← Table of contents
Διηγήματα

Front matter

Reading edition

Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George Canonis

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words have been included in &.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΟΥ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Δ. ΠΕΤΡΟΚΟΚΚΙΝΟΥ και Α. Μ. ΑΝΔΡΕΑΔΟΥ

— Τα εφήμερα. — Ιστορία ενός τουφεκισμού. — Πανδαμάτειρα και Πανδαμάτωρ. — Η Μηλιά. — Μονόλογος ευαισθήτου. — Η πρώτη του μονομαχία. — Κυνομυομαχία. — Τα ευτυχήματα της αρρώστειας. — Το θέατρον του Γιλδίζ Κιoσκ. — Άγιος Σώστης. — Ορέστης και Πυλάδης. — Χρυσηίς. — Ημερολόγιον ομογενούς. — Ιστορία ενός πιθήκου. κλπ.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1911

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4

ΤΑ ΕΦΗΜΕΡΑ

Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Αριστοτέλους έτυχε ν' αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:

«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Βόσπορον Κιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον. (Περί τα ζώα Ιστορ. Ε'., ιθ')». Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γενομένων εκ των ρωγών επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί «κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος» και περί σαλαμάνδρας, «ή δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ», έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είνε τα εφήμερα ταύτα.

Εύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύση από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Κατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματα υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Κιμμερίου Βοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Ευρώπης ποταμόν. Είνε δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.

Μέχρι του Ρεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ' ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είνε απ' εναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Αφ' ετέρου όμως δεν περισσεύει εις αυτά καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση διά στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.

Τα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια.

Τα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Είς τινας χώρας και ιδίως εν Βελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Τα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Τα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ' η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Ολίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού. Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Μαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατόρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν' αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Τοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.

Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Κηφισσού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Κολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεταμεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Αφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Κυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. Ο καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως αν εκρυφομίλουν. Αλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ισταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Ουδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Το πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώση περί των εφημέρων, και μετ' αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπηγόρευσε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είνε ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είνε τις ούτε κοιμάται ακόμη. Εις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίση η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είνε να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην,

Μ' εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Κηφισσού χρυσαλλίδες και τ' άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον·

— Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Ευδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τι πρέπει να κάμω διά να ευτυχήσω.

— Τέκνον μου, απήντησε ο ερωτώμενος, αληθές είνε ότι είμαι γέρων όχι όμως όσον φαίνομαι. Τα πάθη και αι λύπαι μ' έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ειμπορείς συ ν' αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είνε μεγαλειτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοι τινες ιδέαι, διά τας οποίας δεν θα υπήρχε, τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.

Ολίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε διά τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Αλλ' αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τι επιθυμώ παρ' αυτής, επεθύμητα, ως έχων μεγαλειτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Εκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός. Κατ' εκείνην την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμότερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά πρωίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Τους είδα ν' απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Εις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν' ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν διά την απώλειαν της μιας. Όταν ενόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Αι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κυττάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν ή και περιφρονητικόν. Αλλ' αρκετά σ' εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είνε πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μακρότερον περί αυτού. Εγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Ιδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχόμενη πλησίον μας σ' εκύτταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Αλλ' αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Χαίρε, μικρέ μου φίλε.

Ταύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ' ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.

Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Αλλ' αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απ' εναντίας και αναμφισβήτητον είνε ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ουδ' εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Ουδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν' αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της διά ν' ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Μόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, διά τον λόγον ότι είνε ακαταμάχητον το επιχείρημα· «Κυρία μου, δεν έχομεν καιρόν». Αλλ' ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, διά τον λόγον ότι ουδέ διά ταύτας δεν περισσεύει καιρός. Είνε τα μόνα πλάσματα, διά τα οποία είνε ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν, ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; Η ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι' ύδατος το ποτήριον, μέχρις ου καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.

Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είνε το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή.

Μόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν' αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να σταθή ή να στραφή να κυττάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ' αποθνήσκει διά μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού.

Κατ' αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν' αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Την απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είνε βάσανος οδυνηρά. Τον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Μόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου.

Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησην, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Αύται είνε τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Εκκλησιαστού και του Ιερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδη, ώστε κατήντησαν κοινοί τύποι. Κατ' ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ' αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπίνη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. Ο βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του. Μη αρκούμενος να ζήση και ν' αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητεί ν' ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος αντί να ενοχλή διά της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει διά των ανταποκρίσεων αυτού ή διά του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Ρώμη, εν Πετρουπόλει, εν Νέα Υόρκη και Πεκίνω.

Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Την διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Αληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ' εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν διά να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Επί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Ουφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Μακροβιωτική. Αν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως την Αγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Ουδ' ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οίον δήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού.

Δεν εννοώ διά τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν, ούτε το περί αθανασίας της ψυχής Χριστιανικόν δόγμα, αλλ' άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών διά του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Τούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ' αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είνε να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις. Αλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, ότε δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν' αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Μεθύομεν προκαταβολικώς δι' οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. Ο πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ' εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν' ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων.

(Ημερολόγιον «Νεολόγου» Αθηνών 1828)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΟΥ

Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα, η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είνε ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, άλλα και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δύο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόπμαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζη, άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται διά να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν. την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δυο τελευταία κράτη είνε ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τι τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη ;

Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι Ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς εναντία. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας «διατί δεν κόπτουν το θηρίον», να ερωτώσι «διατί σφάζεται ο άνθρωπος», αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού διά του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικότερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας διά την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον διά την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είνε ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων, εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων διά να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν διά τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονίση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου.

Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροι τίνες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι διά της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάνωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς διά τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν.

Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτω αδύνατον φαίνεται να ανευρεθή και ο λόγος διά τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνον αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είνε παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός, διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου ή της προφυλακίσεως, διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν, διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικαιογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής, διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμαίικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου.

Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής ταύτης έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίαι πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρου αψευδούς διηγήσεως.

Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμεινεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τύπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187… την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσήναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδας εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την …. κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση, ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώση ολίγον το φόρεμά της διά να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνίδιας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάση προ του δημίου.

— Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παλληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είνε η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν.

— Και εις τι συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας.

— Εις το να μη πιστεύη ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν.

— Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς.

— Και τις η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον ;

— Αλλά τι καλλίτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον ;

— Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς.

— Δεν σας εννοώ.

— Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους αΰλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω· και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω.

Διά να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας ως να ήθελον να αποζημιωθώσι διά την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου.

Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής:

«Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γίνη μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσήνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν οι στρατοδίκαι· ότι των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είνε ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είνε θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Bέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως.

Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαγχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματίσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως.

Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνη προ τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάλληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν να αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο. ( 1) Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' ανεδείκνυε την Κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, διά τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλλίτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς διά τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτον εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχη όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την προτασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία.

Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον όταν είδε εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον.

Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν».

— Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου ;

— Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των;

— Τους ενθυμούμαι.

— Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθή πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμη να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον.

Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύν βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζεν υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν.

— Τι κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν. Γονάτισε και εξομολογήσου.

Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτησε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς διά της αφοβίας του προ των τουφεκιστών.

Ευθύς μετά την έξοδον τον καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου.

— Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν;

— Το ηξεύρω πολύ καλά· γενηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών.

Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερουχάλισε μακαρίως μέχρις ου ήλθε την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ διά ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν διά να καθαρίση τη στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν διά την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν, και πάντες συνέχαιρον διά την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις έδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια.

Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας.

— Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ.

— Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρά σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και Βασιλέα τον Χαρώνδαν.

— Ταύτα, απήντησα γελών, είνε δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας.

Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθή και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχιματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινεν εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα διά καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου· «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης επί της γης»· «Ο θάνατος είνε μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον.

Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν.

Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμεινεν ελπίς ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλιπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήση ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί διά να τον ενθαρρύνη διά νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις.

Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του διά μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον προσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί· «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι διά να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τι να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των «Μασναδιέρων» του Βέρδη:

Tra-la, Trala lala, N' nadremo d' un salto Nel mondo di la

Ήτοι

Θα πάγω μ' ένα πήδημα Ίσια στον άλλον κόσμον !

Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς προτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αύτη ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το προσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας.

Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον να αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια;

— Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους;

— Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίση κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως».

Η βροχή είχε παύση και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος «αρχαιολόγος» (antiquario), σημαίνων εν Σικελία «πωλητής αρχαιοτήτων». Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατόν μόνον φράγκων δύο σπάνια νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίση να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι.

(«Ακρόπολις» 1 Οκτωβρίου 1896).

ΠΑΝΔΑΜΑΤΕIΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ

Τους απαύστως παραπονουμένους διά τα καύματα του Ιουλίου, τον κονιορτόν, τον Δήμαρχον, την λειψυδρίαν και ρυπαρότητα των δρόμων Αθηναίους συμβουλεύομεν ν' αποδημήσωσιν επί ένα μήνα, ουχί Ιούλιον αλλά και Απρίλιον, εις Κάιρον της Αιγύπτου. Εκεί θέλουσι μάθη οι μεμψίμοιροι ούτοι πως τα αυγά εκθετόμενα εις το παράθυρον ψήνονται εις το διάστημα της απαγγελίας ενός Πάτερ Ημών, και σκληρύνονται αν τύχη βραδύγλωσσος ο απαγγέλλων· εκεί θα ίδωσιν οικίας, πνέοντος του λιβός, δένδρα, οχήματα, διαβάτας, όνους και καμήλους, εξαφανιζόμενα εις πυκνόν νέφος μαύρου ως την πίσσαν κονιορτού, ουχ μεταφορικώς, ως ο αθηναϊκός, αποτυφλούντος, αλλά πράγματι μεταβάλλοντος εις τυφλούς, οφθαλμιώντας ή μονοφθάλμους το έν τέταρτον τουλάχιστον των Αιγυπτίων, και τούτο ενώ υπάρχει πρόχειρον προς κατάβρεγμα το θολόν ρεύμα του ακενώτου Νείλου· εκεί θέλουσι διδαχθή πώς σβύνουσι την δίψαν διά διαλύσεως κιτρίνου βορβόρου οι μη έχοντες να δώσωσι πεντάλεπτον δι' έκαστον ποτήριον ύδατος διηθημένου και πώς εφευρέθησαν τα χάρτινα περιλαίμια υπό των δυστροπούντων να καταβάλωσιν έν και ήμισυ φράγκον διά πλύσιμον εκάστου υποκαμίσου.

Εξ όλων όμως των πληγών της Αιγύπτου, η μάλλον βασανίζουσα τους προ εικοσάδος ετών και λήγοντος του έαρος συγκατοίκους μου εν τω τότε αρίστω του Καΐρου Βασιλικώ Ξενοδοχείω ήτο ότι δεν υπήρχε τρόπος να κοιμηθή τις μόνος, ουδέ καν εύκολον να γνωρίζη ακριβώς τίνας είχεν εκάστοτε εις την κλίνην του συντρόφους. Ανά πάντα τω όντι δηλωτικόν της παρουσίας των κνισμόν, εδικαιούτο μετ' ίσης πιθανότητος να υποθέση ότι συνεκόμισε φθείρας εκ του χθεσινού περιπάτου εις το Καγκαλή Παζάρ, ότι περιπατεί επ' αυτού κάνθαρος, ότι τον εμίανε δυσώδης κορέος, ή εκεντήθη υπό ιοβόλου σκορπιού.

