Front matter (continued 2)
Reading edition
Ου μόνον δε εις απολύμανσιν της πόλεως, αλλά και εις σπουδαίαν ελάττωσιν του αριθμού των εγκλημάτων θα συνετέλει πιθανώς το θέαμα της καθημερινής παρελάσεως ανά τας οδούς των Αθηνών των εμπρηστών της οικίας Μελά, των ληστών του ταμείου της Λαμίας, των απίστων ταμιών και άλλων μεγαλοσχήμων ομοτέχνων των αλυσιδέτων, μετ' ερυθρού ή κιτρίνου σκούφου επί της κεφαλής και μεγάλης εις τας χείρας σκούπας.
Απαραίτητος προς διατήρησιν πόλεως καθαράς είνε η ύπαρξις είς τινα απόστασιν απ' αυτής ακαθάρτου προαστείου, προωρισμένου δηλ. εις πάσαν ασυμβίβαστον προς την καθαριότητα βιομηχανίαν. Μόνον οι Αθηναίοι στέργουσι να έχωσιν αμέσους γείτονας χοιροτρόφους, βαφείς ρακοσυλλέκτας, βουστάσια, βυρσοδεψεία και ελαιοτριβεία. Πάντα ταύτα ως και τας απεράντους αυτών αποθήκας ελαίου, σάπωνος, τυρού, λίπους, τόνου και παστού κρέατος περιώρισαν οι Γενοβέζοι εις το απέχον όσον το Φάληρον από των Αθηνών χωρίον του Αγ. Πέτρου, και έκτοτε η πόλις αυτών απέβη εντελώς άοσμος κατά τα τρία τέταρτα του έτους, μόνον δε κατά την άνοιξιν απόζει εκ της ανθήσεως των δενδροστοιχιών.
Ουδ' ήτο τούτο το μόνον της καθαριότητος πλεονέκτημα· αλλά και η βαθμιαία και τελεία σχεδόν έκλειψις του βδελυρωτάτου των παρασίτων. Από της αρχής του παρόντος αιώνος η Γένοβα είνε η μόνη ίσως εν Ευρώπη πόλις, η μη φιλοξενούσα ποντικούς. Ούτοι ήσαν πρότερον εκεί αναρίθμητοι και παμφάγοι. Κατά την παιδικήν μου ηλικίαν έζων ακόμη γερόντισσαι διηγούμεναι περί της θηριωδίας των τετραπόδων τούτων πράγματα απίστευτα και φρικαλέα. Το μέγεθος αυτών ήτο όσον μεγάλης γαλής· ηρήμωσαν ολοκλήρους συνοικίας και εκένωσαν τας αποθήκας του ναυτικού· έπνιγον τους γάτους· κατεβρόχθιζον τας λαμπάδας των ναών· έτρωγον εν τη κοιτίδι αυτών τα βρέφη· ανέσκαπτον τους τάφους, όπως φάγωσι και τους νεκρούς, την δε ηγουμένην της μονής των Καρμηλιτών οσίαν Ροζαλίαν έφαγον εν τω κελλίω της ζωντανήν, ενώ ήτο βυθισμένη εις έκστασιν ουρανίαν. Εις ταύτα εδυσπίτουν οι ουδέποτε υπερβάντες τα τείχη της πόλεως, αλλ' οι εγκύψαντες και εις των περιχώρων την γεωγραφίαν κάλλιστα εγνώριζον ότι ο παρά των γραϊδίων υμνούμενος φοβερός και γιγάντειος ποντικός δεν ήτο μυθώδης, ούτε καν ευρίσκετο μακράν, αλλά ζη, βασιλεύει, πληθύνεται εις ελαχίστην από των τειχών της πόλεως απόστασιν, μεταναστεύσας από ημίσεως ήδη αιώνος εις τον Άγιον Πέτρον των εκεί εξορισθέντων ζωογδαρτών και αλλαντοποιών, μετά των σφαγείων και των αποθηκών στοκοφίσου και αλειμματοκηρίων. Εν δε τω νέω αυτών καταυλισμώ τοσούτον, ως φαίνεται, ηυχαριστήθησαν οι μετανάσται, ώστε ουδέποτε υπερέβαινον τα όρια αυτού, ούδ' επεχείρησαν ως οι Ηρακλείδαι κάθοδον εις την αρχαίαν αυτών έδραν, την απολέσασαν παν δι' αυτούς θέλγητρον, αφού έγεινε καθαρά.
Δυσάρεστος βεβαίως ήτο εις τους κατοίκους του προαστείου η εγκατάστασις τοιαύτης αποικίας, και ζωηρά τα παράπονα κατά της αποφάσεως της κυβερνήσεως να συγκεντρώση παρ' αυτοίς πάσας τας ρυπαράς βιομηχανίας, μεταβάλλουσα το χωρίον των εις κοπρώνα της πρωτευούσης. Αν υπήρχον τότε βουλευταί, όπως υποστηρίξωσιν αυτά, θα εματαιούτο πιθανώς το σχέδιον της απολυμάνσεως της Γενούης. Μη υπαρχόντων όμως τοιούτων, ηδυνήθη να υπερισχύση το κοινόν συμφέρον κατά πάσης αντιδράσεως των προσωπικών. Μετά ματαίας τινάς αναφοράς και διαμαρτυρήσεις ηναγκάσθησαν οι διαμαρτυρόμενοι να υποταχθώσιν, αναλαμβάνοντες να συμβιβάσωσι την ακαθαρσίαν, εν μέσω της οποίας κατεδικάσθησαν να ζώσι, μετ' επιμόχθων και πολλάκις ματαίων αγώνων προς απαλλαγήν από της μάστιγος των ποντικών.
Εν πρώτοις αντετάχθησαν κατ' αυτών τα δραστικώτατα των δηλητηρίων, ο φωσφόρος, ο στρύγχνος, η κανθαρίς και το αρσενικόν, και αι παντός είδους και πάσης εφευρέσεως μυάγραι.
Ταύτα όμως μόνον κατά τας πρώτας ημέρας απεδείχθησαν κάπως χρήσιμα, τάχιστα δε εδιδάχθησαν τα πονηρά ζώα να δυσπιστώσι προς τα φαρμακερά καταπότια και να διαφεύγωσι τας τεχνικωτάτας παγίδας. Προ πάντων δε απέτυχον κατά τον αγώνα τούτον τα αντιταχθέντα εις αυτούς παντοία είδη γάτων, ου μόνον των εντοπίων, αλλά και των αδρά δαπάνη εισαχθέντων ανδρειοτάτων της Αγκύρας, της Ισπανίας, της Αιγύπτου και της Περσίας. Πλείστους εκ τούτων έπνιξαν και τους λοιπούς έτρεψαν εις επαίσχυντον φυγήν, μετ' ολίγον δε απέβη αναμφισβήτητον, ότι από κυνηγουμένων μετεβλήθησαν εις φοβερούς γατοδιώκτας οι ποντικοί.
Ταύτα δύνανται να φανώσιν απίστευτα εις μόνους τους τελείως στερουμένους ιστορικών γνώσεων, αλλ' οι παρακολουθήσαντες τας από των μέσων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων πολιτικάς επαναστάσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι η ιστορία των ποντικών συνδέεται αναπoσπάστως προς τας εισβολάς των εξ Άρκτου και Ανατολών βαρβάρων, των Σκανδιναβών, των Γότθων, των Ερούλων, των Βανδάλων, των Ούνων, των Αβάρων, των Μογγόλων και των Τατάρων. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι εγνώριζον μόνον τον μικρόν και ήμερον μυν, όστις έχει προς τον έπειτα επιδραμόντα δεκαπλάσιον το μέγεθος και εκατονταπλάσιον κατά την κακουργίαν βάρβαρον ποντικόν, ως η γαλή προς την τίγριν και ως προς τον κροκόδειλον η αθώα σαύρα. Εκάστη από του Αττίλα και του Γελιμέρου μέχρι των νεωτέρων χρόνων εισβολή συνωδεύετο υπό εισβολών του ανήκοντος εις την πατρίδα αυτών γένους τρωκτικών τετραπόδων, τα οποία δυστυχώς δεν συναπήρχοντο μετά των επιδρομέων, αλλ’ ενέμενον εις την κατακτηθείσαν χώραν, μέχρις ου επήρχετο νέα εισβολή άλλου ισχυροτέρου γένους, οίτινες διεδέχοντο και έτρωγον τους προκατόχους. Πρώτη μνημονεύεται υπό της ιστορίας η των Νορβηγών, οίτινες διαπλεύσαντες την Βαλτικήν επί των πλοίων των Νορμανδών και Δανών πειρατών απέβησαν εις τας ακτάς της Αγγλίας και της Αμερικής και εκείθεν επεξετάθησαν εφ' όλης της Ευρώπης, από των πάγων της Σκωτίας μέχρι των ισπανικών παραλίων. Ούτοι ήσαν, ως φαίνεται, σιδηρόχροοι και ωνομάσθησαν εκ τούτου υπό των λογίων χρονογράφων Ήφαιστοι ή λατινιστί Vulcani.
Τους Ηφαίστους έφαγον και διεδέχθησαν οι έπειτα εισορμήσαντες κατόπιν των Ούνων τεφρόχροοι Ασιάται. Τους επανακάμπτοντας εις τας εστίας στρατούς των Σταυροφόρων παρηκολούθησαν απειράριθμα πλήθη ποντικών, ιδρυσάντων νέαν εν Ευρώπη δυναστείαν, καταλυθείσαν ήτοι φαγωθείσαν μετά δύο αιώνας υπό των και πάλιν εκ της Βαλτικής επελθόντων. Αλλ' ανιαρόν θα ήτο να παρακολουθήσω κατά χρονολογικήν σειράν πάσας ταύτας τας επιδρομάς και αλληλοφαγίας. Παραπέμπων λοιπόν τους ορεγομένους εις τους Βυζαντινούς και Λατίνους χρονογράφους και συναξαριστάς, περιορίζομαι να μνημονεύσω την φοβερωτάτην πασών και σχεδόν σύγχρονον τελευταίαν. Περί το έτος 1725 σειρά αλλεπαλλήλων καταστρεπτικών σεισμών διέσεισαν πάσαν την παρά την Κασπίαν θάλασσαν χώραν, ορύξαντες βαθύτατα εις τας πέριξ πεδιάδας χάσματα. Εκ των βαράθρων τούτων ανεπήδησαν αναρίθμητα σμήνη ποντικών, οίτινες υπερβάντες τον Βόλγαν, είτε νηχόμενοι είτε επί αλιευτικών πλοίων, ετράπησαν έπειτα προς δυσμάς. Έκτοτε ουδέποτε εστείρευσε το ρεύμα της εισβολής, ούδ' έπαυσαν αι άβυσσοι της Παρακασπίας ερευγόμεναι μυριάδας κακοποιών τετραπόδων. Η παρ’ αυτών κατάκτησις της Ευρώπης συνετελέσθη μετά ταχύτητος ναπολεντείου και ταύτην διεδέχθη η πανωλεθρία των προκατόχων. Εν Σουηδία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ιταλία και Ισπανία, από της Υρκανείας θαλάσσης μέχρι των οχθών του Ατλαντικού, οι επί πολλούς αιώνας επικρατήσαντες Ήφαιστοι, οι φαιοί, οι τεφροί, Σκανδιναυοί, Σταυροφόροι και πάντα τα λοιπά γένη κατεπόθησαν υπό των επηλύδων και κατήντησαν ήδη τόσον σπάνιοι, ώστε αγοράζουσι τους επιζώντας τα Μουσεία. Προς σωτηρίαν από βεβαίου ολέθρου των άλλων επί της γης εμψύχων ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να καταστήση πάντα τα είδη των ποντικών ποντικοφάγα, αλλ’ ουδέν άλλο ήτο κάλλιον των Παρακασπείων ή Μοσχοβιτών ωπλισμένων προς τοιαύτην θανάσιμον πάλην. Το μήκος αυτών, συμπεριλαμβανομένης της ουράς, φθάνει ενίοτε τα τεσσαράκοντα εκατοστά του μέτρου, ήτοι το σύνηθες της γαλής, (3) ανάλογος δε του αναστήματος είνε το θράσος και η θηριωδία. Πλην τούτου υπερβαίνουσι πάντας τους άλλους κατά την πολυτοκίαν. Κατ' εξαίρεσιν των λοιπών ζώων έχουσι κοινόν προς τον άνθρωπον, ότι δεν υπάρχει δι' αυτούς ωρισμένη εποχή ερώτων, αλλ' ερωτεύονται και πληθύνονται κατά πάσαν ώραν, τρις δε ή τετράκις του έτους γεννά η Μοσχοβίτισσα ουχί ολιγώτερα των δεκαπέντε τέκνων. Ο μόνος περιορισμός του φοβερού τούτου πολλαπλασιασμού έγκειται εν τη διαφθορά των ηθών και τη τελεία παρά τοις ζώοις τούτοις ελλείψει συγγενικού φίλτρου. Αι μητέρες εν ελλείψει άλλης τροφής τρώγουσι τα ίδια τέκνα, ταύτα δε τους γηράσαντας γονείς, απαραλλάκτως ως έπραττον κατά τον Ηρόδοτον οι πρόγονοι των παρακασπείων Μοσχοβιτών αρχαίοι Μασαγέται.
Εις τας ιστορικάς ταύτας λεπτομερείας ηναγκάσθην να ενδιατρίψω, όπως μη φανώσιν απίθανα όσα απομένουσι να διηγηθώ. Πρέπει δε και να προσθέσω, ότι περί την εποχήν εκείνην ήρχιζεν εισαγόμενος παρά τοις Ιταλοίς εξ Αγγλίας ο νεωτερισμός ν' αντιταχθή αντί του γάτου ο σκύλος κατά της ογκουμένης πλημμύρας των τρισμεγίστων ποντικών. Εις το κυνήγιον τούτο επετύγχανε προ πάντων μιγάς τις γενεά έλκουσα την καταγωγήν εκ των ερώτων Αγγλίδος βουλδογίσσης μετά του ιθαγενούς μολοσσού των Απεννίνων. Τα φοβερά ταύτα ζώα εκαλούντο Αρλεκίνοι εκ του ομοιάζοντος το προσωπείον Αρλεκίνου μαύρου αυτών ρύγχους και, πριν ή χρησιμοποιηθώσιν ως μυοκτόνοι, εξετέλουν καθήκοντα οία τα των αρχαίων μονομάχων εν τω ρωμαϊκώ αμφιθεάτρω, σπαράσσοντες αλλήλους κατά τας πανηγύρεις προς διασκέδασιν του πλήθους, ή και παλαίοντες κατά ταύρων.
Τω καιρώ εκείνω είχα το μέγα ευτύχημα να είμαι δεκαπενταέτης και το ουχί μικρότερον να κατοικώ τέσσαρας κατ' έτος μήνας εις εξοχικήν οικίαν περικυκλουμένην υπό μικρού δάσους γηραλέων καστανέων, του ωραιοτάτου των δένδρων είτε όταν ανθή την άνοιξιν, είτε όταν κύπτωσιν οι κλάδοι του υπό το βάρος του φθινοπωρινού καρπού. Ο Οκτώβριος επλησίαζεν εις την λήξιν, ο καιρός ήτο ψυχρός και εις την εστίαν εσπινθήριζεν η πρώτη του έτους, εκ ξηρών κλημάτων πυρά, ότε αντήχησεν ο κώδων της εξωθύρας και ευθύς έπειτα επί της κλίμακος βαρύ πάτημα μετά κλαγγής σπάθης επί των λιθίνων βαθμίδων.
Ο απροσδόκητος επισκέπτης ήτο γιγάντειος υπαξιωματικός των Καραβινιέρων, όστις χαιρετίσας ευγενέστατα παρουσίασεν ημίν διαταγήν του φρουραρχείου, «όπως χορηγήσωμεν επί τρεις ημέρας κατάλυμα εις τον αποσπασματάρχην Ταραβόκιαν, εκτελούντα μεταβατικήν υπηρεσίαν». Αι τοιαύται φιλοξενίαι επεβάλλοντο συνεχώς εις τους κατοικούντας μεμονωμένας εξοχικάς επαύλεις, αλλ' εις ουδένα επροξένουν ανησυχίαν ή τρόμον, ως εις τας ελληνικάς επαρχίας η διάβασις των προς καταδίωξιν της ληστείας μεταβατικών αποσπασμάτων, η τρέπουσα εις φυγήν αθρόους τους χωρικούς εκ του φόβου της παροιμιώδους κοτοπήττας. Οι ανήκοντες εις το επίλεκτον σώμα των Καραβινιέρων εφημίζοντο ως ευγενέστατοι· εσέβοντο των ξενιζόντων τας όρνιθας και δεν ησπάζοντο άνευ της αδείας των τας γυναίκας.
Οι υπαξιωματικοί ήσαν πάντες εγγράμματοι, αν και ουδείς πτυχιούχος του Πανεπιστημίου, διότι η Ιταλία δεν ηυτύχει, ως η Ελλάς, να έχη τοσαύτην πληθώραν διδακτόρων, ώστε να ψηφίση νόμον περί απονομής εις αυτούς θέσεων υπενωμοταρχών και υπαστυνόμων. Πάντες εγνώριζον ανάγνωσιν, γραφήν, τα τέσσαρα πάθη της αριθμητικής και τους πρώτους κανόνας της καλής συμπεριφοράς, να μη μεταχειρίζωνται δηλ. ούτε τους δακτύλους ως ρινόμακτρα ουδέ τους γρόνθους ως επιχειρήματα επί της ράχεως των φορολογουμένων. Ο δε παρ' ημών ξενιζόμενος ήτο και κατά τι λογιώτερος. Περιποιούμενος ημάς ως Έλληνας εθεώρησε πρέπον να μας πληροφόρηση, ότι η Ελλάς ήτο τον παλαιόν καιρόν ένδοξον έθνος, πατρίς εξόχου ποιητού καλουμένου Ομήρου υμνήσαντος τα κατορθώματα του μεγάλου Αλεξάνδρου. Ακριβέστεροι όμως ήσαν αι γνώσεις του περί άλλα χρησιμώτερα πράγματα, τα οποία ευηρεστήθη κατά την διαμονήν του να με διδάξη, την διά κατόπτρου προσέλκυσιν των κορυδαλλών, την διάκρισιν των φαγωσίμων από φαρμακερών αμανιτών, την εις τα κοιλώματα των κουφοκαστανεών σύλληψιν των γλαυκών και την κατασκευήν παγίδων προς άγραν των κουνελλίων. Αλλ' η μεγίστη του αγαθού χωροφύλακος προς εμέ χάρις ήτο να με προσκαλέση εις το δραματικώτατον των όσα έτυχε να ίδω θεαμάτων, εις την υπ' αυτού σχεδιασθείσαν μεγάλων ποντικών κυνηγεσίαν. Αύτη έμελλε να διεξαχθή την προσεχή Κυριακήν κατά παράκλησιν του δημοτικού συμβουλίου υπό την στρατηγίαν του φίλου μου ενωμοτάρχου, συνοδευομένου υπό της ημιλοχίας του και επικουρίας χωρικών. Πλην εμού είχον προσκληθή οι συντάκται δύο ή τριών εφημερίδων και νέος τις ποιητής, όπως περιγράψωσι και υμνήσωσι πεζώς και εμμέτρως το αξιομνημόνευτον γεγονός. Τόπος συναθροίσεως είχεν ωρισθή η μικρά πλατεία του Αγ. Πέτρου, η ολίγον απέχουσα από του σφαγείου των ίππων και ώρα η τετάρτη της πρωίας, η συνήθης προς τοιαύτας κυνηγεσίας. Περιττόν δε είνε να προσθέσω, ότι επεκράτει ακόμη το βαθύ σκότος ασελήνου και ομιχλώδους φθινοπωρινής νυκτός, την δε πορείαν ημών εφώτιζον χωρικοί κρατούντες μεγάλας εκ πίσσης λαμπάδας. Τούτους ηκολούθουν περί τους τριάκοντα Καραβινιέροι, φέροντες πλην της σπάθης βαρείαν ράβδον και σύροντες έκαστος διά λωρίου ζεύγος των ανωτέρω περιγραφέντων φοβερών μανδροσκύλων. Ούτω βαδίζοντες εν σιωπή ωμοιάζομεν συνωμότας.
Η νυξ και το κόκκινον φως των δάδων μετέδιδον εις την παράταξιν ημών χροιάν Κατιλιναϊκήν. Εφ' όσον επλησιάζομεν προς τα σφαγεία, το έδαφος νοτισθέν υπό της προσφάτου βροχής καθίστατο σπογγωδέστερον. Ο πιτυλίζων ημάς βόρβορος είχε την ρευστότητα του ύδατος και το ύδωρ την πυκνότητα του βορβόρου. Αυτός δε ο αήρ εφαίνετο πυκνωθείς εκ των παντοίων πνιγηρών αναθυμιάσεων και, όπως δυνηθή τις ν' αναπνεύση, ηναγκάζετο να φράξη την μύτην.
