← Table of contents
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος

Front matter (continued 6)

Reading edition

— Α! έτσι; πολύ καλά! Καθίσατε παρακαλώ!

Αλλά πού να καθίσουν οι φίλοι! Τα πράγματα ελάμβανον όψιν παράδοξον και ικανώς ανησυχητικήν. Ως δροσιστικά προσεφέροντο εις τους χορευτάς αμύγδαλα, πορτοκάλλια και ριζόγαλον μετά πολλής κανέλλας, η δε ορχήστρα αποτελουμένη εκ δύο ζυγιών βιολίου και μπουζουκίου ήρχισε μέλπουσα συρτόν! Ούτε ο χορός ούτε τα δροσιστικά ήσαν φαίνεται της ορέξεώς των, ενώ δε η λοιπή ομήγυρις συνεκρότει περί την αίθουσαν τον ορχηστικόν της κύκλον, οι δομινοφόροι ετρέποντο αψοφητί ως φαντάσματα προς την θύραν, και ητοιμάζοντο ήδη να διαβώσι την φλιάν, ότε κυρία τις αποσπάται του συρτού, τοποθετείται δίκην Κερβέρου προ της θύρας, και ερωτά επιχαρίτως μειδιώσα·

— Και πώς, κύριοι, έτσι θα φύγετε, χωρίς να ιδούμεν τα χρυσά σας μούτρα;

— Αλλά, κυρία μου, απαντά είς των νέων, ον είχε φαίνεται περισσότερον προσβάλει ο απρεπής του προσώπου του χαρακτηρισμός, τα μούτρα μας έχουν, βλέπετε, μουτσούναις, και ο αμαξάς μας μας είπεν, ότι είμεθα ελεύθεροι να μη ταις 'βγάλωμεν.

— Κυρ Γιάννη! φωνεί τότε η κυρία πρός τινα των χορευτών, αυτό το πράγμα δεν γίνεται! πρέπει κάποιος να βγάλη την μάσκα του.

— Έννοια σας, κυρία Ουρανία, λέγει σοβαρός προσερχόμενος ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής. Έννοια σας! αφήστε το πράγμα επάνω μου, και θα ιδήτε.

Στρεφόμενος δε προς τους δομινοφόρους, οίτινες πολύ πιθανώς είχον αρχίσει να οσφραίνωνται δυσάρεστα, παρατηρεί μεθ' ικανού μεγαλείου·

— Η κυρία έχει δίκαιον. Ένας τουλάχιστον από σας πρέπει να βγάλη την μάσκα του.

— Αλλά ο αμαξάς μας . . .

— Ο αμαξάς σας, ο αμαξάς σας! Πούν' τος αυτός ο αμαξάς σας;

— Νικόλα! κραυγάζει τότε στεντόρειον από της κλίμακος είς των μετημφιεσμένων, έλα γρήγορα επάνω! Και μετά στιγμήν εμφανίζεται ο Νικόλας.

— Καλό 'ς τον κυρ Νικόλα! φωνεί αίφνης, σύμπασα η ομήγυρις, και ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής τω προσφέρει ποτήριον οίνου.

— Τι σόι πράγμα είν' αυτοί οι λεβέντες; τον ερωτά.

— Καλά παιδιά, κυρ Γιάννη! 'Σ την υγειά σας, αδέλφια, και ο θεός 'ς το καλό!

— Α έτσι; Πολύ καλά, κύριοι! Ευχαριστούμεν και να μας συγχωρήτε!

Οι φίλοι κατέβησαν, εννοείται, τας βαθμίδας ανά δύο, δεν αναφέρει δε η ιστορία αν εξηκολούθησαν την νυκτερινήν αυτών εκδρομήν.

Μαντεύεις τι είχε συμβή; Ο μάγειρος του οικοδεσπότου, λαβών παρά του κυρίου του την άδειαν, είχε συγκαλέσει εν τη κενή οικία τους συναδέλφους και φίλους του εις χορόν. Τα λοιπά εξηγούνται.

Η χιών έπαυσε να πίπτη καθ' ην ώραν κλείω την επιστολήν μου. Ανοίγω το παράθυρόν μου, και βλέπω σχεδόν αίθριον τον ουρανόν. Φαντάσου, αν αύριον είνε ωραία ημέρα! Ας χαίρουν τα Κούλουμα και το Φάληρον.

Κ'.

Εν Αθήναις, τη 9 Μαρτίου 1880.

Δόξα τω θεώ και προσκύνημα τω Κυρίω των Δυνάμεων, ότι μας απήλλαξε τέλος πάντων της φοβεράς βασάνου, ήτις ονομάζεται ενδυμασία προς χορόν, της έτι φοβερωτέρας, ήτις ονομάζεται χορός, και της φοβερωτάτης πασών, ήτις ονομάζεται αγρυπνία μέχρι πρωίας και cotillon διαρκούν τέσσαρας ώρας.

Ησυχάσαμεν επί τέλους, αγαπητή μου φίλη, και δυνάμεθα τώρα εν πάση ανέσει, διά μετανοιών και χαβιαροφαγίας, να καθαρισθώμεν από πάσης χορευτικής αμαρτίας και να αποπλύνωμεν πάντα τα από των απόκρεω και των μεταμφιέσεων κρίματα ημών. Θα το κάμωμεν όμως άρα γε; Ή τουλάχιστον θα το κάμωμεν όλαι; Αμφιβάλλω πολύ· και θ' αμφιβάλης και συ μαζή μου, όταν μάθης, ότι χθες ακόμη, σάββατον μόλις της πρώτης εβδομάδος της τεσσαρακοστής, εχόρευον — όχι εγώ, θεός φυλάξη! — αλλά πολλαί φίλαι μας . . . . μέχρις της τρίτης μετά το μεσονύκτιον. Και πώς λοιπόν! θ' αναφωνήσης βέβαια· δεν εχόρτασαν επί δύο ήδη μήνας sandwichs και λεμονάδας; δεν εκουράσθησαν οι πόδες των; δεν εβαρύνθησαν οι ρώθωνές των ροφώντες καπνόν κηρίων και κονιορτόν; δεν εβαρύνθησαν αι γλώσσαι των ομιλούσαι μεταξύ δύο αντιχόρων περί βροχής και ηλίου, περί χειμώνος και αιθρίας, περί υπουργικής κρίσεως και Κωστοπούλου, περί της οδού Πατησίων και του ελληνικού ζητήματος; Όχι, αγαπητή μου! ούτε εκουράσθησαν, ούτε εβαρύνθησαν. Απόδειξις δε τούτου το φοβερόν χθεσινόν πραξικόπημα, το οποίον, ως μανθάνω, πρόκειται να επακολουθήσωσι και άλλα όμοια εντός ολίγου. Δεν ηξεύρω, αν ο κόσμος εν γένει ελωλάθη εφέτος, ή εγώ παραδόξως πρεσβυτίζω. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η μανία των διασκεδάσεων, των εσπερίδων και των χορών δεν εξεθύμανεν ακόμη, μ' όλον το δυσάρεστον douche, το οποίον έρριψε κατά των κεφαλών μας ο ανεκδιήγητος χειμών της παρελθούσης εβδομάδος. Ούτω δε, μολονότι κ' εφέτος καθ' όλους τους τύπους εωρτάσαμεν τα Κούλουμα, μολονότι, ως εμάντευον εις το τέλος της παρελθούσης μου επιστολής, ηθρίασεν αίφνης την Καθαράν Δευτέραν ο καιρός, οιονεί από σκοπού καταδεικνύων, ότι ετραχύνθη μεν ίνα κόψη τας αμαρτωλάς ημών διασκεδάσεις, εγλυκάνθη δε πάλιν εν μια νυκτί, ίνα καλέση ημάς εις πανηγυρικήν προϋπάντησιν των νηστειών και της μετανοίας, ημείς όμως ου βουλόμεθα συνιέναι, ούτε σημεία εκτιμώμεν ούτε οιωνούς, εμμένομεν δε σκληροτράχηλοι εις την παραλυσίαν, και ο θεός πλέον. . . . ελεήσαι και οικτειρήσαι ημάς. Αυτά δε περίπου έλεγε και σήμερον εν πολλή κατανύξει καλοθρεμμένος τις ιεροκήρυξ, όστις εφρόντισεν επί τέλους να μνημονεύση επιδεξίως προς τους ακροατάς του και μικρόν τι αυτού συγραμμάτιον, ορίζων συνάμα και το βιβλιοπωλείον, όπου ηδύνατο να το αγοράση ο βουλόμενος προς ψυχικήν αυτού οικοδομήν, αντί ευτελούς τιμής. Γνωρίζετε σεις αυτού, εν Παρισίοις, το είδος αυτό της Réclame, το οποίον υπερβαίνει, ως βλέπεις, παν ό,τι ομοειδές επενόησαν μέχρι τούδε οι Αμερικανοί;

Ουχ ήττον, μολονότι και νηστεύοντες χορεύομεν, μολονότι και μετανοούντες εν τεσσαρακοστή διασκεδάζομεν ως εν απόκρεω, εσπεύσαμεν όμως ως άνθρωποι κατ' εξοχήν τυπικοί ν' αποχαιρετίσωμεν δήθεν τα Κρόνια και πάσαν την πομπήν αυτών, άλλοι μεν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, άλλοι δε εις το Φάληρον. Εννοείς, ότι αφότου η ακτή του νέου Φαλήρου ήρχισε να κάμνη ανταγωνισμόν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, ο κόσμος των καθαυτό Κουλούμων έγεινεν αραιότερος και από έτους εις έτος ελαττούται. Μάτην ήθελέ τις και εφέτος αναζητήσει επί των γραφικών καίτοι φαλακρών λόφων, οίτινες δεσπόζουσι των οχθών του ξηρού Ιλισσού, τας ποικίλας εκείνας συστάδας των σταυροποδητί καθημένων πέριξ τρυβλίου ελαιών, κρομμύων, θριδάκων και της απαραιτήτου πλώσκας· μάτην ήθελέ τις ζητήσει τα παλαιά εκείνα και παροιμιακά όρη των στραγαλίων, άτινα έφρασσε κυκλοειδής πορτοκαλλίων παράταξις, και το απειράριθμον τάγμα των κουλουρτζήδων, πέριξ των οποίων εσκίρτων εκ χαράς των νηπίων τα ροδοπάρεια στίφη, και τους σκοροδοστεφείς βιολιστάς, και τους όπισθεν της κεφαλής των φέροντας την προσωπίδα μετημφιεσμένους, και των υπό τας στήλας του Ολυμπιείου ορχουμένων παλληκαρίων τον όμιλον, και το πυκνόν, πυκνότατον εκείνο πλήθος των θεατών, οίτινες κατέκλυζον τον πέριξ χώρον, δίκην μυρμήκων στρατιάς. Όλα εκείνα τα παλαιά, όλη εκείνη η φαιδρά αληθώς πανήγυρις, ήτις έτι τοσαύτα έτη αντείχεν επίμονος εις παν εκκλησιαστικόν ανάθεμα και πάσαν επισκοπικήν προγραφήν, παρήλθε πλέον σήμερον ανεπιστρεπτεί, και ό,τι δεν κατώρθωσεν η εκκλησία κατώρθωσεν ούτως ειπείν ο πολιτισμός. Λέγω ούτως ειπείν, διότι μετέθηκεν απλώς ό,τι μάτην εκείνη προσεπάθει να εξοντώση. Δεν γίνεται πλέον εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός το προσκύνημα της Καθαράς Δευτέρας, αλλά γίνεται όμως από πέντε ήδη ετών εις το Φάληρον. Εις τους λόφους του Ιλισσού απέμειναν πιστοί αποδημηταί ολίγιστοι μόνον, μη πολιτισμένοι και εις τας κατωτέρας του λαού τάξεις ανήκοντες. Αυτοί μεταφέρουσιν ακόμη εκεί, ως είχον μεταφέρει την παρελθούσαν Δευτέραν, τας ελαίας των και τα σκόροδά των και τα πενιχρά των όστρεα και τον απαραίτητον ρητινίτην, και τραγουδούσιν ακόμη εύθυμοι, και χορεύουσι προς τον ήχον βραχνού τινος και παραχόρδου βιολίου. Αλλ' είνε ολίγοι δυστυχώς, ως είνε ολίγοι και οι θεαταί των. Οι πολλοί, ων η πολιτιζομένη και νεωτερίζουσα στρατιά πληθύνεται οσημέραι, καταβαίνουσιν εις το Φάληρον, όπου υπάρχει εστιατόριον της Εταιρίας του σιδηροδρόμου, όπου υπάρχει καφενείον, όπου κτίζονται μέγαρα εξοχικά, όπου δύναταί τις τέλος να περιπατήση ώρας ολοκλήρους εις διακοσίων μέτρων έκτασιν, θαυμάζων τας πασσαλοστοιχίας, ας οι φαληρισταί αποκαλούσι κήπους, το μελαγχολικόν παράπηγμα, όπερ το θέρος ονομάζεται θέατρον, και . . . . . την περίεργον ανεμαντλίαν, ήτις ως γίγαντος σκελετός αναπτύσσει προς την θαλασσίαν αύραν τας ερυθράς της πτέρυγας. Τα πολλά ταύτα και ποικίλα θέλγητρα του Φαλήρου, εις τα οποία μη λησμονήσης να προσθέσης το μέγιστον εκείνο, όπερ συνοψίζουσιν αι γαλλικαί λέξεις: voir et ê tre vu, συγκαλούσι συνήθως την Καθαράν Δευτέραν παρά τον φαληρικόν αιγιαλόν τον ούτω καλούμενον καλόν κόσμον των Αθηνών, όστις, αφού περιπατήση ώρας τινάς, και ακούση ρακένδυτόν τινα και άνιπτον ιταλόπαιδα παίζοντα διά της άρπας του την Mandolinata και την Stelle Confidente, επιστρέφει οίκαδε κατευχαριστημένος, και διηγείται την επιούσαν ότι επέρασε θαυμάσια εις το Φάληρον. Εφέτος όμως και του Φαλήρου τα Κούλουμα ήσαν πενιχρά και μέτρια. Ο κόσμος ήτο ολίγος, ίσως διότι ο άφθονος πηλός των οδών εμπόδισε τους περισσοτέρους να επιχειρήσωσι την από της οικίας των εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν οδοιπορίαν, πολύ μακροτέραν και δυσαρεστοτέραν της από του σταθμού εις το Φάληρον· το δε εστιατόριον του σιδηροδρόμου ήτο κλειστόν, διότι πιθανώς η χιών της προτεραίας είχε παγώσει τους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς του ξενοδόχου. Ούτω πάσαι αι διασκεδάσεις, τας οποίας προ μικρού ανέφερα, έγειναν μεν, αλλ' έγειναν κατά πολύ μικροτέρας διαστάσεις, και ως greatest attraction της ημέρας έμεινεν η ανεμαντλία του σιδηροδρόμου, ήτις αντικατέστησεν από τινων μηνών το δυστυχές ονάριον, ούτινος οι αφιλοκερδείς αγώνες επότιζον άλλοτε τον κήπον της Εταιρείας.

Θέλεις τώρα και έν νέον; Έφθασε προχθές ο ιταλικός μελοδραματικός θίασος, όστις πρόκειται να τέρψη τα αθηναϊκά ώτα κατά την τεσσαρακοστήν από της σκηνής του χειμερινού θεάτρου. Λέγεται δε ήδη περί αυτού ότι η πρώτη κυρία είνε . . . . πολύ ωραία. Συ θα ερωτήσης ίσως, αν τραγουδεί εύμορφα. Περί τούτου ουδείς έγεινε λόγος μέχρι τούδε υπό του φιλομούσου κοινού.

Α! αλήθεια· ολίγου δειν να λησμονήσω και έν άλλο νέον. Έπεσε το Υπουργείον.

ΠΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ, ΛΙΤΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ (11)

Ο αναγινώσκων τας τέσσαρας ταύτας λέξεις της επιγραφής της προκειμένης μελέτης θέλει κατά πάσαν πιθανότητα συνάψει αυτάς φυσικώς και κατά τάξιν ανά δύο, την μεν πτωχείαν μετά της λιτότητος, την πολυτέλειαν δε μετά του πλούτου. Σκεπτόμενος βεβαίως κατά λογικωτάτην ακρίβειαν, ότι οι νεοφανείς ασπάραγοι τιμώνται τριών δραχμών κατά δέσμην, ότι οι ασπάραγοι είνε λίχνευμα μάλλον ή φαγητόν, και ότι τα λιχνεύματα προϋποθέτουσι τα φαγητά, θέλει συμπεραίνει, κατά λογικωτάτην επίσης ακρίβειαν, ότι εκείνοι μόνον δύνανται να τρώγωσι και τρώγουσι συνήθως νεοφανείς ασπαράγους, όσοι περισσεύουσι φαγητού και αφθονούσιν, εννοείται, χρήματος. Περί ορέξεως δεν πρόκειται, καθότι η όρεξις των προσφάτων ασπαράγων δεν είνε προνόμιον εξαιρετικόν τάξεώς τινος ανθρώπων, και αν η μοίρα εδημιούργησε διάφορα τα βαλάντια και το περιεχόμενον αυτών, η φύσις όμως εδημιούργησεν ομοίους τους ουρανίσκους των ανθρώπων και ομοίους σχεδόν αυτών τους στομάχους. Αν δε μετά της αυτής λογικής ακριβείας εξακολουθήση σκεπτόμενος ο ημέτερος αναγνώστης, θέλει επίσης σκεφθή, ότι, επειδή αι μεταξωταί εσθήτες και τα τρίχαπτα είνε ακριβαί συνήθως και βαρύτιμοι, δεν είνε δυνατόν να φορώσιν αυτάς ειμή μόνον των πλουσίων αι γυναίκες, εκείνων δηλαδή, οίτινες τοσούτον έχουσι στρογγύλον το πουγγίον αυτών, ώςτε, αφού φάγωσι μέχρι κόρου προσφάτους ασπαράγους, δύνανται να ενδύσωσι και τας συζύγους αυτών μέχρι κόρου δι' εσθήτων μεταξωτών.

Τας σκέψεις ταύτας επιβάλλει η λογική· και δι' αυτό ελέγομεν ανωτέρω, ότι ο λογικός ημών αναγνώστης θέλει συνάψει τον πλούτον μετά της πολυτελείας και την πτωχείαν μετά της λιτότητος, αναλογιζόμενος και συμπεραίνων, ότι, όπως η πολυτέλεια είνε ακολούθημα του πλούτου, ούτω και η λιτότης είνε της πτωχείας ανάγκη. Δυστυχώς όμως η λογική δεν συμφωνεί πάντοτε και πανταχού προς τα πράγματα· εν Ελλάδι δε ιδίως, και μάλιστα εν Αθήναις, ψεύδει συνήθως η των πραγμάτων αλήθεια την αυστηρότητα της λογικής. Είνε δε φυσική η τοιαύτη παρ' ημίν ανωμαλία, ουδέ πρέπει να ξενίζη τον προσεκτικόν παρατηρητήν. Όπως τα εν ζυμώσει διατελούντα ρευστά φέρουσι συνήθως επί της επιφανείας αυτών όλην εκείνην την ιλύν, ήτις εις τρύγα μεταβαλλομένη θέλει μετ' ολίγον καταβή εις τον πυθμένα — την φυσικήν αυτής θέσιν, — ούτω και εις τας αστάτους και ζυμουμένας έτι κοινωνίας ανατρέπεται ως επί το πολύ η φυσική των πραγμάτων θέσις, και πολλά γίνονται άνω κάτω, και απορεί προς το παράδοξον ο επιπολαίως τα πράγματα μελετών. Τοιούτο τι συμβαίνει σήμερον και εν τη ελληνική κοινωνία, ιδίως δε τη Αθηναϊκή, ήτις ως πρωτευούσης κοινωνία ου μόνον ευλόγως αξιοί να νομοθετή και διά την λοιπήν Ελλάδα, αλλά και ήρχισεν από τινος πράγματι να γίνεται πρότυπον των επαρχιών.

Η ανατροπή αυτή της φυσικής των κοινωνικών φαινομένων αναπτύξεως είνε δυστύχημα πάντως όπου και αν επέλθη, πολύ δε μείζον και λυπηρότερον αναντιρρήτως, οσάκις επέρχεται εις έθνη μικρά, εις πολιτείας πτωχάς και μόλις την βρεφικήν αυτών ηλικίαν καταλιπούσας. Τοιαύτη νηπιώδης έτι κοινωνία είνε η ελληνική, και διά τούτο μέγα δι' αυτήν δύναται να κληθή δυστύχημα το φαινόμενον εκείνο, περί ου επιλαμβανόμεθα να ανακοινώσωμεν εις τον αναγνώστην ολίγας σκέψεις και παρατηρήσεις.

