← Table of contents
Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Front matter (continued 3)

Reading edition

— Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος.

— Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το [θρόνο…

— Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε…

— Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε… Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου, Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι, Που μέρα νύχτα με κεντά… Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου;

— Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου.

— Θανάση, θα γνωρίζης Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα Μας δένει τώρ' από καιρό… Σπαθί, φωτιά, τουφέκι, 'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε. Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα.

— Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου, Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη Σκοτώνεις τους συντρόφους σου…

— Διάκε, νερό κι αλάτι… Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται… Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια… Στοχάσου… η ώραις φεύγουνε… και πες μου, ναι ή όχι;

— Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη, Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι.. Πριν απαντήσω… το φιλείς;

— Και τι σημάδια φέρνει;

— Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου. Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα Κ' επανωθέ του το Σταυρό…

— Θανάση… ναι ή όχι;

— Όχι… δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου Δε δίνω μια σταλαματιά.

— Το κρίμα στο λαιμό σου… Οσμάν!… πώς ήρθες;… τι θα πης;

— Ομέρπασα, ο Βεζήρης, Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις Κι αλόγωνε ποδοβολή… Δειλιάζει, ανατριχιάζει Ο λύκος της Αρβανιτιάς… τρέμ' η φωνή του… αχνίζει.

— Θανάση, το κεφάλι μου…

— Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου Το μυστικό σου θα ταφή …τώχω βαθειά κρυμμένο. Και συ τι θέλεις από με;… 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω.

— Δος μου, το δαχτυλίδι μου.

— 'Σ τα χέρια σου, Θανάση, Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση.

— Εδώ… 'ς το στόμα… γρήγορα… φέρε το…πίθωσέ το.

Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος. Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση 'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι.

Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του Έσταζεν αίμα και χολή…

— Ομέρπασα Βριόνη, Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης, Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι, Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης… Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη Και τώρα σαν κ' εμούδιασες!

— Βεζήρη, οι αρβανίταις, Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν.

— Και μάλιστα όταν λάχη Νάναι παληοί των σύντροφοι… Εμείς, ανατολίταις, Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε, Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα. Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο, Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση. Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια 'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας, Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου… Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε;

— Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους 'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους· Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη, Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν.

— Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση, (Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο, Ή θα ταρπάξη το πουλί… Πούναι το παλληκάρι Που χτες μ' ανδρειευότουνε;

— Εδώμαι, και σ' ακούω.

— Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης Και να δεχτής την πίστη μου;

— Κιοσέπασα δε θέλω.

— Θα να σε ψήσω ζωντανόν.

— Εμείς οι παληοκλέφταις Έχομε σάρκα κάκοψη.

— Χαλήλμπεη!.. δικός σου.

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219

Βότανα, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το δημώδες.

Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη.

» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219

Αψάδα, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει θυμόν. Αψής θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων.

» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219

Διάνεμα, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν.

» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220

Αναλαμπή η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και αυτή η θερμότης της φλογός.

» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221

Λιοβόρι βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός.

» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221

Αντιρίμματα οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί.

Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221

Κυβέρτι το κύβεθρον, η κυψέλη. Γονός η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε.

Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο γονός. Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων.

Ο γονός εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης, απέρχεται προπορευομένης της Ανάσσης. Την αποχώρησιν ταύτην ως και την πρώτην έξοδον του γονού εκ της κυψέλης ήκουσα να χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »Εκίνησεν ο λαός.» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων» αντιστοιχεί πληρέστατα προς το λαός.

»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222

Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί γάλακτος αποσυντεθειμένου. « Έκοψε το γάλα.»

Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222

Ασπρογαλιάζει και ασπρογάλιασμα, το υπόλευκον χρώμα του ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας.

»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223

Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις εύστοχον εκλογήν των παλληκαρίων.

Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα, Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224

Ριζιμιό, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »πέτρα πλεούμενη.»

Χαραμάδα τα σκίσματα εν γένει.

Γενειάζει επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων.

Πλοκός σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία αύτη δηλούται διά του υφαίνω.

Γεροβολιά Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον.

Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225

Σύφλογο η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε το σύφλογο»!

Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225 Ανεμοριπή ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο προς δήλωσιν καταστροφής. »Μας επήρε η ανεμοριπή.»

Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226

Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται.

Με τον Αλέξη Νούτσο

Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο. Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226

Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ.

Κίτσος Κονταξής εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας, υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου.

Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου.

Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι' απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το κοράσιον.

Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας, απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της επανόδου της Βασιλικής.

Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή, ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη, διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον τέκνον.

Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον αντιπάθειαν του κορασίου.

Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων.

Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών.

Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου.

Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του, της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου παραδείσου.

Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος των πολεμίων.

Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή.

Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού, καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835.

Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή.

Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227

Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » Τούπε ο Κυρ Μάνθος» εταυτίζετο προς το αυτός έφα. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη εν Μετζόβω.

Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη.

Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228

Το »απ' άκρη ς' άκρη» και το χώμα κλαρί και πέτρα, ήσαν ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η απόλυτος κατοχή κτήματός τινος.

Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228

Νερό κι αλάτι φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου.

Το κρίμα 'ς το λαιμό σου.

Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »Νίβομαι, κι απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι.» Και τα παραπλήσια.

Φέρε το… πίθωσέ το. σ. 230

Πίθωσε είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος τοποθέτησις πράγματός τινος.

Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232

Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα

Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232

Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου.

'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232

Ρογός το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου.

Να κλαίτε το μερμήγγι. Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233

Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν.

Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233

Το «και σ' ακούω» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών.

Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233

Κάκοψος περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του κάλοψος. Τραχύς, αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ.

Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω 'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο 'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι, Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα, Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση, Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη, Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη.

»Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη »Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι.»

Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο, Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα.

Τον επατούσαν τάλογα κι άγρια μεθυσμένα Τόνε δαγκούν 'ς το πρόσωπο. Ταγέρι φορτωμένο Φοβέραις και περίγελα και φλογισμένα χνώτα Τριγύρω του εκουφόβραζε… Κανένα χηλιδόνι Δε φαίνεται 'ς τον ουρανό να τον παρηγορήση… Ο δρόμος ατελείωτος!.. Δεξιά, ζερβιά του τοίχος Ανταριασμένοι οι Γκέγκιδες… τους ανακράζει ο Διάκος… »Δεν είν' κανένας από σας καθάριος Αρβανίτης »Να εντρέπεται τη γύμνια μου, την καταφρόνεσή μου, »Να μου φυτέψη ψυχικό 'ς το μέτωπο ένα βόλι;… »

Βουβοί δεν εταράχτηκαν, τόνε θωρούν με τρόμο. Εφούσκονε ο κατακλυσμός… 'Σ το διάβα του ένας χτύπος Ακούστηκε μικρός.. μικρός, σαν νάθε ξεροσκάση Του λύκου τανασήκωμα, σαν νάθε απλώσει χέρι 'Σ του πιστολιού το σκάνδαλο… Ανάμεσ' από τόσους Μήπως εξύπνησε κανείς, όπου ήταν παλληκάρι;.. Ξαφνίστηκε ο Χαλήλμπεης..

— Σκυλί, όποιος κι αν ήσαι Τον έχω λάβει χάρισμα… είναι δικό μου ψώνι.. Μάθε το… κάτου τ' άρματα…

Και σαν τη νυχτερίδα Κολλάει 'ς του Διάκου τα μαλλιά. Ξανάφτουνε οι φονιάδες. Αψόνει πάλ' ο θόρυβος. Τρέχουν, πηδούνε, σκούζουν Κι' αποσταμένοι πλακωτοί 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο Αράζουνε και στέκονται. Ακίνητος ο γύφτος Το φοβερό το σύνεργο 'ς τα χέρια του εκρατούσε, Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. Εμπρός του, πίσω του βαθειά, διχαλωτοί δύο ψήσταις Μπηγμένοι βρίσκονται 'ς τη γη. Ο πρώτος 'ς το κεφάλι, Ο δεύτερος 'ς την ποδαριά. Σωρός χλωρά κλονάρια, Και θράκια που ξεσπίθιζαν… Το δένδρο παραστάτης.

»Πλάστη μεγαλοδύναμε! Χριστέ! παράλαβέ με. »Βρέξε 'ς τη φλόγα μου δροσιά και κάμε αυτήν τη στάχτη »Που θα ν' αφίση το κορμί του δούλου σου, Πατέρα, »Να μη την πάρη ο άνεμος και να μη μείνη στείρα.»

Είπε και παραδόθηκε. Δεμένος 'ς το δρομάρι Ο μάρτυρας σιγά σιγά, παρακαλεί τη φλόγα Με τον καπνό τη σάρκα του, πούταν γυμνή να κρύψη.

Γυρίζει ο γύφτος το σουβλί… Το χέρι του ανεμίδι… Κι' όταν εμένανε νεκρά καμμιά φορά από δείλια Ταφωρεσμένα δάχτυλα και τάφρυγεν η πύρη, Τότε ξυλιαίς και σάλαγος, κεντήματα και πέτραις. Φωνάζει κι' ο Χαλήλμπεης…

— Παληόγερε, ανδρειέψου… Μέριασε εκείνο το δαυλί… για ιδές, ανάθεμά το Τι γλώσσαις όπου επέταξε, και πώς τον έχει ζώση!… Θα τον ρουφήξη γρήγορα… Ταράξου.. μέριασέ το…

Κι' όσο κι' αν έσπρωχνε ο φονειάς το μυστικό το ξύλο Τόσο ο καπνός τον έπνιγε, τόσο θεριεύει η φλόγα. Διώχνει το γύφτο η αναλαμπή κι' ο κόσμος τρομασμένος Φεύγει το στόμα του στοιχειού. Ανάφτουν τα δεμάτια Πούσαν τριγύρω σωριαστά… Του ρουπακιού τα φύλλα Φωτοκαμμένα ρεύουνε… Κανένας δεν ξανοίγει Πούναι του Διάκου το κορμί 'ς αυτήν τη καταβόθρα.