Επί τέλους εφθάσαμεν προ χαμηλού τίνος περιτειχίσματος, εφ' ου στηρίξαντες κλίμακα ανήλθομεν και εκαθίσαμεν επί της κορυφής του τοίχου. Ούτος περιέφρασσεν ικανώς ευρύχωρον κυκλικόν περίπου χώρον, είδος τι αμφιθεάτρου, του οποίου το πλακόστρωτον έδαφος διετέμνετο δι' αυλακιών αποληγόντων εις κιγκλιδοφράκτους προς εκροήν του αίματος οπάς. Ο τόπος ούτος εχρησίμευε προς σφάξιμον και εκδοράν των ίππων, ως υπεδείκνυεν ο εν γωνία τινί σωρός κρανίων. Οι ίπποι δεν εθεωρούντο ακόμη κατά την εποχήν εκείνην ανήκοντες εις το γένος των φαγωσίμων, αλλ' εν τούτοις αντί να γείνωσι συνταξιούχοι εσφάζοντο οι γηράσαντες προς αμοιβήν των μακρών αυτών εκδουλεύσεων εις το αχάριστον ανθρώπινον γένος. Νεκρός ίππος έμελλε να πρωταγωνιστήση κατά την πανήγυριν της νυκτός εκείνης, ουδ' εβράδυνε να εμφανισθή επί της σκηνής, συρόμενος διά σχοινίων μέχρι του κέντρου του αμφιθεάτρου υπό τεσσάρων τω συνοδευόντων ημάς χωρικών. Ούτοι έσπευσαν να κλείσωσι το δίφρακτον, δι' ου είχεν εισαχθή το πτώμα, συγχρόνως δε ν' ανοίξωσι τας οπάς του τοίχου, δι' ου έμελλον να εισπηδήσωσιν εις το στάδιον οι αναμενόμενοι ιπποφάγοι, ελκυόμενοι υπό της οσμής του παρατεθέντος αυτοίς μεγαλοπρεπούς συμποσίου. Οι πρώτοι εμφανισθέντες ποντικοί ήσαν εν αρχή ολίγοι και εφαίνοντο δυσπιστούντες και κάπως δειλοί. Αλλ' ούτοι ήσαν απλοί πρόσκοποι αποσπασθέντες προς κατόπτευσιν του εδάφους. Η έκθεσις αυτών υπήρξεν, ως φαίνεται, ενθαρρυντική. Μετ' ολίγον εξώρμησαν εκ πάσης ανοιχθείσης οπής και εξ άλλων πιθανώς υπογείων οχετών, διότι εφαίνοντο ως αναδυόμενοι εκ της γης πυκναί φάλαγγες τρωκτικών τετραπόδων, Άξιον δε σημειώσεως είνε ότι, εφ' όσον ηύξανεν ο αριθμός, εφαίνετο συναυξάνον και το μέγεθος αυτών. Ενώ οι πρώτοι εισελάσαντες ηδύναντο να θεωρηθώσιν ως μεγάλοι μόνον ποντικοί, το ανάστημα πλείστων εκ των ήδη εισορμώντων δεν εφαίνετο κατώτερον του των γάτων. Μετά τινα δε λεπτά ολόκληρος, άνευ του ελαχίστου κενού, η επίφάνεια του ευρυτάτου εκείνου περιβόλου εκαλύπτετο υπό εμψύχου και αεικίνητου τάπητος παρδαλοχρόου, διότι τα ζώα ταύτα διεκρίνοντο ου μόνον διά του αναστήματος αλλά και διά του χρώματος την ποικιλίαν. Υπήρχον ποντικοί ολόμαυροι, καστανοί, ξανθοί, ορφνοί, μολυβδόχροοι καί τινες λευκοί, ίσως εκ των γηρατειών.
Ο νεκρός του ίππου δεν εφαίνετο πλέον. Εκεί όπου έκειτο, ουδέν άλλο έβλεπέ τις ή πυκνότερον σωρόν ποντικών έχοντα περίπου του πτώματος το σχήμα. Εκ του σωρού τούτου ανήρχετο παράδοξός τις ήχος ομοιάζων τον κροταλισμόν των πηρουνίων και των σιαγόνων κατά την ώραν του γεύματος εν τη αιθούση πολυανθρώπου ξενοδοχείου. Το συμπόσιον διήρκει από μιας ήδη ώρας. Αλλ' ημείς ουδέν άλλο ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν πλην του αμόρφου, αεικινήτου και ανά πάσαν στιγμήν ογκουμένου εκείνου σωρού.
Ουδ' έπαυσαν να προσέρχωνται πανταχόθεν νέα αδηφάγα σμήνη. Οι καταφθάνοντες ανέβαινον και έτρεχον επί της ράχεως αλλήλων και επί τούτων άλλοι. Ο ζωντανός εκείνος τάπης ωμοίαζεν ήδη προς τα νώτα τρικυμιώδους θαλάσσης.
Κατά την στιγμήν εκείνην ερρίφθησαν κατά διαταγήν του αρχηγού τρεις αναμμέναι δάδες επί του αποκρύπτοντος το πτώμα σωρού και η ζέουσα ρητίνη έσταξεν επί των δαιτυμόνων. Περί αυτήν εσχηματίσθη τότε ευρεία οπή και εις το βάθος του λάκκου διεκρίνομεν ουχί πτώμα ίππου, διότι ούτος είχε φαγωθή ολόκληρος, μη εξαιρουμένων του δέρματος και των σπλάγχνων, αλλ' άσαρκον ήδη και λευκάζοντα σκελετόν. Εντός της κοιλότητος αυτού απέμενον εν τούτοις σκληροτράχηλοι τινες συμποσιασταί, μη πεισθέντες ουδ' υπό της βροχής πυρός να εγερθώσι της τραπέζης.
Καιρός ήτο ήδη να επιδείξωσι την ανδρείαν αυτών οι σκύλοι. Ούτοι ανυπομόνουν προ πολλού, ωρύοντο, ηνωρθούντο και έσειον τους ιμάντας μετά τοσαύτης ορμής, ώστε εκινδύνευον να παρασυρθώσιν οι κρατούντες αυτούς άνδρες. Ότε απελύθησαν επί τέλους, δεν ανέμειναν να ανοιχθή αυτοίς η πύλη του αμφιθεάτρου, αλλά κατεπυλίσθησαν από της κορυφής του τοίχου εις την παλαίστραν ως καταρράκτης οι εξήκοντα μολοσσοί, και ήρχισεν αξία επικής ανυμνήσεως ποντικοσφαγία. Φοβερά ήτο η μανία και άσβεστος η δίψα αίματος των σκύλων. Έδακνον, έπνιγον, εσπάρασσον και εσκόρπιζον περί αυτούς εκατοντάδας ασπαιρόντων πτωμάτων. Τούτο διήρκεσεν επί δέκα περίπου λεπτά, κατά τα οποία ασφαλής εφαίνετο η έκβασις του αγώνος. Τι όμως ήσαν εκατοντάδες τινές νεκρών, ενώ εις μυριάδας ανήρχοντο οι περικυκλούντες αυτούς εχθροί;
Μετ' ολίγον αντήχησαν γαυγύσματα, ομοιάζοντα μάλλον προς γοερόν παράπονον ή αλαλαγμόν θριάμβου. Οι ποντικοί συνελθόντες εκ της εκπλήξεως ήρχιζον ήδη ν' αμύνωνται κρατερώς, αναρριχώμενοι και προσηλούμενοι ως βδέλλαι επί των νώτων των μολοσσών, οίτινες εξηκολούθουν μεν να σπαράττωσι τους περί αυτούς, αλλά μάτην ηγωνίζοντο ν' αποτινάξωσι τους επικαθημένους. Ολόκληρον το σώμα τινών εκ των σκύλων εκαλύπτετο υπό ποντικών ως προ μικρού ο νεκρός του ίππου, και άδηλος απέβαινεν η έκβασις της μάχης. Ανδρείοι μεν και ρωμαλέοι ήσαν οι βουλδόγοι, αλλά και πολύ ολιγώτεροι των εν Θερμοπύλαις συντρόφων του Λεωνίδα κατά των αμετρήτων περσικών στιφών. Όπως λοιπόν μη πέσωσιν ούτοι έστω και ενδόξως υπό τους οδόντας των ποντικών, κατεπείγουσα ήτο η ταχίστη παροχή εις αυτούς επικουρίας. Ανοίξαντες τότε την μεγάλην πύλην εισώρμησαν αθρόοι εις την παλαίστραν, οι Καραβινιέροι μετά της εφεδρείας των χωρικών. Τρεις ή τέσσαρες μόνον εξ αυτών εγύμνωσαν την σπάθην, αλλ' οι πλείστοι επροτίμησαν ως όπλον τας μακράς και βαρείας ράβδους.
Ταύτας μετεχειρίζοντο ως κατά το αλώνισμα του σίτου οι γεωργοί. Εκάστη της ράβδου καταφορά ανετίνασσεν εις τον αέρα ολόκληρον ορμαθόν ποντικών και εξ ίσου δραστηρίως ειργάζοντο οι πόδες. Οι Ιταλοί Καραβινιέροι είνε, ως γνωστόν, κολοσσοί· τα μέχρι του γόνατος βαρύτατα υποδήματα ησφάλιζον τας κνήμας αυτών από των δηγμάτων και έκαστον επί των πλακών βήμα απέβαινε θανατηφόρον. Άλλοι μεν διεσκέδαζον χορεύοντες επί του ποντικοστρώτου εδάφους είδος τι φονικωτάτης μαζούρκας, και άλλοι εμιμούντο τας κινήσεις των πατούντων εις τον ληνόν τας σταφυλάς. Αλλά και οι σκύλοι αναθαρρήσαντες εκ της παρουσίας των κυρίων αυτών ηγωνίζοντο και πάλιν ηρωικώς. Η νίκη αυτών ηδύνατο ήδη να θεωρηθή ως ασφαλισθείσα, αλλ' ο αγών παρετείνετο, διότι εξ ίσου δύσκολος ήτο εις τους ητηθέντας και η αντίστασις και η ταχεία αποχώρησις εκ του πεδίου της μάχης. Αι οπαί του τοίχου, δι' ων είχον εισέλθη ήσαν τόσον στεναί, ώστε υπέρ την μίαν ώραν είχε διαρκέση η εισέλασις των αλλεπαλλήλων ταγμάτων και αδύνατος εκ τούτου ήτο η αθρόα φυγή. Άλλως δε μεταξύ αυτών και των εξόδων ωρθούντο οι Καραβινιέροι και έχαινον τα στόματα των μολοσσών. Τα εμπόδια ταύτα επεχείρησαν να υπερπηδήσωσιν αντλούντες θάρρος εκ της απελπισίας. Επήδων επί των νώτων των σκύλων, ανερριχώντο εις τους ώμους των ανδρών, έδακνον τας ράβδους μέχρις εκριζώσεως των οδόντων, πολλοί δε και ερρίφθησαν κατά του τοίχου μετά τοσαύτης ορμής, ώστε συνετρίβη η κεφαλή αυτών. Ίσως ήτο τούτο αυτοχειρία.
Το θέαμα απέβη τοσούτον απεχθές και φρικαλέον, ώστε απέστρεψα τους οφθαλμούς. Η σφαγή παρετάθη επί ημίσειαν περίπου ώραν. Αριθμός τις θυμάτων κατώρθωσε να σωθή διά τοιχαναβάσεως ή διά των υπογείων οχετών. Αλλ' ο κατά την στιγμήν εκείνην ανατέλλων ωχρός ήλιος φθινοπώρου εφώτιζε κατά τον προχείρως γενόμενον υπολογισμόν υπέρ τας δέκα χιλιάδας πτωμάτων. Μετά των νεκρών έκειντο και δύο μολοσσοί, είς είχε τυφλωθή κατά την μάχην, τρεις ή τέσσαρες εχώλαινον και πάντων αι πλευραί εστίζοντο δι' αιματηρών κηλίδων. Αλλά και πολλών ανδρών αι χείρες έφερον τα ίχνη των οδόντων των ποντικών. Πάντες εφαίνοντο κατάκοποι και απέσταζεν άφθονος εκ του μετώπου των ο ιδρώς, αν και ήτο παγερά η ομίχλη της πρωίας, ερριγούμεν δε ημείς της ομηρικής μάχης οι αργοί θεαταί.
Υπάρχει παροιμία, καθ' ην αι σφοδραί συγκινήσεις ανοίγουσι την όρεξιν. Ταύτην, ως φαίνεται, εγνώριζε της πανηγύρεως ο οργανωτής, διότι κατά την επιστροφήν ημών εις το υπαίθριον καφφενείον, ανέμενεν ημάς μικρός αγριόχοιρος στρεφόμενος επί της πυράς, νωπός τυρός, μέγας λέβης βραστών καστάνων καί τινες φιάλαι οίνου του τελευταίου τρυγητού, κάπως μεν θολού, αλλά γλυκού και αφρώδους ως καμπανίτου. Το πρόγευμα ήτο βεβαίως ορεκτικόν, αδύνατον όμως υπήρξε να τιμήσω αυτό, ενοχλούμενος υπό της διακεχυμένης καθ' όλον το προάστειον οσμής των παντοίων εκεί βιομηχανιών, του συμμιγούς αρώματος μακελλείου, παντοπωλείου, αλείμματος, σάπωνος, δερμάτων και λαϊκών μαγειρείων. Από της υπερβολικής ταύτης ευαισθησίας της οσφρήσεως μ' εθεράπευσεν, ως ελπίζω, ριζικώς η δεκαετής ήδη εν τη συνοικία της Πλάκας διαμονή.
[«Παναθήναια» 1900]
ΤΑ ΕΥΤΥΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑΣ
Πιθανόν είνε, αναγνώστα, η μόνη επιγραφή του παρόντος άρθρου να σε κάμη να υψώσης τους ώμους και ν' ανακράξης εκ των προτέρων «Παραδοξολογία!». Ουχί όμως αν έτυχε να αρρωστήσης βαρέως και ενθυμήσαι ακόμη όσα τότε ησθάνθης.
Το πρώτον και μέγιστον ίσως πλεονέκτημα της ασθενείας είνε ότι μόνον κατά τας ημέρας εκείνας της καταναγκαστικής απραξίας αισθάνεσαι εντελώς απαλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως και πάσης ευθύνης προς τον εαυτόν σου, την γυναίκα σου, τα τέκνα σου, την κοινωνίαν και τους δανειστάς σου. Τότε μόνον δύνασαι εν αναπαύσει συνειδήσεως να είπης· «Δεν πταίω εγώ ό,τι δήποτε και αν συμβή».
Εφ' όσον είσαι υγιής, η λεγομένη ανθρωπίνη οικογένεια δεν σοι οφείλει απολύτως τίποτε, ούτε εργασίαν, ούτε περίθαλψιν, ούτε πίστωσιν, ούτε όργανα εργασίας, ούτε προστασίαν, ουδέ καν τεμάχιον άρτου. Έχεις βραχίονας και εις σε απόκειται να πορισθής πάντα ταύτα. Αν δε η τύχη σε καταδιώξη και δεν δυνηθής με όλην την καλήν διάθεσιν να εύρης ούτε πελάτας αν ήσαι δικηγόρος, ούτε θαμώνας αν έχης καφφενείον, ούτε αυθέντην αν ήσαι υπηρέτης, αν πρωίαν τινά σε μετέβαλεν ο κ. υπουργός από τελωνοφύλακος εις παυσανίαν, και ματαίως εζήτησες δικόγραφα ν' αντιγράψης ή πρόβατα να βοσκήσης, ω τότε είσαι βεβαίως άξιος να ονομασθής «οκνηρός, ακαμάτης, χασομέρης, μπόσικος, ντεμπέλης». Μυριάκις ολιγώτερον ταπεινωτική διά την φιλοτιμίαν σου είνε η ιδιότης του αρρώστου.
Και όχι μόνον από βιοποριστικάς φροντίδας είσαι απηλλαγμένος, αλλά και από οχληροτάτας κοινωνικάς υποχρεώσεις, τας επισκέψεις, τα επισκεπτήρια, τας εθνικάς και βασιλικάς εορτάς, το χειροφίλημα, τα ονόματα, και την μετάβασιν εις τας κηδείας.
***
Αντί να φροντίζης κατά καθήκον περί των οικείων σου, τους βλέπεις όλους φροντίζοντας περί σου. Όλους περί την κλίνην σου, ανησύχους, προσεκτικούς, προθύμους, αφωσιωμένους, περιποιητικούς, προσπαθούντας να ευχαριστήσωσι πάσαν σου επιθυμίαν ή και ιδιοτροπίαν.
Οι φίλοι και οι γνώριμοί σου, οι συνήθως φροντίζοντες περί σου όσον και περί του Χάνου της Ταρταρίας, νομίζουν ότι η καθιερωμένη συνήθεια και το κοινωνικόν καθήκον επιβάλλει εις αυτούς να ζητώσιν ειδήσεις σου και να υποκρίνωνται ολίγην ανησυχίαν.
Αν πάλιν συγγενείς και φίλοι σ' εγκαταλείψουν, ουδ' η τελεία εκείνη εγκατάλειψις στερείται μικρού τίνος θελγήτρου. Η ιδέα ότι παλαίεις μόνος κατά του πόνου και του θανάτου, έχει τι το δυνάμενον να ικανοποιήση την φιλοτιμίαν σου. Σου παρέχει ευκαιρίαν να παρομοιάσης τον εαυτόν σου προς τον μεγάλον ήρωα του Αισχύλου, τον Προμηθέα Δεσμώτην, όστις απέμεινε κ' εκείνος επί του ερήμου βράχου του μόνος μετά του σπαράσσοντος το ήπαρ του γυπός, αφού τον εγκατέλειψαν αι άσπλαγχνοι Ωκεανίδες.
Πλην τούτου η γενική εκείνη εγκατάλειψις θέλει συμπληρώση τας μελέτας και την πείραν σου περί της ανθρωπίνης καρδίας και θα σοι παρέχη έπειτα ανεξάντλητον ύλην γέλωτος διά την πρώην πίστιν σου εις το συγγενικόν και φιλικόν φίλτρον.
— Αλλά θα αισθάνωμαι τας δυνάμεις μου εκλιπούσας, τας αισθήσεις μου ναρκουμένας, την κεφαλήν μου βαρείαν και δεν θα δύναμαι πλέον να σκέπτωμαι.
— Και παραπονείσαι, αχάριστε, διά τούτο; Αφού επί τόσα έτη σ' εβασάνισαν αι σκέψεις, ευεργέτημα βεβαίως και ουχί δυστύχημα είνε η επί τινα καιρόν διακοπή της βασανιστικής λειτουργίας του κουρασμένου εγκεφάλου.
Αν πάλιν διετήρησες λείψανά τινα αυτής, δεν είνε αμέτοχοι και μελαγχολικής τίνος γλυκύτητος αι ιδέαι του γαληνιαίου τέλους του δικαίου, της απαλλαγής από των εγκοσμίων βασάνων, της αιωνίου ειρήνης, του παραδείσου των χριστιανών, της συνταυτίσεως μετά του Θεού των πανθεϊστών, του Νιρβάνα των φιλοσόφων, και, διά να είπωμεν την γυμνήν αλήθειαν, πολύ περισσότερον πάντων τούτων η μέχρι της εσχάτης πνοής παραμένουσα ελπίς σωτηρίας;
***
Αλλά το μέγιστον υπέρ της αρρώστειας επιχείρημα είνε ότι δεν δύναταί τις χωρίς ν' ασθενήση να εντρυφήση εις την υπερτάτην μακαριότητα της αναρρώσεως.
Μετά ένα μήνα απολύτου νηστείας σου επιτρέπει ο ιατρός να φάγης ένα ψημένον μήλον, ο δε πρώτος εκείνος επιτετραμμένος καρπός σου φαίνεται ασυγκρίτως γλυκύτερος του συλλεγέντος υπό της Εύας απηγορευμένου. Έπειτα μίαν σούπαν την ημέραν, δύο σούπες, τρεις σούπες την ημέραν. Τις δεν λείχει τα δάκτυλά του ενθυμούμενος την γεύσιν αμβροσίας της πρώτης πτέρυγος ορνιθίου και το γλυκύτερον νέκταρος πρώτον ποτήριον οίνου;
***
Βαθμηδόν αι δυνάμεις σου, αι σωματικαί και διανοητικαί, επανέρχονται και αισθάνεσαι ότι η νόσος σού απέδωκεν είδος τι παρθενίας, ότι το πρώην σώμα σου το μολυσμένον, το κακόχυμον, το εξηντλημένον και πεπαλαιωμένον, ανεκαινίσθη, ότι κυκλοφορεί εις τας φλέβας σου νέον αίμα και νέαι σάρκες ενδύουσι τα οστά σου, ότι σ' εχάρισε δευτέραν ύπαρξιν ο Πανάγαθος Θεός.
Αφού αποδοθής εις την οικογένειαν και τους φίλους σου, απομένεις επί ικανόν ακόμη καιρόν χλωμός, πράος, γλυκύς, άκακος ως παιδίον, ευπροσήγορος, ενδιαφέρων· όλους τους αγαπάς και όλοι σε αγαπούν, χάρις εις την ευλογημένην αρρώστειαν, ήτις σε απήλλαξε πάσης περισσείας χολής και σε κατέστησε σχεδόν ανεπίδεκτον οργής, δυστροπίας και ερεθισμού.