Η πολυτέλεια εκρίθη πάντοτε και κρίνεται σήμερον έτι διαφόρως και ποικίλως υπό των κοινωνιολόγων. Πολλοί αποκαλούσιν αυτήν λέπραν εν πάση οιαδήποτε περιπτώσει, και παρ' αυτοίς έτι τοις πλουσίοις, και την καταδικάζουσιν ανεπιφυλάκτως, ισχυριζόμενοι, ότι η εφ' α μη δει δαπάνη, η θεραπεία ουχί πραγματικών αλλ' ανυπάρκτων, συνθηματικών και φαντασιωδών μόνον αναγκών, και αυτή τέλος η εκ του περιττού των περιττών προμήθεια είνε νόσημα κοινωνικόν, παραλύον τα νεύρα και την παραγωγικήν δύναμιν των εθνών, μαραίνον τα ευγενή των αισθήματα, καταστρέφον διά της αβροδιαίτης το γενναίον του φρονήματος και αποπνίγον εν εκείναις μάλιστα ταις πολιτείαις, όσων ο εθνικός προορισμός διατελεί έτι ανεκπλήρωτος, πάσαν περί του μέλλοντος σκέψιν και πάσαν περί εθνικού μεγαλείου μέριμναν.

Άλλοι δε τουναντίον, ουχί δυστυχώς οι ασημότεροι ούτε οι ολιγώτερον έχοντες το κύρος του λόγου, αντεδοξούσιν ότι η πολυτέλεια είνε ου μόνον ανάγκη των πλουσίων κοινωνιών, αλλ' αυτόχρημα καθήκον των ευπορούντων.

Η πολυτέλεια, λέγουσιν ούτοι, ανοίγει πόρους εις την βιομηχανικήν των εθνών παραγωγήν, προκαλούσα την άμιλλαν των βιομηχάνων και κεντρίζουσα την εφευρετικότητα του πνεύματός των, ασχολούσα τας εργατικάς δυνάμεις της πολιτείας, πληρούσα εκ του περισσεύματος των πλουσίων ταμείων το κενόν του πτωχού βαλαντίου, και διατιθεμένη τα ψιχία της αφθονούσης τραπέζης εις χορτασμόν του πεινώντος πένητος.

Αλλ' οπωςδήποτε και αν κρίνωσι περί της πολυτελείας οι περί τας κοινωνίας σήμερον φιλοσοφούντες, αι περί αυτών κρίσεις των δεν ανάγονται εις το προκείμενον ημών θέμα του λόγου, καθότι περιστρέφονται εις την εύλογον και φυσικήν και ευεξήγητον πολυτέλειαν, την εκ του περιττού πολυτέλειαν των ευπόρων και πλουσίων. Το να δαπανά ο πλούσιος όσα και όπου και όπως θέλει, είνε λίαν φυσικόν. Δεν βλάπτει μεν εαυτόν, ωφελεί δε μάλλον ή ζημιοί, αμέσως τουλάχιστον, τους άλλους. Κάμνει μεν την επίδειξίν του, διότι τέλος πάντων είνε κύριος να ζη κάλλιον των άλλων, να τρώγη ό,τι θέλει, να ενδύεται όπως θέλη, να έχη αμάξας και θεωρεία, να δίδη γεύματα και χορούς· αλλ' η επίδειξις αύτη, όσον αυστηρώς και αν κριθή υπό βαθυτέραν ηθικολογικήν έποψιν, δεν δύναται να καταλογισθή εις κοινωνικόν έγκλημα, εν μέσω τουλάχιστον μεγάλων και κατηρτισμένων κοινωνιών, όπου και αι κοινωνικαί κλάσεις εισίν ακριβώς και δυσυπερβάτως διακεκριμέναι, και ο της μιμήσεως πειρασμός δεν είνε πλέον νόσημα κοινωνικόν, και οι άνθρωποι εν γένει ου μόνον γνωρίζουσι τι είνε και τι έχουσιν, αλλά και αν το λησμονήσωσιν ενίοτε, αναγκάζονται να το ενθυμηθώσιν υπό την χλεύην και την επιτακτικήν πίεσιν της κοινής γνώμης.

Παρ' ημίν όμως σπανίζει μεγάλως η φυσική εκείνη και εύλογος πολυτέλεια, αφθονεί δε τουναντίον η άλογος και η παράδοξος. Παρ' ημίν δαπανώσιν ως επί το πολύ αφθόνως και σπατάλως οι δυσαναλόγους προς την σπατάλην ταύτην έχοντες τους οικονομικούς αυτών πόρους, οι πτωχοί απλώς ειπείν ή καν μετρίας περιουσίας άνθρωποι, οι πλούσιοι δε τουναντίον φειδωλεύονται και χρηματίζονται έτι μάλλον.

Πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, αίτινες παρέχουσιν εν τη καθ' ημάς κοινωνία το θέαμα της ελλόγου πολυτελείας, ο πλούτος εν Ελλάδι σπανίως που συναντάται μετ' αυτής, και αν που συναντηθή, αφορμή ως επί το πλείστον της τοιαύτης συμπτώσεως είνε η οψιμότης του πλούτου, ή επιδείξεως πυρετός, ή κενόδοξον σχέδιον πολιτικής και κοινωνικής προαγωγής. Ουδέν σχεδόν απαντά τις παρ' ημίν παράδειγμα του σοβαρού εκείνου, του εαυτόν σεβομένου και την αποστολήν του συνειδότος πλούτου, όστις εν ταις ανωτέραις τάξεσι των ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταβάλλει σχεδόν πάντοτε τους οίκους των πλουσίων διά της λογικής και ευκόσμου πολυτελείας εις κυψέλας ευεργετικάς, αφ' ων ου μόνον αμέσως ή εμμέσως σιτίζεται κόσμος ολόκληρος εργατικός και βιομήχανος, αλλά και άλλος κόσμος, ανώτερος μεν διανοητικώς αλλά πενιχρόν παρά της μοίρας λαχών του χρήματος το τάλαντον, αποδέχεται φως και θερμότητα, εμψύχωσιν υλικήν και νοήμονα υποστήριξιν. Σπάνιον δυστυχώς εύρημα είνε παρ' ημίν έστω και πενιχρά τις βιβλιοθήκη εις οίκον πλουσίου, έτι δε σπανιώτερον πινακοθήκη εξ ολίγων αλλά καλών εικόνων ή εύμορφόν τι γλυπτικόν καλλιτέχνημα. Και αυτά δε τα εξωτερικά και καταφανέστερα του πλούτου δείγματα, τα ανετωτέραν μεν την απόλαυσιν του υλικού βίου μαρτυρούντα, κατελέγχοντα δε συνάμα και την συναίσθησιν της φυσικής εκείνης ανάγκης του πλούτου εις μετάδοσιν αυτού και κοινολόγησιν, είνε επίσης σπάνια εν τη ελληνική κοινωνία, ή, αν που αναφαίνωνται, υπεμφαίνουσιν, ουχί την ειλικρινή εκείνην πολυτέλειαν των πλουσίων, αλλά τον τύφον μάλλον και τον επιδεικτικόν πυρετόν των οψιπλούτων.

Τι τούτο βλάπτει; ίσως ερωτήση τις. Ουδέν, αποκρινόμεθα, ουδέ μνημονεύομεν του πράγματος όπως το κατακρίνωμεν. Είνε μεν αληθές, ότι est modus in rebus, ήτοι ότι το καλόν ουκ έστι καλόν εάν μη καλώς γένηται, και ότι επομένως και αυτή η των πλουσίων πολυτέλεια, κακώς γινομένη, ζημιοί μάλλον ή ωφελεί την κοινωνίαν, διότι και τον φθόνον κινεί, και της μιμήσεως τον πειρασμόν διεγείρει, και εις ευολίσθους παράγει ατραπούς τους ανοήτους. Αλλά τέλος πάντων, τι μας μέλει, δύνανται ευλόγως να παρατηρήσωσιν οι ούτω δαπανώντες πλούσιοι, τι μας μέλει, αν υπάρχουσι φθονεροί και ανόητοι, τι πταίομεν ημείς αν σκάσωσιν ολίγοι βάτραχοι, διότι θέλουσι και καλά να γείνωσι βόες ως ημείς. Ουδέν βεβαίως τους μέλει, ούτε πρέπει να τους μέλη εκ της ατομικής των επόψεως. Μέλει όμως πολύ τον πολύν κόσμον, έτι δε περισσότερον μέλει και πρέπει να μέλη τον περί της εν γένει καλής ή κακής, υγιούς ή νοσηράς καταστάσεως της ημετέρας κοινωνίας μελετώντα και ευλόγως περί αυτής ενδιαφερόμενον.

Αλλά το θέμα τούτο, όπερ μακράς και σπουδαίας μελέτης ηδύνατο να καταστή υποκείμενον, είνε ξένον της σημερινής ημών διατριβής. Δεν αδιαφορούμεν μεν, αν και πώς δαπανώσιν οι πλούσιοι παρ' ημίν, αφίνομεν όμως εις άλλην ευκαιρίαν την περί τούτου μελέτην, επιλαμβανόμεθα δε του δευτέρου μέρους του κοινωνικού ημών παραδόξου, τουτέστι της πολυτελείας των μη πλουσίων, ήτις και παριστά τα συμπτώματα πολύ σπουδαιοτέρας και κινδυνωδεστέρας κοινωνικής νόσου, θέλει δε, δεινουμένη, καταστή αναποδράστως θανατηφόρος γάγγραινα της Ελλάδος.

Εις βεβαίωσιν του λυπηρού τούτου φαινομένου αρκεί μικρά τις μόνον, έστω και επιπολαία, παρατήρησις της αθηναϊκής κοινωνίας, κατά τας δημοσίας αυτής συναθροίσεις. Ας εξέλθη ο παρατηρητικός ημών αναγνώστης κυριακήν τινα ή μουσικής ημέραν εις τας πλατείας του Συντάγματος και της Ομονοίας· ας παρακολουθήση τον περίπατον των Πατησίων· ας πορευθή θερινήν τινα εσπέραν εις του Απόλλωνος και του Φαλήρου τα ύπαιθρα θέατρα· ας παραμείνη τέλος εν αυτή τη αιθούση του χειμερινού ημών θεάτρου, περιάγων επί τινας στιγμάς το βλέμμα του από θεωρείου εις θεωρείον. Είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Γνωριζόμεθα δε ου μόνον προσωπικώς, αλλά και βαθύτερον έτι και λεπτομερέστερον, σπανίως αγνοούντες τις έκαστος και πόθεν, τι πράττει, και — το σπουδαιότερον — τι έχει.

Ας παρατηρήση ο αναγνώστης ημών ο περίεργος. Εκεί μεν θα ίδη διακοσιοδράχμου τινος δημοσίου μισθοφόρου την σύζυγον μετακαλούσαν εις εσθήτα μεταξωτήν ολόκληρον του ανδρός της μηνιαίον· εδώ δε της πλυντρίας αυτού την θυγατέρα — εκείνην ακριβώς, ήτις χθες έτι το εσπέρας του έφερεν εντός κανίστρου τα υποκάμισά του, και εις ην εδώρησεν ολίγα κέρματα διά τον κόπον της, μεταμορφωμένην μεν εις περίκοσμον κυρίαν, και φέρουσαν επάνω της τους κόπους εβδομάδων όλων της ταλαίνης μητρός της, ελέγχουσαν όμως συνάμα διά της χροιάς της μορφής της — αν τυχόν δεν είνε και αυτή εορτάσιμος — ότι μακράς ημέρας ενήστευσε χάριν του κυριακού εκείνου περιπάτου. Παρέκει θ' απαντήση μικρόν τινα υπάλληλον εμπορικού γραφείου, αναβοκαταβαίνοντα μόνον εντός αμάξης του Σταδίου και των Πατησίων την λεωφόρον με άνθος εις την κομβιοδόχην και την λαβήν του ραβδίου του εις τα χείλη, οφείλοντα δε, βεβαίως μεν τον κομψόν του επενδύτην εις δυστυχή τινα ράπτην, πιθανώτατα δε και εβδομάδων όλων γεύματα εις ελεήμονα τινα ξενοδόχον. Εις του Φαλήρου την ακτήν και του θεάτρου τα εδώλια θα εύρη συχνότατα ο παρατηρητής ημών πολυπληθείς οικογενείας — πατέρα, μητέρα, θυγατέρας και υιούς, μικρούς και μεγάλους — προσέχοντας εις το άσμα της σκηνής ή τρώγοντας παγωτά, ενώ βεβαίως ανεπαρκώς εγευμάτισαν. Εις του χειμερινού μας τέλος θεάτρου τα θεωρεία θα ίδη ανέτως αναπαυομένας και επιχαρίτως μειδιώσας οικοδεσποίνας, αίτινες κατέλιπον βεβαίως οίκοι σωρείαν παιδίων ατημελήτων και φωνασκούντων, κυλιομένων πιθανώς επί του εδάφους εν μέσω τεμαχίων άρτου και τυρού, υπό την επιτήρησιν ρυπαράς τινάς ανδρίας υπηρέτιδος. Πανταχού δε απλώς ειπείν, πανταχού όπου αν στρέψη το βλέμμα, θα καταπλαγή προς την μεγαλοπρεπώς κεκοσμημένην και επιδεικτιώσαν πτωχείαν, την υπό αυτάρκες μειδίαμα σοβούσαν εν μέσω του πλήθους, την εκ της ελλείψεως του άρτου δαπανώσαν εις το περίσσευμα της εσθήτος, την αφελώς πιστεύουσαν, ότι εκλαμβάνεται αντί πλούτου. Τις όμως εν τη μικρά ημών κοινωνία, απατάται εκ της προς το θεαθήναι παράφρονος δαπάνης; τις ο αγνοών το περιεχόμενον και θαμβούμενος εκ του περιέχοντος; τις ο αφελής εκείνος, όστις παραγνωρίζει το σεσηπός ξύλον υπό τον καλύπτοντα ψευδόχρυσον; Ουδείς βεβαίως, διότι, ως προείπομεν, είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Διά τούτο δε, όσον και όπως αν ενδυθώσιν, όσον και όπως αν επιδειχθώσι δημοσία, όσον και όπως αν καλύψωσιν αληθή και έντιμον πολλάκις πενίαν υπό πλούτον ψευδή οι νομίζοντες αρκούσαν των πολλών την γνώμην εις ευτυχίαν των ολίγων, ματαία πάντως είνε η προσπάθεια, και ανωφελείς οι αγώνες των· διότι βλέποντες αυτούς μειδιώσι μεν εξ οίκτου οι απαθέστεροι, ερωτώσι δε περιέργως αλλήλους οι νευρικώτεροι: «Πού τα βρίσκει λοιπόν κ' εξοδεύει;» οι δε απερισκεστότεροι και αναφωνούσιν ίσως δυσάρεστόν τι και προπετές επιφώνημα εν μέσω της οδού. Πάντες δε γελώσιν, οι μεν ενδομύχως, οι δε και εκφανώς προς την παράδοξον εκείνην μωρίαν, ήτις αφίνει νήστιν τον ίδιον στόμαχον, ίνα τέρψη τους ξένους οφθαλμούς. Ίσως και διά τους γελώντας γελώσιν οι άλλοι. Ουδέν παράδοξον, διότι ο μύθος της ξένης δοκού, όσον παλαιός και αν ήνε, έχει επίκαιρον πάντοτε και πανταχού την εφαρμογήν. Τούτο όμως αποδεικνύει, ότι οι ανοήτως παρ' ημίν σπαταλώντες είνε πολύ πλείονες των υποτιθεμένων, και ότι η επιδημία είνε πολύ μάλλον διαδεδομένη.

Και ταύτα μεν περί της νόσου και της αιτιολογίας της, ίνα λαλήσωμεν επί το παθολογικώτερον. Τα δε περί της προγνώσεως αυτής και της εκβάσεως, ως λέγουσιν οι ιατροί, είνε βεβαίως πολύ δυσαρεστότερα και απαισιώτερα. Αν η ανόητος πολυτέλεια είνε καθόλου λέπρα και φαγέδαινα των μικρών και ασυμπήκτων έτι κοινωνιών, η των απόρων όμως σπατάλη, η εκ χρεών συνήθως, εκ στερήσεως των αναγκαίων και εξ ασιτίας πολλάκις ή εκ κρυφίων άλλων και δυσομολογήτων ενίοτε μέσων τρεφομένη, είνε νόσημα κοινωνικόν ανίατον, φέρον εις παντελή εκφαύλισιν ηθικήν, εις σήψιν και διάλυσιν την ατυχή εκείνην κοινωνίαν, ης υπονομεύει το σώμα.

Πόθεν — αληθώς — επληρώθη χθες, ή πόθεν θα πληρωθή αύριον ή μεθαύριον, ή την άλλην εβδομάδα το μεταξωτόν εκείνο φόρεμα της συζύγου του διακοσιοδράχμου υπαλλήλου; Σήμερον ίσως εκ της τοκογλυφικής προεξοφλήσεως του μισθού του, αύριον εκ βαρυτόκου συναλλάγματος, μεθαύριον εκ καταχρήσεως, και την άλλην εβδομάδα εξ άλλης αρρήτου πηγής.

Πώς επληρώθη ή θα πληρωθή ο αμαξηλάτης, ο ράπτης, ο ξενοδόχος του μικρού εκείνου υπαλλήλου εμπορικού γραφείου; Διά μικράς τινος σήμερον προκαταβολής, δι' υποσχέσεων και ψεύδους αύριον, διά κρυπτού μεθαύριον, και μετ' ολίγον διά δικαστικού κλητήρος.

Πώς κατορθόνει ο ταλαίπωρος εκείνος οικογενειάρχης να οδηγή τρις και τετράκις της εβδομάδος την οικογένειάν του εις τα θερινά θέατρα, και να παρέχη αυτή απαραιτήτως την διασκέδασιν εκείνην, ης κάλλιστα εστερούντο άλλοτε οι αθηναίοι αστοί, — ότε δεν είχον αι Αθήναι Φάληρον και Απόλλωνα — ήτις όμως κατέστη πλέον αναπόφευκτος εις την υγείαν των; Ουδ' αυτός ακριβώς το γνωρίζει. Γνωρίζει τούτο μόνον· ότι χρειάζεται πάσαν εσπέραν τοιαύτης θεατρικής ψυχαγωγίας δέκα περίπου δραχμάς, ότι δαπανά ούτως έκαστον μήνα υπέρ τας διακοσίας, ότι εσπατάλησε βαθμηδόν μικρόν τι αποταμίευμα, όπερ είχε διαφυλάξει δι' απευκταίαν ενδεχομένην ανάγκην, και ότι . . . . πρό τινων εβδομάδων έχασεν έν τέκνον του, διότι δεν είχε τα μέσα να το νοσηλεύση. Χάριν της υγείας των άλλων, τα φέρει εις το θέατρον του Φαλήρου!

Πόθεν τέλος στολίζεται η δέσποινα εκείνη, και ενοικιάζει πάσαν σχεδόν εσπέραν θεωρείον; Ερωτήσατε τα πολυπληθή της τέκνα, άτινα κατακλίνονται άδειπνα και οιμώζοντα· ερωτήσατε τον σύζυγόν της, όστις αναγκάζεται να επαιτή δεξιά και αριστερά κλειδία θεωρείου, όστις χθες έτι σας εζήτησε δάνειον πεντήκοντα δραχμών, και αύριον θα έχη μόλις να προμηθευθή τα τρόφιμα της ημέρας.

Πού δε απολήγει ούτως η ποικιλότροπος αυτή αλλά μία πάντοτε κατά βάθος και η αυτή πανταχού παραφροσύνη, η διά της ανοήτου δαπάνης κενή και ματαία επίδειξις, η χωρίς τινος λόγου δημιουργία φανταστών αναγκών και η εκ παντός τρόπου προσπάθεια εις θεραπείαν των;

Εις την ταπείνωσιν εν πρώτοις· κατόπιν εις τον εξευτελισμόν· μετ' ολίγον εις την κοινήν περιφρόνησιν, και τέλος εις τα άρθρα του ποινικού νόμου.

Εις ταύτα δε δυστυχώς και πάντοτε, ταχέως ή βραδέως, λήγει συνήθως το στάδιον της εν τη πτωχεία σπατάλης· τοιαύτη ως επί το πλείστον είνε η λυπηρά έκβασις της μανίας εκείνης, ης τα ατυχή θύματα ουδέν άλλο επιδιώκουσιν ή την στίλβουσαν επιφάνειαν και προς ουδέν άλλο ζώσιν ή προς απάτην του κόσμου.

