και πολλάκις τη εξάψει της λατρείας των προς την λεβεντιάν, έψαλλον μετά μεγίστου πόνου το τραγούδι του Κουρκούμπα, το οποίον φέρει αυτόν και τον σύντροφόν του εις το λημέρι κατά το βράδυ βράδυ, όχι πλέον σκεπτομένους αγώνας και θριάμβους, αλλά κλαίοντας τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους:
τείν' το κακό που πάθανε τόρα 'ς τα εβδομήντα που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα. . .
Όμως τ' ωμολόγουν ήδη οι χωρικοί, το εξέφραζον διά των εκπλήκτων βλεμμάτων των, ότι ουδέποτε ήλπιζον αυτό τόσον τέλειον όπως το έβλεπον, όπως ήκουον παρ' αυτού του ενωμοτάρχου:
— Να, έβαλες το φυσίγγιο κ' ετέλειωσε το παστόψαρο. . . ένας χρόνος εις δύο κινήσεις. . . ένα πατατράκ κ' εχάθηκε το λεφούσι!
Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος, υψηλός κ' ευλύγιστος λεβέντης, τον οποίον η έξοχος ανδρεία, η ακούραστος ενεργητικότης κ' αι διαβολικαί επίνοιαι, όσας ανέπτυσσε προς καταδίωξιν των ληστών, διέδοσαν εις όλην την Ρούμελην και περιέβαλλον με ποιητικήν τινα αίγλην το πεζότατον όνομά του, επεδείκνυε προθύμως τον χειρισμόν του όπλου, έδιδε την επιστημονικήν του ονομασίαν εις ένα έκαστον των καταρτισμάτων, ωμίλει περί κοχλιού και υποφυλακτήρος, περί στοχάστρου και σκοπευτικής γραμμής, περί τροχιών και βλημάτων. Οι χωρικοί ολίγοι το κατ' αρχάς, ακούοντες τας στομφώδεις φωνάς του, ήρχοντο ήδη πυκνότεροι από του χοροστασίου. Οι γέροντες οι οποίοι εδώ κ' εκεί επί των υψωμάτων ηπλωμένοι, εκλελυμένον και άτονον έχοντες το σώμα από του θάλποντος ηλιακού φωτός, παρηκολούθουν με βλέμμα ρεμβώδες την προ αυτών αναβράζουσαν και λαλούσαν νεότητα· οι μεσόκοποι, όσοι σταυροπόδι καθήμενοι κύκλω, αντήλλασσον διαδοχικώς κρίσεις περί του χορού κ' ελπίδας περί των ισχνών γεννημάτων των· τα παλληκάρια τα οποία όρθια πέριξ, έβλεπον εν ηδονική μέθη την πολύχρωμον εκείνην άλυσιν των χορευουσών με τας απλοϊκός εσθήτας, την αφελή κόμμωση, τ' ανδρώδη αναστήματα και τας ζωηράς μελαχρινάς μορφάς, όλοι έσπευδον κ' περικύκλωναν αυτόν εν σιγή. Και ο ενωμοτάρχης μέσω αυτών, σπασμωδικώς κινών την χείρα επί του όπλου, από της άκρας του κοντακίου εις την άκραν της κάννης, από του κινητού ουραίου εις τον ξυστόν, εις το κλισιοσκόπιον, εις τα ψέλλια, εξερεύγων ελευθεροστόμως και ακρατήτως τας φράσεις του, με μίαν παρρησίαν κάπως χαιρέκακον, μ' έκφρασιν θριάμβου επί της ηλιοκαούς μορφής του, με τον νευρικόν τρόμον εφ' όλου του σώματός του, ωμοίαζε προς κήρυκα αγωνιζόμενον να καθιδρύση νέους θεούς εις την συνείδησιν των αξέστων ακροατών του. Ούτοι δε σιγά σιγά, βεβαρυμένην έχοντες την κεφαλήν από τας νέας λέξεις τας οποίας ήκουον, τας νέας ονομασίας τας οποίας διά πρώτην φοράν εμάνθανον, ησθάνοντο μίαν κούρασιν εν τη συνειδήσει διά τα νέα διδάγματα, κενότητα τινα καταπιεστικήν εν τη καρδία διά τας παλαιάς ιδέας και πεποιθήσεις από τας οποίας αποτόμως απεσπώντο τόρα, ώστε παρηκολούθουν τους λόγους και τας κινήσεις του σχεδόν ασυνειδήτως, με ημιχάσκον στόμα δίκην κωφαλάλων. Οι νεώτεροι διηγκωνίζοντο διαμφισβητούντες την θέσιν πλησίον του ενωμοτάρχου, μ' εκείνην την ροπήν την οποίαν αισθάνεται εκ φύσεως η νεότης προς παν τον νεοφανές. Έκλινον την κεφαλήν άλλος εδώ, άλλος εκεί· άλλος έκυπτε κάτω, άλλος υψούτο επί των ονύχων των ποδών ίνα το ίδουν απ' όλα τα μέρη το όπλον και απετόλμων κάποτε να τείνουν την χείρα ίνα το ψαύσουν, απαλ' απαλά μόλις, μετά δειλής προφυλάξεως, ως να ήτο αφρός κ' εφοβούντο μη διαλυθή άμα τη επαφή. Αν δ' η αναπνοή των άφινε νέφος αχνού επί της κάννης ή ο άνεμος έφερε κάρφος τι επ' αυτού, όλοι έσπευδον, άλλος διά της άκρας της φουστανέλλας και άλλος διά της χειρίδος του υποκαμίσου, να το απαλείψουν, κολακευόμενοι. Και ητένιζον τον ενωμοτάρχην με την έκφρασιν του προσώπου εναλλάσσουσαν πάντοτε, εις εκάστην νέαν εξήγησίν του, και ηκολούθουν τας κινήσεις της χειρός του θαμβωμένοι, ως να κατηχούντο εις τα μυστήρια της Σολομωνικής. Και οπόταν ούτος έστρεφε προς αυτούς, θέλων να κάμη ευληπτοτέρας τας λέξεις του, τον περιέβαλλον με βλέμμα πλήρες θρησκευτικού σεβασμού, ως να ήτο ο ίδιος εφευρέτης κ' εθαύμαζον την γονιμότητα του πνεύματός του, μετά τινος ζηλοτύπου μερίμνης διότι ήτο κύριος τοιούτου πράγματος!. . Και μικρόν κατά μικρόν αι φυσιογνωμίαι των χωρικών όλων εχωρίσθησαν εις τόσους καθρέπτας των ψυχικών εντυπώσεων εκάστου. Αι παρειαί των γερόντων εκρέμαντο πλαδαραί και άχρωμοι ως εν τελεία αποθαρρύνσει· οι μεσόκοποι με την κεφαλήν ημικύπτουσαν και τους οφθαλμούς ατόνως εις εν σημείον προσηλωμένους, εφαίνοντο εγκαρτερούντες εις το παρόν, και οι νέοι με τας γραμμάς εκείνας, τας καθέτους επί του στόματος και το βλέμμα εν κλαυθμώ, ωσεί μη τολμώντες να ελπίσουν ότι θ' απέκτων ποτέ και αυτοί τοιούτον όπλον, αν και ο νους των ειργάζετο αποφασιστικώς προς εξεύρεσιν των μέσων. . . Κ' εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης, βλέπων την εντύπωσιν την οποίαν έκαμνεν εις τους ακροατάς του, επεσώρευε μετά μεγαλειτέρας εμφάσεως εξευτελιστικάς ύβρεις κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα εις το όπλον του:
— Παλληκάρια λέει; από 'δώ κ' εδώ θα ιδούν τη μοίρα τους!. . Μωρέ με τέτοιο όπλο δεν φοβούμαι ούτε το Θεό!. .
— Πούθεν είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; Διέκοψεν αίφνης φωνή υπερτρέμουσα τον ενωμοτάρχην.
Συγχρόνως οι χωρικοί ήνοιξαν δίοδον και προσήλθεν υψηλόσωμος γέρων, υπερεκατοντούτης, μ' εξημμένην κάπως την αρρενωπήν μορφήν, αναμετρών από κεφαλής μέχρι ποδών αυτόν. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος εζαλίσθη διά την ερώτησιν αυτήν του γέροντος, εις το απότομον και τον τόνον της οποίας εύρισκε κάποιον δισταγμόν διά την καταγωγήν του, διά τους λόγους του, διά την πατρίδα του, δι' όλα.
— Απ' τον κάμπο της Γαστούνης· εψιθύρισε τέλος.