***
Τι δε να είπωμεν περί της πρώτης μετά μακράν ασθένειαν εξόδου; Μεταβλέπεις τον ήλιον, τα δένδρα, τα πεζοδρόμια, τας προθήκας των εμπορικών, τας αγγελίας των θεάτρων, την φρουράν μεταβαίνουσαν εις τα Ανάκτορα, τους ανθοπώλας, τους εφημεριδοπώλας, τα άλογα και τους σκύλους. Και όσα σ' έκαμναν πριν να χασμάσαι, σε θέλγουν, σ' ευφραίνουν και σε συγκινούν, διά τον μόνον λόγον ότι εκινδύνευσες να μη τα μεταΐδης πλέον. Αν δε τύχη να σε στείλη ο ιατρός εις το Φάληρον ή την Κηφισσιάν, πόσον πλέον πράσινα ή πριν σε φαίνονται τα δένδρα και η θάλασσα κυανωτέρα!
***
Αλλ' ημέραν τινά εις το μέσον της οδού, ενώ έχασκες ακροώμενος πλανόδιον οργανέτον, το οποίον είχες τόσον καιρόν ν' ακούσης, βλέπεις διερχόμενον προ των οφθαλμών σου άλλον ασθενή, όστις δεν είχε την καλήν τύχην να γλυτώση ως συ και μεταφέρεται ήδη εις το τελευταίον του κατάλυμα εντός του πρώτου ή του δευτέρου νεκροταφείου.
Η πένθιμος εκείνη παρέλασις, καίτοι ικανώς συνήθης εις τας οδούς των Αθηνών, σοι προξενεί πρώτην φοράν εντύπωσιν βαθείαν και συγκινεί της καρδίας σου τους μυχούς. Αλλά και πόσην αισθάνεσαι απόκρυφον χαράν συγκρίνων την τύχην σου προς την του δυστυχούς νεκρού!
«Αν ήμην εγώ, σκέπτεσαι, μέσα εις το αποτρόπαιον εκείνο φέρετρον, θα μετέβαινα ως ούτος εν μέσω του αδιαφορούντος τούτου πλήθους εις την μαύρην τρύπαν, από την οποίαν δεν εξέρχεταί τις πλέον. Οι διαβάται θ' αφήρουν αναλγήτως τον πίλον των και θα εξηκολούθουν τον δρόμον των ως πράττουσι τώρα. Ή εγώ ή άλλος δεν θα τους έμελε τους αχρείους εγωιστάς. Η αλήθεια είνε, ότι πρέπει να ευχαριστώ τον Θεόν, όστις ηυδόκησε να ευρίσκωμαι ορθός επάνω εις αυτό το πεζοδρόμιον αντί να είμαι εξαπλωμένος μέσα εις το άσχημον εκείνο κουτίον».
Επί τινας ακόμη εβδομάδας εξακολουθείς να παρατηρής τας κηδείας μετά πολλού ενδιαφέροντος, νομίζων ότι οφείλεις να υποκλίνεσαι μετά σεβασμού και συγκινήσεως προ των νεκρών εκείνων, μετά των οποίων ολίγον έλειψε να συναριθμηθής, ως θα επεθύμεις να υποκλίνωνται και οι άλλοι προ του ιδικού σου λειψάνου.
Η μαύρη στολή νεκροφόρου με τον σταυρόν εις την ράχιν σε προξενεί ανατριχίασιν, προ πάντων αν είσαι ακόμη ολίγον ωχρός και τύχη ο νεκροφόρος να σε κυττάξη ως να έλεγεν «Εσύ, φίλε μου, δεν θ' αργήσης να λάβης την ανάγκην μου».
Εφ' όσον όμως παρέρχεται ο καιρός αποβάλλεις βαθμηδόν την συνήθειαν να συγκινήσαι εκ της θέας των νεκρών, συλλογιζόμενος τον εαυτόν σου. Αι παρειαί σου είνε ήδη στρογγύλαι και ροδοκόκκινοι και έπαυσαν να σε κυττάζουν οι νεκροφόροι και συ να προσέχης εις αυτούς. Μετ' ολίγον δε αποκαλύπτεσαι και συ μηχανικώς και παρέρχεσαι αδιάφορος προ των δυστυχισμένων νεκρών, προς τους οποίους ουδέν πλέον αισθάνεσαι κοινόν.
Ο καιρός εξακολουθεί το έργον του. Καθ' εκάστην αποβάλλεις μέρος της ευαισθησίας σου και της ικανότητος προς συγκίνησιν και χαράν. Τα χασμήματα υπερισχύουν και πάλιν και ο καθημερινός βίος σε φαίνεται όπως πριν πεζός, πληκτικός, μονότονος και ανούσιος ως νερόβραστος κολοκύνθη. Ουδ' υπάρχει ελπίς να γευθής και πάλιν την ηδονήν να είσαι ζωντανός, εκτός αν ευτυχήσης να κρούσης και δευτέραν φοράν εις του Πλούτωνος την θύραν.
(«Εμπρός» 11 Ιανουαρίου 1898).
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΓΙΔΙΖ ΚΙΟΣΚ
Οι αγαπώντες τα γραφικά θεάματα και έχοντες γρόνθους και αγκώνας ικανώς ισχυρούς, ώστε να ευρίσκωσι τόπον και εκεί όπου δεν υπάρχει, ουδαμού, πιστεύομεν, δύνανται κάλλιον να ευχαριστηθώσι παρά επί του καταστρώματος των μικρών ατμοπλοίων, τα οποία κατά πάσαν θερινήν εσπέραν μεταφέρουν τους Κωνσταντινουπολίτας εις τον Πρίγκηπον, το Νιοχώρι και τα Θεραπιά. Όπως εις το ποίημα του Δάντε, αντηχούσι κ' εκεί όλαι αι γλώσσαι και λάμπουσιν υπό τας ακτίνας του δύοντος ηλίου όλα τα χρώματα, όχι μόνον του ενδύματος, αλλά και του δέρματος πάσης καυκασίας, κιτρίνης ή αιθιοπικής φυλής. Το ροδόλευκον της Αγγλίδος δεσποίνης παρά την ώχραν του ινδού αυτής υπηρέτου, το χαλκόχρουν του Πέρσου και ο έβενος της Αραπίνας. Περί δε του κυανού της θαλάσσης, της πορφύρας της Δύσεως, των λευκών μιναρέδων και των μαύρων κυπαρίσσων δεν δύναμαι να είπω τίποτε, διά τον λόγον ότι την θέαν αυτών μου απέκρυπταν αι ράχεις, τα ομπρελάκια, τα σαρίκια, οι ατζέμικοι σκούφοι και τα υψηλά καπέλα των συνεπιβατών μου. Κάτωθεν ενός των καπέλων τούτων διέκρινα σπανόν πρόσωπον, του οποίου δεν με ήτο βεβαίως άγνωστος η μεγάλη μύτη, ήτις το εχώριζεν εις δύο ίσα μέρη ως η σειρά των Απεννίνων την Ιταλίαν.
Ενώ επροσπάθουν να ενθυμηθώ πού και πότε έτυχε και άλλοτε να την θαυμάσω, ο κάτοχος αυτής, ο έχων, ως φαίνεται, καλλιτέραν της ιδικής μου μνήμην, με εχαιρέτισεν ονομαστί και βλέπων με ακόμη διστάζοντα επρόσθεσε μειδιών:
— Δεν με γνωρίζετε; Είμαι ο Βορμ, ο πρώτος κωμικός του θιάσου του Λαβέρν εις το θέατρον των Αθηνών. Εγώ έπαιζα τον Φριτζ εις την «Μεγάλην Δούκισαν» και έπειτα τον «Κυανοπώγωνα». Με επροσκαλέσατε μίαν Κυριακήν μαζί με τας τρεις μου γυναίκας να φάγωμεν ένα αρνί εις την Πεντέλην.
Ταύτα μου ενθύμιζαν ευχαρίστους νεανικάς ημέρας.
— Και τι απέγειναν, ηρώτησα, αι τρεις σου γυναίκες; Η Αλαϊζά τι κάμνει;
— Ξετρελαίνει τους Βεδουίνους εις το Αλγέρι.
— Η Ζουάννα που είνε;
— Είνε μαγείρισσα εις την Μασσαλίαν.
— Η εύμορφη Εύα τι έγεινεν;
— Έγεινε πολύ άσχημη.
— Και συ τι κάμνεις;
— Εξακολουθώ να κάμνω τον κόσμον να γελά.
— Θα έλθω αυτάς τας ημέρας να με κάμης πάλιν να γελάσω.
— Πολύ λυπούμαι, αλλά τούτο είνε αδύνατον.
— Διατί αδύνατον; Αφού το κατώρθωνες καθ' εσπέραν εις τας Αθήνας και δεν έπαθα έκτοτε υποχονδρίαν; Μήπως έχασες την κωμικήν σου δύναμιν;
— Όχι, δόξα τω θεώ. Αύτη μάλιστα επενταπλασιάσθη, αφού μου την πληρώνουν εδώ το πενταπλάσιον των όσα μ' εδίδατε εις τας Αθήνας. Ήθελα μόνον να είπω ότι δεν είνε εύκολον πράγμα να εισέλθη κανείς εις το θέατρον όπου παριστάνω.
— Τόσο γεμάτο είνε πάντοτε;
— Εξ εναντίας σχεδόν άδειον.
Ο κ. Βορμ ηυδόκησεν επί τέλους να λύση την απορίαν μου πληροφορών με ότι ο θίασός του δεν ανήκεν εις το κοινόν, αλλ' αποκλειστικώς εις τον Σουλτάνον και το ιδιαίτερον αυτού ανακτορικόν θέατρον.
— Ο Σουλτάνος έχει θέατρον;
— Τέλειον και κομψότατον εις το Γιλδίζ-Κιοσκ. Εκεί παριστάνομεν δύο φοράς την εβδομάδα ενώπιον της Α. Μεγαλειότητος, των αυλικών του και των κυριών του Χαρεμίου.
— Σε συγχαίρω, απεκρίθην μετά τινος ζηλείας· τας λέγουν ωραίας.
— Δυστυχώς δεν τας βλέπομεν, διότι είνε κρυμμέναι απ' οπίσω από χρυσόν κιγκλίδωμα ως αι ιδικαί σας κυρίαι εις τας εκκλησίας της Σύρας. Ακούομεν μόνον τα γέλοια και τα χειροκροτήματά των.
— Και τι παίζετε; Οπερέτας του Οφεμπάκ;
— Κάποτε και κωμωδίας.
— Τίνος; Του Δουμά, του Παγερών;
— Όχι· του Σουλτάνου.
— Ο Σουλτάνος γράφει γαλλικάς κωμωδίας! ανέκραξα μετ' ευλόγου απορίας.
— Δεν είπα ότι τας γράφει. Ακούσατε, παρακαλώ. Η Αυτού Μεγαλειότης ευδοκεί ενίοτε να μας κράζη εις τα ανάκτορα ολίγον προ της ώρας του δείπνου και να μας εκθέση είτε διά δραγουμάνου είτε και ο ίδιος, όπως ημπορεί, την υπόθεσιν και τας κυριωτέρας της κωμωδίας του σκηνάς, διανέμων εις έκαστον το μέρος του και εξηγών με πολλάς χειρονομίας πώς εννοεί να παρασταθή. Έπειτα πηγαίνει να δειπνήση, ενώ ημείς τρέχομεν να ετοιμάσωμεν τα φορέματά μας και να συμφωνήσωμεν χονδρικώς περί του διαλόγου, τον οποίον πρέπει έπειτα ν' αυτοσχεδιάσωμεν επί της σκηνής. Εξ όλων των δραματογράφων μόνος ο Σουλτάνος κατορθώνει να παρευρεθή εις την παράστασιν των έργων του μίαν ώραν αφού τα συνθέση.
— Η ιδέα, απεκρίθην, δεν είνε εντελώς πρωτότυπος. Το αυτό περίπου κάμνουν εις τα λαϊκά θέατρα οι Ιταλοί αυτοσχεδιασταί και ιδίως οι παλιάτσοι. Τοιούτου είδους παραστάσεις ωνειρεύετο επί πολλά έτη η Γεωργία Σάνδη. Αλλ' ηναγκάσθη να παραιτηθή αυτών μη ευρίσκουσα ηθοποιούς ικανούς ν' αυτοσχεδιάσωσιν άλλο τι παρά τετριμμένας κοινοτυπίας ή πρωτοτύπους ανοησίας. Κρίμα ότι δεν έτυχε να σας γνωρίση εγκαίρως. Αλλ' ειπέτε μου, παρακαλώ, αξίζουν τίποτε αυταί αι σουλτανικοί κωμωδίαι;
— Το μόνον το οποίον δύναμαι με πλήρη πεποίθησιν να βεβαιώσω είνε, ότι προξενούν πάντοτε μεγάλην εντύπωσιν εις το ιδιαίτερον αυτού αυλικόν ακροατήριον.
— Τούτο βεβαίως αρκεί. Πολύ σπουδαιότερον παρά να ηξεύρη τι λέγει είνε διά τον δραματοποιόν να ηξεύρη προς ποίους ομιλεί, αποφεύγων να προσφέρη μαργαρίτας εις τους προτιμώντας τα βαλανίδια.
— Εις τοιούτον σφάλμα δεν υποπίπτει ποτέ η Α. Μεγαλειότης. Αι υποθέσεις των κωμωδιών του διακρίνονται προ πάντων διά την επιτυχίαν της εκλογής. Την τελευταίαν φοράν που μας έκραξε, «Επιθυμώ, είπε, να μου παραστήσετε ένα αυλάρχην τίμιον μεν και αφωσιωμένον εις τον κύριόν του, αλλά ασυλλόγιστον και σαστισμένον. Ούτος διατάττεται μίαν ημέραν αιφνιδίως να ετοιμάση συμπόσιον δι' εκατόν ανθρώπους, και αμέσως τα χάνει. Δίδει εις τους αρχιτρικλίνους και τους υπηρέτας διαταγάς ασαφείς και αντιφατικάς. Όλοι τρέχουν δεξιά και αριστερά, συγκρούονται και θραύουν ποτήρια και πινάκια. Ο φέρων επί της κεφαλής ταβλάν υπηρέτης σκοντάπτει, πίπτει και σκορπίζει κατά γης τα πιλάφια, τα γιαούρτια και τους ντολμάδες. Η ώρα εν τούτοις προχωρεί και τίποτε δεν είνε έτοιμον. Άμα διορθωθή μία ζημία διαδέχεται αυτήν άλλη μεγαλειτέρα. Ο αυλάρχης κυττάζει με αγωνίαν το ωρολόγιον και μαδά τα γένεια του από την απελπισίαν. Το μάδημα όμως δεν ηδύνατο να εμποδίση τους δείκτας να τρέχουν και, εφ' όσον επλησίαζεν η ώρα, τόσον ηύξανεν η αταξία. Αύτη ήτο εις το κατακόρυφον και η αίθουσα του γεύματος ωμοίαζε κατάστρωμα πλοίου δερομένου υπό της τρικυμίας, όταν εισήλθεν ο ηγεμών με τους προσκαλεσμένους. Ο δυστυχής αυλάρχης τρέχει να ριφθή εις τους πόδας του κράζων «Αμάν!» και ο πολυεύσπλαγχνος αυθέντης του, αφού διέταξε να τον ρίψουν εις την θάλασσαν διά να τον τρομάξη, ευδοκεί έπειτα, μετά αυστηράν νουθεσίαν, να τον συγχωρήση. Αυτά να μου παραστήσετε και να είνε όλα έτοιμα μετά μίαν ώραν».
Όσον και αν φαίνεται απίστευτος, η αλήθεια είνε ότι κατορθώνομεν πάντοτε να ετοιμάσωμεν το σκηνολόγιον κατά την διάρκειαν του σουλτανικού γεύματος. Τον δε διάλογον, ως σας είπα, τον αυτοσχεδιάζομεν επί της σκηνής. Απαγγέλλομεν μίαν οποιανδήποτε φράσιν σχετικήν προς την υπόθεσιν και περιμένομεν την δευτέραν, ως τα πετεινά του ουρανού την τροφήν των, από το έλεος του Θεού. Η παράστασις προ πάντων του «Σαστισμένου αυλάρχου» επέτυχε θαυμάσια. Όταν εδόθη η διαταγή να ριφθή ούτος εις την θάλασσαν, μία από τας ηθοποιούς, η παλαιά σας γνώριμη κυρία Φιορέλη, εθεώρησε πρέπον να υποκριθή την ευαίσθητον λιποθυμούσα, και τότε ηυδόκησεν ο Σουλτάνος να λάβη μέρος εις την παράστασιν, ραντίζων το πρόσωπον και τους γυμνούς της ώμους με ένα σίφωνα νερόν του Σελτζ, διά να την ξελιγοθυμήση. Αδύνατον είνε να σας περιγράψω την κατά το επεισόδιον τούτο ιλαρότητα των θεατών, τον ακράτητον γέλωτα, τα χειροκροτήματα και τα «Αφερίμ!».
Αι περισσότεροι των σουλτανικών τούτων κωμωδιών είνε μάθημα διδόμενον είς τινα επιφανή αυλικόν, σατυρισμός μιας του καταχρήσεως, ανοησίας ή μανίας. Εκ τούτου συμβαίνει πολλάκις να είνε πολύ κωμικοτέρα της παιζομένης παρ' ημών κωμωδίας η όψις της πλατείας. Κατά την αρχήν της παραστάσεως ουδείς γνωρίζει ποίος από τους παρισταμένους πρόκειται κατά την εσπέραν εκείνην να σατυρισθή και έκαστος ανησυχεί φοβούμενος μη έπεσεν ο κλήρος επ' αυτόν. Το θύμα όμως δεν βραδύνει να υποδειχθή τόσον σαφώς, ώστε οι άλλοι, ησυχάσαντες διά λογαριασμόν των, γελώσιν εις την ράχιν του με την τουρκικήν ασπλαγχνίαν. Το κωμικώτερον όλων είνε οι μάταιοι αγώνες, τους οποίους καταβάλλει ο σατυριζόμενος να υποκριθή ότι δεν εννοεί ότι πρόκειται περί αυτού και να γελάση μαζί με τους άλλους. Υποθέτω όμως ότι ο γέλως του εκείνος πολύ ομοιάζει με το μειδίαμα των προγόνων σας Σπαρτιατών, όταν εσπάρασσε τας σάρκας των η εντός του χιτώνος των αλεπού.
Κατά την εποχήν του ανωτέρω διαλόγου, συνέβαινε να θεωρήται η κατάστασις των ανατολικών πραγμάτων ικανώς κρίσιμος ως εκ των απειλών της Ρωσσίας και της εντάσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τούτο με έκαμε να ερωτήσω τον ανακτορικόν ηθοποιόν αν εξακολουθή ο Σουλτάνος να έχη όρεξιν διασκεδάσεως, ενώ εσείετο το κράτος του.
— Τους Ρώσσους, μου απήντησεν, θα τους εμποδίση η Ευρώπη να μας φάγουν, τους δε Έλληνας ουδέ καν τους συλλογίζεται ο Σουλτάνος.
— Και διατί; παρακαλώ.
— Διότι κανείς δε φοβείται τους σκύλους, οι οποίοι αιωνίως γαυγίζουν χωρίς ποτέ να δαγκάσουν.
Αν και ήτο κάπως δύσκολον να εύρω ότι ο άνθρωπος είχεν άδικον, η πατριωτική εν τούτοις φιλοτιμία μου μού επέβαλλε να του απαντήσω.
— Έχεις δίκαιον να ομιλής ούτω, αφού σε δίδουν οι Τουρκοι το πενταπλάσιον των όσα εκέρδιζες εις τας Αθήνας.
(«Ημερολόγιον Σκριπ»).
ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ
Την ταχείαν πρόοδον της Ελλάδος, εννοούμεν την υλικήν, αδύνατον είνε ν' αρνηθώσιν όσοι τουλάχιστον έτυχε προ τριών ή τεσσάρων Ολυμπιάδων να ταξειδεύσωσιν εις Μεσολόγγι. Ούτε ν' αποβή τις εις την ηρωικήν πόλιν ήτο τι εύκολον, ούτε του αποχαιρετισμού η ημέρα ηδύνατο να ορισθή ασφαλώς κατά το δρομολόγιον της τότε μοναδικής ατμοπλοϊκής εταιρίας. Μεταξύ τω όντι των πλοίων αυτής και της ξηράς εμεσολάβει δίωρος θαλάσσιος δρόμος, επί λέμβου, προχωρούσης δι' ωθήσεως καλάμου, καθ' ον περίπου τρόπον τα μονόξυλα των αγρίων εις τα αβαθή ρεύματα του νέου κόσμου. Και ο μεν έξωθεν ερχόμενος ήτο τουλάχιστον βέβαιος ότι κατά το τέρμα της λεμβοδρομίας θα εύρισκε ξηράν να πατήση, πολύ όμως μικροτέρα ήτο η του αναχωρούντος βεβαιότης αν εξερχόμενος του ακατίου ήθελεν επιβή επί ατμοπλοίου ή αποβιβασθή εις ερημόνησόν τινα, επώνυμον του Αγ. Σώστου, αναμένων επί άδηλον διάστημα χρόνου την εμφάνισιν εις τον ορίζοντα του «Όθωνος», της «Ύδρας» ή της «Βασιλίσσης». Τοιούτο τι, δυστυχώς, επεφύλαττεν εις εμέ και τους συμπλωτήρας μου η κακή Μοίρα. Αναχωρήσαντες εκ Μεσολογγίου την τετάρτην μετά το μεσονύκτιον φθινοπωρινής νυκτός βροχεράς και παγετώδους, επεσκοπήσαμεν μετά τρίωρον πλουν έρημον το πέλαγος περί τον Άγ. Σώστην, ουδ' είχεν ο μονάκριβος του νησιδίου κάτοικος, ατμοπλοϊκώς πράκτωρ συγχρόνως και καφφεπώλης, είδησιν της «Βασιλίσσης» καμμίαν. Όπως δε το ατμόπλοιον, ούτω και ο ήλιος εξηκολούθει να μένη αφανής, αναπαυόμενος υπό παχύ εφάπλωμα μαύρων συννέφων, καίτοι από πολλού είχε σημάνη η ταχθείσα υπό των αστρονόμων ώρα της εκτελέσεως των φωτιστικών αυτού καθηκόντων. Πρώτην τότε φοράν αφού επάτησα εις την Ελλάδα συνέβαινε να ποθήσω τας ακτίνας εκείνας, των οποίων τοσάκις είχον καταρασθή την ανηλεή μονοτονίαν. Ημέραν ως εκείνην μαύρην και σκοτεινήν μίαν μόνον ηδυνάμην ν' ανεύρω εν τη μνήμη μου, ην διήλθον εν Αμβέρση των Κάτω Χωρών, περιάγων κηρίον υπό τας κοσμούσας τους τοίχους του κοιτώνας μου εικόνας του Τενιέρου και Βαν Οστάδ. Αλλ' εις τον Άγ. Σώστην ούτε εικόνες υπήρχον ούτε, πιθανώς, κηρία. Αι ώραι διεδέχοντο αλλήλας ανιαραί και ατελεύτητοι, την δε στενοχωρίαν ημών ηύξανε προ πάντων το άδηλον του αριθμού των όσαι απέμενον ακόμη να διανύσωμεν ριγούντες επί του ξηροβράχου. Η θέσις ημών ήτο ως δυστυχούς καταδικασθέντος υπό σκληρού δικαστηρίου εις την ποινήν αορίστου αριθμού ετών προσκαίρων δεσμών!
Εις τοιαύτην ευρισκόμην περί το εσπέρας ψυχής διάθεσιν ή μάλλον αδιαθεσίαν, ότε προσήλθεν ο Ροβινσών της νήσου, ο πράκτωρ καφφεπώλης, λέγων μοι μετά θαυμαστής αταραξίας: «Το ατμόπλοιο δε θα έλθη ως αύριον το πρωί. Πού είνε τα ρούχα σου να σου στρώσω». Τότε κατά πρώτον εδιδάχθην ότι εις την πτωχήν μας γλώσσαν είνε δισήμαντος η λέξις &ρούχα& (4), δηλούσα και στρώμα, εφόδιον ουχ ήττον των ενδυμάτων απαραίτητον εις τον περιηγούμενον την Ελλάδα. Πλην του δωρεάν γλωσσικού μαθήματος ανέλαβεν ο καλός άνθρωπος να μοι προμηθεύση δείπνον και κοίτην αντί ταλήρου. Το πρώτον συνίστατο ως τα του Ευαγγελίου, εκ ξηρού άρτου, ον μ' έκαμε να εύρω ηδύτατον η πείνα, και τηγανητού οψαρίου, το οποίον καθίστα τελείως ακατάποτον δυσωδία ελλυχνίου αξία να παραβληθή προς την αποπνέουσαν εκ των λόγων του Ισοκράτους. Η οσμή του ελληνικού ελαίου και η αηδία των ισοκώλων, παρίσων και ομοιοτελεύτων της &προς Δημόνικον Παραινέσεως& είνε αι ανιαρόταται αναμνήσεις των σχολικών μου χρόνων. Αλλά πολύ μάλλον του συμποσίου ήτο το αναμένον ημάς υπνωτήριον άξιον περιγραφής. Το λεγόμενον πρακτορείον συνίστατο ολόκληρον εξ ενός μόνου ισογείου και ουχί μεγάλου θαλάμου, όπου έμελλαν να συγκοιμηθώσιν αδελφικώς οι επιβάται της «Βασιλίσσης» ένδεκα τον αριθμόν, ήτοι δύο εν φουστανέλλα ακαδημαϊκοί πολίται, είς καλόγηρος, δέσμιος υπόδικος αγόμενος εις Πάτρας υπό δύο χωροφυλάκων, τρεις χωρικοί, ο γράφων και γέρων τις ξένος περιηγητής. Εις τούτους προσετέθησαν μετ' ολίγον δύο κλωβοί πλήρεις ορνίθων προς προφύλαξιν αυτών από της επελθούσης ραγδαίας βροχής. Πάντα ταύτα τα τε πτερωτά και άπτερα δίποδα, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, επρόκειτο να διέλθωσιν ατελεύτητον νύκτα φθινοπώρου εντός χώρου μη παρέχοντος ουδέ το ήμισυ του απαραιτήτου προς κανονικήν λειτουργίαν των πνευμόνων αέρος. Προς ακριβή εκτίμησιν του ποιού της ατμοσφαίρας του κοιτώνος πρέπει να προστεθή εις την αδιάλειπτον αραίωσιν του οξυγόνου η προϊούσα συμπύκνωσις αναθυμιάσεων ορνιθώνος, φαγωσίμων, καλογηρικής γούνας, τσαρουχιών, λυχνίας τρεφομένης διά του αυτού πιθανώς ελαίου, το οποίον εχρησίμευσε προς τηγάνισμα του δείπνου και, προ πάντων, της απλωθείσης προς ύπνον ποικίλης συλλογής &ρούχων.& Όσον και αν ήμην κατάκοπος, η ιδέα εξαπλώσεως επί των υπέρ εμού ετοιμασθέντων μοι επροξένει ανατριχίασιν. Τοιαύτης κλίνης θα επροτίμων το ακανθόπλεκτον στρώμα ερημίτου της Σκήτης. Την αυτήν, ως φαίνεται, αισθανόμενος προς τα &ρούχα& αντιπάθειαν και ο ξένος συνοδοιπόρος μου επροτίμησε να διανυκτερεύση κακείνος αντικρύ μου επί καθίσματος, όσον το δυνατόν πλησιέστερον του παραθύρου. Υπό του αυτού ελαυνόμενοι αισθήματος παρετηρήσαμεν αμφότεροι τα ωρολόγιά μας. Αν και είχε νυκτώση από αμνημονεύτου χρόνου και πάντες εκοιμώντο περί ημάς, η ώρα ήτο μόλις ογδόη. Άλλαι λοιπόν εννέα εχώριζον ημάς ακόμη από του ηλίου της επιούσης, και ούτε ύπνου υπήρχεν ελπίς ούτε ήτο η ανάγνωσις δυνατή εκ της ανεπαρκείας του φωτισμού. Ως μόνος δυνατός τρόπος καταναλώσεως της ώρας απέμενε να θαυμάζωμεν αλλήλων την όψιν· του δε αντικρύ μου καθημένου αι ρυτίδες και η παρδαλή ασπροκίτρινος γενειάς δεν ήσαν βεβαίως άξιαι δεκαώρου θαυμασμού, ουδέ καν διεκρίνοντο επί άκρα κομψότητι τα δίπατα αυτού μέχρι γόνατος υποδήματα ή το εκ μαύρης προβειάς κάλυμμα της κεφαλής. Και ούτω όμως εύκολον ήτο να διακρίνη τις εκ της συμπεριφοράς αυτού και της λευκότητος των χειρών και του υποκαμίσου ότι δεν ανήκεν ο ανήρ εις τας τάξεις της πλειονοψηφίας. Ως πρόσθετος τούτου απόδειξις ηδύνατο να χρησιμεύση ότι, αντί του τετριμμένου οδηγού του Βαίδεκερ, είχεν επί των γονάτων του το τελευταίον πόνημα του Μαξ Στίρνερ: &«Το εγώ ως απόλυτον και ο κόσμος ως ιδιότης αυτού».& Ο τίτλος του βιβλίου καθίστα εύκολον την εύρεσιν της εθνικότητος του αναγνώστου όστις, αφού δεν ήτο γερμανός, ως απεδείκνυεν η ανεπίληπτος προφορά των δύο ή τριών λέξεων, τας οποίας έτυχε να εκστομίση γαλλιστί, ήτο ρώσσος βεβαίως και πιθανώτατα μηδενιστής. Τα βιβλία τω όντι των νεοεγελειανών φιλοσόφων κατήντησαν από ικανού ήδη χρόνου προϊόν εξαγόμενον αποκλειστικώς εις την Πετρούπολιν, καθ' ον περίπου τρόπον ο οίνος του Πόρτου εις το Λονδίνον. Την δε υποψίαν μηδενισμού εδικαίωνεν η προτίμησις του φοβερού έργου του Στίρνερ, του αναλαβόντος ν' αποδείξη επιστημονικώς φάντασμα πάσαν θρησκείαν, φενάκην την ηθικήν, όνειρον την δικαιοσύνην, ηλιθιότητα την πίστιν εις την πρόοδον του πολιτισμού και παντοκράτορα του κόσμου δυνάστην το «Απόλυτον εγώ», ήτοι τον άκρατον και απεριόριστον εγωισμόν. Η περιέργεια, μεθ' ης παρετήρουν αυτόν και το βιβλίον του, δεν διέφυγε την προσοχήν του ξένου, όστις θέσας τον δάκτυλον επί τόμου του Λεοπάρδη, τον οποίον έτυχε να κρατώ, μοι είπε μειδιών: «Le votre ne vaut guére mieux», ήτοι «το ιδικόν σου δεν είνε πολύ καλλίτερον». Η εξομοίωσις του Λεοπάρδη προς τον ου μόνον απαισιόδοξον, αλλά και απαίσιον Στίρνερ ήτο βεβαίως δεκτική συζητήσεως, η δε όρεξις ημών προς τοιαύτην μεγάλη, αφ' ετέρου όμως απέβαινεν από στιγμής εις στιγμήν επιτακτικωτέρα η ανάγκη εισπνοής κάπως αμιγεστέρου αέρος. Αλλ' η βροχή εξηκολούθει να καταπίπτη ποταμηδόν, ώστε ευρισκόμεθα προ του φοβερού διλήμματος της ασφυξίας ή του πνιγμού. Επί πέντε όλας ώρας διήρκεσεν η αγωνία εκείνη, μέχρις ου εφάνη ημίν ότι διεκρίναμεν διά του παραθύρου ασθενές τι και παροδικόν σελάγισμα, ακτίνα ίσως σελήνης διακόψασαν το βαθύ σκότος. Η μετ' ολίγον επανάληψις του φαινομένου και ο μετριώτερος του ύδατος κροταλισμός παρείχον ήδη ελπίδα τινά δυνατής εξόδου. Κατορθώσαντες να υπερπηδήσωμεν τους κοιμωμένους ημών συντρόφους, εξήλθομεν αδιστάκτως.
Ουδέποτε, πιστεύω, έτυχεν άνθρωπος να ροφήση αέρα μεθ' όσης ημείς απληστίας, πλην ίσως του προφήτου Ιωνά, ότε εξήλθε της κοιλίας του κήτους. Η σελήνη είχε κρυβή και πάλιν και η βροχή εξηκολούθει κατ’ αραιάς σταγόνας, αλλ' ευτυχώς υπήρχεν εκεί που πλησίον μικρόν τι κοίλωμα υπό εξέχοντα βράχον, όπου κατεφύγομεν συμμαζευθέντες επί βελέντζας, ην επρονόησε να παραλάβη εξερχόμενος ο σύντροφός μου. Το προ ημών θέαμα ήτο αληθώς εξαίσιον, αν και δεν εβλέπομεν σχεδόν τίποτε, ούτε ουρανόν ούτε θάλασσαν ουδέ ξηράν. Πάντα ταύτα συνεχέοντο εις άμορφον χάος, αλλάσσον χροιάν ακαταπαύστως κατά την πυκνότητα της νεφέλης, ήτις εσκίαζε τον δίσκον της πανσελήνου. Οι λεγόμενοι τεχνοκρίται πολλάς εμελάνωσαν σελίδας προς απόδειξιν ότι το γυμνόν παντός σχήματος χρώμα δεν δύναται να μεταδώση την ιδέαν του κάλλους, αλλ' εις εμέ ουδέν ουδέποτε άλλο θέαμα επροξένησεν όσην εντύπωσιν η αδιάλειπτος και ακαριαία μετάβασις του ανιδέου εκείνου όγκου από του χρώματος της πίσσης εις το της τέφρας, του μολύβδου, του ίου, της ώχρας ή του χαλκού. Εις το θάμβος του οφθαλμού πρέπει να προστεθή το αναδιδόμενον εκ της θαλάσσης άρωμα ιωδίου όντως μεθυστικόν. Τούτου όμως αποτέλεσμα ήτο να με κρημνίση αποτόμως από της υπερνεφέλου ποιήσεως εις το βάραθρον της πεζότητος, ενθυμίζον με τα γαϊδουροπόδαρα του Φαλήρου και ότι ήμην σχεδόν νήστις από της προτεραίας. Ο ρώσσος είχεν ευτυχώς εις την οδοιπορικήν του πήραν δίπυρά τινα της Οδησσού, τα οποία εμοιράσαμεν αδελφικώς ως και το περιεχόμενον φιαλιδίου κονιάκ. Ευχαριστών διά το φιλοφρόνημα εθεώρησα επίκαιρον να ψελλίσω δικαιολογίαν τινά υπέρ της καταστάσεως της πατρίδος μου, της εκθετούσης τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους εις δείπνα ξηρού άρτου και χειμερινάς εν υπαίθρω διανυκτερεύσεις, αλλ' άδικον θα ήτο να λησμονηθή ότι προ ημίσεως μόνον αιώνος, απαλλαγείσα βαρβάρου ζυγού, μόλις εισέρχεται εις το στάδιον του πολιτισμού. Την τοιαύτην παράταξιν των στερεοτύπων νεοελληνικών απολογημάτων διέκοψεν εκείνος αποτόμως διά του εξής απιστεύτου αποφθέγματος· «Μυριάκις προτιμότερον είνε να μείνη η Ελλάς απολίτιστος εις πάντας τους αιώνας ή να γνωρίση τα ασυγκρίτως ανώτερα των πλεονεκτημάτων βάσανα του λεγομένου πολιτισμού. Θέλεις απόδειξιν ότι έχω δίκαιον; Ενώ συ κ' εγώ πεινώμεν, κρυώνομεν, αγρυπνούμεν, βήχομεν και πταρνιζόμεθα επί υγρού βράχου, οι άξεστοι συμπατριώται σου, τους οποίους έχεις ίσως την βλακείαν να οικτείρης, κατώρθωσαν υπό τους αυτούς όρους να δειπνήσωσι μετ' ορέξεως και να κοιμηθώσι μακαρίως. Πρόοδος του πολιτισμού και αύξησις της ανθρωπίνης κακοπαθείας είνε τα ακριβέστερα των συνωνύμων».
Τον έπειτα προς ερμηνείαν του ανωτέρω αφορισμού μεταξύ ημών διάλογον προτιμώ να συνοψίσω εις μονόλογον του σλάβου φιλοσόφου, πιστεύων ότι παρέχω εκδούλευσιν εις τον αναγνώστην, μη αναμιγνύων τας ιδικάς μου κοινοτοπίας εις την ικανώς πρωτότυπον αυτού περί πολιτισμού θεωρίαν·
«Δεν είμαι, είπεν, ως επίστευσες, μηδενιστής, αλλά φιλήσυχος και ακίνδυνος καθηγητής των φυσικών επιστημών, ελθών εις την Ελλάδα προς συλλογήν των δυσευρέτων αλλαχού Καράβων του Αδώνιδος. Εκ της τριακονταετούς ήδη της φύσεως μελέτης επείσθην αδιστάκτως, ότι το ποσόν κακοπαθείας, το οποίον επιφυλάσσει η Μοίρα εις πάντα τα πλάσματα, είνε πανταχού και πάντοτε ακριβώς ανάλογον του όγκου και της τελειότητας του νευρικού αυτών συστήματος. Ουδ' υπάρχει λόγος τις εξαιρέσεως του ανθρώπου από του γενικού κανόνος. Παν λοιπόν το δυνάμενον οπωσδήποτε να συντελέση εις την επικράτησιν των νεύρων και ιδίως του εγκεφάλου θεωρώ ως ζημίαν, της οποίας κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να θεωρηθώσιν ως επαρκής αντιστάθμησις αι απολαύσεις αι προερχόμενοι εκ της προόδου της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Ουδ' είνε αύται διά τον ακριβώς εξετάζοντα τα πράγματα υπό ουδεμίαν έποψιν μεγάλαι. Αν σήμερον, χάρις εις τας τελειοτέρας γεωργικάς μεθόδους και την ταχυτέραν συγκοινωνίαν προς τους τόπους της παραγωγής, σπανιώτερον δεκατίζει τους λαούς της Ευρώπης η πριν ανά δεκαετίαν κατά μέσον όρον επισκήπτουσα τελεία έλλειψις άρτου, ο αριθμός αφ' ετέρου των ανεπαρκώς τρεφομένων και διηνεκώς πεινώντων ηύξησεν επαισθητώς, ουδέ δύναται να παύση συναυξάνων μετά του πληθυσμού, αφού ο μεν εκ της τελειοποιήσεως της αγρονομίας πολλαπλασιασμός των προϊόντων έχει βεβαίως όριά τινα ανυπέρβλητα, η δε αύξησις του πληθυσμού ουδέν άλλο όριον πλην της πείνης. Η Αγγλία είνε βεβαίως υπό γεωργικήν και οικονομικήν έποψιν η πρώτη της γης χώρα, αλλά και εν ουδεμία άλλη είνε ανώτερος ο αριθμός των πεινώντων ή των τρεφομένων αποκλειστικώς διά γεωμήλων και οινοπνεύματος. Το τελευταίον μάλιστα τούτο τείνει ν' αντικαταστήση η πρόοδος του πολιτισμού διά του ευθηνοτέρου θειικού αιθέρος. Ουδέ πιστεύω ότι δύναται να θεωρηθή ως επαρκές αντιζύγιον της τοιαύτης διαίτης του λαού ότι πολύ ανώτερος του αλλαχού είνε εν Αγγλία ο αριθμός των καταναλωτών ανανάδων, χελωνών, Πόρτου και σπαραγγιών. Αν σπανίζουσι ταύτα εις την απολίτιστον Ανατολήν, έτι σπανιώτεροι είνε, ευτυχώς, οι στερούμενοι επαρκούς προς χορτασμόν τεμαχίου λευκού ή μέλανος άρτου. Ουδέ κατεδικάσθησαν ακόμη οι Ανατολίται να καταπίνωσι βούτυρον εκ μαργαρίνης, γάλα εξ ορυζοκόνεως, οίνον εξ ερυθροξύλου, καφφέν εκ ξηρών σύκων, τυρόν εξ αμύλου, σοκολάταν εκ βαζελίνης και όσα άλλα εφεύρεν ευθηνά δηλητήρια η παράλληλος πρόοδος της χημείας και της ασυνειδησίας (5).