Κατακαθίζουν η φωτιαίς… τρέχουν σιμά με φόβο.. Άφαντο τάγιο λείψανο!.. Σκαλίζουνε τη στάχτη Μην εύρουν ένα κόκκαλο, μη ιδούν ένα σημάδι… Τίποτε!.. δεν πιστεύουνε… Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν Τα πεθαμένα κάρβουνα… Τίποτε!.. χτύπα, κέντα, Μια σπίθ' αστράφτει από τη γη… Σηκόνουνε τα μάτια Και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι Που ανέβαινε 'ς τον ουρανό… Πότε, Θανάση, πότε; Θα νάρθη πάλε να μας βρη και ποιος θα το φορέση Το φυλαχτό σου τακριβό;.. Πότε, Θανάση, πότε;…

Ρυάζονται, φεύγουν τα θεριά. Κλεφτά, κλεφτά κι' ο γύφτος Χωνεύει 'ς την κουφάλα του. Κανείς δεν απομένει Παρ' η αχτίδες του ηλιού, που ασπάζονται το μνήμα.

Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.

Προσάναμμα, αποκλάδι. σ. 251

Προσάναμμα ξηροί λεπτότατοι κλαδίσκοι, δι' ων ανάπτει τις φλόγα.

Αποκλάδια κυρίως αι των αμπέλων κλαδευόμεναι ράβδοι και χρησιμεύουσαι εις τον αυτόν σκοπόν.

Χλωροκομμένο φρύγανο, σ. 251

Φρύγανον, φύλλα, κλαδίσκοι, σχίζαι, όταν αναμεμιγμένα παραδίδωνται εις το πυρ.

Επέρασε απ' το νου του Φτωχή, κακογεράματη, κ' η δύστυχή του η μάνα Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση. σ. 252

Η μήτηρ του Διάκου προ ολίγων μόνον ετών ετελεύτησε. Καθ' ην δα έλαβον διαβεβαίωσιν, ο ηρωισμός του υιού της αντημείφθη διά ισοβίου δωδεκαδράχμου συντάξεως!!!

Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι. σ. 254

Παραβλάσταρο ταυτόσημον τω αντιρρίματι, παραφυάς.

Σημαδούρι, εν γένει παν το τιθέμενον και μακρόθεν διακρινόμενον προς διάγνωσιν επικινδύνου τινος μέρους. Κυρίως δε τα βωτία δι' ων σημειούνται αι ύφαλοι χάριν των διαπλεόντων τας θαλάσσας.

Διχαλωτοί δυο ψήσταις. σ. 254

Διχάλα ξύλον αυτοφυώς σχιζόμενον εις δύο διεστώτα μέρη. Ψήστης, σιδηρούν ή ξύλινον εργαλείον υπερείδον τον οβελόν,

Δεμένος 'ς το δρομάρι. σ. 254

Δρομάρι παν επίμηκες ξύλον εν είδει λεπτής δοκού.

Και τάφρυγεν η πύρη. σ. 254

Η εκ του πλησίον λίαν επαισθητή θερμότης καλείται πύρη, η δε υπερβάλλουσα της φλογός λάμψις, αναλαμπή.

Φωτοκαμμένα ρεύουνε. σ. 255

Ρεύω επί φύλλων, ανθέων ή τρυφερών καρπών όταν έκ τινος ατμοσφαιρικής επιρροής αιφνιδίως καταπίπτωσι. Λέγεται δε μεταφορικώς και περί ανθρώπων από χρονίας και μακράς νόσου τηκομένων.

Χτύπα, κέντα. σ. 255

Παραλαμβάνονται εις τον λόγον εις δήλωσιν επιμόνου και επιτεινομένης ενεργείας. Τοιαύτα και τα, »Δώσε, δώσε.» »Χτύπα, βάρει» και τα παραπλήσια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ.

ΑΣΤΡΑΠΟΓ1ΑΝΝΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.

Η υπόθεσις του επομένου στιχουργήματος εύρηται εν ταις σημειώσεσι του τετάρτου άσματος. Σελ. 182 υπό την επιγραφήν «Αστραπόγιαννος — Λαμπέτης.»

ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

»Λαμπέτη, εδείλιασα!… Τα σωθικά μου Άσπλαχνο εθέρισε βόλι, πικρό. Νεκρά 'ς το σκάνδαλο τα δάχτυλά μου Βλέπεις επάγωσαν… Δος μου νερό…»

»Λαμπέτη, εσβύστηκα… Ώραν την ώρα Φεύγ' ανυπόμονη, πετά η ψυχή. 'Σ τα κρύα τα χείλη μου στέκεται τώρα Σκύψε και πιέ τηνε μ' ένα φιλί.»

»Λαμπέτη, χόρτασε τη δύναμή μου. Μέσα 'ς τα στήθια σου θέλω ναυρώ Στερνό λημέρι μου, θέλω η πνοή μου Ναυρή 'ς τα σπλάχνα σου τον ουρανό.»

»Μόχτα κ' επλάκωσαν σαν άγριοι σκύλοι Για το κεφάλι μου… τι καρτερείς;… Φορτώσου τάρματα, το καρυοφύλλι, Κόψε με γρήγορα… μη μ' αρνηθής.»

»Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε με χώμα Το γιαταγάνι σου, κ' είναι θολό… Πώς κλαις;.. τι δέρνεσαι;.. Τρίψε το ακόμα, Μην τρέμεις… ζύγωσε… Δος μου να ιδώ.»