— Ντόπιος ή ερχάμενος;
— Ντόπιος. . .
— Μπρε!. .
Και ο γέρων εξέφραζε διά του επιφωνήματός του αυτού όλας τας απορίας όσαι εγεννήθησαν εις την ψυχήν του αφ' ης ώρας ήκουσε τον ενωμοτάρχην ομιλούντα.
Ο γέρων Χειμάρρας ήτο εκ των ανδρών εκείνων οι οποίοι διήλθον τα έτη της νεότητός των εις εποχήν καθ' ην η πραγματικότης έφθανε μέχρι του ανεφίκτου ιδανικού· καθ' ην έζη τις δι' ένα έπαινον και απέθνησκε δι' ένα τραγούδι. . . Ήτο δεκαέξ μόλις ετών ότε ηκολούθησεν ως ψυχογιός τον Αλέξη Καλόγηρον, τον αρματωλόν του Χρισσού. Μετά την δολοφονίαν τούτου, του Ηλία Βιδαβιώτη και του Βερελή Θανάση εν τω σεραγίω των Σαλώνων υπό του Μουσταφά αγά, ο Χειμάρρας κατετάχθη εις τον ταϊφάν του εντοπίου αρματωλού Πανουργιά όπου ησκήθη εις τα όπλα μέχρι της επαναστάσεως. Κατ' αυτήν δε διέπρεψεν εις πολλάς μάχας, εις την Ρούμελην και τον Μωρηάν, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.
Μετά την παύσιν του πολέμου ο Χειμάρρας απεσύρθη εις το ορεινόν χωρίον του, την κοιτίδα αυτήν του αρματωλισμού, όπου ο Βρυκόλακας, Έξαρχος Παρνασσίδος, συνεκρότει άλλοτε τας συνόδους του και ο Ανδρίτσος εξεχείμαζεν αμέριμνος μετά του Βλαχοθανάση. Εκεί αποκλεισμένος, μετά ομηλίκων επουλούντων ακόμη τας πληγάς του Αγώνος και προθύμων ν' αρχίσωσι νέους, μετά νεαρών παλληκαρίων, ανατραφέντων μέσω του κρότου των ιλαχών και ψαλλόντων τους ηρωικούς άθλους των, διήγε τας ημέρας του με το παρελθόν προ των οφθαλμών του πάντοτε.
Αι ιδέαι της νεωτέρας ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νανώδεις πόθοι, οι γαλουχούντες και διέποντες ήδη τας νεωτέρας κοινωνίας, δεν έφθανον μέχρι του ορεινού χωρίου, όπου αι αρματωλικαί παραδόσεις κ' αι πολεμικαί όψεις των γερόντων ήγειρον απροσπέλαστον τείχος. Διό ο γέρων Χειμάρρας ως ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, εζήλευε τον ενωμοτάρχην, τον οποίον η περί τα τοιαύτα ζωηρά φαντασία των χωρικών παρίστανε ως μυθικόν ήρωα. Και μόλις έμαθεν ότι ούτος, άγων εις Σάλωνα τον Κάγκαλον, κατέλυσε να διανυκτερεύση εις Βουνιχώραν, έσπευσεν εκ των πρώτων να ίδη και θαυμάση αυτόν.
Αλλ' ευθύς άμα επλησίασεν, όλος εκείνος ο θαυμασμός του κατέπεσεν. Α! οι άνδρες της εποχής του ποτέ δεν κατεφρόνουν τους εχθρούς των. Οι πολεμικοί άνδρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους των, αλλ' απεναντίας υψώνουν αυτούς διά να υψωθούν ούτοι ακόμη περισσότερον εάν τους νικήσουν. Τούτο ήξευρεν ο γέρων ότι έκαμεν άλλοτε ο Κατσαντώνης περί του Βελή Γκέκα και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός ο υψηλός παλληκαράς, από μιας ήδη ώρας δεν έκαμνεν άλλο παρά να κατακρίνη, να χλευάζη μάλλον τους ληστάς, τους οποίους ο Χειμάρρας εγνώριζε πολύ καλά κ εύρισκε κατά πολλά αξίους διαδόχους των προ της επαναστάσεως κλεφτών, τους οποίους υμνεί ακόμη ο λαός και απαθανατίζει η παράδοσις. Είνε αληθές ότι ήσαν τινες μεταξύ αυτών κακοί, σκληρόψυχοι όπως έλεγεν ο ενωμοτάρχης, αλλ' οι περισσότεροι ήσαν παλληκάρια και απ' αυτήν την ακράτητον προς τον παλληκαρισμόν τάσιν έγειναν τοιούτοι. . . Ας κατεδίωκεν, ας εφόνευεν, ας εξώντωνεν αυτούς ο ενωμοτάρχης· όχι όμως και να τους υβρίζη!. .
Έπειτ' αυτή η έπαρσις με την οποίαν ωμίλει περί του όπλου του, έκαμνε τον γέροντα να χάνη πάσαν ιδέαν περί της ανδρείας του Παπαθεοδωρακοπούλου. Βέβαια· διά να έχη τόσον εγωισμόν διά τα πλεονεκτήματά του όπλου θα ειπή ότι με αυτό έτρεφεν όλας τας ελπίδας του, εις αυτό εστήριζεν όλην την ανδρείαν και την φήμην του. . . Κ' ενώ τον ήκουεν ούτω ομιλούντα ο γέρων ήρχισε να αισθάνεται αηδίαν και να τον παρομοιάζη προς κανένα τενεκέν της νεωτέρας κοινωνίας — πάντοτε της νεωτέρας, διότι εις την ιδικήν του δεν υπήρχον τενεκέδες — ο οποίος λαμβάνει γυναίκα με τ' όνομα και την περιουσίαν της οποίας να παρουσιάζεται αυτός εις τον κόσμον!. . . Κ' έλεγεν ο ενωμοτάρχης ότι με τοιούτον όπλον δεν εφοβείτο ούτε τον Θεόν. Βεβαια, πάντοτε με το όπλον!. .
Κ' εν τη ακρατήτω ορμή του θυμού του ο Χειμάρρας απέτεινε την απότομον εκείνην ερώτησιν περί της πατρίδος του εις τον ενωμοτάρχην. . . Αλλά τόρα δεν αντέλεγε· κάμνει και η κουρούνα θαύματα — γίνονται κ' οι καμπίσοι παλληκάρια!. . . Και έκυψε την κεφαλήν ο γέρων προ του νεοφανούς κ' εβυθίσθη εις σκέψεις. Ποτέ εις την ζωήν του δεν απήντησε καμπίσον και τοιούτον λεβέντην! Επί της επαναστάσεως ουδείς απ' εκείνα τα μέρη διέπρεψεν εις ανδρείαν και πολεμικήν ορμήν. Αν είνε διά κουτοπονηριάς και αλληλομαχίας ήσαν πρώτοι, από του άρχοντος των μέχρι του τελευταίου χωρικού. . . Ένα μόνον εγνώρισεν εις το Μεσολόγγι, τον Βέρραν, ριψοκίνδυνον άνδρα, πλήρη πατριωτικής φλογός, παράτολμον μέχρι τρέλλας, σκληροκρέατον ώστε διαρκούσης της μάχης να φράσση τας οπάς των σφαιρών όσας ελάμβανεν επί του σώματός του διά χονδρών κλάδων σχοίνου, και τον οποίον ήκουσεν ότι εφονεύθη επί Ιμπραΐμ έξω του χωρίου του, του Βαρθολομιού, μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων. Αλλά κ' εκείνος ήτο ταπεινός, ήσυχος αθρωπάκος, δίχως λεβεντιάν εις τας κινήσεις του, δίχως αέρα. . . Κανένα όμως άλλον. . . Και ανεκύκλου ο γέρων κατά φαντασίαν το ρητόν το οποίον λέγει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά λεβέντες» και το εύρισκε κ' εδώ ακόμη αληθέστατον. Έπειτα και τι όνομα!. . Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, όλως άμουσον και πεζόν ώστε δεν ηπόρει και πολύ διότι ήτο τοσούτον αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Ήρχιζε να παραδέχεται παράκρουσιν πλέον της φύσεως. . . Ήτο άδικον όμως να φυτρώση εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα εις το κορμί!. . .
Αλλ' ενώ ο γέρων επλανάτο εις τας σκέψεις του αυτάς, ο ενωμοτάρχης συνελθών εκ της ταραχής του ήρχισε πάλιν τον πανηγυρικόν του όπλου του. Τόρα διηγείτο παρελθούσαν αυτού συμπλοκήν μετά της συμμορίας του Χειμώνα, εις το δάσος της Λεπενούς, κατά την οποίαν συνέλαβε τρεις κ' εφόνευσε τον αρχηγόν:
— Σαν τον είδα χάμου, πήγα κοντά και τον πάτησα 'ς το σβέρκο· ήθελα να τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τόρα οι παληοκλειδωνιές.
Κ' έβαλε διάτορον γέλωτα, εκδικούμενος δήθεν τ' όνομα, το οποίον είχον δώσει ειρωνικώς οι λησταί εις τα όπλα του Σασεπώ, διά τον τραχύν και διακοπτόμενον αυτών κρότον.
— Ρε, τι τα θελω 'γώ αυτούνα; είπεν ο Χειμάρρας, αποτόμως συνελθών εκ του γέλωτος του ενωμοτάρχου· μπορεί να το φέρνη έτσι για το βόλι απάνου σου;
— Όχι, πλαϊνά κάνε, σαν τα καρυοφύλλια τα 'δικά σας· απήντησεν ούτος, μιμούμενος την Ρουμελιωτικήν προφοράν, ίνα δήθεν επιτείνη την ειρωνίαν των λόγων του.
— Μπρε, τα 'δικά μας μπρε, εδιώξαν τους τούρκους! εφώναξεν εν αγανακτήσει ο γέρων.
— Τι να σου κάμω!. . απήντησεν ο ενωμοτάρχης κινών την κεφαλήν· ήθελα πενήντα τούρκοι να είχαν από τούτα 'δώ και να 'βλεπες την παληοκαπότα!. . .
Κ' επαλάμισε τον υποκόπανον του όπλου μετά τινος πεποιθήσεως, την οποίαν δεν είχε βεβαίως ούτε ο Καραϊσκάκης, ότε επί της Γαλλικής φρεγάτας απέρριπτε τας προτάσεις του Κιουταχή, φωνών το ιστορικόν εκείνο: «πασάς — η πάλλα μου!». Ο Χειμάρρας ήδη έγεινεν εκτός εαυτού· ο νεόπλουτος κατήντησεν ανυπόφορος!. Δεν εχλεύαζε πλέον τους σημερινούς ληστάς αλλά και τους άνδρας του Αγώνος· έπειτ' από το λεφούσι ήρχετο η παληοκαπότα!. . Κ' έλεγε παληοκαπόταν ο ενωμοτάρχης την χρυσοφορεμένην και αρματοστόλιστον εκείνην γενεάν, η οποία εξέπληξεν όλον τον κόσμον, την οποίαν εζήλευσαν τόσοι βασιλείς!. . Διά μίαν στιγμήν ο νους του γέροντος εζαλίσθη και δεν ήξευρε καλά καλά πού ευρίσκετο. Είνε αληθές ότι και η νεολαία του χωρίου του, παρά τον άμετρον σεβασμόν τον οποίον έτρεφε προς αυτόν, πολλάκις του έλεγε τι τοιούτο διά να τον πειράξη. Τα συνειθίζουν αυτά οι νέοι· να φαίνωνται ότι καταφρονούν την εποχήν των γερόντων και ότι ούτοι ζώσιν εις καλλιτέραν δήθεν. Αλλά τοιαύτην ύβριν από κανένα στόμα δεν την ήκουσε. . . Πενήντα τούρκοι θα κατέστρεφον λοιπόν όλους αυτούς, αν είχον τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνον το όπλον είνε το παν; η ανδρεία δεν λαμβάνεται υπ' όψιν! η έφεσις προς την δόξαν, προς την ελευθερίαν, τίποτε!. . .
— Μπρε!. . .
Κ' επανέλεγεν ο γέρων το σύνηθες επιφώνημά του ξηροβήχων, πνιγόμενος εκ της συγκινήσεως.
Αλλ' αίφνης άνευ ουδεμιάς αφορμής, άνευ ειρμού τινος, χωρίς και ο ίδιος να το εννοήση διατί, μ' εκείνο το ακούσιον κραύγασμα, το οποίον' αναδίδει μόνη της η καρδία πονέσασα αίφνης, ο γέρων εφώνησε μετά παιδικής αυταρεσκείας:
— Μπρε, το θαρρείς καλλίτερο αυτούνο απ' τον Άι-Γιώργη μου;
— Ποιόν Άι- Γιώργη; εψιθύρισεν ο ενωμοτάρχης απορών.
— Το καρυοφύλλι του· απήντησαν πολλοί των χωρκών.
— Ναι, το καρυοφύλλι μου· είπεν εγωιστικώς ο γέρων.
Ο ενωμοτάρχης εγέλασε θορυβωδώς διά το νέον άκουσμα και οι χωρικοί τον εμιμήθησαν ασυνειδήτως. Οι χωρικοί παρηκολούθουν απ' αρχής την φιλονεικίαν αυτήν του γέροντος και του ενωμοτάρχου. Όσον και αν ήσαν προκατειλημμενοι εκ της φήμης του Παπαθεοδωρακοπούλου, όσον και αν επέρριπτεν επ' αυτών θάμβος το όπλον, μικρόν κατά μικρόν ήρχισαν να εννοούν και αυτοί την μηδαμινότητά του. Είδον αυτόν να φέρεται τόσον τραχέως προς τον γέροντα, προς το γήρας αυτό, το οποίον ούτοι εν τη ορεινή πατρίδι των σέβονται ως θεότητα σχεδόν και το οποίον πρωτοστατεί και προέχει εν τη μικρά κοινωνία των· τον ήκουσαν να υβρίζη τους ληστάς, το σώμα εκείνο διά το οποίον έτρεφον όλως υψηλάς ιδέας, και εις το οποίον πολλάκις ελάμβανον μέρος, κρυφίως ενισχύοντες αυτό κατά των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ώστε εσκανδαλίζοντο. Η περί τα πάτρια ζηλότυπος αφοσίωσίς των, η φυσική ροπή όπως τηρήσουν αυτά αλώβητα τους έκαμνεν ήδη να εκλαμβάνουν τον ενωμοτάρχην ως πνεύμα κακοποιόν, ελθόν εκεί να τους αφαιρέση τ' άγια συναισθήματα και τους αφήση την χολήν του. Διό ήρχισαν να βλέπουν αυτόν κάπως δυσπίστως και να κινούνται εις διαμαρτύρησιν.
Αλλ' ο νεωτερισμός διά την ανθρωπότητα είνε φως θαμβούν κ' ελκύον· είνε ο λύχνος ο σύρων όπισθέν του επί τεσσαρακονταετίαν τους Ισραηλίτας εν τη ερήμω· το φωτεινόν άστρον το παρασύραν τους μάγους μέχρι της φάτνης του Σωτήρος. Και οι Βουνιχωρίται χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι, δεν ηδυνήθησαν ν' αντιστώσιν εις τον πειρασμόν κ' επί τέλους εγέλασαν ασυνειδήτως και αυτοί προ της συγκρίσεως την οποίαν ήθελε να κάμη ο γέρων. Ούτος όμως παρωξύνθη ακόμη περισσότερον διά τούτο. Ναι ήθελε τόρα ν' αποδείξη εις αυτόν τον ξιππασμένον και εις τους ανισχύρους χωρικούς των οποίων τόσον εύκολα εκλονίσθη η πίστις, ν' αποδείξη ότι ήτο βάσιμος ο ισχυρισμός του.
— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; εφώναξε μετά πάθους.
— Άι κοιμήσου, γέρω μου, να ζήσης· απήντησε μετά τόνου οικτίρμονος ο ενωμοτάρχης· σαν και λες να βάλης να τρέξη το ξιφτέρι με τον μπούφο — ολούρμε;
— Στάσου και να ιδής!. . .
Και χωρίς ν' ακούση άλλον λόγον ο γέρων, μετά ορμής εμπαθούς, η οποία εφανερώνετο απ' όλας τας σπασμωδικάς κινήσεις του, ανέβη την μικράν ανωφέρειαν κ' εχάθη όπισθεν μιας φράκτης του χωρίου.
Ο Χειμάρρας έσπευδε μετά τάχους εις τον οικίσκον του. Η ψυχή του διηγέρθη όλη από τους λόγους του ενωμοτάρχου και δεν θα ησύχαζεν αν μη διέψευδεν αυτόν. Αν δεν του απεδείκνυε τίνα ήσαν τα όπλα, τα οποία αυτός ενέπαιζεν εναγώς, και ήθελε να φέρη ως καλλίτερον έν όλως άδοξον, το οποίον ακόμη δεν εκαπνίσθη με της μάχης τον καπνόν, δεν εβάφη εις αίμα εχθρικόν, δεν εξήμεσε βόλι εναντίον του άρπαγος της Πατρίδος. Διότι αυτά και μόνα εθεώρει άξια συστατικά ενός όπλου ο γέρων.
Όπως έτρεφε μεγάλας ιδέας περί των ανδρών της εποχής του τας αυτάς έτρεφε και περί παντός ό,τι εχρησίμευσεν εις αυτούς κατά τον αγώνα, τον πολύ μόχθον ο Χειμάρρας. Η φαντασία του, η φλογερά και άδολος, περιέβαλλεν αυτά με μίαν ιδανικήν αίγλην, μ' ένα υπερήφανου αφελείας χρωματισμόν, όπως οι άγνωστοι εκείνοι ποιηταί της εποχής του τ' απεκρυστάλλωσαν εις τα δημοτικά τραγούδια. Και διά τούτο αν ήκουε ποτέ καμμίαν των όπλων εκείνων τελειοποίηση διευκολύνουσαν την δράσιν αυτών και την δύναμιν, ενέπαιζεν αυτήν και την απέρριπτε μετά πείσματος. Αι πλατείαι και κυρταί πάλλαι, τα μακρά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά, τα οποία εφόνευσαν τον εχθρόν, αυτά ήσαν τα άξια όπλα, τ' ασφαλή της νίκης εχέγγυα. Το αίμα με το οποίον εβάφησαν, ο καπνός με τον οποίον περιεβλήθησαν κατά τας μάχας και από του οποίου έλαμπον αίφνης ως αστραπαί απειλητικαί μέσω καταμαύρου νέφους, ο αλαλαγμός εκείνος και θόρυβος, οι κλαυθμοί, οι γόοι, αι απειλητικαί φωναί κ' αι εξηγριωμέναι ύβρεις, μέσω των οποίων έδρων, επίστευεν ο Χειμάρρας ότι προσήψαν εις αυτά κάποιαν άλλην δύναμιν, θαυματουργόν και ιεράν, όπως εις τα εικονίσματα η επί τεσσαράκοντα ημέρας διαμονή εν τη εκκλησία και τα θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας καθιστώσιν αυτά ισχυρούς του οίκου προστάτας. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα, που έφερον οι Βαυαροί κ' αι μετέπειτα καραμπίναι του Μινιέ, τόσον πενιχρά και βαρέα και άκομψα, δεν ήσαν παρά ξύλον μόνον και σίδηρος και δεν επροξένουν καμμίαν εις την ψυχήν του συγκίνησιν. Αι λόγχαι αυτών και τα πλατύτατα εκείνα ξίφη δεν εχρησίμευον παρά ως αρνόσουβλες μόνον εις κανέν πανηγύρι!. . . Την αυτήν ιδέαν εξέφρασεν ο γέρων και περί του όπλου του Σασεπώ, ότε το πρώτον ήκουσε περί αυτού. Και τόρα, ότε το έβλεπεν εμπρός του, ότε αντελαμβάνετο της ταχυεργού δυνάμεώς του, δεν ηρνείτο μεν αυτήν, αλλ' είχε πεποίθησιν ότι ο Άι Γιώργης του ήτο ανώτερος και αυτού. Ο γέρων επήδησεν ήδη εις τον οικίσκον του και ήρπασε το καρυοφύλλι από τον τοίχον μετά βίας, ωσεί επρόκειτο να υπερασπισθή κατά τινος εχθρού. Ανεμέτρησεν αυτό από κάτω έως επάνω και με τρεμούσας χείρας ανέσυρε την ράβδον κ' έρριψεν αυτήν εντός της κάννης μετά πάθους. Και εις τον δούπον που έκαμεν αυτή βεβαιωθείς ότι ήτο γεμάτον και εις τον λεπτόν μεταλλικόν ήχον της κάννης, ενωτισθείς γνωστήν φωνήν, απήχησιν τσαπραζίων και αναβρασμόν μάχης, ο γέρων ανέδωκε ρόχθον βροντώδη, ωσεί πολεμικού ίπποι χρεμετισμόν.
— Τσογλάνι!. . ήρθρωσε μετά θυμού· τσογλάνι!. .
Και ρίψας την ράβδον επί του εδάφους, ήρπασε το όπλον και κατήρχετο το μονοπάτι προς τους χωρικούς σπεύδων.
Ο γέρων Χειμάρρας εφαίνετο ήδη αναβιώσας όλως. Δεν ελύγιζε πλέον την ράχιν ουδ' έκυπτε την κεφαλήν όπως πριν εν γεροντική καρώσει, αλλ' ανωρθούτο υπερήφανος κ' ευθυτενής, μ' ένα μεγαλοπρεπές κ' επιβάλλον βάδισμα, με μίαν έπαρσιν θριάμβου επί της φυσιογνωμίας του, της συνοφρυωμένης, ως λέων ερχόμενος οργίλως να εκδικηθή τους σφαγέντας συντρόφους. Είχε την ιδέαν ο γέρων ότι ευθύς μόλις εμφανιζόμενον το όπλον του θα επέβαλλεν εφ' όλων των χωρικών και χωροφυλάκων την αδρανή εκείνην σιγήν, την οποίαν επιβάλλουν πάντοτε εις τους ανθρώπους τα μεγαλοπρεπή κ' έκτακτα αντικείμενα, και θ' απέσπα τον θαυμασμόν του ενωμοτάρχου. Είχε την ακράδαντον πεποίθησιν ότι αμέσως ούτος θ' απεκάλυπτε την κεφαλήν προ του ιερού εκείνου μάρτυρος ανεσπέρου δόξης, προ του αγίου εκείνου λειψάνου τόσων θριάμβων.
— Εδώ σας θέλω! έκραξε προσατενίζων όλους αυτούς με οφθαλμούς λάμποντας υπό χαράς και υπερηφανίας.
Και ήθελε να τους είπη να κλείσουν τους οφθαλμούς μήπως τυφλωθούν εκ της αίγλης της δόξης του· να κλίνουν γόνυ διά να μη αμαρτήσωσιν.
Αλλά ματαίως ανέμενε φωνήν εκπλήξεως. Ο ενωμοτάρχης παρετήρει αυτόν ατάραχος και απαθής, μ' ένα ελαφρόν χαμόγελο εις τα χείλη, ως να συνεκράτει τον γέλωτα, χαριζόμενος εις την γεροντικήν του αδυναμίαν, οικτείρων την παιδαριώδη του πεποίθησιν. Οι χωροφύλακες έχασκον βλακωδώς· πέντε έξ εκ των χωρικών, οι γεροντότεροι ητένιζον το καρυοφύλλι με λυπημένον βλέμμα, έσχατοι μαχηταί ζώντες έτι επί του πεδίου της μάχης, ατενίζοντες την σημαίαν των η οποία γνωρίζουν ότι μετά τον θάνατόν των θα περιέλθη εις χείρας του εχθρού· ενώ οι λοιποί εντελώς απηρνούντο πλέον αυτό, το μελαψόν κ' εξηρθρωμένον και γεγηρακός, ουδέ ήθελον καν να το ατενίσουν. . . Ο γέρων εστάθη διά μίαν στιγμήν προ της τοιαυτής ψυχρότητος άλαλος. Συγκεχυμέναι ιδέαι συνέρρευσαν εις το πνεύμα του, βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν του και ησθάνθη αίφνης εαυτόν παρασυρόμενον εις το ορμητικόν ρεύμα της θελήσεως των πολλών.
— Μπρε!. . . εφώνησεν.
Αλλ' η εντύπωσις αυτή ήτο στιγμιαία.
Επί της ψυχής εκείνης της θερμαινομένης υπό μεγάλων παραδόσεων δεν ηδύνατο να εγκαθιδρυθή διά πολύν καιρόν η αποθάρρυνσις, όπως επί πεπυρακτωμένου σιδήρου δεν δύναται να καθήση σταγών ύδατος. Ευθύς αμέσως ο γέρων ανέλαβεν όλην αυτού την ενεργητικότητα, όλην την ακλόνητον πεποίθησιν περί του Άι Γιώργη του, όσην έτρεφε και περί του ομωνύμου Στρατηλάτου. Εβιάζετο, έσπευδε να προβώσιν εις την δοκιμήν, να διαλαληθή παντού ο θρίαμβος του όπλου του, ο οποίος θα ήτο και θρίαμβος της γενεάς του αυτής.
— Έλα, μπρε· έκραξε προς τον ενωμοτάρχην ανυπομόνως· κόκεψε και ρίξε!. .
— Μα, παππού· μη χαλάς άδικα τη ριξά σου· συνεβούλευσεν ούτος.
Ο γέρων έγεινεν όλος φωτιά. Οι μυκτήρες της χονδρής ρινός του σφοδρώς ανεκινήθησαν αι δασείαι οφρύς του συνεσφίχθησαν παρά το μεσόφρυον κ' αι άγριαι τρίχες της λευκής κόμης του ανωρθώθησαν απειλητικαί. Η εξεγερθείσα υπεροψία του δεν εύρισκεν άλλο παρά εμπαιγμόν και χλεύην εις τους λόγους εκείνους του ενωμοτάρχου· επί της μορφής αυτού δεν ανεγίνωσκε παρά οίκτον άμετρον δι' αυτόν. Αυτόν, που δεν παρεδέχετο κανείς να οικτείρη, κανείς να λυπηθή!. . . Κ' ευθύς όλαι αι βίαιαι έξεις και ορμαί των καπεταναίων της εποχής του, τας οποίας εκ της πολυχρονίου μετ' αυτών διατριβής προσέλαβεν· όλον εκείνο το αίμα το κοχλάσαν εις τόσας μάχας, το θερμανθέν εις τόσους θυμούς, ανέβρασεν ακράτητον εις τας φλέβας του. Δεν αρκεί ότι ηνείχετο τον ενωματάρχην από αρκετής ήδη ώρας να καταρρίπτη τα είδωλα τα οποία αυτός εδοξολόγει· να ποδοπατή παν ό,τι αυτός εθεοποίει. Δεν αρκεί ότι επέτρεψεν εις αυτόν να υβρίση τους άνδρας εκείνους τους οποίους δεν ήτο άξιος να φέρνη καν εις το στόμα του. Δεν αρκεί ότι τον αφήκεν ελεύθερον ν' αφαιρέση τας ιεράς πεποιθήσεις απ' αυτούς τους χαζούς συμπατριώτας του και να ενσπείρη ζιζάνια εις την αθώαν και άπλαστον ψυχήν των αλλ' ήθελε να εμπαίξη και αυτόν τον ίδιον!. . Αλλ' ο γέρων δεν επέτρεψε τούτο εις άλλους άνδρας — και τι άνδρας! — και θα επιτρέψη τόρα εις ένα 'μπαίγνιο!. .
— Μπρε θα ρίξης ή να σ' την ανάψω! έκραξε παράφορος.
Και συγχρόνως έστρεψε το όπλον εναντίον του στήθους του ενωμοτάρχου. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος απέμεινεν έκπληκτος. Μόλις τόρα ενόει οποίον κλονισμόν επέφεραν οι λόγοι του εις την ψυχήν του γέροντος και πού ηδύνατο να φθάση αυτή του η παραφορά. Εγνώρισε μόνος του τόρα ότι δεν επεδέχετο πλέον αστεϊσμούς η συζήτησις κ' εσκέφθη διά μαλακού τρόπου ν' αποφύγη την σύγκρισιν.
— Μα, γέρω μου. . . ηθέλησε ν' αρθρώση.
— Τι γέρω μου, μπρε!. . θα ρίξης σου λέω!. .
Ο Χειμάρρας ενόει να λάβη ικανοποίησιν η κολοβωθείσα υπόληψις του όπλου του. Ήθελε να γίνη η σύγκρισις, να μάθη ο λοχίας να μη καταφρονή τα όπλα με τα οποία ελευθερώθη η πατρίς του. Ή — αν ήτο γραμμένον και τούτο — να διαψευσθούν πλέον όλαι του αι ελπίδες!. . Και ο ενωμοτάρχης εκών άκων υπέκυψεν. Έθεσε το φυσίγγιον εις το όπλον του και είπεν εις τον γέροντα ότι ήτο έτοιμος διά τον αγώνα και άφινεν αυτόν να ρίψη πρώτος.
— Όχι, εσύ θα ρίξης· επέταξεν ο γέρων.
— Καλά· σε πόσα μέτρα;
— Όσα θες. . . 'Στον καιρό του Παπά-Κώστα, από 'δώ ως την Τούρλα έκοψα ταγκ!. . το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.
Και μετά παιδικής μεγαλαυχίας ο Χειμάρρας έδειξε προ αυτού υψηλόν κωνοειδή λόφον, πετρώδη και φαιόν, φέροντα δύο τρεις ελάτους εις την κορυφήν και ανεμνήσθη της κατά το 1842 επαναστάσεως του Παπα-Κώστα Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματολού ιερέως του Αγώνος. Μετέσχε και ο γέρων Χειμάρρας της εξεγέρσεως εκείνης, όχι διότι είχε καμμίαν δυσαρέσκειαν κατά της βασιλείας του Όθωνος, ούτε χάριν συμφερόντων, αλλ' απλώς υπό φιλοπολέμου ορμής παρασυρθείς, αποστέργων τον απράγμονα βίον του χωρίου, έπειτ' από τας τόσας περιπετείας και τας συγκινήσεις του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριον σώμα υπό τον Βελέντζαν διευθύνετο προς την Λαμίαν, ούτοι περί τους διακοσίους εκκινήσαντες εκ Σαλώνων εβάδιζον κατά του Γαλαξειδίου, ότε ιστάθμευσαν επ' ολίγον κάτω της Βουνιχώρας και διέπραξεν ο Χειμάρρας διά του καρυοφυλλίου του την αξιομνημόνευτον εκείνην πράξιν, η οποία εξέπληξε τότε τους επαναστάτας όλους και αυτόν τον Παπα-Κώστα. . Αλλ' η Τούρλα δεν απείχεν απ' εκεί όπου ίσταντο παρά πεντακόσια το πολύ μέτρα και ουδεμίαν είχε σημασίαν διά τον ενωμοτάρχην, του οποίου το όπλον ενήργει αποτελεσματικώς μέχρι των χιλίων διακοσίων.
— Τόσο κοντά! επεφώνησεν ούτος γελάσας.
Κατέλαβεν ήδη και αυτόν τάσις τις προς άμιλλαν· ανέβρασαν κ' εντός αυτού τα λωφάζοντα εις την ψυχήν παντός οπλοφορούντος ανδρός ένστικτα εκείνα της υπεροχής εις όλα και της παραβόλου φιλοτιμίας. Όσον και αν ήθελε να μην απελπίση τον γέροντα δεν ηδύνατο πλέον. Πάσα παραχώρησις ήτο άκαιρος. Αφού υπεχρεώθη να κατέλθη εις τον αγώνα ώφειλε και να νικήση. Δεν ήτο καθόλου επιτετραμμένον εις αυτόν ν' αφήση έν παλαιόν καρυοφύλλι γέροντος πολίτου να φανή υπέροχον του ιδικού του, ενός στρατιώτου του βασιλέως. Θα κατέπιπτεν ευθύς τότε το γόητρον του όπλου το οποίον ήτο και γόητρον όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα κατεγέλων αυτόν διά τας πριν επαγγελίας του κ' ευχαρίστως θ' ανήγειρον την κεφαλήν, που τους είχε καταρρίψη ήδη η γοητεία του νεοφανούς.
— Να, είπεν εγώ εκεί θα ρίξω, 'ς τον κάτω έλατο!. . .
Κ' έδειξε διά της χειρός απώτατα μικρόν έλατον, εις τους πρόποδας του ετέρου της Βουνιχώρας βουνού, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον προσέβλεψαν έκπληκτοι, με κάποιαν δυσπιστίαν διά το απώτατον του σκοπού, ευλογούντες ενδομύχως τον γέροντα Χειμάρραν, διότι χάρις εις αυτόν θα έβλεπον εμπράκτως του νέου όπλου την ενέργειαν. Ενώ ο γέρων, με μειδίαμα εις τα χείλη δύσπιστον και οφθαλμούς ημικλείστους, έβλεπε τον ενωμοτάρχην ως διδάσκαλος, σιωπηλώς παρακολουθών τα δύσκολα ψελλίσματα του μαθητού του.
Ο ενωμοτάρχης όμως εχειρίζετο μετά μεγάλης ευκολίας το όπλον, δεικνύων πόσον ήτο γνώριμος μ' αυτό. Διά μίαν στιγμήν εγονάτισε καθ' όλας τας απαιτήσεις της τακτικής, ύψωσε καταλλήλως το κλισιοσκόπιον, εστήριξε τον αγκώνα επί του ομοταγούς γόνατος και σκοπεύσας επυροβόλησεν άνευ χρονοτριβής.
— Α! ηκούσθη εκ του στόματος όλων των χωρικών. Έν α! βραχνόν, βαρύ και υπόκωφον, εκφράζον απαλλαγήν από βάρους πιέζοντος την καρδίαν κ' εν — ταυτώ θαυμασμόν κ' έκπληξιν και αποθάρρυνσιν και χαράν ως δυσέφικτος προσδοκία πραγματοποιουμένη. Δεν εφλυάρει μόνον ο ενωμοτάρχης, αλλά και έπραττε· δεν είχε μόνον καλόν όπλον, αλλά και χείρα άτρομον και αλάνθαστον οφθαλμόν. Κ' ενώ ήδη οι χωρικοί περιεκύκλουν αυτόν, διαφοροτρόπως εκφράζοντες τον θαυμασμόν των, χαίροντες ως να μετείχον κ' εκείνοι της νίκης του, ασπαζόμενοι ολοψύχως τους νεωτερισμούς του, οι πέντε έξ γέροντες, οι πιστοί του παρελθόντος οπαδοί, έστρεφον εναγώνιον βλέμμα προς τον Χειμάρραν, ως να του έλεγον ότι πάσα απόπειρα ήτο ματαία πλέον, ότι έπρεπε να προσπαθήση, ευσχήμως υποχωρών, να σώση τουλάχιστον του καρυοφυλλίου το παλαιόν γόητρον.
— Η αράδα μου τόρα. . .
Ο γέρων δεν είχε κατά νουν να υποχωρήση. Είνε αληθές ότι εθαύμασε και την ευθυβολίαν του όπλου και του ενωμοτάρχου την οξυδέρκειαν· είνε αληθές ότι αυτός δεν εδοκίμασε ποτέ από τοιαύτης αποστάσεως το καρυοφύλλι του· αλλ' η ιδέα ότι ήτο ιδικόν το όπλον, όπλον της εποχής του, εδέσποζε του πνεύματος του απαρασάλευτος. Όπως εδέσποζε απαρασάλευτος εις το πνεύμα του και η ιδέα ότι και τόρα ακόμη ήτο υπέρτερος των παλληκαρίων του χωρίου του κατά την ωκυποδίαν και το πήδημα και το λιθάρι. Είνε ο Χειμάρρας αυτός και είνε ιδικόν του το όπλον!. . Ο γέρων κατέλαβε τον τόπον που είχε πριν ο ενωμοτάρχης, ηνώρθωσε τους ψαρούς μύστακάς του υπερηφάνως, όπως όταν ήθελε να διηγηθή καμμίαν ένδοξον σελίδα της ιστορίας του κ' έφερε προς τον ώμον τας πλατείας χειρίδας του υποκαμίσου του, έκαμε τον σταυρόν του όπως συνείθιζον οι περισσότεροι άνδρες της εποχής του προ μεγάλου τινός γεγονότος, αναθέτοντες εις τας χείρας του Θεού την έκβασίν του. Ηθέλησε να γονατίση αλλ' ευθύς μετενόησεν. Όχι· εις την εποχήν του δεν εγονάτιζον τας περισσοτέρας φοράς, μέσα εις την φοβερωτέραν ώραν της συμπλοκής, ενώ αι σφαίραι εσύριζον απειλητικαί τριγύρω των ούτω όρθιοι, ακλόνητοι αντιμετώπιζον τον θάνατον οι πολεμισταί εκείνοι. Ούτω και τόρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθή ν' αντιμετωπίση τον θάνατον, τον ηθικόν θάνατον που ηπείλει να δώση διά του όπλου του ο ενωμοτάρχης εις αυτόν και την μεγάλην εποχήν του. Εις τους νέους τα γονατίσματα, εις τους νέους πρέπουν!. . Και προτείνας τον αριστερόν πόδα και πλαγιάσας ολίγον ίνα στηριχθή όλος επί του δεξιού εστάθη ακίνητος, άκαμπτος ως ανδριάς, ύψωσε το όπλον, έκλινε την κεφαλήν προς την ακτηρίδα, εσκόπευσε κ' επυροβόλησεν.
Πλην όσοι των χωρικών ήκουσαν άλλοτε το καρυοφύλλι του Χειμάρρα και αυτός ο γέρων, από την εκπυρσοκρότησιν εκείνην ευθύς ηννόησαν ότι το όπλον δεν εξεπλήρωσε τον σκοπόν του. Ο ηχός του δεν ήτο πλέον εκείνος ο βαρύβρομος και ηχήεις, τον οποίον διέκριναν οι Τουρκαλβανοί μέσω των άλλων εκπυρσοκροτήσεων, φρικιώντες δι' αυτόν και μόνον, ως να ήκουον λέοντος βρυχηθμόν μέσω της ακινδύνου ορυγής τσακαλίων. Ούτε εκείνος διά του οποίου όλοι οι εν Βουνιχώρα νυμφευόμενοι ανήγγελλον εις τους συμπεθέρους την ώραν της συναθροίσεως. Ήτο κλαυθμηρός, σεσυρμένος και άτονος, ως να εξέπεμπε της κάννης του ουχί βολήν αλλ' έκφρασιν δισταγμού διά τον αγώνα εις τον οποίον εκαλείτο, ανεπαρκείς αισθανόμενον τας δυνάμεις του πλέον.
Και τω όντι, οι δραμόντες να παρατηρήσουν χωρικοί έλεγον ότι ούτε ο έλατος εγγίχθη που ούτε κανέν πλησίον άλλο μέρος. Μειδίαμα ήρχισε ν' αναφαίνεται εις τα χείλη των παρισταμένων όλων, λόγοι ερεθιστικοί να εκφράζωνταί βαθμηδόν και κατ' ολίγον εντονώτεροι γινόμενοι, και τα βλέμματα όλα, με την διαβολικήν έκφρασιν εκείνην της χαιρεκακίας, προσηλώθησαν πονηρώς επί του πτωχού γέροντος. Του γέροντος ο οποίος έμενεν εκεί ακόμη όρθιος με το καρυοφύλλι εις χείρας, την κεφαλήν κατωνεύουσαν, τεταπεινωμένος, συντετριμμένος και άλαλος.
— Να, εδώ ένε! εφώναξε τις αίφνης, σπεύδων εις λόχμην καπνιζούσης χαμορίγανης.
Και τω όντι ήτο εκεί η σφαίρα του καρυοφυλλίου, θερμή ακόμη, πεπλατυσμένη και παρέκει το χάρτινο πώμασμα ανέπεμπεν ολίγον κυανόφαιον καπνόν. Μόλις εις το μέσον της τροχιάς έφθασεν η σφαίρα κ' έπεσε· δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση την πορείαν της!. .
— Βλέπεις τα, παππού! είπεν εμπαικτικώς ο ενωμοτάρχης.
Και χωρίς να στρέψη προς τον γέροντα, μεθυσθείς εκ της επιτυχίας και θέλων να καταπλήξη τους χωρικούς διά της ευστοχίας του, ήρχισε να πυροβολή κατά των πέριξ ελατών. Κ' ενώ αι σφαίραι συρίζουσαι επέτων προς τον σκοπόν και οι κλώνοι θορυβούντες κατήρχοντο αναπαλλόμενοι του βουνού, ατυχή θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχου, ούτος εκάγχαζε κ' εβόα εν κομπορρήμονι αδιαφορία:
— Μέτρα, παππού. . .μέτρα!. . .
Αλλ' ο Χειμάρρας δεν ήκουεν ουδ' έβλεπε πλέον. Η απροσεξία των χωρικών οι οποίοι επροθυμούντο θορυβούντες να κολακεύσουν την ματαιοδοξίαν του ενωμοτάρχου, έδωκεν εις τον γέροντα καιρόν να φύγη απαρατήρητος εις τον οικίσκον του. Μόλις δ' έφθασεν εκεί έρριψεν αμελώς εις μίαν γωνίαν το όπλον του και αφέθη ωχρός κ' εξηντλημένος επί μιας παρατυχούσης καλάθου.
Όλα τα έχασε διά μιας ο γέρων την έπαρσιν της φυσιογνωμίας, την επιβλητικότητα του παραστήματος, την λάμψιν του βλέμματος, την λεβεντιάν του σώματος και την υπερηφάνειαν της ψυχής — όλα τα έχασε. Δεν ήτο ήδη παρά ένα ταπεινόν και αποκαρωμένον γερόντιον, κύπτον υπό το βάρος των ετών· μία μάζα κρέατος και κοκκάλων, παράλυτος εκ της δυστυχίας της ζωής. Ο αγών αυτός των όπλων ήτο διά τον Χειμάρραν αγών του παρελθόντος και του παρόντος, της παρελθούσης γενεάς, της μεγάλης και θαυμαστής και της νέας γενεάς, της όλως ασήμου και ταπεινής και παιδαριώδους, η οποία μόνον υπό την σκιάν της παλαιάς ηδύνατο ν' ανδρωθή και να προκόψη. Και όμως αυτή ενίκησεν εκείνην. Το ευτελές όπλον ενός ασήμου ενωμοτάρχου ενίκησε το εξακουστόν όπλον του γέροντος Χειμάρρα, όπως εις το παραμύθι συμβαίνει ο λεπρός βουκόλος να νικά τον ανδρειωμένον της Γκιόνας.
— Ά-χούχα!. . .
Δεν επεφώνει πλέον το μπρε! ο γέρων το μεγαλοπρεπές εκείνο και μεστόν ψυχικού σθένους, το οποίον συχνά εκφωνούμενον από του στόματός του επέβαλλε σιγήν εφ' όλων των Βουνιχωριτών και παρέλυε των νέων τας ακατασχέτους ορμάς. Αλλά το άι — χούχα, το κοινόν και τετριμμένον, διά του οποίου όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισίαν της ψυχής και του σώματος την κάρωσιν.
— Άι-χούχα!. . . εξέφερε συχνά του στήθους.
Κ' έρριπτε βλέμμα εσχάτης απογοητεύσεως εις το καρυοφύλλι του. Το καρυοφύλλι του εις το οποίον δεν είχε πίστιν πλέον, δεν είχε πεποίθησιν, όπως η χήρα εκείνη του ανεκδότου, η οποία ενώ ενόμιζεν εαυτήν κάτοχον Τιμίου ξύλου, βεβαιούται αίφνης παρά του ιδίου πλοιάρχου ότι τούτο ήτο τεμάχιον από του ιστού του πλοίου του. Πού πλέον εκείνο το περίβλεπτον καρυοφύλλι, το οποίον εχθροί και φίλοι εζήλευον, το οποίον ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι εθαύμαζον κ' επήνουν, όπως επήνουν και αυτού την ανδρείαν. Το καρυοφύλλι διά το οποίον το Αρχοντόπουλο, προσέφερεν εις αυτόν χιλιάδες ντούπιες κατά την πολιορκίαν των Αθηνών.
Πλην όχι χιλιάδες αλλά μυριάδες να του έδιδαν δεν το επώλει ο γέρων· εις το χρυσάφι μέσα να τον έντυναν αυτός δεν έδιδε ουδ' ένα παφήλι του. Έτρεφε λατρείαν εις αυτό· ήτο η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής. Μέχρις εσχάτων ακόμη επεριποιείτο αυτό μετά λεπτής αβρότητος· μέχρις εσχάτων ακόμη, όλας του έτους τας γλίσχρας οικονομίας του εις αυτό τας εξόδευε· ταμβάκον δεν ηγόραζε πολλάκις, το ανακουφιστικόν των γερόντων ρόφημα, προς χάριν του. Κ' εκάλει τους καλλιτέρους ασημουργούς κ' εποίκιλλον την μακράν κάννην του με διαφόρους παραστάσεις μαχών, με εικόνας θαλασσίων τεράτων, με συμπλέγματα νεράιδων και βουκόλων, με φαντασιώδη ζώα και φυτά, με μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα δύστιχα. Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ' αυτού ένα δικέφαλον αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας. Όλα τα έδιδεν· ως και τα στολίδιά του εθυσίαζε διά να στολίση αυτό. Ούτω ο Χειμάρρας υπέθετεν ότι ήμειβε κατά τι την αξίαν του. Κατά τι μόνον, διότι η αξία του ιδικού του καρυοφυλλίου ήτο πολύ μεγάλη!. . .
Τόρα όμως έβλεπεν ότι ηπατάτο. Δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα σκουροντούφεκο και αυτό, όπως τόσα άλλα. Έν αφιλότιμον όπλον το οποίον αφού δεν ενικήθη από τα Γκέκικα καρυοφύλλια άφησε να νικηθή τόρα από έν ευτελές όπλον ενός σταυρωτή!. . Κ' αίφνης η φαντασία του γέροντος υπερθερμανθείσα ήρχισε να εκλαμβάνη αυτό ωσεί έμψυχον· εύρισκεν επάνω του μοχθηράν υπουλότητα, επίπλαστον αγιωσύνην διά της οποίας τον ηπάτα επί τόσα έτη, ανάνδρως! Ωμίλησεν εις αυτό αποτόμως· το ύβρισε τραχέως κ' αίφνης ορμήσας ήρπασεν από της τραπέζης σκωριασμένην προβατοψαλίδα και του επετέθη. Ναι, ήθελε ν' αφαιρέση από του καρυοφυλλίου τα κοσμήματα, διότι δεν του έπρεπον πλέον. Ν' αποσπάση εκείνο το διαφανές εκ χρυσού και αργύρου και λίθων δίκτυον με το οποίον το περιέβαλλεν, ως θρησκομανής θαυματουργόν εικόνα και να τ' αφήση γυμνόν, κατησχυμένον, με το ευτελές ξύλον και τον σίδηρον μόνον όπως οι καπεταναίοι της εποχής του εγύμνωνον των όπλων τους δειλούς στρατιώτας. Έρριψεν αυτό κατά γης ο Χειμάρρας, εγονάτισεν επάνωθέν του και με χείλη αναπαλλόμενα, όψιν αγρίαν, χείρας τρεμούσας έκοπτεν έν έν τα κοσμήματα μετά μίσους, ως να είχεν άσπονδον εχθρόν υπό τους πόδας του και τον εμακελόκοπτε!
— Να!. .να!. .να!. . ήρθρωνε παράφορος.
Αλλ' αίφνης εστάθη. Ο θρηνώδης εκείνος ήχος, που ανέδιδε κοπτόμενον διά της ψαλίδος το μέταλλον, τον έφερεν εις εαυτόν. Αφήκε κατά γης την ψαλίδα, κ' εγερθείς εκάθησε παρά την τράπεζαν, κλίνας την κεφαλήν επί των δύο χειρών του. Κ' ενώ έβλεπε το όπλον, το όπλον που τόσον ηγάπησε, κατακείμενον ήδη χαμαί, με τα παφήλια μακράν χάσκοντα, τα κοσμήματα σκορπισμένα πέριξ, το καρυόφυλλον πεπιεσμένον ασπλάγχνως, τον δικέφαλον αετόν εις μίαν γωνίαν αδρανή ωσεί κεραυνόπληκτον, δάκρυα ανεβλυσαν των οφθαλών του κ' εκυλίσθησαν καυστικά επί των ψυχρών παρειών του. Όλα εκείνα τα συντρίμματα παρίσταντο εις τους οφθαλμούς του ωσεί παραπονούμενα· το όπλον εν κλαυθμηρά θέσει τον ηρώτα τι εζήτει απ' αυτού πλέον; Μήπως επί της εποχής του δεν τον υπήκουσε πάντοτε, δεν τον υπηρέτησε πιστώς; Τόσας φοράς εις την Αράχωβαν, εις το Μεσολόγγι, εις τας Αθήνας, εις όλας τας φοβερωτάτας μάχας, μήπως δεν υπερασπίσθη αυτόν ζηλοτύπως, μ' επιμονήν και καρτερίαν μητρός, προφυλασσούσης το ίδιον τέκνον;
Α, ναι ήτο πολύ αχάριστος ο Χειμάρρας! Επί τόσα έτη το καρυοφύλλι και αυτός πάντοτε μαζί εις τον Μωρηά και την Ρούμελην, ημέραν και νύκτα, με τα ψύχη του χειμώνος και τους καύσωνας του καλοκαιριού, πλευρόν με πλευρόν αδελφώθησαν και ο γέρων εύρισκεν εις αυτό το άψυχον, χρόνους όλους της παρελθούσης ζωής του, κινδύνους και αγώνας τους οποίους εμερίσθησαν, φίλον πιστόν και αφωσιωμένον, εις τ' όνομα του οποίου έκαμνε τον μεγαλήτερόν του όρκον. Την ανδρείαν του εξυπηρέτησαν αυτό τόσον ακαταπονήτως, με αυτοθυσίαν, ημπορεί κανείς να είπη, πολλάκις φλογίζον, κατακοκκινίζον τα στέρνα του μέχρι διαρρήξεως· διά της πυρίτιδος διεσάλπισε την δόξαν του ισχυρότερον μυρίων ομού σαλπισμάτων, επικυρούν αυτήν και διά θανατηφόρου μολύβδου· διά της αξίας του περιέβαλλε μ' αίγλην ποιητικωτέραν τ' όνομά του. Τι άλλο ήθελεν ακόμη; Τόρα η εποχή του παρήλθεν· ήτο άχρηστον πλέον!. . .
— Μπρε, πώς άλλαξ' η πλάσι! εψιθύρισεν ο γέρων.
Το βλαχόπουλο του μύθου που απεκοιμήθη εις έρημον τόπον και ότε μετά διακόσια έτη εξύπνησε κ' είδε μεγαλοπρεπή και πολυάνθρωπον πόλιν προ αυτού δεν εξεπλάγη τόσον, όσον ο Χειμάρρας ήδη προ της λογικής των σκέψεών του. Η φαντασία του έφερεν αυτόν μακράν, εις παρελθόντας καιρούς, εις όπλα έκαστον των οποίων είχε και μίαν ιστορίαν, τα οποία υμνεί η παράδοσις και τα οποία αφήκαν φρικαλέαν ανάμνησιν εις τους εχθρούς. Και αυτά λοιπόν εγέρασαν· παρήλθεν η εποχή των, ήσαν άχρηστα πλέον; Λοιπόν ούτω και το νταλιάνι του Μπουκουβάλα, που ελύσσα ως έμψυχον εις το Κεράσοβον; Το αρμούτι του Βρυκόλακα, η λαζαρίνα του Δίπλα, η Κατερίνα του Κουδούνα, ο Λεβέντης του Μητρομάρα, το Μάντσαρι του Αντρούτσου, ο Σισανές του Μελαχρογιάννη, ο Άι-Λιας του Βλαχαρμάτα, το βαρύ και δυσχείριστον απελατίκι του Καραϊσκάκη και τόσα άλλα όπλα, ανθρωποφάγα όπλα εις τα οποία οι ανδρειωμένοι εκείνοι αρματωλοί μετέδωκαν της ψυχής των το μένος και τα εθεοποίησαν, έπρεπεν όλα, όλα ν' αποσυρθούν εντροπαλά, ανίκανα να παραβληθούν προς το νέον όπλον του Παπαθεοδωρακοπούλου!. . . Ούτω έλεγεν ο ενωμοτάρχης! Το έλεγε και το απεδείκνυεν ατυχώς!. . .
Και μία λύπη κατέλαβεν ήδη τον γέροντα· λύπη απ' εκείνας που αφαιρούν του ανθρώπου τα συναισθήματα έως να λησμονή και τον ίδιον εαυτόν του. Τα δάκρυά του έπαυσαν αίφνης. Ηγέρθη, έλαβε το καρυοφύλλι και το εκρέμασεν ούτως εξηρθρωμένον από του τοίχου· συνέλεξε τα διεσκορπισμένα κοσμήματα μετ' ακριβολογίας απομωραμένου, έθεσεν αυτά επί της τραπέζης κ' επανήλθεν εις την θέσιν του. Απ' εκεί δ' έβλεπε και επανέβλεπε το όπλον, πλανώμενος εις μυρίους συλλογισμούς.
Μόλις τόρα εις του καρυοφυλλιού εκείνου την παρακμήν, εσυλλογίζετο διά πρώτην φοράν ο Χειμάρρας και τα ιδικά του γηρατεία. Εις την σφαίραν εκείνην του όπλου, την μόλις συρθείσαν μόνον ολίγα μέτρα και κυλισθείσαν επί του χώματος αδρανή, ως άψυχον κουφάρι, έβλεπε θλιβερώς την ιδικήν του εξασθένησιν, πιστήν εικόνα των σωματικών του δυνάμεων. Η ψυχή του ναι, ήτο βράχος ακλόνητος ακόμη. Ησθάνετο ακόμη την δύναμιν και τον πόθον να τρέξη πάλιν εις τον βρασμόν της μάχης, ν' αναμιχθή εις την θύελλαν αυτής, να χορτάση ο οφθαλμός από εχθρικόν φόνον, να βραχή το σώμα με αίματα και με δάκρυα!. . . Αλλά το σώμα ήτο βαρύ ως το χώμα και δεν υπήκουε πλέον. Επέταξαν τα έτη ότε ησθάνετο πτερά εις τους πόδας και τον παρέβαλλον με τον αετόν οι σύντροφοι του. Τόρα:
Οι βρύσες εκινήσανε, οι μύλοι εσταματήσανε, και τα βουνά χιονίσανε, τα δυο γενήκαν τρία
καθώς λέγει ο λόγος!. . . Και μικρόν κατά μικρόν ησθάνετο περισσότερον ήδη επί του σώματος την από καρωτικήν εκείνην του γήρατος πίεσιν κ' εσκέπτετο ότι δεν είχε καθόλου άδικον το καρυοφύλλι του. Παρήλθεν η εποχή των καλόν ήτο να παρέλθουν και αυτοί. . .
— Παππού, ε, παππού· ηκούσθη αίφνης φωνή παιδιού, εισορμήσαντος εν θορύβω εις τον οικίσκον και ριφθέντος επί των γονάτων του· δεν το θέλω πια το καρυοφύλλι σου· να μου πάρης ένα σαν του στρατιώτη. . .
Ο Χειμάρρας έστρεψε και ητένισεν αυτό καταπνίγων τους λυγμούς του. Όχι μόνον οι συμπατριώται του απηρνούντο τας παλαιάς δοξασίας, αφίνοντο απόλεμοι να παρασυρθούν εις το ρεύμα του νεωτερισμού, αλλά και αυτός ο μικρός εγγονός του, το έργον αυτό των ιδίων του χειρών. Από μικρόν, μικρότατον ο γέρων εσυνείθισεν αυτό εις μεγαλοπρεπείς και πατριωτικάς διηγήσεις. Του έλεγε τας περιπετείας και τα μεγαλουργήματα του Γένους· του ωμίλει μετά προφητικής πεποιθήσεως περί του τελευταίου βασιλέως, ο οποίος κοιμάται εις το σπήλαιόν του με το σπαθί ακόμη εις το χέρι και θα εξυπνήση με το πλήρωμα του χρόνου να καθήση πάλιν επί του μυριοδοξασμένου θρόνου του. Ηρίθμει εις αυτό τας καταστροφάς των Τούρκων, περιέγραφε τους αγώνας και τους θριάμβους των Ελλήνων επί της Επαναστάσεως και κατέληγεν υπεραίρων την αξίαν του καρυοφυλλιού του. Και όταν έβλεπε τον μικρόν να ζωηρεύεται και να φλυαρή εν πολεμοχαρεί παραφορά, ο γέρων κολακευόμενος εις την πραγματοποίησιν γλυκού ονείρου, υπέσχετο να δώση εις αυτόν το καρυοφύλλι του, όταν το έθνος σύσσωμον εξεγερθή διά να επανακτήση την Πόλιν και μ' αυτό να πολεμήση διά την Πίστιν και την Πατρίδα!. . . Τόρα όμως και αυτός ο μικρός δεν το ήθελεν. Αχ, τι του έκαμεν ο αναθεματισμένος σταυρωτής!. . .
— Ε, θα μου πάρης, παππού; εξηκολούθει ο μικρός.
— Όχι! εβόησεν αίφνης, ορθωθείς εν απειλητική στάσει ο Χειμάρρας, ωσεί του έλεγον ν' απαρνηθή την θρησκείαν του.
Αλλ' ευθύς κατέπεσεν άθυμος εις την θέσιν του. Οι κλαυθμηρισμοί τους οποίους έβαλλε το παιδίον διά την άρνησίν του εκείνην, εφαίνοντο εις τον γέροντα κλαυθμηρισμοί ολοκλήρου γενεάς, της οποίας απηρνούντο την πρόοδον, τους αγνώστους κόσμους εις τους οποίους μοιραίως βαδίζει, θέλοντες να στρέψουν αυτήν οπίσω εις το παρελθόν. Και κατενόει ήδη ότι ήτο άδικον τούτο· εντελώς άδικον και μάταιον! Μόνος αυτός έπρεπε να επιστρέψη οπίσω, εις την εποχήν του από της οποίας απεμακρύνθη τόσον. Τ' είχε να κάμη εις τον νέον αυτόν κόσμον, τον ξένον εις τους οφθαλμούς και τας αισθήσεις του όλας; Πώς να ζήση με τον Παπαθεοδωρακόπουλον αυτός ο οποίος έζησε πριν με τον Δράκον;. . .