Εκ τούτου συνέβαινεν ότι ευθύς μετά το πρόγευμα απεσύρετο μεν έκαστος ημών εις το δωμάτιόν του προς μεσημβρινόν ύπνον, μετά τινα όμως λεπτά έβλεπέ τις πάντας κατά σειράν συνερχομένους εις την εν τω κέντρω του ξενώνος μικράν αυλήν, ως εις το μόνον κατά τας θερμάς ώρας οπωσούν κατοικήσιμον μέρος. Οι τέσσαρες τω όντι υψηλοί τοίχοι του τετραστέγου οικοδομήματος μετέβαλλον την αυλήν ταύτην εις είδος τι φρέατος, και μικρά τις μετά πίδακος δεξαμενή παρείχεν αν ουχί πολλήν δρόσον, το παρήγορον τουλάχιστον κελάρυσμα ύδατος καταλειβομένου. Εις τα πλεονεκτήματα ταύτα πρέπει να προστεθή ο τεχνητός ζέφυρος γιγαντιαίου κρεμαστού ανεμιστηρίου, παλλομένου υπό ευρώστου μαύρου, τον οποίον, προς μετριασμόν του αιθιοπικού αυτού αρώματος, ερράντιζαν μακρόθεν δι' ύδατος της Κολωνίας δύο φιλοπαίγμονες Αγγλίδες. Ουδέ ταύτα όμως ουδ' η ακατάπαυστος επί δίσκων περιφορά μοναδικής την ποικιλίαν συλλογής δροσιστικών εξ ανανάς, ρόδων, πικροκεράσου, κιτρομήλου, ζιζύφου, ταμαρίνθου και παντός άλλου καρπού και άνθους, ουδέ του άραβος ταχυδακτυλουργού τα θαύματα, ουδέ της επαιτούσης ζάκχαριν δορκάδος η χάρις και η ημερότης, ούτε των μεταξοτρίχων αιλούρων της Αγκύρας αι θωπείαι, ούτε του πολυγλώσσου ψιττακού αι προσρήσεις, ουδ' αυτή της χαριτοβρύτου ξενοδόχου η παρουσία ήρκουν να νικήσωσι των πολυώρων εκείνων καταναγκαστικών συνεδριάσεων την πλήξιν και την ανίαν. Το μόνον κατ' αυτής κάπως δραστικώτερον αντίδοτον ήτο η ιλαρότης, την οποίαν επροκάλει πάντοτε η εμφάνισις ζεύγους τινός αληθώς πρωτοτύπου. Περί μεν της κυρίας ηδύνατό τις εκ πρώτης όψεως, άνευ δισταγμών, να βεβαιώση ότι προ τριάκοντα ή και περισσοτέρων ετών υπήρξεν εκτάκτως ωραία αλλ' ήδη ούτε το χρώμα, ούτε η κόμη, ούτε τα οφρύδια, ούτε οι οδόντες ουδ' άλλο τι ήτο παρ' αυτή αληθινόν πλην μόνων των κοσμούντων τα ώτα και τους δακτύλους της αδαμάντων. Ουδ' ηρκείτο εις τούτων μόνον την λάμψιν, αλλά και η ενδυμασία αυτής ημιλλάτο προς της Ίριδος την ποικιλίαν, η κόμη ή μάλλον φενάκη από πρωίας βοστρυχισμένη, το πιλίδιον αληθής ανθών, ο πέπλος εκ τριχάπτου και οι εβδομηκονταετείς πόδες συνεσφιγμένοι εντός χρυσοπόρπων ατλαζίνων υποδημάτων· το δε εκ πάντων τούτων αναδιδόμενον άρωμα του προ ημίσεως αιώνος περιζητήτου αποστάγματος Millefiori, τόσον ιδιάζον και βαρύ, ώστε ήρκει μόνον ν' αναγγείλη αλανθάστως την προσέγγισιν της κυρίας Ορτενσίας Βερτολόττη. Ουχ ήττον δε του υποκειμένου, της ενδυμασίας και της οσμής ήσαν και οι τρόποι αυτής ιδιόρρυθμοι και αρχαϊκοί. Εισερχομένη εχαιρέτα περιληπτικώς πάντας, θέτουσα την χείρα επί της καρδίας, και στρέφουσα έπειτα κύκλω την κεφαλήν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και έν γλυκύ μειδίαμα εις έκαστον ημών, άνευ της ελαχίστης υποψίας ότι εφιλοδώρει πράγματα στερούμενα από πολλού πάσης αξίας. Αλλά και ουδέποτε έτεινε την δεξιάν της προς χειραψίαν, αλλά πάντοτε υψηλά προς ασπασμόν, ουδ' εκάθιζέ ποτε χωρίς πρώτον ως εκ απροσεξίας να δείξη και έπειτα να σκεπάση μετά προσοχής τον πόδα, και πλειστάκις, ουδενός μελετώντος επίθεσιν, ελάμβανεν ήθος αμυνομένης. Περί δε του κ. Δαβίδ Βερτολόττη αρκεί να είπωμεν ότι ήτο κατά τινα έτη νεώτερον της συζύγου του γερόντιον, διδάκτωρ των καλών &γραμμάτων&, ιππότης του Αγ. Μαυρικίου, κομψότατος, ευγενέστατος, αλλά και κατεχόμενος υπό της μανίας ν' απαγγέλλη περί παντός ζητήματος, και ιδίως καλλιτεχνικού, αυτοσχεδίους λόγους εις γλώσσαν γαλλικήν προφερομένην ιταλιστί και μάλιστα λομβαρδιστί. Καί τοιούτο μεν ήτο το ανδρόγυνον, η δε δι' αυτού διασκέδασις συνίστατο προ πάντων εις το να υποκρίνωνται πάντες σφοδρόν έρωτα προς την κυρίαν, περιάγοντες αυτήν διά του πλήθους των απαιτήσεων εις αστειοτάτην αμηχανίαν περί την προτίμησιν ευνοουμένου, τον δε κύριον να ενθαρρύνωσι μεν εις αυτοσχεδιάσματα, μετ' ολίγον όμως, ενώ ερητόρευε πλησίστιος, να πνίγωσι την φωνήν του διά συναυλίας βαρυήχων ρογχασμών, ζητούντες έπειτα παρ' αυτού συγγνώμην αν κατελήφθησαν υπό ύπνου ακουσίου και ακαταμαχήτου. Ταύτα έβαινον επί τινα χρόνον ομαλώς εντός των ορίων σχετικής τίνος ευπρεπείας, αλλ' αποφράδα τινά ημέραν, καθ' ην τον χυμόν του ανανάς και της ταμαρίνθου είχεν αντικαταστήση ο παγωμένος καμπανίτης, οι ζωηρότεροι των θαυμαστών της καλής Ορτενσίας εξετράπησαν εις υπέρβασιν των εσκαμμένων τόσον σπουδαίαν, ώστε ο ανεκτικώτατος των συζύγων ηναγκάσθη να θυμώση και ν' αποχωρήση μετά της συμβίας του· υπερβαίνων όμως την φλιάν της θύρας, έκρινε πρέπον να στραφή και να κεραυνώση τους αυθάδεις ως εξής: «Αρκούμαι, Κύριοι, προς τιμωρίαν σας να σας δηλώσω ότι η δέσποινα προς την οποίαν ησεβήσατε, πριν ή αξιωθώ να συζευχθώ μετ' αυτής, ωνομάζετο Ροζάτη Γαλέττη!».

Η δόξα, και προ πάντων η θεατρική, παρακμάζει σήμερον τόσον ταχέως, ώστε και αυτήν την ύπαρξιν της φερούσης το ανωτέρω όνομα ενδέχεται ν' αγνοώσιν οι νεώτεροι των αναγνωστών. Της ομηγύρεως όμως η κατάπληξις υπήρξε μεγάλη, διότι ουδείς εδικαιούτο προ τετάρτου αιώνος ν' αγνοή το όνομα τούτο· παρ' εμοί δε εξήγειρε την ανάμνησιν οπτασίας των παιδικών μου χρόνων αλησμονήτου. Εσπέραν τινά, μετά την παράστασιν επί του θεάτρου της Γενούης του πολυκρότου μπαλλέττου «Μελεάγρου», αποκοιμηθείς εντός αμάξης, αναμενούσης την σειράν αυτής να κινήση, αφυπνίσθην έντρομος υπό φοβέρας βοής. Παράφορον και αλαλάζον πλήθος εφώρμα κατά πλήρους ανθοδεσμών τιθρίππου, απωθούμενον υπό των χωροφυλάκων και των αστυνομικών κλητήρων, των οποίων αντηχούν αι επιταγαί διαλύσεως, εκρότουν αι μάστιγες και ήστραπτον τα ξίφη. Μετά βραχείαν όμως πάλην κατίσχυον των αντιπροσώπων της τάξεως οι της αταξίας· ο ηνίοχος, πειραθείς να προχωρήση, εκρημνίζετο εκ της έδρας του, οι ίπποι απεζεύγοντο και την θέσιν αυτών ελάμβαναν ολίγα λογικά όντα, μεταβληθέντα εις άλογα υπό του ενθουσιασμού, ενώ ορθή εν τη αμάξη, πατούσα επί στιβάδος ανθέων και ως όνειρον ωραία υπό το φως των βεγγαλικών λαμπάδων, ηυχαρίστει, η Ροζάτη Γαλέττη τα επευφημούντα πλήθη κράζουσα: «Crazie, Signori, e troppo!»

Παρά των θαυμαστών αυτής εκηρύττετο η Γαλέττη χορεύτρια εμάφιλλος της Έσλερ, της Τζερίτου και της Ταλλιόνη· ούτε προς Έλφην όμως, ούτε προς χρυσαλλίδα ή άλλο τι ατμώδες και εναέριον ηδύνατο ως εκείναι να ομοιωθή, αλλά πολύ μάλλον προς εμψυχωθέν άγαλμα της Ήρας ή Ρωμαίας αυτοκρατορίσσης. Ο χορός αυτής ήτο προ πάντων επίδειξις του κάλλους της, υπό πάσας αυτού τας απόψεις, και πολύ των κινήσεων θαυμαστότεραι αι καμπύλαι του τραχήλου και των ώμων, το αψιδωτόν σχήμα του ποδός και η έντασις των μυώνων της κνήμης. Αλλά πολύ μάλλον η χορεύτρια εθριάμβευεν ακινητούσα. Όταν μετά την εκτέλεσιν επιπονωτέρας τινός σειράς αλμάτων εστηρίζετο εις στήλην ή κορμόν δένδρου, καταπόρφυρος εκ του αγώνος και ουχί του ψιμυθίου, συνέχουσα διά της χειρός τους παλμούς του ογκωθέντος στήθους της, ενώ παρασυρθείσα υπό του ιδίου βάρους κατέρρεεν η κόμη της επί των ώμων ως μαύρη πλημμύρα και εφλογοβόλουν οι οφθαλμοί, διέστελλε τα χείλη μειδίαμα Βάκχης και θρόμβοι τινές ιδρώτος έστιλβον εις τους κροτάφους της ως μαργαρίται, πάντες τότε ελησμόνουν την χορεύτριαν, όπως θαυμάσωσι την γυναίκα· η δε εκ του θεάματος αίσθησις ήτο τοιαύτη, ώστε έτρεμον αι χείρες αι κρατούσαι τας διόπτρας, και πλειστάκις συνέβη ν' αντηχήσωσιν αίφνης παταγώδη χειροκροτήματα και να πέσωσι βροχηδόν επί της σκηνής αι ανθοδέσμαι, άνευ ουδεμιάς εμφανούς αφορμής, ενώ ανεπαύετο η Γαλέττη περιμένουσα την σειράν της να χορεύση.

