Front matter (continued 5)
Reading edition
Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν αυτήν μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν των κατηγόρων της Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της Αγγλίδος, και της επώλησεν έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο σιδηρόδρομος δεν λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την δυσάρεστον ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς, μυθολογούσα τοιαύτα πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής άξιον το να πληρόνωνται οι λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και εν τω ακράτω της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον ουρανό φεγγάρι εν πλήρει μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν υποθέση τις, δεν έχει άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi guardo io, ούτε η άλλη εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.
Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση εις την ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν εδημοσιεύθη ακόμη αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και από βάθους καρδίας εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το ποτήριον τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της Ελλάδος, ουδέ παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και εις βάρος της.
Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας ξεσκεπάζουν αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και συμφωνώ με τους Ιταλούς, οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι ταλαίπωροι Έλληνες επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα πολλών φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και ομοιάσαμεν πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά των πολλών της φιλημάτων εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν τοιούτοι φίλοι. Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την κυρίαν F. Ε. Μ.
Η'.
Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879
Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα τι να σου γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω, της απαριθμήσεως των άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως ο αφελής εκείνος δήμαρχος, όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε πυροβολισμούς επί τη ελεύσει του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση ταπεινότητι, ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα της βασιλικής.
Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν σου επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον, πολύ περισσότερον και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν, δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, την οποίαν μου έγραψες. Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά σου καρδία προς την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των Αθηνών εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν ευχαρίστησιν τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την Μείζονα Λίμνην εις την Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον να καταρασθής τα πυκνά του κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ' ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας και του Αϋρόλου, θα ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου Ξενοδοχείου της Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα εγώ εν μέσω των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην βέβαια με μειδίαμα ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των ιδικών σου διασκεδάσεων και τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, επί των οποίων έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου παρέλειψες, όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46 καμπάς μόνον εντός της κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν της οδού εστιβασμένην εξ αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις θάλλει επί του φυτικού χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της επιφανείας των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί τας μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και προσηνείς σκύλους του ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα λάβωσι μικράν μερίδα του προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων ενδυμασίας, ούτε την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα, ούτε . . . . ούτε τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον μου, και να μου καταστήση αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε φιλικόν αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα κρίσεως, ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση βεβαίως, διατί εταξείδευες εις την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των Άλπεων, ότε η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του Συντάγματος;
Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς μας διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην την πρέπουσαν μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν πρόκειται, όσον και αν προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι σάλον κοινοβουλευτικόν, ως λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή συνεκάλεσε την βουλήν, η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έδωκε την παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη ότι είχε και πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έστειλε την βουλήν όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; ολίγον, αναντιρρήτως· κ' εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε σπουδαία· αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα περίπου χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της οκταημέρου εκτάκτου συνόδου της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les pots cassés. Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας διεσκέδασεν αυτήν την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα και εις τα ολίγα, αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν ελλείψει χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά αυτή διασκέδασις ημών των μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την κοσμοπολίτιδα, σου διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν θέλης, εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών του ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην του Άρεως προς την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των φονικών του βλεμμάτων ευρέθη κόρη τις απλή και άκακος, δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν οίκον, όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το τύπτω τύπτεις του διδασκάλου πατρός της, — ίσως δε και να το αισθάνεται ενίοτε, παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των Αθηνών) οικίσκον, όπου, αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί του βαρέος εκείνου ελληνικού ρήματος.
Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε τον παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των δύο περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της εξουσίας όργανα — όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν τον νεαρόν Άρην να παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το ερωτικόν, ενθυμούμενον και αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του Ξαβιέρου του Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και εδήλωσεν εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ' ουδένα τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των κλητήρων, εις μάτην αι επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως της κωμωδίας, προσαγορεύων από του εξώστου του ερωτικού του φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και δυναμίτιδα και πυρ και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον λαιμόν της ερωτικής του περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . πριν ή ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν αυτοκτονήσει διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα, εννοείς, εφάνη κάπως σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον τον ήρωα. Το περιεστώς πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν και κάπως το εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων, οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα από την παράστασιν του Άμλετ εν τω Απόλλωνι και του Ορφέως εν Φαλήρω. Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του πεζοτάτου μέσου της πείνης. Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των δύο περιστερών, και περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων γειτόνων, οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον, ούτε Βουλήν, ούτε πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή γνώμη απήτει την αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι, αδιάφορον — θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις την εξ εφόδου άλωσιν της ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα νόμιμα του πολέμου, η εις παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο ήρως εξελθών εις τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις παντομίμα, καθ' ην εκείνος μεν προσήγαγε την σπάθην του εις τον τράχηλον εκείνης, εκείνη δε έκλεισεν εν ερωτική εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα εις την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε πρόσφορον να φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι στρατιώται δεν ενόμισαν αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο ήρως εξηκολούθει χειρονομών από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων πάντοτε την σπάθην του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη του και προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις τον οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον συλλάβωσι, προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την οδόν . . . τίνα υποθέτεις; την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς εις παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε διεσκέδασεν η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον κάμουν τον παράδοξον αυτόν ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν έζων αλλού, θα το ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.
Θ'.
Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879
Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον εξετάθη, ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον εβδομαδιαίον μου λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος καθυστερούντων, άτινα σπεύδω να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον φορολογουμένους ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα περίπου . . . εκατομμυρίων.
Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την οποίαν απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι τώρα, τις μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική κατήντησε σήμερον θόρυβός τις ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και μόνον ότι πληρόνεται ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον φοβερόν αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής συναυλίας την οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού απέκτησαν operette ως οι Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και Damenorchester ως η Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς επιδήμους, οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις την κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και αυτοί τα φειδωλά κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται αρπισταί της Μεσσήνης και του Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους λοιπούς των στεφάνους. Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των κερμάτων, όσον και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών, διότι . . . die kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα ανέγνωσες βέβαια εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το παρελθόν ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν οι μάρτυρες. Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε μαρτύριόν μου διήρκεσε δύο περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως «Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το μαρτύριόν μου είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον αποσυρθή εις τα μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν διά της παραβολής την φωνητικήν ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία δεν υπερέβη την ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, συγχεομένου μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.
Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά πάθους πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα τόξα των επί των χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών ρέμβη δεν εταράσσετο· εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα ευχαριστημένοι. Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να βεβαιώση την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία μας εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την κεφαλήν οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε καθόλου της μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την παράδοξον εκείνην και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή εγγαστρίμυθου.
Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον εκείνον και φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την χορείαν του δωδεκαθέου τας ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον ενθυμείσαι βέβαια· τον εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον ακράδαντον στόλον του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν τότε ως Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω και εφέτος, ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον να καρυκεύση τα μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων των θεατών. Ήλθε λοιπόν και πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς του 1871. Πόσον όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο ταλαίπωρος! Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και αυτοί νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του πατρός ανδρών τε θεών τε, οίτινες επένθουν άλλοτε εν ερημία την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις εντάμωσιν εκείνων, και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, βαρεία μεν ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην αυτών, ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν η απαισία είδησις, ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος, ούτινος το παρελθόν καν μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη από του χαρτίνου του Ολύμπου εις τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη! Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής προς το φοβερόν αυτό δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον του violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το violon του Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και διά τον δυστυχή Lavergne ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη, φαίνεται, θεός τις από μηχανής ισχυρότερος του Διός, και απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και πάλιν, μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.
Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον τρεχούμενον, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία είνε σήμερον η πλέον τρεχούμενη διασκέδασις (μεταφράζω κατά τον συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή μου. Συ δεν γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly, φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, πολύ πολύ όμως εύμορφη, και πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να εννοήσης δε πόσον είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί να σου αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, — ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, — δεν ηδυνήθη να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας τορνευτάς κνήμας της Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον αιδήμων γείτων μου είνε τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι πολλάκις είδε και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς ευωδίας του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή εγκατεστάθη εφέτος εις έν των επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και μετέβαλον, ως λέγει ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις άλλα Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα οποία αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς, και διά του απλού αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν τους ακροατάς της, ώστε ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών, και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, και Γιαννούλα — είνε η σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου γράψω — και αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους — ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη θέσιν παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως τέρψιν. Το κύριον δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το εμμελές και αρμονικόν των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος τέχνη. Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της. «Έπιε νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος εκείνος φίλος μου, και νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί καθ' εσπέραν ο ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των Αθηνών. Αι φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι ανθοδέσμαι δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly, ήτις ουδεμίαν συνήθως αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα τας φιλοφρονήσεις των θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου κωμικού, τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να γείνη, ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.
Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο λυπηρά. Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.
Ι'.
Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.
Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά τολμηράς και παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων περίπου ποδών ύψος, και ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν, ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το νευρικόν σου σύστημα εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους εις σε, — ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις τούτο η περιηγητική σου θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα ενήργησαν κάπως προς το ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον να μου αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου, προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της ξενητείας σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν περιγραφήν δυναμένην να λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας ποιητικάς απαιτήσεις σου προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός των επιστολών μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε δε, ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να αναμιγνύω ενίοτε εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum κακολογίας, και να σου διηγώμαι παραδείγματος χάριν . . . πλην δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons plus.
Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της παρελθούσης μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα και πάλιν χρεώστης, περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας μην έχη ποτέ κανέν μου γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον ήδη δέκα ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός δέκα ημερών, — και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι πλέον αναγγέλλουσα αλλά γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε βεβαία, ότι και εις σε την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, όσην σου επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε ολιγώτερον θερμόν εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου αγγελίας του δυστυχήματος, την οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες. Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι σήμερον την μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά γράμματα διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου ανδρός ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής καρδία, πλήρης φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη επί τέλους μοιραίως υπό την βιαιότητα των παλμών της. Ο Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού βαρύ καρδιακόν νόσημα, ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. Από καιρού ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το ανάκλιντρόν του. Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον ποιητήν της Κυρά Φροσύνης βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε φεύγων πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά τα γαλανά της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του έπαυλιν, και εμόναζεν εις την Μαδουρήν του. Εκεί, θεώμενος από των παραθύρων του τα μελανά της Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την βαλσαμώδη αύραν, ήτις προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και από τα βάθη του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή- Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της Φροσύνης τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της Λίμνης, και τους άθλους των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας· έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση Βάγια, και την σεμνήν μορφήν του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το Κούγκι εις τον αέρα, και έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά τοσαύτης θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του. Ενίοτε η έκστασις εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας έφερεν εις Αθήνας νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια δυστυχώς τα ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να ίδη πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα Γιάννενά του ελεύθερα· ωνειρεύετο νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην, της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· ωνειρεύετο άσμα καινόν ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο να εορτάση το Πάσχα εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' ο θάνατος έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την αιματοβαφή σημαίαν αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα, ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, εκπνέοντα εις της Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.
Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα. Άφες την συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου τοιαύτη.
ΙΑ'.
Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879
Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών αυτήν την εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις λογαριασμόν μου, αλλ' εις λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. Και όμως αι Αθήναι ως και άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, μεγαλύνονται και αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου παρέχει τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους. Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι τούτο είνε πρόοδος, πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' αυτοί της Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των Αθηνών, κατά την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου παρ' ημίν, την εισαγωγήν των raoùts και των αθώων questions, τας μονομαχίας χάριν ενός μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly και άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι αι Αθήναι δεν δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των, ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes, και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να ήνε άξιαι του ονόματός των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να φιλονεικηθώσι. Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη και . . . . πολλά άλλα πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν ανεπτύχθη καταπληκτικώς πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ εκλεκτούς — δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου κλητών ήτοι υποψηφίων, ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ κατά το 1871; Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα πράγματα θεού ευδοκούντος βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί τριάκοντα τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν ζηλεύεις την δόξαν των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, ότι εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου τριάκοντα αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της ευημερίας και προόδου της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της από του βήματος ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους χάριν του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη δεν θα δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το μασσαλιωτικόν λόγιον: si Paris avait trente députés serait une petite Athènes. Μη αμφιβάλλης δε περί τούτου. Αι Αθήναι έχουσι μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό θα ήνε παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν δεν ευρίσκω να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον ειδησείδιον. Αν σου έγραφα πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία μας φίλη, θα είχα πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον υποθέτεις, και πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών, τα γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας χονδράς των υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν από τας υποσχέσεις των εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά το περιέχον και κενότεραι επομένως κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών συνδυασμών μυστικά διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις γίνονται εν Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν εκλογικήν εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα εμπορικόν συνεταιρισμόν εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν και τας οδούς των Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως εις τα βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του χωρικού, το στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του λασπωμένου τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος υποψηφιδίου θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως. Αλλ' αυτά ως προείπα είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο τα διασκεδαστικά μεν αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις· Ουαί όχι μόνον δι' ου αλλά και εις ον το σκάνδαλον έρχεται, και πτύεις εις τον κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την κακολογίαν.
Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον, εις το μέγα και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη εις διασκέδασιν του καλού κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche de Corville. Το κωμικόν αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την Παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα δαπανήση τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην εφέτος και από του φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται το επί των άμμων του Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω κατ' ανάγκην, διότι εννοείς πολύ καλά, ότι δεν ήτο δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το οποίον εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το χαριέστατον αυτό, ως ωνομάσθη, μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ' εις τους Παρισίους αυτούς εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε κατώρθωσαν να εννοήσωσι και εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης ανατρέπει την τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως, και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς όμως εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος τούτου σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά του εκτέλεσιν. Διά τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί της σκηνής εν μέσω ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν εζήτησε και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν αυτήν διά την ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις τους θαυμαστάς του: «Si ces messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non plus». Το κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και ποικίλα υπό του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου παραστήσω την εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί του είδους της δραματικής μουσικής εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα να το κατατάξω. Ούτε σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera buffa ανήκει, ούτε opera comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride, ετερόκλιτον και χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου, ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ της ποικιλίας των χρωμάτων και της συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη έχον όμως οιονδήποτε σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη τις, η ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν, όπου αλλαχού μεν αναγνωρίζεις τον Κουρέα της Σεβίλλης και τους Δραγόνους του Βιλλάρ και την Κόρην της Αγγώ, αλλαχού δε απορείς προς το γνώριμον του μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής. Αι πλείσται των μουσικών του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων μελωδιών, επιδεξίως όμως συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον, το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την ευχαριστεί εφ' ικανάς στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους πολλούς τούτους κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι πωληταί των ανθοδεσμών και οι πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες τας περιστεράς, όσαι ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί ερμηνείς του ενθουσιασμού θεατών τινων.