»Το αίμα τάπιστο με το δικό μου Δε θέλω επάνω του νανταμωθή, Φαρμάκι αγλύκαντο μες 'ς το λαιμό μου Δε θέλω σύντροφο κάτου 'ς τη γη.»

»Χτύπα, Λαμπέτη μου!.. Άπλωσε, πιάσε, Σφίξε 'ς τα δάχτυλα τάσπρα μαλλιά… Τα χέρια εσταύρωσα… Μη με φοβάσαι. Κόψε με, πάρε με 'ς την αγκαλιά.»

Ολόρθο επέταξε τάξιο λεπίδι, Ταγέρι εξέσκισε πέρνει φτερό Άστραψ' εσφύριξε γοργό σα φίδι, Το δέντρο ελύγισε 'ς τη γη νεκρό.

Βαρειά σπαράζει φοβερή 'ς το χέρι του Λαμπέτη Η κάρα τ' Αστραπόγιαννου. Το μάτι ανταριασμένο Του σκοτωμένου τρεις φοραίς αναιβοκατεβαίνει Και βασιλεύει σκοτεινό. 'Σ το μέτωπό του η νύχτα Ξαπλώθηκε αξημέρωτη. Δεν άφηκε η ψυχή του Άλλο σημάδι οπίσω της παρά 'ς ταχνό το στόμα, Σα μιαν αχτίδα φεγγαριού 'ς το μάρμαρο του τάφου, Ένα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο 'Σ του γέροντα ταρματωλού τα κάτασπρα τα γένεια.

Σπρώχνει 'ς τη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης, Κι' αρπάζει το δισάκκι του! 'Σ τη μια μεριά φορτόνει Το κρίθινό του το ψωμί, 'ς την άλλη ματωμένο Το λείψανό του τακριβό. Το δάχτυλό του βάφει 'Σ το αίμα πάφριζε 'ς τη γη, σταυρόνει το κουφάρι Και χάνεται 'ς τη λαγκαδιά… Καπνός ο πεζοδρόμος.

Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι Πενήντα Λιάπιδες, τον κυνηγούν. Ο ίσκιος έφευγε, πετά, διαβαίνει… Η νύχτα επλάκονε, λυσσομανούν.

'Σ τη ράχη εμαύρισε σα συγνεφάκι… Αδειάζουν τάρματα… στέκουν να ιδούν Βροχή τα βόλια τους μες 'ς το δισάκκι Τον Αστραπόγιαννο ψόφια χτυπούν.

Ο κλέφτης άνοιξε το πάτημά του, Πηδά χαλάσματα και λαγκαδιαίς, Πέρνει το λείψανο 'ς την αγκαλιά του… Κάλλιο 'ς την πλάτη του χίλιαις βολιαίς.

Αγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι, Τη σάρκα τώτρωγαν, όθε διαβή. Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι, Εμπρός τρισκότειδο, και πίσω εχθροί.

'Σ το χιόνι εβάλτονε το παλληκάρι, Τη γλώσσα τώφρυγε δίψα σκληρή, Νύχτα θεότυφλη χωρίς φεγγάρι Και δεν απόσταινε, πάντα πατεί.

Περνούν μεσάνυχτα κ' η Πούλια σβυέται, Τα πλάγια ασπρίζουνε, σιμόν' η Αυγή. Στέκει.. ακουρμένεται… δεν αγροικιέται Κανένα πάτημα… παντού σιγή.

Ξύπνούν η πέρδικαις 'ς το χαραμέρι. 'Στο λόγγο ερρίχτηκε, γύρω θωρεί… Γνωρίζει ανέλπιστα παληό λημέρι, Τη βρύση εξάνοιξε πώτρεχ' εκεί.

Πάλ' ακουρμαίνεται… γέρνει ταυτιά του. Πέφτει ταπίστωμα, τη γη ρωτά… Χτύπο δεν άκουσε… Μόν' η καρδιά του Μέσα 'ς τα στήθιά του, βαρεί, πετά.

Του φάνηκε ότι εξέφυγε… Εμέτρησ' ένα ένα Τάρματα τ' Αστραπόγιαννου, δεν έχασε κανένα Το μαύρο το κλεφτόπουλο 'ς το φοβερό του δρόμο. Σιμά 'ς τη βρύση εκάθισε, καταίβασε απ' τον ώμο Το έρμο το δισάκκι του… Το μάτι του έχει αντάρα. Απλόνει μες 'ς το σάβανο το χέρι με λαχτάρα… Σφίγγει τα κρύα τα μαλλιά… Ο νους του ανεμοζάλη… Ξεσέρνει το κεφάλι,

Μ' ανατριχύλα το θωρεί. 'Σ τα χόρτα το καθίζει Πέρνει 'ς τη φούχτα του νερό, το νίβει, το χτενίζει, Ζερβιά του βάνει το σπαθί, δεξιά το καρυοφύλλι, Πλένει το στόμα το βουβό και 'ς τα νεκρά τα χείλη Βρίσκει ο Λαμπέτης άσβυστο σαν νάταν πετρωμένο Του γέρου το χαμόγελο γλυκ' αποκοιμημένο. Τότε εξαλάφρωσε η καρδιά, τότ' ένα δάκρυ πέφτει 'Σ το πρόσωπο του κλέφτη.