Η τότε αυστηρά εν Ιταλία λογοκρισία και τα μέλη της επιτροπής, υποκινούμενα υπό σεμνοτύφων τινών ή, το πιθανώτερον, ζηλοτύπων αριστοκρατικών γυναίων, απεπειράτο μεν ενίοτε να επέμβη προς περιορισμόν του σκανδάλου, ως το ωνόμαζε, δύσκολον όμως ήτο να διατυπωθή εύλογόν τι παράπονον κατά της μόνης ίσως χορευτρίας, ήτις ούτε εψιμυθιούτο, ούτε εγύμνωνεν όσον αι άλλαι το στήθος, και των διαφανών χιτωνίων επροτίμα ν' ανατινάσση βαρείας μέχρι μέσης κνήμης εσθήτας, διά κινήσεως του γόνατος αμιμήτου. Τι δε έπταιεν εκείνη, αν έπλασεν αυτήν ο Θεός οίαν οι ερμογλύφοι την Ήραν, αν δεν ευρίσκετο Ιξίων ικανός να προτιμήση της Ήρας ταύτης οιανδήποτε Νεφέλην, αν ήτο ως του Χαρμολάου του Μεγαρικού διτάλαντον το φίλημά της και αν προς εύρεσιν των ταλάντων τούτων επώλησαν ειδωλολάτραι τινές τον αγρόν των, υπέγραψαν συναλλάγματα ή και ελήστευσαν το πατρικόν ταμείον ή την μητρικήν κειμηλιοθήκην; Ουδέ δικαιότερον ήτο να θεωρηθή υπεύθυνος, αν ο γέρων μαρκήσιος Σπίνολας επρόσφερεν εις αυτήν την καρδίαν, την χείρα και την αποκλήρωσιν των ανεψιών του· αν ο δουξ Βαλδισέρας ερράπισεν εν πλήθοντι θεωρείω την γυναίκα του, τολμήσασαν να την συρίξη· αν ο εκβακχευθείς αντιπρόσωπος της βασιλίσσης Ισαβέλλας απέσπασεν από του στήθους του και έρριψεν εις τους πόδας της αδαμαντοκόλλητον αστέρα, ή αν ο ηγούμενος των Καπουκίνων, εις ον εξωμολογείτο τα αμαρτήματά της, εγονάτισεν εμπρός της ικετεύων και μετ' αυτού ν' αμαρτήση. Πώς δε να μη θεωρήση τις ως ασύστατον κακολογίαν, ότι ο υποβολεύς του θεάτρου περιφρονηθείς παρ' αυτής, εσκόρπισε διά πιστολιού τον μυελόν του, ενώ αυτό τούτο απεδείκνυεν ότι ο άνθρωπος μυελόν δεν είχεν; Η δε τοσαύτη θραύσις εις μόνους τους μη ιδόντας την γυναίκα ταύτην εφαίνετο αλλόκοτόν τι και μυθώδες. Προς εξήγησιν της γοητείας αυτής, αρκούμεθα να ενθυμίσωμεν ότι η ιστορία, η ποίησις και η τέχνη, κατέστησε γυναικεία τινα ονόματα αχώριστα από της ιδέας ηδονής τίνος υπερανθρώπου. Ολίγοι, πιστεύομεν, είνε εκείνοι, εις ους δεν επροξένησεν ηδυπαθές ρίγος το της Δαλιδάς, της Σαλόμης, της Κλεοπάτρας ή της Βυζαντινής Θεοδώρας. Άξιον δε παρατηρήσεως είνε ότι πάσας ταύτας τας αντιπροσώπους της υπερτάτης εντάσεως της ηδυπαθείας αναπλάττει αυθορμήτως η φαντασία ημών κατά τον αυτόν περίπου τύπον γυναικός υπερβάσης την ήβην, ευμελούς, μετά βλέμματος επιτακτικού και χείλους κάπως ειρωνικού. Τοιούτο ήτο το κάλλος και το ήθος της Γαλέττης, της μόνης ικανής να εμποιήση εις τους λατρευτάς αυτής την αίσθησιν, ότι ασπάζονται το κράσπεδον της εσθήτος Σεμιράμιδος ή πατούνται ως ο Ηρακλής υπό του σανδαλίου Ομφάλης. Αλλά και αυτόν τον χρόνον εφαίνετο κατορθώσασα ν' αφοπλίση. Ότε είδον αυτήν αποθεωμένην εν Γενούη, ήτο βεβαίως υπερτεσσαρακοντούτις, ουδ' υπήρξεν εκείνη η τελευταία απόζευξις των ίππων εκ της αμάξης της θαυμαστής γυναικός, αλλ' επί δεκαπενταετίαν ακόμη εξηκολούθησε να χορεύη, ή μάλλον να επιδεικνύη εαυτήν εν Νεαπόλει, Τεργέστη, Μιλάνω και Φλωρεντία. Επί τέλους κατέβαλε φευ! την πανδαμάτειραν ο πανδαμάτωρ, μεταβαλών εις το οικτρόν εκείνο άθροισμα ρυτίδων, προκομίων, επιχρισμάτων, μωρών αξιώσεων και αλλοκότων μορφασμών, το πριν είδωλον της Ιταλίας, εις αντικείμενον γέλωτος την παραίτιον τοσούτων δακρύων!

Την ροήν των αναμνήσεων διέκοψαν αι παρακλήσεις της ξενοδόχου όπως δυσωπήσωμεν δι' οιουδήποτε τρόπου το ζεύγος Βερτολόττη, το ετοιμαζόμενον ήδη ν' απέλθη εις το αντικρύ αντίζηλον ξενοδοχείον της Ανατολής. Μετά βραχείαν περί τούτου σύσκεψιν απεφασίσθη παμψηφεί εις μεν την κυρίαν να προσφέρωμεν δι' εράνου μεγαλοπρεπή ανθοδέσμην, μεθ' ικετηρίου γράμματος, όπως συγχωρήση παρεκτροπήν, δι' ην έπταιε προ πάντων το πολυύμνητον αυτής κάλλος, τον δε κύριον να ικανοποιήσωμεν επιτρέποντες αυτώ να ρητορεύση επί δίωρον άνευ διακοπής. Η επιτυχία της αναφοράς υπήρξε τελεία. Ευθύς, τω όντι, μετά την ανάγνωσιν αυτής, επέλαμψεν εις το παράθυρον του κοιτώνος της η ιλαρά όψις της κυρίας Ορτενσίας, οσφραινομένης τα σταλέντα άνθη και παρεχούσης ημίν μετά γλυκερού μειδιάματος πλήρη άφεσιν αμαρτιών, κατά δε την υπαίθριον συνεδρίασιν της επιούσης ανέπτυσσεν εις ημάς ο κύριος Δαβίδ Βερτολόττης την περίφημον αυτού θεωρίαν περί υπεροχής του μπαλέττου, εν συγκρίσει προς το δράμα και το μελόδραμα, ως εξής:

«Σκοπός του τεχνίτου είνε, Κύριοι, να συγκινή την ψυχήν ημών, μεταδίδων όσα αισθάνεται ο ίδιος. Τούτο δύναται να επιτύχη, είτε υποβάλλων εις τους οφθαλμούς το ικανόν να προκαλέση την συγκίνησιν ταύτην αντικείμενον, ως ο ζωγράφος, ο γλύπτης και ο παντομίμος, είτε αγωνιζόμενος να ερμηνεύση ο ίδιος την εκ τούτου εντύπωσιν και να μεταδώση αυτήν, έστω και αορίστως, εις τους άλλους, όπως πράττει ο μελοποιός. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η μουσική και η μιμητική όρχησις είνε βεβαίως έξοχοι τέχναι, αλλά και εκ τούτου δυσπρόσιτοι εις τους πολλούς, τους χρήζοντας όπως συγκινηθώσιν εκφραστικού μέσου υλικωτέρου, εξηγούντος τα πάντα και απαλλάττοντος από παντός κόπου την νωθράν και άπτερον αυτών φαντασίαν. Τοιούτον είνε ο προφορικός λόγος. Υπάρχουσι φιλόσοφοι, κηρύττοντες την γλώσσαν θείαν αποκάλυψιν και μη αναλογιζόμενοι, οι άθλιοι, ότι υβρίζουσι τον Θεόν αποδίδοντες αυτώ τρόπον εκφράσεως, όχι μόνον σύνθηματικόν αλλά και καθ' εαυτόν άχαριν, βάναυσον και τραχύν. Τι άλλο τω όντι είνε πάσα γλώσσα παρά μόνον ελεεινόν κράμα συριγμού βραγχνότητος και ρινοφωνίας δασέων, τα οποία αναγκάζουσι τον εκφέροντα να χασμηθή, ψιλών τα οποία δεν δύναται να προφέρη χωρίς να πτύση, αφορήτων χασμωδιών, αμφιβόλων διφθόγγων, χαλαρών συνδέσμων, αργών επιθέτων και αλλοκότων ιδιωματισμών;

»Η τοιαύτη χάριν των πολλών προσθήκη του λόγου εις την μίμησιν εγέννησε το δράμα το αναβιβάζον επί της σκηνής πρόσωπα διαλεγόμενα περί των ιδίων αυτών υποθέσεων και συμφερόντων, ενώπιον ακροατών ηλιθίων, οίτινες, αν δεν ήσαν τοιούτοι, ηδύναντο, προσέχοντες εις τα περί αυτούς συμβαίνοντα, να εντρυφήσωσιν εις δράματα ασυγκρίτως κάλλιον ή επί του θεάτρου παριστανόμενα υπ' αυτών των αληθώς δρώντων και πασχόντων προσώπων. Ουδέ περιωρίσθη εις τούτο το κακόν· αλλ' ευρέθησαν και οι επιχείρησαντες να μελοποιήσωσι τον διάλογον, ήτοι να καθυποτάξωσι την μουσικήν εις πάσας του δράματος τας περιπετείας. Το τοιούτον όμως πείραμα, το ονομασθέν μελόδραμα, αδύνατον ήτο να μη αποτύχη ελεεινώς, διά τον λόγον ότι, αν μεν αποβλέπη προ πάντων η μουσική εις την τέρψιν της ακοής, αν είνε δηλ. ελαφρά και ζωηρά, ως η Ιταλική, αποδεικνύεται ασυμβίβαστος προς πάσαν έντασιν του τραγικού πάθους, αν δε πάλιν επιδιώξη την εμβρίθειαν και την ακριβεστέραν συμφωνίαν προς την εκ του δράματος διάθεσιν της ψυχής, ως η των νεωτέρων Γερμανών, τότε η ακρόασις αυτής αποβαίνει πολύ μάλλον κόπος παρά ηδονή.

»Αλλά δεν είνε ίσως περιττόν να καταστήσω διά τινος παραδείγματος έτι σαφεστέρα όσα λέγω. Πάντες γνωρίζετε τον μιμητικόν χορόν τον λεγόμενον της Μελίσσης. Νέα κόρη θέλει να κόψη ρόδον και εκ της κάλυκος του άνθους εκπηδά μέλισσα διώκουσα, φοβίζουσα ή και πληγώνουσα διά του κέντρου την κορασίδα. Προς στιγμήν ενόμισεν αύτη ότι απηλλάγη του θηρίου, και αναλάμπει επί του προσώπου της η χαρά την πρόσκαιρον όμως ταύτην γαλήνην διαδέχεται και πάλιν ο σάλος και ο τρόμος, διότι ησθάνθη το πονηρόν ζωΰφιον εμφώλευον εις τας πτυχάς του πέπλου της, ον ρίπτει μετά φρίκης μακράν αυτής· αλλά ουχί, δυστυχώς, μετ' αυτού και την μέλισσαν την εισδύσασαν ήδη υπό την εσθήτα. Και ταύτην λοιπόν σπεύδει ν’ αποβάλη ή μάλλον να σχίση, τρέχουσα ως μαινομένη και σκορπίζουσα περί αυτήν τα τεμάχια του υφάσματος, μέχρις ου καταβληθείσα υπό του τρόμου και του καμάτου καταπέση ημιθανής και ημίγυμνος επί της χλόης.

»Τοιαύτη είνε η παντομίμα· καθ' όλον αυτής το διάστημα δεν έπαυσεν η χορεύτρια να παρίσταται ενώπιον ημών ζωηρά, εύχαρις, ευκίνητος και πτερωτή· ουδ' υπάρχει κίνδυνος να ίδωμεν τα ρόδινα χείλη της διαστρεφόμενα προς οχληράν απαγγελίαν φωνηέντων και συμφώνων, ή τον λαιμόν αυτής ογκούμενον προς επίπονον εκφοράν βαρέος ή οξέος ήχου. Αφού, τω όντι, αρκούσι προς σαφή αποτύπωσιν και του λεπτοτάτου αισθήματος η έκφρασις του προσώπου και του σώματος αι κινήσεις, τις η ανάγκη αμίλλης προς την φλυαρίαν σοφιστού ή τους λαρυγγισμούς κοσσύφους; Ας αφίσωμεν λοιπόν το μελόδραμα και το δράμα εις τους χυδαίους…..