Τον ισχυρισμόν ότι ηύξησεν εν συνόλω εις τας πολιτισμένας χώρας ο μέσος όρος της ευζωίας του λαού, διαψεύδει η καθ' εκάστην απειλητικωτέρα κατά του κοινωνικού καθεστώτος εξέγερσις των ακτημόνων. Και αληθεύον δε αν υποτεθή, ότι αιτία της δυσαρεσκείας είνε η αύξησις ουχί των στερήσεων, αλλά των απαιτήσεων της εργατικής τάξεως, δύσκολον πάλιν είνε να μη αποδοθή το κακόν εις την πρόοδον του πολιτισμού, την δημοτικήν εκπαίδευσιν, τα εσπερινά αναγνώσματα, τας πενταλέπτους εφημερίδας, τας λαϊκάς βιβλιοθήκας και όσα άλλα αυξάνοντα τον εν τω κόσμω όγκον εγκεφάλου συναυξάνουσι μετ' αυτού κατ' ακριβή αναλογίαν την ανθρωπίνην ευπάθειαν, ήτοι την ανθρωπίνην δυστυχίαν. Πώς δε να πιστεύσω εις χρήσιμόν τινα πρόοδον της ιατρικής ή της λεγομένης δημοσίας υγιεινής, αφού αποδεδειγμένον είνε ότι ουδόλως μεν ηλαττώθη ο αριθμός των ραχιτικών, των κακοχύμων και των χοιραδικών, ενώ ο των αναιμικών αυξάνει απαύστως και καταπληκτικώς; Οι πάπποι ημών δεν είχον ακόμη δυναμόμετρα, εξ ων θα ηδυνάμεθα να εκτιμήσωμεν μετά μαθηματικής ακριβείας τον βαθμόν της καταπτώσεως των ημετέρων μυώνων, αλλ' εν ελλείψει δυναμόμετρων έχομεν προχείρους εν τοις μουσείοις πλουσίας συλλογάς λογχών, πελέκεων, ξιφών και ροπάλων, τα οποία ουδείς σημερινός βραχίων δύναται να υψώση. Αλλά και χωρίς να ανατρέξωμεν εις τόσον απέχοντας χρόνους, αρκεί προς απόδειξιν του προϊόντος ημών εκφυλισμού ότι υπερδιπλάσιον ήτο επί του πρώτου Ναπολέοντος το βάρος του στρατιωτικού όπλου, ενώ σήμερον ευρίσκουσι βαρύ το του Μαρτίνη και του Σασεπώ τα ανθρωπάρια, τα οποία συναγελάζει η γενική στρατολογία, γέννημα και αύτη της προόδου του πολιτισμού. Κατά τι, τέλος πάντων, δύνανται να υποτεθώσιν αυξήσαντες το ποσόν της ανθρωπίνης ευδαιμονίας οι περιλάλητοι σιδηρόδρομοι, τηλέγραφοι και ηλεκτρικοί φανοί, αφού ούτε εις τόπους ευτυχεστέρους δύνανται να μας μεταφέρωσιν, ούτε ειδήσεις να μας μεταδώσωσι μάλλον παρηγόρους ή να φωτίσωσιν όψεις ευθυμοτέρας; Και ταύτα μεν είνε τα πολυύμνητα υλικά δώρα του πολιτισμού, πολύ δε μάλλον άδωρα τα ηθικά. Ουδ' αυτός ο φανατικώτατος της προόδου πανηγυριστής θα ετόλμα τω όντι να ισχυρισθή ότι ηλαττώθη το ποσόν της λυμαινομένης τον κόσμον κακίας, αλλά μόνον ότι το ποιόν αυτής μετεβλήθη. Ελάχιστον όμως είνε το κέρδος αν εξήλειψεν ο τελειότερος οργανισμός της χωροφυλακής εκ των ορέων την ληστείαν, αναγκάσας τους πρώην εξ αυτής αποζώντας να προτιμήσωσι το αναπαυτικώτερον επάγγελμα κιβδηλοποιού, δηλητηριαστού, πλαστογράφου, προαγωγού ή ιδρυτού ανωνύμου εταιρίας. Η ζημία ζωής και χρημάτων, ην επροξένει ο επί τέλους αποθνήσκων επί της λαιμοτόμου ληστής, είνε αναξία παντός λόγου παραβαλλομένη προς την καταδίκην εις την πείναν ή την αυτοκτονίαν, ην επιβάλλει σήμερον ο ουδέποτε σχεδόν τιμωρούμενος τραπεζίτης εις ασυγκρίτως ανώτερον αριθμόν θυμάτων. Ειλικρινώς δε σοι λέγω ότι προτιμώ να σκιάζωμαι τους ληστάς επί της λεωφόρου παρά να μην είμαι βέβαιος ότι δεν είνε καταχραστής, δωρολήπτης, προδότης, συκοφάντης ή σιμωνιακός, ο τμηματάρχης, ο ταμίας, ο λοχαγός, ο έμπορος, ο δημοσιογράφος ή ο ιερεύς των οποίων σφίγγω την χείρα εν αιθούση ή ασπάζομαι αυτήν εν εκκλησία».
Διακόψας ενταύθα τον λόγον όπως επ' ολίγον αναπαυθή και ροφήση νέαν δόσιν ρακής, εξηκολούθησεν έπειτα διά φωνής, της οποίας αδύνατον μοι είνε να λησμονήσω ή να περιγράψω την αθυμίαν·
«Πάντα όσα μέχρι τούδε σε είπον είνε μικρά, ασήμαντα και ανάξια παντός λόγου, παραβαλλόμενα προς άλλην τινά μυριάκις φοβερωτέραν και αναπόδραστον συνέπειαν της προόδου της επιστήμης και του πολιτισμού. Διά να μ’ εννοήσης καλλίτερα, σπεύδω προς στιγμήν να υποθέσω δυνατήν και μάλιστα προσεχή την πλήρωσιν πασών ανεξαιρέτως των επαγγελιών και αυτών των παραβολωτάτων ονείρων των αισιοδόξων. Παραδέχομαι ότι η πρόοδος της χημείας κατώρθωσε ν' ασφαλίση εις πάντας τροφήν επαρκή και εκλεκτοτάτην· ότι κατωρθώθη η επιδιωκομένη τελεία αντικατάστασις διά μηχανών της εργασίας των βραχιόνων και απαλλαγή της ανθρωπότητος από παντός βαναύσου κόπου· ότι εύρεν η ιατρική αντίδοτον κατά πάσης ασθενείας ή και κατώρθωσε να εξαλείψη από της γης πάσαν νόσον και μαλακίαν διά της τελειοποιήσεως της λεγομένης νοσοφθορίας. Παραδέχομαι, αν θέλης, ότι δύνανται τα πολιτεύματα, οι νόμοι και αι διεθνείς σχέσεις να κανονισθώσι κατά τύπον τοσούτον τέλειον, ώστε να εκλείψη το έγκλημα, ο πόλεμος και παν αδίκημα, ως μη δυνάμενα να προσπορίσωσιν ουδέ κέρδος και μη έχοντα εκ τούτου λόγον υπάρξεως κανένα. Αν γνωρίζης άλλο τι άξιον ευχής, ειπέ το, όπως προσθέσω και τούτο εις το ιδανικόν άθροισμα πάσης ευδαιμονίας. Εγώ δε τούτο μόνον σοι λέγω, ότι αν κατωρθούντό ποτε πάντα ταύτα και επραγματοποιείτο το όνειρον του χρυσού αιώνος, τότε προ πάντων αλλοίμονον και τρις αλλοίμονον εις τους ανθρώπους! Η ασφάλεια και η απαλλαγή από του σωματικού μόχθου υπέρ του επιουσίου άρτου θα παρείχον εις πάντας άνεσιν προς καλλιέργειαν του πνεύματος αυτών. Ο όγκος της εγκεφαλικής μάζης υπ' ουδενός πλέον συνεχόμενος κωλύματος ή ανταγωνισμού ήθελε προβαίνη αυξάνων αδιαλείπτως και απεριορίστως, ενώ η ηδονή του καλοτρώγειν και του μη σκάπτειν θα ηλαττούτο καθ' εκάστην και θα εξέλιπε μετ' ολίγον τελείως. Πασίγνωστον τω όντι και αναμφισβήτητον είνε ότι ουχί καθ' εαυτήν η ευζωία, αλλά μόνον η μετάβασις εις ταύτην από καταστάσεως δυστυχεστέρας είνε ηδονική, όπως και η μετάβασις από της νόσου εις την υγείαν. Όσοι είχον πριν το ευτύχημα να μεταβαίνωσι το εσπέρας από του αγρού ή του εργοστασίου εις το δείπνον και την κλίνην των, καθ' ον τρόπον ο βους από του αρότρου εις την φάτνην, ως εκείνος κοπιώντες βαρέως, τρώγοντες απλήστως και κοιμώμενοι άνευ ονείρων, θα ηυκαίρουν τότε να ερωτήσωσι πώς έτυχε να ευρεθώσιν επί του κόσμου τούτου, τις του βίου ο σκοπός και τι πέραν του τάφου υπάρχει; Εις τας ερωτήσεις ταύτας μόνη η θρησκεία δύναται να απαντήση δι' υποσχέσεως μακαριότητος ατελευτήτου, αλλ' η αδυσώπητος και παντοκράτειρα τότε επιστήμη ουδέν άλλο θα έχη ν' αποκριθή παρά μόνον ότι δεν ηξεύρει απολύτως τίποτε περί τούτων, προσθέτουσα μάλιστα μετά τινος ειρωνικής αυταρεσκείας, ότι τα ερωτήματα ταύτα δεν είνε επιστημονικά ουδέ καν λογικά, αλλ' αποτελέσματα της στρεβλώσεως της ανθρωπίνης διανοίας υπό του χριστιανισμού. Την τοιαύτην όμως στρέβλωσιν μόνον να ελεεινολογή, να σκώπτη και να υβρίζη, ουχί όμως και να θεραπεύση δύναται η επιστήμη. Αντίδοτον κατά της απελπισίας ουδέν άλλο υπάρχει πλην της πίστεως ή της αποκτηνώσεως. Αμφότερα όμως ταύτα διώκει ανηλεώς και τείνει να εξορίση από του κόσμου η πρόοδος της επιστήμης και του πολιτισμού. Προς εκτίμησιν του έργου αυτής υπόθεσε την ανθρωπότητα ως συνοδίαν οδοιπόρων, πλανωμένων εις έρημον της Αραβίας απέραντον και πυριφλεγή, τηκομένην υπό δίψης φλογεράς και ουδέν άλλο έχουσαν στήριγμα εν τη αγωνιώδει πορεία πλην της ελπίδος ανευρέσεως ζωογόνου τινός πηγής, υπόθεσε δε και τους επιστήμονας ως καλοθελητάς αγωνιζομένους να πείσωσι τους συνοδοιπόρους των ότι μωρά είνε η ελπίς αυτών, ότι φάντασμα είνε το ύδωρ και αυτή η δίψα των αποτέλεσμα πλάνης και διαστροφής. Εις τους πιστεύοντας εις την αλήθειαν του τοιούτου κηρύγματος ουδέν άλλο απομένει παρά να κατακλιθώσιν επί της αξένου άμμου, παραιτούμενοι των μόχθων ασκόπου ήδη πορείας και αναμένοντες τον θάνατον εν τη ακινητούση απελπισία. Αυτό τούτο θέλει πράξη και η ανθρωπότης, ευθύς ως αποβή κτήμα κοινόν το ύστατον και μόνον δυνατόν πόρισμα της επιστήμης, ότι δηλ. μυριάκις ευτυχέστερος είνε ο βράχος του φυτού, το φυτόν του ζώου και τούτο του ανθρώπου, και αυτή δε η ανθρωπίνη δυστυχία προβαίνει αυξάνουσα από του βρέφους μέχρι του πρεσβύτου και από του ηλιθίου μέχρι του μεγαλοφυούς ανδρός κατ' ακριβή και απαράβατον προς την διανοητικήν ανάπτυξιν αναλογίαν. Ότι τοιούτο είνε το μοιραίον τέρμα της εξελίξεως του ανθρωπίνου πνεύματος φαίνονται προϊδόντες και προειπόντες πάντες εν πάση χώρα και εποχή οι εγκύψαντες εις βαθυτέραν των όρων της υπάρξεως ημών μελέτην. Όπως εκάστου ημών, ούτω και της ανθρωπότητος εν γένει ελαττούται, εφ' όσον προβαίνει η ηλικία, η ικανότης να αισθανθή χαράν. Την περιλάλητον των αρχαίων εθνών αισιοδοξίαν βλέπομεν διηνεκώς φθίνουσαν και εξατμιζομένην από των μυθικών μέχρι των χρόνων της πνευματικής αυτών ακμής. Ασυγκρίτως φαιδρότερος είνε ο Όμηρος του Σοφοκλέους και οι φιλόσοφοι της Ιωνίας του Πλάτωνος, όπως και ούτος των νεοπλατωνικών· έτι δε καταφανέστερος είνε παρά τοις Ινδοίς ο κατακυλισμός από ευφροσύνης των Βεδικών ύμνων εις τα μηδενιστικά πορίσματα της σοφίας του Βούδα και του Καπίλα. Αναπόδραστος τω όντι αποβαίνει η εναργεστέρα διάκρισις του τέρματος εφ' όσον πλησιάζομεν προς τούτο. Αλλ' αν αδύνατον είνε να οπισθοδρομήσωμεν ή και να σταματήσωμεν, ακατανόητος και πάλιν απομένει η εκ προθέσεως επίσπευσις προς την άβυσσον της πορείας. Τους σήμερον αποστόλους της επιστήμης και της προόδου κλίνω να ομοιώσω προς ιατρούς, κατορθώσαντας ν’ ανεύρωσιν αλάνθαστόν τι φάρμακον, δι' ου δύναταί τις τάχιστα να γηράση, και επιβάλλοντας την χρήσιν αυτού προς απαλλαγήν από των μειονεκτημάτων της νεανικής ηλικίας. Η νεότης εν τούτοις, η άγνοια, η τελεία από πάσης σκέψεως περί της τύχης ημών αποχή, η άσκησις των μυώνων και ο εις τον ελάχιστον όρον περιορισμός της εργασίας του εγκεφάλου είνε τα μόνα δυνάμενα να μετριάσωσι την αχώριστον από της υπάρξεως δυστυχίαν. Ρίψε εις την θάλασσαν τον Λεοπάρδην και μετ' αυτού πάντας τους φιλοσόφους και ποιητάς, πλην του Ομήρου, του Ανακρέοντος και του Θεοκρίτου αντί μεταφυσικών ή επιστημονικών φαντασμάτων· κυνήγα λαγούς ή γυναίκας, τρέχε, ίππευε, κωπηλάτει, φύτευε λάχανα ή σχίζε ξύλα, κωπίαζε σωματικώς και αναπαύου πνευματικώς, όπως βραδύτερον επέλθη η ώρα, καθ' ην κατανοήσας το άσκοπον του βίου και την κενότητα πάσης ελπίδος, θα ποθήσης βαθύν και ατελεύτητον ύπνον και, ως εγώ, θ' ανακράξης ω Νιρβάνα!»
Ότε έπαυσαν αντηχούντες εις τα ώτα μου οι απαίσιοι εκείνοι χρησμοί και ανέτειλε μετ' ολίγον φαιδρός ήλιος, φωτίζων πλην των άλλων την «Βασίλισσαν», ερχομένην να σώση ημάς από του Αγίου Σώστου, επίστευσα ότι απηλλαττόμην από κακού ονείρου. Εκ των συμβουλών του συνοδοιπόρου μου δεν ηκολούθησα καμμίαν, αλλ' ουδέ δύναμαι, δυστυχώς, να βεβαιώσω ότι δεν μετενόησα διά τούτο. Ανευρίσκων δε μετά πάροδον όλης εικοσιπενταετίας τας λησμονηθείσας ταύτας οδοιπορικάς σημειώσεις, άγομαι εις τον πειρασμόν να ερωτήσω, αν η κατά το διάστημα τούτο αναμφισβήτητος και μεγάλη πρόοδος παρ' ημίν του πολιτισμού, τα τηλεγραφικά δίκτυα, τα τηλέφωνα, οι τροχιόδρομοι, οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, τα τεσσαράκοντα γυμνάσια, αι ωδικαί λέσχαι, αι τρισχίλιοι του Πανεπιστημίου φοιτηταί, η ακώλυτος λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, αι μεγαλόσχημοι εφημερίδες, η αντικατάστασις των ληστών διά χρηματιστών, τα εξακόσια χιλιόμετρα σιδηροδρόμων και τα ισάριθμα εκατομμύρια δημοσίου χρέους συνετέλεσαν κατά πολύ εις το να καταστήσωσιν ευτυχεστέραν της τότε την σημερινήν Ελλάδα. Τούτο ενδέχεται να εξετάσωμεν εν προσεχεί ημών μελέτη.
(«Παρνασσός», 7(βριος 1891).
ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΥΛΑΔΗΣ
Ότε πρό τινων ετών ηναγκάσθην να διαχειμάσω εν Αιγύπτω, αφού εθαύμασα τας πυραμίδας, τας καμήλους και τον αντιβασιλέα, αφού ήκουσα τ' αυλοτύμπανα, έφαγον βανάνας και έπιον ταμαρινθόζωμον, μη θέλων να μείνω άγευστος ουδεμιάς των φαραωνικών απολαύσεων, απεφάσισα να ροφήσω καί τινα δόσιν &ασιχίου&. Το έδεσμα τούτο γνωρίζουσι πιθανώς οι πλείστοι των αναγνωστών εκ του &Κόμητος Μοντεχρίστου& του μακαρίτου Δουμά. Είναι δε εκχύλισμα ινδικής καννάβεως, αηδές την οσμήν, αηδέστερον την γεύσιν, αλλ' έχον το προτέρημα να μεταφέρη τους αηδιάζοντας την πεζήν πραγματικότητα του ημετέρου πλανήτου εις την χώραν των ονείρων. Πλείονα περί του φαρμάκου τούτου κρίνω περιττόν να παραθέσω, παραπέμπων τους ορεγομένους εις το σύγγραμμα του τουρονησίου Μορώ, πλέξαντος εις το &ασίχ& εγκώμιον χιλιοσέλιδον.
Αφού κατέπιον το χάπιον, κατεκλίθην περιμένων την ενέργειαν της νηπενθούς βοτάνης, μη ούσαν άμεσον, αλλά βραδείαν και βαθμιαίαν. Αγαθός τις συνοδοιπόρος μου, ο κ. Οelschig, σάξων την πατρίδα, στενογράφος το επάγγελμα και εραστής των βιολογικών πειραμάτων κατά τας ώρας της σχολής, ηθέλησε να διανυκτερεύση εν τω κοιτώνι μου, παρακινηθείς εις τούτο είτε εκ φιλόφρονος μερίμνης είτε εκ φυσιολογικής περιεργείας. Συνειθίσας ν' αναγινώσκω κλινήρης, έλαβον εις χείρας Ελληνικόν τόμον, λησμονηθέντα πιθανώς επί της νυκτερινής τραπέζης παρά τινος φιλομούσου ομογενούς. Το βιβλίον έτυχεν ον εγχειρίδιον Ελληνικής μυθολογίας εκπονηθέν υπό τινος Περικλέους Ιασεμίδου, ζητούντος συγγνώμην εν τω πρωιμίω αν, πρωτόπειρος ων, έχη ατελείας περί το λεκτικόν. Είησαν αύται τω ανθρώπω συγκεχωρημέναι, ουχί όμως και το κατόρθωμα αυτού, επιτυχόντος να καταστήση τους ποιητικωτάτους ημών προγονικούς μύθους πεζοτέρους αντωνιαδείου εποποιίας.
Του &ασιχίου& η αρετή έγκειται εις το ενισχύειν τας υπαρχούσας εν τω εγκεφάλω ιδέας μάλλον ή εις το πλάττειν νέας. Επόμενον άρα ήτο εις τον έχοντα την κεφαλήν πλήρη αναμνήσεων του Ολύμπου, η ενέργεια του φαρμάκου ν' αποβή μυθολογική. Καταπεσόντος δε μετ' ου πολύ εκ της χειρός του βιβλίου, ήρχισα παραληρών περί θεαινών, ηρώων, σειρήνων και καβείρων.
Ότε την επιούσαν ανέλαβον εκ της &παρακοπής&, ως ονομάζει την hallucination ο Αριστοτέλης, ή εκ της &παραισθήσεως&, ως θέλουσιν αυτήν οι ημέτεροι Ασκληπιάδαι, ο φίλος Οelschig ίστατο προ εμού κρατών εν δεξιά φύλλον χάρτου κεκαλυμμένον δι' ιερογλυφικών σημείων, εν δε τη αριστερή υγρόν κάλαμον, δι' ου με προσεκάλει να υπογράψω. Το ούτω προσαγόμενον εις επικύρωσιν έγγραφον ουδέν άλλο ήτο, ή τα στενογραφηθέντα πρακτικά του υπό την επήρειαν του &ασίχ& μονολόγου μου, ον ο φυσιοδίφης στενογράφος προυτίθετο να υποβάλη εις επαρχιακήν τινα ακαδημίαν των βιολογικών επιστημών. Πρέπει δε να προσθέσω ότι ο κύριος ούτος, ουδέ γρυ εννοών της γλώσσης του Πλάτωνος, καί τοι γερμανός, είχε στενογραφήση απλώς τους ήχους της διακρινούσης ημάς από των ζώων ενάρθρου φωνής, ώστε το αντίγραφον, όπερ μ' εφιλοδώρησεν, ουδέν άλλο ήτο, ή απεικόνισμα Ελληνικών φθόγγων διά φραγκικών στοιχείων. Εξ αυτού αποσπώ την κατωτέρω ορεστειάδα, χρήσιμον ίσως εις τους διατρίβοντας περί την τοξικολογίαν.
«Εν τη ακμή της μάχης εζήτει ο Ορέστης τον Πυλάδην, ίνα πλησίον αυτού νικήση ή αποθάνη· σχίσας πυκνόν δάσος λογχών και ακοντίων κατώρθωσε μετά μυρίους αγώνας να πλησιάση τον εταίρον, ον εύρε πατούντα επί εκατόμβης εχθρών υπ' αυτού καταβληθέντων, αλλά πληγωμένον, αιμόφυρτον και μάτην παλαίοντα προς νέον σμήνος πολεμίων. Ο Πυλάδης εφαίνετο τοσούτον του θανάτου εγγύς, ώστε ο υιός του Αγαμέμνονος έπαυσεν αποκρούων τα απειλούντα το στήθος αυτού ξίφη, φοβούμενος μη επιζήση εκείνου, δι' ον μόνον έζη· ότε δε είδε πίπτοντα τον φίλον του, ημιθανής ήδη κακείνος, κατώρθωσε να φθάση έρπων μέχρι του νεκρού, ον περιπτυχθείς ησπάσθη εις το στόμα, ωσεί ήθελε να εμφυσήση εις τα στήθη του την απομείνασαν αυτώ ολίγην πνοήν. Αμφότεροι απέθανον και ετάφησαν εκεί.