Έννοιωσ' ότ' είχε την ευχή ταρματωλού μαζί του Και ξεσυγνέφιασε με μιας η θολερή ψυχή του. Του φάνηκε ολοζώντανος εκεί με τάρματά του Ο γέροντάς του νηστικός ότ' έστεκε σιμά του. Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τη φτέρη ξεφυλλίζει Πέρνει ένα κρίθινο ψωμί 'ς τη μέση το χωρίζει Και τη μια σφήνα από ταις δυο τη δίνει 'ς το κεφάλι Κι' αυτός κρατεί την άλλη.

»Ξύπν' Αστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει, Γιατί εκοιμήθηκες τόσο βαρειά; Ξύπνα ο Λαμπέτης σου γλυκά σε κράζει Να ιδής τα φράξα σου, τα κρύα νερά.»

»Τα μάτια σου άνοιξε, ψυχοπατέρα, Να ιδής πού σ' έφερα σε μια βραδειά. Μες 'ς το λημέρι σου μ' ηύρηκ' η μέρα, Τώχω, Αστραπόγιαννε, κρυφή χαρά.»

»Θυμάσαι, ανήλικο μ' είχε πετάξη 'Σ το δρόμο η μοίρα μου, μικρό, μικρό, Τη μάνα οι άπιστοι μούχανε σφάξη 'Σ το λόγγο εκρύφτηκα γυμνό, ορφανό.»

Εδώ επρωτώρθαμε… Μ' ακούς πατέρα;… Εδώ μ' ανάστησες νεκρό, φτωχό. Εδώ με πότισες δροσιά κι' αγέρα Μ' έκαμες έλατο, πατέρα εδώ.»

«Πρώτος συ μώδειξες του εχθρού την όψη Και συ μ' εβάφτισες μες 'ς τη φωτιά. Ποιος να σου τώλεγε πως θα σε κόψη Το χέρι πώμαθες να πολεμά;»

»Ξύπν' Αστραπόγιαννε, και κύτταξέ με Φάγε μ' εμένανε λίγο ψωμί. Φόρεσε τάρματα, χαιρέτησέ με Ξύπνα, ζωντάνεψε κ' ήρθ' η αυγή.»

»Εσύ επρωτόδινες ψηλά 'ς το βράχο Το καλημέρισμα 'ς τον αητό, συ πρώτος έδειχνες 'ς εμέ, 'ς το Ζάχο Το γλυκοχάραμμα 'ς τον ουρανό.»

»Τότ' εξεφύτρωνες σαν κυπαρίσσι 'Σ τα καταράχια μας τρομαχτικό, Τον ίσκιο σου έστελνες να φοβερίση Κάτου τα Σάλονα … και τώρα εδώ.»

»Ο Ζάχος έπεσε .. κήταν γραμμένο Εγώ, Αστραπόγιαννε, πάλ' ορφανό Το ξυλοκρέββατο για σε να γένω Για σε, πατέρα μου, γη να ζητώ.»

Κ' εκεί που ο δύστυχος μοιρολογούσε Με μιας αυτιάζεται… κ' ένα σκυλί Μακρά του φάνηκε σαν κι' αλυχτούσε, Κούφια σαν κι' άκουσε ποδοβολή.

Τα δέντρα εσείστηκαν, τα χαμοκλάδια, Σκιασμένα επρόβαιναν συχνά συχνά Πλατώνια, αγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια… Μην επαγάνιζεν η Λιαπουριά;…

Σκύφτει, ακουρμαίνεται… σιμόν' η αντάρα… Τούβραν το πάτημα 'ς το χιόνι οι εχθροί. Αρπάζει τάρματα, κρύβει την κάρα Πετά, αναλήφτηκε σαν αστραπή.

Τρέχει εδώθ', εκείθε γέρνει Η έρμη φτέρνα 'ς το βουνό, Μαύρο κύμα ανεμοδέρνει Και δε βρίσκει ένα γιαλό.

Τον επήρε γι' αγωγιάτη Χάρος άγρυπνος, σκληρός… Σαλαγάει, βαρεί την πλάτη Πάντα πίσω του ο νεκρός.

'Σ το τυφλό το τρέξιμό του Μες 'ς τη φούχτα του αρπαχτά Για να βρέξη το λαιμό του Πίνει πάχνη και περνά.

Τον εθέριζε άγρια πείνα Και δεν έχει άλλο ψωμί… 'Σ το σακκί του μέν' η σφήνα Τ' Αστραπόγιανου ξερή.

'Σ ταχαμνά τα δάχτυλά του Την επήρε μια φορά.. Θολωμέν' είν' η ματιά του Και τα χείλη του ανοιχτά.

Όλος έτρεμε… 'ς το στόμα Την εζύγωσε σκιαχτά… Δεν αμάρτησε, όχι, ακόμα… Αναστέναξε βαρειά.

Με μιας τώφυγ' ένα δάκρυ, Την εφίλησε γλυκά, Και 'ς τον κόρφο σε μιαν άκρη Την εγώνιασε βαθειά.

Πόσαις μέραις και πού τρέχει Πόσαις νύχταις δε μετρά, Μέσα ο νους του πάντα βρέχει 'Σ την ψυχή του συγνεφιά.

Μες 'ς το λόγγο αν σταματήση Για να πάρη ανασασμό, Κάποιος λύκος θα χουμήση Για ν' αρπάξη το νεκρό.

Καλιακούδαις και κοράκοι Το κεφάλι κυνηγούν, Με τα νύχια απ' το δισάκκι Να το κλέψουν πολεμούν.

Ανδρειεύεται η καρδιά του Τρέχει ακόμα λίγο εμπρός, Μια κρυφή βρίσκει σπηλειά του, Μέσα ρίχνεται ο φτωχός.

Ξεφορτόνεται, δειλιάζει, Γέρνει αναίσθητος 'ς τη γη, Κλει τα μάτια του, πλαγιάζει Και το λείψανο κρατεί.

Κ' εκεί πούτανε θαμμένος Μες 'ς του ύπνου τη νυχτιά, Σ' το πλευρό του ο σκοτωμένος Ανταριάζεται, ξυπνά.

Στέκει εμπρός του… Τα δυο μάτια Κούφια χάσκουνε πλατειά. Πέφτ' η σάρκα του κομμάτια Τα δυο χείλη λαγγαδιά.

Το γλυκό χαμόγελό του Λίγο λίγο είχε σβυστή Και περνούν 'ς το μέτωπό του Μαύρα γνέφη εδώ κ' εκεί.

»Παιδί μου, εγέρασε το λείψανό μου Τόσα μερόνυχτα χωρίς ταφή Ο Χάρος έφαγε το πρόσωπό μου Δος μου, Λαμπέτη μου, μια φούχτα γη.»

«Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.»

»Βλέπεις μυρίστηκαν το σκοτωμό μου Όρνεια ανυπόμονα, μαύρα πουλιά, Πριν με ξεσκίσουνε 'ς το σάβανό μου Παιδί μου, κρύψε με 'ς τη γη βαθειά.»

»Τώρα που εκόρνιασαν κι' ολόγυρά μου Σκοτάδι τρίδιπλο με πλημμυρεί Πάρ' το δισάκκι σου, πάρ' τάρματά μου, Ξύπνα να φύγωμε πριν έρθ' η αυγή.»

»Θέλω το χάραμμα, πώβγαινε πρώτο Και μου καμάρονε τη λεβεντιά, Ταγέρι πώτρεχε, χνώτο με χνώτο, Και μου ζωντάνευε τα σωθικά.»

»Η αριαίς, τα πεύκα μου, τα κρύα νερά μου, Θέλω Λαμπέτη μου, να μη με ιδούν, Να μη γνωρίσουνε την ασκημιά μου… Έλα να φύγωμε, μην πικραθούν.»

»Τώρα που μ' έφερες ως τα Παλάτια, Σκάψε το λάκκο μου 'ς αυτήν τη γη. Εδώ δε φτάνουνε του εχθρού τα μάτια Δεν αναιβαίνουνε παρά αητοί.»

»Λαμπέτη, χώσε με με τάρματά μου Ολόρθα, στήσε τα, δεξιά ζερβιά. Νάναι 'ς το μνήμα μου κεροδοσά μου, Πρωτοπαλλήκαρα 'ς την ερημιά.»

»Κ' όταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσης Έβγα 'ς το Τρίκορφο γοργά, γοργά Να πης πως σ' έστειλα να πολεμήσης Πες χαιρετίσματα 'ς την κλεφτουριά.»

»Εχτές επιάστηκε κ' εκεί τουφέκι 'Σ τον ύπνο μου άκουσα το βογγητό Εγώ αποσβύστηκα κι' αστροπελέκι Λαμπέτη, μώμεινες εσύ στερνό.»

«Μη μου πικραίνεσαι, κ' είναι γραμμένο Μ' εμένα γρήγορα νανταμωθής, Τρέχα πολέμησε και σε προσμένω 'Σ το μνήμα μου άλυωτος όσο ναρθής.»

Ξυπνά, αλαφιάζεται ο νους του ανάφτει Βουβός επέρασε μια λαγγαδιά. Βρίσκει έν' απόγωνο, το χώμα σκάφτει Τα χείλη επέτρωσαν, πάντα βουβά.

Τό νύχι αιμάτωνε μες 'ς το στουρνάρι Έχωσε τάρματα και το ψωμί 'Σ το λείψανο έστρωσε χλωρό γρυπάρι, Το μνήμα εσφράγισε, σκύφτει, φιλεί.

Βαστά το δάκρυ του, το καταπίνει Δεν εξανάσαινε μην προδοθή, Κυττάζει ολόγυρα, πετιέται, χύνει, Τρέμει 'ς τον πόλεμο μη δε βρεθή.

Βλέπει το Τρίκορφο σφίγγεται, φτάνει Το λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό. Σέρνει 'ς τα δόντια του το γιαταγάνι Ρουφά ανυπόμονα φλόγα, καπνό.

Πούθε να πλάκωσε παρόμοια αντάρα Παρόμοιος σίφουνας, ο εχθρός ρωτά. Το χέρι εδούλευε και βουβαμάρα Πάντα τα χείλη του κρατεί κλειστά.