— Αλλά, κύριε, διέκοψεν η παρακαθημένη πυρρόμαλλος αγγλίς, πρέπει άρα να κατατάξω μετά των χυδαίων και τον Ρακίναν και τον Σαιξπήρον ;

— Όχι βεβαίως, κυρία μου, αλλά μόνον να ενθυμηθήτε ότι, ζώντος του Ρακίνα, αι τραγωδίαι αυτού παριστάνοντο υπό ηθοποιών αλευροπάστων την κόμην και φερόντων το ένδυμα της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ', επί σκηνής όπου παρεκάθηντο αναμίξ μετά των προσώπων του δράματος οι προνομιούχοι θεαταί, και ότι ταύτα ήρκουν όπως καταστήσωσιν αδύνατον πάσαν των οφθαλμών και επομένως του πνεύματος απάτην. Άλλως δε αι τραγωδίαι του Ρακίνα στερούνται πάσης δράσεως· δεν είνε δράματα, αλλά βιβλία, τα οποία ουδέν ζημιούνται αναγινωσκόμενα πλησίον της εστίας, αντί να διδαχθώσιν από της σκηνής. Όλως διάφοροι τούτων είνε αι τραγωδίαι του Σαιξπήρου, ήτοι μόνον δράσις απ' αρχής μέχρι τέλους· ο δε διάλογος είνε εν αυτοίς τόσον επουσιώδης, ώστε θα ηδύνατο άνευ μεγάλης ζημίας να λείψη. Τούτο αισθανόμενος αυτός ο Σαιξπήρος, ουδέποτε διστάζει να θυσιάση τον διάλογον εις πάσαν αυτού ιδιοτροπίαν. Οτέ μεν υπακούων εις τον λυρικόν αυτού οίστρον, παρενθέτει ποιήματα όλως αλλότρια της δραματικής υποθέσεως, οτέ δε έχων όρεξιν να γελάση παρεισάγει πρόσωπα ανταλλάσσοντα επί ολοκλήρους κατά σειράν σκηνάς χαριεντισμούς, βωμολοχίας και λογοπαίγνια, ουδέ ταύτα έχοντά τι κοινόν προς το δράμα, και άλλοτε πάλιν, κατά τας κρισίμους μάλιστα πλοκάς, αντικαθιστά ως εν τω μπαλέττω τον διάλογον η απλή υπόδειξις του τι πρέπει να πράξωσι τα επί της σκηνής πρόσωπα, να μονομαχήσωσι, να εγχύσωσιν εις κύλικα δηλητήριον, να κόψωσι κλάδους δένδρου, να εξορύξωσιν οφθαλμόν ή να σπαθίσωσι ποντικόν. Ταύτα αρκούσι, πιστεύω, προς απόδειξιν ότι εξ ίσου άτοπον και παράλογον είνε να ζητή τις δράσιν εις τα έργα του Ρακίνα ή να περιορίση εις τον διάλογον τα δράματα του Σαιξπήρου.

»Ας αφήσωμεν λοιπόν το δήθεν δράμα και το μελόδραμα εις τους χοϊκούς ανθρώπους, και ενώ τέρπονται ούτοι εις την αναπαράστασιν των σκηνών του συνήθους βίου, ας αναζητήσωμεν ημείς εν τω θεάτρω ευγενέστερόν τι εντρύφημα του αισθήματος και της φαντασίας. Υποθέσατε, κύριοι, ότι παιανίζει η ορχήστρα συμφωνίαν του Χάυδν ή του Βετόβεν. Το άκουσμα τούτο αρκεί όπως μεταφέρη ημάς εν ακαρεί εις την ευδαίμονα σφαίραν, όπου δεν υπάρχουσιν ούτε κακοί άνθρωποι, ούτε ρυπαραί πόλεις, ούτε αγροί ηλιοκαείς ή κατεψυγμένοι. Αληθές είνε ότι οι πεζοί και οι ημιμαθείς αποκαλούσι περιφρονητικώς όνειρον την ανύψωσιν εις τοιούτον κόσμον, οι μέγιστοι όμως των φιλοσόφων πάσης εποχής και χώρας, κηρύττουσιν ενί στόματι τον τέλειον τούτον νοητόν κόσμον πολύ πραγματικώτερον του υποπίπτοντος εις τας αισθήσεις ημών και την εις αυτόν ανύψωσιν επί των πτερύγων της διαλεκτικής ή της τέχνης, ως τον μόνον τρόπον, δι' ου δύνανται να προγευθώσι της μελλούσης μακαριότητος οι πατούντες τον βόρβορον του τρισαθλίου ημών πλανήτου.

»Αλλ' ο κόσμος ούτος ο ιδανικός και ωραίος, ον απεκάλυψεν εις την ψυχήν ημών η μουσική, θαμβώνει αίφνης και την όρασιν ημών, υψουμένης της αυλαίας. Η σκηνή παριστά ιερόν τι άλσος· εις το βάθος αυτής, επί της κορυφής χλοερού λοφίσκου, στίλβουσιν αι στήλαι αρχαίου ναού, και κατωτέρω, υπό το φύλλωμα μεγαλοπρεπών δένδρων, τα ύδατα διαυγούς λίμνης. Και πάντα ταύτα, χλόη, μάρμαρα, δένδρα και νερά, παρίστανται υπό την μαγικήν λάμψιν του νυκτερινού φωτός υπό όψιν όλως ιδιάζουσαν και ούτως ειπείν ονειρώδη. Η σκηνή είνε ακόμη έρημος, αλλά πας τις προαισθάνεται ότι το δάσος εκείνο δεν κατοικούσιν όντα, ως εκείνα μεθ' ων συναναστρέφεται καθ' εκάστην. Ουδ' είνε βεβαίως τοιαύτα τα μετ' ολίγον εμφανιζόμενα, αλλ' έχουσιν ένδυμα διαφανή νεφέλην και ούτε η φωνή αυτών ακούεται ούτε το πάτημά των, αλλ’ ολισθαίνουσιν ως σκιαί επί της χλόης ή πτερυγίζουσι περί τα άνθη ως χρυσαλλίδες. Αλλ' ήδη εντείνεται ο φωτισμός της σκηνής και ογκούται ο ήχος των οργάνων, αγγέλλων την προσέλευσιν της πρώτης χορευτρίας, δι' ης θέλομεν εντρυφήση εις το άκρον άωτον της τέχνης. Η οργή, κύριοι, με πνίγει, όταν συλλογίζομαι ότι ευρέθησαν οι ικανοί να ισχυρισθώσιν, ότι η μεν παντομίμα δύναται να έχη καί τινα σημασίαν, ενώ η όρχησις δεν έχει κατ' αυτούς καμμίαν. Οι βλάκες ούτοι δεν εννοούσιν, ότι ο συνδυασμός αυτής μετά της μουσικής είνε η μόνη δυνατή εφαρμογή εις τας τέχνας του υπερτάτου νόμου του ρυθμού, του κατά τον Αριστοτέλη περιάγοντος εν τάξει ολόκληρον την κτίσιν. Προ μικρού η γυνή αύτη εβάδιζεν, έτρεχεν ή επήδα, αλλ' ήδη χορεύει, ο δε χορός, ήτοι η εν ρυθμώ κίνησις, δεν είνε τι αυθαίρετον ή καν ανθρώπινον, αλλά κανονίζεται, όπως και των σφαιρών η αρμονία, υπό του θείου νόμου των αριθμών, ον πρώτος απεκάλυψε και ελάτρευσεν ο Πυθαγόρας…»

Ως ίσως ενθυμείται ο αναγνώστης, πάντες είχομεν αναλάβη την υποχρέωσιν ν' αφίσωμεν να ομιλήση επί δίωρον, άνευ ουδεμιάς διά ρογχασμών διακοπής, τον κ. Βερτολόττην. Η υπόσχεσις ήτο ειλικρινής, ουδέ φαίνεται δίκαιον να κατηγορηθώμεν επί παρασπονδία, αν κατίσχυσε του ηρωικού ημών αγώνος κατά του ύπνου η κάπως απροσδόκητος παρέμβασις εις συζήτησιν περί χορού του Σταγειρίτου και του Πυθαγόρα.

(«Ποικίλη Στοά» 1891).

Η ΜΗΛΙΑ (2)

[Ο δε Ιησούς είπεν «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με». (Κατά Λουκάν ΙΗ', 16).]

Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, πού όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθή τους πτωχούς· ό,τι της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορή. Και όχι μόνον οι άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα δένδρα και την ακολουθούσαν 'σαν σκυλάκια, για να τους δώση το μισό ψωμί της.

Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια, όπου είχε τυνάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα.

Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχεν υιοθετήσει, ήταν τόσο πτωχό, όπου μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κ' εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήση. Εμάζευεν εις το δάσος αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν εις τους διαβάτες μ' ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και τα κάστανα όπου έτρωγαν ο γέρος και η γρηά, ήσαν πάντοτες ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.

Η Μηλιά ήταν δεκαφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν αι θετοί γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγη ο γέρος εις τη γυναίκα του·

«Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμη ο Θεός κανένα θαύμα να μας βοηθήση. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τόρα πέντε 'μέραις για να πλέξης μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει 'λίγο, μα αγαπά να μοιράζη ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα γείνη αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια μεγαλείτερη θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθή. Φρόνιμη και προκομμένη καθώς που είνε, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε, όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να πλέκης».

Η Μηλιά εκαμώθη πώς δεν άκουσε τίποτες. Το πρωί όμως εσηκώθηκε πριν φέξη έκαμεν ένα κομπόδεμα τα ολίγα της πράγματα, έσφιξε την καρδιά της, εσφούγγισε τα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσι, και 'πήγε ν' αποχαιρετήση το γέρικο ζευγάρι. Έκλαψαν κ' εκείνοι, έπειτα όμως εσυλλογίσθησαν πως ήτο φανέρωμα του θείου θελήματος, να κάμη την Μηλιάν να συλλογισθή την ίδιαν νύκτα, όσα εσυλλογίσθησαν και εκείνοι. Την άφισαν λοιπόν να φύγη, αφού της έδωκαν πολλά φιλιά, την ευχή τους και μίαν πήτταν να την τρώγη εις τον δρόμον.

Όλο το χωριό ηθέλησε να την συνοδέψη μιαν ώρα δρόμο έως την Κρύα Βρύσι. Την ακολούθησαν έως εκεί και ένας στραβός πού τον έσερνεν ο σκύλος του και δυο σακάτηδες με τα δεκανίκια. Την εσυνόδεψαν και γίδες, αρνιά, κότες, χήνες πάπιες, γάλοι και πετεινοί, γιατί άνθρωποι και ζώα όλοι την αγαπούσαν και τους ελυπούσεν ο χωρισμός.

Όσον καιρόν έβλεπεν από μακρυά το αποχαιρέτημα με το μαντίλι των δύο γερόντων επροσπαθούσεν η Μηλιά να κάμη θάρρος· όταν όμως έπαυσε να το βλέπη κ' εκείνο, αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ήτο μονάχη εις τον κόσμο^ την επήρε το παράπονο και άρχισαν πάλι τα μάτια της να τρέχουν. Επερπάτησεν όλην την ημέρα χωρίς να σταθή ούτε την πήττα της να δαγκάση. Ο πόνος της καρδιάς γεμίζει ωσάν ψωμί το αδειανό στομάχι των δυστυχισμένων.

Αφού επερπάτησε δέκα όλαις ώραις, εκάθισεν από κάτω από μίαν καστανιά ν' αναπαυθή. Ακόμη όμως δεν είχε καλοκαθίση, και την ετρόμαξαν δύο τουφεκιές και το γαύγισμα βραχνού σκύλου. Εγύρισε να ιδή τι τρέχει και είδεν ένα σύννεφο πουλιά που έφευγαν φοβισμένα.