ΙΒ'.
Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.
Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου, ότι δεν έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ έχεις ανάγκην συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου ήτο πληρωμή της ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική. Αφορμή της σιωπής μου ήτο άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά τοσαύτη με είχε καταλάβει την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός κατά την εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου εβαρύνετο να σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω την οκνηρίαν μου, αλλά και πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην, ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον ήτο να κρατήσουν οι δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου λευκός, η χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί· κινδυνεύω να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου κατάστασιν. Η ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού χασμήματος διαστέλλει και πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον κάλαμον επί στιγμήν· εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, πίνω έν ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας μου, σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και αναλαμβάνω την εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την επομένην.
Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να ακούσωμεν την Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει Γιαννούλαν εις μίαν των προηγουμένων μου επιστολών, αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. Γιαννούλα είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον. Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου προ δύο περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας. Ο θίασος εκείνος ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός την σκηνήν, επί της οποίας δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση τους παλαιούς του θριάμβους, και μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του Ολυμπίου Διός φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την θέσιν του δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών προχείρως συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και αστειότατος — χωρίς να το θέλη, εννοείται, — ορχήστραν του έχει ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως καθ' εσπέραν επί πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η ηλικία τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή πεντάκις της εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν σαβαί προς το βαρύ και παθητικόν μέλος δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς ιδίως τας ανατολικάς της Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' οικείας όμως εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός οργάνου, πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither. Δι' αυτόν δε τον λόγον είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το πολύ αρώματα του Lubin και του Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και θεαταί ευρωπαϊκωτέραν έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον εκ της βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις την σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του Trovatore, ή εκ του οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή εκ των στερεοτύπων μορφασμών του αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων δύο αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν ο,τιδήποτε εις την στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι όμως πάντοτε υπό δεκαετούς τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου κισλάρ-αγά.
Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το σπουδαίον και ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως πολλάκις μου είπες, φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις και πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον, διότι τα ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα, απαραίτητον είνε, όπως ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις και φωνήν ιδία προς τούτο πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά μακρών.
Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της καρδίας μου· η μονότονος εκείνη, η κατ' ελάσσονα τόνον (minore) αδιακόπως φερομένη, αλλ' εντέχνως όμως ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις μου προξενεί ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε τέλος έχει πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον ευαρέστως, και όταν το άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι' ενδομύχου τινός και μυστηριώδους ηχούς.
Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους ωραίους τούτους δημοτικούς στίχους·
Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια, κ' εγώ η Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη. Σιμά του πάντα κάθομαι· του κρένω δεν μου κρένει· ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν το πίνει.
Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της πρώτης νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή μεσοφώνου βαθεία, πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος αληθές και ανεπιτήδευτον, και — όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, ουδέποτε επικαλουμένη της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν του fausset οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.
Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν σου έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες ότι καταστρέφω την θεραπείαν σου.
ΙΓ'.
Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.
Πέντε ολοκλήρους μήνας είχα να λάβω γράμμα σου, και υπέθετα ότι με είχες εντελώς λησμονήσει, ότε, επιστρέψασα εις τας Αθήνας, όθεν έλειψα καθ' όλον σχεδόν αυτό το διάστημα, εύρον επί της τραπέζης μου τρεις σου συγχρόνως επιστολάς, πλήρεις πικρών μεν παραπόνων διά την σιωπήν μου, χαριεστάτων δε λεπτομερειών των περιπλανήσεών σου και του εν Παρισίοις βίου σου. Και εις μεν τα παράπονά σου άπαντα επαρκώς, ελπίζω, η απουσία μου, ήτις, ανάγραψε και τούτο εις λογαριασμόν της ειλικρινείας μου, μ' έδωκε νέαν αφορμήν, όχι μόνον να εκτιμήσω την αγάπην σου, αλλά και να καμαρώσω πάλιν διά την ευχαρίστησιν την οποίαν σου προξενεί η αθηναϊκή μου φλυαρία. Αι δε λεπτομέρειαι της κατά το πεντάμηνον αυτό διάστημα ζωής σου, γραμμέναι μεθ' όλης εκείνης της χάριτος και της αφελούς ασυναρτησίας, ήτις χαρακτηρίζει την νωχελή σου φύσιν, με κατεγοήτευσαν αληθώς, και με μετεβίβασαν πολλάκις, ως εν ονείρω, από της μικράς μου αθηναϊκής φωλεάς εις τον ευρύν ορίζοντα του ευρωπαϊκού κόσμου. Αι λεπτομέρειαι ιδίως του παρισινού χειμώνος, η ωραία σου περιγραφή της χιονοσκεπούς λεωφόρου των Ηλυσίων και του παγωμένου Σηκουάνα, και η οδυνηρά σου αφήγησις της διαρκούς φρικιάσεως, ήτις σε κατείχεν υπό όλας σου τας σισύρας και με όλην την σπινθηρακίζουσαν εστίαν σου, μ' έκαμαν πολλάκις να διαρραγώ εις άσβεστον γέλωτα. Ηξεύρεις διατί; Ενθυμήθην τας καλοκαιρινάς σου επιστολάς, και την δροσομανίαν ήτις σε είχε καταλάβει· ανεμνήσθην ότι αφήκες εν μηνί Αυγούστω την Ελβετίαν, διότι δεν την εύρισκες αρκετά δροσεράν, και ότι εβάδιζες προς βορράν εις αναζήτησιν ψύχους· εσυλλογίσθην τέλος την δημώδη ελληνικήν παροιμίαν: τα μικρά δεν ήθελες τα μεγάλα γύρευες, και ξεκαρδίσθην σκεπτομένη, ότι δεκαπέντε βαθμοί υπό το μηδέν ευχαρίστησαν επί τέλους με το παραπάνω την απληστίαν σου.
Ηξεύρεις όμως, ότι και ημείς οι μικροί και άσημοι Αθηναίοι δεν καθυστερήσαμεν εις την τουρτουριστικήν αυτήν συναυλίαν, την οποίαν συνεκρότησαν εφέτος οι πάγοι καθ' όλην την Ευρώπην; Τετράκις μέχρι τούδε ελεύκανεν η χιών τας οδούς και τους ορόφους των οίκων μας! Ο βοριάς, του οποίον εθρηνούμεν άλλοτε και ιδίως πέρυσι την απουσίαν, πνέει αδιακόπως σχεδόν από δύο ήδη μηνών, και τα ύδατα των υπαίθρων αυλάκων παγόνουσι κατά πάσαν σχεδόν νύκτα. Ευτυχώς παγόνει μαζή των και ο πηλός των οδών μας, αίτινες στίλβουσιν ούτω και λαμποκοπούσι την πρωίαν, όσον ουδεμία δημοτική αρχή ποτέ θα το κατώρθονε.
Δεν 'σου περιγράφω λεπτομερώς τα του χειμώνος μας, διότι τι νέον δύνανται να αναγγείλωσιν οι δύο μόλις βαθμοί ψύχους, τους οποίους εζήσαμεν ημείς, εις τους είκοσι, τους οποίους έζησες συ; Τα συνάχιά μας και τους βήχας μας και τας πορφυράς μας ρίνας τα είχατε, υποθέτω, και σεις πολύ αφθονώτερα και ποικιλώτερα, και ουδεμίαν επομένως θα έχης διάθεσιν να μάθης, ποσάκις επταρνίσθην κατά τον παρελθόντα μήνα, και πώς βασανίζομαι να θεραπεύσω τας χιονίστρας των χειρών μου. Ό,τι όμως θέλεις να μάθης, ό,τι απαραιτήτως θέλεις να σου διηγηθώ, είνε το πώς διασκεδάζομεν εφέτος. Χορεύομεν; Πηγαίνομεν εις το θέατρον; Ακούομεν μουσικήν; Γίνονται συναστροφαί;
Εις όλα σου αυτά τα ερωτήματα αδύνατον, εννοείς, μου είνε να απαντήσω διά μιας και μόνης μου επιστολής. Ησύχασε όμως, και δεν θα σε αφήσω δυσηρεστημένην, αφού θέλεις να τα μάθης όλα.
Σου υπόσχομαι να βαρυνθής επί τέλους την φλυαρίαν μου, επί τω όρω bien entendu να βαρυνθώ και εγώ την ιδικήν σου. Χορεύομεν; ερωτάς. Και τι άλλο κάμνομεν, σου απαντώ. Οι χοροί και αι χορευτικαί εσπερίδες και αι δευτέραι (θα έπρεπε ίσως δεύτεραι κατά σε, ήτις είσαι à cheval sur la grammaire, αλλά τι να σου ειπώ; δεν μου έρχεται) και αι τρίται ήρχισαν ήδη από του παρελθόντος μηνός, και φαντάσου τι κακόν έχει να γείνη μέχρι των απόκρεω, αι οποίαι συμπίπτουν εφέτος την τρίτην Μαρτίου. Αι χορευτικαί και διασκεδαστικαί μας ορέξεις ανεπτύχθησαν, βλέπεις, κατ' ευθύν λόγον προς την διάρκειαν των απόκρεω, και από της α'. Ιανουαρίου, ότε εδόθη ο πρώτος γενικός χορός της Αυλής, επέρχονται καθ' εβδομάδα αλλεπάλληλοι προσκλήσεις, αι δε ολίγαι μας ράπτριαι δεν προφθάνουσιν, όχι να μας ράπτωσωσιν αλλ' ουδέ να μας ακούωσι. Κατήντησαν και αυταί personnages, και πολύ φοβούμαι μήπως ορίσωσιν επί τέλους ώρας ακροάσεων, καθώς οι υπουργοί μας.
Περί του αυλικού χορού της πρώτης του έτους δεν σου γράφω τίποτε. Ήτο όμοιος κατά την λαμπρότητα προς τους χορούς των παρελθόντων ετών, τους οποίους γνωρίζεις, διότι είδες πολλούς· επιφυλάσσομαι δε να σου γράψω λεπτομερέστερον περί του μικρού χορού, όστις δίδεται απόψε, διά της προσεχούς μου επιστολής. Ας σου είπω σήμερον ολίγα τινά περί του χορού της Κας Σ., και αυτά όχι μεθ' όλης της λεπτομερείας, την οποίαν ποθεί η άπληστός σου περιέργεια, διότι ούτε τα όρια απλής επιστολής θα εχώρουν όσα θέλεις συ, ούτε ο κάλαμος της φίλης σου θα επήρκει. Περί την χορευτικήν αυτήν εσπερίδα — διότι ούτω την ωνόμαζον μετριοφρόνως τα προσκλητήρια — εγένετο πολύς εκ προοιμίων ο πάταγος, και αμύθητον υπήρξε το πλήθος — άρρεν και θήλυ — το οποίον έφερε την προχθές εσπέραν ένδυμα γάμου. Ούτω δε το μέγα εκείνο μέγαρον, του οποίον εθαυμάσαμεν, ενθυμείσαι, άλλοτε ομού τας ημιτελείς μεν αλλ' ευρείας και συνεχείς αιθούσας, επληρώθη μέχρι και αυτών των τελευταίων γωνιών του μεσορόφου, κ' ενόμιζεν ο περί την δεκάτην ώραν του προχθές Σαββάτου εισερχόμενος εις τα κατάκοσμα εκείνα δώματα, ότι παρίσταται εις δημοσίαν τινά αγόρευσιν του νέου ημών ιεροφάντου Μακράκη, πολύ πριν ή ο εισαγγελεύς μετριάση κάπως τον ενθουσιασμόν του νοήμονος κοινού· της πρωτευούσης, το οποίον ετίμησεν εσχάτως τον προφήτην, κατά τας τελευταίας βουλευτικάς εκλογάς, δι' επτά χιλιάδων ψήφων, εις δόξαν της καθολικής ψηφοφορίας! Η πληθύς δε αυτή, κατά την ομόφωνον της ιδίας πληθύος γνώμην, υπήρξε το μόνον ελάττωμα της λαμπράς εκείνης εσπερίδος, καθ' ην ημιλλώντο η αμίμητος καλλιτεχνική του οίκου διακόσμησις, ο άπλετος φωτισμός των περιχρύσων αιθουσών, η της ορχήστρας τελειότης, ο πλούτος και η κομψότης των εσθήτων, η χάρις των χορευτριών, η κοινωνική σημασία των προσκεκλημένων, του δείπνου η άφθονος και αριστοτεχνική ποικιλία, και επί πάσιν η προσηνής ευγένεια και περιποιητικότης των οικοδεσποτών. Δεν επιχειρώ, φιλτάτη, να σου περιγράψω τα θαυμάσια της οικίας, ουδέ τον καλλίτεχνον ευτρεπισμόν των ωραίων αιθουσών του μεγάρου, θα εχρειαζόμην πολλάς σελίδας, ίνα σου καταδείξω διά λέξεων την βαθείαν εντύπωσιν του θαυμασμού, τον οποίον μου επροξένησεν η κατάλευκος και δι' αναγλύφων εκ ναστοχάρτου περίκοσμος αίθουσα κατά την βορειοανατολικήν πρόσοψιν του μεγάρου, η διαιρουμένη εις δύο διά κομψοτάτων στηλών εκ λευκού πεντελικού μαρμάρου, η παρ' αυτή δεξιόθεν μικροτέρα, διακεκοσμημένη διά γραφών και επίπλων κατά τον επί Λουδοβίκου του ΙΕ'. συρμόν, η άλλη παρακειμένη, επί των τοίχων της οποίας ανευρίσκει τις τον ρυθμόν και τας γραφάς των πομπηιανών δωμάτων, το περαιτέρω μαγευτικόν μικρογράφημα των αραβουργημάτων της Αλάμβρας, και τέλος το εκ ξύλου δρυός περίγλυφον εστιατόριον, όπου διαρκώς εστρωμένον κυλικείον ανέψυχε τους διψώντας και ενεδυνάμου τους απαύστως σχεδόν πεινώντας στομάχους των προσκεκλημένων, χορευόντων και μη.
Άλλως δε η περιέργεια σου επιθυμεί αναντιρρήτως λεπτομερεστέραν και φλυαροτέραν την περιγραφήν των κυριών και των ενδυμασιών των. Και δι' αυτό όμως . . . τι να σου είπω; εντρέπομαι, αλλ' η αλήθεια είνε, ότι ολίγα ενθυμούμαι, διότι ολίγα είδα. Ήμεθα τόσον πολλαί και τόσον πυκναί, ώστε σε βεβαιώ, ότι πολλάς μας φίλας μόλις κατώρθωσα να ιδώ και να χαιρετίσω εις το τέλος του χορού. Σου αναφέρω μόνον εν γένει, ότι αι εσθήτες των χορευτριών ήσαν βαρείαι ως επί το πολύ και όλαι σχεδόν πλούσιαι, εκτός ολιγίστων — δυστυχώς! — εξαιρέσεων. Τρίχαπτα πανταχού, πλημμύρα de points d' Angleterre et de point de Bruxelles, κεντήματα βαρύτιμα, φορέματα εξ επικρόκου, αδάμαντες και μαργαρίται εις σχήματα περιδεραίων και πτίλων και χρυσαλλίδων, άνθη χαριέστατα, ωραιότερα των αληθινών, και ουραί . . . ουραί . . . ουραί . . . τόσον μακραί, ώστε εσχίσθησαν, εσχίσθησαν και πάλιν έμειναν. Και ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού; θα μ' ερωτήσης βέβαια. Τι να σου ειπώ; Ηξεύρεις, ότι έχω το φοβερόν ελάττωμα να ήμαι δύσκολος, και ότι σπανίως τολμώ ν' απονέμω τίτλους καλλονής. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να διακρίνω μεταξύ του πλήθους την ζωηρότητα και την χάριν της Κυρίας Κ., το επιβάλλον παράστημα της Κυρίας Σ., την ήρεμον μεγαλοπρέπειαν της Κυρίας Λ. και το αφελές εκείνο αλλ' ανθηρότατον κάλλος της Κυρίας Ν., όπερ κρίμα αληθώς ότι ατελώς εκτιμά η ράπτριά της. Εκ των δεσποινίδων μου ήρεσαν πολύ δύο μικρά αλλά χαριέστατα κοράσια, άτινα διατηρούσιν επί του αφελούς των προσώπου όλην την χάριν της νεαράς των ηλικίας, και ανατέλλουσιν επί της ερυθριώσης μορφής των όλον εκείνο το ανέκφραστον της αθωότητος γόητρον, το οποίον δυστυχώς εξαλείφει παρ' ημίν από ημέρας εις ημέραν η μετάγγισις του πολιτισμού της Εσπερίας. Η δεσποινίς Κ. και η δεσποινίς Κ. είνε κομψόταται κόραι, και πεποίθησιν έχω, ότι θα γείνωσιν έτι κομψότεραι και ωραίαι κυρίαι.
Ο χορός υπήρξε ζωηρότατος και πλήρης αδιαπτώτου ευθυμίας απ' αρχής μέχρι τέλους· το δε ακροτελεύτιον cotillon διέκριναν ωραιόταται εικόνες — σου μεταφράζω ούτω τας figures — ων δύο ιδίως παρήγαγαν αληθώς μαγευτικόν αποτέλεσμα. Κατά την μίαν εξ αυτών ευρέθησαν διά μιας οι πλείστοι των χορευτών περιβεβλημένοι πολυχρώμους και ποικίλας εκ σιγαροχάρτου ενδυμασίας, ας εξήγον αι χορεύτριαί των εκ μικρών περιχρύσων κιλίνδρων διανεμηθέντων εις αυτάς επί τούτω· περιεδινούντο δε ούτω τα χορεύοντα ζεύγη εντός της καταφώτου αιθούσης, και το θέαμα μοι ανέμνησε τοιχογραφίαν τινά παριστάνουσαν τας απόκρεω της Βενετίας, την οποίαν είδα ποτέ εν Ιταλία. Κατά την άλλην έθραυον αι χορεύτριαι κατά της κεφαλής των χορευτών των λευκάς εκ λεπτού χαρτίου σφαίρας, και ανεπήδα εξ αυτών νέφος ολόκληρον μικρών τεμαχίων χάρτου λευκού, άτινα επλήρουν ως χιόνος νιφάδες τον αέρα, το έδαφος, τας κόμας των κυριών και των κυρίων τα μελανά φορέματα. Ενόμιζες ότι χιών κατέπιπτε την στιγμήν εκείνην πυκνή, και ηπόρεις ότι δεν ησθάνεσο παγωμένους τους λοβούς των ωτίων σου.
Την πέμπτην ώραν μετά το μεσονύκτιον το μέγαρον ήτο σκοτεινόν, και τους λοβούς των ωτίων μας επάγονεν αληθώς η παγερά ατμοσφαίρα των Αθηνών, εν μέσω των κλειστών αμαξών, αίτινες μας μετέφερον οίκαδε.
ΙΔ'.
Εν Αθήναις τη 20 Ιανουαρίου 1880.
Σου υπεσχέθην διά της τελευταίας μου επιστολής περιγραφήν του πρώτου μικρού βασιλικού χορού, όστις εδόθη εφέτος, και σπεύδω να εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, πριν ή έλθη του ταχυδρομείου η ημέρα, ωφελουμένη από θερμήν αλλά παροδικήν βεβαίως ηλίου ακτίνα, ήτις εισδύει την στιγμήν αυτήν διά του παραθύρου μου, και ζωογονεί κάπως τους παγωμένους μου δακτύλους. Τι χειμών, αδελφή μου, είνε ο εφετεινός! Υπεδέχθημεν προ ενός και ημίσεος μηνός την χιόνα μετ' ευθύμου σχεδόν εκπλήξεως, και την συνελέξαμεν ιδίαις χερσίν από της φλιάς των παραθύρων μας, και εσφαιροβολήθημεν δι' αυτής, και την κατεπατήσαμεν χαίρουσαι, πριν ή έτι αναλυθή εις ρύπον και πηλόν, ελπίζουσαι ότι, ως συνήθως, ουδέν άλλο ήτο η ωραία τις χειμερινή σκηνογραφία, παρασκευασθείσα εις στιγμιαίαν ημών διασκέδασιν υπό του αθηναϊκού χειμώνος, και μέλλουσα να διαλυθή την επαύριον υπό το φαιδρόν του ηλίου θάλπος. Και διελύθη μεν αληθώς, αλλά τι το όφελος, αφού μετ' ολίγας ημέρας υπεδέχθημεν την δευτέραν της έκδοσιν; Εξεπλάγημεν και τότε, εννοείται, αλλ' η έκπληξίς μας ουδέν είχε πλέον το εύθυμον. Ότε δε μετά μίαν μόλις εβδομάδα ελεύκανε τας στέγας εκ τρίτου η χιών, και μετ' ολίγας πάλιν ημέρας εκ τετάρτου, και επάγωσαν των ρυάκων τα ύδατα, και είδαμεν τας λεμονοπορτακαλλέας των κήπων μας φυλλορροούσας και μελαγχολικάς — κατά την ωραίαν έκφρασιν, ην μετεχειρίσθη προχθές ο βασιλεύς, ομιλών εν τω χορώ μετά τινος των προσκεκλημένων, — τότε πλέον η έκπληξίς μας εκορυφώθη εις αδημονίαν, και η παιδική εκείνη από των πρώτων χιόνων χαρά μετετράπη εις αγανάκτησιν, ην από ενός ήδη μηνός μαρτυρούμεν δι' επιφωνημάτων και βηχός, διά πατάγου ρινών και χουχουλισμάτων.
Και μ' όλα αυτά εν τούτοις, και μ' όλας τας απαισίας προρρήσεις των αστρονόμων μας, αίτινες προεικάζουσι βαρύτερον έτι το επερχόμενον ψύχος, διασκεδάζομεν εφέτος πολύ περισσότερον παρ' όσον διεσκεδάζομεν πέρυσι, ότε δεν είδαμεν σχεδόν χειμώνα και ολίγον έλειψε να μεταβληθώμεν εις αμφίβια, υπό τας αδιακόπους βροχάς, δι' ων μας εφιλοδώρει ο νότος. Είπα: μ' όλα αυτά, ενώ έπρεπεν ίσως ορθότερον να είπω· δι' όλα αυτά. Αφού οι χοροί και αι συναναστροφαί και αι παννυχίδες είνε διασκεδάσεις χειμεριναί, δεν είνε φυσικόν ν' αυξάνωσι και να πληθύνωνται όσον αυξάνει κ' επιτείνεται ο χειμών; Τούτο συνέβη και εφέτος, ως σου έγραφα την παρελθούσαν εβδομάδα. Ηνοίχθησαν τα διάκοσμα δώματα των πλουσίων μεγάρων, και άλλα μεν καθ' ημέρας τακτάς, άλλα δ' εκτάκτως συναθροίζουσιν επί του λείου δαπέδου των τον πυκνόν και φαιδρόν όμιλον των χορευτών και χορευτριών, οίτινες, ενώ έξω συρίζει ο βορράς και λευκαίνονται υπό την χιόνα οι δρόμοι, αποζημιούσι τας εκ της αργίας του παρελθόντος αιμωδιώσας κνήμας των, παρατείνοντες το cotillon μέχρι πρωίας. Και αυτοί δε οι χοροί της Αυλής, τους οποίους, χάρις εις την ευμενή των βασιλέων αγαθότητα, συνείθισεν ήδη ν' αναμένη τακτικώς ανά πάντα χειμώνα η καλή των Αθηνών κοινωνία, προϋπολογίζουσα την εξ αυτών διασκέδασαν ως ωρισμένον ευθυμίας εισόδημα, και αυτοί υπήρξαν εφέτος εκτάκτως ωραίοι και ζωηροί.
Ο την παρελθούσαν Δευτέραν δοθείς μικρός χορός — ή συναστροφή, ως καλεί αυτόν η αυλική γλώσσα, — υπήρξεν αναντιρρήτως είς των ωραιοτέρων χορών όσους περιέλαβον ποτέ αι υψόροφοι εκείναι και αληθώς λαμπραί αίθουσαι, ας γερμανοί αρχιτέκτονες και ιταλοί ζωγράφοι κατεσκεύασαν και διεκόσμησαν εν έτει 1848 εν μέσω των βασιλικών ανακτόρων των Αθηνών, και τας οποίας θαυμάζουσι δικαίως και αυτοί οι την πρωτεύουσαν επισκεπτόμενοι ξένοι.
Εις τας αιθούσας αυτάς δίδονται υπό της νέας βασιλείας ου μόνον οι μεγάλοι αλλά και οι μικροί χοροί.
Είνε δε βεβαίως προτιμότερος ο χώρος ούτος διά πολυπληθή και μάλιστα χορευτικήν ομήγυριν ή τα μακρά εκείνα και υποτρέμοντα πολλάκις δώματα του τρίτου ορόφου, όπου η βασίλισσα Αμαλία συνεκάλει τον παλαιόν καιρόν την ευάριθμον και αραιάν ομάδα των εκλεκτών, οίτινες ήσαν συνήθως οι κλητοί των μικρών χορών της πρώην Αυλής. Προτιμώ δε και προτιμώσι μαζή μου, είμαι βεβαία, τας αιθούσας των μεγάλων χορών πάντες οι προσκεκλημένοι, διότι πρώτη και απαραίτητος ανάγκη παντός χορού, — είτε χορός καλείται είτε συναναστροφή είτε ο,τιδήποτε άλλο — είνε αίθουσα ευρεία, αδιάσειστον έχουσα το έδαφος, υψηλή και ευάερος. Είνε τόσον ευχάριστον να χορεύης ανέτως, χωρίς να πνίγεσαι εντός του πλήθους, μηδέ να κινδυνεύης να πατηθής ή να πατήσης ανά πάσαν στιγμήν, μηδέ να αισθάνεσαι ότι ενδίδει το έδαφος υπό τους πόδας σου, μηδέ να δυσκολεύεσαι ν' αναπνεύσης εντός πνιγηράς και θερμής ατμοσφαίρας. Τα προσόντα δε ταύτα συνενούσιν άπαντα εν ωραιοτάτω συνδέσμω αι ανακτορικαί αίθουσαι των μεγάλων χορών. Όταν μάλιστα αναλογίζωμαι ιδιωτικάς τινας αιθούσας, τας οποίας αρέσκονται συνήθως οι προσκαλούντες να πληρώσι μέχρι και των προθαλάμων, φρονούντες ίσως μετά του K. de Montlucar Scribe «qu il vaut mieux entasser ses amis dans l' antichambre . . . et quel-ques-uns mê me sur l' escalier», και μεριμνώντες ως εκείνοι ουχί πώς να διασκεδάσωσιν οι ξένοι των, αλλά πώς μάλλον να επιδείξωσιν αυτοί το πλήθος των σχέσεών των, αισθάνομαι αληθινήν χαράν και ανακούφισιν, ούτως ειπείν, οσάκις ευρίσκομαι εν μέσω των περιχρύσων εκείνων και υψηλών δωμάτων, και φέρομαι ανάρπαστος υπό του χορού διά της δροσεράς των ατμοσφαίρας, προς το γοργόν και εναρμόνιον μέλος τελείας ορχήστρας, υπό το άπλετον φως των πολλαπλών πολυελαίων, ων η άνωθεν καταπεμπομένη λάμψις μαγεύει χωρίς να κουράζη τους οφθαλμούς.
Εννοείς επομένως ευκόλως πόσον διεσκέδασα την παρελθούσαν δευτέραν, αν και δεν εχόρευσα πολύ, διότι ήμην κουρασμένη εκ προηγουμένων αγρυπνιών. Οι αντίχοροι και οι στρόβιλοι δεν παρετάθησαν, ως άλλοτε, πέραν του μεσονυκτίου, διότι η ενδιαφέρουσα, ως λέγεται, θέσις της βασιλίσσης δεν επέτρεπεν αυτή να μετάσχη του χορού, μήτε να παρατείνη πέραν του προσήκοντος την νυκτερινήν αυτής αγρυπνίαν. Καίτοι όμως η Α. Μεγαλειότης απείχε της χορευτικής διασκεδάσεως των προσκεκλημένων της, ήτο περιχαρής, ως πάντοτε, και φαιδροτάτη, προσηνής και ομιλητική, η δε αγαθή της μορφή, εφ' ης τοσούτον εύχαρις θάλλει έτι της νεάνιδος η αφέλεια, υφ' όλην την αίγλην της ηγεμονικής μεγαλειότητος, ενεθάρρυνε διά διαρκούς ιλαρού μειδιάματος τον εύπτερον όμιλον, όστις ήρχετο και παρήρχετο στροβιλίζων ενώπιόν της. Εφόρει χαριεστάτην μελανήν εσθήτα, διάκοσμον διά βαρυτίμων λευκών τριχάπτων και ορμαθού όλου αδαμάντων· φαντάζεσαι δε, πόσον η ανθηρά αυτής χροιά ανεδεικνύετο έτι ανθηροτέρα υπό της αμαυράς εκείνης αναβολής. Ηξεύρεις βεβαίως συ η παρισινή, πόσον τα μελανά φορέματα είνε εφέτος του συρμού κατά τους χορούς και τας εσπερίδας· αγνοείς όμως, ότι και ημείς αι οσημέραι τελειοποιούμεναι κατηντήσαμεν πλέον τόσον ενήμεροι εις τους νόμους του Κ. Worth, ώςτε μετεφυτεύσαμεν ήδη τας μελανάς εσθήτας εν Αθήναις, χωρίς ν' αφήσωμεν να παλαιώση μηδ' ένα καν χειμώνα ο συρμός των. Ούτω δε πλησίον της βασιλικής τέσσαρες άλλαι μελαναί ενδυμασίαι ανέπτυσσον άλλη μεν τα λευκά της τρίχαπτα, άλλη δε τους διανθείς της στεφάνους, και άλλη τους πολυχρώμους θυσάνους της, αλλ' ήσαν όμως όλαι σχεδόν άκομψοι και εζητημέναι, προκαλούσαι μεν το βλέμμα αλλά μη ευχαριστούσαι αυτό. Περί άλλων φορεμάτων μη μ' ερωτάς. Όχι διότι δεν ήσαν ωραία· τουναντίον, ήσαν ωραιότατα, πλουσιώτατα, βαρυτιμότατα τα πλείστα· αλλά δι' αυτό ίσα ίσα σου λέγω, μη μ' ερωτάς. Δεν ηξεύρω ποίον είνε το ιδικόν σου φρόνημα· το κατ' εμέ όμως λυπούμαι φοβερά, και ελεεινολογώ τον τόπον μας και το μέλλον του, οσάκις βλέπω εις ποίον ύψος πολυτελείας ανήγαγε την ενδυμασίαν μας η ούτω καλουμένη αλλά κακώς εννοουμένη — κοινωνική ανάγκη.
Το βλέπω δε δυστυχώς πολύ συχνά το φαινόμενον αυτό, και εις τον τελευταίον ανακτορικόν χορόν το είδα τοσούτον ανεπτυγμένον, ώστε αι λυπηραί σκέψεις, τας οποίας μου εγέννησε, μ' έρριψαν εις δυσθυμίαν παράδοξον, την οποίαν μάτην προσεπάθησα ν' αποδιώξω καθ' όλην την εσπέραν. Ανελογίσθην τους δυστυχείς συζύγους των κυριών, αίτινες έφερον χιλίων φράγκων εσθήτας εις την ράχιν των, τους ταλαιπώρους πατέρας των δεσποινίδων, αίτινες έσυρον διά της αιθούσης τας πλουσίας και μακράς ουράς πολυτελών μεταξωτών φορεμάτων, ων ήτο πρόδηλος η παρισινή καταγωγή, και είπα κατ' εμαυτήν . . . — περιττόν να σου το επαναλάβω, διότι καμμίαν βεβαίως δεν έχεις όρεξιν ν' αναγνώσης τας μελαγχολικάς σκέψεις της πρεσβυτιζούσης φίλης σου.
Τώρα θα μ' ερωτήσης βεβαίως, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού, διότι συ, — το ηξεύρω — δεν αρκείσαι εις την ερώτησιν, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι toilettes, ήτις μόνη σήμερον είνε του συρμού εν Αθήναις. Η απάντησίς μου θα ήνε απαράλλακτος με την απάντησιν, την οποίαν έδωκα την παρελθούσαν εβδομάδα εις το ίδιόν σου ερώτημα. Η Κυρία Κ., η Κυρία Λ., και πάσαι κατά δεύτερον λόγον αι άλλαι. Συλλογήν ωραίων γυναικών δεν έχει δυστυχώς άφθονον η ελληνική πρωτεύουσα, και την πλειάδα εκάστου χορού και πάσης εσπερίδος αποτελούσιν ως επί το πλείστον τα ίδια πρόσωπα.
Το δείπνον παρετέθη ενωρίτερον ή άλλοτε, περί το μεσονύκτιον, εν τη μεγάλη αιθούση, ης εσύρθησαν αίφνης, προς δοθέν σημείον, αι διά των διαμέσων στηλών ανηρτημέναι αυλαίαι, και απεκάλυψαν διά μιας τας εστρωμένας τραπέζας, ων ηκτινοβόλουν τα κρύσταλλα υπό τους πολυφώτους λυχνούχους. Έγεινε τότε . . . . . η φοβερά έφοδος, και μετά μικρόν πάταγος σιαγόνων συγκρουομένων διεδέχθη τους σιγήσαντας φθόγγους της ορχήστρας. Ότε ο πάταγος εκείνος εκόπασεν, ήκουσα τινάς σχολιάζοντας τα του δείπνου και παραπονουμένους, ότι οι κούρκοι δεν ήσαν αρκετά παχείς, ουδ' ο καμπανίτης λίαν άφθονος. Οι παραπονούμενοι ήσαν γνωστοί μου· γνωρίζουσα δε, ότι οι κούρκοι και ο καμπανίτης δεν έχουσι συνήθη των διαμονήν τας τραπέζας των, εμειδίασα και σχεδόν ανεκάγχαζον. Η ευάρεστος αυτή τροπή διέλυσε την προτέραν μου δυσθυμίαν, και ότε επέστρεψα εις την οικίαν μου, εμειδίων ακόμη με τους δυσκόλους εκείνους συνδαιτυμόνας.
Συ χορεύεις; πώς δεν μου γράφεις τίποτε;
ΙΕ'.
Εν Αθήναις, τη 28 Ιανουαρίου 1880.
Αν δεν εφοβούμην μη καταντήσω μονότονος ως μυθολόγος γραία και πληκτική ως αγγλικόν μυθιστόρημα, θα ήρχιζα και την σημερινήν μου επιστολήν από την νέαν εισβολήν του χειμώνος, της οποίας προ πέντε ήδη ημερών είμεθα θύματα, και ήτις μας απειλεί διά νέων πάλιν χιόνων και νέων παγετών. Αλλ' εσκέφθην και θα σκεφθής ομοίως ελπίζω, ότι αρκετά είνε πλέον τα χειμερινά μας μυρολόγια, αφού ούτε μας παρηγορούν ούτε το κακόν εξορκίζουν. Τι όμως να σου γράψω, διά να μη γείνω μονότονος, αφού χειμών και χοροί επλήρωσαν δύο μου ήδη γράμματα, χειμών δε μόνον και χοροί είνε και αυτής της εβδομάδος τα νέα; Χορός παρά τω γραμματεί της γαλλικής Πρεσβείας, ούτινος θα ενθυμείσαι βεβαίως τον ωραίον bal costumé, τον οποίον έδωκε πέρυσι κατά την αυτήν εποχήν χορός — ο δεύτερος ήδη — της εν Αθήναις γερμανικής παροικίας εν τη Philadelphia· χορός τέλος πάντων masqué et paré εν τω θεάτρω, — ιδού εν ολίγοις ο χορευτικός ισολογισμός των τελευταίων ημερών. Ο πρώτος εξ αυτών υπήρξεν ωραία αληθώς εσπερίς, συναθροίσασα εκατόν περίπου προσκεκλημένους εκ των κορυφών της αθηναϊκής κοινωνίας· είχε δε τούτο ιδίως το ευάρεστον χαρακτηριστικόν, ότι δίκην ανθοδέσμης, αποτελουμένης εξ ευωδών μόνον ανθέων, περιελάμβανε νεαρά μόνον πρόσωπα και χορευτικάς μόνον κνήμας. Tapisserie, ήτοι στασίδια, ως προσφυώς μετέφρασέ ποτε την λέξιν ο κ. Σκυλίσσης, έλειπον σχεδόν εντελώς, και πάντες περίπου όσοι παρεκάθισαν εις το μεσονύκτιον δείπνον το είχον κερδίσει αληθώς εν ιδρώτι του προσώπου των. Ο γερμανικός χορός της Ρhiladelphia, όστις από έτους εις έτος λαμβάνει μεγαλοπρεπεστέρας τας διαστάσεις, ήτο αφελεστάτη ως πάντοτε και χωρίς τινος αυστηράς εθιμοτυπίας συνάθροισις, όπου οι νεαροί χορευταί και αι εύπτεροι χορεύτριαι, ξανθόκομοι Τεύτονες οι πλείστοι, εχόρευον μετά προδήλου ευχαριστήσεως και ακάματοι απ' αρχής μέχρι τέλους, διακοπτόμενοι μόνον ενίοτε όπως πίωσι ποτήριον ζύθου ή φάγωσι τεμάχιον χοιρομηρίου.
Τας ατελείς αυτάς και ανεπαρκείς βεβαίως διά σε πληροφορίας σου δίδω ουχί εξ ιδίας όψεως, αλλ' εξ ακοής μόνον και εκ παραδόσεως νεαρού χορευτού, όστις μου εξωμολογήθη, ότι ουδαμού διεσκέδασε τόσον, όσον εν μέσω της απροσποιήτου εκείνης και ανεπιτηδεύτου ομηγύρεως, όπου άλλως δεν ήτο υποχρεωμένος, έλεγε, να προσέχη αδιακόπως, πού θέτει τον πόδα του, εκ φόβου μη σχίση την ουράν βαρυτίμου τινός μεταξωτού φορέματος δισχιλίων φράγκων.
Η διασκεδαστική όμως συνάθροισις της παρελθούσης εβδομάδος, εκείνη εις ην ομοθύμως — και δικαίως ως φαίνεται — απένειμαν την δάφνην, ουχί τόσον οι χορευταί όσον οι θεαταί της, είνε ο εν τω χειμερινώ θεάτρω των Αθηνών δοθείς χορός μετημφιεσμένων. Ηξεύρεις, υποθέτω, ουχί βεβαίως εξ όψεως, αλλ' εκ πιστής τινος και λεπτομερούς αφηγήσεως, τι πράγμα είνε περίπου οι διδόμενοι εν Αθήναις κατά τας απόκρεω χοροί μετημφιεσμένων, ων κερδοσκόποι συνήθως αμφιτρύωνες είνε διευθυνταί τίνες καφενείων ή ξενοδοχείων, τρέφοντες την εύλογον ελπίδα να εξοδεύσωσιν εν μέσω της χορευτικής τύρβης τα αμφίβολα και ουχί εκτάκτως ελκυστικά ποτά και όψα των ερμαρίων των, ή ευσυνείδητοι χοροδιδάσκαλοι, υπολαμβάνοντες καθήκον αυτών να παράσχωσιν εις τους επιμελείς τελειοφοίτους των μαθητάς, άπαξ καν κατά το τέλος των μαθημάτων και δίκην ευσήμου ή βραβείου, την ασυνήθη χορευτικήν απόλαυσιν ετεροφύλων χορευτριών, θα ήκουσες αναμφιβόλως, όποίος τις είνε ως επί το πλείστον ο τας ομηγύρεις αυτάς αποτελών όμιλος, όστις κατά τούτο ιδίως δύναται να ονομασθή μετημφιεσμένος, ότι το ήμισυ των ανδρών του φορεί γυναικεία ενδύματα. Θα εγέλασες δε βεβαίως εξ όλης σου καρδίας, φανταζομένη τους αρειμανείους των χορευτών μύστακας προκύπτοντας ενίοτε του προσωπείου και ελέγχοντας το αληθές γένος των κατ' επιφάνειαν χορευτριών, ή τον απαραίτητον του χορού διευθυντήν, όρθιον επί καθέδρας εν τω μέσω της αιθούσης και εκφωνούντα μετ' απανθρώπων στρεβλώσεων τα γαλλικά προστάγματα των αντιχόρων, ή το συμμιγές εκείνο της χορευτικής ατμοσφαίρας άρωμα, εν ώ επικρατεί ιδίως η οσμή του υπό των στομάχων των χορευτών χωνευομένου οίνου.
Και τοιούτος λοιπόν ήτο, θα ερωτήσης βεβαίως, ο εις το θέατρον δοθείς χορός μετημφιεσμένων; — Όχι ακριβώς, σου απαντώ, αλλά περίπου τοιούτος. Κατά βάθος ολίγον διέφερε των άλλων εκείνων, περί ων ήκουσες διηγούμενα όσα έλεγα προ μικρού· ήτο δε μόνον κατά τι επηυξημένος και διωρθωμένος, ως πάσαι αι νεώτεραι εκδόσεις. — Και τον είδες λοιπόν; θα εξακολουθήσης ερωτώσα. — Τον είδα βέβαια· διατί να μην τον ιδώ; και τι άλλο θέλεις να ιδώ εγώ εν Αθήναις, όταν συ βλέπης τους bal de l' Opéra εν Παρισίοις; Η μόνη διαφορά μεταξού εμού και σου είνε, ότι συ μεν, διά να ίδης τους χορούς του παρισινού μελοδράματος, θα ηναγκάσθης πιθανώς να φορέσης δόμινον και προσωπείον, εγώ δε ανυπόκριτος και αμεταμφίεστος ενεθρονίσθην εις έν θεωρείον, και απήλαυσα ανέτως το περίεργον και αστειότατον εκείνο θέαμα, εφ' όσον, εννοείται, μου το επέτρεπεν ο πυκνός καπνός, τον οποίον έστελλον εις την αίθουσαν οι από των διαδρόμων του θεάτρου καπνίζοντες χορευταί, και ο υπό τους πόδας των χορευόντων αδιακόπως αναδιδόμενος κονιορτός. Κύριον θέλγητρον του χορού επρόκειτο να ήνε κατά το πρόγραμμα του θεατρώνου, και υπήρξεν εν μέρει, η παρουσία του προσωπικού του θεάτρου en costume, και η μετοχή αυτού εις τον χορόν. Ο κ. Moreau είχε πεισθή, ως φαίνεται, μετά δίμηνον πείραν, ότι οι ψάλται και αι ψάλτριαι, τους οποίους από δύο ήδη μηνών έτρεφε διά μόνης της πρωινής δρόσου, — ίνα μη πάθη πιθανώς η φωνή των — ου μόνον δεν κατώρθοναν να μεταβληθώσιν εις τέττιγας, μ' όλην την ανακρεόντειον δίαιταν, εις την οποίαν τους υπέβαλλεν, αλλ' εμαρτύρουν τουναντίον ορχηστικήν τινα ειδικότητα, αξίαν μείζονος προσοχής και εμψυχώσεως. Απεφάσισε λοιπόν να χρησιμοποιήση δημοσία τα κεκρυμμένα του θιάσου του προτερήματα και, tirant deux moutures du même sac, να πληρώση συνάμα την συνήθως κενήν αίθουσαν του θεάτρου του. Πρώτην φοράν εφέτος ο κ. Moreau είχε την τύχην να φανή ευφυής· και το θέατρον επληρώθη όσον ουδέποτε το παρελθόν Σάββατον, και οι ηθοποιοί του εχόρευσαν όπως ουδέποτε είχον τραγουδήσει. Ο αντίχορος μάλιστα, τον οποίον επί το κορδακικώτερον συνεκρότησαν οι αποτυχόντες τέττιγες του θεατρώνου μας, υπήρξε γραφικώτατος και ζωηρότατος, προς μεγίστην του κοινού ευχαρίστησιν, ο δε κωμικός Gregoire, ενδυμένος παράδοξον και ιδιότροπον ιπποκόμου στολήν, απέδειξεν ότι ηδύνατο να διαπρέψη ως homme caoutchouc εις οιονδήποτε ιππόδρομον της Ευρώπης.