Πλην, «τι σε μέλει περί των απολωλότων τούτων;» θα αναφωνήσωσιν ίσως πολλοί των αναγνωστών μου. «Τι μεριμνάς περί ανθρώπων προφανώς παραφρόνων, οίτινες πάσχουν μεν βεβαίως ηθικώς και διανοητικώς, αλλ' επί τέλους είνε κύριοι να δαπανώσιν όσα και όπως θέλουσιν, όσα και όπως ευρίσκουσι;» Δικαιοτάτη και ορθή η παρατήρησις· σπεύδω δ' ευθύς να διαβεβαιώσω τους περιέργους μου τούτους αναγνώστας, ότι ουδ' ελαχίστην έχω περί αυτών φροντίδα, ούτε έχω την απλότητα να φρονώ, ότι δύναταί τις, ο,τιδήποτε λέγων και οιαδήποτε μαντευόμενος, να συνετίση αυτούς ή διδάξη· οι παθόντες άπαξ το ηθικόν τούτο νόσημα εισίν ανίατοι δυστυχώς, και μάτην ήθελε τις προσπαθήσει να αποτρέψη το βήμα των της εις το βάραθρον αγούσης. Η οδός είνε τόσον ολισθηρά αλλά και τόσον συνάμα ευάρεστος και ωραία, ώστε εν πλήρει γοητεία διέρχονται αυτήν συνήθως οι της πολυτελείας προσκυνηταί, και όταν η ώρα της απογοητεύσεως σημάνη, το βήμα δεν οπισθοχωρεί πλέον διότι άλλως και ματαία θα ήτο πάσα οπισθοχώρησις. Ουδείς λοιπόν προς αυτούς ο λόγος εις οικοδόμησιν ή συνετισμόν. Non ragioniam di lor. Αφίνομεν τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς, και παρερχόμεθα. Δεν λησμονούμεν όμως τους παλαιούς εκείνους και βαθυσόφους Σπαρτιάτας, οίτινες εμέθυσκον τους είλωτάς των και τους εξέθετον κατόπιν οινοβαρείς και παραπαίοντας εις τα όμματα των υιών των, εις σωτήριον αυτών παραδειγματισμόν. Ο άνθρωπος εν γένει είνε ζώον μιμητικόν· πολύ δε μιμητικώτερον είνε ο Έλλην, και κατά μείζονα έτι λόγον μιμητής είνε ο όμοιος του ομοίου του. Παρ' ημίν δε μάλιστα, όπου και πολιτεύματος πλημμέλειαι και πολιτικής και ηθικής ανατροφής έλλειψις από καιρού ήδη ήρχισαν καταπίπτουσαι και καταρρίπτουσιν οσημέραι τα περισωζόμενα έτι οπωςδήποτε παρ' άλλοις λαοίς διαχωριστικά των κοινωνικών τάξεων όρια, και όπου η ισότητος αξίωσις σπανιώτατα μεν γεννά την ευγενή εκείνην άμιλλαν προς απόκτησιν μείζονος ικανότητος και μαθήσεως, συχνότατα δε τουναντίον παράγει εις την δουλικήν απομίμησιν των εξωτερικών μόνον τρόπων, του ήθους και της ενδυμασίας, παρ' ημίν ο εκ της μιμήσεως του κακού κίνδυνος είνε μέγας και εγκυμονεί αναπόδραστον όλεθρον. Αν δε ανωτέρω, περί της πολιτείας των πλουσίων λαλούντες, εφοβήθημεν τον πειρασμόν της μιμήσεως, και τα απευκταία του επί των απόρων αποτελέσματα, προκειμένου όμως περί της σπατάλης των μη πλουσίων δεν γεννάται πλέον φόβος εν ημίν, αλλ' αυτόχρημα βεβαιότης, ότι το μίασμα της νόσου θέλει διαδοθή εις τα υγιά έτι όμοια στρώματα της κοινωνίας, αν μη πάντες οι δυνάμενοι συντελέσωσιν εις την χάραξιν βαθείας υγειονομικής γραμμής μεταξύ υγιών και νοσούντων. Αποχωρίσωμεν, όπως είνε δυνατόν, τους προσβεβλημένους από των απροσβλήτων, εμπνεύσωμεν εις τούτους τον τρόμον της ασθενείας και των συνεπειών αυτής· εργασθώμεν τέλος να σώσωμεν το δυνάμενον έτι να σωθή, ίνα μη ταχέως μεταβληθή η αθηναϊκή κοινωνία σύμπασα εις «Ηοspice d' Incurables».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ (12)

Όστις ποτέ, υπομονής περισσεύων και θάρρους ευπορών, θελήση να συγγράψη την ηθικήν νοσολογίαν της νέας ελληνικής κοινωνίας, και ιδίως των ούτω καλουμένων ανωτέρων αυτής στρωμάτων, βεβαίως και αναποδράστως θέλει τάξει μεταξύ των πρώτων και κυριωτάτων αυτής ηθικών αρρωστιών την ανυπομονησίαν. Το νόσημα είνε γενικόν δυστυχώς, ευρύτατα διαδεδομένον, ως επιδημία μεγάλη και πολυπλόκαμος, αλλ' εθνικώτατον όμως και ενδημικώτατον. Μηδέ τις υπολάβη, ότι εισήχθη και αυτό μετά πολλών άλλων φραγκικών — ως λέγομεν — πληγών εκ της αλλοδαπής, και παρηγορήση μεν ούτω προχείρως την εθνικήν αυτού φιλαυτίαν, καταρασθή δε πατριωτικώς της ελληνικής διοικήσεως, ότι ωλιγώρησε δήθεν καθάρσεων και υγειονομικών φραγμών κατά της εισβολής του μολύσματος. Πάσχει και η σύγχρόνος ευρωπαϊκή κοινωνία ανυπομονησίαν· αλλ' η ανυπομονησία αυτή είνε ειδική ειδικωτάτη εκδήλωσις του καθολικού νοσήματος, όπερ λυμαίνεται τον ελληνικόν κόσμον. Ανυπομονούσιν εν τη Δύσει οι άνθρωποι· αλλ' ανυπομονούσιν ιδίως να πλουτήσωσι. Του εκατομμυρίου το όνειρον είνε της νόσου αυτών η αιτιολογία, και αν από μικρών έως μεγάλων, από γερόντων μέχρι παίδων, φέρονται πάντες ακατάσχετοι υπό του στροβίλου της κερδοσκοπίας και αναρριχώνται τετραποδητί πολλάκις την ανάντη κλιτύν του χρυσοφόρου βουνού, και σχίζουσιν· ασθμαίνοντες τας χείρας των εις τας τριβόλους και τας ακάνθας της ατραπού, και παρακάμπτουσιν οσάκις δεν δύνανται να υπερβώσι τους σκοπέλους του νόμου, και φιμούσιν οσάκις δεν δύνανται να στραγγαλίσωσι την ηθικήν, ένα πάντες έχουσι σκοπόν: το χρήμα, το πολύ χρήμα. Εκεί από μακρού ήδη λέγεται, ότι το χρήμα δεν έχει οσμήν, και ολίγοι πλέον περισώζονται μωροί αμφισβητούντες του ρητού την ορθότητα. Διά τούτο εκεί των πολλών ο βίος είνε συνεχής και ακάματος κερμάτων θήρα· διά τούτο, — πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, προκατακλυσμιαίων ίσως λειψάνων άλλης εποχής — πάντες εκεί των νέων ιδεών οι άνθρωποι, επιστήμονες και βιομήχανοι, καλλιτέχναι και έμποροι, ποιηταί και τραπεζίται, γραμμάτων άνθρωποι και κυβευταί, μίαν μόνην έχουσι του σταδίου αυτών βαλβίδα: το τι εξοδεύεται, και ένα μόνον πάσης των εργασίας σκοπόν: τα εκατομμύρια. Ανυπομονούσι δε φυσικώ τω λόγω να τα αποκτήσωσι, διότι κάλλιστα γνωρίζουσι και εκ των καθ' ημέραν παραδειγμάτων διδάσκονται, ότι διά της χρυσής εκείνης κλειδός πάσης δόξης το τέμενος ανοίγεται και πάσης δυνάμεως αλίσκεται η ακρόπολις.

Την ειδικήν ταύτην ανυπομονησίαν πάσχομεν εν μέρει και ημείς, αλλά πάσχομεν αυτήν εν μικρώ. Μη κατορθώσαντες έτι — ευτυχώς ή δυστυχώς, αδιάφορον — να φθάσωμεν εις την περιωπήν εκείνην του δυτικού πολιτισμού, καθ' ην πάντα σχεδόν διατιμώνται εις χρήματα, καθ' ην πάσα ευφυία και πάσα ικανότης, παν αίσθημα και παν φρόνημα, και αυτή η αρετή και αυτή η κακία εισίν αξίαι ανταλλακτικαί, έχουσαι την θέσιν αυτών εν τοις τιμολογίοις ειδικών εμπόρων, και εν τοις καταλόγοις χρηματιστηρίων, υπολειπόμεθα βεβαίως του ευρωπαϊκού μεγαλείου ως προς την ειδικήν ταύτην όψιν του γενικού εκείνου νοσήματος. Υπάρχουσι μεν και παρ' ημίν αραιά τινα, πού και πού παρατηρούμενα κρούσματα χρηματιστικής ανυπομονησίας, ολίγα εκ πλειόνων περισωθέντα, μετά το προ διετίας μέγα θανατικόν· αλλά δεν είνε, ως λέγουσιν οι ιατροί, περιπτώσεις άξιαι της κλινικής νοσολόγου, ουδ' έχουσι σημασίαν καθιστώσαν επίφοβον την εις επιδημίαν τροπήν του νοσήματος.

* * *

Η ανυπομονησία ημών, ως προείπομεν, είνε γενική της κοινωνίας ημών αρρώστια· εγγενής ούτως ειπείν εις τον εθνικόν ημών χαρακτήρα, τον ελαφρόν και αψίκορον, εκδηλουμένη δε επί πάσης σχεδόν οιασδήποτε εργασίας του νεωτέρου Έλληνος, και λυμαινομένη δίκην φυτού παρασίτου πάντα μεν κλάδον υλικής και διανοητικής παραγωγής και δραστηριότητος, ιδία δε και προ πάντων την ανίκανον αδράνειαν και την αυτάρκη αργίαν. Και δεν άγει μεν ταχέως εις βιαίαν καταστροφήν η καθολική αυτή καχεξία, ως ο κακοήθης εκείνος πυρετός της χρηματιστικής ανυπομονησίας, περί ου ανωτέρω ελέγομεν· αλλ' υπονομεύει όμως δυστυχώς την εθνικήν ημών ύπαρξιν, και εκλύει παντελώς τας ασυντάκτους έτι και σχεδόν ασυνειδήτους παραγωγικάς ημών δυνάμεις. Αν δεν κεραυνοβολεί ως αποπληξία, τήκει όμως ως φθίσις.

* * *

Δύο απλαί και σύντομοι αλλά βαρείαν έχουσαι την έννοιαν φράσεις δύνανται ασφαλώς να θεωρηθώσιν ως παριστώσαι τα μικρόβια ή βακτηρίδια της πρώτης και αρχικής μορφής του νοσήματος, αι φράσεις· Δεν πειράζει! και Δεν βαρηέσαι! Σπόροι μικροί, μικροί ως κόκκοι σινάπεως, εφύησαν εις δένδρα ακμαία, χάρις εις την παχείαν γην της ελληνικής φυγοπονίας και απαθείας, ανεκλαδώθησαν εις εύρος και ύψος, και κινδυνεύουσι να πνίξωσιν υπό την βαρείαν αυτών σκιάν πάσαν υγιά και εύρωστον βλάστησιν.

— Δεν πειράζει, λέγει ο ανυπομονήσας να περάνη οπωσδήποτε το έργον του και ατελές παραδίδων αυτό εις τον παραλαμβάνοντα, πεποίθησιν έχων αδιάσειστον, ότι το δεν πειράζει εκείνο καλύπτει πάσαν της εργασίας του ατέλειαν.

— Δεν βαρηέσαι! απαντά ο παραλαμβάνων, ανυπομονών και αυτός να αποκτήση το παραγγελθέν όπως όπως, και χριστιανικόν αυτού καθήκον υπολαμβάνων να διαλύση πάσαν τυχόν ανησυχίαν του παραδίδοντος.

Σφίγγουσιν ούτως εν κατανυκτική ευφροσύνη τας χείρας η ανυπομονησία του παραγωγού και του καταναλωτού η ανυπομονησία, κυρούται της ημιμαθείας το κράτος και ανακηρύσσεται της ημιτελείας το βασίλειον.

* * *

Ποσάκις άρα γε οι τας γραμμάς αυτάς αναγινώσκοντες δεν ηγανάκτησαν, ακούσαντες αίφνης, εν παραδείγματι, τον ράπτην των λέγοντα μετά ιλαρού μειδιάματος· δεν πειράζει! διότι παρετήρησαν εις αυτόν, ότι αι χειρίδες του καινουργούς των επενδύτου ήσαν βραχύτεραι του πρέποντος, ή ότι τα κομβία του ήσαν παράχροα; Ποσάκις δεν ωργίσθησαν, ακούσαντες το αυτό παρά του χρωματιστού της οικίας των, κηλιδώσαντος διά του χονδρού του χρωστήρος τας ζωγραφίας του τοίχου, ή παρά του κηπουρού των, καταστρέψαντος εν βία διά της σκαπάνης του τρυφερόν δενδρύλλιον, ή παρά του υπηρέτου των αλλ' αντ' άλλων εκτελέσαντος;

Πάντες εν παντί το ευλογημένον αυτό δεν πειράζει φέρουσι διά στόματος, ως πανάκειαν πάσης αυτών παραδρομής και βίας, ως αλεξιτήριον πάσης κατακρίσεως και μομφής. Δουλειά να γίνεται, λέγει ο Έλλην, επειγόμενος να περάνη ή κάλλιον ειπείν να καταπαύση την εργασίαν του. Εμπρός και γρήγορα, ιδού το γενικόν σχεδόν σύνθημα του παρ' ημίν εργαζομένου. Τι το άπορον, αν η εργασία γίνεται ως επί το πολύ κακή και ατελής, αφού κεντρίζει μεν αυτήν αδιαλείπτως η ανυπομονησία, σκέπει δε και προστατεύει η ανοχή, ήτις και αυτή, ως ελέγομεν, την ανυπομονησίαν έχει ρίζαν και φύτραν;

Διότι, αν ηγανάκτησε και εξωργίσθη πολλάκις ο αναγνώστης ημών, ακούσας το φοβερόν εκείνο δεν πειράζει χωρίς να το περιμένη, δεν πρέπει, αν είνε δίκαιος, να λησμονήση, ποσάκις είπεν αυτός: δεν βαρηέσαι, χωρίς να το προσδοκά ο εις ον απετείνετο.

— Δεν βαρηέσαι, αδελφέ!

Γλυκεία και μελιτώδης φράσις, αναπαύουσα προχείρως την συνείδησιν του Έλληνος, βαυκαλώσα την αβελτηρίαν αυτού, παρηγορούσα την ατέλειαν των έργων του, εγκαρδιούσα το αψίκορόν του, και αδελφούσα των ανυπομόνων την ποίμνην εις αιωνίαν μακαριότητα.

— Ανέγνωσες το βιβλίον του Χ . . . ; έχει πολλάς απροσεξίας. Εβιάσθη, φαίνεται, ο συγγραφεύς, αλλέως ημπορούσε να τας αποφύγη . . . και η γλώσσα του είνε εις πολλά μέρη . . .

— Δεν βαρηέσαι!

— Είδες το νέον πατριωτικόν ποίημα του Ψ . . . ; Το εννόησες;

— Δεν βαρηέσαι!

— Καλέ πού τα έκαμες αυτά τα υποδήματα; τι σχήμα είνε αυτό; πώς τα εκράτησες;

— Δεν βαρηέσαι!

— Είδες δα, τι λαμπράν θέσιν επέτυχεν ο Κ . . ., χθεσινό μόλις παιδί; Πώς τα κατάφερε; Δεν νομίζεις ότι κάπως γρήγορα . . .

— Δεν βαρηέσαι!

Και διά της φράσεως ταύτης συγχωρούμεν παν αμάρτημα, και απολύομεν πάντα πταίστην. Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι λέγομεν περί παντός λέγοντος καθ' εαυτόν: δεν πειράζει. Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι, διότι βιαζόμεθα και ημείς ως και συ. Αν συ δεν έχεις καιρόν να εργασθής όπως πρέπει, νομίζεις ότι έχομεν καιρόν ημείς να σε κρίνωμεν όπως πρέπει; Συ βιάζεσαι να παραγάγης, και ημείς βιαζόμεθα ν' απολαύσωμεν. Αλλά παράγεις και συ κακώς και ημείς κακώς απολαύομεν· αδιάφορον· το σπουδαίον είνε να τελειόνωμεν γρήγορα. Κάμε ό,τι θέλεις και άφινέ μας ησύχους.

Ούτω δε αφίνομεν και ημείς ησύχους πάντας τους ασθενείς αλλ' ανυπομόνους σταδιοδρόμους, και αν ενίοτε γελώμεν βλέποντες αυτούς παραπατούντας και πίπτοντας, ουδόλως όμως ξενιζόμεθα, ως επί το πλείστον, οσάκις θεωρούμεν αυτούς ορθουμένους αίφνης εν μέση τη οδώ, ισχυριζομένους ότι επέραναν τον δρόμον των, και αξιούντας να τύχωσι του άθλου.

* * *

Γνήσιος και αναγκαίος τόκος της αδελφικής συναντήσεως των δύο εκείνων φράσεων υπήρξεν η δευτέρα και κυριωτάτη φάσις της νόσου· η προς την δόξαν και τα μεγαλεία, προς την ισχύν και τας υψηλάς δημοσίας λειτουργίας ακράτητος ανυπομονησία της νέας ελληνικής γενεάς.

Αν δόξα και πλούτος, θέσεις και τιμαί, είνε συνήθως πανταχού του πολιτισμένου κόσμου το δίκαιον έπαθλον μακράς, συντόνου και τελειοκάρπου εργασίας, αν αλλαχού αναγκαίον και απαραίτητον είνε να ευφημηθή τις πρώτον ίνα διακριθή, και να φωτίση πρώτον ίνα τεθή επί την λυχνίαν, παρ' ημίν απλουστεύει πάντα ταύτα και ευκολύνει η ευλογημένη εκείνη σύμπτωσις του Δεν πειράζει και του Δεν βαρηέσαι.

Άλλοτε, εν παλαιοτέροις χρόνοις, είχον και εδώ κάπως άλλως τα πράγματα, ουδ' ενομίζετο συζητήσεως αντικείμενον, ότι αναγκαίον ήτο να βαδίση τις, ίνα φθάση εις το άκρον της οδού. Η εργασία εκρίνετο αναγκαίος πρόδρομος της επιτυχίας, ουδ' εφαντάζοντο οι άνθρωποι δυνατόν το Πάσχα χωρίς προηγουμένης τεσσαρακοστής.

Σήμερον όμως αι νηστείαι κατελύθησαν, και ήλλαξαν φυσικώς οι φυσικοί πάσης προόδου όροι. Σήμερον εννοούσιν οι πολλοί να θερίσωσιν άνευ σποράς, και ν' απολαύσωσιν άνευ κόπου. Και διατί να μη το εννοώσι;

Πόσοι παρ' ημίν ήνυσαν το στάδιον αυτών ωθούμενοι μάλλον ή περιπατούντες! Πόσοι πενιχρά πάντως φέροντες της ευφυίας ή της ικανότητος τα εφόδια, έφθασαν εν τούτοις, οτέ μεν έρποντες, οτέ δε υπό φίλης χειρός μετεωριζόμενοι, εις ύψη ου μόνον δυσανάβατα αλλά και δυσθεώρητα εις τους συνωστιζομένους κάτω αληθείς εργάτας! Πόσοι από μηδενικών ορμηθέντες και διά μηδενικών βαδίσαντες σοβούσι σήμερον ως πολυψήφιοι αριθμοί! Πόσοι τέλος, βιώσαντες εν τη μακαρία ραστώνη του Δεν πειράζει, επροχώρησαν πάντοτε και έφθασαν οπού έφθασαν, ακούοντες οπίσω των την διαρκή ενθάρρυνσιν του Δεν βαρηέσαι!

Τι ηθέλατε να διδάξη τους νεωτέρους το ποικίλον τούτο και πολυμερές φαινόμενον, ούτινος καθ' εκάστην επαναλαμβάνονται τα παραδείγματα; Τι άλλο, ή ότι μωρία είνε πάσα ενδελεχής εργασία, και βλακεία πας κόπος καρποφόρος; Τι άλλο, ή ότι προτιμότερον είνε να σαλπίζη τις την ικανότητά του διά των εφημερίδων — οσάκις δεν υπάρχει πρόχειρος φίλος σαλπιγκτής — , να ζητή τον στέφανον πριν αθλήση, και να καταράται της απαθείας της ελληνικής, αν τυχόν ο στέφανος βραδύνη, κεραυνοβολών ενίοτε και την κυβέρνησιν, ότι δεν παραμερίζει τον μόδιον ίν' ανεύρη τον άγνωστον λύχνον;

Και ταύτα δυστυχώς τους εδίδαξε, και ταύτα βλέπομεν καθ' εκάστην πέριξ ημών, όπου αν στρέψωμεν το βλέμμα.

* * *

Ο κύριος Τάδε χθες μόλις επανήλθεν εξ Ευρώπης, όπου κατώρθωσε μόνον ίσως να απομάθη την γλώσσαν του χωρίς να την αντικαταστήση. Εν τω ατμοκινήτω, όπερ τον μετεκόμισεν, επρονόησε να βαπτίση εαυτόν εις την κολυμβήθραν επιστημονικής τινος ειδικότητος, εκείνης περίπου ην υποθέτει δυναμένην να εξοδευθή εν Αθήναις. Εφρόντισε δε και ν' αναγγείλη εγκαίρως εις το κοινόν διά του τύπου την άφιξιν αυτού, μη παραμελήσας, εννοείται, να πληροφορήση αυτό και περί των διασήμων καθηγητών του.

Παρήλθον μόλις ολίγοι μήνες, και απορεί πώς δεν συνεκινήθησαν έτι αι Αθήναι.

Παρήλθον ακόμη ολίγοι, και εξίσταται πώς η κυβέρνησις δεν τον διώρισεν . . . ουδ' εγώ δεν ηξεύρω τι.

Ο κύριος Δείνα είνε διδάκτωρ της νομικής — αδιάφορον πώς έγεινε. Δικηγορεί από τινων ετών, οσάκις τον ζητήσουν — πράγμα σπάνιον· προτιμά δε μάλλον να αναμιγνύεται εις την διαδικασίαν των πτωχεύσεων, όπερ συχνότερον και μάλλον, φαίνεται, προσοδοφόρον. Έντυπα οιαδήποτε, πλην των εφημερίδων, ήνοιξεν ολίγα μετά το πέρας των σπουδών αυτού. Προτιμά το σφαιριστήριον και την πολιτικολογίαν. Θέλει όμως θέσιν δημοσίαν, και την θέλει μεγάλην. Αγανακτεί δε η ανυπομονησία του, ότι δεν την έλαβεν ακόμη. — Είνε κυβέρνησις αυτή; εκφωνεί πολλάκις εν τω καφενείω· και οι φίλοι του απαντώσιν εν χορώ: Βεβαίως δεν είνε κυβέρνησις.

Του τρίτου εκείνου, αποσχόλου μόλις νεανίου, είνε έτι πρωιμωτέρα και η ανυπομονησία. Είνε γραφεύς υπουργικός· αλλά του υπουργείου μόνον κατά τας αρχάς εκάστου μηνός πατεί την φλιάν, και τούτο διά δύο λόγους· πρώτον διότι τότε συνήθως εκδίδονται τα μισθοδοτικά εντάλματα, δεύτερον δε διότι, ως λέγει, δεν εννοεί να εργασθή, αν δεν τον εκτιμήση — και αυτόν — η κυβέρνησις και τον προαγάγη κατά την αξίαν του. Λαλών περί του τμηματάρχου του, πολιού λειτουργού, από τριακονταετίας υπηρετούντος, αρκείται να μειδιά.

Άλλος γράφει ποιήματα — όχι άσχημα — αλλ' αδημονεί ότι δεν ήρχισαν ήδη να εξοδεύωνται κατά χιλιάδας αντιτύπων.

Ούτος δημοσιογραφεί — ανωνύμως· απορεί δε ότι το κοινόν δεν μαντεύει τα άρθρα του, ουδέ αρπάζει βαθέος έτι όρθρου τα φύλλα της εφημερίδος, ήτις τα δημοσιεύει.

Εκείνος θαυμάζει, πώς η Comédie Française δεν παρήγγειλεν έτι να μεταφρασθώσι τα δραματικά του έργα, ίνα χειροκροτηθώσι παρά γάλλων πλειότερον ή μέχρι τούδε παρ' ελλήνων.

Αυτός θέλει να γείνη ονομαστός εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, εκείνος ένδοξος εντός μιας εβδομάδος, άλλος, υπομονητικώτερος, φθάνει μέχρι του μηνός.

Ως τα παιδία, ων δεν εξικνείται εις ύψος η χειρ αναβαίνουσιν επί καθέδρας και υπολαμβάνουσι προς στιγμήν ότι ηυξήθησαν εις άνδρας, ούτω και οι ανυπόμονοι ημών σταδιόδρομοι νομίζουσιν ότι αληθώς μεγεθύνονται, βαίνοντες επί των καλοβάθρων της εθελοφημίας.

* * *

Και πόση την ανυπομονησίαν έπειτα διαδέχεται απογοήτευσις πολλάκις και πικρία! Διότι, όσον ευθηνή και αν ήνε παρ' ημίν η φήμη, όσον ευκόλως και αν μαυλίζεται η δόξα, αδυνατεί τέλος και αυτή να στέφη όλων τας κορυφάς, ουδ' αρκούνται οι πρακτικότατοι έλληνες εις απλά δάφνης . . . ή εφημερίδων φύλλα. Εννοούσι κάπως ψηλαφητήν την δόξαν, και την φήμην ουσιαστικωτέραν. Ναι . . . δεν λέγουσι, καλή είνε και η δάφνη, και οι πανηγυρισμοί νόστιμοι, και το θυμίαμα ευώδες· αλλ' ιδανικά όλ' αυτά . . . πολύ ιδανικά· διά τούτο δε ίσως και τόσον ευκόλως χορηγούνται. Οι μεγάλοι άνδρες, όσον μεγάλοι και αν ήνε, δεν δύνανται να τραφώσι διά δόξης μόνον και λιβανωτού. Έπρεπε, . . και αρχίζει τότε μακρά ανάπτυξις και συζήτησις περί του τι έπρεπε να πράξη, — τι λέγω, να πράξη; να έχη ήδη πεπραγμένον η κυβέρνησις, περί του καθήκοντος όπερ επεβάλλετο εις τους πλουσίους ομογενείς, περί του πατριωτικού αισθήματος όπερ έπρεπε να φλέγη υπέρ της εθνικής δόξης τας καρδίας των έξω ελλήνων, και να αναλύεται από καιρού εις καιρόν εις χρηματικά τινα χορηγήματα υπέρ της προαγωγής και της αποκαταστάσεως των διακεκριμένων έσω ελλήνων. Καλά ταύτα πάντα και βεβαίως ευκταία· αλλ' υστερούσι δυστυχώς ως επί το πλείστον· αντηχεί δε τότε μέχρι τρίτου ουρανού κραυγή αγανακτήσεως κατά της απαθείας και αδιαφορίας του κοινού, κατά της αβελτηρίας και ακαλαισθησίας των ευπορούντων, κατά της ακατονομάστου ψυχρότητος της Κυβερνήσεως. Είνε δυνατόν να παραμελήται ο φωστήρ αυτός; Είνε επιτετραμμένον να αγνοήται η μεγαλοφυία εκείνη; Υποφέρεται ν' αναξιοπαθή τούτου η ικανότης και να πένεται του άλλου το τάλαντον; Εχάθη μία καθηγεσία δι' αυτόν η μία θέσις αμεριμνομερίμνης δι' εκείνον;

Και πολύς, εννοείται, ο κοπετός και μέγας των ανυπομονούντων ο πάταγος.

* * *

Υπομονή, υπομονή ολίγη! Δεν διορθούνται δυστυχώς άλλως τα πράγματα. Είνε βεβαίως λυπηρόν, ότι δεν διαγινώσκονται ούτε διατιμώνται παρ' ημίν τοσούτον πρωίμως αι εξοχότητες, όσον αλλαχού — καθ' α λέγουσι τουλάχιστον οι ανυπόμονοι. Αλλ' ας ευδοκήσωσιν ούτοι ν' αναλογισθώσιν, ότι το ελληνικόν έθνος είνε ολίγον δυστυχώς και πτωχόν, και εκτιμά μεν ευκόλως, διατιμά όμως δυσκόλως και πληρόνει έτι δυσκολώτερον· ότι τα ιδιωτικά βαλάντια, αμιλλώμενα κατά τούτο προς το δημόσιον, μόλις επαρκούσιν εις τα απαραίτητα, ουδέ περισσεύουσιν εις ελευθεριότητας· και ότι παρ' ημίν πολύς έτι θα παρέλθη χρόνος, έως ου κατορθωθή να νομισματοκοπήται η δόξα, και μάλιστα η άωρος.

Υπομονή λοιπόν, αφού άλλως δεν γίνεται.

ΑΡΤΟΣ ΠΙΤΥΡΙΤΗΣ (13)

«Δεν γίνεται, παιδί μου, ψωμί με πίτυρα», μ' έλεγε ποτε ο μακαρίτης Ράμφος, ο ευφυής εκείνος του Χαλέτ-Εφένδη συγγραφεύς, ο τοσούτον έχων το μυθιστοριογραφικόν τάλαντον. Το σοφόν δε τούτο απόφθεγμα του συνετού ανδρός, το περιβάλλον τύπον δημοτικής παροιμίας εις αιωνίαν και αιωνίως έγκυρον αλήθειαν, συνώψιζε μεν τότε, ότε το έλεγεν εκείνος, εν ώρα βαρυθύμου πολιτικής απογοητεύσεως, την πολιτικήν ημών κατάστασιν, είμαρτο δε πολλάκις έκτοτε να χρησιμεύση ως πικρόν επίγραμμα της κοινωνικής ημών ζυμώσεως, καθ' ην εφέρετο διαρκώς η ιλύς από του πυθμένος εις την επιφάνειαν. Σήμερον όμως ιδίως, ότε βαρύς επελθών ο τυφών διέλυσεν εν μια στιγμή τας ροδίνας νεφέλας των χρηματιστικών ημών ονείρων, σήμερον, ότε δριμύς έπνευσεν ο βορράς και ετράπη εις ρίγος κρυερόν αχρηματίας πάσα εκείνη της υπερτιμήσεως και της κερδοσκοπίας η θέρμη, σήμερον είν' ευκαιρία να επιγραφώσιν αι λέξεις αύται πάσης οιασδήποτε μελέτης περί της καταστάσεως ημών, ήτις ουδέν άλλο είνε ή οξεία εμφάνισις ενός και του αυτού χρονίου νοσήματος, από μακρού ήδη κατατρύχοντος την κοινωνικήν ημών ύπαρξιν.

* * *

Ας αναδράμωμεν ολίγον προς το παρελθόν, και ας επισκοπήσωμεν ποσάκις μέχρι τούδε εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να κατασκευάσωμεν ψωμί με πίτυρα, ποσάκις το εζυμώσαμεν, και ποσάκις εκηρύξαμεν άρτον το αηδές αυτό φύραμα.

Αφίνομεν κατά μέρος την πολιτικήν· ούτε σκοπός ημών είνε ούτε διάθεσιν έχομεν επί του παρόντος να εξετάσωμεν, αν και κατά πόσον δύναται να ονομασθή ευπροσώπως άρτος η συνταγματική και κοινοβουλευτική κουραμάνα, ην επροίκισαν την Ελλάδα δύο μεγάλαι της νεωτέρας ημών ιστορίας εποχαί. Σημειούμεν απλώς, ότι από τεσσαρακονταετίας ήδη την τρώγομεν και ακόμη δεν επαχύναμεν.

Ανοίγομεν την βίβλον του κοινωνικού ημών βίου του τε δημοσίου και του ιδιωτικού, και φυλλομετρούμεν αυτήν εική και τυχαίως. Είνε πολύ μάλλον πρόχειρος και πολύ διδακτικωτέρα· παρέχει δε κατά πάσαν σχεδόν αυτής σελίδα το θέαμα μερίδος τινός Ελλήνων, σήμερον αυτής και αύριον εκείνης, ασχολουμένων ανενδότως και καλή τη πίστει να ζυμόνωσιν άρτον πιτυρίτην, εις τροφήν εαυτών και των άλλων.

Αλλ' ουδέ ήτο δυνατόν να γείνη άλλως.

Εφαντάσθημεν πάντοτε — και σήμερον ακόμη το φανταζόμεθα, και κύριος οίδε πόσον έτι χρόνον θα το νομίζωμεν — ότι είμεθα ο περιούσιος λαός του κυρίου· ότι περιεσώθημεν κατά θείαν ευδοκίαν εκ του κατακλυσμού των χρόνων εις πλήρωσιν μεγάλης και υψηλής αποστολής, και ότι πρώτιστον ημών καθήκον ήτο, όχι να ζήσωμεν — αφού είχαμεν την τύχην ν' αναγεννηθώμεν — αλλά να διακριθώμεν προ πάντων και να λάμψωμεν.

Μωρά έτι και νήπια ηρχίσαμεν να ομιλώμεν περί τελεολογικών ζητημάτων πριν ή οδοντοφυήσωμεν, και τετραποδίζοντες έτι περιεβάλομεν κράνος την ασθενή ημών κεφαλήν.

Ετράπημεν την περίβλεπτον αλλά τραχείαν και ανάντη ατραπόν της δόξης, αντί να πατήσωμεν την άσημον αλλ' ασφαλή και ομαλήν οδόν της εργασίας. Εφροντίσαμεν πώς να ενδυθώμεν και στολισθώμεν, πριν ή μεριμνήσωμεν πού να κατοικήσωμεν και τι να φάγωμεν. Ούτω δε, κατά φυσικήν και αναπόδραστον συνέπειαν, ελησμονήσαμεν τας αληθείς ημών βιωτικάς και εθνικάς ανάγκας, ανάγκας ζωτικάς, ων η θεραπεία ήτο κύριος και απαραίτητος όρος της κοινωνικής ημών ευημερίας, και αμιλλώμενοι προς τους ξένους εν τη εξάψει του εκπολιτιστικού ημών πυρετού, εδημιουργήσαμεν εις ημάς αυτούς ανάγκας ψευδείς, φανταστικάς, ανυπάρκτους, και κατηναλώσαμεν και καταναλίσκομεν έτι εις πλήρωσιν αυτών το κράτιστον και κάλλιστον κεφάλαιον των εθνικών ημών δυνάμεων.

* * *

Τα επελθόντα έπρεπεν αναγκαίως να επέλθωσιν.

Ανάγκαι επακταί διά δανείων μόνον θεραπεύονται.

Απηξιώσαμεν να εργασθώμεν πάντες εις παρασκευήν του εθνικού ημών άρτου διά του εθνικού ημών αλεύρου, και επροτιμήσαμεν ν' ασχοληθώμεν, ολίγοι χάριν ολίγων, εις παρασκευήν άρτου ευρωπαϊκού δι' αλεύρου των Τριών Σίγμα, και εζητήσαμεν την άχνην αυτήν, ήτις μας έλειπε, δάνειον παρά της Ευρώπης.

Αλλά το άλευρον αυτό το ευρωπαϊκόν πόσοι το εγνώριζον, και πόσοι ηδύναντο να το διακρίνωσιν; Ολίγοι μόλις. Οι άλλοι εδανείσθησαν πίτυρα και τα εξέλαβον ως άχνην. Εζύμωσαν πλακούντας δυσπέπτους και τους ενόμισαν άρτον, και ετράφησαν δι' αυτών, και τους εμάσσησαν ηδονικώτατα, χαίροντες ίσως και εναβρυνόμενοι, ότι δεν έτρωγον το μαύρον σπιτικόν ψωμί του απολιτίστου Έλληνος, . . αυτοί οι εκ του προχείρου και τόσον ακόπως πολιτισθέντες.

* * *

Επολιτίσθησαν ούτω κατ' αρχάς ολίγοι, ενόμισαν δηλαδή ότι επολιτίσθησαν, και παρακολούθησαν αυτούς κατόπιν οι ασμένως πιθηκίζοντες πάντοτε το καινόν και το στίλβον.

Και εισεκομίζοντο ούτω αφθονώτερα πάντοτε τα ευρωπαϊκά άλευρα εις Αθήνας, κ' εζυμούντο δι' αυτών ευρωπαϊκοί πλακούντες εις κατανάλωσιν του φιλοπροόδου Έλληνος.

Η ζήτησις κατά φυσικόν λόγον επετείνετο, διότι οι Έλληνες ήθελον ολόιδια μιας να γείνωσιν Ευρωπαίοι, και η από της εσπερίας προμήθεια εσπάνιζε πολλάκις, και το σπανίζον υπερετιμάτο.

Ήλθε τότε η νοθεία επίκουρος, και τα εγχώρια πίτυρα ήρχισαν παρεισαγόμενα εις την κατασκευήν των πλακούντων του νεοελληνικού πολιτισμού. Κατ' αρχάς ανεμίχθησαν με τα ξένα· είτα δε βαθμηδόν και κατ' ολίγον αντικατέστησαν εκείνα εντελώς.

Πίτυρα και πίτυρα, ολίγον διέφερον αλλήλων κατά την γεύσιν.

* * *

Πτωχοί, αμαθείς, άτεχνοι, χθες μόλις απαλλαγέντες του βδελυρωτάτου των ζυγών, και φέροντες έτι — πώς άλλως; — της δουλείας τους μώλωπας επί του κοινωνικού ημών σώματος, ελησμονήσαμεν δυστυχώς, κατ' αυτά τα πρώτα βήματα του ελευθέρου ημών βίου, ότι πρώτον ημών καθήκον ήτο να ζήσωμεν, και ότι προς τούτο απαραίτητον ήτο να κρατύνωμεν ημάς αυτούς διά της εργασίας, και ν' αναρρώσωμεν διά της εγκρατείας και της φειδούς.

Ορέξεις είχομεν πολλάς, και ήτο φυσικόν να τας έχωμεν, διότι χρόνους μακρούς είχομεν πεινάσει και διψήσει εν δουλεία. Αλλ' όχι μόνον αυτάς ηθελήσαμεν πάσας διά μιας να θεραπεύσωμεν, αλλά και νέας άλλας ησθάνθημεν αίφνης, ως πάντες οι οψίδοξοι και οψίπλουτοι, και ωρμήσαμεν ακατάσχετοι εις πλήρωσιν αυτών, δίκην στρατού βαρβάρων νικηφόρου, εισελαύνοντος εις δορυάλωτον χώραν και σπεύδοντος να λεηλατήση αυτήν μέχρι του εσχάτου των τριόδων της κάρφους, εκ φόβου μη δεν εύρη πλέον τίποτε την επαύριον.

Δεν εσυλλογίσθημεν, ότι ανεβλέπομεν από τυφλότητος μακράς, και ότι το φως το άπλετον ηδύνατο ν' αποβή ολέθριον εις την νέαν και ασθενή ημών όρασιν.

Δεν εσκέφθημεν, ότι όπως απολαύσωμεν όσων ωρεγόμεθα, είχομεν πόρων ανάγκην και πόρων πολλών, ενώ ήμεθα γυμνοί έτι από της δουλείας και ρακένδυτοι από της βαρβαρότητος.

Αντί να μεριμνήσωμεν εγκρατώς και περιεσκεμμένως περί της προχείρου παρασκευής απερίττου ενδυμασίας, δυναμένης να καλύψη τα ριγούντα ημών μέλη, ωνειρεύθημεν αμέσως ενδύματα πολυτελή και χρυσοποίκιλτα, ως μόνην αναβολήν αξίαν των ενδόξων απογόνων του Περικλέους, δυναμένην ανεπαισχύντως να επιδειχθή εις των Ευρωπαίων τα όμματα. Είχομεν, βλέπετε, να κρατήσωμεν την θέσιν μας, ως λέγει ο μωρός εκατοντάδραχμος υπάλληλος, ο νηστεύων μήνας όλους, ίνα πληρώση, — αν πληρώση — την μεταξωτήν εσθήτα της συζύγου του.

Ούτω δε, αντί να περιορίσωμεν εξ αρχής τας ανάγκας ημών αναλόγως των πόρων μας, ηγωνίσθημεν και αγωνιζόμεθα έτι δυστυχώς να αυξήσωμεν τους πόρους ημών αναλόγως των αναγκών μας, και τούτων ουχί αληθών και πραγματικών, αλλά ψευδών ως επί το πολύ και εκ μωράς συνθήκης υπαγορευομένων.

Ηθελήσαμεν και θέλομεν να φανώμεν πλούσιοι, ενώ είμεθα πτωχοί, . . . και ζυμόνομεν άρτον με πίτυρα, διότι άλευρον δεν έχομεν.

* * *

Ουδ' ευρέθη τις εν μέσω του αγνώτος και απερισκέπτου πλήθους, όστις να οδηγήση τα πρώτα του βήματα, ή να φωνήση καν εις τους προς την άβυσσον χωρούντας τυφλούς, ότι βάραθρον χαίνει προ των ποδών των.

Τουναντίον. Εκείνοι παρ' ων έπρεπεν άλλως να προσδοκάται σωτήριος τις απόπειρα προς ανακοπήν του γεύματος, όπερ παρέσυρε τα πλήθη, εκείνοι ακριβώς υπήρξαν οι συντελέσαντες εις αύξησιν αυτού και εξόγκωσιν.

Οι μεν αυτών επέστρεφον εκ της Εσπερίας, κομίζοντες, πλην ολίγων απέπτων και συγκεχυμένων γνώσεων, βαθυτάτην του ελληνικού βίου περιφρόνησιν και χλεύην προς τα ήθη των πατέρων αυτών, οίτινες είχον δαπανήσει εις μόρφωσίν των.

Οι δε, όψιμοι πλέον παραφυάδες παλαιοτέρων κ' ευρωστοτέρων κορμών, καλύπτοντες υπό αξιώσεις αμέτρους αδράνειαν γεροντικήν και παντελή βιωτικήν εξάντλησιν, διετήρουν έτι ως κειμήλιον τας ξενοτρόπους του παρελθόντος αυτών παραδόσεις, και ανέπτυσσον αυτάς εις ολέθριον πειρασμόν του πλήθους.

Άλλοι τέλος, από παντοίων επεισάκτων αναγνωσμάτων φθειρόμενοι, και τους νοσηρούς αυτών πόθους ως αληθείς ανάγκας υπολαμβάνοντες, σκοπόν του βίου των προετίθεντο την εκ παντός τρόπου πλήρωσιν αυτών, εις ταύτην και μόνην συνοψίζοντες του πολιτισμού των το ευαγγέλιον.

Ούτω δε κατήρξαντο πρώτοι της ολισθηράς πορείας όσοι έπρεπε να οδηγήσωσιν εις την ευθείαν τους πολλούς, και ηκολούθησαν εκ τούτων όσοι υπέλαβον ότι ηδύναντο να εξισώσωσι τους πόρους αυτών προς τας δαπάνας της νέας διαίτης, μεθ' όσης ευκολίας εξισούντο αι ορέξεις των προς τας ορέξεις των άλλων.

Ο άνθρωπος είνε μιμητής, και ο Έλλην είνε ο μιμητικώτατος των ανθρώπων.

* * *

Και δεν υπήρξε σχεδόν φάσις μία του κοινωνικού ημών βίου, καθ' ην, λησμονούντες όλως τι ηδυνάμεθα και ωφείλομεν να πράξωμεν εξ ιδίων, να μη εμιμήθημεν τους ξένους.

Και δεν υπήρξε σχεδόν στιγμή, καθ' ην να μη ωνειρεύθημεν βοός μεγαλεία, μικρά ημείς βατραχίδια, και να μη ηγωνίσθημεν, πάσας ημών εντείνοντες τας δυνάμεις, να ογκωθώμεν εις μέγεθος και περιωπήν.

Είνε ίσως θαύμα ότι δεν διερράγημεν ακόμη· αλλά πόσον διαρκούσι πλέον σήμερον τα θαύματα;

* * *

Εν άλλη παλαιοτέρα εποχή, πριν έτι γείνωμεν ελεύθεροι, πρώτη και κυρία των γονέων ημών μέριμνα ήτο να μάθωσι τα τέκνα των ελληνικά· και τα εμάνθανον αληθώς, όσον ηδύναντο τότε να τα διδάξωσιν οι διδάσκαλοι του καιρού. Αλλά την εποχήν εκείνην διεδέχθη εποχή πολιτισμού, και αι υποχρεώσεις, ας εφαντάσθημεν ότι επέβαλεν ημίν η τροπή των χρόνων, ήσαν φοβεραί και μεγάλαι. Τι να τα κάμωμεν πλέον τα ελληνικά; Τι να κάμωμεν τον υγιά και άγιον των πατέρων υμών άρτον, δι' ου εν χρόνοις δουλείας και σκότους περιέσωσαν εκείνοι από του κατακλυσμού την εθνικότητα αυτών και ημών; Ήτο πλέον δυνατόν να ζήσωμεν χωρίς γαλλικά;

Ενομίσαμεν ούτω απαραίτητον, όπως αποδειχθώμεν άξιοι της περιβλέπτου θέσεως ην εκλήρου ημίν η θεία πρόνοια, να μάθωμεν γαλλικά, πριν ή διδαχθώμεν την πατρικήν ημών γλώσσαν. Και παρεδώκαμεν επί τούτω τα τέκνα ημών, από νεαράς αυτών ηλικίας, εις ξένας παιδαγωγούς, ων αι πλείσται πάντη αλλοίαν έχουσιν ως εκ του παρελθόντος αυτών την ειδικότητα, και ερυθριώμεν σχεδόν εξ υπερηφανείας, όταν τα ακούωμεν στρεβλούντα μετά πολλών μορφασμών ολίγας γαλλικάς λέξεις, και υπολαμβάνομεν εαυτούς αληθώς ευδαίμονας, οσάκις τα βλέπομεν κρατούντα γαλλικόν βιβλίον, όπερ ως επί το πλείστον είνε μυθιστόρημα.

Και έχομεν πλήρη και αδιάσειστον την πεποίθησιν, ότι δίδομεν τοιουτοτρόπως καλήν ανατροφήν εις την νέαν γενεάν.

Δεν είνε τούτο άρτος πιτυρίτης, και χειρίστης μάλιστα πoιότητος;

* * *

Παρατηρήσατε εις τας οδούς και τας πλατείας των Αθηνών τον κομψόν εκείνον νεανίσκον, όστις υπό τα στενά του ενδύματα φαίνεται ως αλεξιβρόχιον εντός της θήκης του. Δεν θα δυσκολευθήτε να τον εύρετε, διότι είνε πολλοί και ομοιάζουν όλοι απαράλλακτα. Είνε υιός καλής οικογενείας, ήτις αφού μάτην εδαπάνησεν εκούσα εις εκπαίδευσίν του, δαπανά σήμερον άκουσα εις ενδυμασίαν αυτού και διασκέδασιν. Αν είχε το ευτύχημα να γεννηθή εις χρόνους παλαιούς, θα επεμελείτο χαίρων των πατρικών κτημάτων, θα εφρόντιζε περί ευρέσεως τελειοτέρου τινος λιπάσματος, και θα προσεπάθει ν' αυξήση το ετήσιον από γης εισόδημά του. Σήμερον πράττει άλλως, διότι άλλως ανετράφη. Τρώγει, μόνος αυτός, την μείζονα μερίδα της πατρικής προσόδου, και προεξοφλεί το υπόλοιπον εις τους τοκογλύφους. Αριστεί ως επί το πλείστον εν τω ξενοδοχείω, διότι ευρίσκει πενιχράν την εν οίκω τράπεζαν, παίζει θαυμάσια σφαιριστήριον, ομιλεί περί των πολιτικών πραγμάτων της Ευρώπης μεταξύ ενός καφέ και ενός κονιάκ, τρέφει βαθυτάτην περιφρόνησιν προς οιουδήποτε είδους εργασίαν, και ονειρεύεται διπλωματικήν τινα θέσιν, ανάλογον των ολίγων σολοίκων γαλλικών φράσεων, δ' ων καρυκεύει την ομιλίαν του.

Πιτυρίτης και αυτός, και πιτυρίτης αφθονότατος σήμερον εν τη Αθηναϊκή αγορά.

Η αγαθή αυτή κυρία, ήτις φοιτά τακτικώτατα εις τας παραστάσεις του εν Φαλήρω γαλλικού θεάτρου — χωρίς να γνωρίζη γαλλικά — μετά της θυγατρός της, ήτις γνωρίζει τόσα μόνον, ώστε να εννοή τας σεμνάς χειρονομίας των ηθοποιών, πιτυρίτην άρτον τρώγει και αυτή.

Πόθος της ενδόμυχος — ιερός και άγιος πόθος μητρός — είνε να νυμφεύση την κόρην της. Δεν θέλει όμως όσους την θέλουν. Έχει ιδέας μεγάλας. Αυτή θέλει πλούσιον τον γαμβρόν, και η κόρη της τον θέλει κομψόν. Εκείνη τον θέλει από γένος, και η κόρη της τον θέλει με θέσιν κοινωνικήν. Φαντάζεται η καλή μήτηρ ότι του είδους αυτού οι νυμφίοι ψαρεύονται ευκόλως όπου συνάζεται ο καλός κόσμος, και ότι δέλεαρ άπταιστον και ασφαλές είνε οι καλοί τρόποι. Τι δε εννοεί καλούς τρόπους μανθάνει τις ευκόλως, παρατηρών επί τινας στιγμάς το ήθος της κόρης και την αναβολήν αυτής, ακούων τους λόγους της οίτινες οφθονούσι, και παρακολουθών τα βλέμματά της τα αεικίνητα. Πάντα ταύτα η μήτηρ της τα εδίδαξεν. Έπεισε την κόρην, ότι θα εφαίνετο βλαξ αν ήτο σεμνοτέρα, και θα υπελαμβάνετο εντελώς αμόρφωτος, αν ελάλει ολιγώτερα και σωφρονέστερα.

Τον χειμώνα δέχονται το βράδυ και φιλεύουσι τους προσκεκλημένους τέιον και πλακούντια, άτινα πληρόνονται πολλάκις εκ του υστερήματος του στομάχου των, η δε κόρη γυμνάζεται εις την αλιείαν.

Το δίκτυόν της δεν συνέλαβεν ακόμη τίποτε, και ο γέρων πατήρ της — ωρίμου πείρας άνθρωπος — εκφράζει πολλούς δισταγμούς περί της αποτελεσματικότητος της μητρικής μεθόδου.

Αλλά τις τον ακούει! Όταν ομιλή, μήτηρ και θυγάτηρ ανταλλάσσουσι βλέμματα πολυσήμαντα, και όταν απέρχεται, γελώσιν ενίοτε εις βάρος του.

* * *

Ο οψοπώλης μου και ο κουρεύς σας και ο ράπτης του φίλου σας ήσαν έντιμοι άνθρωποι, ζώντες ανέτως από του έργου των και τρώγοντες εγχώριον άρτον από εγχωρίων αλεύρων. Ολίγα εκέρδαινον από της εργασίας αυτών, αλλά τα κέρδη των ήσαν προϊόν ιδρώτος και κόπων, και η εξ αυτών αυτάρκης απόλαυσις είχε την άρρητον εκείνην γλυκύτητα, ην παρέχει η εσπερινή ανάπαυσις μετά ημερήσιον μόχθον. Αλλ' ο γείτων αυτών ο υποδηματοποιός έκλεισε μίαν ημέραν το εργαστήριόν του, και φήμη διέτρεξε την γειτονίαν ότι επλούτησεν αίφνης από τας μετοχάς. Οι γείτονες ηρώτησαν, έμαθον τας λεπτομερείας, και εσκέφθησαν φυσικότατα ότι πολύ ανόητοι ήσαν να κοπιώσιν ημέρας και νυκτός δι' έν τεμάχιον άρτου, ενώ το χρηματιστήριον ήνοιγεν εκεί πλησίον τας αγκάλας του. Ο δρόμος ήτο εύκολος, γνωστός και πλήθων κόσμου. Ηκολούθησαν το πλήθος. Εφαντάσθησαν και αυτοί — τις δεν το εφαντάσθη; — ότι προχειρότατον ήτο να τραφώσι μαγειρεύοντες αέρα και ακοπώτατον να πλουτήσωσιν από μηδενικών. Ο πρώτος αυτών πλους διά του πελάγους των χαρτίνων εκατομμυρίων υπήρξεν αίσιος, και ο πρώτος πιτυρίτης άρτος τον οποίον εμάσσησαν εφάνη εις αυτούς του γλυκυτέρου πλακούντος γλυκύτερος. Τι βλάκες ήσαν τόσον καιρόν! Ήλλαξαν έξεις, και αντί να πίνωσιν, ως άλλοτε, τον καφέν και τον ναργιλέν των εις το μικρόν γειτονικόν των καφενείου, κατά την μεσημβρινήν της εργασίας των ανάπαυλαν, εφοίτησαν εις του Χαραμή, ανέγνωσαν εφημερίδας και συνεζήτησαν περί των ενδεχομένων αποτελεσμάτων της εν Τσερνιέβιτς συνεντεύξεως των τριών αυτοκρατόρων.

Αλλά δυστυχώς . . .

Ας συμπληρώση ο αναγνώστης την φράσιν. Το πράγμα είνε ευκολώτατον σήμερον, ότε γενική σχεδόν πάντων ασχολία είνε η απόδοσις του φοβερού αυτού α λ λ ά.

Το κακόν είνε ότι οι αγαθοί εκείνοι άνθρωποι απέμαθον πλέον να εργάζωνται, και περιφέρονται ακόμη, αληθή κ α μ ό ν τ ω ν είδωλα, εις τας παρόδους του χρηματιστηρίου, ονειρευόμενοι ενίοτε το παρελθόν, και πλάττοντες πάντοτε πιτυρίτην άρτον διά της φαντασίας των.

Και όμως αυξάνουσιν ολονέν τα πίτυρα εν Αθήναις.

Χθες έτι μόλις ενέσκηψεν ως τυφών επί τας κεφαλάς ημών το άκουσμα του βουλγαρικού τολμήματος, ούτινος κατά μέγα μέρος είμεθα ημείς πρώτοι συνένοχοι· διότι επί μακρόν χρόνον εφαντάσθημεν, — ίσως δε το φανταζόμεθα και σήμερον ακόμη — ότι το ασφαλέστερον μέσον προς ενίσχυσιν και προαγωγήν του ελληνισμού εν Μακεδονία και Θράκη είνε να στέλλωμεν αποφοίτους τινάς του Αρσακείου εις νηπιαγώγησιν των βουλγαροφώνων ελληνοπαίδων, — ούτως αποκαλούμεν συγκαταβαίνοντες τους βουλγαρόπαιδας, — να γράφωμεν χαρτία πολλά και υπομνήματα προς διεκδίκησιν των εν Μακεδονία προπατορικών ημών δικαιωμάτων, και να ζητώμεν εθνικούς εράνους, όπως εκτυπώσωμεν εις μυριάδας αντιτύπων τας εικόνας του μεγάλου Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους, και διανείμωμεν αυτάς εις τους κατοίκους της, προς αναρρίπισιν εθνικού φρονήματος. Διά τοιούτων μωρών πιτύρων εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να παρασκευάσωμεν ελληνικόν άρτον εν Μακεδονία. Διά τοιούτων πιτύρων υπεθέσαμεν και σήμερον έτι εν τω αφελεί ημών ενθουσιασμώ, ότι ήτο δυνατόν να εξορκίσωμεν τον κίνδυνον και να αποτρέψωμεν την καταιγίδα. Οι βυζαντηνοί έκαμνον λειτουργίας· ημείς κάμνομεν συλλαλητήρια. Οι βυζαντηνοί συνέτασσον τροπάρια· ημείς συντάσσομεν ψηφίσματα. Συναζόμεθα το εσπέρας, επιστρέφοντες από του περιπάτου, περίεργοι και μη περίεργοι, περί την εξέδραν της μουσικής. Διώκομεν τους μουσικούς και ανάπτομεν αυθαιρέτως τους φανούς, πραξικοπούντες και ημείς εν μικρώ, ως λαός ενθουσιώδης εννοών να υποτάξη τα πάντα εις τον πατριωτικόν αυτού πυρετόν, και . . . χαίνομεν έπειτα προς τους λόγους του πρώτου τυχόντος υπαιθρίου ρήτορος, όστις μας διαβεβαιοί, εν πάση σπουδαιότητητι και κατανύξει, ότι ο θεός και η πατρίς και η συνείδησίς του παρήγγειλαν εις αυτόν να υπομνήση τους Έλληνας, ότι η Μακεδονία είνε χώρα ελληνική. Χειροκροτούμεν έξαλλοι εκ πατριωτισμού — τι άλλο να κάμωμεν; — ψηφίζομεν έπειτα ψηφίσματα φλογερά, διατρέχομεν τας οδούς εν φωναίς και σημαίαις, και την επαύριον αρχίζομεν πάλιν τα ίδια, και αι επαρχίαι μας μιμούνται, και φρονούμεν αδιστάκτως, ότι η Ευρώπη αδύνατον είνε να μη λάβη υπ' όψιν τα ελληνικά συλλαλητήρια. Αν δε τυχόν εν ώρα μικροψυχίας διστάσωμεν επί στιγμήν περί της εντυπώσεως, ην δύνανται να παραγάγωσιν εν Ευρώπη τα πατριωτικά ημών ψηφίσματα, εύκολον πρόκειται και πρόχειρον του δισταγμού ημών το ιατρικόν. Στέλλομεν τους υπαιθρίους ημών ρήτορας αποστόλους του ελληνισμού εις την Εσπερίαν, και αναμένομεν εν ιλαρά προσδοκία την άφθονον συγκομιδήν ευρωπαϊκών συμπαθειών, απαράλλακτα ως οι επίτροποι των εκκλησιών αναμένουσι προ του παγκαρίου των τα διά των δίσκων περισυναγόμενα κέρματα των πιστών.

Δεν είνε πιτυρίτης και αυτός;

* * *

Αλλ' αρκεί.

Όπου και αν στρέψη τις κύκλω βλέμμα παρατηρητικόν, πανταχού σχεδόν θα απαντήση μικρόν ή μέγα εργαστήριον παρασκευάζον άρτον εκ πιτύρων, πανταχού θα ίδη μικράν ή μέγα οπτανείον, μαγειρεύον το ψεύδος ίνα κενώση αυτό ως αλήθειαν. Αδύνατον είνε να τ' αριθμήση τις όλα· τι δ' άλλως ήθελεν ωφελήσει και η απαρίθμησις; Να προφυλάξη τους καταναλωτάς; αλλ' οι πλείστοι των καταναλωτών τούτο ιδίως θέλουσι· να σιτίζωνται αέρα και να φαίνωνται τρώγοντες ουσίαν, να ενδύωνται ψεύδος και να υπολαμβάνωνται περιβεβλημένοι αλήθειαν. Μήπως κ' εξ αυτών οι πλείστοι δεν παράγουσι πιτυρίτην, όπου και όπως έκαστος δύναται; Μη δεν είνε και μένει και θα μένη πάντοτε η ελληνικωτάτη των παροιμιών: Γέλα με να σε γελώ;

Πομφόλυγες στιλπναί και μεγάλαι, φυσώμεναι καθ' εκάστην υπό της ιδίας ημών μωρίας, αντιπαρερχόμεθα αλλήλους εν ταις οδοίς και ταις τριόδοις, και θαυμαζόμεθα, και φθονούμεν αι μικρότεραι τας μεγαλειτέρας.

Ενίοτε πνέει αίφνης ο άνεμος, και διαρρήγνυνται μερικαί και γελώσιν αι άλλαι. Το δε τέλος;

Το αγνοώ, αλλά το εύχομαι. Έστω οιονδήποτε.

ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ (14)

Α'.

Αι δύο αύται λέξεις, και αι έννοιαι ας εκφράζουσιν, αποτελούσιν αναντιρρήτως εν των περιεργοτέρων φαινομένων εν τω βίω της νεωτέρας Ελλάδος.

Δεν γνωρίζω, αλλ' αμφιβάλλω ειλικρινώς, αν υπάρχει έθνος εκ των συγχρόνων οίον δήποτε, όπερ να διήρεσε πάντας σχεδόν τους αλλοεθνείς εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, και κατατάσσον έκαστον εις μίαν εξ αυτών να παρεδέχθη, ότι αδύνατον είνε να υπάρχη ξένος οίος δήποτε, όστις να μη ήνε φίλος του ένθερμος και φανατικός ή εχθρός του θανάσιμος. Και σημειωτέον ότι αι απλαί αύται και άκακοι λέξεις φίλος και εχθρός ουδόλως αποδίδουσι την ειδικήν εκείνην έννοιαν, ην συνδέομεν ημείς οι νεώτεροι Έλληνες προς τας πολυσημάντους και βαρείας λέξεις φιλέλλην και μισέλλην, ας και εδημιουργήσαμεν, βλέπετε, επίτηδες προς έκφρασιν του πράγματος.

Εδημιουργήσαμεν, είπον, καίτοι εύρομεν αληθώς τας λέξεις ετοίμους εν τη γλώσση, από των κλασικών ήδη χρόνων πλασθείσας υπό των ημετέρων προγόνων. Αλλά μετεχειρίζοντο άρα γε και εκείνοι τους όρους αυτούς, όπου και όπως εφαρμόζομεν ημείς αυτούς σήμερον; Ήτο άραγε ο πρώτος αυτών φιλέλλην Άμασις και ο πρώτος των μισέλλην Τισαφέρνης ό,τι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες και μισέλληνες; Αληθεύει και επί του προκειμένου ό,τι έλεγέ ποτε γάλλος τις πρόξενος εις τον λόρδον Βύρωνα, ότι δηλαδή είμεθα πάντοτε la mê me canaille que temps de Périclès; Καλή ή κακή, θα ήτο παρηγορία όπως δήποτε, αν ηλήθευεν η ρήσις. Αλλ' έχω, το κατ' εμέ, πολλούς περί τούτου δισταγμούς· φρονώ δε μάλλον, ότι παραλαβόντες τας λέξεις εκείνας, παρελάβομεν αυτάς ως και τόσας άλλας, μεταβαλόντες το νόημά των. Εδημιουργήσαμεν νέας εννοίας και τας ενεδύσαμεν διά των παλαιών λέξεων. Πόσον δε νέαι αληθώς και ειδικαί και πάντη άσχετοι προς την γραμματικήν των λέξεων σημασίαν είνε αι έννοιαι ας αποδίδομεν εις αυτάς οι νεώτεροι Έλληνες, θέλει αμέσως μετ' ολίγον καταδειχθή. Ας μείνωμεν λοιπόν και των λέξεων δημιουργοί. Δεν βλάπτει.

Ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Άγγλοι, ούτε οι Γερμανοί, ούτε αυτοί οι Ιταλοί οι πλείστην έχοντες προς ημάς ομοιότητα, έχουσιν εν τη γλώσση αυτών λέξεις ανάλογους προς τας λέξεις εκείνας, διά τον απλούστατον λόγον, ότι ουδέποτε συνέλαβον τας εννοίας, αίτινες ήθελον υπαγορεύσει την δημιουργίαν των λέξεων. Διακρίνουσι βεβαίως μεταξύ των ξένων τους ορθώς ή εσφαλμένως περί αυτών κρίνοντας, τους μάλλον ή ήττον γνωρίζοντας τα κατ' αυτούς, τους πλειότερον ή ολιγώτερον ασχολουμένους εις τα του βίου των υφ' οιανδήποτε έποψιν, πολιτικήν, φιλολογικήν ή άλλην. Αλλ' ουδέποτε όμως διενοήθησαν να χωρίσωσι τους ξένους εις δύο μεγάλας τάξεις, να ορύξωσι τάφρον μεταξύ αυτών, και ν' απονείμωσιν εις τούτους μεν τιμητικάς εις εκείνους δε ονειδιστικάς προσωνυμίας. Ουδέν ποτε έθνος, πλην του νεωτέρου ελληνικού, εθεώρησε τους ξένους ως μη δυναμένους να κριθώσιν άλλως ή κατ' αναφοράν προς αυτό και μόνον, ως ει αυτό κατ' εξοχήν απετέλει το κέντρον του πλανητικού συστήματος των εθνών.

Αλλά διατί λοιπόν πράττομεν τούτο ημείς;

Διατί κατηντήσαμεν σήμερον, από ετών τελειοποιούμενοι, εις το αναντιρρήτως κωμικόν σημείον να μη ακούωμεν όνομα ξένου προφερόμενον, χωρίς να ερωτώμεν αμέσως αν είνε φιλέλλην, και να χαρακτηρίζωμεν αυτόν μισέλληνα εν περιπτώσει αποφατικής απαντήσεως;

Υπολαμβάνομεν άρα γε ημάς αυτούς τοσούτον μεγάλους και σημαντικούς, ώστε να υποθέτωμεν ότι αδύνατον είνε να υπάρχωσι και άνθρωποι αδιαφορούντες περί ημών; Ή μη τυχόν ομοιάζομεν τους παροδίους εκείνους επαίτας, τους τείνοντας διαρκώς την χείρα προς τους διαβάτας, και διακρίνοντας φυσικώ τω λόγω ολόκληρον το ανθρώπινον γένος εις δύο μόνον μεγάλας τάξεις, εις δίδοντας και μη δίδοντας;

Ηδύνατό τις ίσως να πιστεύση το δεύτερον μάλλον ή το πρώτον· αλλ' ασφαλέστερον και ορθότερον, πάντως δε πατριωτικώτερον νομίζω να παραδεχθή τις αμφότερα τα κατ' επιφάνειαν τοσούτον δυσσυμβίβαστα φαινόμενα μέρη του διλήμματος. Ολίγοι τάχα είνε οι μεγάλην μεν και επιβάλλουσαν έχοντες την αναβολήν, επαιτικόν δε κατά βάθος το φρόνημα; Μήπως δεν έχομεν και λέξιν ελληνικήν, την πτωχαλαζονείαν, θαυμασίως εκφράζουσαν τον περίεργον αυτόν σύνδεσμον εννοιών τοσούτον αντιθέτων, και αμετάφραστον εις οιανδήποτε ξένην γλώσσαν;

Αλλά περί της νεοελληνικής πτωχαλαζονείας άλλοτε και ευκαιρότερον πλείονα.

Επί του παρόντος τούτο και μόνον αρκεί να σημειωθή, εις εξήγησιν της εθνολογικής ημών εκείνης ιδιοσυγκρασίας, περί ης έλεγον εν αρχή των γραμμών τούτων· ότι, μη παραδεχόμενοι δυνατήν την ύπαρξιν ξένου οιουδήποτε, πλην των φιλελλήνων ή μισελλήνων, και επαιτούμεν χωρίς να το αισθανώμεθα, και κομπούμεθα εις όγκον, ούτινος ουδ' η σκιά καν μας προσήκει.

* * *

Πριν ή δε προχωρήσω εξετάζων το νοσολογικόν τούτο φαινόμενον του νεωτέρου ελληνισμού, — διότι νόσος αληθώς πρέπει τούτο να κληθή — ανάγκην απαραίτητον αισθάνομαι να εξαιρέσω ευθύς εν αρχή του πολυαρίθμου τάγματος των νεοτευχών φιλελλήνων, ους εδημιουργήσαμεν οι νεώτεροι Έλληνες εις θεραπείαν ημών αυτών, την σεμνήν εκείνην χορείαν των ευγενών ξένων, οίτινες δραμόντες από περάτων του κόσμου εις αρωγήν της αγωνιζομένης ημών ελευθερίας, εβάπτισαν αυτοί εαυτούς φιλέλληνας εν αίματι και πυρίτιδι, και έσπειραν προ εξήκοντα ετών τα οστά των εν Πέτα και Χαϊδαρίω, εν Καρύστω και Καματερώ. Ιερά έστω αυτών η μνήμη, και εύφημον εις αιώνας το όνομα!

Αλλ' άλλοι τότε ήσαν οι καιροί, και πολύ έκτοτε μετεβλήθησαν.

Τότε εφονεύετο εν Σφακτηρία ο Σάντα Ρόζας και έθνησκεν ο Νόρμαν εν Μεσολογγίω. Σήμερον. . . .

Αλλά μη προτρέχωμεν.

Οι σημερινοί φιλέλληνες, εκείνοι δηλαδή ους ημείς ούτω καλούμεν, διαφέρουσι πολύ των παλαιών, περί ων κυρίως ο σοφός μου φίλος κ. Κουμανούδης τοσαύτα εχαριτολόγησεν άλλοτε εν τω Αθηναίω. Εκείνους έπλαττε φιλέλληνας αληθείς η αληθινή των προς την Ελλάδα αγάπη, και την προσωνυμίαν των ταύτην, ην μόνοι των αυτοί ελάμβανον εν υπερηφανεία, εκύρουν μεν περιφανώς τα έργα αυτών, εταμειεύομεν δ' ημείς κατόπιν ευγνώμονες εν τη ημετέρα καρδία. Ήσαν εκείνοι φαινόμενα επί του πολιτικού ορίζοντος της ποιητικής εποχής της παλινορθώσεως, ούτινος η αίγλη ωχράνθη μικράν κατά μικρόν, και εσβέσθη τέλος μετά της σεμνής κορυφής του φαεινότατου αυτής αντιπροσώπου, του Βίκτωρος Ουγώ. Ήσαν ούτως ειπείν αυτοχειροτόνητοι μεσαιωνικοί ιππόται, στρατεύοντες πάνοπλοι εις ανόρθωσιν της αδικίας και προστασίαν των τυραννουμένων, διότι ήσαν τότε καιροί, καθ' ους υπήρχον και άνθρωποι αισθανόμενοι την ανάγκην ταύτην.

Τους σημερινούς όμως φιλέλληνας, τους ακόπους φιλέλληνας των εφημερίδων και των περιηγήσεων, τους δημιουργούμεν ημείς ως επί το πλείστον· ημείς τους βαπτίζομεν, και ημείς επί τέλους, διά του υπουργείου των Εξωτερικών, τους χειροτονούμεν και ιππότας.

Ουδόλως απίθανον, πιθανώτατον δε μάλιστα είνε, ότι οι παλαιοί εκείνοι, οι αφιλοκερδείς, οι πλήρεις ποιητικού ενθουσιασμού και γενναίων αισθημάτων φίλοι της Ελλάδος, παρήγαγον βαθμηδόν την φυλήν των σημερινών φιλελλήνων· αλλ' εξεφυλίσθη κατά μικρόν το είδος από γενεάς εις γενεάν, και οι σήμερον ούτω καλούμενοι είνε επίγονοι αληθείς, ως επίγονοι είμεθα ημείς των παλαιών εκείνων ανδρών της μεγάλης εποχής του μεγάλου ημών αγώνος.

* * *

Τους φιλέλληνας της σήμερον δημιουργούμεν, ως προέλεγον, ημείς αυτοί ως επί το πλείστον, κατά φυσικήν και αναπόδραστον ανάγκην της νοσηράς ημών εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Ημείς αυτοί δημιουργούμεν και τους μισέλληνας. Οι πλείστοι και τούτων και εκείνων ουδ' ενόησαν ίσως ουδέ συνησθάνθησαν την ιδιότητα, ην απεδώκαμεν ημείς εκάστοτε εις αυτούς, πριν ή μάθωσιν εξ ελληνικής φήμης τας υπό της δημοσιογραφίας ημών διασαλπισθείσας αρετάς των, ή τας κακίας όσας εφορτώσαμεν εις την ράχιν των. Πολλοί δε και ηπόρησαν ίσως βαθυτάτην απορίαν, ακούσαντες τους πανηγυρισμούς ημών ή ονειδισμούς, και ηρώτησαν εαυτούς, τι αγαθόν άρα ή κακόν εποίησαν, όπως αξιωθώσι τοσούτου πάταγου τα ονόματά των, συνειδότες οι ταλαίπωροι, ότι δεν

mérité ni cet excès d' honneur ni cette indignité.

Aλλά τι ταύτα προς ημάς; Hμείς είχομεν και έχομεν απαραίτητον ανάγκην φίλων και εχθρών, και τους πλάττομεν και τους φανταζόμεθα οσάκις μας λείπουσιν, ως οι μικρομέγαλοι εκείνοι άνθρωποι, οίτινες ονειρεύονται παντού προστάτας και πάτρωνας και υπερασπιστάς και φίλους, και τόσον σπουδαίως κατορθόνουσιν επί τέλους να πείσωσιν εαυτούς περί της αληθείας των ονείρων των, ώστε υπολαμβάνουσιν εχθρούς των ασπόνδους πάντας τους οπωσδήποτε αγνοούντας αυτούς. Ότι είμεθα και ημείς μικροί, ουδείς δύναται ν' αμφισβητήση, ουδ' αυτοί οι αισιοδοξότατοι του ελληνισμού υμνογράφοι. Αλλ' ουδ' έγκλημα είνε τούτο, ουδ' αμάρτημα καν· ατύχημα μόνον. Το κακόν είνε ότι είμεθα μικροί και φανταζόμεθα ότι είμεθα μεγάλοι, το δε χείριστον ότι έχομεν πάσας τας κακίας της αληθούς ημών μικρότητος και της ψευδούς ημών μεγαλειότητος.

Του λυπηρού δε τούτου κράματος αποτέλεσμα υπήρξε και υπάρχει η περί των ξένων πάντων γενική ημών γνώμη, η διαιρέσασα αυτούς εις ποίμνην προβάτων και ποίμνην αιγών, εις τάγμα φιλελλήνων και τάγμα μισελλήνων.

* * *

Τίνες δε και ποίοι είνε οι σημερινοί φιλέλληνες;

Ας εξετάσωμεν το πράγμα λεπτομερέστερον, εξαιρούντες, εννοείται, της μεγάλης αυτών στρατιάς, — διότι μεγάλην και πολυάριθμον έπλασεν αυτήν πάντοτε και πλάττει και σήμερον έτι η εθνική ημών φιλοτιμία — τους σπανίους εκείνους και αληθείς της Ελλάδος φίλους, τους αγαπήσαντας τα άξια ημών αγάπης και κατακρίναντας τα άξια κατακρίσεως, τους προμαχήσαντας ημών εν δικαίω αλλά και παραινέσαντας και επιτιμήσαντας ημάς μωραίνοντας. Ούτοι εσπούδασαν και εγνώρισαν ημάς, και την αλήθειαν λαλήσαντες, αυτής μάλλον ή υμών υπήρξαν φίλοι. Αν δ' επρόκειτο να υποστώσι τον νεοελληνικόν βάπτισμα, μισέλληνας μάλλον ή φιλέλληνας θα τους εκάλουν οι περί την κολυμβήθραν ετοίμους ορέγοντες τας χείρας πολυάριθμοι ανάδοχοι, ων τα ευγενή στήθη επινέμεται ακοίμητον το άγιον πυρ του νεοελληνικού πατριωτισμού.

Φιλέλληνες σήμερον είνε, ή κάλλιον και ορθότερον ειπείν φιλέλληνες σήμερον καλούνται παρ' ημών οι γράφοντες και δημοσιεύοντες εν τω ευρωπαϊκώ τύπω άρθρα οιαδήποτε και οσαδήποτε υπέρ Ελλάδος· οι εξυμνούντες τας προπατορικάς ημών αρετάς, εξηγούντες δε και δικαιολογούντες τας απογονικάς ημών κακίας — όσας γνωρίζουσιν· οι εκ μικράς ή μεγάλης εν Ελλάδι διαμονής, πολλάκις δε και από του μαλακού κλιντήρος του σπουδαστηρίου των, θαυμάσαντες τας ποικίλας αποχρώσεις του αττικού ορίζοντος περί ηλίου δυσμάς, και του Παρθενώνος τα χρυσίζοντα ερείπια και την φωταυγή διαφάνειαν της αθηναϊκής ατμοσφαίρας· οι ανακηρύξαντες καταπληκτικάς και μονονού θαύματος αποτέλεσμα τας κοινωνικάς προόδους της νέας Ελλάδος· οι αφειδώς σπαταλήσαντες πάντα του λεξιλογίου αυτών τα κοσμητικά επίθετα υπέρ παντός Έλληνος ποτίσαντος αυτούς εν κύπελλον τεΐου· οι ετοίμως χειροκροτήσαντες και ακόπως πανηγυρίσαντες όσα ουδέποτε ανέγνωσαν νεοελληνικά συγγράμματα· οι επιχειρήσαντες τέλος να γράψωσι περί των καθ' ημάς πολιτικών ή κοινωνικών ή φιλολογικών πραγμάτων, χωρίς να γνωρίζωσι καν την γλώσσαν ημών, μόνον δε και μόνον όπως καύσωσιν ολίγον και ευθηνόν θυμίαμα υπό την ρίνα των νεολληνικών Σαλμωνέων, και ευφημηθώσιν έπειτα υπ' αυτών, προθύμως ανταποδιδόντων τα ίσα.

Πόσων εκ τούτων τα ονόματα, δημοτικώτατα παρ' ημίν και κοσμούμενα καθ' εκάστην υπό των εφημερίδων διά των ευηχοτάτων του ελληνικού λεξικού επιθέτων, εισίν άγνωστα σχεδόν εν τη ιδία αυτών χώρα! Πόσοι των υμνητών μας εκείνων εξέλεξαν ως φιλολογικόν των αγρόν την νέαν Ελλάδα και τους νέους Έλληνας, μόνον και μόνον διότι ηδύναντο να γράφωσιν ό,τι ήθελον περί πραγμάτων αγνώστων εις τους αναγνώστας των, και να πιστεύωνται μεν υπ' εκείνων παραδοξολογούντες, να πιστεύωνται δε και υφ' ημών κολακεύοντες; Μηδένα τούτο ξενίση. Η νέα Ελλάς είνε και σήμερον έτι, μ' όσα και αν εγράφησαν περί αυτής, ή μάλλον διότι τόσα περί αυτής εγράφησαν, χώρα άγνωστος εις τους Ευρωπαίους. Υπάρχουσιν εξ αυτών πολλοί, απολαμβάνοντες τον τόπον ημών αποτελούντα μέρος της άκρας Ανατολής (Extrême Orient), άλλοι νομίζοντες ότι η Ελλάς είνε ακόμη μέρος της Τουρκίας, και άλλοι πεποίθησιν έχοντες αδιάσειστον, ότι οι νέοι Έλληνες τρώγουσιν έτι διά των δακτύλων. Ήκουσα εν τη Εσπερία, ανθρώπους ερωτώντας με αν αι οικίαι ημών έχουσι παράθυρα, και είδον εν Αθήναις ξένους απορούντας ότι αι γυναίκες εξέρχονται ακωλύτως εις περίπατον. Ουδέν επομένως άπορον, ότι πιστεύονται ως επί το πολύ οι ο,τιδήποτε περί ημών γράφοντες ξένοι, και ότι τόσον ημείς τιμώμεν και ευλογούμεν τους υπέρ ημών γράφοντας.

* * *

Και τι δεν εγράφη υπέρ ημών κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους! Αν από χρόνου ήδη μακρού δεν είχομεν απομάθει

τον υπό βλεφάροις φοίνικ' ερύθημα προσώπου,

ως λέγει που ο Ευριπίδης, βαθείαν και οχληροτάτην έπρεπε να αισθανώμεθα εντροπήν, αναγινώσκοντες όσους ετόλμησαν και τολμώσιν έτι να γράφωσιν αίνους εις δόξαν ημών οι της Εσπερίας φιλέλληνες. Αλλ' ημείς ομοιάζομεν δυστυχώς τας ασχήμους εκείνας και ερωτοτρόπους γυναίκας, αίτινες ου μόνον ευκόλως πιστεύουσιν ότι είνε Ασπασίαι και Αφροδίται, όταν ακούωσι τούτο λεγόμενον υπό των μαλακοκολάκων, αλλά και θαυμάζουσιν ενδομύχως τους λέγοντας, ως ανθρώπους λεπτήν έχοντας την καλαισθησίαν και άπταιστον την παρατήρησιν. Η άκομψος και σκαιά κολακεία είνε προς τους νοήμονας πολύ πολλάκις επαχθεστέρα του ψόγου και της κατακρίσεως. Υπάρχουσιν όμως ρώθωνες, — και τοιούτους έχουσι δυστυχώς αι ρίνες αι νεοελληνικαί — οι ευαρέστως οσφραινόμενοι και αυτής της χονδροειδεστάτης κολακείας το πυκνόν και ασφυκτικόν θυμίαμα, χωρίς καν να πταρνίζωνται, πλήρη δε και αδιάσειστον έχοντες την πεποίθησιν, ότι ο υπ' αυτούς καιόμενος λίβανος είνε προσήκων και οφειλόμενος φόρος εις το τηλαυγές πρόσωπον, ούτινος έχουσι και αυτοί την τιμήν ν' αποτελώσι μέρος.

Οι ρώθωνες δε ημών ούτοι και η ιδιοσυγκρασία αυτών αποδεικνύουσι, πόσον δίκαιον είχεν ο Μολιέρος, ειπών ότι πάσαν αυθάδειαν και πάσαν μωρίαν δύναταί τις να καταστήση ευκατάποτον, καρυκεύων αυτήν εις κολακείαν.

Διά τούτο δε και ημείς ου μόνον δεν εντράπημεν ουδ' εντρεπόμεθα, ου μόνον δεν ηγανακτήσαμεν ουδ' αγανακτούμεν δι' όσα μωρά και ανούσια κολακεύματα σιτίζουσιν ημάς οι από της Δύσεως νεοφώτιστοι ημών φίλοι, αλλά και κομπάζομεν επ' αυτοίς και βρενθυόμεθα, και απορούμεν πολλάκις, πώς δεν γράφονται περισσότερα και θερμότερα υπέρ του περιουσίου λαού του Κυρίου, και θηρεύομεν αίνους και λιβανωτόν πάση δυνάμει και διά παντός μέσου, και γράφομεν επαιτούντες, και οδοιπορούμεν οδοιπορίας μακράς εις αναζήτησιν συμπαθειών και φίλων, κ' ευτελιζόμεθα εκλιπαρούντες ευνοίας και θωπεύματα, και χαίρομεν χαράν ανεκλάλητον, οσάκις κατορθώσωμεν να αυξήσωμεν δι' ευγενούς τινος νεοσυλλέκτου το τάγμα των φιλελλήνων, και δημοσιευθή που της Ευρώπης νέον άρθρον εις ύμνον των απογόνων του Περικλέους και της περικαλλούς αυτών χώρας.

Ποίος δε τότε και πόσος ο αλαλαγμός ημών και η αγαλλίασις!

Ο νέος και διαπρεπής της Ελλάδος φίλος αίρεται φυσικώ τω λόγω μέχρι τρίτου ουρανού, και πανηγυρίζεται όπως μας επανηγύρισεν. Η νοημοσύνη αυτού και η πολυμάθεια, η του καλάμου του δεινότης και των ιδεών αυτού η αδρότης και η δύναμις, ιδίως δε και προ πάντων η της κρίσεως αυτού ευμένεια και τα φιλελληνικά του αισθήματα — το κυριώτατον αυτού προσόν, — περιάδονται και διασαλπίζονται εν χορδαίς και οργάνοις, το δε κοινόν κροτεί τας χείρας, ή, αν βαρύνεται να πράξη τούτο, παρατρίβει καν αυτάς εξ ευχαριστήσεως, και κρατύνεται φρονούν ακραδάντως, ότι μέγα μέλλον έχει ο λαός ο τοιούτους έχων φίλους, ότι αδύνατον είνε να παρίδη εις τέλος η Ευρώπη την έντονον έκφρασιν της κοινής γνώμης, και ότι περιττή και ανωφελής θα ήτο οιαδήποτε εθνική του εργασία υπέρ βελτιώσεως της τύχης του, αφού περί τούτου μεριμνώσιν άλλοι . . . και μεγάλοι.

Τα ονόματα των νέων εκάστοτε δημοσιογραφικών προμάχων του ελληνισμού ταμιεύει ούτω ευγνώμων η ελληνική δημοσιογραφία, και η μνήμη αυτών αξιοί ευλόγως να καταλάβη θέσιν τιμητικήν εν τω μεγάλω καταλόγω των φίλων της Ελλάδος.

Ως προς τούτο δυνάμεθα καν να παρηγορηθώμεν, ως παρηγορούνται πολλάκις οι πάσχοντες, ακούοντες παρά των ιατρών ότι κληρονομικόν είνε το νόσημά των, και πειθόμενοι, ότι αν νοσούσι, τουλάχιστον δεν πταίουσι. Το ελάττωμα είνε προγονικόν· ουδ' ευρέθη τις μέχρι τούδε, ουδέ θα ευρεθή τις ίσως, ουδέ θα κατορθώση να μας πείση, αν ευρεθή,

ξενικοίς λόγοις μη λίαν εξαπατάσθαι, μηδ' ήδεσθαι θωπευομένους μήτ' είναι χαυνοπολίτας,

ως έλεγεν ο ποιητής των Αχαρνέων. Όπως δε οι παλαιοί του εκείνοι Αθηναίοι, ους

από των πόλεων οι πρέσβεις εξαπατώντες . . ιοστεφάνους εκάλουν, . . ευθύς διά τους στεφάνους επ' άκρων των πυγιδίων εκάθηντο,

ούτω και ημείς σήμερον ου μόνον πιστεύομεν όσα μας λέγουσιν οι τη μωρία ημών χαριζόμενοι ξένοι, αλλά και αλαζονευόμεθα επί τω πανηγυρισμώ, και ευθηνόν ευρίσκοντες των επαίνων το νόμισμα, προθύμως ανταποδίδομεν αυτό πολλαπλάσιον.

Μηδέ τις φοβηθή, ότι είνε δυνατόν να αμελήση η νεοελληνική ευγνωμοσύνη του προσήκοντος αντιπανηγυρισμού της ευρωπαϊκής φιλελληνικότητος. Περί την εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος είμεθα ακριβέστατοι, και την οφειλήν ημών αποδίδομεν έγκαιρον πάντοτε και έντοκον και δεκαπλήν. Αν δε — ό μη γένοιτο — λησμονήσωμεν ημείς ή οκνήσωμεν, ευκολύνουσιν ημάς εις το έργον, ενίοτε δε και μας αναπληρούσιν αυτοί οι φιλέλληνες φίλοι μας. Ο γράφων τας γραμμάς ταύτας είδεν, ουχί προ πολλού, αρθρίδια επαινετικά μεγάλου φιλελληνικού άρθρου, γεγραμμένα υπ' αυτού του φιλέλληνος συγγραφέως, και αποσταλέντα εις Αθήνας, όπως μεταφρασθώσι και δημοσιευθώσι διά του ελληνικού τύπου εις εγκώμιον του διαπρεπούς ημών φίλου.

Η μέθοδος, βλέπετε, τελειοποιείται βαθμηδόν, ως τελειοποιείται κατά τους χρόνους τούτους και προοδεύει πάσα βιομηχανία.

Β'.

Τα είδη των φιλελλήνων είνε ποικίλα και ανάλογα προς τας νεοελληνικάς ημών ανάγκας. Αλλά τα ακμαιότερα εξ αυτών είνε δύο· πολιτικοί φιλέλληνες, και φιλέλληνες λόγιοι. Έμποροι και βιομήχανοι φιλέλληνες δεν ανεπτύχθησαν εισέτι, ουδ' υπάρχει ελπίς ν' αναπτυχθώσιν εν τω μέλλοντι, ενόσω, τουλάχιστον δεν εξευρεθή τρόπος να τρέφεται η βιομηχανία και το εμπόριον δι' ευγνωμοσύνης και παρασήμων.

Οι φιλέλληνες πολιτικοί είνε οι αφθονώτεροι, διότι και αι ανάγκαι ημών αι πολιτικαί είνε πλειότεραι και σπουδαιότεραι των άλλων. Εννοείται ότι οι πλείστοι εξ αυτών ουδεμίαν απολύτως έχουσι καθαράν και ητιολογημένην συνείδησιν του φιλελληνισμού αυτών· αλλά τούτο είνε προς ημάς πάντη αδιάφορον. Ο μεν έγραψέ ποτε — αν δεν υπέγραψε μόνον — ολίγας υπέρ της Ελλάδος σειράς εν οιαδήποτε ευρωπαϊκή εφημερίδι, και ηυχήθη εκ μέσης καρδίας υπέρ της πληρώσεως των πόθων του ελληνισμού· ο δε προέπιεν εν συμποσίω υπέρ των Ελλήνων, ως μόνου εκπολιτιστικού στοιχείου της Ανατολής. Άλλος απηύθυνεν επιστολήν είς τινα των πολιτικών ημών ανδρών, γνώμην αποφαινόμενος, ότι εις ημάς μόνους ανήκει η κληρονομιά του Βυζαντίου· άλλος ενθουσιωδέστερος ελάλησεν από του κοινοβουλευτικού βήματος υπέρ της πολιτικής ζωτικότητος του έθνους ημών, και άλλος τέλος — κυβερνήτης αυτός ξένου Κράτους, ύψωσε την φωνήν αυτού υπέρ των απαράγραπτων ημών δίκαιων, ή διεβεβαίωσε καν απόστολόν τινα οιονδήποτε του ελληνισμού περί των προς την νέαν Ελλάδα θερμών αυτού συμπαθειών.

Πάντες ούτοι, κατά τας νεοελληνικάς εννοίας, ιδίως δε οι τελευταίοι, εκινήθησαν εκ πλατωνικού και μόνον έρωτος προς την Ελλάδα, εξ ενθουσιασμού ενδομύχου και διαπύρου προς την χώραν του Πλάτωνος και τους απογόνους του Μιλτιάδου, εκ πεφωτισμένης και αμερολήπτου εκτιμήσεως των αρετών αυτών. Ουδέν άλλο πλάγιον, πάτριον και ίδιον συμφέρον εκίνησε την γλώσσαν αυτών ή τον κάλαμον. Τουναντίον μάλιστα· πάσα οιαδήποτε σκέψις περί των συμφερόντων της ιδίας αυτών πατρίδος υπετάγη κατ' ανάγκην εις τους φιλελληνικούς της καρδίας των παλμούς. Άλλως πώς θα ήσαν φιλέλληνες;

Τοιούτος είνε ο πήχυς δι' ου μετρούμεν τον φιλελληνισμόν. Ανάλογοι δε προς τον πήχυν αυτόν είνε και αι ημέτεραι αξιώσεις.

Πώς; Είνε δυνατόν, είνε επιτετραμμένον, όταν ομιλή τις ξένος περί της νέας Ελλάδος και των νέων Ελλήνων, περί των κληρονομικών αυτών δικαιωμάτων και των εθνικών αυτών ελπίδων, να μη πλύνη πρώτον, κατά το δημοτικόν λόγιον, το στόμα του με ροδόσταμον;

Είνε δυνατόν, ασχολούμενοι περί της νέας Ελλάδος οι ξένοι, να λησμονώσιν, ότι η ευγενής αυτή και ένδοξος χώρα επότισε την βάρβαρον Ευρώπην τα νάματα του πολιτισμού, και ότι καθήκον επομένως έχουσι, καθήκον ευγνωμοσύνης ιερόν και απαράβατον, να εργασθώσιν υπέρ του μεγαλείου της;

Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε πολιτικόν άνδρα της αλλοδαπής, — εξ ανωτέρας, εννοείται, ηθικής και ποιητικής επόψεως εξεταζομένου του πράγματος, — να συλλογίζεται κατά πρώτον λόγον τα συμφέροντα της πατρίδος του και κατά δεύτερον τα της Ελλάδος, και να προτιμά τούτων εκείνα, αν τυχόν συμπέση να μη συμβιβάζονται;

Τοιαύται έννοιαι δεν χωρούσιν εις Έλληνος κεφαλήν, ουδέ δύναται ποτε ελληνική καρδία να παραδεχθή και επιτρέψη τοιαύτην πώρωσιν.

Διά τούτο απαιτούμεν να ενδιαφέρωνται υπέρ ημών οι ξένοι περισσότερον ή όσον ημείς αυτοί υπέρ εαυτών ενδιαφερόμεθα, να εργάζωνται υπέρ της πραγματοποιήσεως της εθνικής ημών ιδέας πολύ συντονώτερον ημών των ιδίων, να πράττωσιν εκείνοι πλειότερα όσων ημείς λέγομεν, και απλώς ειπείν να ήνε των Ελλήνων ελληνίστεροι.

Διά τούτο οσάκις ακούομεν ή αναγινώσκομεν τρεις λέξεις υπέρ ημών, τις οίδε πόθεν και πώς λεχθείσας ή γραφείσας, τις οίδε τίνα εχούσας σκοπόν ή κρυφίαν υπαγόρευσιν, ενθουσιώμεν ευθύς και αλαλάζομεν και πλαταγούμεν, και δράττοντες τα εθνικά ημών κατάστιχα ανοίγομεν αμέσως μερίδα εις τον νέον φιλέλληνα.

Συμβαίνει ενίοτε, — και ποσάκις μέχρι τούδε συνέβη! — να ανακαλύψωμεν βραδύτερον ότι ηπατήθημεν, η ευγενής δ' εκείνη φωνή, ην είχον έτι έναυλον τα πατριωτικά ημών ώτα, να σιγήση αίφνης αγενώς ή και ν' αλλάξη σκοπόν, γινομένη κατήγορος από υμνητού και επαινέτου.

Λυπούμεθα βεβαίως διά το εθνικόν ατύχημα, αλλά δεν ταραττόμεθα και πολύ. Ανοίγομεν και πάλιν το εθνικόν ημών καθολικόν, εγγράφομεν τον αποστάτην εις την μερίδα των μισελλήνων, και παραδίδομεν αυτόν εις τας αράς και το μίσος του έθνους.

Αν όμως συμβή το αντίστροφον! Αν, χάρις εις την παντοδύναμον ευγλωττίαν ειδικών τινων arguments sans replique ως έλεγεν ο Δον Βασίλειος, ακουσθή αίφνης ότι μετενόησαν αμαρτωλοί, και χρόνιοι εχθροί ετράπησαν εις φίλους, και ανταποκριταί φοβεροί παγκοσμίων εφημερίδων ανέμελψαν αίφνης το Ω σ α ν ά, ενώ χθες μόλις εκραύγαζον σταύρωσον, σταύρωσον αυτούς, ω! η αγαλλίασις ημών τότε ούτε λέγεται ούτε περιγράφεται. Μη δεν είπεν ο Χριστός, ότι «ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι ή επί ενενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες χρείαν ουκ έχουσι μετανοίας;»

* * *

Των λογίων φιλελλήνων το γένος δεν είνε μεν βεβαίως τοσούτον επίσημον ουδέ περιφανές, όσον οι πολιτικοί φιλέλληνες, αλλ' αφθονεί όμως επίσης και ακμάζει, αυξάνει δε διαρκώς διά των νέων προσηλύτων, ους βαπτίζουσιν εκάστοτε οι παρ' ημίν λόγιοι, ουχί πάντες βεβαίως, αλλ' εκείνοι ιδίως, εις ους απονέμουσι προχείρως ευρωπαϊκής αθανασίας διπλώματα οι της δύσεως σοφοί.

Αφ' ότου της εθελοφημίας η νόσος απέκτησε και παρ' ημίν ενδημικόν χαρακτήρα, οι δε λογογραφούντες Έλληνες ήρχισαν αλιεύοντες δόξαν από των τελευταίων σελίδων των εφημερίδων, και απ' αυτών έτι των γωνιών των οδών διά πολυχρώμων τοιχοκολλημάτων, ήνοιξε φυσικώ τω λόγω και η όρεξις αυτών, η δε φιλοδοξία των ωνειρεύθη άλλον ευρύν, ευρύτερον του ελληνικού ορίζοντα.

Do ut des, είπομεν τότε προς τους ξένους, όσοι εφαίνοντο ορεγόμενοι νεοελληνικής δόξης. Σας κηρύττομεν φιλέλληνας, — και ηξεύρετε πόσον μυρίπνουν και ιερόν είνε αυτό το όνομα — αλλά πρέπει να μας κηρύξετε και σεις μεγάλους συγγραφείς. Και το πράγμα έγεινε, και των αλλοδαπών φιλελλήνων λογίων η στρατιά πληθύνεται οσημέραι εις δόξαν και κλέος των νεοελληνικών γραμμάτων.

Διά τούτο δε βλέπομεν και αναγινώσκομεν καθ' εκάστην εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά ημών συγγράμματα, ότι ο δείνα σοφός, υπό των φιλελληνικωτάτων αισθημάτων εμπνεόμενος, εδημοσίευσεν εν τω δείνα ευρωπαϊκώ περιοδικώ επαινετικήν διατριβήν περί ταύτης ή εκείνης της νεοελληνικής συγγραφής· ότι ο άλλος εκείνος διάσημος φιλέλλην, ούτινος τόσον ευφήμως κατέστησαν γνωσταί αι περί την μεσαιωνικήν ή την νέαν ημών φιλολογίαν μελέται, μετέφρασεν εις την γαλλικήν ή γερμανικήν, ενίοτε και την δανικήν ή την ρωσικήν ή τις οίδε ποίαν άλλην ευρωπαϊκήν ή και σημιτικήν γλώσσαν, την τάδε πραγματείαν νεοελληνικού σοφού· ότι ο ονομαστός ελληνιστής και φιλόλογος Άλφα εμνημόνευσε μετ' επαίνων τούτου ή εκείνου του νεοελληνικού βιβλίου, και ότι η διαπρεπής εν τω κόσμω των γραμμάτων κυρία Βήτα απένειμε τον στέφανον της αθανασίας εις τούτο ή εκείνο το ποίημα.

Και ταύτα πάντα διαθρύπτουσι την εθνικήν φιλοτιμίαν ου μόνον των πολλών, οίτινες γνωρίζουσιν ίσως τα επαινούμενα έργα, αλλά και των ολίγων, οίτινες, πλην αυτών, γνωρίζουσι και τους επαινέτας. Αυξάνουσι δε ούτω και κορυφούνται αι εν τη νέα Ελλάδι φιλολογικαί επισημότητες, κλεϊζόμεναι υπό των αλλοδαπών σοφών, αυξάνει δε συγχρόνως και κραταιούται η ευγενής των λογίων φιλελλήνων τάξις, απαθανατιζομένη υπό των δι' αυτής απαθανατισθέντων.

Είνε αληθές — ας μείνη δε τούτο μεταξύ μας — ότι οι πλείστοι των κρινόντων και θαυμαζόντων ή και μεταφραζόντων έτι τα προϊόντα της νεωτέρας ημών φιλολογίας αλλοδαπών, έχουσι το ατύχημα να αγνοώσι την γλώσσαν ημών, ή να γνωρίζωσι καν αυτήν τοσούτον ατελώς, ώστε να διαφεύγωσιν αυτούς τα κάλλη των συγγραμμάτων άτινα πανηγυρίζουσιν. Αλλά τούτο ουδέν προς τάλφιτα. Η δουλειά μας να γίνεται, λέγομεν οι ευφυείς και επιτήδειοι ημείς, δουλειά μας δε είνε να υπολαμβανώμεθα εκ παντός τρόπου μεγάλοι και σημαντικοί, να έχωμεν κολάκων εσμόν και φίλων πλημμύραν, και οι φιλέλληνές μας να αγαπώσι πάντοτε τους Έλληνάς των.

* * *

Περιττόν ίσως θα ήτο μετά τα ρηθέντα να λεπτολογηθώσι τα έξοχα προτερήματα, άτινα κατά τας εννοίας ημών κοσμούσιν απαραιτήτως πάντα φιλέλληνα. Δεν βλάπτει όμως και το περιττόν, οσάκις χρησιμεύει μεν εις τελείωσιν της εικόνος, δύναται δε ίσως — τις οίδε — να στρατολογήση και νέους άλλους του ευγενούς αγώνος μαχητάς.

Πας φιλέλλην είνε εν πρώτοις και προ πάντων ευφυέστατος άνθρωπος. Αλλά τι σημαίνει τούτο και μόνον δι' ημάς τους Έλληνας, τους ευφυεστάτους των ανθρώπων; Θα ήτο το αυτό και αν ελέγομεν, ότι πας φιλέλλην έχει δύο οφθαλμούς και μίαν ρίνα. Δεν αρκούμεθα επομένως εις αυτό και μόνον. Οι φιλέλληνες είνε άνδρες μεγαλοφυείς, φαινόμενα έκτακτα εν τω διανοητικώ κόσμω των εθνών, υπάρξεις προνομιούχοι, ως λέγουσι σήμερον επί το ελληνογαλλικώτερον αι νεοελληνικαί εφημερίδες. Οι φιλέλληνες έχουσιν ευρείαν την διάνοιαν και μεγάλην την καρδίαν, υψηλόν το φρόνημα και το αίσθημα ευγενές.

Οι φιλέλληνες έχουσι τον νουν αυτών απρόσιτον εις πάσαν ιδέαν μικράν και ταπεινήν, τα δε στέρνα αυτών κεκλεισμένα προς παν αίσθημα αδικίας. Οι φιλέλληνες είνε και φιλελεύθεροι· ουδέ είνε δυνατόν να ήνε οπισθοδρομικοί, αφού είνε φιλέλληνες. Είνε προς τούτοις αναγκαίως και αναποδράστως άνθρωποι πολυμαθείς, ποτισθέντες τα νάματα της υγιούς παιδείας εν τη μελέτη των κλασικών μνημείων της προγονικής ημών φιλολογίας, άτινα κατανοούσι και εκτιμώσιν, εννοείται, κάλλιον παντός άλλου. Είνε πεφωτισμένοι λάτρεις του καλού, νοημονέστατοι και αδέκαστοι κριταί της αρετής και της αξίας, όντα ενί λόγω τέλεια και ιδανικά.

Και πώς άλλως; Μόνον τοιούτοι άνθρωποι δύνανται να ήνε φίλοι μας.

* * *

Οι δε μισέλληνες;

Οι μισέλληνες είνε πολλοί. Πολύ πλείονες δυστυχώς των φιλελλήνων, διότι είνε πάντες οι μη φιλέλληνες.

Τούτους μεν κατορθούμεν οπωςδήποτε ν' αριθμώμεν, διότι τους ακούομεν· τους αναγινώσκομεν, τους γνωρίζομεν, τους θυμιώμεν και τους λατρεύομεν. Αλλά τους δυστυχείς εκείνους παρίας, ων η πεπωρωμένη καρδία ουδέποτε έπαλεν υπέρ της Ελλάδος και των Ελλήνων, ων ουδέποτ' εξέφυγε τα χείλη κ α λ ό ς λ ό γ ο ς υπέρ ημών, πού να τους μάθωμεν ίνα τους αριθμήσωμεν;

Ακούομεν τους κατακριτάς ημών και κατηγόρους, τους εξ οιουδήποτε λόγου μη θελήσαντας να δρέψωσι δάφνας εκ του φιλελληνικού λειμώνος, τους υπολαβόντας εκ κακίας ή συμφέροντος οιουδήποτε, εκ γνώσεως ή εξ αγνοίας, ότι ουδεμιάς συμπαθείας ή ενδιαφέροντος είμεθα άξιοι, τους εξευτελίζοντας και προπηλακίζοντας ημάς. Γνωρίζομεν εκείνους, οίτινες μας εγνώρισαν κ' ετόλμησαν να μας χαρακτηρίσωσιν ως φυλήν πτωχαλαζόνων επαιτών, φλυαρούντων μεν αγερώχως περί των προγονικών αρετών και μασσώντων αδιακόπως τας δάφνας των πατέρων των, ως οι Αμερικανοί τα φύλλα του καπνού των, αλλά τεινόντων συγχρόνως την χείρα προς τον έλεον της Ευρώπης και εκλιπαρούντων τον οβολόν των ισχυρών, απαράλλακτα ως πολλοί των μεγάλων ημών αγωνιστών απόγονοι τείνουσι διαρκώς την χείρα προς τον δημόσιον προϋπολογισμόν, καυχώμενοι ότι είχον την δόξαν να γεννηθώσι παρ' ανδρών αποθανόντων υπέρ της πατρίδος.

Αλλά οι τοιούτοι κατακριταί ημών και κατήγοροι είνε ολίγοι και ευάριθμοι, ουδ' είνε δυνατόν να μας αρκέσωσι. Τι σημασίαν θα είχαμεν, αν τόσον ολίγους μόνον είχαμεν εχθρούς; Εχθροί μας επομένως, τουτέστι μισέλληνες, είνε όχι μόνον εκείνοι, αλλά και πάντες όσοι μας αγνοούσι και αδιαφορούσιν εντελώς περί ημών. Οι προπάτορες ημών οι παλαιοί έλεγον εν αυταρκεία γνησίως ελληνική: πας μη Έλλην βάρβαρος, και είχον ίσως δίκαιον κατ' εκείνους τους χρόνους. Ημείς, οίτινες δεν τολμώμεν έτι να φθάσωμεν έως εκεί, αρκούμεθα εις την παρωδίαν του παλαιού λογίου, και λέγομεν απλούστερον: πας μη φιλέλλην μισέλλην.

Είνε δυνατόν, λέγομεν, να αγνοή τις σήμερον την νέαν Ελλάδα και τους νέους Έλληνας, εκτός αν το κάμνη επίτηδες; Είνε επιτετραμμένον εις οιονδήποτε καθώς πρέπει άνθρωπον να μη μας γνωρίζη, δηλαδή να μη μας επαινή; Και τι λοιπόν άλλο, ή εχθροί της Ελλάδος πρέπει να ονομασθώσιν οι αμαθείς και βάρβαροι, οι απαίδευτοι και ανόητοι εκείνοι, οι νομίζοντες ότι είνε ποτέ δυνατόν να γείνη οιοσδήποτε περί αυτών ονομαστί λόγος, χωρίς αυτοί να λαλήσωσι περί των νέων Ελλήνων;

Ούτω δε πάντες οι δυστυχείς αυτοί θνητοί, οι περί πολλά ίσως άλλα ασχοληθέντες και διακριθέντες και εν τη πατρίδι αυτών ευφήμως μνημονευόμενοι, αλλ' αμαρτήσαντες όμως το θανάσιμον αμάρτημα να μη ανησυχήσωσι περί ημών, κατατάσσονται εις των μισελλήνων το τάγμα, και αυξάνουσιν αυτό εις στρατιάν πυκνήν και μεγάλην.

Και τους χαρακτηρίζομεν μεν ευλόγως πάντας αυτούς όπως τους πρέπει, και αγανάκτησιν αισθανόμεθα πατριωτικήν διά τον μισελληνισμόν των, αλλά, τι τα θέλετε; η αγανάκτησις ημών μετέχει πως και υπερηφανείας. Οργιζόμεθα μεν ότι αδιαφορούσι περί ημών, ως οργίζεται η ερωτότροπος γεροντοκόρη παρερχομένη ενώπιον απαθών ομμάτων και ουδέν ακούουσα θαυμαστικόν επιφώνημα, αλλά παρηγορούμεθα όμως, ως εκείνη, ενδομύχως, πεποίθησιν έχοντες ασφαλή, ότι οι ούτω προσφερόμενοι κινούνται τις οίδεν έκ τινος ταπεινού αισθήματος φθόνου ή κακίας, και κομπάζομεν διά το πλήθος των εχθρών ημών, αναλογιζόμενοι θυμοσόφως, ότι μόνον οι μέγα σημαίνοντες έχουσι πολλούς εχθρούς, διότι

εις ταπίσημα ο φθόνος πηδάν φιλεί.

* * *

Εννοείται ότι δεν υπάρχει λέξις δυσώνυμος ην δεν εκολλήσαμεν εις την ράχιν των κακών αυτών ανθρώπων, και ότι μόνον ίσως το ευρωπαϊκής φήμης απολαύον υβριολόγιον του Κ. Κόντου θα ήρκει εις προσήκουσαν έκφρασιν των αισθημάτων, άτινα προξενεί εις τας πατριωτικάς των Ελλήνων καρδίας η μοχθηρία των μισελλήνων. Εκείνους μάλιστα, όσοι μη αρκούμενοι εις περιφρονητικήν αδιαφορίαν, ελέγχουσιν ημάς ασυστόλως και κατακρίνουσι και κατηγορούσιν, εκείνους οίτινες υποτιμώσι το παρόν και καταστρέφουσι το μέλλον του ελληνισμού, ω! αυτούς τους πνίγομεν βεβαίως, αν πέσωσι ποτε εις τας χείρας μας.

Τους πνίγομεν εν εθνικώ συλλαλητηρίω, και αμφίβολον είνε αν θα ευρεθή κατά την μεγάλην εκείνην και ιεράν στιγμήν Έλλην άνθρωπος, όστις να εγείρη την φωνήν αυτού υπέρ των θυμάτων, υπεραπολογούμενος αυτών οπωςδήποτε ενώπιον της εξωργισμένης εθνικής ημών συνειδήσεως.

Και όμως — εντρέπομαι αληθώς και καλύπτω το πρόσωπον διά των χειρών μου, πριν εκστομίσω την βλασφημίαν — και όμως εις τους εχθρούς ημών και τους κατηγόρους οφείλομεν οι νέοι Έλληνες πολύ πλείονα ή εις τους ξένους φίλους και κόλακας.

Αν έχομέν τι σήμερον αγαθόν, — και έχομεν ολίγα, μάρτυς μου ο θεός — , αν κατωρθώσαμέν τι άξιον λόγου αφ' ης ανεγεννήθημεν, οι μισέλληνες ημών εχθροί είνε οι κύριοι αυτού εργάται και οι λόγοι των οι πικροί. Αυτοί μας εξώργισαν και μας δυσηρέστησαν, αλλ' αυτοί και επαίδευσαν και εσωφρόνισαν ημάς.

Στομάχους αργούς και αρρώστους δεν ιαίνει αφέψημα γλυκυρρίζης, αλλά πικρά κασία και άψινθος. Έχομεν δε δυστυχώς ασθενείς και παραλύτους τους διανοητικούς ημών στομάχους, οσαδήποτε και αν μεγαλορρημονούμεν εν ώραις πατριωτικής αυταρκείας

αυτός αυτού κόλαξ έκαστος ων και πρώτος και μέγιστος,

οσαδήποτε και αν ψάλλωσιν εις ήχον τρίτον οι των αθηναϊκών τριόδων κομπολακύθαι και οι των ευρωπαϊκών αγορών φιλέλληνες.

Ουδέν ποτε εκερδήσαμεν, ουδ' αγαθόν εμάθομεν ουδ' απεμάθομεν κακόν παρά των ευμενών ημών αλλοδαπών φίλων. Ενανουρίσθημεν υπ' αυτών εν τη νάρκη του μεγαλοπρεπούς ημών ύπνου, και ετανύσαμεν εν οκνηρία τας κνήμας ημών και εχασμήθημεν προ του θάλπους του ηλίου της προγονικής ημών δόξης. Αλλ' ουδέν άλλο.

Οι εχθροί ημών, οι μοχθηροί και κακότροποι μισέλληνες μας επετίμησαν, είν' αληθές, και μας εκακολόγησαν, μας επροπηλάκισαν πολλάκις και μας εξηυτέλισαν, αλλ' η μάστιξ των λόγων αυτών παρήγαγεν επί της νωθράς και πλαδαράς ημών σαρκός οίον παράγει αποτέλεσμα η υπό της θεραπευτικής παραγγελλομένη ενίοτε μαστίγωσις των εξηντλημένων γεροντίων. Εκραυγάσαμεν εξ οδύνης υπό τας πληγάς, κατηράσθημεν τους μαστιγούντας, και διεμαρτυρήθημεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά της αδικίας και βαρβαρότητος· αλλ' εξήγειραν όμως και εσωφρόνισαν και ωκοδόμησαν ημάς οι παιδεύοντες, ευηργέτησαν δε αναντιρρήτως οι υβρίζοντες και εξουθενούντες.

Αδύνατον είνε οι αναγινώσκοντες τας γραμμάς ταύτας να μη ενθυμώνται, ότι και επηνέθησαν πολλάκις και κατεκρίθησαν. Παραδέχομαι δε προς χάριν των, ότι και δικαίως πάντοτε επηνέθησαν και αδίκως κατεκρίθησαν· αδιάφορον. Θα συνομολογήσωσιν όμως μετ' εμού, εν πάση ειλικρινεία, συνειδήσεως, ότι από των κατακρίσεων ιδίως εκαρπώθησαν όσα, τους επαινέτας πιστεύοντες, επελάμβανον κεκτημένα.

Το κατ' εμέ τουλάχιστον, και εξομολογούμαι τούτο εν πάση σπουδαιότητι, ουδέν ποτε εδιδάχθην ουδ' ωφελήθην από των φιλικών επαίνων, πολλά δε τουναντίον οφείλω εις τας εχθρικάς κατακρίσεις, και αυτάς τας από δυσμενεστάτης γνώμης.

Πότε θα εννοήσωμεν πάντες, ως έθνος, ότι οι μισέλληνες ημών εχθροί μας ωφελούσι πλειότερον των φιλελλήνων ημών φίλων; Πότε δε τέλος θα παύσωμεν διακρίνοντες τους περί ημών λαλούντας ή μη λαλούντας εις τας δύο εκείνας μεγάλας τάξεις, περί ων έλεγον αρχόμενος του λόγου; Πότε θα μάθωμεν ότι μόνη η αλήθεια σώσει ημάς;

Μόνον όταν παύσωμεν ημείς αυτοί προς εαυτούς καταψευδόμενοι και τας σκιάς των προγόνων περισαίνοντες· μόνον όταν αισθανθώμεν ότι είμεθα μικροί υιοί πατέρων μεγάλων, και ότι χειρίστη δίαιτα προς αύξησιν ημών και ανάρρωσιν είνε η δίαιτα εκείνη, ην θαυμασίως ωνόμαζεν ο Πλάτων οψοποιϊκήν κολακείαν.

ΣΥΡΜΟΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ; (15)

Εσπέραν τινά του παρελθόντος Ιουνίου επέστρεφον αργά εις την πόλιν από μακρυνού περιπάτου. Δεν ήμην μόνος· αγαθός φίλος, ον είχον συναντήσει μονήρη πλανώμενον πέραν των κήπων των Πατησίων, επέστρεφε μετ' εμού. Η εσπέρα ήτο αστροφεγγής και γλυκεία. Ασθενής αλλά δροσώδης ανέβαινε πάντοτε από του Φαλήρου η αύρα του Σαρωνικού, ο γρύλλος ετερέτιζε μελαγχολικώς την μονότονον αυτού ωδήν υπό τα ξηρά χόρτα, και μακρόθεν, πού και πού, ως σβεννυμένη απήχησις, έφθανεν εις τας ακοάς μας το άσμα πλανήτιδος αηδόνος, μάτην ίσως αναζητούσης δροσερόν καταφύγιον εις τους κήπους της ωραίας εξοχής, ην οι φιλόκαλοι νάξιοι κηπουροί μετέβαλον βαθμηδόν εις κριθοσπάρτους αγρούς και φυτώριον χρυσομήλων.

Η λεωφόρος ήτο ευτυχώς έρημος περιπατητών, και η κυκλούσα γοητευτική ερημία εβράδυνε το βήμα ημών χωρίς να το θέλωμεν. Επεριπατούμεν ως άνθρωποι προσπαθούντες να παρατείνωμεν μάλλον ή να συντάμωμεν τον δρόμον, κ' εβαίνομεν εφ' ικανόν σιωπώντες, αναλικνίζοντες ρυθμικώς δι' εκατέρας των χειρών τους πίλους ημών και τας ράβδους, και αναπνέοντες δι' απλήστων πνευμόνων την δρόσον της ελαφράς αύρας, ήτις μόλις εσάλευε το φύλλωμα της γηραιάς και ραχιτικής δενδροστοιχίας της οδού.

— Κύτταξε, τι ερημία! είπον τέλος, λύων εγώ πρώτος την σιωπήν. Περίεργον πράγμα, να μην ήνε ψυχή γεννητή αυτήν την ώραν εις τον ωραίον αυτόν περίπατον, ενώ άλλοτε ήσαν γεμάτα τα πεζοδρόμιά του, και όταν ακόμη έκαιεν ο ήλιος και έπνιγεν ο κονιορτός.

— Διατί σου φαίνεται το πράγμα περίεργον, απήντησεν ο φίλος μου, ενώ τουναντίον είνε, νομίζω, φυσικώτατον. Την ποιητικήν ερημίαν ολίγοι αγαπούν, διότι ολίγοι αισθάνονται τα θέλγητρά της. Οι πολλοί προτιμούν τον κόσμον, το πλήθος, τον θόρυβον· και δι' αυτό αυτήν την ώραν, αντί να έλθουν εδώ να ιδούν σε ή εμέ, ή πιθανώτερον κανένα, και ν' ακούσουν τον γρύλλον, πηγαίνουν καλλίτερα εις το θέατρον των Ολυμπίων ν' ακούσουν τας Δύο Ορφανάς, εις το Φάληρον ν' ακούσουν την μουσικήν της Victorieuse και ολίγην κακολογίαν, ή και εις το Άντρον των Νυμφών εν εσχάτη ανάγκη, να ιδούν τον Καλλίστην. Υποθέτεις άρα γε, ότι εις άλλον τόπον είνε τα πράγματα διαφορετικά;

— Όχι βέβαια εντελώς, αλλά κάπως· αλλού, και το ηξεύρεις ως το ηξεύρω, υπάρχει μεγάλη του κοινού μερίς, ήτις κάμνει ό,τι λέγεις, διότι ο συρμός είνε φοβερός δεσπότης, και το κράτος του θα ήτο μηδενικόν, αν οι άνθρωποι δεν παρηκολούθουν ο είς τον άλλον· υπάρχουν όμως και άλλοι, ολιγώτεροι βεβαίως, αλλ' αρκετοί πάντοτε, οι οποίοι νομίζουν ότι ημπορούν να διασκεδάσουν, έστω και αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ χιλίων ή δισχιλίων ομοίων των, και των οποίων την τέρψιν δεν αποτελεί απαραιτήτως η ακρόασις παραφώνου άσματος ή το θέαμα της αλευρωμένης μορφής προστύχου γελωτοποιού.

— Εδώ, εις τας Αθήνας, είνε αυτοί πολύ ολιγώτεροι, ή μάλλον είνε πολύ ολίγοι. Ιδού η μόνη διαφορά.

— Α! εφώνησα ευχερώς θριαμβεύων. Είμεθα σύμφωνοι. Αλλά διατί τόσον ολίγοι; Τόσον άρα γε εξηπλώθη και εις τον τόπον αυτόν το εκπολιτιστικόν κράτος του συρμού, ώστε να μη τολμώμεν πλέον και να διασκεδάσωμεν παρά τους κανόνας και τας απαιτήσεις του;

— Δεν ηξεύρω, υπέλαβεν εκείνος μετά τινα δισταγμόν, τι να σου απαντήσω. Μου γενικεύεις πολύ το ζήτημα, και θα πέσωμεν εις θεωρίας κοινωνιολογικάς, αι οποίαι, προκειμένου περί της ιδικής μας κοινωνίας, δεν μου είνε, σου τ' ομολογώ ειλικρινώς, ούτε παρήγοροι ούτε ευάρεστοι.

— Αδιάφορον· αν θέλη κανείς σήμερον να ομιλή μόνον περί πραγμάτων ευαρέστων και παρηγόρων, πρέπει να σιωπαίνη.

— Αι, τότε . . . . ας ήνε! απήντησε μειδιών ο συνοδός μου. Διατί όμως προ μικρού μου ωνόμασες το κράτος του συρμού εκπολιτιστικόν; Μήπως ταυτίζεις συρμόν και πολιτισμόν; Το κατ' εμέ δεν το παραδέχομαι, τουλάχιστον διά την αθηναϊκήν κοινωνίαν.

— Πώς δηλαδή; Δεν παραδέχεσαι συ συρμόν του πολιτισμού;

— Βεβαίως τον παραδέχομαι· αλλά παραδέχομαι και κάτι άλλο· παραδέχομαι και πολιτισμόν του συρμού· παραδέχομαι δε και κάτι περισσότερον ακόμη· ότι ημπορεί κανείς εξαίρετα να ήνε πολιτισμένος, χωρίς ν' ακολουθή τον συρμόν, και τουναντίον, ημπορεί ν' ακολουθή πιστότατα τον συρμόν, χωρίς ν' αποδεικνύη τούτο ότι είνε πολιτισμένος. Εις αυτήν δε την τελευταίαν κατηγορίαν νομίζω ότι κατατάσσεται το πλείστον μέρος της ιδικής μας κοινωνίας, εκείνης, εννοώ, η οποία θέλει να φαίνεται πολιτισμένη.

— Φρονείς λοιπόν, υπέλαβον, ότι είνε δυνατόν να υπάρξη που πολιτισμός χωρίς συρμόν, ή συρμός χωρίς πολιτισμόν;

— Βεβαιότατα. Απόδειξις του πρώτου πολλαί πόλεις της Γερμανίας· απόδειξις του δευτέρου η πόλις των Αθηνών.

— Αλλά τότε λοιπόν αρνείσαι, ότι ο συρμός είνε προϊόν του πολιτισμού;

— Διόλου δεν το αρνούμαι.

— Αλλά τότε . . .

— Μη βιάζεσαι· ηξεύρω τι θέλεις να ειπής. Πώς είνε δυνατόν οι Αθηναίοι να έχουν συρμόν και να ήνε πιστοί του λάτρεις, χωρίς να έχουν αληθή πολιτισμόν; Πώς γίνεται να έχουν το προϊόν του, χωρίς να έχουν εκείνον; Τούτο δεν ήθελες να ειπής;

— Ακριβώς.

— Απλούστατον. Ο συρμός των Αθηναίων εισάγεται εκ της αλλοδαπής· ούτε αυτοφυής εδώ είνε, ούτε προϊόν εγχωρίου καλλιεργείας. Όπως πίνομεν τέιον χωρίς να καλλιεργώμεν το φυτόν του, όπως φορούμεν βελούδα χωρίς να τα κατασκευάζωμεν, τοιουτοτρόπως έχομεν και συρμόν χωρίς να τον παράγωμεν. Ας ήνε καλά η ευάριθμος εκείνη ομάς των λεγομένων πολιτισμένων ή φιλοπροόδων, ως τους εβάπτισεν η εφημερίς των, οι οποίοι φροντίζουν να κάμνουν εγκαίρως την προμήθειάν των από το εξωτερικόν χάριν των εγχωρίων καταναλωτών, και να εξοδεύουν το περιζήτητον εμπόρευμα όχι μόνον προς ίδιον κέρδος, αλλά και προς ωφέλειαν ψυχοσωτήριον της πολυαρίθμου πελατείας των.

— Θα μου επιτρέψης όμως μίαν παρατήρησιν.

— Όσας θέλης· το θέμα είνε άξιον συζητήσεως, και πολύ διασκεδαστικόν· αφού δε το ηρχίσαμεν άπαξ, ας το εξαντλήσωμεν όσον το δυνατόν. Λέγε.

— Αφού λέγεις, ότι οι εισαγωγείς αυτοί του ξένου συρμού έχουν τόσον πολυάριθμον πελατείαν, ότι μ' άλλους λόγους όλος σχεδόν ο κόσμος εις τας Αθήνας ακολουθεί τον συρμόν, παρεδέχθης δε ήδη προ ολίγου, ότι υπάρχει πολιτισμός τις του συρμού, διατί δεν παραδέχεσαι, ότι οι Αθηναίοι είνε πολιτισμένοι;

— Διότι, όταν λέγω πολιτισμένος περί ανθρώπου οιουδήποτε ή περί λαού, δεν εννοώ τον πολιτισμόν αυτόν του συρμού, τον οποίον μου ενθύμισες, τουτέστι δεν εννοώ την επιφάνειαν, ούτε το φόρεμα, ούτε τον τρόπον του χαιρετισμού, ούτε το κόψιμον των μαλλιών, ούτε το σχήμα της μύτης των υποδημάτων. Όλα αυτά είνε προσωπείον εύμορφον, το οποίον, ως όλα τα προσωπεία, δεν καλύπτει πάντοτε και εύμορφον πρόσωπον. Όλα αυτά αγοράζονται προχείρως δι' ολίγων κερμάτων, και είνε εις την διάθεσιν του πρώτου ξυλοσχίστου, όστις νομίση φιλοτιμίας ζήτημα να καταβάλη το αντίτιμόν των εκ του περισσεύματός του ενίοτε, ή πολύ συχνότερα εκ του υστερήματος αυτού. Υποθέτει βεβαίως αυτός — και διά τούτο το κάμνει, — ότι τοιουτοτρόπως πολιτίζεται, εξευγενίζεται, ως λέγει, και θαυμάζει ίσως ενδομύχως πόσον εύκολος είνε ο πολιτισμός. Αλλά πολιτισμός είνε αυτό; Είνε αυτό μαρτύριον επαρκές της μορφώσεως εκείνης του νου, του εξευγενισμού εκείνου της καρδίας, της ημερώσεως εκείνης των ηθών, τα οποία όλα ομού είνε απαραίτητα συστατικά στοιχεία του αληθούς πολιτισμού;

Ομολογώ, ότι δεν ετόλμησα να απαντήσω, ουδέ ηθέλησα να διακόψω καν τον συνοδόν μου, ούτινος κατεφέρετο ήδη ζωηρότερος ο λόγος και βιαιότερον ανεπάλλετο η ράβδος.

— Και είνε δυνατόν, εξηκολούθησε, να ονομασθή μία κοινωνία πολιτισμένη, απλώς και μόνον διότι έχει γαλλικόν θέατρον, ή διότι συγκροτεί χορούς εις τα ξενοδοχεία, ή διότι παίζει Croquet και Rally Papers, ή διότι απέκτησεν ιπποδρόμια και λεμβοδρομίας, ενώ υπάρχουν μεταξύ αυτής άνθρωποι, και είνε οι περισσότεροι δυστυχώς, οι οποίοι καίουν τα δάση διά ν' αποκτήσουν χόρτον τα πρόβατά των, και λατομούσι την Πνύκα διά να κτίσωσιν αχυρώνας; οι οποίοι αποσπώσι τους τρυφερούς κλάδους των δενδρυλλίων της οδού διά να μαστίσωσι τους όνους των και ρίπτουσι τα καθάρματα των οικιών αυτών προ της θύρας των διά να ευωχώνται οι ανέστιοι σκύλοι της γειτονίας; οι οποίοι αποκαθηλούσι τα καθίσματα των πλατειών, και χύνουσιν από τα παράθυρα τα ρυπαρά των ύδατα επί της ράχεως των διαβατών, και σχίζουσι με τα μαχαίριά των τα καθίσματα των αμαξών του σιδηροδρόμου; Ή μη τυχόν είνε δείγμα πολιτισμού το να ραπίζωσι τους ανθρώπους οι φρουροί της δημοσίας ασφαλείας, ή το να εισέρχωνται έφιπποι αξιωματικοί εις τα ύπαιθρα καφενεία, ή το να θηρεύωνται κατά τον χρόνον της επωάσεως τα πτηνά, διά το Μουσείον δήθεν και δυνάμει επισήμου αδείας της αρχής, ή το να καίωνται το Πάσχα αι Αθήναι από τα σμπάρα των αντάμιδων;

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings