Front matter (continued 2)
Reading edition
Σερπετό και ερπετό. Επροτίμησα το πρώτον προς διατήρησιν της περιέργου ταύτης διαλεκτικής διαφοράς.
Του πιάστηκε η αναπνοά. σ. 94.
Μη πιστεύση τις ότι κατά λάθος έγραψα αναπνοά αντί αναπνοή, ηθέλησα εκ προθέσεως να τηρήσω τον περισωθέντα τούτον αιολοδωρικόν πλατειασμόν.
» Οχιά με τον οσκρό της. σ. 95.
Οσκρός το κέντρον του σφηκός και της μελίσσης λεγόμενον και επί της γλώσσης του όφεως. Σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών.
Ακούσανε που εφρύμαζε. σ. 95.
Εφρύμαζε. Το άγριον φύσημα του ίππου σημαίνον έκπληξιν ή τρόμον.
» Ξώδερμα, Διάκε, μάγλειψε το βόλι ένα παγίδι. σ. 96.
Του γλείφω γίνεται χρήσις εις δήλωσιν επιπολαίου τραύματος διά σφαίρας.
Παγίδι και παγίδια, αι πλευραί.
» Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι » σ. 96.
Το ξανάφτω επί ερεθισμού και φλογώσεως των τραυμάτων.
» Δος μου το μήλι σου να ιδώ. » σ. 96.
Το μήλι. Η μήλη των αρχαίων ήτο το μόνον ίσως χειρουργικόν εργαλείον των αρματωλών δι' ου κατεμετρείτο το βάθος των πληγών.
Ξανθο ..φρυμμένη πηγανιά. » σ. 96.
Εκ των προχείρων μέσων προς κατάπαυσιν της αιμορραγίας συνηθέστατον ήτο ο αποτεφρωμένος πήγανος, ο φλοιός αγρίας συκής, ο μοτός και άλλα.
» Δεν έπαιξε λεπίδι » σ. 96.
Φράσις πολεμική σημαίνουσα συμπλοκήν εκ του συστάδην. Καθώς και το: Τόνε πέρνει στο φτερό, σημαίνει νίκην προερχομένην εκ της φυγής των εναντίων άνευ τινος αντιστάσεως.
» Δριμόχολο, τρομάρα.» σ. 97.
Δριμόχολο, αιφνίδιος, ορμητικώτατος βορειοανατολικός άνεμος, επικίνδυνος εν θαλάσση και καταστρέφων τους καρπούς της γης.
» Ριπίζω .. με κυνήγησαν» σ. 97.
Το ριπίζω κυρίως διασκορπίζω, αλλά και εν χρήσει προς δήλωσιν ορμητικής φυγής.
Τον είχα ιδεί που εμούδιασε» σ. 98.
Εμούδιασε ενταύθα σημαίνει μεταφορικώς νάρκην ηθικήν.
Αν πέσω θυμηθήτε, — Τάρματα, το κεφάλι μου. σ. 98.
Θέλω λάβει αφορμήν εν τοις επομένοις να είπω τινα σχετιζόμενα προς τας ιδέας των αρματωλών όταν επρόκειτο περί προφυλάξεως της κεφαλής αυτών από των εχθρικών ύβρεων. Γνωσταί δε υπάρχουσιν αι περιφρονήσεις εις ας απέκειτο το ευγενές τούτο μέλος του ανθρωπίνου σώματος, η καθέδρα της διανοίας, οσάκις περιέπιπτεν εις των εχθρών τας χείρας.
» Σήμερ' αρχίζει ο κάματος, κ.τ.λ. 99.
Το ημέτερον άροτρον διατηρηθέν σώον ως το παρέδωκε τοις προγόνοις ημών ο καλός Τριπτόλεμος σύγκειται εκ των επομένων μερών.
Αλέτρι, ζυγός, κέρος ή σύβαλμα, γενί ή ινί, αλετροπόδα, φτερά, σπάθη, σταβάρι, χερουλάτης, ζεύλαις, ασκάλι, κλειδί, βουκέντρα, σπαθότρυπα και αλπός αι δύο οπαί αίτινες υπάρχουσιν επί της αλετροπόδας.
Προοιμιαίς αι κατά την χειμερινήν ώραν γινόμεναι σποραί.
Οψιμιαίς αι κατά την εαρινήν.
Κάματος. Η των αροτήρων βοών και η του ζευγηλάτου εργασία. Και το εκ της εργασίας ταύτης προϊόν.
Χερσάδα. Η γη ήτις από πολλών ετών μένει χέρσος, ακαλλιέργητος.
Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά τ' αφωρεσμένο δένδρο. σ. 99
Λοιδοριά και αλλοιδοριά. Δρυς αειθαλής, Quercus illex. Το είδος τούτο της δρυός θεωρείται υπό του λαού, κατηραμένον. Μυθολογείται δε ότι θαυμασίως πως και μυστηριωδώς διαδοθείσης της καταδίκης του Ιησού Χριστού, έντρομα συνήλθον εις νυκτερινόν συνέδριον πάντα τα φυτά και συσκέψεως γενομένης, παρεδέχθησαν ομοθυμαδόν ν' αρνηθώσι το ξύλον αυτών προς κατασκευήν του σταυρού, εφ' ου επέπρωτο να προσηλωθεί ο υιός του Θεού. Αλλ' ως εν μέσω των Αποστόλων είχεν ευρεθή ο Ιούδας, ούτω και μεταξύ των δένδρων παρέστη η Λοιδορία ήτις μόνη εδήλωσεν ότι ουδόλως διενοείτο να υποκύψη εις την γενομένην απόφασιν. Η βδελυρά αύτη διαγωγή εστιγματίσθη διά φοβερού αναθέματος υπο τών βουλευομένων και ούτω παρεδόθη εις τας αράς των αιώνων ως ένοχον φρικαλέας προδοσίας το αποτρόπαιον φυτόν.
Επελθούσης της ώρας καθ' ην Ιουδαίοι τεχνίται διετάχθησαν να κατασκευάσωσι το όργανον του μαρτυρίου, παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως ότι ουδέν εκ των γνωστών ξύλων έστεργε να τηρήση την συνήθη απάθειαν, αλλ' ως αν εν τω οργανισμώ αυτού εφώλευε μυστηριώδες τι πνεύμα, διερρηγνύετο πανταχόθεν, και απεσκίρτα συστρεφόμενον και διακρούον την μανιώδη καταφοράν και παραλύον των εργατών τα τεχνάσματα. Αφ' ου εκ περιτροπής εβασανίσθησαν άπαντα, μόνη η Λοιδορία προσηνέχθη φιλικώς και ούτω μετά πολλούς αγώνας κατηρτίσθη το πολύμοχθον έργον.
Του δένδρου τούτου ο φλοιός, οι κλάδοι, τα φύλλα και εν γένει πάσα η κατασκευή διεγείρει ανεξήγητον αποστροφήν είτε διότι φαίνεται ως ειδεχθές έκτρωμα εν τη οικογενεία εις ην ανήκει, είτε διότι εις του λαού τα βλέμματα παρίσταται φέρον ανεξίτηλον το προαιώνιον στίγμα.
Οι δε επί των ορέων ξυλευόμενοι παραγκωνίζουσιν αυτό εκ συστήματος, φοβούμενοι μη τον πέλεκυν μολύνωσι, κυρίως δε μη την αγνότητα της φλογός μιάνωσιν, εισάγοντες αυτό εις την οικογενειακήν εστίαν. Ότι δε ο Ελληνικός λαός αποδίδει θρησκευτικόν σεβασμόν εις το πυρ, μαρτύριον έστω η καταρίθμησις αυτού μεταξύ των κυριωτέρων δυνάμεων της φύσεως και η διατύπωσις ιδιαιτέρας ορκομωσίας απαγγελλομένης συνήθως εν κρισίμοις περιστάσεσι και συνοδευομένης διά σχήματος όπερ εκτελεί τις ψαύων ταχέως διά του δείκτου και του λιχανού την φλόγα εκ των κάτωθεν προς τα άνω. ο τύπος του όρκου διαφέρει πολλάκις κατά την φράσιν, είναι δε πάντοτε ο αυτός ως προς την έννοιαν. » Μα το φως που μας φωτίζει. » — » Μα τη φωτιά που μας παραστέκει. »
Την φλόγα του πυρός θεωρεί επίσης ο λαός ως εξαγνίζουσαν και απομακρύνουσαν τα πονηρά πνεύματα άτινα δολίως πολιορκούσι τον άνθρωπον. Ούτω λ.χ. εντός του θαλάμου όπου κείται η λεχώ, αρτίως απαλλαχθείσα των ωδίνων του τοκετού, ουδείς εκ των έξωθεν του οίκου εισέρχεται νύχτωρ πριν ή διασκελίση ή ψαύση διά των δακτύλων την φλόγα.
Και αυτή της βασκανίας η διάγνωσις τελείται διά πεπυρωμένων ανθράκων, βαλλομένων εις ψυχρόν ύδωρ. Τότε ο μαντευόμενος προφέρει συγχρόνως το όνομα του πάσχοντος και αν αληθώς υπάρχη βασκανία, είς των ανθράκων κρημνίζεται μετά πολλού του ψόφου εις τον πυθμένα. Εννοείται οίκοθεν ότι η πράξις αύτη συνοδεύεται υπό μυστικών εξορκισμών. Τούτου πραχθέντος νίπτεται ο πάσχων διά του ύδατος του χρησιμεύσαντος εις την εκπλήρωσιν του μυστηρίου, πίνει και θεραπεύεται αυθωρεί.
Αλλ' επανερχόμενος επί το προκείμενον, λέγω, ότι τοιαύτης ούσης της περί λοιδορίας δημώδους παραδόσεως, έκρινα εύλογον να εισαγάγω αυτήν εις την διαδραματιζομένην σκηνήν, ως διά της παρουσίας αυτής προοιωνίζουσα την επικειμένην καταστροφήν.
Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά… Χαρά 'ς το καρυοφύλλι. Να μην πεθάνω εδώ με σας κ.τ.λ. σ. 101
Διασήμων τίνων όπλων η φωνή υπήρχε γνωστή, και δεν ήτο σπάνιον εν μέσω απείρων πυροβολισμών, γεγυμνασμένον ωτίον να διακρίνη εκ της εκπυρσοκροτήσεως, αν εκεί εμάχετο γνωστός τις φίλος ή εχθρός. Τούτο συνέβη και εν τη περιστάσει ταύτη, καθ' ην ο Διαμάντης αναγνωρίζει εκ του ήχου το όπλον του διαβοήτου Δίπλα, του γνωστού τούτου συνεταίρου του Κατζαντώνη.
Ότι δε το καρυοφύλλι (πώς να μη καταρασθώ την ανακάλυψιν του φίλου μου Κυρίου Σάθα!) εφημίζετο ως υπέρ παν άλλο ηχητικόν και βροντοφώνον δηλοί σαφώς το κλέφτικον αξίωμα,
Αρμούτι έβγα 'ς τον πόλεμο, νταλιάνι 'ς το σημάδι Και καρυοφύλλι 'ς τη φωνή, σαν άξιο πολληκάρι.
» Βάσανα, μοιρολόγια. » σ. 105
Κρίνω εύλογον να σημειώσω ότι κυρίως μοιρολόγι σημαίνει θρήνος μετά νεκρικού άσματος. Απλαί δε οιμωγαί και ολολυγμοί, δι' ων αγγέλλεται τραγικόν τι συμβάν, λέγοντας απόφωνα.
» Τα λάγανά του αιμάτωσαν» σ. 105
Λάγανα. Τα έσωθεν των οδόντων ούλα των ίππων. Ταύτα οσάκις εξογκούνται εμποδίζουσι το ζώον να βοσκήση. Το δε νόσημα τούτο σημαίνεται διά της φράσεως. » Έχει τα λάγανα.»
» Και δε μου δείχνει μέτωπο» σ. 106
Όταν δεν παρουσιάζεται τις κατά πρόσωπον. Οι περίφημοι δε σκοπευταί δεν έστεργον να εμβάλωσι την σφαίραν άλλοτε ειμή εις το μέσον του μετώπου (καλούμενον σταυρός — αστέρι) ή της καρδίας. Διό και παρακατιών φοβούμενος ο Διαμάντης μετά τον πυροβολισμόν μη παρέδραμεν, ερωτά περί τούτου τον Μήτρον.
» Θα να τον τρώγη το αίμα. σ. 106
Φράσις εμφαίνουσα κακόν τι προαίσθημα και επικείμενον δυστύχημα.
» Ερρέκαξε ο δερβίσης.» σ. 106
Το ρεκάζω, σημαίνει εκπέμπω φωνήν απότομον προκαλουμένην υπό σφοδροτάτου και αιφνιδίου άλγους. Είναι στεναγμός του προσβαλλομένου υπό απροσδοκήτου θανάτου. Συνηθέστερον επί ζώων, κυρίως, αιγών ή τράγων, όταν σφαδάζωσιν υπό την μάχαιραν. «Τώδωσε όσο που ερρέκαζε» — Θα σε κάμω να ρεκάξης» = Εμαστίγωσεν αυτόν μέχρι θανάτου. Θέλω σε εξοντώση, καταστρέψη.
Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη, Του ξήλωσες τα καύκαλα. κ.τ.λ. σ. 106
Ραφή, η ραφή ήτις συνδέει τα δύο ημικράνια. Καύκαλα και κούτελο το έμπροσθεν μέρος του κρανίου.
» Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς. » σ. 107
Στρατολογήσας εν βία ο Ομέρ Βριόνης είχε παραλάβει πολλούς νεανίσκους αλβανούς και περί τούτων γίνεται λόγος ενταύθα,
«Εκείνος είναι νειώτερος… θα πάρη τώνομά σου» σ. 109
ο Δίπλας, ιδών ποτε τον Κατζαντώνην προκινδυνεύοντα, τους δε πολεμίους αθρόους επιπεσόντας επ' αυτόν άμα εξαγγείλαντα το ίδιον όνομα, και ελπίζοντας να τον ζωγρήσωσιν ή αποκτείνωσιν εισορμήσας εκραύγασε. »Μη τον πιστεύετε, εγώ είμαι ο Κατζαντώνης. Αν σας βαστά, βαρείτε μου.» Τότε δη στρέψαντες οι εχθροί κατ' αυτού τα όπλα εθανάτωσαν τον εκουσίως εαυτόν προσενεγκόντα θύμα υπέρ της φιλίας.
» Παιδιά, 'ς το μοναστήρι. σ. 110
Εννοείται η μονή της Δαμάστας όπου ο Διάκος πολεμών απεσύρθη και έμεινε μέχρι τελευταίας στιγμής, η θέσις αύτη, κατα τον Κύριον Τρικούπη καλείται Ποριά.
Δεν τώμεινε 'ς το χέρι, Παρά μια σπιθαμή σπαθί. κ.τ.λ. σ. 111
Υπάρχει αναντίρρητον ότι τότε μόνον συνελήφθη ο Διάκος αφ' ου και το πυροβόλον διερράγη και το ξίφος αυτού εθραύσθη. Επίσης διαβεβαιούσι πάντες ότι είχε τραυματισθή καιρίως κατά τον ώμον.
Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο σ. 112 Πούχανε βγει τα δυο θεριά και τάχε αρπάξη η φλόγα.
0 Καλύβας και ο Βαχογιάννης αντέσχον σχεδόν μόνοι κατά πολυαρίθμων εχθρών ωχυρωμένοι εντός του μικρού ξενοδοχείου της Αλαμάνας. Αλλ' ότε είδον τον αρχηγόν αιχμάλωτον, τότε ξιφήρεις πεσόντες κατά των πολεμίων εθανατώθησαν. Βλέπων αυτούς μακρόθεν ο Διάκος και εκτιμών την απαραδειγμάτιστον γενναιότητα ανέκραξε
Δέκα χιλιάδας με κρατούν
τουτέστι με κωλύουσι να δράμω προς βοήθειαν.
Και μένουν έρμα τα Θερμιά. 113
Μετά την νίκην ο Τουρκαλβανικός στρατός επανήλθεν εις Ζητούνι φέρων εν θριάμβω τας κεφαλάς των φονευθέντων και δέσμιον τον Διάκον. Τα εν τοις επομένοις άσμασιν ιστορούμενα θεωρούνται επομένως ως συμβάντα εν Λαμία. Εφ' άπαξ δε οφείλω να διαδηλώσω ότι, εάν προς ταις ιστορικαίς σημειώσεσιν αναγκαίον έκρινα να προσθέσω και διαλεκτικά τινα, ουχί σχολαστικής επιδείξεως χάριν ήλθον εις τοιαύτας διατριβάς, αλλ' ίνα ερμηνεύων λέξεις και φράσεις ουχί συνήθεις παρά πάσι τοις Έλλησι, παράσχω αφορμήν εις ερεύνας δυστυχώς μέχρι τούδε παραμεληθείσας, επί βλάβη της εθνικής ημών γλώσσης, ήτις αδιασπάστως συνδέεται μετά της ιστορίας των Ελληνικών γραμμάτων.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.
Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη, Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος, Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι! 'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις, Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα, Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν, Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι.
Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι. Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια, Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση.
Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του. Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα, Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.
Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι, Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια, Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο,
'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος, Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος, Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι. Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη. Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα. Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι, Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις, Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα. Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε. Τον είχε ρίξη σύγνεφο;… Τον είχανε ξεράση Τα χώματα του ρουπακιού;… Κανένας δεν το ξέρει. Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι, Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου, Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του,
'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος, Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα. Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω. Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια, Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει Και τα τινάζει επάνω του… Ύστερα, διπλοπόδι, Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους. Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι.
Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους, Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν. 'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις, Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου.
Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας, Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη. Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη, Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας. Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος, Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα. Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας, Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος. Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη 'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του. Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα, Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του. Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας, Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης, Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση, Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία. Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο. Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια 'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί… Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του. Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι, Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι. Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας. Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης. Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι 'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω 'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια, Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου, Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο. Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα.
Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση, Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν 'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος, Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.
***
Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι, Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του, Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο, Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο… Τριγύρω 'ς το λαιμό του Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση Εκείθε η κόψη του σπαθιού…
— Χριστός ανέστη, Διάκε!…
— Παπά, τι θέλεις από με;… πούθ' έρχεσαι;… ποιος [είσαι;…
— Ποιος είμαι, Διάκε;… και ρωτάς;… κύτταξε… ο [Ησαΐας. Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα.
— Δεσπότη μου, μ' εδέσανε … Τα σίδερά μου κόψε.
— Θανάση, μην είσ' άπιστος …Δε σε κρατεί κανένας.
Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν… Πετούν ακόμα .. Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια. Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν. Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν, Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα, 'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» — — » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα, » Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε. » Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι, » Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» —
Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν… Πετούν ολίγο ακόμα Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα…
— Θανάση, στάσου τώρα Κι' ολόγυρά σου κύτταξε.
— Δεσπότη!… Ποια είν' εκείνη Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;.. Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της Τακούω που φτάνει ως εδώ;…
— Προσκύνησε το θρόνο Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας.. Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!… είναι δική [μας
— Ελεημοσύνη… Ένα σπαθί… Πριν φέξη τήνε πέρνω.
— Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα 'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια 'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν. Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της. Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις, Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ. Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα, Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν, Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας, Ο Σταυρωμένος θα σταθή… Μην κλαις… είναι δική μας.
— Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;…
— Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι.
Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα. Θανάση μου! Γονάτισε … κρεμούν τον Πατριάρχη.
Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει. Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο, Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι. Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις, Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα… «Εμπρός… κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.» — Τον έσυραν 'σε μια αδειά… Πέφτει 'ς τη γη… Σταυρόνει Τα χέρια να τον κόψουνε… «Εμπρός… εμπρός… Δεσπότη Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί… Ακαίρηος θα πεθάνεις.» —
Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη… μόχτα »Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.» — Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο. Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα Σε λίγο τρίζει το σχοινί… Αλλαλαγμός, κατάραις… Σπαράζει τάγιο λείψανο… Ταχόρταγα τα όρνεια Ολόγυρά του σφίγγονται… Του ξέσχιζαν τα ράσα… ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο Απόκρυφη λαβωματιά… Πλευρόνουν την κρεμάλα Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια Του δέρνουνε το πρόσωπο… Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι Και ξεκρεμάσαν το νεκρό… Αρπάζουν την τριχιά του, Δαιμονισμένοι τρέχουνε… Οπίσωθε αλυχτούσαν Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί… Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι… 'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει… ο πεθαμμένος Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά… Σιωπηλά ταγέρι Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά… Το λείψανο αρμενίζει. Τακολουθούν τα κύματα… Η νεκροσυνοδεία Σένα καράβι σταματά… Του μάρτυρα τα πόδια Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά… χτυπούν πάλαι την πλώρη Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς … Ξυπνούν … τον ανεβάζουν Εμπρός του γονατίζουνε… Ο πρωτοσύγκελλός του Τόνε γνωρίζει… του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια… Σηκόνουνε το σίδερο… Με τα πανιά απλωμένα Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του…
— Θανάση μου, ενικήσαμε!… το ψυχομάχημά του Μεταλαβή κι' αντίδωρο…
— Πατέρα, δε θα νάρθη Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία 'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;… Αυτό το έρμο χώμα Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι;
— Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία.
— Δεσπότη μου!… πνευματικέ!… 'Σ του δέντρου την [κουφάλα Πριν ξημερώση να με πας… Και μη με παραιτήσης…
— Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης.
Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε 'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο Τον έχασε απ' τα μάτια του. … Ελάλησε τωρνίθι Και τώνειρό του εσβύστηκε… Ξυπνά και βλέπει ακόμα Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια.
Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.
«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137
Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως αγρούς.
«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138
Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η κυρίως δρυς καλείται δένδρον, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν καθώς και άλογον ο ίππος. Η δε μακροβιότης του ρουπακιού κατήντησε παροιμιώδης.
«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138
Αγριομανώ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης βλαστήσεως όθεν και το «όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του εαυτού των.» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του θρέφω μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας, αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος επιτείνει την σημασίαν του πρώτου.
«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138
Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά. Κυκλάμινος των αρχαίων. Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ, μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον χολάτη.
Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς, όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ' ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται διγόφι. Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «βάλλω φωτιά» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ φεύγοντος το πυρ.
Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η κυκλαμιά καλείται γουρουνοχόρτι.
«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138
Σπλόμος, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και ρήμα σπλονίζω εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης δηλητηριάσεως. Σπλονίζει δε και σπλομανάει ή σπλονομανάει το μάτι ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός.
Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν είναι και τα επόμενα. Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας, αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης, γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος, καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά, πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα, σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα, φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι, αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι, αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς, και μυρία άλλα ή όλως άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την μνήμην μου.
Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη, αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης (15)
Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ, ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του.
Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων.
« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139
Σαράκι. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός. Σαράκι, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον άνθρωπον. «Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά.»
Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159
Κουφάλα. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος κοίλωμα. Εμόνιασε εκ του μονιάζω, λεγομένου επί θηρίων οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου όχι μονιάζω αλλά μονάζω.
Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139
Κακοτράχαλος δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και ραχιτικήν.
Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140
Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα λέγονται και αι τερατώδεις και παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων.
«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140
Χταπόδι, ο πολύπους.
Θαλάμη και αθαλάμη. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα δεν διετήρησε το θάλαμος, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε το θαλάμη, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης του πολύποδος.
Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων λέξεων. Ούτε λ.χ. ο αλιεύς ούτε το αλιεύω διετήρησαν την γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το αλιάς και αλεύω ή αλιεύω περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής λαός αποκαλεί αγνά) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο πιννολόγος, η ξύστρα, το διγόφι καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται αλιάτικα.
Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, αποκλαμοί.
Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου, και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της πατρικής περιουσίας!
Εντός του ευτελούς και πενιχρού μονοξύλου του Έλληνος αλιέως ήθελεν ευρεθή ο πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή. Καθώς ήθελεν ευρεθή άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι, (ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ ου προσβάλλονται τα κτήνη), η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο λεθρίνος, ο μουρμουράς, ο αποτρόπαιος πορφύρας και πλήθος άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως.
Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον, έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη.
«Ξεραίς παλαμονίδαις…» σ. 140
Παλαμονίδα είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis spinosa.
Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140
Σφαλάγγι. Το φαλάγγιον των αρχαίων.
Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140
Το μαυλίζω δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως μαυλίζει τις ή μαυλά τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα. Μαυλίζει τις και τον γονόν των μελισσών, όπως τον εφελκύση εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του μελισσοχόρτου. Έκαστον μαύλισμα τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής. Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, γυψ … γυψ… γυψ, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και βραδέως αναβοώσιν οβς, οβς, οβς. Μα την αλήθειαν, όταν τους ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον όις, όθεν πασιφανώς και το των Λατίνων ovis.
Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141
Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας.
ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ.
Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684 μέχρι του έτους 1715.
Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια, δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ' αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει η οπτασία του Διάκου.
Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών, Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας, υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν. Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.
Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της φίλης πατρίδος.
Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε, αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του βιβλιαρίου μου τούτου.
Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος, Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος.
Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας, προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών, εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα, εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού.
Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός.
Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το δημώδες «επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη.» Εν Σιβίστα κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου.
ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ,
Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη. Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε. Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται…
Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ του Σωτήρος.
0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα.
Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα, διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων.
Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν εν πολέμω.
Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis, εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16)
Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού.
Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro straordinario.
Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi, siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente verso la loro fede e distinte benemerenze.
Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano.
Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al possesso, così trovando proprio e conveniente.
Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο Μόσχος Βαλαωρίτης.
(παραλείπονται)
Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων αναγνωρισθέντες Αρματωλομπασίδες τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως, εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους μετά των εχθρών.
Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα· αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι.
Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου
(παραλείπονται)
Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν, έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου. Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών επιδρομών.
Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων, εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου, προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la pristina libertà.)
NOI ANDREA PISANI
DELLA SERRENISSIMA REPUBLICA DI VENEZIA
Capitan General.
Imbarcatosi Giorgachi Valagoriti sopra la publica nave, T e r r o r, in qualita di volontario ha nell'occasione del combattimento seguito li 8 Luglio passato nel canal di Corfù, dato prove del suo coragio e fede come viene comprobato dalle attestazioni dell'Illustrissino Proveditor Correr, gradendo noi le dimostrazioni benemerite del medesimo lo accompagniamo con le presenti a ciò li facino scorta al conseguimento delle publiche grazie.
Galera Cap[ita]nia Generale
Li 25 Novembre 1716 S. N.
PORTO CLIMENÒ
ΔΙΑΘΗΚΗ Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ,
Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι.
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο.
Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού, που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός, αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε, χρόνωνε εξήντα τρία.
Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν.
Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ.
Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι, και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη.
Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου.
Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα. Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου, και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, σαν ελευθερωθή και όχι τώρα που είμαστε σκλάβοι. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· γιατί έτζι με ώρκησε στο Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου.
Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη, το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας, γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη μου, να τον φυλάξης.
Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και υστερινή μου θέλησι.
ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ.
Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων αυτού;…
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ.
Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον, δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε,
Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει
έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην.
Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ.
Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις Χοτένια και τέλος μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως.
Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας, πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι.
Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον.
ΣΤΑΘΑΣ.
Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745 κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον.
ΖΗΔΡΟΣ.
Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει διορθώσεως.
Ήσουν και πρώτος έπαρχος 'ς όλα τα μοναστήρια αντί Ήσουν και πρώτος έξαρχος…
Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν εκτεταμένα κόλια (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν, τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους αλλαχόσε.
Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού ζητήματος.
Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον, δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του διαβοήτου Νίκου Τζάρα.
Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω, ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι, ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία.
Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια, είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν.
ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ.
Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814, αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις καπητανευόντων Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος αυτού πατήρ, εν βασάνοις.
ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ.
Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των προς Χρυσόν και Σάλονα οδών.
ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ.
Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω ανεκδότω αυτού Χρονικώ του Γαλαξειδίου.
ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού, αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών.
Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα, βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός.
Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις.
Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη: « Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε » Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι, » Συμπάθησέ με….
Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην, έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν, οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του, εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν. Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς τον φίλον.
Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων, διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν, μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος.
Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν!
Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων.
Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν, εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων, περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν' ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα.
Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη, ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος.
Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου.
Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων, απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον.
ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ.
Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου.
Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις της εκδρομής εκείνης!
Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον, εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος, εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και φιλοξένου οικοδεσπότου.
Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν του πνεύματός μου.
Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος, του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν (legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων.
Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς τον πολεμικόν βίον.
Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως.
Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας, ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι παντελούς αποξηράνσεως.
Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον.
Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα, επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους του ποιμένος.
Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της θαυμασίας εκείνης της κάπας καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός των αρματωλών τίτλος καπετάνος, ως αν ήθελε σπουδάζων ν' ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν (capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο κλέφτης.
Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και απήλθε.
Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων.
Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός, φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του πολέμου.
Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα, αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει.
Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ' αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν.
Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα, ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού.
Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν, οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους.
Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα οδηγίας.
Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις.
Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον.
Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί.
Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε το πνεύμα εν βασάνοις.
0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου. Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου, είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων.
Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών υψούμενα Σκλάβενα.
ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ.
Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου, νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα, καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του απογόνου.
Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε στίχους.
Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη. » Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι » Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, « Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. » Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.
ΛΑΖΟΣ.
Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818 υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον.
ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ.
Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος Λάμπρος Κατζώνης.
Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα. Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι),
ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ.
Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα.
Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα, Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει. Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι, » Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια! » Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης » Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες. » Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι » Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου, » Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι. » Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα » Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν, » Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν. » Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους. » Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα » Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια, » Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. »
ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ.
Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην.
ΧΡΟΝΗΣ.
Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα.
Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια, Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι. Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι· » Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη. » Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;» «Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια, » Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω. — » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια, » Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια. Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι. Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει; Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι. Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν· Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω, Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες. Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του.
ΓΥΦΤΑΚΗΣ.
Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες κατά του Ιουσούφ Αράπη.
ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ.
Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του καταπληκτικού βίου του.
Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς, οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως.
Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού τούτου βαρύτητος.
Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν. Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια, Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας: «Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις, »Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι; »Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου, »Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι, »'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το [σημάδι »Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.» Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη. Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα, «Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη, »Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις; »Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου, »Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.»
Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ' αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.
ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ.
Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, ψυχοπατέρας του Ανδρούτζου, αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί τινος κοπρώνος.
Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε:
Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση, Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη.
ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ.
Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις επόμενοι στίχοι.
Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη. Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει· Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι.
ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ.
Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα, ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ' αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα προλεγόμενα).
ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ.
Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού, υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος.
Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι' ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος.
Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην, τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων βουλών του τρομερού Βεζύρου.
Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη, δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω, καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των συμφερόντων του Ελληνισμού.
Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος.
Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ
Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.
Τη 23 Αυγούστου 1807.
Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν, ην κατέχετε.
Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ' ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων, παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei minacciava).
Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη Νήσω.
Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν Πανιερότητα.
Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto di aspirare dopo le sventure sofferte).
Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου.
Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν, παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος.
Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου.
Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ. Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου. Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής.
Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17)
Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807. Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.
Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα.
Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι' αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος.
Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον αψύχους.
Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των προτερημάτων της.
Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος.
Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας.
ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ.
Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη Καλόγερος, ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο Ρουμάνης. Υπηρέτησεν υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις Σάλονα.
ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ.
Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι, αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ' ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν.
Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον.
Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, αδελφοποιητόν του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του.
Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή.
Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς· εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους.
Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης, στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα, να προσέχουν ώστε, «όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο Απόστολος,» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις Ιωαννίνων.
Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε, διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις σεραγίοις.
0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την Μπήλιω.
Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την εφόνευσε.
Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου.
Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών.
ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.
Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι αυτού, «Ανδραγαθήματα Μπούα,» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται, και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.
Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν.
Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν ήτις σήμερον εισέτι καλείται «του Μπούα ταυλάκι.»
Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων.
Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις άγιον Ηλίαν του Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «τα κόκκαλα του Γρίβα.»
Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης οικογενείας.
Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας.
Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα.
Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός αυτού Θεοδώρου.
Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας, σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα.
ΣΑΜΟΥΗΛ.
Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα).
Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147.
Λαθύρια όσπριον εκ των ευτελεστέρων. Βρακανίδα, αγριολάχανον περιφρονούμενον ως και η βρούβα.
Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148.
Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ
ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ.
«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.»
Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους, Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα 'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε, Τάκουε που χλημήτιζε… 'ς το φυσσομανητό του Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια, Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις. Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη, Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη. Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο, Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη, Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη, Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι, Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις. Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια, Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση. Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι 'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία, Κ' επήρε τον ανήφορο… Αναίβαινε τρεχάτος… Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά… γυρίζει πίσω, Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη. Περνούν η μέραις σα νερό … Ανέλπιστο λιοβόρι Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει. Πόλεμος πάντα πόλεμος… 'Σ τάρματα μέρα νύχτα … Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα… για ποιόνε τώρα;… · Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της. Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα Τώστρωσε δάφναις να διαβή… Αν έσφιγγε τα φρύδια 'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι. Που τούχε φράξη τα Θερμιά… Γιατί, γιατί θα νάναι Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;…. Μ' αυτούς που πολεμούσε Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις. Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα Και χίλια τ' αντιρίμματα… 'Στα στήθια του αναβράζουν Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση, Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του, Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης, Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα.
Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του Τα κούφια ταστραπόβροντα… Ξανοίγει το ρουπάκι… Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!»
— Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι Σε λεν παιδί της Ρούμελης… Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος;
— Όλος… Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με [γνωρίζουν.
— Και πώς επιάστης ζωντανός;
— Δέκα χιλιάδαις κ' ένας. Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι, Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο.
— Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε;
— Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε.
— Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα, Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη Δεν ελημέριασες και συ;
— Ομέρπασα Βριόνη, Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του.
— Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει.
— Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει. Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει, Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη, Για κείνους που συνείθισαν… να παρασυνορίζουν.
— Θανάση, θα λησμόνησες!… Εχτές 'ς την Αλαμάνα Εγώ δεν άνοιξα πορειά;
— Ομέρπασα, φυλάξου 'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου Και σ' εμποδίσουν να διαβής.
— Να μη γυρίζω πίσω Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους. Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου, Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος. Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας. Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους… Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου, Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα, Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο, Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε, Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει, Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια… Καλός καιρός οπούτανε!… Τώρα και σας κ' εμένα Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους Μας δέρν' η ανεμοριπή… Θέλεις να ζήσης, Διάκε;…
— Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη. Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;… Το χέρι το δεξί μου Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο Δε θα χορταίνω σκοτωμό. Με φτάνει το ζερβί σου. Αν είχες δυο δε σ' ήθελα… Ζύγωσε κι' άκουσέ με… Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας. Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής… Τα φρύδια του μαχαίρια, Το στόμα τάφος ανοιχτός… Μου λέγει… «Ομέρ Βριόνη »Απόψε τα κεφάλια τους…» Και βγάνει ένα δεφτέρι Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει. Τανοίγω κ' ανατρίχιασα… Δεν έλειπε κανένας… Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι… Εγώ φονειάς;… Και μ' απιστιά;… Εγώ, Θανάσης [Βάγιας!… Διαβάζω ακόμα… τι να ιδώ;… Με τον Αλέξη Νούτζο, Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο… Έτρεξα 'ς τη Βασιλική… Πέφτει 'ς τα γόνατά του Και το λειοντάρι ημέρεψε… Πες μου, Θανάση Διάκε, Ξέρεις γιατί σας έσωσα;…
— Δε θέλω να το μάθω.
— Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω… Ότ' είμαι… βασιλόπουλο..