Η Κ. Minelli ως οδαλίσκη και η Κ. Νeuville ως folie ήσαν επίσης κομψόταται, και πολλοί των θεατών ελησμόνησαν το άσμα των βλέποντες τας ενδυμασίας των. Το υπόλοιπον θεατρικόν τάγμα έμεινεν ως επί το πολύ μετριοφρόνως incognito υπό τα πολύχρωμα dominos της θεατρικής ιματιοθήκης, και απέβαλλε μόνον ενίοτε τα προσωπεία, οσάκις η ανάγκη πόσιος η δ' εδητύος ωδήγει αυτό εις το κυλικείον του θεάτρου. Την ανάγκην δε αυτήν πολλάκις, φαίνεται, συνησθάνθησαν καθ' όλην την εσπέραν οι συνήθως νηστεύοντες τρόφιμοι του Κ. Moreau, διότι περί τα τέλη της νυκτερινής του πανηγύρεως ήρχισαν κάπως να λησμονώσιν οι πόδες των τα βήματα του χορού, και η ζωηρότης αυτών και των προ μικρού συνδαιτυμόνων των κατεδεικνύετο δι' εκχύσεων οικειότητος παραδόξου, της οποίας αδιάκριτοι πλέον παρίσταντο θεαταί οι εν τοις θεωρείοις περίεργοι. Τότε κατέλιπον και εγώ το θέατρον· ώστε δεν δύναμαι, βλέπεις, να σου αφηγηθώ το τέλος της χορευτικής εορτής του κ. Moreau, ήτις πρόκειται, ως ακούω, να επαναλαμβάνεται κατά παν Σάββατον μέχρι του τέλους των απόκρεω.
Α! είδες; ολίγου δειν ελησμόνουν την κωμικωτέραν μορφήν του θεατρικού χορού. Ήτο Άγγλος τις, αληθής και γνήσιος, εκ των αμιμήτων εκείνων, ους απηθανάτισεν η γραφίς του Doré και ο κάλαμος του Féval, και τους οποίους παρακολουθούσι συνήθως οι αγυιόπαιδες των Παρισίων. Ο άνθρωπος είχε προδήλως ακατάσχετον επιθυμίαν να διασκεδάση· τι δε φαντάζεσαι, ότι έκαμεν; Έκοψε τον ερυθρόν του μύστακα και τας δαυκόχρους παραγναθίδας του, ενεδύθη γυναικείαν εσθήτα decolletée, ήλειψε την απαθή του φυσιογνωμίαν διά πυκνού στρώματος poudre de riz, τους ηρακλείους του ώμους δι αφθόνου γάλακτος παρθενικού, και ήλθεν εις τον χορόν, όπως αντιτάξη, φαίνεται, τα στερεά κάλλη των ευσάρκων του βραχιόνων προς τα λαγαρά θέλγητρα των εγκαθέτων χορευτριών του θεάτρου. Νομίζω δε ότι το επέτυχεν· αν τουλάχιστον ερωτηθώσιν οι βραχίονές του, εφ' ων πολλαπλά και ποικίλα απέμειναν τα ίχνη τολμηρών τινων δακτύλων, αναντιρρήτως θα είπωσι το ίδιον. Ίσως επόνεσεν ολίγον ο ιδιότροπος Άγγλος· αλλά εμπρός 'ς τα κάλλη τ' είν' ο πόνος ! κατά την δημώδη παροιμίαν. Υποθέτεις ότι θα το ξανακάμη το ερχόμενον Σάββατον; Τις οίδε! That is very comical, θα είπε καθ' εαυτόν, και θα επαναλάβη πιθανώς την διασκέδασιν.
ΣΤ'.
Εν Αθήναις, τη 10 Φεβρουαρίου 1880.
Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα, διότι εβαρύνθην πλέον να γράφω περί χορών και διασκεδάσεων, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι εβαρύνθην να χορεύω και να διασκεδάζω. Και όμως χοροί και διασκεδάσεις είνε το μόνον πράγμα, περί του οποίον δύναταί τις σήμερον να λαλήση εν Αθήναις, αφ' ότου μας απεχαιρέτισεν ο δριμύς χειμών, όστις επάγονε μεν, είνε αληθές, τας ρίνας και τους δακτύλους μας, αλλά μας παρείχε τουλάχιστον ύλην ομιλίας.
Περί πολιτικών δεν σου έγραψα ποτέ, και ουδέ σήμερον θα σου γράψω, μολονότι τα πράγματα, ως λέγουσιν οι αρμόδιοι, είνε σπουδαία, διότι πρόκειται, φαίνεται, και πάλιν να πέση το Υπουργείον.
Περί των απόκρεω δεν είνε καιρός ακόμη να γείνη λόγος, διότι, μολονότι ήρχισε σήμερον το τριώδιον, και ανυπόμονοί τινες μετημφιεσμένοι ενεφανίσθησαν ήδη εις την οδόν Σταδίου, και η περιλάλητος καμήλα εθεάθη προχθές ορχουμένη προ του Σολωνείου εν μέσω πυκνού ομίλου περιέργων, ουχ ήττον ο κόσμος ο πολύς επιφυλάσσεται ακόμη, τα δε μικρά μαγαζεία των οδών Αιόλου και Ερμού, άτινα εκ του προχείρου μετεβλήθησαν εις εμπορεία προσωπίδων και μεταμφιέσεων, μάτην αναπτύσσουσιν από των θυρών και παραθύρων των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύσχημα ράκη, άτινα, μ' όλα της υπηρεσίας των τα έτη και τας πολυαρίθμους αυτών πληγάς, δεν απεφάσισαν οι απάνθρωποι ενοικιασταί των να κατατάξωσιν εις απομαχίαν. Φαίνεται εν τούτοις, ότι θα έχωμεν εφέτος ζωηροτάτας απόκρεω, περιεργοτέρας πολύ των παρελθόντων ετών, και μετά τινων μάλιστα νεωτερισμών. Αν τουλάχιστον πιστεύσω εις ακριτόμυθά τινα εκμυστηρεύματα φίλων μας, των οποίων δεν μου επετρέπεται σήμερον να σου γράψω τα ονόματα, οργανίζεται είδος τι corso διά των οδών Σταδίου και Πατησίων, ούτινος τα κυριώτερα πρόσωπα θα είνε ηρωίδες μάλλον ή ήρωες. Λέγεται μάλιστα, . . αλλ' αρκετά και ίσως πλέον του δέοντος εφλυάρησα. Αν και όταν γείνη το πράγμα, θα σου το περιγράψω εν πάση λεπτομερεία, και η περιέργειά σου θα κερδήση μάλλον ή θα ζημιωθή αναμένουσα.
Η εχεμυθία αυτή με στενοχωρεί, έσο βεβαία, πολύ περισσότερον ή σε, διότι θα ηδυνάμην άλλως να γεμίσω σήμερον εξαίρετα την επιστολήν μου, και δεν θα ευρισκόμην εις την φοβεράν αυτήν αμηχανίαν του να μη έχω τι να σου γράψω, και να αναγκάζωμαι επί τέλους, αποφεύγουσα τα περί χορών και εσπερίδων και διασκεδάσεων, να σου ομιλήσω σήμερον . . . περί του υποβρυχίου πλοίου, διά του οποίου πρόκειται, καθ' όλα τα φαινόμενα, να συνταράξη εντός ολίγου τον ευρωπαϊκόν κόσμον η μικρά Ελλάς.
— «Υποβρυχίου πλοίου!» θ' ανακράξης βέβαια, διακόπτουσα την ανάγνωσιν των γραμμών αυτών. «Πώς! έχετε υποβρύχιον πλοίον εις την Ελλάδα;»
— Όχι, κυρία μου, δεν έχομεν ακόμη, αλλά θα έχωμεν, ελπίζω, εντός ολίγου, και τότε πλέον, εννοείς, gare aux cuirrassés! Μη γελάς! Το μέγα πρόβλημα, ούτινος η λύσις τοσάκις μάτην απησχόλησε τους μεγαλειτέρους ναυπηγούς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, και θα μετέβαλλεν ίσως, αν επετυγχάνετο, τον χάρτην της Ευρώπης εντός ολίγων ετών, το πρόβλημα αυτό πλησιάζει, ως λέγουν, να λύση παρ' ημίν ουχί ναυτικός τις, ουχί επιστήμων, μαθηματικός, μηχανικός ή άλλος, αλλ' άνθρωπός τις κοινός, απλούς, απαίδευτος, περικλείων όμως, φαίνεται, εις τα προνομοιούχα του στήθη το θείον εκείνο πυρ, όπερ μετέβαλεν άλλοτε τους αλιείς εις αποστόλους, και τοσαύτας ενεργεί παραδόξους μεταβολάς και σήμερον έτι εν Ελλάδι, χώρα κατ' εξοχήν προνομιούχω. — «Αλλά, θα μου παρατηρήσης μεθ' όλης της δυνατής δειλίας του χαρακτήρος σου, αλλά νομίζω, ότι ίνα επιτύχη μηχανική τις εφεύρεσις δεν αρκεί μόνον το θείον πυρ αλλά χρειάζεται και κάποια επιστημονική προπαίδευσις, διότι άλλως, αν π. χ. δεν ηξεύρη τις ότι δύο και δύο κάμνουν τέσσαρα, δύναται να υποθέση, παραπλανώμενος υπό του θείου πυρός, ότι κάμνουν πέντε, και τότε;» — Αι, φιλτάτη! πιθανόν να έχης δίκαιον, διότι έχεις υπ' όψιν σου την Ευρώπην· εις την Ελλάδα όμως το πράγμα είνε κάπως διαφορετικόν, και ότι είνε διαφορετικόν απέδειξαν τα μέχρι τούδε γενόμενα πειράματα, άτινα επέτυχον πληρέστατα.
Πριν δε με διακόψης και πάλιν, άκουσε. Ο μέλλων εφευρέτης του υποβρυχίου πλοίου, αφού πολλάκις πρότερον, παρόντων ευαρίθμων μόνον θεατών, κατεβύθισε το υποβρύχιον σκάφος του εν τω όρμω του Φαλήρου, και διαμείνας ικανήν ώραν υπό τα ύδατα, ανέδυ πάλιν σώος και υγιής, προσεκάλεσε πρό τινων ημερών διά δημοσίας αγγελίας κόσμον πολύν εις το Φάληρον, και ενώπιον πυκνού ομίλου περιέργων και δυσπίστων κατεβυθίσθη αυτός και τα τέκνα του εντός του υποβρυχίου σκάφους του, διέμεινε πέντε περίπου ώρας υπό τα ύδατα, και ανέδυ μετά ταύτα υγιέστατος, εν μέσω των παταγωδών ευφημιών των παρισταμένων. Συγκεκινημένος τότε ανέβη εις έν τραπέζιον του καφενείου, και απέτεινε θερμοτάτην και πλήρη πεποιθήσεως προσφώνησιν εις τους θεατάς του, ήτις κατέληξε διά της δηλώσεως, ότι προς τελειοποίησιν της εφευρέσεώς του του εχρειάζοντο τρεις χιλιάδες φράγκων, άτινα ήλπιζεν, είπεν, ότι προθύμως ήθελον συνεισφέρει οι ενδιαφερόμενοι υπέρ της επιτυχίας του. Η προσφώνησις αύτη εκορύφωσεν, εννοείς, τον ενθουσιασμόν του κοινού· είς των παρισταμένων αντεφώνησε τον εφευρέτην, πολλαί κυρίαι ησθάνθησαν υγραινομένους τους οφθαλμούς των και ήρχιζαν να τους σπογγίζωσι διά των ρινομάκτρων των, επιτροπή δε πάραυτα συνεκροτήθη, όπως μεριμνήση περί συλλογής των τρισχιλίων φράγκων. Η επιτροπή ανέλαβε προθύμως το έργον, ωργάνωσε λαχείον, και είνε πάσης αμφιβολίας εκτός, ότι το χρήμα θέλει ταχέως συμποσωθή, και ότι η σπουδαία εφεύρεσις θα τιμήση τον τόπον. Τι λέγεις τώρα παρακαλώ; Μη με διακόψης και πάλιν, παρατηρούσα μικρολόγως, ότι η υπό την θάλασσαν βύθισις οιουδήποτε σκάφους δεν καθιστά ήδη αυτό υποβρύχιον πλοίον, ότι το σπουδαίον είνε να κινήται το υποβρύχιον σκάφος όπως θέλει ο εντός αυτού κυβερνήτης, να διαμένη εις ωρισμένον βάθος, να βλέπη και να ενεργή υπό το ύδωρ και άλλα τοιαύτα μικρολογήματα, οποία ήκουσα να παρατηρώσι τινές φύσει φιλοκατήγοροι. Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έχουσι πατριωτισμόν, όσοι δεν αισθάνονται αναπτερούμενον τον νουν των και θερμαινομένην την καρδίαν των προς το μεγαλείον και την δόξαν της πατρίδος των, όσοι τέλος πάντων νομίζουσιν, ότι επιδεικνύουσι σοφίαν, αμφιβάλλοντες περί πάντων και προς πάντα δυσπιστούντες. Συ όμως είσαι αγνή πατριώτις, και τοιούτοι λόγοι δεν αρμόζουν εις τα χείλη σου. Εύχου μόνον υπέρ της επιτυχίας του έργου και πίστευε, διότι ηξεύρεις ότι η πίστις μεταθέτει όρη, και πληροί κοιλάδας, και . . . . . κατασκευάζει υποβρύχια πλοία· — διατί όχι;
Απόψε δίδεται μουσική συμφωνία εις το Ωδείον, υπό του εν Αθήναις προ τινος χρόνου εγκατεστημένου ιταλού κλειδοκυμβαλιστού Lacalamita. Το πρόγραμμα του είνε αρκετά ελκυστικόν. Επεθύμουν ιδίως ν' ακούσω την περιλαμβανομένην εν αυτώ ωραίαν τετραφωνίαν του Mozart, και περιπαθές τι Andante apassionato, έργον διακεκριμένου έλληνος μουσουργού και μελοποιού, του κ. Αυγερινού, ον είχες, υποθέτω, την ευτυχίαν ν' ακούσης συ άλλοτε εν Αγγλία. Έγραψα, επεθύμουν, διότι δυστυχώς δεν θα υπάγω· όχι διότι μ' επηρεάζει το άδικον λογοπαίγνιον, όπερ διά της παρατονίσεως του ονόματος εδημιούργησεν άλλοτε ευφυολόγος τις αθηναίος εις βάρος του κ. Lacalamita, αλλά διότι . . . πρέπει να χορεύσω και απόψε!
Madame, . . . ah! Madame . . . plaignez mon tourment.
ΙΖ'.
Εν Αθήναις τη 17 Φεβρουαρίου 1880
Δόξα τω θεώ, έχω σήμερον να σου γράψω και κάτι άλλο, εκτός χορών και εσπερίδων· τόσον δε περισσότερον χαίρω, ότι με ηυνόησεν αυτήν την φοράν η τύχη, όσον γνωρίζω, πόσον ενδιαφέρεσαι εις φιλολογικάς ομιλίας, και πόσον σ' αρέσκει η καλή και αληθής μουσική. Επιχειρώ λοιπόν να σου μεταδώσω ατελώς την ευχαρίστησιν, την οποίαν ησθάνθην την παρελθούσαν εβδομάδα εκ φιλολογικής μελέτης, την οποίαν απήγγειλε την εσπέραν της τετάρτης ο κύριος Γ. Βερναρδάκης εν τω φιλολογικώ συλλόγω Παρνασσώ, και εκ μουσικής εσπερίδος, εις την οποίαν ο κοινός ημών φίλος κ. Δ. συνεκάλεσε την επαύριον Πέμπτην ευάριθμον ομήγυριν φίλων.
Και αι δύο αυταί εσπεριναί διατριβαί υπήρξαν δι' εμέ ου μόνον ευχάριστος ανακούφισις από του χορευτικού πανδαιμονίου, το οποίον κατέκλυσεν εφέτος τας Αθήνας, αλλά και απόλαυσις αληθής, εξ εκείνων αίτινες και διαρκούσαι θέλγουσι την ψυχήν και την καρδίαν, και παύουσαι καταλείπουσιν οπίσω των ανάμνησιν ιλαράν και γλυκύθυμον, ήτις αυτή καθ' εαυτήν είνε τέρψις, ως είνε τέρψις το ηδύπνουν άρωμα, όπερ αφίνει κατόπιν της ωραία γυνή, ως είνε τέρψις η διάβασις χλοεράς ατραπού,
où le vent balaya des roses,
κατά την ωραιοτάτην έκφρασιν του Sully Prudhomme.
0 Κ. Βερναρδάκης, τον οποίον δεν είνε απίθανον να εγνώρισες εις Παρισίους, όθεν προ δύο περίπου μηνών κατήλθεν εις Αθήνας, είνε νεώτερος αδελφός του γνωστού ποιητού της Μερόπης και άλλοτε διαπρεπούς καθηγητού της ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω. Δόκιμος δ' επίσης φιλόλογος και διά σπουδαίων ήδη έργων τιμήσας τα ελληνικά γράμματα, κατέδειξε την παρελθούσαν τετάρτην εν τω Παρνασσώ, ότι και ποιητικήν έχει την ψυχήν, ως ο πρεσβύτερος αυτού αδελφός, και την χάριν του λόγου ίσην σχεδόν προς εκείνον. Θέμα του λόγου του ή μάλλον αφορμήν αυτού έλαβεν ανέκδοτόν τι απόσπασμα του Ευριπίδου, το οποίον δημοσιευθέν πρό τινος εν Παρισίοις πολύ φυσικώς επροξένησε πάταγον μεταξύ των ελληνιστών της Δύσεως, και πολλάς προεκάλεσε συζητήσεις, και μεγάλως διήρεσε τας γνώμας των σοφών, περίπου τις ήτο άρα γε η απολεσθείσα τραγωδία του τραγικωτάτου των αρχαίων ποιητών, ης απετέλει αέρος το ανευρεθέν λείψανον. Δεν περιμένεις βέβαια να σου μνημονεύσω τας γνώμας των ξένων φιλολόγων, ούτε τους λόγους δι' ων κατεπολέμησεν αυτάς ο έλλην συνάδελφός των. Το πράγμα θ' απέβαινε πολύ σοφόν, σοφώτερον αναμφιβόλως και σου και εμού. Όταν σου αναφέρω απλώς, ότι κατά την γνώμην του κ. Βερναρδάκη το δημοσιευθέν απόσπασμα ανήκει εις τραγωδίαν του Ευριπίδου «Ανδρομέδαν», της οποίας υπάρχουσιν ήδη γνωστά και δημοσιευμένα πεντήκοντα περίπου άλλα αποσπάσματα, πολύ όμως μικρότερα και ασημότερα, είνε νομίζω τούτο αρκετόν διά την φιλολογικήν σου περιέργειαν. Ίσως ίσως δε και αυτό θα σου ήνε αδιάφορον, διότι ουδείς πιθανώς υπάρχει λόγος να ανησυχής, αν εις τα σωζόμενα μέχρι τούδε δίστιχα ή τετράστιχα αποσπάσματα απολεσθείσης αρχαίας τραγωδίας προσετέθη και άλλο νέον, έστω τούτο και τεσσαρακοντάστιχον, έστω και ωραίον αληθώς υπό πάσαν έποψιν. Ό,τι όμως βεβαίως δεν θα σου ήνε αδιάφορον, ό,τι πολύ θα επεθύμεις να ήκουες και συ όπως ήκουσα και εγώ, είνε αυτή η απολεσθείσα τραγωδία του Ευριπίδου, ης προδήλως — κατά την ταπεινήν μου γνώμην — απετέλει μέρος το δημοσιευθέν εσχάτως τεμάχιον.
Και πού λοιπόν, θ' αναφωνήσης, ευρέθη αυτή η τραγωδία, και πώς δεν μου το λέγεις τόσην ώραν; — Δεν ευρέθη, φίλη μου, δυστυχώς· ευτυχώς όμως ανεπλάσθη συγκολληθείσα εκ των αμόρφων εκείνων λειψάνων, ανεδημιουργήθη ούτως ειπείν εκ του μη όντος υπό της καλλιτέχνου χειρός του νεαρού φιλολόγου, άρτιον δε σχεδόν ούτω και καλλίμορφον ανεπτύχθη προ των εκθάμβων ακροατών το ωραίον εκείνο έργον του μεγάλου τραγικού, όπερ ομοφώνως κατέτασσον οι αρχαίοι μεταξύ των αριστουργημάτων του. Δεν ηξεύρω, αν σ' έτυχέ ποτε — και θα σ' έτυχε βεβαίως — να ιδής που αναπλαστικήν εικόνα αρχαίου μνημείου, εξ εκείνων τας οποίας οι Γερμανοί ιδίως επιτηδεύονται, οι επιστημονικώς ως επί το πλείστον παιδεύοντες την καλλιτεχνικήν των γραφίδα. Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε μετ' ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb άνωθεν της εισόδου της ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου. Ώρας ολοκλήρους έμεινα θεωμένη την χαριεστάτην εκείνην και πλήρη εμπνεύσεως ανάπλασιν των αμιμήτων αριστουργημάτων, άτινα εκάλλυνον προ αιώνων τον ιερόν βράχον της Αθήνας· και τοσούτον επί στιγμήν ελησμόνησα και τα κύκλω μου γύψινα εκμαγεία ελληνικών αγαλμάτων και την μακράν μου — επί της πατρίας γης — λυπηράν των ερειπίων πραγματικότητα, τοσούτον εν παραδόξω εκστάσει ανυψώθην ανεπαισθήτως εις των ονείρων τον κόσμον, ώστε υπέλαβον την εικόνα πιστήν μάλλον της αληθείας αντιγραφήν ή ανάπλασιν του μη υπαρχοντος, και ήλπισα, ότι επανερχομένη εις τας Αθήνας ήθελα επανεύρει την Ακρόπολίν μου λαμπράν και απαστράπτουσαν εκ κάλλους και νεότητος, οποίαν είχε φαντασθή και γράψει αυτήν ο γερμανός ζωγράφος επί του τοίχου του βερολινείου Μουσείου. Τοσαύτη ήτο η μαγική δύναμις της ευλαβούς εμπνεύσεως του καλλιτέχνου, ούτινος η γόησσα και ειδήμων γραφίς είχεν εμφυσήσει ζωήν εις τους συντετριμμένους λίθους, ανιδρύουσα επί του βάθρου της την Πρόμαχον, αναστηλούσα τους πεπτωκότας κίονας του Παρθενώνος, επαναφέρουσα εις την ζωφόρον αυτών τα συλήματα του Έλγιν, και συμπληρούσα τον απωρφανωμένον όμιλον των σεμνών Καρυατίδων, ως λέγει που έλλην ποιητής, ον παρέτρεψε δυστυχώς εις ακανθώδεις τρίβους η δημοσιογραφία·
Του Παρθενώνος θεωρών τας στήλας πετωκυίας, τον πλάττω ως τον έπλασεν ακμαίον ο Φειδίας, ο πλάστης ούτος των θεών, και παν εκπλύνων λείψανον των δουλικών κηλίδων, κοσμώ και με την λείπουσαν εκ των Καρυατίδων του Ερεχθέως τον ναόν.
Τοιαύτη περίπου υπήρξε και η εντύπωσις, ην μοι επροξένησε την παρελθούσαν τετάρτην η υπό του Κ. Βερναρδάκη ανάπλασις της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου. Ακούσασα αυτόν συνθέτοντα μετ' ευλαβείας το απολεσθέν δράμα εκ των περισωθέντων λειψάνων του, συγκολλώντα ούτως ειπείν και προσαρμόζοντα τα μικρά εκείνα συντρίμματα, αναπληρούντα τα κενά διά λόγου ποιητικού, εγκρατούς και αρχαιοπρεπές έχοντος το κάλλος, υποβάλλοντα εκάστοτε τον προσήκοντα λόγον εις του Περσέως, της Ανδρομέδας και του Κηφέως το στόμα, και την προσήκουσαν συμβουλήν και κρίσιν εις τα χείλη του κορυφαίου του χορού, ενόμισα προς ώραν, ότι ανέλυε μάλλον υπάρχουσαν και σωζομένην τραγωδίαν ο ρήτωρ και εφαντάσθην ότι επανερχομένη εις την οικίαν μου και ανοίγουσα τον Ευριπίδην θα ανεύρισκον εντός αυτού την «Ανδρομέδαν» ολόκληρον, οποίαν προ μικρού είχεν αναπλάσει αυτήν ο κ. Βερναρδάκης. Τοσούτον είχε το γόητρον η επιστήμων φαντασία του λαλούντος, τοσαύτην είχε την χάριν ο λόγος του, τοσούτον ήτο αληθής και βαθεία η εν τη ψυχή αυτού ενσάρκωσις του δράματος.
Τι λέγεις τώρα; Δεν θα επεθύμεις και συ να ήσο εκεί και να τον ήκουες; Παρηγορήσου όμως. Ο λόγος του νεαρού αλλά διακεκριμένου ήδη φιλολόγου θέλει δημοσιευθή προσεχώς, και δύνασαι τότε ν' απολαύσης εκ της αναγνώσεως όσην εγώ απήλαυσα εκ της ακροάσεως ευχαρίστησιν. Θέλεις δε βεβαίως πεισθή και συ, ως εγώ επείσθην, ότι ο τόπος ημών ο πάντων αφθονών αλλά και πάντων σπανίζων, απέκτησεν επιστήμονα των γραμμάτων ουχί συνήθη, ουδέ όμοιον προς το πολύ πλήθος των ημετέρων φιλολόγων, ων η περί τας λέξεις σοφία ουδέν σχεδόν άλλο κατώρθωσε δυστυχώς μέχρι τούδε, ή να εμπνεύση εις τους πολλούς αποστροφήν μάλλον ή έρωτα προς τα αθάνατα έργα των παλαιών, άτινα εις τούτο και μόνον κρίνονται ως επί το πλείστον χρήσιμα, εις το ν' ασκώσι δίκην πτωμάτων τα μικροσκόπια της κριτικής και τα μαχαίρια της γραμματικής ανατομίας.
Έχει και ο Κ. Βερναρδάκης μικροσκόπιον, και διά πολλών ήδη κατέδειξεν, ότι διαυγέστατος είνε του μικροσκοπίου του ο φακός· αλλ' έχει όμως και οφθαλμόν, οφθαλμόν ψυχής συνάμα και καρδίας, και τούτο είνε δι' εμέ, την μη σοφήν, η μεγίστη του σοφία.
Δεν μου περισσεύει, βλέπεις, χάρτης διά την μουσικήν εσπερίδα. Αλλά ce qui est différé n' est pas perdu. Επιφυλάξου διά την προσεχή εβδομάδα.
ΙΗ'.
Εν Αθήναις τη 24 Φεβρουαρίου 1880.
Τι κόσμος! τι θόρυβος! τι οχλοβοή! Τι πλήθος συνωθουμένων εις τους δρόμους! Πόσοι και ποίοι μετημφιεσμένοι! Πόσαι και ποίαι φωναί, και πόσος πάταγος, και πόσα συρίγματα, και πόσος κονιορτός! — Και κονιορτός; — Και κονιορτός, αγαπητή μου, μ' όλην την προ τριών ημερών βροχήν, ήτις είχεν απελπίσει τους Αθηναίους, βλέποντας πνιγομένην σχεδόν εντός του πηλού την από των Κρονίων προσδοκωμένην διασκέδασίν των.
Προ μικρού μόλις επέστρεψα παραζαλισμένη και κεφαλαλγούσα εις την οικίαν μου, αφού επί δύο σχεδόν ολoκλήρους ώρας περιήλθον την οδόν Αιόλου από της πλατείας της Ομονοίας μέχρι της μακαρία τη λέξει Ωραίας Ελλάδος, και εκείθεν την οδόν Ερμού μέχρι της πλατείας του Συντάγματος, και εκείθεν την οδόν Σταδίου μέχρι του Σολωνείου, και εκείθεν πάλιν την οδόν Αιόλου, και πάλιν την οδόν Ερμού, και καθεξής και καθεξής, ως έλεγεν ο μακαρίτης Ασώπιος. Το τι επατήθην κατ' αυτήν μου την περιήγησιν, το τι διεσκέδασα, και εξεκωφάθην, και εγέλασα, και . . . . αηδίασα, δεν περιγράφεται. Φαντάσου, . . πλην είνε αδύνατον να φαντασθής. Έπρεπε να ήτο μαζή μου προ ολίγων ωρών, να πάθης ό,τι έπαθα, να ιδής ό,τι είδα, να ακούσης ό,τι ήκουσα, διά να συλλάβης αμυδράν τινα ιδέαν της διασκεδάσεως, την οποίαν απήλαυσεν η αθηναία φίλη σου κατά τας εφετεινάς απόκρεω. Θα προσπαθήσω μολοντούτο να σου μεταδώσω ατελώς τας εντυπώσεις μου, διότι τας έχω νωπάς ακόμη, και μη με συνερισθής, αν σου γράψω άτακτα και συγκεχυμένα, διότι συγκεχυμένον και άτακτον είνε εις την κεφαλήν μου ό,τι ούτε τάξιν ηδύνατο να έχη, πολύ φυσικώς, ούτε ειρμόν, ούτε μέθοδον.
Εν πρώτοις και προ πάντων γενική και όχι λίαν ευχάριστος εντύπωσις των Κρονίων της σημερινής Κυριακής είνε δι' εμέ η παντελής σχεδόν έλλειψις ευφυών μεταμφιέσεων. Εκτός δύο ωραίων εξαιρέσεων, τας οποίας θ' απαντήσωμεν μετ' ολίγον, το πολύ και αμέτρητον πλήθος των εφετεινών ειδώλων περιελάμβανε μεταμφιεσμένους κοινούς, ουδέν παριστάνοντας, ουδέν λέγοντας, νομίσαντας δε, φαίνεται, ότι αρκετή διασκέδασις ήτο και δι' αυτούς και διά το θεώμενον πλήθος, να φορέσουν έν ενοικιασμένον domino, κατά το μάλλον ή ήττον κομψόν και καθάριον, να ακριβοπληρώσωσι μίαν άμαξαν, και να περιέρχωνται ούτω τας λεωφόρους σκορπίζοντες φασόλια κατά του πλήθους — η σπατάλη των δεν προέβη μέχρι κουφέτων — ή μοιράζοντες τυπωμένην την ευφυίαν των δι' επισκεπτηρίων φερόντων την φράσιν· «Μ. Rigolopulo et Cie· Να μας γράφετε», και ακούοντες κύκλω του τα πλήθη φωνούντα εν χορώ την φράσω του συρμού Κόφ' το! Κόφ' το! Μη μ' ερωτάς επί του παρόντος, τι σημαίνει η περίεργος αύτη φράσις, την οποίαν, μιμούμενον τους παρισινούς, καθιέρωσεν εφέτος το αθηναϊκόν κοινόν. Θα την ακούσωμευ μετ' ολίγον εντονωτέραν, και τότε θα σου την εξηγήσω.
Αν θέλης δος μου τώρα διανοητικώς τον βραχίονά σου, και πηγαίνωμεν προς στιγμήν ν' αναμιχθώμεν εις το ρεύμα του πλήθους, όπερ φέρεται πυκνόν από της πλατείας της Ομονοίας προς την οδόν του Αιόλου. Προσοχή μη μας πατήσουν, ή μη πατήσωμεν ημείς κανέν εκ των απειραρίθμων νηπίων, τα οποία σύρουσι κατόπιν των αι φιλόστοργοι αυτών μητέρες διά να τα διασκεδάσωσι.
Περιττόν, υποθέτω, να σταθώμεν ενώπιον του μικρού αυτού θεατριδίου, το οποίον περικλείει ολόκληρον μία και μόνη ρυπαρά σινδών, και εις του οποίου την ανοικτήν θυρίδα κινούνται ένθεν κακείθεν δυο τρεις πλαγγόνες, συνδιαλεγόμεναι ακατανόητα διά του στόματος του κινούντος αυτάς θεατρώνου. Είνε τόσον αδέξιαι, ώστε ουδέ να δαρώσι καν προσηκόντως δεν κατορθόνουσιν. Ας προχωρήσωμεν. Α! Ιδού ευθύς έν κάρρον, του οποίου οι κάτοικοι διασκεδάζουσιν αναντιρρήτως, αδιαφορούντες αν διασκεδάζουν και οι θεαταί των. Ηλείφθησαν προχείρως ό,τι χρώμα είχε πρόχειρον ο γείτων των βαφεύς, άλλος κυανούν, άλλος ερυθρόν, άλλος κίτρινον, και άλλος ολιγαρκέστερος ολίγην ασβόλην από της εστίας του. Εφόρεσαν ό,τι εύρον· οι μεν το πάπλωμά των, οι δε των συζύγων των τα φορέματα, άλλοι πίλους υψηλούς, και άλλοι σπυρίδας ανεστραμμένας. Έζευξαν εις το ταραχώδες των άρμα έν έτι άλογον περιπλέον, εκάθισαν επ' αυτού ένα των σύντροφον, όστις σοβαρός και ατάραχος επιδεικνύει τας μέχρι μηρού γυμνάς και κιτρινοβαφείς ρωμαλέας του κνήμας, και αφού δι' ολίγων οκάδων ρητινίτου εκανόνισαν προσηκόντως την ψυχικήν των διάθεσιν, εκίνησαν θριαμβευτικοί, άδοντες και αλαλάζοντες, ουδόλως δε ανησυχούντες περί του παρισταμένου πλήθους, όπερ ουδέ να κυττάξωσι καν καταδέχονται. Δεν ειξεύρω διατί, αλλά μ' αρέσκουσιν οι μιλτοπάρειοι αυτοί αρματηλάται. Ουδέν εμπαίζουσιν, ουδ' έχουσι την αξίωσιν να εμπαίξωσι. Διασκεδάζουσι μόνον, διότι τούτο και μόνον ηθέλησαν, και εννοούσι τας Απόκρεω κατά την αληθή και φυσικήν αυτών σημασίαν, απαράλλακτα όπως εννόουν τα Κρόνια του οι παλαιοί Ρωμαίοι. Τους προτιμώ μυριάκις των ανόστων δομινοφόρων, δι' ων ο αύξων πολιτισμός του ελληνικού και η ξενική μίμησις αντικατέστησαν σήμερον τους παλαιοτέρους μακηδόνους, τους κουδουνάτους, τους διαβόλους, τους ψαράδες και τους τουρκαλάδες.
Ολίγον περαιτέρω, επί της πλατείας της Τραπέζης, παίζουσι τα πασίγνωστα ρόπαλα. Τα γνωρίζεις βεβαίως εν πάση αυτών τη αηδία και ρυπαρότητι, ώστε περιττόν είνε να σταματήσωμεν. Non guarda e passa· ας ρίψωμεν δε μόνον, αν θέλης, μίαν δεκάραν εις τον τενεκέν του θεατρώνου. Παρέκει προφαίνεται από της παρόδου των Αγίων Θεοδώρων το γεγηρακός ήδη αλλά παραδόξως ανανεωθέν εφέτος Γαϊτανάκι. Κερδοσκοπική και αυτή μεταμφίεσις, ως τα ρόπαλα και το διά πλαγγόνων θέατρον, άτινα προ μικρού απηντήσαμεν. Διαφέρει δε μόνον κατά τούτο εκείνων, ότι οι θιασώται του είνε εφέτος καθαριώτερον και ευπρεπέστερον ενδυμένοι, μολονότι τα λευκά σανδάλια των κυριών των, όσον ευρείας και αν έχωσι τας διαστάσεις, υποφέρουσι τα πάνδεινα υπό των έτι ευρυτέρων ποδών τους οποίους περικλείουσι.
Δόξα τω Θεώ! Ιδού και είς ευφυής μασκαράς. Είνε αψόγως ενδεδυμένος μελανήν αναξυρίδα και μελανόν επενδύτην, κομβωμένον μέχρι πώγωνος, φορεί υψηλά μέχρι γονάτων υποδήματα, φέρει πτερνιστήρας ηχηρούς και μεγάλους, και κρατεί μάστιγα. Έχει το ήθος αύταρκες και το βήμα βαρύ, πάλλει δε την μάστιγά του, ως άνθρωπος έτοιμος να μαστίση τον πρώτον, ούτινος ήθελε τον δυσαρεστήσει το ήθος. Αντί παντός προσωπείου, καλύπτει την κεφαλήν αυτού ολόκληρον ωραία και επιτυχεστάτη όνου κεφαλή. Μαντεύεις βεβαίως, τι ήθελε να σατυρίση· πολύ φοβούμαι όμως, μη το μαντεύσωσι και άλλοι εντός ολίγου, και ο τολμηρός σατυριστής επιστρέψη εις την οικίαν του μώλωπας φέρων πολλούς από τινός αρειμανίου χειρός και μετάνοιαν πλείονα της τόλμης του.
Ας προχωρώμεν εν τούτοις, καταστέλλουσαι όσον δυνατόν την περιέργειάν μας, διότι το πλήθος είνε πυκνόν, και το ρεύμα του δεν επιτρέπει ανέτους παρατηρήσεις. Άλλως τε και δεν έχομεν τι περίεργον να παρατηρήσωμεν. Ούτε ο νεανίσκος αυτός, όστις θέλει δήθεν να σατυρίση τους γυναικείους συρμούς, και περιεβλήθη προς τούτο παν δυνατόν και ακατονόμαστον ράκος· ούτε οι εφ' αμάξης εκείνοι δύο, οίτινες έκρυψαν τας μικράς των κεφαλάς εντός μεγαλειτέρων εκ ναστοχάρτου, τας οποίας αναγκάζονται να υποκρατώσι διά των χειρών των· ούτε ο μείραξ αυτός, όστις εφόρεσε πορφυρούν επώμιον και πορφυράν φενάκην και διευθύνει μόνος του το κομψόν του αμάξιον, είνε θεάματα παρατηρήσεως άξια. Ας κάμψωμεν λοιπόν την γωνίαν της Ωραίας Ελλάδος, και ας τραπώμεν την οδόν Ερμού.
Πλήθος συμπαγές, εντός του οποίον μόλις κατορθόνει να κινήται η δεξιά πάντοτε βαίνουσα σειρά των αμαξών, εξώσται πλήρεις περιέργων, αλλ' ουδ' είς σχεδόν μετημφιεσμένος, εκτός των εποχουμένων δομινοφόρων. Αδύνατον να στραφώμεν προς τα οπίσω· ας αφήσωμεν να μας κινή το ρεύμα.
Α! τέλος πάντων ας αναπνεύσωμεν! εφθάσαμεν εις την πλατείαν του Συντάγματος. Εδώ ημπορούμεν κάπως να κινηθώμεν και μόναι μας. Ημπορούμεν δε και να σταθώμεν εις καμμίαν γωνίαν, διά ν' απολαύσωμεν την χαριτωμένην θέαν του θαυμασίου αυτού επικηδείου ρήτορος, όστις οτέ μεν εν περιπαθεί κατανύξει οτέ δε μετά ζωηρού ενθουσιασμού εκφωνεί επικήδειον λόγον εις τεθνεώτα . . . . όνον, τον οποίον σύρει μεθ' εαυτού εντός κάρρου, και εξαίρει τας πολυειδείς του μακαρίτου υπηρεσίας προς την πατρίδα. Σημείωσε και αυτόν ως δεύτερον ευφυά μετημφιεσμένον, και ας προχωρήσωμεν προς την οδόν Σταδίου.
Τι είνε αυτοί; Φουστανελλοφόροι αρειμανείς, πάλλοντες τα κυρτά των ξίφη, στρήφοντες τον μύστακά των, και περικυκλούντες εν αλαλαγμώ τον αρχηγόν αυτών, όστις ιππεύων σοβαρώτατον όνον και ανέτως επί μαλακών προσκεφαλαίων αναπαυόμενος, αρκείται καπνίζων την καπνοσύριγγά του εν πλήρει ψυχική γαλήνη. Τίνα εκστρατείαν άρα γε παρωδεί η κωμική αυτή πομπή; Το παριστάμενον πλήθος φαίνεται κατενθουσιασμένον. Φωνάζει, επευφημεί, κροτεί τας χείρας, και κραυγάζει μετά παραφοράς την φράσιν του συρμού: Κόφ' το! Κόφ' το!
Αλλά τι λοιπόν σημαίνει η παράδοξος αυτή φράσις; Ουδέν άλλο ή: Αρκεί! Φθάνει! Αρμόζει δεν αρμόζει, ο λαός υποδέχεται δι' αυτής και συνοδεύει πάντα παρερχόμενον μετημφιεσμένον και ιδίως τους κομψούς δομινοφόρους των αμαξών, προς τους οποίους, μα την αλήθειαν, δεν φαίνεται αδίκως αποτεινομένη η κραυγή του πλήθους. Είνε τόσον άνοστοι! τόσον άνοστοι! . . . Αν δε θέλης να μάθης και πόθεν η καταγωγή του Κόφ' το, λυπούμαι μη δυναμένη να σου μεταδώσω ακριβές τι και οριστικόν. Συζήτησις γίνεται μεγάλη τας ημέρας αυτάς εν Αθήναις, γνώμαι συγκρούονται πολλαί περί της φύτρας και ρίζης του πράγματος, λογομαχία αυτόχρημα βυζαντηνή ανεπτύχθη μεταξύ των αρμοδίων, αλλά δεν κατωρθώθη έτι να διαλευκανθή, ως λέγουσιν οι φιλόλογοι, το ζήτημα. Πιθανώτατον φαίνεται, ότι αφορμήν έδωκε πρώτην εις το Κόφ' το γηραιός τις εφημεριδοπώλης, αγαπών υπερβολικά τα πνευματώδη ποτά, και σταματών συχνά πυκνά προς της θύρας των οινοπωλείον, ίνα δροσίζη τον κουραζόμενον λάρυγγά του δι' αλλεπαλλήλων ρακοποτίων. Τα ζιζάνια των οδών, άτινα εβαπτίσθησαν προσφάτως επί το ποιητικώτερον υποδηματοσμήκται, — οι άλλως αμαθέστερον και ευνοητότερον λούστροι καλούμενοι, — ήρχισαν φωνούντα Κόφ' το εις τον δυστυχή εφημεριδοπώλην, και εκ τούτου η φράσις. Άλλοι, ως προείπον, λέγουσιν άλλα· αλλ' ημείς και αι δύο είμεθα απερίεργοι, και δεν ανησυχούμεν, εννοείται, πολύ προς την τύρβην των πολυπραγμονούντων, εις τους οποίους πολύ φοβούμαι, ότι πρέπει επί τέλους, αρμοδιώτατα αυτήν την φοράν, να φωνήση τις Κόφ 'το.
ΙΘ'.
Εν Αθήναις τη 2 Μαρτίου 1880.
Είνε σήμερον η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, και η πόλις ολόκληρος, μεταμφιεσθείσα σύσσωμος από της χθες εσπέρας . . . καλύπτεται σήμερον διά παχείας χιόνος. Μετημφιέσθη, βλέπεις, η πόλις αντί των κατοίκων της, οι δε κάτοικοί της θρηνούσι και ολοφύρονται και κόπτονται και βλασφημούσι, διότι ο καιρός εχάλασε τας διασκεδάσεις των.
Αν ανήκον εις τους ευλαβείς εκείνους και θεοσεβεστάτους θεολόγους, οίτινες προτείνουσι να κρεμασθή ο καθηγητής Ζωχιός, διότι αναπτύσσει τας θεωρίας του Δαρβίνου από της πανεπιστημιακής καθέδρας, και τον πρόσφατον θάνατον χρηστού ανδρός απέδωκαν εις οργήν του θεού, τιμωρήσαντος δήθεν τον υποστηρίζοντα την διάλυσιν των μοναστηριακών κηφηνείων, θα απέδιδα και εγώ τον αιφνίδιον αυτόν χειμώνα εις οργήν θεϊκήν, τιμωρούσαν επί τη παραλυσία των τους από ενός ήδη και ημίσεος μηνός διασκεδάζοντας και μη χορτάσαντας ακόμη Αθηναίους. Αν ήμην μετεωρολόγος, θα έλεγον το πράγμα φυσικόν και προσδοκώμενον, συνδυάζουσα, εννοείται, το βαρόμετρον και τα μετεωρολογικά τηλεγραφήματα, τα ρεύματα των άνω και κάτω στρωμάτων της ατμοσφαίρας, και δεν ηξεύρω πόσα άλλα πράγματα ακόμη. Αλλ' ουδέν εκ τούτων είμαι, και αρκούμαι επομένως οδυρομένη και εγώ διά τον αιφνίδιον αυτόν και φοβερόν χειμώνα, όστις μας περιετύλιξε διά μιας εις σινδόνα λευκήν, και εσαβάνωσεν ούτως ειπείν τας εφετεινάς απόκρεω, πριν ακόμη ξεψυχήσωσι.
Παράδοξος βεβαίως θα σου φανή η αρχή της επιστολής μου, και απροσδόκητος η αγγελία της πέμπτης και έκτης εκδόσεως χιόνος, την οποίαν εδημοσίευσεν αναχωρών ο Φεβρουάριος. Τι θα ειπής όμως, όταν μάθης ότι εντός μιας και μόνης εβδομάδος είχαμεν όλα τα είδη των καιρών, αιθρίαν και ήλιον, άνεμον και βροχήν, χιόνα και πάγους;
Την παρελθούσαν Κυριακήν χαρά θεού, ως λέγει ο λαός· ήλιος λάμπων και θερμαίνων, ουρανός αθηναϊκός, και πλήθος φαιδρόν εις τους δρόμους. Την Δευτέραν άνεμος φοβερός, και την νύκτα θύελλα αληθινή, αναρπάζουσα τας καπνοδόχας των οικιών, εκριζούσα δένδρα και αναποδογυρίζουσα τας κεράμους των ορόφων. Την Τρίτην . . . αλλοίμονον εις όσους εξήλθον της οικίας των! Οι πίλοι των ίπταντο επί πτερύγων του βορρά ως φύλλα φθινοπώρου, αι ράβδοι των εκυλίοντο εις τας οδούς ως κάρφη αχύρων, αι κνήμαι των απέμενον αδρανείς εν μέσω του πεζοδρομίου, και η αναπνοή των εκόπτετο ως υπό αντλίαν πνευματικήν. Την τετάρτην και την πέμπτην ημέραι πάλιν φωτειναί και χλιαραί, ημέραι έαρος, μεταγγίσασαι τας Αθήνας ολοκλήρους εις τας εξοχάς των περιχώρων και τους αγρούς, όπου τρυφερός εσείετο ο νεογενής χόρτος υπό την μαλακήν πνοήν ανεπαισθήτου αύρας. Έλεγέ τις ότι ο Μάιος, ωφελούμενος από τας Απόκρεω, περιεφέρετο incognito εις την χλοεράν πεδιάδα, όπου ευφυείς τινες ανεμώναι τον εννόησαν και προέκυψαν πρώιμοι εις προϋπάντησίν του. Ηπατάτο όμως όστις το έλεγεν. Ήτο ο Φεβρουάριος, ο ελεεινός και δύστροπος Κουτσοφλέβαρος του λαού, όστις εμασκαρεύετο και αυτός προσωρινώς και υπεκρίνετο τον Μάιον, αλλ' έμενεν όμως πάντοτε κατά βάθος ο παροιμιακός μην του ψύχους και του βορρά. Την ιδίαν ευθύς εσπέραν μας έφερε βροχήν παγετώδη, και την επομένην πρωίαν ελαφραί χιόνος νιφάδες απεπειρώντο να στρώσωσι λευκάς των οικιών μας τας στέγας. Δεν το κατώρθωσαν την ημέραν εκείνην, αλλά το κατώρθωσαν όμως την επομένην, καθ' ην ο ορίζων των Αθηνών μετεβλήθη διά μιας εις ορίζοντα του Βερολίνου, και το θερμόμετρον κατέβη εις 6 βαθμούς υπό το μηδέν, και αι μύται μας εκοκκίνησαν ως μήκωνες ανθηραί. Σήμερον τέλος εξυπνήσαμεν, και αι Αθήναι είχον την όψιν πλακούντος αφρώδους, εκ των ωραίων εκείνων, τους οποίους, ενθυμείσαι, τόσον λαιμάργως άλλοτε κατεπίναμεν εις Αϊδελβέργην. Μιας σπιθαμής, — ακούεις; — μιας σπιθαμής είχε πάχος η χιών· και καθ' ην ώραν σου γράφω,
εν πέντε σισύραις εγκεκορδυλημένη,
πίπτει πάντοτε πυκνή και αδρά, ως πίπτουσιν από τινος αι ιδέαι πυκναί και αδραί εντός του ελληνικού βουλευτηρίου, όπου θα έμαθες βέβαια εκ των εφημερίδων, οποίον ηρωικόν θόρυβον παρήγαγεν εσχάτως μία μας ομόφυλος, ανανεώσασα τας παραδόσεις της παλαιάς αγοράς, και τακτικόν συνάψασα διάλογον από των ακροατηρίων προς τους εν τη αιθούση . . . αγορεύοντας.
Φαντάζεσαι οποίαν λύπην, οποίαν αγανάκτησιν, οποίαν απόγνωσιν παρήγαγεν η παράδοξος αυτή και απευκταία του χειμώνος εμφάνισις εν τέλει των αθηναϊκών Κρονίων. Εκτός ίσως των οικοδεσποτών και των αμφιτρυώνων, οίτινες εύρον ευπρόσδεκτον αφορμήν να κλείσωσι τους οίκους των προς τον βορράν και τους . . . μετημφιεσμένους, πάντες οι άλλοι, οι θέλοντες να χορεύσωσιν, οι θέλοντες να μεταμφιεσθώσιν, οι θέλοντες να σεριανίσωσιν, οι θέλοντες να ίδωσι τέλος πάντων, είνε απαρηγόρητοι. Δεν σου λέγω το φυσούν και δεν κρυόνει, κατά την παροιμίαν, καθότι περί του τελευταίου τούτου φροντίζει ο βορράς και η χιών, αλλ' αναντιρρήτως το φυσούν και δεν ζεσταίνεται. Δεν εννοούν, πώς είνε δυνατόν να μη διασκεδάσωσι την τελευταίαν Κυριακήν των Απόκρεω, αφού διεσκέδασαν ήδη έξ άλλας Κυριακάς, και έξ άλλα Σάββατα, και έξ άλλας εβδομάδας. Και πώς διεσκέδασαν, και πώς μετημφιέσθησαν! Το γνωρίζεις ήδη αρκετά, διότι όλα μου τα γράμματα από δύο σχεδόν μηνών δεν ήσαν άλλο τίποτε ή χρονικά των αθηναϊκών διασκεδάσεων, και χρονικά ατελή — σημείωσε, — διότι εν μέσω του κατακλυσμού εκείνου της ευθυμίας και της τέρψεως, όπου επί έξ όλας εβδομάδας έπλεεν αμέριμνος η χορευτική των Αθηναίων κιβωτός, πολλάς κατ' ανάγκην ελησμόνησα εσπερίδας και πολλούς παρέλειψα χορούς. Ούτε τας ωραίας εσπερίδας της Κυρίας Σ. σου εμνημόνευσα, αίτινες ανά πάσαν Δευτέραν συνεκέντρουν εντός πολυτελεστάτων αιθουσών το άνθος του αθηναϊκού κόσμου, ούτε τας συναστροφάς της Κυρίας Δ., όπου ολίγος μεν αλλ' οικείος και εύθυμος όμιλος παρέτεινε μέχρι της τετάρτης πρωινής ώρας το ταραχώδες cotillon, ούτε άλλας μεμονωμένας και μικροτέρας νυκτερινάς ομηγύρεις, των οποίων και τώρα πλέον, — κατόπιν εορτής — θ' απέβαινε μακρά και η απλή μόνον απαρίθμησις.
Και αυτήν όμως την τελευταίαν εβδομάδα, ης αι άπληστοι Αθήναι θρηνούσι σήμερον χιονοσκεπείς την τραγικήν καταστροφήν, δεν εμείναμεν άγευστοι πλακούντων ουδέ άποτοι λεμονάδων. Πλην του ωραίου χορού της Κυρίας Λ., δι' ου φαιδρώς εωρτάσθησαν οι πρόσφατοι αρραβώνες ζεύγους νεαρού, πλην του δευτέρου χορού της εν Πειραιεί Λέσχης, όστις επέτυχεν, ως λέγεται, πολύ περισσότερον του πρώτου, η παρά τη Κυρία Ν. Σ. λαμπρά εσπερίς της παρελθούσης πέμπτης υπήρξεν αληθώς η μεγαλοπρεπεστέρα προπομπή των εφετεινών απόκρεω, και αφήκεν ανεξάλειπτον την μαγευτικήν της εντύπωσιν εις πάντων των προσκεκλημένων την μνήμην. Ούτε των ωραίων αιθουσών η πλήρης καλαισθησίας διακόσμησις, ούτε η χάρις των κυριών και των εσθήτων αυτών ο πλούτος, ούτε η περί πάντα τάξις και ευρυθμία, αίτινες εμαρτύρουν ότι τοιούτου είδους υποδοχαί ουδέν ήσαν το ασύνηθες διά τους οικοδεσπότας, ούτε το ωραίου διπλούν δείπνον και το πρωτοφανές διπλούν cotillon ήσαν τα κύρια θέλγητρα της μοναδικής εκείνης συναναστροφής. Υπέρ πάντα ταύτα επέλαμπε και εζωογόνει και εφαίδρυνε την ομήγυριν η ανέκφραστος εκείνη χάρις, ης η οικοδέσποινα κατέχει το μυστήριον, η φυσική εκείνη και εγγενής ούτως ειπείν προσήνεια του ήθους, το ανεπιτήδευτον και όμως διακεκριμένου των τρόπων, η αβρά εκείνη φιλοφροσύνη, ήτις vous met si bien a votre aise, όπως λέγουσιν οι Γάλλοι, και όπως δυστυχώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ημείς ακόμη ελληνιστί, στερούμενοι πιθανώς την έκφρασιν διότι στερούμεθα εν γένει και το πράγμα.
Ως προς τους μετημφιεσμένους, ή μάλλον ειπείν τους θέλοντας να μεταμφιεσθώσι, μη νομίσης ότι τους εζημίωσε και πολύ η χθεσινή και σημερινή χιών. Αν απέκλεισεν αυτούς από τον δρόμον, προς μεγίστην λύπην των κεχηναίων, οίτινες μόνον προς τον συννεφή ουρανόν δύνανται σήμερον ν' αποτείνωσι το ευφυές των Κόφ' το, ήνοιξεν όμως εις αυτούς τας οικίας, όπου εκόντες άκοντες ανοίγουσι τας θύρας του οι οικοδεσπόται προς τα χιονόπαστα στίφη, άτινα, καίτοι ριγούντα και τρέμοντα, εννοούσι να αναπτύξωσιν υπό το προσωπείον τον πενιχρόν της ευφυίας των σπόρον. Τινές μάλιστα των αμφιτρυώνων και προσεκάλουν ήδη προ ημερών τους κομψούς δομινοφόρους διά της ανεκτιμήτου ταύτης φράσεως· «Αύριον δεχόμεθα μασκαράδες. Έρχεσθε και σεις;»
Εννοείς λοιπόν τι έγεινε χθες την νύκτα, και τι θα γείνη πιθανώτατα και απόψε. Φαντάζεσαι οποία ποσότης ευφυολογίας έχει να δαπανηθή, και πόσον θα διασκεδάσουν οι συνάγοντες υπό την στέγην των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύστομα σμήνη, άτινα εισέρχονται, τρώγουσι, πίνουσι, χορεύουσι, λέγουσιν ό,τι φθάσωσιν, εντείνοντα μέχρι κρωγμού την φωνήν των, και απέρχονται άγνωστα και κατευχαριστημένα.
Κατευχαριστημένα; Όχι πάντοτε δυστυχώς, διότι και η διασκέδασις αυτή έχει ενίοτε την σκιεράν της όψιν. Άκουσε, να γελάσης. Προ ολίγων ημερών ευάριθμος αλλά φαιδρά δομινοφόρων ομάς περιήρχετο εσπέραν τινά τας οδούς των Αθηνών ζητούσα διασκέδασιν και χορόν εις πάσαν οικίαν, της οποίας έβλεπε φωτισμένα τα παράθυρα. Τοιαύτη έτυχε την εσπέραν εκείνην και οικία τις, όπου κατώκει άλλοτε γνώριμον εις τους φίλους μας πρόσωπον. Οι εύθυμοι νυκτοπλάνητες είδον φως εις τα παράθυρα, υπέθεσαν φυσικώς ότι ο φίλος των έδιδε συναναστροφήν, και χωρίς τινος δισταγμού εζήτησαν διά του αμαξηλάτου των την άδειαν να αναβώσιν. Η άδεια, εννοείται, τοις εδόθη, και μετ' ολίγον οι μετημφιεσμένοι μας ευρίσκοντο εν μέσω ομηγύρεως κυρίων και κυριών, των οποίων . . . . παραδόξως ουδένα κατώρθωσαν ν' αναγνωρίσωσιν. Οι θορυβωδώς υποδεχθέντες αυτούς είχον άψογον την ενδυμασίαν, αλλ' ουχί εντελώς άψογον και την γλώσσαν, ουδέ τους τρόπους υπερβαλλόντως κοσμίους.
— Πού διάβολον επέσαμεν! εψιθύριζεν ο είς των δομινοφόρων.
— Πού είνε ο κύριος Λ; έλεγεν ο άλλος, και εννόει τον προ τεσσάρων μηνών μετοικήσαντα οικοδεσπότην.
— Δεν γνωρίζω ψυχήν! παρετήρει τρίτος, και πάντες έμενον βωβοί και κατάπληκτοι, ότε είς των χορευτών, ρωμαλέος και πορφυρούς την όψιν Ηρακλής, πλησιάζει εις τον παρείσακτον όμιλον, και ερωτά διά βροντώδους φωνής·
— Έχετε άδειαν;
— Βέβαια. Εζητήσαμεν άδειαν, πριν αναβούμεν.
— Καλέ άδειαν από τον οικοκύρην . . . έχετε;
— Δεν ειξεύρομεν πού είνε ο οικοκύρης· ημείς εστείλαμεν τον αμαξάν μας, και μας είπεν ότι ειμπορούμεν . . .