Εν τη γη, παχυνθείση εκ των ενηγκαλισμένων λειψάνων, εβλάστησαν μεταξύ των λευκανθέντων ήδη οστών δύο δενδρύλλια, άτινα εφαίνοντο σπεύδοντα ν' αυξήσωσι ταχέως, ίνα διά των κλάδων των στενώτερον περιπτυχθώσι. Παρετηρήθη μάλιστα ότι το έαρ οι μεστοί καλύκων αυτών κλώνες έκυπτον προς αλλήλους, ως ει εσκόπουν, διά της ηδείας αυτών πνοής θερμαινόμενοι, αμοιβαίως να επισπεύσωσι την άνθησιν. Τα εύοσμα άνθη διεδέχθησαν τα εύχροα μήλα· αλλά μήλα θαυματουργά καθότι πας ο γευόμενος του καρπού της μιας των μηλεών κατελαμβάνετο υπό ακαταβλήτου συμπαθείας προς τον φαγόντα εκ της ετέρας. Εν δε τω αισθήματι τούτω υπήρχε και διάκρισίς τις· αν δηλ. οι μηλοφάγοι ήσαν του αυτού φύλου, συνεδέοντο δι' αρρήκτου φιλίας, αν δε ανήρ και γυνή, εγεννάτο έρως παραμένων μέχρι του τάφου. Τα ήθη των Ελλήνων ήσαν ακόμη αγνά και των μήλων τα αποτελέσματα ακριβώς διακεκριμένα.
Η ηδύτης των καρπών τούτων ήτο τοιαύτη, ώστε πάντες οι δενδροκόμοι έσπευσαν να μοσχεύσωσιν οίκοι κλάδους εκ των μηλεών, μεταβληθέντας εις ευθαλή δένδρα. Γενομένης δε μετ' ου πολύ και της αρετής αυτών γνωστής, οι γονείς πριν ή συζεύξωσι τα τέκνα αυτών, έδιδον ορέστειον μήλον εις την κόρην και πυλάδειον εις τον νυμφίον, όστις μετά το δείπνον τούτο ηδύνατο ν' απέλθη αμερίμνως εις την αγοράν ή το στρατόπεδον, ουδόλως κινδυνεύων εκ των Αιγίσθων, ως ουδ' η σύζυγος αυτού είχε τι να φοβηθή εκ του άσματος των σειρήνων της Λέσβου ή της Κορίνθου. Οι δε Θηβαίοι, φυτεύσαντες κατά συμβουλήν των παρ' αυτοίς σοφών την παλαίστραν των νέων διά τοιούτων δένδρων, έδρεψαν εξ αυτών ου μόνον μήλα, αλλά και τρόπαια πολεμικά. Γνωστά τοις πάσιν είνε τα κατορθώματα του ιερού αυτών λόχου, ουχί όμως επίσης πασίγνωστον ότι η φιλία, η συνδέουσα και καθιστούσα τους ήρωας τούτους ανικήτους εν ταις μάχαις, προήρχετο εκ της υπό το σχήμα μεταλήψεως του Ορέστου και Πυλάδου.
Τοιαύτα και μύρια άλλα, ων μακρά ήθελεν αποβή η αφήγησις, των οπωρών τούτων τα κατορθώματα. Αδύνατον όμως είνε να κρύψωμεν ότι εν τω πλήθει των αγαθών εισέφρησαν καί τινα παρατράγωδα. Ούτω ο βασιλεύς Κινύρας, πλανηθείς εντός δάσους και φαγών αγνώστου δένδρου καρπούς, τοσούτον ηδείς εύρεν αυτούς, ώστε εμπλήσας τον κόλπον μετέδωκε το εσπέρας και εις την θυγατέρα του Μύρραν, και εντεύθεν αφορμή αθανάτου δράματος τω Αλφιέρη και ευφημιών και στεφάνων τη κυρία Ριστόρη. Αλλά και ο Ευριπίδης και ο Ρακίνας οφείλουσιν εις τα μήλα ταύτα τους στιλπνοτέρους του τραγικού αυτών στέμματος μαργαρίτας. Αληθές είνε ότι των μαργαριτών τούτων η λάμψις δεν είνε ηθικώς άμωμος. Αλλά σφάλμα είνε εκ των μήλων ή των ποιητών τούτων, αν, έχοντες προχείρους Νίσους και Ευρυάλους, Φιλήμονας και Βαύκιδας, Σαβίνους και Επονίνας και μυρίους άλλους ασπίλους μηλοφάγους, επροτίμησαν αντί τούτων να υμνήσωσι την μητέρα του Μινωταύρου, φαγούσαν κατά λάθος μήλον εκ κήπου, ον είχεν επινεμηθή ο πατήρ του βδελυρού τεκνίου;
«Παν μέτρον άριστον», έλεγεν ο σοφώτερος των πάλαι σοφών. Το ρητόν τούτο εφαρμόζεται και εις τα μήλα, ων η κατάχρησις, ως κατωτέρω φαίνεται, έγεινε παραίτιος πρωτοφανών δυστυχημάτων. Ούτω την νύμφην Ηχώ ηγάπα περιπαθώς ο κάλλιστος της εποχής εκείνης νεανίας, ο υιός του Κηφισσού και της Λιριόππης. Αλλ' η Ηχώ ανήκεν εις την κατηγορίαν των γυναικών εκείνων, αίτινες αντί καρδίας κρύπτουσιν υπό τον αριστερόν μαστόν απολελιθωμένον τι κράμα ματαιότητος και φιλαρεσκίας, στέργουσαι μεν ν' αγαπώνται, αλλ' αποστρεφόμεναι ν' αποδώσωσι τα ίσα. Τοιαύτη ούσα ήκουσε περί της αρετής των μήλων και πορευθείσα εις Βοιωτίαν έκοψε δύο εξ αυτών. Αλλ' αντί να φάγη το έν δίδουσα το έτερον εις τον φίλον της, ηθέλησε ν' αναρριπίση εκείνου μόνου την φλόγα, μένουσα η ιδία ανάλγητος όπως πριν. Αμφότερα λοιπόν παρέθεσεν εις τον εραστήν. Τι δε εκ τούτου συνέβη, διηγείται ο Παυσανίας. Ο ορέστειος και πυλάδειος χυμός, εγκλεισθέντες παρά φύσιν εν τω αυτώ σώματι, ανήψαν εκεί αδιέξοδον πυρκαϊάν. Υπό ταύτης φλεγόμενος ο δυστυχής Νάρκισσος ελησμόνησε την Ηχώ και κατακλισθείς παρά το χείλος λίμνης απέθανεν εκεί, τείνων εις την ιδίαν αυτού εικόνα απηλπισμένην αγκάλην. Και την αισχράν όμως Ηχώ ετιμώρησαν οι θεοί μεταβαλόντες εις λίθινον ψιττακόν.
Αλλ' έτι θαυμαστότερον το επόμενον θαύμα.
Ότε ο Ερμής και η Αφροδίτη απεφάσισαν να συζεύξωσι τον υιόν αυτών μετά της καλής ναϊάδος Σαλμακίδος, αντί ν' αρκεσθώσι, κατά την τότε συνήθειαν, να προσφέρωσιν ανά έν μήλον εις τους μελλονύμφους, ενόμισαν ότι, θεοί όντες, έπρεπε να πράξωσιν υπέρ των τέκνων πλείον τι του συνήθους. Την προτεραίαν λοιπόν του γάμου ο τρισμέγιστος Ερμής, άριστος ων χημικός, κατέφυγεν εις τ' απόκρυφα της ερμητικής επιστήμης. Λαβών εκατόν ορέστεια και ισάριθμα πυλάδεια μήλα και εκθλίψας τον χυμόν, υπέβαλεν αυτόν εις δεκαεπτά διαδοχικάς αποστάξεις, μέχρις ου κατώρθωσε να περικλείση εντός δύο ελαχίστων φιαλιδίων ολόκληρον την ουσίαν δύο ευκάρπων δένδρων. Το έν των φιαλιδίων τούτων διετάχθη ο νεανίσκος να κενώση μέχρι τελευταίας ρανίδος, το δε άλλο εκόμισεν η Αφροδίτη εις την Σαλμακίδα, οικούσαν εις δέκα σταδίων απόστασιν παρά την ομώνυμον βρύσιν. Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκευασίας δύναται έκαστος να μαντεύση, μυριοπλασιάζων όσα ερρήθησαν ανωτέρω περί της θαυματουργού των μήλων ενεργείας. Εις τας φλέβας των μελλονύμφων εκυκλοφόρησεν εν ακαρεί αντί αίματος ρευστόν πυρ, και ώρμησαν προς αλλήλους ωθούμενοι υπό του πάθους ως σφαίραι υπό της πυρίτιδος. Την χωρίζουσαν αυτούς δεκαστάδιον απόστασιν διήνυσαν εν διαστήματι ολίγων λεπτών, υπερπηδώντες φάραγγας και κρημνούς και ανατρέποντες εν τη ορμή του δρόμου διαβάτας, αγέλας, άμαξας και δένδρα. Ότε δε εν μέσω ερήμου ερεικιώνος συνηντήθησαν τέλος πάντων, τοσούτον η σύγκρουσις υπήρξε σφοδρά και στεναί αι πυριπτύξεις, ώστε τα σώματα αυτών ενωθέντα απετέλεσαν έν αδιαίρετον όλον, όπερ μάτην επειράθησαν να χωρίσωσιν οι καταφθάσαντες γονείς. Το σύμπλεγμα τούτο των ενωθέντων εραστών είχεν ιδή κατ' όναρ ο τεχνίτης ο γλύψας τον εν Λούβρω περιλάλητον Ερμαφρόδιτον.
Εις έτερον λιθοξόον, ουχί τούτου ελάσσονα, τερατωδέστερα έτι συνέβησαν εκ των διδύμων δένδρων. Οι αρχαίοι γλύπται δεν ωμοίαζον τους Συβαρίτας της σημερινής τέχνης, οίτινες περιορίζονται αποτυπούντες εν ευμαλάκτω πηλώ της φαντασίας αυτών τα ινδάλματα και εμπιστεύονται έπειτα εις μισθίους χείρας την εργασίαν του μαρμάρου, αλλ' εκράτουν οι ίδιοι την σφύραν και τον εγκοπέα, μεταβάλλοντες αμόρφους όγκους εις ακτινοβόλους Απόλλωνας ή χαριτοβρύτους Νηρηίδας. Εν αρχή τον σκληρόν λίθον επότιζον διά μόνου του καταρρέοντος εκ του μετώπου ιδρώτος, έπειτα δε δι' ύδατος ή όξους προς μετρίασιν της σκληρότητος και ελάττωσιν του κόπου. Ο δε ημέτερος Ερμογλύφος, εγγύς ων να τελειώση μετά πυρετώδη αγρυπνίαν άγαλμα καλλίστης Αφροδίτης, είχεν εξαντλήση μέχρις εσχάτης σταγόνος το ύδωρ της λαγήνου. Μη έχων πρόχειρον άλλο, ουδέ θέλων να διακόψη την εργασίαν, εμηχανεύθη να μαλακώση τον πάριον λίθον τρίβων δι' ενός μήλου, όπερ είχε περισσεύση εκ των αποτελούντων το λιτόν αυτού δείπνον δύο. Το τέχνασμα επέτυχε θαυμασίως και το έργον συνετελέσθη εντός της νυκτός· αι δε πρωιναί του ηλίου ακτίνες εφώτισαν Αφροδίτην τόσον ωραίαν, ώστε ήθελεν ειπή τις αυτήν ουχί λίθον υπό αριστοτέχνου ζωογονηθέντα, αλλ' αληθή θεάν μετά του βλέμματος και του μειδιάματος και των παλμών αυτής πάντων απολιθωθείσαν. Ο καλός τεχνίτης, ούτε φίλαυτος ούτε εγωιστής ων, ευθύς ενόησεν ότι κατά την νύκτα εκείνην υπεράνθρωπός τις δύναμις είχεν οδηγήση την σμίλην και τον κοπέα, το δε προ αυτού είδωλον δεν εθαύμασεν αυταρέσκως ως έργον των χειρών του, αλλ' ως θείαν τινά αποκάλυψιν της γυναικείας καλλονής. Επί πολλάς ημέρας ηρκέσθη εις τούτο και ήτο ευτυχής θαυμάζων και λατρεύων. Τοιούτος είνε πάντοτε εν αρχή ο έρως· αρυόμενος εξ εαυτού την τροφήν και νομίζων ότι δύναται επ' άπειρον να ζήση ως οι τέττιγες διά δρόσου και ασμάτων. Αλλ' άμα ανδρωθή, καθίσταται αχόρταγον θηρίον, απαιτούν, κατά τον εβραϊκόν νόμον, ασπασμόν αντί ασπασμού. Τοιαύτης όμως ανταποδόσεως αδύνατον ήτο να τύχη ο δύσερως Ερμογλύφος παρ' ερωμένης εκ μαρμάρου, ουδ' ήθελε να ζητήση παρ' άλλης, καθότι πάσαι αι γυναίκες εφαίνοντο ήδη αυτώ βέβηλοι γελοιογραφίαι του θείου πρωτοτύπου. Τας ημέρας αυτού πάσας και τας νύκτας διήνυεν ο δυστυχής προ των ποδών του ειδώλου του ότε μεν την καλλονήν θαυμάζων, ότε δε την αναλγησίαν καταρώμενος και ενίοτε λαμβάνων ρόπαλον ανά χείρας, ίνα συντρίψη την συντρίψασαν την καρδίαν του. Αλλ' ενώ η υπό του ορεστείου μήλου αναφθείσα πυρκαϊά εθέριζε τα σπλάγχνα του αθλίου, ο χυμός του ετέρου, δι' ου είχε το μάρμαρον ποτισθή, εθαυματούργει κακείνος και εμάλασσε τον λίθον. Πρωίαν δε τινα, ενώ ο ετοιμοθάνατος ήδη τεχνίτης απεχαιρέτα δι' εσχάτου βλέμματος την θεάν, το θαύμα συνετελέσθη, το μάρμαρον εκινήθη, κατέβη εκ του βάθρου η Αφροδίτη και αναρτήσασα εις τον τράχηλον του γλύπτου περιδέραιον λευκών βραχιόνων εψιθύρισεν εις το ωτίον του: «Ζήσε Πυγμαλίων!»
ΧΡΥΣΗΙΣ
Εξ ολίγων τεμαχίων σκελετού και πολλών συμπερασμάτων κατώρθωνεν ο Κουβιέρος ν' αναπλάση ολόκληρον προκατακλυσμιαίον ζώον από της προβοσκίδος μέχρι της ουράς και ου μόνον την μορφήν, αλλά και τα ήθη ν' αναστήση του θηρίου, άτινα ούτε οστά έχουσιν ούτε άλλο κανέν μαρτύριον του ποιού αυτών κληροδοτούσιν εις τα μουσεία. Μόνον διά τοιαύτης επαγωγικής μεθόδου φαίνεται ημίν δυνατή ουχί βεβαίως η ανάπλασις της εικόνος ομηρικής ηρωίδος, περί ης ο ποιητής ουδέν άλλο έκρινεν εύλογον να μνημονεύση, ειμή μόνον ότι εγένετο αφορμή του θανάτου πλείστων ηρώων και δεν ενθυμούμεθα πόσων ημιόνων, λησμονήσας να πληροφορήση καν ημάς, ως περί των λοιπών, αν ξανθοπλόκαμος ήτο ή μελαγχροινή, αλλ' η λύσις σπουδαίας τινός απορίας, περί ης μάτην παίδες όντες ηρωτώμεν τους διδασκάλους, και μάτην έπειτα ανεδιφήσαμεν το αμέτρητον πλήθος των ομηρολόγων. Είναι δε αύτη η εξής: Ακούσης άρα της θυγατρός του ήλθεν ο Χρύσης εις το στρατόπεδον των Αχαιών, κομίζων λύτρα και ικετεύων τον λαόν και τους βασιλείς ν' απολύσωσιν αυτήν, ή τουναντίον έπραξε ταύτα παρακινηθείς υπ’ αυτής της Χρυσηίδος; Δύσκολον τω όντι φαίνεται ημίν να πιστεύσωμεν ότι, αν έστεργεν αύτη την τύχην της παρά τω Αγαμέμνονι, ήθελεν αποφασίση ο Χρύσης, ο κάλλιστα γνωρίζων τας μεταξύ τούτου και της θυγατρός του σχέσεις, και ταύτην να λυπήση και του βασιλέως να διεγείρη την οργήν τούτο δε ενώ άπασα ήδη η παραλία και αυτός ο ναός του Απόλλωνος ήτο υπό το κράτος των Αχαιών και του παντοδυνάμου εραστού της Χρυσηίδος, ης η επιρροή ηδύνατο τα μέγιστα να ωφελήση και τον Χρύσην και τον ναόν, ου ήτο ιερεύς, και ολόκληρον την δουλωθείσαν χώραν. Αφ' ετέρου όμως δυσεξήγητον φαίνεται, αν τη υποκινήσει της θυγατρός υποθέσωμεν ενεργήσαντα τον Χρύσην, πώς ούτε ήλθεν εις το στρατόπεδον ούτε εφρόντισε περί λύτρων ευθύς μετά την αιχμαλωσίαν της θυγατρός, ότε η πικρία του χωρισμού ήτο φυσικώ τω λόγω πολύ δριμυτέρα, αλλά μόνον αφού την λύπην ταύτην εμετρίασεν ο χρόνος και η μακρά μετά του Αγαμέμνονος συμβίωσις; καθότι μόνον μετά το δέκατον έτος της πολιορκίας εσκέφθη ο ιερεύς να μεταβή προς τους Αχαιούς μετά των λύτρων, αι δε πέριξ πόλεις, εν αις η Χρύσα, είχον υποδουλωθή από του πρώτου έτους του πολέμου. Πολύ λοιπόν ανακόλουθον και αναξίαν του απονεμηθέντος αυτή υπό του Αγαμέμνονος επί φρονήσει επαίνου πρέπει να υποθέσωμεν την κόρην ταύτην, την πρότερον μεν στέργουσαν αιχμαλωσίαν και την πρόσφατον στέρησιν του πατρός και της πατρίδος, έπειτα δε ενθυμηθείσαν ταύτην και χαλεπαίνουσαν μετά δέκα όλα έτη. Ενώ δε ουδεμία γυνή χωρίζεται μετά μακράν συνοίκησιν άνευ λύπης από του τυχόντος εραστού, έτι μάλλον ανεξήγητος φαίνεται η προθυμία προς εγκατάλειψιν ανδρός ενδοξοτάτου, βασιλεύοντος εφ' απάντων των Ελλήνων και κυρίου, ου μόνον της Χρυσηίδος, αλλά και του πατρός και της πατρίδος αυτής. Ου μόνον δε ένδοξος και ανδρείος βασιλεύς ήτο ο Αγαμέμνων, αλλ' όπερ δι' ερωμένην σπουδαίον, και νέος και ευειδής, ως πληροφορεί ημάς ο Όμηρος προσεικάζων αυτόν προς τον Δία, και τοιούτος ων τοσούτον μετά δεκαετή σχέσιν ηγάπα ακόμη την Χρυσηίδα, ώστε ουδόλως εδίστασε να ομολογήση εν πληθούση εκκλησία του λαού ότι την προτιμά της ιδίας αυτού γυναικός. Τοιαύτης επιζήλου θέσεως και τοιούτων αγαθών επρόκειτο να παραιτηθή η Χρυσηίς όπως επιστρέψη εις την δούλην αυτής πατρίδα και νυμφευθή πιθανώς δούλον τινα του Αγαμέμνονος. Ουδέ δύναται να εξηγήση τοιαύτην διαγωγήν μόνη η δυσφορία επί τη αιχμαλωσία, αφού βλέπομεν την Βρισηίδα αγαπώσαν τον Αχιλλέα, καίτοι ούτος εφόνευσε τον πατέρα και τους αδελφούς αυτής, ενώ ουδέν τοιούτο φαίνεται πράξας ο Αγαμέμνων. Εκ πάντων τούτων άγεταί τις να πιστεύση ότι, αν δύσκολον ήτο να ζητήση ο Χρύσης παρά των Αχαιών άκουσαν την θυγατέρα, έτι δυσκολώτερον φαίνεται ότι επεθύμει τω όντι την οίκαδε επιστροφήν η Χρυσηίς, η ουδένα έχουσα προς τούτο εν τω ποιήματι αναφερόμενον λόγον. Πάντη λοιπόν ανεπίδεκτος λύσεως ήθελεν είνε η απορία, αν δεν επετρέπετο ημίν να υποθέσωμεν, ότι, ως πλείστοι άλλοι ποιηταί, ούτω και ο Όμηρος πολλά μεν εξηγεί ο ίδιος τω αναγνώστη, περί πολλών όμως άλλων σιωπά αφίνων εις αυτόν την λύσιν του ποιητικού γρίφου. Η λύσις αύτη συνίσταται ενταύθα εις την εξεύρεσιν των λόγων, οίτινες ηδύναντο να πείσωσι φρόνιμον και προνοητικήν γυναίκα, οία παρίσταται ημίν η Χρυσηίς, να προτιμήση ταπεινόν και άδοξον βίον της λαμπράς θέσεως, ην παρείχον αυτή η εύνοια του πρώτου μεταξύ των Αχαιών. Πάντα τα ενόντα έχοντες υπ' όψιν κλίνομεν να πιστεύσωμεν, ότι ουχί την θέσιν αυτής ευρίσκουσα δυσάρεστον και αλλαγήν επιθυμούσα παρεκίνησε τον πατέρα αυτής να την λυτρώση η Χρυσηίς, αλλά πολύ μάλλον φοβουμένη μη ταχέως, ήτοι μετά την άλωσιν της Τροίας, η θέσις αύτη μεταβληθή. Κατ' αρχάς μεν ηρέσκετο, ως φαίνεται, μένουσα παρά τω Αγαμέμνονι, δι' ους ανωτέρω εξεθέσαμεν λόγους, ευχαριστούσα τους θεούς ότι έπεσεν εις χείρας βασιλέως και ουχί αδοξοτέρου τινός δεσπότου, ώστε ουδόλως εφρόντιζε περί λύτρων εγγιζούσης όμως της καταστροφής του ηρωικού δράματος, εφοβείτο πιθανώς την εις Άργος επιστροφήν, πληροφορηθείσα οποίος της ήτο ο οίκος του Αγαμέμνονος και πόση η ωμότης και το θράσος της Κλυταιμνήστρας. Ότε λοιπόν εφαίνετο πλησιάζων ο πόλεμος εις το τέρμα και λόγος εγίνετο ότι επ' ολίγον μόνον χρόνον ηδύναντο οι πολιορκούμενοι ν' αντιστώσιν εις τας εφόδους των Αχαιών, δεν έκρινε φρόνιμον να περιμείνη την άλωσιν του Ιλίου, καλώς γνωρίζουσα ότι την μεν επιούσαν της νίκης καθίστανται υπερφίαλοι και άκαμπτοι οι νικηταί, ενώ την προτεραίαν κρισίμου μάχης εισίν ως επί το πολύ δεισιδαίμονες και προθυμότεροι εις το να εξευμενίσωσι διά πάσης θυσίας τον Θεόν. Ταύτα αναλογιζομένη παρεκίνησε κατά την τελευταίαν ώραν τον πατέρα να ζητήση εν ονόματι του Απόλλωνος την απόδοσιν αυτής παρά των Αχαιών. Προς ενίσχυσιν τούτων πρέπει να προσθέσωμεν, ότι ουδόλως κατά πάσαν πιθανότητα ηγνόει η Χρυσηίς ότι εγυναικοκρατούντο οι Ατρείδαι, αι δε σύζυγοι αυτών εμεγαλοφρόνουν ου μόνον διά το κάλλος, αλλά και την καταγωγήν καθότι οι μεν άνδρες ήσαν απλοί Πελοπίδαι και επήλυδες εις Ελλάδα, αύται δε Αχαιίδες, θυγατέρες του Τυνδάρεω και της Λήδας, αδελφαί των τέκνων του Διός Κάστορος και Πολυδεύκους και θείαι του αρίστου των Ελλήνων Μελεάγρου. Και ταύτα αν ηγνόει η Χρυσηίς, αδύνατον ήτο να μη γνωρίζη τουλάχιστον οποίον ήτο το φρόνημα της Ελένης και κατά πόσον υπερείχεν αύτη του Μενελάου, ον περιεφρόνησε προς ικανοποίησιν ερωτικής φαντασιοπληξίας και μετ' αυτού τον Αγαμέμνονα και πάντας της Ελλάδος τους βασιλείς, τους αθρόους εν τούτοις χάριν αυτής μεταβάντας εις την Ασίαν. Ο δε Μενέλαος ου μόνον προ της ύβρεως εθεράπευεν ως ανωτέραν αυτού την Ελένην, αλλά και ανακτήσας αυτήν έπειτα αιχμάλωτον και πάλιν εγυναικοκρατείτο. Τοιαύτην ούσαν ήκουε και την Κλυταιμνήστραν, και έτρεμεν αναλογιζομένη την εκδίκησιν αυτής η θυγάτηρ του Χρύσου. Ο δε φόβος ούτος ήτο κατά τοσούτον μάλλον εύλογος, καθ' όσον ο Αγαμέμνων, είτε επαιρόμενος διά την αρχήν είτε εξ απερισκεψίας, ητίμασε δημοσία την Κλυταιμνήστραν, κηρύξας ότι προτιμά αυτής και κατ' ουδέν της συζύγου του κατωτέραν θεωρεί δορυάλωτον δούλην. Οι τοιούτοι απρεπείς λόγοι ήσαν ικανοί να εμπνεύσωσιν ου μόνον δικαιότατον φόβον εκδικήσεως της ζηλοτύπου βασιλίσσης, αλλά και ικανήν ανησυχίαν περί της μελλούσης διαγωγής αυτού του Αγαμέμνονος· πώς δηλ. ήθελε μεταχειρισθή, αν έπαυεν ο έρως, απλήν δούλην, ο ούτως ασεβώς εξυβρίσας των τέκνων του την μητέρα; Μόναι αι ανόητοι χαίρουσι βλέπουσαι τους εραστάς ατιμάζοντας χάριν αυτών της καρδίας των τους προκατόχους, ενώ αι έχουσαι νουν τρέμουσιν αναλογιζόμενοι, ότι ενδέχεται κακείναι χάριν άλλης γυναικός ν' ατιμασθώσι μετ' ολίγον. Αλλά και δι' αυτήν την Χρυσηίδα υβριστικός ήτο ο τρόπος του Αγαμέμνονος, όστις εν τη ακμή ευρισκόμενος του έρωτος, δεν εφείσθη χάριν αυτής του γέροντος ιερέως, αλλ' απεδίωξε βαναύσως της ερωμένης τον πατέρα, ουδόλως παραμυθήσας ή καθησυχάσας αυτόν περί της τύχης της θυγατρός, αλλ' επειπών τους και διά ταύτην υβριστικούς τούτους λόγους:
την δ’ εγώ ου λύσω· πριν μην και γήρας έπεισιν ημετέρω ενί οίκω εν Αργεί, τηλόθι πάτρης, ιστόν εποιχομένην και εμόν λέχος αντιόωσαν.
Πώς άρα ήθελε μεταχειρισθή αυτήν γηράσασαν ο εν τη ακμή του κάλλους της και του πάθους του ούτω περί αυτής ομιλών; Ταύτα έχοντες υπ' όψιν, δυνάμεθα να εννοήσωμεν την επιθυμίαν της Χρυσηίδος όπως αποφύγη την επιφυλαττομένην αυτή τύχην. Πόσον δε δίκαιον είχε τοιαύτα προβλέπουσα, απέδειξαν μετ' ολίγον τα εις την Κασσάνδραν και αυτόν τον Αγαμέμνονα εν Άργει συμβάντα. Αξία δε τω όντι θαυμασμού είνε η φρόνησις νεαράς γυναικός, μη θαμβουμένης εκ της λάμψεως ούτε της βασιλείας, ούτε της δόξης, ούτε του κάλλους, ουδέ των άλλων προτερημάτων του εραστού και της θέσεως, ην ούτος παρείχεν αυτή, αλλά προϊδούσης και αποφυγούσης τα μετέπειτα, ως ήρμοζεν εις θυγατέρα ιερέως του Απόλλωνος υπό την σκιάν του βωμού ανατραφείσαν. Αληθές είνε ότι ο Όμηρος δεν παριστά την Χρυσηίδα χαίρουσαν, ότι απεδόθη εις τον πατέρα, ως παρέστησε την Βρισηίδα λυπουμένην και τούτο όμως σωφρονούσα έπραττεν, όπως μη παροξύνη τον Αγαμέμνονα εις παράπονα και φιλονεικίαν, καθότι πασίγνωστον είνε πόσον δυσαρεστότερος είνε εις του ανδρός τον εγωισμόν ο χωρισμός από ερωμένης, ήτις φαίνεται υποτασσομένη εις τούτο μετ' ελαφράς καρδίας. Και τοι όμως ουδέν λέγων ο ποιητής περί της τοιαύτης προθυμίας της Χρυσηίδος, υποδηλοί όμως τούτο διά του στίχου:
ο δ’ εδέξατο χαίρων παίδα φίλην,
καθότι δεν ήθελε χαίρει ο πατήρ αν έβλεπεν αυτήν λυπουμένην, ουδ' ήθελε την ονομάση φ ί λ η ν, αν άκουσα επέστρεφε παρ' αυτώ. Εις τα μαρτύρια ταύτα της φρονήσεως της Χρυσηίδος μία μόνη ίσως ένστασις δύναται ν' αντιταχθή, ότι πάντα τα ανωτέρω εσκέφθη αυτός ο Χρύσης, η δε θυγάτηρ του ουδέν άλλο έπραξεν ή να πεισθή τοις λόγοις και να υπακούση εις την πρόσκλησιν του πατρός. Και τούτο όμως αν υποθέσωμεν, έτι μείζονος θαυμασμού απομένει νέα κόρη πειστικώτερα ευρίσκουσα τα επιχειρήματα γέροντος και αφανούς πατρός από του οποίου έζη από δεκαετίας κεχωρισμένη, ή εραστού κεκτημένου οία ο Αγαμέμνων προσόντα, τα ικανά όντα να θαμβώσωσι τους οφθαλμούς και να φράξωσιν εις τας συμβουλάς της φρονήσεως πάσης άλλης κόρης τα ώτα. Και της τοιαύτης όμως μοναδικής παρά νεάνιδι φρονήσεως θαυμαστοτέρα φαίνεται ημίν η τέχνη του Ομήρου, όστις, ουδαμού του έπους αυτού ούτε έργου τινός ούτε απλού λόγου μνημονεύσας της Χρυσηίδος, κατώρθωσεν εν τούτοις να καταστήση ούτως εύκολον διά μικράς σκέψεως την πλήρη ανάπλασιν της ηθικής αυτής εικόνος.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΟΜΟΓΕΝΟΥΣ
Μη θέλοντες ν' αποκαλύψωμεν τίνι τρόπω έπεσεν εις χείρας ημών το ημερολόγιον, εξ ου αποσπώμεν τας κατωτέρω σημειώσεις, παρακαλούμεν τον αναγνώστην να υποθέση ότι έπεσεν εις την θάλασσαν, κατεπόθη υπό ιχθύος του Μαΐου, εφιλοξενήθη εν αυτώ επί τριήμερον ως Εβραίος προφήτης και ανευρέθη εκεί υπό της εκπληρούσης παρ' ημίν καθήκοντα αρχιτρικλίνου.
Το ούτως ή άλλως εις την κατοχήν ημών βιβλιάριον είνε δεδεμένον εν μαύρω δέρματι της Ρωσίας, έχει κομψόν μονόγραμμα εν τω μέσω γωνίας αργυράς και σελίδας τριάκοντα τέσσαρας. Εκ τούτων εν πρώτοις μανθάνομεν ότι η γράψασα τας σελίδας ταύτας διά κυανής μελάνης, ή μάλλον διά κυανού δηλητηρίου, δεσποινίς Αργυρώ Πολυχρύσου, μετηνέχθη πέρυσι το φθινόπωρον υπό της μητρός της εκ Φωκαϊκής τινος αποικίας εις την ημετέραν πρωτεύουσαν μετά δραχμών νέων τεσσαράκοντα μυριάδων μετρητών και ισαρίθμων ελπιζομένων, προς άγραν ή μάλλον προς αγοράν συζύγου, και απήλθε το επόμενον έαρ αποκομίζουσα ανέπαφον το ποσόν τούτο, άθικτον την καρδίαν της, περί δε των υποβληθέντων εις την έγκρισιν αυτής μνηστήρων τας κατωτέρω πιστώς αντιγραφομένας εκ του ημερολογίου της σημειώσεις:
«&Δεκεμβρίου 16, 1877&. Απόψε εν τη εσπερίδι της κυρίας Ρ… τέσσαρες μοι επαρουσιάσθησαν υποψήφιοι, διάφοροι κατά το επάγγελμα, την ηλικίαν, την τρίχα και το ανάστημα. Οι κατά πάντα όμως ταύτα διαφέροντες ούτοι κύριοι ωμοίαζον κατά τούτο, ότι η μετά την παρουσίασιν υπόκλισις προ εμού και των τεσσάρων μοι υπενθύμισε την εν τω Μ ω υ σ ή του Ροσίνη προσκύνησιν υπό των Ιουδαίων του χρυσού Μόσχου. Εις ταύτα πρέπει να προσθέσω ότι αι μητέρες, αδελφαί, ή θείοι και άλλοι συγγενείς των κυρίων τούτων μ' εδεξιώθησαν διά μειδιάματος, ομοιάζοντος γονυκλισίαν ενώπιον σάκου ταλλήρων. Εις έκαστον των προσκυνητών έδωκα ανά ένα αντίχορον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν έπαυσαν καίοντες προ εμού θυμίαμα τρίτης ποιότητος, ου αι αναθυμιάσεις ολίγον έλειψε να μοι προξενήσωσι λιποθυμίαν. Εις τον τελευταίον χορευτήν μου, κρίναντα εύλογον να ομιλήση έτι σαφέστερον περί του διακαούς πόθου του περί αποκαταστάσεως, καίτοι ανήκει εις την διπλωματίαν, έδωκα την κατωτέρω συμβουλήν : «Κύριε, η γλώσσα εδόθη υπό του Θεού εις τον άνθρωπον ουχί όπως εκφράζη, αλλ' όπως κρύπτη τους λογισμούς του»· ενώ δε έλεγον ταύτα, διελογιζόμην ότι του κυρίου τούτου η γλώσσα ωμοίαζε χείρα απλουμένην προς αίτησιν βαλλαντίου».
«&Δεκεμβρίου 17&. Εγερθείσα σήμερον την πρωίαν εύρον επί της τραπέζης της αιθούσης ημών ογκώδη ανθοδέσμην, πιθάριον ελαιών της Κορώνης, καπνιστά οψάρια του Μεσολογγίου και δέσμην εντύπων φυλλαδίων. Ταύτα ήσαν τα συνήθη μετά την προσκύνησιν αναθήματα εις τον χρυσούν Μόσχον, δι' ων οι χορευταί έκρινον εύλογον να μοι γνωστοποιήσωσιν ότι κέκτηνται ο μεν κηπάριον παρά τον Ιλισσόν, ο δε ελαιώνα εν Πελοποννήσω, ο τρίτος εξάδελφον βουλευτήν, και ο άλλος φιλολογικήν δόξαν. Οι ιχθύες του Μεσολογγίου μ' εφάνησαν αξιόλογοι εις το πρόγευμα, καίτοι η όσφρησίς μου ανεύρε παρ' αυτοίς ιδιάζουσάν τινα οσμήν, ως ει είχον καπνισθή και ούτοι διά θυμιάματος. Η μάλλον όμως χρήσιμος προσφορά ήτο αναντιρρήτως η φιλολογική, συνισταμένη εκ μιας τραγωδίας, ένδεκα επικηδείων λόγων, λογοδοσίας του συλλόγου Β ύ ρ ω ν ο ς, δύο ομιλιών εν αυτώ περί Αθανασίας και ετέρας περί της καλλιεργείας των μεταξοσκωλήκων. Πάσχουσα προ ετών εκ νευρικής αϋπνίας, καθ' ης απέτυχαν ο Τρουσσώ, οι θρίδακες, ο Πρετεντέρης και η μορφίνη, αντέταξα εις αυτήν μετά πλήρους επιτυχίας τα άπαντα του λογίου μνηστήρος μου. Ως αντίδωρον των ανθέων, των ελαιών, των ιχθύων και της τραγωδίας παρεκάλεσα τον πατέρα μου να στείλη εις έκαστον τον δωρητών ανά μίαν δεκάδα εντόκων γραμματίων του λαχείου του Αμβούργου, άτινα εγένοντο μετ' ευγνωμοσύνης δεκτά».
«&Δεκεμβρίου 25&. Σήμερον διά της κλειδαρότρυπας παρέστην εις όντως διασκεδαστικήν σκηνήν, την παρέλασιν των πληρεξουσίων αντιπροσώπων της τετράδος των μνηστήρων ελθόντων κατά διαδοχήν να ζητήσωσι την χείρα και την προίκα μου. Δύο εκ τούτων, φθάσαντες ενώ ο πατήρ μου απησχολείτο υπό του πρώτου, ηναγκάσθησαν να περιμείνωσιν αντικρυζόμενοι εν τω προθαλάμω. Αν τα βλέμματά των είχον οδόντας, νομίζω ότι ούτε κόκκαλον εξ αυτών δεν ήθελεν απομείνη. Η κατά παραγγελίαν μου απάντησις του πατρός μου εις την τετραπλήν ταυτόσημον διακοίνωσιν υπήρξεν εν &όχι& περιτετυλιγμένον ως καταπότιον αλόης εις ζαχαροκονίαν ευγενών φράσεων ουχ ήττον όμως η εκ της αρνήσεως πικρία φαίνεται υπάρξασα μεγάλη, μεταβαλούσα εν ακαρεί την περί εμού γνώμην των κυρίων τούτων. Η αλώπηξ του μύθου ηρκέσθη να ονομάση όμφακας τας σταφυλάς, τας οποίας δεν ηδύνατο να φθάση· οι αξιότιμοι όμως ούτοι απόγονοι του Περικλέους έθεσαν την επιούσαν εις κυκλοφορίαν, έκαστος ανά μίαν, τας εξής τεσσάρας περί εμού διαδόσεις: α’) ότι μ' έχει βαπτισμένην ο προ τριάκοντα πέντε ήδη ετών αποθανών παπά Κριατζούλας· β') ότι υπό τον στηθόδεμόν μου δεν υπάρχει τίποτε· γ') ότι κατέθεσα εις το εκθετοτροφείον παιδίον μου, έργον του λιμενάρχου Μασσαλίας· δ) ότι οι οδόντες μου είνε έργον του Εvans. Αν δεν εσικχαινόμην τα ακάθαρτα πράγματα, ήθελον εμπήξη αυτούς κατά την πρώτην συνάντησιν εις τας σάρκας του συκοφάντου».
«&Δεκεμβρίου 31&. Ως δώρον της πρώτης του έτους μοι προσέφερεν ο πατήρ μου ίππον, ον μετέβημεν ομού να εκλέξωμεν εις του Παλτόρη. Επιστρέψαντες εις την οικίαν, εύρομεν εκεί άλλην πάλιν προξενήτριαν, μεσολαβούσαν υπέρ ετέρου μνηστήρος. Μετ' απορίας μου παρετήρησα ότι η καλή γυνή, επαινούσα τον υποψήφιόν της, μετεχειρίζετο τας αυτάς ακριβώς φράσεις, τας οποίας και ο Παλτόρης εκθειάζων τας αρετάς του &καρά& του. Ως ο ίππος, ούτω και ο γαμβρός ήτο νέος, υγιής, εύρωστος, ήμερος και ζωηρός. Αυθημερόν το εσπέρας μοι επαρουσιάσθη εν φιλική οικία ο κάτοχος των ανωτέρω προσόντων. Οι απονεμηθέντες αυτώ υπό της μεσίτιδος έπαινοι δεν ήσαν κατ' ουδένα τρόπον υπερβολικοί. Είχε τράχηλον ηράκλειον, στήθος ευρύ, χαίτην στιλπνήν, κνήμην στρογγύλην, βλέμμα ακτινοβόλον, παρειάν στάζουσαν αίμα και φωνήν ομοιάζουσαν χρεμετισμόν· εφαίνετο δε και ικανώς ήμερος, ώστε αν δεν εφοβούμην παρεξήγησιν, ήθελον θωπεύση αυτόν επί του ώμου. Τοιούτος ων, μ' εφάνη ότι ήθελεν είνε λαμπρόν απόκτημα διά το ιπποφορβείον του αδελφού μου. Αφού όμως ωμίλησα επί τέταρτον της ώρας μετά του κυρίου τούτου, επείσθην ότι, αν εχρησιμοποιείτο προς τούτο, υπήρχε κίνδυνος μη γεννηθώσιν ημίονοι εκ των φοράδων».
«&Ιανουαρίου 14&. Αι διασπαρείσαι υπό των αποτυχόντων υποψηφίων φήμαι, ότι είμαι τριακονταέτις, ότι έχω τέκνον εν τω εκθετοτροφείω, το δε στήθος και οι οδόντες μου δεν μοι ανήκουσιν ειμή μόνον δικαιώματι αγοράς, εύρον, φαίνεται, τους παρέχοντας εις αυτάς πίστιν. Χθες τουλάχιστον έξυπνός τις τμηματάρχης ενόμισε καλόν να μοι εκθέση επί ολόκληρον ώραν την ζωηράν αυτού κλίσιν προς το φθινοπωρινόν γυναικείον κάλλος και την διακρίνουσαν τας ιδανικάς παρθένους του μεσαιώνος ατροφίαν του στήθους, πλην δε τούτου την απεριόριστον αυτού επιείκειαν διά τα προδίδοντα ευαίσθητον καρδίαν νεανικά ολισθήματα. Εκ τούτων επείσθην ότι οι θέλοντες πράγματι να μοι αφαιρέσωσι την υπόληψιν των Αθηναίων δεν πρέπει να κατηγορώσι τους οδόντας ή την διαγωγήν μου, αλλά την εμπορικήν θέσιν του πατρός μου».
«&Ιανουαρίου 15&. Το μόνον πράγμα, όπερ δεν κατώρθωσαν ακόμη να χαλάσωσιν οι πολιτικοί της Ελλάδος, είνε αι ωραίαι χειμεριναί ημέραι. Σήμερον το πρωί μετέβην μετά της μητρός μου εις Πειραιά διά του σιδηροδρόμου. Η αμαξοστοιχία ήτο σχεδόν κενή, εν δε τη ημετέρα αμάξη δεν υπήρχε κανείς. Αλλ' εν τούτοις, καίτοι τοιαύτη υπήρχεν ευρυχωρία, ευθύς άμα ανέβημεν, η άμαξα ημών επληρώθη εν ακαρεί εκ προσδραμόντων πανταχόθεν προικοδιωκτών. Πάντες ούτοι προσήλουν επί του υποκειμένου μου βλέμμα ούτως ατενές και πειναλέον, ώστε τότε κατά πρώτον ενόησα τι εννοεί ο Παναγιώτης Σούτσος διά του ρήματος &οφθαλμοτρώγω&. Δύο των κυρίων τούτων έκριναν καλόν να περιποιηθώσι την μητέρα μου, προσποιηθείσαν ότι κοιμάται, ενώ άλλος τις επεχείρησε ν' αποταθή προς την σκύλαν μου Πίσσαν, ήτις όμως έδειξεν αυτώ τους οδόντας ως ειδοποίησιν ότι δεν ομιλεί εις τους μη επισήμως εις αυτήν παρουσιασθέντας. Η τοιαύτη οφθαλμοφαγία εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν του δρόμου μετά τοσαύτης επιμονής, ώστε άμα απέβημεν, έτρεξα μετ' ανησυχίας να ζυγισθώ εις την πλάστιγγα του σταθμού και ευρέθην ελλιπής κατά εκατόν πεντήκοντα δράμια. Το απ' Αθηνών εις Πειραιά ταξείδιον είνε ευτυχώς μόνον δωδεκάλεπτον, ειδεμή, θα ήμην ολόκληρος οφθαλμοφαγωμένη».
Αναβάλλοντες εις επόμενον τεύχος την δημοσίευσιν των επιλοίπων δεκαοκτώ σελίδων του ημερολογίου της δεσποινίδος Πολυχρύσου, συγχαιρόμεθα μεν την καλήν κόρην ότι διέφυγε τας εις την καρδίαν και την προίκα της στηθείσας αυτή παγίδας, αλλ' έτι μάλλον συγχαίρομεν διά την αναχώρησιν αυτής τους Αθηναίους, διότι, αν ολίγον έτι καιρόν διέμενεν ενταύθα, πριν ή φθάσωσι να φάγωσιν αυτήν διά των οφθαλμών, ήθελον αφεύκτως γλωσσοφαγωθή υπ' εκείνης.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΘΗΚΟΥ
Πώς συμβαίνει, αφού ασπρίσωμεν να ενθυμώμεθα, ως να ήσαν χθεσινά, πράγματα τα οποία πριν αλλάξωμεν τους γαλαθηνούς, κατά το επίθετον του κ. Κόντου, οδόντας μας, πολύ δε ολιγώτερον να ενθυμώμεθα όσα ηκολούθησαν αφού απεκτήσαμεν φρονιμίτας, τούτο είνε ψυχολογικόν φαινόμενον, περί του οποίου έγραψαν οι σοφοί τόσα πολλά, ώστε επόμενον είνε να μένη ακόμη σκοτεινόν. Δεν έχω σκοπόν να επιχειρήσω την λύσιν του, αλλά μόνον να είπω ότι δεν ημπορώ μεν να ορίσω ακριβώς την χρονολογίαν των όσα έχω να διηγηθώ, αλλ' αφού τα ενθυμούμαι καλά πρέπει κατ' ανάγκην να είνε παλαιά.
Προ αμνημονεύτων λοιπόν χρόνων, πριν αξιωθώ να γνωρίσω τον προκείμενον πίθηκον προσωπικώς, ηυτύχησα να τον ίδω εις καλλιτεχνικήν τινα έκθεσιν του Λιβόρνου ζωγραφιστόν. Η εικών ήτο αριστουργηματική και έφερε την υπογραφήν του εξόχου ζωγράφου Ίζολα, ο οποίος δεν εσυνήθιζε να ζωγραφίζη παρά μόνον θεούς, ήρωας, αγγέλους και παναγίας. Πώς λοιπόν εκαταδέχθη καταβαίνων από τον Όλυμπον και τον Χριστιανικόν Παράδεισον να εικονίση πίθηκον; Η λύσις της απορίας είνε ότι ο πίθηκος δεν ήτο φανταστικόν ζώον, αλλ' ακριβές αντίγραφον αληθινού τετραπόδου ανήκοντος εις αυθέντην μυριόπλουτον, τον τραπεζίτην και αρχαιολόγον Δημήτριον Κούστε, δαπανήσαντα τέσσαρας χιλιάδας τάλληρα διά να ζωγραφηθή ο πίθηκος υπό του πρώτου της Ιταλίας ζωγράφου, απαραλλάκτως καθώς και όταν έπαθεν ο ρηθείς πίθηκος κρυολόγημα, εκάλεσε τον πρώτον της Ιταλίας ιατρόν Μπουφαλίνην διά να ποτίση την μαϊμού του χαμόμηλα, θηριακήν και θερμόν οίνον. Πλην της αγάπης προς τον πίθηκον ενυπήρχε πιθανώς εις τούτον και τις κλίσις, ουχί ακριβώς προς επίδειξιν αλλά προς απόδειξιν ότι ηδύνατο διά των εκατομμυρίων του να καταβιβάση μέχρι του πιθήκου του τας κορυφάς της τέχνης και της επιστήμης.
Ο πίθηκος εκείνος του είδους Chimpagi ήτο μεσαίου μεγέθους και ωμοίαζεν εν συνόλω όλους τους πιθήκους. Φαίνεται εν τούτοις ότι η όψις του είχε τι το αριστοκρατικόν, αφού εκ των θαυμαστών της εικόνος άλλος ισχυρίζετο ότι ωμοίαζε του Πρίγμαν Γίτζολη, άλλος προς την κόμησσαν Βαλστόκραν, και τρίτος προς την έξοχον ποιήτριαν κόμησσαν Βαρθολόμην· κατά μεν τους αντιπολιτευομένους ήτο η εικών του ασχημοτάτου πρωθυπουργού, κατά δε τους κυβερνητικούς του δημαγωγού Ματζούσα.
Ενώ έκαστος επειράτο να πιθηκοποιήση όσους δεν ηγάπα, αντήχησεν αίφνης πλησίον του ομίλου φωνή βαθυφώνου, τόσον όμως βαθεία, ώστε εφαίνετο εκπορευομένη εκ των εγκάτων της γης.
— Ο πίθηκος αυτός, κύριοι, έλεγεν η φωνή η ανήκουσα εις αυτόν τον τραπεζίτην και κτήτορα του ζώου Κούστε, δεν ομοιάζει με κανένα παρά μόνον με τον εαυτόν του. Αν τον ευρίσκετε αυτόν ανάξιον να ζωγραφίζεται από τον Ίζολαν και να ιατρεύεται από τον Μπουφαλίνην, σας προσκαλώ να έλθετε το εσπέρας εις την οικίαν μου να τον ίδετε και ελπίζω ν' αλλάξετε γνώμην. Τον λέγουν Θωμάν και είνε σήμερον η εορτή του. Θα αδειάσωμεν μερικάς φιάλας σαμπάνιαν εις την υγείαν του.
Πλην της κενώσεως φιαλών καμπανίτου εις την εορτήν του πιθήκου η αιφνιδία αύτη πρόσκλησις ουδέν είχε το αλλόκοτον ή το παράτυπον. Το Λιβόρνον είνε ή τουλάχιστον ήτο μικρός τόπος και όλοι εγνωρίζοντο ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου.
Περιττόν νομίζω να περιγράψω την μεγαλοπρέπειαν του Κουστείου μεγάρου· το κυριώτατον αυτού κόσμημα ήσαν καλλοναί ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ακράγαντος και των Συρακουσών, και ιδίως το νομισματικόν μουσείον. Η διπλή αύτη ιδιότης τραπεζίτου και αρχαιολόγου δεν θέλει φανή, ως πιστεύω, ασυμβίβαστος εις τους αναγνώστας ημών, αφού έχομεν και εν Αθήναις αξιόλογον τοιούτον· επόμενον άλλως είνε οι αγαπώντες, τα νομίσματα ν' αγαπώσιν εκτός των νέων και τα αρχαία.
Πλην όμως αρχαιολογικού ήτο εις το μέγαρον εκείνο και ζωολογικόν μουσείον, ή μάλλον αληθής κιβωτός του Νώε, διότι τα ζώα ήσαν ζωντανά. Είχεν εικοσιεπτά σκύλους παντός είδους και μεγέθους, από του ποιμενικού μολοσσού των Απεννίνων μέχρι του κυναρίου της Μάλτας και της αυλής του βασιλέως της Αγγλίας Καρόλου, και γάτας αναριθμήτους, της Αγκύρας, της Τάρμας, τριχρόους της Ισπανίας και χρυσότριχας της Περσίας. Ο Κούστε δύναται να θεωρηθή Ιωάννης ο πρόδρομος της σήμερον ακμαζούσης γατοφιλίας. Αλλά το προ πάντων αξιοθαύμαστον ήτο η εντός παραρτήματος του υαλοφράκτου θερμοκηπίου μοναδική συλλογή παντοίων υπερποντίων πτηνών από δύο μεγαλοπρεπών στρουθοκαμήλων μέχρι των θαμβούντων την όρασιν μικροσκοπικών κολυβρίων, τα οποία ηδύνατό τις να παρομοιάση προς πετώντας σμαράγδους και σαπφείρους.
Όλον το πτερωτόν, το πτιλωτόν και τριχωτόν τούτο γένος ετρέφετο και υπηρετείτο δαπάνη ιδιαιτέρου προϋπολογισμού, ανερχομένου εις ικανάς χιλιάδας λιρών, τον οποίον παρουσίαζε κατά μήνα ιδιαίτερος υπάλληλος, φέρων τον τίτλον Επιμελητού των ζώων, εις την αυτού εξοχότητα τον βαρώνον Κούστε.
Πίθηκον όμως είχε μόνον ένα, τον Θωμάν, όστις ουδέν είχε κοινόν προς τα του ζώου, αλλά συνεκατοίκει, συνέτρωγε και συνδιεσκέδαζε μετά του κυρίου του, το δε περιεργότερον είνε ότι και συνειργάζετο μετ' αυτού εκτελών καθήκοντα βιβλιοθηκάριου, ως θα ίδωμεν κατωτέρω. Εις την Ιταλίαν απενέμετο ενίοτε η θέσις του βιβλιοθηκαρίου εις οικιακούς υπηρέτας, μόνον όμως των ιδιωτικών βιβλιοθηκών, ενώ διά τας δημοσίας εθεωρείτο το αξίωμα ως μάλλον αρμόζον εις τους λογίους. Ενδέχεται να μετέβαλε κ' εκεί τα πράγματα ο θρίαμβος των κοινοβουλευτικών εθίμων. Όταν το εσπέρας μετέβημεν εις το Κούστειον μέγαρον, έσπευσε πλην του οικοδεσπότου να δεξιωθεί ημάς και ο πίθηκος Θωμάς τείνων κατά μίμησιν του κυρίου του εις έκαστον ημών την χείρα. Διά το επίσημον της ημέρας είχεν ενδυθή την στολήν του αξιώματός του, φράκον από κυανούν βελούδον, ερυθρόν βρακίον και λαιμοδέτην εκ τριχάπτου και καμέλιαν εις την κομβιοδόχην. Ο Θωμάς ωμοίαζε πολύ με την εικόνα του και ήτο όσον εύμορφος δύναται να είνε πίθηκος. Αν δεν εφοβούμην να μη θεωρηθώ αντιφάσκων θα έλεγα ότι ήτο εύμορφος ασχημομούρης.
Και τοιαύτα μεν ήσαν τα εξωτερικά, το δε ηθικά και πνευματικά προσόντα του Θωμά ήσαν πολύ ανώτερα τούτων.
Αφού μας διηγήθη ο αυθέντης του πώς έτυχε να τον εύρη χειμερινήν τινα νύκτα εις τον δρόμον άστεγον και πειναλέον, απετάθη έπειτα προς αυτόν: Θωμά, είπε, διηγήσου εις τους κυρίους τις ήτο ο πρώτος σου αυθέντης και διατί σ' έρριψεν εις τον δρόμον.
Ο πίθηκος έφερε σκαμνίον αντικρύ του τοίχου, εκάθισεν επ' αυτού επί των οπισθίων του, ήρχισε να περιστρέφη το βλέμμα επί των προσκεκλημένων, ως να ήθελε να τους επιθεωρήση όλους, και επί τέλους προσήλωσεν αυτό επί τινα, την ωραιοτέραν της ομηγύρεως κυρίαν αφού την εκύτταξεν επί τινας στιγμάς, έλαβε την άκραν της ουράς του μεταξύ των δακτύλων και ήρχισε να περιφέρη αυτήν επάνω εις τον τοίχον και επί τινα ώραν εξηκολούθησε να κυττάζη εναλλάξ το πρότυπόν του και να μεταχειρίζηται ως χρωστήρα την ουράν του.
— Ως βλέπετε, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ο πρώτος του Θωμά αυθέντης ήτο ζωγράφος. Και εκέρδιζε πολλά; ηρώτησε τον πίθηκον.
Ο ερωτώμενος εβύθισε την χείρα εις την τσέπην του βρακίου του, την οποίαν εξήγαγε και ανέτρεψε διά να δείξη ότι δεν περιείχεν απολύτως τίποτε· εκτύπησεν έπειτα δις και τρις την κοιλίαν του διά ν' αποδείξη ότι ήτο όσον και η τσέπη του κενή και ήρχισε να υποκρίνεται την πείναν διά παντομίμας ικανής να εκπλήξη και τον δόκτωρα Ταννέρ τον νηστευτήν. Μετά ταύτα έτρεξε προς το εντός της αιθούσης κρεμάμενον κορδόνιον του κωδωνίσκου και ήρχισε να σύρη αυτό κατά διαστήματα και βιαίως.
— Θέλει να μας ειπή, ηρμήνευσεν ο κύριός του, ότι ο πρώην αυθέντης του εδέχετο πολλάς επισκέψεις.
Ο πίθηκος τότε ήρχισε να παρωδή τας κινήσεις δανειστού ζητούντος χρήματα παρά μη έχοντος και οργιζομένου ότι δεν τον πληρώνουν. Μετ' ολίγον εξήλθε της αιθούσης και αμέσως επέστρεψε φέρων επί των παρδαλών ενδυμάτων του μαύρον επανωφόριον, ομματοϋάλια εις τους οφθαλμούς του και επί της κεφαλής του πίλον τρικαντώ. Η φυσιογνωμία και η συμπεριφορά του είχε μεταβληθή επί το σοβαρώτερον και αξιοπρεπέστερον. Εκράτει εις την αριστεράν φύλλον χάρτου και εσάλευε την ουράν του ως γραφίδα. Εν τοιαύτη περιβολή περιήλθε την αίθουσαν σταματών προ εκάστου των επίπλων, των ανακλίντρων, ερμαρίων, καθρεπτών, λαμπτήρων και των άλλων, τα εξήταζε δε από όλα τα μέρη ως θέλων να εκτιμήση την αγοραίαν τιμήν των, την οποίαν έσπευδεν έπειτα ωσεί να σημειώση επί του χάρτου. Η μίμησις δικαστικού κλητήρος ενεργούντος απογραφήν και κατάσχεσιν ήτο τελεία και κωμικώς σοβαρά, ώστε πάντες, μη εξαιρουμένου και του παρισταμένου προέδρου των Εφετών, εξεκαρδίζοντο διά την εκφραστικωτέραν και της του περιωνύμου μίμου Σκέτζη παντομίμαν του πιθήκου.
— Πιστεύω, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ότι είνε περιττόν να σας ερμηνεύσω όσα σας εξέθεσεν ο πίθηκός μου, πώς δηλαδή κατεσχέθησαν και επωλήθησαν τα σκεύη του ζωγράφου και ευρέθη ούτω εις τον δρόμον ο πίθηκος μου άστεγος και πειναλέος.
Η εσπερίς ετελείωσε δι' αφθόνου καταλύσεως όχι μόνον βανανών και ανανάδων, αλλά και κεραστών, των οποίων η παράθεσις κατά την εορτήν του Αγίου Θωμά ηδύνατο να θεωρηθή ως το άκρον άωτον πολυτελείας και ηγεμονικότητος καισαρικής. Αλλά προ πάντων απαράμιλλοι ήσαν του γυναικαρέσκου πιθήκου αι φιλοφρονήσεις προς τας κυρίας, η καθαριότης και η χάρις με την οποίαν εξεφλούδιζε και επρόσφερεν εις αυτάς τας βανάνας ή εκρέμα εις τα αυτιά των δίδυμα κεράσια αντί ενωτίων ή τας επροκάλει να βρέξωσι τα ρόδινα χείλη των εις το νέκταρ τον Βεζουβίου, το οποίον επωνομάσθη δάκρυ του Χριστού διά την ηδύτητα της γεύσεως και του αρώματος. Πολλαί δε εκενώθησαν και φιάλαι μαλβασίας και καμπανίτου εις υγείαν του Θωμά, όστις ηυχαρίστει υποκλινόμενος και αντέπινε σουμάδαν, την οποίαν είχε την αδυναμίαν να προτιμά παντός άλλου ποτού.
Κατά την ώραν της αναχωρήσεως επρόπεμψε μέχρι της κλίμακος πάντας τους τιμήσαντας την εορτήν, σφίξας την χείρα των κυρίων ως άγγλος ευπατρίδης και ασπασθείς την των δεσποινών ως γάλλος ιππότης. Ουδέ παρέλειψε το τελευταίον τούτο δυσάρεστον καθήκον, διά τον λόγον ότι ο βαρώνος Κούστε διεκρίνετο ως δεινότατος της Τοσκανίας εραστής, εκτιμητής όχι μόνον μαρμάρων και νομισμάτων, αλλά και της ζώσης γυναικείας καλλονής. Όπως ο Πυθαγόρας, ο Θαλής, δεν ενθυμούμαι, είχεν επιγράψη επί της εισόδου της σχολής αυτού: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω», ούτω και ο βαρώνος απέκλειε της αιθούσης του πάσαν ασχημομούραν, έστω και αν ήτο απόγονος των Μεδίκων.
Και τοιαύται μεν ήσαν του Θωμά αι διασκεδάσεις, η δε εργασία του ήτο, ως ήδη είπομεν, η ακριβής εκτέλεσις των καθηκόντων του βιβλιοφύλακος. Οσάκις ο βαρώνος εκλείετο εις το σπουδαστήριόν του διά να εργασθή, ο Θωμάς εγκαθιδρύετο επί των γιγαντιαίων τόμων της αρχαιολογίας του Βισκόντι και δεν επέτρεπε την είσοδον παρά εις μόνους τους συναδέλφους του κυρίου του εν αρχαιολογία. Οσάκις ήκουε κρουόμενον τον κώδωνα της αυλείου θύρας, έτρεχεν εις το παράθυρον να ιδή τις ήλθε, και έπειτα επανερχόμενος, τόσον πιστώς απεμιμείτο του επισκέπτου την στάσιν και τας κινήσεις, ώστε ο κύριος αυτού, μαντεύων ασφαλώς τις είνε ο επισκέπτης, ηδύνατο εγκαίρως να είπη εις τον θαλαμηπόλον του να τον εισάξη ή να τον αποκλείση. Τα ερμάρια των βιβλίων έφθαναν μέχρι της οροφής, αλλ' ο Θωμάς σπουδάσας πιθανώς πατά την παιδικήν του ηλικίαν την αναρρηχητικήν τέχνην εις τους εκατονταπήχεις κορμούς των φοινίκων, των αρτοκάρπων και των κοκκοδένδρων των παρθένων δασών της πατρίδος του, ουδεμίαν ησθάνετο δυσκολίαν ν' αναρριχηθή μέχρι της κορυφής της βιβλιοθήκης, να λάβη το ζητούμενον βιβλίον και να το προσφέρη εις τον μελετώντα, αφού προηγουμένως εφύσα επ' αυτού και το ετίνασσε προς απόσεισιν του κονιορτού. Εν αρχή έπρεπεν ο αυθέντης να του δεικνύη διά της άκρας καλαμίου τίνα τόμον θέλει, κατόπιν όμως συνηθίσας ο πίθηκος να συνδυάζη το άκουσμα του δεινός φωνήματος προς τούτον ή εκείνον, τον μεγάλον ή τον μικρόν, τον δεμένον ή τον άδετον, τον υψηλά ή χαμηλά, τον πράσινον ή τον κόκκινον τόμον, ουδέποτε εκόμιζεν άλλο σύγγραμμα εκτός του ζητηθέντος ή ετοποθέτει αυτό εις άλλην πλην της οικείας θέσιν μετά την χρήσιν.(6) Πράγματι η ταχύτης της προσαγωγής του βιβλίου και η απόσεισις του κονιορτού και του θορύβου πατημάτων είνε τα πρώτα και απαραίτητα προς μελέτην εφόδια, προκαλώ δε τον Έφορον της Λαυρεωτικής να μου επιδείξη ένα μόνον βιβλιοφύλακα δυνάμενον να συγκριθή με τον ιδικόν μου.