— Ελάτε κοντά μου, εφώναζεν, ελάτε γρήγορα να κρυβήτε σ' αυτήν την λόχμη. Μη φοβάσθε, θα σας γλυτώσω, αν δεν με σκοτώση κ' εμένα ο κυνηγός, αν δεν με φάγη ο σκύλος.

Τα πουλιά εγνώρισαν τη φωνή της, εσυνάχθησαν τριγύρω της και εβιάσθησαν να τρυπώσουν αποκάτω από τα χαμόκλαδα, στρυμωμένα το ένα κοντά εις το άλλο, και άκουεν η Μηλιά τες εκατόν καρδούλες των να κτυπούν τακ-τακ σαν τα ρωλόγια εις το αργαστήρι του ρωλογά.

Εκείνην τη στιγμή επρόβαλε και ο κυνηγός μαζί με το σκύλο του, φοβερό ζώο με κίτρινη τρίχα, με δόντια μυτερά και μάτια κόκκινα που έλαμπαν σαν ανθρακιά.

— Κορίτσι μου, την αρώτησε, μην είδες να περάσουν απ' εδώ πουλιά ή άλλο κυνήγι; Από το πρωί τρέχω και δεν εσκότωσα ακόμη τίποτε. Θα σε δώσω αυτό το αργυρό δίφραγκο, αν μου δείξης τον καλό δρόμο.

Ενώ μιλούσεν ο κυνηγός, εξακολουθούσεν ο σκύλος να γαυγίζη και η καρδιά των πουλιών να κτυπά πιο δυνατά, και το κόκκινο βασίλεμμα του ηλίου έκαμνε το αργυρό νόμισμα να λάμπη σαν να ήταν χρυσό.

— Καλά έκαμες να μ' αρωτήσης, αποκρίθηκεν η Μηλιά. Μια στιγμή πριν έλθης, είδα ένα κοπάδι πέρδικες που επετούσαν κατά το Βορειά, δυο λαγούς που έτρεχαν αντικρυνά, ένα ζαρκάδι που έφευγε κατά την Ανατολή και ένα ζευγάρι φαζάνια κατά τη Δύσι. Έχεις λοιπόν να διαλέξης, μόνο δεν έχεις καιρό να χάσης αν θέλης να τα φθάσης.

Ο κυνηγός της έδωκε το δίφραγκο και εκινήθηκε προς την Ανατολή, ο σκύλος όμως δεν ήθελε να φύγη· επεισμάτωσε να μυρίζεται τα κλαδιά, ν' αλυχτά και να δείχνη τα φοβερά του δόντια. Εσυλλογίστηκε τότες η Μηλιά να του δώση την πήττα της για να ησυχάση· του έδωκε και ο αφέντης του μια κλωτσιά κι τότε μόνον απεφάσισε το κακό ζώο να τον ακολουθήση, όχι όμως ευχαριστημένο, αλλ' εξακολουθώντας το γαύγισμα, ωσάν να έλεγεν εις τον κυνηγό, πως είνε εντροπή να τον γελούν κοτζά μου άνθρωπο τα κορίτσια.

***

Όταν εχάθη μακρυά εις το δάσος ο κυνηγός και έπαυσε ν' ακούεται η φωνή του σκύλου, εβγήκαν από την κρύφτη τους τα πουλιά και δεν ήξευραν τι να κάμουν για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους εις την Μηλιά. Εκάθιζαν επάνω εις τον ώμο της, εκελαϊδούσαν εις τ' αυτί της ευχαριστώ, την αέριζαν με τα πτερά των και της εφιλοτσιμπούσαν τα χέρια, τα χείλια, τα μάγουλα και το λαιμό της. Οι σπίνοι και οι πυρρουλάδες αποσπάσθησαν να πάγουν να της φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα και φραγκοστάφυλα να δειπνήση, ενώ τα σπουργίτια και οι πετρίτες της ετοίμαζαν μαλακό στρώμα από καστανόφυλλα, μέντα και λεβάντες να κοιμηθή. Αφού έκαμε την προσευχή της και απλώθηκεν εις το μυρωδάτο εκείνο κλινάρι, την εσκέπασαν με φτέρη για να μη κρυώση κ' εκούρνιασαν κ' εκείνα εις τα περίγυρα δέντρα να την φυλάγουν.

***

Το πρωί την εξύπνησε το εγερτήριο του κορυδαλού και ήλθαν να την καλημερίσουν και τ' άλλα πουλιά. Αφού ετελείωσε το γενικό τραγούδι, έλαβε το λόγο (συμπάθειο για την ελληνικούρα) ο γλυκόλαλος ρήτορας, το αηδόνι, και της είπε τα ακόλουθα, εις την γλώσσαν των πουλιών, που ένοιωθε καλά και κάπως ωμιλούσεν η Μηλιά.

— Μας είπες χθες πως πηγαίνεις εις την πρωτεύουσα να κυνηγήσης την τύχη, και σήμερις το πρωί εμάθαμεν από μίαν Κίσσαν, ότι παρουσιάζεται μία ευκαιρία μοναδική να την πιάσης από τα γένεια. Ο Βασιληάς, αφού εχήρεψε πρόπερσι, εβαρέθηκε τα μεγαλεία, ταις δόξαις, τα πλούτη και όσα άλλα του ζηλεύει ο κόσμος. Τόση είνε η πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθή το μισό του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώση να τον κάμη να περάση μία μόνη ώρα χωρίς χασμήματα η αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την πρωτεύουσα είνε μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσης το βραβείο. Θα σε συνοδέψω με μερικά άλλα πουλιά και θα σε λέγω εις το αυτί τι πρέπει να κάμης.

— Πουλιά μου αγαπημένα, αποκρίθηκεν η Μηλιά, έχετε καλή καρδιά, όχι όμως και πολλή γνώσι. Μου παραγγέλλετε να συγυρισθώ χωρίς να συλλογισθήτε πως μόνον σάς εφρόντισεν ο Θεός να στολίση με πλουμιστά φτερά. Εγώ δεν έχω να βάλω παρ' αυτό το παλιοφούστανο που φορώ. Με αυτό θέλετε να πάγω να με καμαρώση η αυλή και ο Βασιληάς;

— Δεν είνε τα πουλιά τόσον ανόητα, όσο τα πιστεύει ο κόσμος, απήντησε το αηδόνι. Δεν θα σου έλεγα να στολισθής, αν δεν είχαμε φροντίσει να ετοιμάσωμεν τα στολίδια. Έχομε φιλία με μεταξοσκούληκα και τα εβάλαμεν να δουλεύουν όλην την νύκτα για να σου κάμουν αυτό το φόρεμα όπου δεν έχει δεύτερο στην οικουμένη.

Έφεραν τότες ένα φουστάνι από μονοκόμματο άσπρο ατλάζι, που είχεν επάνω κεντημένα την άνοιξι με όλα της τα λουλούδια και τον ουρανό με όλα του τ' αστέρια.

— Εγώ, είπεν ο μελισσουργός, έτρεχα όλην την νύκτα να σου εύρω αυτό το άσπρο τριαντάφυλλο να βάλης εις τα μαλλιά σου.

— Και εγώ, είπεν η πυρραλίδα, εσύναξα σταλαγματιές δρόσο και σου έκαμα περιδέραιο, που λάμπει περισσότερο από τα διαμάντια.

— Και εγώ, είπεν η σουσουράδα, σε φέρνω αυτό το ριπίδι, όπου έδωκε το κάθε πουλί το ωραιότερό του φτερό για να γείνη.

Αφού εφόρεσε τα μοναδικά της στολίδια, εφάνηκεν η Μηλιά τόσον ωραία που άρχισαν να υμνολογούν την περίσσεια χάρι της όλα μαζί τα πουλιά. Μόνον εκείνη εξακολουθούσε να είνε ανήσυχη και συλλογισμένη.

— Τι θα γείνω, είπεν, όταν μου μιλήση ο βασιληάς και καταλάβη από τα πρώτα μου λόγια ότι είμαι μια χωριάτισσα του βουνού που δεν ξέρει τίποτε από κόσμο;

— Μη σε νοιάζει, αποκρίθηκε τ' αηδόνι. Αυτή η φιλενάδα μου η Κουρούνα, που βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει από εκατόν είκοσι χρόνια εις την στέγη του παλατιού και ξεύρει όλα του τα φανερά και τα μυστικά. Την έφερα επίτηδες για να σε κατηχήση. Σε μια ώρα θα σε μάθη όσα φθάνουν για να διδάξης τον βασιληά τα γονικά του.

***

Με το δίφραγκο του κυνηγού ενοίκιασεν η Μηλιά το βράδυ ένα κομψό αμάξι και σωστά εις τας εννηά το βράδυ επαρουσιάσθηκεν εις την μεγάλη σάλλα του παλατιού. Η εντύπωσι που έκαμεν η ωμορφιά του προσώπου της και η λάμψη του φουστανιού της ήτο τόση, όπου όλαις η άβαφες γυναίκες εκιτρίνισαν από την ζούλεια, και από εκείνην την βραδυά εφανερώθηκε ποιες πασαλείβονται και ποιες όχι.

Ο βασιληάς κατέβηκεν από το θρόνο του και ήλθε να την προϋπάντήση, πράγμα όπου δεν έκαμεν άλλη φορά, παρά μόνον εις την επίσκεψι της αυτοκρατόρισσας του Λεβάντε. Χωρίς να φροντίζη για την εθιμοταξία, την επήρεν από το χέρι και την έβαλε να καθίση σιμά του, ερωτώντας από ποιο βασίλειον έρχεται, ή αν είνε ουρανοκαταίβατη, γιατί δεν πιστεύει πως ημπορεί η γης να γεννήση γυναίκα τόσον ωραία.

Η Μηλιά εκοκκίνησε και του αποκρίθηκε με πολλή σεμνότητα και χάρι ότι είνε μια ταπεινή χωριάτισσα και ήλθε ν' αγωνισθή με τους άλλους για το βραβείο.

— Πρέπει να ξεύρης, της είπεν ο βασιληάς, πως τόσον πολύ εχόρτασα και αηδίασα κάθε διασκέδασι και ξεφάντωμα, που τίποτες πλέον δεν μ' ευχαριστεί. Έχω ολόκληρα χρόνια να γελάσω. Όλα μου φαίνονται ανούσια, ανάλατα, νερόβραστα και βαρετά. Και αυτή σου η ωραιότης εθάμπωσε τα μάτια μου χωρίς να γιατρέψη της ψυχής μου την κούρασι και την πλήξι. Εύχομαι να φανή η διασκεδαστική σου τέχνη, όσον και η ωμορφιά σου μεγάλη.

Και αφού είπεν αυτά επρόσταξε ν' αρχίση ο αγώνας.

Τα λόγια του ετρόμαξαν την Μηλιάν, που δεν ήξευρε πώς θα κατώρθωνε να κάμη να γελάση τον αγέλαστο εκείνο βασιληά. Θα έχανε το θάρρος, αν δεν ήρχετο εκείνην την στιγμή το αηδόνι, να κελαϊδήση εις το αυτί της: «Μη σε μέλει, τα πουλιά τα ετοίμασαν όλα».

***

Ο πρώτος αγωνιστής που επαρουσιάσθηκεν ήταν ένας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ή, καθώς τους λέγουν οι λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον επιτήδειος, που τον έπερναν πολλοί για μάγο και αναγκάσθηκε να φύγη από τον τόπον του, όπου εσυνείθιζαν τότες να καίουν τους μάγους. Αυτός εμάντεψε το χαρτί, άσο πίκα, όπου είχε βάλει ο βασιληάς εις το νου του, ετηγάνισεν αυγά μέσα εις το καπέλλο του αυλάρχη και έστειλε την ξανθή περρούκα της Μεγάλης Κυρίας να σκεπάση του ιπποκόμου τη φαλάκρα. Έπειτα κατώρθωσε να βγάλη από τη μύτη του υπουργού της δικαιοσύνης ένα σχοινί της φούρκας και από την τσέπη του στρατάρχη ένα δειλό λαγουδάκι. Όλα επήγαιναν καλά, μόνον ο βασιληάς δεν είχεν ακόμη γελάσει. Με την ελπίδα να επιτύχη και τούτο εσκαρφίστηκε να λαθροχειρίση το βασιλικό στέμμα και να στεφανώση με αυτό μία κεφαλή αγριοχοίρου, που ήταν στημένη εις το μέσο του τραπεζιού του δείπνου. Ο βασιληάς όμως δεν ήταν, καθώς φαίνεται, ευδιάθετος. Αντί να γελάση ευρήκεν άνοστο το χορατόν, κ' επρόσταξε να διώξουν τον χωρατατζή μ' ένα καλό λάχτισμα εις το μέρος του υποκειμένου του που είνε παρακάτω από τη ράχη.

Ο δεύτερος αγωνιστής ήταν ένας σοβαρός ασπρογέννης φιλόσοφος από τα μέρη της Ολλάνδας. Αυτός είχε φέρει μαζί του μίαν παράξενη μηχανή, με ένα είδος υαλίτικο καζάνι απ' επάνω. Το άνοιξε και έρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μια κουταλιά αδιάργυρο, μια φούχτα αλογόπετρα, ένα κλαδί δενδρολίβανο και ένα βώλο νισαντήρι. Τα ανακάτεψε με μια χρυσή κουτάλα και αμέσως εζεστάθηκαν, εκόρωσαν, εφλογοβόλησαν, έπειτα εκρύωσαν, εκρουστάλλιασαν, και ευρέθη το καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σαν τ' αυγά της περιστεράς. Όλοι οι αυλικοί έμεναν εκστατικοί και όλες η κυρίες άπλωσαν το χέρι για να λάβουν από ένα από τα διαμάντια που άρχισεν ο σοφός της Ολλάνδας να μοιράζη. Ο βασιληάς όμως εθύμωσε και πάλι, επρόσταξεν εις τες κυρίες να δώσουν οπίσω όσα είχαν λάβει και είπε με οργή εις το χημικό: «Δεν εσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πως άμα γείνουν τα διαμάντια κοινά σαν τα χαλίκια, θα χάσουν όλη τους την αξία τα δικά μου που είνε τα πρώτα του κόσμου και, αν λάχη και χρειαστώ χρήματα, 'μπορώ να τα πουλήσω όσο θέλω; Φύγε απ' εδώ, και αν ξανακάμης άλλη φορά διαμάντια, θα σου σπάσω μαζί με τη μηχανή και το κεφάλι».

Ο τρίτος ήταν ο πρώτος επιστήμονας ενός καινούργιου κόσμου, που είχεν ανακαλύψει ένας κάποιος Κολόμπος, πέρα από το μεγάλο νερομάζωμα, που το λέγουν Ατλαντικό. Αυτός ο νεοκοσμίτης είχε καταφέρει ύστερα από πολλές μελέταις και δοκιμές, να κλείση ταις ηλιακές αχτίδες μέσα εις μπουκαλάκια, που μοιάζανε μικρά αχλάδια, τόσον όμως φωτερά που ο βασιληάς και όλοι οι αυλικοί εθαμπώθηκαν και ανοιγόκλειαν τα μάτια, ωσάν νυχτερίδες που επλάκωσεν ο πρωινός ήλιος, πριν προφθάσουν να χωθούν εις τη σπηλιά τους. Αφού εμισοστράβωσε τον κόσμο άρχισεν ο επιστήμονας να εξηγή πώς αυτά τ' ακτινοβόλα αχλάδια είνε νέο σύστημα φωτισμού, και με το μισό έξοδο θα δίδουν φως δεκαπλάσιο από το λάδι, που θα ξεπέση τότες η τιμή του εις το δέκατο, αφού δε θα χρησιμεύη πλεια παρά μόνο για το τηγάνισμα και τη σαλάτα.

— Δεν ξεύρεις, αχρείε, τον διέκοψεν ο βασιληάς κίτρινος από την οργή, πως τα κτήματα του βασιλείου μου, τα δικά μου και του λαού μου, είνε όλα ελαιώνες, και έρχεσαι να μας ξεπέσης τη τιμή του λαδιού! Γκρεμίσου να μη σε βλέπω, και αν αύριο ευρεθής ακόμη εις τα κράτη μου θα σ' αλείψω με λάδι και θα σε κάψω ζωντανό.

Ήτο τώρα η σειρά της Μηλιάς και έτρεμεν όλη, βλέποντας πόσον αγριωμένος ήταν ο βασιληάς. Της εκελάδησεν όμως πάλιν το αηδόνι κάτι που της έδωκε θάρρος. Ολονών τα μάτια ήτανε καρφωμένα απάνω της και η σιωπή τόσο τέλεια, που θ' άκουε κανένας μύγαν να πετά ή χόρτο να φυτρώνη.

Η Μηλιά έδωκε τότε διαταγή ν' ανοίξουν τα είκοσι παράθυρα της σάλλας. Και αμέσως επέταξαν μέσα μικρόπουλα κάθε λογής και είδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλάδες, αργυρά ψαροπούλια, μαύροι κότσυφοι, πλουμιστές κίχλες, παρδαλές καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισούρες, ποταμίδες, καλογρήτσες, μαλαθρίτσες, κρυδαλοί, ασπρόκωλοι, τρυποκάρυδα και κεφαλάδες. Αφού εφτερούγιασαν ένα δυο λεπτά, εδώ κ' εκεί γύρω εις ταις λάμπαις και τους πολυελαίους, σαν τρελλά πουλιά που ήταν, έκαμαν έπειτα ένα μεγάλο κύκλο. Το αηδόνι εστάθη εις το κέντρο κτυπώντας σαν αρχιμουσικός με τες φτερούγες του το ρυθμό, και ακούστηκε τότε μια πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειά που θα έλεγες πως την είχε συνθέσει η μελοποιήτρια της Παράδεισος Αγία Κεκιλία. Από όλα τα κομμάτια άρεσε περισσότερο μια λιγυρή τετραφωνία σπίνων, που έκαμεν όλους να δακρύσουν, και το κωμικό τραγούδι της κίσσας, το τόσο πηδηκτούλικο και ζωηρά τονισμένο, που όλοι οι αυλικοί άρχισαν να σειούνται και να κινούν τα πόδια σαν να είχαν γεμίσει αι κάλτσες των μερμήγκια.

— Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, επρόσταξεν η Μηλιά.

Είκοσι ζευγάρια καναρίνια άρχισαν τότε να χορεύουν ένα έκταχτο και πρωτοφανίστικο βαλς. Με τη μια φτερούγα εκρατούντο τα δυο πουλιά αγκαλιασμένα και επετούσαν με την άλλην. Τα ζευγάρια εγύριζαν ωσάν άνεμες και έκαμαν δέκα φορές το γύρο της σάλλας. Έπειτα εχόρευσαν κατά γης περπατητά μια νόστιμη καδρίλια οι τσαλαπετεινοί και ακόμη καλλίτερα επέτυχε το κοτιλλιόν με όλα του τα παιχνίδια. Εις αυτό έκαμαν όλους να ξεκαρδισθούν τα νάζια μιας ακατάδεκτης καρδερίνας, που της επαρουσίασαν δέκα κατά σειράν χορευτάδες και δεν της άρεσε κανένας· τους εκύτταζε με περιφρόνησι κ' έλεγεν όχι με το κεφάλι. Ο ενδέκατος έτυχε να της αρέση· για να του το αποδείξη του έδωκε μια μύγα που είχε πιάσει. Την έχαψεν εκείνος και έπειτα αγκάλιασε τη χορεύτριά του και άρχισαν να γυρνούν με χάρι και τέχνη μοναδική.

Δεν θα ετελείωνα ποτέ αν ήθελα να τα ειπώ όλα. Η διασκέδασι έκλεισε με μια βροχήν από σπάνια λουλούδια, που είχαν φέρει τα χελιδόνια από τα ξένα μέρη. Το σπανιώτερο απ' όλα ήταν ένας γαλάζιος λωτός του επάνω Νείλου, που επρόσφερεν η Μηλιά εις τον Βασιλέα.

Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψη τη χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες, έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δύο μάγουλα και το σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε τότε εις τη Μεγάλη Ελλάδα με επίσημον αρραβώνα. Δεν ημπορώ να είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν τουλάχιστο αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθηκαν θέλοντας και μη θέλοντας να φωνάξουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξαν εις την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την βλέπουν συχνά.

Οι γάμοι έγειναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γρηά, που τους έκαμνε να φαίνωνται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά.

Ο βασιληάς, για να τους έχη κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρη καμμιά δημοσία θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γρηά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκαμεν υπουργίναν επί των Οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφη ούτε να διαβάζη. Ο βασιληάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήση, όταν έτυχε ν' αποθάνη ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.

(«Ακρόπολις Χριστουγεννιάτικη» 1895).

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ

Μεγάλη δυστυχία είνε να έχη κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας διότι μ' έκαμεν ο Θεός παραπολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχη και να κλαίη, χωρίς να γείνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκονται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχη ν' αποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζη. Αλλ' εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξη η σκέψις ότι κ' εγώ θ' αποθάνω. Έπειτα αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ' επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς· αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου. Το στομάχι μου είνε κ' εκείνο ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψη, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είνε να τας αποφύγω· να μη τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πώς είνε βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κάνεις να συγχωρή εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.

Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είνε να υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχωνται να παρασταθούν φίλου των εις μονομαχίαν. Αλλ' εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος μου ή και ο αντίπαλός του να πάθη, με κάμνει ν' ανατριχιάζω· προ πάντων όταν συλλογίζωμαι, ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είνε και ο καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα χάσω, αν τύχη, θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθή.

Μεγάλη πρέπει να είνε η αναισθησία και εκείνων όπου δανείζουν εις τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται να μη δυνηθούν να τα αποδώσουν εις την προθεσμίαν, να τους εντρέπωνται και να τους αποφεύγουν. Τούτο ημπορεί να φανή μικρόν κακόν εις όσους δεν έχουν καρδίαν, αλλ' η ιδική μου θα ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος μ' απαντούσεν είς τον δρόμον και εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είνε ο λόγος που μ' έκαμε να πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν δραχμάς, έστω και αν πρόκειται να σωθή με αυτάς η τιμή και η ζωή του. Παρά να τον ίδω αχάριστον, καλλίτερα να τον κλάψω αποθαμμένον, αφού μάλιστα θα μ' εμπόδιζεν η ευαισθησία μου να υπάγω εις την κηδείαν του. Διά ν' αποφύγω τα φιλικά δάνεια, επρομηθεύθην από την αγοράν, με ένα εικοσιπεντάρικο, ένα μεγάλο σάκκο «Αρχαγγέλους» και «Πιστωτικές». Με αυτάς έχω το δικαίωμα ν' αποκρίνωμαι ότι ο Γούστας και ο Σκαλούτζης με άφισαν με το υποκάμισον, με μόνον δηλ. επτά σπίτια, που τα λέγω υποθηκευμένα, και εξακόσιες λαχειοφόρες, όπου δεν ηξεύρει κανείς πως τας έχω.

Άλλη σκληρότης και κουταμάρα είνε εκείνων όπου δίδουν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, χωρίς να συλλογισθούν ότι, αν μεν είνε ο ελεούμενος ικανός να εργασθή, ενθαρρύνουν την οκνηρίαν του, αν δε τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ή λωβιασμένος, το ψωμί που του δίδουν προμακραίνει ζωήν αθλίαν και βασανισμένην. Τούτο δεν το λέγω εγώ, το λέγουν οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Σπένσερ και ο Δαρβίνος, που απέδειξαν πόσον απάνθρωπα είνε τα λεγόμενα φιλανθρωπικά καταστήματα, τα άσυλα των ανιάτων, τα γηροκομεία και τα λεπροκομεία. Εσημάδεψα εις τα βιβλία των τα μέρη όπου το λέγουν, και τα δείχνω εις όσους έχουν την αδιακρισίαν να μου ζητούν χρήματα, διά να εμποδίσουν ν' αποθάνουν με την ησυχίαν των δυστυχισμένα πλάσματα, που θα ήτο δι’ αυτά ο θάνατος ευεργεσία.

Προ μερικών μηνών μου έστειλεν ο αγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήση να συνεισφέρω, ως μεγάλος κτηματίας, διά να συστηθή εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα λαϊκόν μαγειρείον, όπου θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον δεκαπέντε λεπτά ένα φλυτζάνι ζουμί κ' ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κ' εγώ τας είκοσι δραχμάς μου χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν να συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι με νερόζουμο και κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.

Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας είνε και ο τρόπος όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα γεράματα, να με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ' ενοχλούν οι ρευματισμοί, αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικό και μίαν γυναίκα δική μου να με περιποιήται. Καθώς πας άλλος αγαπώ κ' εγώ της εύμορφες, και πλούσιος καθώς είμαι, εύκολο ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτσι, αν δεν εζητούσα προίκα. Άλλος εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν, αλλ' εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την ευαισθησίαν μου, αν υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ' επήρεν όχι διά τα ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν ασχημομούραν. Η ευγένεια της ψυχής μου είνε τόση, ώστε η μεγάλη της μύτη και τα ψεύτικά της δόντια δεν μ' εμπόδισαν, όχι μόνον να φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την αγαπώ, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι πρέπει. Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν' αναφέρω πως, όταν έτυχε πέρυσι ν' αρρωστήση, δεν κατώρθωσα ποτέ να την βλέπω να υποφέρη. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της μου έσχιζε την καρδιά και την ακοήν, και η μυρωδιά της αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης μου να την βλέπω να υποφέρη με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί έως το βράδυ και καμμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί. Αυτή η αρρώστεια της γυναίκας μου μ' έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια, θέατρα, γεύματα εις την Μεγάλην Βρεττανίαν και εκδρομάς με φίλους μου εις την Κηφισσιάν και την Πεντέλην. Το μεγαλείτερον όμως έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν εφαίνετο διόλου καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγότριαν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου. Περιττόν είνε να προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων μου μ' εμπόδισαν να είπω τίποτε δι' αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα μου, όταν έγεινε καλά.

Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο. Προσπαθεί εις όλα να μ' ευχαριστήση και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι κάμνω. Είνε φρόνιμη, ήσυχη, νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ χωρίς να εξοδεύη πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί από τα υποκάμισά μου και είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το τραπέζι το φαγί που μ' αρέσει. Εκατάφερε μάλιστα να μαγειρεύη και τον αστακόν με μίαν αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί τώρα να τον τρώγω χωρίς να μου πειράζη το στομάχι. Αυτά είνε βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το εκατάλαβα όταν ήλθεν η σειρά μου ν' αρρωστήσω!

Ενώ εγώ εις την δικήν της αρρώστειαν δεν ημπορούσα να την βλέπω να υποφέρη, και αναγκάζουμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου· αγρύπνησε δέκα νύχτες κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η ίδια να μου δίνη τα γιατρικά, να μ' αλλάζη και να με μεταγυρίζη, χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακό μου τρόπο, χωρίς να συχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλήται από την αρρωστομυρωδιάν του δωματίου. Αυτά μ' έκαμαν να υποπτευθώ, ότι η γυναίκα μου δεν έχει ούτε καλήν όσφρηση ούτε μεγάλην ευαισθησίαν. Πώς τωόντι θα ημπορούσε, αν ήτο ευαίσθητη, να με βλέπη να υποφέρω, να βασανίζωμαι, να με καίουν οι συναπισμοί και να με δαγκάνουν η αβδέλλαις; Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον δίκαιον όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως πρόληψιν και παραμύθι. Άδικον όμως θα ήτο και ν' απαιτήσω από τους άλλους την ιδικήν μου έκτακτον και μοναδικήν ευαισθησίαν.

(«Εμπρός» Νοεμβρίου 1896).

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Αθηναϊκή ανάμνησις

Σύγχρονος του Πιλάτου και της βραχνής κιθάρας του και προκάτοχος του κ. Πύργου διδάσκαλος της ξιφασκίας ήτο, προ ενός τετάρτου αιώνος, αρχαίος τις λοχίας των Ζουάβων της Αφρικής, φέρων το όνομα Μαυρίκιος Ζακού και άνω των εξήκοντα εις την ράχιν του χρόνους. Τούτον επροτίμων οι τότε φίλοπλοι διά πολλούς λόγους, εκ των οποίων ο κυριώτατος ήτο, ότι πλην αυτού δεν υπήρχε τότε εις Αθήνας κανείς άλλος. Και ούτω όμως οι μαθηταί του δεν ήσαν πολλοί. Το ξίφος τω όντι και το πιστόλιον ήσαν ακόμη κατά την εποχήν εκείνην όπλα πολυτελείας, δυνάμενα να ονομασθώσιν ακαδημαϊκά, τα δε μόνα χρήσιμα εις λύσιν των ζητημάτων της τιμής ήσαν η ατρόχιστος σπάθη του ιππικού και η δημοσιογραφία. Τούτο εξηγεί πώς, αν και ήτο μονάκριβος ο κ. Ζακού, δεν ήσαν εν τούτοις τα μαθήματά του ακριβά. Αντί είκοσι κατά μήνα παλαιών δραχμών δι’ ένα μαθητήν και πέντε περιπλέον δι' έκαστον σύντροφόν του, ηδύνατό τις να έχη την ευχαρίστησιν να τον βλέπη προσερχόμενον εις την οικίαν του τετράκις της εβδομάδος μετ' ακριβείας στρατιωτικής. Ουδ' ήτο η ακρίβεια το μόνον του καλού απομάχου προσόν. Ουδένα τω όντι ηξιώθην να γνωρίσω άνθρωπον ούτε εγκυκλοπαιδικώτερον αυτού ούτε προθυμότερον να καθιστά τας γνώσεις του χρησίμους εις πάντας. Των μαθητών του διώρθωνε τας παρεκτροπάς, όχι μόνον των ποδών και των βραχιόνων, αλλά και τας πολύ βαρυτέρας της γλώσσης, όταν ωμίλουν γαλλικά. Πλην δε του γλωσσικού μαθήματος παρείχεν εις αυτούς και διδάγματα στωικής φιλοσοφίας, διηγούμενος εις τους παραπονουμένους διά τον καύσωνα ή τον βαρύν χειμώνα των Αθηνών πώς εις τας αραβικάς πεδιάδας εμοιράζετο εις τους στρατιώτας το βούτυρον και το λαρδί με την κουτάλαν, ή πώς εις τα κλεισωρείας του Άτλαντος συνεπύκνωνεν ο βορράς την πνοήν των Ζουάβων επί της γενειάδος των εις στιλπνούς σταλακτίτας. Αλλά και ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να διδάσκη τας στρατιωτικάς ασκήσεις εις τους σκύλους, την ρητορικήν εις τους ψιττακούς, την μουσικήν εις τα κανάρια ή να μεταβάλλη εις κάπωνας τους πετεινούς. Πλην τούτων κατώρθωνε να μεταδίδη εις παν αποθνήσκον κυνάριον, γάτον, πίθηκον ή άλλο ευνοούμενον οικιακόν ζώον, αν ουχί ψυχικήν, σωματικήν τουλάχιστον αθανασίαν, ταριχεύων αυτό δι’ αυτών εκείνων των χόρτων και βαλσάμων, διά των οποίων εγεμίζετο η κοιλία των Φαραώ, κατά συνταγήν μεταδοθείσαν αυτώ υπό Κόπτου ασκητού. Αλλά το μάλλον διακρίνον τον πρώην ήρωα της Αφρικής ήτο η κατοχή άλλης τινός ασυγκρίτως πολυτιμοτέρας συνταγής, η της προβιγκιανής ψαρόσουπας, της περιβοήτου bouilla- baisse. Το άγνωστον τούτο εις ημάς τους αναξίους διαδόχους μεγάλων προγόνων αγλάισμα της τραπέζης είνε προϊόν της αρχαίας Ελληνικής τέχνης, εισαχθέν προ εικοσιπέντε αιώνων υπό Φωκαέων αποίκων εις την Μασσαλίαν. Όπως πάντα τα λοιπά καλλιτεχνήματα της εποχής του Περικλέους, διακρίνει και τούτο η απλότης των μέσων, διά των οποίων επιτυγχάνεται το καλόν. Προς κατασκευήν τω όντι της κλεινής bouilla-baisse ουδέν άλλο απαιτείται παρά μόνον ολίγον ψάρι, ολίγα κρεμμύδια, ολίγον πιπέρι και τέχνη πολλή· ο δε Ζακού ήτο αληθής τεχνίτης, διατηρών ίσως εις τας φλέβας του, όπως και ο Βοναπάρτης, σταγόνα τινά αίματος Ελληνικού. Το κατόρθωμα τούτο της τέχνης του μας παρέθεσεν εις πρόγευμα, χλιαράν τινα, ανέφελον και μόνον κατά τον Καζαμίαν χειμερινήν ημέραν εις το Δαφνίον, υπό ουρανόν σαπφείρινον, παρά την όχθην θαλάσσης χρυσής. Ουδ' ήτο το συμπόσιον μονοπίνακον, αλλά την ψαρόσουπαν διεδέχθη άλλο τι άγνωστον εις τους κατοίκους της Αττικής του αττικού χρώματος προϊόν, αμανίται του Δαφνίου, εφάμιλλοι των φυομένων υπό τας καστανέας της Λιγαυρίας. Αλλ' ενώ ετρύφα εις τους παρατεθέντες η όσφρησις και η γεύσις, κατείχετο το πνεύμα μου υπό ευλόγου δυσφορίας, ματαίως αγωνιζόμενον ν' ανεύρη πώς το έδαφος τούτο της Αττικής, το εξακολουθούν να γεννά βολβούς κατ' ουδέν κατωτέρους των υμνηθέντων προ είκοσιν αιώνων υπό των Δειπνοσοφιστών, γεννά συγχρόνως ανθρώπους εις τοιούτον βαθμόν αναισθήτους, ώστε να προτιμώσι τούτων τα καλλιεργούμενα ή μάλλον κατασκευαζόμενα εις τους υπογείους κοπρώνας των Παρισίων άχυμα και ανούσια δήθεν μανιτάρια. Πως ταύτα μεν να πληρώνονται πέντε φράγκα το κουτίον, οι δε εγκλείοντες το άρωμα και τον χυμόν του βουνού βολβοί, να ρίπτονται εις την θάλασσαν ή τους χοίρους, διά τον λόγον ότι δεν τους τρώγουν «ούτε τα πρόβατα, ούτε τα γίδια, ούτε τα γαϊδούρια, ούτε οι Αθηναίοι», ως μας έλεγαν οι χωρικοί.

Την αδημονίαν μου ταύτην ηύξανεν άλλο αντικρύ μου μαρτύριον της εκλείψεως παντός ίχνους της προγονικής καλαισθησίας. Εις απόστασιν τω όντι ολίγων βημάτων ήτο εστρωμένη άλλη τις τράπεζα, και περί αυτήν εκάθηντο τρεις κομψοί νεανίσκοι, και είς πρώην τοιούτος μετά δύο κυριών, αίτινες ήσαν αυτή η κυρία Άρτεμις και η κυρία Ήβη, αι υποκρινόμεναι δηλ. εις την χθεσινήν παράστασιν του Ορφέως του Όφεμπαχ τας ολυμπίους θεάς θνηταί γαλλίδες. Ουδεμίαν όμως ησθάνετο ο θεωρών αυτάς όρεξιν να θρηνήση, ότι δεν ήτο αθάνατος η κιτρίνη κόμη των, η αλευρωμένη όψις των, οι ύποπτοι οδόντες και των χειλέων των η ψευδοπορφύρα. Το δε μόνον αληθώς αξιοθρήνητον ήτο να βλέπη τις απογόνους του Αλκιβιάδου και του Αριστίππου να ποτίζωσι καμπανίτην και να κατατρώγωσι διά των οφθαλμών τοιούτου είδους Φρύνας και Λαΐδας, των οποίων το μόνον προσόν, όπως και των ψευδομανιτών, ήτο η προέλευσις εξ Ευρώπης.

Την σειράν των οχληρών τούτων σκέψεων διέκοψαν αίφνης οι βαρείς φθόγγοι του οπλοδιδασκάλου μας βροντοφωνούντος· «Μετά την ψαρόσουπαν και τους αμανίτας μου πρέπει να καταπίετε και την ιστορίαν μου της πρώτης μου μονομαχίας. Καθώς όλοι γνωρίζετε, δεν ευρίσκεται υπό τον ήλιον άλλος άνθρωπος όσον εγώ ευπροσήγορος, φιλήσυχος και ειρηνικός. Τοιούτος ήμην πάντοτε. Όταν κατετάχθην εις τους Ζουάβους, επροσπάθησα να φέρωμαι προς όλους ευγενώς και περιποιητικώς, περιμένων περίστασιν να δείξω και την αφοβίαν μου εις τους Βεδουίνους. Η ευκαιρία όμως αύτη εβράδυνε να παρουσιασθή, η δε υπερβολική των τρόπων μου ευγένεια παρεξηγήθη από μερικούς συντρόφους μου, υποπτεύσαντας ότι είχε κάποιαν συγγένειαν με την δειλίαν. Τούτο ανέλαβε να ξεκαθαρίση αρχαίος τις Ζουάβος, ο πρώτος του τάγματος ξιφοπαίκτης και μονομάχος ονομαστός. Ένα πρωί, ενώ επρογευμάτιζα ήσυχα και φρόνιμα, ήλθε και έπτυσε μέσα εις το φαγητόν μου και έπειτα επαρεπονέθη ότι τον επρόσβαλα διότι έπαυσα να το τρώγω, και διά την προσβολήν ταύτην εζήτει ικανοποίησιν διά μονομαχίας μέχρι θανάτου. Το πράγμα μου εφαίνετο απίστευτον και η απαίτησις τερατώδης. Τοιαύτη όμως δεν ήτο και των συντρόφων μου η γνώμη, οι οποίοι συγκροτήσαντες συμβούλιον τιμής απεφάσισαν παμψηφεί ότι, αφού επρόσβαλα τον άνθρωπον, έπρεπε και να τον ικανοποιήσω την επομένην ημέραν το πρωί, εις το όπισθεν του στρατώνος ξηροχώραφον. Αν σας έλεγα ότι εκαλοκοιμήθην την νύκτα εκείνην δεν θα μ' επιστεύετε, και θα είχετε δίκαιον. Όταν με παρέταξαν την επιούσαν ξιφήρη αντικρύ του αντιπάλου μου, παρετήρησα εις τριών βημάτων απόστασιν νεόσκαπτον λάκκον και εις το χείλος του λίσγον και πτυάριον. Το θέαμα δεν με ήρεσε διόλου.

— Τι είνε τούτο; ηρώτησα· ας υπάγωμεν ολίγον μακρύτερα.

— Τούτο, απεκρίθη με φοβεράν φωνήν ο αντίπαλός μου, είνε ο λάκκος όπου θα σε ρίψουν μετά δύο λεπτά! Κάθε άνθρωπος τον όποιον εγγίζει το σπαθί μου είνε καλός διά θάψιμον. Κάμε γλήγορα την τελευταίαν σου προσευχήν.

»Ταύτα ακούων και θεωρών τον λάκκον, τον έτοιμον να με καταπίη, ησθάνθην την καρδίαν μου να γεμίζη όχι από φόβον, αλλ' από φοβεράν οργήν, προ πάντων κατά της αδικίας. Εσυλλογιζόμην ότι τον άνθρωπον εκείνον ούτε άλλον κανένα ποτέ μου δεν επείραξα· ότι πρώτην φοράν έπιανα εγώ ξίφος, ενώ εκείνος ήτο εξ επαγγέλματος ξιφομάχος και θα μ' εσούβλιζεν ως ορνίθιον, χωρίς να διατρέξη ο ίδιος κίνδυνον κανένα. Εσυλλογίσθην και την γραίαν μητέρα μου και την απελπισίαν της. Εκύτταξα έπειτα τους τέσσαρας μάρτυρας, οι οποίοι μ' έκαμαν την εντύπωσιν βοηθών του δημίου. Αυτοί μ' είχαν φέρη εκεί και ητοιμάζοντο να παρασταθούν ανάλγητοι εις την σφαγήν μου. Ο ένας μάλιστα μ' εφάνη ότι εδάγκανε τα χείλη του διά να μη γελάση. Όλα αυτά τα εύρισκα απάνθρωπα, θηριώδη και προ πάντων άδικα. Ο φόβος μου έπαυσεν ολότελα και ο θυμός μου εκορυφώθη. Έρριψα το άχρηστον σπαθί μου και εχύθην κατά του αντιπάλου μου ως ταύρος με το κεφάλι κάτω. Επέσαμεν και οι δύω κατά γης και ήρχισα να γρονθοκοπώ, να λακτίζω και να δαγκάνω. Ο αντίπαλός μου εξαφνισθείς, αντί να μ' αποδώση τα ίσα, επροσπάθει πολύ μάλλον να σωθή από τας χείρας μου. Ουδέ τούτο όμως θα το κατώρθωνεν, αν δεν έτρεχαν οι μάρτυρες με πολύν κόπον να μας χωρίσουν».

Ταύτα ειπών εφάνη ο Ζακού καταληφθείς υπό τινος δισταγμού και αδιαθεσίας να τελειώση την διήγησιν, την οποίαν αυθορμήτως είχεν αρχίση, και ικαναί παρήλθον στιγμαί, μέχρις ου αποφασίση να προσθέση εν βία και με φωνήν πολύ ταπεινοτέραν «Εντρέπομαι, κύριοι, να σας ομολογήσω ότι ήμην βλαξ και είχα όλα τα άδικα. Άδικον είχον να υποθέσω γάλλους στρατιώτας και μάλιστα Ζουάβους ικανούς να εκθέσουν χωρίς λόγον τον συστρατιώτην των εις τόσον άνισον αγώνα, και άδικον να πιστεύσω ότι ο αντίπαλός μου είχε τω όντι σκοπόν να με σκοτώση και να με θάψη εις τον λάκκον εκείνον. Όλα αυτά ήσαν μασονική δοκιμασία, εις την οποίαν υποβάλλεται πας νεοσύλλεκτος διά να γνωσθή αν είνε γενναίος· ο δε τρόπος με τον όποιον αντέταξα την κεφαλήν και τους γρόνθους μου εις το ξίφος του ανταγωνιστού μου δεν εθεωρήθη ως ίδιος δειλού. Τίποτε λοιπόν δεν μας εμπόδιζε να φιληθούμε και να υπάγωμεν έπειτα να τιμήσωμεν το πρόγευμα, το οποίον είχε παραγγελθή προς τιμήν μου, αν επετύγχανα, ως έλεγαν, εις τας εξετάσεις μου. Εις το πρόγευμα εκείνο έφαγα πρώτην φοράν ψαρόσουπαν, καθώς εκείνην όπου σας εμαγείρευσα, και εμέθυσα με κρασί κάπως καλλίτερον από αυτό το ποτήρι πικρορετσινάδο, το οποίον πίνω εις την υγείαν σας».

[«Εστία» 1898, τ. 1ος σελ. 2-3]

ΚΥΝΟΜΥΟΜΑΧΙΑ

Εξ όλων των πόλεων της Δύσεως και της Ανατολής, όπου έτυχε να κατοικήσω, η καθαρωτάτη είνε ή τουλάχιστον ήτο προ ημίσεως αιώνος, προ της ιταλικής δηλ. ενότητος και της εφαρμογής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η Γένοβα πρωτεύουσα της Λιγουρίας. Η ιστορία της πόλεως ταύτης συνδέεται στενώς μετά της ημετέρας μεσαιωνικής. Οι Γενοβέζοι υπήρξαν πιστοί σύμμαχοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Παλαιολόγου κατά των Ενετών, και επί μακρόν χρόνον δυνάσται της Χίου, όπου, αν υπάγης, αναγνώστα, δύνασαι να συναντήσης επιζώντας τινας απογόνους του Ιουστινιάνη και του Γριμάλδη διατηρούντας ακόμη τα οικόσημα, τα γενεαλογικά δένδρα και την πίστιν εις τον Πάπαν, κατ' ουδέν όμως άλλο διακρινομένους από των γειτόνων αυτών, των οποίων η περιουσία περιορίζεται εις κτήμα, ουχί πολύ μεγαλείτερον της αιθούσης χορού των ανακτόρων του βασιλέως Γεωργίου, αποδίδον κατ' έτος εκατοντάδας τινάς πορτοκαλιών και σακκίδιον αμυγδάλων.

Διά την μοναδικήν εν τούτοις και απαστράπτουσαν της Γενούης καθαριότητα ελάχιστα δαπανώσι το κράτος και η δημαρχία, χάρις εις την πρακτικωτάτην και αξίαν μιμήσεως ιδέαν ν' αναθέσωσι την φροντίδα ταύτην εις τους καταδίκους εις ισόβια ή πρόσκαιρα δεσμά. Τρις της ημέρας αντηχεί εις τας οδούς βαρύς κρότος αλύσεων και τροχών και μετ' ολίγον εμφανίζεται μέγα κάρρον συρόμενον υπό ευρώστων ημιόνων, τούτο δε παρακολουθούσιν υπό την επιτήρησιν δύο αστυνομικών κλητήρων περί τους είκοσιν αλυσίδετοι ανά ζεύγος δεσμώται, οι μεν εν ερυθρά οι δε ισόβιοι εν κιτρίνη στολή, ωπλισμένοι διά μακρών σαρώθρων, τα οποία δεν διαφεύγει ίχνος βορβόρου ή σκιά κονιορτού, ούτε κόπρισμα ίππου, ούτε απόρριμμα σιγάρου, ούτε τεμάχιον χαρτιού ουδέ καστάνου φλοιός, ώστε μετά την διέλευσιν του κάρρου δύναται η επιφάνεια των ασπίλων πλακών να χρησιμεύση ως κάτοπτρον εις τας φιλαρέσκους διαβατρίας. Προς πλήρη εκτίμησιν της μοναδικής ταύτης καθαριότητος έν μόνον δύναμαι να προσθέσω, ότι εις επισήμους τινάς λιτανείας επικρατεί η συνήθεια να ραίνωνται οι ιερείς εκ των παραθύρων διά βροχής ρόδων, κρίνων, υακίνθων και γαρυφάλων, αλλά μετά το τέλος της τελετής σαρώνονται αμέσως και ταύτα θεωρούμενα ως ευώδεις ακαθαρσίαι. Πολλάκις συνέβη να επιφοιτήση εις τον νουν μου ως όνειρον και οπτασία των νεανικών μου χρόνων η μαρμαρυγή των γενουηνσιακών πλακών, ενώ επιπόνως αναρριχώμαι εις τον ανήφορον της οδού Νικοδήμου, προσκόπτων ανά παν βήμα εις ζωντανάς ή νεκράς όρνιθας, εις λόφους κονιορτού, εις πυραμίδας σκουπιδιών, εις απόμαχα υποδήματα, εις φλοιούς καρπουζιών, εις μαύρους ρύακας παρά το πεζοδρόμιον ή ερυθρούς προ των μακελλείων. Αλλά και πολλάκις διερχόμενος την οδόν Αδριανού και βλέπων χάσκοντας εις τον εξώστην του Παλαιού Στρατώνος πλήθος ευρώστων δεσμωτών, αναλογίζομαι πόσον χρησιμωτέρα θα ήτο η καταδίκη αυτών ως εν Γενούη εις καθαρισμόν των πεζοδρομίων.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings