Front matter (continued 2)
Reading edition
Η Κυρά Ρήνη με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, αναπνοήν διακοπτομένην, χείλη κινούμενα, έτοιμα να εκφέρουν βλασφημίας και κατάρας, απεκλειστικόν αυτών προσόν, παρετήρει κύπτουσα ανυπομόνως τας φλόγας, αίτινες εκοκκίνιζον φοβερώς το πρόσωπόν της, το μαραμένον ήδη. Διότι η δύναμις εκείνη, ήτις έφερεν αυτήν εις τον κόσμον — και τοιαύτη δεν ήτο βεβαίως η φύσις — ίσως θέλουσα να δώση ακριβή εικόνα της μαύρης ψυχής της, έκαμεν ώστε μόλις εισήρχετο εις το δωμάτιον εκείνο και ήρχιζε τας μαγγανείας της, να μεταβάλληται εις ξεδοντιάραν και κάτισχνον γραίαν με χείλη πρισμένα και μελανίζοντα, οφθαλμούς κοίλους και γαλάζους, κόμην ψαράν και αγρίαν ως και την χοίρου, με σώμα κυρτωμένον, όνυχας γαμψούς, εις αληθή και φοβεράν στρίγγλαν. Τούτο όμως δεν την ετάρασσε, ούτε την ημπόδιζεν από το έργον της. Εγνώριζε καλώς ότι μόλις εξερχομένη εκείθεν εγίνετο πάλιν η ωραία και θελκτική μάγισσα, ως ο δράκοντας του μύθου, όστις πλησιάζων εις τον μαγευμένον καθρέπτην εκιτρίνιζεν ως το θειαφοκέρι, έτρεμεν, εκινδύνευε να χάση την ζωήν του, αλλά μόλις απεμακρύνετο εκείθεν, ανελάμβανε τας δυνάμεις του όλας.
— Να χαθήτε, βρωμοχόρταρα! είπε τέλος μετ' αγανακτήσεως, πτύουσα την πυράν.
Η μάγισσα ύψωσεν επί μικρόν την κεφαλήν, έκλινε προς τα οπίσω το σώμα, έτεινε τας χείρας διά ν' αποσείση απ' αυτής την κούρασιν και είτα εστύλωσε πάλιν εις την πυράν τους οφθαλμούς, ως βιβλιοδίφης επί παλαιού παπύρου. Ευθύς η μορφή της εφαιδρύνθη. Διά μέσου των φλογών διέκρινεν ήδη τον Γιάννο και την Μάρω, τα δύο αθώα πλάσματα, πλανώμενα διά μέσου ερεβώδους σκότους επί ερήμου και αμμώδους πεδιάδος.
— Α, 'ς τανάθεμα! εφώναξε θριαμβευτικώς.
Και καθήσασα επί υψηλού εδράνου, εν μέσω των σκευών και της διαβολικής εκείνης σωρείας των μαγκανευμάτων, ητοιμάσθη να καταδιώξη κατά την θλιβεράν περιπλάνησίν των τα δύο εκείνα πλάσματα, απ' εκεί, ως στρατάρχης διευθύνων την μάχην από του καταλύματός του.
Τω όντι ο Γιάννος και η Μάρω καταμόναχα, επλανώντο εν απογνώσει, ως πρόβατα αποχωρισθέντα της κοπής των, επί της αμμώδους πεδιάδος. Επί ώρας ολοκλήρους επάλαισαν με τα μαύρα κύματα της λίμνης, άτινα τα εκύλιον αδιακόπως, ως κολοκύνθας και τ' απώθουν επιμόνως προς την ξηράν, ως να ήθελον και αυτά να εξυπηρετήσουν τας ορέξεις της Κυρά Ρήνης. Τα πτηνά άνωθέν των έφρασσον τον ορίζοντα αλληλοσφαττόμενα και τα πούπουλα και το αίμα των κατερρύπαινε τα παιδία· οι βροντώδεις κρωγμοί των τα επάγωνον, η βοή της λίμνης τα κατετρόμαζεν, τ' αεικίνητα νερά τα κατεζάλιζον. Όταν δ' εξήλθον της λίμνης, δεν ήξευρον και αυτά πώς εσώθησαν.
— Εγώ τον είδα· ήταν ένας γέρος με μακρυά άσπρα γένεια και μεγάλα μάτια· αυτός μας έβγαλε· έλεγεν η Μάρω περί του σωτήρος των.
— Μπορεί να ήταν και γέρος· εμέ μου φάνηκε πως ήταν σύγνεφο και μέσ' απ' αυτό εβγήκε ένα χέρι· προσέθετεν ο Γιάννος, όστις εν αγνοία του εταύτιζε τον σωτήρα των προς τους πτερωτούς αγγέλους των εικονογράφων.
— Κ' εμένα δε με θυμάσθε; ηκούσθη αίφνης φωνή αδύνατη πλησίον των.
— Η θεια μας· είπον τα παιδία μετά χαράς.
Τω όντι ήτο η θεία των, η Κυρά Καλή. Η Κυρά Καλή, ολίγον τι μικροτέρα της Κυρά Ρήνης διέφερεν αυτής, όσον ο σίτος από την ήραν. Αθάνατος και αυτή κ' αιωνία αλλά κάτισχνος, με πρόσωπον κίτρινον και ζαρωμένον, ως μαραμένον μήλον, σεμνή ως μοναχή, είχεν αποσυρθή του κόσμου, ζώσα εντός ανηλίου κ' ερημικής κοιλάδος, καταμόναχη, εκτός μικράς στακτερής σκύλας, της Ωμορφούλας και δύο παγωνιών. Ήτο μάγισσα και αυτή αλλά κατωτέρα της αδελφής της. Πάντοτε όμως εφρόντιζε να κάμνη το καλόν διά τούτο και την ωνόμαζον όλοι &Καλήν μάγισσαν&. Από την χαμηλήν καλύβαν της, την καπνισμένην, εγλύκαινε της γεροντοκόρης τον ύπνον, του ορφανού την ζωήν, του ψυχορραγούντος τας τελευταίας στιγμάς· ενεθάρρυνε τον καταπονεμένον από τας καταδρομάς της τύχης, τον απηλπισμένον ένεκεν ατυχούς έρωτος· αντήμειβε την τιμήν και την ειλικρίνειαν, κάμνουσα να την αναγνωρίζουν όλοι· επροστάτευε τον πτωχόν γεωργόν και τον κατάχρεων ποιμένα· εχειραγώγει κ' επανέφερεν εις τους κόλπους των οικογενειών των τους ανδρειωμένους, όσοι επλανώντο αναζητούντες το Αθάνατο νερό, ή τον Μαγεμένον Καθρέπτην, τον οποίον φυλάσσουν αγρυπνούντες κάτωθεν χρυσομηλιάς σαράντα δράκοντες, ή την Μαγεμένην Κασέλα, ήτις πετά εις τα ύψη 'σάν πουλάκι· συνεβούλευε την λύσιν διαφόρων αινιγμάτων εις τα βασιλόπουλα, όσα είτε από κακήν των τύχην είτε από μονομανίαν επροτίμων ή να χάσουν την ζωήν των ή να πάρουν γυναίκα την ωραίαν και πλουσίαν αινιγματοθέτιδα· έδιδε κατά την ημέραν του Άι-Γιανιού του Ριζακάρη καλόν ριζικόν εις της λυγερές, έκαμνε ν' ανθίζη πάλιν υπό το προσκέφαλόν των η ψημένη αγριαγκινάρα κ' έστελλεν όνειρα σύμφωνα με τους πόθους των, όταν έτρωγον την αρμυροκουλούραν. Αν δε κατέφευγε μέχρις αυτής καμμία παραπονουμένη διά την εγκατάλειψιν του εραστού της, έστελλεν ευθύς τα παγώνια με τα χρυσά κανατάκια των κ' έφερον από τους νεροκράτες την πρωτομαγιάτικη δροσιά, τον δημώδη τούτον κεστόν της Αφροδίτης και την έλουζεν, ως μήτηρ, αποκαθιστώσα αυτήν τόσον ερασμίαν ώστε να σφάζωνται παλληκάρια δι' ένα και μόνον βλέμμα της. Ουδέποτε εσκέφθη να κάμη κακόν· ούτε πουλάκι δεν ήθελε να βλάψη. Έκλειεν όλον τον κόσμον εις την καρδίαν της, όλους τους ανθρώπους και ήτο η μόνη χαρά της να τους βλέπη πάντοτε ευτυχείς. Διά τούτο η μεγάλη ψυχή της δεν ηδύνατο καθόλου ν' ανεχθή την Κυρά Ρήνην και την απέφευγεν όσον της ήτο δυνατόν. Αφ' ότου η Μάρω επήγεν εις την καλύβαν της αναζητούσα τον Γιάννο, ευθύς η Κυρά Καλή εμάντευσε τους σκοπούς της αδελφής της. Και τόρα όταν είδε τα παιδία κινδυνεύοντα εις την λίμνην, έρμαιον ασπλάγχνου μητρός, έσπευσε να τα σώση και τα σφίγγει ήδη εις την αγκάλην της, ως όρνις υπό τας πτέρυγάς της τους νεοσσούς.
— Κακόμοιρα παιδιά μου! κακόμοιρα παιδιά μου! έλεγε κλαίουσα μαζί των.
— Σώσε μας, θειακούλα μου· πάρε μας μαζί σου.
Ήθελαν να τα πάρη μαζί της τα πτωχά. Αλλά δεν ήτο δυνατόν· ποίος ηδύνατο ν' αντιστρατευθή εις τας επιθυμίας της Κυρά Ρήνης; Η Κυρά Καλή εγνώριζε πολύ καλά, ότι λαμβάνουσα αυτά υπό την προστασίαν της, αντί να τα ωφελήση, εξήγειρε περισσότερον την οργήν της αδελφής της εναντίον των. Αλλ' εκτός τούτου εκινδύνευε και αυτή η ιδία. Μίαν φοράν ότε ηθέλησε να κάμη κάτι εναντίον των επιθυμιών της Κυρά Ρήνης, αυτή ανεστάτωσε το Σύμπαν και ολίγον έλειψε ν' αποσπάση όλην την κοιλάδα και να την ρίψη μαζί με την καλύβαν της και μ' αυτήν την ιδίαν εις τα βάθη της θαλάσσης.
— Όχι, παιδιά μου· δεν μπορώ να σας πάρω, είπεν εις τα παιδία μετά λύπης.
— Τι να γενούμε, πού να πάμε; εψιθύρισαν αυτά κλαίοντα.
— Εμπρός· όποιος πηγαίνει εμπρός ποτέ δε χάνει.
— Ποιος θα μας βοηθήση, ποιος θα μας σώση;. . .
— Εκείνος. . . όταν έρθη καιρός. . .
Και η Κυρά Καλή ύψωσε τον δάκτυλον εις τον ουρανόν. Τα παιδία νομίζοντα ότι θα έβλεπον κάποιον προστάτην, ύψωσαν μετ' ελπίδος τους οφθαλμούς εις τον ζοφερόν αιθέρα, αλλά τίποτε δεν διέκρινον. Και όταν τους εχαμήλωσαν, δεν ήτο μαζί των ούτε η Κυρά Καλή.
— Όλοι μας αφίνουν, εψιθύρισαν μετά πικρίας.
Και αλληλοκρατούμενα ήρχισαν πάλιν τον θλιβερόν των δρόμον. Το σκότος πυκνόν και αδιαχώρητον έπιπτεν επ' αυτών και τα επολιόρκει πανταχόθεν· τα παιδία εντός αυτού ούτε τον δάκτυλόν των δεν ηδύναντο να διακρίνουν· εβάδιζον σιωπηλά, μήπως τρομάξουν κ' εκ της ιδίας των φωνής, προσκόπτοντα ανά παν βήμα, μαζευόμενα το έν παρά το άλλο, ως ορτύκια εντός των ονακανθών κάτω από την αναπνοήν του σκύλου. Εδώ συνεπλέκοντο εις τας ίνας αιγοκλήματος, σκληρού και νευρώδους, καλύπτοντος διά πυκνού δικτύου την γην εκεί αιμάτονον τας χείρας των εις τα χαμόκλαδα· αλλού εκτύπον τα μέτωπά των εις κλάδους και κορμούς δένδρων προαιωνίων, σκληρούς ως σιδηρόξυλον.
— Μάρω μου, πού πάμε; ηρώτα ο Γιάννος από καιρού εις καιρόν εν αποθαρρύνσει.
— Εμπρός· έλεγεν αύτη, κρύπτουσα απ' εκείνου την συγκίνησιν και τον κρύον φόβον της.
Ούτω εξηκολούθησαν πλανώμενα επί πολύ εις το σκότος το μαύρον όσον και η τύχη των. Ότε δε διέκρινον εις τον ορίζοντα το γλυκοχάραγμα της ημέρας, ανέπνευσαν ελευθέρως ως να εσώθησαν από του κινδύνου. Έστρεψαν και παρετήρησαν μετά φόβου τα σκοτεινά και ανήλια μέρη άτινα διήλθον κ' εξηκολούθησαν πάλιν τον δρόμον των σπεύδοντα προς το φως, ωσεί διά να το προφθάσουν.
— Πεινάω· είπε μετ' ολίγον ο Γιάννος κλαυθμηρώς.
— Κ' εγώ, μα πού ψωμί; απήντησεν η Μάρω άπελπις· ψυχή ζωντανή δε φαίνεται πουθενά!
Και τα παιδία παρετήρησαν το μέρος όπου ευρίσκοντο, εδώ κ' εκεί μετά φρίκης. Απελπισία· η τύχη των δεν ήλλαξε καθ' όλου, αλλά μάλλον εδεινώθη, διότι το φως της ημέρας έκαμνε τόρα καταφανή την πένθιμον έκτασιν, εις την οποίαν επλανώντο. Η ατμοσφαίρα ήτο βεβαρυμένη υπό μολυβδοχρόων νεφών ούτε πτηνόν ηκούετο κελαδούν, ούτε δένδρον εφαίνετο πουθενά, ούτε ρύαξ, επότιζε την ατέρμονα έκτασιν, ούτε χόρτον επρασίνιζε. Τέλματα μόνον, πλήρη βρωμερών αναθυμιάσεων εξετείνοντο υποπράσινα, που δε και που εφαίνοντο λάκκοι, μικροί και μεγάλοι, σχηματισθέντες εκ των πελμάτων όλων των ειδών του ζωικού βασιλείου, τα οποία διήλθον εκείθεν κατά την προαιωνίαν εποχήν, ότε και ο ουρανός ήτο τόσον χαμηλά, ώστε να τον γλείφουν τα βώδια. Όλα εκείνα τα ίχνη από του μικροτάτου, του ποντικού, μέχρι του μεγίστου, του βουβάλου, ήσαν γεμάτα νερού διαυγούς, ως το δάκρυ. Μακράν τριγύρω, ο ουρανός εφαίνετο εφαπτόμενος με την γην, όπερ απήλπιζε τα δυο παιδία, πιστεύοντα ότι και αυτός τα κατεδίωκε αποχωρίζων αυτά του λοιπού κόσμου. Εν τούτοις έχοντα όπισθεν αυτών την απειλήν και έμπροσθεν την δυστυχίαν, επροχώρουν πάντοτε θραύοντα διά των γυμνών ποδών των τα βρωμερά τέλματα και τρέποντα εις φυγήν σμήνη ελειογενών παρασίτων. . . Αίφνης η Μάρω εστάθη και ητένισε μειδιώσα τον αδελφόν της.
— Τι γελάς; ηρώτησεν ούτος, απορών.
— Μάντεψε.
— Πού ξέρω 'γώ· μάγο μ' έκαμες;
— Εγώ το ξέρω.
Κ' εναγκαλισθείσα εφίλησεν αυτόν τρυφερώς. Η Μάρω ενθυμήθη ότι κατά την πρωίαν της ημέρας, καθ' ην εδραπέτευσαν αύτη ήλλαξε τα ενδύματά της, και η Κυρά Ρήνη έβαλεν εις τον κόλπον της τεμάχιον μικρού άρτου, διά ν' απομακρύνη απ' αυτής την βασκανίαν. Αλήθεια, ήτο μικρό, πολύ μικρό· μέσα εις την τόση πείνα όπου είχαν, ποιος να φάγη να γιατρευθή και ποιος να φάγη να 'γειάνη; αλλ' από τίποτε, καλό κι' αυτό. . . Και η Μάρω έβαλε την χείρα εις τον κόλπον της και το εξήγαγε μετά χαράς.
— Δικό σου, Γιάννο μου· είπε, προσφέρουσα αυτό εις τον αδελφόν της.
— Ψωμί; α, όχι· είνε δικό σου.
— Εγώ δεν πεινάω.
— Καϋμένη! είπεν ο Γιάννος με λύπην, ατενίζων αυτήν εις τους οφθαλμούς· μη λες ψέμματα, γιατί μας ακούει ο Θεός.
Η Μάρω εχαμήλωσε την κεφαλήν υπό το εταστικόν βλέμμα του αδελφού της. Αλλά ο Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη· οι οφθαλμοί του είχον βαθύνει από την νηστείαν τόσον ημερών. Αυτή ενήστευε μόνον αφ' ότου έφυγαν από τον πύργον, ενώ ο Γιάννος ενήστευε και πρότερον εις την φυλακήν που ηδύνατο αυτός να φάγη το ξερό και μαύρο ψωμί της Κυρά Ρήνης· τα δόντια του αντί να το κόψουν ηκονίζοντο επάνω του σαν μαχαίρι εις τ' ακόνι. . . Η φυλακή, η υγρά εκείνη φυλακή, αποτρόπαιος και μεγάλη βδέλλα, του είχε ροφήσει το αίμα· το πρόσωπόν του ήτο κίτρινον σαν το κερί· τόρ' ο δρόμος και αι συγκινήσεις τον κατεκούρασαν· ναι, ο Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη!. . .
Ούτως εσκέπτετο η Μάρω, προσπαθούσα να τον πείση να δεχθή αυτός το μικρόν εκείνο τεμάχιον του άρτου, το μόλις αρκετόν δι' ένα ποντικόν. Αλλ' ο Γιάννος ηρνείτο επιμόνως· έπρεπε να το φάγη η Μάρω· αυτός ήτο άνδρας, δεν είχεν ανάγκην ηδύνατο να βαστάση μήνα ολόκληρον!. . . Τέλος συνεφώνησαν και μοιράσαντες το τεμάχιον του άρτου έφαγον αυτό και οι δύω.
— Μάρω μου, διψάω· είπε μετά μικρόν ο Γιάννος.
— Κ' εγώ, Γιάννο μου· μα πού νερό;
— Θα πιω από 'δώ' είπε δεικνύων ένα λάκκον.
— Όχι, δεν βλέπεις;
Και η Μάρω έδειξε μεγάλην κατάμαυρην πλάκα, κειμένην κατάχαμα πλησίον αυτών. Επ' αυτής ήσαν χαραγμέναι με μεγάλα ευανάγνωστα στοιχεία λέξεις τινές, απαγορεύουσαι ρητώς την πόσιν του νερού των λάκκων. Αν παρέβαινέ τις, έλεγον, την συμβουλήν αυτήν θα μετεμορφούτο ευθύς εις ζώον, όμοιον προς εκείνο από του οποίου το ίχνος θα έπινε.
— Άμα πιης, εχαθήκαμε· προσέθηκεν η Μάρω.
Ο Γιάννος παρετήρησεν επί μικρόν βλοσσυρώς την πλάκα εκείνην, την φέρουσαν την φοβεράν και αδιάγραπτον εκείνην ρήτραν και του ήρχετο να την κατασυντρίψη, να εκσπάση εις αυτήν όλην του την οργήν. Συνεκράτησεν όμως την δίψαν του κ' εξηκολούθησε την πορείαν μετά της αδελφής του, ως δύο φυγάδες, ων η πατρίς υπήχθη εις την δουλείαν, δύσθυμοι περί του παρόντος, απέλπιδες περί του μέλλοντος. Και η δίψα κατεκυρίευε τον Γιάννο· αφόρητος δίψα, ήτις τον έκαμνε να πιστεύη ότι είχε κάμινον εντός του. Ωρθούτο επί των ποδών του, ατενίζων μακράν πέριξ, μή που διακρίνη καμμίαν πηγήν, κανένα ρύακα, καμμίαν σταγόνα νερού, αγνήν και ακίνδυνον να βρέξη τα φλέγοντα χείλη του, παρετήρει αγωνιών τα σύννεφα άτινα διήρχοντο άνωθεν του σοβαρά, μη ρίπτοντα ούτε μίαν σταγόνα, ενώ εφαίνοντο φουσκωμένα και κατάμαυρα, πλήρη υετού.
— Δεν βαστάω, Μάρω μου, έσκασα· είπε τέλος.
— Τι θα κάμης;
— Θα πιω.
Και πριν η Μάρω σκεφθή να τον εμποδίση, ώρμησεν, ως ο Τάνταλος κ' εκόλλησε τα χείλη του εις μικρόν λάκκον, φέροντα τον τύπον αρνοπατήματος. . .
Η Μάρω είχεν ήδη αναλάβει μόνη της τον αγώνα. Πλάσμα αδύνατον, μεμονωμένον εντελώς, εξηκολούθει εν τούτοις πορευομένη προς τα εμπρός, όπερ ήτο εξ αρχής το σύνθημά των, όπου έτεινον ακράτητοι αι ψυχαί των, σύρουσα όπισθεν τον αδελφόν της.
Ευθύς μόλις ο Γιάννος ερρόφησε την πρώτην σταγόνα του νερού, η φοβερά ρήτρα της πλακός επηλήθευσεν. Ο Γιάννος μετεμορφώθη εις αρνίον, αλλά και ούτω ήτο ωραιότατος· το μικρόν προσωπάκι του εξέφραζε πιστώς και τόρα την ειλικρίνειαν του χαρακτήρος του· οι κατάμαυροι ως ελαίαι οφθαλμοί του απέδιδον την αγνότητα της ψυχής του πλήρη· ποτέ η αθωότης δεν αντεπροσωπεύθη τόσον επιτυχώς όσον εν τη μεταμορφώσει εκείνη. Η Μάρω κλαίουσα έδεσε διά της ερυθράς μεταξίνης ζώνης της τον λαιμόν του και ο Γιάννος την ακολούθει ήδη πιστώς κ' ευπειθώς εν τη αδιεξόδω και ατελευτήτω εκείνη πορεία.
Μετά μικρόν η Μάρω ήρχισε ν' ανησυχή. Η ημέρα σιγά σιγά ολιγόστευε και μετ' ολίγον η νυξ θα κατέβαινε, μαύρη και απειλητική. Τι θα εγίνετο εάν έμενε μίαν ολόκληρον νύκτα εν μέσω της ελώδους εκείνης ερήμου, των δηλητηριωδών αναθυμιάσεων; πώς θα επεριπάτει εν τη σκοτία εκείνη, άνευ ουδενός ερείσματος κ' έχουσα τον Γιάννο εις τοιαύτην αξιοθρήνητον κατάστασιν;. . .
Η Μάρω εσκέπτετο πάντα ταύτα καταπίνουσα τα δάκρυά της και καταρωμένη εξ όλης ψυχής την Κυρά Ρήνη, την αναθεματισμένην Κυρά Ρήνη η οποία ήτο η μόνη πρόξενος των τόσων των κακουχιών. Έστρεφε το βλέμμα πέριξ αναζητούσα μέρος τι, μικράν τινα κατοικίαν, καμμίαν καλύβην ερημικήν, αλλά τίποτε· ούτε δένδρον, ούτε χαμόκλαδον διέκρινεν. . .
Αίφνης όμως, προς τ' αριστερά, είδε πράγμα τι υψηλόν και φαιόν, ακίνητον, συγχεόμενον με την τεφράν όψιν του ορίζοντος. Η Μάρω άνευ δισταγμού έσπευσεν εκεί όσον ηδύνατο ταχύτερον, εκ φόβου μήπως την καταλάβη το σκότος.
— Γιατί δεν πάμ' εμπρός, Μάρω μου; ηρώτησεν ο Γιάννος, εννοήσας την λοξοδρόμησιν.
— Όλα κουράζονται 'ς το δρόμο τους και γυρεύουν ανάπαυσι· είπεν η Μάρω έμφροντις· ποιος ξεύρει τι μας βρίσκει αύριο;
Εφ' όσον η Μάρω προυχώρει, διέκρινε καθαρώτερον εν μέσω συσκίου κήπου, υψηλόν πύργον. Ευθύς ανεθάρρησε κ' ενεψυχώθη. Ας εύρη τουλάχιστον μίαν στέγην υπό την οποίαν να κλείση τα μάτια της μίαν νύκτα· ας εύρη ανθρώπους με τους οποίους να συνομιλήση, πυράν, παρά την οποίαν να θερμανθή και αύριον έχει ο Θεός. . .
Ούτως εσκέπτετο η Μάρω πλησιάζουσα εις τον πύργον· τα κουρασμένα μέλη της είχον τόσην ανάγκην αναπαύσεως, ώστε και η τρώγλη του λαγωού θα της εφαίνετο ευάρεστος. Εις την αυλήν διέκρινε πολλούς χωρικούς, άλλους ορθίους, άλλους καθημένους πέριξ μεγάλης πυράς και συνομιλούντας θορυβωδώς.
— Ελεήστε μια χριστιανή, είπεν η Μάρω παρακλητικώς, σταθείσα προ του μεγάλου πυλώνος του κήπου.
— Έμπα μέσα κόρη μου, έμπα μέσα· της εφώναξεν ευθύς παχουλός χωρικός μ' εύθυμον κ' ερυθρό όψιν· μπάσε και τ' αρνάκι σου.
Η Μάρω εισήλθεν εις την αυλήν του πύργου σύρουσα και τον Γιάννον οπίσω της. Οι χωρικοί εκάλεσαν αυτήν πλησίον των και της έδωσαν άρτον και τεμάχια κρέατος, άτινα είχον απομείνη εκ του προσφάτου δείπνου των. Όλοι εκ συμφώνου παρετήρουν το παρθενικόν πρόσωπον της κόρης κ' έβαλλον αναφωνήσεις θαυμασμού, αίτινες επείραζον τόσον τας πλησίον χωρικάς, ώστε ήρχισαν να την εχθρεύωνται.
— Και τ' αρνί, Βασίλη, δεν βλέπεις και τ' αρνί; είπε μία χωρική εις τον πλησίον σύντροφόν της.
— Ώμορφο πράμμα, εψιθύρισεν ούτος, θωπεύσας τον Γιάννο.
— Ε μωρέ, για το σουβλί! εφώναξεν άλλος, φέρων την χείρα του υπό την ουράν του Γιάννου, ως κάμνουν οι κρεοπώλαι δια να εκτιμήσουν το πάχος των αρνίων.
— Kαι ξέρει κάτι τραγούδια! . . . επρόσθεσεν άσεμνον γραΐδιον, δήθεν χαριτολογούν.
Η Μάρω βαρυνθείσα ν' ακούη τους πειρακτικούς εκείνους λόγους απεμακρύνθη των χωρικών και καθήσασα εις μίαν άκραν της αυλής, επί τινων καυσοξύλων, ήρχισε να μοιράζηται μετά του Γιάννου το φαγητόν.
— Να σου ειπώ, κόρη μου· δεν νυστάζεις ; ηρώτησεν αυτήν μετ' ολίγον πλησιάσας ο γέρων χωρικός· οι κότες εκούρνιασαν, το κρασί εσώθηκε, η φωτιά εσβύσθηκε κ' εμείς θα πλαγιάσωμε· τι θες να κάνης ;
— Να κοιμηθώ.
— Καλά· δέσε τ' αρνάκι σου 'ς το παλούκι κ' έμπα μέσα.
Αλλ' η Μάρω ήθελε να πάρη μαζί της και τον Γιάννο· δεν ήθελε να τον αφήση έξω και μάλιστα καταμόναχον. Ο γέρων χωρικός όμως δεν επέτρεπε τοιούτον τι· αρνί μέσα εις τον πύργον, πού ηκούσθη ποτέ! έπειτα κλέφτες με κλέφτες δεν επάτησαν ποτέ εκεί. Αν όμως δεν θέλη, δεν την εβίαζε και κανείς· ηδύνατο να πάρη το αρνάκι της και να πάη από εκεί που ήλθε.
Ο χωρικός ωμίλει αυστηρώς, αλλά δεν είχε και άδικον. Η Μάρω ωμολόγησε τούτο καθ' εαυτήν, αλλά ν' αφήση τον Γιάννο μοναχόν! Και μόνη η υπόθεσις την εβασάνιζε. Καλλίτερα επροτίμα να φύγη, να διανυκτερεύση μαζί του έξω, εις την ερημιά, παρά να τον αφήση μόνον
— Δεν πειράζει, Μάρω μου· πήγαινε μέσα· είπεν ο Γιάννος εννοήσας τας σκέψεις της.
— Μάνα σ' αφήσω μοναχόν;. . . . .
— Δεν πειράζει· κ' εγώ θα κοιμηθώ. . . . . .
Ο Γιάννος ελυπείτο την αδελφήν του κ' ήθελε πολύ να την αφήση να κοιμηθή· μία νύκτα ήτο, όπως περάση ας περάση και αυτός. Ευθύς όμως άμα έμεινε μόνος, η δειλία ήρχισε να τον κυριεύη. Περιέστρεφεν ανησύχως το βλέμμα εδώ κ' εκεί, ως ο διερχόμενος δύσφημόν τινα θέσιν, συχναζομένην υπό δαιμόνων και φαντασμάτων· τα φρίσσοντα φύλλα των δένδρων, το γαύγισμα του σκύλου, ο βραχνός κρωγμός της κουκουβάγιας, το μονότονον τραγούδι του σάρακος, κάθε τι, διήγειρεν εις την ψυχήν του φόβον και απελπισίαν. Δεν ήξευρε διατί, αλλ' ενόμιζεν ότι ο πύργος εκείνος δεν ήτο άξιος εμπιστοσύνης· το κόκκινον αυτού χρώμα, τα οδοντωτά τείχη του, ο πρωτοφανής ρυθμός του, με εσοχάς κ' εξοχάς, με κύκλους και τρίγωνα άτακτα, του εφαίνετο ως μνημείον αφιερωμένον εις θηριώδη τινά και κακούργον ύπαρξιν. Όλα τα πέριξ, ει και βωβά, ωμίλουν εις εκείνον ευγλώττως ότι εκεί ήτο ο Πύργος της Κατάρας, διά τον οποίον συχνά του ωμίλει η Κυρά Ρήνη.
Εσκέφθη τους ανθρώπους, τους οποίους συνήντησε μόλις εισήλθεν εις την αυλήν, αγρίους, ως ληστάς, με μακράς γενειάδας και παχείς μύστακας, με φουστανέλλας καταλερωμένας από κηλίδας αίματος· τας γυναίκας, ασέμνους και διεφθαρμένας· τα παιδία, ημίγυμνα και κατεσκληκότα, ως γυφτόπουλα. . . Εσυλλογίσθη έπειτα τους λόγους, τους οποίους είπον περί αυτού, τ' αχόρταγα βλέμματα, τα οποία του έρριπτον, και στοχασθείς ότι έπεσεν εις οδόντας λύκων ήρχισε να περιστρέφηται ανησύχως, ν' ατενίζη αδιακόπως τ' άστρα, ανυπόμονος να τα ίδη τρεμοσβύνοντα. . . Ούτω διήλθεν όλην την νύκτα και μόλις καθησύχασεν, όταν ήκουσε το εωθινόν λάλημα των πετεινών κ' είδεν εις τον ορίζοντα τας πρώτας λάμψεις της ημέρας.
— Πάει κι' αυτό· εψιθύρισε μετά χαράς.
Κ' έστρεψε την κεφαλήν προς τον πύργον, όπου όλοι ήσαν επί ποδός. Αι γυναίκες με την άτακτον ενδυμασίαν των, ως ήσαν από της κλίνης, με τα μάλλινα χρωματιστά μεσωφόρια και τον λευκόν των κεφαλόδεσμον, ησχολούντο εις διαφόρους οικιακάς υπηρεσίας· οι άνδρες και τα παιδία επηγαινοήρχοντο εις την αυλήν. Εις μίαν γωνίαν ήναπτον πυράν, θέτοντες άνωθεν υψηλής πυροστιάς μεγάλον λέβητα, πλήρη νερού· άλλοι εκαθάριζον οξείας αρπάγας, άλλοι εκομβόδεναν σχοινιά κ' ένας βλοσσυρός και δασύτριχος χωρικός ηκόνιζε θορυβωδώς επί του μασακίου του χονδράν μάχαιραν.
Ο Γιάννος παρηκολούθει τας κινήσεις των εκείνας περιέργως· εφαίνοντο ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι δεν έκαμνον τίποτε άλλο παρά ητοιμάζοντο πυρετωδώς εις ευωχίαν· εφαίνετο ότι όλη των η ζωή ούτω διήρχετο. Αλλ' ο Γιάννος δεν έβλεπε κανένα ζώον εις την αυλήν· ποίον θα ήτο το θύμα των; Μήπως εγίνοντο δι' αυτόν όλαι εκείναι αι ετοιμασίαι; Και ποίος να τον εμποδίση, από ποίον να εύρη προστασίαν! Όλοι εκεί μέσα ήσαν λησταί και η Μάρω εκοιμάτο ακόμη. . . Και ο Γιάννος υπό τοιούτων σκέψεων καταληφθείς ήρχισε να κραυγάζη μ' όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:
Βράζουν βράζουν τα κακάβια και τροχούνε τα μαχαίρια για του Γιάννου το κεφάλι· Μάρω μου!. . . . . .
Αλλ' η Μάρω δεν ήκουε. Μετά τόσας κακουχίας και ψυχικάς συγκινήσεις, ευρούσα στέγην φιλικήν και μαλακήν κλίνην, απεκοιμήθη βαθέως, μόλις έκλεισε τους οφθαλμούς. Ο Γιάννος ανυπομονών έβλεπεν ήδη το νερό ανερχόμενον εις ατμούς πυκνούς εκ του λέβητος· ήκουε τον απαίσιον κοχλασμόν του, αντίκρυζεν από τινος κλάδου μωρέας ανηρτημένην την αρπάγην απειλητικήν, την μάχαιραν με την λευκήν κόψιν και την κυρτήν μαύρην ράχιν της και τον σφαγέα αναρτώντα από του τραχήλου του την ποδιάν. Ενόησεν ότι όλα ήσαν έτοιμα, ότι η κρίσιμος ώρα εσήμανε κ' επανέλαβεν εντονώτερον τας φωνάς του:
— Βράζουν βράζουν τα κακάβια και τροχούνε τα μαχαίρια, για του Γιάννου το κεφάλι. Μάρω μου!. . . . . . .
Αίφνης η πλησίον θύρα του πύργου ηνοίχθη. Η Μάρω ήκουσεν ήδη τας φωνάς του και πηδήσασα έντρομος της κλίνης της έδραμε προς αυτόν.
— Τι έχεις, Γιάννο μου;
— Να φύγωμε!
— Ναι, τόρα θα φύγωμε. . . . . .
— Τόρα αμέσως! δεν βλέπεις;
Η Μάρω στραφείσα είδε τας ετοιμασίας των χωρικών κ' ενόησε τον κίνδυνον. Έλυσε τον Γιάννον από του πάλου και χωρίς να χάνωσι καιρόν εξήλθον του πύργου, από του αντιθέτου μέρους της αυλής.
Εις την πεδιάδα το ψύχος ήτο δριμύ· ο ουρανός βαρύς και κατάμαυρος· η γη υγρά, ωσεί ουδέποτε ακτίνες ηλιακαί έπεσον επ' αυτής· ο αήρ, επιπνέων αδιακόπως, μετέβαλλε την επιφάνειάν της εις σκληρόν κρύσταλλον.
Η Μάρω και ο Γιάννος, φοβούμενοι ήδη τους ενοίκους του πύργου, έφευγον μετά τάχους. Οι γυμνοί πόδες της Μάρως, κατέρυθροι και πρησμένοι εκ του ψύχους, συνέτριβον μετά πατάγου ξηρού την κρύσταλλον κ' αιματώνοντο· αι μικραί χείρες της, πρησμέναι και κατέρυθροι και αύται, τεθειμέναι εις το στήθος της αντί να θερμανθούν εκεί, μετέδιδον την ψυχρότητά των, κ' επόνουν ως να ετρυπώντο διά μυρίων βελονών. Ο Γιάννος ηκολούθει τρέμων σύσσωμος.
— Κρυώνεις, Γιάννο μου; ηρώτησεν η Μάρω, κύπτουσα προς αυτόν φιλοστόργως.
— Ναι, πολύ· είπεν ούτος τουρτουρίζων.
— Και δεν επήρα το σεγούνι μου.
Τω όντι η Μάρω εκ της βίας είχε λησμονήσει εις τον πύργον το κεντητόν σεγούνι της και ήτο μόνον με την μακράν υποκαμίσαν της, μεταξωτήν και χρυσοκέντητον εις τα άκρα και περί τον τράχηλον, οπόθεν προέκυπτεν ως αφρός γάλακτος από καρδάρας, ο χαριτωμένος κόλπος της.
— Μα συ, πώς κάνεις εσύ; είπεν ο Γιάννος εν απορία.
— Εγώ; δεν κρυόνω· δεν βλέπεις; φωτιές πετάνε τα χέρια μου.
Κ' έβαλλεν οξύν και παραπονετικόν γέλωτα, ωσεί και αυτή να ενέπαιζε την κατάστασίν της.
Εν τούτοις ο ουρανός εγένετο σκοτεινότερος, ο ορίζων πυκνότερος, η ατμόσφαιρα βαρυτάτη· ήλιος δεν εφαίνετο πουθενά. Χιών ήρχισε να πίπτη κατ' αρχάς αραιά, ως μικρά πούπουλα εκ του στήθους αγριοχήνων, διερχομένων τα ύψη, έπειτα όμως πυκνοτάτη, περιστρεφομένη άνω και κάτω και κύκλω, και τέλος πίπτουσα χαμαί, ελαφρά ελαφρά, ωσεί εντρεπομένη, αυτή παρθένος αγνή του ουρανού, την γηραιάν γην, εις την οποίαν ήρχετο να ζητήση φιλοξενίαν. . . Αι ψεκάδες έπιπτον άφθονοι επί των τριχών του Γιάννου κ' επί της χαριτωμένης κόμης και των λεπτών ενδυμάτων της Μάρως, ήτις ωμοίαζε με νύμφην ην ερράντιζεν ο ουρανός με άνθη αμυγδαλής. Κατ' αρχάς ανεκίνει με χάριν το λιγυρόν σώμα και την ωραίαν κεφαλήν της, ίνα αποτινάσση την χιόνα· αλλά μετά μικρόν κουρασθείσα και κατατρυχομένη υπό του ψύχους, την αφήκε να προσκολλάται επάνω της ελευθέρως.
— Τι φοβερό! τι φοβερό πράγμα! όλοι μας ελησμόνησαν εψιθύρισεν ο Γιάννος κλαυθμηρώς.
— Όχι και ο Θεός, Γιάννο μου· είπεν η Μάρω με γλυκείαν φωνήν
Και κύψασα, εφίλησεν αυτόν τρυφερώς, ως μήτηρ το μεμψίμοιρον τέκνον της.
— Μα πού είν' ο Θεός; όπου πάμε 'ς του λύκου το στόμα πέφτουμε· πού πάμε, καθείς δεν ξέρει.
— Πάντα εμπρός· επανέλαβεν αυτή θαρραλέως.
Κ' εξηκολούθησαν ακόμη την πορείαν των, απειλούμενοι να καλυφθώσιν υπό της χιόνος, να συντριβώσιν υπό των χιονοστιβάδων ή ν' αποτελέσουν μέρος αυτών.
— Ετελείωσε· δεν μπορώ να περπατήσω· είπεν αίφνης ο Γιάννος, ιστάμενος.
Τω όντι δεν ηδύνατο να κάμη βήμα προς τα πρόσω. Οι λεπτοί και οξείς πόδες του εβυθίζοντο ευκολώτερον εις την χιόνα· η κοιλία του ήγγιζεν αυτήν· από ώρας ήδη επεριπάτει πηδών, ως πεδικλωμένος, αλλά τόρα του ήτο αδύνατον και να κινηθή.
— Θα σε πάρω εγώ· είπεν η Μάρω μη χάνουσα κ' εν τη κρισίμω εκείνη ώρα το θάρρος της· ας είνε καλά η μάννα μας.
— Ω! η μάννα μας, η μάννα μας! εψιθύρισεν ο Γιάννος εξησθενημένος.
Και αφέθη εις τας αγκάλας της αδελφής του, κλείσας τους οφθαλμούς. Η Μάρω έθεσεν αυτόν δίπλα επί των ώμων της, ως ποιμενίς το αποκαμόν θρεφτάρι της κ' επροχώρησεν ούτω αρκετόν διάστημα. Ανέπνεε τον ψυχρόν εκείνον αέρα, όστις ωλίσθαινεν εις τους πνεύμονάς της, ως κρύο φίδι φαρμακερό· ησθάνετο πόνους δυνατούς εις την μύτη και τα ώτα και είχε τας χείρας και τους πόδας σχεδόν αναισθήτους.
Αίφνης απέναντι της, προς το βάθος του ορίζοντος διά μέσου της χιόνος διέκρινε υψηλόν γέροντα, κρατούν τα αγροτικήν βακτηρίαν κ' ερχόμενον βραδέως προς αυτήν. Η Μάρω ευθύς ανεγνώρισε τον σωτήρα των εκείνον όστις τα έσωσεν από τα λυσσαλέα κύματα της λίμνης. Αυτός βέβαια δεν ήτο κοινός άνθρωπος· θα ήτο κάποια ανωτέρα δύναμις ήτις, ως της έλεγεν άλλοτε ο πατήρ της, είνε παντού και πάντοτε και βοηθεί τους πτωχούς και τους καταδυναστευομένους· θα ήτο εκείνος όστις έστελλε το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα κ' έφερε την αγαθήν εκείνην κόρην, την Μαρούλα, την συνώνυμόν της εις τον οικίσκον της μητρός της από τον Παράδεισον· εκείνος όστις ετιμώρησε παραδειγματικώς την φθονεράν μητέρα, ήτις εφαρμάκευσε την θυγατέρα της, την Θεοχάριστη κ' εβράβευσε την μητρικήν αγάπην της Αυγούλας, εμφανισθείς εις το μυλαύλακο, ως παπάς και αναστήσας τα τρία κατεσφαγμένα τέκνα της. . . Ναι, αυτός ήτο· όλα το εμαρτύρουν η ενδυμασία του, η άσπιλος και λευκοτέρα της χιόνος· η μεγάλη κεφαλή του, η μεγαλοπρεπώς καθημένη επί των ώμων του, ως πύργος υάλινος επί υψηλής ακρωρείας· η κόμη του η ψαρά και υπερήφανος· οι μεγάλοι και λαμπροί οφθαλμοί του, το πρόσωπόν του το γαλήνιον. . Ναι, δεν ήτο άλλος!. . . Και η Μάρω ηθέλησε να σπεύση προς αυτόν, να τεθή υπό την προστασίαν του. Αλλ' ο ψυχρός αήρ είχε καταστήσει δύσκαμπτα ως κόκκαλον τα λεπτά και πλήρη χιόνος ενδύματά της· οι πόδες και αι χείρες της είχον γίνει από ερυθρών λευκότατοι, η κεφαλή της επόνει σφοδρότατα. Έκαμεν εντούτοις ολίγα βήματα κ' έπεσε τέλος χαμαί μετά του αδελφού της.
— Γιάννο! καϋμένε, Γιάννο! εψιθύρισεν ασθενώς.
Ηθέλησε να εγερθή πάλιν να ίδη τον γέροντα, αλλά μόλις η κεφαλή της υψώθη μικρόν και κατέπεσεν ευθύς. Νάρκη τις την κατέλαβε, τα μέλη της απεσκληρύνθησαν· έμεινεν ολίγη θερμότης εις την καρδίαν, αλλά μικρόν κατά μικρόν απεψύγη και αυτή, ως αποσβέννυται η θρυαλλίς παγέντος του περί αυτήν ελαίου. . . .
— Να το όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί!
Η Κυρά Ρήνη διά μέσου των φλογών, είδε και την τελευταίαν φάσιν της ζωής του Γιάννου και της Μάρως. Αφ' ης ώρας τα είδε κινδυνεύοντα εις την λίμνην δεν τ' αφήκε καθόλου διά των οφθαλμών της. Αν και ήτο τόσον μακράν αυτών, εν τούτοις διά των μαγγανειών και των εξορκισμών της τα έκαμνε να την ενθυμώνται ανά παν βήμα, να αισθάνωνται την οργήν της αδιαλείπτως πλησίον των. Ναι, τοις έστειλε τα λυσσαλέα κύματα της λίμνης, το μαύρο σκοτάδι του δάσους· τ' απεπλάνησεν εις την μιασματικήν πεδιάδα, τα έρριψεν εις τον φοβερόν πύργον, όπου ολίγον έλειψε να εύρουν τον θάνατον αντί της φιλοξενίας, και τέλος έστειλεν εις αυτά την χιόνα και τον παγερόν άνεμον όστις τα εξήπλωσε και τα δύο νεκρά. . . Τόρα τι λέγουν; είνε ή δεν είνε αυτή η Μάγισσα του Βουνού; Εκείνα τα παντοδαπά εντός του δωματίου της συμφύρματα, τα μαζευθέντα και από τα τέσσαρα πέρατα του κόσμου εκεί, την υπακούουν τυφλώς και δύνανται να αναστατώσουν το Παν; ξεύρει ή δεν ξεύρει αυτή να εκδικηθή; Όποιος θέλει ας δοκιμάση πάλιν!. . . Και θριαμβεύουσα, με οφθαλμούς λάμποντας εξ υπερηφάνειας, ανήγειρε το σώμα της από της εστίας κ' εγέλασεν ισχυρώς!
— Να το όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί! εψιθύρισε.
Έκλινε δε πάλιν την κεφαλήν άνωθεν της πυράς περιέργως. Ως ήτο αχόρταγος εις τας αισχράς επιθυμίας της, ήτο και εις την εκδίκησίν της· ασελγής Πρίαπος εις την ηδονήν και Ζευς κεραυνοβόλος εις την οργήν της. Ήθελε να τα ίδη ακόμη τα παιδία, να χαρή εις την θλιβεράν θέσιν των, να τα ίδη σιγά σιγά καλυπτόμενα υπό της χιόνος, ήτις να υψωθή εις πυραμίδα περιφανή, αιώνιον της ισχύος της μαρτύριον. Κ' έχαιρε τόρα και ανεκινείτο κ' εχοροπήδα ευτυχής διότι το κατώρθωσεν.
Αίφνης όμως ερρίφθη προς τα οπίσω έντρομος, λυσσαλέα, στυλωμένους κρατούσα επί της πυράς μεγάλους, κατακόκκινους οφθαλμούς. Αχ ναι· ο υψηλός και λευκοφορεμένος γέρων, ον η Μάρω κατά την τελευταίαν της στιγμήν διέκρινε μακράν εις τον ορίζοντα, ήδη είχε πλησιάσει κ' εσάλευε γαληνιαίως τα χείλη κ' εκίνει τας χείρας άνω των αθώων νεκρών. Κ' έξαφνα είδεν η κακή Κυρά την λευκήν χιόνα να λαμποκοπά και να καταυγάζεται και όλην εκείνην την έρημον να μεταβάλλεται κατ' ολίγον εις απέραντον θάλασσαν φωτός. Κ' είδε τον γέροντα με υψωμένας τας χείρας, με ορθίαν κεφαλήν να ψηλώνη, να ψηλώνη πάντοτε, να μεγαλύνεται εις σύνδεσμον άρρηκτον της γης και του ουρανού. Και μαζί μ' αυτόν, υπό τους πόδας του απ' αυτά τα χιονισμένα μνήματα των παιδίων, είδε δύο άστρα μεγάλα, φεγγοβόλα με γλυκύ πρασινωπόν φως ν' αναβαίνουν συγκρατητά εις το στερέωμα, με άρρητον γαλήνην και θειότητα.
— Έχουν προστάτη, έχουν δυνατόν προστάτη! εψιθύρισεν η Κυρά Ρήνη, δάκνουσα τα χείλη εκ πείσματος· μα κι' αυτού εγώ θα σας χωρίσω.
Και λαβούσα κλάδον κουμαριάς με κόκκινα και απεξηραμμένα φύλλα, τον έρριψε με ορμήν επί της πυράς.
— Ανεμοζάλη 'ς τη στερηά και λίβας 'ς τα πελάγη· είπε μετά θυμού.
Η πυρά κατέφαγεν ευθύς τον κλάδον της κουμαριάς· τα ξηρά φύλλα έτριζον απαισίως, ως κόκκαλα αρνίου εις το στόμα λύκου· αι φλόγες ανεπήδησαν συ ρίζουσαι εις τα ύψη, ωσεί θέλουσαι να καταφάγουν την οροφήν
Η Κυρά Ρήνη παρετήρησε μετά χαράς ότι η εντολή της εισηκούσθη. Άνεμος σφοδρός είχεν εγερθή εις την πεδιάδα, περιστρέφων διαβολικώς την χιόνα και υψών αυτήν εις τα νέφη, ως τα φύλλα και τους λίθους του δάσους, όταν χορεύουν οι Νεράιδες. Τα δύο άστρα εν τω αιθέρι απωθούντο εδώ κ' εκεί, καταβάλλοντα μεγάλον αγώνα, όπως μη αποχωρισθούν. Αλλ' ο άνεμος επετίθετο μετά λύσσης· τ' απώθει, τα παρέσυρεν εν τη ορμή του, τα εστριφογύριζεν εις ζαλόεσσαν δίνην και τέλος τα έρριψε μακράν, πολύ μακράν το έν του άλλου.
— Ο Γιάννος πάει 'ς τα βουνά κ' η Μάρω πάει 'ς τους κάμπους! ανέκραξε η μάγισσα περιχαρής· αυτού σας θέλω αναθεματισμένα!
Ο Γιάννος κ' η Μάρω έφθασαν, όπου επόθουν αι ψυχαί των. Λαμπρυνθέντες περισσότερον εκ της τελευταίας δοκιμασίας φεγγοβολούν ήδη εν τη γαλήνη του ουρανού, άστρα μεταξύ αστέρων, ψυχαί αγναί και μεγάλαι, ίσως μεταξύ άλλων ομοίων των. Εύγλωττοι μάρτυρες του θείου ελέους, ακολουθούν πιστώς τον χαραχθέντα υπό του Πλάστου δρόμον των και δις του έτους καθ' ωρισμένην νύκτα του θέρους και του χειμώνος, προσεγγίζουν το έν το άλλο, φιλούνται αδελφικώς, υπερήφανα δια την νίκην των και αποχωρίζονται ανταλλάσσοντα την τροχιάν των.
Οι γεωργοί, τους οποίους οδηγούν εις την σποράν και εις τους οποίους εκμυστηρεύονται τους θείους νόμους του στερεώματος και οι βοσκοί, τους οποίους συντροφεύουν εις το νυκτοσκάρισμα, ομολογούν την αγαθότητα των και μεταδίδουν από γενεάς εις γενεάν ότι η αθωότης είνε αιωνία. . . . .
Σ Π Α Θ Ο Γ Ι Α Ν Ν Ο Σ
— Έλα, η μάνα μου· τ' άρματα και την ευχή σου.
— Γιουρούσι πάλι;
— Ναι· τόρα, πού τους χαμπαρίζομε πια!. . . . Τα δελφίνια μας οι Σπετσονυδριώτες, 'στον έκαμαν τον Τοπάλη, που 'ς την Αλεξάνδρια 'πήρε το φύσημά του· τα προιάρια του Γιουσούφ τάστειλαν 'ς τ' ανέμου τη μάνα· ο Κιουτάγιας έπεσε 'ς τα μαύρα πανιά. . . Μωρέ τι τραβάνε!. . .
— Αλήθεια!. . .
Και το ρυτιδωμένον πρόσωπον της γραίας Μαλάμως, ανακαλούσης εις την μνήμην της τον πρόσφατον θρίαμβον των Ελλήνων ναυτών, ανεζωογονήθη· οι οφθαλμοί της ανέλαμψαν υγροί και το υψηλόν σώμα της, το οποίον εστήριζε διά των αγκώνων κατ' εκείνην την ώραν, καθημένη επί του κατωφλίου του χαμηλού οικίσκου της, ανωρθώθη υπερήφανον κ' ευθυτενές προ του Ζάχου.
Ούτε η Μαλάμω όμως, ούτε ο υιός της είχον άδικον να χαίρουν ούτω και να υπερηφανεύωνται. Το Μεσολόγγι δευτέραν φοράν ήδη επιέζετο υπό του εχθρού. Πολυάριθμος τουρκικός στρατός περιέκλειεν αυτό από ξηράς και θαλάσσης και μικρόν κατά μικρόν συνέσφιγγε τας τάξεις του, ως οι ψαράδες την γεροβολιά, απειλών να καταβάλη τον κυριώτερον προμαχώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο Κιουταχής με τον υψηλόν τίτλον &Ρούμελης Βαλεσσί&, κατεσκήνου προ των τειχών του από του Μαΐου του 1825, απόφασιν έχων να μην οπισθοδρομήση άπρακτος· ο Τοπάλ πασάς παρέπλεεν επιδεικνύων τα μεγάλα πλοία του εις τους πολιορκουμένους και πολλά προιάρια του Γιουσούφ, πασά των Πατρών, διέσχιζον την λιμνοθάλασσαν, μεταφέροντα στρατιώτας επί των τεναγονήσων.
Η κρισιμωτέρα στιγμή ήγγιζε διά το Μεσολόγγι. Η λοιπή Ελλάς ητένιζεν εις αυτό με αγωνίαν. Οι φιλέλληνες επερίμενον ν' ακούσουν με φρίκην απ' ώρας εις ώραν την πτώσιν του. Το θράσος το οποίον εδείκνυον οι πολιορκούμενοι, απορρίπτοντες τας περί παραδόσεως προτάσεις του Κιουταχή και στέλλοντες φιάλας ρουμίου διά τους σημαιοφόρους του, εννόει καθένας ότι δεν ήσαν παρά οι τελευταίοι σπασμοί ψυχομαχούντος. Και όμως μόνη η εμφάνισις του ελληνικού στολίσκου ήρκεσε ν' αλλάξη διόλου τα πράγματα. Ο Τοπάλ πασάς, με την πρώτην προσβολήν ετράπη εις φυγήν· τα προιάρια του Γιουσούφ και κανονιοφόροι συνελήφθησαν, αι τεναγόνησοι ηλώθησαν και ο Κιουταχής περιήλθεν εις δυσχερή θέσιν, απομείνας άνευ ζωοτροφιών και πολεμεφοδίων.
— Και λες θα κάμετε γιουρούσι; ηρώτησε πάλιν η Μαλάμω τον υιόν της.
— Ναι· απόψε θα πλέξη το μουσχάρι 'ς το αίμα· τ' έχει να γένη ένας θεός το ξέρει. . . Οι καπεταναρέοι γροικήθηκαν με τον Καραϊσκάκη και θα πέση μαζή μας 'ς το χορό. . . Έλα, πώχεις τάρματα;
Ο Ζάχος εν βία διεσκέλισε το κατώφλιον και εισήλθε πρώτος εις τον οικίσκον.
Τα παλληκάρια σπανίως απεχωρίζοντο των όπλων των. Αλλ' ο Ζάχος προ της επαναστάσεως είχε χρηματίσει κλέφτης και οι κλέφτες καθ' όλην την ζωήν των δύο μόνον πράγματα εφρόντιζον μετά ζήλου: τον τσαμπάν και τα τσαπράζια των. Ενώ η λέρα τους έτρωγε το κορμί, τα μακρυά μαλλιά των, στίλβοντα από του μυελού βοείων οστών, εχύνοντο αρειμανίως επί των ωμοπλατών, τα δε τσαπράζια εκρέμαντο φεγγοβολούντα επί της μαύρης ενδυμασίας των. Προ πάντων δ' έκαμνον τούτο όταν επρόκειτο να μετρηθούν με τον εχθρόν, ωσεί μη θέλοντες κατά την μάχην όπου παίζεται η ζωή του ανθρώπου μυριάκις, αν εσκοτώνοντο να εμφανισθούν προ του Χάρου, όστις είνε αδάμαστον παλληκάρι και αυτός κ' έχει άρματα λαμπρά, λεροί αυτοί και ακάθαρτοι. Όθεν ο Ζάχος μόλις εγνώρισεν ότι θα μετείχε της νυκτερινής εξόδου, πιστός εις την κλεφτικήν συνήθειαν, έσπευσεν ευθύς, αν όχι να λουσθή — διότι το νερό δεν ήτο άφθονον εις την πολιορκουμένην πόλιν — να καθαρίση τουλάχιστον τάρματά του και τα παρέδωσεν εις την μητέρα του μέχρι της ωρισμένης ώρας.
Η Μαλάμω είδε τας ετοιμασίας αυτάς του υιού της κ' εμάντευσεν ευθύς μ' ένα της καρδίας κλονισμόν ότι ούτος θα επήγαινεν εις κάτι παράτολμον. Μ' ένα μόνον κλονισμόν, εκείνον τον επιφερόμενον αίφνης εις την μητρικήν καρδίαν πάσης γυναικός, έστω και Σουλιωτοπούλας, επί κινδύνω του παιδιού της· αλλ' όχι άλλον. Ευθύς η καρδία ανέλαβε πάλιν τον τακτικόν της παλμόν, τον ήσυχον, τον αδιάφορον και εις τα φρικωδέστερα γεγονότα, όπως έπρεπεν εις μίαν Σουλιωτοπούλαν και γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ως τοιαύτη δε ούτε να ερωτήση ηθέλησε, ούτε τι και πώς να μάθη, αλλά με κρυφόν θυμόν πλανώσα εις προσφιλές της όνειρον τον νουν, επερίμενεν. Ήδη δ' εισελθούσα όπισθεν του Ζάχου, έλαβε προθύμως το γιαταγάνι, λαμποκοπούν επί του αμαυρού τοίχου και το επέρασεν εις τον ώμον του. Έπειτα ενώ διά της δεξιάς χειρός έδιδεν εις αυτόν το καρυοφύλλι, διά της αριστεράς εναγκαλισθείσα τον έσφιξε σπασμωδικώς εις τον κόλπον της.
— Κύτταξε, να μην ξεχνάς τον Ταχίρ Γιάτση! του είπε με τρέμουσαν αλλ' αυστηράν φωνήν.
Ο Ζάχος συνωφρυώθη και δεν είπε τίποτε. Η Μαλάμω έσφιξε πάλιν αυτόν επί της καρδίας της, προσβλέπουσα με βλέμμα παρακλητικόν την Παναγίαν μικρού εικονισματίου, εις μίαν γωνίαν του οικίσκου ανηρτημένου και τον ώθησε προς την θύραν.
— Μα για στάσου, στάσου! εφώναξεν αίφνης, μειδιώσα.
— Τ' ένε; ηρώτησεν ο Ζάχος, ιστάμενος.
— Δέσε καλά το πόσι σου, καϋμένε!
Η Μαλάμω επλησίασε και αφήρεσεν από της κεφαλής του Ζάχου το πόσι του, δεμένον ατάκτως άνω του φεσίου, εδίπλωσεν αυτό επιμελώς επί του γόνατος και το έδεσε πάλιν δις και τρις γύρω, προσέχουσα να μη προβάλη καμμία πτυχή κ' έρριψεν οπίσω επί των ωμοπλατών τας δύο χρυσοκεντήτους και θυσανοφόρους άκρας του. Τον ητένισε πάλιν, διευθέτησε τας αλύσσους του κιουστεκίου του, το αργυρούν χαϊμαλί του στήθους του· της σαβατλίτικες παλάσκες της μέσης του· τους τοκάδες και τ' αλύσια του ασημοσογιά κ' έστρωσε τας πτυχάς της λερής φουστανέλλας του. Μικρόν κατά μικρόν μήτηρ και υιός εβυθίζοντο εις το σκιόφως της εσπέρας εντός του οικίσκου, χωρίς να το εννοούν και αυτοί. Ο Ζάχος ήθελε να φύγη και πάλιν εθρύπτετο προς τας μητρικάς εκείνας θωπείας, ως μικρός χαϊδεμένος.
— Άσε με δα και δε θα πάω σε γάμο· είπε τέλος, χαμογελών προς αυτήν.
— Κι' ο πόλεμος γάμος ένε· πήγαινε, λεβέντη μου.
Και τον ώθησεν έξω, ρίψασα προς αυτόν φωτεινόν βλέμμα απ' εκείνα τα σπάνια που εκφράζουν συγχρόνως ευχήν και προσδοκίαν, φόβον μέγαν και θάρρος ακατάβλητον, ανδρικήν ρώμην και θείαν θέλησιν.
*
Η Μαλάμω ήτο Σουλιωτοπούλα, γυνή παλληκάρι. Κόρη πριν είχε φάγει με την φούκτα την πυρίτιδα ως οι Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι, ο Πούλιο Δράκος και ο Τζίμα Ζέρβας· παρά το πλευρόν των οποίων επολέμει πάντοτε, υπερασπιζομένη τους βράχους της πατρίδος της. Κ' έπειτα ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου, του εξακουστού κλέφτη της Ρούμελης, από τα παράβολά του κατορθώματα, από τους τρομακτικούς κινδύνους του, από τας σφοδράς συγκινήσεις εις τας οποίας την υπέβαλον καθ' ημέραν τα πάντοτ' έκτακτα και πάντοτε μεγάλα επιχειρήματά του, είχε τραχύνει την ψυχήν της ώστε να μη δέχεται τίποτ' επάνω της, μέγα είτε μικρόν, όπως ο αιθέρας καλοτροχισμένου σπαθιού. Από την ρόκα ήρπαζε το καρυοφύλλι και από τ' αδράχτι το γιαταγάνι, μεθ' όσης ευκολίας δόκιμος μουσικός αλλάζει τον ταμπουρά με την φλογέραν. Το αίμα δεν την εφόβιζε καθόλου· οι βόγγοι και οι δαρμοί των πληγομένων δεν την συνεκίνουν· τα πτώματα, αν ήσαν εχθρών, ήσαν σεβαστά μόνον καθό ακίνδυνα πλέον κ' έτοιμα διά την φθοράν· αν ήσαν φίλων, ήσαν άξια θρήνων και τιμητικής ταφής.
Αφ' ενός η καταγωγή και αφ' ετέρου ο έγγαμος βίος, ο άνδρας εις τον οποίον εδόθη η Μαλάμω από τους συμπατριώτας της, παρά τα έθιμα, ως γέρας της ανδρείας του και της υπηρεσίας ην προσέφερεν άλλοτε κατά τους στενούς καιρούς της πατρίδος των, την έκαμον ώστε να μορφώση αυστηράς και μεγάλας ιδέας περί πατρίδος και τιμής και οικογενειακών παραδόσεων. Τ' όνομα προ παντός άλλου και τα πάντα διά τ' όνομα. Τούρκο με Τούρκο δεν ήθελε να ίδη ποτέ εμπρός της. Τον πόλεμον εθεώρει ως κάτι αναγκαίον, απαραίτητον κ' έβλεπε τους άνδρας αναχωρούντας διά την μάχην άνευ της παραμικράς συγκινήσεως, ως να ήξευρεν ότι πηγαίνουν εις γάμον.
Και όμως τόρα, ότε απεχαιρέτα τον Ζάνον, μόνη η υπερηφάνεια συνεκράτει τους λυγμούς και τα δάκρυα, τα οποία, δεν ήθελε να ιδούν ούτε οι άψυχοι τοίχοι του οικίσκου της. Ορθία εις την θύραν της, με τον αγκώνα επί της παραστάδος κ' επ' αυτού την κεφαλήν, ατάκτως τυλιγμένην εις την άσπρην μπόλια της, παρακολούθει διά του βλέμματος τον υιόν, όστις με υπόπτερον βήμα ανεπήδα τα χαλάσματα, σπεύδων προς τους συντρόφους του. Γύρω ηπλούντο αι σκιαί της νυκτός, προσδίδουσαι φανταστικην όλως όψιν εις τας κατηρειπωμένας οικίας, εις τους ημικρημνισμένους τοίχους, εις τους σωρούς των χωμάτων και των ξύλων και των κεράμων, εις τους οποίους είχον μεταβάλει την πόλιν αι βόμβαι του εχθρού. Σιγή κ' ερημία εβασίλευε πέριξ κ' επάνω, εις τον σκοτεινόν ουρανόν. Μόνον, κατά σπάνια διαλείμματα ηκούοντο κάπου δειλοί ψίθυροι κ' εφαίνοντο σκιαί ολισθαίνουσαι ανά τα χαλάσματα, προς τον φωτεινόν ναΐσκον του αγίου Σπυρίδωνος. Ήσαν αι γυναίκες, αι αδελφαί κ' αι κόραι κ' αι μητέρες των πολιορκουμένων, αίτινες επήγαινον με δάκρυα πύρινα και στηθοκτυπήματα, ν' αναθέσουν εις τον πολιούχον άγιον τας πολυτίμους ζωάς των ανδρών της εξόδου.
Η Μαλάμω δεν συνηκολούθει εις τον ναόν. Έμενεν εκεί, τηρούσα, την αγαλματώδη στάσιν της προ της θύρας και ατενίζουσα μακράν, ως να διέκρινεν ακόμη μέσα εις το σκότος τον υιόν της. Αίφνης όμως συνέσπασε τας οφρύς κ' εν σπουδή εισήλθεν εις τον οικίσκον κ' έκλεισε θορυβωδώς την θύραν όπισθέν της. Τ' αναπηδήσαντα από τους οφθαλμούς της δύο δάκρυα δεν τα είδε κανείς, κανείς, ουδέ το σκότος, διότι ευθύς αι χειρίδες της τα εξήλειψαν. Διά σταθεράς χειρός ήναψε μικρόν κηρίον, ενέπηξεν αυτό επί του εδάφους, προ του εικονισματίου της και γονυπετήσασα ητένισεν αυτό ευλαβώς. Εις αυτήν την Σουλιώτισαν Παναγίαν, την οποίαν έσωσεν ημίκαυστον φεύγουσα εκ της Ρενιάσας κατά την πανωλεθρίαν του 1803, ενεπιστεύετο τον Ζάχον της. Δεν εζήτει μόνον να τον φυλάξη κατά την συμπλοκήν αλλά προ παντός να του χαρίση το ακατάβλητον των βράχων του Σουλίου, την ισχύν των εις τας κλεισωρείας του πνεόντων ανέμων, την ορμήν του χυνομένου προ των ποδών του Αχέροντος, διά να καταβάλη τον Ταχίρ Γιάτσην. Αυτός ήτο ο πόθος της. Διότι ο Ζάχος δεν επήγαινε μόνον να πολεμήση, αλλ' είχε να εκπληρώση συγχρόνως και άλλην ιεράν και απαραίτητον εντολήν.
Ότε η Μαλάμω έλεγεν εις αυτόν να μη λησμονή τον Ταχίρ Γιάτση, δεν ωμίλει ως μήτηρ αλλ' ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ωμοίαζε προς τον γέροντα εκείνον βασιλέα του μύθου, ο οποίος αφού είδε τον ένα μετά τον άλλον πολλούς υιούς του πορευομένους εις συνάντησιν του δράκου, του λυμαινομένου την χώραν του και μη επιστρέφοντας, ηναγκάζετο να ίδη και τον τελευταίον, τον μικρότερον κ' ευμορφότερον, αναχωρούντα διά τον άφευκτον όλεθρον. Και ήτο τω όντι ο Ταχίρ Γιάτσης δράκος ακατάβλητος κ' εξολοθρευτής της οικογενείας της Μαλάμως. Πρώτον πρώτον εφόνευσε τον άνδρα της διά να λάβη το περίφημον καρυοφύλλι του.
Τα καρυοφύλλι τούτο ήτο παλαιότατον και πολυτελές. Το ημισεληνοειδές κοντάκι του περιέβαλλε στενή αργυρά λωρίς· επί της μιας αυτού πλευράς εφέρετο χρυσούν καρυόφυλλον, λεπτοτάτης εργασίας, κ' επί της άλλης πλαξ αργυρά, αναγράφουσα το ιερόν σύμβολον και την αγέρωχον διαμαρτύρησιν του κλέφτου κατά του τυράννου του:
Πασά μου έχω το σπαθί, Βεζύρι το ντουφέκι· Κάλλιο να ζω με τα θεριά Παρά να ζω με τούρκους.
Ο λύκος του, μαλαμοκαπνισμένος, παρίστανε κεφαλήν εχίδνης, με το δέρμα φολιδωτόν και οφθαλμούς πυριφλεγείς, αντικατεστημένους δι' ερυθρών πετραδιών όταν έφερε και τον πυρόλιθον, εφαίνετο με γλώσσαν προτεταμένην και στόμα ολάνοικτον, έτοιμος να καταπνίξη τον εχθρόν. Η κάννα του ενός και ημίσεος μέτρου μακρά, βαθμηδόν προς τα εμπρός παχυνομένη, εζώνετο ισχυρώς μετά του κοντακίου δι' επτά παφηλίων καταχρύσων, επί των οποίων επιτήδειος τεχνίτης είχε σκαλισμένους τους πολέμους του φοβερού Στρατιώτου Κορκονδείλου Κλαδά κατά των Τούρκων κ' εν αλληλουχία τας τεσσαράκοντα νίκας του δράκου της Κρόιας Γεωργίου του Καστριώτου.
Δεν ήτο όμως ονομαστόν τόσον διά την πολυτέλειάν του παρά διότι υπήρξεν όπλον του διασήμου αρματωλού Σταθόγιαννου, ακμάσαντος κατά το 1687 μετά του Σουμίλα και Βαλαωρίτη, εις τας χείρας του οποίου έλαβε και το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Εφημίζετο ακόμη και διά την βροντώδη φωνήν του διά της οποίας, ελέγετο εκ παραδόσεως, ότι ο αρματωλός έτρεψεν εις φυγήν τεσσαράκοντα Γκέκιδες παρά την Κατούναν. Ήτο διά τούτο ο φθόνος των εχθρών και το καύχημα της οικογενείας ολοκλήρου.
Επί εκατόν και πλέον έτη μετέβαινεν από πατέρα εις υιόν, ως ιερά οικογενειακή παράδοσις, εξακολουθούν να τρέφεται με πυρίτιδα και σφαίρας και να στέλλη αδιακόπως τον εμφωλεύοντα εις τα στήθη του Χάρον αμείλικτον εις τους εχθρούς. Ούτω έφθασε μέχρι του Γιώργου Σπαθόγιαννου, ο οποίος το έφερεν εντίμως, μέχρις ου ο Τόσκης, ενεδρεύσας παρά το Μαργαρίτι το ήρπασεν αφού ήρπασε και την ζωήν του.
Αλλ' η τιμή της οικογενείας απήτει πάση θυσία να επανακτηθή το καριοφύλλι εκείνο. Αδιάκοπος και πεισματώδης αγών ήρχισε μεταξύ του Ταχίρ Γιάτση και της οικογενείας της Μαλάμως. Τέσσαροι υιοί της, ο ένας μετά τον άλλον, έτρεχον με τους κλέφτας ανά τα Άγραφα, αναζητούντες και συγκρουόμενοι μετά του Τόσκη. Αλλά ο ένας μετά τον άλλον εύρισκον όλοι τον θάνατον υπ' αυτού. Αι συμφοραί αύται έπληξαν καιρίως την μητρικήν καρδίαν της Μαλάμως, αλλά δεν κατέβαλον την υπερηφάνειάν της. Ήδη πληροφορηθείσα ότι ούτος ήτο προ των τειχών της πόλεως, έστελλε τον τελευταίον υιόν της να συγκρουσθή μετ' εκείνου. Κ' ενώ τόρα γονυπετής εδέετο παρά την εικόνα και βυθισμένη εις το σκιόφως μόλις διέκρινε την γαλήνιον μορφήν της Παρθένου, διελογίζετο μετ' ανατριχίλας αλλά και αποφάσεως σταθεράς, εάν ο Ζάχος εφονεύετο, εις άλλην έξοδον αυτή η ιδία να σηκώση την ποδιάν, να ζωσθή τα όπλα και να πάγη να συγκρουσθή μετ' εκείνου. Τι να κάμη; Αν δεν πάρη οπίσω. το καρυοφύλλι ν' αποθάνη τουλάχιστον και αυτή, και ο Ταχίρ Γιάτσης να το φέρη, επαξίως πλέον, αφού κατώρθωσε να εξολοθρεύση ολόκληρον την οικογένειαν του Σπαθόγιαννου. . .
Εν τούτοις ο Ζάχος μ' ελαφρόν και γοργόν βήμα, το σύνηθες εις τους κλέφτας, ηναγκασμένους να περιπατούν από λιθάρι σε λιθάρι ανά τα βουνά, διήλθε τους στενούς και πλήρεις χαλασμάτων δρομίσκους κ' έφθασε προ της πλατείας των Καλυβοσπίτων. Η νυξ είχεν επέλθει προ πολλού σκοτεινή και ασέληνος. Η φρουρά υπό τον Ραζικότσικαν ηγρύπνει παρά τους γεωτοίχους και τους προμαχώνας. Όλοι, οπλίται και λαός, κατείχοντο υπό ανησύχου ανυπομονησίας. Ο γηραιός μαχητής Νότης Μπότσαρης, ακούραστος, μετέβαινεν εναλλάξ από τούτους εις εκείνους, διά των συμπαθητικών λόγων του τους μεν ενθαρρύνων τους δε καθησυχάζων, και είτα επέστρεφε παρά το εκκλησίδιον της Αγίας Παρασκευής, όπου όρθιοι συνεσκέπτοντο περί της εξόδου ο Ίσκος, ο Μακρής, ο Στουρνάρης, ο Βέικος, ο Κοντογιάννης και ο Λιακατάς.
Από της ημέρας του θριάμβου των Ελλήνων ναυτών η χαρά και το θάρρος των πολιορκουμένων δεν είχον όρια. Η εγκατάλειψις του Κιουταχή υπό του Τοπάλ πασσά και τα ονόματα του Μιαούλη, του Ανδρούτσου και του Αποστόλη, τα οποία εφέροντο μετά θαυμασμού και λατρείας ανά τα στόματα των πολιτών και των παλληκαρίων, εξήγειρον πολύ το φιλότιμον των οπλαρχηγών και περίστασιν εζήτουν ν' αναδειχθούν και αυτοί. Ο Καραϊσκάκης είχε πλησίον το στρατόπεδόν του. Συνεννοηθέντες μετ' αυτού απεφάσισαν εκείνην την νύκτα να επιπέσουν συγχρόνως κατά του αλβανικού στρατοπέδου και να επιφέρουν την τελείαν αυτού αποσύνθεσιν.
Ήδη η συμφωνηθείσα ώρα επλησίαζε. Τα διακόσια επίλεκτα παλληκάρια, τα προωρισμένα διά την έξοδον, είχον διέλθει την τάφρον κ' έκειντο πρηνή, με το καρυοφύλλι εις την χείρα και το γιαταγάνι εις τους οδόντας, εις μακράν γραμμήν κάτω του υψηλού προχώματος των εχθρών, αντίπεραν της τάπιας του Μακρή. Από την ποικίλην αυτών ενδυμασίαν και τα καλύμματα της κεφαλής· από την διάταξιν των τσαπραζίων των, διεκρίνετο ενός εκάστου ο χαρακτήρ, η καταγωγή και ο ταϊφάς εις τον οποίον ανήκε. Το βλέμμα των, το οξύ και αλύγιστον και το ήθος των το αρρενωπόν, αι πληγαί και αι ρυτίδες εφανέρωνον ότι ήσαν οι άλλοτε λογάδες του Νικοτσάρα, μετά των οποίων ανήλθε και κατήλθε την Μακεδονίαν ακαταγώνιστος· του Γιάννη Σταθά οι φοβεροί καταδρομείς, δι' ων εκαθάριζε τα πελάγη από παντός τουρκικού σκάφους και οι ένθερμοι σύντροφοι εις το πατριωτικόν κίνημα του Μπλαχάβα. Λείψανα άλλης εποχής και άλλων συμβάντων, αφού επότισαν την δούλην γην μ' αίμα εχθρικόν και εις κάθε ράχην ήγειραν κιβούρι συντρόφου ή καπετάνου εξακουστού, τόρα έτρεχον ανάμικτοι με αδόκιμους επαναστάτας ν' αποδώσουν την ελευθερίαν εις τους δούλους αδελφούς των. Εν μέσω του ποικίλου στρατού της επαναστάσεως, ούτοι ωμοίαζον προς θραύσματα αγγείου αρχαίας ελληνικής τέχνης, ανάμικτα με χάλικας της συγχρόνου αγγειοπλαστικής. Δεν απέβαλον όμως καθ' όλου τον ζήλον και την καρτερίαν των ήσαν οι ίδιοι πάντοτε, φοβεροί και ακαταγώνιστοι.
— Φωτιά 'ς τον Άι Σημιό, καπετάνοι· είπε τις πλησιάσας ησύχως.
— Ναι φωτιά. . . κι' άλλη φωτιά! επανέλαβον πολλοί εν σιγή.
Τω όντι εις μίαν ράχην του Ζυγού, όστις ηπλούτο σκοτεινός εξ ανατολών προς δυσμάς, κ' έφρασσεν όλον τον αρκτικόν ορίζοντα από του βάθους της πεδιάδος μέχρι των άστρων, ανέλαμψαν αίφνης τρεις υψηλαί πυραί και ταυτοχρόνως αντήχησαν τρεις εκπυρσοκροτήσεις. Ήτο το σύνθημα το οποίον ανέμενον οι οπλαρχηγοί. Ο Καραϊσκάκης ειδοποίει αυτούς ότι ήτο εκεί κ' έπιπτεν ήδη κατά του εχθρού.
Ο Καραϊσκάκης δεν ήτο πλέον ο άξεστος κλέφτης, ο ζητών αρματωλίκια εν τω βρασμώ της επαναστάσεως, και υβρίζων την κυβέρνησιν της πατρίδος του.
Το προ ενός έτους πάθημά του εις Αιτωλικόν είχε μεταβάλει αυτόν καθ' ολοκληρίαν. Από διαβόλου, ως έλεγεν ο ίδιος, είχε γείνη άγγελος, εκδικητής της δεινοπαθούσης χώρας, υπέρμαχος της ελευθερίας ολοκλήρου λαού. Ήδη ο Μάρκος Μπότσαρης εκοιμάτο εν τω τάφω· ο Οδυσσεύς Ανδρούτσου είχε δολοφονηθή· του Κολοκοτρώνη ο αστήρ είχε θαμβωθή εκ της κακολογίας και αδέξιοι κυβερνήται διηύθυνον την επανάστασιν. Ενώ ο Μπραήμης εδήου από άκρου εις άκρον τον Μωρηάν και ο Κιουταχής την Ρούμελην, ο Καραϊσκάκης μόνος διεπλάσσετο φιλόπατρις και φιλόδοξος και, ως ο μαγνήτης τα ψήγματα του σιδήρου, το όνομά του είλκυε περί αυτόν θαυμαστάς και ήρωας, ετοίμους να τον ακολουθήσουν και εις τον Άδην. Τόρα έφερε μαζί του προς ανακούφισιν της κακοπαθούσης πόλεως στρατιάν εκλεκτήν, τον Βάσον με τους Μαυροβουνιώτας, τον Καρατάσσον με τους Μακεδόνας, τον Χατζηπέτρον με τους Ασπροποταμίτες, το Αρχοντόπουλον με τους Μωραΐτες και τον Χατζηχρίστον με το ιππικόν του. Κ ' ευθύς πριν ολόκληρος η φρουρά διακρίνη τας πυράς, αλαλαγμός και θόρυβος ασυνήθης ηκούσθη από του εχθρικού στρατοπέδου· πολλαί ταυτόχρονοι εκπυρσοκροτήσεις αντήχησαν, κλονίσασαι την γην· ηκούσθησαν φωναί απελπιστικαί, οι δε εντός των προχωμάτων ησθάνθησαν ωσεί σάλον απομεμακρυσμένης θαλάσσης πλησιάζοντα προς αυτούς. Τα παλληκάρια παρετήρησαν το έν το άλλο ωσεί συνεννοούμενα· μειδίαμα σαρκαστικόν ανεφάνη επί των χειλέων των, φανερώνον την περιφρόνησιν την οποίαν ησθάνοντο προς τους εχθρούς το δε βλέμμα των, το πλήρες θριάμβου, επρόδιδε την χαράν και την αγάπην ην έτρεφον προς τους έξωθεν ερχομένους αδελφούς των.
— Χτυπούν σαν μανιωμένοι λύκοι.
— Και οι τούρκοι φεύγουν σαν αρνιά.
— Φόβο που τον έχουν!
— Και θυμό οι δικοί μας!. . .
Τα παλληκάρια ήρχισαν ν' ανησυχούν τόρα. Έσφιγγον τα όπλα των σπασμωδικώς, έστριφον τους μύστακας των αρειμανίως και ανυπόμονοι ωλίσθαινον βήμα προς βήμα εις τα προχώματα του εχθρού. Ο έξω θόρυβος της συμπλοκής ήρχισε να γαλβανίζη τας ψυχάς των· εστενοχωρούντο να μένουν άχρηστοι εκεί, ενώ ο Χάρος διέτρεχε το εχθρικόν στρατόπεδον με ταχύτητα ανεμοστροβίλου, σύρων όπισθεν του Μαύρου του σωρείαν πικραμένων ψυχών και οι αδελφοποιτοί των επήδων εν μέσω του τόσου φόνου φοβεροί. Δεν έλεγον όμως κανέν παράπονον.
Είχον διδαχθή μαζί με την πολεμικήν τέχνην και την πειθαρχίαν εις τους ταϊφάδες, τας μόνας τότε στρατιωτικάς σχολάς, του γέρω Δίπλα, του Μπουκουβάλα, του Ζίδρου, του Μιλιόνη, των εν αγνοία τούτων εκτελεστών της Παραδρομής του Φωκά και αξίων διαδόχων του Διγενή Ακρίτα. Εν πολέμω κ' εν ειρήνη είχον την τακτικήν των, ζηλεμμένην τακτικήν κ' εσέβοντο τους καπετάνους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι ανηγόρευον, εκτιμώντες την αξίαν και υπεροχήν των.
— Έτοιμοι, παιδιά; ηρώτησεν αίφνης, σιγά πλησιάζων προς αυτούς ο Μακρής.
— Έτοιμοι, καπετάνε.
— Εμπρός!. . .
Και συγχρόνως με την φωνήν ως δι' ελατηρίου επήδησαν όρθια τα παλληκάρια, ετίναξαν με τας κεφαλάς τους δασείς τσαμπάδες των, εκίνησαν με το σώμα εις κλαγγήν τα τσαπράζιά των, ωσεί φοβεράν προειδοποίησιν προς τους εχθρούς, εσταυροκοπήθησαν κ' ευρέθησαν αίφνης όρθια μετά του γιγαντώδους αρχηγού των επί του εχθρικού προχώματος, ανήμεροι άγγελοι του φόνου και του ολέθρου.
Όπως δύο μεγάλοι ποταμοί, τείνοντες να συναντηθώσι, κατατρώγουν και παρασύρουν το προ αυτών χώμα, ούτω οι δύο στρατοί, οι έξωθεν ερχόμενος και οι εκ της πόλεως, κατέστρεφον παν εμπόδιον κ' επροχώρουν. Όπως δε, αφού συναντηθούν, αναμιγνύουν εν αφρώδει παφλασμώ τα θολά νερά των και τρέπονται προς τα εμπρός μετά μεγαλειτέρας ορμής, ούτω και ούτοι συναντώμενοι αντήλασσον το προσυμφωνηθέν σύνθημα κ' έβαινον αδελφωμένοι και περιχαρείς κατά του εχθρού.
— Δαδί· εφώναζεν ο ένας, κρατών υψηλά το γιαταγάνι.
— Τσικούρι· απήντα ο άλλος.
Και τα χείλη εσταυρώνοντο εις αδελφικόν φίλημα, ενώ η χειρ κατέσφαζε τον πλησίον αλλόφυλον.
Συνέβαινεν εκεί ένα κράμα αγάπης και μίσους. Η έκφρασις του αγνοτέρου αισθήματος συνέπιπτε με την εκδήλωσιν αδιαλλάκτου έχθρας· η τρυφερωτέρα εκτέλεσις συνωδεύετο με θανατηφόρον κτύπημα. Η Πατρίς εν τη δόξη και τω μεγαλείω της συνεδύαζε το φίλημα και το αίμα.
Οι εχθροί είχον εγερθή του ύπνου έντρομοι και διεσκορπίσθησαν ατάκτως εδώ κ' εκεί, ως άχυρα εις το φύσημα του ανέμου. Πολλοί έδραξαν τα όπλα ν' αντεπεξέλθουν προς τον κίνδυνον αλλά το σκότος της νυκτός κ' η εκ του ύπνου σύγχυσις, έκαμνον αυτούς να μη βλέπουν ότι έσφαζον τους ομοφύλους των. Εις τας αναλαμπάς των πιστολών αι οποίαι ηπλούντο ημισεληνοειδείς διά μίαν στιγμήν διεκρίνοντο λάρυγγες κατακομμένοι, κορμοί διχοτομημένοι, κεφαλαί οικτρώς ποδοκυλούμεναι και μορφάζουσαι κατά γης, βραχίονες και πόδες αδρανείς, χείρες συσφίγγουσαι μεταξύ ψυχρών δακτύλων την λαβήν αιματοβαμμένης μαχαίρας ή καπνιζούσης ακόμη πιστόλας, σώματα υπό τον αυτόματον των νεύρων οργασμόν ακέφαλα βαδίζοντα και κρημνιζόμενα αίφνης, οφθαλμοί ανοικτοί, εκπεπληγμένοι, ακίνητοι, όψεις χίλιαι κατακίτρινοι κ' αιμοστάλακτοι. Κ' εν μέσω τούτων των οικτρών χαλασμάτων λαμπρού στρατοπέδου, διεκρίνοντο τα παλληκάρια υπό ποικίλας ενδυμασίας και σώματα και όψεις και οπλισμούς αλλ' υπό ενός αισθήματος, του μίσους κ' ενός πόθου, της ελευθερίας συναντώμενα, να πηδούν καθ' ομίλους είτε μοναχά παντού εις τα προχώματα, να εισέρχωνται εις τας σκηνάς, να κατατρέχουν τους φεύγοντας, ν' ανακαλύπτουν τους κρυπτομένους, να συμπλέκονται με τους ανθισταμένους και πολλάκις να συγκυλίωνται με τους εχθρούς των κατά γης και να γρονθοκοπούνται και να μαλλιοτραβούνται και να κλωτσούνται μέχρις ου ξεψυχήσουν. Και οι οπλαρχηγοί μεταξύ των, εδώ ο υψηλόκορμος Μακρής και ο Λιακατάς ο κάλεσος, εκεί ο Βάσος, ο χαλκοπρόσωπος, παρέκει ο Χατζηπέτρος με την ασύγκριτη λεβεντιά του, πέραν το λαμπρό Αρχοντόπουλο με τα ζηλεμμένα νιάτα και την ολοφάνερη αρχοντιά του, αλλού ο Καρατάσος ο υπερήφανος, όλοι χρυσοφορεμένοι και αρματοστόλιστοι εφαίνοντο να τρέχουν παντού, δίδοντες το παράδειγμα της αφοβίας και της καταστροφής. Κ' εμπρός όλων τούτων ο Αρχηγός με την ξηράν του όψιν και τον κόκκινον ντουλαμά του και τους μακρούς, αγριωπούς μύστακάς του, πλήρης θυμού κ' έχθρας η οποία ανεπήδα εις πλημμύραν φωτός από τους μαύρους οφθαλμούς του, διεκρίνετο ανεμοταράττων και καταπλήττων τα εχθρικά πλήθη. Αντί ξίφους ή πιστόλας έφερε μόνον εις την δεξιάν βαρύ απελατίκι, το φοβερόν όπλον των παλαιών Απελατών και το έσφιγγεν εις την νευρώδη δεξιάν του και το κατέφερεν εδώ κ' εκεί με ταχύτητα αστραπής και αποτέλεσμα βρέμοντος κεραυνού. Έκαστον κτύπημα ήνοιγε κ' ένα τάφον. Αν ήτο εκεί ο Διγενής θα ωμολόγει ότι ευρέθη ο ίσος του.
Από των προπόδων του Ζυγού μέχρι των τειχών και της λιμνοθαλάσσης πέραν ολόκληρος η πεδιάς είχε μεταβληθή εις Κόλασιν. Βοή και θόρυβος παντού· φωναί απειλητικαί και φωναί χαίρουσαι και φωναί παρακαλούσαι· γλώσσαι, οικτρώς μουρμουρίζουσαι υπό το κτύπημα και στεναγμοί και βόγγοι και θρήνοι και «ράι! ράι, καπετάνε! » από χιλίων στομάτων αντηχούν. Ο αδιάκοπος και ξηρός κρότος των λύκων των όπλων αντήχει ως ξηροί κάλαμοι να εκαίοντο πλησίον. Εν μέσω του σκότους εφαίνοντο οι σπινθήρες των πυρολίθων πλανώμενοι και διεκδικούντες την πληθύν και το φέγγος προς τα ιλαρά άστρα τ' ουρανού. Ο λεπτός μεταλλικός ήχος τον οποίον παρήγαν τα γιαταγάνια πίπτοντα επί των κοκκάλων και ο βαρύς βρόντος των πυροβόλων, συνεμίγνυντο εις συμφωνίαν αγρίας μουσικής.
Ο Ζάχος διεκρίνετο μεταξύ των πρώτων εις την συμπλοκήν. Κενώσας το καρυοφύλλι του, το εκρέμασεν εις τον ώμον και φέρων εις την δεξιάν χείρα το γιαταγάνι εις δε την αριστεράν προτεταμένην ασημοπιστόλαν επροχώρει εν μέσω του εχθρού, κτυπών πανταχού και σφάζων. Μεταξύ των παλαιοτέρων κλεφτών αναφέρονται πολλοί οι οποίοι, άθυμοι πάντοτε και μελαγχολικοί ανελάμβαναν ευθύς την ευθυμίαν και την χάριν των μόλις ωσφραίνοντο πυρίτιδα και ήκουον σφαίραν συρίζουσαν πλησίον των. Ο Οδυσσεύς ηδυνήθη προσδεδεμένος εις τον ιστόν της νηός του ν' ακούση ατάραχος το άσμα των Σειρήνων. Ο κλέφτης όμως εις την ποδοβολήν μάχης και την όσφρανσιν πυρίτιδος δεν ηδύνατο να συγκρατήση τον εαυτόν του· αν ήτο εις φυλακήν ετρύπα τους τοίχους, κατέθραυεν αν είχε σίδηρα κ' έτρεχεν εκεί. Μόλις δ' έφθανεν εμεθύετο, παρεφέρετο, εκτύπα εδώ κ' εκεί ως τυφλός, φωνάζων εις τους εχθρούς διά να τους γνωστοποιήση την παρουσίαν του, συρίζων και δεν απεσύρετο ειμή διά της βίας παρά των συντρόφων του. Ο Ζάχος ήτο τοιούτος κατά τον χαρακτήρα. Οι γεροντότεροι έλεγον περί αυτού ότι και αν δεν ήτο γνωστός ως εγγονός του αρματωλού Σπαθόγιαννου, αυτή μόνη η έξις του ήρκει να τον φανερώση. Ο καπνός της μάχης τον εμέθυεν η θέα του εχθρού εξήγειρεν εις την ψυχήν του άγρια ένστικτα μη ικανοποιούμενα ειμή δι' αίματος πολλού· η συμπλοκή είχε δι' αυτόν απαράμιλλα θέλγητρα και τον παρέσυρεν, ως η θάλασσα τον κολυμβητήν. Ο Ζάχος και τόρα ούτω παρασυρθείς υπό του πάθους του είχε λησμονήσει όλους και τον εαυτόν του και της μητρός του τους λόγους. Εκτύπα τον εχθρόν κ' εξεστόμιζε πότε φοβεράς βλασφημίας και χονδράς ύβρεις, χειροτέρας από της γιαταγανιές του, πότε εσύριζε διατόρως ως δήθεν εις κοπάδι δειλών προβάτων και πότε ετραγωδούσε ερωτικά δίστιχα:
Τ' έχουνε τα ματάκια σου π' όταν με βλέπουν κλαίνε Κι' αν έχουνε παράπονο γιατί δε μου το λένε. . .
Αίφνης εστάθη ακροώμενος. Εν μέσω του τόσου κτύπου και θορύβου, μεταξύ μυρέων εκπυρσοκροτήσεων, η εξησκημένη ακοή του κλέφτου διέκρινε μακράν, προς αριστερά, μίαν εκπυρσοκρότησιν διαφέρουσαν κατά πολύ των άλλων. Ευθύς ανετριχίασεν όλος· αι δασώδεις ούλαι οφρύς του συνεπυκνώθησαν· το μέτωπόν του εσκυθρώπασεν, ο δε κατάμαυρος και μακρύς τσαμπάς του συνεστράφη επί των ωμοπλατών, ως χαίτη λέοντος πληγέντος καιρίως. Εγνώριζε πολύ καλά τον ήχον του όπλου εκείνου. Τον είχεν ακούσει άλλοτε, ότε μαζί με τον τελευταίον αδελφόν του, εις τον ταϊφάν του Τσόγκα ευρισκόμενος, συνεκρούσθη προς τους τουρκαλβανούς.
— Ακούς; εκείνο ένε το καρυοφύλλι του παπού· μην το ξεχνάς! του εσύστησεν ούτος πριν φονευθή από τον Ταχίρ Γιάτση.
Το ήκουε πάλιν τόρα μετά δέκα έτη, και ανεγνώριζε τον ήχον, αν και δεν εγνώριζε το όπλον ειμή κατά παράδοσιν. Κ' ευθύς, ως εν ονείρω παρεστάθησαν ενώπιον του ο πατήρ με την ανοικτήν πληγήν του εις την πλευράν, οι τέσσαρες αδελφοί του αιματόβρεκτοι, η μήτηρ του δεικνύοντες προς αυτόν, εις το βάθος της μάχης, εν μέσω πτωμάτων και καπνού και συντριμμάτων, μεταξύ ποταμού αίματος και κοπτερών λεπίδων και απειλητικών πυροβόλων που το εφύλασσον, ως το χρυσόν μήλον του παραμυθιού, ένα κατακαπνισμένον καρυοφύλλι. Και μετ' ολίγον ακόμη διέκρινε μέσω αργυράς ομίχλης αυτόν τον ίδιον Σπαθόγιαννον, τον πρώτον του γενάρχην, ιστάμενον ως πύργον θεμελιωμένον προ αυτού, με τον βαρύν οπλισμόν της εποχής του, τον μακρόν κατάλευκον τσαμπά του, τους μεγάλους μύστακας, την ιερακωτή μύτη, τους λάμποντας οφθαλμούς, τας μακράς αγκυλωτάς βλεφαρίδας και τας πυκνάς οφρύς συνεσπασμένας, τους ρωμαλέους ώμους και το πλατύ και λάσιον στήθος του. Δεν τον είχεν ιδή ποτέ αλλ' υπέθετεν ότι τοιούτος τις, μέγας καθόλα θα ήτο ο διάσημος αρματωλός. Από το βλέμμα του το πύρινον, από την στάσιν του την αυστηράν και το θλιμμένον ήθος του εμάντευεν ο Ζάχος ότι και ούτος παρίστατο εκεί ζητών απ' αυτόν το όπλον του. Κ' ενώ έμενεν ακίνητος υπό τας εντυπώσεις της όψεως εκείνης, έφθασεν εις την ακοήν του και δευτέρα εκπυρσοκρότησις ομοία της πρώτης.
— Το καρυοφύλλι του Σπαθόγιαννου! είπε, στραφείς προς τους συντρόφους του.
Και ως να του έβαλαν πτερά εις τους πόδας, ο νεαρός αρματωλός ετράπη ακράτητος προς το μέρος όθεν ήρχετο η εκπυρσοκρότησις.
Τω όντι εκεί συνεκροτείτο πεισματώδης αγών μεταξύ των Τόσκων κ' ευαρίθμων κλεφτών. Ο στρατός του Κιουταχή συνέκειτο από διάφορα Αλβανικά φύλα υπό τον Ταχίρ Αμπά, τον Ισμαήλ Πλιάσαν, το Σούλτζα Κόρτζαν, τον Άγο Βασάρην και τον Ταχίρ Γιάτσην, ο οποίος ήτο αρχηγός και ομόφυλος των Τόσκων. Οι Τόσκοι εχωρίζοντο από τους λοιπούς Αλβανούς διά μίσους αδιαλλάκτου, ένεκεν πατροπαραδότου διαφοράς και θρησκευτικών δοξασιών εις τα στρατόπεδα όπου ευρίσκοντο μαζί, πάντοτε συνεκρούοντο και εις τας μάχας διετέλουν εις λυσσώδη και τυφλήν άμιλλαν μεταξύ των. Οι Τόσκοι τόρα ιδόντες ότι οι λοιποί δεν ηδυνήθησαν να υπομείνουν την αιφνιδίαν επίθεσιν των Ελλήνων, ηθέλησαν να φανούν έστω και με θυσίαν των υπέρτεροι και απεπειράθησαν εξ εφόδου να κυριεύσουν τους προμαχώνας του Φραγκλίνου και του Μπότσαρη, τους οποίους υπέθετον αφυλάκτους. Αλλ' η φρουρά της πόλεως και οι πολίται, σπεύσαντες με αξίνας και πελέκεις, ηνάγκασαν αυτούς ν' αποσυρθούν. Έμειναν ούτω εντός των οχυρωμάτων των κ' εκείθεν ήρχισαν ζωηρόν πυρ κατά των γεωτοίχων.
Ότε ο Ζάχος έφθασε πλησίον των Τόσκων, η νυξ ήρχισε να ολιγοστεύη. Το γλυκοχάραγμα ανεφαίνετο με τα θελκτικά χρώματά του άνωθεν της Βαράσοβας, της οποίας η ανώμαλος κορυφή εκιτρίνιζεν ως από ήλεκτρον σκεπασμένη. Οι εκ του φρουρίου οπλαρχηγοί εκάλουν ήδη τους στρατιώτας των διά βραχνών σαλπίγγων να παύσουν την σφαγήν και απεσύροντο καθ' ομάδας εντός των τειχών, συναποφέροντες πλούσια λάφυρα. Ο Καραϊσκάκης επέστρεφεν εις τ' απρόσιτα βουνά του· μόνον το ιππικόν του Χατζηχρήστου παρέμενεν εις τους πρόποδας του Ζυγού γαύρον επί των εντόνων ίππων του και συνωφρυωμένον υπό τα βαρέα ταραμπουλούκια της κεφαλής, της ενδυμασίας και του οπλισμού τον ποικίλον κόσμον, προτείνον τα μακρά κοντάρια με τα χρωματιστά φλάμπουρά των, ως Μακεδονική φάλαγξ τας λαμπράς σαρίσσας της, έτοιμον να ματαιώση ενδεχομένην καταδίωξιν των Αλβανών· οι φυγάδες στρατιώται του Κιουταχή στεγνοί εκ του φόβου, επανήρχοντο εις τας τάξεις των και μόνον οι Τόσκοι μετά των κλεφτών εξηκολούθουν ακόμη λυσσωδώς αγωνιζόμενοι.
— Όρε, Ταχίρ Γιάτση! αυτού ήσαι ορέ;. . . εφώναξεν αίφνης, καταφθάσας ο Ζάχος.
— Εδώ — για! απήντησε βροντώδης φωνή από του εχθρικού προχώματος.
— Έβγα, ορέ, να πολεμήσουμε οι δυο· τα παλληκάρια δεν κρύβουνται 'στο μετερίζι.
— Και ποιος ήσαι συ, μωρέ;
— Είμ' ο Σπαθόγιαννος!. .
Hκούσθη βόγγος, βόγγος βαρύς ωσεί λέοντος ενοχλουμένου εν τη ραθυμία του, από του εχθρικού προχώματος. Και συγχρόνως εφάνη επ' αυτού αρματοστόλιστος, εις την αριστεράν κρατών μακρύ καρυοφύλλι, μεγαλόσωμος ανήρ, ως ανδριάς μυθικού ήρωος εποπτεύοντος την αφιερωμένην χώραν κ' έτοιμος να επέλθη εναντίον των επιδρομέων. Yπό το αβέβαιον φως της χαραυγής ο γέρων Τόσκης ισχνός, τραχύς, με πρόσωπον μακρύ, ιερακωτήν μύτη, οφθαλμούς σπινθηρίζοντας, μακράν γενειάδα, ευρύ μέτωπον και κόμην ξυρισμένην εμπρός και πίπτουσαν εις τσαμπάν ψαρόν επί των ώμων, διεκρίνετο φέρων απαράλλακτον τον τύπον της φυλής του. Οι χρόνοι είχον χαράξει βαθείας ρυτίδας επί του προσώπου του και οι αδιάκοποι πόλεμοι μαύρας πληγάς καθ' όλον του το σώμα. Δεν υπέκυπτεν όμως ούτε εις τους χρόνους ούτε εις τους πολέμους αλλ' έμενεν ακατάβλητος, ως βράχος βλέπων περιφρονητικώς τας καταιγίδας επερχομένας άνωθέν του. Η ψυχή του ήτο ακόμη γεμάτη από νεανικόν σθένος· οι βραχίονές του πλήρεις ρώμης, τα νεύρα του εν αδιακόπω οργασμώ διά τον πόλεμον και την ταραχήν. Την απαράμιλλον ανδρείαν του Ταχίρ Γιάτση εξυμνούν ακόμη τ' αλβανικά τραγούδια, παρομοιάζοντα αυτόν με τον Ισραφείλ, τον άγγελον των ψυχών του Μωαμεθανικού νεκρόκοσμου.
Οι κλέφται, οι τιμώντες πάντοτε την ανδρείαν, είτε μεταξύ των ομοφύλων είτε μεταξύ των εχθρών την εύρισκον, έπαυσαν ευθύς τους πυροβολισμούς. Και οι Τόσκοι, οι άξιοι αυτών αντίπαλοι, τους εμιμήθησαν προθύμως.
Διότι κατέναντι του Ταχίρ Γιάτση, επί άλλου προχώματος, πνέων οργήν κ' εκδίκησιν, ίστατο ο Ζάχος εις τα νύχια, ως πετρίτης ανυπόμονος να πετάξη εις τα ύψη κ' εκείθεν να επέλθη ορμητικός κατά της λείας του. Ότε επήδησεν εκεί, τ' αργυρά του άρματα εβρόντησαν θορυβωδώς, ως να εκινήθη ολόκληρον χαλκείον υπό σεισμού. Οι εχθροί δεν εχόρταινον καμαρώνοντες την υπερήφανον στάσιν του, το βλέμμα του, το οξύ και αλύγιστον, το μέγα και κανονικόν σώμα του. Αι ακτίνες της αυγής, παίζουσαι επί των τσαπραζίων του έκαμνον ν' αναδίδη αίγλην πολύχρωμον, ωσάν παγώνι δροσολουσμένον επί φραγής.
Οι δύο αντίπαλοι ανεμέτρησαν ο ένας τον άλλον από κεφαλής μέχρι ποδών. Το βλέμμα των διεσταυρώθη πλήρες μίσους· δι' ενός κινήματος ύψωσαν τα καρυοφύλλια κ' επυροβόλησαν. Αλλά μόνον από του όπλου του Ταχίρ Γιάτση εξήλθε μετά συριγμού η σφαίρα γλείψασα ελαφρά τον αριστερόν ώμον του αρματωλού και ματώσασα το υποκάμισον. Το καρυοφύλλι του Ζάχου έδωκε ξηρόν μόνον κρότον και δεν εξεπυρσοκρότησε. Μέσα εις την τόσην λύσσαν επί τη όψει του ασπόνδου φονιά δεν ενθυμήθη το παλληκάρι ότι από της αρχής της συμπλοκής δεν είχε γεμίσει πλέον το όπλον του.
— Ρίξε πάλε, μπρε!. . . εφώναξε προς αυτόν ο Ταχίρ, ακίνητος εις την θέσιν του, προτείνων τα στήθη ως σημάδι του αντιπάλου του.
— Όχι απήντησε μανιώδης ο Ζάχος.
Κ' έρριψε το καρυοφύλλι μακράν, προς τους συντρόφους του. Έσυρον τότε τα γιαταγάνια κ' εβάδισαν εναντίον αλλήλων με αργόν βήμα, με μάτι σταθερόν, παίζοντες τας λαμπράς λεπίδας εμπρός, κατά μέτωπον ο ένας τ' αλλουνού. Ο Ταχίρ έκυπτεν ο Ζάχος ορθόνετο· έκυπτεν ο Ζάχος, ορθόνετο ο Ταχίρ. Έκλινεν ο ένας αριστερά· επήρχετο ο άλλος δεξιά τρομερός, ακράτητος. Αι λεπίδες έθιγον την γην κ' αίφνης επέτων άνω, ως σαϊτόφιδα λαμποκοπούσαι και μανιωδώς συρίζουσαι, ανυπόμονοι και αυταί να κόψουν κρέας, να λιανίσουν κόκκαλα.
Οι δύο μονομάχοι εβόγγουν, ήσθμαινον, υβρίζοντο, εκάγχαζον ως δύο λυσσασμένοι σκύλοι οι οποίοι μη έχοντες άλλους να τους ερεθίσουν φροντίζουν διά γκρινιασμάτων να ερεθισθούν μεταξύ των.
— Πού 'ς το Σαϊτάνι φύτρωσες, μπρε! έλεγεν ο Ταχίρ εμπαικτικώς.
— Εκεί που δεν έσπειρες· απήντα ο Ζάχος βράζων από τον θυμόν,
— Τώχει, μπρε, η μάνα σου;
— Τώχει μα δε 'ς το δίνει.
— Έμεινε κι' άλλος από σας να με σκοτώση;
— Θα σε σκοτώσω ατός μου!
— Εσύ δε φελάς. . .
Και με τον λόγον ο Ταχίρ έφερεν από τα δεξιά διά χαμηλής, ισογείου σχεδόν κλίσεως εις τ' αριστερά το γιαταγάνι και αναταθείς κατέφερεν αυτό αστραπιαίως επί της κεφαλής του Ζάχου. Αλλ' όσον επιτηδείως, όσον υπούλως και ταχέως ενήργησεν ο αλβανός, το παλληκάρι εμάντευσεν ευθύς εξ αρχής τον σκοπόν του κ' αι δύο λεπίδες συνηντήθησαν υψηλά άγριαι, φοβεραί, λυσσασμέναι. Ωχροκίτρινοι σπινθήρες ανεπήδησαν μετά φλογός εις τον σκιερόν αέρα, θλιβερόν κλάγκασμα αντήχησε και οι μονομάχοι κατέβασαν τα ξίφη των ελεεινά, κατεστραμμένα, ανίκανα διά την πάλην πλέον
— Έχεις τύχη, τσογλάνι!. . . εφώναξεν εμπαικτικώς ο αλβανός, ρίπτων μακράν το γιαταγάνι του.
— Κι' αν δεν έχω την κερδίζω! απήντησε με αυτοπεποίθησιν ο αρματωλός.
— Φαίνεσαι νηστικός, δόλιε. .
— Θα φάγω εσένα, κερατά!. . .
Και ορμήσας λυσαλέος ο Ζάχος συνέσφιγξεν εις τους βραχίονάς του τον Ταχίρ. Τότε ήρχισε μεταξύ των ο πεισματωδέστερος αγών. Ο Χάρος και ο Τσοπάνης δεν επάλαισαν τόσον σφοδρώς εις το μαρμαρένιο αλώνι, ούτε οι σαράντα δράκοι μετά τόσου θορύβου εις το τρίστρατο διά τα γλυκά μάτια της Πεντάμορφης. Εμάζευον τους βραχίονας και συνεσφίγγοντο ως διά σιδηρών ζωνών μέχρις αποπνιγμού. Τα μακρά υπόκυρτα κοντάκια των ασημοπιστολών, αι κοκκάλιναι λαβαί των μαχαιρών κ' αι σφαιροειδείς των χαρμπίων, ανορθωμέναι επί των σελαχίων κατέτρωγον και ηπείλουν να τρυπήσουν τα στήθη των. Εις το αντιπάτημά των η γη ανετάραζεν υποκώφως δουπούσα· το διακοπτόμενον άσθμα, τας ανακραυγάς και τους βόγγους των διετράνουν τα γειτονικά βουνά εις ήχους κανονίου· αι θήκαι των γιαταγανιών των πλήρεις μεταλλίνων κοσμημάτων, αναπαλλόμεναι και κτυπώσαι εδώ κ' εκεί επί των τσαπραζίων και των αρμάτων των εκλάγγαζον θορυβωδώς.
Οι κλέφται και οι Τόσκοι, στηριζόμενοι επί των όπλων των, παρηκολούθουν σκεπτικοί την πάλην. Ως να είχον συνομολογήση επισήμως ανακωχήν, συνωμίλουν ήδη φιλίως και αντήλλασσον τας καπνοσύριγγας και τας κρίσεις των επί των κινήσεων των δύο μονομάχων
— Είνε ασλάνι ο Ταχίρ· έλεγον οι Τόσκοι.
— Και ο δικός μας είνε δράκος· προσέθετον οι κλέφται.
— Και οι δύο ασλάνια φοβερά!. . .
Η διεξαγομένη πάλη είχε διαδοθή καθ' όλον το αλβανικόν στρατόπεδον. Τσάμιδες, Λιάπιδες, Γκέκιδες, Σέρβοι, Βούλγαροι, άλλοι εκ θαυμασμού προς την ανδρείαν άλλοι εκ περιεργείας, συνέρρεον εκεί επί των λοφιδίων και των προχωμάτων θεώμενοι απλήστως. Το φως της ημέρας, αδιακόπως αυξάνον, εφώτιζε τόρα ευκρινώς τα δασώδη βουνά του Ζυγού, το πολύχρωμον αλβανικόν στρατόπεδον με τας σκηνάς και τας σημαίας και τα λάβαρά του, φοβεριστικώς ανακινούμενα υπό του πρωινού ανέμου, τ' αμαυρά τείχη και τους προμαχώνας της πόλεως πλήρεις θεατών, την λιμνοθάλασσαν κατάλευκον, στιζομένην που και που υπό των νησιδίων κ' εν τω μέσω τούτου του ημέρου πλαισίου τους δύο μονομάχους ανημέρως παλαίοντας. Δύο φοράς ο Ταχίρ Γιάτσης έσυρε τον αντίπαλον μέχρι του οχυρώματός του. Άλλας τόσας ο αρματωλός πλησίον του ιδικού του. Ούτε ο ένας όμως ούτε ο άλλος επέτρεψεν εις τους συντρόφους την επέμβασιν είτε την βοήθειάν των. Και οι δύο είχον εννοήσει εξ αρχής της συμπλοκής ότι ήσαν παλληκάρια άξια εαυτών. Και με την ακριβή εκτίμησιν την οποίαν δίδουν πάντοτε προς τους ίσους των οι αληθείς μαχηταί, εσέβοντο την ανδρείαν των κ' ήθελον να καταβάλη ο ένας τον άλλον μόνος, διά των ιδίων του δυνάμεων. Και ανεκινούντο και αντεπάτουν κ' εβεργολυγίζοντο· επήγαινον εμπρός, επισωπάτουν ωρθούντο επί των ονύχων, εγονάτιζον· μία έρριπτεν όλον τον όγκον του σώματός του ο ένας επί του άλλου, ίνα τον λυγίση· μία αίφνης τον εσήκωνε ίνα τον ελαφρώση και τον εύρη ούτως απρόσεκτον αλλά ματαίως. Και οι δύο όπως ήσαν ίσοι κατά την ανδρείαν και την ρώμην τόσον ίσοι ήσαν και εις τα πολεμικά τερτίπια. Το πολύπειρον και δόλιον πνεύμα του αλβανού ήρχετο ευθύς κ' εξουδετέρου το μίσος και η φυσική θυμοσοφία του έλληνος ώστε δεν έκαμνον άλλο παρά να συμπληρώνη ο ένας τας ελλείψεις και τα μαθήματα του άλλου. Πολλάκις προσεπάθησαν ν' απαλλάξουν τας χείρας και ν' αρπαχθούν πάλιν από τάρματα αλλ' η δυσπιστία είχεν εξεγερθή αυτόκλητος και εις τους δύο και καθενός οι βραχίονες εχρησίμευον ως σιδηραί λαβίδες διά τους βραχίονας του άλλου.
Αίφνης εστάθησαν εις το μέσον με ημιάνοικτα σκέλη. Οι πόδες των ακίνητοι εφαίνοντο ριζώσαντες εις την γην και μόνον οι σφικτοαγκαλιασμένοι κορμοί των, συμπαγείς εις μίαν και μόνην μάζαν ανεκινούντο μικρόν, ως δύο μεγάλοι κυπάρισσοι, σφικτοδεμένοι των οποίων μόλις κατορθόνει να κινήση τα φύλλα το ορμητικόν φύσημα.
Ούτω επάλαισαν επί πολύ ακόμη. Αι κεφαλαί των εκινούντο δεξιά και αριστερά κ' εκολλώντο αι σιαγόνες των με απειλητικούς τους οδόντας επί των ώμων, επί του τραχήλου, επί του προσώπου και των βραχιόνων, ανοίγουσαι φοβερά αιμάτων λακκώματα Το ταραμπουλούκι του αλβανού και το πόσι του κλέφτου είχον πέσει κατά γης ποδοκυλισμένα και οι πλούσιοι τσαμπάδες, ανεστρέφοντο και συνεπυκνούντο επί των κεφαλών και των ώμων κ' ίπτανοντο επί των κιουστεκίων και συνεμίγνυντο αι αργυραί τρίχες του Τόσκη με τας μαύρας του Ζάχου, εν φοβερά κ' εχθρική αδελφοποιήσεις· τα ενδύματά των έπιπτον εις ράκη· το αίμα, ανάμικτον μετά ιδρώτος, έτρεχεν εις αύλακα· τα πρόσωπα είχον τελείως αλλοιωθή εκ του κόπου και της οδύνης· τα κόκκαλά των έτριζον, ως στελέχη οξυών αναρπαζομένων υπό θυέλλης.
— Άφσε με.
— Άφσε με και συ.
— Να. . .
Οι δύο αντίπαλοι ωπισθοδρόμησαν αίφνης ολίγα βήματα αποχωρισθέντες. Πριν όμως οι πέριξ θεαταί προφθάσουν ν' απορήσουν διά τούτο, είδον αυτούς πάλιν με τα μακρά χαρμπιά εις χείρας επιπίπτοντας κατ' αλλήλων μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε επίστευσαν ότι θα εσκορπίζοντο εις κόνιν εκ της συγκρούσεως. Ο Ταχίρ μεγαλόσωμος, υψηλά κρατών το φοβερόν χαρμπί του, έσπευδε να το κατεβάση από του ώμου μέχρι της κοιλίας κ' ήδη επλάκωνεν επάνω του αρματωλού ως κατάμαυρο σύγνεφο φέρον την καταιγίδα επί της αβράς χλόης λειβαδίου. Ο Ζάχος πρώτην φοράν επί της ζωής του ερρίγησεν ήδη. Από την όψιν και την φοράν του αντιπάλου του ηννόησεν ότι έφθασεν ο έσχατος κίνδυνος κ' εμαζεύθη τολμηρός και άγρυπνος, κάτω κρατών την δεξιάν χείρα κ' επ' αυτής όρθιον το χαρμπί και μόλις ησθάνθη πλησίον τον αντίπαλον ανετινάχθη ολόσωμος κ' εσούβλισε τον θώρακα και την καρδιά του αλβανού πέρα πέρα. Κρουνός αίματος επήδησεν από του στόματος του Ταχίρ Γιάτση και το γιγάντειον σώμα του εξηπλώθη επί της γης μετά βρόντου, ως αμάξιον φορτηγόν κατά κρημνού.
— Σκύλε! μώφαγες όλη τη γενηά! είπεν ο Ζάχος, πηδών επάνω του εν θριάμβω.
Η Μαλάμω παρηκολούθει από του γεωτοίχου την πάλην με αγωνίαν. Οι οφθαλμοί της καθ' όλην την ώραν έμενον προσηλωμενοι εκεί, ακίνητοι, ως του ατενίζοντος τον Αέρα, την εκκλησιαστικήν σινδόνην, ην οι ιερείς ταλαντεύουν άνω της αγίας Τραπέζης κατά την ώραν του Πιστεύω, ίνα συγχωρηθώσι τ' αμαρτήματά του. Εις κάθε κίνημα του Ταχίρ Γιάτση, εις κάθε κτύπημα, το οποίον ητοιμάζετο να καταφέρη ούτος κατά του Ζάχου, η Μαλάμω ερρίγει από κεφαλής μέχρι ποδών. Ενόμιζεν ότι επόνει η ιδία εκ της συσφίγξεως την οποίαν υφίστατο ούτος υπό τους ρωμαλέους βραχίονας του Ταχίρ. Τα λάμποντα ξίφη και τα χαρμπιά των παλαιόντων διεπέρων την καρδίαν της. Ότε τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτσην εξηπλωμένον και τον Ζάχον όρθιον άμα και λακτίζοντα αυτόν, ανέδωσε φωνήν θριάμβου, διάτορον.
— Γεια σου, μωρέ γιε!. . Κ' επήδησε του γεωτοίχου, σπεύδουσα προς την Πύλην.
Αλλά δεν εφώναξε μόνον αυτή. Μύριαι φωναί φρενήρεις και πυροβολισμοί ισάριθμοι ανέβρασαν από του τείχους, χαιρετώντες τον θρίαμβον του αρματωλού.
Ο Ζάχος ήδη επέστρεφε μετά των συντρόφων του εις την πόλιν, φέρων το καρυοφύλλι του αρματωλού, το παλλάδιον τούτο της οικογενείας του και ως λάφυρον τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, από τας τάξεις των οποίων διήρχετο, ουδ' εσκέφθησαν καν να τον εμποδίσουν. Εθαύμαζον τόσον την ανδρείαν και την ρώμην, ώστε αν η απώλεια διακεκριμένου αρχηγού δεν τους κατέθλιβε, θα εχαιρέτων και ούτοι δι' αλαλαγμού και πυροβολισμών τον νικητήν.
Προ της Πύλης του γεωτοίχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά, ο λαός όλος, κατενθουσιασμένοι, ανέμενον τους ευαρίθμους κλέφτας. Αι γυναίκες εδείκνυον εις τα τέκνα των τον Ζάχον ως πρότυπον ανδρείας και οικογενειακής τιμής· τα παλληκάρια τον εζήλευον αι λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν των κάπως σπαρταρίζουσαν δι' αυτόν οι Σουλιώται τον εφθόνουν. Η Μαλάμω εν μέσω αυτών, ασθμαίνουσα εκ της ανυπομονησίας, μόλις συνεκράτει την χαράν της. Άμα διέκρινε μακρόθεν τον Ζάχον, έτρεξε προς αυτόν και ήρπασε το καρυοφύλλι εκ των χειρών του. Ενώ δε οι άλλοι συνέρρεον περί αυτόν ερωτώντες, ψηλαφούντες και θαυμάζοντες· ενώ οι συστρατιώται του τον ησπάζοντο και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγον φιλίως την χείρα και τον εφίλουν επί του μετώπου, η Μαλάμω εις ουδέν άλλο προσείχεν ειμή εις το καρυοφύλλι. Δι' αυτό είχε χάση τον άνδρα και τεσσάρας υιούς, τεσσάρας λεβέντας εκεί, πανώρηα κυπαρίσσια του οίκου της δι' αυτό είχε μείνει άγρυπνος νύκτας ολοκλήρους, χύνουσα κρουνούς δακρύων, και είχε χάση η οικογένεια την λαμπρότητά της. Και τόρα, ότε το έβλεπεν εις τας χείρας της, ότε το απέκτα πάλιν, ενόμιζεν ότι ανεύρισκε διά μιας όλα. Το κατεφίλει παντού, επί του κοντακίου, επί της κάνης, επί του λύκου, επί των παφηλίων· το έσφιγγε σπασμωδικώς επί της καρδίας της· το εψηλάφει, απαλά απαλά, φοβουμένη μήπως πονέση, και του ωμίλει ενίοτε ως να ήτο έμψυχον.
— Δε φιλείς και τον γιο σου, κυρά; είπεν εις αυτήν ο Μακρής.
Η Μαλάμω εστάθη εις την φωνήν, ωσεί τότε εξυπνήσασα. Έστρεψε το βλέμμα πέριξ, ητένισε τον υιόν της, ο οποίος της εφάνη παραπονούμενος διά την προτίμησιν εκείνην.
— Τόρα έχω δυο γιους· είπεν υπερηφάνως.
Και περιβαλούσα διά της αριστεράς χειρός τον Ζάχον, έσφιξεν αυτόν και το καρυοφύλλι εις τον κόλπον της, φιλούσα και τα δύο μετά της αυτής ορμής.
1887.
Ο Α Φ Ω Ρ Ι Σ Μ Ε Ν Ο Σ
— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!
Η λειτουργία, είχε τελειώσει εν τω ναΐσκω του αγίου Δημητρίου και υπό τους οξείς ήχους των δύο κωδώνων μικρού κωδωνοστασίου, οι χωρικοί εξήρχοντο ασκεπείς ακόμη και σταυροκοπούμενοι.
- Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εποχή νηστείας και προσευχής διά τους χωρικούς και είχον καταλάβει πολυπληθείς τον στενόν χώρον του ναΐσκου.
Το θρησκευτικόν αίσθημα διετηρείτο τότε ακμαίον και απροσποίητον. Αι κοινωνίαι, αρτιπαγείς, συνεκροτούντο ακόμη από γέροντας, των οποίων η ζωή διέρρευσε μέσω βαρυστενάκτου δουλείας, μεσήλικας και νέους, ανατραφέντας μέσω των καπνών του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου και γνωρίζοντας πόσας φοράς η Πατρίς εστηρίχθη επί της θρησκείας και ο καταδυναστευόμενος και από παντού πολεμούμενος ραγιάς που είχε προσηλωμένην την αλύγιστον ελπίδα του. Η νέα ηλικία και τα μικρά από τας διηγήσεις αυτάς των πατέρων, από τα νανουρίσματα και τ' ανέκδοτα της μάμης, έφερον ριζωμένον αυτό εις τα στήθη των και αφού δεν ηδύναντο πλέον να εκχύσουν το κατά του τυράννου μίσος των, ελεύθερα ήδη, εμάνθανον να δεικνύουν την λατρείαν και τον σεβασμόν των εις τον υπέρτατον προστάτην. Οι άνδρες εξήρχοντο χαρωποί, άλλοι ενδυμένοι φουστανέλλας και χιονώδεις φλοκάτας, άλλοι μπενωβράκια και σεγούνια και ολίγοι, τρείς-τέσσαρες νεωτερίζοντες, ευρωπαϊκά, πλατύτατα κατά τον γαλλικόν συρμόν της εποχής.
— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!. . . εφώναξεν ο Σταύρος, κοντόχονδρος χωρικός, είς τινα προπορευόμενον αυτού, μασσών ακόμη το αντίδωρον.
— Έλα· είπεν ούτος, μετριάσας το βήμα.
— Ξέρεις· ο Μούλος έχει ένα σηκότι 'ς το φούρνο και μας καρτερεί· — πάμε;
— Πού να πάμε;
— 'Σ του Πομόνη· έβαλε φρέσκο. . .
Οι δύο χωρικοί, αργά βηματίζοντες είχον πλησιάσει την στενήν και ανώμαλον γέφυραν κάτω της οποίας ο Στρεμμενός έτρεχεν ησύχως. Η γέφυρα αυτή κτισμένη προ της επαναστάσεως, οφείλεται εις θαύμα τι του αγίου Δημητρίου, πολιούχου της κωμοπόλεως Λεχαινών. Επί του κωδωνοστασίου του ναΐσκου, χαμηλά εντός κόγχης, υπήρχε τότε μικρόν εικονισμάτιον του τροπαιοφόρου αγίου μετά κανδήλας και μικρού κουτιού ένθα οι διαβάται και οι ερχόμενοι έξωθεν χωρικοί έκαμνον τον σταυρόν κ' έρριπτον τον οβολόν των. Ο Τζαφέρης, φανατικός τούρκος, διερχόμενος εκείθεν ηρώτησε μίαν ημέραν διά το εικονισμάτιον εκείνο και αφού έμαθε ποίον παρίστανεν ήρχισε να κάμνη διαφόρους εμπαικτικούς μορφασμούς μέχρις ου εξηρθρώθη η κάτω σιαγών του. Προσέτρεξεν ευθύς εις πολλούς εμπειρικούς ιατρούς, άνδρας και γυναίκας, αλλ' ούτε αι πεντάλφαι τας οποίας δι' άνθρακος εχάρασσεν επί των παρειών του πανούργος Χριστιανή, ψιθυρίζουσα αντί εξωρκισμών βλασφημίας κατά της Πίστεώς του, ούτε τα παντοειδή βότανα του Δερβίση ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν. Τότε, μετανοών απετάνθη εις τον άγιον Δη μήτριον όστις επανέφερεν ευθύς την σιαγόνα του τούρκου εις την θέσιν της. Ούτος ευγνωμονών επλούτισε διά πολλών αναθημάτων τον ναΐσκον κ' έκτισεν εξ ιδίων του την γέφυραν. Και ούτω το θαύμα του αγίου εφάνη ευεργετικώτατον εις την κωμόπολιν. Εκτός του ότι εκραταίωσε την πίστιν κ' ενεθάρρυνε τους χωρικούς εις το κατά του αλλοθρήσκου μίσος των, έδωκεν εις αυτούς μέσον συγκοινωνίας του οποίου πριν εστερούντο τελείως.
Ο Δημήτρης και ο Σταύρος ήδη περάσαντες την γέφυραν, κατηυθύνοντο μετά σπουδής εις το οινοπωλείον του Πομώνη, ως ίπποι καματεροί εις την φάτνην των.
— Ορέ για στάσου· είπεν αίφνης ο Δημήτρης σταθείς· τι 'νε 'κεί;
Οι λειτουργηθέντες χωρικοί αντί, ως πάντοτε, να εισέλθουν εις την αγοράν και να σκορπισθούν κατά ομάδας εις τα οινοπωλεία και τα μαγειρεία, ευάριθμοι δε, πέντε-δέκα, εις το μονάκριβον καφενείον, τόρα έμενον συνηθροισμένοι επί της μικράς πλατείας, αριστερά του ναΐσκου. Αι γυναίκες, με τας ποικιλόχρους ενδυμασίας των κατείχον μετά των παιδίων τα υψηλότερα μέρη. Πολλοί εκ της αγοράς έσπευδον εκεί και οινοπώλαι με τας διαβρόχους ποδιάς των και κρεωπώλαι με τα αίματα των σφαγίων επάνω των και ο καφεπώλης ακόμη και μικρέμποροι, κλείσαντες επί τούτω τα μαγαζεία των.
— Τι τρέχει, ορέ; ηρώτησεν ο Δημήτρης μικρόν παίδα, διερχόμενον μετά σπουδής πλησίον των.
— Νερό 'ς τ' αυλάκι· είπεν ούτος, υποπτεύσας ότι ήθελον να παιζογελάσουν μαζί του.
— Για πάμε να ιδούμε είπεν ο Δημήτρης.
— Πάμε.
Και αμφότεροι έστρεψαν διευθυνόμενοι προς το πλήθος.
— Α! ξέρεις τι; είπεν ο Σταύρος αίφνης ιστάμενος και ατενίζων τον σύντροφόν του· θα διαβάσουν αφορεσμό.
— Γιατί πράμμα;
— Ξέρω κ' εγώ· δε βλέπεις;
Τω όντι επί μικρού υψώματος πέριξ του οποίου το πλήθος ήτο συνηγμένον, έκειτο ανεστραμμένος υψηλός λέβης, κατάμαυρος εκ της ασβόλης. Ότε οι δύο χωρικοί έφθασαν εκεί είχεν ανέλθει επί του λέβητος γέρων ιερεύς, υψηλός, ασκεπής, κρατών εις την δεξιάν χείρα χαρτίον επίμηκες και εις την αριστεράν ανημμένην λαμπάδα, χονδράν και κατάμαυρον. Δεξιά και αριστερά αυτού, κάτω ίσταντο τέσσαρες άλλοι ιερείς, ενδυμένοι ποικιλόχρωμα άμφια και κρατούντες επίσης μαύρας λαμπάδας εις τας χείρας. Πολλαί άλλαι λαμπάδες είχον διανεμηθή εις το πλήθος, το οποίον ανεκινείτο πέριξ ανήσυχον και φοβισμένον.
Το επιτίμιον τόρα αναγινώσκεται εντός των εκκλησιών αλλά τότε ανεγινώσκετο εις το ύπαιθρον, εις το πλέον συχναζόμενον μέρος, όπως συμβαίνει ακόμη είς τινα χωρία. Ο εκδότης του επιτιμίου, διά να δώση περισσοτέραν σημασίαν εις αυτό και να κινήση τον φόβον των ακροατών, προσέφερε να καώσι κατά την ανάγνωσιν χονδραί εξ ασφάλτου λαμπάδες, τας οποίας μόνος του εκόμισεν εκ Πατρών, θέλων να υποδείξη ότι ούτω πως θα καίεται και η ψυχή του εν τω επιτιμίω υπονοουμένου αγνώστου· εζήτησε δε να παρασταθούν και των δύο εκκλησιών οι ιερείς.
Οι χωρικοί είχον ήδη αποκαλυφθή και ανέμενον μετά παλμού αναμίκτου φόβου την ανάγνωσιν του επιτιμίου. Ο επί του λέβητος ιερεύς ήρχισε διά τρεμούσης φωνής ν' αναγινώσκη:
— « Ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας — ευλαβέστατοι ιερείς, οσιώτατοι ιερομόναχοι και λοιποί πάντες ευλογημένοι χριστιανοί της κοινότητος Λεχαινών, χάρις είη υμίν άπασι και ειρήνη παρά θεού Κυρίου Παντοκράτορος!. . .
Ούτω ο ιερεύς εξηκολούθησεν εκθέτων την αιτίαν διά την οποίαν εξεδόθη το επιτίμιον. Ότι ο ζωέμπορος Γεώργιος Νίκας, διερχόμενος κατά τον προπαρελθόντα Ιανουάριον της κωμοπόλεως, έχασε το ερυθρόν πορτοφόλι του, εντός του οποίου ευρίσκοντο εις λίρας οθωμανικάς και τάλληρα τριακόσιαι δραχμαί και ότι προετρέποντο είτε ο ευρών είτε οι γνωρίζοντες τούτον να τον φανερώσουν. Και ο ιερεύς επροχώρει απαριθμών τας φοβεράς συνεπείας όσαι θα εβάρυνον επ' αυτών εν εναντία περιπτώσει, εκφέρων μίαν προς μίαν κ' εντόνως τας λέξεις, κατακευρανών δι' αυτών τους ακροατάς του.
Τα πρόσωπα των χωρικών έμενον ωχρά υπό του τρόμου· τα σώματά των είχον κυρτωθή, έτοιμα να γονυπετήσουν· οι οφθαλμοί δεν ετόλμων να υψωθούν εκ φόβου μήπως αντικρύσουν το οργίλον βλέμμα του Θεού. Οι φοβεροί λόγοι του επιτιμίου ελάμβαναν σάρκα και οστά εις την φαντασίαν των· ποικίλα φοβερά θεάματα ήρχοντο και παρήρχοντο ενώπιόν των και τους κατετρόμαζον.
Ο ουρανός ήτο σκεπασμένος από κατάμαυρα νέφη αποκρύπτοντα τελείως τον ήλιον. Τα πουλάκια προαισθανόμενα καταιγίδα είχον τρυπώση. Και τα παιδία αυτά τόσον λάλα κ' εύθυμα πάντοτε ήδη έμενον περιμαζευμένα εις τα φουστάνια των μητέρων των, μη εννοούντα τας λέξεις του επιτιμίου και την σημασίαν των, αλλά μεταλαμβάνοντα του τρόμου των γονέων. Αι κόκκιναι φλόγες των λαμπάδων, εκτοξεύουσαι κατάμαυρον και δυσώδη καπνόν, άνωθεν του πλήθους, αι ωχραί όψεις των χωρικών, αι αδραί και βάναυσοι των ιερέων επέτειναν την απαισίαν παράστασιν της εικόνος. Μόνον επέρριπτεν εκεί, ως φάρος εν μέσω θυέλλης, ποιάν τινα παρήγορον εντύπωσιν η μορφή του αναγινώσκοντος ιερέως, ο οποίος με την αργυράν κόμην, κυματούσαν επί των ώμων του, το ευρύ και γαλήνιον μέτωπον, το ζωηρόν βλέμμα και με τα εκ σκιαυγούς τζανφέ άμφιά του, άνωθεν της όλης ομηγύρεως, εφαίνετο ως πατριάρχης της Γραφής, επιτιμών και συνάμα νουθετών τον λαόν διά την αστάθειάν του.
— Να είνε αφορεσμένος! είπεν αίφνης με σθεναράν φωνήν ο ιερεύς, περατώσας την ανάγνωσιν.
— Αφωρεσμένος! απήντησεν ευθύς ομόφωνον και το πλήθος.
— Καταραμένος! επανέλαβεν ο ιερεύς.
— Καταραμένος!
— Η γη να μη τον λυώση!. . .
— Να μη τον λυώση!
Και με την τελευταίαν λέξιν οι χωρικοί εστέναξαν βαθέως, ωσεί ανακουφισθέντες του εφιάλτου, του πιέζοντος πριν τα στήθη των. Έπτυσαν επανειλημμένως δεξιά και αριστερά μετά προθυμίας, έσβυσαν τας λαμπάδας και διεσκορπίσθησαν κατηφείς. . .
Μόνον ο Δημήτρης δεν επεδοκίμασε τους λόγους του επιτιμίου. Αυτός μόνος εξ όλων ούτε αφώρισεν, ούτε κατηράσθη, ούτε έπτυσε τον ανευρόντα τας τριακοσίας δραχμάς. Κ' ενώ οι άνδρες διεσκορπίζοντο εις την αγοράν κ' αι γυναίκες απήρχοντο καθ' ομίλους εις τας οικίας των, σταυροκοπούμεναι και αναθεματίζουσαι καθ' όλον τον δρόμον, αυτός έμενεν εκεί, στυλωμένος εις την θέσιν του, τας χείρας επί του στήθους σταυρωμένας κρατών, ασκεπής την κεφαλήν, στυγνός την όψιν, ακολουθών με απλανές βλέμμα τους ιερείς οι οποίοι σβύσαντες τας λαμπάδας εισήρχοντο εις τον ναΐσκον.
— Εδώ είσαι, αδερφέ, κ' εγώ σε γυρεύω! εφώναξεν αίφνης ο Σταύρος, ερχόμενος πλησίον του.
Ο Δημήτρης εξηκολούθει τηρών την θέσιν του ακίνητος, ως να μην ήκουσε.
— Ακούς! τι στέκεις αυτού, σαν κολώνα; φόρεσε το φέσι σου και πάμε επανέλαβεν ο Σταύρος, κινών αυτόν από του βραχίονος.
Ο Δημήτρης εστράφη τότε, παρετήρησε τον σύντροφόν του μ' έκπληξιν, έστρεψε το βλέμμα πέριξ κ' εφόρεσε το φέσι του.
— Πάμε είπεν ο Σταύρος επιμένων.
— Δεν έρχομαι απήντησε ξηρώς.
Κ' έφυγε μετά σπουδής ως κλέπτης. Διότι αν και δεν ανέφερεν όνομα, εκ της εκθέσεως όμως των γεγονότων, αυτόν ηννόει το αναγνωσθέν επιτίμιον.
Ο Δημήτρης Νουλάς ήτο πτωχός εργάτης, μόνον πλούτον έχων την αξίνην, τον λίσγον και τας δύο χείρας του διά των οποίων ειργάζετο, εντίμως ποριζόμενος τα έξοδα της ημέρας. Έσκαπτε κ' εξελάκκωνε τα κτήματα· ήνοιγε γουβιά και τάφρους· ανώρυττε πηγάδια ή έκοπτε πλίνθους. Αδιάκοπος εργασία καθ' όλον το έτος, αδιάκοπος πάλη με την γην, την γενέτειραν, της οποίας κατέσκαπτε τα στέρνα, ζωογονών αυτήν, πλουτίζων πολλούς και απολαύων τον άρτον του. Προ δύο ετών, κατά τον χειμώνα, ο Στρεμμενός ο οποίος περιβάλλει διά των ρυπαρών νερών του τα Λεχαινά και φιλοδωρεί τους κατοίκους με παντοειδείς ασθενείας είχε πλημμυρίσει εκ των πολλών βροχών και κατέκλυσε τας πλησίον των όχθων του αυλάς, κήπους, οικίσκους και μάνδρας, εκάλυψε δε ή παρέσυρε τας ξυλίνας γεφύρας. Ούτω διεκόπη πάσα συγκοινωνία της μιας συνοικίας μετά της άλλης. Άνευ πολλού θορύβου οι ενδιαφερόμενοι συνελθόντες μόνοι των, προκατέβαλον μικρόν χρηματικόν ποσόν κ' εκάλεσαν τον Δημήτρην ίνα εκ των ενόντων εργασθή προς εύρυνσιν της κοίτης του Στρεμμενού εις τα στενώτερα μέρη.
Ο Δημήτρης ειργάζετο ήδη επί τρεις ημέρας μετά δύο άλλων εργατών και την τετάρτην, περί την δύσιν του ηλίου, ετελείωσε το έργον του. Οι σύντροφοι του είχον απέλθη, ητοιμάζετο δε και αυτός να τους ακολουθήση ότε είδεν ιππέα σκεπασμένον με βαρείαν κάπαν, ερχόμενον εκ του αντιθέτου διά να περάση τον Στρεμμενόν.
— Μη ρίξης αυτού γιατ' είνε βαθύ! εφώναξε προς αυτόν ο Δημήτρης.
— Αν είνε βαθύ γι' άλλους δεν είνε για τον Τσίλια μου· απήντησεν ούτος, υπερηφανευόμενος διά τον ίππον του.
Τω όντι ο ίππος εφαίνετο ρωμαλέος· είχε τρίχωμα, ελαφρώς ασπρόμαυρον, πόδας ευτόνους, λαιμόν χυτόν, κεφαλήν ωραιοτάτην, επί του μετώπου φέρουσαν λευκόν στίγμα, το οποίον θεωρείται συστατικόν απαραίτητον καλού ίππου. Μόλις όμως εισήλθεν εντός του Στρεμμενού το ορμητικόν ρεύμα τον παρέσυρεν εδώ κ' εκεί και μετά αγώνα μεγάλον κατώρθωσε να φθάση εις την αντίπεραν όχθην. Ο ιππεύς επέζευσεν εκεί, έσφιξε τα λωρία της σέλλας τα οποία παρέλυσαν εκ των λοξοδρομιών που ο ίππος έκαμνε διά ν' αποφύγη το ρεύμα του ποταμού, διευθέτησε τα καταλασπωμένα και διάβροχα ενδύματά του και ιππεύσας πάλιν έφυγε μετά σπουδής, μη υπομένων ότι εντροπιάσθη ο ίππος του, έστω και προ ενός μόνου ανθρώπου.
Μετ' ολίγον επιστρέφων εις την κωμόπολιν ο Δημήτρης, παρετήρησεν εις το μέρος όπου επέζευσεν ο ξένος ογκώδες ερυθρόν πορτοφόλι. Εσκέφθη ευθύς ότι θα έπεσεν εκείνου και ανήλθεν επί τινος υψώματος, κατοπτεύων τον δρόμον, αλλ' ο ξένος δεν εφαίνετο πουθενά. Ο Δημήτρης ήτο τίμιος άνθρωπος· εάν ήτο εις καμμίαν πόλιν θα προσήρχετο ευθύς να παραδώση το εύρημά του εις την δημαρχίαν. Αλλ' εις Λεχαινά δήμαρχος, αστυνόμος και κλητήρες είνε όντα άγνωστα σχεδόν, μισθοδοτούμενα ενώ ασχολούνται εις ιδικάς των εργασίας. Μόνον όταν εγκαθιδρύονται αι νέαι αρχαί, δύο τρεις μήνας φαίνεται ποιά τις δραστηριότης· ενοικιάζεται ένα μαγαζί ως δημαρχία προς εξόφλησιν των απαιτήσεων φίλου του κόμματος, τίθενται εντός αυτού κατασκονισμένα και σιτόβρωτά τινα έγγραφα, ένας γραμματεύς — πολλάκις δύο — και ούτω η δημαρχική μηχανή λειτουργεί. Ο Δημήτρης ο οποίος είδε το περιεχόμενον εν τω πορτοφολίω χρηματικόν ποσόν, δεν είχε διάθεσιν να εμπιστευθή εκεί το εύρημά του και αφήκε να σκεφθή καλώς περί τούτου την νύκτα και να πράξη την επαύριον ό,τι αποφασίσει. Ούτω είχεν εισέλθη εις την αγοράν, λιθόστρωτον αλλά κατασκότεινον και πλήρη βορβόρου και διηυθύνετο εις τον οικίσκον του, κατακουρασμένος.
— Δημήτρη! ε, Δημήτρη! τον εκάλεσεν αίφνης φωνή από του αντικρυνού πεζοδρομίου.
Ο εργάτης έστρεψε και είδε προ της θύρας υψηλόν βλαχοποιμένα στηριζόμενον επί της μακράς αγκλίτσας του να τον καλή εκεί.
— Καλώς το γέρω Βαγγέλη· είπε πλησιάσας και σφίγγων την χείρα του· πώς εδώ τέτοια ώρα;
— Μην τα ρωτάς, αδερφέ είχα μια δουλειά να τελειώσω, μα ούτε τη δουλειά μου έκαμα κ' ενυχτώθηκα· θα νάρθω 'ς το κονάκι απόψε.
— Καλώς νάρθης.
Ο Δημήτρης ήτο καταμόναχος· ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε γονείς είχε. Ήτο ξένος χωρικός, εγκατασταθείς προ πολλού χρόνου εις την κωμόπολιν· εκάθητο μόνος εις μικρόν χαμόσπιτον, υπηρετών αυτός εαυτόν κατά το δείπνον, ως ασκητής. Κατά το φαγητόν ο γέρω Βαγγέλης διηγήθη εις τον Δημήτρην, προς τον οποίον συνεδέετο διά παλαιάς φιλίας, το αίτιον της θλίψεώς του. Ο γέρω Βαγγέλης, πτωχός ποιμήν, είχε μίαν κόρην την Μπίλιω, την οποίαν είχεν αρραβωνίσει μετά του Νάσου, γείτονος βοσκού. Ήδη επλησίαζεν η ημέρα του γάμου και ο γέρων δεν είχε το χρηματικόν ποσόν το οποίον υπεσχέθη εις τον γαμβρόν, οι συγγενείς δε του νέου εδήλωσαν ότι δεν θ' άφινον αυτόν να στεφανωθή την κόρην, αν δεν του εμετρείτο τούτο πρώτον μέχρι λεπτού. Εφρόντισε δι' όλων των μέσων ο γέρω Βαγγέλης όπως εύρη τα χρήματα, απετάθη παντού, πληρώνων όσο-όσο τόκον διά να μη του αφήσουν την κόρην κ' εντροπιασθή τ' όνομά του, αλλά τίποτε δεν ηδυνήθη να κατορθώση. Ήδη η Κυριακή επλησίαζε και ο βλαχοποιμήν ήτο απηλπισμένος.
— Να σου πω και πόσα σου λείπουν; ηρώτησεν αίφνης αυτόν ο Δημήτρης.
— Τι τα ρωτάς· όσα κ' αν λείπουν για 'μας είνε πολλά.
— Μα σαν πόσα;
— Τρακόσες δραμές· για τρακόσες δραμές χάνω την υπόληψί μου! είπεν ο βλαχοποιμήν δακρύων.
Ο Δημήτρης είχε συγκινηθή κατά την διήγησιν του γέροντος. Παρά τοις βλάχοις κ' εν γένει εις τας μικράς κοινωνίας, θεωρείται μεγάλη προσβολή ν' αρραβωνισθή τις μίαν κόρην κ' έπειτα να την αφήση. Η κόρη τήκεται ημέρα με την ημέραν· κόρη αρραβωνισμένη είνε διά τους άλλους έπιπλον μεταχειρισμένον, το οποίον έχασε πλέον την στιλπνότητά του. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων ουδείς άλλος δέχεται να την νυμφευθή· η οικογένεια καταβάλλεται εκ της εντροπής ουδέν των μελών της, είτε πατήρ, είτε αδελφός, είτε καν απλούς συγγενής ακόμη έχουν το θάρρος να φιλονικήσουν με άλλον περί των υποθέσεών των, διότι ούτος ευθύς ρίπτει, μίαν λέξιν διά το πάθημά των και αυτοί είνε ηναγκασμένοι να την παραδεχθούν και να σιωπήσουν. Ο Δημήτρης τα εγνώριζεν όλα αυτά και συνετρίβετο η καρδία του εις τα δάκρυα του γέρω Βαγγέλη.
Αίφνης εσκέφθη το εύρημά του, είδεν ότι τούτο ήτο ακριβώς εκείνο το οποίον ο βλαχοποιμήν εχρειάζετο διά την κόρην του. Ήρχισε να διαβλέπη εκεί τον δάκτυλον του Θεού, να πιστεύη ότι όχι η ιδική του τύχη αλλά της Μπίλιως ήτο να εύρη τα χρήματα και ότι αυτός δεν εχρησίμευσε παρά ως μέσον διά να φθάσουν μέχρις αυτής. Και ο Δημήτρης παρασυρόμενος υπό της πλημμύρας των φιλικών και θρησκευτικών αισθημάτων του, χωρίς να σκεφθή περισσότερον ητένισε τον γέρω Βαγγέλη μειδιών.
— Σώπα, γέρω, είπεν η κόρη σου θα πανδρευθή.
Συγχρόνως έσυρεν εκ του κόλπου του το πορτοφόλι κ' εξήγαγε τας τριακοσίας δραχμάς.
— Να, περισσοτέρα δεν έχω· είπε τείνων αυτά εις τον έκπληκτον βλαχοποιμένα.
— Αδερφέ μου με σώνεις! είπεν ούτος, εναγκαλιζόμενος αυτόν· με σώνεις· έσωσες το κορίτσι μου, τ' όνομά μου!. . .
Αλλ' ενώ ήπλωνε την χείρα να λάβη τα χρήματα εστάθη.
— Όχι, είπε, κράτησε τα κι' αύριο μου τα δίνεις· να κάνουμε πρώτα το χαρτί.
— Τι χαρτί; χαρτί είν' ο λόγος 'ς τους καλούς ανθρώπους· δεν θέλω.
— Α, όχι· εδώ έχομε ζωή και θάνατο· αύριο κάνουμε το χαρτί και μου δίνεις τα λεφτά.
Αλλ' ο Δημήτρης επέμενε και ο βλαχοποιμήν τέλος κατεπείσθη να λάβη τα χρήματα και την Κυριακήν εστεφάνωσε την κόρην του. Αλλ' αίφνης ιδού αφού επί τόσον καιρόν κανείς δεν εζήτησε τα χρήματα εκείνα, τόρα ήνοιγεν η άβυσσος απειλητική εμπρός του. Ο ζωέμπορος ενεφανίζετο διά της εκκλησίας ζητών τα χρήματά του, άλλως έρριπτεν αυτόν εις τας αράς πάντων των θεοφόρων πατέρων, ως έλεγε το επιτίμιον. Και ο ζωέμπορος δεν ήτο άλλος παρά ο ιππεύς εκείνος του Στρεμμενού· όλα συνεφώνουν και το χρώμα του πορτοφολίου και το ποσόν των χρημάτων και ο τόπος αυτός. Είνε αληθές ότι και τότε αν τα είχε και τα έδιδεν ελύετο ο αφορισμός· αλλά πού να εύρη αυτός, πτωχός εργάτης, τριακοσίας δραχμάς. Καθ' όλην την ζωήν του αν ειργάζετο δεν ήτο δυνατόν να τας οικονομήση. Ο βλαχοποιμήν από τον οποίον ηδύνατο να τας ζητήση, εκτός του ότι δεν είχε τίποτε, είχε και αποθάνει· από τους κληρονόμους του δεν αδύνατο να τα ζητήση αφού δεν είχε συνάλλαγμα!. . . .
Ο Δημήτρης ούτω σκεπτόμενος έμεινε κατάκλειστος καθ' όλην την ημέραν. Έστρεφε κ' επανέστρεφε το ζήτημα εις τον νουν του αλλά πουθενά δεν εύρισκεν ελπίδα σωτηρίας. Παρήλθεν η ημέρα χωρίς να συλλογισθή να φάγη ή να πίη τι. Έκλινε την κεφαλήν επί της σκωληκοβρότου τραπέζης του, εστήριζεν αυτήν εις τον τοίχον εν μέσω των χειρών του, περιεφέρετο εδώ κ' εκεί ταχέως βηματίζων και κατέπινε τον καπνόν του σιγάρου του μετά πάθους. Ο νους του αδιακόπως εκάλπαζε ζητών κάτι το οποίον και αυτός δεν εγνώριζεν· ιδρώς αγωνίας και ταραχής απέσταζε κατά θρομβία από του μετώπου του εν τη ώρα εκείνη του χειμώνος. Τα μαλλιά του έπιπτον ατάκτως εδώ κ' εκεί άλλα ανωρθωμένα, άλλα επικλινή, αλλα καταπεπτωκότα ωσεί θέλοντα να παραστήσωσι τον εν τω κρανίω του σάλον· οι μυς του προσώπου του συνεσπώντο εκάστοτε ωσεί η ψυχή ερρίγει εντός του σώματος. Κάποτε έπιπτεν εξηντλημένος επί της στρωμνής του, προσεπάθει να κοιμηθή ολίγον, αφίνων δι' αύριον την σκέψιν, αλλά μόλις έκλειε τους οφθαλμούς και η εικών της πρωίας με τας μεγάλας ερυθράς φλόγας των μαύρων λαμπάδων, τα ωχρά πρόσωπα των χωρικών, τα πιναρά των ιερέων και άνωθεν τον κατάμαυρον ουρανόν, απαίσιον πλαίσιον απαισιωτέρας εικόνος, παρουσιάζετο προ αυτού φοβερωτέρα. Ενόμιζεν ότι ήκουεν εν τη σιγή της νυκτός ένα προς ένα τους λόγους του επιτιμίου και τους εδέχετο, ως τόσας μυλόπετρας κατά της κεφαλής του. Εν τη σκοτία του δωματίου του διέκρινε μαύρον σύννεφον καπνού, δυσώδες, το οποίον τον απέπνιγε.
— Φέξε, θεέ μου, φέξε! έλεγεν αναπηδών έντρομος.
Ούτω μετά χαράς είδε το γλυκοχάραγμα σημαδεύον την έλευσιν της ημέρας. Ήλπιζεν ότι το φως αποδιώκον τα σκότη της νυκτός, θ' απεδίωκε κάπως και τα μαύρα συναισθήματα της συνειδήσεώς του. Έλαβεν ευθύς την αξίναν του κ' εξήλθεν εις την αγοράν να ζητήση εργασίαν.
Η αγορά κατά την ώραν εκείνην ήτο πλήρης κόσμου, θορύβου και φωνών. Την μεγάλην τεσσαρακοστήν σκάπτονται τα κτήματα· πλήθος Ζακυνθίων, Κεφαλλήνων κ' εντοπίων εργατών εξέρχεται λίαν πρωί και καταλαμβάνει καθ' ομίλους το Σταυροπάζαρο, το κεντρικώτερον μέρος της αγοράς, όπου διασταυρόνονται οι δύο δρόμοι της. Ίστανται εκεί όρθιοι με την αξίνην παρά πόδας, έτοιμοι ν' ακολουθήσουν τον πλειοδοτούντα εις το ημεροδούλι των. Παντοειδείς συμφωνίαι διεξάγονται μεταξύ αυτών και των κτηματιών, άμα δε μεγάλος κτηματίας συμφωνήση, το ημεροδούλι κόπτεται και με αυτό πληρώνονται όλοι δικαιωματικώς την ημέραν εκείνην. Μικρόν κατά μικρόν οι όμιλοι των εργατών, με τας αξίνας επ' ώμου διασκορπίζονται, άλλος εδώ, άλλος εκεί και η αγορά μένει έρημος καθ' όλην την ημέραν, με τους καταστηματάρχας μόνον, τους προύχοντας, τους θηρευτικούς δικολάβους, τους πολυασχόλους ιατρούς, μακαρίως διημερεύοντας εις τα βρωμερά καφενεία και τους μπακαλόπαιδας, βράζοντας τα κουκία ή καθαρίζοντας της ζυγαριές των.
Πλησίον του Δημήτρη όμιλος εργατών, συμφωνήσας ητοιμάζετο ν' ακολουθήση τον κτηματίαν Δρόσον.
— Μωρέ παιδιά, θέλουμε κι' άλλον ένα να το σώσωμε, είπεν ούτος προς τους εργάτας· δεν έχετε κανένα παιδί ακόμη;
— Όσκε· δέκα ειμάστενε.
Ο Δρόσος παρετήρησε τον Δημήτρην.
— Ε, Δημήτρη· είπε, στρέφων την χείρα και καμμύων τον ένα οφθαλμόν ερωτηματικώς· πώς! μονάχος εσύ;
— Μονάχος.
— Έρχεσαι μαζί με τα παιδιά;
— Έρχομαι.
Και ρίψας την αξίνην επ' ώμου ηκολούθησε προθύμως τους εργάτας.
Μόλις έφθασαν εις το κτήμα οι εργάται ετέθησαν κατά σειράν, απέχοντες ο είς του άλλου όσον επέτρεπε να χειρίζωνται ελευθέρως τας αξίνας των και ήρχισαν την εργασίαν. Έσκαπτον μετά σθένους και προθυμίας· αι αξίναι έλαμπον διά μίαν στιγμήν άνωθεν των κεφαλών και κατέπιπτον αλληλοδιαδόχως επί της γης· τα σκωπτικά λόγια και οι γέλωτες διεσταυρόνοντο μεταξύ των· ήρχισε μετά μικρόν σιγά, σιγά δειλόν, περιπαθές το τραγούδι κ' αίφνης η πατριωτική καρδία Κεφαλλήνος, θλιβομένου διά τα άδικα παθήματα της πατρίδος του από τους Άγγλους, διά τον δουλικόν και προδοτικόν χαρακτήρα τινών πατριωτών, εξερράγη εις θλιβερόν κατ' αυτών παράπονον:
— Ανάθεμα σε Παναγή, Ιούδα και προδότη, που πήγες και μας πρόδωκες τον δόλιον Αναγνώστη!. . .
Και ο Δημήτρης ειργάζετο μετά ζήλου. Ο δροσερός αήρ της εξοχής, η ευθυμία των συντρόφων του και προ πάντων η εργασία, η κίνησις εκείνη, η σπασμωδική και αδιάκοπος των νεύρων και των μυών, η οποία έκαμνε να κυκλοφορή το αίμα κανονικώτερον κ' ευκολώτερον εις τας φλέβας, ετόνωσαν το σώμα του κ' έδωσαν ευχάριστον τροπήν εις τας ιδέας του. Ήρχισε να συμμετέχη και αυτός εις τας ομιλίας των συντρόφων του, να λέγη κανέν αστείον και από καιρού εις καιρόν ασθενώς, ωσεί φοβούμενος μη εξυπνήση την συνείδησίν του, να συνοδεύη αυτούς εις το τραγούδι των.
Μετ' ολίγον εφάνη ερχόμενος ο Δρόσος. Αφού έστειλε τους εργάτας έμεινεν ούτος ίν' αγοράση το προσφάγι των, το οποίον συνίσταται πάντοτε σχεδόν εκ βραστών κουκίων, πράσων, άρτου και ξυνού κρασιού.
— Γιωργάκη, πόσο τους πήρες τς' αργάτες· του εφώναξεν ο Δήμος ο χαλικιάς ενώ ησχολείτο εις τούτο.
— Γιατί; δεν είνε καλοί; είπεν ούτος, πάντοτε φιλύποπτος.
— Καλοί· έχεις μάλιστα και αφορεστικό μαζί σου.
— Θα προκόψη τόρα το κτήμα σου! είπεν άλλος.
— Κούρβουλο δε θα μείνη! επρόσθεσε τρίτος.
Ο Γιωργάκης, ακούων τα κακά αυτά διά το κτήμα του προμηνύματα εστάθη ως κεραυνόπληκτος, ατενίζων τους φίλους του εις τους οφθαλμούς και προσπαθών να εννοήση τους λόγους των! Αίφνης ενθυμήθη τον Δημήτρην, ενθυμήθη τα εν τη αγορά διαθρυλούμενα και αφήσας κατά γης τα οψώνια κατηυθύνθη εις το κτήμα του, κατατρομασμένος.
— Εσύ, Δημήτρη, να σχολάσης· είπε σοβαρώς εις τον εργάτην, μόλις έφθασεν εκεί.
— Γιατί, αφεντικό;
— Έτσι, δε θέλω να μου κάμης δουλειά· αφωρεσμένους ανθρώπους δε θέλω 'ς το κτήμα μου. . . δεν τώχω για ξέραμα!. . .
Κ' επειδή ο Δημήτρης ίστατο ακίνητος, με την κεφαλήν κάτω νεύουσαν, ανατριχιάζων εις τους λόγους του κτηματίου, επλησίασεν ούτος, του αφήρεσε την αξίναν και την έρριψεν άνωθεν της τάφρου έξω, εις τον δρόμον.
— Πήγαινε! είπε μετά θυμού.
— Φύγε! εφώναξαν και οι εργάται εκ συμφώνου, τόρα μόλις μαθόντες ότι είχον μαζί των αφωρισμένον άνθρωπον.
Και χωρίς να χάνουν καιρόν, αδημονούντες ύψωσαν απειλητικώς τας αξίνας εναντίον του.
Ο Δημήτρης εξήλθε μετά τάχους του κτήματος και διηυθύνθη προς την κωμόπολιν, εκ της ζάλης του μη ενθυμηθείς ούτε την αξίναν του να λάβη. Ήτο λοιπόν τω όντι αφορισμένος! το εύρημά του, το οποίον είχε γίνει γνωστόν εις την κωμόπολιν, έκαμνε γνωστόν και το κακόν το οποίον εβάρυνεν επ' αυτού! Και οι χωρικοί αντί να εξετάσουν κατά βάθος το πράγμα, να λάβουν υπ' όψιν τα συμβάντα τα οποία εγνώριζον έν προς έν, ελάμβανον μόνον το επιτίμιον, την απόφασιν της εκκλησίας, η οποία διετέλει εις παντελή άγνοιαν, και τον αναθεμάτιζον και αυτοί και δεν τον ήθελον πλησίον των!
— Καλά, εσκέπτετο καθ' όλον τον δρόμον κλαίων, καλά· έτσι κατάντησα να ξεραίνω και τα δένδρα!. .
Αίφνης ευρέθη εμπρός χαμηλού πλινθοκτίστου οικίσκου, από τ' ανοικτά παράθυρα του οποίου εξήρχοντο, εν τη σιγή εκείνη και τη ερημία του δρόμου, έρρινοι φωναί, ψαλμοδούσαι. Ο Δημήτρης, χωρίς να το εννοήση, είχε φθάσει εις την κωμόπολιν και ήδη ευρίσκετο προ της οικίας του παπά-Σταύρου.
— Ο Θεός μ' έβγαλε· διελογίσθη ευχαρίστως.
Και εισήλθε με απόφασιν να εξομολογηθή εις τον ιερέα και να ζητήση τας συμβουλάς του. Έβγαλεν ευθύς το φέσι του, εφίλησε μετά δουλικής αφοσιώσεως την χείρα του ιερέως κ' εγονάτισε προ αυτού.
Ο παπά-Σταύρος εκάθητο σταυροπόδι επί του κραββάτου, έχων εις την αριστεράν χείρα το κομβολόγι και εις την άλλην, στηριζομένην επί των γονάτων, εκκλησιαστικόν βιβλίον, το οποίον ανεγίνωσκε μεγαλοφώνως. Ο παπά-Σταύρος κατήγετο εκ Μανωλάδος χοιροβοσκός πριν, έπειτα Αναγνώστης, αναγινώσκων συλλαβιστά τον Απόστολον εις την εκκλησίαν του χωρίου του και καταθέσας το σύνηθες τίμημα — πεντήκοντα έως εξήκοντα τάλληρα — το οποίον ήτο και προίκα της νεαράς γυναικός του, και κληθείς άξιος παρά των συγχωρικών του εχειροτονήθη ιερεύς. Μετ' ολίγον, επειδή η εκκλησία του αγίου Δημητρίου είχεν έλλειψιν ιερέως, ο παπά-Σταύρος κατώρθωσε δι ολίγων ζευγών καπονίων και χηνών να μετατεθή εις Λεχαινά, χωρίς βέβαια η νέα θέσις να ευρύνη το παραμικρόν τας θεολογικάς γνώσεις του.