Χάρος ανέλπιστος περνά θερίζει Αναστηλώθηκε κ' η κλεφτουριά. Ρυάζετ' η Ρούμελη 'ς το μετερίζι Ρίχνεται πίσω του παύει η φωτιά.

Δεν τον επρόφταιναν… Τον ανακράζουν Δεν αποκρένεται, διαβαίνει εμπρός. Τα χέρια του άκοπα χτυπούνε, σφάζουν Σκορπά, ανταριάζεται, φεύγει ο εχθρός.

'Σ το δρόμο του άξαφνα του λύεται η χαίτη 'Σ την πλάτη ανέμισε σα δυο φτερά Τότε του φώναξαν. — «Στάσου, Λαμπέτη, «Άφησε κ' ένανε γι' άλλη φορά.»

Κι' αυτός δεν ένοιωθε ποιος τόνε κράζει Πάντα εσαλάγαγε τη Λιαπουριά, Ταγέρι εθόλωσε, ξεμοναχιάζει… Άστραψ' εβρόντησε μια πιστολιά,

Τον ελαβώσανε… 'Σ το χώμα γέρνει, Το βόλι εχώνεψε μες 'ς τα πλευρά. Πέφτει ταπίστομα σιγά ξεσέρνει Σα φίδι κρύβεται μες 'ς τα κλαριά.

Έβοσκε ο θάνατος τα σωθικά του Κ' εκείνος έτρεχεν ολονυχτύς Πατεί, σωριάζεται, σβυέτ' η καρδιά του… Πούσ' Αστραπόγιαννε να τόνε ιδής;…

Διαβαίνει ανήφορους και μονοπάτια, Βράχους απάτητους, νεροσυρμαίς, Εξημερώθηκε μες 'ς τα Παλάτια, Εψυγομάχησε χίλιαις φοραίς.

Το μνήμα επρόσμενε …Λιγάκι ακόμα Να φτάση τώλειπε… πετιέται ορθός. Πηδά, ανδρειεύεται… το έρμο χώμα Σφίγγει 'ς τα δόντια του, πέφτει νεκρός.

Το βράδυ ανέλπιστα πιάνει το χιόνι Κι' ο τάφος κρύβεται βαθειά βαθειά. Λες κ' εσαβάνωσαν 'ς ένα σεντόνι Τα δυο τα λείψανα σφιχτά σφιχτά.

ΤΕΛΟΣ.

1) Όρα Σπυρ. Τρικούπη, ιστορίαν της Ελλ. Επαναστάσεως· — Τόμος Α', σελίς 265.

2) Όρα Χρυσαλλίδα — Τομ. Γ' — Φυλλάδιον ΞΑ' — ΞΒ'.

3) Την χρονίαν ταύτην εξάγω εκ των σημειώσεων του Κυρίου Σάθα, την δε δευτέραν εκ του Ιστορικού Δοκιμίου του Κυρίου Φιλήμονος (Τομ. 3. Σελ. 197) όπου μνημονεύεται η ηλικία του Διάκου.

4) Διατείνεται ο Περραιβός εν τοις Πολεμικοίς απομνημονεύμασι Σελ. 54 ότι ο Διάκος εφόνευσε τον Φερχάτην, αλλα τούτο διαψεύδεται εκ του μετά ταύτα διορισμού του Φερχάτου ως Βοεβόδα. —

5) Ενόμισα καθήκον να διατηρήσω αμεταποίητον το προσφιλές όνομα και εν τη επιγραφή του ποιήματός μου.

6) Ο ημέτερος Νικόλαος Θωμασαίος (λέγω δε ημέτερος καθ' όσον μέρος της ευγενούς αυτού ψυχής εκ πολλού ανήκει εις την Ελλάδα) ο ημέτερος Θωμασαίος, ο γνωστός ούτος διδάσκαλος και τελετάρχης πάντων των ιερών της καρδίας μυστηρίων, ο μετά πατρικής στοργής παραθαρρύνας με κατά το ουχί ευδιάνυτον της δημοτικής ποιήσεως στάδιον, ο ουδέποτε απαυδήσας, κατά τον πολυτάραχον και μαρτυρικόν αυτού βίον, μεριμνών περί του μέλλοντος της Ελληνικής νεολαίας, ουδ' απαξιώσας τα ευτελή της φαντασίας μου προϊόντα να εισαγάγη εις την αδελφήν Ιταλίαν ενδεδυμένα την κομψήν εσθήτα του ευφραδούς λόγου του, ο Νικόλαος Θωμασαίος απευθύνας μοι εσχάτως τας φιλικάς συμβουλάς του, με προτρέπει να φοβώμαι και να φεύγω όσον ένεστι τον Ασιανόν ερωτολόγον ως ολεθριώτερον του Παρισινού. «Tema il damerino Asiatico ch'e piu pernizioso del Parigino» υπαινιττόμενος βεβαίως σκηνάς τινας εκ των εν τη Κυρά Φροσύνη.

7) Όρα. Πολεμικά απομνημονεύματα Περραιβού Σελίς 59.

8) Όρα — Ιστορικόν Δοκίμιον — Φιλήμονος — Σελίς 193.

9) Όρα σελίδα 439 του αυτού Ιστορικού Δοκιμίου εν ταις σημειώσεσι και εγγράφοις του γ'. τόμου. —

10) Ιδού η επιστολή.

Των ευγενέστατων αρχόντων Ληβαδειάς. Προσκινητός.

Εις Ληβαδεία.

Την ευγενείαν σας προσκινώ.

Σας ειδοποιώ ότι μας υπεσχέθησαν εις του Μαυρήλου να μας προφθάσουν 80 οκάδες παρούτι και σήμερις εστείλαμε τα άσπρα διά να μας την φέρουν. Διά τούτο από αυτού την ίδια ώρα οπού λάβετε το γράμμα μου να φορτώσετε δύο φορτώματα βόλια και με σίγουρον άνθρωπον να μας τα στείλτε εις Πατραντζήκι και από αυτού μην αμελείτε διά τζεπ-χανέ. Κάμετε κάθε λογής τρόπους όπου να μην κόβεται ο τζεπ-χανές. Επί τούτοις να βάλτε σφίξη χώρα και χωριά όπου να μας ξεκινήσετε ανθρώπους ότι εδώ δεν έμεινε κανένας. Έφυγαν πίσω. Τώρα άλλη δουλειά δε σας έμεινε μόνον αυτή η φροντίδα των ανθρώπων και του τζεπ-χανέ. — Ημείς ξεκινήσαμε διά Πατραντζίκι και με την δύναμι του Θεού αύριο τρίτη το βαρούμε. Κατά παρόν νέο από κανένα μέρος δεν έχομε οπού να σας γράψω. Ταύτα και μένω.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.

Στείλτε μαζύ με μολήβια και 600 κόλλας χαρτί διά να δέσωμε φουσέκια. — Στείλτε μας κάμποση ξερή μελάνι· Δώστε του και 8 γρόσια διά τον κόπον του.

(Η σφραγίς αυτού) 821 Απριλίου 11 — Αλαμάνα Χάνι.

11) Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν τω Χρονικώ του Γαλαξειδίου Σελίς 162 εδημοσίευσεν ήδη την παρά τω φίλω μου Παύλω Λάμπρω ευρισκομένην σφραγίδα του αρματωλού Χρήστου Μηλιόνη φέρουσαν επίσης τον αετόν. Πόσοι και ποίοι θα περιεφρόνησαν ίσως τον πολύτιμον δακτυλιόλιθον πριν ή λάβη την τύχην να λιμενισθή εις τας Ελληνικωτάτας και αληθώς πατριωτικάς χείρας του Παύλου Λάμπρου!

12) Ταύτα εγράφησαν καθ' ην εποχήν λυσιμελής νάρκη εφαίνετο κατέχουσα το έθνος και πριν ή αναφανή ο ευγενής οργασμός υφ' ου εξ ολίγου χρόνου ελαύνεται άπασα η Ελληνική φυλή.

13) Όρα την εν τοις φυλλαδίοις ΝΖ'. — ΝΗ'. — ΝΣΤ' της Χρυσαλλίδος δημοσιευθείσαν αξιόλογον βιογραφίαν του Οδυσσέως Ανδρούτζου υπό του Κ. Σάθα.

14) Διά των στιγμών τούτων δηλούται η παράτασις του τελευταίου φθόγγου γινομένη συνήθως υπο των μακρόθεν μεγάλη τη φωνή διαλεγομένων.

15) Ο Κύριος Ηerbert εδημοσίευσεν ήδη κατά το έτος 1845 εν Λονδίνω την περιήγησιν του Βριόνου επί των ορέων της Στερεάς Ελλάδος επιγράφας το έργον αυτού· «Μονογραφίαν των ιριδοειδών.» Δευτέραν άλλην περιοδείαν του Βριόνου εν Πελοποννήσω δεν επρόφθασεν ο σοφός Βρετανός να δημοσιεύση καταληφθείς υπό αιφνιδίου θανάτου. Εν ταύτη περιεγράφετο αυτόν τι εκ της οικογενείας των Κ ο λ χ ι κ ώ ν όπερ ο Ηerbert διενοείτο ν' αποκαλέση Β ρ ι ό ν ε ι ο ν διατεινόμενος ότι πρώτην φοράν ανεκαλύπτετο.

16) The Ionian Islands during the present century by captain Whyte Jervis M.P. 1863 London. Σελίς 115,

»Travellers tell us that, as late as the sixteenth century Athens was but a castle with a small village; and that Sparta divided by two tribes of the Slavi, the Ezertiti and the Millingi, had not only lost her ancient name but it was impossible to recognize the site on which she had stood of old.

»As to the Ionian Islands for hundreds of years they have had no connection with Greece. The Volterra' s and Solomos' s of Zante, the Loverdos’ s, Metaxa’s, Tibaldo’s and Focca’s of Cephalonia, the Zambelli and V a l a o r i t i of Santa Maura, the Bulgari, Dandolo’s of Corfu are all of Italian origin.

17) Η τε επιστολή του Κόμητος Καποδιστρίου και το ευχαριστήριον του Μοτζενίγου μετεφράσθησαν εκ των εις χείρας της οικογενείας Κονιδάρη σωζομένων Ιταλικών πρωτοτύπων.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings